Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2025

 

Σκέπη των χριστιανών

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἱερὸ πρόσωπο ἡ Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται. Τιμᾶται ὅμως;”


Η Παναγία, ἀγαπητοί μου, τῆς ὁποίας τὴν Σκέπη ἑορτάζουμε, εἶνε πρόσωπο ἱ­ερό. Ἀλλ᾿ ὅπως ὁ Υἱός της ἔγινε «σημεῖον ἀντιλεγό­μενον» (Λουκ. 2,34), ἔτσι καὶ ἐκείνη ποὺ τὸν φιλο­ξένησε στοὺς ἁγίους κόλπους της ὡς ἄνθρωπο.

Μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ Παναγία εἶνε σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Ἄλλοι τὴν ὑβρίζουν καπηλικώτατα, τὴ βλα­­σφημοῦν, τὴν περιφρονοῦν· ἄλλοι ὅμως τὴν ἀ­γαποῦν, τὴ σέβονται, τὴν τιμοῦν, τὴν ὑψώ­νουν ὣς τὰ οὐράνια. Οἱ πα­πικοὶ ἔφθασαν ἀκόμη καὶ στὴν αἵρεσι τῆς «Μαριολατρίας», δηλα­δὴ νὰ τὴ λατρεύσουν ὡς θεά, ὅπως ἔκαναν γιὰ ἄλλες γυναῖκες οἱ ἀρ­χαῖοι πρόγονοί μας.

Ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκ­κλησία ἀπέχει καὶ ἀπ’ τοὺς προτεστάντες ποὺ τὴ θεωροῦν ὡς ἁ­πλῆ γυναῖ­­κα, καὶ ἀπ’ τοὺς φράγκους ποὺ τὴν ἔχουν σχε­δὸν θεοποιήσει μὲ τελετὲς καὶ ἀγάλ­ματα. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦμε τὴ μέση καὶ βασιλι­κὴ ὁδό· τὴν τιμοῦμε ὑπεράνω ὅ­λων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλ’ ὄχι ὡς Θεόν. Ἀπὸ κα­ταβολῆς μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου δὲ θὰ γεν­νηθῇ ἄλλο λογικὸ κτίσμα σὰν αὐτήν. Εἶνε ἡ «ἁ­γία ἁγίων μείζων» (Ἀκάθ. ὕμν. Ψ), ὑπερ­ά­νω τῶν ἁγί­ων ἀνδρῶν παλαιᾶς καὶ καινῆς δια­θήκης, ὑπερ­άνω πατριαρχῶν καὶ προφητῶν, ὑ­περάνω τοῦ τι­μίου Προδρόμου, ὑπεράνω πατέ­ρων καὶ μαρτύρων καὶ ὁσίων, ὑπεράνω ―προ­χω­ροῦμε― καὶ ἀγ­­γέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ναί, ἀλ­λὰ Θεὸς δὲν εἶνε. Θεὸς ἕνας εἶνε, ὁ Κύρι­ος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χρι­στός. Ὅπως στὸν οὐρανὸ ―λέ­νε οἱ πατέρες― ὑ­­π­άρχει ἕνας ἥλιος, μία σελήνη καὶ πολλὰ ἄστρα, ἔτσι στὸν πνευματικὸ οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας ἥλι­­ος πνευματικὸς ἄδυτος εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, σελήνη – πανσέληνος ἡ Παναγία, καὶ ἑκατομμύρια ἄστρα οἱ ἅγιοι. «Οὐρανὸς πολύ­φωτος ἡ ἐκκλησία ἀνεδείχθη…» (κοντ. 13ης Σεπτ.)

Τιμοῦμε λοιπὸν τὴν Παναγία μας. Καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεώς της μὲ τὸν Κύριο ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὴν ἔχουμε μεσίτρια. Ἐ­κείνη προσεύχεται διαρκῶς στὸ Χριστὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴ Γραφὴ «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη» (Ἰακ. 5, 16), πολὺ περισσότερο «ἰσχύει δέησις μη­τρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου» (Μ. Ἀπόδ.).

Ἡ Παναγία εἶνε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοτόκος, ἀλλὰ καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν Χριστι­ανῶν, «ἡ γλυκειά μας μάνα». Γι’ αὐτὸ καθένας, ὅποιος κι ἂν εἶνε καὶ σὲ ὅποια περίστασι κι ἂν βρεθῇ, ἐκείνην φωνάζει.

Ἡ Παναγία εἶνε ζωντανή. Ζῇ καὶ βασιλεύει, καὶ κάνει θαύματα, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων. Μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν παρρησία της, ἑλκύει τὸ ἔ­λεος τοῦ Θεοῦ. Τὰ θαύματά της εἶνε πολλά.

Ἕνα βιβλίο, ποὺ γνώρισε μεγάλη κυκλοφο­­ρία στὴν τουρκοκρατία, εἶνε ἡ «Ἁ­μαρτωλῶν Σω­τηρία». Ἦ­ταν τρόπον τινὰ τὸ ἀ­ναγνωστικὸ τῶν ὑ­ποδούλων καὶ ἡ μελέτη του γέννησε ἥρωες. Ὑποδεικνύει στοὺς ἁμαρτωλοὺς πῶς νὰ ζήσουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Ὑπῆρχε στὰ σπίτια τῶν Χριστια­νῶν. Τὸ διάβαζα κ’ ἐγὼ μικρὸς στὸ πατρικό μου κ᾽ ἔκλαιγα ἀπὸ συγκίνησι. Τὸ βιβλίο αὐτὸ σὲ εἰδικὸ μέρος ἐξ­ι­στορεῖ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ ἡ Παναγία.

Ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας δύο θαύματα, ἕνα παλαιὸ καὶ ἕνα νεώτερο.

* * *

Ποιό εἶνε τὸ παλαιό; Συνέβη στὴν Κωνσταν­τινούπολι στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος, ἐπὶ τῆς βα­σιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Ἀγαρηνοὶ πολιορ­κοῦσαν τὴ Βασιλεύουσα. Ὁ στρατὸς ἄ­γρυ­πνος φρουροῦσε τὰ τείχη. Καὶ ὁ λαὸς ὅ­λος ἔκανε ἀ­γρυπνία μὲ δάκρυα στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Εἶ­χαν περάσει πλέον τὰ μεσάνυ­χτα. Καὶ τότε ἔ­γινε τὸ θαῦμα. Εἶνε αὐτὸ τοῦ ὁ­ποίου τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε σήμερα. Σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ ναοῦ προσευχόταν μαζὶ μὲ ὅλους κ’ ἕ­νας ἀσκη­τής, ὁ ὅσι­ος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Αἴ­φνης τί ἔγινε; Μὲ τὴν κε­ραία τῆς πίστεως, ποὺ εἶχε ἐ­κεῖνος, εἶδε ἕ­να ὅραμα θαυμάσιο. Ἀπὸ τὰ οὐ­ράνια μέσα σὲ φῶς κατέβαινε ἡ Παναγία μας συνοδευομένη ἀπὸ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Ἦλθε στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, εἰσ­ῆλ­θε ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσ­οδο, στάθηκε μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ δεήθηκε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἔπειτα ἀ­φαίρεσε ἀ­πὸ τὴν ἁγία κεφα­λή της τὸ μαν­τήλι ποὺ φοροῦ­σε ―τότε ὅ­λες οἱ γυναῖκες φοροῦ­σαν μαν­τήλι―, ἅπλωσε αὐ­τὸ τὸ κάλυμμά της, τὸ μαφόριον ὅπως λε­γόταν, καὶ σκέπασε μ’ αὐτὸ τὸ λαό, μικροὺς καὶ μεγάλους, τὸ στρα­τὸ καὶ τοὺς ἄρχοντας, ὅλη τὴν Πόλι, καὶ τέλος ἀπεχώρησε ἐπιστρέφοντας πάλι στοὺς οὐρανούς. Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀνδρέ­ας, τὸ ἐπιβε­βαίωσε καὶ ὁ μαθητής του ἅγιος Ἐπιφάνιος ποὺ ἦταν δίπλα του. Ἡ εἴδησις μετεδόθη καὶ ἔδωσε δύναμι στοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς πόλεως. Τὴν ἐπέτειο λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ θαύματος ἑ­ορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Σκέπη, μία ἀπὸ τὶς θεομητορικὲς ἑορτές.

