Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2025

 

Αρχιμ. Αθανάσιος Μυτιληναίος:

Κοίμησις, Ταφή, Ανάστασις, Ανάληψις της Θεοτόκου

 



“Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα”…


Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.

Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.

Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.

Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.

Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι’ αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι παρουσιάζουν ως ένα νήπιο.

Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.

Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.

Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.

Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.

Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.

Ο Θεός οικονόμησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι’ αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.

Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.

Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.

Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.

Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.

Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.

Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι’ αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα, κατά το οποίο εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.

Και γι’ αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.

Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;

Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι’ αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.

Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα ‘πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.

Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ’ έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.

Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.

Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.

Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.

Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.

Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι’ αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.

Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.

Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.

Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει. 

 

Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.



 

 

Η τιμή, η ευθύνη και ο πόνος της Θεοτόκου

 



Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἀνέβηκε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν νὰ προσ­ευ­χηθῇ καὶ τὰ δέντρα κατὰ θαυμαστὸ τρόπο λύγι­ζαν καὶ τὴν προσκυνοῦσαν”


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανή­γυρις· εἶνε ἑορτὴ θεομητορική, πρὸς τι­­μὴν δηλαδὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θὰ ποῦ­με λίγες λέξεις γύρω ἀπὸ τὴν πάνσεπτη Κοίμησί της, ἡ ὁποία εἶνε καὶ τὸ ἐπιστέγασμα ὅ­λων τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν τοῦ ἔτους.

Ἡ Παναγία γιὰ τὶς δύο μεγάλες ἀρετές της, τὴν παρθενία καὶ τὴν ταπείνωσι, ἀξιώθηκε νὰ γίνῃ ἡ «καθέδρα» τοῦ «Βασιλέως» (Ἀκάθ. ὕμν. Α4), τὸ «δοχεῖον» καὶ «σκεῦος» ποὺ δέχθηκε μέσα του τὸ «μύρον τὸ ἀκένωτον» (ἔ.ἀ. καν. α΄1, θ΄3), τὸν Κύριον ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ποὺ εὐωδίασε τὰ πάντα.

Ὅση ὅμως ἦταν ἡ τιμὴ ποὺ ἀξιώθη­­κε, τόση ἦταν καὶ ἡ εὐθύνη ποὺ ἐ­πωμίσθηκε καὶ ὁ πόνος ποὺ δοκίμασε. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκε τὸ Θεῖο Βρέφος, ἐκείνη δὲν γνώρισε ἀ­νά­­παυσι· ἂν κάθε μάνα ἄξια τῆς ἀποστολῆς της στερῆ­ται ἀνέσεις καὶ διασκεδάσεις καὶ κάνῃ θυσίες γιὰ νὰ μείνῃ προσηλωμένη στὴν ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ της, πόσο μᾶλλον ἡ Παναγία!

Καμμιά μάνα δὲν ὑπέφερε μαζὶ μὲ τὸ παιδί της ὅσο αὐτή. Γέννησε μέσα σ᾽ ἕνα σπήλαιο, σ᾽ ἕνα ἀχυ­ρῶ­να. Δὲν πέρασαν πολλὲς μέρες κι ὁ Ἡρῴδης ἀκόνισε τὸ μα­χαίρι του νὰ σφά­ξῃ τὸν Υἱό της. Νύχτα ἀ­ναγκάστηκε νὰ πάρῃ στὴν ἀγ­καλιὰ τὸν Νεογέννητο καὶ μαζὶ μὲ τὸν δίκαιο Ἰω­σὴφ κατέφυγε στὴν Αἴγυπτο (ὅ­σες μανάδες ἦρθαν πρόσφυγες ἀπ᾽ τὴ Μικρὰ Ἀσία μὲ μωρὰ στὴν ἀγκαλιὰ γιὰ ν᾽ ἀποφύγουν τὸν Κεμάλ, τὸ νέο Ἡρῴδη τῆς φυλῆς μας, μποροῦν κά­πως νὰ αἰσθανθοῦν τὸν πόνο τῆς Παν­­αγί­ας). Ὅταν γύρισαν ἀπ᾽ τὴν Αἴγυπτο, ὁ μικρὸς Ἰησοῦς δὲν πῆγε στὸ σχολεῖο· ἐργαζόταν ὡς ξυ­λουργὸς καί, κα­θὼς μεγάλωνε, ἡ Παναγία τὸν ἔβλεπε σὰν ἀστέρι ποὺ ἀνατέλλει· γιὰ τὴ μάνα δὲν ὑπάρχει ὡραιότερο ἀπ᾽ τὸ νὰ βλέ­πῃ τὸ παιδί της ν᾽ ἀνθίζῃ στὴν ἄνοιξι τῆς ζωῆς.

