Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΥΧΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΥΧΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουλίου 17, 2026

 

Τυχικός και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Πώς τιμώνται οι Άγιοι Πατέρες της Χαλκηδόνας όταν υποβαθμίζονται οι δογματικές διαφορές που εκείνοι υπερασπίστηκαν;

Τυχικός και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Πώς τιμώνται οι Άγιοι Πατέρες της Χαλκηδόνας όταν υποβαθμίζονται οι δογματικές διαφορές που εκείνοι υπερασπίστηκαν;

Κάθε χρόνο, η Εκκλησία αφιερώνει την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη μνήμη των 630 θεοφόρων Πατέρων που συγκεντρώθηκαν στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ. Δεν τιμά απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Τιμά ανθρώπους που αγωνίστηκαν, διώχθηκαν και υπέστησαν τα πάντα για να διαφυλάξουν ανόθευτη την αποστολική πίστη.

Την επόμενη ημέρα, η Εκκλησία πανηγυρίζει τον ένδοξο Προφήτη Ηλία, τον προφήτη του θείου ζήλου, ο οποίος δεν συμβιβάστηκε με την πλάνη ούτε αναζήτησε μια τεχνητή συνύπαρξη μεταξύ της αληθείας και της ειδωλολατρίας. Η κραυγή του παραμένει διαχρονική:

«Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ’ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις; Εἰ Κύριος ὁ Θεός, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ· εἰ δὲ ὁ Βάαλ, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ.» (Γ΄ Βασ. 18:21)

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ιστορικό αλλά βαθιά εκκλησιολογικό: τι σημαίνει πραγματικά να τιμά κανείς τους Αγίους Πατέρες της Χαλκηδόνας;

Είναι αρκετό να ψάλλονται ύμνοι προς τιμήν τους ή απαιτείται και πίστη στην ομολογία τους;

Οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν συνεκλήθησαν για να διακηρύξουν ότι όλες οι θεολογικές διατυπώσεις είναι ισοδύναμες. Αντιθέτως, καταδίκασαν συγκεκριμένες χριστολογικές διδασκαλίες και ομολόγησαν με απόλυτη σαφήνεια:

«Ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστόν… ἐν δύο φύσεσιν, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως.»

Αυτές οι τέσσερις λέξεις δεν αποτελούν φιλολογική λεπτομέρεια. Είναι το όριο μεταξύ Ορθοδοξίας και πλάνης, όπως το όρισε η ίδια η Οικουμενική Σύνοδος.

Εάν οι δογματικές διαφορές ήταν αδιάφορες, γιατί συγκλήθηκε η Σύνοδος; Γιατί καθαιρέθηκαν επίσκοποι; Γιατί αναθεματίστηκαν αιρετικές διδασκαλίες; Γιατί οι Πατέρες υπέμειναν διωγμούς, εξορίες και συκοφαντίες;

Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι η αλήθεια της πίστεως δεν θεωρήθηκε ποτέ διαπραγματεύσιμη.

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, τον οποίο επικαλούνται τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Προχαλκηδόνιοι, δίδαξε ότι ο Χριστός είναι ένας και ο αυτός Υιός και Λόγος του Θεού που έγινε πραγματικά άνθρωπος. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν απέρριψε τον Άγιο Κύριλλο. Αντίθετα, θεώρησε ότι εκφράζει αυθεντικά τη θεολογία του, διευκρινίζοντας ότι ο ένας Χριστός είναι γνωριζόμενος σε δύο φύσεις, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση.

Σήμερα, οι Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες εξακολουθούν να μη δέχονται τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο ως Οικουμενική Σύνοδο. 

Από αυτή την πραγματικότητα γεννάται ένα θεολογικό ερώτημα που απασχολεί πολλούς Ορθοδόξους: μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν υφίστανται ουσιαστικές δογματικές διαφορές, όταν παραμένει η μη αποδοχή μιας Οικουμενικής Συνόδου που η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί θεμελιώδη για την πίστη της;

Η απορία αυτή συνδέεται από αρκετούς πιστούς με τη σύγχρονη συζήτηση γύρω από τον οικουμενικό διάλογο. Οι επικριτές του εκφράζουν την ανησυχία ότι, εάν οι διαφορές παρουσιάζονται ως ασήμαντες ή απλώς ως διαφορετική ορολογία, τότε κινδυνεύει να ατονήσει η σημασία των δογματικών ορίων που έθεσαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι ο διάλογος μπορεί να συμβάλει στην αποσαφήνιση των πραγματικών διαφορών χωρίς να αναιρεί τις συνοδικές αποφάσεις. Η συζήτηση αυτή παραμένει ανοιχτή μέσα στην Ορθόδοξη θεολογία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού έχει αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολισμό για πολλούς πιστούς. Υποστηρικτές του θεωρούν ότι η επιμονή του στην αυστηρή προσήλωση στην πατερική και συνοδική παράδοση συνέβαλε στη σύγκρουσή του με την εκκλησιαστική διοίκηση. Από την άλλη πλευρά, η Αρχιεπισκοπή Κύπρου έχει υποστηρίξει ότι οι αποφάσεις της ελήφθησαν για εκκλησιαστικούς και διοικητικούς λόγους. Επειδή το ζήτημα παραμένει αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης, είναι σημαντικό να διακρίνονται οι θεολογικές κρίσεις από τα πραγματικά περιστατικά που εξετάζονται από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα.

Όποια κι αν είναι η εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης, ένα γεγονός παραμένει αναμφισβήτητο: οι Άγιοι Πατέρες δεν τιμώνται μόνο με ύμνους και πανηγυρικούς λόγους. Τιμώνται όταν η διδασκαλία τους παραμένει ζωντανό κριτήριο της εκκλησιαστικής ζωής.

Ο Προφήτης Ηλίας δεν θυσίασε την αλήθεια χάριν της ειρήνης. Οι Πατέρες της Χαλκηδόνας δεν θυσίασαν το δόγμα χάριν μιας επιφανειακής συμφωνίας. Και η ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι η αυθεντική ενότητα οικοδομείται πάντοτε πάνω στην κοινή ομολογία της αλήθειας.