Ἴσως ὅμως κάποιος σκεφθῇ· ―Αὐτὰ συν­έ­βαιναν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ ἡ Παναγία τὸ ἐπανέλα­βε καὶ στὶς ἡμέρες μας. Πότε; Στὶς 28 Ὀκτωβρί­ου 1940. Ὅσοι ἤμεθα αὐτόπται, αὐτήκοοι καὶ συντελεσταὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων, ἔχου­με αἴσθησι τοῦ μεγαλείου. Τί ἔγινε τότε; Ἤχησαν οἱ σειρῆνες, σήμαναν οἱ καμπάνες, σάλπισαν οἱ σάλπιγγες. Τί ἦταν ἐκεῖνο! Μοναδικὸ φαινόμενο. Ἔφευγαν οἱ νέοι πρόθυμοι γιὰ τὸ μέτωπο, σὰ νὰ πήγαιναν σὲ γάμο. Ἔπαλλαν ἀπὸ ἐν­θουσιασμὸ γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Πορεύονταν ἐν καιρῷ νυκτός, μὲ τὰ πόδια, χωρὶς αὐ­το­κίνητα. Ἔσπευδαν νὰ δώσουν τὸ παρών. Ἂν τοὺς ἔψαχνες, εἶχαν ὅλοι σταυρουδάκι στὸ λαι­μὸ καὶ στὸ πορτοφόλι τὴν εἰ­κόνα τῆς ὑπεραγί­ας Θεοτόκου, ποὺ χάρισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρύ­σανθος μαζὶ μὲ τὴν εὐχή του. Καὶ πήγαιναν ἀ­πὸ κορυ­φὴ σὲ κορυφή. Καὶ πῆραν τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τὰ ἕνωσαν μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Εἶπαν τὸ «ΟΧΙ» ἐκεῖ­νο, τὸ πανελλήνιο, ποὺ ἔ­μεινε στὴν ἱστορία, γιατὶ ἔχει τόση ἀξία ὅση καὶ τὸ«Μολὼν λαβέ» τοῦ Λεωνίδα. Ὅσοι ὑπηρέτησαν τότε ὡς στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, θυμοῦν­ται ὅτι, ὅταν κατελήφθη ὁ Μοράβας, μπαίνον­τας στὴν Κορυτσά, οἱ στρατιῶτες μας ὅλοι, ὅ­πως ἦταν ἱδρωμένοι καὶ σκονισμένοι, πῆγαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ γονυπετεῖς αὐ­τοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς πόλεως ἔψαλαν ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ «Τῇ ὑ­περμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Κι ὅταν κα­τελάμβαναν μιὰ ψηλὴ κορυ­φὴ καὶ ὕ­ψωναν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, πάλι «Τῇ ὑ­περμά­χῳ Στρα­τηγῷ…» ἔψαλλαν. Καὶ κάτι ἄλ­λο θαυμαστό, ποὺ ἔμαθα· ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀσκηταί, ποὺ ἔγιναν μοναχοὶ ἀκριβῶς δι­ότι ὡς στρα­τιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ εἶδαν τὸ θαῦ­μα τῆς Παναγίας, εἶδαν πάνω στὶς ψηλὲς κορυ­φὲς τὴν ἴδια τὴν Παναγία μας. Τὴν εἶδαν, ὅπως τὴν εἶ­δε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἀσκητὴς στὸ ναὸ τῶν Βλαχερῶν. Ὤ ἡμέρες δόξης τότε, ποὺ τὸ ἔθνος μας προκάλεσε τὸν παγκόσμιο θαυμασμό!…

* * *

Ἱερὸ πρόσωπο ἡ Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται. Τιμᾶται ὅμως;

Ὤ, ἐδῶ μοῦ ἔρχεται νὰ κλάψω. Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό. Ἂν εἴχαμε, στὴν Ἑλλάδα δὲν θ’ ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια τῆς Παναγίας. Τώρα, ἂν τολμήσῃς καὶ βρίσῃς τὴ γυναῖ­κα τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας ἢ τὸν ἴδιο ἢ τὸν πρωθυπουργὸ ἢ τὸν ἀρχηγὸ κάποιου κόμματος, πᾷς δυὸ χρόνια φυλακή. Δὲν εἴμεθα ἀναρχικοὶ οὔτε συνιστοῦμε ἀπειθαρχία. Εἴμεθα νομοταγεῖς. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν πῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ ἐξελέγησαν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, εἶνε μὲν ἄξια τιμῆς, ἀλλὰ μπρο­στὰ στὸ Χριστὸ καὶ μπροστὰ στὴν Παναγία ―ἐὰν πιστεύουμε― εἶνε πελώρια μηδενικά. Ἐν τούτοις βλέπεις τὸ δικαστὴ καί, ὅταν ἀκούσῃ ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν Παναγία, γελάει ἐπὶ τῆς ἕδρας του. Ἂν ἀκούσῃ, ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν κυρία προέδρου δημοκρατίας, ἄ τότε πέφτει τιμωρία!…. Νά ἡ ἁμαρτία μας· παύσαμε νὰ λατρεύουμε τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ νὰ τιμοῦμε τὴν Παναγία, καὶ κάναμε Θεὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιγείων ἀρχόντων.

Βλαστημοῦν δυστυχῶς οἱ Ἕλληνες. Εἴμεθα τὸ πλέον βλάσφημο κράτος. Κ᾽ ἔπειτα ἀποροῦ­με γιατί γίνεται σεισμός. Κ᾽ ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔπεσαν ἀκόμη καὶ τ’ ἀστέρια ἀπὸ τὸν οὐ­ρανὸ νὰ μᾶς κατακαύσουν.

Ἀλλὰ ἵλεως γενοῦ, Κύριε. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ κακό. Δὲν ἁμαρτάνει μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει· ἁμαρτάνεις κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς ἀδιάφορος. Ὁ Πλάτων εἶπε ὅτι «τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης οὐδείς πρέπει νὰ μένῃ ἀπαθής». Κ’ ἐμεῖς λέμε· τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἱερῶν προσώπων ὑβριζομένων, ἀφείλεις ―ἂν πιστεύῃς― νὰ διαμαρτυρηθῇς, ὅπως τοὐλάχιστον θὰ διεμαρτύρεσο ἐὰν κάποιος ἔλεγε τὴ μητέρα σου πόρνη. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· «Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν βλαστημήσῃς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ».

Τελειώνω, ἀγαπητοί μου, μὲ μία θερμὴ προτροπή. Κανείς μὰ κανείς νὰ μὴν ἀνεχώμεθα νὰ βλαστημάῃ τὰ θεῖα στὸν τόπο μας. Ἂς δημιουρ­γηθοῦν ἀντιβλασφημικὲς ὁμάδες, ὥστε ὁ κάθε βλάσφημος νὰ φιμώνεται. Καὶ τότε πᾶν στόμα καὶ πᾶσα γλῶσσα θὰ ὑμνῇ τὴν Παναγία Παρθένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Στον ιερό ναὸ Ἁγίας Σκέπης Πτολεμαΐδος, Δευτέρα 27-10-1986 ἑσπέρας)



 

 

Δώστε μου έναν άγιο!

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16)


Εορτὴ σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἄντρες γυναῖ­κες καὶ παιδιά. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἔχει κάθε μέρα ἑορτή, κάποιον ἅγιο ἑορτάζει. Τρι­ακόσες ἑξήντα πέντε μέρες ἔχει τὸ ἔτος, τρι­ακόσες ἑξήντα πέντε ἑορτὲς ὑπάρχουν. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος, ἄλλοτε ἑ­­ορτάζουν δύο, ἄλλοτε τρεῖς, ἄλ­λοτε σαράντα, ἄλ­λοτε ἑκατό, ἄλλοτε χίλιοι, ἄλλοτε δυὸ χιλιάδες – τρεῖς χιλιάδες ἅγιοι τῆς πίστεώς μας. Εἶ­νε δη­λαδὴ ἀμέτρητοι σὰν τὰ ἄστρα τ᾽ οὐρανοῦ.

Μεταξὺ τῶν ἁγίων, σὰν ἀστέρι πρώτου μεγέ­θους, λάμπει στὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο ἂς ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα, τί εἶνε ἅγιος; Ἅγιος θὰ πῇ καθαρός, καθα­ρὸς ἀπὸ κάθε μο­λυσμό, μο­λυσμὸ ἁμαρτίας, γιατὶ αὐτή εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀκαθαρσία.

Οἱ ἅ­γιοι εἶνε καθαροὶ ἀπὸ ἁμαρτία σὲ σχετι­­κὸ βα­θμό· στὸν ἀπόλυτο βαθμὸ ἕνας μό­νο εἶ­νε καὶ λέ­γεται ἅγιος ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Θεάνθρω­πος Ἰησοῦς Χριστός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰ­ησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀ­μήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.). Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀπολύτως Ἅγιος.

Ἅγιοι σὲ σχετικὸ βαθμὸ ἔγιναν ἄν­θρωποι ἀπὸ κάθε τάξι καὶ ἐπάγγελμα, καὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά. Ἅγιοι δὲν εἶνε μόνο καλό­γεροι καὶ κληρικοί· κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ ἅγιος. Αὐτὸ εἶνε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ βλέπουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων. Ἅ­γιοι π.χ. ἦταν βοσκοί, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἄ­κουσαν τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη…» (Λουκ. 2,14) κι ὅπως ὁ ἅγιος Σπυρίδων· ἅ­γιοι ἦταν γεωργοὶ ὅπως ὁ ἅγιος Τρύφων, ῥάφτες, οἰκοδό­μοι, ἀρτοποιοὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ἀπὸ κάθε ἐπάγ­γελμα. Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ· δέχεται τοὺς ταπεινοὺς τῆς γῆς. Ἔχω γράψει ἕνα βιβλίο «Ἅγιοι ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα»· σᾶς συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσετε.

