Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2025

 

Ο θάνατος

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν μὴν κλαῖνε τοὺς νεκροὺς ἀ­παρηγόρητα, μὴ πενθοῦν χω­ρὶς ἐλπίδα”


Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)

“Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συν­επορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγον­τες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ”.

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο βιβλίο ἀνώτερο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Νὰ μὴν τ᾽ ἀκοῦμε μόνο τὴν Κυ­ριακή· νὰ ὑ­πάρχῃ καὶ στὸ σπίτι, κάθε μέρα ὁ πα­τέρας νὰ διαβάζῃ ἕνα κομμάτι, νὰ τ᾽ ἀκοῦνε ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά. Ὅπου ὑπάρχει τὸ Εὐ­αγγέλιο, ἐκεῖ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ σταθῇ.

* * *

Τὸ εὐαγγέλιο λοιπὸν σήμερα μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ κάτι ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουμε νὰ μιλήσου­με. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα κ᾽ οἱ ἄν­θρωποι μι­λᾶνε ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ. Μι­λᾶνε στὸ σπίτι, στὸ καφενεῖο, στὸ δρό­μο, στὰ σχολεῖα, στὰ πανεπιστήμια… Γιὰ τί μιλᾶ­νε; Γιὰ λεφτά, ἐπιστῆμες, γνῶσι καὶ γράμματα· γιὰ γάμους, συνοικέσια, διαζύγια· γιὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, πολιτική, ποδόσφαιρο – μπάλλα… Γιὰ ὅ­λα μι­λᾶ­νε, καὶ μόνο γιὰ ἕνα δὲν τολμοῦν νὰ μιλήσουν. Ποιό εἶν᾽ αὐτό, ποὺ ὁ ἄν­­­θρωπος ὁ τόσο φλύαρος δὲν τολμᾷ νὰ τὸ φέ­ρῃ στὸ λό­γο του; Εἶ­νε κά­­τι ἑ­κατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιο. Ποιό δηλαδή· ὅτι ὅ­λοι ἐ­μεῖς θὰ ἔρθῃ μιὰ ὥρα ποὺ θὰ πεθάνουμε· εἶνε ὁ θάνατος!

Γιὰ τὸ θάνατο δὲν μιλάει καν­είς λοιπόν. Ἀ­πο­φεύγουν. Στὶς σύγχρονες πολιτεῖες, ποὺ ὑπάρ­χουν γραφεῖα κηδειῶν, ἐπιβλή­θηκε πλέον νὰ μὴν τὰ λένε «γραφεῖα κηδειῶν», ἀλλὰ νὰ τὰ λέ­νε «γραφεῖα τελετῶν», γιὰ νὰ μὴν ταρά­ζωνται οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἐνθύμησι τοῦ θα­νά­­του. Ἐπίσης, ἐνῷ παλαιότερα τὸ νεκρὸ τὸν εἶχαν ἀ­σκέπαστο, ὥστε νὰ τὸν βλέ­που­με καὶ νὰ λέμε «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2· 12,8), τώρα τὸν σκεπά­­­ζουν νὰ μὴν τὸν βλέπουν καὶ λυποῦνται. Ἐ­πίσης, ἐνῷ ἄλλοτε τὰ φέρετρα τὰ ἔβγαζαν ἔξω ἀπὸ τὰ καταστήματα τῶν γραφεί­ων, τώρα τὰ κρύβουν μέσα. Ἀ­ποφεύγουν ὅ,τι θυμίζει θάνατο. Πολλοὶ ἐπίσης –δὲν ξέρω ἂν τὸ κάνε­τε κ᾽ ἐσεῖς–, ἅμα ἀκούσουν τὴ λέξι θάνατος, λένε «Χτύπα ξύλο», νομίζοντας πὼς ἔτσι φεύγει τάχα ὁ θάνατος.

Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν γιατὶ ὁ θάνατος προ­καλεῖ δυσφορία, φόβο καὶ τρόμο. Γιατί ἆραγε; Διότι ὁ θάνατος εἶνε κάτι ἀντίθετο μὲ τὴ φύσι μας. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε νά ᾽νε ἀ­θάνατος, ὅπως καὶ οἱ ἄγγελοι, νὰ μὴν πεθάνῃ ποτέ. Δυσ­τυχῶς ὅμως ἁμάρτησε. Καὶ ὅπως ὅταν στὸ μῆ­λο μπῇ σκουλήκι τὸ μῆλο σαπίζει καὶ κοντὰ σ᾽ αὐτὸ σαπίζουν καὶ τ᾽ ἄλ­λα μῆλα πού ᾽νε στὸ κα­λάθι, ἔτσι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ἡ ἁμαρτία στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἄλλαξε ἡ φύσι τοῦ ἀν­θρώπου· ἡ ἁμαρτία ἔφθειρε τὶς σωματικὲς καὶ πνευματικὲς καὶ διανοητικὲς ἱκανότητές του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἀσθένεια καὶ τελικὰ νὰ ἔλθῃ ὁ θάνατος. «Τὰ ὀ­­ψώνια τῆς ἁ­μαρτίας θάνατος» (῾Ρωμ. 6,23)· ἡ ἁμαρτία προκάλεσε τὴν ἀσθένεια, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο.

Ἀπὸ τότε ὁ θάνατος ἔγινε κυρίαρχος βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, ὁ χάρος ποὺ λένε. Ἐνσκήπτει παντοῦ, σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ σὲ ὁ­ποιονδήποτε ἄνθρωπο. Ἁρπάζει τὸν ἀσπρομάλλη γέ­ρο ἀλλὰ καὶ τὸ χαριτωμένο παιδάκι ἀ­π᾽ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας, τὸν φτωχὸ ἀλλὰ καὶ τὸν πλούσιο, τὸν ἀγράμματο ποὺ δὲν ξέρει νὰ βά­λῃ τὴν ὑπογραφή του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐ­πιστήμο­να ποὺ στέλνει πυραύλους καὶ διαστημόπλοια σὲ ἄλλους πλανῆτες, τὸν στρατι­ώτη ἀλλὰ καὶ τὸ στρατηγὸ καὶ τὸ βασιλιᾶ. Ὑπῆρχε ἄλλος πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ποὺ ἔ­φτασε τόσο μακριά; καὶ ὅμως ἦρθε στιγμὴ ποὺ πέθανε κι αὐτός· καὶ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὸν χωροῦσε ὁ κόσμος, τὸν χώρε­σε ἕ­νας λάκκος δυὸ μέτρα· ἐκεῖ μέσα μπῆκε. «Μα­ταιό­της ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης».

Ὁ θάνατος, ὅπως εἴπαμε, προκαλεῖ ἀνησυ­χία. Καὶ ὅπως ὅταν φυσάῃ ἄνεμος στὸ δάσος σείονται ὅ­λα τὰ φύλλα, ἔτσι καὶ ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου ταρά­ζει ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ θάνατος δημιουργεῖ φόβο καὶ τρόμο. Γι᾽ αὐτό, ὅταν κά­ποιος πεθά­νῃ, κοιτάζουν νὰ τὸν θάψουν ἆρον – ἆρον, τὸ συν­τομώτερο, ἐνῷ παλαιότερα τὸν κρατοῦσαν. Ὁ ἅ­γιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Τὸ νεκρὸ «νὰ μὴ τὸν θάπτετε, ἀλλὰ νὰ τὸν φυ­λάττετε εἰκοσιτέσσαρες ὧ­ρες· καὶ νὰ μαζεύε­σθε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ νὰ τὸν στοχά­ζεσθε καλά, διότι καλύτερος διδάσκαλος δὲν εἶνε ἄλ­λος ἀπὸ τὸν θάνατον» (ἡμέτ. ἔργ. σσ. 120-121).

Κάποιοι, ἀπὸ ἀγωνία γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, κάνουν τὴ μεγάλη ἁμαρτία νὰ καταφεύ­γουν στὸν δαίμονα, πηγαίνουν δηλαδὴ σὲ μέν­τι­ουμ, στοὺς πνευματιστάς· καὶ τοὺς πληρώνουν ἁδρά, γιὰ νὰ μάθουν «εἰδήσεις» γιὰ ἐκεί­νους ποὺ ἔχουν περάσει τὴ γέφυρα τοῦ θανά­του. Προσοχή, ὁ διάβολος ἐξαπατᾷ καὶ παραπλανᾷ!

Ἀλλὰ σήμερα τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θάνατο; Μιὰ μεγάλη εὐχάριστη εἴδησι· ὅτι κάποιος νίκησε τὸ χάρο. Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Ἕ­νας, κανείς ἄλλος· οὔτε πλούσιος, οὔτε βασιλιᾶς, οὔτε σοφός. Προσπαθεῖ ἡ ἐπιστήμη νὰ νικήσῃ τὸ θάνατο· ἀδύνατον. Μόνο ὁ Χριστὸς πάλεψε μαζί του καὶ τὸν νίκησε. Πολλὲς φορὲς τὸν νίκησε, ὅπως βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο.

Μία φορὰ ἦταν ὅταν πῆγε στὸ σπίτι ἑνὸς ἄρχοντα καὶ βρῆκε τὸ κορίτσι του πεθαμένο. Καὶ ὅπως ἡ μάνα ξυπνάει τὸ παιδί, ἔτσι ὁ Κύρι­ος ἀνέστησε τὸ κορίτσι. «Ἡ παῖς, ἐ­γεί­ρου», τῆς εἶπε, καὶ ἡ νεκρὴ ἀναστήθηκε (Λουκ. 8,54).

Ἡ δεύτερη φορὰ εἶνε αὐτὴ ποὺ περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ γυιὸ μιᾶς χήρας γυναίκας στὴν πόλι Ναΐν. Καθὼς πλησίαζε ἐκεῖ, ἄκουσε θρῆνο καὶ κοπετό· γινόταν κηδεία. Πίσω ἀπ᾽ τὸ νεκρὸ ἔ­κλαιγε ἡ μάνα γοερά, καὶ κόσμος πολὺς ἀκολουθοῦσε. Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, πλησίασε στὸ φέρετρο καὶ λέει στὴ γυναῖκα· Μὴν κλαῖς. Ἔπειτα μὲ ἕνα λόγο, «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐ­γέρθητι» (Λουκ. 7,14) –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους, ἐμεῖς πιστεύουμε–, ἀμέσως τὸ παιδί, λὲς καὶ τὸ πέρασε ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, ζωντάνεψε καὶ ἀνακάθησε μέσα στὴν κάσσα. Καὶ εἶδαν τὸ θαῦμα ὄχι ἕνας καὶ δυὸ ἀλλὰ πλῆ­θος κόσμου, ποὺ πίστεψαν καὶ δόξαζαν τὸ Θεό.

