Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2026

 

Μητρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, Για να δης τον ήλιο, πρέπει να έχης μάτια

 

εικόνα άρθρου: Μητρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, Για να δης τον ήλιο, πρέπει να έχης μάτια

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς» (Ματθ. 17,2)


Σήμερα ἑορτὴ καὶ πανήγυρις, ἀγαπητοί μου. Ἑορτάζει ὄχι ἕνας ἅγιος ἀλλὰ ὁ βασι­λεὺς τῶν ἁγίων, ὄχι ἕνας δοῦ­λος ἀλλὰ ὁ Ἀφέντης, ὅπως λένε οἱ ἁπλοῖ, ποὺ δὲν ξέρουν γράμ­ματα μὰ νιώθουν τὴ θρησκεία μὲ τὴν καρδιά τους.

Πῆγα σ᾽ ἕνα χωριὸ κ᾽ ἐκεῖ μοῦ λέει μιὰ ἁ­πλοϊκὴ γυναίκα· –Καλὰ τὰ λέτε σεῖς, ἀλλὰ νὰ δοῦμε καὶ τί λέει ὁ Ἀφέντης. –Ποιός Ἀ­φέν­της, τῆς λέω, ὁ ἄντρας σου; –Ποιός ἄντρας μου; ἕ­­νας εἶνε ὁ Ἀφέντης, ὁ Χριστός, ποὺ κυβερνᾷ τὰ σύμπαντα… Ἦταν πιστὴ γυναίκα.

Σήμερα λοιπὸν ἑορτάζει ὁ δεσπότης Χριστός. Γι᾽ αὐτὸ καὶ αὐτὴ ἡ ἑορτὴ λέγεται δεσποτική, εἶνε ἑορτὴ τοῦ Δεσπότου.

Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ, νὰ μὲ καταλάβετε.

Τί ἔδειξε σήμερα ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου; Ἔδειξε τὴν «δόξαν» του. Τί θὰ πῇ «δόξα» του; Νά, ἄνοιξε μιὰ στιγμὴ τὸ παλάτι του καὶ φάνη­κε τὸ μεγαλεῖο του. Ἔχει παλάτι ὁ Χριστός!

Μοῦ ᾽λεγε κάποτε ἕνας βλάχος· –Ὅταν ζοῦ­­σε ὁ βασιλιᾶς Γεώργιος ὁ Β΄, εἶχε περάσει ἀ­π᾽ τὸ χάνι μου καὶ τοῦ ᾽δωσα κ᾽ ἔφαγε πεπόνι. Μετὰ τοῦ ἔγραψα καὶ μὲ δέχτηκε στὴν Ἀ­θήνα, κι ὅταν μπῆκα στὸ παλά­τι, ντρεπόμουν νὰ πατή­σω· τί χαλιά, τί ἔπιπλα! –Ἔμεινες πολὺ ἐκεῖ; –Ὄχι, μι­σὴ ὥ­ρα, ἀλλὰ μοῦ μένει ἀξέχαστο!…

Ὅπως λοιπὸν ἕνας βασιλιᾶς δέχεται γιὰ λίγο τοὺς ταπεινοὺς ὑ­πη­κόους του καὶ τοὺς μέ­νει ἀξέχαστο τὸ μεγαλεῖο του, ἔτσι κι ὁ ἀφέν­της ὁ Χριστὸς ἄ­νοιξε σήμερα τὸ παλάτι του, ἄ­φησε νὰ μποῦν μιὰ στιγμὴ οἱ τρεῖς μαθηταί του· κι αὐτοὶ τόσο θαμπώθηκαν, ποὺ δὲν τοὺς ἔκανε καρδιὰ νὰ φύγουν πιὰ ἀπὸ κοντά του.

Ἔδειξε τὴ «δόξα» του. Ποῦ τὴν ἔδειξε; Πάνω σ᾽ ἕνα βουνό, στὸ Θαβώρ. Ἐκεῖ στὴν κορυ­φὴ ἔγιναν σήμερα καταπληκτικὰ πράγματα.

Ὁ Χριστὸς ἐδῶ στὴ γῆ ἦταν σὰν ἕνας ἁ­πλὸς ἄνθρωπος. Ἂν τὸν ἔβλεπες, δὲν τοῦ ᾽δινες σημασία. Δὲν γεννήθηκε ἀπὸ πλού­σια μητέρα, δὲν ἔζησε σὲ παλάτια, δὲν εἶχε χρήματα, δὲν ντυνόταν στὰ μεταξωτά· φοροῦ­­σε ῥοῦ­χα ἁπλᾶ, χωριάτικα, ποὺ ὕφανε μὲ τὰ χέρια της στὸν ἀργαλειὸ ἡ Παναγία μας. Δὲν εἶχε ἅ­μαξα, οὔτε κἂν γαϊδουράκι. Τὴν ἡμέρα τῶν Βαΐων κάποιος τοῦ δάνεισε ἕ­να γαϊδουράκι, ἀ­νέβηκε στὴ ῥάχη του καὶ ἔτσι μπῆκε στὰ Ἰερο­σόλυμα. Ἦταν φτωχὸς – πάμ­πτωχος, συν­αναστρεφόταν καὶ κουβέντιαζε μὲ τοὺς φτωχοὺς χωριάτες, τοὺς ψαρᾶδες, τὰ μικρὰ παιδιά, τὶς ἁπλοϊκὲς γυναῖκες. Ποιός μποροῦ­σε νὰ κατα­λάβῃ ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Θεός; Κανείς.

Σήμερα ὅμως ἔδειξε τὴ δόξα του. Πῶς; Ἐν­ῷ συνωμιλοῦσε μὲ τοὺς τρεῖς ἀποστόλους, ξαφνικὰ ἡ μορφή του ἄλλαξε. «Ἔλαμψε», λέει τὸ εὐαγγέλιο, «τὸ πρόσωπό του σὰν τὸν ἥ­λιο καὶ τὰ ῥοῦχα του ἔγιναν ἄσπρα σὰν τὸ φῶς» (Ματθ. 17,2), πιὸ λευκὰ κι ἀπὸ τὸ χιόνι. Καὶ μόνο αὐ­τό; Δεξιὰ κι ἀριστερά του παρουσι­άζονται δυὸ μεγάλοι προφῆτες, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ποὺ εἶχαν πεθάνει ὁ ἕνας 1.500 καὶ ὁ ἄλλος 900 χρόνια πρὸ Χριστοῦ. Καὶ τώρα νάτοι ἐκεῖ ὁλο­ζώντανοι κου­βεντιάζουν μαζί του. Ὁ Πέτρος βλέποντας τὸ θαυμάσιο αὐτὸ θέαμα ἐνθουσι­άστηκε καὶ λέει· Κύριε, τί ὡραῖα εἶνε νὰ μείνουμε γιὰ πάντα ἐδῶ! ἂς φτειάξουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ, καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία (βλ. Ματθ. 17,4). Καὶ ἐνῷ ἔ­λεγε αὐ­τά, τοὺς σκέπα­σε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο, καὶ μέσα ἀπὸ ᾽κεῖ ἀ­κούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανί­ου Πατρὸς νὰ λέῃ· «Οὗτός ἐ­στιν ὁ υἱός μου ὁ ἀ­γα­πητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (ἔ.ἀ. 17,5).

* * *

Ἀπ᾽ ὅλα τὰ περιστατικὰ τῆς Με­ταμορφώσεως, ἀγαπητοί μου, θὰ σταθοῦμε σὲ ἕνα. Γιατὶ ἂν θελήσουμε νὰ ποῦμε πολλὰ καὶ θεολο­γικά, θά ᾽νε δύσκολο. Ὅπως ἡ μάνα μασάει τὴν τρο­φὴ γιὰ νὰ μπορέσῃ τὸ παιδὶ νὰ τὴν καταπιῇ, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς θὰ προσπαθήσουμε νὰ τὰ κάνουμε λιανά, γιὰ νὰ κατα­λάβετε κάτι ἀπὸ τὴν ἑορτή.

Λέει τὸ εὐαγγέλιο ὅτι «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος», τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο. Ἂν παρατηρήσετε τὴν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως –γιατὶ ὅλα στὴν ἐκκλησία ἔχουν σημασία–, θὰ δῆτε ὅτι γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ζωγραφι­σμένος ἕνας κύκλος φωτεινός, ὁ Χριστὸς εἶ­νε μέσα σ᾽ ἕνα δίσκο ποὺ ἐκπέμπει ἀκτῖνες. Γιατί; Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύ­νης. Ἀπ᾽ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο ἐκεῖνο ποὺ εἰκονίζει καλύτερα τὴ θεϊκὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ὁ ἥλιος.

Τί εἶνε αὐτὸς ὁ ἥλιος; Δὲν τὸ σκεπτόμαστε· ἀνατέλλει, μὰ ποιός λέει «Δόξα σοι, ὁ Θεός»; Ὁ φυσικὸς ὁ ἥλιος φαίνεται σὰν μιὰ μπάλλα ἀπ᾽ αὐτὲς ποὺ παίζουν τὰ παιδιά, ἀλ­λὰ εἶνε ἕ­να τεράστιο πύρινο σῶμα, ἕνα ἀστέρι ὅλο φωτιά. Πῶς καίει; μὲ βενζίνα, μὲ κάρβου­νο, μὲ πυρηνικὴ ἐνέργεια; Μυστήριο. Καίει χιλιάδες τώρα χρόνια, κ᾽ ἔχει θερμοκρασία 6 – 7 χιλιάδες βαθμούς. Ἂν πέσῃ πάνω του ἕνα βου­νό, τὸ λειώνει· ἂν πέσῃ ἄνθρωπος, γίνεται ἀ­τμός – ποῦ νὰ πλησιάσῃ καν­εὶς ἐκεῖ! Πῶς στέκεται ἐκεῖ πέρα; Ποιός τὸν ἔφτειαξε, ποιός τὸν δημι­ούργησε; Ὁ Θεός! δὲν ὑπάρχει ἄλ­λη ἀπάντησι· φτάνει ὁ ἥλιος ν᾽ ἀποδείξῃ τὴν ὕπαρξί του.

Κάποιος φοιτητὴς τῆς ἰατρικῆς πῆγε σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ ἔλεγε στοὺς χωρικούς· Τώρα πιὰ ἡ ἐπιστήμη ἀπέδειξε, ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός… Τὴν ὥρα ἐκείνη περνοῦσε ἀπὸ ᾽κεῖ ἕνας πα­πᾶς ὀλιγογράμματος μὰ πιστός, καὶ τοὺς ρωτάει· –Τί λέει αὐτὸς ἐδῶ; –«Ποιός τὸν εἶδε», λέει «τὸ Θεό;». –Ἔτσι ἔ;… Ἦταν μεσημέρι, Ἰ­ού­λι­­ος μήνας, ὁ ἥλιος ἔλειωνε τὶς πέτρες. Πλησιάζει ὁ παπᾶς τὸ νεαρὸ καὶ τοῦ λέει· –Ἔλα, σὲ παρακαλῶ, ἀνέβα σ᾽ αὐτὸ τὸ πεζούλι καὶ κοίταξε τὸν ἥλιο. –Τί λές, παππούλη, τὸν ἥ­­λιο νὰ κοιτάξω; στραβώθηκα! –Ἄ λοιπόν, τὸν ἥ­λιο δὲν μπορεῖς νὰ τὸν δῇς, καὶ ἔχεις τὴν ἀξί­ωσι νὰ δῇς Ἐκεῖνον ποὺ ἔκανε τὸν ἥλιο;…

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔχει μιὰ θαυμάσια ὁμιλία στὴ σημερινὴ ἑορτή. Ἐκεῖ λέει τὸ ἑξῆς. Ὅ,τι εἶνε ὁ ἥλιος στὴ φυσικὴ ζωή, αὐ­τὸ εἶνε ὁ Χρι­στὸς στὴν πνευματικὴ ζωή· εἶνε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ὁ ἥλιος διώχνει τὸ σκο­τάδι ἀπὸ τὴν πλάσι, καὶ ὁ Χριστὸς διαλύει τὴν πλάνη καὶ τὴν ἁ­μαρτία ἀπὸ τὶς καρδιές.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ δοῦμε τὸν ἥ­λιο χρειάζονται μάτια· ἕνας τυφλὸς δὲν βλέπει τίποτα. Ἔτσι καὶ γιὰ νὰ δῇ κάποιος τὸ Χριστό, πρέπει νά ᾽χῃ μάτια. Ὄχι τὰ μάτια αὐτά, τὰ φυσικά· τέτοια ἔ­χουν καὶ τὰ ζῷα. Κι αὐτὰ τὰ μάτια βέβαια ἔ­χουν ἀξία, ἀλλὰ μικρή. Ποιός ἔχει μάτια πνευματικά, ὅπως ἔχουν οἱ ἅγιοι! ποιός ἔχει μάτια σὰν τῶν ἁγίων ἀποστόλων, τοῦ ἁγίου Νικολά­ου, τῆς ἁγίας Βαρβάρας, τῆς ἁγίας Ἑλένης…!

