Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2025

 

 

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί ἡ συνοδεία του συναγελαζόμενοι μετά τοῦ Προέδρου τῆς Οὐκρανίας Ζελένσκι προσφάτως εἰς Νέαν Ὑόρκην.

Ἐπικίνδυνος ἐπέμβασις ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης!

ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ  ΝΑ ΚΑΤΑΦΥΓΟΥΝ ΕΙΣ ΤΟ ΣτΕ!

«Ἡ κατάτμησις ἐκκλησιαστική καί πολιτική τῆς Πατρίδος μας, στόχος τῶν σκοτεινῶν κέντρων. Οἱ Πατριαρχικές περιοδεῖες, οἱ κινήσεις, τά γραπτά καί τά προφορικά τοῦ Πατριαρχείου  περί τοῦ θέματος αὐτοῦ δέν μᾶς ἀφήνουν περιθώρια νά θεωροῦμε τήν σκέψη μας αὐτή ὡς καχυποψία!». Ὁ Πατριάρχης πηγὴ διχοστασιῶν, σχισμάτων καὶ διχογνωμιῶν.

Τοῦ κ. Γεωργίου Κ. Τραμπούλη, θεολόγου

   Ὁ μακαριστός πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Βολουδάκης σέ ἐμπερίστατο ἄρθρο του στόν Ὀρθόδοξο Τύπο τόν Μάϊο τοῦ 2016, ἀναφερόμενος στήν ἀπόλυτη Αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σημείωνε ὅτι αὐτή «στίς ἡμέρες μας δέν εἶναι ἁπλή διοικητική ἀναγκαιότητα, ἀλλά Ἐκκλησιολογικῆς προστασίας τῆς Ἑλλάδικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν “ὀθνείαν” καί ἐξευρωπαϊσμένη Παποπροτεσταντική παραλλαγή τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, πού διαμορφώνει καί διοχετεύει στά πέρατα τῆς Οἰκουμένης τό Πατριαρχικό ἐπιτελεῖο». Αὐτά τόνιζε ὁ ἀείμνηστος πατήρ μέ ἀνυπέρβλητο διορατικό βλέμμα σχεδόν δέκα χρόνια πρίν καί αὐτά σήμερα εἶναι ἐπίκαιρα ὅσο ποτέ ἄλλοτε.

Πρός ἀναθεώρησιν  τό Καταστατικόν τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας

Μέ ἐνδιαφέρον ἀναμένονται οἱ ἐξελίξεις γά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης μετά τήν ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως γιά τήν ἔναρξη τῆς διαδικασίας πρός ἀναθεώρηση τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἀλλά καί τήν δήλωση τοῦ πρωθυπουργοῦ κατά τήν πρόσφατη συν­άντησή του μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης, ὅτι ἐμμένει στήν ἀπόφασή του γιά τό ἀμετάθετο τῶν Κρητῶν Μητροπολιτῶν.

Στήν οὐσία, τό Φανάρι προτίθεται νά προχωρήση, σύμφωνα μέ δημοσιογραφικές πληροφορίες, ἐκτός ἐάν δέν ὑπάρξουν ἔντονες ἀντιδράσεις ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, σέ δραστικές ἀλλαγές, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τό ἰσχῦον καθεστώς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, πού δέν ἀποκλείεται νά φέρουν ἀνακατατάξεις πού θά ἐπηρεάσουν σημαντικά τήν λειτουργία της. Τώρα διαφάνηκε ὅτι, ὅταν τούς κολάκευε “ἀναβιβάζοντάς” τους σέ Μητροπολίτες (Πατριαρχικός Τόμος 301 τῆς 9ης Μαρτίου 1993) οὐσιαστικά ἄνοιγε τήν κερκόπορτα, γιά τήν ἅλωση τῆς Κρήτης.

Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία εἶχε συνέλθει τήν 29η Αὐγούστου (2025), στήν τακτική αὐτῆς συν­εδρία τοῦ μηνός Αὐγούστου, ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου πῆρε τίς ἑξῆς ἀποφάσεις, σύμφωνα μέ τήν Ἀρχιγραμματεία τοῦ Πατριαρχείου:

«α) συνεζητήθη τό θέμα τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου πρῴην Πάφου Τυχικοῦ καί ἀπεφασίσθη ἡ πρόσ­κλησις καί ἐμφάνισις αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, κατά τήν προσεχῆ συνεδρίαν αὐτῆς περί τά μέσα Ὀκτωβρίου,

β) ἀπεφασίσθη ἡ ἔναρξις τῆς διαδικασίας πρός ἀναθεώρησιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας, κατά τόν προβλεπόμενον ὑπό τοῦ ἰσχύοντος τρόπον,

γ) ἐπί τῇ ἀναγνώσει γράμματος τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Σιναίου Δαμιανοῦ, ἐξεφράσθη ἡ συμπαράστασις πρός αὐτόν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖον θεωρεῖ αὐτόν νόμιμον καί κανονικόν Ἀρχιεπίσκοπον καί Ἡγούμενον, ἐνῷ ἐξακολουθεῖ νά ἀναγνωρίζῃ τό ἀπό αἰώνων καθεστώς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σινᾶ».

Ἀνύπαρκτα προνόμια

  Εἶναι γεγονός ὅτι τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, μή ἔχοντας ποίμνιο, γιά νά ἀσκῆ ἔλεγχο στίς ἀντικανονικές ἐκκλησιαστικές του ἀποφάσεις, δικαιολογεῖ τήν ὕπαρξή του ἀσχολούμενο μέ τά προβλήματα τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν· καί μάλιστα, ὅπως ἄλλοτε ἡ ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γιά νά δικαιολογήση ἀνύπαρκτα πρωτεῖα ἐφηῦρε τίς ψευδοϊσιδώρειες καί ψευδοκωνστανίνειες διατάξεις, κατ’ ἀνάλογο τρόπο τό σύγχρονο Φανάρι, διακηρύσσει ὅτι ἔχει τό δικαίωμα τοῦ παγκόσμιου ἐκκλήτου, νά κρίνη δηλαδή ἐφέσεις παγκοσμίως, ἀπό ἐπισκόπους καί κληρικούς ὁπουδήποτε ἀνά τόν Ὀρθόδοξο κόσμο. Ὅτι ἔχει δῆθεν τήν ἐξουσία νά ἐπιβλέπη καί νά ρυθμίζη τήν πορεία τῶν ἄλλων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς “πρῶτος κριτής καί ἐπόπτης ὅλου τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου”, προνόμιο τό ὁποῖο κανένας Ἱερός Κανόνας καί ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου δέν τοῦ τό ἀναγνωρίζει ἤ ὡς “πρῶτος ἄνευ ἴσων”(!!!), ὅπως ὁ Μητρ. Ζηζιούλας, ὁ Ἀρχ. Ἀμερικῆς Ἐλπιδοφόρος καί ὁ Μητροπολίτης Κρήνης τόν ἀναγνώρισαν γραπτῶς!

