Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2026

 

Τί σημαίνει βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Διάβασες στὸ Εὐαγγέλιο τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ: «Πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις… οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. 12,31-32). Καὶ ρωτᾶς τί σημαίνει βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄπιστος ποὺ μισεῖ καὶ διώκει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ αὐτόχειρας ποὺ μισεῖ καὶ ἀφαιρεῖ τὴ ζωή του, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐφόσον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς.
Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη γράφεται ὅτι ὁ Χριστὸς τρεῖς φορὲς ἐπικαλέσθηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ σημασία τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας: «Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὃ πέμψει ὁ Πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν…» (Ἰωάν. 14,26)... – «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας…» (Ἰωάν. 15,26) – «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16,13). Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας.
Ρωτᾶς γιατί αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα δὲν συγχωρεῖται ἐνῶ κάθε ἄλλο ἁμάρτημα συγχωρεῖται. Κοίταξε, στὸν Ζακχαῖο συγχωρέθηκε τὸ ἁμάρτημα τῆς φιλαργυρίας, σὲ ἁμαρτωλὲς γυναῖκες τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, τοῦ λῃστῆ στὸ σταυρὸ οἱ λῃστεῖες καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους πολλὰ ἄλλα ἁμαρτήματα. Γιατί, λοιπόν, νὰ μὴ συγχωρεῖται καὶ ἡ ἄρνηση, ἡ ἀπιστία, ὁ χλευασμὸς κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Ἐπειδὴ στὰ μὲν πρῶτα ὑπάρχει ντροπὴ καὶ μετάνοια, ἐνῶ στὸ δεύτερο δὲν ὑπάρχει. Στὰ μὲν πρῶτα, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, ἂν καὶ ἁμαρτάνει, διαθέτει ντροπὴ καὶ φόβο ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ στὸ δεύτερο ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ διακόπτεται καὶ ὁ ἀσεβὴς ἄνθρωπος ἀνεπιστρέπτως καὶ ἐντελῶς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Στὰ μὲν ὑπάρχει ἀδυναμία, στὸ δὲ ἐμμονή. Στὰ μὲν ἡ ψυχὴ ταξιδεύει στὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλεῖ τὸ σκοτάδι φῶς. Στὸ δὲ συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἔχει τὴν παραμικρὴ διάθεση νὰ σωθεῖ καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν σώζει μὲ τὴ βία.
Μία ἄλλη βλασφημία πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἔχθρα πρὸς τὴ ζωή καὶ ἡ ἀφαίρεση τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ χορηγὸς τῆς ζωῆς, δωρητὴς τῆς ζωῆς. Ἔτσι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀλλὰ ἀγνοεῖ ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τοῦτο τὸ δῶρο μὴ εὐχαριστῶντας τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρηθεῖ. Ἀκόμη καὶ κάποιος ποὺ γνωρίζει ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τὸ πολύτιμο αὐτὸ δῶρο καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρηθεῖ. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ περιφρόνηση τὴν πετᾷ, αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ συγχωρηθεῖ.
Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ πρέπει πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει συγχώρεση. Συγχώρεση τοῦ ἁμαρτωλοῦ σημαίνει νὰ τοῦ ἐπιστραφεῖ πλήρως ἡ ζωή. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος δὲν θέλει τὴ ζωή, πολὺ δὲ περισσότερο τὴ μισεῖ καὶ τὴν ἀρνεῖται, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τί ἄλλο νὰ τοῦ δώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν διαγράφει ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς.
Προσευχήσου στὸν Θεὸ νὰ φυλάει ἐσένα καὶ τοὺς οἰκείους σου ἀπὸ ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματα καὶ νὰ σταματᾷ τὸν ἀνόητο ξεσηκωμὸ τοῦ δημιουργήματος ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ του.


Τρίτη, Μαρτίου 17, 2026

 

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Λόγος εις την Γʼ Κυριακή των Νηστειών

 

εικόνα άρθρου: Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Λόγος εις την Γʼ Κυριακή των Νηστειών

“Εκείνος που θέλει να σώσει τη θνητή ζωή του με κάθε θυσία, αυτός θα χάσει και τις δύο ζωές, και τη θνητή και την αθάνατη”…


(Ευαγγέλιο: Μαρκ. η’ 34-38- θ’ 1)

Μεγάλη η δύναμη της αλήθειας! Δεν υπάρχει τίποτα ικανό στον κόσμο που να μπορεί να της αφαιρέσει τη δύναμη αυτή.

Η θεραπευτική δύναμη της αλήθειας είναι πολύ μεγάλη! Δεν υπάρχει στον κόσμο αρρώστια ή νόσημα που δεν μπορεί να θεραπευτεί από την αλήθεια.

Οι άρρωστοι που υποφέρουν κι είναι αδύναμοι, αναζητούν γιατρό για να τους δώσει την ανάλογη θεραπεία. Κανένας τους δεν ψάχνει για κάποιο γιατρό που θα τους χορηγήσει φάρμακο γλυκό και γευστικό. Όλοι τους θ’ αναζητήσουν κάποιον που θα τους δώσει φάρμακο αποτελεσματικό, είτε γλυκό θά ’ναι αυτό είτε πικρό είτε κι εντελώς άγευστο. Όσο πιο πικρό είναι το φάρμακο που σύστησε ο γιατρός κι όσο πιο περίπλοκη είναι η εξέλιξη της θεραπείας, τόσο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη αποκτά ο γιατρός στα μάτια του αρρώστου.

Γιατί οι άνθρωποι απορρίπτουν το πικρό φάρμακο μόνο όταν το προσφέρει το χέρι του Θεού; Γιατί αναζητούν μόνο γλυκίσματα από το χέρι του Θεού; Επειδή δεν αντιλαμβάνονται πόσο σοβαρή είναι η αρρώστια της αμαρτίας τους, επειδή νομίζουν πως μπορούν να θεραπευτούν μόνο με γλυκίσματα.

Αχ, να μπορούσαν ν’ αναρωτηθούν οι άνθρωποι γιατί όλα τα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες είναι τόσο πικρά! Το Αγιο Πνεύμα θα τους απαντούσε: για να πάρουν μια ιδέα της πίκρας πού ’χουν τα πνευματικά φάρμακα. Όπως η σωματική αρρώστια δίνει κάποια ιδέα για την πνευματική, έτσι και τα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, σε σχέση μ’ εκείνα για τις πνευματικές.

Οι πνευματικές αρρώστιες, οι σοβαρές και τυχαίες, δεν είναι πολύ πιο σοβαρές από τις σωματικές; Πώς τότε τα φάρμακα για τις πνευματικές αυτές αρρώστιες δεν μπορούν να είναι πιο πικρά από τ’ αντίστοιχα φάρμακα για τις σωματικές αρρώστιες;

Οι άνθρωποι φροντίζουν πολύ το σώμα τους. Κι όταν αυτό αρρωσταίνει, δε λυπούνται ούτε προσπάθειες ούτε χρόνο ή χρήμα για ν’ αποκαταστήσουν την υγεία του. Σ’ αυτήν την περίπτωση κανένας γιατρός δε φαίνεται πολύ ακριβός, καμιά ιαματική πηγή δε βρίσκεται μακριά και κανένα φάρμακο δε μοιάζει πικρό. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα πιο έντονο όταν βεβαιωνόμαστε πως ο σωματικός θάνατος πλησιάζει.

Αχ, και να φρόντιζαν οι άνθρωποι αυτοί τόσο πολύ για την ψυχική τους υγεία! Αχ, και νά ’ταν τόσο επιμελείς στην αναζήτηση θεραπείας και θεραπευτή για την ψυχή τους!

Είναι δύσκολο κι οδυνηρό να περπατάς ξυπόλητος ανάμεσα στ’ αγκάθια. Όταν όμως ο ξυπόλητος άνθρωπος πεθαίνει της δίψας κι η πηγή με το νερό είναι μετά τ’ αγκάθια, δε θ’ αποφασίσει γρήγορα να βαδίσει πάνω σ’ αυτά, μ’ όλο που τα πόδια του θα πληγωθούν, για να πλησιάσει στο νερό; Ή μήπως θα προτιμήσει να καθήσει πάνω στο χλωρό γρασίδι που είναι πριν από τ’ αγκάθια και να πεθάνει από τη δίψα;

Κάποιοι άνθρωποι που είναι άρρωστοι από την αμαρτία λένε: «Δεν μπορούμε να πάρουμε τόσο πικρό φάρμακο». Κι έτσι ο γιατρός που αγαπά το ανθρώπινο γένος, πήρε πρώτος το φάρμακο, το πικρότερο φάρμακο, μ’ όλο που ήταν υγιής. Και τό ’κανε αυτό μόνο για να δείξει στους αρρώστους πως αυτό δεν είναι αδύνατο. Αλήθεια, πόσο πιο δύσκολο είναι στον υγιή άνθρωπο να πάρει και να καταπιεί το φάρμακο που είναι για τους αρρώστους! Εκείνος όμως το πήρε, ώστε οι θνητοί άρρωστοι να οδηγηθούν στην απόφαση να το πάρουν κι αυτοί.

«Δεν μπορούμε να περπατήσουμε ξυπόλητοι πάνω στ’ αγκάθια, λένε οι άνθρωποι που είναι άρρωστοι από την αμαρτία, όσο και να διψάμε κι όσο καθαρό και νά ’ναι το νερό από την άλλη μεριά». Κι έτσι ο Κύριος, που αγαπά το ανθρώπινο γένος, βάδισε ο ίδιος ξυπόλητος πάνω στ’ αγκάθια. Και τώρα καλεί από την άλλη μεριά τους διψασμένους στην πηγή με το δροσερό νερό. «Είναι δυνατό, μας λέει. Βάδισα μόνος μου πάνω στα πιο αιχμηρά αγκάθια και πατώντας τα τα άμβλυνα, τα μαλάκωσα. Ελάτε, λοιπόν».

«Αν το φάρμακο είναι ο σταυρός, δεν μπορούμε να το πάρουμε. Κι αν ο σταυρός είναι ο δρόμος, δεν μπορούμε να τον βαδίσουμε». Αυτό λένε όλοι εκείνοι που η αμαρτία τους έκανε άρρωστους. Κι έτσι ο Κύριος, που αγαπά το ανθρώπινο γένος, σήκωσε πάνω Του το βαρύτερο σταυρό, για να μας δείξει πως κι αυτό είναι δυνατό.

***

Στο σημερινό ευαγγέλιο ο Κύριος, σ’ όλους εκείνους που επιθυμούν να σωθούν από το θάνατο, προσφέρει το σταυρό, το πιο πικρό φάρμακο για τη θεραπεία τους.

Είπε ο Κύριος: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Μάρκ. η’ 34). Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, πρέπει ν’ απαρνηθεί τον παλιό και αμαρτωλό εαυτό του, να πάρει πάνω του το σταυρό των θλίψεων και των δοκιμασιών και τότε ας με ακολουθήσει.

Ο Κύριος δεν οδηγεί τους ανθρώπους στο σταυρό πριν απ’ Αυτόν. Τους καλεί να τον ακολουθήσουν, αφού Εκείνος πρώτος κουβάλησε τον σταυρό. Προτού κάνει την κλήση αυτή τους είχε προειδοποιήσει για τα πάθη Του: «… δει τον υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν … και αποκτανθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι» (Μάρκ. η’ 31). Αυτός είναι ο λόγος που είπε πως είναι «η οδός». Έγινε ο πρώτος στα πάθη κι ο πρώτος στη δόξα. Ήρθε για ν’ αποδείξει πως όλ’ αυτά που οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατα, είναι δυνατά. Και τα έκανε δυνατά.

Ο Κύριος δεν πιέζει τους ανθρώπους, δεν τους ασκεί βία. Ο Κύριος συνιστά και προσφέρει. «Όστις θέλει…». Οι άνθρωποι έπεσαν στην αρρώστια της αμαρτίας με την ελεύθερη βούλησή τους. Και μόνο με την ελεύθερη βούλησή τους πρέπει να θεραπευτούν από την αμαρτία. Δεν κρύβει το γεγονός πως το φάρμακο είναι πικρό, πολύ πικρό. Εκείνος όμως, με το να πάρει πρώτος το πικρό φάρμακο, το έκανε πιο εύκολο στους ανθρώπους. Και πήρε το φάρμακο μ’ όλο που ο ίδιος ήταν υγιής, για να μας αποδείξει τη θαυμαστή πράξη Του.

Απαρνησάσθω εαυτόν. Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, απαρνήθηκε τον εαυτό του όταν αμάρτησε, αλλά απαρνήθηκε τον αληθινό, τον πραγματικό του εαυτό. Όταν ο Κύριος ζητά από τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους, εννοεί τον ψεύτικο, τον πλανεμένο εαυτό. Ας το κάνουμε πιο απλό.

Ο Αδάμ απαρνήθηκε την Αλήθεια και προσκολλήθηκε σ’ ένα ψέμα. Τώρα ο Κύριος ζητά από τους απογόνους του Αδάμ ν’ απαρνηθούν το ψέμα και να προσκολληθούν ξανά στην Αλήθεια, από την οποία είχαν απομακρυνθεί. Το ν’ απαρνηθείς τον εαυτό σου επομένως σημαίνει ν’ απαρνηθείς την απατηλή μη-ύπαρξη, που μας έχει επιβληθεί στη θέση της θεόσδοτης ύπαρξής μας. Πρέπει ν’ απαρνηθούμε την παγκοσμιότητα που έχει αντικαταστήσει την πνευματικότητά μας, τα πάθη που έχουν αντικαταστήσει τα καλά μας έργα, τον ταπεινό φόβο που έχει σκοτίσει μέσα μας τη θεϊκή υιοθεσία, το γογγυσμό μας εναντίον του Θεού που έχει αφανίσει μέσα μας το πνεύμα της υπακοής σ’ Εκείνον. Πρέπει ν’ απαρνηθούμε την ειδωλολατρική λατρεία της φύσης και του σώματός μας. Με λίγα λόγια, πρέπει ν’ απαρνηθούμε όλα εκείνα που παραπέμπουν στο «εγώ» μας, και που στην πραγματικότητα είναι ο πονηρός κι η αμαρτία, η φθορά, η απάτη κι ο θάνατος.