Ρωτᾶτε, ποιός ἔχει τὰ μάτια αὐτά; Ὅποιος πιστεύει, ὅποιος ζῇ σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅποιος ἔχει καθαρὴ τὴν καρδιὰ κατὰ τὸ λό­γο τοῦ Χριστοῦ «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρ­δίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5,8). Νά ποιός μπο­ρεῖ νὰ δῇ τὸ Θεό.

Τώρα ἐμεῖς; Ἀλλοίμονο, θὰ μᾶς κάψῃ ὁ Θεός. Φωνάζω καὶ λένε μερικοὶ ὅτι μιλάω αὐστηρά. Πιστέψτε με, ἀδέρφια μου· ὅ,τι λέω, τὸ λέω πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Φύγαμε μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό. Ἄλλοτε τὴν Κυριακὴ ἦταν ὅλοι στὴν ἐκκλησία, καὶ τὴν ὥ­ρα τῆς λειτουργίας, ὅταν ὁ παπᾶς κρατοῦσε τὰ ἅγια, –δὲν εἶνε ψέ­μα– ἔ­βλεπαν τὸ Χριστό, ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους, βούιζαν τ᾽ αὐτιά τους ἀπὸ οὐράνιες φωνές! Τώρα, ὅπως μπαίνουμε ἔτσι καὶ βγαίνουμε· μαῦροι μπαίνουμε μαῦροι καὶ βγαίνουμε. Γιατί; γιατὶ δὲν ἔχουμε τὰ πνευματικὰ μάτια.

* * *

Καὶ μιὰ ἀκόμη παρατήρησι, ἀγαπητοί μου. Βλέπετε τόν ἥ­λιο; τί ἡλικία ἔχει; Ἄλ­λοι λένε μερι­κὲς χιλιάδες, ἄλλοι λένε μερικὰ ἑκατομμύρια χρόνια. Τὸ βέβαιο εἶνε, ὅτι θά ᾽ρθῃ μιὰ μέρα ποὺ ὁ ἥλιος θὰ σβήσῃ· τὸ βεβαιώνει ἡ Γραφή (βλ. Ματθ. 24,29), τὸ λέει ἀκόμη καὶ ἡ ἐπιστήμη. Ἐνῷ ὅμως ὁ ἥλιος αὐτὸς θὰ σβήσῃ, κάποιος ἄλλος ἥλιος δὲν θὰ σβήσῃ· ὁ πνευματικὸς ἥ­λιος, πού ᾽νε ὁ Χριστός, δὲν θὰ σβήσῃ ποτέ.

Πρὶν πολλὰ χρόνια ἤμουν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ βλέπω ξαφνικὰ κάποιον νὰ τρέχῃ φωνάζοντας «Θὰ σβήσω τὸν ἥλιο!…». Δὲν εἶχε τὰ λογικά του. Σκαρφάλωσε σὲ μιὰ κολώνα κι ἀπὸ ᾽κεῖ ἔφτυνε τὸν ἥλιο, μέχρι ποὺ ἦρθε ἡ πυροσβεστικὴ καὶ τὸν κατέβασε. Ταλαίπωρος αὐτός! μὰ πιὸ ταλαίπωροι κάποιοι ἄλλοι ποὺ λένε «Θὰ καταρ­γήσουμε τὴ θρησκεία, θὰ σβή­σουμε τὴν Ἐκκλησία». Ὅσο μπόρεσε ἐκεῖνος νὰ σβήσῃ τὸν ἥλιο μὲ τὸ σάλιο του, τόσο θὰ μπορέσουν κι αὐτοὶ νὰ σβήσουν τὸ Θεό. Μιὰ μέρα καὶ τὰ ἄστρα καὶ ὁ ἥλιος καὶ ὅλα θὰ σβήσουν· ἕνας θὰ μείνῃ, ἀδέρφια μου, ὁ ἥλιος Χριστός, ποὺ ποτέ δὲν θὰ βασιλέψῃ.

Νὰ παρακαλοῦμε τὸ Θεό, ὅταν σβήσῃ αὐτὸς ὁ κόσμος, οἱ ψυχές μας νά ᾽νε κοντὰ στὸ Θεό· κι ὅταν φύγουμε ἀπὸ τὴ μάταιη αὐτὴ ζωὴ κι ἀ­νεβοῦμε στὰ γαλάζια παλάτια τ᾽ οὐρανοῦ, νὰ δοῦμε ἐκεῖ τὸ Χριστὸ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέ­λους αἰωνίως νὰ τὸν ὑμνοῦμε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Πρώτης – Φλωρίνης τὴν 6-8-1970



 

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2026

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ 29η Μαΐου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα σημαντική. Ἐὰν ἀνοίξουμε τὸ συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δοῦμε ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται ἡ μνήμη δύο ἁγίων γυναικῶν οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ἴδιο ὄνομα· Θεοδοσία λέγεται ἡ μία, Θεοδοσία λέγεται καὶ ἡ ἄλλη.

* * *

Ἡ ἁγία παρθενομάρτυς Θεοδοσία ἡ ἐν Καισαρείᾳ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν τὴν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ τὴν ἔδεσαν. Μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τὴν ἔφεραν ἐμπρὸς στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὴν ἐπρόσταξε νὰ θυσιάσῃ στὰ εἴδωλα. Ἡ Θεοδοσία ἀρνήθηκε, καὶ τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ τὴ χτυπήσουν. Τὴν πλήγωσαν στὰ πλευρὰ καὶ τοὺς μαστοὺς καὶ ξέσχισαν ὅλο τὸ σῶμα της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέφερε σιωπηλὴ καὶ μὲ καρτερία ἡ νεαρὴ Θεοδοσία. Ὁ Οὐρβανὸς ἐπανέλαβε τὴν προσταγή, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε πάλι ἄκαμπτη. Τότε πλέον διέταξε νὰ τὴ ῥίξουν στὸ βυθὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔτσι τερμάτισε τὸ μαρτύριό της νικήτρια.

* * *

Ἡ ἄλλη Θεοδοσία εἶνε ἡ ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα. Αὐτὴ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Βασιλεύουσα σὲ ἄλλη ἐποχή, τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραμυττινοῦ (714 μ.Χ.). Ἦταν κόρη εὐσεβῶν καὶ πλουσίων γονέων. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας της ἡ μητέρα ὡδήγησε τὴν κόρη, ἡλικίας τότε 7 ἐτῶν, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μοναχή. Μετὰ τὸ θάνατο καὶ τῆς μητέρας της ἡ Θεοδοσία, ἀπὸ τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, ἔφτειαξε τρεῖς εἰκόνες κοσμημένες μὲ χρυσὸ καὶ ἄργυρο· μία τοῦ Χριστοῦ, μία τῆς Παναγίας, καὶ μία τῆς ἁγίας Ἀναστασίας. Μοίρασε κατόπιν ὅλη τὴν περιουσία της σὲ φτωχοὺς καὶ ὀρφανά, καὶ ἄρχισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες της σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν τοποθεσία «Σκοτεινὸ Φρέαρ» καὶ στὴν λεγομένη «Ἄσπαρο Στέρνα».

Εἶχε συμπληρώσει ἐκεῖ 10 χρόνα ἀσκήσεως ὅταν, τὸ 716, ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔδιωξε ἀπὸ τὸ θρόνο βιαίως, μὲ ῥαβδιὰ καὶ μαχαίρια, τὸν ἅγιο πατριάρχη Γερμανό, ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε στὶς διαταγές του κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καὶ ἀνέβασε στὸ θρόνο τὸν σύγκελλο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, κάποιον Ἀναστάσιο, ποὺ συμφώνησε μὲ τὸν Ἴσαυρο καὶ πρόδωσε σὰν ἄλλος Ἰούδας τὸ γέροντά του. Προσπάθησε μάλιστα ὁ Λέων μὲ ἀπεσταλμένους του νὰ κατεβάσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴ λεγομένη Χαλκῆ Πύλη τοῦ τείχους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Τὰ κατάφερε, τὴν ξεκρέμασε; Ὄχι. Γιατί; Διότι ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν εἰκόνα! Ποιός φώναξε; ἱερεύς, ἱεροκήρυκας, θεολόγος, πατριάρχης; Ὄχι. Μιὰ γυναίκα! Ἦταν ἡ ἁγία Θεοδοσία, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες τόλμησε καὶ πῆγε ἐκεῖ, φώναξε καὶ διαμαρτυρήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔπιασαν τὴ σκάλα, ὅπου εἶχε ἀνεβῆ ἕνας σπαθάριος γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν εἰκόνα, τὴν ἔρριξαν κάτω μαζὶ μ ̓ αὐτόν, καὶ πέφτοντας ὁ σπαθάριος σκοτώθηκε. Ἐν συνεχείᾳ ἦρθαν στὸ πατριαρχεῖο καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο, τὸν ἀνάξιο διάδοχο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ. Τότε κάποιος, ποὺ τὶς εἶχε δεῖ στὴ Χαλκῆ Πύλη, τὶς ἀναγνώρισε, τὶς ὑπέδειξε, καὶ ἔτσι τὶς συνέλαβαν. Καὶ οἱ μὲν ἄλλες γυναῖκες ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως. Τὴν ὁσία Θεοδοσία ὅμως τὴ θανάτωσε ἕνας ἄγριος δήμιος μὲ πρωτοφανῆ τρόπο· πῆρε τὸ κέρατο ἀπὸ ἕνα κριάρι ἢ βόδι, τῆς τὸ ἔμπηξε καὶ διαπέρασε μ ̓ αὐτὸ τὸ λαιμό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα, 29 Μαΐου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Θεοδοσιῶν, ἔχουμε καὶ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο ἑνὸς ἄλλου γεγονότος τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.

29 Μαΐου 1453. Ἂν πιάσῃς παιδιὰ τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ λυκείου καὶ τὰ ρωτήσῃς «τί ἔγινε στὶς 29 Μαΐου;», δὲν θὰ ξέρουν νὰ σοῦ ποῦν. Ἂν τὰ ῥωτήσῃς γιὰ ἄλλα πράγματα, εἶνε πολὺ κατατοπισμένα, τὰ ξέρουν ὅλα. Ἄλλοτε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑωρταζόταν πένθιμα. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ ἄρχοντες, πήγαιναν στοὺς ναοὺς καὶ τελοῦσαν μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

29 Μαΐου 1453, ἡμέρα ἀποφράδα, θλιβερή, καταραμένη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασίλισσα τῶν πόλεων, ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Μωάμεθ καὶ τῶν Τούρκων. Τὴν πολιόρκησαν πολύ, καὶ τέλος μπῆκαν μέσα, πρωὶ – πρωὶ σὰν σήμερα. Δὲν εἶχε ἀκόμα τελειώσει ἡ λειτουργία γιὰ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδοσίας. Σὲ κάποιο ναὸ τῆς Πόλεως ἑώρταζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἑορτὴ τῆς παρθενομάρτυρος καὶ τῆς ὁσιομάρτυρος. Καὶ τότε ὁ Μωάμεθ μπῆκε μέσα.

Τὸ τί ἐπακολούθησε εἶνε ἀπερίγραπτο. Ἔβαλε φωτιά, ἔκαψε σπίτια, λήστεψε, λεηλάτησε, ξεκοίλιασε γυναῖκες, ἀτίμασε παρθένες, σκότωσε μικρὰ παιδιά. Προχώρησε, πῆγε στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἔσπασε τὶς σιδερένιες πόρτες, μπῆκε μέσα, σκότωσε ὅσους εἶχαν καταφύγει στὴ μεγάλη ἐκκλησία, βάφτηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ αἷμα, πλημμύρησε τὸ δάπεδο. Μουτζούρωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἔβγαλαν τὰ μάτια τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, κατούρησαν –μὲ συγχωρεῖτε– στὶς κολυμβῆθρες. Τόλμησαν ἀκόμη κι ἀνέβηκαν πάνω στὴν ἁγία τράπεζα καὶ χόρευαν! Πέταξαν τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα! Ἀνέβηκαν σὰν καλικάντζαροι πάνω στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καὶ ξερρίζωσαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Ὄργιο, φοβερὸ ὄργιο!…

29 Μαΐου ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀποφράδα ἐκείνη μέρα, πέρασαν χρόνια. Ἦταν ἡ συμφορὰ αὐτὴ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ γένους μας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ μόνη συμφορά. Ἦρθε ὕστερα καὶ μιὰ δεύτερη συμφορά, μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἄλλη συμφορὰ ποιά ἦταν· ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή. Λένε –συμφωνῶ κ ̓ ἐγώ–, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μεγάλη καταστροφή. Πάλι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ τώρα; Τώρα… Δὲν τολμῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἔρθῃ νέα συμφορά, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές. Θεέ μου Θεέ μου!

