Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2026

 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι ιεροί Κανόνες και η θεανθρώπινη πίστη

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

  ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ  ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΙΣΤΗ

      Οι ιεροί Κανόνες είναι οι ιεροί φρουροί των αγίων δογμάτων, οι ιεροί φρουροί των θεανθρωπίνων αγιασμάτων της θεανθρώπινης ορθοδόξου πίστεως. Είναι απαραίτητο και υποχρεωτικό να υπάρχουν στη θεανθρώπινη οντότητα και στη ζωή της Εκκλησίας. Τούτο επιμαρτυρούν και διαβεβαιώνουν όλες οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι, όλοι οι Άγιοι Πατέρες.

     Ο 1ος Κανόνας της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι ο εξής: «Τοὺς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων καθ’ ἑκάστην Σύνοδον ἄχρι τοῦ νῦν ἐκτεθέντας Κανόνας κρατεῖν ἐδικαιώσαμεν(: Αποφασίσαμε να τηρούνται οι Κανόνες που θεσπίστηκαν σε κάθε Σύνοδο από τους Αγίους Πατέρες μέχρι σήμερα)»1. Μόνον έτσι μπορεί να διαφυλαχθεί αλώβητη η αληθινή, θεανθρώπινη και ορθόδοξη πίστη.

       Οι Άγιοι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου στον 1ο Κανόνα εντέλλονται: «Ὁρίζομεν ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον ὑπάρχειν τὴν παραδοθεῖσαν πίστιν ἡμῖν [...] Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν κατὰ τὰ προορισθέντα παντελῶς διεγνώκαμεν(:Ορίζουμε ότι η πίστη που μας παραδόθηκε πρέπει να παραμένει χωρίς καμία καινοτομία και χωρίς καμία αλλοίωση [...] Διότι εμείς έχουμε αποφασίσει οριστικά και κατηγορηματικά ούτε να προσθέσουμε κάτι, ούτε βέβαια να αφαιρέσουμε κάτι από όσα έχουν προκαθορισθεί)»2

Στον 2ο Κανόνα οι ίδιοι Πατέρες ορίζουν: «Ἐπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς Κανόνας τοὺς ὑπὸ τῶν Ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας ... [καὶ ὁρίζομεν] μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἢ ἀθετεῖν ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων (:Επικυρώνουμε δε ως έγκυρους και όλους τους υπόλοιπους ιερούς Κανόνες που θεσπίσθηκαν από τους Αγίους και μακαρίους Πατέρες μας ... [και ορίζουμε] να μην επιτρέπεται σε κανέναν να παραχαράσσει τους προαναφερθέντες Κανόνες ή να τους καταργεί ή να αποδέχεται άλλους Κανόνες εκτός από αυτούς που έχουν τεθεί και οι οποίοι άλλοι Κανόνες έχουν συνταχθεί ψευδεπιγράφως από ορισμένους, οι οποίοι επιχείρησαν να νοθεύσουν [ή: να εμπορευθούν δολίως] την αλήθεια)»3.

      Οι Άγιοι Πατέρες στον 21ο Κανόνα της ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου λέγουν: «Καὶ πάντα συνελόντως εἰπεῖν, τὰ παραδοθέντα ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ Ἀποστολικῶν Παραδόσεων, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ γίνεσθαι φυλαττόμενα(:Και, για να τα συνοψίσουμε όλα, να διαφυλάσσονται και να τηρούνται μέσα στην Εκκλησία όλα όσα έχουν παραδοθεί από τις θείες Γραφές και τις Αποστολικές Παραδόσεις)»4.

    Στην Α΄ Κανονική επιστολή του [oνομάζεται «Κανονική» επειδή περιέχει κανόνες και εκκλησιαστικές αποφάσεις που αργότερα αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία ως αυθεντικές κανονικές διατάξεις. Είναι μία από τις σημαντικότερες επιστολές του Μεγάλου Βασιλείου, η 188η, η οποία έχει ιδιαίτερο κανονικό κύρος στην Ορθόδοξη Εκκλησία] προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, ο Άγιος Βασίλειος αναφέρει: «Οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκέτι ἔχον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτοῖς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν(:Εκείνοι όμως που αποστάτησαν[:αποσχίσθηκαν, αποσκίρτησαν] από την Εκκλησία, δεν έχουν πλέον επάνω τους τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· διότι η μετάδοση [της χάρης] σταμάτησε, επειδή διακόπηκε η διαδοχή)»5.