Αχ και να μπορούσαμε ν’ απαρνηθούμε τις πονηρές μας συνήθειες που έχουν γίνει μέσα μας δεύτερη φύση. Ν’ απαρνηθούμε αυτή τη «δεύτερη φύση», γιατί δεν είναι η δική μας φύση όπως τη δημιούργησε ο Θεός, αλλά μια σωρευμένη και σκληρυμένη φαντασία κι αυταπάτη μέσα μας – ένα υποκριτικό ψέμμα που βαδίζει με τ’ όνομά μας, και μεις μαζί του.

Τί σημαίνει ν’ αναλάβουμε το σταυρό μας; Σημαίνει την από μέρους μας ελεύθερη αποδοχή κάθε μέσου θεραπείας που μας προσφέρει η πρόνοια του Θεού, έστω κι αν είναι πικρό. Σου έτυχαν μεγάλες καταστροφές; Κάνε υπακοή στο θέλημα του Θεού, όπως έκανε κι ο Νώε. Χρειάζεται να κάνεις θυσία; Παραδώσου στα χέρια του Θεού με την ίδια πίστη που είχε ο Αβραάμ όταν πορευόταν για να θυσιάσει το γιο του. Καταστράφηκε η περιουσία σου; Πέθαναν ξαφνικά τα παιδιά σου; Να τα υπομένεις όλα με καρτερία, με την καρδιά σου προσκολλημένη στο Θεό, όπως έκανε ο Ιώβ. Σ’ εγκαταλείπουν οι φίλοι σου και βρίσκεσαι ξαφνικά περικυκλωμένος από εχθρούς; Να τα υπομείνεις όλα χωρίς γογγυσμό, όπως έκαναν κι οι απόστολοι, με πίστη στο Θεό πως η βοήθειά Του είναι άμεση. Καταδικάστηκες να πεθάνεις για το Χριστό; Δόξασε το Θεό που αξιώθηκες τέτοια τιμή, όπως χιλιάδες χριστιανοί μάρτυρες.

Τίποτα δε θα σου ζητηθεί που δεν έχει ξαναγίνει. Εσύ μάλλον θ’ ακολουθήσεις το παράδειγμα των πολλών – αποστόλων, αγίων, ομολογητών και μαρτύρων – που έμειναν πιστοί στο θέλημα του Χριστού. Πρέπει να γνωρίζουμε και κάτι ακόμα όμως, όταν επιζητούμε τη σταύρωσή μας. Πως ο Κύριος ζητά τη σταύρωση του παλαιού ανθρώπου, εκείνου με τις πονηρές συνήθειες, που υπηρετεί την αμαρτία. Με τη σταύρωση αυτή ο παλιός, ο ζωώδης άνθρωπος μέσα μας νεκρώνεται. Κι ο νέος άνθρωπος, που είναι φτιαγμένος κατ’ εικόνα Θεού και αθάνατος, αναγεννιέται. Λέει ο απόστολος: «Ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη… του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία» (Ρωμ. στ’ 6).

Ο σταυρός είναι βαρύς για τον παλιό, το σαρκικό άνθρωπο. Είναι βαρύς για τον άνθρωπο «συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλ. ε’ 24). Για τον πνευματικό άνθρωπο όμως δεν είναι βαρύς. Ο σταυρός είναι «τοις μεν απολλυμένοις μωρία… τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού» (Α’ Κορ. α’ 18). Εμείς καυχιόμαστε στο σταυρό του Χριστού, στο σταυρό που φέρουμε για χάρη Του. Ο Κύριος δε ζητά ν’ αναλάβουμε το δικό Του σταυρό, μα το δικό μας. Ο δικός Του σταυρός είναι ο βαρύτερος. Εκείνος δε σταυρώθηκε για τις δικές Του αμαρτίες αλλά για τις δικές μας, γι’ αυτό κι ο σταυρός Του είναι ο βαρύτερος. Εμείς σταυρωνόμαστε για τις δικές μας αμαρτίες, γι’ αυτό κι ο δικός μας σταυρός είναι ελαφρύτερος. Όταν τα βάσανά μας βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους, δεν πρέπει να λέμε πως είναι πολύ μεγάλα, πέρα από κάθε όριο. Ζει Κύριος και γνωρίζει το μέτρο των πειρασμών μας, δε θα μας αφήσει να υποφέρουμε περισσότερο απ’ όσο μπορούμε. Το μέτρο των πειρασμών μας είναι υπολογισμένο τουλάχιστο όσο το μέτρο της μέρας και της νύχτας, ή όσο τα όρια των άστρων στην πορεία τους. Εντάθηκαν οι πειρασμοί μας; Έγινε βαρύτερος ο σταυρός μας; Η δύναμη του Θεού είναι μεγαλύτερη, όπως μας βεβαιώνει ο απόστολος: «Ότι καθώς περισσεύει τα παθήματα του Χριστού εις ημάς, ούτω διά Χριστού περισσεύει και η παράκλησις ημών» (Β’ Κορ. α’ 5).

Η παράκλησή μας όμως, πάνω απ’ όλα είναι μεγάλη επειδή μας καλεί ο Κύριος να τον ακολουθήσουμε. «Ακολουθήτω μοι», λέει. Γιατί ο Κύριος κάνει την κλήση αυτή σ’ εκείνους που αναλαμβάνουν το σταυρό τους; Πρώτα για να μην πέσουν και τσακιστούν κάτω από το βάρος του. Η ανθρώπινη ράτσα είναι τόσο οδυνηρά αδύναμη, που κι ο ελαφρύτερος σταυρός φαίνεται βαρύς στο δυνατότερο άνθρωπο, αν τον φέρει χωρίς τη βοήθεια του ουρανού. Βλέπουμε πως απελπίζονται οι άπιστοι στο ελαφρύτερο χτύπημα. Πως εναντιώνονται στον ουρανό και τη γη με το που θα τους κεντήσει μια καρφίτσα. Πως παραπατούν δεξιά κι αριστερά αβοήθητοι, αναζητώντας κάποια στήριξη και αρωγή στο κενό αυτού του κόσμου· κι όταν ο κόσμος αυτός δεν μπορεί να τους προσφέρει στήριξη και βοήθεια, τότε ισχυρίζονται πως ο κόσμος ολόκληρος δεν είναι παρά ένα κενό απόγνωσης.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος μας καλεί να τον ακολουθήσουμε. Μόνο αν ακολουθούμε πίσω Του θα μπορούμε να κουβαλάμε το σταυρό μας. Σ’ Εκείνον θα βρούμε δύναμη, θάρρος και παρηγοριά. Θα γίνει σ’ εμάς φως στο σκοτεινό δρόμο μας, υγεία στην αρρώστια, σύντροφος στη μοναξιά, χαρά στους πειρασμούς και πλούτος στην ένδεια. Το ανεξάντλητο φως του Χριστού μας χρειάζεται για να σβήσει τον πόνο μας και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα μας στο χάραμα της μέρας.

Ο δεύτερος λόγος που ο Κύριος μας καλεί να τον ακολουθήσουμε είναι τόσο σπουδαίος όσο κι ο πρώτος κι έχει να κάνει με τη θεληματική απάρνηση του εαυτού μας και την ανάληψη του σταυρού. Πολλοί είναι εκείνοι που έκαναν επίδειξη κάποιας αυταπάρνησης για ν’ αποκτήσουν μεγαλύτερη φήμη σ’ αυτόν τον κόσμο. Πολλοί είναι αυτοί που έχουν σωρεύσει αμέτρητες δοκιμασίες και βάσανα μόνοι τους, μόνο για να κερδίσουν το θαυμασμό και τον έπαινο των ανθρώπων. Πολλοί, κυρίως ανάμεσα στους ειδωλολάτρες, το έχουν κάνει αυτό κι άλλοι το κάνουν μέχρι σήμερα, για ν’ αποκτήσουν μεγαλύτερες μαγικές δυνάμεις κι έτσι να επιβληθούν στους άλλους, να βλάψουν ή να ωφελήσουν αυτούς που θέλουν. Κι όλ’ αυτά από μια μάταιη πλεονεξία κι επιθυμία για κυριαρχία.

Τέτοια αυταπάρνηση δεν είναι αληθινή, είναι φιλαυτία. Τέτοιος σταυρός δεν οδηγεί στην ανάσταση και τη σωτηρία αλλά σε πλήρη όλεθρο. Είναι σα να παραδίδεται κάποιος στα χέρια του σατανά. Εκείνος όμως που αναλαμβάνει το σταυρό του κι ακολουθεί το Χριστό, ελευθερώνεται από την έπαρση και την αλαζονεία, από τη φιλαυτία κι από κάθε επιθυμία για εγκόσμια δόξα και κέρδος. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος παίρνει πικρά φάρμακα, όχι για να δείξει στους άλλους πως μπορεί να τα καταπιεί, αλλά για την αποκατάσταση της υγείας του, έτσι κι ο αληθινός χριστιανός απαρνιέται τον εαυτό του, δηλαδή απαλλάσσεται από την άρρωστη ύπαρξή του, αναλαμβάνει το σταυρό του σαν πικρό και σωστικό φάρμακο κι ακολουθεί το Χριστό, το θεραπευτή και σωτήρα του. Κι αυτό όχι για ν’ αποσπάσει τον έπαινο και τη δόξα των ανθρώπων, αλλά για να σώσει την ψυχή του από τον παραλογισμό της ζωής αυτής κι από το σκουλήκι και το πυρ της μέλλουσας ζωής.

«Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ άν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μάρκ. η’ 35). Όποιος θέλει να σώσει την επίγεια ζωή του, αυτός θα χάσει την αιώνια και μακαρία ζωή. Όποιος όμως αψηφήσει και θυσιάσει τη ζωή του αυτή για μένα και το ευαγγέλιο, αυτός θα σώσει τη μέλλουσα ζωή και μακαριότητά του.

Αυτά είναι σκληρά λόγια, αδυσώπητα. Αυτή είναι μια φωτιά που γυρεύει να κατακάψει τον παλιό άνθρωπο ως τις ρίζες του, ν’ αφανίσει τις ίδιες τις ρίζες. Ο Χριστός δεν ήρθε απλά για ν’ αναμορφώσει τον κόσμο, αλλά να τον ανακατασκευάσει, να φέρει καινούργια ζωή. Να ρίξει το παλιό σίδερο στη φωτιά και να το σφυρηλατήσει από την αρχή. Δεν είναι αναμορφωτής, αλλά ο Δημιουργός. Δεν είναι επιδιορθωτής, αλλά υφαντής. Όποιος θέλει να διατηρήσει ένα παλιό και σκουληκοφαγωμένο δέντρο, θα το χάσει. Μπορεί να κάνει ό,τι μπορεί για να το περιποιηθεί εξωτερικά, να το ποτίσει, να το περιφράξει και να του ρίξει λίπασμα, το σκουλήκι όμως θα το τρώει εσωτερικά. Το δέντρο θα σαπίσει σιγά σιγά και θα πέσει.

Εκείνος που κόβει ένα σκουληκοφαγωμένο δέντρο και το ρίχνει στη φωτιά μαζί με τα σκουλήκια και μετά φροντίζει τα μικρά κλαδάκια που ξεφυτρώνουν από τη ρίζα και τα προστατεύει από τα σκουλήκια, αυτός θα σώσει το καινούργιο δέντρο. Αυτός που προσπαθεί να διατηρήσει την παλιά ψυχή, που είναι φαγωμένη και φθαρμένη από την αμαρτία, θα τη χάσει, γιατί ο Θεός δεν επιτρέπει σε τέτοια ψυχή να παρουσιαστεί μπροστά Του. Κι ό,τι δεν παρουσιάζεται ενώπιον του Θεού, είναι σα να μην υπάρχει. Εκείνος λοιπόν που χάνει την παλιά ψυχή του, θα κερδίσει τη νέα ψυχή, την γεγεννημένην εκ του πνεύματος και νυμφευμένη με το Χριστό.

Η ψυχή στην ουσία είναι ταυτόσημη με τη ζωή. Διαβάζουμε στο ευαγγέλιο: Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι και ος δ’ αν απολέσει την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις η λέξη ψυχή σημαίνει τη ζωή. Εκείνος που θέλει να σώσει τη θνητή ζωή του με κάθε θυσία, αυτός θα χάσει και τις δύο ζωές, και τη θνητή και την αθάνατη. Τη θνητή επειδή, όσο κι αν κατορθώσει να επιμηκύνει τη ζωή του στη γη, τελικά θα τη χάσει με το θάνατο. Αλλά θα χάσει και την αιώνια ζωή, αφού δεν έκανε τίποτα γι’ αυτήν, δεν υπόφερε τίποτα. Εκείνος που αγωνίζεται να κερδίσει την αθάνατη ζωή με το Χριστό, αυτός θα τη λάβει και θα τη διατηρήσει στην αιωνιότητα, μ’ όλο που θα χάσει την πρόσκαιρη, τη θνητή ζωή.