Τὸ τρίτο θαῦμα ἔγινε πρὶν τὴν ἡμέρα τῶν Βα­ΐων. Ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ νεκροταφεῖο, ὅ­­που ἦ­ταν θαμμένος ἕνας φίλος του πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Προσευχήθηκε καὶ φώναξε δυνα­­τὰ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰω. 11,43)· κι ὁ Λάζαρος ἀναστήθηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Ἀλλὰ καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ἐνῷ ὁ Χρι­στὸς ἦταν στὸ σταυρὸ κι ὁ ἥλιος σκοτίστηκε καὶ ἡ γῆ σείστηκε, ὅταν εἶπε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30), τὰ μνήματα ἄνοιξαν, βγῆκαν νεκροὶ καὶ παρουσιάστηκαν σὲ πολλούς (βλ. Ματθ. 27,52-53).

Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη πιὸ μεγάλο, ποὺ μᾶς πείθει πλέον ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασις, ποιό εἶνε; Εἶνε αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε κάθε Κυριακή· ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος, μὲ σφραγισμένο τὸν τάφο ἀναστήθηκε, βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητάς.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν μὴν κλαῖνε τοὺς νεκροὺς ἀ­παρηγόρητα, μὴ πενθοῦν χω­ρὶς ἐλπίδα. Σὲ κά­ποια μέρη ἔχουν τὴν κα­κὴ συνήθεια, στὸ πένθος νὰ μὴν πατᾶνε στὴν ἐκ­κλησία, λὲς καὶ ὁ ναὸς εἶνε τόπος διασκεδάσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἡ μάνα ποὺ παρη­γορεῖ· τότε ἀκριβῶς, τὸν καιρὸ τοῦ πένθους, ἔχεις ἀνάγκη νά ᾽σαι κοντά της. Σατανικὰ ἔθιμα αὐ­τά, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ πο­νηρὸς ξεκόβει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Θεό.

Τί εἶνε, ἀγαπητοί μου, ὁ θάνατος; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· «Ὅταν κοιμώμεθα δὲν εἴμεθα ὡσὰν ἀποθαμένοι; Ὁ ὕπνος τί εἶ­νε; Μι­κρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕ­­πνος» (ἡμέτ. ἔργ. σ. 176). Ἡ μάνα ὅταν βλέπῃ τὸ παιδάκι νὰ κοιμᾶται δὲν κλαίει· ξέρει ὅτι ἀναπαύεται καὶ τὸ πρωὶ θ᾽ ἀνοίξῃ τὰ ματάκια του. Ἔτσι καὶ ὁ θά­νατος· ἕνας ὕπνος εἶνε, καὶ κάθε ξύπνημα μιὰ ἀνάστασις. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶ­νε σὰν τὰ ζῷα· ἔχει μεγαλεῖο, πλάστηκε γιὰ τὴν αἰωνιότητα, δὲν τελειώνει μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθά­φτη.

Τί ἄλλο εἶνε ὁ θάνατος; Μιὰ ἀλλαγὴ κατοικίας. Φεύγεις ἀπὸ ἕνα σπίτι παλαιὸ καὶ πηγαί­νεις σὲ ἕνα καινούργιο· φεύγουμε ἀπὸ τὴν κα­λύβα αὐτῆς τῆς γῆς, γιὰ νὰ πᾶμε στὰ παλάτια τοῦ οὐρανοῦ· αὐτὸ πιστεύουμε. Ὅπως ὅταν κάποιος φεύγῃ στὸ ἐξωτερικὸ ξέρετε ὅτι ζῇ ἐ­κεῖ, καὶ ἂν μάλιστα μάθετε ὅτι περνάει καλὰ χαίρεστε, ἔτσι καὶ ἐδῶ. Ὅσο εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει Ἀμερική, τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει ὁ ἄλλος κόσμος. Ναί!

Ἔχουμε καμμιὰ ἀπόδειξι; Κάθε βῆμα καὶ ἀ­πόδειξι. Εἶνε Ὀκτώβριος καὶ βλέπω τὰ χωρά­φια σπαρμένα. Ὁ γεωργὸς θάβει τὸ σπόρο στὴ γῆ νὰ σαπίσῃ, καὶ ἀπὸ τὸν σάπιο σπόρο βγαίνει κατόπιν ἕνα ὡραῖο στάχυ ἢ λουλούδι ἢ δέν­τρο. Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μὲ τὴν ταφὴ σαπίζουμε μέσ᾽ στὴ γῆ σὰν τὸν σπόρο, καὶ μὲ τὴν ἀνάστασι θὰ βγῇ κατόπιν ὁ καινούργιος ἄν­θρωπος (βλ. Α΄ Κορ. 15,37-38). Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» (Σύμβ. πίστ. 11). Ἔτσι ζοῦσαν οἱ παλαιότεροι καὶ γι᾽ αὐτὸ εὔχονταν μεταξύ τους «Καλὴ ψυχή!».

* * *

Τὸ πρακτικὸ δίδαγμα ποιό εἶνε, ἀδελφοί μου; Δὲν ξέρουμε πότε θὰ πεθάνουμε, ἄγνωστη ἡ ὥ­ρα. Νὰ εἴμαστε λοιπὸν ἕτοιμοι. Τὰ εἰσιτήριά σας, τὰ εἰσιτή­ριά μας! Τὸ δὲ εἰσιτήριο γράφει· πίστις, μετάνοια, ἀγάπη, ἔργα καλά. Κι ὅταν ἔρ­θῃ ἡ ὥρα, νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Γαλάτειας – Ἑορδαίας τὴν 19-10-1980.



 

 

Ἐσύ, παπποῦ, πολέμησες στὸν Μακεδονικὸ Ἀγῶνα;

Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός


Αὐτὴν τὴν Κυριακή, καλό μου ἐγγονάκι, τιμοῦμε τὴν ἐπέτειο τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Στὶς ἐκκλησιές μας θὰ γίνουν μνημόσυνα γιὰ τοὺς Μακεδονομάχους καὶ θὰ ψαλοὺν δοξολογίες. Τὰ σπίτια καὶ τὰ δημόσια κτίρια θὰ σημαιοστολιστοῦν. Οἱ δάσκαλοι, στὰ σχολεῖα, θὰ μιλήσουν στὰ παιδιὰ γιὰ τὶς θυσίες καὶ τὰ μαρτύρια τῶν ἀγωνιστῶν καὶ οἱ προτομές των μακεδονομάχων θὰ στολιστοῦν μὲ δάφνινα στεφάνια.
Καὶ γιατί ὅλα αὐτά, παπποῦ; Τόσο σημαντικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ἐπέτειος;
Εἶναι πολὺ σημαντική, παιδί μου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν τῆς ἔχουμε δώσει τὴν ἀξία καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ τῆς πρέπει. Ἀρκεῖ νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἡ ἐπέτειος αὐτὴ τιμᾶται μονάχα ἐδῶ, στὰ χώματα τῆς Μακεδονίας μας, ἐνῷ σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα δὲν γίνεται οὔτε ἡ παραμικρὴ ἀναφορά. Κι ἂς ἔχουνε πεῖ γνωστοὶ ἱστορικοὶ καὶ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες ὅτι ἡ ἐπέτειος τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα εἶναι ἰσάξια μὲ ἐκείνη τῆς 25ης Μαρτίου.
Ἐσύ, παπποῦ, πολέμησες στὸν Μακεδονικὸ Ἀγῶνα;
Ἐγώ, ἄγγελέ μου, δὲν πολέμησα. Πολέμησε, ὅμως, ὁ πατέρας μου, δηλαδὴ ὁ προπάππος σου. Ὁ Ἀγῶνας τὸν εἶχε βρεῖ παλληκαράκι εἴκοσι χρονῶν. Σὰν νὰ τὸν βλέπω, τώρα, νὰ μᾶς διηγεῖται γεγονότα καὶ περιπέτειες ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα... 

Καὶ τί σᾶς ἔλεγε, παπποῦ;
Θυμᾶμαι, ποὺ μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὸν Παῦλο Μελᾶ, γιὰ τὸν καπετὰν Ἄγρα καὶ τὸν βάλτο των Γιαννιτσῶν, γιὰ τὸν δεσπότη της Καστοριάς, τὸν Γερμανὸ Καραβαγγέλη, γιὰ τὸν καπετὰν Ράμναλη καὶ πιὸ πολὺ θυμᾶμαι, ποὺ τὰ μάτια του ἤτανε συνεχῶς βουρκωμένα. Μᾶς τραγουδοῦσε στὸ τέλος καὶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Παύλου Μελᾶ καὶ μετὰ ἔπεφτε σὲ βαθεῖς συλλογισμούς.

-Μὲ ποιούς πολεμοῦσε ὁ Παῦλος Μελάς, παπποῦ;
Χρυσό μου ἐγγονάκι, ὁ Παῦλος Μελὰς στὰ 1904, τότε δηλαδὴ ποὺ ἡ Μακεδονία μας κινδύνεψε πάρα πολύ, ἦταν ἕνας γενναῖος ἀνθυπολοχαγός, ποὺ ἄφησε, στὴν Ἀθήνα, τὴν γυναῖκα του καὶ τὰ δυὸ του μικρὰ παιδιὰ καὶ ἦρθε ἐδῶ στὴν Μακεδονία, μαζὶ μὲ ἄλλους ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, γιὰ νὰ ὀργανώσει τὸν Ἀγῶνα καὶ νὰ σώσει τὴν Μακεδονία μας.

Ἀπὸ ποιούς νὰ τὴν σώσει, παπποῦ; Ἡ Μακεδονία δὲν ἦταν ἐλεύθερη τὸ 1904;
Στὰ χρόνια ἐκεῖνα, ἡ Ἑλλάδα μας δὲν ἤτανε ἔτσι ὅπως τὴν ξέρεις σήμερα. Ἡ ἐλεύθερη Ἑλλάδα ἔφτανε τότε μέχρι την Ἐλασσόνα. Λίγο πάνω ἀπὸ τὴν Λάρισα, δηλαδή. Ἡ Μακεδονία μας στὰ 1904 ἦταν ἀκόμα σκλαβωμένη στοὺς Τούρκους, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θράκη καὶ τὰ νησιά μας.
Τὸ πρόβλημα, ὅμως, τότε, δὲν ἤτανε μονάχα ὁ τούρκικος ζυγός. Ὁ πιὸ μεγάλος κίνδυνος ἦταν ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους.

