Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 27, 2026

 

ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ: Κριτήριον λογισμοῦ ἢ παραλογισμοῦ;

  

Τοῦ κ. Νικολάου Ζαχαριάδη,

Καθηγητοῦ θεολόγου – Συγγραφέως

  Μέγα ἀτόπημα… ἐν μέσῳ τῶν Ἁγίων ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, πάντοτε κάποιος «μαϊντανὸς» θὰ ξεφυτρώσει, γιὰ νὰ χλευάσει – εἰρωνευτεῖ καὶ βλασφημήσει «ἐν μέσῳ βιομηχανίας ψευδολογίας» καὶ δὴ τορνευμένων ἀναληθειῶν τὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων, τὸ «ΑΓΙΟ ΦΩΣ».

  Δυστυχῶς τὴ 16η Ἀπριλίου 2022 ἡμέρα Σάββατο καὶ ὥρα 5:20 ἀπόγευμα, ἀπὸ τὴ συχνότητα τοῦ κρατικοῦ ραδιοφώνου τῆς ΕΡΑ Α΄ Πρόγραμμα παρουσιάστηκε τὸ βιβλίο κάποιου ποὺ δηλώνει ἄθεος, μὲ τοὺς γνωστοὺς φωστῆρες του, μὲ τὸν τίτλο «Ἅγιο Φῶς οἱ ρίζες τῆς ἀμφισβήτησης», γεγονὸς ποὺ ὁ ἴδιος χαρακτήρισε ὡς «παραμυθάκια» καθώς καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας ΜΑΣ. Τὸ βιβλίο του ἀναφέρει ὅτι ἡ ἁφὴ τοῦ Ἁγίου Φωτός, δὲν ἀποτελεῖ θαῦμα, πραγματοποιεῖται μὲ ἀνθρώπινη παρέμβαση, μὲ ἕνα ἐπικερδῆ ἐκκλησιαστικὸ μηχανισμό, ποὺ κρατᾶ, τοὺς Ἕλληνες δέσμιους τῆς δεισιδαιμονίας καὶ τῆς ἀμάθειας, στηριζόμενος σὲ κείμενα τοῦ Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη, τὰ ὁποῖα ἀναπαρήγαγε ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς ὡς δικά του. Αὐτὰ εἶναι «κλεψίτυπα». Ὁ Κοραῆς ὡς γνωστὸν ὑπῆρξε ὑπέρμαχος τοῦ μαύρου τρόμου τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, δὲν ἔζησε στὴν Ἑλλάδα. Ὁ Κοραῆς ἦταν ἀντορθόδοξος καὶ πολέμησε μὲ μανία τὴν Ὀρθοδοξία. Πολέμησε μὲ λύσσα τὴν ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ. Πολέμησε μὲ δόλο τὸν Ἱερὸ ΜΑΣ κλῆρο, χωρὶς νὰ ἔχει γνώση περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Ὁ δὲ Νεόφυτος Ἁγιορείτης μοναχὸς Καυσοκαλυβίτης, ὁ ἀφελὴς καὶ πλανεμένος στηρίζεται στὴν ἀπιστία καὶ ἀθεΐα του σὲ μία ἐντελῶς ἀναπόδεικτη καὶ αὐθαίρετη μαρτυρία ποὺ δηλώνει ὅτι δῆθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἐφραὶμ ὁ Β (1866 – 1771) χαρακτήρισε ὡς «χειροποίητον μηχανουργία τὴν παρουσίαση τοῦ Ἁγίου Φωτὸς καὶ ἀναφέρει δῆθεν… “Οὗ κἀγώ φησι τὴν δραματουργίαν αὐτοψεί κατανοήσας». Ἡ μαρτυρία αὐτὴ τοῦ Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη εἶναι ἀναπόδεικτη καὶ ἂν ἀκόμα ἦταν τεκμηριωμένη, μὲ ἐντυπωσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι ἐμμένουν σὲ αὐτὴν καὶ ἀφήνουν τὶς ἄλλες μαρτυρίες ἱερέων, λαϊκῶν, Ἐπισκόπων, Πατριαρχῶν ποὺ βίωσαν τὸ θαῦμα τὸ συγκλονιστικό τοῦ Ἁγίου Φωτὸς καὶ βιώνουν σὲ κάθε ἐποχή… Ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης ἐκμεταλλεύτηκε τὴν κόντρα ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ Ἁγίου Ὄρους καὶ Ἱεροσολύμων, στηριζόμενος σὲ ἀστήρικτες ψευδολογίες… προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τοὺς δόλιους σκοπούς του. Ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης ἦταν μοναχὸς ἐκκλησιαστικός, συγγραφέας καὶ γεννήθηκε στὴν Πάτρα τὸ 1749· ἦταν καὶ διευθυντὴς τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶχε Ἑβραίους γονεῖς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆρε τὸν συφερτὸν τῆς ψευδολογίας καὶ πλάνης περὶ Ἁγίου Φωτός.

Τὴν ψευδῆ μαρτυρία περὶ Ἁγίου Φωτὸς τοῦ Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη τὴν θεωροῦν σημαντικὴ οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Ἁγίου Φωτός.

Ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης μνημονεύει προφορικὴ ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἐφραὶμ τοῦ Β΄. Γραπτὴ δήλωση τοῦ Πατριάρχη δὲν ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ… Ἄρα Ἡ διάσωσή της ὀφείλεται στὸ Νεόφυτο τὸν ἀναξιόπιστο συγγραφέα, ποὺ ἀκολουθεῖ, τὶς πλάνες του καὶ ὁ Κοραῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Ἐφραὶμ ἀναφέρει ὅτι θὰ ἀφορίσει, ἐκείνους ποὺ μὲ λόγια καὶ ἔργα, ἐμποδίζουν τὴν μετάβαση τῶν πιστῶν στοὺς Ἁγίους Τόπους, καὶ θέλει νὰ πείσει ὁ Καυσοκαλυβίτης μὲ τὶς μηχανουργίες του ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος καταργεῖ τὴν Τελετὴ Ἁφῆς τοῦ Ἁγίου Φωτὸς ὡς χειροποίητον μηχανουργία!!! (πρβλ. Μεταλληνὸς Δ. Γεώργιος, ὅ. π. σελ. 435) Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Πατριάρχης Ἐφραὶμ στράφηκε ἐναντίον τοῦ θαύματος τοῦ «Ἁγίου Φωτὸς», ἂν βέβαια ἦταν ὀρθὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη, τὴν ὁποία μαρτυρία τὴν παίρνει καὶ ἀναπαραγάγει ὁ Κοραῆς. Ὡς Ἁγιορείτης ὁ Καυσοκαλυβίτης κατατρέχει τοὺς Ἁγιοταφίτες (Κων. Οἰκονόμου, «Σημειώσεις τινὲς ἐκ τοῦ Β’ Ἀντιρρητικοῦ» στὸ Μεταλληνὸς Δ. Γεώργιος ὅ. π. σελ. 397). Οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Ἁγίου Φωτὸς θεωροῦν σημαντικὴ τὴν περὶ «Ἐπιταφίου Φωτὸς» τοῦ Καυσοκαλυβίτη.  Ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης πλανήθηκε περὶ τοῦ Ἁγίου Φωτός. Οἱ ἁγιορεῖτες λένε «Εὔκολο εἶναι κάποιος νὰ πλανηθεῖ… δύσκολο νὰ ξεπλανηθεῖ». Εἶναι ἄχρηστος καὶ σκοτεινὸς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν δὲν ἔχει τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ. «Ἐξαπόστειλον τὸ φῶς ΣΟΥ καὶ τὴν ἀλήθειάν ΣΟΥ· αὐτὰ μὲ ὡδήγησαν» (Ψαλμὸς μβ’, 3). Νὰ ξέρετε ὅτι οἱ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι ὅπως εἶναι ὁ Κοραῆς – ὁ Καυσοκαλυβίτης καὶ οἱ σύγχρονοι ἄθεοι (μαϊντανοὶ) ποὺ τονίζουν ὅτι «θαῦμα μὲ ραντεβοὺ δὲν γίνεται», εἶναι πάντα εὔπιστοι, προκειμένου νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Θεό. Ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς προτρέπει μὲ τὸ «Ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε, δοκιμάζοντες τί ἐστιν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ» (Ἐφεσίους 5 κεφ. 8, 10).

ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑΙ ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ

1. Τὸ 1579 οἱ Ἀρμένιοι δὲν ἄφηναν τὸν Πατριάρχη νὰ εἰσέλθει στὸ ἱερὸ κουβούκλιο καὶ ἔμεινε ἔξω μὲ τοὺς πιστούς, Ἔγινε τὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα!!! Τὸ ΑΓΙΟ ΦΩΣ διέσχισε τὴν κολώνα ποὺ τὴν βλέπουμε μέχρι σήμερα. Τότε ὁ Χότζας ἀπὸ τὴ λάμψη τοῦ Ἁγίου Φωτὸς ὁμολόγησε τὸ θαῦμα καὶ εἶναι μάρτυρας τῆς ἐκκλησίας μας μὲ τὸ ὄνομα Ἅγιος Τουνόμ. Γιορτάζεται τὴν 18η Ἀπριλίου.