Μεγάλωνε ὁ Ἰησοῦς, κ᾽ ἡ Παναγία τὸν πρόσεχε. Ἀλλ᾽ ὅπως οἱ ἡμέρες δὲν εἶνε ὅλες ἡ­λι­όλουστες, ἔτσι καὶ στὴ ζωὴ τῆς Θεομήτορος ἦρθαν πάλι σύννεφα καὶ καταιγίδες. Ὁ Ἰησοῦς μεγάλωσε, βγῆκε στὸ δημόσιο βίο καὶ ἄρχισε τὸ κήρυγμα· ἀλλ᾽ ἐνῷ οἱ μικροὶ καὶ ταπεινοὶ τὸν ἄκουγαν, οἱ μεγάλοι, ἡ πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἡγεσία, τάχθηκαν ἐναντίον του.

Τὸ τέλος εἶνε γνωστό. Ὁ Χριστός μας συν­­ελήφθη σὰν ὁ τελευταῖος κακοῦργος, δέθηκε, ὡδηγήθηκε στὸ συνέδριο τῶν ἀρ­χιερέων, στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου καὶ στὴν αὐλὴ τοῦ Ἡ­ρῴδη, καὶ καταδικάστηκε σὲ θάνα­το. Ὅταν ἡ Παναγία εἶδε τὸν ἀχάριστο ὄχλο νὰ φωνάζῃ γιὰ τὸ παιδί της «Σταύρωσον σταύ­ρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21. Ἰω. 19,6) κι ἄκουσε τὴν καταδίκη του, τότε ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ Συμεών, ποὺ εἶπε ὅτι «ῥομφαία» θὰ διαπερά­σῃ τὴν ψυχή της (Λουκ. 2,35). Γιατὶ ὅταν πονάῃ τὸ παιδί, διπλᾶ καὶ τριπλᾶ πονάει ἡ μάνα· καὶ μόνο μανάδες ποὺ εἶδαν τὰ παιδιά τους σὲ χρόνια ἀπαίσια νὰ τὰ σφάζουν μπροστά τους οἱ κακοῦργοι, αὐτὲς μποροῦν νὰ νιώσουν τὸν πό­νο τῆς Παρθένου ὅταν εἶδε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὸν Μονογε­νῆ της. Ὅπως ἡ ἀγελάδα βγάζει μυκηθμὸ πόνου βλέποντας νὰ παίρνουν τὸ μοσχάρι της γιὰ σφαγή, ἔτσι ἡ Παρθενομήτωρ πόνεσε στὸ Γολ­γοθᾶ τὴ Μεγάλη Παρα­σκευή. Δὲν τὸν ἐγκατέ­λειψε· ἔμεινε ἐκεῖ, κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυ­ρό, καὶ εἶ­δε τὸ αἷμα νὰ ῥέῃ ἀπὸ τὰ ἄχραντα μέλη του.

Καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ξέχασε αὐτὴν ποὺ τοῦ δά­νεισε σάρκα καὶ τὸν θήλασε μὲ τὸ γάλα της. Πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ καὶ μέσα στὸ μαρτύριό του, καθὼς δὲν μποροῦ­σε νὰ κινήσῃ τὰ μέλη του, ἔδειξε μὲ τὸ βλέμμα στὴ Μητέρα του τὸν Ἰωάννη καὶ εἶπε «Ἴδε ὁ υἱός σου», καὶ στὸν Ἰωάννη ἔδειξε τὴ Μητέρα του καὶ εἶπε «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου» (Ἰω. 19,26-27). Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ μαθητὴς πῆρε τὴν Παναγία στὸ μικρό του σπίτι καὶ τὴν φρόντισε σὰν μάνα του.