Γιατί, παπποῦ; Τί ἔκαναν οἱ Βούλγαροι καὶ κινδύνεψε τόσο πολὺ ἡ Μακεδονία μας;
Οἱ Βούλγαροι, στὰ 1870, ἔφυγαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ ἵδρυσαν δικό τους πατριαρχεῖο, τὴν λεγόμενη βουλγαρικὴ ἐξαρχία. Ἀπὸ τότε καὶ μετὰ ἔβαλαν σκοπό τους, νὰ μᾶς ἀναγκάσουν ὅλους τοὺς Μακεδόνες νὰ μιλᾶμε τὴν βουλγάρικη γλῶσσα, νὰ ἔχουμε στὰ σχολεῖα μας Βούλγαρους μονάχα δασκάλους καὶ οἱ παπᾶδες μας νὰ ὑπάγονται ἐκκλησιαστικῶς στὴν βουλγάρικη ἐξαρχία καὶ ὄχι στὸ δικό μας τὸ Πατριαρχεῖο. Μὲ ἄλλα λόγια, βάλθηκαν νὰ μᾶς ἁρπάξουν τὴν Μακεδονία μας καὶ νὰ τὴν κάνουνε βουλγαρική.
Στὴν ἀρχὴ προσπάθησαν νὰ τὸ πετύχουν μὲ τὸ καλό. Μὲ δῶρα καὶ μὲ ὑποσχέσεις. Σὰν εἶδαν, ὅμως, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀντιστέκονταν καὶ δὲν ἐγκατέλειπαν οὔτε τὴν Γλῶσσα τους οὔτε καὶ τὸ Πατριαρχεῖο τους, ἔβαλαν μπρὸς τὶς ἀπειλές, τὴν τρομοκρατία, τὰ βασανιστήρια, τοὺς ἐμπρησμούς, τὰ μαχαιρώματα, τὶς ἐκτελέσεις καὶ τὶς κρεμάλες.
Ἔνοπλες ὁμάδες φανατικῶν Βουλγάρων, οἱ λεγόμενοι κομιτατζῆδες, εἴχανε γίνει τότε ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν χωριῶν μας. Ἀλλοίμονο, παιδάκι μου, σὲ ὅποιον ἀντιστεκόταν στὸ πέρασμά τους. Ὁλόκληρα χωριὰ παραδόθηκαν στὶς φλόγες. Σοδιὲς καὶ ζωντανὰ ἁρπάχτηκαν καὶ ἀφανίστηκαν. Γυναῖκες βιάστηκαν. Μικρὰ παιδιὰ κακοποιήθηκαν. Παπᾶδες κρεμάστηκαν. Δάσκαλοι ἀποκεφαλίστηκαν. Γιατροὶ καὶ προύχοντες ἐκτελέστηκαν.

Τοὺς παπᾶδες καὶ τοὺς δασκάλους γιατί, παπποῦ, τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ κομιτατζῆδες μὲ τόση λύσσα;
Τοὺς κυνηγούσανε, παιδάκι μου, διότι τοὺς χαλοῦσαν τὰ σχέδιά τους. Ἦταν ἐκεῖνοι, ποὺ κρατούσανε στὰ χωριά μας ἄσβεστη τὴν φλόγα τῆς Πίστης καὶ τοῦ Γένους μας. Νεαρὲς δασκάλες πλήρωσαν τότε μὲ τὸ ἴδιο τους τὸ αἷμα τὴν ἀπόφασή τους, κάτω ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς τῶν κομιτατζήδων, νὰ συνεχίζουν νὰ διδάσκουν στὰ Ἑλληνόπουλα τὴν Γλῶσσα καὶ τὴν Ἱστορία τῶν προγόνων μας.
Τώρα ποὺ μεγάλωσες καὶ μπορεῖς καὶ διαβάζεις μόνος σου, θὰ πᾶμε μιὰ μέρα μαζὶ καὶ θὰ ἀγοράσουμε ἕνα βιβλίο τῆς Ἑταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν, ποὺ ἀναφέρεται στὴν δράση τοῦ Μητροπολίτη της Καστοριὰς Γερμανοῦ Καραβαγγέλη. Ἐκεῖ νὰ δεῖς ἀγῶνες καὶ κινδύνους καὶ φυλακίσεις καὶ θυσίες γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Πίστη.
Ὁ Γερμανὸς Καραβαγγέλης ἦταν ὁ συντονιστὴς τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ συνεργαζότανε στὰ κρυφὰ μὲ τὸν Παῦλο Μελᾶ, ποὺ στήριζε τοὺς τρομοκρατημένους χωρικούς, πηγαίνοντας, μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ποὺ ἄνοιγε ἐκκλησιὲς κλειδωμένες ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ποὺ ἐνίσχυε ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ ἀνταρτικὰ σώματα.

Τί ἦταν, παπποῦ, τὰ ἑλληνικὰ ἀνταρτικὰ σώματα;
Οἱ Ἕλληνες, καλό μου ἐγγονάκι, μπροστὰ στὶς βαναυσότητες τῶν Βουλγάρων, δὲν ἔμειναν μὲ δεμένα τὰ χέρια. Οἱ πιὸ τολμηροὶ καὶ οἱ πιὸ γενναῖοι ἀποφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν. Νὰ φυλάξουν τὰ χωριά τους ἀπὸ τὶς ἐγκληματικὲς ἐπιδρομὲς τῶν κομιτατζήδων, νὰ κρατήσουν τὰ σχολεῖα τοὺς ἀνοιχτὰ μὲ δασκάλους Ἕλληνες καὶ νὰ συνεχίσουν νὰ λειτουργοῦν τὶς ἐκκλησιές τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη.
Ἔτσι, πῆραν στὰ χέρια τους τὰ ὅπλα καὶ δημιούργησαν τὰ ἑλληνικὰ ἀνταρτικὰ σώματα σὲ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν Μακεδονία.

Ὁ ρόλος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ποὺ ἀποστέλλονταν μυστικὰ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, ὅπως ὁ Παῦλος Μελάς, ὁ Καραβίτης, ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Μαζαράκης κ.ἄ, δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν καλύτερη δυνατὴ ὀργάνωση αὐτῶν τῶν γηγενῶν Μακεδονομάχων. Αὐτῶν τῶν Ἡρώων, ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους λύτρωσαν τὴν Μακεδονία μας ἀπὸ τὴν καταιγίδα του βουλγαρισμοῦ. Τὴν ἔσωσαν, δηλαδή, ἀπὸ τὶς σφαγές, ἀπὸ τὴν ἰσοπέδωση τῆς πολιτισμικῆς μας ταυτότητας καὶ τὸν ἀφανισμὸ τῆς ἐθνικῆς μας ἑλληνικῆς αὐτοσυνειδησίας.

Πόσο κράτησε, παπποῦ, αὐτὸς ὁ Ἀγῶνας;
Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας, παιδί μου, στὴν πραγματικότητα εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ τὸ 1870 περίπου. Ἀπὸ τότε, δηλαδή, ποὺ οἱ Βούλγαροι ξεκίνησαν τὴν ἐγκληματική τους δράση. Ἡ κρισιμότερη, ὅμως, φάση κράτησε τέσσερα χρόνια. Ἀπὸ τὸ 1904 μέχρι τὸ 1908. Στὰ χρόνια αὐτά, Μακεδονομάχοι ἀπ' ὅλη τὴν Ἑλλάδα -ντόπιοι Μακεδόνες, Κρῆτες, Μανιάτες, Νησιῶτες- δίνοντας σκληρὲς μάχες καὶ θυσιάζοντας καὶ τὴν ζωή τους ἀκόμη, κατόρθωσαν στὸ τέλος, νὰ κρατήσουν τοὺς κομιτατζῆδες μακριὰ ἀπὸ τὰ χωριά μας καὶ νὰ σώσουν τὴν Μακεδονία μας.

Δηλαδή, παπποῦ, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας τελείωσε στὰ 1908;
Ὄχι, παιδί μου. Ὁ Ἀγῶνας ὁ Μακεδονικὸς δὲν τελείωσε στὰ 1908. Συνεχίστηκε καὶ συνεχίζεται ἀκατάπαυστα μέχρι καὶ σήμερα.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια χρειάστηκε νὰ γίνει μὲ θυσίες καὶ ὅπλα. Σήμερα συνεχίζεται, τὸ ἴδιο σκληρὸς καὶ ἀδυσώπητος, στὰ τραπέζια τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, στὰ πανεπιστήμια, στὶς αἴθουσες τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καὶ σὲ κάθε περίπτωση ποὺ δίνεται εὐκαιρία γιὰ σχετικὴ ἐνημέρωση τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης.
Ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἐχθροί μας, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας μας, ὁ Ἀγῶνας θὰ συνεχίζεται χωρὶς σταματημό, μὲ τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ τὸν ἴδιο ἐνθουσιασμό.

Παπποῦ, τοὺς Βούλγαρους κομιτατζῆδες τους ἀντιμετώπισαν καὶ τοὺς ἀπώθησαν τότε οἱ Μακεδονομάχοι. Ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅμως, πότε ἐλευθερώθηκε τελικὰ ἡ Μακεδονία μας;
Ἡ πολυπόθητη ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας μας καὶ ἡ ἕνωσή της στὸν κορμὸ τῆς Ἑλλάδας ἦρθε, τέσσερα χρόνια μετά, μὲ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους.
Τὸ καμπαναριὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὴν Θεσσαλονίκη χτύπησε ἐλεύθερα, γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ ἀπὸ πεντακόσια χρόνια, ἀνήμερα τῆς γιορτῆς του. Στὶς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912.