Δὲν ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, τάξις ἀπ᾽ τὴν ὁ­­­ποία νὰ μὴν ἀναδείχθηκε κάποιος ἅγιος. Καὶ ἀπόδειξις ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ ἅγιος Δημήτρι­ος. Τί ἦταν; Δὲν ἦταν παπᾶς οὔτε καλόγερος, δὲν ἔ­ζησε σὲ ἀσκητήρια καὶ σπηλιές, δὲν κρατοῦ­σε κομποσχοίνια. Ἦταν λαϊκός, ζοῦσε μέσα στὴ διεφθαρμένη εἰδωλολατρικὴ κοινωνία τῆς Θεσσαλονίκης ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ ῥω­μαϊκοῦ στρατοῦ, καὶ μὲ τὴν ἀνδρεία του εἶχε ἀνεβῆ ὅλους τοὺς βαθμοὺς καὶ εἶχε φθάσει στὸ ἀξίωμα τοῦ χιλιάρχου, εἶχε γίνει δηλα­δὴ στρατηγός. Ἀλλὰ στὴν καρδιά του, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν οἱ ἄλλοι, εἶχε τὸ Χριστό. Ὅταν ὅμως κηρύχθηκε διωγμὸς ἐναντίον τῶν Χριστια­νῶν, τὸν κατήγγειλαν ὅτι εἶνε Χριστιανὸς καὶ συν­ελήφθη. Ὡμολόγησε τὴν πίστι του στὸ Χριστό, τὸν καθαίρεσαν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸν ἔρριξαν δεμένο στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕως ὅ­του ἦρθε ἡ εὐλογημένη ὥρα ποὺ μὲ λόγχες μαρτύρησε γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸς μὲ συντομία εἶνε ὁ βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ καλεῖ κ᾽ ἐμᾶς νὰ τὸν μιμηθοῦμε.

Σήμερα ἂν μᾶς ποῦν, Πιστεύεις στὸ Χριστό; δὲν στοι­χίζει τίποτα νὰ ποῦμε Πιστεύω. Τότε στοίχιζε· ἂν ἔ­λεγες Πιστεύω, μαρτυροῦσες.

* * *

Κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, καλούμεθα νὰ γίνουμε ἅ­γιοι. Κι ἀλλοίμονό μας ἂν δὲν γίνου­με, δι­ότι εἶνε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ· «Ἅ­γιοι γίνεσθε, ὅτι ἐ­γὼ ἅ­γιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16). Καλούμεθα νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ δεχτοῦ­με τὴ θεία χάρι, γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο. Οἱ πολλοὶ νιώθουν μόνο τὴ σωματικὴ ἀκαθαρ­σία, γιὰ τὴν πνευματικὴ δὲν φροντίζουν.

Ὅλοι πρέπει ν᾽ ἀποκτή­σουμε τὴν ἁ­γιότητα. Μὰ πῶς; θὰ πῆτε· ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, καὶ μιὰ μέρα ἀ­κόμα νά ᾽νε ἡ ζωή του, θὰ ῥυπωθῇ (βλ. Ἰὼβ 14,4-5). Ὑπάρχει τρόπος;

Ὑπάρχει· μὲ τὴν ἐξομολόγησι. Συνάντησα μιὰ φορὰ κάποιον ἀ­νώτερο ὑ­πάλληλο τοῦ κρά­τους· ἦταν ἑξήντα χρονῶν, εἶ­χε πάθει ἔμφρα­γμα καὶ κινδύνευε ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα νὰ πεθά­νῃ. Τὸν ρώτη­σα· –Ἔ­χεις βαπτι­σθῆ; –Πῶς, λέει, βε­βαίως. –Ἔχεις ἐξομολογηθῆ; –Ὄχι. –Οὔ­τε ὅ­ταν ἤσουν παιδί; –Πο­τέ. –Ξέρεις λοιπὸν πῶς μοιάζεις τώρα; σὰ νὰ μὴν ἔχῃς πλύνει ποτέ τὰ ροῦχα σου, σὰ νὰ φο­ρᾷς μιὰ ζωὴ ἄπλυτο τὸ ἴ­­διο πουκάμισο… Εἴδατε; κάθε βδομάδα ἀλλάζουμε καὶ πλένουμε τὰ ροῦχα μας· κανείς δὲν φοράει συνεχῶς τὸ ἴδιο ροῦχο. Γιά φανταστῆ­­τε ἕναν ἄνθρωπο νά ᾽χῃ τὸ πουκάμισό του τρι­­άντα χρό­νια ἄπλυτο· θὰ βρωμάῃ, δὲν θὰ μπο­ρῇ νὰ τὸν πλησιάσῃ κανείς. Ὅπως λοιπὸν τὰ ροῦχα μας τὰ ῥίχνουμε στὸ πλυν­τήριο καὶ τὰ πλένουμε καὶ χαιρόμαστε ποὺ φοροῦμε κα­θαρά, ἔτσι θέλει καὶ ἡ ψυχή μας. Εἶνε ἀκάθαρτη, πρέπει νὰ τὴν πλύνουμε. Καὶ μὲ ποιό τρόπο πλέ­­νεται; μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογή­σεως. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα, ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται καὶ γίνεται ἅγιος.

Ἀκούω ὅμως ἀντιρρήσεις· Ἅγιοι γίνονταν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Λάθος. Ἡ ἁγιότης εἶνε βέβαια θαῦμα. Ἄν­θρωπος θνητός, ποὺ ζῇ μέσα στὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ ἐκτελεῖ τὶς ἐν­­τολὲς τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔχει μέσα του ἀ­γάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον κ᾽ εἶνε ἕτοιμος καὶ τὴ ζωή του νὰ δώσῃ γιὰ τὸ Χριστό, ἕ­νας τέτοιος ἄν­θρωπος εἶνε ἕνα θαῦμα, μεγά­λο θαῦμα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἔ­παυσε νὰ θαυμα­τουργῇ· συνεχίζει. Ὄχι μόνο στὴν ἐ­ποχὴ τῶν ἀ­ποστόλων, στὴν ἐποχὴ τῶν διω­γμῶν καὶ τῶν μαρτύρων, στὴν ἐποχὴ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ὁ­σίων· καὶ μέχρι σήμερα ἀναδεικνύ­ει ἁγίους. Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τὴ μεγαλύτερη ἀπόδειξι ὅ­τι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.

Καὶ σήμερα, στὸν αἰῶνα μας, ὄχι «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», καὶ παντοῦ πάνω στὴ γῆ ὑπάρχουν ἅ­γιοι. Στὶς ἡμέρες μας ἐδῶ στὴν πατρίδα μας ἁγίασε ὁ ἅγιος Νεκτάριος· στὸν πιὸ διεφθαρμέ­νο αἰῶνα κάνει θαύματα. Καὶ μόνο στὴν Ἑλ­λάδα; Καὶ στὴ ῾Ρωσία, στὸ διάστημα τῶν ἑ­βδομήντα ἐτῶν ποὺ ἄθεοι κυβερνῆται δίωκαν ἐ­κεῖ τὴν Ἐκκλησία, πλῆθος ἄντρες καὶ γυναῖ­κες ἁγίασαν μέσα σὲ στρατόπεδα, ὀρυχεῖα ἢ ψυχιατρεῖα· φυλακίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, μαρτύρησαν γιὰ τὸ Χριστό, καὶ τώρα ποὺ δόθηκε ἐλευθερία θ᾽ ἀνακηρυχθοῦν νέοι ἅγιοι.

Ἁγιότης! αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη ἀνάγκη τοῦ κόσμου. Πρὶν διακόσα – τριακόσα χρόνια εἴχαμε σκλαβιά. Οἱ πρόγονοί μας δὲν εἶχαν σπίτια σὰν τὰ σημερινά· ἦρθε τότε καὶ περιώδευσε στὴ Μακεδονία μας ἕνας ξένος καὶ τοὺς εἶδε νὰ κατοικοῦν μέσα σὲ καλύβες. Δὲν εἶχαν ῥαδιόφωνα, πλυντήρια, τηλεοράσεις, τὰ μέσα αὐτὰ τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ. Τί εἶχαν ὅμως; εἶχαν ἁγιότητα, ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι. Τὸ διαζύγιο ἐπὶ ἑκατὸ χρόνια στὴ Μακεδονία ἦταν ἄγνωστο, ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία προκαλοῦ­σαν φρίκη, οὔτε ἕνας δὲ βλαστημοῦσε. Τώρα πέ­σαμε σὲ ἄβυσσο κακίας, σὲ ἐγκλήματα τρομε­ρὰ καὶ ἀπαίσια. Γιατί; Διότι ἔφυγε ἡ ἁγιότης.

* * *

Ξέρετε, ἀγαπητοί μου, γιατί ἀναστενάζουμε ὅλοι; Γιατὶ δὲν εἴμαστε ἅγιοι, εἴμαστε ἁμαρ­τωλοί· αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος ἀναστενα­­­γμός μας. Τὸ καταλαβαίνουμε. Ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς μας, ῥίχνουμε ἕνα βλέμμα καὶ διαπιστώνουμε, ὅτι ἀπ᾽ τὰ μικρά μας χρόνια μέχρι τώρα δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο ἀπ᾽ τὸ νὰ ἁ­μαρτάνουμε, ἄλλος μὲ τὸν ἕνα καὶ ἄλλος μὲ τὸν ἄλλο τρόπο· τὰ πάθη μᾶς δυναστεύουν.