2. Ὑπάρχουν 42 ἱστορικὲς μαρτυρίες ἀδιαμφισβήτητες περὶ τοῦ θαύματος τοῦ «Ἁγίου Φωτὸς» ἀπὸ τὸν 9ο – 16ο αἰώνα ἀπὸ ὀρθόδοξους Ἄραβες – Μουσουλμάνους ἀκόμα καὶ ἄθεους ποὺ τὸ πίστεψαν…

3. Τὸ Ἅγιο Φῶς εἶναι γαλαζωτὸ καὶ γιὰ λίγα λεπτὰ δὲν καίει εἶναι (ἄκτιστο) κατὰ τὸν π. Γ. Μεταλληνό, μετὰ γίνεται κτιστό.

4. Στὴν περίπτωση τῶν θαυμάτων ὅπως εἶναι τὸ «Ἅγιο Φῶς», ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός βλέπει ἐξωτερικὰ τὰ γεγονότα, ἀλλὰ τὴν θείαν ἐπέμβαση καὶ παρουσία τὴ ζεῖ ἐσωτερικὰ μὲ τὴν πίστη του.

5. Τὸ Ἅγιο Φῶς βγαίνει κάθε Μεγάλο Σάββατο ὑπὸ μορφὴ τοξοειδῶν λάμψεων – κατευθύνεται καὶ πλημμυρίζει τὸ χῶρο τοῦ Πανίερου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως. Ἤμουνα αὐτόπτης μάρτυρας τοῦ θαύματος!!! Τέλος, κύριε Διευθυντὰ τοῦ Κρατικοῦ ραδιοφώνου τῆς ΕΡΤ σᾶς ἐρωτῶ. Πληρώνουμε τὸ Κρατικό μας ραδιόφωνο, γιὰ νὰ βάζετε δεδηλωμένους ἀθέους, νὰ βρίζουν μὲ ἀναλήθειες καὶ ψεύδη τὰ Ἱερὰ καὶ Ὅσια τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἀγέραστης δασκάλας μας, πού λέγεται ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; Παρόλες τὶς διαμαρτυρίες καὶ τὰ τηλεφωνήματά ΜΑΣ γιὰ τὴ συγκεκριμένη ἐκπομπὴ ποὺ διαφημίσατε προηγουμένως, μᾶς ἀγνοήσατε…

Γιατί μήπως τὸ ἐπιβάλλει ἡ Νέα Τάξη Πραγμάτων; Ὁ Χριστός, Θεὸς ἀληθινὸς μένει στὸν αἰώνα «Ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. Κεφ. 6, στίχ. 2) «Γνώσεσθε τὴν Ἀλήθειαν (Περὶ Ἁγίου Φωτὸς) καὶ ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώσει ἡμᾶς» (Ἰωάν. Κεφ. 7, στίχ. 32).

Συμπερασματικά:

1. Δυστυχῶς τὴν ἀλήθεια πάρα πολλοὶ τὴν γνωρίζουν. 2. Ἐλάχιστοι τὴν βιώνουν. 3. Μετρημένοι στὰ δάχτυλα τὴν παρουσιάζουν μὲ θάρρος, δύναμη, παρρησία καὶ θέληση. Οἱ ἄθεοι παραποιοῦν τὴν ἀλήθεια… 4. Ἡ ἐκλεγμένη μας Κυβέρνηση θέλει νὰ ἐπιλέγει ἄθεους γιὰ ὑποψήφιους βουλευτές;  5. Ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ξεχνᾶ… καὶ τιμωρεῖ… «Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. Κεφ. 6, στίχ. 7).



Δευτέρα, Απριλίου 20, 2026

 

εικόνα άρθρου: Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, Κυριακή του Πάσχα

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» Κυριακὴ τοῦ Πάσχα (Ἰωάν. 1,1-17)


ΕΟΡΤΗ ΕΟΡΤΩΝ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί. Ἀνάλογο δὲ πρὸς τὸ ὕψος τῆς ἑορτῆς εἶνε καὶ τὸ εὐαγγέλιο. Εἶνε ἡ ἀρχὴ τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου, τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ἔγραψε ὁ Ἰωάννης, ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς τὸ βράδι τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἀκούμπησε τὸ κεφάλι του στὸ στῆθος τοῦ Κυρίου, ἄκουσε τοὺς κτύπους τῆς καρδίας του, καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ὡς ἀπὸ ὠκεανὸν ἤντλησε τὰ μεγάλα ῥεῖθρα τῆς διδασκαλίας.

Ἴλιγγος σὲ καταλαμβάνει. Ὁ ἀετὸς τῆς Πάτμου (ἔτσι ὀνομάζεται θεολογικῶς ὁ Ἰωάννης, διότι στὴν Πάτμο ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιο), φτάνει σὲ ὕψος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ φθάσῃ ἀνθρώπινη διάνοια· «Ἐν ἀρχὴ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1). Τί καταλάβατε, ἀγαπητοί μου; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει, ὅτι οἱ ἀκροαταὶ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου πρέπει νὰ εἶνε ὄχι ἄνθρωποι ἀλλὰ ἄγγελοι. Μόνο ἄγγελοι τὸ καταλαβαίνουν. Ἀλλ᾿ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ εμαστε ἄγγελοι διαρκῶς, τοὐλάχιστον ἂς γίνουμε γιὰ λίγες στιγμὲς ἐδῶ στὴν ἐκκλησία ποὺ λέμε· «Οἱ τὰ χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες…». Τὴν ὥρα αὐτὴ ἂς ἀνεβοῦμε στὰ ὕψη τοῦ Εὐαγγελίου.

Δὲν εμεθα δυστυχῶς ἄξιοι νὰ τὸ ἀκούσουμε. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· Θεέ μου, πῶς νὰ κηρύξω ἀπόψε; Πῶς νὰ ἑρμηνεύσω τὸ Εὐαγγέλιό σου, ὅταν ἡ ἁμαρτία μᾶς διέφθειρε μέχρι σημείου, ὥστε ὄχι ἄγγελοι δὲν εμεθα, ὄχι ἄνθρωποι δὲν εμεθα, ἀλλ᾿ οὔτε κτήνη εμεθα; Ἀναφέρει καὶ μιὰ ἄλλη εἰκόνα· Ὅταν, λέει, ἔχῃς μιὰ λύρα, μιὰ κιθάρα, δὲν πᾷς μ᾿ αὐτὴν νὰ παίξῃς σ᾿ ἕνα κοπάδι ζῴων. Τί καταλαβαίνουν τὰ ζῷα; Ἔτσι καὶ ὁ ἀφώτιστος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβῃ τοὺς ἤχους τῆς ἐναρμονίου αὐτῆς λύρας ποὺ λέγεται ἀρχὴ τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου.

Ἄντε νὰ πᾷς τὴν ὥρα αὐτὴ στὶς ταβέρνες, στὰ κέντρα, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐγκατέλειψαν τὴν ἱερὰ ἀκολουθία καὶ σὰν τὰ κοράκια πέσανε στὴ μαγειρίτσα καὶ τὶς ἄλλες τροφές, ἄντε νὰ πᾷς νὰ τοὺς διαβάσῃς τὸ Εὐαγγέλιο. Καμμία σημασία δὲν θὰ δώσουν. Δὲν ἔχουν ἰδέα τῶν ὑψίστων αὐτῶν ἐννοιῶν.

Πρέπει νὰ συντονίσουμε τὶς ψυχές μας, ἀγαπητοί μου. Ὅπως συντονίζεις τὸ ῥάδιο γιὰ νὰ συνδεθῇς μὲ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα σταθμὸ ἢ ὅπως στὴν τηλεόρασι πιάνεις τὸ κανάλι, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς πρέπει τώρα νὰ ῥυθμίσουμε τὶς ψυχές μας στὰ κύματα τοῦ Ἰωάννου, στὸ κανάλι του.

Ποιό εἶνε τὸ θέμα του; Σήμερα ὁ Ἰωάννης πρῶτον φιλοσοφεῖ, δεύτερον θεολογεῖ, καὶ τρίτον χριστολογεῖ. Κέντρο δὲ τῆς οὐρανίου καὶ ἐμπνευσμένης σκέψεώς του εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτός εἶνε ὁ ἄξων, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο κινοῦνται δίκην ἀστέρων ἀειλαμπῶν ὅλες οἱ ἰδέες, ἀγαπητοί μου.

Ὁ Χριστός. Τί εἶνε ὁ Χριστός;

Νὰ μιλήσω μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ Πλάτωνος; Σᾶς λέω λοιπόν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ «ἐπέκεινα». Τί θὰ πῇ αὐτό; Ὁ «ἐπέκεινα» εἶνε, ἁπλούστερα, ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται πέρα τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι εμεθα κεκλεισμένοι μέσα στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο. Κινούμεθα ἐντὸς περιωρισμένου χρόνου καὶ τόπου. Ζοῦμε σὲ μιὰ ὡρισμένη χρονικὴ περίοδο καὶ κινούμεθα σὲ ἕναν ὡρισμένο τόπο. Ἐκτὸς χρόνου καὶ ἐκτὸς χώρου εἶνε ἕνας καὶ μόνο· ὁ Χριστός.

Ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζεται σὲ κάποιο χρόνο· γι᾿ αὐτὸ λέγεται ἄχρονος. Ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζεται σὲ ἕνα τόπο· γι᾿ αὐτὸ λέγεται πανταχοῦ παρών. Μέγα μυστήριο. Νὰ τὸ κάνω λιανά; Ναί. Γιατὶ αὐτὸς εἶνε ὁ σκοπός μας· ὄχι νὰ σᾶς θαμπώνουμε μὲ λόγια.

Λοιπὸν ἁπλούστερα. Μὲ τὰ φτερὰ τῆς φαντασίας ἂς πετάξουμε στὸ χρόνο μέσα στοὺς αἰῶνας. Μὲ ταχύτητα μεγάλη ἂς πᾶμε πολὺ βαθειά. Νὰ περάσουμε αἰῶνες καὶ χιλιετίες καὶ ποῦ νὰ φτάσουμε; Νὰ φτάσουμε σὲ μιὰ στιγμὴ ―προσέξτε―, ποὺ ἐπάνω στὴ γῆ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Αὐτὸ εἶνε καὶ ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένο. Ἀποδεικνύεται, ὅτι κάποτε δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Τώρα φτάσαμε τὰ 7.500 ἔτη ἀπὸ κτίσεως κόσμου. Ἀλλὰ ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπῆρχε.

Προχωροῦμε. Ὑπῆρξε ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε πανίς. Δὲν ὑπῆρχε ἕνα λουλουδάκι, ἕνα κρίνο, ἕνα τριαντάφυλλο, ἕνα δέντρο, μιὰ ἰτιά, ἕνας πλάτανος, ἕνα πεῦκο. Ὑπῆρξε ἐποχή, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν πτηνά, ἀηδόνια, χελιδόνια κ.λπ.. Ὑπῆρξε ἐποχή, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ποταμοί, λίμνες, θάλασσες κ.λπ.. Προχωρῆστε. Τί θὰ συναντήσετε; Θὰ φθάσουμε σὲ μιὰ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε ἥλιος. Κι αὐτὸ ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένο. Προχωροῦμε στὰ βάθη τῶν αἰώνων, μέσα στὸ χρόνο τοῦ παρελθόντος. Ὑπῆρξε ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχαν ἄστρα, τὰ ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια ἄστρα. Προχωρῆστε ἀκόμα περισσότερο μέσα στὸ ἄπειρο. Θὰ βρῆτε μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε οὔτε ὕλη. Ἡ ὕλη δὲν εἶνε αἰώνιος. Εἶνε ψευδὲς τὸ δόγμα περὶ αἰωνιότητος τῆς ὕλης. Δὲν ὑπῆρχε πάντοτε ὕλη.

Τί ὑπῆρχε, λοιπόν, τότε; Ὑπῆρχε ἡ ἁγία Τριάς! Ὦ Θεέ μου, ὦ ἁγία Τριάς, Πατὴρ Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα, σῶσον ἡμᾶς, ἐλέησον ἡμᾶς καὶ φώτισον ἡμᾶς, νὰ ἐννοήσουμε τὰ μεγάλα αὐτὰ μυστήρια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, εἶνε ἐπέκεινα πάντων. Δὲν ὑπῆρξε, δὲν ὑπῆρξε ποτέ ἐποχή, ποὺ δὲν ὑπῆρχε Χριστός! Ἰδού ἡ τεραστία διαφορά μας μὲ τοὺς αἱρετικούς. Γι᾿ αὐτό ἀγωνίστηκε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καταπολεμῶν τὸν Ἄρειο. Αὐτή εἶνε ἡ διαφορά μας καὶ σήμερα μὲ τοὺς χιλιαστάς. Οἱ χιλιασταὶ παραδέχονται τὸ Χριστό· ἀλλὰ δὲν τὸν παραδέχονται πρὸ πάσης κτίσεως, «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων» (Σύμβ. πίστ.), ἐπέκεινα πάντων. Αὐτὸ λοιπὸν λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν» (Ἰωάν. 1,1).

Τὸ δὲ σπουδαιότερο ποιό εἶνε; Ὅτι ―προσέξτε― ὁ ἄχρονος εἰσῆλθε στὸν χρόνο καὶ ὁ ἐκτὸς χώρου εἰσῆλθε στὸν χῶρο. Πῶς καὶ πότε ἔγινε αὐτό; Ὁ Θεός, ὁ Χριστός, φόρεσε σάρκα ἀνθρωπίνη καὶ περπάτησε πάνω στὴ Γῆ.

Νὰ σᾶς δώσω μιὰ εἰκόνα καὶ τελειώνω. Πρὸ ἐτῶν ὁ κόσμος ἔμεινε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα, ὅταν ἔμαθε, ὅτι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πάτησε στὸ φεγγάρι. Μεγάλο πρᾶγμα. Ἀλλ᾿ ἐγὼ σᾶς λέω κάτι ἄλλο σπουδαιότερο· καὶ ἂν δὲν τὸ θαυμάσετε, δὲν εἶστε Χριστιανοί. Θαυμάζετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πάτησε στὸ φεγγάρι; Θαυμάστε λοιπὸν τώρα ἕνα ἄλλο γεγονός· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπάτησε πάνω στὴ Γῆ! Τὰ πατήματά του εἶνε ἐδῶ, στὴ Γαλιλαία, στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος, στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ κ.λπ.. Φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα. Καὶ ὁ ἄχρονος Θεὸς ἔγινε ἐν χρόνῳ. Καὶ ὁ ἐκτὸς χώρου εὑρέθη σὲ ὡρισμένο τόπο. Ἔζησε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ δίδαξε.

Καὶ εἶνε Θεός, Θεὸς ἀληθινός! Ἀποδείξεις; Ἂν μπορῇς νὰ μετρήσῃς τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου, ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὶς ἀποδείξεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ διδασκαλία του, τὰ θαύματά του, ὁ ἄσπιλος βίος του· τὸ ἀποδεικνύει ἡ σταύρωσις καὶ ἡ τριήμερος ταφή του.

Τὴν θεότητα ὅμως τοῦ Χριστοῦ βεβαιώνει προπαντὸς ἡ ἀνάστασί του, τὸ τρισμέγιστο τοῦτο γεγονός. Ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλὰ ἀνέστη αὐτεξουσίως καὶ «ὤφθη» (=φανερώθηκε) στοὺς μαθητάς (Πράξ. 13,31), καὶ ζῇ εἰς τοὺς αἰῶνας. Γι᾿ αὐτὸ ἀκοῦμε σήμερα τὸν Ἰωάννη νὰ λέῃ· «Καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (ἔ.ἀ).

Ἡ ἱστορία 20 αἰώνων μαρτυρεῖ, ὅτι εἶνε ὁ Θεός. Μέσα στὶς κατακόμβες ὑπάρχει γραμμένη μία λέξις. Οἱ μάρτυρες θυσιαζόμενοι ἔγραφαν ἐπάνω στὶς πλάκες μὲ τὸ αἷμα τους στὰ λατινικά· το «Ζῌ». Ζῇ· δὲν εἶνε ὅπως οἱ ἄλλοι. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος πέθανε, ὁ Καῖσαρ πέθανε, ὁ Λένιν πέθανε, ὁ Μὰρξ πέθανε, οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι πέθαναν. Ἡ δική μας θρησκεία εἶνε ἡ μόνη ποὺ ἔχει ἀρχηγὸ μὴ θνητὸ ἀλλὰ ἀθάνατο. Ὁ Μωάμεθ ἦταν θνητός· τολμοῦν οἱ Τοῦρκοι νὰ ποῦν ὅτι ζῇ; Ὁ Ζωροάστρης θνητός, ὁ Βούδδας θνητός, ὅλοι οἱ ἄλλοι θνητοί. Ἐνῷ ἐμᾶς ὁ δικός μας Θεὸς ζῇ.

Ἔχουμε ζωντανὸ Θεό. Ζῇ. Ζῆ καὶ βασιλεύει, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων, τῶν ὑλιστῶν καὶ τῶν δαιμόνων. Ζῇ καὶ βασιλεύει. Γι᾿ αὐτὸ ἀπόψε λατρεύουμε καὶ δοξάζουμε τὸν «Χριστόν, τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν»· «ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης Πάσχα 14-4-1974)



 

Σάββατο, Απριλίου 18, 2026

 

                       Πρώτη ἡ Θεοτόκος εἶδε τὸν Ἀναστάντα

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Κύριο μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατὰ τὴν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καὶ φρόντισαν νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι\’ ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Πιλᾶτο τὸ δεσποτικὸ σῶμα, τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὸ σταυρό, τὸ περιέβαλαν σὲ σινδόνια μαζὶ μὲ ἐκλεκτὰ ἀρώματα, τὸ τοποθέτησαν σὲ λαξευτὸ μνημεῖο κι\’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στὴ θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ποὺ καθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τὴ Θεομήτορα. Δὲν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Λουκᾶς.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἀνάπλαση καὶ ἐπάνοδος πρὸς τὴν ἀθάνατη ζωὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ ποὺ καταβροχθίσθηκε... ἀπὸ τὸ θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ τοῦ θανάτου ἐπανῆλθε πρὸς τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία πλάσθηκε.

Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνον στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς ἄνθρωπος νὰ πλάττεται καὶ νὰ παίρνει ζωή, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄνθρωπος ἐκείνη τὴν ὥρα, μετὰ δὲ τὴ λήψη τῆς πνοῆς ζωῆς μὲ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν εἶδε μιά γυναίκα, γιατί μετὰ ἀπὸ αὐτὸν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα. Ἔτσι τὸν δεύτερο Ἀδάμ, δηλαδὴ τὸ Κύριο, ὅταν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, κανεὶς ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ἀφοῦ δὲν παρευρισκόταν κανεὶς δικός του καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ φύλαγαν τὸ μνῆμα ταραγμένοι ἀπὸ τὸ φόβο, εἶχαν γίνει σὰν νεκροί, μετὰ δὲ τὴν ἀνάσταση πρώτη ἀπ\’ ὅλους τὸν εἶδε μία γυναίκα.

Ὑπάρχει κάτι συνεσκιασμένο ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, τὸ ὁποῖο θὰ ἀποκαλύψω στὴν ἀγάπη σας. Πραγματικὰ πρώτη ἀπ\’ ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστὸ καὶ δίκαιο, εἶδε τὸν ἀναστάντα καὶ ἀπόλαυσε τὴν ὁμιλία του καὶ ἄγγισε τὰ ἄχραντα πόδια του, ἔστω καὶ ἂν οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν τὰ λέγουν φανερά, μὴ θέλοντας νὰ φέρουν ὡς μάρτυρες τὴ μητέρα, γιὰ νὰ μὴ δώσουν ἀφορμὴ ὑποψίας στοὺς ἀπίστους. Ἐπειδὴ τώρα ὁμιλῶ πρὸς πιστοὺς θὰ διευκρινήσω τὰ σχετικά.

Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ μυροφόρες ἑτοίμασαν τὰ μύρα καὶ τὰ ἀρώματα, κατὰ τὴν ἐντολή, τὸ Σάββατο ἡσύχασαν. Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει: «Τὴ πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ, ἦρθαν στὸ μνῆμα, ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ τοῦ Ἰακώβου, ἡ Ἰωάννα καὶ ἄλλες μαζί τους.» Ὁ Ματθαῖος λέγει: «ἀργὰ τὸ Σάββατο, ξημερώνοντας τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος καὶ δυὸ μυροφόρες προσῆλθαν.» Ὁ Ἰωάννης λέγει: «Τὸ πρωϊ, ἐνῶ ἦταν σκοτεινὰ καὶ ἦταν μόνο ἡ Μαρία Μαγδαληνή». Ἐνῶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρει: «Πολὺ πρωϊ τῆς πρώτης ἑβδομάδος καὶ ἦταν τρεῖς οἱ προσερχόμενες μυροφόρες.»

Πρώτη τῆς ἑβδομάδος ποὺ ἀναφέρουν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς εἶναι ἡ Κυριακή. Ἀργὰ τὸ βράδυ, ὄρθρο βαθύ, πολὺ πρωϊ καὶ πρωϊ σκοτεινὰ ἀκόμη, ὀνομάζουν τὸ χρόνο γύρω ἀπὸ τὸν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπὸ φῶς καὶ σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια νὰ διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελιστὲς μεταξὺ τους τόσο γιὰ τὴν ὥρα, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν.

Οἱ μυροφόρες ἦταν πολλὲς καὶ ἦλθαν στὸν τάφο ὄχι μία φορά, ἀλλὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς φορές, συντροφιὰ μέν, ἀλλ\’ ὄχι οἱ ἴδιες. Κατὰ τὸν ὄρθρο μὲν ὅλες, ἀλλ\’ ὄχι τὸν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς.

Ὅπως ἐγὼ ὑπολογίζω καὶ συνάγω ἀπὸ ὅλους τούς εὐαγγελιστές, πρώτη ἀπ\’ ὅλους ἦλθε στὸν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί της τή Μαγδαληνὴ Μαρία. Τὸ συμπεραίνω ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο. Γιατί λέγει, «ἦλθε ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ ἄλλη Μαρία», ποὺ ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο. Καὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, γιατί ἄγγελος Κυρίου ἦλθε, σήκωσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ κάθησε πάνω της. Ἦταν ἡ μορφή του σὰν ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμά του λευκὸ σὰν χιόνι καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους ταράχθηκαν οἱ φύλακες καὶ ἔγιναν σὰν νεκροί».

Νομίζω ὅτι γιὰ τὴ Θεοτόκο ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος τάφος (γιατί γι\’ αὐτὴ πρώτη καὶ μέσω αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθεῖ σ\’ ἐμᾶς ὅλα, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ) γι\’ αὐτὴν ἄστραψε ὁ ἄγγελος νὰ δεῖ τὸν ἄδειο τάφο καὶ τὸ μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων χωρὶς τὸν ἀναστάντα Κύριο. Καὶ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστὴς αὐτὸς ἄγγελος ἦταν ὁ Γαβριήλ, ποὺ ἀνάφερε τὴν ἀνάσταση δείχνοντας τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ λέγοντας στὶς μυροφόρες νὰ τὴν ἀναγγείλουν στοὺς μαθητές. Καὶ τότε «ἐξῆλθαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη».

Ἐγὼ νομίζω καὶ πάλι ὅτι τὸν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τὴ μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τὰ χαρμόσυνα λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου τὰ ὁποῖα πίστευσε καὶ ἀπὸ τὰ τόσα ἀξιόπιστα γεγονότα, τοῦ σεισμοῦ, τῆς μετάθεσης τοῦ λίθου, τοῦ ἄδειου τάφου, τῶν ἄλυτων ἐνταφίων, ἀδειανῶν ἀπὸ τὸ σῶμα.

Καὶ τέλος πρώτη ἡ Θεοτόκος ἀναγνώρισε τὸν ἀναστάντα καὶ προσέπεσε στὰ πόδια του καὶ ἔγινε ἀπόστολος πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰησοῦς στὶς μυροφόρες, λέγοντας τό: «Χαίρετε».

(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ)


Πέμπτη, Απριλίου 16, 2026

 

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καταρρίπτει τά ἐπιχειρήματα τῶν ἐχθρῶν της Ἀνάστασης

Ἕνα πρωινό συζητᾶ ὁ γέροντας μέ δύο-τρεῖς ἐπισκέπτες στό σπίτι του. Ὁ ἕνας εἶναι ἰδεολόγος κομμουνιστής...
Ὅλο τό οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στηρίζεται στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό δέν τό λέω ἐγώ. Τό λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαῖα ἤ πίστις ἠμῶν» (Α' Κορ. ιε' 17). "Ἄν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τότε ὅλα καταρρέουν. Ὁ Χριστός ὅμως ἀνέστη, πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἄρα Θεός.
- Ἐσεῖς τά εἴδατε ὅλα αὐτά; Πῶς τά πιστεύετε;
- Ὄχι, ἐγώ δέν τά εἶδα. Τά εἶδαν ὅμως ἄλλοι, οἱ Ἀπόστολοι. Αὐτοί στή συνέχεια τά γνωστοποίησαν καί μάλιστα προσυπέγραψαν τή μαρτυρία τους μέ τό αἷμα τους. Κι ὅπως ὅλοι δέχονται, ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑψίστη μαρτυρία.
Μέ βάση ἕναν πολύ ὡραῖο συλλογισμό τοῦ Πασκάλ λέμε ὅτι μέ τούς Ἀποστόλους συνέβη ἕνα ἀπό τά τρία: Ἤ ἀπατήθηκαν... ἤ μᾶς ἐξαπάτησαν ἤ μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.
"Ἄς πάρουμε τήν πρώτη ἐκδοχή. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπατήθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι ὅσα ἀναφέρουν δέν τά ἔμαθαν ἀπό ἄλλους. Αὐτοί οἱ ίδιοι ἦσαν αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες ὅλων αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου δέν ἦσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι οὔτε εἶχαν καμμιά ψυχολογική προδιάθεση γιά τήν ἀποδοχή τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντιθέτως ἦσαν τρομερά δύσπιστοι. Τά Εὐαγγέλια εἶναι πλήρως ἀποκαλυπτικά αὐτῶν τῶν ψυχικῶν τους διαθέσεων: δυσπιστοῦσαν στίς διαβεβαιώσεις ὅτι κάποιοι Τόν εἶχαν δεῖ ἀναστάντα.