Ο άνθρωπος ίσως χάσει την πρόσκαιρη θνητή ζωή του για το Χριστό και το ευαγγέλιο αν, σε περίπτωση ανάγκης, θυσιαστεί και πεθάνει ως μάρτυρας για το Χριστό και το άγιο ευαγγέλιό Του· ή αν περιφρονήσει την παρούσα ζωή ως αμαρτωλή κι ασήμαντη και προσφέρει τον εαυτό του με όλη του την ψυχή και τη δύναμη στο Χριστό, αν μπει στην υπηρεσία Του, παραδίδοντας τα πάντα σ’ Εκείνον και προσδοκώντας τα πάντα απ’ Αυτόν. Είναι πιθανό ο άνθρωπος να χάσει την ψυχή του, τη ζωή του, με την αυτοκτονία ή με τη θυσία του γι’ άσκοπα πράγματα, για παράδειγμα πάνω σε μια φιλονικία ή διαφωνία. Σ’ αυτόν δεν ισχύει η υπόσχεση ότι θα σώσει την ψυχή (ζωή) του, γιατί διευκρινίζεται: ένεκεν εμού και του ευαγγελίου. Ο Χριστός και το ευαγγέλιο είναι ασυγκρίτως ανώτερα από την ψυχή μας. Είναι ο μεγαλύτερος πλούτος τόσο στο χρόνο όσο και στην αιωνιότητα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα δίσταζε να θυσιάσει τα πάντα για τα παντοτεινά αυτά αγαθά.

Γιατί ο Χριστός προσθέτει και του ευαγγελίου; Δεν είναι αρκετό αυτό το ένεκεν εμού; Όχι, δεν είναι. Ο Κύριος είπε ένεκεν εμού και του ευαγγελίου για να διευρύνει τους λόγους που έχει να θυσιαστεί κανείς και να ζήσει εν Θεώ. Για ν’ αυξήσει τον αριθμό των σεσωσμένων. Σώζεται εκείνος που χάνει τη ζωή του για τον ζώντα και αθάνατο Χριστό. Εκείνος επίσης σώζεται, που χάνει τη ζωή του για τα έργα του Χριστού στον κόσμο, για την αγία διδασκαλία Του. Τέλος σώζεται εκείνος που χάνει τη ζωή του για μια μόνο εντολή του Χριστού, για έναν απλό λόγο Του. Ο Κύριος είναι ο Νομοθέτης της ζωής. Όποιος θυσιάζεται για το Νομοθέτη, θυσιάζεται και για το νόμο Του. Και αντίστροφα, εκείνος που θυσιάζεται για τους νόμους Του, θυσιάζεται και για Εκείνον. Ταυτίζοντας τον Εαυτό Του με τα έργα και τη διδασκαλία Του, ο Κύριος διευρύνει τη δυνατότητα της σωτηρίας σε πολλούς.

«Τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κό­σμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μάρκ. η’ 36 – 37). Τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος αν κερδίσει όλον τον κόσμο, αλλά χάσει την ψυχή του; Ή τί αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του;

Τα λόγια αυτά ρίχνουν περισσότερο φως στα προηγούμενα. Από αυτά προκύπτει ότι ο Κύριος θεωρεί πως η ψυχή του ανθρώπου αξίζει περισσότερο από τον κόσμο ολόκληρο. Από αυτά προκύπτει επίσης τι είδους ψυχή πρέπει να χάσει ο άνθρωπος για να κερδίσει την ψυχή του: να χάσει την καταρρακωμένη ψυχή, εκείνην που είναι βουτηγμένη στον κόσμο, που την έχει γονατίσει ο κόσμος, που είναι δουλωμένη στον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος χάσει τέτοια λεγόμενη «ψυχή», τότε θα σώσει την πραγματική ψυχή του. Αν απορρίψει την απατηλή ζωή, θα κερδίσει την αληθινή.

Ποιά η ωφέλεια αν κερδίσει κανείς τον κόσμο ολόκληρο, όταν ο κόσμος αυτός είναι προορισμένος για καταστροφή, και να βλάψει την ψυχή του, που είναι προορισμένη για την αιωνιότητα; Ο κόσμος πλησιάζει προς το τέλος του. Στο τέλος θ’ αποβληθεί σαν ένα σκωροφαγωμένο ρούχο. Οι αληθινές ψυχές, αυτές που αγαπούν το Χριστό, θα πετάξουν τότε στη βασιλεία της αιώνιας νεότητας. Το τέλος του κόσμου θα σημάνει την έναρξη μιας νέας ζωής για την ψυχή. Τί αξίζει τότε για τον άνθρωπο ολόκληρος ο κόσμος, όταν σύντομα θα χωριστεί απ’ αυτόν, όταν ο κόσμος ολόκληρος στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα αποσυντεθεί και θα εξαφανιστεί σαν όνειρο που πέρασε; Σε τί θα του χρησιμεύσει ένα αβοήθητο κουφάρι; Τί αντάλλαγμα αξίζει να δώσει για την ψυχή του;

Προσέξτε! Ακόμα κι αν ολόκληρος ο κόσμος ανήκε στον άνθρωπο, ο Κύριος δε θα τον δεχόταν ως αντάλλαγμα της ψυχής του. Μα ο κόσμος δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά στο Θεό. Ο Θεός τον έφτιαξε και τον παρέδωσε στον άνθρωπο για χρήση, για χάρη ενός μεγαλύτερου αγαθού, μεγαλύτερου και πολυτιμότερου από τον κόσμο. Το μεγαλύτερο δώρο που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο είναι η κατ’ εικόνα Του ψυχή. Και το μέγιστο αυτό δώρο θα το ζητήσει πίσω όταν ο ίδιος ευδοκήσει. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιστρέψει τίποτα στο Θεό στη θέση της ψυχής του. Η ψυχή είναι ο βασιλιάς, όλα τ’ άλλα είναι δούλοι. Ο Θεός δε θα δεχτεί ένα δούλο στη θέση του βασιλιά, ούτε κάτι θνητό στη θέση του αθάνατου.

Τί αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο αμαρτωλός για την ψυχή του; Εφόσον ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζει σωματικά στον κόσμο γοητεύεται απ’ αυτόν, πιστεύει πως ο κόσμος είναι πολύτιμος. Όταν όμως χωρίζεται από το σώμα, συνειδητοποιεί πως χωρίς το Θεό και την ψυχή δεν υπάρχει τίποτα που ν’ αξίζει. Μα είναι πολύ αργά. Τότε δεν μπορεί να σκεφτεί να δώσει κάτι αντάλλαγμα για την ψυχή του. Πόσο δυσχερής είναι η θέση της αμαρτωλής ψυχής όταν ανακαλύπτει πως όλα όσα την έδεναν με το Θεό και τον κόσμο έχουν τώρα διαρραγεί, πως τώρα είναι γυμνή και άμοιρη στον πνευματικό κόσμο! Σε ποιόν μπορεί να κραυγάσει για βοήθεια; Ποιό όνομα μπορεί να επικαλεστεί; Από ποιό άκρο ιματίου μπορεί να πιαστεί καθώς πέφτει μέσα στην ατέλειωτη και αιώνια άβυσσο;

Ευλογημένοι είναι εκείνοι που σ’ αυτή τη ζωή αγάπησαν το Χριστό κι έμαθαν να επικαλούνται το όνομά Του μέρα και νύχτα, μαζί με την ανάσα και το χτύπο της καρδιάς τους. Πάνω από την άβυσσο θα γνωρίζουν ποιον πρέπει να καλέσουν για βοήθεια. Θα ξέρουν ποιο όνομα να επικαλεστούν. Θα ξέρουν από ποιο άκρο ιματίου να πιαστούν. Εκείνοι θα βρίσκονται πραγματικά εκτός κινδύνου, θα καλύπτονται κάτω από τις φτερούγες του αγαπημένου τους Κυρίου.

Εδώ τώρα έχουμε το σπουδαιότερο λόγο που πρέπει να φοβούνται εκείνοι που σ’ αυτή τη ζωή δεν έχουν επίγνωση του φόβου της αμαρτίας.

Είπε ο Κύριος: «Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. η’ 38). Εκείνος που θα δειλιάσει, θα ντραπεί και θ’ αρνηθεί εμένα και τους λόγους μου σ’ αυτήν την αποστατημένη κι αμαρτωλή γενιά, αυτόν κι ο υιός του ανθρώπου δε θα τον λυπηθεί και θα τον αποκηρύξει όταν έρθει με τη δόξα του Πατέρα Του, συνοδευόμενος από τους αγίους αγγέλους Του.

Ακούστε τα αυτά όλοι οι πιστοί. Μην υπερεκτιμάτε την αγάπη του Θεού. Το έλεός Του θα το δώσει και στους αμετανόητους βλάσφημους μόνο σ’ αυτή τη ζωή. Στην τελική Κρίση, τη θέση του ελέους θα την καταλάβει η δικαιοσύνη. Ακούστε τα αυτά όλοι εσείς που πλησιάζετε καθημερινά τον αναπόφευκτο θάνατο. Ακούστε τα και τηρήστε τα στην καρδιά και την ψυχή σας. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε εχθρός σας, αλλά ο μεγαλύτερος φίλος σας. Τα ίδια αυτά χείλη που πάνω στο σταυρό συγχώρεσαν τους εχθρούς Του, διατύπωσαν κι αυτά τα φοβερά αλλά δίκαια λόγια. Εκείνον που ντρέπεται να ομολογήσει το Χριστό σ’ αυτόν τον κόσμο, θα τον ντρέπεται κι ο Χριστός στο τέλος του κόσμου. Αυτόν που ντρέπεται να ομολογήσει το Χριστό μπροστά στους αμαρτωλούς, θα τον αγνοήσει κι ο Χριστός μπροστά στους αγγέλους Του. Σε τί θα υπερηφανεύεσαι, άνθρωπε, αν ο Χριστός σε αγνοήσει; Αν ντρέπεσαι τη ζωή, σημαίνει πως υπερηφανεύεσαι στο θάνατο. Αν ντρέπεσαι στην αλήθεια, υπερηφανεύεσαι στα ψέμματα. Αν ντρέπεσαι στην αγάπη, υπερηφανεύεσαι στην κακία. Αν ντρέπεσαι στη δικαιοσύνη, υπερηφανεύεσαι στην αδικία. Αν ντρέπεσαι να υποφέρεις στο σταυρό, σημαίνει ότι υπερηφανεύεσαι στην ειδωλολατρική ανοσιότητα. Αν ντρέπεσαι την αθανασία, υπερηφανεύεσαι στη φθορά του θανάτου και του τάφου.

Μπροστά σε ποιόν ντρέπεσαι το Χριστό; Σε κάποιον καλλίτερο από το Χριστό; Όχι, καλλίτερος από το Χριστό δεν υπάρχει. Αυτό σημαίνει πως θα ντρέπεσαι μπροστά σε κάποιον που είναι κατώτερος από το Χριστό. Ντρέπεσαι τον πατέρα σου μπροστά σε μια αρκούδα; Μήπως κάποια κόρη ντρέπεται για τη μητέρα της μπροστά σε μιαν αλεπού; Γιατί τότε ντρέπεσαι τον πανάγαθο μπροστά στον κακό, τον Πάναγνο μπροστά στον αμαρτωλό, τον παντοδύναμο μπροστά στον ανίσχυρο, τον παντογνώστη μπροστά στον ανόητο; Γιατί ντρέπεσαι το μεγαλοδύναμο Κύριο μπροστά σε μια αισχρή κι αμαρτωλή γενεά; Μήπως επειδή η γενεά αυτή χορεύει διαρκώς μπροστά στα μάτια σου, ενώ ο Κύριος είναι αόρατος; Περίμενε λίγο, λίγο ακόμα, κι ο Κύριος θα εμφανιστεί ένδοξος ανάμεσα στα νέφη των αγγέλων, κι η γενεά αυτή θα εξαφανιστεί κάτω από τα πόδια Του, θα σκορπιστεί όπως η σκόνη μπροστά στο δυνατό άνεμο. Τότε θα ντραπείς πραγματικά, όχι για τον ένδοξο Κύριο, μα για σένα. Μα η ντροπή σου τότε δε θά ’χει καμιά αξία. Είναι καλύτερα να ντραπείς τώρα, όσο η ντροπή μπορεί ακόμα να βοηθήσει. Να ντραπείς για όλα μπροστά στο Χριστό, όχι για το Χριστό μπροστά σε όλα.

Γιατί είπε ο Χριστός εμέ και τους εμούς λόγους; Όποιος ντρέπεται Εμένα, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για τη θεότητά Μου, για τη θεία Μου ενσάρκωση από την αγία Παρθένο, για τα σταυρικά Μου πάθη και την Ανάστασή Μου, για την πτωχεία Μου σ’ αυτόν τον κόσμο και για την αγάπη μου προς τους αμαρτωλούς. Όποιος ντρέπεται για τους λόγους Μου, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για το ευαγγέλιο ή αρνιέται τη διδασκαλία Μου, όποιος διαστρέφει τους λόγους Μου και με την αίρεση προκαλεί σύγχυση ανάμεσα στους πιστούς, όποιος φέρεται αλαζονικά στην αποκάλυψη και τη διδασκαλία Μου και την αντικαθιστά με άλλες, δικές του διδαχές ή όποιος κρύβεται σκόπιμα και δεν ομολογεί τα λόγια Μου μπροστά στους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Αυτός θα νιώσει και τη δική Μου ντροπή, και το δικό του φόβο.

