Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2025

 

Οι ορισμοί «Σεληνιακή» και «Ηλιακή» συνείδηση στον αποκρυφισμό

 

Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

ΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ  «ΣΕΛΗΝΙΑΚΗ» ΚΑΙ  «ΗΛΙΑΚΗ» ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟ

    Σε πολλά ρεύματα της θεοσοφίας, του αποκρυφισμού και της Νέας Εποχής, γίνεται συχνή αναφορά σε όρους όπως «σεληνιακή συνείδηση» και «ηλιακή συνείδηση», οι οποίοι παρουσιάζονται ως «επίπεδα εξέλιξης» ή «καταστάσεις του ανθρώπινου νου». Πρόκειται για έννοιες που στερούνται θεολογικής και επιστημονικής βάσης και εντάσσονται σε ένα σύστημα εσωτεριστικής κοσμοαντίληψης, που αλλοιώνει την αλήθεια περί Θεού, ανθρώπου και σωτηρίας, όπως αυτή αποκαλύφθηκε στην Εκκλησία.

Τι σημαίνει «σεληνιακή συνείδηση»

Ο όρος «σεληνιακή συνείδηση» υπάρχει στη αποκρυφιστική βιβλιογραφία ως συμβολική αναφορά σε μια παθητικήονειρικήφαντασιακή κατάσταση του ανθρώπου. Συνδέεται με το υποσυνείδητο, τις ψευδαισθήσεις, τον κόσμο των σκιών, τα πάθη και την κατώτερη ψυχική φύση, που κατά τη διδασκαλία των αποκρυφιστών οφείλει να υπερβεί ο άνθρωπος για να εξελιχθεί πνευματικά.

Στη θεοσοφία, η Σελήνη δεν είναι απλώς ουράνιο σώμα, αλλά πνευματικός συμβολισμός ενός παλιότερου εξελικτικού σταδίου της ανθρωπότητας, ενός κόσμου που ανήκει στο παρελθόν και φέρει τις δυνάμεις της πλάνης, της ύλης και της μορφής. Το σεληνιακό στοιχείο θεωρείται πηγή πνευματικής σύγχυσης και εμποδίζει την «ανάληψη» της ψυχής προς πιο φωτεινά πεδία ύπαρξης.

Στη Νέα Εποχή, η σεληνιακή συνείδηση σχετίζεται επίσης με τη γυναικεία ενέργεια, με τη «μαγική» φύση, με την ευαισθησία, αλλά και με την αυταπάτη του εγώ. Πολλές πρακτικές διαλογισμού και ασκήσεις στοχεύουν στη «διάσπαση του σεληνιακού φακού» της ανθρώπινης αντίληψης, ώστε ο άνθρωπος να δει τον εαυτό του και τον κόσμο «καθαρά».

Τι σημαίνει «ηλιακή συνείδηση»

Σε αντίθεση με την «σεληνιακή», η λεγόμενη «ηλιακή συνείδηση» εμφανίζεται ως το ιδανικό των αποκρυφιστικών και νεοεποχίτικων ρευμάτων. Είναι η κατάσταση της πνευματικής διαύγειας, της ενόρασης, της ένωσης με τον ηλιακό Λόγο, που θεωρείται η «πηγή της ζωής και της σοφίας» στο σύμπαν.

Η «ηλιακή» κατάσταση είναι ενεργητική, νοητική, λογική, φωτεινή, συνειδητή. Κατά τους θεοσοφιστές, αντιπροσωπεύει το εξελικτικό μέλλον του ανθρώπου και είναι το στάδιο όπου ο «κατώτερος εαυτός» υπερβαίνεται και ο άνθρωπος «συντονίζεται» με το ανώτερο πεπρωμένο του – όχι με τη Χάρη του Θεού, αλλά μέσω εσωτερικής μύησηςενεργειακής καθοδήγησης, ή αυτογνωσίας.