Η εορτή των Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου αποτελεί, επομένως, πρόσκληση σε αυτοεξέταση. Όχι μόνο για το αν τιμούμε τους Πατέρες με τα χείλη, αλλά και για το αν δεχόμαστε στην πράξη τη διδασκαλία που εκείνοι παρέδωσαν στην Εκκλησία. Η πίστη της Χαλκηδόνας δεν είναι ένα ιστορικό μνημείο· είναι ζωντανή ομολογία, την οποία κάθε γενιά καλείται να γνωρίζει, να φυλάσσει και να μεταδίδει με ταπείνωση, διάκριση και αφοσίωση στην αλήθεια του Ευαγγελίου.

Ιερείς και Θεολόγοι Κύπρου

17/0/7/2026



Τρίτη, Ιουλίου 07, 2026

 

Ὁ Μητροπολίτης Πάφου Τυχικὸς παρουσίασε τὸν Ἅγιο Καλανδίωνα

 
Ὁ Ἅγιος Καλανδίων ὑπῆρξε Πατριάρχης Ἀντιοχείας κατὰ τὸν Ε΄ αἰῶνα, σὲ μιὰ ἐποχὴ ἔντονων δογματικῶν ἀναταραχῶν ποὺ ἀκολούθησαν τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (451). 
Ἔμεινε σταθερὸς ὑπερασπιστὴς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, ὁμολογῶντας τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στὶς μονοφυσιτικὲς τάσεις τῆς ἐποχῆς. 
Γιὰ τὴν πιστότητά του αὐτὴ δοκιμάστηκε, ἐξέπεσε τοῦ θρόνου καὶ ὁδηγήθηκε στὴν ἐξορία, παραμένοντας ὡς τὸ τέλος ἀδιάσειστος στὴν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας — γι' αὐτὸ καὶ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς ὁμολογητής. 
Στὸ βίντεο ὁ Μητροπολίτης ἐπισκέφθηκε τοὺς τόπους τῆς Κύπρου ποὺ... συνδέονται μὲ τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου: τὸν ναὸ τὸν ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Καλανδίωνα, τὸ ἁγίασμα καὶ ἄλλα ἱερὰ σημεῖα. 
Ἀναφέρθηκε στὴν ἱστορία τους, στὴν τοπικὴ παράδοση ποὺ τὰ περιβάλλει καὶ στὴ σημασία ποὺ ἔχει ὁ ἅγιος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη κληρονομιὰ τοῦ νησιοῦ, καλῶντας τοὺς πιστοὺς νὰ ἀνακαλύψουν ξανὰ αὐτόν τον «ξεχασμένο» μάρτυρα τῆς πίστεως. 


Σάββατο, Ιουλίου 04, 2026

 

Σχόλιον εἰς τὸν ἄδικον διωγμὸν τοῦ ὁμολογητοῦ Ἐπισκόπου Πάφου Τυχικοῦ

   

   Ο ΘΕΙΟΣ Παῦλος εἶχε διαβεβαιώσει πὼς «πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται»  (Β΄ Τιμ. 3,12). Ἐπισημαίνουμε τὴν λέξη «πάντες»! Ἡ ἐκκλησιαστική μας ἱστορία εἶναι γεμάτη ἀπὸ τέτοιες διώξεις. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες δοκίμασαν τὸ πικρὸ ποτήρι τῶν διώξεων, ἐξαιτίας τῆς εὐσέβειάς τους καὶ τῆς προσήλωσής τους στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (Μ. Ἀθανάσιος, Ἰ. Χρυσόστομος, Μάξιμος Ὁμολογητής, Μ. Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Μάρκος Εὐγενικός, Νεκτάριος Πενταπόλεως, κλπ). Στὸν μακρὺ αὐτὸν κατάλογο προστέθηκε καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ. Αἰτία τῶν διώξεών του καὶ τῆς ἔκπτωσης ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπή του ἡ προσήλωσή του στὴν Ὀρθοδοξία! Ἐπειδὴ θεωρεῖ καὶ ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀληθινὴ καὶ μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία μας! Διότι θεωρεῖ ὅτι οἱ αἱρέσεις δὲν εἶναι «ἐκκλησίες» καὶ οἱ ἐπικεφαλῆς τους ἀμετανόητοι αἱρεσιάρχες, μὲ πρωτεύοντα τὸν Φράγκο «ἀλάθητο» ἐγκάθετο τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης! Βρέθηκε καὶ ὁ ἀντικαταστάτης του, ὁ Ἀρχιμ. Γρηγόριος Ἰωαννίδης, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχθηκε νὰ γίνει, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία «μοιχεπιβάτης»! Τὸ «φινάλε» τῆς δίωξης τοῦ ὁμολογητῆ Ἐπισκόπου Τυχικοῦ ἦταν ἡ βίαιη ἔξωσή του ἀπὸ τὸ μητροπολιτικὸ κτήριο, τὸ πέταγμά του κυριολεκτικὰ στὸ δρόμο καὶ ἡ χειροτονία τοῦ «μοιχεπιβάτη», παρὰ τὸ ἠχηρὸ «ἀνάξιος» στὴν χειροτονία του! Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ εὐχηθοῦμε στὸν ἀδίκως διωκόμενο Ἐπίσκοπο παρηγοριὰ καὶ δύναμη ἐξ’ ὕψους, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν περιπέτειά του καὶ νὰ δοθεῖ μετάνοια στοὺς διῶκτες του (καὶ στὸν μοιχεπιβάτη), διότι ἡ «νέμεση» κάποια στιγμὴ ἐπιστρέφει, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὴν διαταραχθεῖσα ἠθικὴ τάξη!



Τετάρτη, Μαρτίου 18, 2026

 

Ομολογία πίστεως κληρικών και λαϊκών της Εκκλησίας της Κύπρου

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑΪΚΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Με αφορμή την κατάφορη αδικία που, κατά τη συνείδηση πολλών πιστών, γίνεται εις βάρος του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού – Θεολογική και κανονική διακήρυξη υπέρ της ακεραιότητας της Ορθοδόξου πίστεως και της πιστότητας στην Πατερική Παράδοση

…………………………………

Με συναίσθηση της ευθύνης μας απέναντι στον Θεό, στην Εκκλησία και στην ιερή παρακαταθήκη των Αγίων Πατέρων, κληρικοί και λαϊκοί της Εκκλησίας της Κύπρου αισθανόμαστε την ανάγκη να διατυπώσουμε δημόσια την ομολογία της πίστεώς μας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι δημιούργημα ανθρώπινων αποφάσεων ούτε αποτέλεσμα ιστορικών συμβιβασμών. Είναι το Σώμα του Χριστού, θεμελιωμένο στην αποστολική παράδοση και στην αδιάκοπη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων.