Καὶ οἱ Ἕλληνες; Ἀδιάφοροι… Τί θὰ μᾶς σώσῃ; Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οὔτε οἱ πολιτικοὶ οὔτε τὰ κόμματα οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ θεωροῦμε ἄξιο ἐμπιστοσύνης. Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ. Τὸ εἶπα, τὸ λέω, καὶ τὸ φωνάζω κατ ̓ ἐπανάληψιν· Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ· ἡ μετάνοια! Διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ ἄρχοντες, ἔχουμε ἁμαρτήσει, καὶ γι ̓ αὐτὸ ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ἐὰν μετανοήσουμε, θὰ κάνῃ πάλι ὁ Θεὸς τὸ θαῦμα του· ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, τότε πρέπει νὰ περιμένουμε κάποια νέα μεγαλύτερη συμφορά.

Αὐτὰ ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου. Τὴν παρθενομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, τὴν ὁσιομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, καὶ τὴν ἐπέτειο τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλεως. Γι ̓ αὐτὸ τέτοια μέρα ἔπρεπε νὰ τελοῦνται μνημόσυνα σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ μεγάλου ἥρωος καὶ πατριώτου καὶ Χριστιανοῦ, τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν τελευταία ἡμέρα, τὴν προγουμένη τί ἔκανε; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς σήμερα. Πῆγε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὴ θεία λειτουργία ξυπόλητος· γονάτισε, ἔκλαψε, παρακάλεσε τὸ Θεό· ζήτησε συγγνώμη ἀπ ̓ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα –ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του–, μὲ δάκρυα κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὰ τείχη. Καὶ ἐκεῖ, σὰν λιοντάρι, ἀγωνίστηκε μέχρι τὴν τελευταία πνοή του. Αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὅλων τῶν χιλιάδων ἐκείνων Χριστιανῶν ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴν Ἅλωσι. Καὶ αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν κατὰ τὴν φοβερὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἀπὸ ἕνα χειρότερο Μωάμεθ, νεώτερο τύραννο καὶ μισέλληνα, τὸν Κεμάλ.

Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα τὸ Θεό, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Θεοδοσίας καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας, νὰ ἐλεήσῃ τὸ γένος μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἀγρυπνία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 29-5-1985 μὲ ἄλλο τίτλο.Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2003, ἐπανέκδοσις 19-4-2026.

Κυριακή, Μαΐου 24, 2026

 

Κυριακὴ Πατέρων Α΄ Οἰκ. Συνόδου - Ἡ οὐνία ὅπλο τοῦ παπισμοῦ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Κυριακὴ Πατέρων Α΄ Οἰκ. Συνόδου

Ἡ οὐνία ὅπλο τοῦ παπισμοῦ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ὁ ὀρθόδοξος λαός μας, ἀγαπητοί μου, ἀ­κούει τὴ λέξι «οὐνῖτες» καὶ ἐρωτᾷ· τί εἶ­νε οἱ οὐνῖτες; τί εἶνε ἡ οὐνία;

* * *

Ἡ οὐνία δὲν εἶνε ἑλληνικὴ λέξι. Εἶνε ξένη, πολωνικῆς μᾶλλον προελεύσεως. Καὶ μόνο αὐ­­τὸ δείχνει, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέχεται ἐπιβου­λὴ ἐκ μέρους ἐχθρῶν της ἀπ᾿ ἔξω. Ἡ οὐ­νία εἶ­νε ἕνα ἀπὸ τὰ ὅπλα τῆς παπικῆς προπαγάνδας γιὰ νὰ ὑποτάξῃ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Καὶ τί δὲν ἔκαναν ἐναντίον μας οἱ ἄνθρωποι τοῦ Βατικανοῦ! Νὰ τ᾿ ἀπαριθμήσουμε; • αὐ­θαίρετες ἐπεμβάσεις παπῶν πρὸ τοῦ σχίσματος στὴν δικαιοδοσία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκ­κλησίας· • σταυροφορίες, μὲ πρόφασι μὲν τὴν ἀ­πε­λευθέρωσι τῶν Ἁγίων Τόπων ἀλλὰ μὲ βαθύτερο σκοπὸ τὴ διάλυσι τῆς ὀρθοδόξου Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας· • βίαιες ψευδοενώσεις, ὅπως στὴ Φεράρρα καὶ Φλωρεντία ὅπου ἀντιστάθηκε ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός· • ἐ­πιδρομὲς Ἑνετῶν στὰ νησιὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρ­χιπελάγους· • μηχανορραφίες πρέσβεων τοῦ παπικοῦ κράτους στὴν Κωνσταντινούπολι ἐπὶ τουρκοκρατίας, μὲ τὶς ὁποῖες γκρέμιζαν ἀπὸ τὸ θρόνο γενναίους πατριάρχες καὶ τοὺς ὡδηγοῦσαν στὴν ἐξορία καὶ τὰ ἰκριώματα· • ἱεροσπουδαστήρια ποὺ λειτουργοῦσαν στὴ Ῥώμη καὶ ἀλλοῦ, τὰ περιβόητα σεμινάρια, ὅπου στρατολογοῦσαν νεαροὺς ὀρθοδό­ξους, γιὰ νὰ τοὺς μεταβάλουν σὲ προδότες τῆς πίστεώς τους, σὲ γενιτσάρους τοῦ παπισμοῦ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ κυριεύσουν τὸ φρούριο, νὰ παύσῃ νὰ κυματίζῃ ἡ σημαία τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἀνατολή, γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ὀρθοδόξους νὰ προσ­κυνήσουν τὴν παντόφλα τοῦ πάπα.

Ἀλλ᾿ ὅλες οἱ προσβολὲς τῶν παπικῶν ἀποκρούσθηκαν. Ἐλάχιστα καὶ ἀνάξια λόγου τ᾿ ἀ­πο­τελέσματα τῶν ἐνεργειῶν τους. Λίγες χιλιά­δες ὀρθοδόξων ὑπέκυψαν στὶς πιέσεις, ἀποστάτησαν ἀπὸ τὴ μία ἁγία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ σχημάτισαν θρησκευτικὲς κοινότητες.

Τὸ Βατικανὸ ὅμως δὲν ἀπογοητεύθηκε. Οἱ κορυφές του συνῆλθαν σὲ σύναξι. Καρδινάλιοι, ἐπίσκοποι, ἡγούμενοι μεγάλων μοναχι­κῶν ταγμάτων ἔθεσαν ὑπ᾿ ὄψιν τῆς συνάξεώς τους ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς δράσεώς τους μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων. Πολὺ λίγοι οἱ καρποί! Τόσο χρῆμα, τόση διπλωματία, τόση ῥητορεία, τόσο αἷμα αἰώνων, κι αὐτὴ ἡ Ἀνατολὴ νὰ μένῃ ἄκαμπτη; Οὔτε θέλγητρα λοιπὸν οὔ­τε φόβητρα μποροῦσαν νὰ τὴ χωρίσουν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξο πίστι;… Οἱ σύνεδροι βυθίστηκαν σὲ σκέψεις. Τότε ὁ ἑωσφόρος, ποὺ ἀπὸ κά­ποια κόγχη τῆς αἰθούσης τοῦ Βατικανοῦ παρακολουθοῦσε ἀθέατος τὴ συνεδρίασι, ἀ­νέλαβε νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο. Σὲ μιὰ στιγμὴ κατάλληλη ἔρριξε στὸ συνέδριο τὴν ἰδέα τῆς οὐνίας. Καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἡ ἰδέα αὐτὴ ἀπὸ ἄλλον· διότι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἀπατεώνας στὸν κόσμο. Νομίζω πὼς τὸν ἀκούω νὰ προτείνῃ τὸ σχέδιό του μὲ τὸ στόμα κάποιου μοναχοῦ ἰησουϊτικοῦ τάγματος·

–Ἀγαπητοὶ σύνεδροι! Τὰ πράγματα μᾶς ἀ­ναγκάζουν νὰ ὁμολογήσουμε μιὰ ἀλήθεια· ὅ­τι ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς μᾶς ἀντιπαθοῦν φοβερά. Ἔχουν κακὴ πεῖρα ἀπὸ μᾶς τοὺς δυτικούς. Καὶ τί δὲν ἔκαναν, πρά­γμα­­τι, ἐναντίον τους οἱ πρόγονοί μας! Ὄχι σὰν χριστιανοί, ὄχι σὰν ἄνθρωποι δὲν φέρθηκαν στοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ σὰν αἱμοβό­ρα θηρία ἔπεσαν ἐναντίον τους. Συχνὰ ξεπέρασαν σὲ ἀγριότητα καὶ τοὺς Τούρκους. Ἡ λέξι «φράγκος» ἔγινε ἡ πιὸ μισητὴ λέξι στὴν Ἀνατολή. Γι᾿ αὐτό, ὅταν βλέπουν «φραγκόπα­πα» ὅπως λένε, φεύγουν μακριά. Ἔτσι, ὅ­πως εἴμαστε κι ὅπως φαινόμαστε, δὲν γίνεται τίποτα. Οἱ λύκοι, ὅπως εἶνε κι ὅπως φαίνον­ται, δὲν μποροῦν νὰ εἰσχωρήσουν σὲ μαντρί. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι κάποιος λύκος φορέσῃ προβειά; Τί λέτε; τότε τὸ μαντρὶ δὲν θ᾿ ἀνοίξῃ καὶ πολλὰ πρόβατα δὲν θὰ τὸν πλησιάσουν; Οἱ κυνηγοὶ τῆς Τιμούκουα (μιᾶς ἄγριας φυ­­λῆς τῆς Βορείου Ἀμερικῆς), ὅπως εἶνε καὶ φαί­­νονται, δὲν μποροῦν νὰ πιάσουν οὔτε ἕνα ἐλάφι· ὅταν ὅμως φορέσουν προβειὰ ἀπὸ ἐ­λάφι, τότε τὰ ἐλάφια πλησιάζουν καὶ πέφτουν νεκρὰ ἐμπρὸς στὰ πόδια τους! Ἀλλὰ γιατί, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, προτρέπω νὰ μιμηθοῦ­με μεθόδους τῶν ἀγρίων φυλῶν γιὰ τὸ προπαγανδιστικό μας ἔργο; Τὸ πρότυπό μας εἶνε πολὺ κον­τά μας. Εἶνε ἐδῶ. (Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐπικράτησε μικρὰ σιωπή, κι ἀμέσως ἀκούστηκε μιὰ βραχνὴ φωνὴ νὰ συνεχίζῃ). Πρότυπό σας γιὰ προπαγανδιστικὴ ἐργασία μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων εἶμαι ἐγώ, ὁ …ἑωσφόρος, τοῦ ὁποίου τὴ φωνὴ καὶ τὶς σκέψεις μεταδίδει αὐτὸς ποὺ σᾶς ὁμιλεῖ. Δὲν θυμᾶστε τί ἔ­κανα ἐγὼ στὸν παράδεισο; Ἂν παρουσιαζόμουν στὴν Εὔα ὅπως εἶμαι, αὐτὴ ποτέ δὲν θὰ μὲ πλησίαζε· θὰ ἔφευγε μακριά. Ὅταν ὅμως μετασχηματίστηκα στὸ ὡραιότατο παραδείσιο ζῷο καὶ τῆς μίλησα μὲ τὸ στόμα του, τότε ἡ Εὔα πιάστηκε στὴν παγίδα μου. Μὲ πλησίασε καὶ ἄνοιξα μαζί της τὸ γνωστὸ διάλογο μὲ τὸ γνωστὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ ἀπάτη, ἰδού ἡ μέθοδός μου. Αὐτὴ τὴ μέθοδο νὰ χρησιμοποιήσετε κ᾿ ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἐπίσκοποι, καρδινάλιοι, λευκοὶ καὶ μαῦροι πάπες. Ἀκούγον­τας τώρα τὸ συγκεκριμένο εἶδος ἀπάτης ποὺ θὰ σᾶς συστήσω, μὴ τρομάξετε παρακαλῶ, μὴ φέρετε ἀντιρρήσεις καὶ ἀντιδράσεις. Ἐγώ σᾶς συμβουλεύω, ὁ πολύπειρος, ποὺ γνωρίζω τί κερδίζει κανεὶς μὲ τὴ μέθοδο αὐτή. Χω­ρὶς ἀντίρρησι λοιπὸν ἀκοῦστε καὶ ὑπακοῦστε. Θὰ βγάλετε τὴ μισητὴ στολὴ τοῦ φραγκόπαπα, θὰ φορέσετε τὸ ῥάσο καὶ τὸ καλυμμαύχι τῶν ὀρθοδόξων ἱερέων, θὰ πάψετε νὰ ξυρίζεστε, θ᾿ ἀφήσετε γενειάδες, μ᾿ ἕνα λόγο θὰ πάρετε καθ᾿ ὅλα τὴ μορφὴ ὀρθόδοξου κληρικοῦ. Ἀλλὰ προσοχή· στὴν καρδιά σας θὰ ἔχετε ὁλόκληρο τὸν πάπα! Ἔτσι θὰ πλευρίσετε τοὺς ὀρθοδόξους. Καὶ τότε θὰ δῆτε τὰ θαυμάσια ἀποτελέσματα τῆς νέας μεθόδου, τὴν ὁποία παρακαλῶ νὰ βαπτίσετε μὲ τὸ ὄνομα οὐνία. Λοιπὸν συμφωνεῖτε;