Ο Ήλιος στην εσωτερική μυθολογία θεωρείται ως κέντρο συνειδητότητας, η εικόνα του «Θεού» που ενεργεί μέσα στο κοσμικό σύνολο. Πολλές ομάδες της Νέας Εποχής αναφέρονται σε ηλιακή αφύπνιση, σε ενεργοποίηση του ηλιακού πλέγματος, σε «πύλες φωτός» και πνευματική ανάβαση προς το ηλιακό πεδίο. Σε αυτή τη λογική, η «σωτηρία» ταυτίζεται με μια αυτολύτρωση μέσω ενέργειας, με θεοποίηση του ανθρώπου όχι ως εικόνα Θεού, αλλά ως μέρος ενός κοσμικού δυναμικού.

Οι δύο αυτοί όροι, «σεληνιακή» και «ηλιακή» συνείδηση, εντάσσονται σε μια διδασκαλία, όπου το σύμπαν θεωρείται μια σπειροειδής ενεργειακή πορεία, και ο άνθρωπος καλείται να ανέλθει μέσω σταδίων, τα οποία παραπέμπουν σε αρχαίες παγανιστικές και νεογνωστικές θεωρίες.

Ο άνθρωπος, σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία είναι μια σπίθα θεότητας, που έχει ξεχάσει την ουσία της και καλείται να επανασυνδεθεί με το σύμπαν.

Η ορθόδοξη θεώρηση

Από την ορθόδοξη χριστιανική σκοπιά, οι παραπάνω έννοιες είναι εσφαλμένες και πνευματικά επικίνδυνες. Ο άνθρωπος δεν σώζεται μέσω «ηλιακής ενέργειας» ή εξόδου από τη «σεληνιακή αυταπάτη», αλλά μέσω της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, της πίστης στον Ιησού Χριστό, της μετάνοιας, της εξομολόγησης και της συμμετοχής στα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Δεν υπάρχουν «στάδια» συνείδησης που ταυτίζονται με ουράνια σώματα και δεν υπάρχει «σεληνιακή φυλή» ή «ηλιακός Λόγος» ανεξάρτητα από τον Θεό Λόγο, Ιησού Χριστό. Όλες αυτές οι αντιλήψεις συγχέουν την αλήθεια με μυθολογικές καταστάσεις, και όσο κι αν προβάλλονται ως «φωτεινές» οδηγούν στην αυτοθέωση του εγώ, που αποτελεί την ουσία της αρχαίας πλάνης του Εωσφόρου.

Ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φως: «ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ιω. 8,12). Δεν υπάρχει άλλη φώτιση, δεν υπάρχει άλλη συνείδηση πέρα από τη φώτιση της καρδιάς διά της Χάριτος, που δίνεται σε όσους αγαπούν τον Χριστό και αγωνίζονται να ζήσουν σύμφωνα με το θέλημά Του.

https://www.entaksis.gr/nea-epochi-syneidisi/

https://www.entaksis.gr/apokryfismos-theosofia/

https://lonerwolf.com/divine-masculine-feminine/

https://www.spiritlibrary.com

https://www.gaia.com/



 


 

Πρωτ. Στέφανου Στεφόπουλου


ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΠΛΑΝΗ ΟΤΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ  ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

    Σε ρεύματα πεντηκοστιανών και λοιπών φονταμενταλιστών προτεσταντών έχει διαδοθεί έντονα η ιδέα ότι κάθε ασθένεια προέρχεται από τον διάβολο. Θεωρείται δηλαδή ξένη προς τη θεϊκή βούληση και πάντα ως αποτέλεσμα αμαρτίας ή έλλειψης πίστης, και κατά συνέπεια, το ζητούμενο είναι η άμεση και αναγκαστική θεραπεία. Αυτή η θεολογία όμως, συγκρούεται άμεσα με την Βιβλική εμπειρία, όπως αυτή αποκαλύπτεται στα ιερά κείμενα της Αγίας Γραφής.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει πως οι θλίψεις και οι ασθένειες δεν αποτελούν πάντοτε συνέπεια της αμαρτίας, ούτε είναι πάντοτε αποτέλεσμα πνευματικής αποστασίας ή δαιμονικής επιρροής. Ο Θεός επιτρέπει τις ασθένειες ακόμη και στους δικαίους, όχι για τιμωρία, αλλά για παιδαγωγία, δοκιμασία και τελείωση.