Η πίστη αυτή διαφυλάχθηκε μέσα από αιώνες διωγμών και αιρέσεων χάρη στους αγώνες των Αγίων, οι οποίοι δεν δίστασαν να συγκρουστούν με αυτοκράτορες, πατριάρχες και ισχυρούς της εποχής όταν διακυβευόταν η αλήθεια της πίστεως.

Η Εκκλησία μας γνωρίζει μεγάλους ομολογητές όπως:

•τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ο οποίος στάθηκε μόνος του απέναντι σε μια σύνοδο που επιδίωκε ένωση με τους Λατίνους χωρίς επιστροφή στην Ορθόδοξη πίστη·

•τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο οποίος προτίμησε εξορία και βασανιστήρια παρά να αποδεχθεί αλλοίωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας·

•τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, ο οποίος δίδαξε ότι όταν απειλείται η πίστη, η σιωπή δεν είναι ταπείνωση αλλά προδοσία της αλήθειας.

Η Εκκλησία, μέσα από τους Ιερούς Κανόνες της, έθεσε σαφή όρια για την προστασία της πίστεως.

•Ο 10ος Αποστολικός Κανόνας απαγορεύει την εκκλησιαστική κοινωνία με όσους βρίσκονται εκτός της Ορθόδοξης πίστης.

•Ο 11ος Αποστολικός Κανόνας καταδικάζει τη συμμετοχή σε κοινές προσευχές με αιρετικούς.

•Ο 45ος Αποστολικός Κανόνας ορίζει ότι επίσκοπος ή πρεσβύτερος που προσεύχεται μαζί με αιρετικούς πρέπει να υπόκειται σε εκκλησιαστική ποινή.

•Ο 46ος Αποστολικός Κανόνας τονίζει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα μυστήρια αιρετικών ως ισότιμα με τα μυστήρια της Ορθοδοξίας.

•Ο 65ος Αποστολικός Κανόνας απαγορεύει τη συμμετοχή των πιστών σε λατρευτικές τελετές αιρετικών.

Η ίδια διδασκαλία επιβεβαιώνεται και από τις τοπικές συνόδους της Εκκλησίας.

•Ο 33ος Κανόνας της Συνόδου της Λαοδικείας απαγορεύει την κοινή προσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.

•Ο 32ος Κανόνας της ίδιας Συνόδου ορίζει ότι οι πιστοί δεν πρέπει να λαμβάνουν ευλογίες από αιρετικούς.

•Ο 9ος Κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης υπογραμμίζει ότι οι ποιμένες της Εκκλησίας οφείλουν να διαφυλάσσουν την καθαρότητα της πίστεως και να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που προκαλεί σύγχυση στο πλήρωμα της Εκκλησίας.

Η παράδοση αυτή επαναλαμβάνεται σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας.

Οι Άγιοι Πατέρες δεν αντιμετώπισαν τις αιρέσεις με διπλωματία ή συμβιβασμούς αλλά με σαφή και δημόσια ομολογία πίστεως.

Η ενότητα της Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται στην εξωτερική συνεργασία ούτε σε θεσμικές συμφωνίες. Θεμελιώνεται στην κοινή ομολογία της αλήθειας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μία «εκδοχή» του Χριστιανισμού μεταξύ άλλων. Είναι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.

Για τον λόγο αυτό κάθε ενέργεια που δημιουργεί την εντύπωση εξίσωσης της Ορθοδοξίας με ετεροδόξες διδασκαλίες ή κάθε πράξη που προκαλεί σύγχυση ως προς τα όρια της εκκλησιαστικής κοινωνίας προκαλεί εύλογη ανησυχία στο πλήρωμα της Εκκλησίας.

Η ανησυχία αυτή γίνεται ακόμη εντονότερη εξαιτίας της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί γύρω από τον Μητροπολίτη Πάφου Τυχικό, τον οποίο πολλοί πιστοί θεωρούν ότι υφίσταται σοβαρή αδικία, παρά το γεγονός ότι είναι γνωστός για την προσήλωσή του στην Ορθόδοξη παράδοση και στη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων.

Η Εκκλησία πάντοτε τιμούσε τους ποιμένες που ομολογούσαν την πίστη με παρρησία.

Για τον λόγο αυτό απευθύνουμε ταπεινή αλλά σαφή έκκληση προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου:

Να εξετάσει με σοβαρότητα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει σκανδαλισμό στους πιστούς.

Να διαβεβαιώσει με σαφή τρόπο ότι η Εκκλησία της Κύπρου παραμένει πιστή στην Ορθόδοξη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων.

Να ζητηθεί, εφόσον κριθεί αναγκαίο, σαφής και δημόσια ομολογία πίστεως ώστε να διαλυθεί κάθε αμφιβολία και να αποκατασταθεί η ειρήνη στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία πάντοτε αντιμετώπιζε τέτοια ζητήματα μέσα από συνοδικές διαδικασίες, με διάκριση αλλά και με πιστότητα στους Ιερούς Κανόνες.

Οι πιστοί δεν επιδιώκουν σύγκρουση.

Επιδιώκουν την αλήθεια.

Δεν επιθυμούν διχασμό.

Επιθυμούν καθαρότητα πίστεως.

Η πίστη των Αγίων Πατέρων είναι ο θησαυρός της Εκκλησίας. Και αυτόν τον θησαυρό οφείλουμε να τον διαφυλάξουμε ακέραιο.

Αυτή είναι η ομολογία μας.

Αυτή είναι η ευθύνη μας.

Και αυτή την πίστη δεν μπορούμε να την διαπραγματευτούμε.



Δευτέρα, Ιανουαρίου 19, 2026

 

Ο ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΒΑΝΑΥΣΩΣ!

  

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τελεῖ Τρισάγιον  εἰς τὸν τάφον τοῦ μασόνου Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς τὸν περίβολον τῆς Μονῆς Βαλουκλῆ. Διακρίνεται ὁ Ἀρχ. Κύπρου Γεώργιος.

Σκοπὸς ἡ ὑποταγὴ τοῦ Μητρ. Πάφου εἰς τὰς κακοδοξίας τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης

 

Ο ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΒΑΝΑΥΣΩΣ!

 

Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτυγχάνει εἰς τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον τοῦ ἀνέθεσεν ὁ Κύριος, νὰ βόσκη δηλαδὴ τὰ πρόβατα ὡς γνήσιος ποιμὴν καὶ ὄχι ὡς μισθωτός.