  Τό Φανάρι σήμερα προβάλλει τήν ἀξίωση νά καταστήση τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ὡς τόν νέο Μιλλέτ-μπασὴ τῆς καθ’ ὅλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς τόν μόνον Ὀρθόδοξο προκαθήμενο, μέ τόν ὁποῖο θά ἔρχεται σέ συνδιαλλαγή ὁποιαδήποτε πολιτική καί θρησκευτική ἡγεσία στόν οἰκουμένη καί θά ἐξαντλῆ τήν ἐκκλησιαστική του δικαιοδοσία μέ τήν διοίκηση ὄχι μόνον τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν πού ἔχουν τήν ἀναφορά τους στό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί τήν ἐποπτεία ὅλων τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἄν εἶναι δυνατόν ὄχι μόνον τῶν ἑλληνοφώνων, ἀλλά καί τῶν σλαυοφώνων. Σέ αὐτά τά πλαίσια ἀναγνωρίσθηκε ἡ σχισματική ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας τοῦ Μητροπολίτου Ἐπιφανίου ἀλλά καί ἡ ἐπιχειρούμενη παρέμβασή του στά ἐσωτερικά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐσθονίας.Τά ἴδια στήν Λετονία (romfea.gr) καί τήν Λιθουανία (fosfanariou.gr), ὥστε οἱ χῶρες τῆς Βαλτικῆς καί ἡ Φιλανδία, νά ἐνταχθοῦν στό Νατοϊκό Πατριαρχεῖο… Εἶναι γεγονός ὅτι τό Φανάρι μιμούμενο τήν παπική ἐκκλησία ὁδηγεῖται σήμερα στήν πλήρη βατικανοποίησή του.

Ἀθέλητοι καί κακόβουλοι καλοθεληταί

  Τό Πατριαρχεῖο, χρησιμοποιώντας πότε ἀθέλητους καί πότε κακόβουλους καλοθελητές, ἄλλοτε τήν πολιτική ἐξουσία, ἄλλοτε τήν καλλιεργούμενη ψευδή καί ἀνυπόστατη ἀντίληψη ὅτι πρόκειται γιά ἕνα διαχρονικό θεσμό, ὁ ὁποῖος προβάλλει τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό σέ ὅλη τήν οἰκουμένη καί μάλιστα ὅτι βρίσκεται ὑπό τήν ἀσφυκτική ἐπιτήρηση τῶν ἀλλοθρήσκων, (τήν στιγμή πού εἶναι δεδομένη ἡ σχέση καί ἡ προστασία πού τοῦ παρέχει ἡ μεγάλη ὑπερδύναμη), ἄλλοτε ἐκμεταλλευόμενο τήν συναισθηματική φόρτιση πού ἔχουν οἱ Ἕλληνες γιά τήν Πόλη, ἐπιβεβαιώνει καί ἐπιβάλλει τό ἀνύπαρκτο ἔκκλητο, γιά τό ὁποῖο διακηρύσσει ψευδῶς ὅτι ἔχει. Ἔτσι, τίθενται μία σειρά ἐρωτημάτων μέ ἀφορμή τήν ἀπόφαση τῆς 29ης Αὐγούστου.

  Γιατί τό Φανάρι παρενέβη ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Δαμιανοῦ, ὁ ὁποῖος κατέφυγε ἀντικανονικά σέ αὐτό, ἀφοῦ ἡ πνευματική ἀρχή τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ εἶναι τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καί στήν προκειμένη περίπτωση ἡ Σιωνίτιδα Ἐκκλησία εἶχε ἤδη δικαιώσει τούς μοναχούς τῆς Ἱ. Μ. τοῦ Σινᾶ; Στήν προκείμενη περίπτωση τό Φανάρι δέν χρησιμοποίησε τό Ἀρχιεπίσκοπο, γιά νά ἐπιβεβαιώση τό ἀνύπαρκτο ἔκκλητό του;

Ὁ Μητροπολίτης Τυχικός, γιατί νά προσ­φύγη στό Φανάρι, μετά τήν ἄδικη καί ἀντικανονική ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν Μητρόπολη Πάφου; Βεβαίως τό Καταστατικό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου τοῦ δίνει αὐτήν τήν δυνατότητα, (ὅπως ἐμπεριέχει καί ἄλλα ἄρθρα ἀντικείμενα πρός τούς Ἱερούς Κανόνες), ὅμως πῶς εἶναι δυνατόν νά πιστεύη ὅτι τό Πατριαρχεῖο θά τόν δικαιώση, ὅταν αὐτό κατ’ ἐξοχήν αὐθαιρετῆ στά θέματα τῆς πίστεως; Ἔμμεσα ὁ Μητροπολίτης Τυχικός δέν ἐπιβεβαίωσε μέ τήν προσφυγή του τό ἀνύπαρκτο ἔκκλητο τοῦ Πατριαρχείου; Ἀντιλαμβάνεται τό ἐπιπόλαιον τῆς πράξης του;

Ἡ Κρήτη θά τηλε-διοικῆται ἀπό τήν ἄλλοτε ἕδραν τοῦ Σουλτάνου…;

  Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί οἱ Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης σέ δηλώσεις τους ἐπανειλημμένα τονίζουν τήν πλήρη ἀφοσίωσή τους στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Δέν κατανοοῦν ὅτι στόχος τοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἡ κατάλυση τοῦ ἡμιαυτόνομου χαρακτήρα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί γιά τόν λόγο αὐτό προχωρᾶ στήν ἀλλαγή τοῦ Καταστατικοῦ της; Δέν ἀντιλαμβάνονται ὅτι τό Φανάρι εἶναι αὐτό πού ὑπαγορεύει στήν κυβέρνηση νά ἐμμείνη στήν ἀπόφασή της γιά τό ἀμετάθετο τῶν Κρητῶν Μητροπολιτῶν; Ἡ Κρήτη σέ ἀντίθεση μέ τήν Κωνσταντινούπολη εἶναι Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως μαρτυρά ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὑπεβιβάσθη σκοπίμως εἰς “ἡμιαυτόνομη” (ἀνύπαρκτο καθεστώς σύμφωνα μέ τούς Ἱ. Κανόνες!) καί τώρα ἀδιαμαρτύρητα θά τηλε-διοικεῖται ἀπό τήν ἄλλοτε ἕδρα τοῦ Σουλτάνου…;

  Στό Ἄρθρο 4 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης τοῦ 1961 ἀναφέρεται ὅτι «Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος ἐξετάζει τά ἀφορῶντα εἰς τήν ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίαν ζητήματα καί ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῶν κατά τό πνεῦμα τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, ἐκδίδουσα διατάξεις ἰσχυούσας μόνον ἐν Κρήτῃ. Τά πρακτικά αὐτῆς κοινοποιοῦνται εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Μελετώντας τά Ἄρθρα τοῦ Καταστατικοῦ παρατηρεῖται ἡ τάξη: ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης νά ἀποφασίζη καί τό Πατριαρχεῖο νά ἐνημερώνεται ἁπλῶς, ἔτσι τίθεται τό ἐρώτημα, δέν θά ἔπρεπε καί στό ζήτημα τοῦ Καταστατικοῦ νά ἀκολουθηθῆ ἡ ἴδια ὁδός; Πῶς τό Πατριαρχεῖο προχωρᾶ στήν ἀναθεώρηση τοῦ Καταστατικοῦ, χωρίς τήν ἔγκριση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας; Ἡ πράξη του δέν ἀποτελεῖ αὐθαίρετη ἐπέμβαση στήν ἐσωτερική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης;