Καί κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρίν τούς καλέσει ὁ Χριστός; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ἤ ὁραματιστές φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν συστημάτων, πού περίμεναν νά κατακτήσουν τήν ἀνθρωπότητα καί νά ἱκανοποιήσουν ἔτσι τίς φαντασιώσεις τους; Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν. Καί τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν νά πιάσουν κανένα ψάρι νά θρέψουν τίς οἰκογένειές τους.

Φέρε μου καί σύ κάποιον νά μοῦ πῆ πώς ὁ Μάρξ ἀπέθανε καί ἀνέστη καί νά θυσιάση τή ζωή του γιά τή μαρτυρία αὐτή κι ἐγώ θά τόν πιστεύσω ὡς τίμιος ἄνθρωπος.

- Νά σᾶς πῶ. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν καί πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Γιατί δέν ἀσπάζεσθε καί τόν κομμουνισμό;

- Τό εἶπες καί μόνος σου. Οἱ κομμουνιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μία ἰδεολογία ὅμως εἶναι πολύ εὔκολο νά ὑπεισέλθη πλάνη. Ἐπειδή δέ εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς νά θυσιάζεται γιά κάτι στό ὁποῖο πιστεύει, ἐξηγεῖται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Αὐτό ὅμως δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά τήν δεχθοῦμε καί ὡς σωστή.

Εἶναι ἄλλο πράγμα νά πεθαίνης γιά ἰδέες κι ἄλλο γιά γεγονότα. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως δέν πέθαναν γιά ἰδέες. Οὔτε γιά τό «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» οὔτε γιά τίς ἄλλες ἠθικές διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι πέθαναν μαρτυροῦντες ὑπερφυσικά γεγονότα. Κι ὅταν λέμε γεγονός, ἐννοοῦμε ὅ,τι ὑποπίπτει στίς αἰσθήσεις μας καί γίνεται ἀντιληπτό ἀπό αὐτές. Οἱ Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν δι' «ὅ ἀκήκοασι, ὅ ἐωράκασι τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν, ὅ ἐθεάσαντο καί αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν»(Α' Ἰωαν. α' 1-4). Γι' αὐτό καί μετά τή Σταύρωση τοῦ Κυρίου, παρά τά ὅσα εἶχαν ἀκούσει καί δεῖ, ἐπέστρεψαν στά πλοιάρια καί στά δίχτυά τους. Δέν ὑπῆρχε δήλ. σ' αὐτούς, ὅπως ἀναφέραμε, οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως γιά ὅσα ἐπρόκειτο νά ἐπακολουθήσουν. Καί μόνο μετά τήν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης.

Ἡ δεύτερη ἐκδοχή: Μήπως μᾶς ἐξαπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέματα; Ἄλλα γιατί νά μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θά κέρδιζαν μέ τά ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως ἀξιώματα, μήπως δόξα; Γιά νά πῆ κάποιος ἕνα ψέμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως, κηρύσσοντες Χριστόν καί Τοῦτον ἐσταυρωμένον καί Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τά μόνα τά ὁποῖα ἐξασφάλισαν ἦσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι ἀπό ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις καί τέλος ὁ θάνατος. Καί ὅλα αὐτά γιά ἕνα ψέμα; Εἶναι ἐντελῶς ἀνόητο καί νά τό σκεφθῆ κάποιος.

Συνεπῶς οὔτε ἐξαπατήθηκαν οὔτε μᾶς ἐξαπάτησαν οἱ Ἀπόστολοι. Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή ὅτι μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.

Θά πρέπει μάλιστα νά σοῦ τονίσω καί τό ἑξῆς: Οἱ Εὐαγγελιστές εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν πραγματική ἱστορία. Διηγοῦνται τά γεγονότα καί μόνον αὐτά. Δέν προβαίνουν σέ καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δέν ἐπαινοῦν, κανένα δέν κατακρίνουν. Δέν κάνουν καμμία προσπάθεια νά διογκώσουν κάποιο γεγονός ἤ νά ἐξαφανίσουν ἤ νά ὑποτιμήσουν κάποιο ἄλλο. Ἀφήνουν τά γεγονότα νά μιλοῦν μόνα τους.

- Ἀποκλείεται νά ἔγινε στήν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ νεκροφάνεια; Τίς προάλλες ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες γιά κάποιον Ἰνδό, τόν ὁποῖο ἔθαψαν καί μετά ἀπό τρεῖς μέρες τόν ξέθαψαν καί ἦταν ζωντανός.

- "Ἄχ, παιδάκι μου. Θά θυμηθῶ καί πάλι τό λόγο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἄπιστοι, δέν εἶσθε δύσπιστοι. Εἶσθε οἱ πλέον εὔπιστοι. Δέχεσθε τά πιό ἀπίθανα, τά πιό παράλογα , τά πιό ἀντιφατικά, γιά νά ἀρνηθῆτε τό θαῦμα!».

Ὄχι, παιδί μου. Δέν ἔχουμε νεκροφάνεια στόν Χριστό. Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τή μαρτυρία τοῦ Ρωμαίου κεντυρίωνος, ὁ ὁποῖος βεβαίωσε τόν Πιλάτο ὅτι ὁ θάνατος εἶχε ἐπέλθει.

"Ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος κατά τήν Ἴδια τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας μέ δύο μαθητές Του πρός Ἐμμαούς, πού ἀπεῖχε πάνω ἀπό δέκα χιλιόμετρα ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον νά ἔχη ὑποστῆ ὅσα ὑπέστη ὁ Χριστός καί τρεῖς μέρες μετά τό «θάνατό» του νά τοῦ συνέβαινε νεκροφάνεια; "Ἄν μή τί ἄλλο θά 'πρεπε γιά σαράντα μέρες νά τόν ποτίζουν κοτόζουμο γιά νά μπορῆ νά ἀνοίγη τά μάτια του, κι ὄχι νά περπατᾶ καί νά συζητᾶ σάν νά μή συνέβη τίποτα.

Ὅσο γιά τόν Ἰνδό, φέρε τόν ἐδῶ νά τόν μαστιγώσουμε μέ φραγγέλιο — καί ξέρεις τί ἐστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στά ἄκρα τοῦ ὁποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ἤ σπασμένα κόκκαλα ἤ μυτερά καρφιά—, φέρε τόν, λοιπόν, νά τόν φραγγελώσουμε, νά τοῦ φορέσουμε ἀκάνθινο στεφάνι, νά τόν σταυρώσουμε, νά τοῦ δώσουμε χολή καί ξύδι, νά τόν λογχίσουμε, νά τόν βάλουμε στόν τάφο, κι ἄν ἀναστηθῆ, τότε τά λέμε.

- Παρά ταϋτα ὅλες οἱ μαρτυρίες, τίς ὁποῖες ἐπικαλεσθήκατε, προέρχονται ἀπό Μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάποια μαρτυρία περί αὐτοῦ, πού νά μήν προέρχεται ἀπό τόν κύκλο τῶν Μαθητῶν του; Ὑπάρχουν δήλ. ἱστορικοί, πού νά πιστοποιοῦν τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ; "Ἄν ναί, τότε θά πιστέψω κι ἐγώ.

- Ταλαίπωρο παιδί! Δέν ξέρεις τί ζητᾶς! "Ἄν ὑπῆρχαν τέτοιοι ἱστορικοί πού νά εἶχαν δεῖ τόν Χριστό ἀναστημένο, τότε ἀναγκαστικά θά πίστευαν στήν Ἀνάστασή Του καί θά τήν ἀνέφεραν πλέον ὡς πιστοί, ὁπότε καί πάλι θά ἀρνιόσουν τή μαρτυρία τους, ὅπως ἀκριβῶς ἀπορρίπτεις τή μαρτυρία τοῦ Πέτρου, τοῦ Ἰωάννου κ.λπ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά βεβαιώνη κάποιος τήν Ἀνάστασι καί ταυτόχρονα νά μή γίνεται Χριστιανός; Μᾶς ζητᾶς «πέρδικα ψητή σέ κέρινο σουβλί καί νά λαλῆ»! Αἴ, δέν γίνεται!

Σοῦ θυμίζω πάντως, ἔφ' ὅσον ζητᾶς ἱστορικούς, αὐτό τό ὁποῖο σοῦ ἀνέφερα καί προηγουμένως: ὅτι δηλ. οἱ μόνοι πραγματικοί ἱστορικοί εἶναι οἱ Ἀπόστολοι.

Παρ' ὅλα αὐτά ὅμως ἔχουμε καί μαρτυρία τέτοια ὅπως τήν θέλεις: ἀπό κάποιον δήλ. πού δέν ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του. Τοῦ Παύλου. Ὁ Παῦλος ὄχι μόνο δέν ἦταν Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ἐδίωκε μετά μανίας τήν Ἐκκλησία Του.

- Γι' αὐτόν ὅμως λένε ὅτι ἔπαθε ἡλίαση καί ἐξ αἰτίας της εἶχε παραίσθηση.