 

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Τραμπούλης, θεολόγος

  Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔχει καταδείξει ὅτι ἡ φαυλότητα καί ἡ ἀντικανονικότητα δέν νομιμοποιοῦνται, καί ἀσφαλῶς δέν δύνανται νά θεσμοθετοῦνται, στήν πορεία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Διότι οἱ ἐπίσκοποι ἔχουν χρέος νά ὑποτάσσωνται στίς συνοδικές ἀποφάσεις, μόνον ὅταν αὐτές ὑποτάσσωνται στό γράμμα καί στό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε εἴδους ὑποταγή στήν παρανομία καί στήν αὐθαιρεσία συνιστᾶ ἀποδοχή τῆς πλάνης πού δημιούργησε τήν αὐθαιρεσία, καθώς καί συνέργια στόν ἀποπροσανατολισμό ὁλοκλήρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Ἡ ἐπ’ ἀόριστον ἀργία, τήν ὁποία ἐπέβαλε ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στόν Μητροπολίτη Πάφου Τυχικό, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά ἐφαρμόσει κάποια αὐτονόητα τοῦ ἐπισκοπικοῦ του ποιμαντικοῦ καθήκοντος, (τοῦ ὁποίου ἡ ποιμαντική διακονία ἔχει ἀποδείξει ὅτι πρόκειται γιά ἕνα ἀληθινό Ποιμένα, ὅπως τόν ὅρισε ὁ Κύριος καί γιά ἕνα ἀκριβῆ τηρητή τῶν ἱερῶν κανόνων καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων), εἶναι πράξη φαύλη καί ἀντικανονική καί ὀφείλει γρήγορα νά καταπέση.

  Ἡ ἀδίστακτη αὐτή πνευματική δολοφονία τοῦ κανονικοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ, ἡ ὁποία ἐπεβλήθηκε παρ’ ὅλες τίς διαμαρτυρίες τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γεώργιος, ὅπως καί τά μέλη τῆς Συνόδου, δέν λειτουργοῦν μέ αἴσθημα εὐθύνης ἐνώπιον Θεοῦ, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ στοιχεῖο θεμελιακό τοῦ ἐπισκοπικοῦ ὑπουργήματος. Ἀναφορά στόν ἐπίσκοπο σημαίνει ἀναφορά στήν ὑπευθυνότητα, διότι ὡς ἐπίσκοποι εἶναι ὑπόχρεοι νά προσφέρουν γνησιότητα ἐν Χριστῷ βίου, νά εἶναι στρατευμένοι ἀποφασιστικά καί ἀμετάκλητα στήν προάσπιση τῆς Ἀληθείας, νά εἶναι στύλοι ἀκλόνητοι καί ἀρραγεῖς στό πανάγιο οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας, νά εἶναι τηρητές ὅλων τῶν θεσπισμάτων τῶν ἱερῶν κανόνων· γιά αὐτό ἄλλωστε ὁ ἐπωμισμός τῆς εὐθύνης ἀποτελεῖ βιβλική προσταγή, ἀλλά καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

  Εἶναι ἀναμφισβήτητο γεγονός ὅτι ὁ Μητροπολίτης Τυχικός κατά τήν διαδικασία τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τόν Μάϊο 2025, ὅπου ἐπάφθη αὐθαίρετα καί ἀντικανονικά, ὑπέστη μία σειρά ἀπό ἀδικίες. Ἀφενός διότι παραβιάσθησαν σειρά ἄρθρων, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τήν διαδικασία προδικασίας, ἀφετέρου πολλές πτυχές τῆς κύριας διαδικασίας, πού προβλέπει τό Καταστατικό δέν τηρήθηκαν ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο. Ἐπίσης, δέν δόθηκε ἡ εὐκαιρία στόν Μητροπολίτη Τυχικό νά ἀσκήση τά δικαιώματά του ὡς κατηγορούμενος, δηλαδή νά προσκαλέση στήν ἐξέταση μάρτυρες κατηγορίας ἤ ὑπεράσπισης, νά ἔχη συνήγορο καί νά προβάλη ἐνστάσεις. Ἀκόμα, δέν κλήθηκαν μάρτυρες οὔτε προσήχθησαν ἄλλα ἀποδεικτικά στοιχεῖα ἀπό τόν Ἐκκλησιαστικό Εἰσαγγελέα (καθώς δέν εἶχε ὁρίστεῖ εἰσαγγελέας!) καί δέν διαθέτουμε πρακτικά τῆς δίκης αὐτῆς. Μάλιστα, ἡ ἴδια ἡ Ἱερά Σύνοδος πού συνῆλθε ὡς ἔκτακτη Σύνοδος μεταμορφώθηκε αὐτόματα, χωρίς αὐτό νά τό προβλέπη κάποιο σχετικό ἄρθρο τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καί ἐκτέλεσε χρέη τόσο (συλλογικοῦ) Ἐκκλησιαστικοῦ Εἰσαγγελέα ὅσο καί Δικαστηρίου ταυτόχρονα! Κάτι τό ὁποῖο εἶναι ἡλίου φαεινότερο ὅτι ὑπερβαίνει τά ὅρια κάθε ἔννοιας δικαίου ἀλλά καί λογικῆς. Ἀκόμα καί τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἔχει ὑποδείξει στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ὅτι ὑπῆρξαν πολλές παραλείψεις ὡς πρός τίς προβλέψεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη.

  Παρ’ ὅλες αὐτές τίς ἀδικίες καί αὐθαιρεσίες, οἱ ὁποῖες καταλογίζονται πρωτίστως στόν Ἀρχιεπίσκοπο Γεώργιο, ὁ Μητροπολίτης Τυχικός δέν ἀντιτάχθηκε στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου καί δέν ἀντέδρασε στήν πρωτοφανῆ καί ἀδιαμφισβήτητη καταπάτηση τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἐπίσης, ὅταν κατά τήν ἀπόφαση τῆς 22ας Μαΐου ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπέβαλε τήν ἔκπτωση καί τήν ἄμεση ἀπομάκρυνση τοῦ Μητροπολίτη ἀπό τόν Μητροπολιτικό θρόνο τῆς Πάφου, ὁ Μητροπολίτης ὑποχρεώθηκε νά καταθέση ὁμολογία πίστεως, στήν ὁποία νά καταδικάζη τήν ἐκκλησιαστική πρακτική τῆς ἀποτείχισης. Ἀκόμα καί αὐτή ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου ἀποτελεῖ μία αὐθαίρετη πράξη καί δέν στηρίζεται σέ κανένα κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ὁποιαδήποτε κατηγορία ὅτι ὁ Μητροπολίτης Τυχικός ἀποδέχεται κάποια αἵρεση.