  Στό Ἄρθρο 36 στήν παρ. 1 ἀναφέρεται ὅτι «Ὁ Μητροπολίτης Κρήτης ἐν τῇ θείᾳ Λειτουργίᾳ μνημονεύει τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, οἱ δέ Ἐπίσκοποι τοῦ ἑκάστοτε Μητροπολίτου», στήν ὑποσημείωση τῆς παρούσας παραγράφου σημειώνεται ὅτι «Μετά τήν ἔκδοσιν τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου (28.2.1967) διά τήν ἀνύψωσιν τῆς Μητροπόλεως Κρήτης εἰς Ἀρχιεπισκοπήν καί τῶν Ἐπισκοπῶν εἰς Μητροπόλεις τόσον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅσον καί οἱ Μητροπολῖται μνημονεύουν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου». Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι, μέ τήν ἔκδοσιν τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου τοῦ 1967 δέν διαφαίνεται μία πρώτη προσπάθεια τοῦ Πατριαρχείου γιά τήν ἀλλοίωση τοῦ ἡμιαυτόνομου χαρακτήρα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τώρα ὡς συνεχείᾳ ἐκείνης τῆς ἀλλαγῆς, τό Φανάρι προχωρᾶ στήν ἐνίσχυση τοῦ ρόλου του ὄχι μόνον στήν ἐκλογή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀλλά καί τῶν τοπικῶν Μητροπολιτῶν; Ἐάν τελικά πραγματοποιηθῆ ἡ ἀλλαγή τοῦ Καταστατικοῦ, δέν θά ἔχουμε τήν ἐξάρτηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Κρήτης ἀπό τό Πατριαρχεῖο θεσμοθετημένα;

 Στήν κρίσιμη αὐτή στιγμή, ὅπου διακυβεύεται τό μέλλον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, γιατί οἱ Κρῆτες Ἱεράρχες δέν καταφεύγουν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, γιά νά ἐλέγξουν τήν αὐθαίρετη ἐπέμβαση τοῦ Πατριαρχείου στήν ἐσωτερική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης; Καί μάλιστα γιατί δέν ἐκμεταλλεύονται τήν εὐκαιρία, γιά νά ἐκζητήσουν τήν πλήρη αὐτονομία της ἀπό τό Πατριαρχεῖο; Δέν ἀντιλαμβάνονται οἱ Κρῆτες Ἱεράρχες ὅτι σέ διαφορετική περίπτωση εἶναι ἀναπόφευκτο ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης νά ὁδηγηθῆ στήν ἀπορρόφησή της ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ πρόσφατη περίπτωση μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ δέν πρέπει νά διερευνηθῆ σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο καί νά ἀποδοθοῦν εὐθύνες;

Ὁ Πατρ. Κωνσταντινουπόλεως προέβη εἰς πρωτοφανῆ, ἀποτρόπαιον, ἀντιεκκλησιαστικήν καί ἀντεθνικήν ἐνέργειαν

  Ἡ κατάτμηση τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας σέ πέντε ἐκκλησιαστικά διοικητικά καθεστῶτα, τά ὁποῖα ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τά ἄλλα τέσσερα (οἱ Ἐκκλησίες Κρήτης καί Δωδεκανήσου, τό Ἅγιον Ὄρος καί οἱ Μητροπόλεις τῆς βορείου Ἑλλάδος) συνδέονται ἄμεσα ἤ ἔμμεσα μέ τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, θά πρέπη νά προβληματίζουν κάθε νουνεχῆ ἄνθρωπο καί εἰδικά τώρα μετά τήν προώθηση ἀπό τό Φανάρι τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης. Ὁ μακαριστός πατὴρ Βασίλειος Βολουδάκης σέ ἄρθρο του στίς 26 Φεβρουαρίου 2016 στόν Ο.Τ. μέ τίτλο “Κωνσταντινούπολις: Φανάρι ἤ Λυχνία” σημείωνε:

  «δέν ἀποκλείεται νά ἐπιφυλάσσουν καί μία “ἔκπληξη” στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί, κατά συνέπεια, στήν Πατρίδα μας: Νά θέσουν ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά οἱ Πατριαρχικοί, ἐκεῖ στή Σύνοδο, θέμα ἐπανυπαγωγῆς τῶν λεγομένων “Νέων Χωρῶν”, δηλαδή ὁλοκλήρου τῆς Βορείου Ἑλλάδος στήν Ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (!), ὁλοκληρώνοντας τά σχέδια Ἀμερικῆς καί Τουρκίας γιά τόν κατακερματισμό τῆς Πατρίδος μας! Οἱ μέχρι σήμερα Πατριαρχικές Περιοδεῖες, οἱ κινήσεις, τά γραπτά καί τά προφορικά τοῦ Πατριαρχείου περί τοῦ θέματος αὐτοῦ δέν μᾶς ἀφήνουν περιθώρια νά θεωροῦμε τήν σκέψη μας αὐτή ὡς καχυποψία!».

   Ὁ ἀείμνηστος πατήρ Βασίλειος σέ βαρυσήμαντο ἄρθρο του στόν Ο.Τ. στίς 8 Ἀπριλίου 2016 τόνιζε ὅτι «Ἐγκυρότατες πληροφορίες πού περιῆλθαν εἰς γνῶσιν μου ἀπό κορυφαίους παράγοντες τῆς Πατρίδας μας ἀποκαλύπτουν ὅτι ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος προέβη εἰς πρωτοφανῆ, ἀποτρόπαιον, ἀντιεκκλησιαστικήν καί ἀντιεθνικήν ἐνέργειαν. Ἐκορύφωσε τίς ἐπιδιώξεις του διά ἐπικυριαρχίαν του ἐπί τῶν “Νέων Χωρῶν”, ζητώντας ἀπό τήν Κυβέρνηση τήν ἐπανυπαγωγή τῶν “Νέων Χωρῶν” εἰς τήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως!

   Ἡ ἐγκυροτάτη καί ἐξακριβωμένη αὐτή πληροφορία» τόνιζε ὁ μακαριστός πατήρ Βασίλειος Βολουδάκης «ἑρμηνεύει καί τήν πρό τῆς συγκλήσεως τῆς προσφάτου Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δημοσιευθεῖσα εἴδηση ὅτι ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος παρέδωσε πρός φύλαξιν εἰς τήν Κρύπτην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὀγκώδη ἀπόρρητον Φάκελλον, προφανῶς μέ ἔγγραφα, τά ὁποῖα σχετίζονται μέ αὐτήν τήν ὑπόθεση».

  Θέλουμε νά πιστεύουμε ὅτι οἱ Κρῆτες Ἱεράρχες ἔχουν πλήρη γνώση τῆς καταστάσεως καί θά πράξουν τά δέοντα! Βρισκόμαστε στήν κορύφωση γεγονότων, τόσο ἐκκλησιαστικῶν, ὅσο καί πολιτικῶν καί ὀφείλουμε νά ἐπαγρυπνοῦμε.

orthodoxostypos



Τρίτη, Ιουνίου 03, 2025

 

Η Εγκύκλιος της Εκκλησίας της Ελλάδος για τα 1700 χρόνια από την                                 σύγκληση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου


 

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ 1700 ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΣΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ

Τὴν ἑ­βδό­μη Κυ­ρι­α­κὴ ἀ­πὸ τὸ Πά­σχα ἑ­ορ­τά­ζου­με καὶ τι­μᾶ­με τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. Κα­τὰ τὸ δι­α­νυ­ό­με­νο ἔ­τος 2025 συμ­πλη­ρώ­νον­ται 1.700 ἔ­τη ἀ­πὸ τὸ ἔ­τος 325 μ.Χ., ποὺ συ­νε­κλή­θη ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος στὴν Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας. Μ’ αὐ­τὴ τὴν εὐ­και­ρί­α ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὶς ἀ­πο­φά­σεις της καὶ ἂς ἐμ­βα­θύ­νου­με στὴν ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χει γι­ὰ τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

α΄. Ἡ θεί­α βού­λη­ση ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σῳ τῶν Συ­νό­δων.

Ἡ ἀρ­χὴ τῶν Συ­νό­δων ἀ­νά­γε­ται ἀρ­χι­κὰ στὴν Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δο ποὺ συγ­κρο­τή­θη­κε στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα τὸ ἔ­τος 48 μ.Χ. (Πρά­ξε­ων 15, 6 καὶ ἑ­ξῆς).

Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δο οἱ Σύ­νο­δοι ἀ­πο­τε­λοῦν θε­σμὸ ἀ­πο­στο­λι­κό, μὲ θεῖ­ο κύ­ρος καὶ ἀ­πο­φαί­νον­ται πε­ρὶ πί­στε­ως ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξέ­φρα­ζαν οἱ Πα­τέ­ρες ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν, ὅ­πως δη­λώ­νε­ται μὲ τὸ ἀ­πο­στο­λι­κό «ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καὶ ἡ­μῖν». Καὶ κα­τὰ τὸν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο (PG 20, 1080) «Πᾶν γὰρ ὅ,τι δ᾽ ἂν ἐν τοῖς ἁ­γί­οις τῶν ἐ­πι­σκό­πων συ­νε­δρί­οις πράτ­τη­ται, τοῦ­το πρὸς τὴν θεί­αν βού­λη­σιν ἔ­χει τὴν ἀ­να­φο­ράν». Δη­λα­δή, κά­θε τι ποὺ πράτ­τε­ται στὶς ἅ­γι­ες Συ­νό­δους τῶν ἐ­πι­σκό­πων, αὐ­τὸ ἔ­χει τὴν ἀ­να­φο­ρὰ πρὸς τὴν θεί­α βού­λη­ση.

β΄. Τὸ ἀ­λά­θη­τον τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῶν Συ­νό­δων.

Τὸ πλή­ρω­μα ἢ τὸ ὅ­λον ἢ τὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ τὸ συ­να­πο­τε­λοῦν ὅ­λοι οἱ κλη­ρι­κοὶ καὶ λα­ϊ­κοὶ ποὺ πι­στεύ­ουν ὀρ­θό­δο­ξα, λο­γί­ζε­ται στὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὡς φο­ρέ­ας τοῦ ἀ­λά­θη­του τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­νῶ ὡς φω­νὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ὄρ­γα­νο ἐκ­φρά­σε­ως τοῦ ἀ­λά­θη­του αὐ­τῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­νώ­τα­τη δι­οι­κη­τι­κὴ ἀρ­χή της, δη­λα­δὴ ἡ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος, στὴν ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ε­ται τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ τοὺς ἐ­πι­σκό­πους του, ποὺ δογ­μα­τί­ζουν μὲ τὴν ἐ­πε­νέρ­γει­α καὶ ἔμ­πνευ­ση καὶ ἐ­πι­στα­σί­α τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Δὲν μπο­ρεῖ λοι­πὸν τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ πλή­ρω­μα ἤ τὰ δύ­ο με­γά­λα τμή­μα­τα αὐ­τοῦ, τῶν κλη­ρι­κῶν ἢ τῶν λα­ϊ­κῶν ξε­χω­ρι­στά, ἢ πο­λὺ λι­γώ­τε­ρο κά­ποι­ο ἄ­το­μο ἢ κά­ποι­ος ἐ­πί­σκο­πος ἢ πα­τρι­άρ­χης ἢ πά­πας νὰ δογ­μα­τί­ζει ἔγ­κυ­ρα καὶ αὐ­θεν­τι­κά, δι­ό­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὸ δι­καί­ω­μα καὶ ἔρ­γο μό­νον τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καὶ τῶν ἐ­πι­σκό­πων ποὺ με­τέ­χουν σ᾽ αὐ­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ἐκ­φρά­ζουν τὴν πί­στη του.

γ΄. Ἡ ὁ­μο­φω­νί­α στίς ἀ­πο­φά­σεις.

Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο οἱ Οἰ­κου­με­νι­κὲς Σύ­νο­δοι δι­α­τυ­πώ­νουν σὲ δογ­μα­τι­κοὺς ὅ­ρους τὴν ἀρ­χαι­ο­πα­ρά­δο­τη ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πλη­ρώ­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­δε­χό­με­νο τὰ δε­δογ­μέ­να, ὡς σύμ­φω­να πρὸς τὴν κοι­νὴ συ­νεί­δη­ση καὶ πί­στη του, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τα αὐ­τῶν, ἡ ὁ­ποί­α ἔτ­σι ἐξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴν συμ­φω­νί­α, καὶ τήν – μὲ ὁ­μο­φω­νί­α καὶ ἀγά­πη – ἑ­νό­τη­τα τοῦ ὅ­λου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἢ ἐκ τῆς «con­s­e­n­s­us E­c­c­l­e­s­i­ae» ὅ­λων τῶν χρό­νων, δη­λα­δή τήν συμ­φω­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐν­νο­εῖ­ται, ὅ­μως, ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πλη­ρώ­μα­τος πρέ­πει νὰ νο­εῖ­ται μό­νον ὡς ἁ­πλὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γνώ­ρι­σμα καὶ τε­κμή­ρι­ο καὶ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ ἀλά­θη­του τῶν δογ­μά­των ποὺ ἀ­πο­φα­σί­σθη­καν στὶς Συ­νό­δους καὶ τῆς οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τας αὐ­τῶν, ἐ­νῶ οἱ με­τέ­χον­τες σὲ αὐ­τὲς ἐπί­σκο­ποι δι­α­τυ­πώ­νουν ἀ­λά­θη­τα τὰ δόγ­μα­τα ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πὸ θεί­α δι­και­ο­σύ­νη ὑ­πὸ τὴν ἔμ­πνευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

δ΄. Ἡ συμ­με­το­χή.

Στὶς Οἰ­κου­με­νι­κὲς Συ­νό­δους με­τεῖ­χαν μὲ πλή­ρη δι­και­ώ­μα­τα λό­γου καί ψή­φου μό­νον οἱ ἐ­πί­σκο­ποι, ἤ­τοι πα­τρι­άρ­χες, ἔξαρ­χοι, μη­τρο­πο­λί­τες, ἁ­πλοὶ ἐ­πί­σκο­ποι, πα­λαι­ό­τε­ρα δὲ καὶ χω­ρε­πί­σκο­ποι. Μα­ζὶ μὲ αὐ­τοὺς μπο­ροῦ­σαν νὰ με­τέ­χουν μὲ δι­καί­ω­μα ψή­φου καὶ πρε­σβύ­τε­ροι καὶ δι­ά­κο­νοι, ἀλ­λὰ μό­νον ὡς ἀν­τι­πρό­σω­ποι τῶν ἐ­πι­σκό­πων ποὺ κω­λύ­ον­ταν νὰ πα­ρα­στοῦν αὐ­το­προ­σώ­πως καὶ νὰ ἐκ­προ­σω­πή­σουν τὴν πε­ρι­ο­χή τους. Ἐ­πί­σης αὐ­τοί συμ­με­τεῖ­χαν, χω­ρὶς δι­καί­ω­μα ψή­φου, ὡς γραμ­μα­τεῖς ἢ νο­τά­ρι­οι ἢ καὶ σὲ ἄλ­λες βο­η­θη­τι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες τῶν Συ­νό­δων καὶ τῶν ἐ­πι­σκό­πων, τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νό­δευ­αν καὶ ὑ­πο­βο­η­θοῦ­σαν με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ στὶς συ­νο­δι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ἢ τέ­λος, μὲ ἐν­το­λὴ τῶν Συ­νό­δων, συμ­με­τεῖ­χαν καὶ αὐ­τοὶ στὴν συ­ζή­τη­ση μὲ τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους καὶ ἀ­να­σκεύ­α­ζαν τὶς δο­ξα­σί­ες τους. Τέ­λος, καὶ μο­να­χοὶ καὶ λα­ϊ­κοί, ἰ­δί­ως θε­ο­λό­γοι καὶ φι­λό­σο­φοι, συμ­με­τεῖ­χαν στὶς Συ­νό­δους ὡς σύμ­βου­λοι καὶ ἑρ­μη­νευ­τές, βο­η­θών­τας τους μὲ ποι­κί­λους τρό­πους στὸ ἔρ­γο τους.