Παιδί μου, νὰ γίνῃς ἅγιος. Μεγάλο πρᾶγμα! Κόσμε ἁμαρτωλέ, κόσμε τῆς «ἐπιστήμης» καὶ τῶν «γραμμάτων», δῶστε μου ἕναν ἅγιο! Ὅσο ἀξίζει ἕνας ἅγιος, δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ ντουνιᾶς. Ἅγιοι νὰ γίνουμε. Ἅγια τὰ παιδιά, ἅγι­ες οἱ γυναῖκες, ἅγιοι οἱ ἄντρες, ἅγιοι μικροὶ καὶ μεγάλοι. Καὶ τότε δῶστε μου μιὰ ψυχή, μιὰ οἰκογένεια, ἕνα χωριὸ ἢ μιὰ πόλι ποὺ νὰ ὑ­πάρχῃ ἁ­γιότης· ἐκεῖ θὰ βασιλεύῃ ἡ εὐτυχία. Ἂς μὴν ἔ­χουν τὰ δολλάρια τῶν Ἀμερικάνων καὶ τὶς λί­ρες τῶν Ἄγγλων καὶ τὰ ῥούβλια τῶν Ρώσων, ἂς μὴν ἔχουν χρυσὸ καὶ ἄργυρο· ὅσο ἀξίζει ἕνα δράμι, ἕνα γραμμάριο ἁγιότητος, δὲν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος.

Ἂς ἐπιδιώξουμε τὴν ἁγιότητα. Ἀπὸ μᾶς ἐξ­αρτᾶται. Ἂς πᾶμε στὸ πλυντήριο, στὴν ἱερὰ ἐξ­ομολόγησι. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν πέρασε ἀ­πὸ τὸ βάπτισμα δὲν εἶνε Χριστιανός, ἔτσι κι αὐ­­τὸς ποὺ δὲν περνάει ἀπὸ τὸ δεύτερο βάπτισμα, τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι, δὲν εἶ­νε Χριστιανός. Δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς διότι ἁμαρτάνουμε, τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀνθρώπι­νο· θὰ μᾶς δικάσῃ διότι δὲν μετανοοῦμε. Καὶ ὅλοι μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ μετανοήσουμε. Μόνο ἕνας δὲν μετανοεῖ, ὁ σατανᾶς.

Παρακαλῶ λοιπὸν ὅλους νὰ πᾶτε στὸν πνευ­­ματικὸ πατέρα. Ἕνα δάκρυ, ποὺ πέφτει ἀπὸ τὰ μάτια τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως, γίνεται Ἰ­ορδάνης ποταμὸς μέσα στὸν ὁποῖο πλένεται ὁ ἄνθρωπος καὶ γίνεται ἅγιος. Νὰ πᾶτε ὅλοι, ἀπ᾽ τὰ μικρὰ παιδιὰ μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη γέ­ροντα. Κι ὅταν βγῆτε ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησι, θὰ αἰσθανθῆτε χαρὰ καὶ ἀνακούφισι, ἕνα βουνὸ θὰ φύγῃ ἀπὸ πάνω σας. Ἔτσι θὰ ἐκπληρώσετε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Δημητρίου Κ. Καλλινίκης – Φλωρίνης τὴν Πέμπτη 26-10-1989



 

 

Υπόδειγμα ηρωϊκής πίστεως

 


26 Οκτ 2025

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

Τοῦ ἁγίου Δημητρίου – 26 Ὀκτωβρίου


ΣΗΜΕΡΑ 26 Ὀκτωβρίου εἶνε ἑορτὴ μεγάλη. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὄχι μόνο στὴν Ἑλ­λάδα ἀλλὰ παντοῦ, τὴν τιμᾷ. Διότι παντοῦ ὑπάρ­χουν Δημήτριοι, ἀκόμη καὶ γυναῖκες Δήμητρες, καὶ ἑορτάζουν τὸν μεγαλομάρτυρα ἅγιο Δημήτριο.

 

Τί ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος; Ἄνθρωπος ἦ­ταν καὶ αὐτὸς ὅπως ἐμεῖς, δὲν διέφερε. Κάθε ἄνθρωπος ὅμως ἔχει θέλησι. Καὶ ἂν κάνῃ κα­λὴ χρῆσι τῆς θελήσεώς του, μπορεῖ νὰ φτάσῃ μέ­χρι τὰ οὐράνια· ἂν κάνῃ κα­κὴ χρῆσι, μπορεῖ νὰ κατρακυλίσῃ μέχρι τὸν ᾅδη. Ἂν θέλῃ γίνεται ἄγγελος, ἂν θέλῃ γίνεται σατανᾶς. Κ’ εἶ­νε στι­γμὲς ποὺ φτάνει πολὺ ψηλά, εἶνε στιγμὲς ποὺ πέφτει πολὺ χαμηλά, ἀηδιάζει τὸν ἑαυτό του, γίνεται χειρότερος ἀπὸ τὸ δαίμονα. Γι’ αὐτὸ γέ­μισε ὁ κόσμος τώρα ἀπὸ δαιμονιζομένους.

Ὁ ἅγιος Δημήτριος γεννήθηκε στὴ Θεσσα­λονίκη ἀπὸ ἐκλεκτὴ οἰκογένεια περὶ τὸ 300 μ.Χ., ὅταν στὴν αὐτοκρατο­ρία βασίλευε ἕνας τύραννος, ὁ Διοκλητιανός. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν στρατιωτικός, γενναῖος ἀ­ξιωματικός. Ἐ­κεῖνο ὅμως ποὺ τὸν διέκρινε ἀπὸ τοὺς συναδέλφους του ἦταν – ποιό· ὅτι πίστευε στὸ Χρι­­στό, ὅτι αὐτὸς βασιλεύει, εἶνε ὁ κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος. Πίστευε μὲ ὅλη τὴν καρδιά του, κι αὐτὸ ποὺ πίστευε δὲν τὸ ἔκρυβε.

Τώρα σπάνια θὰ συναντήσῃς Χριστιανὸ νὰ ὁμολογῇ τὸ Χριστό. Ἔρχονται στὴν ἐκκλησία, προσκυνοῦν, ἀνάβουν κεριά, κ.λπ., ἀλλὰ με­τὰ ἔξω τίποτα. Πουθενὰ δὲν ἐκδηλώνονται. Φοβοῦνται καὶ τὸ σταυρό τους ἀκόμη νὰ κάνουν, ντρέπονται καὶ νὰ ποῦν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ εἶνε ἀνάξιοι νὰ λέγωνται Χριστιανοί. Τέτοια δειλία καὶ ἀνανδρία ἐπικρατεῖ. Ἢ πιστεύεις, κύριε, ἢ δὲν πιστεύεις! Ἐὰν δὲν πιστεύῃς, τότε ἑνώσου μὲ τοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους καὶ πολέμησε ὅ,τι ὑψηλὸ καὶ ὡ­ραῖο ὑπάρχει. Ἂν πιστεύῃς ὅμως, αὐτὸ ποὺ πιστεύ­εις νὰ τὸ καμαρώνῃς καὶ νὰ τὸ διακηρύττῃς.

Αὐτὸ ποὺ πίστευε λοιπὸν ὁ ἅγιος Δημήτρι­ος τὸ ἐκήρυττε φανερά, παντοῦ, καὶ προσπαθοῦ­­σε νὰ ἑλκύσῃ κι ἄλλους στὸ Χριστό. Κάθε πρωῒ παρακαλοῦσε· Κύριε, κάνε νὰ γίνουν κι ἄλ­­­λοι Χριστιανοί! Λένε μάλιστα, ὅτι δὲν ἡσύχα­ζε ἐὰν δὲν ἔκανε τοὐλάχιστον ἕνα καινούρ­γιο Χρι­στιανὸ τὴν κάθε ἡμέρα. Πρὸ παντὸς προσπαθοῦσε νὰ φέρῃ στὸ Χριστὸ παιδιὰ καὶ νέους. Καὶ μεταξὺ τῶν νέων ποὺ ἐκέρδισε εἰς Χριστὸν ἦταν καὶ ἕνας ποὺ ὠνομάζετο Νέστωρ.

Αὐτὴ ἦταν ἡ δρᾶσι του ὅταν κηρύχθηκε δι­ωγμός. Ὅποιος ἐκήρυττε Ἰησοῦν Χριστὸν κα­τεδιώκετο· καὶ μεταξὺ τῶν πρώτων ποὺ συν­ελήφθησαν ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος. Τοῦ εἶ­παν· ―Ἀρνήσου τὸ Χριστό, βλαστήμησέ τον. ―Ὄχι. ―Βλαστήμησε τὸ Χριστό. ―Ὄχι. ―Βλα­στήμησε τὸ Χριστό. ―Ὄχι. Ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε, τὸν καθαίρεσαν ἀπὸ τὸ στρατιωτι­κό του ἀξίωμα, τὸν ἔκαναν ἁπλὸ πολίτη, καὶ τὸν ἔβαλαν στὴ φυλακή.