  Παρ’ ὅλα αὐτά ὁ Σεβασμιώτατος τήρησε τούς ὅρους τῆς ἀπόφασης αὐτῆς, ὑπογράφοντας μάλιστα στίς 18 Ἰουνίου 2025 μία πλήρη ὁμολογία πίστεως, τήν ὁποία καί ἀπέστειλε τόσο σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ὅσο καί στό Πατριατχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, στήν ὁποία τονίζει μεταξύ τῶν ἄλλων ὅτι: «Τήν σύνταξη Ὁμολογίας Πίστεως τήν θεωροῦσα ἐξ ἀρχῆς ἄνευ λόγου, καθότι συντάσσομαι μέ ὅ,τι καί ὁμολόγησα κατά τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας μου, δέν ἔπαψα νά συντάσσωμαι καί οὔτε θά πάψω, καί σαφῶς δέν προσχώρησα σέ καμμία πλάνη ἤ αἵρεση (φεῦ), ὥστε νά ὑποβάλω ἐκ νέου ὁμολογία γιά δῆθεν ἐπανένταξή μου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐκ νεότητός μου ζῶ καί ἀναπνέω μέσα στήν Ἐκκλησία, μέ ἀκλόνητη πίστη στόν Τριαδικό Θεό, στό πάνσεπτο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Μητρός του, πίστη πού βασίζεται στήν Ἁγία Γραφή, στήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, στούς Ἱερούς Κανόνες καί στή διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. Σύμφωνα λοιπόν μέ τίς προϋποθέσεις αὐτῶν, ἀσφαλῶς ἀκολουθῶ, σέβομαι καί ὑπακούω στίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου».

  Τελικῶς, ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, κατά τήν 9η Ἰανουαρίου, μέ ἀπόφασή της, ἔθεσε τόν Μητροπολίτη Τυχικό σέ ἐπ’ ἀόριστον ἀργία. Σύμφωνα μέ τά ὅσα ἔγιναν γνωστά ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο ἡ ἐπιβολή τῆς ποινῆς, δήλωσε ἡ Ἱερά Σύνοδος, θά ἀρθῆ μόνο ἐάν:

  1. ὑποβάλει τήν ζητηθεῖσα ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο συγκεκριμένη Ὁμολογία Πίστεως,
  2. ἀποσύρει τήν προσφυγή του ἤ τήν πρόθεση προσφυγῆς του σέ Πολιτικά Δικαστήρια,
  3. καταδικάσει τόν “ἀποτειχισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία”,
  4. ἀποδεχθεῖ νέα καθήκοντα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Κύπρου, τά ὁποῖα θά τοῦ ἀνατεθοῦν ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου καί,
  5. παύσει νά προκαλῆ ἀναστάτωση καί σκανδαλισμό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκ­κλησίας.

  Τόν Νοέμβριο 2025 τό ἱστολόγιο ΕΚΚΛΗΣΙΑ ON LINE εἶχε δημοσιεύσει ἄρθρο, στό ὁποῖο εἶχε σημειωθῆ μεταξύ τῶν ἄλλων ὅτι: «Ὁ “Φ” ἀποκαλύπτει τό περιεχόμενο τῆς ὁμολογίας πίστεως πού καλεῖται νά ὑπογράψη ὁ Μητροπολίτης Τυχικός καί ἡ ὁποία περιορίζεται σέ μόλις 143 λέξεις. Σημειώνεται, ὅτι ὁ λίβελλος δέν ἦταν ποτέ θέμα σύνταξης ἀπό τόν ἴδιο τόν Μητροπολίτη Τυχικό, ἑνός κειμένου στό ὁποῖο θά ὁμολογοῦσε τήν πίστη του, ἀλλά θέμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία τοῦ τήν ἔδωσε στό χέρι ἕτοιμη πρός ὑπογραφή.

  Ὁλόκληρη ἡ ὁμολογία, ὑπό τόν τίτλο «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΗΤΟΙ ΛΙΒΕΛΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ» ἔχει ὡς ἀκολούθως:

   «Θεία χάριτι, παρέχω, εἰς τήν Ὀρθόδοξον ἤτοι τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τόν παρόντα, ἔγγραφον λίβελλον, δι’ οὗ καθομολογῶ καί στέργω ἅπαντα τά παρά τῶν Ἁγίων ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Τοπικῶν Συνόδων, καθώς καί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκκλησίας (Κρήτη 2016) ἀποφανθέντα. Δηλῶ σεβασμόν, εἰς τάς πανορθοδόξως ἰσχύουσας σχέσεις μετά τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί εἰς τούς ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Διαλόγους μετά τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐπί τούτοις δηλώνω ἀπεριφράστως ὑπακοήν εἰς τάς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συν­όδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀποδέχομαι καί θά τηρῶ πάντα τά πανορθοδόξως κρατοῦντα τά ἀφορῶντα εἰς τήν ἱεράν Παράδοσιν, κυρίως δέ ἀποκηρύττω τόν ἀποτειχισμόν καί τούς ἀποτειχιστάς καθώς καί τά καινοτομηθέντα παρ’ αὐτῶν περί τῶν ἱερῶν κανόνων καί τοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»».

  Γίνεται καταφανές ὅτι σκοπός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δέν εἶναι νά ὑπογράψη ὁ Μητροπολίτης Τυχικός Ὁμολογία Πίστεως, ἄλλωστε τό φρόνημα τοῦ Σεβασμιωτάτου εἶναι ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο, κάτι τό ὁποῖο εἶναι γνωστό σέ ὅλους, σκοπός ἦταν νά ὑπογράψη ὁμολογία ὑποταγῆς, ἡ ὁποία νά ἔχη καθαρά δεσμευτικό καί πειθαρχικό χαρακτήρα, νά λειτουργῆ δηλαδή κάτι ὡς ὅρκος (νέας) πίστεως. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, προκειμένου νά ἐπιβάλη τήν παντοδυναμία του ἀλλά καί τήν ὑποταγή τοῦ ἐπισκοπικοῦ σώματος, καθώς καί τοῦ συνόλου τῶν πιστῶν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, στίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, δέν δίστασε νά χρησιμοποιήση τόν Μητροπολίτη Τυχικό ὡς “ἀποπομπαῖο τράγο”, ὡς παράδει­γμα πρός ἀποφυγήν, γιά νά καταδείξη στό ἐκκλησιαστικό σῶμα, τί περιμένει ὅποιον ἔλθει σέ ἀντίθεση μέ τίς προσωπικές ἐπιλογές του, ἤ δέν ἀποδέχεται τίς κακοδοξίες τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης.