Ο ίδιος ο Κύριος προειδοποίησε τους μαθητές Του: «Θα σας παραδώσουν σε θλίψη» (Ματθ. 24,9). Δεν τους υποσχέθηκε επίγεια ευμάρεια, ασφάλεια ή σωματική υγεία. Αντίθετα, τους μίλησε για στενό και τεθλιμμένο δρόμο: «στενή είναι η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η φέρουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7,13-14· & Λουκ. 13,24). Η οδός προς τη σωτηρία είναι δρόμος προσωπικού αγώνα, κόπου, πόνου και σταυρού. Δεν περνά από την καλοπέραση.

Ο Απόστολος Παύλος με απόλυτη σαφήνεια γράφει: «Ως αποθνήσκοντες και ιδού ζώμεν, ως παιδευόμενοι και μη θανατούμενοι, ως λυπούμενοι, πάντοτε δε χαίροντες» (Β΄ Κορ. 6,9-10). Δηλαδή, ακόμη και όταν δοκιμαζόμαστε, ακόμη και όταν βρισκόμαστε στο κατώφλι του θανάτου ή της θλίψης, γνωρίζουμε ότι ζούμε με την ελπίδα της αιωνιότητας και της Χάριτος. Η χαρά του χριστιανού δεν εξαρτάται από την απουσία ασθενειών, αλλά από την παρουσία του Χριστού.

Ορισμένοι χρησιμοποιούν ως επιχείρημα το χωρίο Β΄ Κορινθίους 12,7-9 όπου ο Παύλος αναφέρει ότι του δόθηκε «σκόλοψ τη σαρκί». Όμως, κατά τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, ο σκόλοπας αυτός δεν είναι ασθένεια σωματική, αλλά τα μεγάλα εμπόδια και οι διωγμοί που αντιμετώπιζε ο Παύλος στο αποστολικό του έργο. Όταν ο Παύλος ζήτησε από τον Θεό να απομακρύνει αυτό το εμπόδιο, έλαβε την απάντηση: «Αρκεί σοι η χάρις μου· διότι η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Η διδασκαλία εδώ δεν είναι ότι πρέπει να θεραπευτούμε πάση θυσία, αλλά ότι ο Θεός ενεργεί δυναμικά και σωτήρια ακόμη και μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία.

Το ίδιο πνεύμα συναντάμε και στην προς Γαλάτας επιστολή, όπου ο Παύλος υπενθυμίζει: «Εξαρχής γνωρίζετε ότι λόγω ασθένειας της σαρκός σας ευαγγέλισα… και τον πειρασμό μου στην σάρκα δεν τον εξουθενώσατε ούτε τον απορρίψατε, αλλά με δεχτήκατε σαν άγγελο Θεού» (Γαλάτας 4,13-14). Ο Παύλος δεν θεράπευσε τον εαυτό του, παρότι είχε το χάρισμα θαυμάτων. Αποδέχθηκε τη δοκιμασία.

Ασθενής ήταν και ο συνεργάτης του, ο Επαφρόδιτος. Ο ίδιος ο Παύλος ομολογεί: «Ασθένησε μέχρι θανάτου· αλλά ο Θεός ελέησε αυτόν, και όχι μόνο αυτόν αλλά και εμέ, για να μη έχω λύπη επί λύπην» (Φιλιπ. 2,25-27)Ούτε εδώ βλέπουμε θεραπεία με το «λόγο της πίστεως» ή κάποια δήθεν νίκη κατά του διαβόλου. Η θεραπεία παρουσιάζεται ως έλεος του Θεού και όχι ως αυτονόητο αποτέλεσμα της πίστης.

Ο Τιμόθεος επίσης υπέφερε από συχνές ασθένειες. Ο Παύλος του γράφει: «Μη πίνε πλέον νερό, αλλά χρησιμοποίησε λίγο οίνο για την στομαχική σου αδυναμία και τις συχνές σου ασθένειες» (Α΄ Τιμ. 5,23)Δεν του πρότεινε «να ζητήσει τη θεραπεία» ή να αρνηθεί την ασθένεια με «λόγο πίστης». Του προτείνει απλή, πρακτική αντιμετώπιση. Αυτό δηλώνει τη νηφαλιότητα και τη σοφία της Εκκλησίας, όχι την υπερφίαλη και αλλόκοτη θεολογία κάποιων νεοπροτεσταντικών κύκλων.

Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, επισημαίνει ακόμη μια βαθύτερη διάσταση της θλίψης και του πόνου. Λέει: «Αν και φθείρεται ο εξωτερικός μας άνθρωπος, ο εσωτερικός όμως ανανεώνεται ημέρα με την ημέρα. Διότι η πρόσκαιρη ελαφριά θλίψη μας εργάζεται για μας αιώνιο βάρος δόξης υπερβολικά μεγάλο» (Β΄ Κορ. 4,16-17). Ο χριστιανός βλέπει πέρα από την παρούσα κατάσταση· στρέφεται στα «μη βλεπόμενα», στην αιωνιότητα. Αυτή είναι η γνήσια θεραπεία, όχι απλώς του σώματος, αλλά της ψυχής και όλου του ανθρώπου.

   Ο Ιώβ αποτελεί μία από τις ισχυρότερες βιβλικές μορφές που καταρρίπτουν την ιδέα ότι η πίστη πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από θεραπεία. Δοκιμάστηκε σκληρά από τον διάβολο, με την άδεια του Θεού, μέσα από την απώλεια των παιδιών του, την καταστροφή της

περιουσίας του και τη σωματική του εξάντληση. Όμως η νίκη του δεν ήρθε με την απαλλαγή από τις θλίψεις, αλλά με την υπομονή και την εμπιστοσύνη του προς τον Θεό. Ποτέ δεν απαιτεί τη θεραπεία του, ούτε ζητά να του αφαιρεθεί η ασθένεια. Όμως μόλις είδε ο Θεός ότι πάει να γονατίσει, έρχεται και τον κρατάει και του λέει: «Στάσου, ξέρεις γιατί σε έχω δοκιμάσει; Ξέρεις γιατί επέτρεψα όλα αυτά να σου γίνουν; Για να σε αναδείξω άγιο. Για να σε αναδείξω κραταιό παράδειγμα υπομονής σ’ όλες τις γενεές. Και από το δικό σου παράδειγμα και πάθημα να ωφεληθούν οι μεταγενέστεροι άνθρωποι και να στερεωθούν στις δοκιμασίες της ζωής».

Το επίκεντρο του αγώνα του είναι η πίστη, όχι η σωματική αποκατάσταση. Ο Ιώβ γίνεται νικητής του διαβόλου ακριβώς επειδή δέχτηκε να υπομείνει χωρίς γογγυσμό, δείχνοντας πως η αληθινή πνευματική μάχη δεν είναι να απαλλαγείς από τη δοκιμασία, αλλά να μείνεις πιστός μέσα της.

Οι θλίψεις, κατά την Ορθόδοξη εμπειρία, είναι πύλες αγιασμού, σχολεία μετάνοιας, τρόποι ταπείνωσης και κοινωνίας με τον Χριστό. Δεν είναι κατ’ ανάγκην κατάρα ή έργο του διαβόλου. Μπορεί να γίνουν όργανα του Θεού για να αποκαλυφθεί η δόξα Του μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία.

Η Ορθοδοξία λοιπόν δεν αρνείται τη θεραπεία. Πιστεύει στα θαύματα και δέχεται τη θαυματουργική επέμβαση του Θεού. Όμως αρνείται να τη μετατρέψει σε ένδειξη πνευματικότητας. Διδάσκει πως αν ο Θεός επιτρέψει την ασθένεια, ο πιστός πρέπει να την αντιμετωπίσει με πίστη, υπομονή και ταπείνωση. Γιατί «ο υπομείνας έως τέλους, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 24,13). Αυτός ο δρόμος, όσο στενός και να είναι, οδηγεί «εις την ζωήν».



 

Μητροπολίτης Αντινόης Παντελεήμων: Αντιπαράθεση με τις δηλώσεις του Πατριάρχου Βαρθολομαίου

 

Αντιπαράθεση με τις δηλώσεις του Πατριάρχου Βαρθολομαίου

Θα ήθελα να αντιπαραθέσω στην αντίληψη της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου Α’, που εκφώνησε την 29 Ιουλίου, 2025, περί του ότι ο Θεός είναι ο ίδιος σ’ όλες τις θρησκείες!!!