–Μάλιστα, συμφωνοῦμε! Ἐπικροτοῦμε τὸ σχέδιό σου, ἑωσφόρε, ἀπήντησε ἡ ὁμήγυρις.

–Εὐχαριστῶ πολύ, εἶπε ὁ ἑωσφόρος. Σᾶς εὔχομαι μεγάλες ἐπιτυχίες.
Κι ἀφοῦ ἔκανε μιὰ βαθειὰ ὑπόκλισι στοὺς συνέδρους, ἀποχώρησε καὶ τοὺς ἄφησε νὰ μεριμνήσουν γιὰ τὴν ἐξεύρεσι τῶν καταλλήλων προσώπων γιὰ τὴν πραγματοποίησι τοῦ σατανικοῦ σχεδίου. Νά, ἔτσι γεννήθηκε ἡ οὐνία…

Ὄνειρο, φανταστικὴ εἰκόνα εἶνε αὐτά; Ἀλ­λὰ θὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀνοίξετε τὴν ἱστορία τῆς Ὀρ­θοδόξου Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ δῆτε τί θραῦσι ἔ­καναν στὶς κατὰ τόπους ἐκκλησίες, ἐπισκοπές, μητροπόλεις καὶ πατριαρχεῖα τῆς Ὀρθοδοξίας τὰ ὄργανα αὐτὰ τῶν παπῶν, ποὺ λέγονται οὐνῖτες. Ἐκμεταλλευόμενοι τὴ δυσ­τυχία τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, μὲ μορφὴ προβάτων εἰσχώρησαν οἱ φοβεροὶ αὐτοὶ λύκοι στὶς μάνδρες τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἀποδεκάτισαν τὰ πρόβατα. Μόνο ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξο Ἐκ­κλησία τῆς Πολωνίας ἡ οὐνία κατώρθωσε ν᾿ ἀπόσπασῃ γύρω στὰ 2 ἑκατομμύρια λαοῦ καὶ νὰ σχηματίσῃ μέσα στὰ σπλάχνα τοῦ ὀρ­θοδόξου Πολωνικοῦ λαοῦ τὴν οὐνιτικὴ θρησκευτική της κοινότητα, ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς Ῥώμης. Ἰδίως στοὺς αἰῶνες ἐκείνους ποὺ οἱ ὀρθόδοξοι διατελοῦ­σαν κάτω ἀπὸ τὸ πέλμα τῆς τουρκικῆς κυρι­αρχίας, ἡ οὐνία κατώρθωσε νὰ παρασύρῃ στὰ δίχτυα της πληθυσμοὺς ὁλόκληρους καὶ νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλη ἀναστάτωσι.

Ἡ Ὀρθοδοξία, παρὰ τὶς δύσκολες ἐξωτερικὲς περιστάσεις ποὺ βρισκόταν, δὲν ἔμεινε ἀπαθὴς θεατὴς τῆς ἁρπαγῆς τῶν πνευματι­κῶν της τέκνων μ᾿ αὐτὸ τὸ δόλιο τρόπο. Σὰν μάνα πόνεσε καὶ ἐνδιαφέρθηκε. Ἔτσι τὸ ἔτος 1722 συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολι Σύνοδος, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν οἱ πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἰερεμίας ὁ Γ΄, Ἀντιοχείας Ἀθανάσιος ὁ Γ΄, καὶ Ἰεροσολύμων Χρύσανθος. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ καταδίκασε τοὺς οὐ­νῖτες, τὰ ὄργανα αὐτὰ τοῦ παπισμοῦ. Κ᾿ ἐ­πειδὴ ἡ οὐνία ἐξακολουθοῦσε τὸ καταχθόνιο ἔργο της καὶ ἔσπειρε τὰ ζιζάνια στὸν ἀγρὸ τῆς ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκ­κλησία καὶ μὲ ἄλλη ἐγκύκλιό της, αὐστηρότερη ἀπὸ τὴν προηγούμενη, τὸ ἔτος 1838 ἤλεγξε καὶ στηλίτευσε τοὺς δόλιους ἐργάτες τῆς οὐνίας.

* * *

Ἡ οὐνία, ἀγαπητοί μου, κρινομένη ἀπὸ πλευ­ρᾶς ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς καὶ μόνο, προκαλεῖ τὴ φρίκη γιὰ κάθε πιστὸ τέκνο τῆς Ὀρ­θοδοξίας. Ποτέ στὴ θρησκευτικὴ ζωὴ τῶν ἀν­θρώπων δὲν παρουσιάστηκε τέτοιο σύστημα ἀπάτης. Ὄντως γέννημα νυκτὸς καὶ ὄχι ἡμέρας, γνήσιο τέκνο τοῦ ἑωσφόρου, ὁ ὁποῖος μόνο αὐτὸς μποροῦσε νὰ ὑπαγορεύσῃ τέτοια μέθοδο ἐξαπατήσεως τῶν ὀρθοδόξων ψυ­χῶν. Αὐτὴ εἶνε ἡ οὐνία.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπὸ ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ «Σπίθα» (φ. 200/1957) στὸ βιβλίο Ἀντιπαπικά, κατ᾿ ἐπιλογὴν τοῦ περ. «Ἐπικοινωνεῖν» καὶ μεταγλώττισι δική μας. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2006, ἐπανέκδοσις 21-4-2026.



Παρασκευή, Μαΐου 22, 2026

 

Πιστεύουμε σ ̓ αὐτὸν ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

0025555566663333

Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως

Πιστεύουμε σ ̓ αὐτὸν ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

«Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.)

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, πάντοτε θρησκεύει. Εἶνε ἔμφυτη στὴν καρδιά του ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ, καὶ κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξερριζώσῃ. Ὅπως ἀγαπάει τὸ παιδὶ τὴ μάνα καὶ ἡ μάνα τὸ παιδί, ἔτσι μέσα μας, πιὸ ἰσχυρὸ κι ἀπὸ τὸ μητρικὸ φίλτρο, εἶνε τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα. Ὁ ἄνθρωπος πάντοτε θρησκεύει. Τί θὰ πῇ θρησκεύει; Πιστεύει. Καὶ τί πιστεύει; Ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅπως ἄλλωστε εἶνε καὶ λογικό. Σὲ ὅλους ὑπάρχει ἡ πίστι σὲ Πλάστη ποὺ δημιούργησε τὰ σύμπαντα.

Διαφέρουν βέβαια οἱ ἄνθρωποι ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψι περὶ Θεοῦ. Ὑπάρχουν ποικίλες πίστεις καὶ δόγματα, πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ ̓ ἐὰν μὲ ῥωτήσετε, ποιά ἀπ ̓ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, θὰ σᾶς ἀπαντήσω· ἀληθινὴ εἶνε μία καὶ μόνο, ἡ δική μας πίστις, ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Γιατί μόνο ἡ δική μας πίστι εἶνε ἀληθινή, καὶ δὲν εἶνε καὶ τῶν Τούρκων ἢ τῶν Ἑβραίων ἢ τῶν ἄλλων; Διότι τὴ δική μας πίστι δὲν τὴ θεμελίωσε ἄνθρωπος· τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τὴν ἵδρυσε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶνε ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶνε Θεάνθρωπος.

Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Ἔχετε ἀποδείξεις; θὰ μᾶς ῥωτήσουν. Μάλιστα. Εἶνε Θεός· τὸ φωνάζει ἡ διδασκαλία του, ὁ ἅγιος βίος του, οἱ προφητεῖες του, τὰ θαύματά του. Ἀπὸ τὰ θαύματά του τὸ μεγαλύτερο εἶνε ἡ Ἀνάστασις, τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε· μετὰ ἀκολουθεῖ, δεύτερο θαῦμα, αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἡ ἀνάληψίς του· καὶ τρίτο θαῦμα εἶνε ἡ Πεντηκοστή, ποὺ θὰ ἑορτάσουμε σὲ δέκα μέρες.

Ὁ Χριστός, ὅταν ἀναστήθηκε, ἐπὶ σαράντα μέρες περπατοῦσε ἐπάνω στὴ γῆ καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ φανερώθηκε κατ ̓ ἐπανάληψιν σὲ δικούς του ἀνθρώπους. Προτοῦ νὰ φύγῃ καὶ ν ̓ ἀναληφθῇ στὸν οὐρανό, ἔδωσε στοὺς μαθητάς του ἐντολὴ νὰ μαζευτοῦν σὲ κάποιο ὕψωμα, στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν ὅλοι, ἄντρες – γυναῖκες, καὶ ἄκουγαν τὰ λόγια του, τὶς τελευταῖες παραγγελίες τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ἔγινε τὸ θαῦμα. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε. Τί ἔγινε; Τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ, τὰ πόδια ποὺ τρία ὁλόκληρα χρόνια ὤργωσαν τὴν Παλαιστίνη, τὰ πόδια ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καρφώσαμε στὸ σταυρό, ἔπαυσαν πλέον νὰ πατοῦν ἐπάνω στὴ γῆ. Ὁ Χριστὸς ἄρχισε νὰ ὑψώνεται στοὺς οὐρανούς! Φαίνεται αὐτὸ ἀπίστευτο; Ἀλλὰ γιατί; «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18,27). Ὁ Χριστός, ποὺ ἔδωσε στὸν ἀετὸ τὴ δύναμι νὰ πετάῃ, δὲν εἶχε τὴ δύναμι ν ̓ ἀνεβῇ ὁ ἴδιος ψηλά;

Προτοῦ ν ̓ ἀναχωρήσῃ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἁγίους ἀποστόλους νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα· νὰ μείνουν ἐκεῖ καὶ νὰ περιμένουν νὰ ἔλθῃ τὸ πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ τοὺς ἔδινε μιὰ ἐξαιρετικὴ δύναμι γιὰ νὰ διδάξουν τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ πράγματι κάθισαν στὴν Ἰερουσαλήμ, καὶ δέκα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάληψι ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ τοὺς ὥπλισε μὲ τὴ δύναμί του γιὰ τὸ ἔργο τους.

* * *

Δύο πράγματα θέλω ἐδῶ νὰ ὑπογραμμίσω.

Τὸ πρῶτο. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα δείχνει, ὅτι αὐτὸς ποὺ πιστεύουμε ζῇ καὶ βασιλεύει. Δὲν πέθανε ὅπως πεθαίνουν καὶ λησμονοῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ὁ Χριστὸς καὶ μετὰ ἑκατὸ χρόνια καὶ μετὰ διακόσα χρόνια καὶ μετὰ τριακόσα χρόνια καὶ μετὰ χίλια χρόνια, καὶ πάντοτε θὰ ζῇ. Εἶνε Θεός, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ κυβερνᾷ τὴν Ἐκκλησία του.