Ἐδῶ σταματοῦν οἱ μαρτυρίες τοῦ κειμένου τῶν Γραφῶν· δὲν ἔχουμε ἄλλες ἁγιογραφι­κὲς πληροφορίες. Γιὰ τὸ τέλος τῆς Παναγίας μα­θαί­νουμε ἀπὸ τὴν ἱερὰ παράδοσι. Οἱ ὀρθόδοξοι, ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς χιλιαστὰς καὶ τοὺς δι­αμαρτυρομένους, δεχόμεθα τὴν ἱερὰ παρά­δοσι ἐξ ἴσου μὲ τὴ Γραφή, κατὰ τὴν προτροπὴ «Κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Β΄ Θεσ. 2,15). Ἀπὸ ἀρ­χαι­­ότατες λοιπὸν παραδόσεις διασῴζονται τὰ ἑξ­ῆς γιὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς Θεοτόκου.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψι καὶ τὴν Πεντηκοστὴ ἐκείνη ζοῦ­σε μὲ τὸν πόθο νὰ φύγῃ ἀπ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ἡ ὥ­ρα λοιπὸν ἦρθε. Κι ὅπως ἄλλοτε «ἄγ­γε­λος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰ­πεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ χαῖρε» (Ἀκάθ. ὕμν. Α), ἔτσι τώρα ὁ ἴ­διος ἄγγελος (ὁ Γαβριήλ) κατέβηκε καὶ τὴν εἰ­δο­ποί­ησε, ὅτι σὲ τρεῖς ἡμέρες ἀναχωρεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θεοῦ συχνὰ προαισθάνονται τὸ τέλος τους· πόσῳ μᾶλλον ἡ Παναγία! Δὲν στενοχωρή­θηκε· χάρηκε, ὅπως χαίρεται μιὰ μάνα ποὺ ὁ γυιός της ἀπὸ τὴν Αὐστραλία ἢ τὸν Καναδᾶ τῆς τηλεγραφεῖ «Μάνα, ἔλα κον­τά μου». Τὸ Συναξάρι τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ μηναῖο λέει, περιληπτικά, περίπου τὰ ἑξῆς.

Ἀνέβηκε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν νὰ προσ­ευ­χηθῇ καὶ τὰ δέντρα κατὰ θαυμαστὸ τρόπο λύγι­ζαν καὶ τὴν προσκυνοῦσαν. Ὅταν γύρισε ἄναψε φῶτα, εὐχαρίστησε τὸ Θεό, καὶ κάλεσε τοὺς συγ­γενεῖς καὶ γείτονες. Σκούπισε ὅ­λο τὸ σπιτάκι της, ἑτοίμασε τὸ κρεβάτι της καὶ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ταφή. Ἀνακοίνωσε σὲ ὅλους τὸ μήνυμα ποὺ ἔλαβε καὶ τοὺς ἔδειξε ἕνα κλα­δὶ ἀπὸ φοίνικα ποὺ τῆς ἔδωσε ὁ ἄγγελος. Ὅλοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρη­νοῦν, ἀλλὰ ἐκείνη τοὺς παρηγόρησε. Σὲ δύο γνωστές της φτω­­χὲς χῆρες ἄφησε τοὺς δύο χιτῶνες της.

Ἐνῷ τακτοποιοῦσε αὐτά, ἀκούστηκε ἦχος βροντῆς καὶ φάνηκαν σύννεφα, ποὺ μετέφεραν γύρω της ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς τοὺς ἁ­γίους ἀποστόλους. Μαζί τους ἦρθαν οἱ ἱεράρ­χες Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ Ἱερόθεος, καὶ τέλος οἱ ἀπόστολοι Τιμόθεος καὶ Παῦλος. Στὴ θλῖψι καὶ τοὺς θρήνους ὅλων ἡ Παναγία εἶπε· Μή, ἀγαπητοὶ μαθηταὶ τοῦ Υἱοῦ μου, μὴ μετατρέψετε τὴ χαρά μου σὲ πένθος, ἀλλὰ κηδεύσατέ με ὅπως θὰ εἶμαι. Κατόπιν ξάπλω­σε στὸ κρεβάτι της, ἔδωσε στὸ σῶμα της τὴ θέσι καὶ τὴ στάσι ποὺ ἤθελε, προσευχήθηκε γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου, εὐ­λόγησε ὅλους, καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ.

Μὲ λαμπάδες καὶ ὕμνους οἱ ἀπόστολοι σήκωσαν τὸ κρεβάτι της καὶ μετέφεραν τὸ θεοδόχο σῶμα της στὸ μνῆμα, ἐνῷ ἀκούγονταν καὶ ἀγγελικὲς ὑμνῳδίες ποὺ γέμιζαν τὸν ἀέρα. Τότε ὅμως οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων ἔ­βαλαν κάποιους ἀπὸ τὸν ὄχλο νὰ ἀνατρέψουν τὸ φέρετρο. Ἀλλὰ ἡ θεία δικαιοσύνη τοὺς τύφλωσε καὶ ἔκοψε τὰ χέρια ἑνὸς ὁ ὁποῖος τόλμησε νὰ τ᾽ ἁπλώσῃ καὶ ν᾽ ἀγγίξῃ τὸ κρεβάτι· ἔμειναν ἐκεῖ κρεμασμένα. Ὅταν ὅμως αὐτοὶ πίστεψαν καὶ μετανόησαν, θεραπεύθηκαν ὅ­λοι. Ἔτσι ἡ πομπὴ ἔφθασε στὴ Γεθσημανῆ, ἀ­­πέθεσαν τὸ σῶμα στὸν τάφο, καὶ ἔμειναν ἐ­κεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες, ἐνῷ ἀκούγονταν ἀκατά­παυστα οἱ ἀγγελικὲς φωνές.