Τα λόγια του Χριστού είναι μια ζωντανή διαθήκη στον κόσμο, όπως είναι και τα πάθη Του, το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Κύριος δε διαχωρίζει τα λόγια Του από τον Εαυτό Του, δε δίνει μικρότερη αξία σ’ αυτά απ’ ό,τι στο Πρόσωπό Του. Ο λόγος Του είναι αχώριστος από τον Εαυτό του. Ο λόγος του έχει την ίδια δύναμη με το Πρόσωπό Του, γι’ αυτό και είπε στους αποστόλους Του: «Ήδη υμείς καθαροί έστε διά τον λό­γον ον λελάληκα υμίν» (Ιωάν. ιε’ 3). Με το λόγο Του καθάριζε τις ψυχές, θεράπευε τους αρρώστους, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα και ανάσταινε τους νεκρούς. Ο λόγος Του είναι δημιουργικός, καθαρτικός και ζωογόνος. Γιατί τότε να ηχεί περίεργο αυτό που ακούμε στο ευαγγέλιο, «και Θεός ην ο Λόγος» (Ιωάν. α’ 1);

Ο Κύριος αποκαλεί τη γενεά αυτή μοιχαλίδα με την ευρύτερη έννοια του όρου. Έτσι είχαν αποκαλέσει κι οι παλιοί προφήτες τη λατρεία των ψεύτικων θεών (βλ. Ιεζ. κγ’ 37). Όποιος αφήνει τη δική του σύζυγο και ακολουθεί άλλη γυναίκα είναι μοιχός. Όποιος ξεχνά τον ζώντα Θεό και προσκυνά τον κτιστό κόσμο, είναι κι αυτός μοιχός. Όποιος εγκαταλείπει την πίστη του στον Κύριο και πιστεύει σε ανθρώπους κι όποιος απαρνιέται την αγάπη του προς το Θεό και την μεταφέρει σε ανθρώπους και σε αντικείμενα, διαπράττει μοιχεία. Με λίγα λόγια, όλες οι αμαρτίες που χωρίζουν την ψυχή σου από το Θεό και την προσκολλούν σε κάτι ή σε κάποιον μακριά από το Θεό, μπορούν να χαρακτηριστούν με το γενικό όρο της μοιχείας, γιατί όλες φέρουν τα σημάδια του μοιχού άντρα ή της μοιχαλίδας γυναίκας. Όποιος επομένως ντρέπεται για το Χριστό, τον Κύριο, το Νυμφίο της ψυχής του ανθρώπου, μπροστά σε μια τέτοια μοιχαλίδα γενεά, μοιάζει πραγματικά με τη νύφη που ντρέπεται μπροστά σε ακόλαστους ανθρώπους για το μνηστήρα της. Ο Κύριος δε μιλάει μόνο για αμαρτωλή γενεά, αλλά για γενεά μοιχαλίδα και αμαρτωλή. Γιατί; Για να κάνει ειδική αναφορά και καταγγελία της μοιχείας. Με τη λέξη «μοιχεία» υπονοούνται εδώ οι σοβαρότερες, οι πιο απεχθείς και θανάσιμες αμαρτίες, που συχνά ξεστρατίζουν τον άνθρωπο από την πίστη του Χριστού, από την αυταπάρνηση, από το σταυρό του και την αναγέννησή του.

Προσέξτε τώρα πως τελειώνει το σημερινό ευαγγέλιο: «Αμήν λέγω υμίν, εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βα­σιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. θ’ 1). Αλήθεια σας λέω, σας διαβεβαιώνω, πως μερικοί απ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ τώρα, δε θα γνωρίσουν θάνατο, προτού δουν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται δυναμικά.

Από μια πρώτη άποψη θά ’λεγε κανείς πως τα λόγια αυτά δε συνδέονται με τα προηγούμενα. Η συνοχή τους όμως είναι σαφής. Αυτό είναι ένα θαυμάσιο τελείωμα. Ο Κύριος δε θ’ αφήσει τους πιστούς Του απαρηγόρητους. Αφού τους καλεί ν’ αναλάβουν το σταυρό τους, ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους και τη ζωή τους· κι αφού τους απειλεί με φοβερές τιμωρίες σε περίπτωση που ντραπούν να ομολογήσουν Εκείνον και τους λόγους Του, ο Κύριος τώρα κάνει να εμφανιστεί στον ουρανό ένα ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα. Σπεύδει να μιλήσει για ανταπόδοση σε κείνους που τον υπακούνε και τον ακολουθούν κουβαλώντας το σταυρό τους. Η ανταμοιβή θα δοθεί σε κάποιους πριν από το τέλος του κόσμου και την τελική κρίση, πριν ακόμα κι από το τέλος της ζωής τους στη γη. Αυτοί δε θα γευτούν το θάνατο έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυΐαν εν δυ­νάμει.

Πόσο σοφός είναι ο Κύριος στο κήρυγμά Του! Ποτέ δε μιλάει για καταδίκη χωρίς ταυτόχρονα ν’ αναφέρει και ανταμοιβή. Δεν κατακρίνει χωρίς να επαινέσει, δεν οδηγεί τον άνθρωπο σε δρόμο γεμάτο αγκάθια χωρίς να μνημονεύσει τη χαρά που τον περιμένει στο τέλος του δρόμου. Δεν απειλεί χωρίς να παρηγορήσει. Δεν αφήνει να καλυφθεί ο ουρανός από μαύρα σύννεφα χωρίς να δείξει ξανά το λαμπρό ήλιο και το κάλλος του ουράνιου τόξου.

Ποιοί είναι αυτοί που δε θα γευτούν θάνατο προτού δουν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται δυναμικά; Ο Κύριος, που μιλούσε στους μαθητές Του μα και σ’ ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, είπε: «εισί τινες των ώδε εστηκότων». Είναι μερικοί απ’ αυτούς που τώρα βρίσκονται εδώ, ανάμεσά μας. Ποιούς εννοεί, επομένως;

Πρώτα εννοεί εκείνους που έχουν τηρήσει την εντολή Του ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους και ν’ αναλάβουν το σταυρό τους. Αυτοί, αν και ζουν σ’ αυτόν τον κόσμο, θα νιώσουν μέσα τους τη δύναμη της βασιλείας του Θεού. Το Πνεύμα του Θεού θα τους επισκιάσει, θα τους καθαρίσει και θα τους αγιάσει, θα τους ανοίξει τις πύλες των μυστηρίων του ουρανού, όπως έγινε αργότερα στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και στους αποστόλους. Δεν είδαν τη βασιλεία του Θεού δυναμικά οι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, τη στιγμή που έλαβον δύναμιν εξ ύψους; Κι ο Στέφανος «υπάρχων πλήρης Πνεύ­ματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν είδε δόξαν Θε­ού» (Πράξ. ζ’ 55). Ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν είδε τη βασιλεία του Θεού πριν από το σωματικό του θάνατο; Ο απόστολος Παύλος δεν ανέβηκε ως τον τρίτο ουρανό προτού γευτεί θάνατο; Ας αφήσουμε όμως τους αποστόλους κατά μέρος. Ποιός ξέρει πόσοι από κείνους που παρακολουθούσαν και άκουγαν τον Κύριο ένιωσαν τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και είδαν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται προτού εγκαταλείψουν τον κόσμο αυτό;

Εκτός όμως από την ερμηνεία αυτή, κάποιοι ευαγγελικοί σχολιαστές δίνουν στα παραπάνω λόγια του Χριστού διαφορετική ερμηνεία. Εκτιμούν ότι τα λόγια αυτά του Σωτήρα μας αναφέρονται στους τρεις αποστόλους, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που λίγο καιρό αργότερα είδαν τον Κύριο να μεταμορφώνεται στο όρος Θαβώρ και να συνομιλεί με τον Ηλία και το Μωυσή. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η ερμηνεία αυτή είναι σωστή, μα δεν αποκλείει και την άλλη. Οι τρεις απόστολοι σίγουρα είδαν τη βασιλεία του Θεού δυναμικά στο όρος Θαβώρ, όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε με την ουράνια δόξα Του, ενώ από τον άλλο κόσμο εμφανίστηκαν ο Μωυσής κι ο Ηλίας, ο ένας στα δεξιά κι ο άλλος αριστερά Του. Δεν πρέπει όμως να πιστεύουμε πως αυτή ήταν η μοναδική περίπτωση που άνθρωποι θνητοί είδαν τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται δυναμικά. Το περιστατικό του όρους Θαβώρ ήταν πραγματικά εκθαμβωτικό, μα δεν αποκλείει τις αμέτρητες άλλες περιπτώσεις θνητών ανθρώπων που είδαν σ’ αυτή τη ζωή, αν και με διαφορετικό τρόπο, τη βασι­λεία του Θεού δυναμικά και ένδοξα.

Αν το επιθυμούμε, μπορούμε κι εμείς να δούμε τη βασιλεία του Θεού νά ’ρχεται «εν δυνάμει και δόξη» προτού γευτούμε το σωματικό θάνατό μας. Οι συνθήκες με τις οποίες θα μας αποκαλυφτεί ξεκαθαρίζονται στο σημερινό ευαγγέλιο. Ας αγωνιστούμε να νεκρώσουμε την παλιά μας ψυχή, την αμαρτωλή ζωή μας. Ας μάθουμε πως είναι προτιμότερο και πιο σπουδαίο στον άνθρωπο να σώσει την ψυχή του παρά να κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο. Έτσι θ’ αξιωθούμε με το έλεός Του να δούμε τη βασιλεία του Θεού, μεγάλη σε δύναμη κι ασύγκριτη σε δόξα, εκεί που οι άγγελοι μαζί με τους αγίους δοξολογούν μέρα και νύχτα τον Ζώντα Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)



 

Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2025

 

Σχετικά με τον χαιρετισμό «Χριστός ετέχθη»



(Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

Ὅταν λέμε: «Χριστός ἐτέχθη», εἶναι τό ἴδιο μέ τό νά λέμε: «Ὁ Μεσσίας γεννήθηκε», ἤ «ὁ Βασιλιάς γεννήθηκε», ἤ «ὁ Σωτήρας γεννήθηκε»!

Μέ τόν χαιρετισμό αὐτό ἰσχυριζόμαστε καί μαρτυροῦμε ὁ ἕνας στόν ἄλλο, ὅτι ἦρθε στόν κόσμο Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νά ἔρθει γιά τή σωτηρία τῆς γενεᾶς τῶν ἀνθρώπων, καί ὅτι ἐκτός Αὐτοῦ ἄλλον δέν πρέπει νά περιμένουμε.
Ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ὑποσχέθηκε στούς προπάτορές μας ὅταν διώχθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο,

Ἐκεῖνος τόν ὁποῖο οἱ ἀσεβεῖς λαοί μόλις πού διαισθάνονταν,

Ἐκεῖνος πού οἱ Ἑβραῖοι προφῆτες ξεκάθαρα προφήτευσαν,

Ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο ἡ ἀβοήθητη ἀνθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πονεμένα ἀναστέναζε,

Ἐκεῖνος ἔλαμψε στή γῆ ὅπως ὁ ἥλιος μετά ἀπό μακριά νύχτα.

Κι ἔτσι ὅταν λέμε: «Χριστός ἐτέχθη»,μαρτυροῦμε καί ὅτι ὁ Ὕψιστος κράτησε τήν ὑπόσχεσή Του, καί ὅτι ἡ προαίσθηση τῆς ἀνθρωπότητας ἐκπληρώθηκε, καί ὅτι οἱ προφητεῖες τῶν προφητῶν πραγματοποιήθηκαν, καί ὅτι οἱ ἀνθρώπινοι ἀναστεναγμοί χόρτασαν χαρά.

«Χριστός ἐτέχθη»

Ὁ Μεσσίας γεννήθηκε, ὁ Πανθαύμαστος, ταυτόχρονα Ἄνθρωπος καί Θεός, ἦρθε γιά νά ξεκουραστοῦν ἐπάνω Του τά κουρασμένα ἀνθρώπινα μάτια καί νά μήν κοιτάξουν ἄλλον Μεσσία.

Ὁ Βασιλιάς γεννήθηκε, Ἐκεῖνος πού εἶναι Παντοδύναμος καί Ἐλεήμων καί ταυτόχρονα κρατᾶ τό σκῆπτρο τῆς δύναμης καί τό καντήλι τοῦ ἐλέους ἦρθε στόν κόσμο μας γιά νά σταθοῦν ὄρθιοι καί οἱ ἐλάχιστοι καί νά φωνάξουν: «Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιά τοῦ βασιλιᾶ»!

Ὁ Ἥρωας γεννήθηκε, ὁ Ἀκατανίκητος, γιά νά ὑπερασπιστεῖ τούς δίκαιους, γιά νά κατακτήσει τούς ἁμαρτωλούς, γιά νά καταρρίψει τά πνεύματα τῆς μοχθηρίας κάτω ἀπό τόν οὐρανό.

Ὁ Ὁδηγός γεννήθηκε, ὁ Πανορατικός, γιά νά βγάλει στό δρόμο τούς χαμένους καί νά τούς ὁδηγήσει.

Ὁ Διαφωτιστής γεννήθηκε, ὁ Πανφωτισμένος, γιά νά διώξει τό σκότος καί νά διαφωτίσει τούς σκοτισμένους.

Ὁ Ποιμήν γεννήθηκε, ὁ Πάμπλουτος, γιά νά ταΐσει τούς πεινασμένους, ὄχι μέ τή γῆ ἀλλά μέ τόν οὐρανό, μέ τό οὐράνιο σῶμα Του καί μέ τό πύρινο αἷμα Του.

Ὁ Φιλάνθρωπος γεννήθηκε, ὁ σπάνιος, γιά νά ἀγκαλιάσει στά στήθη Του, καί νά ζωντανέψει μέ τήν ἀγάπη τά ἀμέτρητα ὀρφανά Του, πού γιά πολύ καιρό πήγαιναν ἀπό τόν τάφο τῆς ζωῆς στόν τάφο τοῦ θανάτου.