- Βρέ παιδάκι μου, ἄν εἶχε παραίσθηση ὁ Παῦλος, αὐτό πού θά ἀνεδύετο θά ἦταν τό ὑποσυνείδητό του. Καί στό ὑποσυνείδητο τοῦ Παύλου θέσι ὑψηλή κατεῖχαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προφῆτες. Τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰακώβ καί τόν Μωυσῆ ἔπρεπε νά δῆ κι ὄχι τόν Ἰησοῦ, τόν ὁποῖο θεωροῦσε λαοπλάνο καί ἀπατεώνα!

Φαντάζεσαι καμμιά πιστή γριούλα στό ὄνειρό της ἤ στό παραλήρημά της νά βλέπη τόν Βούδδα ἤ τόν Δία;

Τόν "Ἄϊ Νικόλα θά δῆ καί τήν Ἁγία Βαρβάρα. Διότι αὐτούς πιστεύει.

Καί κάτι ἀκόμη. Στόν Παῦλο, ὅπως σημειώνει ὁ Παπίνι, ὑπάρχουν καί τά ἑξῆς θαυμαστά: Πρῶτον, τό αἰφνίδιο τῆς μεταστροφῆς. Κατ' εὐθείαν ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη. Δέν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, τό ἰσχυρόν τῆς πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις καί ἀμφιβολίες. Καί τρίτον, πίστη διά βίου. Πιστεύεις ὅτι αὐτά μπορεῖ νά λάβουν χώρα μετά ἀπό μία ἡλίαση; Δέν ἐξηγοῦνται αὐτά μέ τέτοιους τρόπους. "Ἄν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. "Ἄν δέν μπορῆς, παραδέξου τό θαῦμα. Καί πρέπει νά ξέρης ὅτι ὁ Παῦλος μέ τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του ἦταν ἄνδρας ἐξόχως πεπαιδευμένος. Δέν ἦταν κανένα ἀνθρωπάκι νά μήν ξέρη τί τοῦ γίνεται.

Θά προσθέσω ὅμως καί κάτι ἐπί πλέον. Ἐμεῖς, παιδί μου, ζοῦμε σήμερα σέ ἐξαιρετική ἐποχή. Ζοῦμε τό θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε γιά τήν Ἐκκλησία Του ὅτι «καί πῦλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Μάτθ. ις' 18), οἱ ὀπαδοί Του ἀριθμοῦσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα Ἔκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αὐτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀκλόνητη παρά τούς συνεχεῖς καί φοβερούς διωγμούς ἐναντίον της. Αὐτό δέν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Τρίτη, Απριλίου 14, 2026

 

Τι σημαίνει Διακαινήσιμος Εβδομάδα

(+)  π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

    H λέξις «Διακαινήσιμος» γιά έναν άπιστο και άθεο δεν σημαίνει τίποτα και ε­ἴτε ακούει τη λέξι ε­ἴτε δεν την ακούει εἰς την αυτήν κατάστασιν ευρίσκεται, γιά μας που πιστεύουμε, παρ’ όλη την αμαρτωλότητά μας, η λέξις «Διακαινήσιμος» είναι πολυσήμαντος.

Όλὲς δε οι ημέρες της εβδομάδος αυτής της Διακαινησίμου (Δευτέρα, Tρίτη, Tετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο), θεωρούνται ως μία ημέρα. Kαι δι’ αυτόν τον λόγον τα λόγια που ακούσαμε τη νύχτα της Aναστάσεως, αυτά τα ­ἴδια λόγια ψάλλουν οι ψάλται, τα ­ἴδια ψάλλομεν συνεχῶς επί μίαν εβδομάδα. Aκόμη δε την περίοδον της εβδομάδος αυτής επιτρέπει η Eκκλησία μας καθημερινώς να κοινωνεί ο άνθρωπος, έστω και αν την προηγούμενη μέρα έχει καταλύσει κρέας. Όπως είπαμε, θεωρείται μία ημέρα.

Ονομάσθη δε Διακαινήσιμος. Tότε, βλέπετε, η λέξις ήτο ακόμη σαφής. Aλλά τώρα με την τάσι αυτή των κουλτουριάρηδων, που μαζευτήκανε στην τηλεόρασι γιά να καταργήσουν κάθε έννοια της Ελληνικής γλώσσης, η λέξις αυτή είναι πλέον άγνωστος.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

Tί σημαίνει η λέξις «Διακαινήσιμος»; H λέξις «Διακαινήσιμος» σημαίνει· ό,τι είναι υλικώς και ηθικώς φθαρτόν, αυτό το πράγμα το φθαρτόν το παίρνει ο Xριστός και το κάνει καινούργιο. Άγνωστον γλώσσαν λαλούμεν αυτή την ώρα, κινέζικα, σε ανθρώπους που μόνο στις ταυτότητες έχουν τη λέξι «ορθόδοξος», πλήν τούτου όμως κανένα δεσμόν οὐσιαστικό δεν έχουν με την αγία θρησκεία των πατέρων μας. Διακαινήσιμος λοιπόν είναι η εβδομάδα αυτή.

Δευτέρα, Tρίτη, Tετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο μέχρι την Kυριακή του Θωμά, ονομάζεται Διακαινήσιμος. Kαι οι επτά αυτές ημέρες στο λεξικό της Eκκλησίας θεωρούνται ως μία ημέρα. Kαι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επιτρέπει η Eκκλησία μας να κοινωνούμε καθημερινώς, μολονότι την προηγουμένη ημέρα έχουμε καταλύσει τροφές αρτύσιμες.

Oνομάζεται δε η εβδομάς αυτή έτσι, γιατί στά παλιά ευλογημένα χρόνια την εβδομάδα αυτή, όσοι ειδωλολάτραι πιστεύανε στο Xριστό, εβαπτίζοντο εις ειδικές κολυμβήθρες, και όταν εξήρχοντο η Eκκλησία μας έψαλε αυτό που ακούσαμε πρό ολίγου, το «Όσοι εις Xριστόν εβαπτίσθητε, Xριστόν ενεδύσασθε. Aλληλούϊα».

Σημαίνει ακόμα η λέξις «Διακαινήσιμος», ότι ο Xριστός όλα τα έκανε νέα. O παλαιός κόσμος, ο κόσμος δηλαδή με τις προλήψεις, με τις δεισιδαιμονίες, με τα εγκλήματα και τη βία, ο κόσμος του μίσους και της σκλαβιάς, όλος κατέρρευσε, και νέος κόσμος ανέτειλε. Όπως ακριβώς όταν βγαίνει ο ήλιος το πρωΐ σκορπά χαρά και αγαλλίασι και ολόκληρος η φύσις σκιρτά και κάνει τα λουλούδια να ευωδιάζουν και τ’ αηδόνια να κελαϊδούν και τα νερά να τρέχουν και να δίνουν ζωή στην πλάσι, έτσι ακριβώς και ο Xριστός, που αναστήθηκε εκ του τάφου, εσκόρπισε χαρά και αγαλλίασι εις όλο τον κόσμο. Ό,τι πιάνει το «καινουργοί», όπως ψάλλει η Eκκλησία μας. Tα κάνει όλα καινούργια, όλα νέα. Όπως ένα ρούχο το πλένεις, το καθαρίζεις και το λαμπρύνεις· όπως ένα παλιό σπίτι το γκρεμίζεις και το ξανακτίζεις καινούργιο και ομορφότερο, έτσι και ο Xριστός. Γκρέμισε τον παλαιό κόσμο και δημιούργησε έναν καινούργιο ωραίο κόσμο. Eδημιούργησε τον νέον άνθρωπο. O παλαιός Aδάμ είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο νέος άνθρωπος είναι ο Xριστός.

Nέοι άνθρωποι να γίνουμε, με ευγενείς σκέψεις, με ευγενή αισθήματα, με μεγάλες και υψηλές σκέψεις. Xριστιανοί να γίνωμε.

―Mα υπάρχουν τέτοιοι; Ωραία λόγια είναι αυτά, αλλά που είναι αυτοί οι νέοι άνθρωποι που σημαίνει η λέξις «Διακαινήσιμος»;

Yπήρχαν, υπάρχουν, και θα υπάρχουν. Kαι στην πλέον διεφθαρμένη κοινωνία θα υπάρχουν γυναίκες που αγαπούν το Xριστό, ως η Kλαυδία Πρόκλα. θα υπάρχουν και άνδρες οι οποίοι αγαπούν το Xριστό, όπως ο Nικόδημος και ο Iωσήφ. θα υπάρχουν μικρά παιδιά τα οποία αγαπούν το Xριστό. Kαι εξ όλης της πλάσεως θα εξέρχεται ύμνος πρός τον Eσταυρωμένο. Mπορεί να είναι ολίγοι· αλλά όσον ολίγοι και να είνε, είναι μία απόδειξις ότι ο Xριστός ζει και βασιλεύει εις τους αιώνας των αιώνων.