Ως Ορθόδοξος Αρχιερέας, θέλω να ομολογήσω, ότι δεν υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά ΈΝΑΣ είναι ο ΘΕΟΣ, ο Δημιουργός του ουρανού και της γης και όσα περιλαμβάνονται σ’ αυτά.

  Οι επιχειρήσεις του Παναγιωτάτου κ. Βαρθολομαίου είναι εκτός πραγματικότητας, καθαρά οικουμενιστικές, αιρετικές και πλάνες. Διότι, οι άλλοι θεοί του κόσμου αυτού είναι καθαρά κατασκευάσματα των ανθρώπων, που και αυτοί είναι πλανεμένοι από τον μισάνθρωπο και μισόκαλο Διάβολο.

  Ο δε Προφήτης Δαυίδ ονομάζει ξεκάθαρα τους “θεούς” των εθνών ότι είναι “δαίμονες”.

  Έτσι, ούτε ο Αλλάχ, ούτε ο Μπράχμαν, ούτε ο Βούδας είναι θεοί! Είναι δημιουργήματα της ανθρωπίνης σκέψεως, των ανθρωπίνων οργανισμών και των φιλοσοφικών συστημάτων. Όλα αυτά είναι δημιουργήματα. Επομένως, το δημιούργημα δεν είναι θεός!

  Δεν υπάρχει άλλος Θεός, παρά μόνον η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ, ο Πατήρ και ο Υιός και το Πανάγιο Πνεύμα. Όλοι οι άγιοι Απόστολοι και Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αυτόν τον Θεόν ομολόγησαν και εκήρυξαν, και εμείς ομολογούμεν και πιστεύουμεν.

  Ας προσευχηθούμε για τους Πατριάρχες , Μητροπολίτες, Ηγουμένους, Ιερείς, Ιερομονάχους και πιστοί Χριστιανοί, που έχουν παρασυρθεί στις πλάνες του Οικουμενισμού, ώστε να ορθοτομούν τον λόγον της Αγίας Πίστεως των Ορθοδόξων που διατηρεί την Αλήθεια.

+Ο Μητροπολίτης Αντινόης Παντελεήμων Λαμπαδάριος

Εφησυχάζων Μητροπολίτης Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής



 

                           Πατὴρ Ἰωάννης Ῥωμανίδης: 

      «Τὸ ἄκτιστο Φῶς, εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου (†)

Ὅταν κάποιος δῆ τὸν Θεόν, ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς καταργοῦνται καὶ μένει μόνον ἡ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ λέγει ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Παύλος. Ἡ πίστις δηλαδὴ πρὸς τὸν Θεὸν μαζὶ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ νοήματά της, καθὼς καὶ ἡ ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ νοήματά της καταργοῦνται, ὅταν κανεὶς βλέπη τὸν Θεόν, ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη. Τὰ νοήματα ἀντικαθίστανται τότε ἀπὸ τὴν ἴδια τήν θέα τοῦ ἀγαπωμένου. Τότε ὁ ἄνθρωπος δοξάζεται, δηλαδὴ βλέπει τὸν Χριστὸ ἐν δόξῃ, και μετέχει στήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ὑφίσταται μέθεξι Θεοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι συνήθως ἀντιμετωπίζουν τοὺς συνανθρώπους των μὲ βάση τὶς ἤδη διαμορφωμένες γι’ αὐτοὺς ἀντιλήψεις. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνος ποὺ ἀντικρύζει τὸν Χριστὸν κατὰ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, δηλαδὴ ἐκεῖνος... στὸν ὁποῖον ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστὸς μὲ τὴν δεδοξασμένη Θεανθρώπινη Του φύσι, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήση τότε στὸν νοῦ του κανένα ἀνθρώπινο νόημα ἢ προηγούμενη γνώμη, ποὺ ἐνδεχομένως εἶχε σχηματίσει γιὰ τὸν Χριστό, διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπολύτως στὴν ὑλικὴ ἢ ἄϋλη δημιουργία, τίποτε τὸ κτιστὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ νὰ μοιάζη μὲ τὴν ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς δόξης τοῦ δεδοξασμένου Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον τώρα ἀντικρύζει.

