Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2026

 

Διατί ὁ Μητροπολίτης Τυχικὸς ἠρνήθη νὰ τελέση μικτοὺς γάμους;

   

Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, θεολόγου

  Μία ἀπὸ τὶς τρεῖς βασικὲς κατηγορίες ποὺ διατυπώθηκαν ἐναντίον τοῦ κανονικοῦ ἐπισκόπου Πάφου Τυχικοῦ ἦταν ἡ ἄρνησή του νὰ τελεῖ μικτοὺς γάμους, δηλαδὴ γάμους μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων ἤ, ἀλλιῶς, αἱρετικῶν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ γεννᾶ εὔλογα τὸ ἐρώτημα: γιατί ἡ συγκεκριμένη στάση τοῦ ἐπισκόπου Τυχικοῦ θεωρήθηκε τόσο σοβαρὸ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας ἐκκλησιολογικῆς ἀντίληψης;

   Γιὰ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξεταστεῖ συνοπτικὰ ἡ ἐκκλησιολογία ποὺ διαμορφώθηκε κατὰ τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο αὐτή, ἡ ἐπίσημη ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία ἀκολουθοῦσε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ τῆς Συνόδου τοῦ Τριδέντου. Σύμφωνα μὲ τὴν κλασσικὴ παπικὴ ἀντίληψη, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία ταυτιζόταν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ Ρώμη, ἐνῶ ὅσοι δὲν βρίσκονταν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Πάπα θεωροῦνταν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας.

  Ὡστόσο, τὸ πνεῦμα τῆς νεωτερικότητας δὲν ἀνεχόταν πλέον τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀξίωση ὅτι μόνο μία Ἐκκλησία κατέχει τὴν ἀλήθεια ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μὲ τὸ κυρίαρχο ἰδεολογικὸ κλῖμα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνα βαθὺ χάσμα ἀνάμεσα στὴν παραδοσιακὴ παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ στὴ νεότερη ἀντίληψη περὶ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ.

  Ἡ Β΄ Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ ἐπιχείρησε νὰ γεφυρώσει αὐτὸ τὸ χάσμα. Ἡ νέα ἐκκλησιολογικὴ προσέγγιση δὲν χρησιμοποίησε πλέον τὴν παραδοσιακὴ διατύπωση ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία «εἶναι» ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι «ὑφίσταται» (subsistit in) σὲ αὐτήν. Ἡ διαφοροποίηση αὐτὴ δὲν θεωρήθηκε ἁπλὴ γλωσσικὴ ἀλλαγή, ἀλλὰ οὐσιαστικὴ θεολογικὴ μετατόπιση.

  Τὸ ρῆμα ὑφίσταται (λατινικὰ subsistit, ἰταλικὰ sussistere, ἀγγλικὰ subsist) περιγράφει ἕνα τρόπο ὑπάρξεως καὶ ὄχι μία ἀπόλυτη ὀντολογικὴ ταύτιση. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δόθηκε στὴ μετασυνοδικὴ θεολογία, ἡ διατύπωση αὐτὴ ἐπιτρέπει τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρατῶν ὁρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔτσι ὑποστηρίχθηκε ὅτι στὶς ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες διατηροῦνται ἔγκυρα μυστήρια, ὅπως τὸ βάπτισμα, ἡ ἱερωσύνη καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία, τὰ ὁποῖα μάλιστα διαθέτουν σωτηριολογικὴ σημασία.

  Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ νέα αὐτὴ ἐκκλησιολογία ἀποδέχεται ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἔγκυρα μυστήρια καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας.

  Ἐφόσον ὅμως τὰ μυστήρια θεωροῦνται ἔγκυρα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, στὴν ὁποία ἀνήκει κάποιος, τότε ποιὸ στοιχεῖο διαφοροποιεῖ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία ἀπὸ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς κοινότητες; Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει ἡ μετασυνοδικὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία εἶναι ὅτι ἡ Ρώμη διαθέτει τὴν «πληρότητα τῶν μέσων τῆς σωτηρίας». Συνεπῶς, ἡ διαφορὰ δὲν παρουσιάζεται πλέον ὡς οὐσιαστικὴ ἢ ποιοτική, ἀλλὰ κυρίως ὡς ποσοτική: καὶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες διαθέτουν στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ρώμη ὅμως κατέχει τὴν πληρότητά τους.

  Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία ὁ θεολογικὸς διάλογος, ἡ ἀμοιβαία προσέγγιση καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων. Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον χαρακτηριστικὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς λογικῆς εἶναι ἡ τέλεση μικτῶν γάμων, καθὼς αὐτοὶ προϋποθέτουν, στὴν πράξη, τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τοῦ ἑτεροδόξου.

  Ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται, κατὰ τὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη θεώρηση, ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ἀπαιτεῖται τὸ βάπτισμα τῶν μελλονύμφων. Ἑπομένως, ὅταν τελεῖται γάμος μεταξὺ ἑνὸς Ὀρθοδόξου καὶ ἑνὸς Ρωμαιοκαθολικοῦ χωρὶς ὁ δεύτερος νὰ ἔχει προηγουμένως ἐνταχθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διὰ τοῦ ὀρθοδόξου βαπτίσματος, ἀναγνωρίζεται στὴν πράξη ὅτι τὸ βάπτισμά του εἶναι ἔγκυρο.

  Κατὰ συνέπεια, οἱ μικτοὶ γάμοι δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἕνα ποιμαντικὸ ἢ διοικητικὸ ζήτημα. Ἀποκτοῦν βαθὺ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο, διότι προϋποθέτουν τὴν ἀποδοχὴ ὅτι ὑπάρχει ἔγκυρο βάπτισμα καί, κατ’ ἐπέκταση, ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

  Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα γίνεται κατανοητό, γιατί ὁ ἐπίσκοπος Τυχικὸς ἀρνήθηκε νὰ τελεῖ μικτοὺς γάμους. Ἡ στάση του δὲν ἀποτελοῦσε ἁπλὴ κανονικὴ αὐστηρότητα, ἀλλὰ συνδεόταν μὲ μία συγκεκριμένη ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων συνεπάγεται τὴν ἔμμεση ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων.

  Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ ἐπιμένει στὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Μίας Ἐκκλησίας καὶ στὴν πληρότητα τῆς ἀλήθειας ποὺ αὐτὴ κατέχει θεωρεῖται, ἀπὸ ὅσους υἱοθετοῦν τὴν οἰκουμενιστικὴ ἐκκλησιολογία, ἐμπόδιο στὴν ὑλοποίηση τῆς νέας ἐκκλησιολογικῆς προοπτικῆς.

  Πρόκειται γιὰ μία θεώρηση, κοινὴ –κατὰ τοὺς ὑποστηρικτὲς της– στὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ σύγχρονου οἰκουμενικοῦ κινήματος, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ συνδυάσει δύο ἐκ πρώτης ὄψεως ἀντιφατικὲς θέσεις: ἀφενὸς τὴ διατήρηση τῆς ὁμολογίας περὶ τῆς μοναδικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στὴ μετασυνοδικὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία καί, κατὰ τὴν ἄποψη πολλῶν ὀρθοδόξων ἐπικριτῶν, ἀντανακλᾶται ἐν μέρει καὶ στὰ κείμενα τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου· ἀφετέρου τὴν ἀναγνώριση μίας περιορισμένης, ἀλλὰ πραγματικῆς ἐκκλησιαστικότητας καὶ μυστηριακῆς ζωῆς ἐκτὸς τῶν ὁρατῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας.

  Ἡ φαινομενικὴ αὐτὴ ἀντίφαση θεωρεῖται ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπερβληθεῖ μέσῳ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου καὶ τῆς σταδιακῆς προσεγγίσεως τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ὅσοι ἀρνοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν αὐτὴ τὴν προοπτικὴ ἢ νὰ συμμετάσχουν ἐνεργὰ στὴ διαδικασία αὐτὴ ἀντιμετωπίζονται ὡς ἀνασταλτικὸς παράγοντας γιὰ τὴν προώθηση τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐγχειρήματος καὶ θὰ πρέπει νὰ καθαιρεθοῦν, ἂν εἶναι ἐπίσκοποι.



Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2026

 

Το Πατριαρχείο Γεωργίας κατά της νεοεποχίτικης ατζέντας των Βρυξελλών

εικόνα άρθρου: Το Πατριαρχείο Γεωργίας κατά της νεοεποχίτικης ατζέντας των Βρυξελλών

Άρθρο της Ευαγγελίας Ζουλάκη

«μὴ πλανᾶσθε.οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται ούτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες Βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι»


Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαπολύει μύδρους κατά του Πατριαρχείου της Γεωργίας. Ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Δημοσίων Σχέσεων του Πατριαρχείου, πρωτοπρεσβύτερος π. Ανδρέας Τζαγμάιτζε, δίνει αποκαλυπτικές απαντήσεις περιγράφοντας πώς καθορίζονται οι σχέσεις με τους εκπροσώπους της Ε.Ε. τα τελευταία χρόνια [1].