Ἐνῷ ὅμως βρισκόταν στὸ κελλί, δέχθηκε μία ἐπίσκεψι. Ἀνοίγει ἡ πόρτα καὶ μπαίνει ὁ Νέστωρ. ―Δάσκαλε, φέρ­νω δυσάρεστα νέα. ―Τί συμβαίνει, παιδί μου; ―Ἡ Θεσσαλονίκη εἶ­­νε ἀνάστατος. Ἄντρες γυναῖ­κες παιδιὰ συγ­κεντρώνονται στὸ στάδιο καὶ βλέπουν ἀγῶνες. Ἐκεῖ παρουσιάστηκε ἕνας γιγαντιαῖος σι­δηρό­φρακτος εἰδωλολάτρης ποὺ λέγεται Λυαῖος. Εἶνε τὸ καύχημα καὶ καμάρι τῶν ἐ­χθρῶν τοῦ Χριστοῦ. Κάθε μέρα ὁ κήρυκας φωνάζει· Ὅ­ποιος Χριστιανὸς θέλει, ἂς ἔρ­θῃ νὰ παλέψῃ μὲ τὸ Λυαῖο!… Τόσες μέρες τώρα κανείς δὲν παρουσιάζεται, καὶ ὅλοι μᾶς  χλευάζουν. Δὲν τὸ ἀνέχομαι. Θέλω νὰ ξεπλύ­νω τὸ ὄνειδος αὐ­τό, θέλω νὰ μονομαχήσω μὲ τὸ Λυαῖο, καὶ ζητῶ τὴν εὐχή σου. Ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν τὸν ἀπέτρεψε. Τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ εἶπε· ―«Ὕπαγε· καὶ Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις»· καὶ τὸ Λυαῖο θὰ νικήσῃς, ἀλλὰ καὶ θὰ μαρτυρήσῃς γιὰ τὸ Χριστό.

Ὡπλισμένος ὁ Νέστωρ μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἁ­γίου διδασκάλου του, νάτος τώρα κατεβαίνει στὸ στίβο φτερωτός. Ὁ κῆρυξ φωνάζει· ―Ποιός Χριστιανὸς θέλει νὰ μονομαχήσῃ μὲ τὸ Λυαῖο; ―Ἐγώ, φωνάζει ὁ νέος. Στρέφονται ὅλοι καὶ βλέπουν ἕνα παιδάριο. ―Ἐσύ, τοῦ λένε, θὰ τὰ βάλῃς μὲ τὸ γίγαντα; Δὲ λυπᾶσαι τὰ νιᾶτα σου; Μ᾽ ἕνα χτύπημα θὰ σὲ ξαπλώσῃ κατὰ γῆς. Λυπήσου τὴ ζωή σου… Αὐτὸς ὅμως εἶνε ἀ­ποφασισμένος, καὶ ἔτσι οἱ δύο ἀντίπαλοι παρατάσσονται. Καὶ ἐνῷ ὅλοι, τὸ πλῆθος τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ οἱ λίγοι Χριστιανοί, κρατοῦν τὴν ἀναπνοή τους, ὁ Νέστωρ ὁρμᾷ καὶ φωνάζοντας «Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοι», δίνει ἕνα καίριο πλῆγμα στὸ γίγαντα καὶ τὸν ῥίχνει κάτω μὲ γδοῦπο. Αὐτὸ ἦταν ἕνας θρί­αμβος τοῦ χριστιανισμοῦ τὴν ἡμέρα ἐκείνη.

Ἐν συνεχείᾳ ὅμως ὁ Νέστωρ μαρτύρησε. Τὸν συλλαμβάνουν, τοῦ ζητοῦν νὰ βλαστη­μή­σῃ τὸ Χριστό. Δὲν βλαστημᾷ, κ’ ἔτσι τὸν θανατώνουν.

Μετὰ πηγαίνουν στὴ φυλακή, στὸ κελλὶ τοῦ διδασκάλου. Μὲ τὶς λόγχες τρυποῦν τὸν Δημήτριο στὴν πλευρά, καὶ τελειώνει μαρτυρι­κῶς τὸν δρόμο του. Ὁ τάφος του ἀνέβλυσε μύρο· γι᾽ αὐτὸ λέ­γεται μυροβλήτης. Πάνω στὸν τάφο του κτίστηκε ἔπειτα μεγαλοπρε­πὴς ναός, ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, ποὺ ἑορτάζει σήμερα.
Πολλὰ καὶ μεγάλα θαύματα ἔκανε ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἕνα μόνο σᾶς θυμίζω. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε. Διότι τέτοια ἅγια ἡμέρα, 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἔκανε τὸ θαῦμα του. Τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος φώναζαν στὶς μεραρχίες καὶ στὰ τάγματα· Ἅγιε Δημήτριε, κάνε τὸ θαῦμα σου! Καὶ πράγματι τὴν ἡ­μέρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὕψωσαν τὴ σημαία μας ἐπάνω στὸ Λευκὸ Πύργο! Δὲν εἶνε θαῦμα αὐτό;

* * *

Τὸ συμπέρασμα ποιό εἶνε; Οἱ ἅγιοι εἶνε ὑ­ποδείγματα. Τόσο ὁ ἅγιος Δημήτριος ὅσο καὶ ὁ ἅγιος Νέστωρ εἶνε ὑποδείγματα πίστεως, ποὺ πρέπει κ’ ἐμεῖς νὰ μιμηθοῦμε ὅσο ζοῦμε σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε.

Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· πιστεύουμε; Μὲ τὰ λόγια πιστεύουμε, τὰ πράγματα ὅμως ἀποδει­κνύουν ὅτι δὲν ἔχουμε οὔτε λίγη ἀπὸ τὴν πίστι ποὺ εἶχαν οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι. Ἂν γίνῃ δι­ω­γμὸς ―καὶ θὰ γίνῃ διωγμός― ὅπως ἔγινε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, δὲν ξέρω πόσοι ἀπὸ τοὺς λεγομένους Χριστιανοὺς θὰ μείνουν πιστοὶ στὸ Χριστό.

Θὰ πέσῃ κόσκινο. Ἔρχεται ὁ ἀντίχριστος. Τὸ νούμερό του, τὸ 666, ἔχει σημασία. Καὶ οἱ ταυτότητες μὲ τὸ 666 εἶνε μέσα στὸ πρόγραμ­μα τῆς κυριαρχίας του. Μὴν πάρῃ κανείς τέτοια ταυτότητα. Εἶνε σημάδι τοῦ ἀντιχρίστου. Αὐτὸς θὰ σείσῃ τὴν οἰκουμένη, θὰ κοσκινίσῃ μικροὺς καὶ μεγάλους, καὶ ἄρχοντες καὶ ἀρ­χομένους, καὶ γυναῖκες καὶ ἄντρες καὶ παιδιά. Θὰ προσπαθήσῃ νὰ σφραγίσῃ ὅλους. Ἐ­μεῖς μία σφραγῖδα ἔχουμε, τὴ σφραγῖδα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Θὰ προσπαθήσῃ ὁ ἀντίχριστος νὰ σφραγίσῃ τὸν κόσμο μὲ τὴ σφρα­γῖ­δα τοῦ σατανᾶ. Καὶ τότε μέσ᾽ στοὺς χίλιους ἕνας, μόνο ἕνας, θ’ ἀντισταθῇ!

Εἶνε ὑπερβολικὸς ὁ λόγος μου; Δὲν εἶνε. Διότι πόση ἀντίστασι δείχνουν οἱ σημερινοὶ Χριστι­ανοὶ ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς Χριστιανοὺς τῶν πρώτων αἰώνων; Σ’ ἐκείνους τὸ μαχαί­ρι ἔ­βαζαν στὸ λαιμὸ γιὰ νὰ βλαστημήσουν, καὶ δὲ βλα­στημοῦσαν· οἱ σημερινοὶ βλαστημοῦν χω­ρὶς νὰ τοὺς ἀναγκάζῃ κανείς. Ποιός τοῦ βάζει τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ ψευδοχριστιανοῦ καὶ βλαστημᾷ; Ἐὰν λοιπὸν τώρα χωρὶς μαχαίρι, χωρὶς διωγμό, βλαστημοῦν, φαντάσου τί θὰ γίνῃ ὅταν ἔλθῃ ὁ ἀντίχριστος…

Ἐμεῖς τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ πιστέψουμε. Ἂς παρακαλέσουμε· Δός μας, Κύριε, τὴν πίστι! τὴν πίστι ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ ὁ ἅγιος Νέστωρ, τὴν πίστι ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας· τετρακόσα χρόνια ἔζησαν κάτω ἀπ’ τὴν Τουρκιά, μὲ τὸ μαχαίρι στὸ λαιμό, καὶ δὲν ἀρνήθηκαν τὸ Χριστό. Κ’ ἐμεῖς, ἂν γί­νῃ διω­γμός, νὰ μείνουμε ὅλοι πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι. Τὰ λεφτά μας ἂς τὰ πάρουν οἱ ἀντίχριστοι, τὰ σπίτια μας ἂς τὰ πάρουν, τὰ χωρά­φια μας ἂς τὰ πάρουν, τὰ ζῷα μας ἂς τὰ πάρουν, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· τὴν πίστι μας ὅμως στὸ Χριστὸ ὄχι! Νά τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ· «Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζονται. Αὐτὰ τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρῃ, ἐκτὸς καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴ τὰ χάσετε».