Κατὰ θεία οἰκονομία ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους (ὁ Θωμᾶς) δὲν πρόλαβε νὰ παρευρε­θῇ στὴν κηδεία. Ὅταν ἔφθασε τὴν τρίτη ἡμέρα, ἀποφάσισαν ὅλοι νὰ ἀνοίξουν πρὸς χάριν του τὸν τάφο. Ἀνοίγοντας ὅμως εἶδαν ἔκπληκτοι ὅτι ὁ τάφος ἦταν κενός· τὸ σῶμα ἔλειπε, εἶχε μετατεθῆ· μόνο τὸ σεντόνι εἶχε μείνει ἐ­κεῖ, ποὺ τὸ κράτησαν ὡς ἀψευδὲς τεκμήριο τῆς μεταθέσεως τοῦ σκηνώματος.

* * *

Αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ ἱστορικὸ τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Θὰ τονίσω δύο πράγματα.

Τὸ ἕνα εἶνε, ὅτι στὸν κόσμο αὐτὸν ὅλοι ὑ­ποφέρουν· καὶ ἀπ᾽ αὐτὸ δὲν ἐξαιρεῖ­ται οὔτε ἡ Θεοτόκος. Μανάδες φτωχές, χῆρες, πονεμένες κ᾽ ἐγκαταλελειμμένες, παρηγορηθῆτε! Κοι­ταχτῆτε στὸν καθρέφτη· καὶ καθρέφτης γιὰ κάθε γυναῖκα εἶνε ἡ Παναγία. Κοιτάξτε τὴν Παν­αγία μας! Ὅπως ἔζησε ἐκείνη, ἔτσι νὰ ζῆτε κ᾽ ἐ­σεῖς· μὲ ἐγκαρτέρησι, πίστι καὶ ὑπομονή.

Τὸ δεύτερο. Εἴδατε τί ἔπαθε ὁ Ἑβραῖος ποὺ ἀσέβησε; Ἀδελφοί μου, ὅταν σκέπτωμαι τὶς ἁμαρτί­ες μας, μοῦ ᾽ρχεται νὰ κλά­ψω, νὰ βγάλω τὰ ἄμ­φια, νὰ πάω σ᾽ ἕνα σπήλαιο, στὸ μοναστή­ρι μου ποὺ ἤμουν μικρὸ παιδί, καὶ νὰ καθή­σω ἐκεῖ μ᾽ ἕνα κομ­ποσχοίνι. Γιατὶ ὅλα τ᾽ ἁ­­μαρτήματα εἶνε φοβερά, ἀλλὰ τὸ φοβερώτε­ρο εἶνε ἡ βλασφημία τῶν θείων· κ᾽ ἐμεῖς σ᾽ αὐ­τὸ ἔχουμε ρεκόρ, ἐνῷ καὶ Τοῦρκοι ἀκόμα σέβονται τὴν Παναγία (λένε ὅτι τὴ δεκαετία τοῦ ᾽60, ὅταν ἀρρώστησε ὁ πρόεδρος τῆς Τουρκί­ας, ἡ γυναί­κα του πῆγε μὲ τὰ πόδια ξυπόλητη στὸ Μπαλουκλί, στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας, νὰ παρακαλέσῃ γιὰ τὸν ἄντρα της).

Φταῖμε ὅλοι, ὄχι μόνο αὐτοὶ ποὺ βλαστημοῦν, γιατὶ δὲν ἀγανακτοῦμε καὶ δὲν ἀντιδροῦ­με. Πέ­φτω στὰ πόδια σας καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἂν θέλετε νά ᾽χουμε τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ. Ἂν συνεχισθῇ ἡ βλασφημία, θὰ γίνῃ σεισμὸς μεγά­λος. Ἂς φοβηθοῦμε τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ! ἔρχονται πολλὲς δυστυχίες στὸ ἔθνος μας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνουμε ὅλοι φρουροὶ τῆς τι­μῆς τῆς Παναγίας. Καμμιά γλῶσσα νὰ μὴ τὴν βλαστημᾷ· ὅλες οἱ γλῶσσες νὰ γίνουν μιὰ κιθάρα, ποὺ θὰ τὴν ὑμνῇ εἰς αἰῶνα αἰῶνος.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν ἱ. μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κλαδορράχης – Φλωρίνης τὴν Τρίτη 15-8-1967



 

 

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ Παναγία μας καί ἡ ἄσκηση»

Ὁμιλία τοῦ πατρός Γεωργίου Μεταλληνοῦ, μέ θέμα «Ἡ Παναγία μας καί ἡ ἄσκηση», ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στίς 20 Νοεμβρίου τοῦ 1997.