      Οι άγιοι Πατέρες, στον 1ο Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, εντέλλονται: «ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν (:να καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με ανάθεμα κάθε αίρεση)»6. Ο 33ος Κανόνας της ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ορίζει: «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι(:Ότι δεν πρέπει να συμπροσεύχεται κανείς με αιρετικούς ή σχισματικούς)»7.

        Ο 45ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων εντέλλεται: «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω(:Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος, αν μόνο συμπροσευχήθηκε με αιρετικούς, να αφορίζεται [:να του απαγορεύεται η συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας για όσο διαρκεί ο αφορισμός]· αν όμως τους επέτρεψε να ενεργήσουν κάτι ως Κληρικοί [:να τελέσουν κάποια ιεροπραξία, αναγνωρίζοντάς τους έμπρακτα ως κληρικούς], να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»8. Ο 10ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω(:Εάν κάποιος συμπροσευχηθεί με αφορισμένο πρόσωπο [:με κάποιον που έχει αποκοπεί από την εκκλησιαστική κοινωνία], έστω και μέσα σε ιδιωτική οικία, να υποβάλλεται και ο ίδιος σε αφορισμό[: να τίθεται και ο ίδιος εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας]»9. Ο 46ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων έχει ως εξής: «Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους Βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν(:Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο που δέχτηκε ως έγκυρο το βάπτισμα ή την αναίμακτη θυσία [:τη θεία Ευχαριστία] αιρετικών, διατάσσουμε να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»10.

      Ο Μέγας Βασίλειος στην Πρώτη Κανονική Επιστολή του προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, λέγει: «Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν [βάπτισμα] παντελῶς ἀθετῆσαι· τὸ δὲ τῶν ἀποσχισάντων, ὡς ἔτι τῆς Ἐκκλησίας ὄντων, παραδέξασθαι (:Αποφασίσθηκε, λοιπόν, από τους αρχαίους Πατέρες να απορρίπτεται εντελώς ως άκυρο το βάπτισμα των αιρετικών, ενώ το βάπτισμα των αποσχισθέντων να γίνεται δεκτό, επειδή αυτοί εξακολουθούν να ανήκουν στην Εκκλησία)»11 [Στο συγκεκριμένο χωρίο του Μεγάλου Βασιλείου, οι «ἀποσχισθέντες» είναι οι σχισματικοί, δηλαδή όσοι έχουν απομακρυνθεί από την εκκλησιαστική κοινωνία όχι εξαιτίας διαφορετικού δόγματος (όπως οι αιρετικοί), αλλά για λόγους εκκλησιαστικής τάξεως, διοικήσεως ή πειθαρχίας.

    Ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος, στην Α΄ Κανονική Επιστολή προς τον Αμφιλόχιο, διακρίνει τρεις κατηγορίες: α) «Αἱρετικοί»: Όσοι έχουν αλλοιώσει την ίδια την πίστη και το δόγμα. β) «Σχισματικοί»: Όσοι έχουν χωριστεί από την Εκκλησία για εκκλησιαστικά ζητήματα, χωρίς να έχουν απαραίτητα αλλοιώσει το δόγμα. γ) «Παρασυναγωγαί»: αντικανονικές συναθροίσεις που δημιουργούνται από ανυπάκουους κληρικούς ή λαϊκούς].

    Η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, την θεανθρώπινη αγιότητα, την θεανθρώπινη ενότητα. Και επιπλέον από την θεανθρώπινη πίστη μας, την θεανθρώπινη αγάπη μας, τον θεανθρώπινο βίο μας, την θεανθρώπινη προσευχή μας, την θεανθρώπινη αρετή μας, την θεανθρώπινη χριστοποίηση μας. Με μία λέξη: η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό: «Τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)»[Κολ.3,11], «πάντες γὰρ εἷς…ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:Διότι όλοι γινόμαστε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή μας με τον Ιησού Χριστό)»[Γαλ.3,28]. «Ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα …τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται … καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων(:Γεννήθηκε πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος· διότι διαμέσου Αυτού δημιουργήθηκαν όλα, όσα δηλαδή υπάρχουν στους ουρανούς και όσα είναι πάνω στη γη˙ εκείνα που φαίνονται με τα σωματικά μας μάτια και εκείνα που δεν φαίνονται και είναι αόρατα…. Όλα γενικώς τα ουράνια τάγματα των αγγέλων διαμέσου Αυτού και γι’ Αυτόν έχουν δημιουργηθεί…. Και Αυτός, από τον Οποίο τα πάντα συγκρατούνται, είναι η κεφαλή του σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας… για να γίνει Αυτός και ως προς την ανθρώπινη φύση Του πρώτος σε όλα˙ πρώτος δηλαδή και στην Εκκλησία και στην Ανάσταση)»[Κολ. 1,16 και Κολ. 1,18]. Η Εκκλησία «ἐστί τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου(:είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου˙ συμπλήρωμα του Χριστού, ο οποίος ως Θεός γεμίζει τα πάντα ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες τους, και παρέχει σε κάθε δημιούργημά Του ό,τι του χρειάζεται)»[Εφ.1,23].

     Στην Εκκλησία του Χριστού, η οποία είναι το σώμα Του, όλα έχουν την δική τους θεανθρώπινη θέση, τα πάντα είναι θεανθρωπίνως εναρμονισμένα, θεανθρωπίνως οχυρωμένα και αλληλοπεριχωρούμενα. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας, διατηρεί την θεανθρώπινη καθολικότητα σε όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην πραγματικότητα, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι όλο το βάθος, όλο το ύψος και όλο το πλάτος της καθολικότητος. Είναι τα πάντα μέσα μας και τα πάντα σε ό,τι δικό μας, τα πάντα στην πίστη, στην αγάπη, σε κάθε αρετή μας, σε κάθε ιερό μυστήριό μας. Δι’ Αυτού και συν Αυτώ κάθε αρετή μας γίνεται θεανθρωπίνως καθολική, θεανθρωπίνως αποστολική και αγιοπατερική. Με τον Κύριο Ιησού Χριστό είμαστε όντα ουρανογήινα· παρότι βρισκόμαστε ακόμη στην γη, «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει (:η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς)»[Φιλιπ.3,20].

       Ό,τι μας ανήκει το καθολικοποιεί ο Χριστός με την θεανθρώπινη δύναμή Του. Στην Εκκλησία, στο σώμα του Χριστού ζούμε πάντοτε καθολικώς, «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[Εφεσ. 3,18]. Η κάθε ευχητική πνοή μας, Χάριτι Χριστού, μεταμορφώνεται σε καθολική πνοή, κάθε αρετή μας σε καθολική, θεανθρώπινη αρετή· ό,τι μάς ανήκει, στο θεανθρώπινο, καθολικό σώμα της Εκκλησίας μεταμορφώνεται σε αποστολικό-αγιοπατερικό βίο. Τα πάντα, με την βοήθεια των ζωοποιών θεανθρωπίνων δυνάμεων, ενχριστώνονται και χριστοποιούνται, θεανθρωπίζονται και θεοποιούνται. Στην Εκκλησία, ο κάθε Χριστιανός γίνεται θεανθρώπινο καθολικό ον· γίνεται κεχαριτωμένος παν-άνθρωπος, θεανθρώπινος παν-άνθρωπος. Με άλλα λόγια, γίνεται κατά Χάριν Θεάνθρωπος. Στο θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, ολόκληρη η κτίση βιώνεται σε όλες τις θεανθρώπινες διαστάσεις της. Και σε όλη αυτήν την καθολική πραγματικότητα περί θεανθρωποποιήσεως βιώνεται η ευ-αγγελία, ο ευαγγελικός παν -ευαγγελισμός: ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο πρώτος και ο έσχατος, ο Παντοκράτωρ»[ πρβ. Αποκ.1,8: «Ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ(: ‘’Εγώ είμαι το Α και το Ω, η αρχή που δημιούργησε τα πάντα, και το τέλος στο οποίο θα καταλήξουν όλα, έχοντας Εμένα ως ύψιστο σκοπό τους’’, λέει ο Κύριος και Θεός. Εγώ υπάρχω από μόνος Μου χωρίς να Με έχει δημιουργήσει άλλος, υπήρχα προαιώνια και θα υπάρχω διαρκώς και στο μέλλον, ο Θεός ο παντοκράτωρ)»· επίσης πρβ Αποκ. 1, 17· Αποκ. 21,6·  Αποκ. 22,13].

    Με Αυτόν, τον Θεάνθρωπο «Παντοκράτορα», εντός και δια της Εκκλησίας, πραγματοποιείται η θεανθρώπινη καθολικότητά της. Πραγματοποιείται με τις δυνάμεις της Ιεράς Παραδόσεως, τις αποστολικο- αγιοπατερικές δυνάμεις, πρωτίστως, όμως, μέσω της θαυμαστότερης και τελειότερης Προσωπικότητος αυτού του πλανήτη, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού. Εξ αυτού και η σωτηριώδης συμβουλή του αγίου Αποστόλου: «Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν (:Έχοντας, λοιπόν, κι εμείς τριγύρω μας ένα τόσο μεγάλο και πυκνό σύννεφο αγίων ανθρώπων που μαρτύρησαν για την αλήθεια της πίστεως, ας πετάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο βιοτικών πραγμάτων και φροντίδων, επιπλέον μάλιστα και την αμαρτία, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται. Κι ας τρέχουμε με υπομονή τον αγώνα που προβάλλει μπροστά μας. Και πουθενά αλλού ας μην στρέφουμε τα βλέμματά μας και την προσοχή μας παρά μόνο στον Ιησού, που είναι ο αρχηγός και θεμελιωτής της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σ’ αυτήν. Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε τη ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)»[ Εβρ. 12,1-2].Και έτσι πραγμάτωσε την θεανθρώπινη καθολικότητα όλων των θεανθρωπίνων ευαγγελισμών και όλων των θεανθρωπίνων πραγματικοτήτων του σώματός Του, της Εκκλησίας.

     Ο Θεάνθρωπος είναι εκείνη η πανίσχυρη και παν-τελεία δύναμη η οποία ενοποιεί ολόκληρη την κτίση και τον Κτίσαντα διά του σώματός Του, δια της Εκκλησίας. Επιπλέον, Εκείνος, με τον ίδιο τρόπο, ενοποιεί και όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην ουσία, η τελειότερη καθολικότητα στον ανθρώπινο κόσμο μας έχει πραγματοποιηθεί ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, στο θεανθρώπινο σώμα Του, στην Εκκλησία. Και η ψυχή αυτής της καθολικότητος είναι η ιερά Παράδοση, η αποστολική και αγιοπατερική Παράδοση. Ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ συγκεφαλαιώνεται ολόκληρη η κτίση και, συνεκδοχικά, ολόκληρο το μυστήριο της κτίσεως, όπως και ολόκληρο το μυστήριο του Θεού. Αναμφιβόλως, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος δια του Θεανθρώπου, αλλά και ο Θεός είναι Θεός δια του Θεανθρώπου. Έτσι, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ βρίσκουμε την μοναδική πραγματική ανθρωποδικία, όπως και την μοναδική πραγματική θεοδικία. Εν Αυτώ, και μόνον ἐν Αὐτῷ, βρίσκεται ο τέλειος Θεός και ο τέλειος άνθρωπος. Εκτός Αυτού, του Θεανθρώπου, δεν υπάρχει ούτε αληθινός Θεός, ούτε αληθινός άνθρωπος.

----------------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.  1.   Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδόσεις «Αστήρ», Αθήναι, 1957, σελίδα 185

2.   2.  ό. π. σελίδες 217-218

3.    3. ό. π. σελίδα 220

4.    4.  ό. π. σελίδα 405

5.    5.  ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον, 188, 1, PG 32, 668C-669A.

6.    6.  Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1957, σ. 155

7.    7.  ό. π. σελίδα 433

8.    8.  ό. π. σελίδα 50

9.    9.  ό. π. σελίδα 13

1     10.  ό. π. σελίδα 51

11  11.ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον 188, 1, PG 32, 665BC-668A

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 308-312.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.



 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι Οικουμενικές Σύνοδοι περί των αιρέσεων

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

  ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

    Οι Οικουμενικές Σύνοδοι είναι, αναμφιβόλως, η συνείδηση της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτές με τον τελειότερο τρόπο κατέχουν, γνωρίζουν, διακρίνουν και ομολογούν την Αλήθεια του Χριστού· την υπερασπίζονται. Εφόσον ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι η ενσάρκωση της Αληθείας, η Παν-αλήθεια, κάθε παρέκκλιση από αυτήν, κάθε επίθεση εναντίον της, αποτελεί για τις Συνόδους, κατ’ ουσίαν, παρέκκλιση και επίθεση εναντίον του Χριστού. Αυτός είναι ο τρόπος δράσεως του Αντιχρίστου και των προδρόμων του.

      Οι Άγιοι Πατέρες, οι αγιότεροι και διορατικότεροι οφθαλμοί της Εκκλησίας, διακρίνουν με οξυδέρκεια και βεβαιώνουν ότι οι αιρετικοί είναι οι «πρόδρομοι του αντιχρίστου»1. Όπως ακριβώς η έλευση και η δράση του Αντιχρίστου είναι όλη «κατ’ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ» [βλ. Β΄Θεσ.2,9: «οὗ ἐστιν ἡ παρουσία κατ᾿ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους (:Η παρουσία του ανόμου αυτού θα γίνει με κάθε δύναμη και με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο βοηθός και συνεργάτης του, σατανάς)»], έτσι και η δράση κάθε αιρέσεως είναι «κατ’ ἐνέργειαν» του διαβόλου.

     Οι θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου βεβαιώνουν ότι οι αιρετικοί «έχουν παρασυρθεί από τον διάβολο, ο οποίος ενεργεί μέσα τους, απεργάζεται το παράλογο και ψυχοφθόρο σχέδιό του»2. Είναι αγιοπατερική η μαρτυρία πως «σε κάθε αίρεση και πίσω από κάθε αίρεση κρύβεται ο διάβολος»3. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες των Συνόδων είναι οι αδάμαστοι πολέμιοι κάθε αιρέσεως. Αυτός είναι ο λόγος που, ομοψύχως και ομοφώνως, τις αναθεματίζουν4.

     Αφού όλοι οι παρόντες άγιοι Πατέρες της Αγίας ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου υπέγραψαν τις αποφάσεις της: «Ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐξεβόησε: Πάντες οὕτως πιστεύομεν, μία πίστις· πάντες τὸ αὐτὸ φρονοῦμεν· πάντες συναινέσαντες καὶ ἀσμενίσαντες ὑπεγράψαμεν· ὀρθοδόξως πάντες πιστεύομεν. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων. [...] Νεστορίῳ καὶ Εὐτυχεῖ καὶ Διοσκόρῳ ἀνάθεμα· Ἀπολιναρίῳ καὶ Σεβήρῳ ἀνάθεμα· τοῖς ὁμοφρόσιν αὐτῶν ἀνάθεμα· Θεοδώρῳ τῆς Φαρὰν ἀνάθεμα· Σεργίῳ καὶ Ὀνωρίῳ ἀνάθεμα· Πύρρῳ καὶ Παύλῳ ἀνάθεμα· Κύρῳ καὶ Πέτρῳ ἀνάθεμα· Μακαρίῳ καὶ Στεφάνῳ καὶ Πολυχρονίῳ ἀνάθεμα· ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα (: Η αγία Σύνοδος αναφώνησε: Όλοι έτσι πιστεύουμε, μία είναι η πίστη· όλοι το ίδιο φρονούμε· όλοι, αφού συμφωνήσαμε και το δεχθήκαμε με χαρά, υπογράψαμε· ορθόδοξα όλοι πιστεύουμε. Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων. [...] Στον Νεστόριο και στον Ευτυχή και στον Διόσκορο ανάθεμα· στον Απολινάριο και στον Σεβήρο ανάθεμα· στους ομοφρονούντες με αυτούς ανάθεμα· στον Θεόδωρο της Φαράν ανάθεμα· στον Σέργιο και στον Ονώριο ανάθεμα· στον Πύρρο και στον Παύλο ανάθεμα· στον Κύρο και στον Πέτρο ανάθεμα· στον Μακάριο και στον Στέφανο και στον Πολυχρόνιο ανάθεμα· σε όλους τους αιρετικούς ανάθεμα, [:οριστική δηλαδή καταδίκη των αιρετικών διδασκαλιών τους και αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία όσων εμμένουν σε αυτές και δεν μετανοούν]5.

     Η Αγία Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος έλαβε την εξής απόφαση: «Να μην επιτραπεί σε κανέναν να δηλώσει ή να γράψει άλλη πίστη εκτός από αυτήν που έχει ορισθεί από τους αγίους Πατέρες, που συνήχθησαν Πνεύματι Αγίω. Και όποιος τολμήσει είτε να συνθέσει, είτε να παραθέσει άλλη πίστη, αν είναι επίσκοπος ή κληρικός να καθαιρείται, ο επίσκοπος από την επισκοπή του και ο κληρικός από τον κλήρο, ενώ αν είναι λαϊκός, ανάθεμα!»6. «Η Εκκλησία έκρινε πάντοτε πως είναι άξιος αποβολής από το σώμα της εκείνος που αφαιρεί ή προσθέτει κάτι στην πίστη. Γιατί η πίστη μας έχει παραδοθεί ξεκάθαρη από τους Αποστόλους, δεν επιτρέπει ούτε συμπλήρωση ούτε αφαίρεση»7.

      Η αίρεση είναι δύναμη που οδηγεί στην απώλεια της ψυχής και βυθίζει τον άνθρωπο σε όλους τους θανάτους, καθώς τον αποκόπτει από την Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία αποκλειστικά και μόνον βρίσκει ο άνθρωπος την αθανασία, την αιώνιο ζωή. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου ευαγγελίζονται: «Είναι προφανές, η αίρεση αποκόπτει κάθε άνθρωπο από την Εκκλησία»8.

    «Συνήθως, οι αιρετικοί επιλέγουν ορισμένα χωρία της θεοπνεύστου Αγίας Γραφής και με την άθλια κρίση τους διαστρεβλώνουν εκείνο που, ορθώς, έχει ειπωθεί από το Άγιο Πνεύμα. Τούτο υπογραμμίζει και ο Απόστολος Πέτρος λέγοντας:«ἃ οἱ ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν(:όσα οι αμαθείς και αστήρικτοι στη χριστιανική αλήθεια τα διαστρεβλώνουν και τα παρερμηνεύουν)»[Β΄Πέτρ.3,16] κατά βούλησιν, γιατί είναι χαρακτηριστικό των αιρετικών να αλλοιώνουν, κατά την βούλησή τους, το νόημα των αληθών και θείων δογμάτων»9.

    «Οι αιρετικοί θέλουν να τρομάξουν εμάς, τους Χριστιανούς, με τις σοφιστείες τους σαν να είμαστε παιδιά»10. «Πάσχουν από αδυναμία κατανοήσεως των εκκλησιαστικών παραδόσεων και εξαιτίας αυτής της θανατηφόρου ασθενείας έχουν βλάψει τον νου τους»11. «Η έκπτωση από την αλήθεια είναι του νοός και των φρενών τύφλωση»12. Η φράση «πύλαι ᾅδου» [βλ. Ματθ. 16,18: «καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς(:και ο θάνατος και οι οργανωμένες δυνάμεις του κακού δεν θα υπερισχύσουν και δεν θα νικήσουν την Εκκλησία, η οποία θα είναι αιώνια και αθάνατη)»] του Σωτήρος, κατά την ερμηνεία των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σημαίνει «τα θανατηφόρα χείλη των αιρετικών»13.

--------------------------------------------

      ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.   1.  JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 417.

2.    2. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 2, Φλωρεντία 1759, σ. 641

3.   3.  JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 2, Φλωρεντία 1759, σ. 644

4.   4.  JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 6, Φλωρεντία 1761, σ. 632-633

5. 5.R. Riedinger, Acta conciliorum oecumenicorum 2, 2, Concilium universale Constantinopolitanum (680-681), Βερολίνο 1992, σσ. 798-799.

  1. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.7, Βερολίνο 1929, σσ. 105-106.
  2. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.1, Βερολίνο 1927, σ. 79.

8.     JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 12, Φλωρεντία 1766, σ. 1022

  1. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 281.
  2. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 284.
  3. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 337.
  4. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σσ. 349-352.

13.  E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 4.1.1, Actio III, Βερολίνο 1971, σ.214



Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2026

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς:

Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!

“Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί…”


«Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ μοναδική. Ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλὰ σώματα κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ πολλὲς Ἐκκλησίες. Ἐν τῷ θεανθρωπίνῳ αὐτοῦ σώματι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ὅπως ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Χριστός, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός.

Διʼ αὐτὸν τὸν λόγον διαίρεσις, σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἕνα πράγμα ὀντολογικῶς ἀδύνατον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη, πλὴν ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξη ἔκπτωσις ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ πίπτουν τὰ ξερὰ καὶ ἄγονα κλήματα ἀπὸ τὴν θεανθρωπίνην καὶ αἰωνίως ζῶσαν ἄμπελον, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς (Ἰω. 13,16).

Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέρη τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της.

Ἔτσι ἔχουν κατ’ ἀρχὴν ἀποκοπῆ οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοί, κατόπιν οἱ Πνευματομάχοι, κατόπιν οἱ Μονοφυσῖται, κατόπιν οἱ Εἰκονομάχοι, κατόπιν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οἱ Προτεστάνται, κατόπιν οἱ Οὐνῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν λεγεώνων.»

Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», (Γαλλικὴ μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Ἀναδημοσιεύτηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στὶς 29/6/2007



Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2026

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός

 

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός

«Εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών» (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)


Διαπρύσιος κήρυκας της οικουμενικότητας της «θεανθρώπινης» ΟρθοδοξίαςΆσπονδος εχθρός του «ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού οικουμενισμού».

[Η κάτωθι θεολογική γνωμοδότηση του Οσίου και θεοφόρου Πατρός Ιουστίνου (Πόποβιτς) προκλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί να συμμετάσχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν η ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία τα 18 (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος]

 

 

 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 

(του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς )

Πανιερώτατοι Πατέρες,

Την στάσιν της έναντι των αιρετικών – και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι – η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.

Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυ­τός ο ι­ε­ρός Κα­νών των α­γί­ων Α­πο­στό­λων δεν προσ­δι­ο­ρί­ζει ποί­α α­κρι­βώς προ­σευ­χή η α­κο­λου­θί­α α­πα­γο­ρεύ­ε­ται, αλ­λά α­πα­γο­ρεύ­ει κά­θε κοι­νήν με­θ’ αι­ρε­τι­κών προ­σευ­χήν, έ­στω και την κα­τ’ ι­δί­αν (“συ­νευ­ξά­με­νος”­). Εις δε τας οι­κου­με­νι­στι­κάς κοι­νάς προ­σευ­χάς μή­πως δεν γί­νων­ται και α­δρό­τε­ρα και ευ­ρύ­τε­ρα τού­των; Ο 32ος  κα­νών της εν Λα­ο­δι­κεί­α Συ­νό­δου ο­ρί­ζει· «Ό­τι ου δεί αι­ρε­τι­κών ευ­λο­γί­ας λαμ­βά­νειν, αί­τι­νές ει­σιν α­λο­γί­αι μάλ­λον η ευ­λο­γί­αι». Μή­πως ό­μως δεν συμ­βαί­νει εις τας κοι­νάς οι­κου­με­νι­στι­κάς συ­ναν­τή­σεις και συμ­προ­σευ­χάς να ευ­λο­γούν αι­ρε­τι­κοί ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ε­πί­σκο­ποι και ι­ε­ρείς, προ­τε­στάν­ται πά­στο­ρες, α­κό­μη δε και γυ­ναίκ­ες; (­!­).

Αυ­τοί και ό­λοι οι άλ­λοι σχε­τι­κοί κα­νό­νες των α­γί­ων Α­πο­στό­λων και των α­γί­ων Πα­τέ­ρων ί­σχυ­ον ό­χι μό­νον κα­τά την πα­λαι­άν ε­πο­χήν, αλ­λ’ ε­ξα­κο­λου­θούν να εί­ναι εν α­πο­λύ­τω ι­σχύ­ϊ και σή­με­ρον, δι’ ό­λους η­μάς
τους συγ­χρό­νους ορ­θο­δό­ξους Χρι­στι­α­νούς. Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν; Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.

Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.

Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν
και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα,  του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων ;της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού : εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.

Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,

Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλιου Εκκλησιών; Εντροπή καταλαμβάνει πάντα ειλικρινή Ορθόδοξον, ανατραφέντα υπό την καθοδήγησιν των Αγίων Πατέρων, όταν αναγιγνώσκη, ότι οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι της 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Γενεύης (8-16 Ιουνίου 1968) σχετικώς προς την συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το έργον του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», έλαβον τότε την απόφασιν «όπως εκφρασθή η κοινή επίγνωσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αύτη αποτελεί οργανικόν μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Αυτή η απόφασις είναι κατά την ανορθοδοξίαν και αντιορθοδοξίαν της αποκαλυπτικώς φρικαλέα. Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί  της θεολογοι, ακόμα δε και Ιεράρχαι, μεταξύ των οποίων και Σέρβοι, να επιζητούν την «οργανικήν» μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών, το οποίον, κατ’  αυτόν τον τρόπον γίνεται εις νέος εκκλησιαστικός «οργανισμός», μία «νέα Εκκλησία» υπεράνω των Εκκλησιών, της οποίας οι Ορθόδοξοι και μη Ορθόδοξοι εκκλησίαι αποτελούν μόνο «μέλη» («οργανικώς μεταξύ των συνδεδεμένα»!); Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία !

Απορρίπτομεν την ορθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αυτόν τον οργανικόν δεσμόν μετά του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού και του παναχράντου Του Σώματος – της Ορθοδόξου Εκκλησίας των αγίων Αποστόλων και Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων – και θέλομεν να γίνωμεν «οργανικά μέλη» του αιρετικού, ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού συλλόγου, ο οποίος αποτελείται από 263 αιρέσεις, η δε κάθε μία από αυτάς πνευματικός θάνατος !

Ως Ορθόδοξοι, είμεθα «μέλη Χριστού». «Άρα ουν τα μέλη του Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Και ημείς τούτο πράττομεν δια της «οργανικής» συνδέσεώς μας μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, το οποίον ουδέν άλλο είναι ειμή αναβίωσις της αθέου ανθρωπολατρείας – ειδωλολατρείας.

Είναι πλέον έσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, όπως η Ορθόδοξος Αγιοπατερική και Αγιοσαββίτικη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, των αγίων Ομολογητών, Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, παύση να αναμιγνύεται εκκλησιαστικώς, ιεραρχικώς και λατρευτικώς μετά του ούτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπως αρνηθεί δια παντός την οιανδήποτε συμμετοχήν εις τας κοινάς προσευχάς και την λατρείαν (η οποία λατρεία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι όλη οργανικώς συνδεδεμένη εις μίαν ολότητα και συγκεφαλαιούται εις την θείαν Ευχαριστίαν), και γενικώς την συμμετοχήν εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν πράξιν, η οποία ως τοιαύτη, φέρει εν εαυτή και εκφράζει τον μοναδικόν και ανεπανάληπτον χαρακτήρα της Μίας, Αγία, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της πάντοτε Μιας και Μοναδικής.

Μη σμίγουσα εκκλησιαστικώς μετά των αιρετικών, είτε αν είναι αυτοί συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, είτε πέριξ της Ρώμης, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, κατά πάντα πιστή προς τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρας, δεν θα αρνηθή δια τούτο την Χριστιανικήν της αποστολήν  και το ευαγγελικόν
της χρέος:  όπως ενώπιον του συγχρόνου κόσμου, όσον του μη ορθοδόξου, τόσον και του απίστου, ταπεινώς αλλά ευθαρσώς μαρτυρή περί της Αληθείας, της Παναληθείας, περί του ζώντος και αληθινού Θεανθρώπου και περί της πανσωστικής και παμμεταμορφωτικής δυνάμεως της Ορθοδοξίας. Οδηγουμένη υπό του Χριστού η Εκκλησία μας, δια του αγιοπατερικού πνεύματος και χαρακτήρος των θεολόγων της, πάντοτε θα είναι «έτοιμη προς απολογίαν  παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Και η Ελπίς ημών νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων και εις όλην την αιωνιότητα είναι μία και μοναδική: Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός εν τω Θεανθρωπίνω του σώματι, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι οφείλουν να συμμετέχουν όχι εις «οικουμενικάς κοινάς προσευχάς», αλλ’ εις θεολογικούς διαλόγους εν τη Αληθεία και περί της Αληθείας, όπως δια μέσου των αιώνων έπραττον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας και της Ορθοπιστίας είναι «μερίς» μόνον των σωζομένων» (πρβλ 7ος κανών Β΄ Οικουμ. Συνόδου).

Παναληθές είναι το Ευαγγέλιον του αγίου Αποστόλου: «σωτηρία εν αγιασμώ και πίστει αληθείας» (Β΄ Θες. 2,13). Η θεανθρωπίνη πίστις  είναι η πίστις της Αληθείας. Η Ουσία αυτής της πίστεως είναι η Αλήθεια, είναι η μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η δε θεανθρωπίνη αγάπη είναι «η αγάπη της Αληθείας»(Β΄Θες. 2,10). Η ουσία αυτής της αγάπης είναι η Παναλήθεια, δηλ. ο Θεάνθρωπο Χριστός. Και αυτή η Πίστις και αυτή η Αγάπη είναι η καρδία και η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πάντα ταύτα διεφυλάχθησαν αλώβητα μόνον εν τη αγιοπατερική Ορθοδοξία, περί της οποίας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι κεκλημένοι να μαρτυρούν αφόβως ενώπιον της Δύσεως και της ψευδοπίστεώς της και
της ψευδοαγάπης της.

Ιερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974
Συνιστά εαυτόν ταις αγίαις αποστολικαίς προσευχαίς
της Υμετέρας Πανιερότητος και των αγίων Πατέρων
της Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων, ο ανάξιος
Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος (Πόποβιτς)



 

 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Εν ονόματι της Εκκλησίας καμία απόκλιση, καμία εκχώρηση. Ακρίβεια!

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς)

 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ!

      Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

      Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,  ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

                      Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

    «Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

        «Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

                   Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

     Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ  και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ τῶν Στουδίων ἡγουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

                         ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

     Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

     Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρὴ Κατήχησις 97, Ἔργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

     «Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

     «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 94 (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, ἐκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

      «Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 197 (Δωροθέῳ τέκνῳ), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 338 (Κωνσταντίνῳ), στὸ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

          ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

           επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.