ε΄. Τό κύ­ρος τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων.

Με­τὰ ἀ­πὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νες συ­ζη­τή­σεις οἱ Οἰ­κου­με­νι­κὲς Σύ­νο­δοι ἐ­ξέ­δι­δαν πρῶ­τον μὲν σύμ­βο­λα ἢ ὅ­ρους ἢ τό­μους ἢ ὁ­μο­λο­γί­ες καὶ ἐκ­θέ­σεις, ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὴν δογ­μα­τι­κὴ πί­στη, δεύ­τε­ρον δὲ κα­νό­νες, ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὴν δι­οί­κη­ση, τὴν εὐ­τα­ξί­α, τὸ πο­λί­τευ­μα καὶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν βί­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ ἔ­παιρ­ναν θέ­ση ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῶν νό­μων γι­ὰ τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ γι­ὰ τὸ Κρά­τος.

Οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῶν Συ­νό­δων ἀ­πο­τε­λοῦν ὅ­ρο σω­τη­ρί­ας γι­ά τούς πι­στούς, κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς.

Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Ἰ­ου­στι­νι­α­νὸς ὁ Α´, πε­ρι­βάλ­λον­τας μὲ τὸ κύ­ρος τοῦ νό­μου τὶς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὥρι­σε: «θε­σπί­ζο­μεν τά­ξιν νό­μων ἐ­πέ­χειν τοὺς ἁ­γί­ους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὺς κα­νό­νας, τοὺς ὑ­πὸ τῶν ἁ­γί­ων ἑ­πτὰ Συ­νό­δων ἐ­κτε­θέν­τας ἢ βε­βαι­ω­θέν­τας, τῶν γὰρ Συ­νό­δων τὰ δόγ­μα­τα κα­θά­περ τὰς θεί­ας Γρα­φὰς δε­χό­με­θα, καὶ τοὺς κα­νό­νας ὡς νό­μους φυ­λάτ­το­μεν».[1] Βε­βαί­ως, ἔ­κτο­τε ἡ τή­ρη­ση τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῶν Συ­νό­δων ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τὴν ἔν­τα­ξη στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Οἱ πάν­τες ὀ­φεί­λουν νὰ τη­ροῦν τὶς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Συ­νό­δων.

στ΄. Ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος.

Ἡ Α´ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος συγ­κλή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, στὴν Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας, ἐ­ναν­τί­ον τοῦ αἱ­ρε­σι­άρ­χου Ἀ­ρεί­ου, ἀ­πὸ τὶς 20 Μα­ΐ­ου προ­κα­ταρ­κτι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς 14 Ἰ­ου­νί­ου ἐ­πί­ση­μα, μὲ πα­ρου­σί­α τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, μέ­χρι τὶς 25 Αὐ­γού­στου τοῦ ἔ­τους 325. Ἡ Σύ­νο­δος ἀ­πο­τε­λέ­σθη­κε κα­τὰ μὲν τὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πα­ρά­δο­ση ἀ­πὸ 318 Πα­τέ­ρες, κα­τὰ ἄλ­λες δὲ ἱ­στο­ρι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­πό «ἐγ­γὺς τρι­α­κο­σί­ων», ἀ­πὸ αὐ­τοὺς δέ, 5 μό­νον ἀ­πὸ τὴν Δύ­ση. Κύ­ρι­ος δὲ σκο­πὸς αὐ­τῆς ἦ­ταν ἡ κα­τα­δί­κη τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ καὶ ἡ θε­τι­κὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς ὀρ­θο­δό­ξου δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας γι­ὰ τὸ δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, δι­ό­τι τὴν θε­ό­τη­τα Αὐ­τοῦ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ ἀ­πὸ τοῦ ἔ­τους 318 μ.Χ. ὁ ἐν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ᾳ πρε­σβύ­τε­ρος Ἄ­ρει­ος.

Τὸ πρῶ­το λοι­πὸν καὶ κύ­ρι­ο ἔρ­γο τῆς Συ­νό­δου ἦ­ταν ἡ κα­τα­δί­κη τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν πλα­νῶν καὶ κα­κο­δο­ξι­ῶν τοῦ Ἀ­ρεί­ου καὶ τῶν ὀ­πα­δῶν του, κα­θὼς καὶ ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς «πί­στε­ως» ἢ τοῦ «συμ­βό­λου» τῆς Νι­καί­ας. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἡ μὲν Σύ­νο­δος κα­τα­δί­κα­σε καὶ ἀ­να­θε­μά­τι­σε, ὁ δὲ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος ἐ­ξό­ρι­σε τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς Ἄ­ρει­ο, Σε­κοῦν­δο Πτο­λε­μα­ΐ­δος καὶ Θε­ω­νᾶ Μαρ­μα­ρι­κῆς στὴν Ἰλ­λυ­ρί­α, ἀρ­γό­τε­ρα δὲ ἐ­ξο­ρί­σθη­καν στὴν Γαλ­λί­α καὶ ὁ Νι­κο­μη­δεί­ας Εὐ­σέ­βι­ος καὶ ὁ Νι­καί­ας Θέ­ο­γνις, ἐπει­δὴ ἀρ­νή­θη­καν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σουν τὴν κα­τα­δί­κη τοῦ Ἀ­ρεί­ου καὶ δέ­χον­ταν τοὺς Ἀ­ρει­α­νούς, ἂν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­δε­χθεῖ τὸ σύμ­βο­λο τῆς Νι­καί­ας. Στὴν συ­νέ­χει­α, ἡ Σύ­νο­δος δι­ευ­θέ­τη­σε καὶ ἄλ­λα τρί­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ σχί­σμα­τα, δη­λα­δή, τὸ Νο­βα­τι­α­νό, τὸ Σα­μο­σα­τι­α­νὸ καὶ τὸ Με­λι­τι­α­νό, κα­θὼς ἐ­πί­σης τερ­μά­τι­σε καὶ τὶς ἔ­ρι­δες γι­ὰ τὸν χρό­νο τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Πά­σχα καὶ ὅ­ρι­σε ὅ­πως αὐ­τὸ ἑ­ορ­τά­ζε­ται τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ με­τὰ τὴν πρώ­τη παν­σέ­λη­νο τῆς ἐ­α­ρι­νῆς ἰ­ση­με­ρί­ας. Ἐ­πὶ πλέ­ον δέ, ἀ­πέ­κρου­σε τὴν ἀ­γα­μί­α τῶν κλη­ρι­κῶν καὶ μά­λι­στα τῶν ἐ­πι­σκό­πων καὶ στὸ τέ­λος ἐ­ξέ­δω­σε καὶ εἴ­κο­σι ἱ­ε­ροὺς κα­νό­νες.