Εἴθε, ἀγαπητοί μου, ὅσοι ἀ­κοῦτε τὰ λόγια αὐτά, παιδιὰ γυναῖκες καὶ ἄντρες ποὺ τιμᾶτε σήμερα τὸν ἅγιο Δημήτριο, εἴθε κανείς νὰ μὴ γίνῃ προδότης. Νὰ μείνουμε ὅλοι πιστοί. Κι ἂν ἀκόμη ἔρθουν χρόνια κατηραμένα ―καὶ θὰ ἔρθουν―, καὶ πάνω στὴ γῆ μείνῃ ἕνας Χριστιανός, ἕνας μόνο νὰ μείνῃ, φτάνει αὐτός. Αὐτὸς ὁ ἕνας θὰ νικήσῃ. Θὰ νικήσῃ ὁ ἕνας, δὲ θὰ νικήσουν οἱ πολλοί. Δὲ θὰ νικήσουν οἱ ἀντίχριστοι, δὲ θὰ νικήσουν οἱ ἄθεοι, ἀλλὰ θὰ νικήσῃ ὁ Θεὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

«Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει» μας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Δημητρίου Κ. Καλλινίκης – Φλωρίνης Δευτέρα 26-10-1987)



 


 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 8, 26-39]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΑΡΝΟΥΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 24-10-1982] (Β78)

    «Ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν· ὁ δὲ ἀνήρ ἐδέετο αὐτοῦ εἶναι σὺν αὐτῷ».

      Από τότε, αγαπητοί μου, που ήλθε ο Κύριος εις τον κόσμον και οι άνθρωποι άκουσαν για τ΄όνομά Του, ουσιαστικά χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που απεδέχθησαν τον Χριστόν και εις εκείνους οι οποίοι απώθησαν τον Χριστόν. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή δίδει την εικόνα, αυτή, ανάγλυφη. Πώς δηλαδή ο μεν δέχεται, οι δε απωθούν. Και πράγματι, αυτός ο πρώην δαιμονιζόμενος, ο οποίος είχε δαιμόνια πολλά, από χρόνου ικανού και ήτο αντικοινωνικότατος και επικινδυνωδέστατος κοινωνικά, αυτός που δεν έμενε ούτε σε σπίτι, παρά στους αγρούς και στα μνήματα, και αλυσοδένετο και τα έσπαζε τα δεσμά, αυτός ο άνθρωπος, σωφρονών και ιματισμένος και ευγνωμονών κάθεται στα πόδια του Ιησού και Τον παρακαλεί να είναι μαζί Του.

      Αντιθέτως, οι Γεργεσηνοί, οι συμπατριώται του, στην πόλιν των οποίων ο Κύριος ήδη πήγαινε, όταν άκουσαν τα γενόμενα, πώς οι δαίμονες έφυγαν από τον συμπατριώτην των, τον πρώην δαιμονισμένο, μπήκαν μέσα εις τους χοίρους και οι χοίροι επνίγησαν, χιλιάδες χοίροι, τότε επήγαν όλοι να δουν τον Κύριον και εφοβήθησαν και παρεκάλεσαν τον Κύριον να φύγει όχι μόνον από την πόλιν των, αλλά και από τα περίχωρα της πόλεώς των, διότι… διότι «ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν». Και ο Κύριος, αφού Τον παρεκάλεσαν να μην μπει εις την πόλη τους, τότε έκανε μεταβολή, ξαναμπήκε στο πλοιάριο και πέρασε απέναντι στη λίμνη, από τη λίμνη.

      Και γεννιέται ένα ερώτημα: Οι άνθρωποι αποδέχονται και απωθούν; Δηλαδή όταν Ενηνθρώπησε ο Υιός του Θεού και ήλθε στον κόσμον, οι άνθρωποι δεν ανεγνώρισαν τον Δημιουργόν των; Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι Τον δέχονται ευχαρίστως και οι άνθρωποι που στέκονται εχθρικά απέναντί Του και αρνητικά; Ναι, αγαπητοί μου. Αυτό είναι μία πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα συνεχίζεται. Όχι μόνον τότε που ο Κύριος ήλθε. Γιατί ο Κύριος ήλθε εφάπαξ. Και έρχεται πάντοτε. Την στάση τους οι άνθρωποι την καθορίζουν απέναντι εις το πρόσωπο του Χριστού, ή θετική, ή αρνητική.

     Τι είναι, λοιπόν, εκείνο το οποίο κάνει τους ανθρώπους να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα και οι μεν θετικά να στέκονται οι δε αρνητικά; Την απάντηση μάς την δίνει πάλι η συμπεριφορά των Γεργεσηνών απέναντι εις τον Κύριον. Η συμπεριφορά τους ποια ήτο; «Ἐφοβήθησαν», λέγει, «φόβον μέγαν», γι'αυτό «ἠρώτησαν»«παρεκάλεσαν τον Κύριον να απέλθει». Γιατί εφοβήθησαν; Για ποιον λόγο; Γιατί δεν εφοβήθηκε ο πρώην δαιμονισμένος και εφοβήθησαν αυτοί; Είχαν λόγους να φοβηθούν; Ω! Είναι ο φόβος του ενόχου. Ο φόβος του ενόχου που θέλει κι αγαπά, μάλιστα κάποτε πεισματικά αγαπά να μένει στη δική του την ενοχή.

      Οι ταλαίπωροι οι Γεργεσηνοί έτρεφαν χοίρους. Έπαθαν βεβαίως μεγάλη ζημία. Η ζημία αυτή τους ήξιζε, διότι ο νόμος απηγόρευε να τρέφουν χοίρους, πολύ δε περισσότερο να τρώγουν χοιρινόν κρέας. Ήσαν, λοιπόν, παραβάται του νόμου του Θεού. Ήσαν οι άνθρωποι οι σαρκικοί. Οι άνθρωποι που θέλαν να ζουν στις ηδονές τους, στην αποστασία τους από τον Θεό, στο δικό τους το θέλημα να δουλεύουν. Και σκέφτηκαν και είπαν: «Αν ο Ιησούς έλθει στην πόλη μας, τότε θα πρέπει να διορθώσομε την ζωή μας. Θα πρέπει να είμαστε κάτι διαφορετικό από κείνο που είμαστε μέχρι τώρα. Αλλά εμείς δεν θέλουμε. Εμείς θέλομε να μένομε σ΄ αυτό που είμαστε. Θέλουμε να ζούμε την κοσμική μας ζωή, την αμαρτωλή μας ζωή, την ζωή των παθών μας, των ηδονών μας στη ζωή. Δεν θέλομε να την αρνηθούμε αυτή τη ζωή. Αφού, λοιπόν, δεν θέλομε να την αρνηθούμε, τότε ο Ιησούς είναι επικίνδυνος».

     Προσέξτε αυτό το σημείο. «Ο Ιησούς είναι επικίνδυνος»… Δεν θα μπορούσε, αγαπητοί μου, να συνέβαινε ποτέ διωγμός εναντίον των Χριστιανών, αν οι διώκται δεν έβλεπαν στο πρόσωπο των Χριστιανών τον «επικίνδυνον» Ιησούν. Ποιος είναι αυτός «ο επικίνδυνος Ιησούς»; Αν υποτεθεί ότι εγώ αυτή τη στιγμή βρίζω έναν θεμελιωτήν ενός κοινωνικού συστήματος και αυτός να έχει πεθάνει τώρα, τι έχω να φοβηθώ; Από αυτόν τουλάχιστον. Τίποτα. Από τους οπαδούς του; Πιθανώς. Αλλά απ’ αυτόν; Τίποτα. Αλλά οι Γεργεσηνοί, όπως και οι πνευματικοί των διάδοχοι, φοβούνται τον Χριστόν. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ή το θέλουν ή δεν το θέλουν, ασυνειδήτως, υποσυνειδήτως, όπως θέλετε πάρτε το, το θέμα είναι ότι κάτι μέσα τους τούς δημιουργεί τον φόβον. Απλούστατα διότι ο Ιησούς είναι ο αιώνιος Θεός, ο Οποίος ζει. Και προκαλεί τον φόβον μέσα εις τις ανθρώπινες ψυχές, εφόσον αυτές επιμένουν εις την αμετανοησία τους. Συνεπώς γι’ αυτούς, εφόσον ο Ιησούς είναι ένα φόβητρο, είναι γι’ αυτούς επικίνδυνος. Δηλαδή να τιμωρηθούνΚι επειδή δεν θέλουν, φυσικά, να τιμωρηθούν και θέλουν να επιμένουν στον τρόπον της ζωής των, γι’ αυτόν τον λόγο θέλουν να απαλλαγούν, να ξεφορτωθούν τον Ιησούν.