Ἁπλῶς δέχεται τὸν Χριστὸ ὅπως τὸν βλέπει. Οὔτε νὰ Τὸν περιγράψη μπορεῖ οὔτε νὰ μιλήση γι’ Αὐτὸν μὲ ἀντικειμενικότητα μπορεῖ. Διότι δὲν ὑπάρχουν ἀνθρώπινες λέξεις, ποὺ νὰ μποροῦν νὰ περιγράψουν τὴν ἄκτιστη πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ, τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου.

Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε τὸ ἑξῆς: Ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως στὴν Χριστιανικὴ παράδοσι δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ κανενὸς εἴδους ἔκστασι. Δὲν εἶναι ἔκστασις οὔτε ἔχει νὰ κάνη μὲ τὸ λογιστικό τοῦ ἀνθρώπου μόνο, διότι κατὰ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ σῶμα του δηλαδή, μὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις του ἐν πλήρει λειτουργία. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βλέπη τὸν Χριστὸν ἐν δόξῃ, βρίσκεται σὲ κατάστασι πλήρους ἐγρηγόρσεως. Ὁπότε δὲν βλέπει μόνο ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ βλέπει καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.

…Τὸ ἄκτιστο Φῶς, ὅταν ὀρᾶται, εἶναι πολὺ πιὸ φωτεινὸ σὲ ἔντασι ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου καὶ διαφορετικῆς φύσεως ἀπὸ αὐτό. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Ἀλλὰ τὸ Φῶς αὐτὸ δὲν εἶναι κἂν φῶς, ὅπως τὸ ἐννοοῦμε, ὅπως τὸ γνωρίζομε ἐμεῖς τὸ φῶς. Γιατί; Διότι ὑπερβαίνει τὸ φῶς!

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται στὴν κατάστασι αὐτὴ τοῦ δοξασμοῦ, ὅταν παρέλθη ἡ ὅρασις τοῦ Φωτός, συνεχίζει νὰ συναναστρέφεται κανονικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του, γιὰ ὅσο διάστημα συνεχίζεται αὐτὴ ἡ θεωτικὴ ἐνέργεια ἐπάνω του. Αὐτὸ τὸ βλέπομε καθαρὰ στοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Βλέπομε δηλαδὴ ὅτι, ὅταν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος σὲ ὑπὲρ φύσιν κατάστασι, συνεχίζει νὰ συναναστρέφεται τοὺς ἄλλους γύρω του μὲ μόνη τὴ διαφορὰ ὅτι δὲν τρώγει, δὲν πίνει, δὲν κοιμᾶται, δὲν πηγαίνει γιὰ φυσική του ἀνάγκη κατὰ τὴν διάρκεια τῆς καταστάσεως αὐτῆς, διότι βρίσκεται σὲ ὑπὲρ φύσιν κατάστασι καὶ τὸν συντηρεῖ στὴν ζωὴ μόνη ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁπότε, ἂν αὐτὴ ἡ κατάστασις διαρκέση π.χ. 40 ἡμέρες καὶ 40 νύχτες, ὅπως συνέβη στὸν Μωϋσῆ στὸ ὅρος Σινά, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γιὰ τόσες ἡμέρες καὶ νύχτες δὲν κοιμᾶται, δὲν κουράζεται, δὲν τρώει, δὲν πίνει κλπ. Εἶναι δηλαδὴ ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ ἀδιάβλητα πάθη, τὰ φυσικὰ πάθη τοῦ σώματος. Καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι γίνεται τότε μία ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας τοῦ πεπτικοῦ συστήματος καθὼς καὶ τοῦ ὕπνου καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐπίγειος ἄγγελος. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως συμπεριφέρεται ὅπως οἱ ἄλλοι. Περπατάει, μιλάει, συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἄλλους, μπορεῖ νὰ διδάσκη κλπ. καὶ ταυτόχρονα νὰ βρίσκεται καὶ στὴν κατάστασι αὐτή.