Στὶς δογ­μα­τι­κὲς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Συ­νό­δων ἀ­πο­δί­δει εὐ­λό­γως ἡ ᾽Ορ­θό­δο­ξος Κα­θο­λι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α αἰ­ώ­νι­ο κύ­ρος, ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ξί­α καὶ αὐ­θεν­τί­α καὶ κα­θο­λι­κὸ καὶ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, θε­ω­ροῦ­σα αὐ­τὲς ὡς τὰ κυ­ρι­ώ­τε­ρα γρα­πτὰ μνη­μεῖ­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως καὶ ὡς κα­νο­νι­κοὺς καὶ αὐ­θεν­τι­κοὺς καὶ ἀ­με­τα­κί­νη­τους γνώ­μο­νες τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Ὡς ἐκ τού­του, χρη­σι­μο­ποι­εῖ μό­νον αὐ­τοὺς τοὺς οἰ­κου­με­νι­κοὺς δογ­μα­τι­κοὺς ὅ­ρους ὡς κύ­ρι­α καὶ πρω­τεύ­ου­σα πη­γὴ τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας της, ἰ­σό­κυ­ρη καὶ ἰ­σό­τι­µ­η πρὸς τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή. Ἡ δογ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α πε­ρι­έ­χει τὴν γνή­σι­α Ἱ­ε­ρὰ Πα­ρά­δο­ση, ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ἀ­πο­τε­λοῦν τὶς δύ­ο ἰ­σό­κυ­ρες καὶ ἰ­σο­δύ­να­µ­ες καὶ ἰ­σο­στά­σι­ες πη­γὲς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως.

ζ΄. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς Συ­νό­δου.

Ἡ Σύ­νο­δος εἰ­δι­κώ­τε­ρα:

1. Ἑρ­μη­νεύ­ου­σα αὐ­θεν­τι­κῶς τὴν γρα­πτὴ Πα­ρά­δο­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς καὶ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, δι­ε­κή­ρυ­ξε τὴν Μο­νο­θε­ΐ­α, ἔτσι ὅ­πως ὁ­μο­λο­γεῖ στὸ Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ὅ­τι οἱ πι­στοὶ πι­στεύ­ουν «εἰς ἕ­να Θε­όν».

2. Δι­ε­κή­ρυ­ξε τὴν Τρι­α­δι­κό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ, ἤ­τοι ὁ­μο­λο­γοῦ­με καὶ προ­σκυ­νοῦ­με Πα­τέ­ρα, Υἱ­ὸ καὶ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, Τρι­ά­δα ὁ­μο­ού­σι­ον καὶ ἀ­χώ­ρι­στον.

3. Κή­ρυ­ξε ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι Πα­τέ­ρας τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως δί­δα­ξε ὁ Ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος, δι­δά­σκον­τάς μας νὰ ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε πρὸς τὸν Θε­ὸν, ἀ­πο­κα­λών­τας Τον «Πά­τερ ἡ­μῶν» (Κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον στ΄, 9-13) καὶ με­τὰ τὴν Ἀ­νά­στα­σή Του πρὸς τοὺς Μα­θη­τές Του «ἀ­να­βα­ί­νω πρὸς τὸν πα­τέ­ρα μου καὶ πα­τέ­ρα ὑ­μῶν, καὶ Θε­όν μου καὶ Θε­ὸν ὑ­μῶν» (Ἰ­ω­άν­νου κ΄, 17).

4. Ὁ­μο­λό­γη­σε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γός, προ­νο­η­τὴς καὶ κυ­βερ­νή­της τοῦ κό­σμου.

5. Κή­ρυ­ξε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ Δη­μι­ουρ­γὸς πάν­των «ὁ­ρα­τῶν τε καὶ ἀ­ο­ρά­των».

6. Εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο «ὁ­μο­ού­σι­ος» γι­ὰ τὸ β΄ πρό­σω­πο τῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος, τὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ Πα­τέ­ρα ἑρ­μη­νεύ­ον­τας αὐ­θεν­τι­κῶς τοὺς λό­γους τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ Ὁ­ποῖ­ος δι­ε­κή­ρυ­ξε ὅ­τι: «Ἐ­γὼ καὶ ὁ πα­τὴρ ἕν ἐ­σμεν» (Ἰ­ω­άν­νου ι΄, 30).

7. Δι­ε­κή­ρυ­ξε τὴν προ­αι­ώ­νι­α ὕ­παρ­ξη τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ σύμ­φω­να μὲ τὴν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος» (Ἰ­ω­άν­νου α΄, 1).

8. Συ­νό­ψι­σε τὴν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ προ­σώ­που τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ στὰ ἑ­πτὰ πρῶ­τα ἄρ­θρα τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως.

9. Δή­λω­σε τὸ ἀ­ναλ­λοί­ω­το τοῦ προ­σώ­που τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κα­τὰ τὸν λό­γο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου «Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς χθὲς καὶ σή­με­ρον ὁ αὐ­τὸς εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας» (Πρὸς Ἑ­βραί­ους ιγ΄, 8).

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ση­μα­σί­ας ποὺ ἔ­χει τὸ Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως στὴν ζω­ὴ τῶν πι­στῶν, ἔ­κρι­νε ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γι­ὰ τὴν συμ­με­το­χὴ τῶν πι­στῶν στὰ Μυ­στή­ρι­α τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βα­πτί­σμα­τος καὶ τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, τὴν ὁ­μο­λο­γί­α στὴν πί­στη τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.

Πα­ραλ­λή­λως, ἐ­νέ­τα­ξε τὸ Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως στὶς Ἱ­ε­ρὲς Ἀ­κο­λου­θί­ες ποὺ τε­λοῦν­ται στὴν θεί­α λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

[1] Νεαρὰ ρλα´, κεφ. α´, πρβλ. Βασιλικῶν βιβλ. ε´, τίτλ. Γ´, β´.

Μετὰ πατρικῶν εὐχῶν καὶ ἀγάπης ἐν Κυρίῳ,

† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος

† Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

† Ὁ Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ Ἰγνάτιος

† Ὁ Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιὴλ

† Ὁ Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης Ἐφραὶμ

† Ὁ Πειραιῶς Σεραφεὶμ

† Ὁ Σύρου, Τήνου, Ἄνδρου, Κέας, Μήλου, Δήλου καὶ Μυκόνου Δωρόθεος

† Ὁ Γρεβενῶν Δαβὶδ

† Ὁ Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς Ἰουστῖνος

† Ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου Στέφανος

† Ὁ Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἀθανάσιος

† Ὁ Λήμνου καὶ Ἁγίου Εὐστρατίου Ἱερόθεος

† Ὁ Θεσσαλονίκης Φιλόθεος

Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς

Ἀρχιμ. Ἰωάννης Καραμούζης

 

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2024

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ

ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

 

Πρωτ. 373
Ἀριθ. Διεκπ. 204
Ἀθήνα, 29 Ἰανουαρίου 2024
Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ 3 0 8 5

Πρός
τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὅπως ἔχετε ἐνημερωθῆ, μόλις πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, δηλαδή τήν 23η Ἰανουαρίου 2024, συνῆλθε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού εἶναι ἡ Ἀνωτάτη Ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά μελετήση τό θέμα πού ἀνέκυψε στίς ἡμέρες μας, δηλαδή τήν θέσπιση τοῦ «πολιτικοῦ γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού ἐπιφέρει αὐτό στό οἰκογενειακό δίκαιο.
Ἡ Ἱεραρχία συζήτησε ἐπαρκῶς τό θέμα αὐτό μέ ὑπευθυνότητα καί νηφαλιότητα, ἀποδεικνύοντας γιά μιά ἀκόμη φορά τήν ἑνότητά της, καί στήν συνέχεια ὁμόφωνα ἀποφάσισε τά δέοντα πού ἔχουν ἀνακοινωθῆ.
Μιά ἀπό τίς ἀποφάσεις πού ἔλαβε εἶναι νά ἐνημερώση τό πλήρωμά της, τό ὁποῖο θέλει νά ἀκούση τίς ἀποφάσεις της καί τίς θέσεις της. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό, ἡ Ἱεραρχία ἀπευθύνεται πρός ὅλους ἐσᾶς, γιά νά διατυπώση τήν ἀλήθεια γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα.

1. Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, διά μέσου τῶν αἰώνων, εἶναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, μέ τό νά ὁμολογῆ τήν πίστη της, ὅπως τήν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί τήν ἔζησαν οἱ Ἅγιοί της, καί ποιμαντικό, μέ τό νά ποιμαίνη τούς ἀνθρώπους στήν κατά Χριστόν ζωή.
Αὐτό τό ἔργο της φαίνεται στήν Ἁγία Γραφή καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες θέσπισαν ὅρους γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἱερούς κανόνες, πού καθορίζουν τά ὅρια μέσα στά ὁποῖα πρέπει νά κινοῦνται ὅλα τά μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί καί Λαϊκοί.
Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τίς πνευματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ὥστε οἱ Χριστιανοί νά ζοῦν σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς τους, νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν φιλαυτία καί νά ἀναπτυχθῆ ἡ φιλοθεΐα καί ἡ φιλανθρωπία, δηλαδή ἡ ἰδιοτελής, φίλαυτη ἀγάπη νά γίνη ἀνιδιοτελής ἀγάπη.

2. Ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους, δικαίους καί ἀδίκους, ἀγαθούς καί κακούς, ἁγίους καί ἁμαρτωλούς∙ αὐτό κάνει καί ἡ Ἐκκλησία. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι πνευματικό Νοσοκομεῖο πού θεραπεύει τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά ἀποκλείη κανέναν, ὅπως δείχνει ἡ παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, τήν ὁποία εἶπε ὁ Χριστός (Λουκ. ι΄, 3037). Τό ἴδιο κάνουν καί τά νοσοκομεῖα καί οἱ ἰατροί γιά τίς σωματικές ἀσθένειες. Ὅταν οἱ ἰατροί κάνουν χειρουργικές ἐπεμβάσεις στούς ἀνθρώπους, κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι δέν ἔχουν ἀγάπη.
Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι ἀνταποκρίνονται διαφορετικά σέ αὐτήν τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας∙ ἄλλοι τήν ἐπιθυμοῦν καί ἄλλοι ὄχι. Ὁ ἥλιος ἀποστέλλει τίς ἀκτῖνες του σέ ὅλη τήν κτίση, ἄλλοι ὅμως φωτίζονται καί ἄλλοι καίγονται, καί αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τήν φύση αὐτῶν πού δέχονται τίς ἡλιακές ἀκτῖνες.
Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ἀγαπᾶ ὅλα τά βαπτισθέντα παιδιά της καί ὅλους τούς ἀνθρώπους πού εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, μικρούς καί μεγάλους, ἀγάμους καί ἐγγάμους, Κληρικούς, Μοναχούς καί Λαϊκούς, ἐπιστήμονες καί μή, ἄρχοντες καί ἀρχομένους, ἑτεροφύλους καί ὁμοφυλοφίλους, καί ἀσκεῖ τήν φιλάνθρωπη ἀγάπη της, ἀρκεῖ, βέβαια, νά τό θέλουν καί οἱ ἴδιοι καί νά ζοῦν πραγματικά στήν Ἐκκλησία.

3. Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν Γάμο ἀπορρέει ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διάταξη τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου.
Στό βιβλίο τῆς Γενέσεως γράφεται: «Καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. Καί εὐλόγησεν αὐτούς λέγων˙ αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτήν καί ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καί τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καί πάντων τῶν κτηνῶν καί πάσης τῆς γῆς καί πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς» (Γεν., 1, 2728).
Αὐτό σημαίνει ὅτι «ἡ δυαδικότητα τῶν δύο φύσεων καί ἡ συμπληρωματικότητά τους δέν ἀποτελοῦν κοινωνικές ἐπινοήσεις, ἀλλά παρέχονται ἀπό τόν Θεό»∙ «ἡ ἱερότητα τῆς ἕνωσης ἄνδρα καί γυναίκας παραπέμπει στήν σχέση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας»∙ «ὁ χριστιανικός Γάμος δέν εἶναι ἁπλῆ συμφωνία συμβίωσης, ἀλλά ἱερό Μυστήριο, διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα λαμβάνουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά προχωρήσουν πρός τήν θέωσή τους»∙ «ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα εἶναι συστατικά στοιχεῖα τῆς παιδικῆς καί τῆς ἐνήλικης ζωῆς».
Ὅλη ἡ θεολογία τοῦ Γάμου φαίνεται καθαρά στήν ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου, στά τελούμενα καί τίς εὐχές. Σ’ αὐτό τό Μυστήριο ἡ ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός ἱερολογεῖται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, μέ τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Τά ἀποτελέσματα τοῦ ἐν Χριστῷ Γάμου εἶναι ἡ δημιουργία καλῆς συζυγίας καί οἰκογενείας, ἡ γέννηση παιδιῶν, ὡς καρποῦ τῆς ἀγάπης τῶν δύο συζύγων, ἄνδρα καί γυναίκας, καί ἡ σύνδεσή τους μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ μή ὕπαρξη παιδιῶν χωρίς τήν εὐθύνη τῶν συζύγων, δέν διασπᾶ τήν ἐν Χριστῷ συζυγία.
Ἡ χριστιανική παραδοσιακή οἰκογένεια ἀποτελεῖται ἀπό πατέρα, μητέρα καί παιδιά, καί σέ αὐτήν τήν οἰκογένεια τά παιδιά ἀναπτύσσονται, γνωρίζοντας τήν μητρότητα καί τήν πατρότητα πού θά εἶναι ἀπαραίτητα στοιχεῖα στήν μετέπειτα ἐξέλιξή τους.
Ἐξ ἄλλου, ὅπως φαίνεται στό «Εὐχολόγιο» τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει σαφέστατη σύνδεση μεταξύ τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος, τοῦ Γάμου, τῆς Ἐξομολογήσεως καί τῆς Θείας Κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Κάθε διάσπαση αὐτῆς τῆς σύνδεσης δημιουργεῖ ἐκκλησιολογικά προβλήματα.
Ἑπομένως, βαπτιζόμαστε καί χριόμαστε γιά νά κοινωνήσουμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Γίνεται ὁ Γάμος ὥστε οἱ σύζυγοι καί ἡ οἰκογένεια νά συμμετέχουν στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί νά κοινωνοῦν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Κάθε διάσπαση τῆς σχέσεως αὐτῆς τῶν Μυστηρίων συνιστᾶ τήν ἐκκοσμίκευση.
Ἡ Ἐκκλησία βασίζεται σέ αὐτήν τήν Παράδοση, πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στούς Ἁγίους, καί δέν μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ κάθε ἄλλη μορφή Γάμου, πολλῷ δέ μᾶλλον τόν λεγόμενο «ὁμοφυλοφιλικό γάμο».