Γι ̓ αὐτὸ ὅποιος πάει κόντρα στὸ Χριστό –ὅποιος καὶ νά ̓νε αὐτός, εἴτε μικρὸς εἴτε μεγάλος, εἴτε γυναίκα εἴτε ἄντρας, εἴτε ἁπλὸς ἄνθρωπος εἴτε κυβερνήτης ἢ πρόεδρος δημοκρατίας ἢ ὁσοδήποτε ἰσχυρὸς κι ἂν εἶνε–, ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Χριστὸ θὰ γίνῃ στάχτη. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· Ποιός ἄνθρωπος μὲ γυμνὰ πόδια δίνει κλωτσιὲς στὰ καρφιά; Ἂν τὸ κάνῃ, θὰ εἶνε τρελλός. Τὰ καρφιὰ δὲν θὰ πάθουν τίποτε· αὐτὸς θὰ πονέσῃ καὶ θὰ πληγωθῇ, θὰ ματώσουν οἱ σάρκες του. Εἶνε ὁ λόγος ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν ἀπόστολο Παῦλο ὅταν ἐκεῖνος τὸν καταδίωκε ἀκόμη πηγαίνοντας πρὸς τὴ Δαμασκό· «Σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. 26,14). Εἶνε πολὺ σκληρὸ καὶ μάταιο νὰ δίνῃς κλωτσιὲς ἐπάνω στὰ καρφιά. Εἶνε λοιπὸν ἀήττητος ὁ Χριστός. Ἡ τελικὴ νίκη ἀνήκει σ ̓ αὐτόν, ἀσχέτως ἂν στὴν παροῦσα ζωὴ δὲν φαίνεται νὰ ἐπικρατῇ ἀμέσως καὶ παντοῦ τὸ θέλημά του. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὄχι στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα»· ἐμεῖς πιστεύουμε στὸ «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἐδῶ βρίσκεται ἡ διαφορά· αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας. Ὅλοι θὰ πεθάνουμε, ἐκεῖνος «μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 8,35· 12,34. Ἑβρ. 7,24). Σᾶς ἐρωτῶ· πρὶν ἑκατὸ χρόνια ποιός κυβερνοῦσε τὴν Ἑλλάδα; Τότε γινόταν θόρυβος μεγάλος γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του, τώρα πρέπει ν ̓ ἀνοίξῃς τὴν ἱστορία γιὰ νὰ τὸ βρῇς κάπου γραμμένο μὲ ψιλὰ γράμματα.

•Τὸ ἕνα ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ἀνάληψις εἶνε αὐτό. Τὸ ἄλλο εἶνε, ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς θείας Ἀναλήψεως οἱ μαθηταὶ καὶ ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Χριστοῦ τὸν ἔβλεπαν ν ̓ ἀνεβαίνῃ συνεχῶς στὰ ὕψη, νὰ πετάῃ στὰ οὐράνια σὰν χρυσάετος, καὶ ἔμειναν ἔτσι, νὰ κοιτάζουν ἔκθαμβοι ψηλὰ στὸν οὐρανό· συνεχῶς ἐκεῖ, καὶ μόνο ἐκεῖ. Τί μᾶς λέει αὐτό; Ὅπως ἐκεῖνοι, ποὺ ἀποτελοῦσαν τότε τὴν πρώτη Ἐκκλησία, εἶχαν τὰ μάτια τους καρφωμένα ἐπάνω ψηλά, ἔτσι κ ̓ ἐμεῖς ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία, ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, πρέπει νά ̓χουμε τὰ μάτια μας στὸν οὐρανό. Ἡ πατρίδα μας εἶνε ὁ οὐρανός. Ρώτησαν κάποτε ἕνα φιλόσοφο· –Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου; Αὐτὸς δὲν ἀπαντοῦσε. Τὸν ῥωτοῦν πάλι· –Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου, ποῦ γεννήθηκες; –Θέλετε νὰ μάθετε ποιά εἶνε ἡ πατρίδα μου; Περιμένετε, τοὺς λέει. Ἦταν πρωί· ἔγινε μεσημέρι, βράδιασε. Ὅταν ἔγινε νύχτα καὶ βγῆκαν τὰ ἄστρα, τότε σήκωσε τὸ χέρι, ἔδειξε τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς λέει· –Νά ἡ πατρίδα μου· ὁ οὐρανός, αὐτὴ εἶνε ἡ πατρίδα μου… Ὁ οὐρανός! μεγάλο δίδαγμα μᾶς δίνει ἡ σημερινὴ ἡμέρα.

Δὲν εἶνε ἡ γῆ ἡ πατρίδα μας. Αὐτὴ ἡ γῆ, πάνω στὴν ὁποία καθόμαστε καὶ πάνω στὴν ὁποία φιλονικοῦμε καὶ γλεντοῦμε καὶ διασκεδάζουμε καὶ ὀργιάζουμε γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα ζωῆς, αὐτὴ ἡ γῆ τί εἶνε; Ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἄστρα, μὲ τοὺς γαλαξίες, μὲ τὸ ἀπέραντο σύμπαν, εἶνε ἕνα κουκκὶ ἄμμου – τί νομίζετε; Ὅ,τι εἶνε ἕνα κουκκὶ τῆς ἄμμου, αὐτὸ εἶνε ὁλόκληρη ἡ γῆ, μὲ τὰ βουνά, μὲ τοὺς κάμπους, μὲ τὰ δάση, μὲ τοὺς ὠκεανούς, μὲ τὰ πλούτη, μὲ τοὺς θρόνους, μὲ τὶς βασιλεῖες, μὲ τοὺς ἔρωτες, μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τὰ ὄργια· ἕνα κουκκὶ ἄμμου. Τί θὰ λέγατε, ἀγαπητοί μου, ἐὰν βλέπατε δυὸ ἀνθρώπους νὰ σκοτώνωνται μὲ τὰ μαχαίρια, τοὺς πλησιάζατε καὶ ῥωτούσατε, Γιατί σκοτώνεστε; κι αὐτοὶ σᾶς ἀπαντοῦσαν· Νά, μαλώνουμε γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμο… Δὲν θὰ λέγατε ὅτι εἶνε τρελλοί; Καὶ πράγματι τρελλὸς εἶνε ὅποιος μαλώνει γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμο, καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητος ποὺ τὸν περιμένει.

* * *

Αὐτὰ τὰ δυὸ μεγάλα μηνύματα σαλπίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Τὸ πρῶτο, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, σημαίνει ὅτι, ὅσο κι ἂν πολεμήσουν τὴν Ἐκκλησία οἱ σπεῖρες τῶν ἀθέων ποὺ βάλθηκαν νὰ τὴν ξερριζώσουν, δὲν θὰ πετύχουν τίποτα. Μιὰ θρησκεία ποὺ ἔζησε στὸ ξεκίνημά της τρεῖς αἰῶνες διωγμῶν ἀπὸ Ῥωμαίους αὐτοκράτορες, πέρασε ἔπειτα τετρακόσα καὶ πεντακόσα χρόνια σκλαβιᾶς κάτω ἀπὸ σουλτάνους, ἔζησε τὴ δοκιμασία τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τῶν ἀθέων καθεστώτων, ἀλλὰ καὶ τὸν ξερριζωμὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, θὰ ξεπεράσῃ καὶ κάθε ἄλλη δοκιμασία. Οἱ πρόγονοί μας κράτησαν τὴν πίστι τῶν πατέρων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ δὲν ξερριζώνεται. Θὰ μείνῃ αἰωνίως. Κι ὅποιος τὰ βάλῃ μαζί της, θὰ γίνῃ στάχτη· εἶνε νᾶνος, πολὺ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος μπροστὰ στὸ Χριστό, τὸν αἰώνιο βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ τὸ δεύτερο μήνυμα, τὸ νὰ ἔχουμε τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά μας προσηλωμένα στὸ Θεό, σημαίνει, νὰ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμί μας. Νὰ μὴ ζοῦμε σὰν τὰ κτήνη, σὰν τὰ ζῷα, ἀλλὰ νὰ ὑψωνώμαστε σὲ ζωὴ πνευματική. Μὴ σερνώμαστε στὸ χῶμα σὰν σαῦρες καὶ σκουλήκια, ἀλλὰ σὰν ἀετοὶ νὰ πετοῦμε σὲ ὕψη. Ἀετὸς ἦταν κάποτε ἡ πατρίδα μας, καὶ ἀετοὶ πρέπει νὰ γίνουμε πάλι ὅλοι. Νὰ πετοῦμε ψηλά, πολὺ ψηλά.

Παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, παιδιὰ τοῦ Πόντου, παιδιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Μείνατε κοντὰ στὸ Χριστό καὶ θὰ εἶστε εὐλογημένοι.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου Πελαργοῦ - Ἀμυνταίου τὴν 28-5-1987 μὲ ἄλλο τίτλο.  Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 1-6-2006, ἐπανέκδοσις 20-4-2026.



Κυριακή, Μαΐου 10, 2026

 


Για την Δεσποτοκρατία

“Ἀπώτερος σκοπός; Ἡ ἐπιβολή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου καί τῆς Μεταπατερικῆς Θεολογίας!”

Τά τελευταῖα χρόνια κυρίως, παρατηρεῖται μία τάση στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀκούει στό ὄνομα: “Δεσποτοκρατία“.

Εἶναι μία “νέα πνευματική μόδα” πού καλπάζει πυρετωδῶς. Ἔχει ὡς εἰσηγητή της τόν Οἰκουμενισμό τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νά καθυποτάξει τούς πάντες στούς δικούς του “ἀντικανονικούς κανόνες” καί στήν παπική ἀντίληψη “περί ἀλαθήτου” τοῦ Ἐπισκόπου! Κίνητρο; Ἡ κακοδοξία καί ἡ ὑπερηφάνεια! Ἀπώτερος σκοπός; Ἡ ἐπιβολή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου καί τῆς Μεταπατερικῆς Θεολογίας!

Πρόκειται γιά μία  συγκεντρωτική τάση, λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν ὁποία συσσωρεύεται ἡ ἐξουσία στό πρόσωπο τοῦ κάθε Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος μετατρέπεται σέ “Δεσπότη πού δεσπόζει” καί ὄχι σέ Διάκονο πού διακονεῖ. Ὁ Δεσπότης ἐνεργεῖ καί συμπεριφέρεται ὡς βασιλικώτερος τοῦ Βασιλέως, τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου δηλαδή! Κι αὐτό γίνεται πασιφανές, ἀπό τήν στιγμή πού οἱ ἴδιοι οἱ Δεσπότες καταρρίπτουν στήν πράξη Ἱερούς Κανόνες, παραβιάζουν ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐμφανίζονται ὡς ἀνώτεροι καί ἁγιώτεροι τῶν Ἁγίων Πατέρων σπάζοντας τήν ἀσφαλή ἁλυσίδα: “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατρᾶσι” καί ἀγνοώντας, ἐξουδενώνοντας καί διώκοντας ὀρθοτομοῦντες ρασοφόρους καί λαϊκούς χριστιανούς.

Ὁ Ἐπίσκοπος σημαίνει: “ἐπί σκοποῦ”· δηλαδή: στήν σκοπιά, στό φυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀκοίμητος σκοπός-φρουρός, ὡς ξάγρυπνος διάκονος πάντων καί ἐπί συνεχοῦς παρατήρησης καί προφύλαξης τοῦ ποιμνίου ἀπό αἱρέσεις καί λύκους, καθώς καί περιφρούρησης τῆς Ἀληθινῆς Πίστεως ἀπό κάθε κακοδοξία, ἀλλοίωση, παραποίηση. Ἡ ἐτυμολογία τοῦ δεύτερου συνθετικοῦ τῆς λέξης “σκοπέω-σκοπῶ” σημαίνει: βλέπω, ἐξετάζω, παρατηρῶ, φροντίζω, προσέχω. (1)

Ὁ Δεσπότης, ἀντίθετα ἀπό τήν σημασία τῆς διακονίας-ὑπηρεσίας, σημαίνει: ἐξουσιαστής. Ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως “δεσπόζω”:

1. κυριαρχῶ, ἐξουσιάζω κάποιον ἤ κάτι
2. (μεταφορικά) ἔχω τήν πιό σημαντική θέση
3. βρίσκομαι στό πιό ψηλό σημεῖο, ξεχωρίζω
4. ἐπιβάλλομαι μέ τόν ὄγκο καί τίς διαστάσεις μου (2)

Ὁ Ἀρχιερέας ὅλων τῶν ἀρχιερέων Ἰησοῦς Χριστός καί Θεός, στήν τελευταία του συνάντηση μέ τούς Ἀποστόλους στό Μυστικό Δεῖπνο, ἔνιψε τά πόδια τους ὡς καλός διάκονος καί ὡς παράδειγμα πρός μίμησιν, γιά νά τούς ὑποδείξει ἐμπράκτως πῶς πρέπει νά συμπεριφέρονται ὡς Ποιμένες· δηλαδή ἐν ταπεινώσει καί ὑπηρετώντας καί ὄχι ἐν ὑψηλοφροσύνῃ καί δεσπόζωντας!

Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος (καί ὄχι Δεσπότης);

Μᾶς ἀπαντᾶ ἡ Ἁγία Γραφή διά στόματος Ἀποστόλου Παύλου: “δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς Θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, ἀλλὰ φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, ὅσιον, ἐγκρατῆ, ἀντεχόμενον τοῦ κατὰ τὴν διδαχὴν πιστοῦ λόγου, ἵνα δυνατὸς ᾖ καὶ παρακαλεῖν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῇ ὑγιαινούσῃ καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν.” (Πρός Τίτον 1:7-9)

καί: “Σὺ δὲ λάλει ἃ πρέπει τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ.” (Πρός Τίτον 2:1) 

Παραθέτουμε ἕνα ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου, πού λέει:

“Ὑπάρχει ἕνας δεσποτικός νόμος γιά ἐμᾶς τοὺς κληρικούς, πού τόν πρόσθεσαν στον Δεκάλογο οἱ ἁγιοι ἀρχιερεῖς και εἶναι τρόπον τινα ὁ ἑνδέκατος νόμος τῆς δεσποτοκρατίας. Καὶ αὐτὸς εἶναι· ΑΚΟΥΕ- ΒΛΕΠΕ-ΣΙΩΠΑ.

Ἐγώ, μέ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σπάω τό φίμωτρο των δεσποτάδων, ἀνοίγω το στόμα μου καὶ θὰ σᾶς πῶ ὅπως πάντα γυμνή την ἀλήθεια…..

Προτιμῶ νά εἶμαι ἕνας καλόγερος ἀσυμβίβαστος μέ τόν κόσμο καὶ μὲ τὸν διάβολο, παρά νὰ εἶμαι ἐπίσκοπος καὶ ἀρχιεπίσκοπος και πατριάρχης καὶ νὰ συμβιβάζομαι μὲ τὸ διάβολο.

Χαρίζω σ᾽ ὅλους τοὺς κυρίους αυτοὺς ὅλα τὰ μπαστούνια, ὅλες τις μήτρες, ὅλες τις πατερίτσες ὅλα τὰ ἐγκόλπια καὶ κρατῶ ἕνα και μόνο· Κρατῶ το ρητό τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ» (Σ. Σειρ. 4,28)”.

katanixi.gr



Κυριακή, Μαΐου 03, 2026

 

Ψυχική παραλυσία



Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης

Αυγουστίνου Καντιώτη

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰω. 5,1-15)


Ἀκούσατε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ ἱερὸ καὶ ἅ­γιο εὐαγγέλιο; Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιέχει ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τὸ θαῦμα αὐ­τό, πρέπει νὰ γίνῃ ἀτομικό, νὰ τὸ κάνουμε προσωπικό, νὰ τὸ μεταφέρουμε στὸν ἑαυτό μας· πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σ᾿ ἐ­μᾶς. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Γιὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ θαῦμα, πρέπει ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνερ­γήσῃ ἐπάνω μας. Τότε δὲν θὰ χρειάζεσαι ἄλ­λη βεβαίωσι γιὰ νὰ πιστεύῃς. Θὰ ἔχῃς ἀκράδαντη βεβαιότητα. Μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ θὰ εἶσαι σύ ὁ ἴδιος.

Τί λέει, λοιπόν, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο; Στὰ Ἰεροσόλυμα, κοντὰ στὴν προβατικὴ πύλη, τὴν πύλη δηλαδὴ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ θυσιαστοῦν στὸ ναό, ὑ­πῆρχε μία δεξαμενὴ ποὺ λεγόταν Βηθεσδά. Τὸ νερὸ αὐτῆς τῆς δεξαμενῆς εἶχε μία θαυμα­τουργικὴ ἰδιότητα. Τί ἰδιότητα· κατὰ ἀραιὰ χρονικὰ διαστήματα, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, κατέ­­βαινε ἐκεῖ ἄγγελος Κυρίου καὶ τάραζε τὸ νερό. Τότε τὸ νερὸ ἀποκτοῦσε, προσωρινά, ἰ­αματι­κὴ ἰδιότητα. Αὐτὸ διαρκοῦσε πολὺ λίγο· ἀ­μέσως κατόπιν τὸ νερὸ ἐπανερχόταν στὴν προ­η­γουμένη φυσικὴ κατάστασι, ἦταν πάλι ἁ­πλὸ νερὸ ὅπως ὅλων τῶν ἄλλων πηγῶν. Ὅ­ποιος λοιπὸν ἀμέσως μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἀγ­γέλου προλάβαινε νὰ πέσῃ πρῶτος μέσα στὸ ταρα­γμένο νερό, γινόταν ὑγιής, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦταν ἡ ἀσθένεια ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε.

Αὐτὸ ἔδινε ἐλπίδα σὲ ὅλους ὅσοι εἶχαν ἀ­πελπισθῆ ἀπὸ τοὺς γιατρούς. Ἔτσι γύρω ἀπὸ τὸ χεῖλος τῆς κολυμβήθρας ἦταν συγκεντρω­μένο ἕνα πλῆθος ἀσθενῶν, ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ ξαπλωμένοι σὲ κρεβάτια ἢ φορεῖα. Εἴτε κρύο ἔκανε εἴτε ζέστη, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι ἄν­θρωποι δὲν ἀπομακρύνονταν ἀπὸ ᾿κεῖ. Γιὰ νὰ προστατεύωνται δὲ ἀπὸ τὴ βροχὴ καὶ τὸν ἥ­λιο, εἶχαν χτιστῆ γύρω ἀπ᾿ τὴ δεξαμενὴ πέντε στοές, πέντε ὑπόστεγα, ὅπου παρέμεναν οἱ ἀ­σθενεῖς καὶ ὅσοι τοὺς συνώδευαν.

Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ἀσθενῶν, ποὺ πε­­ρίμεναν νὰ βροῦν τὴ θεραπεία τους, ἦταν καὶ ἕνας παράλυτος. Γιατρειὰ δὲν εἶδε ἀπὸ ἄν­θρω­πο. Ἀλλ᾿ οὔτε καὶ στὴ θαυματουργὸ κολυμ­βήθρα τόσον καιρὸ εἶχε βρῆ τὴ θεραπεία του. Τριανταοχτὼ χρόνια περίμενε ἐκεῖ μὲ ὑπομο­νή. Στὸ μακρὸ αὐτὸ διάστημα πολλοὺς συνασθενεῖς εἶδε νὰ πέφτουν στὸ ταραγμένο νερό, νὰ βγαίνουν καὶ νὰ φεύγουν γιὰ τὰ σπίτια τους θεραπευμένοι. Αὐτὸς λόγῳ τῆς παθήσεώς του δὲν ἦταν εὐκίνητος· πάντα κάποιος ἄλλος τὸν προλάβαινε. Ἦταν μόνος καὶ ἀβοήθητος. Ἔτσι τὸ μαρτύριό του συνεχιζόταν.

Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἀποτυχιῶν, τί ἐλπίδα ὑπῆρχε πλέον; Μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τὸ πάρῃ ἀ­πόφασι, ὅτι ἐκεῖ θὰ τὸν βρῇ ὁ θάνατος καὶ τότε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα θὰ μετακομίσῃ στὸ κοιμητήριο· κι ἀντὶ νὰ μπῇ στὸ ἰαματικὸ νερό, θὰ τὸν βάλουν στὸ μαῦρο χῶμα. Ἐν τούτοις ἐξ­ακολουθοῦσε νὰ ἐλπίζῃ, νὰ ὑπομένῃ, νὰ παραμένῃ ἐκεῖ. Σὰν κάποιον νὰ περίμενε! Κάποιο μυστήριο ἔκρυβε ἡ ταλαιπωρία του.

Καὶ ἦρθε ἐπὶ τέλους ἡ στιγμὴ νὰ λυθῇ τὸ δρᾶμα του καὶ νὰ φωτιστῇ τὸ μυστήριο. Μετὰ ἀπὸ ἀγόγγυστη ὑπομονὴ τόσων ἐτῶν, ἦρθε κοντά του ὁ μέγας ἰατρός, τὸ ἄριστο φάρμακο, καὶ τότε βραβεύθηκε ἡ ἀρετή του. Ἦρθε κον­τά του ὁ Χριστός, ὁ παντοδύναμος καὶ πάνσοφος εὐεργέτης, τοῦ εἶπε ἕνα μόνο λόγο, καὶ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ λόγο ὁ παράλυτος ἀμέσως ἔ­γινε καλά. Μέγα τὸ θαῦμα· ἕνας ζωντανὸς νεκρὸς στάθηκε ὄρθιος· καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσῃ οὔτε ἕνα κουτάλι, πῆ­ρε δύναμι καὶ σήκωσε ὁλόκληρο κρεβάτι.

Ὁ παραλυτικὸς αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ τόσα χρόνια, γιὰ νὰ γίνῃ διδάσκαλός μας. Τριαν­ταοχτὼ χρόνια δὲν γόγγυσε οὔτε βλαστήμησε, ὅπως θὰ ἔκαναν ἄλλοι πού, ὄχι τόσο ἀλλὰ πο­λὺ λιγώτερο χρόνο ἔχουν στὸ κρεβάτι, καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ Θεό. Ὁ παραλυτικὸς εἶνε παράδειγμα ὑπομονῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἦρθε κοντά του ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός· διότι τὸν σπλαχνίσθηκε. Ἔπειτα ὁ παραλυτικὸς αὐ­τός, ὅταν γιατρεύτηκε, δὲν πῆγε στὸ σπιτάκι του, ἀλλὰ ποῦ πῆγε; στὸ ναό. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔγινε καὶ ἱεροκήρυκας, σαλπιγ­κτὴς τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου.

* * *

Ἀλλὰ τώρα δὲν θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τὸν παραλυτικὸ τοῦ εὐαγγελίου· θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς σημερινοὺς παραλύτους.

– Μὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερα παράλυτοι;

Ὑπάρχουν. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνο τοὺς σωμα­τικῶς παραλύτους. Ἐννοῶ κυρίως τοὺς ψυ­χικῶς παραλύτους. Αὐτοὶ εἶνε περισσότερο ἀξιολύπητοι. Διότι πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια ὑπάρχει ἡ ψυχικὴ ἀσθένεια, καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ παραλυσία ὑπάρχει ἡ ψυχικὴ παραλυσία.

Τί εἶνε ψυχικὴ παραλυσία; Μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι εἶνε ἡ πλέον συχνὴ καὶ ἡ πλέον διαδεδομένη νόσος. Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω καὶ ποῦ νὰ τελειώσω; Μερικὲς φωτογραφίες τῶν σημερινῶν ψυχικῶς παραλύτων θὰ σᾶς παρουσιάσω καὶ θὰ τελειώσω.

Πρῶτο παράδειγμα. Ὁ παράλυτος ποὺ ἰάτρευσε ὁ Κύριος τριανταοχτὼ χρόνια εἶχε νὰ πάῃ στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Πῆγε μικρὸ παιδί, καὶ ξαναπῆγε τώρα, μετὰ τὴ θεραπεία του, μὲ ἄ­σπρα πλέον τὰ μαλλιά. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δικαιολογεῖται· ἦταν ἀσθενής, δὲν εἶχε πόδια, καὶ παρέμενε ἀκίνητος ἐκεῖ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς κολυμβήθρας. Οἱ σημερινοὶ ὅμως ψυχικῶς πα­ράλυτοι, ἐνῷ σωματικῶς εἶνε ὑγιέστατοι καὶ κινοῦνται καὶ τρέχουν δεξιὰ κι ἀριστερά, ἔχουν ὅμως σαράντα καὶ πενήντα χρόνια νὰ πατήσουν τὸ πόδι τους στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Ἦρ­θαν νήπια, ὅταν τοὺς ἔφερε ἡ μάνα νὰ βαπτισθοῦν, καὶ θὰ ἔρθουν ἄλλη μιὰ φορά, ὅταν σηκωτοὺς θὰ τοὺς φέρουν νὰ τοὺς κηδεύσουν. Στὴν ἐκκλησία τώρα δὲν ἔρχονται· ἀλ­λοῦ πηγαίνουν εὐχαρίστως. Πές τους γιὰ κινηματογράφο, πές τους γιὰ θέατρο, νὰ δῇς πῶς τρέχουν. Λησμονοῦν τὸ Θεό, ποὺ μᾶς δίνει ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀρτιμέλεια, καὶ δὲν ἔρχονται νὰ τοῦ ποῦν ἕνα εὐ­χαριστῶ. Λησμονοῦν, ὅτι τὰ πόδια μᾶς δόθηκαν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τὸ διάβολο.