 

                       Άγιος Αρτέμιος της Βέρκολα (20 Οκτωβρίου)

 10 Artemy of verkola Images: PICRYL - Public Domain Media Search Engine  Public Domain Search


῾Ο ἅγιος  ̉Αρτέμιος τῆς Βέρκολα γεννήθηκε τό 1532 στό χωριό Βέρκολα, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ντβίνα, στή βόρεια Ρωσία, ἀπό γονεῖς χωρικούς. Ἀπό τήν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν ἡ συμπεριφορά του δέν ἦταν παιδική. Τοῦ ἄρεσε ἡ σιωπή, ἦταν ἰδιαίτερα ὑπάκουος, ταπεινός καί τόν διέκρινε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Τό 1545, σέ ἡλικία 12 ἐτῶν καί ἐνῶ βοηθοῦσε τόν πατέρα του στίς γεωργικές ἐργασίες, χτυπήθηκε ἀπό κεραυνό καί ἔπεσε νεκρός. Τόν τρόπο τοῦ θανάτου του οἱ ἁπλοϊκοί χωρικοί, τόν ἑρμήνευσαν σάν θεία τιμωρία. Ἔτσι τόν ἄφησαν ἄταφο καί τόν σκέπασαν μέ κλαδιά!

   Τό 1577 μία συνταρακτική ἀποκάλυψη ἦρθε νά ἀνατρέψει τήν γνώμη τοῦ κόσμου γιά τόν ἅγιο Ἀρτέμιο. Ὁ Ἀναγνώστης τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Νικολάου Καλλίνικος, πῆγε στό δάσος νά μαζέψει μανιτάρια. Ἕνα φῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού "ἀναπαύονταν" τό σῶμα τοῦ ἁγίου, τόν ὤθησε νά πλησιάσει καί ἔκπληκτος νά διαπιστώσει, ὅτι τό Λείψανο εἶχε διατηρηθεῖ ἀδιάφθορο! Οἱ χωρικοί ὑποδέχθηκαν τό γεγονός χωρίς ἰδιαίτερη προσοχή ἁπλᾶ τό ἔβαλαν σέ μία στοά τοῦ Ναοῦ τους, ὁ Κύριος ὅμως ἐπιφύλαξε στήν περιοχή μία μεγάλη περιπέτεια. Λοιμική νόσος ἔπληξε τήν  περιοχή. ῞Ενας πατέρας ἑνός ἄρρωστου ἀγοριοῦ πῆγε στήν ἐκκλησία, προσκύνησε τό Λείψανο τοῦ ἁγίου καί φεύγοντας πῆρε μαζί του φύλλα ἀπό τά κλαδιά πού τό σκέπαζαν. Μέ τήν εὐλογία τῶν φύλλων αὐτῶν τό παιδί ἔγινε καλά καί σταμάτησε ἡ ἐπιδημεία! Τά θαύματα πού ἔγιναν ἀνάγκασαν τούς κατοίκους νά τοποθετήσουν τό λείψανο σέ λάρνακα.

   Στά μέσα τοῦ 17ου αἰ. ὁ Μητροπ. Νόβγκοροντ Κυπριανός ἐξέτασε πάλι τό Λείψανο, ὑπέγραψε στόν κατάλογο τῶν θαυμάτων καί δώρησε στό Ναό Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου.

   Τό 1648 ὁ Τσάρος Ἀλέξιος Μιχαήλοβιτς ζήτησε ἀπό τόν Διοικητή τῆς περιοχῆς, νά τοποθετηθῆ τό Λείψανο σέ νέα λάρνακα καί ἐπέτρεψε τήν ἵδρυση Μονῆς. Τό 1793 τό λείψανο τοποθετήθηκε στόν Ναό πού κτίσθηκε πρός τιμή του.

   Τό 1918 οἱ Μπολσεβίκοι κατέστρεψαν τήν Μονή καί τό Λείψανό του, ἀφοῦ τεμαχίσθηκε μέ ξίφος, ρίχθηκε σέ κάποιο πηγάδι τῆς περιοχῆς, γιά νά ἁγιάζει γιά πάντα τό ἔδαφος τῆς πατρίδος του.

   Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 23η Ἰουνίου καί τήν 20η Ὀκτωβρίου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιον  ̉Αρτεμιον τῆς Βερκόλα

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσά­κουσον, μεθ̉  τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξῆς:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τῷ  ̉Αρτεμίῳ εὐλαβῶς νῦν προσδράμωμεν* ἁ­μαρ­τωλοὶ καὶ ταπεινοὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν με­τανοίᾳ κραζοντας ἐκ μέσης ψυχῆς,* ῞Αγιε, βοήθη­σον καὶ διάσωσον πάντας* ἐκ παντοίων θλίψεων καὶ ποι­κίλων παγίδων˙* μὴ ἀποστρέψῃς ἱκέτας κε­νούς,* σὲ γὰρ με­σίτην,*  ̉Ορθόδοξοι ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ… ̉ Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ.

Α ̉ θλοφόρε Αγιε, καὶ ἰαματικέ  ̉Αρτέμιε,* πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ,* ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν,* παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Καὶ νῦν καὶ ἀεί… Θεοτοκίον.

Ο ὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τς  δὲ  διεφύλαξεν  ἔως  νῦν  ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Α ̉ ρτέμιε, πίπτω δεητικῶς* πρὸ τῆς εἰκόνος σου, ὦ ἀχρεῖος θαυματουργέ,* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως.

Π αθῶν με ταράττουσι προσβολαί,*  ̉Αρτέμιε μάκαρ,* τῆς Βερκόλας θεῖε βλαστέ,* διό σοι προσφεύγω ὁ ἀχρεῖος* καί αἰτῶ τήν σῇ βοήθειαν, ἔνδοξε.

Κ αρδίαν σὺ νήφουσαν, θαυμαστέ,* παράσχου ἱκέ­ταις* ὡς καὶ σώφρονα λογισμόν,* ἵνα τὸν Σω­τήρα τῶν ἀνθρώπων* ἐκ μέσης καρδίας πάντες δο­ξάζωμεν.   

Θεοτοκίον.

Τ ὰ πάθη ἐκύκλωσαν τὴν ψυχήν, * ἐμοῦ τοῦ ἀ­θλίου,* διό τρέμω κα δηλιῶ* κα τὴν σὴν  βοήθειαν αἰ­τοῦμαι,* ἵνα ῥυσθῶ  ἐξ αὐτῶν, ὁ πανάθλιος

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Λ υτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἅπαντες* σὲ καθικετεύομεν πίστει* καὶ σοῦ δεόμεθα,* Τοῦτον εὐμένησόν συ,*  ̉Αρτέμιε φωτοφόρε,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύ­γιον.  

Τ οῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* ἀ­γρούς, δάση ὡς καί οἰκίας* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵνα ὑμνοῦμεν ἡμεῖς* σέ τόν Χριστοῦ στρατιώ­την* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον. 

Ο ̉ ρφανά τε καὶ χήρας,*  ̉Αρτέμιε, φρούρησον * ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων μανίας* καὶ πάσης θλίψε­ως* καὶ ἡμᾶς, θαυμαστέ,* τοὺς σοι προσπίπτοντας πί­στει* ἐκ τῶν νόσων ἅπαντας* σὺ διαφύλαξον

Θεοτοκίον.

Ο ̉ ρθοδόξων ἐδείχθης* καταφυγή, Δέσποινα,* καὶ τῶν μοναζόντων τὸ κλέος, Θεομακάριστε,* τῶν ἀσθενοῦντων ἀεὶ* σὺ ἰατρὸς καὶ προστά­της* καὶ χη­ρῶν ὑπέρμαχος* ἀκατανίκητος.

Δ ιάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφόρε,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

Ε ̉ πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ εἶτα τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ.

Π ρεσβείαν τὴν σὴν* κατέχοντες, φιλόχριστε,* πα­γίδων πολλῶν* λυτρούμεθα ἱκέτες σου.*  ̉Εκτε­νῶς βοῶμεν σοι, ὦ  ̉Αρτέμιε, τάχος πρόφθασον* καὶ ἐκ κινδύνων ῥύσασθαι ἡμᾶς* ὁ μέγας προστάτης τῶν τι­μῶντων σε.

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε.

Σ ὲ προστάτην καὶ στήριγμα,* ὡς καὶ ἰατρὸν ἀλάνθα­στον ἔχομεν,* διὸ πίστει σοι προστρέχομεν* τῇ εἰκόνι σου, ἅγιε ̉Αρτέμιε.

Τ οῦ νοὸς μου τὴν ἔπαρσιν* ῞Αγιε  ̉Αρτέμιε, τάχος κοίμησον* καὶ τὰ πάθη μου θεράπευσον*  ̉Ορθοδόξων φύλαξ ὁ ἀκοίμητος.

Τ έκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, φωτοφόρε  ̉Αρτέμιε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Θεοτοκίον.

Ε ̉ κ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέ­σποινα Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατά­φεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Θεοδόξαστε.

ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς…

Φ όβον τοῦ Θεοῦ* τῇ καρδίᾳ μου ἐμφύτευσον* καὶ ὑ­γιείαν σὺ παράσχου μοι* τῷ ἀναξίῳ ἱκέ­τῃ σου,  ̉Αρτέμιε.

Κ ύριον θερμῶς* καθικέτευε  ̉Αρτέμιε,* ὅπως παρά­σχῃ ἡμῖν ὑπομονὴν* ὡς κα εἰρήνην τοῖς οἴκοις ἡ­μῶν, Χριστόδρομε.

 

Κ λαίω καὶ θρηνῶ,* ἱερώτατε  ̉Αρτέμιε,* ἐρευνῶν τὰς τοῦ βίου πράξεις, σεμνέ,* διὸ σὺ προ­σφεύγω ὁ τάλας, Θεοδόξαστε.

Θεοτοκίον.

Ν όσων ἰατρὸς* ἀνεδείχθης, Θεοδόξαστε,* διὸ σοι πάντες προσφεύγομεν θερμῶς* καὶ ἐξαι­τοῦμεν παρά σου ὑγείαν, Δέσποινα.

ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Π ροστάτην σε τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι* καὶ φρουρόν ἀκοίμητον ὀνομάζω* τῶν πειρασμῶν διαλύ­εις τὰ βέλη* κα τοῖς νοσοῦσι παρέχεις τὴν ἴασιν.* Σοῦ δέ­ομαι, ὁ δυσμενής,* ἐκ παθῶν ὀλεθρίων σὺ ῥύσαι με.

Τ ὸν νοῦν μου σὺ ἀποκάθαρον τάχος,* ̉Αρτέμιε τῆς Ρωσίας τὸ κλέος* κα τὴν καρδίαν μου φώτι­σον, μάκαρ,* σὺ κα τὸ σῶμα μου σπεῦσον κα ἴ­ασαι˙* σοῦ δέομαι γονυκλινῶς* ἐκ  τῶν  ματαίων φρο­ντίδων ἀπάλλαξον.