† επίσκοπος Aυγουστίνος



 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,

Τα γιατί της Ανάστασης

 

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τα γιατί της Ανάστασης

“Γιατί, άραγε, τον φοβούνταν νεκρό εκείνοι, που Τον έπιασαν ζωντανό;”


Έπρεπε ν’ αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν, όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί! Εφόσον έφραξαν με το βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως, μολονότι δεν έγινε κλοπή, ο τάφος βρέθηκε άδειος, είναι ολοφάνερο και αναντίρρητο πως ο Χριστός αναστήθηκε. Είδες πώς, και μη θέλοντας, στηρίζουν την αλήθεια; […] 

Ας ξαναρωτήσουμε τώρα τους Εβραίους: Πώς έκλεψαν, ανόητοι, το σώμα του Χριστού οι μαθητές; Επειδή η αλήθεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το εβραϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν; Πέστε μου! Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;

Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλάσουν κάτι τέτοιο αυτοί, οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυπνους και άγριους φρουρούς;

Πρόσεξε όμως πώς, με όσα κάνουν οι Εβραίοι, πιάνονται πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαιναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψέματα, οι αδιάντροποι. Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ τα ξίφη της). Κι έπειτα, γιατί να μην κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς, αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέτοιο, θα το έκαναν όταν δεν υπήρχε ακόμα φρουρά στον τάφο, τότε που ήταν και ακίνδυνο και σίγουρο, δηλαδή την πρώτη νύχτα – γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί. Και, βέβαια, δεν τους έμελε που τα έκαναν αυτά σε μέρα Σαββάτου, παρά την απαγόρευση του μωσαϊκού νόμου. Βλέπετε, μόνο ένα πράγμα είχαν στο νου τους, το πώς με κάθε πανουργία θα πετύχουν το σκοπό τους. Αυτό όμως ήταν δείγμα τόσο έσχατης μωρίας όσο και συνταρακτικού φόβου. Γιατί, άραγε, τον φοβούνταν νεκρό εκείνοι, που Τον έπιασαν ζωντανό; Αλλά η πέτρα και η σφραγίδα και η φρουρά, που δεν μπόρεσαν να Τον κρατήσουν, τοποθετήθηκαν, για να μάθουν οι Εβραίοι ότι με τη θέλησή Του έπαθε όσα έπαθε. Με όλα αυτά ένα μόνο επιτυγχάνεται, κι έτσι να πιστέψουν οι άνθρωποι στην Ανάσταση. […]

Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί, μόλις αναστήθηκε, να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε ελπίδα να τούς ελκύσει στην πίστη, δεν θ’ αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Το ότι δεν υπήρχε όμως τέτοια ελπίδα, το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Ωστόσο, όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά κι εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού τόσο, που ήθελαν να σκοτώσουν και Αυτόν και το Λάζαρο.

Αφού λοιπόν, όταν ανέστησε άλλον, όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον Του, αν τους φανερωνόταν όταν αναστήθηκε ο ίδιος, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο, τυφλωμένοι από το μίσος και την απιστία τους;

Αλλά για ν’ αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβολία, όχι μόνο σαράντα ολόκληρες μέρες εμφανιζόταν στους μαθητές Του, κι έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάστηκε και σε πάνω από πεντακόσιους αδελφούς, δηλαδή σε πλήθος ολόκληρο. Στο Θωμά μάλιστα, που δυσπιστούσε, έδειξε τα σημάδια απ’ τα καρφιά και το τραύμα απ’ τη λόγχη.

Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή Του μεγάλα κι εντυπωσιακά θαύματα, αλλά μόνο έφαγε κι ήπιε; Γιατί η ίδια η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως ήταν ότι έφαγε και ήπιε.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος



 

 

Κυριακή, Απριλίου 12, 2026

 

π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος - Πορεία πρὸς τὴν Ἀνάσταση

 
Ἡ ὁμιλία ἔχει τίτλο "Πορεία πρὸς τὸ Πάθος" καὶ ἔγινε στὶς 19 Ἀπριλίου 1997. 


 

Ἁγιορείτικος Kανὼν Ἀναστάσεως

 
Ψάλλουν οἱ πατέρες τοῦ Κουτλουμουσιανοῦ Κελλιοῦ "Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου".  


 

Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν;

 
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ' Ἦχος βαρὺς 
 Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν; ὑφ' οὗ ποῦ τέθειται ζητεῖς ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ὅρα τοὺς συντρέχοντας Μαθητάς, πῶς τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ, τὴν Ἀνάστασιν ἐτεκμήραντο, καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς περὶ τούτου Γραφῆς. Μεθ' ὧν, καὶ δι' ὧν καὶ ἡμεῖς, πιστεύσαντες, ἀνυμνοῦμέν σε τὸν ζωοδότην Χριστόν. 


 

Τὸ Πάσχα τοῦ Ἰσαάκ

Τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, Αὐτοτελὲς ἀπόσπασμα μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὸ σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002. 
Ἐκείνη τὴν ἱστορία, ποὺ θύμιζε ζωντανὸ συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τὴν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καὶ ἔχει χαραχθεῖ βαθιὰ μέσα στὴ μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπᾶς σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χωριὰ τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ποὺ σήμερα ἔχει τὴν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατὴρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τὸν παπᾶ, εἶχε πολλὰ παιδιά, ἀνάμεσά τους καὶ τὸ Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τὰ τρομερὰ γεγονότα. Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ οἱ Ἑβραῖοι ἔκλεψαν τὸ παιδὶ καὶ τὸ πῆραν μαζί τους. Τὴν ἴδια κιόλας μέρα τὸ κάρφωσαν, τὸ παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τὸ Χριστό. Κάποιοι περαστικοὶ βρῆκαν, τὴν ἄλλη μέρα, τὸ Χριστόδουλο... ἀναίσθητο στὸ δρόμο. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μέσα στὴν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινὴ πέρα γιὰ πέρα. Ὅταν πλησίαζε τὸ Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καὶ θύμησες ἀνασκάλευαν τὸ νοῦ μας καὶ μπαίναμε σὲ ἕνα πολεμικὸ κλίμα μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καὶ τὸ κάψιμο τοῦ Ἑβραίου ποὺ γινόταν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ, μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. 

Στὴ γειτονιά μας, ἐκεῖ στὸ Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοὶ Ἑβραῖοι. Κατὰ τὴ διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στὶς παρέες μας ἐβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μὲ τὰ τουρκάκια. Αὐτὲς ὅμως τὶς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δὲν μποροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι νὰ παίζουν τὰ «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μας προσέφερε μιὰ καταπληκτικὴ εὐκαιρία γιὰ παιχνίδια ποὺ ἄρχιζαν ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ συνεχίζονταν στὸν αὐλόγυρο καὶ στὰ περίχωρα. 

Ὁ Ἰσαὰκ ἔμενε σὲ ἕνα γωνιακὸ σπίτι στὴ μεγάλη κατηφόρα, στὸ Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τα ἐβραιόπουλα ποὺ ἦταν καλοί μας φίλοι. Δὲν ὑπῆρχε ζαβολιὰ στὴν ὁποία νὰ μὴν μετεῖχε. Τὸ κοφτερό του, μάλιστα, μυαλὸ ἀπεδείχθη σπουδαῖο σὲ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιὰ φορά, ποὺ ἦρθε μιὰ γειτόνισσα νὰ διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδὴ χτυπούσαμε τὰ κουδούνια στὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μὲ πολὺ σοβαρὸ ὕφος, εἶπε: 

-Γιὰ τὸ καλό σας τὸ κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νὰ βρέξει καὶ σᾶς εἰδοποιήσαμε νὰ μαζέψετε τὰ ροῦχα ποὺ εἴχατε ἁπλώσει στὴν ταράτσα νὰ στεγνώσουν. 
-Ποῦ εἶδες μπρὲ παλιόπαιδο τὴ βροχή; Φώναξε ἡ κυρὰ Κατίνα ἡ Μπαλοῦ. 
-Τὸ εἶπε τὸ δελτίο καιροῦ στὸ ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ. 

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μὲ τὸ κοφτερὸ μυαλό, ποὺ τόσες φορές μας ἔβγαλε ἀπὸ δύσκολες καταστάσεις, αὐτὴ τὴ φορὰ γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν Ἑβραῖος. Δὲν μποροῦσε τώρα νὰ εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτὴ τὴν Ἑβδομάδα τὴ Μεγάλη, δὲν μποροῦσε νὰ παίξει. Ἐμεῖς τὸ βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαὰκ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθεῖ ἐπειδὴ οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τὸ Χριστό. 

Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτὴ ὅλη τὴ μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τὸν κόσμο μὲ κολώνια, κρατούσαμε τὴν τάξη στὸ ναό, κάναμε στὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα ποὺ μᾶς ἐνθουσίαζαν. 

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στὸ ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαὰκ φάνηκε στὸν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαὰκ στὸν αὐλόγυρο; Αὐτὸ ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 

-Ἦρθε σίγουρα γιὰ νὰ μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας. 
-Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι. 
-Θὰ πρέπει νὰ μάθει πῶς δὲν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νὰ γυρνάει μὲ τὸ μέτωπο ψηλὰ σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτε. Καὶ τὸ Χριστὸ σταύρωσαν καὶ ἀπὸ τὸ παιχνίδι θέλουν νὰ ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό. 