  Μάλιστα, γιά νά καταδείξη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Κρήτης ἔχουν -δῆθεν- πανορθόδοξο κῦρος, δέν δίστασε νά τίς συγκρίνη μέ ἐκεῖνες τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων! Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μέ τόν λίβελλο τόν ὁποῖο θέλησε νά ὑπογράψη ὁ Μητροπολίτης Τυχικός, ἀποδεικνύει ὅτι ἐστερνίζεται στό ἀκέραιο τήν κακοδοξία ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνον ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀλλά καί ὅτι ἔξω ἀπό αὐτήν δέν ὑπάρχουν αἱρέσεις καί σχίσματα, ἀλλά ἑτερόδοξες “ἐκκλησίες”. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατόν νά ὀνομάση τίς χριστιανικές κοινότητες ἐκκλησίες, ἀνατρέποντας μία παράδοση 10 αἰώνων; Ἐάν οἱ ἑτερόδοξοι εἶναι ὄντως “έκκλησίες”, τότε κακῶς οἱ Πατέρες κατεδίκασαν συνοδικῶς ὡς αἱρετικούς τούς ἐξάρχους τους. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ζητᾶ μέσω τοῦ λιβέλλου, σεβασμό στούς “διαλόγους”, ὅμως οἱ “διάλογοι” ἀποδεδειγμένα καλλιεργοῦν κακόδοξες-ἀντορθόδοξες θέσεις, ξένες πρός τήν Πίστη καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδή, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ζητώντας τήν ἄνευ ὅρων ὑποταγή στίς ἀποφάσεις τῆς Κρήτης, σκοπό ἔχει νά προσδώση ἐκκλησιαστικότητα στήν αἵρεση, νά ἀλλοιώση -ἕως καταργήσεως- τά κανονικά καί χαρισματικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί νά συμπεριλάβη τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα ἐντός Αὐτῆς.

  Εἶναι καταφανές ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου καί ἡ ὑποταγμένη εἰς αὐτόν Ἱερά Σύνοδος, ὁμοῦ, ὑπηρετοῦν τήν βίαιη προσ­πάθεια ἐπιβολῆς στήν τοπική Ἐκκλησία τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ζητώντας τήν ἀπόλυτη ὑποταγή, διά ἐγγράφου δεσμεύσεως.

  Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἑρμηνεύοντας τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», σημειώνει: Ἡ πίστις στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί ἡ γνώση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἀποτελοῦν οὐσιαστική καί ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Αὐτά τά δύο εἶναι ἕνα στήν Ἐκκλησία. Ἑνότητα τῆς πίστεως ὑπάρχει, ὅταν δέν ὑπάρχει διαφωνία στά δόγματα. Αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τό ὅτι δέν ὑπάρχει διαφωνία περί Αὐτοῦ”. (ἀπό τήν στιγμή πού ὁ Ἀρχιεπίσκοπος διαφωνεῖ μέ τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι δέν ἔχει ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ Τοῦ Θεοῦ, δέν διακονεῖ τήν ἑνότητα μέσα στήν Ἐκκλησία του). Καί ἀναρωτιέται ἐν συνεχείᾳ ὁ θεῖος Ἰουστῖνος, «τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος καί ποιός εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος; Ὁ Θεάνθρωπος ἀπό τήν ἄπειρη καί ἀκόρεστη φιλανθρωπία του, μεταμόρφωσε τόν ἑαυτό του, τόν “τέλειο ἄνδρα” σέ Ἐκκλησία, γιά νά μεταμορφώση ὅλους ἐκείνους πού θά γίνουν μέλη της σέ τέλειους ἄνδρες. Ἕνας εἶναι ὁ σκοπός ὁλόκληρης τῆς Θεανθρώπινης οἰκονομίας τῆς σωτηρίας: “ἵνα ἄρτιος, ἦ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἐξηρτημένος”».

  Ἐξ ὅλων αὐτῶν μποροῦμε νά συμπεράνουμε ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει τήν ἕνωση τῶν πιστῶν, μεταξύ των καί μετά τοῦ Θεοῦ, ἐν ὀρθοδόξῳ πίστει. Ὅμως ὅταν κάποιος κακόδοξος διασπᾶ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, οὐσιαστικά προκαλεῖ σχίσμα μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα σχίσμα πού γίνεται ἐπικινδυνότερο καί πλέον ὀλέθριο, ὅταν αὐτός ὁ διασπαστής εἶναι ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιφορτισθῆ ὡς διακονία νά προσφέρη γνησιότητα βίου, νά εἶναι στρατευμένος ἀποφασιστικά καί ἀμετάκλητα στήν προάσπιση τῆς Ἀληθείας. Ἕνας ἐπίσκοπος ὅμως διασπαστής, ἐμποδίζει τόν τελικό σκοπό τῆς Ἐκκλησίας, τόσο γιά τόν ἴδιο, ὅσο καί γιά τούς πιστούς πού ποιμαίνει, πού εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ θέωση. Δηλαδή, ἀποτυγχάνει στόν προορισμό πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Κύριος, νά βόσκη τά πρόβατά Tου, ὡς γνήσιος ποιμήν, καί ὄχι ὡς “μισθωτός”.



Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2026

 

Ἡ Ὁμολογία Πίστεως, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέγραψεν ὁ Μητρ. Τυχικός  

Γράφει ὁ κ. Σάββας Ἠλιάδης

  Σὲ πολλὲς ἠλεκτρονικὲς σελίδες  δημοσιεύτηκε τὸ παρακάτω κείμενο, τὸ ὁποῖο λέγεται ὅτι εἶναι ἡ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ποὺ ζήτησε ἡ Σύν­οδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου νὰ ὑπογράψει ὁ ἐπίσκοπος Τυχικός.