Ὁ τῆς ἀποκαλύψεως Θεός γεννήθηκε, ὁ Μέγιστος, γιά νά τραβήξει τήν αὐλαία καί νά ἀποκαλύψει στούς θνητούς τό ἀθάνατο Βασίλειο τῶν Οὐρανῶν.

Ὅλα αὐτά σημαίνουν ἐκεῖνα τά θαυμάσια λόγια, μέ τά ὁποῖα οἱ χριστιανοί τά Χριστούγεννα χαιρετιοῦνται καί μέ τά ὁποῖα καί ἐγώ ἀδελφοί ἐσᾶς χαιρετῶ:

Χριστός ἐτέχθη!

Xριστός ἐτέχθη ἐπί γῆς, ἐν φάτνη σπάργανα φορέσας, τά δεσμά διαρήξας τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. (δίς)

 

*(Στίς Σλαβικές χῶρες συνηθίζεται ὁ χαιρετισμός αὐτός τά Χριστούγεννα, κατ᾿ ἀναλογία μέ τόν χαιρετισμό τοῦ Πάσχα, δηλαδή «Χριστός ἐτέχθη» καί ἡ ἀπάντηση «Ἀληθῶς ἐτέχθη»).

 

 

(Ἀπό τό βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται…», Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄, Ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ»)



 

Τρίτη, Δεκεμβρίου 23, 2025

 

                Γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε ὡς ἄνθρωπος;

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, 
Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος

Στὴν ἐρώτηση «Γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ μὲ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ ὄχι μὲ ἄλλη μορφή;» ὁ σοφὸς ἅγιος Ἀθανάσιος ἔδωσε τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση:
«Ἂν ρωτοῦν γιατί δὲν ἐμφανίστηκε μὲ κάποια ἄλλη, καλύτερη, μορφὴ δημιουργίας, λ,χ. ὡς ἥλιος ἢ φεγγάρι ἢ ἄστρο ἢ φωτιὰ ἢ ἄνεμος – ἀλλὰ ἁπλῶς ὡς ἄνθρωπος, ἂς μάθουν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε γιὰ νὰ προβάλει τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ θεραπεύσει καὶ νὰ διδάξει τοὺς πάσχοντες. Ἂν ἐρχόταν στὸν κόσμο ἀποκαλύπτοντας τὸν ἑαυτό Του γιὰ νὰ καταπλήξει ὅσους τὸν ἔβλεπαν, τοῦτο θὰ σήμαινε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ προβληθεῖ. Ἦταν ὅμως ἀπαραίτητο γιὰ τὸν Θεραπευτὴ καὶ Διδάσκαλο ὄχι μόνον νὰ ἔλθει στὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ὑπηρετήσει πρὸς ὄφελος ὅλων τῶν πασχόντων καὶ ν’ ἀποκαλύψει τὸν ἑαυτὸ Του κατὰ τρόπο, ποὺ ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ νὰ ἦταν ὑποφερτὴ ἀπὸ τοὺς πάσχοντες.
Οὔτε ἕνα πλάσμα τῆς κτιστῆς δημιουργίας δὲν ἐξέπεσε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο – οὔτε ὁ ἥλιος, οὔτε τὸ φεγγάρι, οὔτε τὰ ἄστρα, οὔτε τὸ νερό, οὔτε ὁ ἄνεμος πρόδωσαν τὸ Δημιουργό τους. Ἀπεναντίας... ὅλα τὰ πλάσματά Του, γνωρίζοντας τὸ Δημιουργὸ καὶ Βασιλέα τους, τὸ Θεὸ Λόγο, παρέμειναν ὅπως Ἐκεῖνος τὰ εἶχε δημιουργήσει. Μόνον τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα ξεχώρισαν ἑαυτοὺς ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ ἀντικατέστησαν τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψεῦδος· καὶ τὴν τιμὴ καὶ δόξα ποὺ ἀνήκουν στὸ Θεό, καθὼς καὶ τὴ γνώση περὶ Αὐτοῦ, τὴ μετέθεσαν σὲ δαίμονες καὶ σὲ ὁμοιώματα ἀνθρώπων καμωμένα ἀπὸ πέτρα, δηλαδὴ σὲ εἴδωλα. Συνεπῶς, τί τὸ ἀπίστευτο ὑπάρχει στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίστηκε ὡς ἄνθρωπος στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων;». Πράγματι καὶ ἐμεῖς τώρα ρωτᾶμε τοὺς ἀπίστους τοῦ καιροῦ μας: «Μὲ ποιὰ μορφὴ θὰ θέλατε νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ Θεός, ἂν ὄχι ὡς ἄνθρωπος;». 


Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2025

 

Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος: Ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Χριστός, ἐκεῖ περισσεύει τὸ χυδαῖο καὶ τὸ βάρβαρο

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ἐπισκόπου Ἀχρίδος, «Ἐμπνευσμένα κείμενα Ὀρθοδόξου πνευματικότητος». Ἐκδόσεις "Ὀρθόδοξος Κυψέλη" (§§ 33-38).

Στ’ ἀλήθεια δὲν ξέρει κανεὶς ποῦ βρίσκεται ἡ μεγαλύτερη παραφροσύνη τοῦ σύγχρονου κόσμου ποὺ ἔχει ἐκπέσει ἀπὸ τὸ Χριστό: στὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἢ στὸ γάμο; στὸ σχολεῖο ἢ στὴν πολιτική; στὶς οἰκονομικὲς δομὲς ἢ στὶς νομικὲς διατάξεις; στὸν πόλεμο ἢ στὴν εἰρήνη; Παντοῦ βλέπει κανεὶς αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε χυδαῖο καὶ βάρβαρο. Ἐκεῖ ποὺ ὁ Χριστὸς εἶναι περισσότερο ἀπών, ἐκεῖ περισσεύει τὸ χυδαῖο καὶ τὸ βάρβαρο. Τὸ ψεῦδος καὶ ἡ βία θριαμβεύουν.
Ἂς αἰσχύνονται οἱ αἱρετικοὶ θεολόγοι καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν αἱρετικῶν ἐκκλησιῶν ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ἀναδείχθηκαν κυρίαρχοι καὶ ἡγεμόνες ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς. Ἔχουν κάθε λόγο νὰ αἰσχύνονται. Γιατί σὰν ἄλλοι ἀνόητοι Γαλάτες, ἐνῷ ἄρχισαν μὲ τὸ πνεῦμα τελειώνουν στὴ σάρκα – ὦ ἀνόητοι Γαλάται... οὕτως ἀνόητοί ἐστε; ἐναρξάμενοι πνεύματι νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε; (Γάλ. 3:1,3). Αὐτοὶ εἶναι οἱ κύριοι ἔνοχοι γιὰ τὸ ὅτι οἱ λαοί τους ξέφυγαν ἀπὸ τὸν ὀρθὸ δρόμο καὶ ἄρχισαν νὰ χωλαίνουν καὶ ἀπὸ τὰ δύο πόδια, προσκυνῶντας πότε τὸ Θεὸ στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ πότε τοὺς χρυσοῦς μόσχους στὴ Σαμάρεια.
Ὅπως κάποτε οἱ ἄπιστοι Ἑβραῖοι καταπατοῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ... τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη καὶ πορεύονταν κατὰ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου καὶ τῶν καρδιῶν τους, τὸ ἴδιο ἔπραξαν τώρα καὶ τοῦτοι μὲ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ κυρίαρχου ὅλων τῶν διδαχῶν. Ὑπονόμευσαν καὶ κατήργησαν τὸ ἕνα δόγμα μετὰ τὸ ἄλλο, ἐξαφάνισαν ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, ἀπέρριψαν τὶς ἀποστολικὲς καὶ πατερικὲς διατάξεις, ἐξευτέλισαν ὅλους τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων καὶ τὰ ἀσκητικὰ παραδείγματα τὰ κατέστησαν μύθους.

Τὸ ἰσχυρότερο πλῆγμα ποὺ κατέφεραν στὸ Εὐαγγέλιο οἱ αἱρετικοὶ θεολόγοι εἶναι τὸ ὅτι ἀμφισβήτησαν τὴ θεότητα τοῦ Μεσσία τοῦ κόσμου, κάποιοι μονάχα ἀμφιβάλλοντας ἐνῷ κάποιοι ἄλλοι ἀπορρίπτοντάς την ὁλοκληρωτικά. Ἀκολούθησε ὁλόκληρη σειρὰ ἄρνησης τῶν πνευματικῶν ἀληθειῶν ὅπως ἡ ὕπαρξη τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Δαιμόνων, τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Κολάσεως, τῆς αἰωνίου δόξης τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Δικαίων, τῆς νηστείας, τῆς δυνάμεως τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἀξίας τῆς προσευχῆς κ.ο.κ.

Μὲ μιὰ λέξη, οἱ αἱρετικοὶ θεολόγοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὶς προσαρμογὲς καὶ ἐξομοιώσεις ἀκόμα ἀπὸ τὸ σχίσμα τῆς Δύσης ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, μὰ πιὸ ἐντατικὰ τὰ τελευταῖα 150 ἔτη. Προσάρμοσαν τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, τὸ Χριστὸ στοὺς ἄλλους «ἱδρυτὲς θρησκειῶν» καὶ τὸ Χαρμόσυνο ἄγγελμα στὶς ἄλλες θρησκεῖες· τὴν ἰσραηλιτική, τὴ μωαμεθανικὴ καὶ τὴν παγανιστική. Ὅλα δῆθεν στὸ ὄνομα τῆς «ἀνεκτικότητας» καὶ «πρὸς ὄφελος τῆς εἰρήνης» μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ λαῶν. Ὅμως, ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ σύλληψη πολέμων καὶ ἐπαναστάσεων πρωτάκουστων στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Γιατί ἡ ἀλήθεια μὲ τίποτε δὲν ἀνέχεται νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴν ἡμιαλήθεια καὶ τὸ ψεῦδος.

Ἡ θεοσοφικὴ ἄποψη ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται διασκορπισμένη σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, φιλοσοφίες καὶ μυστήρια, ὑπερίσχυε καὶ στοὺς αἱρετικοὺς θεολόγους τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Ἔτσι, λένε, θὰ πρέπει καὶ στὸ Χριστιανισμὸ νὰ ὑπάρχει κάποια δόση ἀλήθειας ὅπως καὶ στὸ Ἰσλὰμ καὶ στὸν Ἰνδουϊσμὸ ἢ στὸν Βραχμανισμό, στὸν Πλάτωνα καὶ στὸν Ἀριστοτέλη, στὴ Ζέντ-Ἀβέστα, στὶς Τάντρες καὶ Μάντρες τοῦ Θιβέτ. Ἂν ἦταν ἔτσι, τότε ἡ κιβωτὸς τῆς ἀνθρωπότητας θὰ ἔπλεε δίχως ἐλπίδα μέσα στὸ σκοτεινὸ ὠκεανὸ τῆς ζωῆς, χωρὶς πυξίδα καὶ καπετάνιο. 


Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2025

 

Κυριακή Ε’ Λουκά:

Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου



 (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

“Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο”


(Λουκ. ιστ’ 19-31)

Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι.

Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον. Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν.

Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι είναι χορτάρι ή κάτι πιο νεκρό από το χορτάρι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής αναφέρεται πώς ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους και στα ζώα φυτά και χόρτα για τροφή (Γέν. α’ 29-30). Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους να σου πούνε: «τι αξίζει περισσότερο, το χορτάρι ή οι άνθρωποι;», θ’ ακούσεις μόνο μια απάντηση: οι άνθρωποι. Με τις πράξεις τους όμως οι άνθρωποι δείχνουν πως λογαριάζουν πιο πολύτιμο το χορτάρι από τον άνθρωπο και γι’ αυτό θυσιάζουν και τη δική τους ζωή και των άλλων για το ευτελές χόρτο. Αν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας είναι πρόβλημα του χορταριού, τότε αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο «λίθος προσκόμματος» της ζωής του ανθρώπου στη γη. Μόνο εκείνοι που έχουν αποκτήσει το πνεύμα του Θεού δεν σκαλώνουν στο εμπόδιο αυτό, αλλά το παρακάμπτουν ειρηνικά κι αφήνουν σε άλλους την περιουσία τους. Για όλους τους άλλους το εμπόδιο αυτό είναι αιτία φιλονικίας, αντεγκλήσεων, ατέρμονου μόχθου και ιδρώτα· το πρόβλημα και το περιεχόμενο όλης της ζωής τους και τελικά της μνήμης τους. Πού είναι ο πλούτος του Κροίσου; Πού είναι τα συμπόσια του Λούκουλλου; Πού η αυτοκρατορία του Καίσαρα; Πού η δύναμη του Ναπολέοντα; Απ’ όλους τους έμειναν κάποια ίχνη, με τη μια ή την άλλη μορφή, που όμως δεν είναι ικανά ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: Πού είναι τώρα ο πλούσιος Κροίσος; Πού ο κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Πού οι φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Πού ο παντοδύναμος Ναπολέων; Αξίζει πολύ περισσότερο να μάθουμε πού βρίσκονται οι άνθρωποι, όχι πού βρίσκονται οι κτήσεις κι η περιουσία τους. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το μάθουμε, προτού ανακαλύψουμε πού ανήκουν οι άνθρωποι. Σε ποιον λοιπόν ανήκουν οι άνθρωποι; Αυτός που θα βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα βρει εύκολα απάντηση και στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας του ανθρώπου, όπως οι εργαζόμενοι στο δρόμο που πρώτα μετακινούν τα βράχια κι έπειτα μπορούν να τακτοποιήσουν τ’ αμμοχάλικα και άλλα υλικά. Όταν οι άνθρωποι βρουν την απάντηση στο ερώτημα αυτό μακριά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια ως τώρα, θα πρέπει να το έκαναν ακολουθώντας τον ένα από τους δύο δρόμους: Πρώτο, πως ο άνθρωπος κατέχεται από κακές και πονηρές πνευματικές δυνάμεις, που κρύβονται πίσω από τη φύση και τα παράγωγά της. Ή, δεύτερο, πως ο άνθρωπος ανήκει στη φύση που τον δημιούργησε, τον συντηρεί για κάποιο διάστημα, όπως ένα έπιπλο ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τελικά τον αποκόπτει και τον θανατώνει. Όλοι οι σοφοί από τη δημιουργία του κόσμου δε δανείστηκαν ούτε ένα ψήγμα αντίληψης από το Χριστό. Έχουν μόνο τις δυο αυτές απαντήσεις στο ερώτημα: σε ποιον ή σε τι ανήκει ο άνθρωπος; Η απάντηση του Χριστού στο ερώτημα αυτό ξεκαθαρίζει πως ο άνθρωπος ανήκει στον Πανεύσπλαχνο Θεό. Ο άνθρωπος δεν είναι «κτήμα», όπως τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον. Ανήκει στο Θεό ως ελεύθερη και λογική ύπαρξη, ως υιός του Θεού. Η απάντηση αυτή δε δόθηκε από κάποιον φιλόσοφο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα τον πιστεύαμε. Αυτή είναι η απάντηση του παντεπόπτου Θεού, που επισκέφτηκε τους ανθρώπους από το τριαδικό σύστημα ύπαρξης και ζωής, απ’ όπου πηγάζει η ζωή. Πιστεύουμε επομένως πως η απάντηση αυτή είναι η σωστή και την κρατάμε ως σωστική αλήθεια. Αυτή στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κληθεί απλά «απάντηση», αλλά μαρτυρία του πάνσοφου Θεού. Με τη μαρτυρία αυτή παίρνουμε την απάντηση στο πρόβλημα για τα υπάρχοντα του ανθρώπου, σ’ όλες τις ερωτήσεις για την ιδιοκτησία, τα οικονομικά και τις πολιτικές πάνω στη γη. Ο άνθρωπος ανήκει στο Θεό. Η φύση επίσης ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει πως όλα όσα ο άνθρωπος ονομάζει υπάρχοντά του, στην πραγματικότητα είναι του Θεού. Ο Θεός τα δανείζει στον άνθρωπο. Ο Θεός δάνεισε τα υπάρχοντα αυτά στους ανθρώπους άνισα. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι ελεύθερες και λογικές υπάρξεις. Ο Θεός δε μοιράζει άνισα τα πράγματα σε νεκρούς ή σε μισοπεθαμένες υπάρξεις που δεν έχουν αντίληψη, που δε λειτουργεί ο νους τους. Έκανε όμως τη μοιρασιά στις λογικές κι ελεύθερες υπάρξεις άνισα, για να φανεί καθαρά η αντίληψη κι η ελευθερία τους· για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι την αλληλεξάρτησή τους και με τη σωστή και λογική χρήση των αγαθών που τους δάνεισε ο Θεός, να εργαστούν τόσο για τη δική τους σωτηρία, όσο και για τη σωτηρία των αδελφών τους. Έτσι αυτά που τους δάνεισε ο Θεός και που οι άνθρωποι ονομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει να γίνουν μέσα για τη σωτηρία των ανθρώπων.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για έναν πλούσιο άνθρωπο που δεν έβλεπε μ’ αυτόν τον τρόπο τα υπάρχοντά του, αλλά μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο όμως βασανίστηκε τόσο πολύ, που η καρδιά μας παγώνει στο άκουσμα των βασάνων του και οι τρίχες του κεφαλιού μας σηκώνονται όρθιες και μόνο από την περιγραφή τους. Είπε ο Κύριος: «Άνθρωπός τις δε ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. πτωχός δέ τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού» (Λουκ. ιστ’ 19-21). Αυτή είναι μια φοβερή εικόνα που περιγράφει την επίγεια ανισότητα. Σταθείτε όμως. Αργότερα θα δούμε μια φοβερή εικόνα της ουράνιας ανισότητας. Πόσο αντίθετη παράθεση! Από τη μια ο πλούσιος άνθρωπος, ντυμένος με πορφύραν και βύσσον, με κόκκινα, πορφυρά ενδύματα και με πολυτελή λινό χιτώνα. Από την άλλη ένας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, έλκη. Από τη μια μεριά ο άνθρωπος που κάνει παρέα με άλλους σαν κι αυτόν, δηλαδή πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Από την άλλη ένας άνθρωπος που μόνη παρέα του είχε τα σκυλιά. Από τη μια χλιδή, υγεία και γεμάτα στομάχια. Από την άλλη φτώχεια, αρρώστια και πείνα. Στη μια μεριά τα τραγούδια κι οι χοροί αντιλαλούσαν στο στερέωμα. Από την άλλη η σιωπηλή ελπίδα για ένα ψίχουλο ψωμί, μια άλαλη παρακολούθηση του ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του, μια άδηλη αναμονή του θανάτου. Βουβός και άρρωστος. Το ευαγγέλιο δε μας λέει ότι ο Λάζαρος ζήτησε ποτέ βοήθεια, όπως κάνουν οι άλλοι ζητιάνοι. Αυτός γύρευε να κορέσει την πείνα του μόνο από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου, χωρίς ποτέ του να μιλήσει. Μιλούσε με κάποιους στην καρδιά του, μα ποτέ με τη γλώσσα του. Τι θα μπορούσε να πει με τη γλώσσα για τη φτώχεια του, αφού όλο το σώμα του ήταν τριγυρισμένο από σκυλιά; Κι αυτό μιλούσε από μόνο του κι ήταν πολύ πιο εύγλωττο από πολλά λόγια.

Ας προσέξουμε εδώ ένα πολύ σπουδαίο σημείο: Ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου, μας δίνει όμως το όνομα του φτωχού, του ζητιάνου. Το όνομα του πλουσίου δεν αναφέρεται καθόλου στην παραβολή, μας είναι άγνωστο, ενώ ο Λάζαρος αναφέρεται και στη γη και στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι κάτι εντελώς αντίθετο από τη συνηθισμένη πρακτική των ανθρώπων, που θα ήταν ν’ αναφερθεί το όνομα του πλουσίου και ν’ αγνοηθεί το όνομα του φτωχού ή, ακόμα κι αν αυτό ήταν γνωστό, να μην αναφερθεί καθόλου για να μην ενοχλήσει; Οι φτωχοί βαδίζουν ή έρπουν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ανώνυμες σκιές που πετάγονται ξαφνικά σαν ζητιάνοι, ενώ τα ονόματα των πλουσίων αντηχούν ακόμα και μέσα στα βασιλικά παλάτια, τραγουδιούνται στα έπη, γράφονται στην ιστορία, αναφέρονται στα μέσα επικοινωνίας και χαράζονται σε μνημεία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου: για να μην τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον που οι άνθρωποι τιμούν πολύ· για να ξεκαθαρίσει πως η κρίση του Θεού διαφέρει και συνήθως είναι εντελώς αντίθετη από την κρίση των ανθρώπων για να δείξει πώς αμείβει ο ουρανός τους ανθρώπους. Παραλείποντας το όνομα του πλουσίου όμως, αποκάλυψε κι ένα ουράνιο μυστήριο. Το όνομα τέτοιου πλούσιου θα είναι άγνωστο στον ουρανό. Δε θ’ αναφερθεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους. Θα διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής. Θα μπορούσε ο Κύριος να δώσει κάποιο όνομα στον πλούσιο, όπως έκανε και για το φτωχό. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το προφέρει με τ’ άγια χείλη Του, για να μην τον αναζωογονήσει κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως ο Κύριος φρόντισε ιδιαίτερα να μην αναφέρει τα ονόματα του Ηρώδη, του Πιλάτου ή του Καϊάφα. «Είπατε τη αλώπεκα ταύτη» (Λουκ. ιγ’ 32), είπε για τον Ηρώδη, χωρίς να πει τ’ όνομά του. Πολύ νωρίτερα ο Θεός είχε πει για τους αμαρτωλούς με τον Ψαλμωδό: «ουδ’ ού μη μνησθώ των ονομάτων αυτών διά χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε’ 4). Για τους δικαίους όμως είπε ο Κύριος Ιησούς: «χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Τοποθετεί τη χαρά αυτή πάνω από κάθε άλλη χαρά, παραπάνω κι από τη χαρά που ένιωθαν οι απόστολοι όταν διαπίστωσαν πως τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ αυτούς.

Τι κακό έκανε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ο Κύριος να μην αναφέρει τ’ όνομά Του; Ο Κύριος δεν τον κατηγόρησε ούτε για κλοπή, ούτε για ψεύδη ή για μοιχεία, για έγκλημα ή γι’ απιστία στο Θεό, ούτε για τον τρόπο που απόκτησε τα πλούτη του. Για ποιο λόγο λοιπόν τον κατηγόρησε ο Κύριος; Μα η ζωντανή κατηγορία έστεκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του. Δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί με μελάνι, αλλά με πληγές και έλκη στο σώμα του ζωντανού ανθρώπου.

Ο πλούσιος είχε σίγουρα όλα τα πάθη και τις κακίες που αναπόφευκτα κουβαλούν μαζί τους τα πλούτη στον ελαφρόμυαλο άνθρωπο. Αυτός που κάθε μέρα ντύνεται με λαμπρότητα, τρώει και πίνει πλουσιοπάροχα και ξοδεύει τον καιρό του σε ηδονές και απολαύσεις, δεν έχει μέσα του θέση για το φόβο του Θεού. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του από το κουτσομπολιό, το στομάχι του από την πολυφαγία και την καρδιά του από την υπερηφάνεια και τη ματαιότητα, την καταφρόνηση των άλλων και την απαξίωση των πραγμάτων του Θεού. Όλ’ αυτά οδηγούν αναπόφευκτα τον άνθρωπο στη φιληδονία, στην απάτη, στην εκδικητικότητα, στο έγκλημα και στην απόρριψη του Θεού. Καμιά απ’ αυτές τις αμαρτίες και τις κακίες όμως δεν ανέφερε ο Κύριος για τον πλούσιο. Από την παραβολή μόνο μια ανομία είναι καθαρή για τον πλούσιο: η υπερβολική περιφρόνησή του για το φτωχό Λάζαρο, για την αρρώστια και τη φτώχεια του.

Αν ο Λάζαρος ήταν υγιής άνθρωπος, ντυμένος στα μεταξωτά και παρουσιαζόταν στην πύλη, οπωσδήποτε θα τον υποδεχόταν ο πλούσιος και θα τον καλούσε στο τραπέζι του. Θα τον υποδεχόταν και θα τον καλούσε σαν άνθρωπο. Ο πλούσιος όμως δεν έβλεπε και δεν αναγνώριζε κάποιον άνθρωπο στο Λάζαρο, μέσα στη φτώχεια και τις πληγές του. Περιφρονούσε το πλάσμα αυτό του Θεού σα να μην υπήρχε καθόλου. Γύριζε αλλού τα μάτια του για να μη τον βλέπει και μολύνει την δράση του. Τα πλούτη του τα λογάριαζε αποκλειστικά δικά του, όχι σαν δανεικά που είχε πάρει από το Θεό. Το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός το έθαψε στη γη του κορμιού του κι έτσι κανένας άλλος δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη «εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. κα’ 34). Ο πνευματικός κόσμος κι οι πνευματικές αξίες δεν υπήρχαν γι’ αυτόν. Έβλεπε μόνο με τα σωματικά του μάτια, άκουγε μόνο με τα σωματικά του αυτιά και ζούσε αποκλειστικά με αφοσίωση στα σαρκικά πράγματα.

Η ψυχή του πλούσιου ήταν γεμάτη πληγές, όπως ήταν και το σώμα του Λάζαρου. Η ψυχή του ήταν η πραγματική εικόνα του σώματος του Λάζαρου και το σώμα του Λάζαρου η αληθινή εικόνα της ψυχής του. Έτσι ο Θεός έβαλε δυο ανθρώπους στη γη για να γίνουν ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο ένας ζούσε στο μέγαρο κι ο άλλος στην πύλη. Η εξωτερική λαμπρότητα του πλούσιου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του Λάζαρου. Η εξωτερική εμφάνιση των πληγών του Λάζαρου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του πλούσιου. Ήταν απαραίτητο ν’ απαριθμήσει ο Κύριος όλες τις αμαρτίες του πλούσιου; Μα ήταν ολοφάνερες με την πρώτη ματιά και μάλιστα καθεμιά απ’ αυτές. Η έλλειψη συμπάθειας του πλούσιου προς το Λάζαρο τράβηξε την κουρτίνα της ψυχής του και φανερώθηκε αμέσως -στα μάτια, στ’ αυτιά, στη μύτη και τη γλώσσα- ο βόρβορος που είχε μέσα του.