Τ ὰ τέκνα τῶν ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, ῾Ρωσίας τὸ εὔχος,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ̉Αρτέμιε, τῶν πι­στῶν κα­τα­φύγιον. 

Θεοτοκίον.

Π ανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Δ ιάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Διονύσι­ε,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

Α ῎ χραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως  καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία...

Σ ὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθε­τος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,* φωτοφόρε  ̉Αρτέμιε, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθοδό­ξων κατα­φύγι­ον. 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Τ ίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ. (δίς)

Στίχος: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέ­σχε μοι.

Τ ίμιος ἐναντίον Κυρίου  ὁ θάνατος  τοῦ  Ὁσίου αὐ­τοῦ.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν….

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κεφ. στ΄ 17-22) ἁ­γίου Εὐαγγελίου …

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Τ ῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἔστη ὁ ̉Ιησοῦς ἐπὶ τόπου πεδι­νοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πο­λὺ τοῦ λαοῦ ἀ­πὸ πάσης τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ ῾Ιερουσα­λὴμ καὶ τῆς παρα­λίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰα­θῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐ­τῶν, καὶ οἱ ὀ­χλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθερα­πεύοντο˙ καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐ­τοῦ, ὅτι δύναμις παρ᾿ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πά­ντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀ­φθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μα­θητὰς αὐτοῦ ἔλεγε˙ μακά­ριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ˙ μακάριοι οἱ πει­νῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε˙ μακά­ριοι οἱ κλαίο­ντες νῦν, ὅτι γελάσετε˙ μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσω­σιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσω­σιν ὑ­μᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πο­νηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Τ αῖς τοῦ  ̉Αρτεμίου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Τ αῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μ ὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προ­στάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθί­αν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, Θεοφόρε,* καὶ γίνου σὺ προ­στάτης καὶ φρουρὸς* καὶ βακτηρία ἀκλόνητος* τῶν πιστῶν  ̉Αρτέμιε.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…

῾Ο Χορός: Κύρει, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Ο ̉ ρθοδόξων κατέστης* ἀρωγὸς καὶ προ­στάτης, Θεο­ειδέστατε,* διὸ σὲ ἀνυμνοῦσιν καὶ σὲ δοξολογοῦσι* καὶ προσπίπτοντας ᾂδουσι˙*  ̉Αρτέμιε θαυμαστέ,* βοήθει σοῦ ἱκέτας.

Τ ρικυμίας τοῦ βίου,* καταπράϋνον δέομαι ὁ ἀνάξι­ος,* καὶ δίδως μοι εἰρήνην,* χαρὰν τε καὶ γαλή­νην,* ἵνα πόθῳ κραυγάζω σοι˙*  Ὁ τῶν Πατέρων ἡ­μῶν,* Θε­ὸς εὐλογητὸς εἶ.

Τ ῆς ψυχῆς μου τὰ ἔλκη,* σὺ,  ̉Αρτέμιε, τάχος θερά­πευσον* καὶ δίδου σῷ ἱκέτῃ* τὴν μνήμην τοῦ θα­νάτου,* ἵνα πόθῳ κραυγάζω σοι˙* ῾Ο  τῶν Πατέρων ἡ­μῶν,* Θεός, εὐλογητὸς εἶ. 

Θεοτοκίον.

Θ εοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

ᾨδὴ η’. Τόν Βασιλέα…

Τ ὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν ὀλεθρίων,* σὺ διάσω­σον,  ̉Αρτέμιε, τάχος* καὶ φύλαττε πάντας* ἐκ πλά­νης δι­αβόλου.

Τ ὸν Βασιλέα* καὶ τῶν ἀνθρώπων Σωτήρα* καθικέτευε, μάκαρ, ἀπαύστως,* ἵνα ἀπάλλαξῃ* ἱκέ­τας ἐκ τῶν νόσων.

Τ οὺς προσπεσόντας* πρό τῆς σεπτῆς σου εἰκόνος* μὴ παρίδῃς,  ̉Αρτέμιε μάκαρ,* ἀλλ̉  ἐκ τῶν κινδύνων* ἀπάλλαξον ταχέως.

Θεοτοκίον.

Τ ὴν ἀνεργίαν, Παρθενομήτωρ Μαρία,* σαῖς λι­ταῖς* ἐξ ῾Ελλάδος* ὁ Πλάστης ἐκδιώκει˙* διὸ δο­ξάζομέν σε.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Η ῾ μᾶς τοὺς  ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Κυρίου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν οἱ ἀχρεί­οι,* μάκαρ  ̉Αρτέμιε.

Ν οσούντων καὶ πλεόντων* καὶ τῶν ἐν κινδύνοις* φρουρὸς, σοφέ, ἀνεδείχθης ἀκοίμητος* καὶ τῶν στενόντων* ἐκ πόνων τὸ παραμύθιον.

Π αθῶν μου τὴν μανίαν,* νέκρωσον, Θεόφρον,* καὶ τοῦ νοὸς μου τὴν ζάλην κατεύνασον,* ἵνα ἀπαύ­στως δοξάζω* σὲ τόν, μακάριον.

Θεοτοκίον.

Α ̉ ξίωσον ἱκέτην,*  ̉Αχραντε Παρθένε,* ἀκατακρί­τως λαβεῖν  τὴν Μετάληψιν* τῶν  Μυστηρίων Υἱοῦ Σου,* ἵνα δοξάζω σε

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

Α ῎ ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

Δ εῦτε, τὸν ὁπλίτην τοῦ  ̉Ιησοῦ,* τιμήσωμεν πά­ντες* καὶ βοήσωμεν ἐκτενῶς* διάσωζε ἐκ πλά­νης,*  ̉Αρτέμιε μάκαρ,* τοὺς πόθῳ ἐκζητοῦντας* τὴν προστασία Σου. 

Ι ̉ ατρὸς ἐδείχθης, θαυματουργέ,* καὶ τῶν ἐν ἀνά­γκαις* ἀντιλήπτωρ καὶ ἀῤῥωγὸς* καὶ τῆς νεολαί­ας ἀκοίμητος προστάτης* καὶ πάντων τῶν ἐν θλίψῃ τὸ παραμύθιον.

Δ έχου παρακλήσεις σῶν ἱκετῶν,* ̉Αρτέμιε μάκαρ,* ̉Ορθοδόξων καταφυγὴ* καὶ τοὺς δεομέ­νους* ἀπάλλαξον ταχέως* ἐκ τῆς κενοδοξίας καὶ κατακρί­σεως. 

Χ αίροις, τῆς ῾Ρωσίας ὁ ἀρωγὸς* καὶ τῶν ἐν ἀ­νά­γκαις σὺ,  ̉Αρτέμιε, βοηθός.* Χαίροις,  ̉Ορθοδόξων ἀγλάϊσμα καὶ δόξα * καὶ τῶν νοσοῦντων, μάκαρ,* θεράπων ἄριστος.

Κ έρας  ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώ­σιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλ­λη* ἰ­δεῖν ἀξίωσον.

Π ᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρίου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πά­ντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς  τὸ  σωθῆναι  ἡμᾶς.

Ο Χορός τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν.. ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν… καὶ ὁ Χορός εἶ­τα τὸ ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ.

Α ̉ θλοφόρε Αγιε, καὶ ἰαματικέ  ̉Αρτέμιε,* πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ,* ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν,* παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Π άντας τοὺς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνας,*  ̉Αρτέμιε θαυμαστέ,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ ταπεί­νωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀ­κοίμη­τον καὶ ὁδηγόν ἀσφαλῆ.* Μάκαρ τῆς ῾Ρωσίας τό κλέ­ος,* πτωχῶν ἀνεδείχθης προστάτης* καὶ τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων καταφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δ έσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τ ὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δ ι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡ­μᾶς.

̉ Αμήν



[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…



 


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ
ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

       Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας κατείχαν υψηλά αξιώματα στις κρατικές υπηρεσίες των χωρών τους. Στα πρωτοβυζαντινά χρόνια μια πλειάδα αγίων ήταν ανώτατοι κρατικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι του βυζαντινού κράτους. Ένας από αυτούς είναι και ο Μεγαλομάρτυρας άγιος Αρτέμιος.
        Καταγόταν από την Αντιόχεια και γεννήθηκε περί το 310. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και έτυχε μεγάλης μόρφωσης. Παράλληλα οι πιστοί Χριστιανοί γονείς του φρόντισαν να τον μεγαλώσουν με την πίστη και την ευσέβεια στο Χριστό, τον αληθινό Θεό. Χάρις στα πλούσια φυσικά και πνευματικά του προσόντα αναδείχτηκε μια σπουδαία προσωπικότητα, φτάνοντας η φήμη του μέχρι τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ο Μ. Κωνσταντίνος (324-337) τον εκτίμησε και τον αναγόρευσε δούκα και αυγουστάλιο της δεύτερης μεγάλης πόλης του κράτους, την Αλεξάνδρεια. Δηλαδή ανώτερο στρατιωτικό διοικητή της Αιγύπτου και πάσης Αφρικής. Ο σεμνός και σώφρων νέος δέχτηκε, μετέβη στην ξακουστή μεγαλούπολη ασκώντας τα καθήκοντά του με σύνεση και δικαιοσύνη. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου (337), ο διάδοχός του Κωνστάντιος (337-361), αυτοκράτορας του Ανατολικού Κράτους, συνέχισε να ευνοεί και να εμπιστεύεται τον άξιο διοικητή της Αιγύπτου Αρτέμιο. Υπήρξε προστάτης των Χριστιανών, οι οποίοι διώκονταν από τους ειδωλολάτρες, αν και είχαν σταματήσει οι διωγμοί. Αυτό δεν άρεσε στους φανατικούς ειδωλολάτρες και ιδίως στο σκοταδιστικό ιερατείο, οι οποίοι περίμεναν την ευκαιρία να τον εκδικηθούν.

         Τα πράγματα άλλαξαν μετά το θάνατο του Κωνστάντιου (361) και την άνοδο στο θρόνο του Ιουλιανού του λεγομένου Παραβάτη (361-363), ο οποίος είχε αποκηρύξει την πίστη του στο Χριστό και θέλησε να επαναφέρει την, ήδη νεκρά, ειδωλολατρία, στην οποία είχε μυηθεί. Με διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, εφάμιλλους των ρωμαίων προκατόχων του αυτοκρατόρων, προσπάθησε να σβήσει την Εκκλησία. Μάταια προσπαθούσαν οι σύμβουλοί του να τον μεταπείσουν, ότι το εγχείρημα του ήταν καταδικασμένο να αποτύχει. Χιλιάδες Χριστιανοί βασανίστηκαν απάνθρωπα και έχυσαν το αίμα τους για το Χριστό. Οι ναοί δημεύτηκαν, οι κληρικοί διώχτηκαν και διαπομπεύτηκαν, οι χριστιανοί δημόσιοι κρατικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι απολύθηκαν, οι Χριστιανοί δάσκαλοι διώχτηκαν από τα σχολεία και απαγορεύτηκε στους μαθητές Χριστιανούς να μαθαίνουν γράμματα!
        Την άνοιξη του 363, ο θρησκομανής αυτοκράτορας επισκέφτηκε την Αντιόχεια. Πήγαν να τον επισκεφτούν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί διοικητές της Ανατολής. Ένας από αυτούς ήταν ο διοικητής της Αιγύπτου Αρτέμιος. Αλλά, τη στιγμή που χιλιάδες κρατικών αξιωματούχων και ο απλός λαός προσπαθούσαν να κολακεύσουν τον ιδιόρρυθμο ηγεμόνα, ο Αρτέμιος, αντί κολακειών του άσκησε δριμύ έλεγχο για την θρησκευτική του πολιτική και τις διώξεις της Εκκλησίας. Παράλληλα ήρθαν οι ειδωλολάτρες και τον συκοφάντησαν ότι δήθεν διώκει την αρχαία θρησκεία.
       Ο Ιουλιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και άρχισε να βρίζει τον Αρτέμιο χυδαία. Εκείνος είχε σκυμμένο το κεφάλι και σιωπούσε. Όμως όταν άρχισε να βρίζει την χριστιανική πίστη ο Αρτέμιος σήκωσε το κεφάλι και με ηρωικό φρόνημα του είπε: «Βασιλιά μου σε παρακαλώ δείξε σεβασμό στον Κύριό μου, τον αληθινό Θεό. Προσπάθησε να καταλάβεις το μέγα λάθος σου για τις διώξεις των Χριστιανών, οι οποίοι αποτελούν την ευγενέστερη μερίδα των υπηκόων σου. Ντροπή σου! Η συμπεριφορά σου αυτή σε αδικεί και σε εξευτελίζει»!
       Πριν τελειώσει το λόγου του ο ηρωικός Αρτέμιος, ο ανεδαφικός και σκληροτράχηλος αυτοκράτορας, τον διέκοψε και διέταξε να του αφαιρέσουν επί  τόπου όλα τα παράσημα και να τον καθαιρέσουν από το υψηλό του αξίωμα. Έδωσε επίσης διαταγή να τον κλείσουν στη φυλακή, μέχρι να συνετισθεί.
      Ο Αρτέμιος απογυμνωμένος  από τα λαμπερά και πολύτιμα παράσημά του και την βαρύτιμη στολή του οδηγήθηκε στο ποιο σκοτεινό και υγρό κελί της φυλακής. Εκεί έμεινε πολλές ημέρες χωρίς τροφή και νερό. Όμως μια πρωτοφανή γαλήνη στην ψυχή του, υπόμεινε την πείνα και τη δίψα, δοξολογώντας τον Κύριο και ευχαριστώντας Τον για την τιμή που του έκανε να κακοπαθήσει για τη δική Του δόξα. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να μην υποκύψει στους εκβιασμούς και τα βασανιστήρια, που ένοιωθε ότι τον περίμεναν.
      Ύστερα από μέρες ο Ιουλιανός διέταξε να βγάλουν τον Αρτέμιο από τη φυλακή και να τον οδηγήσουν μπροστά του, πιστεύοντας ότι είχε συνετισθεί. Του ζήτησε να προσφέρει θυσία στους «θεούς» του, αν ήθελε να του χαρίσει τη ζωή και να του ξαναδώσει την ελευθερία του και το αξίωμά του. Όμως εκείνος έμεινε ηρωικά αμετάπειστος και ατρόμητος στις φοβέρες που επακολούθησαν. Αφού απολογήθηκε με παρρησία για την πίστη του και στηλίτευσε την πλάνη των ειδώλων, οδηγήθηκε στα φρικτά βασανιστήρια. Οι απάνθρωποι δήμιοι του βασιλιά τον άρπαξαν, τον γύμνωσαν δημόσια και τον μαστίγωσαν με βούνευρα μέχρι αίματος. Μετά ξέσχισαν τις σάρκες του με λεπίδια και έκαιγαν τις βαθιές πληγές με δαυλούς. Ύστερα του τσάκισαν όλα τα κόκκαλα με σιδερένιους λοστούς, μεταβάλλοντάς τον σε άμορφη μάζα. Τον έριξαν και πάλι στη φυλακή να πεθάνει αργά και βασανιστικά.
      Όμως το ίδιο βράδυ του φανερώθηκε ο Χριστός και αφού τον συνεχάρη για την γενναία ομολογία του, τον θεράπευσε εντελώς από τις πληγές του! Εκείνος ξέσπασε σε αίνο ευχαριστίας προς τον Κύριο. Το πρωί ο δεσμοφύλακας, πήγε να μαζέψει το πτώμα του, πιστεύοντας ότι θα είχε πεθάνει. Βλέποντάς τον ζωντανό και γερό, τον οδήγησε στον Ιουλιανό. Εκείνος γεμάτος απορία, πίστεψε πως τον είχαν γιατρέψει οι «θεοί» του και γι’ αυτό ζήτησε από τον Αρτέμιο να τους προσφέρει θυσία! Φυσικά ο Μάρτυρας αρνήθηκε και έτσι συνεχίστηκε δεύτερος γύρος βασανιστηρίων. Πήραν μια μεγάλη μυλόπετρα και τον καταπλάκωσαν, πιστεύοντας ότι θα πέθαινε. Αλλά εκείνος συνέχιζε, παρά το αφόρητο μαρτύριο, να δοξολογεί τον αληθινό Τριαδικό Θεό.

      Ο Ιουλιανός, ο οποίος παρίστατο και απολάμβανε το θέαμα, έδωσε διαταγή και αποκεφάλισαν το Μάρτυρα και πέταξαν το άψυχο σώμα του στα σκουπίδια. Κάποιοι πιστοί Χριστιανοί το περιμάζεψαν και το έθαψαν με τιμές. Αργότερα μεταφέρθηκε στα Πριγκιποννήσια, στην Οξιά, όπου ενταφιάστηκε στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Οκτωβρίου και θεωρείται ο ιατρός της κήλης και των ουροποιητικών παθήσεων.              


 


ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Ο ΝΕΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
      Ο μοναχισμός είναι ένας από τους δύο δρόμους που μπορεί να επιλέξει ο Χριστιανός  στην ζωή του, ήτοι τον έγγαμο ή τον άγαμο βίο. Και οι δύο αυτοί δρόμοι είναι για την Εκκλησία μας ισότιμοι και ευλογημένοι, και οδηγούν εξίσου στη θέωση. Ο μοναχισμός είναι μια δυναμική παρουσία στη ζωή της Εκκλησίας μας, τον οποίο αγίασαν αμέτρητα πλήθη οσίων, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Ένας από τους πολυάριθμους αγίους μοναχούς είναι και ο άγιος Γεράσιμος, ο Νέος Ασκητής, ο οποίος αναδείχτηκε ως μια από τις σπουδαιότερες μοναστικές μορφές των νεωτέρων χρόνων, εφάμιλλος των μεγάλων μοναχών της αρχαίας Εκκλησίας.
      Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα της Κορινθίας. Καταγόταν από την επιφανή βυζαντινή οικογένεια των Νοταράδων. Οι γονείς του Δημήτριος και Καλή του έδωσαν άριστη ανατροφή και ευσέβεια. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στη Ζάκυνθο, η οποία ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων, παρ’ όλο ότι βρισκόταν υπό ενετική κατοχή. Εκεί απέκτησε σεβαστή μόρφωση, αλλά μη μπορώντας να αντέξει τις αφόρητες πιέσεις των αιρετικών παπικών κατά των ορθοδόξων, αποφάσισε να εγκαταλείψει το νησί και να μεταβεί σε άλλα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα.