 

Σχετικά με τα πρόσφατα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα οποία “κάνουν αναφορά ότι η Εκκλησία της Γεωργίας αποτελεί μέρος ενός ρωσικού δικτύου επιρροής”, ο π. Ανδρέας διέψευσε με αποκαλύψεις-ντοκουμέντα όσα ισχυρίζονται οι Ευρωπαίοι.

Κατά τη συνέντευξη ο π. Ανδρέας αναφέρθηκε στην επίσκεψη της Βελγίδας Υπουργού Εξωτερικών Χάτζα Λαμπίμπι στο Πατριαρχείο Γεωργίας τον Αύγουστο του 2023, η οποία ζήτησε από τους εκκλησιαστικούς να βοηθήσουν στη διάδοση του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, καθώς το Πατριαρχείο ασκεί επιρροή στην κοινωνία.

Ειδικότερα ανέφερε: “Η κα Χάτζα Λαμπίμπι ήρθε στο Πατριαρχείο και, μεταξύ άλλων, μας ρώτησε για περίεργα και ανήκουστα πράγματα. Είπε ότι το Πατριαρχείο έχει αρκετή επιρροή στην κοινωνία, ότι η γεωργιανή κοινωνία υστερεί πολύ σε σχέση με τις τάσεις του 21ου αιώνα, ότι οι γάμοι μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου είναι απαράδεκτοι για την κοινωνία και μας ζήτησε να βοηθήσουμε στη διάδοση αυτού του γεγονότος”.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Δημοσίων Σχέσεων του Πατριαρχείου, οι Βρυξέλλες έχουν τη δική τους ατζέντα, ενώ η κοινωνία της Γεωργίας και το Πατριαρχείο είναι αφοσιωμένοι στις οικογενειακές αξίες, γεγονός απαράδεκτο για την ιδεολογία της Ε.Ε.

Ο π. Ανδρέας τόνισε σχετικά: «Από την άποψη ότι αυτή είναι η ατζέντα τους, δεν τους ενδιαφέρει η διάθεση της κοινωνίας μας σχετικά με την ατζέντα των ΛΟΑΤΚΙ+. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν τους ενδιαφέρει. Το γεγονός ότι είμαστε αφοσιωμένοι στις οικογενειακές αξίες, ότι η εκκλησία αγωνίζεται γι’ αυτό, ότι λέμε ότι η Γεωργία έχει δημογραφικό πρόβλημα και η έκτρωση είναι δολοφονία, και ούτω καθεξής, αυτό είναι απαράδεκτο για αυτήν την ιδεολογία. Επομένως, αυτό ακυρώνεται με την προσάρτηση ενός ρωσικού κλισέ (σ.σ. η Ρωσία υπερασπίζεται τις αξίες της οικογένειας και τίθεται ρητά κατά της ατζέντας ΛΟΑΤΚΙ).Αντί να λάβουν υπόψη τις συμβουλές μας, έχουν τη δική τους ατζέντα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη διάθεση της κοινωνίας σε αυτό το μέρος και πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι μόνο, ως θεσμός, αντίθετη στην πολιτική τους, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν συστατικό μέρος της εκκλησίας».

Επιπροσθέτως, αναφέρθηκε και στις διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις οι οποίες στο πλαίσιο συγκεκριμένων στρατηγικών προώθησης στοχοποιούν την Εκκλησία: «Οι ΜΚΟ σε αυτή την περίπτωση ενδιαφέρονται να δείξουν τον ρόλο τους στην θεραπεία κάποιου πράγματος στην κοινωνία παρουσιάζοντας την εκκλησία σε αυτή την περίπτωση ως απειλή. Αυτές οι ΜΚΟ παρουσιάζονται ότι είναι η σωτηρία της Γεωργίας και με αυτόν τον τρόπο βρίσκουν κάποια λειτουργία για τον εαυτό τους. Τους είπαμε ότι η εκκλησία είναι ανοιχτή στον διάλογο. Μιλήστε μας, θα σας τα πούμε όλα. Τους είπαμε το ίδιο πράγμα – ότι αυτή η ατζέντα των ΛΟΑΤΚΙ+, η επίθεση στην οικογένεια, είναι πολύ επιζήμια για τις στάσεις απέναντι στη δυτική πολιτική».

Ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης σημείωνε σε άρθρο του με τίτλο «Δέν μᾶς ἔφθανε ὁ Οἰκουμενισμός, ἦλθε καί ὁ Σοδομισμός», τα εξής σχετικά με τα «Ἀξιομίμητα παραδείγματα Ὀρθοδόξων Χωρῶν»:

«Ἔχομε τό καλό παράδειγμα ἄλλων ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀπέτρεψαν ἤ τουλάχιστον κατεδίκασαν συνοδικά τίς παρελάσεις τῶν Ὁμοφυλοφίλων. Στήν Γεωργία πλῆθος πιστῶν, ἔχοντας ἐπικεφαλῆς ἐπισκόπους, ἱερεῖς καί μοναχούς, παρεμπόδισαν τήν παρέλαση τῶν Ὁμοφυλοφίλων. Τό ἴδιο συνέβη καί στό Βουκουρέστι καί στό Βελιγράδι, ὅπου μάλιστα ἡ τότε ὑπουργός τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Χίλαρι Κλίντον, παρά τήν παρεμπόδιση τῆς παρελάσεως τῶν Gay ἀπό τούς πιστούς, συνεχάρη τόν Σέρβο πρωθυπουργό, γιατί ἐπέτρεψε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐκδήλωση. Ἀποκαλυπτική εἶναι ἐπίσης ἡ πληροφορία ὅτι ὅπου γίνονται αὐτές οἱ ἐκδηλώσεις τυγχάνουν τῆς προστασίας τῶν πρεσβειῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς αὐτόνομης Μολδαβίας ἐπίσης κατεδίκασε συνοδικά τίς παρελάσεις τῶν Ὁμοφυλοφίλων μέ τό πολύ ὡραῖο ποιμαντικό καί ἠθικό ἐπιχείρημα ὅτι ἔχομε ἐντολή ἀπό τό Εὐαγγέλιο νά παρεμποδίζουμε τήν ἐξάπλωση τῆς ἁμαρτίας καί ὅτι δέν ὑπακούουμε στά κελεύσματα τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου, ἀλλά στίς ἐντολές τοῦ βασιλέως τῶν βασιλέων, τοῦ Κυρίου τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Ἀποφάσισε μάλιστα νά θέτει σέ ἀκοινωνησία ὅποιον ὑποστηρίζει τήν Ὁμοφυλοφιλία. Στήν Ὀρθόδοξη Ρωσία δέν χρειάσθηκε νά ἐπέμβει ἡ Ἐκκλησία, διότι οἱ πολιτικοί ἄρχοντες, μιμούμενοι τούς Ὀρθοδόξους βασιλεῖς τοῦ Βυζαντίου, ἐψήφισαν στήν Βουλή τους (Δούμα) νόμο, μέ τόν ὁποῖο θά ἀπελαύνονται ἀπό τή Ρωσία ὅσοι ξένοι προπαγανδίζουν ὑπέρ τῆς Ὁμοφυλοφιλίας καί θά φυλακίζονται ὅσοι Ρῶσοι προσβάλλουν τά παραδοσιακά ἤθη καί ἔθιμα τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ».

Αντιληπτό γίνεται από τα προαναφερθέντα πως οι Ορθόδοξες χώρες αντιτίθενται σθεναρά στην ατζέντα ΛΟΑΤΚΙ, πλην της Ελλάδας δυστυχώς, η οποία πρώτη ανάμεσα στις Ορθόδοξες χώρες καταπατάτησε τον Νόμο του Κυρίου, ψηφίζοντας τον βλάσφημο και αντίχριστο νόμο περί του γάμου των ομοφυλοφίλων.

Οποιαδήποτε παραδοσιακή και Ορθόδοξη προσέγγιση κατηγορείται και λοιδορείται. Ο εκμαυλισμός της Δύσεως έχει υπερβεί τα εσκαμμένα. Δεν μπορούν βεβαίως οι Ευρωπαίοι να κατανοήσουν τον Νόμο του Κυρίου αφού τον έχουν καταστρατηγήσει ολοσχερώς. Έτσι, οι Ορθόδοξες χώρες που προσπαθούν να τον διαφυλάξουν κατηγορούνται ως οπισθοδρομικές και αταίριαστες με την «προοδευτικότητα» της Ευρώπης.

Η woke ατζέντα, με αφετηρία τις δυνάμεις του σκότους, προωθείται ποικιλοτρόπως σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες με σκοπό την ολοκληρωτική διάβρωσή τους και την ένταξή τους στο πνεύμα της Νέας Εποχής, ανοίγοντας τον δρόμο για την έλευση του Αντιχρίστου.