4. Σέ ἕνα εὐνομούμενο Κράτος ἡ Πολιτεία μέ τά συντεταγμένα ὄργανά της ἔχει τήν ἁρμοδιότητα νά καταρτίζη νομοσχέδια καί νά ψηφίζη νόμους, ὥστε στήν κοινωνία νά ὑπάρχη ἑνότητα, εἰρήνη καί ἀγάπη.
Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, εἶναι θεσμός ἀρχαιότατος, ἔχει διαχρονικές παραδόσεις αἰώνων, συμμετέχει σέ ὅλες τίς κατά καιρούς δοκιμασίες τοῦ λαοῦ, συνετέλεσε ἀποφασιστικά στήν ἐλευθερία του, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἱστορία, τήν παλαιότερη καί τήν πρόσφατη, καί πρέπει ὅλοι νά στέκονται μέ σεβασμό, τόν ὁποῖο κατά καιρούς διακηρύσσουν. Ἄλλωστε καί ὅλοι οἱ ἄρχοντες, ἐκτός ἀπό μερικές ἐξαιρέσεις, εἶναι δυνάμει καί ἐνεργείᾳ μέλη της. Ἡ Ἐκκλησία οὔτε συμπολιτεύεται οὔτε ἀντιπολιτεύεται, ἀλλά πολιτεύεται κατά Θεόν καί ποιμαίνει ὅλους. Γι’ αὐτό καί ἔχει ἰδιαίτερο λόγο πού πρέπει νά γίνεται σεβαστός.
Στό θέμα τοῦ λεγομένου «πολιτικοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων», ἡ Ἱερά Σύνοδος ὄχι μόνον δέν μπορεῖ νά σιωπήση, ἀλλά πρέπει νά ὁμιλήση, ἀπό ἀγάπη καί φιλανθρωπία σέ ὅλους. Γι’ αὐτό ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν 
πρόσφατη ἀπόφασή της μέ ὁμόφωνο καί ἑνωτικό τρόπο, γιά λόγους τούς ὁποίους αἰτιολόγησε, δήλωσε ὅτι «εἶναι κάθετα ἀντίθετη πρός τό προωθούμενο νομοσχέδιο».
Καί αὐτή ἡ σαφής ἀπόφασή της στηρίζεται στό ὅτι «οἱ ἐμπνευστές τοῦ νομοσχεδίου καί οἱ συνευδοκοῦντες σέ αὐτό προωθοῦν τήν κατάργηση τῆς πατρότητας καί τῆς μητρότητας καί τήν μετατροπή τους σέ οὐδέτερη γονεϊκότητα, τήν ἐξαφάνιση τῶν ρόλων τῶν δύο φύλων μέσα στήν οἰκογένεια καί θέτουν πάνω ἀπό τά συμφέροντα τῶν μελλοντικῶν παιδιῶν τίς σεξουαλικές ἐπιλογές τῶν ὁμοφυλοφίλων ἐνηλίκων».
Ἐπί πλέον, ἡ θέσπιση τῆς «υἱοθεσίας παιδιῶν» «καταδικάζει τά μελλοντικά παιδιά νά μεγαλώνουν χωρίς πατέρα ἤ μητέρα σέ ἕνα περιβάλλον σύγχυσης τῶν γονεϊκῶν ρόλων», ἀφήνοντας δέ ἀνοικτό παράθυρο γιά τήν λεγόμενη «παρένθετη κύηση», πού θά δώση κίνητρα «γιά τήν ἐκμετάλλευση εὐάλωτων γυναικῶν» καί ἀλλοίωση τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας.
Ὅλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία πρέπει νά ἐκφράζη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά καθοδηγῆ ὀρθόδοξα τά μέλη της, δέν μπορεῖ νά τά ἀποδεχθῆ, διότι διαφορετικά θά προδώση τήν ἀποστολή της. Καί τό κάνει αὐτό ὄχι μόνο ἀπό ἀγάπη στά μέλη της, ἀλλά ἀπό ἀγάπη καί στήν ἴδια τήν Πολιτεία καί τούς θεσμούς της, ὥστε νά προσφέρουν στήν κοινωνία καί νά συντελοῦν στήν ἑνότητά της.
Ἀποδεχόμαστε, βέβαια, τά δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων τά ὁποῖα κινοῦνται σέ ἐπιτρεπτά ὅρια, σέ συνδυασμό μέ τίς ὑποχρεώσεις τους, ἀλλά ἡ νομιμοποίηση τοῦ ἀπολύτου «δικαιωματισμοῦ», πού εἶναι θεοποίηση τῶν δικαιωμάτων, προκαλεῖ τήν ἴδια τήν κοινωνία.

5. Ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται γιά τήν οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κοινωνίας καί τοῦ Ἔθνους. Σέ αὐτό πρέπει νά συντείνη καί ἡ Πολιτεία, ὅπως διαλαμβάνεται στό ἰσχῦον Σύνταγμα ὅτι «ἡ οἰκογένεια ὡς θεμέλιο τῆς συντήρησης καί προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, καθώς καί ὁ Γάμος, ἡ μητρότητα καί ἡ παιδική ἡλικία τελοῦν ὑπό τήν προστασία τοῦ Κράτους» (ἄρ. 21).
Σύμφωνα δέ μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού εἶναι νόμος τοῦ Κράτους (590/1977), «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνεργάζεται μετά τῆς Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινοῦ ἐνδιαφέροντος ὡς… τῆς ἐξυψώσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας» (ἄρ. 2).
Ἔτσι, προτρέπουμε τήν Πολιτεία νά προβῆ στήν ἀντιμετώπιση τοῦ Δημογραφικοῦ προβλήματος «πού ἐξελίσσεται σέ βόμβα ἕτοιμη νά ἐκραγεῖ» καί εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν ἐθνικό θέμα τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίλυση ὑπονομεύεται ἀπό τό πρός ψήφιση νομοσχέδιο, καί τήν καλοῦμε νά ὑποστηρίξη τίς πολύτεκνες οἰκογένειες πού προσφέρουν πολλά στήν κοινωνία καί τό Ἔθνος.
Ὅλα τά ἀνωτέρω ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀνακοινώνει σέ ὅλα τά μέλη της «μέ αἴσθημα ποιμαντικῆς εὐθύνης καί ἀγάπης», διότι ὄχι μόνο ὁ λεγόμενος «γάμος τῶν ὁμοφυλοφίλων» εἶναι ἀνατροπή τοῦ Χριστιανικοῦ Γάμου καί τοῦ θεσμοῦ τῆς πατροπαράδοτης ἑλληνικῆς οἰκογένειας, ἀλλάζοντας τό πρότυπό της, ἀλλά καί διότι ἡ 
ὁμοφυλοφιλία ἔχει καταδικαστῆ ἀπό τήν σύνολη ἐκκλησιαστική παράδοση, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Ρωμ. α΄, 2432), καί ἀντιμετωπίζεται μέ τήν μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι ἀλλαγή τρόπου ζωῆς.
Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι ὑφίσταται ἡ βασική ἀρχή ὅτι, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει τήν κάθε ἁμαρτία ὡς ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Φῶς καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, συγχρόνως ἀγαπᾶ τόν κάθε ἁμαρτωλό, διότι καί αὐτός ἔχει τό «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» καί μπορεῖ νά φθάση στό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἐάν συνεργήση στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτόν τόν ὑπεύθυνο λόγο ἀπευθύνει ἡ Ἱερά Σύνοδος σέ σᾶς, τούς εὐλογημένους Χριστιανούς, τά μέλη της, καί σέ ὅλους ὅσοι ἀναμένουν τόν λόγο της, διότι ἡ Ἐκκλησία «ἀληθεύει ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφ. δ΄, 15) καί «ἀγαπᾶ ἐν ἀληθείᾳ» (Β΄ Ἰω. α΄, 1).

 

† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος
† Ὁ Καρυστίας καί Σκύρου Σεραφείμ
† Ὁ Μονεμβασίας καί Σπάρτης Εὐστάθιος
† Ὁ Νικαίας Ἀλέξιος
† Ὁ Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Χρυσόστομος
† Ὁ Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου Θεόκλητος
† Ὁ Μαρωνείας καί Κομοτηνῆς Παντελεήμων
† Ὁ Κίτρους καί Κατερίνης Γεώργιος
† Ὁ Ἰωαννίνων Μάξιμος
† Ὁ Ἐλασσῶνος Χαρίτων
† Ὁ Θήρας, Ἀμοργοῦ καί Νήσων Ἀμφιλόχιος
† Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Νικηφόρος
† Ὁ Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Δαμασκηνός

Ὁ Ἀρχιγραμματεύς
Ἀρχιμ. Ἰωάννης Καραμούζης