Θέλετε ἄλλο παράδειγμα ψυχικῶς παραλύτου; Οἱ προηγούμενοι ἔχουν παράλυτα τὰ πόδια, αὐτοὶ ἔχουν παράλυτα τὰ χέρια γιὰ τὸ Θεό. Πέστε λ.χ. στὸν ἄλλο, τὸ φιλάργυρο καὶ ἰ­διοτελῆ, νὰ ἐλεήσῃ. Ἀδύνατον. Αὐτός, ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ κάτι σὲ φτωχό, αἰσθάνεται παράλυτο τὸ χέρι. Τὸν παραλύει ὁ δαίμων τῆς φιλαργυρίας. Προτιμότερο νὰ τοῦ κόψουν τὸ χέρι παρὰ νὰ δώσῃ μιὰ δραχμή. Ἢ πέστε στὸ δειλὸ καὶ κρυπτοχριστιανὸ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πίστι του ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα ἢ ὅταν περνᾷ ἔξω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία. Ντρέπεται, φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του, καὶ σταυρὸ δὲν κάνει. Ἔ, σᾶς ἐρωτῶ· αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὰ χέρια τους πα­ράλυτα; Λησμονοῦν, ὅτι τὰ χέρια δόθηκαν γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸν πλησίον, νὰ ἐλεοῦν, νὰ ἐρ­γάζωνται τὸ ἀγαθό, καὶ ὄχι νὰ μουντζώνουν καὶ νὰ πληγώνουν. Λησμονοῦν, ὅτι τὰ χέρια δόθη­καν γιὰ νὰ ὁμολογοῦν τὴν πίστι, γιὰ νὰ δοξάζουν τὸ Θεό, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἀρνοῦνται μὲ τὴ δειλία τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὶς τόσες ἄνομες πράξεις καὶ ἀπρεπεῖς χειρονομίες· τὰ χέρια δόθηκαν γιὰ νὰ ἐργάζωνται τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ ὄχι νὰ τὶς καταργοῦν εἴτε κλέβοντας εἴτε παλαμίζοντας τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μὲ τοὺς ὅρ­κους.

Ἄλλο ἕνα παράδειγμα ψυχικῶς παραλύτων. Εἶνε αὐτοὶ ποὺ ἔχουν παράλυτη τὴ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τέλειο ὄργανο. Ὄχι μόνο ὡς μέλος καὶ ὄργανο τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ ὡς μέσο ἐπικοινωνίας. Λένε, ὅτι ἀ­νατομικῶς ὁ οὐρακοτάγκος ἔχει καλύτερη γλῶσσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τί νὰ τὴν κά­νῃς; ἡ γλῶσσα του δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀρθρώσῃ λέξι. Ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ γλῶσσα του ὁμιλεῖ, συνεννοεῖται, ἐκφράζει τὰ συναισθήματα καὶ τὶς σκέψεις του. Πόσα λόγια λέει τὴν ἡμέρα; 100, 300, 500, 1.000, 2.000, 10.000, 20.000, 30.000 λέ­ξεις. Ψάχνω ὅμως μέσα στὶς τόσες αὐτὲς λέ­ξεις νὰ βρῶ διαμάντι, καὶ δὲν βρίσκω. Χαλί­κια καὶ κόπρια. Ἀκούγονται βλαστήμιες, αἰσχρο­λογίες, βωμολοχίες, λόγια βρωμερά· μόνο λό­για τοῦ Θεοῦ δὲν ἀκούγονται. Γιατί, ἄνθρωπε, ὁ Θεὸς σοῦ ἔδωσε τὴ γλῶσσα; Σοῦ τὴν ἔ­δωσε νὰ τὸν δοξολογῇς, νὰ διαλαλῇς τὰ θαύματά του, νὰ λὲς τὸν καλὸ λόγο στὸν πλησίον σου. Ὅταν ἐσὺ τὴ χρησιμοποιῇς γιὰ τὸ διάβολο, δὲν εἶσαι παράλυτος στὸ καλό;

* * *

Ἀδελφοί μου, πρὶν τελειώσω συνιστῶ· Γόνατα καὶ πόδια παραλελυμένα, ἀνορθωθῆτε (πρβλ. Ἠσ. 35,3). Χέρια νεκρὰ καὶ καρδιὲς παγωμένες, θερμανθῆτε. Γλῶσσες καὶ στόματα, καθαρισθῆτε, πάρτε φωνή, αἰνεῖτε τὸν Κύριον· πέστε «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Τριῶν Ἱεραρχῶν Πετραλώνων – Ἀθηνῶν τὴν 30-4-1961.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 30α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ»



 

 

Ἀνάστασις, τὸ μεγαλύτερο ἱστορικὸ γεγονός! (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

  

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου

Ἀνάστασις, τὸ μεγαλύτερο ἱστορικὸ γεγονός!

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Προσφιλέστατοι ἀκροαταί, σᾶς χαιρετῶ ἐν Χριστῷ τῷ ἀναστάντι Κυρίῳ. Ἂν ὑπάρχουν δυὸ λέξεις, μέσα στὶς ὁποῖες συν­οψίζεται ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὲς εἶνε «Χριστὸς ἀνέστη»!

Τὸ ἀκούσατε τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν ἀ­κουγόταν μόνο τότε· 40 μέρες, μέχρι τὴν Ἀνάληψι, αὐτὸ καταργοῦσε κάθε ἄλλο χαιρετισμό. Τὸ ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας μὲ θερμὴ καρδιά. Οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ντρέπονται.

Ἀλλὰ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο «ὅσοι πιστοί», «στῶ­μεν καλῶς»! Ἂς δοξάσουμε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν πίστι στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἂς τὴν κρατήσουμε σφιχτά. Δὲν εἶνε «ἐ­φεύ­­ρεσι παπάδων»· εἶνε δεντρὶ ποὺ τὸ φύτευ­σε ἡ ἁγία Τριάδα, μὲ ῥίζα βαθειὰ ποὺ κανένας διάβολος δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὴν ξερριζώσῃ. Καὶ ἡ ῥίζα εἶνε οἱ δυὸ αὐτὲς λέξεις, «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἢ ἀνέστη, ἢ δὲν ἀνέστη.

Λέμε λοιπὸν σήμερα σὲ ὅλους, ὅτι ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἱστορικὸ γεγονός. Ὁμιλοῦμε μὲ τὴ γλῶσ­σα τῆς ἱστορίας καὶ σαλπίζουμε, ὅτι ἡ Ἀνάστασις εἶνε τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς μὲ παγ­κόσμια ἀκτινοβολία. Θὰ μοῦ πῇ κάποιος ἄπιστος· Αὐτὰ εἶνε λόγια, ἐμεῖς θέλουμε ἀποδεί­ξεις. Σᾶς λέω λοιπόν, ὅτι κανένα ἄλλο γεγο­νὸς δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἔχει ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Ἂς στήσουμε τώρα ἕνα δικαστήριο καὶ νὰ βάλουμε κριτὴ – δικαστὴ τὴν Ἱστορία, ποὺ δὲν ἀκούει μύθους καὶ παραμύθια· δέχεται μαρτυρί­ες, γεγονότα, τεκμήρια, ἱστορικὲς ἀποδείξεις.

Πρῶτοι μάρτυρες ποὺ προσέρχονται εἶνε οἱ προ­φῆ­τες τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Προανήγ­γειλαν τὴν Ἀνάστασι· καὶ ἔγινε, δὲν διαψεύσθηκαν.

Ἔρχεται ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ καὶ προλέγει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἀπόγονος τοῦ υἱοῦ του Ἰούδα θὰ κοιμηθῇ στὸν τάφο σὰν λιοντάρι καὶ σκύμνος λέοντος, ἀλλὰ καὶ ἔτσι πάλι θὰ εἶνε φοβερός. «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» (Γέν. 49,9). Σᾶς ἐρωτῶ· ἅμα δῇς λιοντάρι νὰ κοιμᾶται, τολμᾷς νὰ τὸ ξυ­πνήσῃς; Ὅταν ξύπνησε – ἀναστήθηκε, οἱ φρου­ροί του ἀπὸ τὸ φόβο τους ἔγιναν σὰν νεκροί (Ματθ. 28,4).

Ἔρχεται καὶ ὁ Δαυῒδ μὲ τὴ λύρα του καὶ ψάλλει· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθή­τωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν» (Ψαλμ. 67,2).

Μετὰ τοὺς προφῆτες ἔρχονται οἱ ἀπόστολοι. Ὁ ἀ­πόστολος Πέτρος μὲ παρρησία ὑπενθυμίζει στοὺς Ἰ­ουδαίους τὴν προφητεία τῶν Ψαλμῶν ποὺ βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσί της στὴν ἀ­νάστασι τοῦ Κυρίου· «Ἡ σάρξ μου», λέει ὁ Μεσσίας, «κατασκη­νώσει ἐπ᾽ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅ­σιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. ἐγνώρισάς μοι ὁ­δοὺς ζωῆς» (Ψαλμ. 15,9-11=Πράξ. 2,26-28).

Μετὰ ἔρχονται ἄλλες μαρτυρίες, ὅπως ἐ­κεῖ­να ποὺ εἶπαν οἱ φύλακες οἱ ὁποῖοι φρουροῦσαν τὸ σφραγισμένο μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Πῆραν χρήματα ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ διαδώσουν ψευδῶς, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἦρθαν νύχτα καὶ ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ὅ­μως, ὅ­πως εἶπαν, ὁ Χριστὸς ἐκλάπη, τότε ἡ φρουρὰ τῶν στρατιωτῶν θὰ περνοῦσε ἀπὸ στρατοδικεῖο καὶ θὰ ἐκτελοῦντο· τόσο αὐστηρὴ ἦταν ἡ ῾Ρώμη. Οὔτε τοὺς ἐκ­τέλεσαν ὅμως, οὔτε ἔψαξαν νὰ βροῦν καὶ νὰ δείξουν τὸ «κλεμμένο» σῶμα· οἱ ἴδιοι βεβαίωσαν τὸ γεγονός, ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τὰ χρήματα τὸ ἔκρυψαν.

Τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ ἐπίσης τὸ κε­νὸ μνῆμα, ὁ ἄδειος τάφος. Πρωὶ – πρωὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης πήγαιναν τρέχοντας στὸ μνῆμα. Ὁ Ἰωάννης ὡς νεώτερος ἔφτασε πρῶτος, ἀλλὰ δὲν τολμοῦσε νὰ μπῇ μέσα. Ὅταν ἦρθε ὁ Πέτρος, πιὸ θαρραλέος, μπῆ­κε. «Καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονί­ων κεί­μενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰω. 20,7). Τί σημαίνουν αὐτά; Οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν πέθαινε ἄν­θρωπος, τὸν ἔλουζαν, τὸν ἄλειφαν μὲ ἀρώμα­τα καὶ με­τά, ὅ­πως ἡ μάνα φασκιώνει μὲ κορδέλλες τὸ παιδί, ἔτσι τύλιγαν τὸ σῶμα μὲ τὰ ὀ­θόνια – φασκές, ἐνῷ τὸ κεφάλι τὸ σκέπαζαν μὲ τὸ σουδάριο. Αὐτὰ κολλοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσες πλέον νὰ τὰ ξεκολλήσῃς. Ἂν ἐπέμενες νὰ τὰ ξεκολλήσῃς, ἔπρεπε ν᾽ ἀποσπά­σῃς καὶ σάρ­κες. Ἐὰν λοιπὸν πήγαινε κάποιος νὰ κλέ­ψῃ τὸ σῶμα, θὰ τὸ ἔπαιρνε μαζὶ μὲ τὰ ὀθόνια· ὅταν καν­εὶς κλέβῃ, εἶνε βιαστικός· γιὰ νὰ ξεκολλήσουν αὐτά, θὰ χρειά­ζον­ταν ὧρες καὶ ζεστὸ νερό. Αὐτὰ ὅμως τώρα ἔμειναν πίσω. Ὤ θαῦμα! Ξέρετε τί συνέβη; Ἅμα γκρεμίσετε ποτὲ τοῖχο, θὰ δῆτε μέσα σὲ τρύπες τὰ φιδοπου­κάμισα τῶν φιδιῶν. Ὅπως λοιπὸν τὴν ἄνοιξι τὸ φίδι γλιστράει καὶ φεύγει μέσα ἀπὸ τὸ πουκάμισό του καὶ τὸ ἀφήνει πίσω του, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς γλίστρησε καὶ βγῆκε ἀφήνοντας πίσω τὰ ὀθόνια κείμενα καὶ τὸ σουδάριο χωριστά.