Αυτή είναι η εικόνα δυο ανθρώπων που ζούνε στη γη: του ενός το όνομα είναι πασίγνωστο στους ανθρώπους κι αναφέρεται πάντα με συμπάθεια· του άλλου το όνομα δεν το ξέρει κανένας, μα ούτε κι ενδιαφέρεται να το μάθει. Και τώρα θα δούμε την εικόνα των δύο αυτών ανθρώπων στον ουρανό.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Οι πλούσιοι πεθαίνουν όπως κι οι φτωχοί. Κανένας δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν για να ζήσει αιώνια. Ο κόσμος αυτός είναι φθαρτός και περιμένει το τέλος του. Οι πλούσιοι πεθαίνουν αφήνοντας έναν αναστεναγμό γι’ αυτόν τον κόσμο. Οι φτωχοί αφήνουν έναν αναστεναγμό για το μέλλοντα κόσμο. Αφήνοντας τον κόσμο αυτόν ο πλούσιος εγκατέλειψε τη λαμπρότητα, την πολυτέλεια και τις ηδονές του. Ο Λάζαρος άφησε τον κόσμο αυτό και μαζί του άφησε την πείνα, τις πληγές και τα σκυλιά.

Ας δούμε τώρα το θερισμό του Θεού. Όταν πέθανε ο Λάζαρος, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν στον παράδεισο. Όταν πέθανε ο πλούσιος, οι άγγελοι έφυγαν με άδεια χέρια από το νεκροκράβατό του. Από μια φανερά σάπια ρίζα, οι άγγελοι βρήκαν και έδρεψαν ένα υπέροχο και ώριμο φρούτο. Από το άλλο δέντρο, που ήταν καταπράσινο και ευσκιόφυλλο, δε βρήκαν κανένα καρπό. «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Λουκ. θ’ 9).

Τα προφητικά αυτά λόγια εκπληρώθηκαν απόλυτα στον άσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το σώμα του το έρριξαν στον τάφο, για να λιώσει εκεί. Η ψυχή του πήγε στην κόλαση, για να καίγεται εκεί. Οι άγγελοι δε μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρικό του κρεβάτι, αφού ήξεραν πως εκεί δεν περίμεναν τίποτα. Τη θέση των αγγέλων πήραν οι δαίμονες κι οι άνθρωποι, για να τον θάψουν. Οι δαίμονες έθαψαν την ψυχή του στην κόλαση κι οι άνθρωποι το σώμα του στη γη.

Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν διαφορετικά στο θάνατο του πλούσιου απ’ ό,τι σ’ εκείνον του φτωχού Λάζαρου, όπως γινόταν κι όταν ζούσαν. Ο θάνατος του πλούσιου έγινε αμέσως γνωστός παντού κι όλη η πόλη μαζεύτηκε στην κηδεία του. Το παγωμένο σώμα του το ξαναέντυσαν με πορφυρά και πολυτελή λινά ρούχα, το τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από σπάνια ξύλα και μέταλλα και το περιέφεραν στην πόλη σε χρυσή άμαξα που έσυραν άλογα με μαύρες σέλες. Κατά κάποιο τρόπο απαιτούσαν έτσι την έκφραση λύπης για κάποιον που, με τη ζωή του, σκόρπισε τον οίκτο του ουρανού. Πίσω από τη νεκροφόρα ακολουθούσε το πλήθος των φίλων του, των συγγενών και των δούλων του, που όλοι τους ήταν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα. Ακολουθούσαν ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν έδινε ούτε τα περισσεύματα από το τραπέζι του σ’ έναν πεινασμένο ζητιάνο. Η πόλη ολόκληρη βγήκε για την κηδεία του, να εκφράσει το σεβασμό του σ’ αυτόν τον έξοχο συμπολίτη και ν’ ακούσει τις ομιλίες που εκθείαζαν τις αρετές του κι όλα όσα είχε κάνει για την πόλη, το έθνος και για την ανθρωπότητα γενικότερα. Άκουσαν όλοι λόγια όμορφα σαν τα πορφυρά ρούχα, απαλά σαν το εξαιρετικό λινό που φορούσε το νεκρό σώμα, που τώρα δεν είχε ανάγκη ούτε ένα ψίχουλο από το τραπέζι αυτού του κόσμου. Λόγια που ήταν τόσο ψεύτικα, όσο κι η ζωή του ανθρώπου αυτού. Λόγια τόσο κενά όσο η ψυχή του, που ήταν άμοιρη καλών έργων.

Τελικά έχωσαν στη γη το σώμα που ήταν ντυμένο στα πορφυρά και στα πολυτελή λινά. Κι εκεί δεν το έλειχαν τα σκυλιά, αλλά το καταβρόχθιζαν τα σκουλήκια. Πάνω στον τάφο, στον τάφο εκείνου που είχε χάσει το στεφάνι της αιώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια με λουλούδια. Πάνω στον τάφο έβαλαν και μια ακριβή πέτρινη στήλη, όπου ήταν χαραγμένο το όνομα του ανθρώπου που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο της ζωής. Κανένας από τις χιλιάδες ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή όμως, δεν ήξερε ότι η ψυχή του ανθρώπου αυτού βρισκόταν ήδη στην κόλαση.

Από την άλλη πλευρά τώρα, τι είδους κηδεία να είχε ο φτωχός Λάζαρος; Θα έμοιαζε μάλλον με τον ενταφιασμό κάποιου σκύλου που βρέθηκε νεκρός στο δρόμο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια κρατική εξουσία για ν’ αναλάβει τους νεκρούς ζητιάνους που πέθαιναν στο δρόμο και να τους θάψει. Κι αυτό για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως για τους εξής δύο: πρώτα για τον κίνδυνο να ξεσχίσουν τα σκυλιά το σώμα του και να το σκορπίσουν στην αγορά και δεύτερο, από το φόβο μη μυρίσει και μολύνει έτσι την πόλη. Όπως και νά ‘χαν τα πράγματα, το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί το συντομότερο έξω από την πόλη και να ενταφιαστεί, γιατί το πτώμα αυτό, που ήταν γεμάτο πληγές και ντυμένο με ράκη, ενοχλούσε την όραση των περαστικών. Το μόνο που φρόντιζαν όλοι, ήταν η καλοπέραση των κατοίκων της πόλης. Η παρουσία του φτωχού ανθρώπου τους ενοχλούσε όλους, τόσο όσο ζούσε όσο κι όταν πέθανε. Οι αρχές δεν έχωναν τη μύτη τους σε τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαν να βρουν και να πληρώσουν ανθρώπους για να εκτελέσουν το δυσάρεστο αυτό καθήκον. Αυτό που περνούσε από στόμα σε στόμα, ήταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιος θα τον θάψει; Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό; Ποιος ήταν αυτός; Και μια ανόητη ερώτηση: Ποιος θα ήξερε και θα θυμόταν το όνομα του ζητιάνου;

Πόσο μεγάλη ήταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, από την αξία που είχαν στα μάτια των άλλων; Ο ουρανός όμως δε νοιάζεται πολύ για την κρίση των ανθρώπων. Δε νοιάζεται αν οι άνθρωποι επαινούν ή περιφρονούν, αν ανταμείβουν με μετάλλια ή αν καταδικάζουν. Η εκτίμηση των ανθρώπων φτάνει μόνο ως τον τάφο εκείνων που πέθαναν. Μετά την ψυχή την αναλαμβάνει ο ουρανός και κάνει τη δική του εκτίμηση. Γι’ αυτό κι ο πλούσιος άνθρωπος που ντυνόταν με πανάκριβα ρούχα πήγε κατευθείαν στην κόλαση, ενώ ο Λάζαρος με τα έλκη ανέβηκε στον παράδεισο.

«Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Αυτή θα ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Στη γη κοίταζε μόνο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Δεν είχε φροντίδες κι ανάγκες και γι’ αυτό δε σήκωνε ψηλά τα μάτια του. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και πολλοί από μας, γι’ αυτό έχουμε και την παροιμία που λέει: «Χωρίς βάσανα, προσευχή δε γίνεται!» Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο. Αν ο πλούσιος δεν είχε εξορκίσει τα βάσανα στη γη και δεν τ’ απέφευγε με τα γέλια και τις διασκεδάσεις, ίσως νά ‘χε σηκώσει όσο ζούσε τα μάτια του στον ουρανό και νά ‘χε γλιτώσει από την κόλαση. Τώρα όμως βρισκόταν στην κόλαση, απ’ όπου μάταια σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.

Ο σοφός Σολομών είχε πει: «Αγαθός θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εν κακία ανθρώπου αγαθυνθήσεται καρδία» (Εκκλησ. ζ’ 3). Ο πλούσιος είχε απολαύσει τη ζωή του, ήταν ευτυχισμένος, γι’ αυτό και δεν τον άγγιξε ο φόβος του Θεού. Όταν από την κόλαση σήκωσε τα μάτια του, είδε τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Η παραβολή λέει πως τον είδε από μακρόθεν, για να δείξει πως η κόλαση βρίσκεται μακριά από τον παράδεισο, όπου είναι η κατοικία των δικαίων. Ο Αβραάμ ήταν ο κατά σάρκα γενάρχης των Ιουδαίων. Με τη δικαιοσύνη του έγινε προπάτορας όλων των δικαίων που με την πίστη, την υπακοή και την ταπείνωσή τους ευαρέστησαν στο Θεό κι έκαναν το θέλημά Του. Ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό; Με τους κόλπους του Αβραάμ ο Κύριος υποδηλώνει το ήρεμο καταφύγιο όλων των δικαίων, τους οποίους ανέπαυσε ο Θεός μετά τις καταιγίδες της ζωής στη γη.

Ωσότου έρθει ο Χριστός στη γη, οι Ιουδαίοι είχαν τον Αβραάμ ως τον καλλίτερο των δικαίων. Κι ο Κύριος την παραβολή αυτή την έλεγε στους Ιουδαίους. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο, ήταν φυσικό να εξελιχτούν πολλοί άνθρωποι πιο δίκαιοι από τον Αβραάμ στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στον Αβραάμ πως θα τον βάλει σε κάποιο θρόνο για να κρίνει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όπως έκανε στους αποστόλους (βλ. Λουκ. κβ’ 30). Σαν απόγονος του Σημ όμως ο Αβραάμ ήταν ο πρώτος που θ’ αξιωνόταν να μπει στη βασιλεία του Θεού (βλ. Λουκ. ιγ’ 28), όπου, μαζί του θα ήταν κι όλοι οι άλλοι δίκαιοι, οι κακοποιημένοι και θανατωμένοι προφήτες, οι αφοσιωμένοι βασιλιάδες κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι.

Στη χορεία των δικαίων, μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, το δίκαιο Ιώβ και τον ένδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ο Λάζαρος, ο φτωχός ζητιάνος που σ’ όλη του τη ζωή υπόμεινε καρτερικά την πείνα, τη γυμνότητα, την περιφρόνηση, την αρρώστια και τα έλκη που αιμορραγούσαν. Κανένας απ’ αυτούς που ζούσαν σ’ αυτή τη φωτεινή χώρα, στον τόπο της ειρήνης και της ανεκλάλητης χαράς, δεν έφτασε εκεί με τα επίγεια πλούτη και τις διασκεδάσεις του, τα επιτεύγματα και την εξουσία του, το βασιλικό στέμμα και την ευγενική καταγωγή του, αλλά μόνο με τη σταθερή κι ακλόνητη πίστη κι ελπίδα του στο Θεό, την υποταγή του στο θεϊκό θέλημα ή με την υπομονή και την έγκαιρη μετάνοια.

Ο Θεός δεν αποβλέπει στην κοινωνική θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Προσέχει μόνο την καρδιά μας. Στη βασιλεία Του θα μπουν εκείνοι που έχουν βασιλικές ψυχές, όχι βασιλικά στέμματα· αυτοί που είναι πλούσιοι στην αγάπη και την πίστη, όχι σε χρήματα και κτήματα· όσοι κατέχουν τη σοφία Θεού κι όχι τη σοφία του κόσμου· αυτοί που έχουν χαρούμενες και ιλαρές καρδιές, όχι οι άλλοι που ο μόνος τρόπος που χαίρεται η καρδιά τους είναι ν’ ακούνε μουσική και να χορεύουν, εκείνοι που η καρδιά τους χαίρεται κοντά στο Θεό, όπως λέει κι ο Ψαλμωδός: «Η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» (Ψαλμ. πγ’ 3).

Τι έκανε ο αμαρτωλός άνθρωπος όταν είδε από μακριά το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, τον ίδιο Λάζαρο που με το όνομά του δεν ήθελε να μολύνει τα χείλη του στη γη; «και αυτός φωνή σας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (Λουκ. ιστ’ 24). Δε θά ‘βρισκε λόγια κανείς για να περιγράφει καλύτερα τον τρόμο και τα βάσανα του αμαρτωλού στην κόλαση. Όταν ο άνθρωπος πεινάει λίγο, αναζητά κρέας ή ψάρι για να κορέσει την πείνα του. Όταν πεθαίνει της πείνας, είναι ευχαριστημένος αν βρει μια χούφτα βελανίδια, για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα του. Πόσο πιο φοβερή πρέπει να ήταν η φωτιά της κόλασης όπου καιγόταν ο πλούσιος! Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δε ζήτησε πάγο, έναν κουβά ή έστω ένα ποτήρι νερό, αλλά μόνο ένα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μια σταγόνα νερό στο ακροδάχτυλο, για να δροσίσει τη γλώσσα του που καιγόταν. Αχ, αδελφοί μου! Αν οι άνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πως ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να επεκτείνει το βασίλειο του ψεύδους ή για να κάνει ένα πράγμα να φαίνεται μεγαλύτερο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, τότε η μοναδική αυτή ευαγγελική παραβολή Του θα ήταν αρκετή για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη γη. Προσέξτε πως ο άνθρωπος αυτός, που στη ζωή του δεν ήξερε τι σημαίνει έλεος κι ευσπλαχνία, ζητούσε τώρα το έλεος από τα βάθη της κόλασης. Κοιτάξτε έπειτα τον εαυτό σας, βαθμολογήστε τον όλοι εσείς που όχι μόνο δεν έχετε έλεος, αλλά καλλιεργείτε μέσα σας ασπλαχνία προς τους φτωχούς και τους απόρους. Ίσως πολύ σύντομα κραυγάσετε κι εσείς για έλεος όπως ο πλούσιος, από εκεί που δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε μια ακτίνα ελέους, στον αιώνα τον άπαντα.

«Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν» (Λουκ. ιστ’ 25, 26). Ο Αβραάμ απευθύνθηκε στον αμαρτωλό με μια ευγενική λέξη. Τον ονόμασε τέκνον. Αυτό δείχνει πως στην ουράνια βασιλεία υπάρχει απόλυτη απουσία του κακού. Με το λόγο αυτό ο Αβραάμ ήθελε επίσης να θυμίσει στον απόγονό του πως ανήκαν στην ίδια φυλή, πως ο πλούσιος είχε μπροστά του παραδείγματα δίκαιων κι ενάρετων ανθρώπων από τον ίδιο τον Αβραάμ, αλλά κι από άλλους δίκαιους. Επομένως θα μπορούσε να είχε σωθεί κι αυτός από τα βάσανα της κόλασης όταν είχε την ευκαιρία στη γη. Δεν μπορούσε όμως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα του αμαρτωλού για δυο λόγους: πρώτο, επειδή την κατάσταση των πραγμάτων είχε κρίνει η θεία δικαιοσύνη και δεύτερο, επειδή σ’ εκείνον τον κόσμο δεν υπάρχει δρόμος ή γέφυρα για να περάσουν οι άνθρωποι από τα ενδιαιτήματα των δικαίων στον τόπο κόλασης των αμαρτωλών. Αν κάποιον αμαρτωλό, με τις προσευχές της Εκκλησίας στη γη, τον μεταφέρει ο Θεός από την κόλαση στον παράδεισο πριν από την Τελική Κρίση, αυτό είναι μυστικό του Θεού, όπου δεν μπορεί να παρέμβει ο Αβραάμ. Υπενθύμισε μόνο στον πρώην πλούσιο, που τώρα ήταν πιο φτωχός από τον φτωχότερο ζητιάνο στον κόσμο, πως στην επίγεια ζωή του είχε όλα όσα ήθελε. Έτσι, αφού ενόσω ζούσε δεν αποζητούσε κανένα από τ’ αγαθά του ουρανού και δεν είχε δώσει ούτε ένα μικρό ψίχουλο για να τα κερδίσει, αλλ’ ούτε κι έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτά, σημαίνει πως όλη την ανταμοιβή του την εισέπραξε στη ζωή αυτή. Ο Λάζαρος, αντίθετα, στην παροδική αυτή ζωή του έλαβε μόνο βάσανα, πόνους και περιφρόνηση, επιζητούσε με δάκρυα μόνο τα ουράνια αγαθά και τώρα τ’ απολαμβάνει. Όπως είπε ο Κύριος, «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ’ 4). Κι αλλού πάλι είπε ο ίδιος: «υμείς… λυπηθήσεσθε, αλλ’ η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιωάν. ιστ’ 20) και «ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. στ’ 25).

Όταν ο αμαρτωλός συνειδητοποίησε πως ο Αβραάμ απάντησε δίκαια στην πρώτη του ερώτηση, επανήλθε με μιαν άλλη: «Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρεται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. ιστ’ 27, 28). Πώς προκλήθηκε αυτή η ξαφνική συμπάθεια για τους άλλους και το ενδιαφέρον του για τη σωτηρία τους; Δεν ήταν συμπάθεια και έλεος αυτό που ένιωσε, αλλά μάλλον μια προσπάθεια για ένα νοτισμένο ακροδάχτυλο, ώστε να ελαφρώσει τα βάσανά του. Αποκάλυψε έτσι μιαν άλλη αμαρτία του: τον σκανδαλισμό των άλλων. Βρισκόταν στην κόλαση όχι μόνο επειδή φέρθηκε άσπλαχνα στο Λάζαρο, αλλ’ επειδή με τον ελαφρόμυαλο βίο του είχε δώσει κακό παράδειγμα στ’ αδέρφια του, οδηγώντας τα έτσι στην καταστροφή και τον όλεθρο κι ανοίγοντας και γι’ αυτά το δρόμο προς την κόλαση. Ο σκανδαλισμός των άλλων είναι μεγάλη αμαρτία. Το να γλιστράει κάποιος και να τραβά ταυτόχρονα κι άλλους μαζί του αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, απ’ ότι όταν γλιστράει κανείς και πέφτει μόνος του. Ακούστε τα φοβερά λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για εκείνους που γίνονται αιτία σκανδαλισμού: «Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτού και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων» (Λουκ. ιζ’ 2). Φαίνεται πως τ’ αδέρφια του πλούσιου μάλλον ήταν μικρότερα από τον ίδιον, γι’ αυτό κι ήθελε να πάει ο Λάζαρος κοντά του και να συγχωρήσει εκείνον πρώτα και μετά να εκθέσει την αμαρτία του στ’ αδέρφια του. Τότε οι φλόγες θα ήταν ηπιότερες και τα κολαστήρια ελαφρύτερα. Η έκκληση αυτή που έκανε στον Αβραάμ δεν αφορούσε τόσο τ’ αδέρφια του, όσο τον ίδιο τον εαυτό του.

«Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν· είπε δε αυτώ· ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’ 29-31). Ο Αβραάμ δεν μπορούσε ούτε και στη δεύτερη παράκληση του πλούσιου ν’ ανταποκριθεί. Κι έδωσε καθαρές και πειστικές δικαιολογίες γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε να ξαναγυρίσει ο Λάζαρος στον κόσμο και να προειδοποιήσει τους ανθρώπους τι τους περιμένει μετά το θάνατό τους, αφού ο Μωυσής κι οι προφήτες είχαν πει όλα όσα έπρεπε να κάνουν για να σωθούν; Χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι σώθηκαν όχι από μαρτυρίες νεκρών, αλλά ζωντανών. Όταν λοιπόν τόσες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν ακούγοντας το Μωυσή και τους προφήτες, έτσι μπορούν να σωθούν και τ’ αδέρφια σου.

Μάταια προσπάθησε πάλι ο πλούσιος να επαναλάβει την έκκλησή του, ενισχύοντάς την με τα λόγια: εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Ο Αβραάμ απέρριψε πάλι το αίτημά του με καθαρά επιχειρήματα. Τι θα τους ωφελούσε η παρουσία κι η μαρτυρία του Λάζαρου, αν δεν άκουγαν το Μωυσή και τους προφήτες; Ο Μωυσής, ο Ησαΐας κι ο Ηλίας δεν είδαν το Θεό και μίλησαν στους ανθρώπους στο όνομά Του; Αν λοιπόν τ’ αδέρφια του δεν άκουσαν και δεν πίστεψαν αυτούς, πως θα πίστευαν στο Λάζαρο αν εμφανιζόταν μπροστά τους; Πρώτ’ απ’ όλα ποιος ήταν ο Λάζαρος; Ένας άνθρωπος που δεν τους ενδιέφερε καθόλου όσο ζούσε, όπως δεν ενδιέφερε και τον αδερφό τους. Έπειτα, μάλλον δε θα είχαν ακούσει καθόλου για το θάνατο του Λάζαρου. Όταν είχαν δει το πρόσωπό του καλυμμένο από έλκη, θα τον αναγνώριζαν τώρα που θα τους παρουσιαζόταν με δόξα, να αστράφτει σαν άγγελος; Πότε είχαν ακούσει τη φωνή του, για να την αναγνωρίσουν τώρα; Πότε είχαν ακούσει την ιστορία της ταλαίπωρης ζωής του, για να την ξέρουν τώρα; Δε θά ‘λεγαν ότι «αυτό είναι οπτασία» ή «φάντασμα» ή «οφθαλμαπάτη»; Τι ωφέλησε τον Σαούλ η εμφάνιση του Σαμουήλ «εκ νεκρών» (Α’ Βασ. κη’ 11-14);

***

Η απάντηση του Αβραάμ δεν βοήθησε καθόλου τον αμαρτωλό στην κόλαση. Θα μπορούσε σήμερα βέβαια να βοηθήσει εκείνους που επικαλούνται τα πνεύματα των νεκρών για ν’ ανακαλύψουν τα μυστήρια του ουρανού, με το πρόσχημα πως αυτό ενδεχομένως θα ενίσχυε την πίστη τους. Δεν υπάρχει πραγματικά καλλίτερος τρόπος να κάνεις έναν άνθρωπο παρανοϊκό και να τον στείλεις στην κόλαση. Ο πνευματισμός είναι πτήση από το φως στο σκοτάδι, η αναζήτηση του φωτός μέσα στο βαθύ σκότος. Εκείνοι που επικαλούνται τα πνεύματα για να βρουν την αλήθεια, φανερώνουν καθαρά πως δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού. Πώς λογικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν στα πνεύματα των θείων και των γειτόνων τους, όταν κανένας δεν ξέρει αν τα πνεύματα είναι πραγματικά των ανθρώπων που επικαλούνται; Κι οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν στην αλήθεια του παντοδύναμου Θεού. Πώς μπορούν οι θείες κι οι γείτονες, τα μέντιουμ κι οι μάγοι, να βεβαιώσουν τα λόγια τους; Ο Χριστός βεβαίωσε τα λόγια Του με το Αίμα Του, καθώς και με το αίμα αμέτρητων χιλιάδων πιστών αντρών και γυναικών, που το έδωσαν για το λόγο Του. Οι Ιουδαίοι όχι μόνο είδαν την ψυχή του αναστημένου Λάζαρου, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, μα είδαν και το σώμα του. Και όμως όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά γύρευαν να θανατώσουν το Λάζαρο, για να μην μαρτυρήσει την αλήθεια (βλ. Ιωάν. ι’ 11). Οι Ιουδαίοι είχαν δει και την κόρη του Ιαείρου ν’ ανασταίνεται, όπως και το γιο της χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν;

Οι Ιουδαίοι είδαν πολλούς από τους νεκρούς τους να βγαίνουν από τους τάφους τους στην Ανάσταση του Χριστού. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν; Τελικά αναγνώρισαν το ακαταμάχητο και αδιάσειστο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, αντί όμως να πιστέψουν, εκείνοι δωροδόκησαν τους φύλακες για να κρύψουν την αλήθεια και ν’ αναφέρουν ψέματα. Δεν είναι αρκετά αυτά για να μας κάνουν να πιστέψουμε; Αν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες από τους νεκρούς, έχουμε τον Αβραάμ, το Λάζαρο και τον αμαρτωλό πλούσιο. Έχουμε εδώ μαρτυρίες από τον παράδεισο κι από την κόλαση, μαρτυρίες που επιβεβαιώνει όχι κάποιο πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Όποιος από μας κι αν έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον παράδεισο και την κόλαση κι άκουγε τη συνομιλία του Αβραάμ με τον άσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει τα μάτια και τ’ αυτιά του, όσο με το γεγονός ότι αυτά τα πιστοποιεί ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει όλα τα μυστήρια. Είχε δει κι είχε ακούσει όλα όσα διηγήθηκε σ’ εμάς με την παραβολή Του. Και τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια. Αν την είχαμε δει μόνοι μας, ίσως και ν’ αμφιβάλαμε, να νομίζαμε πως πρόκειται για κάποια οπτασία, παραίσθηση. Εκείνος όμως είδε και άκουσε. Δεν μπορούσε ούτε ν’ απατήσει ούτε ν’ απατηθεί.

Αδελφοί μου! Δεν μπορούμε παρά να πιστεύουμε περισσότερο Εκείνον, παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Το ζητάει αυτό από μας. Είναι η πρώτη απαίτησή Του στο ευαγγέλιο, το να πιστέψουμε δηλαδή περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό μας. Να τον πιστέψουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είτε ζωντανός είναι αυτός είτε νεκρός. Το ίδιο δε γίνεται με τον οδηγό σ’ ένα ταξίδι και στους ταξιδιώτες που τον ακολουθούν; Δεν απαιτεί κι αυτός να τον ακολουθούν οι ταξιδιώτες και να μην αναζητούν με το άπειρο μάτι τους να βρουν δικό τους δρόμο; Διαφορετικά εκείνοι θ’ ακολουθήσουν λάθος οδηγό που, για δικούς του λόγους, θα ισχυριστεί πως ξέρει κάποιο συντομότερο κι ευκολότερο δρόμο. Ο Χριστός είναι ο Οδηγός στο δρόμο προς τη Βασιλεία Του, στο δρόμο που κανένας άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο Εκείνος. Πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό περισσότερο απ’ ό,τι στα δικά μας πλανεμένα μάτια κι αυτιά και στη δική μας ολέθρια αντίληψη. Εκείνος, για να μην πλανηθούμε από διάφορα ύποπτα πνεύματα και οπτασίες, άνοιξε για χάρη μας τον παράδεισο και την κόλαση. Έδωσε την άδεια στους νεκρούς να μας πληροφορήσουν τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Κι αυτό έγινε μπροστά Του, ώστε να βεβαιωθούμε για την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον άλλο κόσμο. Άφησε τους νεκρούς να μας φανερώσουν μόνο την αλήθεια που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε, ώστε να μη μιμηθούμε την ασπλαχνία του πλούσιου, αλλά την υπομονή του Λάζαρου, την πίστη και την ελπίδα του. Να μη λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά να βλέπουμε όλα όσα έχουμε σαν δάνειο από το Θεό για τη σωτηρία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)