Ἔτσι τὸν ἀποκαλοῦσαν γιατί τὸ γράμμα Ρ τὸ πρόφερε Γό. 
Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τὸ λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καὶ ὁ φυσικὸς ἀρχηγὸς τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σὲ μένα λέγοντας: 

-Ντῖνο, θὰ πᾶς νὰ τοῦ πεῖς πῶς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσὺ τὸν γνωρίζεις πιὸ καλά. Εἶναι καὶ γείτονάς σου. 
-Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός. 
-Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καὶ συνέχισε: 
-Ἑβραῖος εἶναι, τὸ κατάλαβες; Τὴν ἑβδομάδα αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσουμε σὲ χλωρὸ κλαρί. Αὐτοὶ σταύρωσαν τὸ Χριστό. Θὰ τοὺς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς. 
-Ὁ Χριστός, ὅμως, δὲ σταύρωσε αὐτοὺς ποὺ τὸν σταύρωσαν, τόλμησα νὰ πῶ. 
-Τί λὲς ρέ; Τί λὲς ρέ; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε. 
-Ὄχι, τοῦ εἶπα. 
-Ἄσε, λοιπόν, τὰ λόγια καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δὲ θὰ κάνεις ἐσύ. Καὶ στὸ παιχνίδι κομμένος. 
-Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος. 

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαὰκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τὸν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό. 

-Ἰσαὰκ τί γυρεύεις ἐδῶ; 
-Γιατί νὰ μὴν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νὰ μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά: 
-Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία; 
-Ὁ Χριστὸς μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ Ἑβραῖοι σταυρώσατε τὸ Χριστό, δὲν μπορεῖτε νὰ πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα. 
-Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δὲν ἔδιωξε κανένα ἀπὸ κοντά του. 
-Ἰσαάκ, τώρα δὲ γίνεται τίποτε. Μετὰ τὸ Πάσχα θὰ εἴμαστε καὶ πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδὴ δὲν ἄντεχα τὴν ἀναμέτρηση. 

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τὰ γνωστὰ παιχνίδια στὸν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιὰ πλάκα νὰ πιέζει τὸ στῆθος μου. Σὰν νὰ ἤμουν ἕνας ἀπὸ τοὺς σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἢ ἄδικο; Δὲν μποροῦσα νὰ χαρῶ τὴ μέρα. Τότε βρῆκα τὴ λύση. Τὴ βρῆκα καθὼς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστὰ στὸν ἐπιτάφιο. Μπροστὰ στὴν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νὰ κάνω κάτι. Αὐτὸς ποὺ ἦταν μέσα στὸν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τὴν ἀπόφασή μου. Πῆγα στὸ σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στὰ σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιὰ λάμψη διαπέρασε τὴ ματιά του, ἀλλὰ ἐξωτερικὰ δὲν τὸ ἔδειξε. 

-Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιὰ τὸ πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιὰ ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τὴ νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θὰ ποῦμε στὰ παιδιὰ πῶς εἶσαι μὲν Ἑβραῖος, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σου ἀγαπᾶς τὸ Χριστὸ καὶ λυπᾶσαι ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταύρωσαν. Θὰ πεῖς πῶς δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις ἀλλιῶς. 

Ὁ Ἰσαὰκ μὲ παρατηροῦσε μὲ προσοχή. Μὲ ἕνα βλέμμα κοφτερὸ καὶ ἀντρίκιο. 

-Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νὰ ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγὼ πῆρα μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. 
-Σὲ περιμένω τὸ βράδυ στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Τὰ παιδιὰ θὰ τὰ ἀναλάβω ἐγώ. 

Τὰ παιδιά, ὅμως, δὲν μὲ πίστευαν μὲ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι. 

-Μά, ὁ Χριστὸς συγχώρησε τοὺς σταυρωτές του. 
-Μὴ μιλᾶς, σταμάτα, ἂν δὲ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νὰ σὲ κάψουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης. 

Τὸ βράδυ στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τὰ χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τὸν ἐπιτάφιο στὸ μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας. 
Μέσα στὸν κόσμο ξεχώρισα τὸν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δὲν μπόρεσα νὰ διακρίνω ἂν ἦταν οἱ ψιχάλες ἢ τὰ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἂν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδὴ δὲν τὸν δέχτηκαν τὰ παιδιὰ παρὰ τὴν ὁμολογία του, ἢ ἐπειδὴ λυπόταν γιὰ τὴ σκληροκαρδία μας; 
Μετὰ τὴν περιφορὰ δὲν γλύτωσα ἀπὸ τὴ σχετικὴ καρπαζιὰ τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα. 

-Σὲ εἶδα βρέ, σὲ εἶδα, ἄλλαξες φιλικὲς ματιὲς μὲ τὸν ἑβραῖο. Καὶ πρόσθεσε: 
-Ἐσὺ ἀπόψε Ἑβραῖο δὲν καῖς. 
-Δὲν πειράζει, εἶπα, θὰ πάρω πάνω μου τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν Ἰσαάκ. 
 
Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τὸ ἄτυπο τελετουργικό. 
Στὸ τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο, φωνάζοντας: 

-Ἄκου Ντῖνο, ἐσὺ Ἀνάσταση φέτος δὲν θὰ κάνεις, οὔτε καὶ ὁ Ἑβραῖος. 

Ἡ κρίσιμη στιγμὴ ἦταν κατὰ τὴν Ἀνάσταση. Στὴν Πόλη πολλὲς χρονιὲς ἡ Ἀνάσταση δὲν γινόταν τὰ μεσάνυχτα, ἀλλὰ στὶς πέντε τὸ πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιὰ κρίσιμη στιγμή. Τὸ συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ἅδη. Ἡ ἧττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν. 
Ὅλα αὐτὰ τὰ ζήσαμε ἐκεῖνο τὸ πρωὶ μέσα στὴ λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τὰ παιδιὰ εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μὲ τὶς τσέπες γεμᾶτες ἀπὸ αὐγὰ καὶ βαρελότα. Τὴν ὥρα τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη», στὶς πέντε τὸ πρωί, θὰ γινόταν χαμός. 
Αὐγὰ ἀνάμεικτα μὲ βαρελότα θὰ ταξίδευαν πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας. 
Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δὲν τόλμησα νὰ μπῶ στὸ ἱερό. Τὰ παιδιὰ ἐξάλλου μὲ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάϊ στὴν ἐξέδρα, ἐκεῖ ποὺ θὰ γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστὸς Ἀνέστη». 
Χαρὰ ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τὰ πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δὲν φοβόμουν τὸ Σούλη τὸ χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τὰ βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καὶ ἀνάμεσα στὸ θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγὲς θυμωμένων ἀνθρώπων. Σὰ νὰ μάλωναν ἢ νὰ ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρὸς τὰ ἐκεῖ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ παιδιά, ποὺ ἦταν σὲ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικὲς κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαὰκ εἶχε παρακολουθήσει τὸ γιό του ποὺ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι. Τὴν ὥρα τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη» ἄρχισε νὰ τὸν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας Ἑβραῖος νὰ πεῖ: «Χριστὸς Ἀνέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιὰ τὴν οἰκογένεια. Εἶδα τὸν Ἰσαὰκ νὰ ποδοπατεῖται ἀπὸ τὸν πατέρα του μὲ μῖσος. 

-Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστὸς Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος. 

Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν σὲ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὴ μύτη του. Τόλμησε νὰ πεῖ. 

-Ναί, πατέρα, Χριστὸς Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταυρώσαμε. Χριστὸς Ἀνέστη. 

Κυλιόταν κάτω σὰν μάρτυρας, χωρὶς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 

-Χριστὸς Ἀνέστη... 

Μᾶς θύμισε τὸ μαρτύριο τόσων καὶ τόσων ποὺ φώναξαν αὐτὸ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» στὰ ματωμένα χώματα τῆς Πόλης. 

Μετὰ ἔμεινε ἀναίσθητος. Δὲν τολμήσαμε νὰ πλησιάσουμε. Τὰ παιδιὰ εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαὰκ τὸν ἅρπαξε στὰ χέρια του. Ἢ μᾶλλον τὸν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μὲ κοίταξε. Τὸν κοίταξα. Μὲ φίλησε. 

-Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος. 
-Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη. 

Τὸν Ἰσαάκ, μετά, τὸν χάσαμε. Μάθαμε πῶς ἔμεινε μῆνες στὸ κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπὸ τὴ γειτονιά. 
Μετὰ ἀπὸ χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιὰ ἕναν ἱερομόναχο σὲ μιὰ σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ παλιὰ ζοῦσε στὴν Πόλη καὶ ἦταν Ἑβραῖος. Καὶ μετὰ ἔγινε χριστιανός. Γιὰ ἕναν ἱερομόναχο ποὺ ἦταν κυρτὸς ἀπὸ κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλὸς πάντα καὶ ἔλεγε «Χριστὸς Ἀνέστη», σὲ ὅσους τὸν συναντοῦσαν. 
Ἔτσι μοῦ εἶπαν καὶ τὸ πιστεύω, ναί, πὼς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ. 
Χριστὸς Ἀνέστη!