     Πρώτος σταθμός του η Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε την ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη και αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Εγινε μοναχός, πιθανόν στη Μονή Ιβήρων, και έλαβε το όνομα Γεράσιμος. Ασκήτεψε δε στο κελί του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα. Ύστερα από ορισμένα χρόνια, το 1538 αποφάσισε να πάει ως προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο και το άλλα Ιερά Προσκυνήματα. Κατόπιν πήγε στο Σινά, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαΐδας, όπου είχε καθαγιασθεί από μυριάδες αγίους ασκητές στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Κατόπιν ξαναγύρισε στον Πανάγιο Τάφο, όπου ο Πατριάρχης Γερμανός τον κράτησε κοντά του και τον αξίωσε με το διακόνημα του καντηλανάφτη του Αγίου Τάφου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και μετά πρεσβύτερος.
      Στα 1548 άφησε τα Ιεροσόλυμα και ταξίδεψε στην Κρήτη, όπου έμεινε δύο χρόνια και κατόπιν πήγε ξανά στη Ζάκυνθο. Ασκήτεψε σε σπηλιά στον Άγιο Νικόλαο Γερακαρίου και ίσως λειτουργούσε στο ναό του Αγίου Λαζάρου. Η παράδοση λέει πως ο άγιος Γεράσιμος βάπτισε τον κατοπινό άγιο Διονύσιο. Όμως η αφόρητη κατάσταση που δημιουργούσαν οι δυνάστες ενετοί και οι αιρετικοί παπικοί στο νησί, τον ανάγκασαν να περάσει στην αντίπερα νήσο, την Κεφαλονιά, όπου τα πράγματα ήταν λιγότερο ασφυκτικά. Εγκαταστάθηκε αρχικά σε μια σπηλιά κοντά στο Αργοστόλι, όπου ασκήτεψε κοντά έξι χρόνια. Στα 1561 ο ιερέας Γεώργιος Βάλσαμος από το χωριό Βαλσαμάτα, του παραχώρησε ένα ερημοκκλήσι στην περιοχή των Ομαλών, στους πρόποδες του Αίνου, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μαζί με τα γύρω κτήματα. Ο άγιος Γεράσιμος αποδέχτηκε τη δωρεά και ίδρυσε γυναικεία Μονή, με το όνομα «Νέα Ιερουσαλήμ», με την άδεια του μητροπολίτου Παχωμίου.   
       Εκεί έζησε ως πραγματικός ασκητής, και διακονούσε ως λειτουργός και πνευματικός της Μονής. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έφτασε σε ύψη αγιότητας, ώστε η φήμη του έγινε γνωστή, όχι μόνο στην Κεφαλονιά, αλλά σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπου έτρεχαν οι πιστοί να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Η φήμη του έφτασε και ως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου ο Πατριάρχης έθεσε τη Μονή του υπό την προστασία του και απέκλεισε ως ένα σημείο τις ανεπίτρεπτες επιθέσεις των αιρετικών παπικών του νησιού κατά της Μονής.
     Ο άγιος κοιμήθηκε, όχι τυχαία, στις 15 Αυγούστου του 1579, την ημέρα που η Ορθοδοξία εόρταζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, την Οποία ευλαβούνταν και τιμούσε σε όλη του τη ζωή. Την εξόδιο ακολουθία τέλεσε, ενώπιον χιλιάδων πιστών, ο μητροπολίτης Φιλόθεος Λοβέρδος.
     Δύο χρόνια αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου του 1581 έγινε ανακομιδή του λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε εντελώς άφθορο, να ευωδιάζει! Οι παπικοί Ενετοί θορυβήθηκαν από το γεγονός και έδωσαν διαταγή να ταφεί ξανά, ώστε να συμπληρωθούν 3 χρόνια. Αλλά και με τη νέα εκταφή βρέθηκε άφθορο και ευωδιάζον! Γι’ αυτό αποφασίστηκε να μην ταφεί ξανά, αλλά να τεθεί σε λάρνακα μέσα το καθολικό της Μονής. Ο πιστός λαός είχε την βεβαιότητα ότι ο Γεράσιμος είναι άγιος, προτού καταταγεί επίσημα από την Εκκλησία στο αγιολόγιό Της. Γι’ αυτό συνέρρεαν πλήθη στη Μονή για να αγιαστούν από το τίμιο λείψανό του και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Η αγιοκατάταξή του έγινε το 1622 και ορίστηκε να εορτάζεται η κοίμησή του στις 16 Αυγούστου και η ανακομιδή του λειψάνου του στις 20 Οκτωβρίου.  
       Το ανεξήγητο θαύμα της αφθαρσίας του ιερού λειψάνου του αγίου Γερασίμου, όπως και πλήθους άλλων άφθορων λειψάνων αγίων της Εκκλησίας μας, είναι για μας τους πιστούς το τεκμήριο της αναστάσεως των νεκρών στα έσχατα και φυσικά της δικής μας ανάστασης. Τα ιερά λείψανα δεν είναι, όπως στις διάφορες αρχαίες και σύγχρονες θρησκείες του κόσμου, «μιάσματα», αλλά «λίθων πολυτελών πολυτιμότερα», όπως μας λέει ένα πρωτοχριστιανικό κείμενο. Εφόσον οι άγιοί μας, όπως και όλοι οι Χριστιανοί, είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, και τα ιερά τους λείψανα, συνεχίζουν, και μετά την κοίμησή τους, να είναι μέλη Χριστού, φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Γι’ αυτό έχουν τη δύναμη να αγιάζουν και να θαυματουργούν, αντλώντας τη δύναμή τους από το Χριστό. Αυτά ως μια σύντομη απάντηση στους πολεμίους, των ιερών λειψάνων, αιρετικούς!  


 

                                                   Αγία Κλεοπάτρα (19 Οκτωβρίου)

 ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ (2) (Κλεοπάτρα, Πάτρα, Πατρούλα, Κλειώ) | Εορτολόγιο 2025


   ῾Η ῾Αγία Κλεοπάτρα ἔζησε περὶ τὸ 304 μ. Χ. Τὸ  ὄνομά της εἶναι ἀρ­χαῖο ἑλληνι­κὸ καὶ σημαίνει: «αὐτὴ ποὺ προέρ­χεται ἀπὸ ἔνδοξο πατέ­ρα» καὶ ἔχει τὶς ρίζες του στὶς λέ­ξεις κλέ­ος+πατήρ. Περιποιήθηκε τὸν ῞Αγιο Οὔαρο, ὅταν τὸν βασά­νιζαν. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ῾Αγίου Οὔρου, ἡ Κλεοπάτρα πῆρε τὰ λεί­ψανα του καὶ τὰ ἐνταφἰασε στὴν Παλαιστίνη ὅπου ἔκτισε μεγαλο­πρεπὴ Ναὸ ἀφι­ερωμένο στὸν ῞Α­γιο.

   ῾Η Κλεοπάτρα εἶχε ἕναν μονά­κριβο γιὸ ὁ ὁποῖος ἦταν ἀ­ξιωματοῦχος στὴν αὐλὴ τοῦ βα­σιλιά. Κάποτε ὅμως ἀρρώ­στησε βαριὰ καὶ πέθανε. Τότε ἡ Κλεοπάτρα ἔτρεξε στὸν Ναὸ τοῦ ῾Αγίου Οὔαρου καὶ τὸν παρακάλεσε εἶτε νὰ ἀ­ναστήσει τὸν γιὸ της εἴτε νὰ πάρει καὶ αὐτὴ μαζὶ μ̉ ἐκεῖ­νον. ῾Η Κλεοπάτρα, ἐξαντλημένη κοιμήθηκε καὶ εἶδε στὸν ὕ­πνο της τὸν ῞Αγιο Οὔαρο μαζὶ μὲ τὸν γιὸ της στολι­σμένους μὲ λαμπρὰ ἐνδύματα νὰ τῆς λένε παρηγορητικὰ λόγια. ῞Οταν ξύπνησε, γέμισε ἀπὸ χαρὰ διότι κατάλαβε ὅ­τι ὁ γιὸς της ἦταν στὸν Παράδεισο. Πῆρε, λοιπόν, τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ γιοῦ της καὶ τὸ ἔθαψε κοντὰ στὸν τάφο τοῦ ῾Αγί­ου Οὔ­αρου.  ̉Αφοῦ διαμοίρασε τὴν περιουσία της στοὺς φτω­χούς, ἔμεινε κοντὰ στὸν Ναὸ καὶ ἔκανε πολλὲς ἀγαθοερ­γίες καὶ ἀφοῦ πέρασαν ἑπτὰ χρόνια, κοιμήθηκε ἐν εἰρήνη.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν ῾Οσίαν Κλεοπάτραν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉   τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὴν καλληπάρθενον ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶ­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσαι τοὺς προστρέχο­ντας,* Κλεοπάτρα θεόφρον,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυμα­στή,* σὲ γὰρ προστάτιν* ἀκοίμητον ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ… ̉ ΑπολυτίκιονἮχος δʹ. Ταχὺ προκατάλαβε...

Ο῾ σίως τὸν βίον σου,* διαγαγοῦσα σεμνή,* τὴν χά­ριν ἐτρύγησας,* ἐκ τῆς ἁγίας σοροῦ,* Οὐάρου τοῦ Μάρτυρος·* ὅθεν τῆς οὐρανίου* μετασχοῦσα εὐκλεί­ας,* πρέσβευε τῷ Σωτῆρι,* Κλεοπάτρα Ὁσία,* δοθῆ­ναι ἡμῖν πᾶσι,* πταισμάτων συγχώρησιν.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστα­σο πρε­σβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώ­ζεις ἀεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. Ὺγρὰν διοδεύσας.[1]

Τὰς χείρας μου αἴρω ἱκετικῶς* πρὸς σέ, Κλεοπά­τρα,* ̉Ορθοδόξων καταφυγή,* εὐμένισον δέομαι ὁ τάλας* τὸν Πανοικτήρμονα  κτίστην τοῦ σύμαντος.

 

Παρέχεις συζύγοις ὑπομονήν,* ἐλπίδαν, εἰρήνην* καὶ τελείαν ὑπακοήν,* διό σοι προσφεύγομεν ἱκέ­ται* καὶ ἐξαιτούμεθα πάντες τὴν σκέπην σου.

 

Βοήθει θεράποντας ἰατροὺς* ποιεῖν διαγνώσεις εὐστόχους καὶ ἀκριβεῖς* εἰς δὲ τοὺς νοσοῦντας χορηγῆσαι* ἰατρικὴν ἀγωγὴν τὴν κατάλληλον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε, Δέσποινα Μαριάμ,* θερμῶς ἱκετεύ­ω Σὲ ὁ τάλας καὶ δυσσεβὴς* μετάνοια δί­δου σῷ ἱκέ­τῃ,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρός τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος...

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* ἀ­γρούς, Κλεοπάτρα, καὶ οἰκίας* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵνα ὑμνοῦσι σε* τῶν ̉Ορθοδόξων τά πλήθη* τῶν πι­στῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον. 

Ε ̉ κ τροχαίου, Θεόφρων,* σὺ διαφύλαξον* πά­ντας τοὺς προστρέχοντας πόθῳ* πρὸ τῆς εἰκό­νος Σου* καὶ  ἐξαιτοῦντας  θερμῶς τὴν  σὴν  βοήθει­αν  πί­στει* καὶ Χριστὸν δοξάζοντας,* Πανευωδέ­στατε.

Ο ̉ ρφανά τε καὶ χήρας,* Θαυματουργέ, φύλατ­τε* ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων μανίας* καὶ πάσης θλίψε­ως* καὶ ἡμᾶς, θαυμαστέ,* τοὺς σοι προσπί­πτο­ντας πί­στει* ἐκ τῶν νόσων, δέομαι,* πάντας προ­στά­τευσον.

Θεοτοκίον.

Θ εοδόξαστε Κόρη,* χριστιανῶν καύχημα* μὴ ἐγκα­ταλείπεις ἱκέτας* χερσὶ τοῦ δράκοντος,* ἀλ­λὰ πα­ράσχου ἡμῖν* τὴν σῇ  θερμῇ προστασία* καὶ πιστοὺς διάσωσον* ἐκ τῆς κολάσεως.

Δ ιάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Κλεοπά­τρα,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

Ε ̉ πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα ὁ ῾Ιερεύς: ̉ Ελέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς…

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον. (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος…

Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμή.

Π ρεσβείαν τὴν σὴναἰτοῦμεν οἱ ἀνάξιοι˙* διὸ τῶν πιστῶν* τὰ πλήθη σοι προσφεύγουσι* κα θερμῶς βοῶσι σε,* Κλεοπάτρα, σκέπασον ἅπαντας* κα ἐκ  τροχαίων  φύλαττε  ἡμᾶς* τοὺς σοι θερμῶς ἀεὶ κατα­φεύγοντας.