Η ευτελής στάση της εκκλησιαστικής διοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος με την αποδοχή της νεοταξικής woke ατζέντας (καθώς η όποια αντίδραση πλέον έχει εκμηδενιστεί), – και μάλιστα με διαστροφή της Ορθόδοξης διδασκαλίας εκ μέρους κάποιων Μητροπολιτών (βλ. Νέας Ιωνίας Γαβριήλ) -, αποτελεί φοβερή πτώση. Οι λοιπές Ορθόδοξες χώρες κράτησαν σωστή θέση, με βάση την διδασκαλία του Ευαγγελίου και την παραδοθείσα πίστη των Αγίων Πατέρων. Η Εκκλησία της Ελλάδος γιατί εθελοτυφλεί και συναινεί;

  • [1] https://www.orthodoxianewsagency.gr
  • [2] Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Ομοφυλοφιλία. Προβληματισμοί και αντιδράσεις, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη:2023, σελ. 93


 

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026

 

Ἡ καλουμένη «ἐκκλησιολογικὴ βάση» λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε.

  

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Σὲ κείμενο ποὺ δημοσιεύτηκε στὴ Romfea.gr (3/12/2021), τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Μεσσηνίας: «Ὁ οἰκουμενικὸς ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ ΠΣΕ», ἀναφέρονται μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤδη γιὰ μία δεκαετία (1938-1948), εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἕνα οὐσιαστικὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἐτίθετο κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους – μέλη, καὶ τὸ ὁποῖο ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Τὸ 1950, στὴ Δήλωση τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, στὸ Τορόντο τοῦ Καναδᾶ, δόθηκε ἡ ἀπάντηση, μὲ τὸ κείμενο: «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα ἀποτελεῖ τὸ πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐνῷ ἡ Α΄ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ἄμστερταμ (1948) τὸ εἶχε θέσει ἐπίσημα ὡς ἐρώτημα».

Στὴ Δήλωση τοῦ Τορόντο, δόθηκε ὅμως ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ ἐκκλησιολογικὴ βάση; Καὶ μόνη ἡ ὀνομασία «ἐκκλησιολογικὴ βάση» στὰ πλαίσια τοῦ συνονθυλεύματος τοῦ Π.Σ.Ε., μὲ τὴν πνιγηρὴ παρουσία τόσων αἱρετικῶν κοινοτήτων καὶ ὁμάδων, ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικῆ στρέβλωση. Ἀποτελεῖ ὄντως ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο, τὸ πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ “ἐκκλησιολογικὴ ταυτότητα” τοῦ Π.Σ.Ε.;

Αὐτὰ ποὺ καταγράφουν οἱ κληθεῖσες “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο”, δίνουν τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτά. Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», τιτλοφορεῖται «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», μὲ τίτλο ποὺ δεικνύει ὅτι ἄλλο ἡ Ἐκκλησία καὶ ἄλλο οἱ Ἐκκλησίες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.

Ἂν αὐτὸ τὸ συσχετίσει κανεὶς μὲ τὴν καλούμενη “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση” τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο” ἡ ὁποία τονίζει ὅτι, “οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεὶ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας”*, αὐτόματα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὸ μέγεθος τῆς ἐκκλησιολογικῆς στρέβλωσης.

Ἡ προϋπόθεση αὐτὴ ὑποδεικνύει καθοδηγητικὰ μὲ τὸν τονισμὸ “περιεκτικότερο”, σὲ ποιὰ Ἐκκλησία ἔχει μεγαλύτερη σημασία νὰ ἀνήκουν τὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. Ὑπογράφοντας καὶ ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ὅτι δὲν ἔχει τόση σημασία νὰ ἀνήκομε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι περιεκτικότερο νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἀναιρεῖ ἢ δὲν ἀναιρεῖ αὐτὴ ἡ προϋπόθεση – παραδοχή, τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων; Μπορεῖ νὰ προβληθεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δόθηκε ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Αυτό ποὺ ἐπισημαίνεται μὲ τὸ «περιεκτικότερο» στὴ Δήλωση, αὐτόματα ὑποβαθμίζει τὸ γεγονὸς νὰ ἀνήκεις στὴν ἴδια σου τὴν ἐκκλησία.

Στὴν παράγραφο 5 τῆς Δήλωσης αὐτῆς ἀναφέρεται ὅτι, “Οἱ ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας”*. Ποιὰ ἀναγνώριση στοιχείων ἀληθοῦς ἐκκλησίας μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε γιὰ παράδειγμα στὶς αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες τῶν Πεντηκοστιανῶν, τῶν Λουθηρανῶν, τῶν Μεθοδιστῶν καὶ λοιπῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων τοῦ Π.Σ.Ε.;

Στὴν παράγραφο 8 τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ἀναφέρεται ὅτι “οἱ ἐκκλησίες – μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωή τῶν ἐκκλησιῶν”*. Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὶς “πνευματικὲς” σχέσεις μὲ αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., ὄπως γιὰ παράδειγμα μὲ τὶς καλούμενες “ἐκκλησίες” τῶν Μεννονιτῶν σὲ Γερμανία καὶ Ὁλλανδία, τὶς ποικίλες “ἐκκλησίες” τῶν Μεθοδιστῶν, τὶς λεγόμενες “Ἀναμορφωμένες Χριστιανικὲς ἐκκλησίες” στὴ Σερβία, Μαυροβούνιο καὶ Σλοβακία μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε.;

“Διὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι φθάνουν εἰς τὸν τελικὸν σκοπὸν καὶ τὸ τελικὸν νόημα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως σὲ ὅλους τούς κόσμους»** παρατηρεῖ μεταξὺ ἄλλων ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Μέχρι καταντήσωμεν…εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4,13).

Συνεπῶς τὸ κείμενο τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, δὲν ἀποτελεῖ ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς “ἐκκλησιολογικῆς” ταυτότητας τοῦ καλούμενου Π.Σ.Ε. Ἀποτελεῖ ἁπλὰ ἕνα κείμενο, τὸ ὁποῖο καταγράφει τὶς μάταιες προσπάθειες συνύπαρξης στὸ συνονθύλευμα τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.

Τέτοιες προϋποθέσεις σχετικοποιοῦν τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων, ὅτι δηλαδὴ “ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία”. Πρόκειται γιὰ ἐκκλησιολογικὲς στρεβλώσεις καὶ ὄχι “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις.

Σημειώσεις:

*«Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη).

**Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος – Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας».



Τετάρτη, Ιουλίου 08, 2026

 

π. Γαβριήλ Διονυσιάτης (1886-1983) – Ως Ομολογιακή – Ασκητική έκφραση του Μοναχισμού.

«π. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ (1886-1983)»

(Ως Ομολογιακή – Ασκητική έκφραση του Μοναχισμού)

Νίκος Σακαλάκης,Μαθηματικός

Αναμφίβολα ο αρχαίος Ορθόδοξος Μοναχισμός είχε και αντι-αιρετική κατεύθυνση∙ ποτέ το φρόνημά του δεν είχε εξανεμισθεί μέσα σε παθολογίες Γεροντισμού στο όνομα μιας «αγάπης» ή «υπακοής» αρνητικής ως προς το ορθό Δόγμα, όπως συμβαίνει σήμερα σε πολλές περιπτώσεις.

Η σημερινή φροντίδα πολλών Ι. Μονών για καλυτέρευση των βιοτικών όρων της Μοναχικής Πολιτείας, για αυτοσυντήρηση, τις έχει αποσυνδέσει από την ομολογία της Πίστεως έναντι των αιρέσεων και κυρίως του οικουμενισμού.

Την ανωτερότητα του αρχαίου μοναχισμού τη βλέπουμε στους αγώνες του για το αίτημα της ορθής πίστεως και όχι μόνο στην συζευγμένη με την Ομολογία (πρακτική) άσκηση.

Σήμερα (γενικά) δεν βλέπουμε μια απάντηση των Ι. Μονών στην πίεση του οικουμενισμού∙ μια απάντηση που να είναι κυριολεκτικά συνώνυμη της ενεργητικής δράσης των αρχαίων, των παλαιών και σύγχρονων πατέρων.

Ο Ασκητικός και ομολογιακός τρόπος ζωής έχει χαρακτηρίσει στην πορεία του τον π. Γαβριήλ, ως ηρωική αντίληψη του Μοναχισμού. Την δεκαετία του 1960 (και μετά), ο αγώνας των Ελλήνων ορθοδόξων μοναχών έναντι του οικουμενισμού εκφράσθηκε ως επανάληψη μιας λαμπρής εποχής στην Ιστορία της Εκκλησίας. Το κήρυγμα – παράδειγμα των αρχαίων Μοναχών δικαιολογούσε τις πρωτοβουλίες τους, στην πρώτη γραμμή των οποίων ήτο και ο π. Γαβριήλ Διονυσιάτης, ως καθοριστικός παράγων στην καθολική σχεδίαση της αντίδρασης των Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών.

Να θυμηθούμε το αυθόρμητο κίνημα των Μοναχών, προβολή του οποίου ήταν η «Διακήρυξις Ελλήνων Ορθοδόξων Μοναχών», στην Επιτροπή του οποίου (αγώνα) ήτανε: α) ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ, Ηγούμενος Ι.Μ. Λογγοβάρδας Πάρου β) ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ, Ηγούμενος Ι.Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους γ) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ηγούμενος Ι.Μ. Πετράκη.