     Βεβαίως, περιττόν να πούμε το καταλαβαίνετε όλοι σας ότι πρόκειται περί μιας στάσεως στρουθοκαμηλικής. Είναι όπως ακριβώς τα μικρά παιδιά, που κλείνουν τα μάτια τους και έχουν την εντύπωση ότι οι άλλοι δεν τους βλέπουν. Όπως κάνει ακριβώς και η στρουθοκάμηλος, αυτό το πελώριο πουλί, όταν αντιληφθεί ότι δεν μπορεί πια να αποφύγει τους εχθρούς του, τότε χώνει το κεφάλι του στο χώμα, στην άμμο μέσα, κλείνει τα μάτια και έχει την ψευδαίσθηση ότι πια οι εχθροί του δεν το βλέπουν. Έτσι και αυτοί οι άνθρωποι, αν υποσυνείδητα έχουν την πληροφορία ότι ο Ιησούς είναι επικίνδυνος γιατί είναι ο προαιώνιος Θεός, τότε γιατί ξεφορτώνεσαι τον Ιησούν; Μα σε βλέπει. Είναι πανταχού παρών. Θα σε τιμωρήσει. Δεν φοβείσαι την κρίση Του; Αυτά δουλεύουν υποσυνείδητα.

     Αν πείτε, αγαπητοί μου, αν πείτε στον άλλον, τον αμαρτωλόν, τον πολύ αμαρτωλόν άνθρωπον περί Κρίσεως, μπορεί να εξαγριωθεί. Γιατί; Γιατί στο βάθος φοβείται. Μην πάτε μακριά. Όταν ο Απόστολος Παύλος απελογείτο εις τον Φήστον, ο Φήστος τον είχε πολύ καιρό στη φυλακή τον Απόστολο Παύλο και τον έφερνε κατά καιρούς από την φυλακή, να τον ακούσει τι δίδασκε. Τον τρόπον αυτόν τον έκανε, ελπίζοντας ότι θα πάρει από τους φίλους του Παύλου χρήματα, θα δωροδοκηθεί και με τον τρόπον αυτόν θα απήλασσε τον Παύλον. Αλλά δεν το έκανε όμως. Να τον απαλλάξει. Γιατί έβλεπε ότι δεν έφθανε το «φακελάκι». Δεν έφθανε το «φακελάκι»… Και κρατούσε τον Παύλος στη φυλακή συνέχεια. Ο δε Παύλος είχε απαξιώσει να δώσει χρήματα. Γιατί να δώσει χρήματα; Και τι του έλεγε ο Παύλος; Του ομιλούσε περί δικαιοσύνης, περί αναστάσεως των νεκρών και περί Κρίσεως. Ακούστε κήρυγμα που του έκανε κάθε φορά ο Απόστολος Παύλος. Ο Ρωμαίος έπαρχος εφοβείτο τον Παύλον. Γιατί τον εφοβείτο; Ο Παύλος ήταν ένας δέσμιος, στην φυλακή, ένας άνθρωπος. Στη φυλακή.  Εσύ είσαι στην εξουσία επάνω. Είσαι ο αξιωματικός κατοχής επάνω στους Εβραίους. Τι φοβάσαι; Εφοβείτο. Εφοβείτο!

       Αγαπητοί μου, αν μπορούσαμε εμείς οι Χριστιανοί, επειδή ζει Κύριος ο Θεός, αληθής ο Χριστός, να αντιληφθούμε πώς Τον φοβούνται τον Χριστόν οι άνθρωποι, πώς Τον φοβούνται! Οι αρνηταί. Αλλά τον «επικίνδυνο» Χριστό. Υπάρχει και «ακίνδυνος» Χριστός; Ναι, υπάρχει. Όταν εμείς οι Χριστιανοί κηρύσσομε έναν «αναιμικόν» Χριστόν, έναν «γλυκύν» Ιησούν, ο Οποίος δεν κρατάει την κρίση στα χέρια αλλά μόνο είναι ο πράος Ιησούς, ο ήσυχος Ιησούς, ο παθητικός Ιησούς. Δεν είναι αυτός ο Ιησούς. Ο Ιησούς είναι ο γλυκύς και πράος και ο Κριτής και ο δίκαιος. Εάν, λοιπόν, δείξομε τον αληθινόν Ιησούν και Τον ζούμε κι εμείς τον αληθινόν Ιησούν, τότε οι εχθροί μας τρομάζουν.

      Σας θυμίζω και κάτι άλλο. Όταν πήγαν να συλλάβουν τον Ιησούν… «Τίνα ζητεῖτε;». «Τὸν Ἰησοῦν». «Ἐγὼ εἰμί». Μόλις άκουσαν ότι «Ἐγὼ εἰμί» που είπε ο Ιησούς, έκαναν βήματα πίσω και έπεσαν χάμω! Ποιοι; Αυτοί που πήγαν να Τον συλλάβουν. Επανελήφθη το φαινόμενον. Την τρίτη φορά τους λέγει: «Μα σας είπα, εγώ είμαι». Και τότε Τον συνέλαβαν τον Ιησούν. Βλέπετε; Βλέπετε ότι είναι ο φόβος της ενοχής, ο φόβος ότι είναι ένα μυστηριώδες πρόσωπον ο Ιησούς. «Επικίνδυνος, λοιπόν, ο Ιησούς. Να φύγει από τα όριά μας». Και επιμένουν οι άνθρωποι να ζουν αυτόν τον στρουθοκαμηλισμόν, όπως σας ανέφερα προηγουμένως. Πόσο δυστυχισμένοι είναι οι άνθρωποι αυτοί! Που κλείνουν τα μάτια τους και θέλουν να μένουν στα πάθη τους και στις ηδονές τους και στους εγωισμούς τους και στις αμαρτίες τους και στις αδικίες τους, στις ποικίλες καταχρήσεις τους, μόνο και μόνο για να απολαύσουν μερικά πρόσκαιρα πράγματαΔεν έχουν ειρήνη.

     Ω αγαπητοί μου, ειρήνη έχει μόνον εκείνος που απαλλάσσεται από τους δαίμονες αυτούς. Και το περίεργον είναι ότι ο άνθρωπος εκείνος ο δαιμονισμένος απηλλάγη. Αν ερωτούσατε ποιοι είχαν τα πιο πολλά δαιμόνια, ο άνθρωπος που είχε τα πολλά δαιμόνια, κατά την έκφραση του ευαγγελίου ή οι κάτοικοι των Γεργεσών; Ποιοι από αυτούς είχαν τα πιο πολλά δαιμόνια; Τα πιο πολλά δαιμόνια τα είχαν οι κάτοικοι των Γεργεσών. Οι Γεργεσηνοί. Γιατί; Διότι επέμεναν, δεν τους άφησαν οι δαίμονες, επέμεναν στα πάθη τους. Τι νομίζετε, αγαπητοί μου, δαιμονισμένος άνθρωπος είναι εκείνος μόνο ο οποίος πετάει τα ρούχα του, σπάζει αλυσίδες και είναι επικίνδυνος; Δαιμονισμένος άνθρωπος είναι καθένας που άφησε την πόρτα της ψυχής του στην επίδραση των δαιμόνων και κυριαρχείται από πάθη και αδυναμίες. Τα πάθη και οι αδυναμίες δεν είναι απλώς στοιχεία του χαρακτήρος μας απρόσωπα. Είναι εμπρόσωπα, επιτρέψατέ μου να το πω έτσι. Όταν λέγω: «Είμαι πόρνος», επικρατεί μέσα μου ο δαίμων της πορνείας. Αυτό δεν είναι ψιλώ ονόματι. Αλλά είναι ο δαίμων, ο δαίμων της πορνείαςΉ ο δαίμων της φιλαργυρίας. Και δεν με αφήνει να απαλλαγώ. Με κρατά. Και είμαι δαιμονοκρατούμενος άνθρωπος. Μπορεί, ίσως, να είμαι λογικός κατά τα άλλα. Μπορεί να μην είμαι επικίνδυνος μες στην κοινωνία, είμαι όμως δαιμονοκρατούμενος άνθρωπος. Οι Γεργεσηνοί συνεπώς ήσαν περισσότερο δαιμονοκρατούμενοι απ΄ό,τι εκείνος ο φτωχός και ταλαίπωρος Γεργεσηνός.

         Αλλά είδατε τη συμπεριφορά του Γεργεσηνού; Παρακαλούσε τον Κύριος να μείνει μαζί Του. Ήταν στα πόδια Του κάτω. Από ευγνωμοσύνη«Κύριε», του λέγει, «όπου πας, θα έρχομαι κι εγώ». Είναι η άλλη μερίδα των ανθρώπων, που άνοιξε η καρδιά τους, απεδέχθησαν τον Χριστόν. Αμαρτωλοί, με πάθη, δαιμονισμένοι κι αυτοί, αλλά θέλησαν να ανοίξουν την καρδιά τους, να απαλλαγούν από τα δαιμόνια. Κατάλαβαν ότι ειρήνη τα πάθη δεν δίδουν στον άνθρωπο. Ότι πρέπει κάποτε να τελειώσει ο τρόπος αυτός της ζωής των. Κάποτε να βάλουν μια τελεία και παύλα. Και τότε το ‘καναν αυτό. Με αγαθή προαίρεσηΑγωνίζονται οι άνθρωποι αυτοί. Αγκαλιάζουν τον Χριστό. Τον αγαπούν τον Χριστό. Και τους βλέπετε να έχουν προκοπή. Αν το θέλετε, αν εδώ βρισκόμαστε, σ’ αυτόν τον χώρο και πούμε ότι πραγματικά και ειλικρινά αγαπάμε τον Χριστόν, μοιάζομε με τον θεραπευθέντα δαιμονισμένο. Και θέλομε να δείξομε την ευγνωμοσύνη μας στον Κύριο, ότι «Κύριε, ήμουνα εκείνο, ήμουνα εκείνο, ήμουνα εκείνο και με απήλλαξες. Σ’ ευχαριστώ. Από ευγνωμοσύνη μου θα μείνω πάντα κοντά Σου. Δεν θα Σε χωριστώ ποτέ. Καταλάβα ότι μόνον Εσύ είσαι Εκείνος που μπορείς να με σώσεις. Και να μου δώσεις την ειρήνη μέσα στην καρδιά μου». Οι ευγνωμονούντες, λοιπόν, Χριστιανοί·. που μένουν στον Χριστό.