  «Θείᾳ χάριτι, παρέχω, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ἤτοι τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τὸν παρόντα, ἔγγραφον λίβελλον, δι’ οὗ καθομολογῶ καὶ στέργω ἅπαντα τὰ παρὰ τῶν Ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Τοπικῶν Συνόδων, καθὼς καὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκκλησίας (Κρήτη 2016) ἀποφανθέντα. Δηλῶ σεβασμόν, εἰς τὰς πανορθοδόξως ἰσχυούσας σχέσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Διαλόγους μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐπὶ τούτοις δηλώνω ἀπεριφράστως ὑπακοὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀποδέχομαι καὶ θὰ τηρῶ πάντα τὰ πανορθοδόξως κρατοῦντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἱερὰν Παράδοσιν, κυρίως δὲ ἀποκηρύττω τὸν ἀποτειχισμὸν καὶ τοὺς ἀποτειχιστάς καθὼς καὶ τὰ καινοτομηθέντα παρ’ αὐτῶν περὶ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

Θεωρώντας ὅτι τὸ κείμενο εἶναι ἀκριβές,  μὲ ἀφορμὴ τὶς τελευταῖες ἐξελίξεις στὴν ὑπόθεση τοῦ συγκεκριμένου ἐπισκόπου γράφονται τὰ παρακάτω.

Γενικὰ χαρακτηριστικά τοῦ κειμένου

  Τὸ συγκεκριμένο κείμενο εἶναι ἀντικανονικὸ  ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο καὶ ἀντιπατερικὸ ὡς πρὸς τὸ φρόνημα. Δὲν ἀνήκει στὴν παράδοση τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογιῶν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα κείμενο ἐκκλησιαστικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἔχει  σαφῆ δεσμευτικὸ καὶ πειθαρχικὸ χαρακτήρα, ὁ ὁποῖος μετατοπίζει τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὴν προσωπικὴ δογματικὴ ὁμολογία στὴν ἀπόλυτη ἐκκλησιαστικὴ συμμόρφωση. Λειτουργώντας περισσότερο ὡς ὅρκος ὑποταγῆς παρὰ ὡς ἐλεύθερη δήλωση ὀρθόδοξης πίστης, ἐπιβάλλει τὴν ὑπακοὴ σὲ συγκεκριμένες διοικητικὲς γραμμές, μὲ κύριο ἄξονα τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (2016).

Ἀπόψεις  – σχόλια καὶ κρίσεις

Α. Τὸ κείμενο, ποὺ τιτλοφορεῖται «Λίβελλος Πίστεως», χρησιμοποιεῖ ἕνα σοβαρὸ καὶ ἱερὸ ἐκκλησιαστικὸ ὅρο μὲ τρόπο λανθασμένο. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, λίβελλος πίστεως σημαίνει καθαρὴ καὶ ἐλεύθερη ὁμολογία τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, ξεκάθαρη ἀπόρριψη τῆς αἱρέσεως καὶ μαρτυρία ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Τὸ συγκεκριμένο κείμενο ὅμως δὲν κάνει κάτι τέτοιο. Δὲν ὁμολογεῖ τὴν πίστη, ἀλλὰ ζητᾶ διοικητικὴ ὑποταγή, ἀπαιτεῖ ἀποδοχὴ συγκεκριμένων συνοδικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐπιβάλλει ἀπόλυτη ὑπακοὴ χωρὶς θεολογικὰ ὅρια. Ἔτσι, δὲν πρόκειται γιὰ ὁμολογία πίστεως, ἀλλὰ γιὰ δήλωση θεσμικῆς ὑπακοῆς.

Β. Ἕνα βασικὸ πρόβλημα τοῦ κειμένου εἶναι ὅτι ἐξισώνει ὅλες τὶς Συνόδους. Ζητᾶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ Ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης (2016). Αὐτὴ ἡ ἐξίσωση εἶναι σοβαρὸ λάθος. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἔχουν μοναδικὸ καὶ ἀλάθητο δογματικὸ κῦρος. Ἀντίθετα, οἱ Τοπικὲς καὶ οἱ σύγχρονες Σύνοδοι κρίνονται στὴν πράξη καὶ στὸν χρόνο καὶ γίνονται δεκτὲς ἢ ἀπορρίπτονται ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅλες παρουσιάζονται ὡς ἰσότιμες, καταργεῖται ἡ πατερικὴ τάξη καὶ δίνεται στὴ Σύν­οδο τῆς Κρήτης κῦρος ποὺ δὲν ἔχει, λόγῳ τῶν αἱρετικῶν της ἀποφάσεων.

Γ. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης παραβιάζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ὅτι κάθε Σύνοδος κρίνεται ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΣ  ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν αὐτοδικαιώνεται.

Οἱ Πατέρες (βλ. 4η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, Χαλκηδόνα 451) καθόρισαν ὅτι ἡ ἐγκυρότητα τῶν ἀποφάσεων μίας Συνόδου ἐπιβεβαιώνεται, μόνο ὅταν ἡ πλήρης Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὸ σύνολο τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὶς ἀποδέχεται. Ἡ διοικητικὴ ἐπιβολὴ ἀποδοχῆς παρακάμπτει αὐτὴν τὴν ἀρχὴ καὶ δημιουργεῖ κίνδυνο αὐθαίρετης ἐφαρμογῆς κανόνων, ἀντὶ τῆς θεολογικῆς κρίσης.

Ἀγνοεῖται στὸ κείμενο  ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ δὲν ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὑπάρχουν τέσσερις αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ δὲν ὑπέγραψαν τὰ τελικὰ κείμενα, ἀλλὰ ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς Συνόδου ἐμφανίστηκε ἐντονότερα  καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρακτική τῆς ἀποτείχισης.  Ἔτσι, τὸ κῦρος τῆς Κολυμπάριας Συνόδου  ἐπιβάλλεται διοικητικὰ καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Αὐτὸ ἀποτελεῖ  αὐταρχισμό, περιορίζει τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως καὶ δημιουργεῖ ἕνα νέο καὶ ξένο πρὸς τὴν Παράδοση κριτήριο ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

Γ. Προβληματικὴ εἶναι καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» στὴ  φράση «σεβασμὸν εἰς τὰς πανορθοδόξως ἰσχυούσας σχέσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, εἶναι μία. Ἡ χρήση τέτοιων ἐκφράσεων δημιουργεῖ σύγχυση, σὰν νὰ ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες, καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ γλώσσα τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ λάθος λέξεων, ἀλλὰ γιὰ ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς συνείδησης.