Στη Διακήρυξη διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

Α) «Ο Μοναχικός κόσμος της Ελλάδος παρακολουθεί μετ’ εντεινομένης αγωνίας, αλλά και δυσφορίας, τας από τινάς εκδηλωμένης εσπευσμένας ενωτικάς τάσεις και, όλως ιδιαιτέρως, την επιμονήν της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρου δια την έναρξιν, υπό μειωτικάς συνθήκας δια την Ορθοδοξίαν, διαπραγματεύσεων μετά του Βατικανού...».

Β) «Η έναρξις "διαλόγου" – ανάγνωθι διαπραγματεύσεων – άνευ του προηγουμένου τερματισμού των, υπό του Βατικανού διεξαγομένων κατά της Ορθοδοξίας, εχθροπραξιών, αποτελεί δουλοπρεπή και επικίνδυνον ενέργειαν, οδηγούσαν, αναποφεύκτως, εις την κατά κράτος υποταγήν της Ορθοδοξίας...».

Έχουμε, επίσης (1964), και την ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ «προς τον ευσεβή Ορθόδοξον Ελληνικόν λαόν και άπαν το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας» των Αγιορειτών Πατέρων, Καθηγουμένων, Ιερομονάχων και Μοναχών. Στην προκήρυξη διαβάζουμε:

«...Εάν οι Καθολικοί και οι λοιποί αιρετικοί θέλουν να επιστρέψουν εις την Ορθοδοξίαν, να έλθουν αυτοί προσπίπτοντες και ζητούντες το έλεος, ασπαζόμενοι εις το ακέραιον τα δόγματα και παραδόσεις της αμωμήτου ορθοδόξου ημών Πίστεως και όχι να τρέχωμεν ημείς οι ορθόδοξοι προς τους αιρετικούς. Ποιούμεν έκκλησιν προς τον Οικουμενικόν ημών Πατριάρχην να παύση εξακολουθών τας φιλενωτικάς του ενεργείας, καθόσον, εάν συνεχίση, θ’ απακηρύξωμεν και αυτόν».

Ο επίλογος υπογράφεται από (23/01/1964 – παλαιά ημερομηνία):

1) Ο Καθηγούμενος του αγ. Διονυσίου Αρχιμ. Γαβριήλ και οι συν εμοί εν Χώ αδελφοί  2) Ο Καθηγούμενος του Ιερού Κοινοβίου του οσίου Γρηγορίου Αρχιμ. Βησσαρίων και οι συν εμοί εν Χώ αδελφοί  3) Ο Καθηγούμενος της Ι.Μ. Ξενοφώντος Αρχιμ. Εδόκιμος και οι συν εμοί εν Χώ αδελφοί.  4) Οι Επίτροποι της Ι. Μονής των Ιβήρων Γ. Αγαθάγγελος, προηγ. Μεθόδιος, Γ. Γερβάσιος, Αθανάσιος Ιβηρίτης Ιερομ. και άπασα η εν Χριστώ ημών αδελφότης 5) Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης, Ησυχαστήριον Αγίου Γερασίμου 6) Γαβριήλ Ιερομόναχος πνευματικός, 7) Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης 8) Ησύχιος Ιερομόναχος Σιμωνοπετρίτης 9) Γ. Νεόφυτος Ιερομόναχος Σιμωνοπετρίτης 10) Ο Δικαίος της Ι. Σκήτεως Ιβήρων Ιερομόναχος Νείλος και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί 11) Προηγ. Κοσμάς Φιλοθεΐτης Α’ επίτροπος 12) Ο προηγ. Ευμένιος Φιλοθεΐτης υπογράφει μ’ όλη του την καρδιά 13) Ο Γραμματεύς Ι.Μ. Καρακάλλου Γέρων Ευθύμιος, Προϊστάμενος 14) Οι εν Προβάτα ησυχασταί άγιοι Πατέρες 15) Ο του Ρωσικού Κελλίου Τίμιος Σταυρός, Ιερομ. Μητροφάνης 16)Ιεροδιάκονος Δημήτριος και Συνοδία.

1ο Σχόλιο: Υπάρχουν και πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι που κοσμούν τις σύγχρονες αντι-αιρετικές και ομολογιακές σελίδες της Εκκλησίας, τους οποίους η ορθόδοξη ηθική μιας συνόδου θα επαινούσε στα κείμενά της, σε αντίθεση (βέβαια) με την «σύνοδο» στην Κρήτη, που απουσιάζει το αντιαιρετικό στοιχείο. Όλοι αυτοί, γνωστοί και άγνωστοι είναι (ταυτόχρονα) άνθος, καρπός και σπόροι της Ορθοδοξίας, που τώρα (φαινομενικά) σαπίζουν, μα θα φανεί το άνθισμα και το κάρπισμα των αγώνων τους.

Στα τοπικά Μοναστήρια της Μαγνησίας μόνο η ανδρική Ι.Μ. Αγίας Τριάδος (Άνω Γατζέα), με καθηγούμενο τον π. Γρηγόριο Χατζηνικολάου, λειτουργεί ως αντιαιρετικό φυλάκιο έναντι του οικουμενισμού.

Η ηρωική αντίληψη της Ορθοδοξίας έναντι του οικουμενισμού, σε καμία άλλη Ι. Μονή δεν εκφράσθηκε, στα όρια της Μαγνησίας, ως μια θεσπέσια διατύπωση – δήλωση, που να ενημερώνει τους πιστούς για την παναίρεση του οικουμενισμού. Δεν ακολουθείται, δυστυχώς, η ιχνηλατημένη ατραπός των Πατερικών κελευσμάτων (τέλος σχολίου)

Ορθόδοξη αφύπνιση (της συνείδησης) προκαλούν οι διαφωτιστικές επιστολές – πραγματείες περί ορθοδοξίας και παπισμού του π. Γαβριήλ, εκφράζοντας, έτσι, την αγωνία του για όσα ενεργούσε ο Αθηναγόρας στις επαφές του με τους παπικούς, ενώ ταυτόχρονα έδινε το στίγμα της εκκλησιολογικής του αφετηρίας με γνώμονα-οδηγό τις τεράστιες γνώσεις του, Πατερικές, θεολογικές, Αγιογραφικές, Ιστορικές και Κανονικές.

Καθρέφτισμα της Ομολογίας του η επιστολή του προς την Ι. Κοινότητα για να ενεργήση προς τον Αθηναγόραν∙ Επιστολή, στην οποία καταγράφεται Ομολογία στους υψηλότερους βαθμούς. Γράφει:

(Α) «Μετά κατωδύνου ψυχής επληροφορήθημεν και ημείς την απόφασιν της Ρωσικής Εκκλησίας «περί μυστηριακής κοινωνίας προς τους Ρωμαιοκαθολικούς». Η απόφαση αύτη, πρωτοφανής και πρωτάκουστος εις την ζωήν της Εκκλησίας μας, κατετάραξε και κατελύπησε τους Αγιορείτας Πατέρας, όλως ιδιαιτέρως δε την Ι. Κοινότητα, ήτις δι’ επείγοντος τηλεγραφήματος διεβίβασε προς την Μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν την λύπην και κατάπληξιν αυτής. Επί τη ανεπιτρέπτω, μονομερεί και αντικανονική ταύτη αποφάσει της Ρωσικής Εκκλησίας».

Β) Είναι δι’ ημάς τους Ορθοδόξους αιρετικοί (οι παπικοί).

«Και μη είπη τις ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί, υπέρ ων η ρωσική απόφασις, ίσως δεν είναι αιρετικοί· είναι δι’ ημάς τους ορθοδόξους αιρετικοί· έχομεν αποφάνσεις και αποφάσεις της Εκκλησίας μας επ’ αυτού, συγκεκριμέναι αποφάσεις απαγορευούσαι την μετ’ αυτών κοινωνίαν. Είναι κανών της Εκκλησίας μας ότι ο “κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω"».

2ο Σχόλιο: Αυτή είναι η διαχρονική ηρωική ομολογιακή ηθική των Πατέρων ανά τους αιώνας. Προέχουν δηλ. οι αξίες της Ορθοδοξίας στους παλαιούς Αγιορείτες Πατέρες…

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ



Κυριακή, Ιουλίου 05, 2026

 

Ἡ ὑποδούλευσις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς πολιτικὰς σκοπιμότητας ὡς κίνητρον τοῦ οἰκουμενισμοῦ

 

Ἡ ὑποδούλευσις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς πολιτικὰς σκοπιμότητας ὡς κίνητρον τοῦ οἰκουμενισμοῦ

Τοῦ κ. Nicolò Ghigi, ὑποψ. διδάκτορος, Scienze dellAntichitá, Πανεπιστήμιον Ca Foscari, Venezia

  Σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

 Τὸ παρὸν συνέδριο, στὸ ὁποῖο ἔχω τὴν τιμὴ νὰ συμμετέχω, τονίζει τὶς σκοτεινὲς συσχετίσεις ἀνάμεσα στὶς προσπάθειες ὑπονομεύσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκ τῶν ἔσω, μέσῳ τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καὶ στὰ στρατηγικὰ συμφέροντα ὁρισμένων παγκόσμιων δυνάμεων γιὰ τὸν ἀφανισμὸ αὐτοῦ ποὺ οἱ ἴδιες θεωροῦν ὡς ἕνα ἁπλό γεωπολιτικὸ χῶρο, δηλαδὴ τὸν ὀρθόδοξο χῶρο.