     Υπάρχει περιέργως και μία τρίτη κατηγορία ανθρώπων. Είναι δυνατόν να υπάρχει τρίτη κατηγορία; Υπάρχει. Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι δεν στρέφονται εναντίον του Χριστού. ΌχιΑλλά… και δεν πάνε μαζί με τον Χριστόν. Είναι οι λεγόμενοι «ουδέτεροι» άνθρωποι. Είναι εκείνοι οι οποίοι θέλουν να μένουν ανεξάρτητοι από τον Ιησούν Χριστόν. Περνούν μπροστά στη θεία μεγαλειότητα, περνούν μπροστά στην αγάπη του Ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού, αδιάφοροι και ψυχροί. Δεν στρέφονται εναντίον, σας το είπα. Αλλά όμως ούτε εις διώκτας μεταβάλλονται. Όχι. Αλλ’ όμως δεν πλησιάζουν τον Χριστό. Νομίζω ότι αυτή η κατηγορία είναι η πιο φοβερή. Και τέτοιους ανθρώπους η εποχή μας έχει πολλούς· που τους βλέπετε αδιαφόρους. Λέμε σήμερα, ερωτούμε «Πιστεύει αυτός ο άνθρωπος;». Και παίρνομε την απάντηση«Τίποτα, είναι αδιάφορος άνθρωπος. Αδιάφορος άνθρωπος…»Δεν υπάρχει πιο εξοργιστική στάση, μπροστά σε έναν άνθρωπο, ο οποίος στέκεται ουδέτερος και αδιάφορος. Ψυχρός, τίποτ’ άλλο. Σαν να μην έχει αίμα μέσα του. Το θέλετε; Αν ερωτηθούμε, ποια περίπτωση θα προτιμούσαμε, τον διώκτην ή τον αδιάφορον, θα απαντούσαμε: τον διώκτην. Έχει καλύτερη, πλέον ευπρόσδεκτη ψυχαγωγία. Έχει καλύτερη, πλέον ευπρόσδεκτη ψυχολογία ο διώκτης.

     Θυμηθείτε, παρακαλώ, τον Παύλον. Διώκτης ήτο. Αλλ’ ήτο θερμός άνθρωπος. Κι αν το θέλετε, είναι εκείνο που λέγει ο Κύριος: «Δεν είσαι ούτε θερμός ούτε ψυχρός». «Ψυχρός» με την έννοια  ότι «στέκεσαι εναντίον μου». «Αλλά είσαι χλιαρός. Όφειλες -αυτό το παράξενο- να είσαι ψυχρός παρά χλιαρός. Θα σε ξεράσω». Ξέρετε ότι άμα θέλομε να ξεράσομε, πίνομε χλιαρό νερό. Όχι να είναι βρασμένο με κάτι, με τσάι… κ.λπ. Νερό σκέτο. Χλιαρό. Όταν πιούμε χλιαρό νερό, αμέσως δημιουργείται μία τάσις εμετού. Από αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του χλιαρού νερού ο Κύριος παίρνει την εικόνα και λέγει: «Θα σε ξεράσω επειδή είσαι χλιαρός. Δεν σε ανέχομαι». Τι θα πει «χλιαρός»; Στο θέμα μας είναι ο αδιάφορος άνθρωπος. Βλέπετε ότι είναι προτιμότερος ο εχθρικά διακείμενος από τον αδιάφορον άνθρωπον;

     Γι’ αυτόν τον λόγο ο Κύριος είπε το εξής. Και δεν αναγνωρίζει τρεις κατηγορίες ο Κύριος. Αναγνωρίζει δύο κατηγορίες. Γιατί τον αδιάφορον τον βάζει, έστω κι αν τον θεωρεί χειρότερον, τον βάζει στους αρνητάς. Να πώς το λέγει ο Κύριος«Ὁ μὴ ὤν μετ΄ ἐμοῦ κατ΄ ἐμοῦ ἐστίν». «Αυτός που δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου». «Καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ, σκορπίζει».  «Και αυτός ο οποίος δεν οικοδομεί, -δεν μαζεύει, κατά λέξη- δεν οικοδομεί, δεν φτιάχνει μαζί μου, με την βοήθειά μου, στην πραγματικότητα αυτός σκορπίζειΕίτε αδιάφορος είναι, είτε διώκτης είναι».

    Αγαπητοί μου, ζούμε σε μία φοβερή εποχή. Την έχετε αντιληφθεί την εποχή μας; Της έχετε κάνει ανατομία; Φιλοσοφείτε πάνω στην εποχή μας; Μήπως λέμε: «Ε, τι είναι η εποχή μας; Όπως κάθε εποχή». Βέβαια η μια εποχή από την άλλη διαφέρει, αναμφισβήτητα. Βέβαια οι ηλικιωμένοι άνθρωποι λέγουν ότι η περασμένη εποχή ήταν πιο καλύτερη από την τούτη, την τώρα. Είναι ένα στοιχείο που πάντοτε λέγεται, γιατί μας αρέσει το παρελθόν να το ομορφαίνομε, να το εξωραΐζομε, να το αγλαΐζομε και πάντοτε, τα λεγόμενα «παλιά, καλά χρόνια» είναι η ωραία εποχή, ενώ η εποχή μας είναι πεζή. Δεν πρόκειται περί αυτού. Η εποχή μας είναι ανατρεπτική, είναι φοβερή, είναι ημέρες Αντιχρίστου, είναι φοβερή εποχή. Και έχομε ανάγκη να κάνομε την ανατομία της. Να την ψυχολογούμε, για να ξέρομε να σταθούμε. Να είμεθα νεύρο μέσα μας, να έχομε το νεύρο της ευσεβείας. Το λέγει ο Μέγας Βασίλειος αυτό: «Αλίμονο», λέει, «αν βγάλομε αυτό το νεύρο που μας έβαλε ο Θεός, το νεύρο της ευσεβείας. Για να μας κάνει θερμούς ανθρώπους και όχι αδιαφόρους».

     Έτσι λοιπόν, για να μπορούμε να σταθούμε θερμοί άνθρωποι στην εποχή μας, αληθινοί λάτρεις του Χριστού, θα πρέπει να ξέρομε ποια είναι η εποχή μας. Και να μην θεωρούμε ότι εκείνα τα οποία υπάρχουν είναι αυτονόητα και φυσιολογικά. Αν φθάσομε στο σημείο την αμαρτία να την θεωρούμε αυτονόητη, την αποστασία να την θεωρούμε αυτονόητη, ε, τότε… Ε, τότε, εχάσαμε το κριτήριον. Και όταν χάσει ο άνθρωπος το κριτήριον, τότε δεν ξέρει πού πηγαίνει, από πού έρχεται, ποιος είναι, τι γυρεύει, τι φτιάχνει. Δεν ξέρει τίποτα. Είναι σαν το πλοίο που χάνει την πυξίδα του, τον προσανατολισμό του. Όχι λοιπόν, αγαπητοί μου, όχι. Οι Χριστιανοί θα πρέπει να ατσαλωθούν. Στην εποχή μας όλως ιδιαιτέρως.

      Το παραγγέλλει ο Κύριος, στο βιβλίο της Αποκαλύψεως. Ότι «ο αμαρτωλός ας γίνεται πιο αμαρτωλός, ο ρυπαρός να γίνεται πιο ρυπαρός», «ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι».  «Και αυτός που είναι αγνός, να γίνεται πιο άγιος»· που σημαίνει ότι ο Χριστός ήρθε να βάλει μια βαθιά τομή στην ανθρωπότητα«Ἦλθον», λέγει, «βαλεῖν μάχαιραν ἐπὶ τῆς γῆς». Τι είναι αυτή η «μάχαιρα»; Να χωρίσει την ανθρωπότητα με μια βαθιά τομή. Να δείξει ποιοι είναι εκείνοι που Τον αγαπούν κι εκείνο που δεν Τον αγαπούν. Και αυτή η τομή πρέπει να γίνεται βαθύτερα και βαθύτερα. Ο ασεβής να φανεί περισσότερο και ο ευσεβής να φανεί περισσότερο. Αυτό είναι επιτακτική ανάγκη της εποχής μας. Γιατί, όπως σας είπα, ημέρες Αντιχρίστου περνάμε· μη νομίσετε. Γι’ αυτόν τον λόγο, θα παρακαλέσω όλοι μας ας αφυπνισθούμε και ας ξεκινήσομε να έχομε μια ζωντανή, ευγνώμονα ψυχή απέναντι στον Κύριό μας και με όλη την συνέπεια της πνευματικής ζωής.

              ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_159.mp3