Εἶνε, ἀδέρφια μου, τόσο πολλὰ τὰ τεκμήρια τῆς Ἀ­ναστάσεως! Ἰσχυρὸ εἶνε καὶ ἡ ἀλ­λαγὴ τοῦ φρονήματος τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Τοὺς θυμᾶστε; Τὴν Πέμ­πτη τὸ βράδυ, ἅ­μα παρουσιάστηκε ἡ σπεῖρα μὲ τὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς φανούς, τὸν ἄφησαν μόνο τὸ Χριστό. Γυναῖκες παραστάθηκαν στὸ σταυρό, ξένος ἄνθρωπος τὸν ἀποκαθήλωσε. Οἱ μαθηταὶ κλείστηκαν φοβισμένοι. Καὶ μόνο κλεισμένοι; καὶ δύσπιστοι! Ὅταν πῆγε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοὺς εἶπε, Ἀνέστη ὁ Κύριος, τὰ λόγια της τοὺς φάνηκαν ἀνόητα. Τί λέει αὐτή; εἶπαν. Ἀλλὰ μετά; ὤ μετά!… Ἐλᾶτε νὰ τὸ ἐξηγήσετε. Αὐτοὶ ποὺ ἦ­ταν σὰν λαγοί, τοὺς βλέπεις τώρα λιοντάρια. Οἱ ψα­ρᾶ­δες τῆς Γαλιλαίας νὰ ξεκινᾶνε τὴ μεγάλη τους περιπέτεια ποὺ σὰν αὐτὴ δὲν γνώρισε ἄλλη ὁ κόσμος. Ὁ Ἀνδρέας πάει στὴν Πάτρα, ὁ Πέτρος στὴ ῾Ρώμη, ὁ Ματθαῖος στὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἰωάννης στὴν Πάτμο καὶ στὴν Ἔφεσο, ὁ Θωμᾶς στὶς Ἰνδίες… Κ᾽ ἐρωτῶ λοιπόν· ποιό ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἄλλαξε; Τὸ χρῆμα; ἡ δόξα; Ἐ­κεῖνο ποὺ τοὺς ὤθησε ἦταν ἡ πίστις. Ποιά πίστις; ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος. Τὸ λένε· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰω. 20,25), εἴδαμε τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θωμᾶς, ὁ πιὸ δύσπιστος, λέει «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20,29).

Δὲν σᾶς εἶπα τίποτα. Ἡ πιὸ μεγάλη μαρτυρία ποιά εἶνε, μπροστὰ στὴν ὁποία σπᾶνε ὅλα τὰ κύματα; Ὅπως ὑπάρχουν στὴ θάλασσα βράχια καὶ πάνω τους σπᾶνε τὰ κύματα, ἔτσι στὴν πίστι μας ὑπάρχει ἕνας βράχος, ποὺ πάνω του διαλύονται ὅλα τὰ κύματα τῆς ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας. Καὶ ὁ βράχος αὐτὸς ποιός εἶνε; Εἶνε ὁ ἀ­πόστολος Παῦλος. Τί ἦταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Μανι­ώδης διώκτης ποὺ κυνηγοῦσε τοὺς Χριστιανούς. Ἂν δὲν ἔκλεινε δέκα – εἴκοσι Χριστιανοὺς μέσ᾽ στὰ μπουν­τρούμια, ὁ Παῦλος δὲν ἡσύχαζε. Καὶ ἔβαφε τὰ χέρια του μὲ τὸ αἷμα. Καὶ τώρα ξαφνικὰ τὸν βλέπεις καί, αὐ­τὸς ὁ διώκτης, τί γίνεται· ὁ μεγαλύτερος κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ γίνεται χρυσαετός· πέταξε ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα σὲ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἔφτασε ἐδῶ, καὶ πῆγε παν­τοῦ μέχρι καὶ στὴ ῾Ρώμη. Καὶ ὅπου νὰ στεκό­ταν τί ἔλεγε; Διαβάστε πρὸς Φιλιππησίους ἐ­πιστολή· ὅτι, Ἐ­γώ, προ­κειμένου νὰ κερδίσω τὸ Χριστό, ὅλα αὐτὰ ποὺ προσελκύουν τὸν κόσμο ἐγὼ τὰ θεωρῶ σκύβαλα, δηλαδὴ σκουπίδια· κοπριὰ τοῦ διαβόλου τὰ θεωρῶ, καὶ κρατῶ τὸ διαμάντι. Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ κρατῶ εὔχομαι στὸ Θεό, νὰ γνωρίσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεὸ ν᾽ ἀγαπήσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεό, λέει, ὁ Παῦλος πρὸς τοὺς Φιλιππησίους, νὰ αἰσθανθῶ, νὰ γνωρίσω «τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ» (Φιλ. 3,8,10).

Λοιπόν, μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως εἶνε οἱ ἀπόστολοι καὶ κορυφαῖος ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Καὶ μόνο αὐ­τοί; Ἀκολουθοῦν ἀναρίθμητοι· οἱ μάρτυρες τῶν πρώτων αἰώνων· ἔρχον­ται φτωχοί, ῥακένδυτοι, ἀλλὰ καὶ βασίλισσες καὶ ἡγεμόνες καὶ στρατηγοί· ἔρχονται ἀκόμη ἀγράμματοι ἀλλὰ καὶ σοφοί, ἀπ᾽ ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ ἐπαγγέλματα· ἔρχον­ται καὶ πέφτουν μέσ᾽ στὰ θηρία τὰ πεινασμένα καὶ στὶς φωτιὲς καὶ στὰ ἀμφιθέατρα καὶ φωνάζουν· «Χριστὸς ἀνέστη»!

Καὶ τελειώνω ἀναφέροντας 2 – 3 ἀκόμη ἱ­στο­ρικὰ γεγονότα.

• Στὴ Μικρὰ Ἀσία ἕνας μπέης ἔπιασε ἕνα Χριστιανὸ κοντὰ στὸν Πόντο. Τὸν εἶδε ἔξυπνο, ἱκανὸ καὶ ἤθελε νὰ τὸν κάνῃ Τοῦρκο. Προσπάθησε μὲ γλυκὰ λόγια. Ἀδύνατον. Τοῦ λέει· –Ξέρεις, ἂν δὲν σὲ κάνω ἐγὼ δικό μου, θὰ σὲ σκοτώσω. Ὁ γκρέκος ἦταν ἔξυπνος. –Καλά, μπέη μου, ἀφοῦ εἶνε θέλημά σου, θὰ γίνω Τοῦρκος. Ἀλλὰ ἕνα τέτοιο γεγονὸς εἶνε μεγάλο γεγονός. Δὲν πρέπει νὰ τὸ κάνω κρυφά, θὰ τὸ κάνω φανερά. –Ποῦ θέλεις; –Θὰ τὸ κάνω μιὰ μεγάλη μέρα. –Ποιά μέρα; –Τὴ Λαμπρή, λέει. Ὁ Τοῦρκος χάρηκε. –Καὶ ποῦ θέλεις, παιδί μου; –Ν᾽ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ καὶ νὰ τὸ διαλαλήσω. Ἦρθε λοιπὸν ἡ Λαμπρή. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη εἶχαν πένθος. Πατεῖς με πατῶ σε οἱ Τουρκαλᾶδες περιμένανε. Αὐτὸς ἔκανε μυστικὰ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέει· Χριστέ, κοντὰ στοὺς ἀποστόλους, κοντὰ στοὺς μάρτυρες ἀξίωσε κ᾽ ἐμένα νὰ φωνάξω, ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀληθινὸς Θεός. ᾽Ανέβηκε καί, καθὼς εἶχε καὶ γλυκειὰ φωνή, ἀρχίζει· «Χριστὸς ἀνέστη…», φώναξε. Ὅταν τ᾽ ἄκουσαν οἱ Τοῦρκοι, λύσσαξαν. Ὅσο ν᾽ ἀνεβοῦν ἐπάνω, πέρασαν λεπτά. Ὅταν πιὰ ἀνέβηκαν, τό ᾽χε πεῖ δεκαπέντε φορὲς τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἕνας Τοῦρκος τὸν ἅρπαξε, τὸν ἔρριξε κάτω ἀπὸ τὸ τζαμί κ᾽ ἔβαψε μὲ τὸ αἷμα του τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».

• Θέλετε ἄλλο; Στὴν Κοζάνη, ποὺ πῆγα πρὸ ἐτῶν, βρῆκα ἕνα γεροντάκο 80 χρο­νῶν. –Γέροντα, λέω, ποιά ἦταν ἡ πιὸ ὡραία ἡμέρα τῆς ζωῆς σου; Περίμενα νὰ δῶ τί θὰ μοῦ πῇ· τὴν παντρειά του, τὴν ἀρραβωνιαστικιά του…, τί ἦταν τέλος πάντων ἡ χαρά του; Καὶ τί μοῦ εἶ­πε; –Ἤμουν, λέει, τὴν ὥρα ποὺ στὴν πλατεῖα τῆς Κοζάνης, τὸ 1912, ἦρθε τρεχᾶτος ἕνας τσολιᾶς καὶ φώναξε· Ἀδέρφια, «Χριστὸς ἀνέστη»! Τί ἔγινε; Ὅλοι φωνάζανε «Χριστὸς ἀνέστη»! Εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἡ πατρίδα μας μὲ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», πού ᾽χε διπλῆ σημασία, ἐ­θνι­κὴ καὶ θρησκευτική, γιατὶ εἶνε ζυμωμένο μὲ τὰ αἵματα καὶ τὴν ἱστορία μας.

• Καὶ τέλος ἕνα τελευταῖο «Χριστὸς ἀνέστη». Μὴ μὲ παρεξηγήσε­τε. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» αὐτὸ ἀκούστηκε στὴ Μόσχα. Πότε; Στὰ 1917. Στὸ μεγα­λύτερο θέατρο ἕνας ἄθεος, ἀ­πὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἄντρες τῆς ῾Ρωσικῆς ἐπανα­στάσεως, ἀνέβηκε στὸ βῆμα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ στὸ κατάμεστο ἀκροατήριο ἐπὶ δυὸ ὧρες ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε εἶ­πε, ὅ,τι εἶχε ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἀ­ναστάσεως· ὕβρισε τὸ Χριστό, τοὺς ἁγίους, τὰ λείψανα, τὰ πάντα. Ἕνας νεαρὸς δὲν ξέρω πῶς, ὅταν τελείωσε αὐτός, σηκώνει τὸ χέρι του. –Σύντροφε, λέει, κάτι θέλω νὰ πῶ. –Τί θὰ πῇς; τοῦ λέει· θὰ σοῦ ἐπιτρέψω, ἀλλὰ σύντομα. Ὁ νέος, ποὺ ἀπὸ παιδὶ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴ γιαγιά του τὴ φωτιὰ τοῦ οὐρανοῦ, λέει· –Σύν­τομα, σύντροφε, οὔτε δυὸ λεπτά. –Ἔ, ἀνέβα ἀπάνω. Ἀνεβαίνει καὶ φωνάζει στὰ ῥώσικα· «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἐβόησε ὅλο τὸ ἀμ­φιθέατρο «Ἀληθῶς ἀνέστη»! Λαγὸς ἔγινε ὁ σύντροφος.

* * *

Ἀδέρφια μου, «ὅσοι πιστοί», ἄντρες καὶ γυναῖκες, στὸν αἰῶνα αὐ­τὸν τῆς ἀπιστίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ. Μπορεῖ ν᾽ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ ἕνα πρᾶγμα μὴν ἀμφιβάλλῃς· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Μάρκ. 13,31, Λουκ. 21,33), ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ζῇ, δὲν πέθανε! ζῇ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὃν, παῖ­δες, ὑμνεῖτε, γυναῖ­κες ὑμνεῖτε, μικροὶ ὑμνεῖτε, λαὸς ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Καβάλας τὴν 20-5-1962 ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-4-2026.