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε.

Τ έκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Κλεοπά­τρα  πανάριστε,*  καὶ  παράσχου ῥώσιν  ἅπασι*τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Τ ῶν παθῶν μου τὸν τάραχον,* Κλεοπάτρα ἔνδοξε, τάχος κατάπαυσον* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνασον* τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξαστε.

Τ οῦ πυρὸς σὺ τὴν ἔντασιν* λιταῖς σου κατάσβεσον, ἀξιάγαστε,* ἀ­γροὺς τε καὶ τοὺς ἡμῶν οἴκους* σὺ διαφύλα­ττε, Θεοδόξαστε.

Θεοτοκίον.

Ε ̉ κ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέσποι­να Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ καταφεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς ...

Λ ύτρωσαι ἡμᾶς, Κλεοπάτρα θεοδόξαστε, ἐκ πά­σης νόσου καὶ πικρὰς θλίψεως, καὶ τοὺς ἱκέτας μετα­νοίας καταξίωσον.

Ν όσων ἰατρὸς* ἀνεδείχθης, Καλλιπάρθενε,* διό σοι πάντες προσφεύγομεν θερμῶς* καὶ ἐξαι­τοῦμεν παρασχεῖν ἡμῖν τὴν ἴασιν.

Π άντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν  ταῖς Γραφαῖς, Κλεοπάτρα θαυμαστέ,* καὶ βι­ώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.

Θεοτοκίον.

Ε῎ μπλησον χαρᾶς εὐεργέτας τοῦ ἱκέτους Σου* καὶ διαφύλαττε αὐτούς, Μαριάμ,* ἐκ πάσης βλά­βης* καὶ στενώσεως δεόμεθα.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν...

Τ ῶν πάντων Δημιουργὸν καὶ Κύριον* καθικέ­τευε δεόμεθα πάντες,* ἵνα ῥυσθῶμεν ἐξ ὄγκων ποικί­λων* καὶ πάσης ἄλλης στενώσεως, ἔνδοξε,* καὶ δί­δου λιταῖς σου ἡμῖν* ἀνεπαίσχυντα τέλη, θεόφιλε. 

Τ ὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοιμοῦ τῆς ἁμαρτίας ἀπαύστως* καὶ ταῖς λιταῖς σου ὑγεί­αν παράσχου* καὶ εἰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* Κλεοπάτρα, πιστῶν κα­τα­φύγιον.

Ε ̉ κ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Κλεοπάτρα, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σέ θερμῶς προσφεύ­γοντες.

Θεοτοκίον.

Π ανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Δ ιάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Κλεοπά­τρα,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

Α ῎ χραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Εἶ­τα καὶ πάλιν ὁ ῾Ι­ε­ρεύς μνη­μο­νεύ­ει τὰ ὀνόματα καὶ ὁ Χορὸς ψάλ­λει τὸ Κύ­ρι­ε ἐλέησον (τρίς). Καὶ τὸ

 Κοντάκιον. Ἦχος βʹ. Προστασία.

Σ ὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος,*μὴ παρίδης ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνᾶς,ἀλλὰ σπεῦσον σύ, θαυματουργέ,εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶντῶν  πιστῶς   δεομένων σοι.Τάχυνον  εἰς  πρεσβείαν* καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν,σὺ εἶ προστάτις, σθενα­ρός,* καὶ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί. (δίς)

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον ἁγίου Εὐαγγελί­ου,... (Κεφ. εʹ. 24-34)

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Τ ῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖ­ρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυτῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱματίων; Καὶ ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγονεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶπεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐτή: Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕπα­γε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Τ αῖς τῆς Ἀθλοφόρου,* πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας...

Τ αῖς τῆς Θεοτόκουπρεσβείαις, Ἐλεῆμον,ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη,* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…

Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μ ὴ ἐγκαταλείπῃς με* εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χεί­ρας,* Κλεοπάτρα ἔνδοξε,* ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μια,* ἀρχεκάκου τὰ τοξευματα·* σκέπην οὐ κέκτη­μαι,* οὐ­δὲ καταφύγιον, Πάντιμε,* πάντοθεν πολεμούμενος καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλήν σου,* κλέος μοναζό­ντων*  καὶ  δόξα  ̉Ορθοδόξων, θαυμαστέ,*  μὴ μοῦ πα­ρίδῃς τὴν δέησιν,* τὸ συμφέρον ποίησον.

 Ὁ Ἱ­ε­ρεύς:   Σῶ­σον  ὁ Θε­ὸς  τὸν λα­όν  σου …

Ὁ Χο­ρός: Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (δωδεκάκις).

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς: Ἐ­λέ­ει, καὶ οἰ­κτιρ­μοῖς, καὶ φι­λαν­θρω­πί­ᾳ …

Ὁ Χο­ρός: ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉Ιουδαίας ...

Ρ ῾ αθυμίας ἀμέτρου* καὶ δεινῆς ἀῤῥωστίας ταῖς ἱ­κεσίαις σου,* Θεόφρον Κλεοπάτρα,* προστρέχο­ντά σοι ῥῦσαι,* τῇ σῇ σκέπῃ κραυγάζοντα˙* ὁ τῶν Πα­τέρων

ἡμῶν,* Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Τ ῶν τυφλῶν βακτηρίαν* ὀνομάζουσι πάντες σέ, Καλλιπάρθενε,* καὶ τῶν ἀβοηθήτων* βοήθειαν καὶ σκέπην·* διὸ   ἅπαντες  ψάλλομεν*  Χαῖρε, πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν ̉Αγγέλλων.

Λ ειτουργοὺς τοῦ ῾Υψίστου,* Κλεοπάτρα θεόφρον, πάντες δεόμεθα* παράσχου ὑγιείαν* ταπείνω­σιν καὶ ῥώσιν,* ἵνα πίστει κραυγάζωμεν˙* ῾Ο τῶν Πατέ­ρων ἡμῶν* Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων. 

ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα…

Τ ὴν ἀνομβρίαν* ὁ Λυτρωτὴς καταπαύει* λιταῖς Σου, Κλεοπάτρα  θεόφρον,* καὶ  πιστοῖς  παρέχει* ὑγεί­αν καὶ εἰρήνην.

Α ̉ δυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θερα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέας* χα­ρὰν παρέχει, Κόρη.

Τὸν Κύριόν μου* καὶ τῆς ψυχῆς μου Σωτήρα* σύ εὐ­μένησον δέομαι, Κόρη,* ἵνα ὁ ἀχρεῖος* ἰδῶ Αὐτοῦ τὴν δόξαν.

Θεοτοκίον.

Ε ̉ κ τῶν ἀνθρώπων* τὴν ἀνασφάλειαν τάχος* ἐκδι­ώκεις,  Παρθένε  Μαρία,*  καὶ  εἰς  τὰς  ψυχὰς  μας ἐλπίδαν ἐμφυτεύεις.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον…

Δ ιάσωσον ἐκ πλάνης* τέκνα Ορθοδόξων* καὶ ἐκ χειρῶν τοῦ ἀλάστορος δέομαι*  ἵνα ὑμνοῦμεν σέ* συνόμιλε ̉Αγγέλων

Α ̉ γάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπομο­νήν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀσφύος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.

Τ οὺς ὄγκους θεραπεύεις,* νόσους ἀπελαύνεις* καὶ πιστοῖς παρέχεις τάχος τὰ κρείττονα,* ̉Αθλοφόρε Κλεοπάτρα,* διὸ τιμῶμεν σε.

 Θεοτοκίον.

Η ῾ μᾶς τοὺς  ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν οἱ ἀχρείοι,* Θεοκοινώνητε.

Μεγαλυνάρια.

Α ῎ ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Χ αίροις, Κλεοπάτρα θαυματουργέ,* κλέος  ̉Ορθοδό­ξων* καὶ ῾Ελλήνων καταφυγή.* Χαίροις,  τῶν  νο­σοῦντων* ἀνάργυρος  θεράπων*  καὶ  πάντων  τῶν  ἐν  θλίψει*  τὸ καταφύγιον.

Κ έρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώ­σιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλ­λη* ἰ­δεῖν ἀξί­ωσον.

Π άντας τούς προστρέχοντας ἐπί σέ* μή ἐγκαταλεί­πεις* ἀλλὰ δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καὶ ἀγά­πην,* ὑγείαν, σωφροσύνην* καὶ τῆς Τριάδος δόξαν* ἰδεῖν βοήθησον.

Π λοῦτον ἀπηρνήθης, θαυματουργέ,* καὶ χαίρου­σα τοῦτον* σὺ διένειμες τοῖς πτωχοῖς* διὸ ἠξιώ­θης* ἰδεῖν τοῦ Παραδείσου* τὰ κάλλη, Κλεοπάτρα* πανευωδέστατε.

Π ᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρί­ου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­ντες,* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ… Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν…

Τὸ  ̉Απολυτίκιον. Ἦχος δʹ. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ο ῾ σίως τὸν βίον σου, διαγαγοῦσα σεμνή,* τὴν χά­ριν ἐτρύγησας, ἐκ τῆς ἁγίας σοροῦ,* Οὐά­ρου τοῦ Μάρ­τυρος·* ὅθεν τῆς οὐρανίου* μετασχοῦσα εὐκλεί­ας,* πρέσβευε τῷ Σωτῆρι,* Κλεοπάτρα Ὁσία,* δοθῆ­ναι ἡ­μῖν πᾶσι,* πταισμάτων συγχώρησιν.

῾Ο ῾Ι­ε­ρεύς μνη­μο­νεύ­ει τὰ ὀνόματα καὶ ποι­εῖ ἀπόλυ­σιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλο­μεν τὰ ἑξῆς:

Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου…

Χ αῖρε Κλεοπάτρα θαυμαστέ,* χαῖρε τῆς Αἰγύπτου τὸ κλέος,* καὶ τῶν πιστῶν θησαυρέ,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν πρεσβευτὶν πρὸς Θεόν,* οἱ ποθοῦντες Παράδεισον,* ἀλλὰ δειλιῶντες,* ὡς κατατρυχόμενοι ὑπὸ ποικίλων παθῶν,* Δόξα ̉Εκκλησίας ἐδείχθης* διό σοι προσπίπτομεν πόθῳ,* πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι ἀτίμητε.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δ έσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τ ὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δ ι̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἠμᾶς.

Ἀμήν.



[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Α­γία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶνεἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…,  Καὶ νῦν…