   σχέσις μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικοῦ συμφέροντος, γιὰ νὰ μιλᾶμε εἰλικρινά, συνοδεύει αὐτὴν τὴν αἵρεσιν ἀπὸ τὴν γέννησί της· ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησι τοῦ κυρίως λεγόμενου οἰκουμενισμοῦ, μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι πολιτικὴ ἐξουσία ἦταν συχνὰ ἕτοιμη νὰ ἀπεμπολήσῃ τὴν ὀρθόδοξη πίστι στὸ ὄνομα τοῦ στρατηγικοῦ συμφέροντος.

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὰ λίγα παραδεί­γματα ποὺ σκοπεύω νὰ σᾶς παρουσιάσω, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουμε μία προκαταρκτικὴ διάκρισι. Ὀφείλουμε πράγματι νὰ διακρίνουμε τουλάχιστον τρία εἴδη οἰκουμενισμοῦ, τὰ ὁποῖα – παρόλο ποὺ συνεργάζονται καὶ συχνὰ συγχέονται – εἶναι καρπὸς διαφορετικῶν ἰδεολογιῶν καὶ ἐπιδιώκουν διαφορετικούς στόχους.

  Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ ὀνομαζόμενος ἱστορικὸς οἰκουμενισμός, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ ἐφαρμόστηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξι τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὡς ἰδεολογίας καὶ θεολογίας κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα. Πρόκειται γιὰ τὸν διάλογο μεταξὺ χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ ἀπέβλεπε στὴν ἀναζήτηση συμφωνιῶν, κυρίως χρήσιμων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση κοινῶν ἐχθρῶν.

  Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς περιπτώσεις ποὺ ἀφοροῦσαν ἄμεσα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως τὶς προσπάθειες διαλόγου μὲ τοὺς Καλβινιστὲς ἐπὶ Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως γιὰ ἀντιλατινικὸ σκοπό· ἐκεῖνες μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς «μὴ ὁρκιζομένους» (Non-jurors) ποὺ διεξήχθησαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσαλύμων καὶ τὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα, καὶ τὶς προσπάθειες ἑνώσεως τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς τὸ 1875, πάντοτε μὲ σκοπὸ τὴν ἀντιπαράθεσι πρὸς τὸν παπισμό.

  Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς διαλόγους δὲν εἶχε στὴν πραγματικότητα κάποιο ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο διεξάγονταν ἦταν ριζικὰ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν σύγχρονον οἰκουμενισμόν, καθὼς περιελάμβανε αὐστηρὲς θεολογικὲς συζητήσεις καὶ δὲν ἐπέτρεπε καμμίαν ἀσάφειαν. Γενικά, ζητεῖτο ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἡ ὑπογραφὴ μιᾶς ὀρθόδοξης ὁμολογίας πίστεως, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν Προτάσεων τῶν ὑπολειμμάτων τῆς Βρετανικῆς Ἐκκλησίας ποὺ στάλθηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστές, παρόλο ποὺ θεωροῦν αὐτὲς τὶς συνομιλίες ὡς προδρόμους τῆς πρακτικῆς καὶ τῆς ἰδεολογίας τους, καὶ εἰς αὐτὸ δὲν ἔχουν ἀπόλυτα δίκαιο κατὰ τὴν γνώμην μου, μολαταῦτα συχνὰ καταδικάζουν τὴ στενότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμβλύνοιαν τῶν συμμετεχόντων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μιὰ νοοτροπία τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δική τους.

  Τὸ δεύτερο εἶναι ὁ προτεσταντικῆς προελεύσεως οἰκουμενισμός, ποὺ ἐπινοήθηκε στοὺς κύκλους συνδεομένους μὲ τὴν μασονία τοῦ προοδευτικοῦ ἀμερικανικοῦ μεθοδισμοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰώνα. Αὐτὸς ὁ οἰκουμενισμὸς ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ λεγόμενη «θεωρία τῶν κλάδων», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία καμμία χριστιανικὴ κοινότητα δὲν ἀποτελεῖ ἤδη τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι σὰν ἕνα δένδρο τοῦ ὁποίου κάθε κλάδος – δηλαδή, κάθε ἐκκλησία ἢ αἵρεσις – ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος. Βασικὴ παραδοχὴ αὐτῆς τῆς αἱρέσεως εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σήμερα δὲν ὑπάρχει σὲ μορφὴ ὀργανωμένη καὶ ὁρατή, ἀλλὰ σὲ μιὰ μορφὴ ἀόρατη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ ὁρατὴ μέσῳ τῆς συνεργασίας μεταξὺ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, μέχρι νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἑνότης.

  Αὐτὴ ἡ μορφὴ οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἀπολύτως σχετικοκρατικὴ καὶ λαμβάνει τὴν ἀρχὴν συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν ριζοσπαστικῶν μεταρρυθμιστῶν· ἐντούτοις, ἀποτελεῖ τὴν βάσι τοῦ ΠΣΕ (Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν) καὶ τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῶν παγκόσμιων οἰκουμενικῶν ὀργανώσεων καὶ πρωτοβουλιῶν. Σὲ αὐτὸν τὸν οἰκουμενισμὸ αἱ κατὰ τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἔχουν δυστυχῶς ὑποχωρήσει ὅλες ἐν μέρει, καθὼς ἔχουν ἐγγραφῆ στοὺς προαναφερθέντες ὀργανισμούς, παρόλο ποὺ στὰ λόγια ἀρνοῦνται τὴ θεωρία τῶν κλάδων καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι συμμετέχουν σὲ αὐτὰ τὰ ὄργανα μόνο γιὰ «νὰ παρουσιάσουν τὴν ὀρθόδοξη θέσι»· στὴν πρᾶξι ὅμως ἐντάσσονται ὡς πλήρη μέλη σὲ ὄργανα ποὺ ἀνοικτὰ ἀρνοῦνται τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν.

  Τὸ τρίτο, τέλος, εἶναι ὁ ρωμαιοκαθολικῆς προελεύσεως οἰκουμενισμός, ποὺ γεννήθηκε μετὰ τὴν Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο. Αὐτὸς ξεκινᾶ ἀπὸ παραδοχὲς πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸ (ὁ ὁποῖος ἀκόμη καὶ σήμερα ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴ Λατινικὴ ἐκκλησία), παρόλο ποὺ ἔχει φθάσει σὲ στενὴν συνεργασίαν μαζί του. Ἡ Λατινικὴ ἐκκλησία θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς τὴν ἀληθινὴν ὁρατὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει μιὰν ὁρισμένην μορφὴν ἐκκλησιαστικότητος στὰ σώματα ποὺ ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ αὐτήν. Ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀρχηγὸς τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλων τῶν χριστιανῶν τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἐξουσίαν του.

  Αὐτὴ ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ μέρος τῆς λατινικῆς ἀντίληψης γιὰ τὸ πρωτεῖο ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες, καὶ βλέπουμε πρακτικές της ἐφαρμογὲς ἤδη ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅπου τὰ καθίσματα μέσα στὸν καθεδρικὸν ναόν, ὅπου ἔγιναν αἱ συζητήσεις, εἶχαν τοποθετηθῆ ἔτσι, ὥστε ὁ πάπας νὰ κάθεται στὸ κέντρο, ἀνάμεσα στὴν ῥωμαϊκὴν καὶ τὴν λατινικὴν ἀντιπροσωπίαν, ὡς «πατέρας καὶ ἀρχηγὸς» καὶ τῶν δύο, καὶ ὄχι ὡς ἀρχηγὸς μόνον τῆς λατινικῆς ἀντιπροσωπίας· πρᾶγμα ποὺ φυσικὰ προκάλεσε τὶς διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς οἰκουμενικὲς συναντήσεις ποὺ γίνονται σήμερα στὸ Βατικανό, ὅπου ὁ πάπας κάθεται σὲ μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ὑπερυψωμένη θέσι, μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων παρισταμένων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.

Ἐπίσης, ἱστορικὰ ἡ Λατινικὴ ἐκκλησία θεωροῦσε πάντοτε ὡς πρῶτο στοιχεῖο ἐπανενώσεως τῶν ὁμάδων ποὺ εἶχαν ἀποκοπῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναγνώρισι τῆς παπικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ συνέπεια τῆς ὀρθότητος τῆς διδασκαλίας τοῦ πάπα, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ υἱοθέτησις τῶν ἐθίμων, τῶν τελετουργιῶν ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ λατινικοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀλλὰ ἐπιτρέποντάς τους νὰ διατηρήσουν τὸ δικό τους, κατὰ τὸ ἰησουϊτικὸ λεγόμενον· unité de la foi, diversité des rites. Πρόκειται γιὰ τὸ περίφημο φαινόμενον τοῦ Οὐνιτισμοῦ.

 Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ὁ νέος ρωμαιοκαθολικὸς οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ συνέχισις τοῦ οὐνιτισμοῦ μὲ ἄλλα μέσα καὶ ἄλλους τόνους, σαφῶς πιὸ διαλλακτικοὺς καὶ εἰρηνικούς σὲ σχέση μὲ τὸ παρελθόν. Δὲν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι οἱ κληρικοὶ καὶ τὰ ὄργανα τῆς καθολικῆς προπαγάνδας, ποὺ κατὰ τὶς δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο ἦσαν ταγμένα στὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ῥώμη τῶν ἄλλων χριστιανῶν, ἔγιναν τὰ ἴδια ὄργανα διαδόσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐπιδιώκοντας πράγματι τὸν ἴδιον στόχον μὲ διαφορετικὰς μεθόδους.

  Αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ἔχουν δυστυχῶς ἐκτεθῇ πλήρως σὲ αὐτὸ τὸ εἶδος οἰκουμενισμοῦ, καθὼς ὅλες τους διατηροῦν στενὲς οἰκουμενικὲς ἐπαφὲς μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης, πολὺ ἰσχυρότερες ἀπὸ τὶς τυπικὲς σχέσεις μὲ τὸ ΠΣΕ καὶ τὶς προτεσταντικὲς κοινότητες· σὲ ὁρισμένες μάλιστα περιπτώσεις, ὅπως στὴ Ρωσία ἐξαιτίας τῆς ἐπιρροῆς τοῦ μητροπολίτου Νικοδήμου (Ρότωφ),  φθάσανε μέχρι καὶ στὴν ἐπιτροπὴν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας (intercommunio), ἡ ὁποία εὐτυχῶς μετέπειτα ἀποσύρθηκε ἀμέσως μόλις αὐτὸ ἔγινε δυνατό.

  Ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία περίπτωση θὰ ἤθελα νὰ ξεκινήσω τὴν ἀνάλυσι τῶν σχέσεων μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικῆς. Δὲν εἶναι μυστικὸ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Νικόδημος, ὁ ἀποκαλούμενος «κόκκινος μητροπολίτης» γιὰ τὴν ἀπόλυτη πιστότητά του πρὸς τὶς κομμουνιστικὲς ἀρχές, ἄνοιξε τὴν νέαν οἰκουμενιστικὴν πορείαν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐπὶ ἐποχῆς Χρουσώφ: ἦταν μιὰ σαφὴς ὁδηγία τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΚΚΣΕ, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ὑποταγμένη σὲ αὐτή, Ἐκκλησία ὡς ὄργανον ἐξωτερικῆς προπαγάνδας, στὴν προσπάθειάν της γιὰ ἄνοιγμα πρὸς τὸν κόσμον μὲ τὴν λεγομένην ἀποσταλινοποίησι. Ὁ οἰκουμενισμὸς μὲ τὴ Ρώμη, ἡ εἴσοδος στὸ ΠΣΕ, μέχρι καὶ τὸ κοινὸν ποτήριον καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἀλλοιώσεις τῆς πίστεως, εἰσήχθησαν ἔτσι στὸ Πατριαρχεῖο ὡς συνέπεια μιᾶς συγκεκριμένης ἐπιθυμίας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία αὐτὸ ἦταν πλήρως ἐξαρτημένο μετὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν προηγουμένων δεκαετιῶν καὶ τὴν ἀνασύσταση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τὸ 1943. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸ ὑποταγμένον εἰς τὴν Δύσι Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ ὁποίου αἱ οἰκουμενιστικαὶ δραστηριότητες ἄρχισαν τὸ 1920 μὲ τοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἀγγλικανούς· πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἤδη ἀπὸ τὸν Κριμαϊκὸν Πόλεμον ἡ βρεττανικὴ πρεσβεία ἀποτελοῦσε νομικὸ προστάτη τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, καὶ εἰδικὰ στὰ χρόνια τῆς πτώσεως τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ ἔτσι τὸ Πατριαρχεῖο συνέχισε νὰ συμμετέχῃ ὅλο καὶ πιὸ ἐνεργὰ σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, καὶ νὰ ἐργάζεται στὴν πρώτην γραμμὴν γιὰ τὴν ἀλλοίωσι τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας, ὑπακούοντας στοὺς θρησκευτικοὺς κανονισμοὺς τοῦ ἀμερικανοκρατουμένου δυτικοῦ γεωπολιτικοῦ χώρου, καὶ συνεχίζει νὰ τὸ κάμῃ μέχρι σήμερα μὲ τὰ ζητήματα τὰ γνωστά.

  Ἂν ὅμως κοιτάξουμε σὲ παλαιότερες ἐποχές, τότε ποὺ ὁ οἰκουμενισμὸς ὀνομαζόταν ἀκόμη οὐνιτισμός, διαπιστώνουμε ὅτι σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἡ ὑποχώρηση τῶν οὐνιτῶν πρὸς τὴν Ρώμη εἶχε κίνητρα καθαρῶς πολιτικά, εἴτε ἐπρόκειτο γιὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν δυτικῶν Ρουθηνῶν εὐγενῶν νὰ ἀνεξαρτητοποιηθοῦν ἀπὸ τὴ Μοσχοβία, εἴτε γιὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ νὰ λάβῃ στρατιωτικὴ βοήθειαν ἐνάντια στὴν τουρκικὴ πολιορκίαν, εἴτε γιὰ ἐκείνην τοῦ Μιχαὴλ Η΄ νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν κατάστασι τῆς διαιρεμένης Αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν φραγκοκρατία.

  Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, πρόκειται γιὰ ἐπιθυμίες πολιτικῆς ἐπιτυχίας ποὺ τέθηκαν πάνω ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς πίστεως, ὑποχωρήσεις σὲ ἕνα ἀπαράδεκτο συμβιβασμὸ σὲ δογματικὰ ζητήματα μὲ σκοπὸ τὴν ἀπόκτηση κάποιου ἐγκόσμιου ὀφέλους.

  Ὅσοι δὲ ἐναντιώθηκαν σὲ αὐτὲς τὶς ἑνώσεις δὲν ἦσαν βεβαίως ἐχθροὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, οὔτε μισοῦσαν τὴν πατρίδα τους ἢ δὲν ἤθελαν νὰ τὴν βοηθήσουν. Ἀπὸ τὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ τῆς Ἐφέσου, γιὰ παράδειγμα, εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀγωνία ποὺ ἔτρεφε γιὰ τὴν τύχην τῆς Πόλεως· ἐντούτοις, ἐκεῖνος ξεκαθαρίζει ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴν ὅτι ἐὰν μιὰ ἕνωσις μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὴν Πόλιν, αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι μιὰ ἕνωσις θεμελιωμένη στὴν Ἀλήθεια, καὶ ὄχι στὴν μεσότητα καὶ στὸ ψέμα.

  Ἡ ὁδὸς τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν οὐνιτικῶν-οἰκουμενιστικῶν προσπαθειῶν ὑπῆρξε ἱστορικὰ μιὰ ὁδὸς καθόλου εὔκολη, μιὰ ὁδὸς μαρτυρικὴ καὶ ὁμολογητική, ἡ ὁποία ὁδήγησε σὲ ἀναρίθμητα βάσανα, σὲ ἐξορίες, σὲ ἀκρωτηριασμούς (ἂς σκεφτοῦ­με τὶς περιπτώσεις τῶν ὁμολογητῶν μοναχῶν Μελετίου καὶ Γαλακτίωνος, οἱ ὁποῖοι κήρυξαν αἱρετικὸ καὶ ἔκπτωτον τὸν οὐνίτη αὐτοκράτορα Μιχαήλ), μέχρι καὶ στὸ ὕψιστο μαρτύριο τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν τοῦ Πρωτάτου καὶ τῆς Μονῆς Ζωγράφου, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλησαν νὰ ὑποκύψουν στὶς πιέσεις τῶν λατινοφρόνων.

  Ὡστόσο, αὐτὴ εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς διὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς θεμελιώδους εὐαγγελικῆς ἀρχῆς τοῦ «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καὶ τοῦ «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», δηλαδὴ τῆς ὀρθῆς καὶ ἀμόλυντης ὁμολογίας τῆς πίστεως, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπεμπολῆ κανεὶς τὰ νάματα τῆς πίστεως, λόγῳ κοσμικῶν αὐταπατῶν

orthodoxostypos



Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2026

 

†Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ο Οικουμενισμός

“Ο παπισμός αποτελεί μεγάλην απειλήν δια την εν Χριστώ ελευθερίαν του ανθρώπου”

†Aρχιμανδρίτου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΨΑΝΗ, Καθηγουμένου της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους (Εκοιμήθη στις 8 Ιουνίου το 2014) 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ, δηλαδή η κίνησις δια την ένωσιν των “εκκλησιών”, όπως διεξάγεται σήμερον, φαίνεται ότι έχει ουμανιστικόν – ανθρωποκεντρικόν χαρακτήρα και όχι θεολογικόν και πνευματικόν. Παραμερίζει την Πίστιν (δόγμα) και την Παράδοσιν της Εκκλησίας και αποβλέπει περισσότερον εις πρακτικούς σκοπούς. Βλέπει την Εκκλησίαν κυρίως ως ανθρώπινον ίδρυμα, το οποίον ηνωμένον θα δυνηθή να αντιμετωπίση καλλίτερον τους εχθρούς του.

Δι’ αυτό δεν λαμβάνονται σοβαρώς υπ’ όψιν αι βασικαί διαφοραί περί την πίστιν και το πνεύμα των “εκκλησιών”, ούτε η ιστορία και η συνείδησις της Εκκλησίας. Εξ άλλου “δημιουργείται κάθε τόσο, από την μεγάλη επιθυμία για ένωση, ένας εύκολος ενθουσιασμός, που πιστεύει πως μπορεί με την συναισθηματική του θερμότητα να ρευστοποιήση την πραγματικότητα και να την ξαναπλάση χωρίς δυσκολία. Δημιουργείται ακόμα μία διπλωματική συμβιβαστική νοοτροπία, που νομίζει πως μπορεί να συμφιλιώση με αμοιβαίες υποχωρήσεις ωρισμένες δογματικές θέσεις ή γενικώτερες καταστάσεις, που κρατούν τις εκκλησίες χωρισμένες” (π. Δημήτριος Στανιλοάε). Η εκκλησιολογία, η οποία υπόκειται ως βάσις εις τον οικουμενισμόν, είναι επίσης λανθασμένη. Δεν αναγνωρίζει την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, αλλ’ ως τμήμα ή κλάδον της Καθολικής Εκκλησίας. Δι’ αυτό και πολλοί Ορθόδοξοι βλέπουν εις τον οικουμενισμόν μίαν εκκλησιολογικήν αίρεσιν χωρίς να σημαίνη ότι αναπαύονται και εις τον ζωλωτισμόν, ο οποίος αποτελεί επίσης εκκλησιολογικήν παρέκκλησιν. Οικουμενισμός και ζηλωτισμός δεν εκφράζουν την Ορθοδοξίαν. Αισθανόμεθα τον οικουμενισμόν ως κάτι που απομακρύνει την ένωσιν και μάλιστα τόσον όσον φαίνεται να την φέρη πλησίον μας. Αγαπώμεν τους ετεροδόξους χριστιανούς και δι’ αυτό θέλομεν μίαν πραγματικήν και αγίαν ένωσιν μαζί των. Δεν θέλομεν συνύπαρξιν ή μίαν ανοχήν ή μίαν ποικιλίαν “πίστεων”, διότι αυτό δεν είναι η αγάπη του Χριστού, ούτε ασφαλής και διαρκής ένωσις εις την Αγίαν Τριάδα. Θέλομεν να πιστεύωμεν ό,τι κοινωνούμεν και να κοινωνούμεν ό,τι πιστεύωμεν, τον Θεάνθρωπον Χριστόν, ολόκληρον εις ολόκληρον το Σώμα Του.

Μόνον ο όλος Θεάνθρωπος ημπορεί να σώση και τον όλον άνθρωπον. Εν ονόματι αυτού του όλου Θεανθρώπου Χριστού και του όλου Σώματός Του, της Ορθοδοξίας, δεν δυνάμεθα να διαπραγματευθώμεν “επί ίσοις όροις” με τους “παραμορφωμένους Χριστούς” των δυτικών, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών. Ούτε θέλωμεν να προδώσωμεν τον άνθρωπον, που αναμένει την σωτηρίαν του από τον όλον Θεάνθρωπον. Δι’ αυτό ημπορούμεν να ομολογήσωμεν, ημπορούμεν και να αποθάνωμεν, αλλ’ όχι να συμβιβασθώμεν. Ειδικώτερον όσον αφορά εις τον παπισμόν αισθανόμεθα, αυτό που πάντοτε ησθάνοντο οι Ορθόδοξοι, ότι παραμορφώνει την Αγίαν Τριάδα, ότι παραμερίζει τον Χριστόν, ότι δεν φανερώνει την Εκκλησίαν ως Εικόνα της Αγίας Τριάδος, αλλ’ ως ανθρωπίνην μονοκρατορίαν, ότι δίδει εις το Άγιον Πνεύμα διακοσμητικήν μόνον θέσιν. Έτσι ο άνθρωπος δεν βοηθείται και δεν σώζεται. Ο παπισμός αποτελεί μεγάλην απειλήν δια την εν Χριστώ ελευθερίαν του ανθρώπου. Η μελέτη αυτή αποτελεί μίαν διαμαρτυρίαν και μίαν ομολογίαν έναντι των Ορθοδόξων εκείνων που λησμονούν τα ανωτέρω, βιάζονται να χαρακτηρίσουν τον πάπαν ως “άγιον” και την ρωμαϊκήν εκκλησίαν ως “αγίαν” χωρίς να σκέπτωνται ότι με αυτόν τον τρόπον αδικούν περισσότερον από όλους τους δυτικούς, διότι δεν τους βοηθούν να αντιληφθούν την αυθεντίαν των. Δεν σκέπτωνται επίσης ότι με όσα λέγουν δεν εκφράζουν την πίστιν και το φρόνημα των Εκκλησιών, των οποίων προΐστανται. Αλλά και η δικαιολογία ότι όλα αυτά γίνονται “διπλωματικώς” αποτελεί ήδη μίαν πνευματικήν πτώσιν εν σχέσει προς την απαίτησιν του Ευαγγελλίου να “αληθεύωμεν εν αγάπη” (Εφ. δ’ 15) και συμβιβασμόν με το κοσμικόν πνεύμα. […] Εάν μάλιστα ημείς ως Αγιορείται ομιλήσωμεν διαφορετικά απ’ ό,τι ομίλησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι μη συλλειτουργήσαντες με τους Λατινόφρονας και θανατωθέντες Αγιορείται, ο όσιος Νικόδημος και οι λοιποί Πατέρες μας, οι εν ασκήσει και αθλήσει διαλάμψαντες, τούτο θα είναι Θεού εγκατάλειψις. Και τα οστά μας θα διασκορπισθούν με τα οστά των ανθρωπαρέσκων. (Ψαλμ. 52,6) Με αυτό το πνεύμα ας ακούσουν και οι αδελφοί μας την ταπεινήν φωνήν μας.

“Ορθόδοξος Παράδοσις και Παπισμός, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1979”

katanixi.gr



 

Μαρτυρίες Αγιασμένων Μορφών της Εκκλησίας για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

 

Μαρτυρίες Αγιασμένων Μορφών της Εκκλησίας για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

Ομιλεί* ο Αρχιμανδρίτης π. Παύλος Δημητρακόπουλος.

Να δούμε, εν ολίγοις πάλι και επί τροχάδην, τί είπαν για αυτήν την μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο μεγάλες οσιακές μορφές της εποχής μας, που και η γνώμη τους φυσικά έχει μεγάλη βαρύτητα διότι πρόκειται περί Αγίων ανθρώπων.

Σύγχρονες οσιακές μορφές της εποχής μας, παρακολουθώντας από κοντά την όλη πορεία των αλλεπαλλήλων πανορθοδόξων διασκέψεων και διαβουλεύσεων και την προετοιμασία της ‘Συνόδου της Κρήτης’, διέκριναν με τον θείο φωτισμό που είχαν μέσα τους την ολέθρια οικουμενιστική γραμμή πάνω στην οποία βάδιζε η όλη προετοιμασία. Αλλά και τα σαθρά οικουμενιστικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε η όλη προσπάθεια και προείδαν ότι η μέλλουσα να συγκληθεί ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδος’ δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια οικουμενιστική αιρετική ψευδεσύνοδος.

Ας δούμε τί είπε ο Άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Μέγας Άγιος και Ομολογητής της εποχής μας. Αυτός υπέβαλε το 1971 υπόμνημα προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Σερβικής με τίτλο: «Περί την μελετομένην μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.». Πρόκειται για ένα ιστορικής σημασίας κείμενο, λαμπράς Ορθοδόξου ομολογίας, στο οποίο ο θεοφόρος Πατήρ, επσημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Προσωπικώς δεν βλέπω ότι κατά τα σημερινάς περιστάσεις υπάρχει πράγματι αναπόφευκτος ανάγκη για την σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου. Εάν όμως υπάρχει, η παρούσα στιγμή είναι η πλέον ακατάλληλος εις την ιστορία της Εκκλησίας μας.

Πάσα νέα Οικουμενική Σύνοδος δεν θα είναι ούτε Αγία, ούτε Οικουμενική, ούτε 8η, εάν πρωτίστως δεν δεχθεί τας προγενεστέρας οικουμενικάς και ασαλεύτους αποφάσεις των.»

Διέβλεπε ο Όσιος ότι δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την σύγκληση μίας Οικουμενικής Συνόδου. Επειδή ήδη από την εποχή εκείνη κυριαρχούσε ο οικουμενισμός σε όλες σχεδόν τις Τοπικές Εκκλησίες και συνεπώς εάν επραγματοποιείτο η σύγκλησή της δεν θα ήταν Σύνοδος Αγίων Πατέρων αλλά μια ψευδοσύνοδος οικουμενιστών αρχιερέων.

Εάν όμως οι τότε περιστάσεις ήταν, κατά την εκτίμηση του Αγίου, ακατάλληλες, σκεφθείτε πόσο ακατάλληλες είναι τώρα, μετά από πεντέμιση δεκαετίες. Πόσο ακατάλληλες έγιναν σήμερα οι συνθήκες όπου η θύελλα της αιρέσεως του οικουμενισμού έχει σαρώσει τα πάντα και έχει λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Και κατακλείει το ιστορικό αυτό υπόμνημά του ο Άγιος, με τους εξής προφητικούς λόγους:

Αλλά τέλος, είναι γνωστόν και εις τους Αγγέλους και εις τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ότι εις αυτήν την αποκαλυπτικήν εποχήν είναι δύσκολο, ή μάλλον αδύνατο σε πολλούς ιεράρχες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, λόγω ανθρωπίνων αδυναμιών, να ομολογήσουν Ορθοδόξως και Αγιοπατερικώς σε αυτήν την ενδεχομένως μέλλουσα να συνέλθει ‘Οκουμενική Σύνοδο’ τα Ορθόδοξα δόγματα και τας κανονικάς αληθείας.

Ένεκα τούτου, το Ορθοδοξότερο θα ήταν να μην συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος ή τουλάχιστον, να μην συμμετάσχει κανείς σε αυτήν.

Πέντε χρόνια αργότερα το 1976 ο Άγιος Ιουστίνος, διαβλέποντας τους πικρούς καρπούς από την σύγκληση της ‘Συνόδου της Κρήτης’, θα κάνει και πάλι νέα έκκληση προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας με νέο υπόμνημα. Γράφει:

Απευθύνομαι και πάλι κατά την υπαγόρευση της συνειδήσεώς μου δια ταύτης παρακλησεώς μου και της υιικής εν προσευχή κραυγής μου προς την Ιερά Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας, όπως η Εκκλησία της Σερβίας απόσχει την συμμετοχή της εις την προπαρασκευή μιας κατ’ όνομα ‘Οικουμενικής Συνόδου’, όλως δε ιδιαιτέρως της εν αυτής συμμετοχής, εάν τελικώς συνέλθει αυτή.

Και άλλα τα οποία παραλείπω, δεν μας παίρνει ο χρόνος.

Ο ‘Οσιος Γέροντας Φιλόθεος ο Ζερβάκος, γνωστός σε όλους σας, εκοιμήθη το 1980, ο οποίος και αυτός παρακολουθούσε εναγωνίως τις εξελίξεις σχετικά με την προετοιμαζόμενη ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’. Σε απόλυτη συμφωνία με τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς γράφει σε σχετικό άρθρο του με τίτλο «Περί Οικουμενικής Συνόδου» τα εξής:

Ώστε, όλως περί τί νομίζομεν ότι είναι η σύγκληση ‘Οικουμενικής Συνόδου’ περί ζητημάτων εις τα οποία έχουν αποφανθεί δια των Ιερών Κανόνων οι θείοι Απόστολοι και θεόσοφοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας.

Τις ίδιες διαπιστώσεις κάνει σχετικά με την μελετομένη Σύνοδο, και τους ίδιους κινδύνους από ενδεχόμενη πραγματοποίηση της Συνόδου, και ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Αυτός ο οποίος ίδρυσε τον Ορθόδοξο Τύπο (την εφημερίδα) και την Πανελλήνια Ορθόδοξος Ένωση (ΠΟΕ). Γράφει:

Δυστυχώς, και η ετοιμαζόμενη ‘8η Οικουμενική Σύνοδος’ θα είναι ληστρική. (λες και τα ‘λεγε προφητικά). Εάν κρίνομεν εξ’ όσων βλέπομε μέχρι στιγμής, με την μελετόμενη να συνέλθει ‘8η Οικουμενική Σύνοδο’ μηχανεύονται οι οικουμενιστές να επικυρώσουν τους νεωτερισμούς, τους οποίους οι ίδιοι προωθούν σήμερα στην Εκκλησία. Την θέλουν σαν Σύνοδο που θα ξεθεμελιώσει τις προηγούμενες αποφάσεις των 7 Οικουμενικών Συνόδων.

Μια άλλη μεγάλη Οσιακή Πατερική μορφή, ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος, σε βαρυσήμαντο άρθρο του στη Σπίθα γράφει:

Εάν κυρία αιτία για την οποίαν συγκαλούνται Οικουμενικές Σύνοδοι είναι η αίρεση, υπάρχει πράγματι σοβαρός λόγος για να συγκληθεί ‘Οικουμενική Σύνοδος’. Και ο λόγος αυτός είναι, εκτός των άλλων πλανών και αιρέσεων, αι οποίες πρέπει να καταδικασθούν, είναι και η αίρεσις η οποία υπό διαπρεπούς αειμνήστου Ιεράρχου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ονομάστηκε αίρεσις των αιρέσεων. Το όνομα της αιρέσεως; Οικουμενισμός.

Ο αείμνηστος, πανορθοδόξου κύρους και πνευματικότητος, Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Μυτιληναίος, σε βιβλίο του με τίτλο: «Δύο ομιλίες αναφερόμενες στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων», αναφερόμενος στην μέλλουσα να συγκλιθεί ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’, είπε το 1991:

Μια τέτοια Σύνοδο δεν την κινεί το Πνεύμα το Άγιον αλλά την κινούν οι σκοτεινές δυνάμεις με επικεφαλής την μασονία. Αυτό ας γίνει δεκτό. Ναι. Γι’ αυτό και αν γίνει αυτή η Σύνοδος, θα χαρακτηρισθεί Ψευδοσύνοδος (λες και τα έλεγε προφητικά και αυτός). Δεν θα γίνει αποδεκτή. Αυτοί οι επίσκοποι που θα καθίσουν για να συζητήσουν τα θέματα αυτής της Συνόδου σε ποια κατάσταση βρίσκονται; Ορθοδοξούν ή δεν ορθοδοξούν; Απ’ όσα μπορούμε να ξέρουμε σήμερα, και εγώ και εσείς και όλοι μας, εκείνοι που θα παρακαθίσουν έχουν αλωθεί από τον οικουμενισμό. Απερίφραστα, εκτός ίσως από κάποιες εξαιρέσεις, αυτοί οι άνθρωποι δεν ορθοδοξούν. Έστω κι αν λέγονται Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι. Δεν ορθοδοξούν. Τον γνωρίζουμε τον τρόπο που κινούνται και εκφράζονται. Το γνωρίζουμε αυτό. Θα το πω άλλη μια φορά. Έχουν αλωθεί από την μασονία και τον οικουμενισμό.

Εδώ ο πατήρ Σεραφείμ (Ζήσης) κάνει σειρά ομιλιών αυτόν τον καιρό με τίτλο: «Σταδιακή μασονοποίηση της Εκκλησίας», σε πλήρη εναρμόνιση με αυτά που λέει εδώ τώρα ο πατήρ Αθανάσιος ο μακαριστός.

Και άλλα λέει, δεν θέλω γιατί πέρασε η ώρα. Θα κλείσω με αυτά που είπε μία άλλη μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της εποχής μας, ο χαρισματούχος και διορατικός Αμερικανός Ορθόδοξος Μοναχός π. Σεραφείμ Ρόουζ. Γνωστός σε όλους σας από τα βιβλία. Έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. Νομίζω εκεί στην Καλιφόρνια έζησε ο αγιασμένος αυτός Μοναχός π. Σεραφείμ. Τί λέει λοιπόν αυτός; Έγραφε το 1976:

Κρινόμενες βάσει του νηφαλίου προτύπου του αναλοιώτου της Πατερικής Ορθοδοξίας, οι προετοιμασίες για μια ‘8η Οικουμενική Σύνοδο‘, τώρα καλουμένη ως ‘Πανορθόδοξη Σύνοδος’, φανερώνονται ως ανορθόδοξες, στερούμενες σοβαρότητος και ποιμαντικά εντελώς ανεύθυνες. Τέτοιου είδους Σύνοδος είναι μία προσπάθεια ριζωμένη όχι στο Ορθόδοξο φρόνημα και στην εγκάρδια φροντίδα για την σωτηρία των ψυχών, αλλά μάλλον στο πνεύμα της εποχής. (εμείς θα λέγαμε σήμερα, στο πνεύμα της νέας εποχής) Σκοπεύει να είναι ευάρεστη όχι στον Θεό αλλά στον κόσμο και συγκεκριμένα στον ετερόδοξο κόσμο. Κρίνοντας από την εμπειρία της Βατικανής Συνόδου (που είχε προηγηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα) και τις συνέπειες αυτής στον παπισμό, τέτοια Σύνοδος εάν συγκληθεί θα παράγει βαθειά ακαταστασία και αναρχία στον Ορθόδοξο κόσμο. Η προτεινόμενη ‘Οικουμενική Σύνοδος’, κρινόμενη επί τη βάσει των προετοιμασιών που έχουν ήδη γίνει, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ληστρική Σύνοδος, μία προδοσία του Χριστού και της Εκκλησίας Του.

…………………………………………

*«Ψευδοσύνοδος της Κρήτης – στάδιο προετοιμασίας»