Δ. Τὸ κείμενο ἀπαιτεῖ ἐπίσης ἀπόλυτη ὑπακοή, μὲ φράσεις ὅπως «δηλώνω ἀπερίφραστα ὑπακοή». Ἡ δήλωση «ἀπεριφράστου ὑπακοῆς» πρὸς τὴ διοικοῦσα Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, στερούμενη τῆς  προϋπόθεσης  «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀν­θρώποις», ἐκτρέπεται σὲ ἕνα ἐκκλησιολογικὸ ὁλοκληρωτισμό. Στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ὑπακοὴ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ τὴ Σύνοδο δὲν εἶναι τυφλή, οὔτε ἄνευ ὅρων, ἀλλὰ ἑδράζεται στὴν ταύτιση τοῦ προεστῶτος μὲ τὴν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ  Ὀρθόδοξη Παράδοση δὲν γνωρίζει ὑπακοὴ χωρὶς ὅρια. Ἡ ὑπακοὴ ἔχει νόημα μόνο ὅταν βρίσκεται μέσα στὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες μιλοῦν γιὰ συνοδικότητα καὶ κοινὴ εὐθύνη καὶ ὄχι γιὰ τυφλὴ διοικητικὴ ὑποταγή. Ὑπακοὴ ποὺ ἀγνοεῖ τὴν ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀρετή, ἀλλὰ πνευματικὸς κίνδυνος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πλάνη.

Ε. Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ἡ συνολικὴ καταδίκη τῆς ἀποτείχισης , ποὺ ἐντέχνως τὴν ὀνομάζει ἀποτειχισμὸ, γιὰ νὰ ταυτιστεῖ ἀκουστικὰ στὸν λαὸ μὲ τὶς ἄλλες καταδικασμένες αἱρέσεις ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (Ἀρειανισμὸς – Μονοφυσιτισμὸς κ.λ.π). Ἡ ἀπόρριψη αὐτὴ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει καὶ ἐπαινεῖ τὴ διακοπὴ μνημοσύνου, ὅταν ἕνας ἐπίσκοπος κηρύττει δημόσια αἵρεση. Ἡ γενικευμένη καταδίκη τῆς πράξης αὐτῆς, ἡ ὁποία ἱστορικὰ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὴ στάση Ἁγίων Πατέρων (ὅπως ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός), ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ἴδια τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κείμενο καταδικάζει ὡς αἱρετικὸ καὶ ἀπορρίπτει Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (15ος-ΑΒ Συνόδου) καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

ΣΤ. Τὸ ὕφος τοῦ κειμένου, νομικίστικο καὶ πιεστικό, δὲν ἐκφράζει τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ θυμίζει κείμενα ἐξαναγκασμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, δὲν ἐπιβάλλει τὴν πίστη μὲ ἀπειλὲς ἢ διοικητικὰ μέτρα. Ἡ ἀληθινὴ ὁμολογία γίνεται ἐλεύθερα καὶ συνειδητά.

Ζ. Τέλος, τὸ κείμενο δημιουργεῖ ἕνα ἐπικίνδυνο ἱστορικὸ προηγούμενο. Θυμίζει περιπτώσεις τοῦ παρελθόντος, ὅπως τοὺς ἀρειανικοὺς λίβελλους, τὶς πιέσεις τῆς Εἰκονομαχίας καὶ τὶς ὑπογραφὲς τῆς Συνόδου Φλωρεντίας. Ἡ ἱστορία δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δικαίωσε ὅσους ἀντιστάθηκαν καὶ ὄχι ὅσους ὑπέγραψαν ἀπὸ φόβο ἢ πίεση.

  Συμπερασματικά

  Τὸ κείμενο μέσα ἀπὸ τὴ συσσώρευση νομικίστικων ὅρων καὶ τὴν ἐπιβολὴ μίας καταναγκαστικῆς ὁμοφωνίας, ὑπονομεύει τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης. Ἀντὶ γιὰ κείμενο πνευματικῆς μαρτυρίας, λειτουργεῖ ὡς ἐργαλεῖο διοικητικῆς ἐπιβολῆς, ὑποβαθμίζοντας τὴ θεολογία σὲ νομικὴ νομιμοφροσύνη καὶ ἀντιμετωπίζει τὴν Ἐκκλησία  μὲ ὅρους αὐστηρῆς διοίκησης.

  Ἱστορικά, οἱ Πατέρες ἐπέκριναν καὶ καταδίκαζαν κάθε μορφὴ διοικητικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἡ Ἀρειανικὴ περίοδος καὶ ἡ Εἰκονομαχία ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ παραδείγματα, ὅπου λίβελλοι καὶ ὑπογραφὲς ὑπὸ πίεση ὑπονόμευσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, καὶ οἱ Πατέρες δικαίωσαν ὅσους παρέμειναν πιστοὶ στὴν Ἀλήθεια. Ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861) ἐπιτρέπει καὶ ἐγκρίνει τὴν ἀποκοπὴ μνημοσύνου σὲ περίπτωση δημόσιας αἵρεσης, γεγονὸς ποὺ ἀντιπαραβάλλεται στὴν αὐθαίρετη καταδίκη τῆς ἀποτείχισης ἀπὸ τὸ Λίβελλο. Ἡ γενικευμένη ἐπιβολὴ ὑπακοῆς χωρὶς θεολογικὸ κριτήριο, ἑπομένως, εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.



Τετάρτη, Αυγούστου 20, 2025

 

    Γιὰ ποιόν λόγο καθαιρέθηκε ὁ Μητροπολίτης Πάφου Τυχικός;

Σὲ αὐτὸ τὸ βίντεο ἀναλύσαμε λεπτομερῶς ὅλες τὶς κατηγορίες ποὺ διατυπώθηκαν ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτη Πάφου Τυχικοῦ καὶ δείξαμε τὴν ἀστάθειά τους. Ἐξετάσαμε κάθε σημεῖο χωριστὰ καὶ εἴδαμε ὅτι οἱ κατηγορίες ἐναντίον του δὲν ἔχουν κανονικὸ ἔρεισμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἴδια ἡ δίκη τοῦ Μητροπολίτη ὑπῆρξε ἀντικανονική. Ὅλα τὰ παρουσιασμένα ἐπιχειρήματα δείχνουν ὅτι ἡ διαδικασία εἶχε προκατειλημμένο χαρακτῆρα καὶ δὲν ἀνταποκρινόταν στὸ πνεῦμα καὶ τοὺς κανόνες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου.