Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2026

 

Αγίου στάρετς Ανατολίου της Όπτινα, “Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση”

 

εικόνα άρθρου: Αγίου στάρετς Ανατολίου της Όπτινα, “Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση”

“Γι’ αυτό το λόγο παιδί μου, όταν βλέπεις την καταπάτηση της πατερικής παραδόσεως, και των θείων εντολών στην Εκκλησία, των εντολών που ορίσθηκαν από το Θεό, γνώριζε ότι οι αιρετικοί έχουν ήδη εμφανισθεί“


«Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση, αν ήταν δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Δεν θα ξεκινήσει με την ψυχρή απώθηση των δογμάτων της Αγίας Τριάδος, της Θεότητος του  Ιησού Χριστού, και της παρθενίας της Θεοτόκου, αλλά θα ξεκινήσει ανεπαίσθητα να καταστρέφει τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις της Εκκλησίας και την μεγάλη τους πνευματικότητα, που έφτασε σε μας μέσω των Αγίων Πατέρων, από το Άγιον Πνεύμα.

Λίγοι θα παρατηρήσουν αυτά τα καλοπιάσματα του εχθρού, μόνον εκείνοι που είναι πολύ πεπειραμένοι στην πνευματική ζωή. Οι αιρετικοί θα αποκτήσουν ισχύ πάνω στην Εκκλησία, και θα τοποθετήσουν τους υπηρέτες των παντού. Οι ευλαβείς θα ατενίζονται καταφρονητικά. Ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι από τους καρπούς των θα τους αναγνωρίσετε, και έτσι, από τους καρπούς των καθώς και από τις ενέργειές των αιρετικών, προσπαθήστε να τους διακρίνετε από τους αληθινούς ποιμένες. Αυτοί είναι πνευματικοί κλέφτες, διαρπάζοντες τη πνευματική ποίμνη, και θα εισέλθουν στο μαντρί (την Εκκλησία), σκαρφαλώνοντας με κάποιο άλλο τρόπο, χρησιμοποιώντας δύναμη και καταπατώντας τους ιερούς κανόνες. Ο Κύριος καλεί αυτούς ληστές (Ευαγ. Ιω. 10,1). Πράγματι, η πρώτη τους ενέργεια θα είναι η καταδίωξη των αληθινών ποιμένων, η φυλάκιση και η εξορία τους, διότι χωρίς αυτό θα είναι αδύνατο γι’ αυτούς να διαρπάσουν το ποίμνιο.

Γι’ αυτό το λόγο παιδί μου, όταν βλέπεις την καταπάτηση της πατερικής παραδόσεως, και των θείων εντολών στην Εκκλησία, των εντολών που ορίσθηκαν από το Θεό, γνώριζε ότι οι αιρετικοί έχουν ήδη εμφανισθεί, αν και κατά το χρόνο δράσης τους μπορεί να κρύβουν την ασέβειά τους, ή να καταστρέφουν την Αγία Πίστη ανεπαίσθητα, προκειμένου να επιτύχουν καλύτερα στην σαγήνευση και προσκόλληση των απείρων στα δίχτυα τους. Η καταδίωξη θα κατευθύνεται όχι μόνον εναντίον των ποιμένων αλλά εναντίον όλων των δούλων του Θεού, διότι όλοι όσοι θα καθοδηγούνται από την αίρεση δεν θα υποφέρουν την ευσέβεια.

Αναγνωρίστε αυτούς τους λύκους με ένδυμα προβάτου από τις υπερήφανες διαθέσεις τους και την αγάπη της ισχύος. Θα είναι συκοφάντες, προδότες, παντού δεικνύοντες έχθρα και κακοήθεια. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε ότι οι καρποί τους θα τους κάνουν γνωστούς. Οι αληθινοί υπηρέτες του Θεού είναι ταπεινοί, αγαπούν τον συνάνθρωπό τους και είναι υπάκοοι στην Εκκλησία.

Οι Μοναστές θα ταλαιπωρηθούν υπερβολικά από τους αιρετικούς, και η μοναστική ζωή θα καταφρονηθεί. Τα (ενεργά) Μοναστήρια θα σπανίζουν, ο αριθμός των μοναχών θα ελαττωθεί, και αυτοί που θα παραμείνουν θα υποφέρουν από βία. Αυτοί που μισούν την μοναστική ζωή, εντούτοις, έχοντας μόνο την αμφίεση της ευσεβείας, θα αγωνίζονται να προσελκύσουν τους μοναχούς με το μέρος τους, υποσχόμενοι σ’ αυτούς προστασία και κοσμικά αγαθά, και απειλώντας αυτούς που τους αντιτίθενται με εξορία.

Αυτές οι απειλές θα προκαλέσουν μεγάλη απόγνωση στους μικρόψυχους, αλλά εσύ παιδί μου, να χαίρεσαι για το ότι έχεις ζήσει μέχρι αυτό τον καιρό, διότι τότε οι πιστοί που δεν θα έχουν δείξει άλλες αρετές, θα λάβουν στέμματα, μόνο διότι θα έχουν μείνει σταθεροί στην πίστη, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Κάθ΄ ένας που, όντας μαζί Μου (εν Εμοί), θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και Εγώ, όντας μαζί του (εν αυτώ), μπροστά στον Πατέρα μου τον εν Ουρανοίς» (Ματθ. Ι-32).
(Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κα’ γώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς).

«Φοβού τον Κύριο τέκνο μου. Φοβού να χάσεις το στέμμα που ετοιμάστηκε για σένα, φοβού το να ριχτείς από το Χριστό στο εξώτερο σκότος και στα αιώνια βάσανα. Στάσου γενναίος στην πίστη, και αν είναι αναγκαίο, υπόμεινε καταδίωξη και άλλες λύπες, διότι ο Κύριος θα είναι μαζί σου και οι άγιοι Μάρτυρες και πνευματικοί θα κοιτάζουν σε σένα και τον αγώνα σου με ευχαρίστηση.

Αλλά αλλοίμονο στους μοναχούς εκείνες τις ημέρες που θα καθηλωθούν από ιδιοκτησίες και πλούτη, οι οποίοι λόγω της αγάπης της ειρήνης (ανάπαυσης) θα είναι έτοιμοι να υποταχθούν στους αιρετικούςΘα αποκοιμίζουν την συνείδησή τους, λέγοντας:
«Εμείς διατηρούμε και σώζουμε το Μοναστήρι και ο Κύριος θα μας συγχωρήσει»
.

Οι ατυχείς και τυφλοί αυτοί δεν λογαριάζουν καθόλου ότι δια της αιρέσεως οι δαίμονες θα εισέλθουν στο Μοναστήρι, και κατόπιν δεν θα είναι ένα Άγιο Μοναστήρι, αλλά μόνο τοίχοι, από τους οποίους η Χάρη θα έχει απομακρυνθεί.

Ο Θεός εντούτοις είναι ισχυρότερος από τον εχθρό, και δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τους δούλους του. Οι αληθινοί Χριστιανοί θα παραμείνουν μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου, μόνο θα προτιμήσουν να ζουν σε απομονωμένα ερημικά μέρη».



 

 

tim1

ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ: Ο ΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού 

       Μια ευγενική μορφή της πρώτης Εκκλησίας υπήρξε και ο άγιος απόστολος Τιμόθεος, ο πιστός μαθητής, ακόλουθος και πολύτιμος συνεργάτης του αποστόλου Παύλου.

      Τις περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν τις παίρνουμε από το ιερό βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Γεννήθηκε στην Λύστρα της Λυκαονίας της Μ. Ασίας, περί το 30 μ. Χ., από πατέρα Έλληνα (ειδωλολάτρη) και Ιουδαία μητέρα, την θαυμάσια Ευνίκη, η οποία είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, όπως και η ευσεβής γιαγιά του (από τη μητέρα του) Λωίδα. Τα ονόματά τους φανερώνουν πως στα μέρη εκείνα είχε συντελεστεί μια σημαντική επιμειξία Ιουδαίων και Ελλήνων. Σε αυτές τις δύο υπέροχες γυναίκες χρωστούσε την βαθειά πίστη στο Θεό, την ηθική του ακεραιότητα και τον αδαμάντινο χαρακτήρα του. Η Ευνίκη, μορφωμένη και ευγενής γυναίκα, δίδαξε στον Τιμόθεο από μικρό παιδί την ευσέβεια, ανατρέφοντάς τον θεοπρεπώς. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, από τη βρεφική του ηλικία γνώριζε τις Άγιες Γραφές. Άλλωστε και το όνομά του σημαίνει «αυτός που τιμά το Θεό». Αυτή η θρησκευτική αγωγή τον βοήθησε αργότερα να αποδεχτεί την χριστιανική πίστη. 

       Είχε ασθενικό χαρακτήρα, αλλά δυναμικό ψυχικό σθένος, ο οποίος αψήφησε κόπους, ταλαιπωρίες και διωγμούς, κατά την ιεραποστολική και ποιμαντική του δράση.

       Φαίνεται ότι γνώρισε στον απόστολο Παύλο και προσκολλήθηκε μαζί του κατά την πρώτη περιοδεία του στη Μ. Ασία και ειδικά στην Λυκαονία, περί το 50 μ. Χ. κατηχήθηκε και βαπτίστηκε. Υπάρχει η πιθανότητα να φιλοξένησε η οικογένειά του τον Παύλο και το σύνοδό του Βαρνάβα, να κατηχήθηκε η οικογένειά του και να μεταστράφηκε ολόκληρη στον Χριστιανισμό. Επίσης ο Τιμόθεος είδε με τα μάτια του τα παθήματα του Παύλου στα Λύστρα, το οποία έγιναν αφορμή να γεννήσει στην ψυχή του θαυμασμό για εκείνον και να πάρει την απόφαση να γίνει συνοδός του. Ίσως ο διωγμός αυτός να συντέλεσε καταλυτικά για την μεταστροφή του στην χριστιανική πίστη. 

       Από τότε ο Τιμόθεος προσκολλήθηκε πιστά στον Παύλο, γινόμενος ο πιο πιστός του συνεργάτης στο ιεραποστολικό του έργο, συμβάλλοντας και αυτός στην ίδρυση Εκκλησιών στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα. Μάλιστα κατέστη ένθερμος υποστηρικτής των διωκομένων χριστιανών. Του ανατέθηκαν επίσης σημαντικές αποστολές για σοβαρά εκκλησιαστικά θέματα, παρά το ότι ήταν νεαρός.

      Κατά την Β΄ αποστολική περιοδεία του ο Παύλος, πήρε μαζί του και τον Τιμόθεο και δια μέσω της Φρυγίας, και Μοισίας έφτασαν στην Τρωάδα. Από εκεί έπλευσαν στη Σαμοθράκη, απέπλευσαν στη Νεάπολη και έφτασαν στους Φιλίππους, όπου ίδρυσαν την πρώτη Εκκλησία στον ελληνικό χώρο. Κατόπιν πέρασαν από την Αμφίπολη και την Απολλωνία και έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Τιμόθεος συνέβαλλε τα μέγιστα για την ίδρυση της Εκκλησίας, παρά το διωγμό, που έγειραν οι Ιουδαίοι της πόλεως εναντίον τους, εξαναγκάζοντάς τους να φύγουν βιαστικά για τη Βέροια. Όταν έφτασαν στην Αθήνα, ο Παύλος έστειλε τον Τιμόθεο στη Θεσσαλονίκη να στηρίξει τους εκεί διωκόμενους χριστιανούς. Αργότερα τον συναντάμε στην Κόρινθο βοηθώντας τον Παύλο στο ιεραποστολικό του έργο. 

       Κατά την Γ΄ περιοδεία του ο Παύλος περιόδευσε την Μικρά Ασία έχοντας μαζί του τον Τιμόθεο. Έμεινε στην Έφεσο τρία χρόνια, στέλνοντας τον Τιμόθεο σε διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Μ. Ασία και Ελλάδα, μαζί τον επίσης αφοσιωμένο συνοδό του Έραστο. Έφτασαν στην Κόρινθο. Από την Κόρινθο μετέφερε με τον Παύλο την «λογία» (χρηματική συνεισφορά) για τις ανάγκες των

πιστών της Ιερουσαλήμ. Εν συνεχεία έφτασαν στη Μίλητο και από εκεί στην Κω και τη Ρόδο. Αργότερα πέρασαν στα Πάταρα και συνέχισαν την οδοιπορία τους στην Τύρο, στην Πτολεμαΐδα και στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, τερματίζοντας στα Ιεροσόλυμα, όπου συναντήθηκαν με τον Παύλο. Του συμπαραστάθηκε στην φυλάκισή του και στη συνέχεια τον συνόδευσε στη Ρώμη, υπηρετώντας τον στον κατ’ οίκον περιορισμό του.

     Μετά την αθώωση του Παύλου από το αυτοκρατορικό δικαστήριο, έφυγε μαζί του για την Έφεσο, τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο στην μεγάλη μικρασιάτικη πόλη, για να αντιμετωπίσει τις «ετεροδιδασκαλίες», δηλαδή τις πρώιμες αιρέσεις. Πρέπει τότε να ήταν περίπου 35-40 ετών. Ο Τιμόθεος εργάστηκε δραστήρια και μετέστρεψε χιλιάδες ειδωλολάτρες και ιουδαίους στην χριστιανική πίστη.

      Δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως η Έφεσος ήταν το κυριότερο κέντρο της ειδωλολατρίας στην Ασία, διότι εκεί λατρεύονταν η «θεά» Άρτεμις στον περίφημο ναό της, ο οποίος, πριν καεί από τον διαβόητο Ηρόστρατο  (3Ος π. Χ. αιώνας), ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αλλά και στα χρόνια εκείνα διατηρούσε την αίγλη του, όπου συσσώρευαν χιλιάδες λατρευτές της «θεάς» και οι σκοταδιστές ιερείς και οι κατασκευαστές ειδωλίων πλούτιζαν. Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού άρχισαν να απειλούνται τα συμφέροντά τους και για τούτο υποκινούσαν συχνά διωγμούς κατά των Χριστιανών.

      Αρχαία παράδοση αναφέρει πως  στα χρόνια του Δομετιανού (81-96 μ. Χ.) κατ’ άλλους επί Νέρωνα (54-68 μ. Χ.) έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου. Ο Τιμόθεος πήγαινε στα καταγώγια της πόλεως, όπου οι ειδωλολάτρες τελούσαν τις εορτές τους με αισχρά δρώμενα και ακολασίες, για να τους αποτρέψει από αυτές τις απάνθρωπες τελετές και τις θυσίες. Πλημυρισμένος από θείο ζήλο, κήρυττε την αποστροφή του σε αυτές τις αθλιότητες και αισχρότητες, ως έργα του διαβόλου, ο οποίος λατρεύεται στα πρόσωπα των αισχρών και ακόλαστων ειδωλολατρικών «θεών». Κήρυττε την αποχή από τα έργα του διαβόλου και τη μετάνοια. Σε κάποια από αυτές τις εορτές προς τιμήν της Εφεσίας Αρτέμιδος«Καταγώγιον ονομαζομένην» επειδή κατέκρινε τα όργια των εορταστών, φανατικοί ειδωλολάτρες, οιστρηλατημένοι από την αμαρτία της ακολασίας εξοργίστηκαν και όρμισαν εναντίον του. Τον συνέλαβαν, τον κακοποίησαν και στο τέλος τον φόνευσαν με ρόπαλο, περί το 97 μ. Χ

      Οι Χριστιανοί της Εφέσου κατόρθωσαν να περιμαζέψουν το τίμιο λείψανό του, το οποίο μετέφεραν σε ασφαλές σημείο και το έθαψαν με τιμές και οδύνη. Το 356 μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε, μαζί με τα λείψανα των αποστόλων Ανδρέα και Λουκά στην Αγία Τράπεζα του ναού των Αγίων Αποστόλων. Αργότερα ο Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα,  μετασκευάζοντας το ναό, άφησε άθικτη την Αγία Τράπεζα, καλύπτοντάς την  με αργυρή θήκη.

      Τεμάχια του Ιερού Λειψάνου του φυλάσσονται στις Ιερές Μονές, Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους.  Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων.  Κύκκου Κύπρου. Στο Κοπτικό Πατριαρχείο της Αιγύπτου. Στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας κ.α.

      Μας έχουν διασωθεί  δύο επιστολές του αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, οι οποίες ανήκουν στις λεγόμενες ποιμαντικές επιστολές και είναι ενταγμένες τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Περιέχουν πολύτιμες συμβουλές προς τους κληρικούς και λαϊκούς, για την κατά Χριστόν ζωή. Θεωρούνται αξιόλογες για τις ιστορικές μαρτυρίες που παρέχουν.  

     Η μνήμη του τιμάται στις 22 Ιανουαρίου.



 

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ
     Ο μοναχισμός αποτελεί για την Εκκλησία μας την αδιάκοπη εδώ και είκοσι αιώνες μοναδική πολιτεία, την οποία, λάμπρυναν, σε όλες τις εποχές, μεγάλες ασκητικές μορφές. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του μοναχισμού στην Ελλάδα τα νεώτερα χρόνια.
     Γεννήθηκε το 1500 στο χωριό Σκλάταινα Μουζακίου Καρδίτσας, τη σημερινή Δρακότρυπα. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος και η Θεοδώρα πτωχοί, αλλά ευσεβείς άνθρωποι. Σε αυτούς χρωστούσε ο Διονύσιος την δική του ευσέβεια. Έβλεπαν στην κούνια του έναν φωτεινό σταυρό, εκτιμώντας ότι ο Θεός τον προόριζε για μεγάλες τιμές και προκοπή.
       Με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν, φρόντισαν να τον σπουδάσουν, δείχνοντας μεγάλη έφεση για τα γράμματα. Του άρεσε να μελετά την Αγία Γραφή και άλλα πνευματικά βιβλία. Είχε επίσης έφεση και για την καλλιγραφία, θέλοντας να αντιγράψει την Αγία Γραφή και τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, για να ωφελείται ο ίδιος και άλλοι άνθρωποι.
       Οι γονείς του πέθαναν όταν ακόμη ήταν έφηβος και έτσι αναγκάστηκε να εργάζεται ως δάσκαλος των παιδιών του χωριού του. Παράλληλα με τα μαθήματα, τους δίδασκε και την πίστη της Εκκλησίας μας. Όμως γρήγορα πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός. 

Αφορμή στάθηκε η περιοδεία στο χωριό του κάποιος μοναχός, ονόματι Άνθιμος, από τα Μετέωρα. Από συζήτηση που είχε μαζί του, πείστηκε και τον ακολούθησε. Εκεί στα Μετέωρα υποτάχτηκε, ως δόκιμος, σε κάποιο ενάρετο μοναχό Σάββα ονομαζόμενο, ο οποίος τον μύησε στον ορθόδοξο μοναχισμό. Αυτός τον υπηρετούσε με υπακοή και ταπείνωση, δείχνοντας σημάδια πνευματικής ωριμότητας.          
       Μετά από καιρό αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος με σκοπό να συναντήσει αγίους Γέροντες και να ωφεληθεί από αυτούς και να τους μιμηθεί. Βρήκε έναν άγιο ξακουστό γέροντα, τον ενάρετο μοναχό Σεραφείμ, ο οποίος τον δέχτηκε για υποταχτικό του και εκτιμώντας τον, του έκαμε τη μοναχική κουρά, δίνοντάς του το όνομα Διονύσιος. Λίγο μετά χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Οι πάντες τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν για την πνευματική του προκοπή.
       Αργότερα ο Διονύσιος ζήτησε την ευλογία του Γέροντά του να καταφύγει στο πιο ερημικό μέρος του Άθωνα για μεγαλύτερη ησυχία. Έτσι κατέφυγε στη Σκήτη  Καρακάλλου, όπου εγκαταβίωσε σε ένα δύσβατο μέρος, κτίζοντας ένα μικρό κελί και το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος. Εκεί διήγε με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, άφθονα δάκρια και ανελλιπή μελέτη της Αγίας Γραφής. Έτρωγε μόνο μια φορά την ημέρα, μετά την θ΄ ώρα (3μ.μ.). Ήταν απόλυτα ακτήμων, μάλιστα δεν κλείδωνε ποτέ το κελί του, διότι δεν υπήρξε τίποτε το σημαντικό να του κλέψει κανείς.
        Έμεινε σ’ αυτό το απόμερο ασκητήριο τρία χρόνια. Κατόπιν του γεννήθηκε η επιθυμία να μεταβεί στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει τα Ιερά Προσκυνήματα. Όντως τον αξίωσε ο Θεός και πραγματοποίησε την επιθυμία του, αποκομίζοντας μεγάλη ωφέλεια από αυτό το προσκύνημα. Γύρισε ξανά στο κελί του και έμεινε άλλα δέκα χρόνια, εντείνοντας τον πνευματικό του αγώνα και βιώνοντας σπάνιες πνευματικές εμπειρίες και θαύματα.
        Η φήμη του απλώθηκε σε όλο το Άγιο Όρος. Του προτάθηκε να γίνει ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου (βουλγαρική τότε). Παρά τις αντιρρήσεις του, δέχτηκε και ανάλαβε μεγάλη προσπάθεια για την ανοικοδόμηση του σχεδόν ερειπωμένης Μονής. Ταξίδεψε ως την Κωνσταντινούπολη να βρει χορηγούς. Εκεί κατόρθωσε και συγκέντρωσε αρκετά χρήματα. Τον ακολούθησαν και αρκετοί νέοι. Στην προσπάθειά του να μεταβάλλει τη Μονή ελληνική, βρήκε μεγάλη αντίδραση από τους Βουλγάρους και κατασυκοφαντήθηκε. Γι’ αυτό και αποφάσισε να φύγει.
        Στα 1524 αποχαιρέτησε τους αδελφούς της Μονής και αναχώρησε για μια Σκήτη στη Βέροια. Έκτισε την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου, αρχίζοντας μια νέα περίοδο πνευματικού αγώνα. Η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την γύρω περιοχή. Χιλιάδες άνθρωποι έτρεχαν κοντά του να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Όταν χήρεψε η επισκοπή Βεροίας, του προτάθηκε να πάρει τη θέση του επισκόπου, όμως εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά.
         Μετά από καιρό, θέλοντας να ζήσει σε ησυχία έφυγε για τον Όλυμπο, κοντά στο έρημο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος, όπου εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο σπήλαιο. Όταν εμφανίστηκε κάποιος μοναχός, άφησε τη σπηλιά και εγκαταστάθηκε με τον αδελφό στη Μονή, αρχίζοντας την ανοικοδόμηση.  Συνάντησε όμως την ισχυρή αντίδραση του τοπικού άρχοντα. Ο τούρκος δικαστής της Λάρισας διέταξε και τους έφεραν δεμένους στην θεσσαλική πρωτεύουσα, με την κατηγορία ότι ανακαίνιζαν τη Μονή χωρίς άδεια. Πραγματικοί υποκινητές ήταν κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι λυμαίνονταν την περιουσία της Μονής. Εξορίστηκαν στο Πήλιο, κοντά στη Ζαγορά, όπου  οικοδόμησαν τη Μονή της Αγίας Τριάδας Σουρβίας. Όμως τότε συνέβη το απροσδόκητο: έπεσε μεγάλη ξηρασία στην περιοχή. Οι κάτοικοι απέδωσαν τη θεομηνία στην άδικη δίωξη των δύο μοναχών. Μια επιτροπή πήγε στο Πήλιο, παρακαλώντας τον Διονύσιο να τους συγχωρήσει και να πάψει η φονική ξηρασία. Είχαν μαζί τους έγγραφο του τοπικού άρχοντα, με το οποίο τους επέτρεπαν να γυρίσουν στην Ιερά Μονή. Ο Διονύσιος τους συγχώρεσε, έπαψε η ξηρασία και εκείνος γύρισε ξανά, με τον άλλο μοναχό, στην Μονή, όπου συνέχισε το έργο της ανοικοδόμησης και της πνευματικής εξύψωσης των κατοίκων της περιοχής. Δύο φορές το χρόνο, (20 Ιουλίου και 6 Αυγούστου), ανέβαινε στην κορυφή του Ολύμπου και λειτουργούσε. Είχε αναπτύξει επίσης και μεγάλη εθνική δράση.
      Στο τέλος της ζωής του έφτασε σε ύψη αγιότητας. Είχε αξιωθεί να έχει προορατικό και διορατικό χάρισμα. Είχε αποκαλύψει στον ηγούμενο Παρθένιο το χρόνο του θανάτου του. Ύστερα από θερμή προσευχή, κοιμήθηκε ειρηνικά στις 23 Ιανουαρίου του έτους 1542. Το σώμα του ενταφιάστηκε στο νάρθηκα της Μονής. Αργότερα, όταν έγινε η εκταφή των λειψάνων του, βρέθηκαν να ευωδιάζουν και να θαυματουργούν. Η μνήμη του εορτάζεται στις 23 Ιανουαρίου.              


 

 

῞Αγιος  ̉Ιωάσαφ  φωτιστὴς τῆς  ̉Αλάσκας

(22  ̉ Ιανουαρίου)

   ῾Ο ῞Αγιος  ̉Ιωάσαφ (Μπο­λότωφγεννήθηκε στὴ Ρω­σία τὸν 18ο αἰμ.ΧΤὸ 1777 σπού­δασε πρῶτα στὸ ῞Ι­βερ  καὶ μετὰ στὸ  Θεολογικὸ Σεμινάριο τοῦ ΓιαροσλάβλΜετὰ τὶς σπουδὲς του διετέ­λεσε δάσκαλος γιὰ τέσσερα περίπου χρόνια στὴ Θεολογι­κὴ Σχολή Uglitsky. Τὸ 1786 ἐκάρη μοναχὸς στὸ μοναστήρι Tolga κοντὰ στὸ Yaroslavl.  ̉Αργότερα ἔγινε ἱερέας καὶ ἐρ­γάσθηκε ἱεραποστο­λικὰ στὴν ̉Αλάσκα. ῎Ε­φθασε στὴ νῆσο Κόντιακ, ὕστερα ἀπὸ ταξίδι πάνω ἀπὸ σαράντα ἡμέρες, στὶς 24 Σεπτεμβρίου 1794 μ.Χ.  ̉Εκεῖ, παρὰ τὶς τεράστιες καὶ ἀφάνταστες δυσκο­λίες ἀλλὰ καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ ἔθετε στὸ δρόμο τους ἡ ἀ­ποικιοκρατικὴ συ­μπεριφορὰ τῶν περισσό­τερων Ρώσων ἐ­μπόρων, μὲ τὴ βοή­θεια τοῦ Θεοῦ, κατόρθω­σε αὐτὸς καὶ οἱ συνεργάτες του νὰ θεμελιώσουν τὴν  ̉Ορ­θόδοξη  ̉Εκκλη­σία στὴν παγωμένη  ̉Αλάσκα. Τὸν  ̉Ιούλιο τοῦ 1796 μ. Χ. ἡ Σύνοδος τῆς Ρώσικης  ̉Εκκλη­σίας ἀνακήρυ­ξε τὴν  ̉Αλάσκα σὲ ̉Επισκοπή τοῦ  ̉Ιρ­κοὺτσκ τῆς Σιβηρίας καὶ ὁ  ῞Αγιος  ̉Ιω­άσαφ ἐξελέγει ἐπί­σκοπος. Σὲ μιὰ ἱεραπο­στολικὴ του πε­ριοδεία τὸ πλοῖο «Φοίνιξ», ποὺ μετέφερε τὸν ἐπίσκοπο καὶ τὴ συνοδεία του ναυάγησε καὶ ὁ ἐπίσκο­πος ̉Ιωάσαφ πνί­γηκε.

   ῾Η ̉Εκκλησία τῆς Ρωσίας τὸν κατέτα­ξε μεταξὺ τῶν ῾Α­γίων καὶ ἑορτάζει τὴν μνήμη του στὶς 22  ̉Ιανουαρίου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιον  ̉Ιωάσαφ Φωτιστὴν τῆς ̉Αλάσκας

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου   

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δ΄. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ...

Τὸν τῆς  ̉Αλάσκας φωτιστὴν καὶ προστάτην* καὶ  ̉Ορθοδόξων φύλακά τε καὶ ῥύστην* καθικετεύσο­μεν πάντες ἐκ μέσης ψυχῆς,*  ̉ Ιωάσαφ ὅσιε  ̉ Αρχιθύ­τα Κυρίου,* πρόφθασον καὶ λύτρωσον* τοὺς δει­νῶς θλιβομένους,* μὴ παραβλέψῃς δέησιν πιστῶν* σὲ γὰρ προστάτην* ἀκοίμητον ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ …

Ἀπολυτίκιον, Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ  ̉Αλάσκας τὸν Πρόε­δρον,* τῶν ἱερῶν  ̉Αποστόλων μιμητὴν καὶ ὁμότρο­πον,*  ̉Ιω­άσαφ, τιμήσομεν πιστοὶ* τῶν  ̉Αλεουτίων νή­σων φωτι­στήν,* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδα­πᾶς τοῖς εὐ­λαβῶς κραυγάζουσι˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσα­ντι Χρι­στῷ,*  δό­ξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,* δόξα τῷ σὲ δωρή­σαντι ἡμῖν πρέ­σβυν ἀ­νύστακτον.

Καὶ νῦν … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς  γὰρ  δού­λους  σώ­ζεις ἀε* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ α´. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶςπρὸς σὲ ̉Ιωάσαφ* τῆς  ̉Αλάσκας τὸν Φωτιστὴν* καὶ τὴν σὴν βοή­θει­αν αἰ­τοῦμαι,* ἣν δώρησόν μοι ταχέως, Μακάριε.

Τὸ ῎Αχραντο σῶμα τοῦ ̉Ιησοῦ* καὶ Θεῖον Του αἷμα* κοινωνήσαι θερμῶς ποθῶ,* ἀλλ̉ εἰμὶ ἀνάξιος ὁ τάλας* διὸ σοῦ μεσιτείας αἰτῶ, ἔνδοξε.

῾Ραθύμως πορεύομαι, Θαυμαστέ,* διὸ καὶ πτοοῦ­μαι* καὶ προσφεύγω δεητικῶς* τῇ σῇ σκέπῃ, μά­καρ ̉Ιωάσαφ,* τῶν  ̉Ορθοδόξων, φρουρέ, ἀκατά­βλητε.

Θεοτοκίον.

Τὰ τέκνα ἃ δέδωκέν μοι Θεός,* ἀξίωσον, Μῆτερ,* ἀ­ναθρέψαι χριστοπρεπῶς* καὶ τούτοις παρά­σχου ὡς συζύγους* χριστιανοὺς ὁμοδόξους δεόμεθα.

ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας ἁψῖδος...

Τῆς ̉Αλάσκας κατέστης, θαυματουργὲ ῞Αγιε,* φω­τιστὴς καὶ μέγας προστάτης* καὶ καταφύγιον* δι­ὸ πρὸς σὲ οἱ πιστοὶ* ἀκαταπαύστως βοῶσιν,* ̉Ιωάσαφ ἔνδοξε,* σκέπε ἱκέτας σου. 

̉ Οφθαλμοὺς ἀλλοδόξων, ̉Ιωάσαφ, ἄνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγησον* καὶ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν  ἡμῖν, πάτερ,  ὑμνεῖσαι* καὶ  λα­τρεύσαι δέομαι* τούτους ἀξίωσον.

Ταῖς λιταῖς σου, Παμμάκαρ,* ὁ Ποιητὴς τάχυον* εἰ­ρηνεύει τὰ ἔθνη* τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα* καὶ τὴν εἰρήνην ἀεὶ* καὶ τὴν ὁμόνοιαν, Πάτερ,* τοῖς ἀν­θρώποις δίδωσι,* ὁ Πολυέσπλαχνος.

Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,* σὺ διαφύλαξον* πάντας τοὺς προστρέχοντας πόθῳ* τῇ προστασίᾳ Σου* καὶ ἐξαιτοῦντας, ῾Αγνή,* τὴν σὴν βοήθειαν πίστει* καὶ Χριστὸν δοξάζοντας,* Θεομακάριστε.  

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάσαφ,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.  

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Πρεσβείαν τὴν σὴν* ποθοῦμεν, Θεοδόξαστε,* διὸ τῶν πιστῶν* τὰ πλήθη σοι προσφεύγουσι* καὶ πό­θῳ βοῶσί σε,* ̉ Ιωάσαφ, σκέπασον ἅπαντας* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσον ἡμᾶς* τοὺς σοι θερμῶς καὶ πίστει προσφεύγοντας.

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα, Κύριε...

̉Ορθοδόξους προστάτευσον* ἐκ τῆς κατακρίσεως, Θεοδόξαστε,* καὶ τὸν Κύριον κατεύνασον,* ἵνα λά­βωμεν χάριν καὶ ἔλεος.

Τοὺς πιστοὺς σὺ διάσωσον* ἐκ τῆς ἀνεργίας πά­ντες δεόμεθα* καὶ προφύλαξον ἱκέτας σου* ἐκ ποικί­λων νόσων τε καὶ θλίψεων.

̉Ιατρὸς ὁ ἀλάνθαστος* ἀνεδείχθης, ἅγιε καὶ ἀ­νάργυρος·* διὸ σοι πάντες προσέρχονται,*  ̉Ιωά­σαφ,  ̉Αλάσκας τὸ καύχημα.

Θεοτοκίον.

Τὸν Υἱὸν σου ἱκέτευε,* Θεοτόκε ῎Αχραντε, σοῦ δεό­μεθα* θεραπεύσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν* ἐκ ῥοπῶν ποι­κίλων καὶ στενώσεων.

ᾨδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς...

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν ταῖς Γραφαῖς, ̉Ιωάσαφ θαυμαστέ,* καὶ βιώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.

̉Ιασον ταχὺ* ἐκ τῶν νόσων τούς ἱκέτας σου* καὶ τάς  καρδίας ἡμῶν ἔμπλησον χαρᾶς* τῆς  οὐρανί­ου,* ̉Ι­ωάσαφ, πιστῶν τὸ καύχημα.

Φόβον τοῦ Θεοῦ* τῇ καρδίᾳ μου ἐμφύτευσον* καὶ ὑ­γιείαν σὺ παράσχου μοι* τῷ ἀναξίῳ ἱκέτῃ σου, Θε­οπρόβλητε.

Θεοτοκίον.

Μόνη τὸν Θεὸν* ἀποῤῥήτως σωματώσασα,* ῾Οδη­γήτρια, προφθάνεις πανταχοῦ* καί ἐκπλη­ρεῖς τοῖς αἰτοῦσι τὰ αἰτήματα. 

ᾨδὴ στ´. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ...

Τὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοιμοῦ τῆς ἁμαρτίας, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου,  ̉Αλάσκας τό κλέος,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ̉Ιωάσαφ, πιστῶν κατά­φύγιον.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* ̉Ιωάσαφ, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀπαύ­στως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* ̉Αρχιθύτα, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

̉Ορθόδοξοι σὲ προστάτην ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀκοί­μητον, ̉Ιωάσαφ,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ βέλη διώ­κεις* σὺ καὶ τὰς νόσους ἰᾷ, ἀξιάγαστε,* διὸ μοναζό­ντων χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σέ, ἔνδοξε.

Θεοτοκίον.

̉Απαύστως σὲ ἱκετεύω ὁ τάλας* μὴ παρίδῃς τὸν σὸν δοῦλον, Παρθένε,* ἀλλὰ παράσχου ἐμοὶ τῷ ἀθλίῳ ὑπομονὴν καὶ ταπείνωσιν, Δέσποινα,* καὶ δί­δου μοι εὐθυπορεῖν* πρὸς ὁδοὺς τοῦ Σωτῆρος, Πανά­χραντε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Ιωάσαφ,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνε­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία τῶν χριστιανῶν...

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος·* μὴ παρί­δῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉ Ιωάσαφ, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθο­δό­ξων καταφύγιον.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Τ ίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ. (δίς)

Στίχος: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν  Κύριον καὶ  προσέ­σχε μοι.

Τ ίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος  τοῦ  Ὁσίου αὐ­τοῦ.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ…

 ̉Εκ  τοῦ κατὰ Ματθαῖον  ἁγίου  Εὐαγγε­λίου  τὸ  ἀνάγνωσμα. Πρόσχωμεν (Κεφ. ε΄ 14 – 19) καὶ ὁ Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Ε ἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. Ὅς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ …

Ταῖς τοῦ ̉Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ  τὸ  μέγα  ἔλεός  σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀ­νόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐ­δὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πά­ντοθεν πολεμούμε­νος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον,  ̉Ιωάσαφ* μακάριε, προ­στάτα καὶ φρουρὲ* τῶν δεομέ­νων σοι, ἔνδοξε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρωσον.  

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός: ̉Αμήν.

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τὰς ὀρδὰς τῶν δαιμόνων* ἀπελαύνεις ταχέως σύ, Θεοδόξαστε,* διὸ σοι καταφεύγω* δεόμενος ἀπαύ­στως* ταῖς λιταῖς σου βοήθημι,* ἵνα ὁ τάλας ὑ­μνῶ* Χριστοῦ τὰ μεγαλεῖα.

῾Εργατῶν τοῦ Κυρίου* ἀνεδείχθης προστάτης, ̉Ιωά­σαφ ἔνδοξε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις* ὑγείαν καὶ σοφίαν,* ἵνα πᾶσι κηρύττουσι* τὰ μεγαλεῖα Χριστοῦ* πρὸς δόξαν τοῦ Δεσπότου.

Λυτρωτὴν καὶ Σωτήρα,*  ̉Αρχιθύτα  ̉Ιωάσαφ, σὺ κα­θικέτευε* ὑπὲρ τῶν Σὲ ὑμνοῦντων* καὶ πόθῳ προ­σκυνοῦντων* τὴν εἰκόνα Σου, ῞Αγιε,* ὅπως παράσχῃ ἡμῖν* μετάνοιαν καὶ πίστιν.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀ­νάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀνα­κράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πειρα­στοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.

ᾨδὴ η´. Τόν Βασιλέα...

Τὸν Βασιλέα* καὶ ποιητὴν ἐκδυσώπῃ* τοῦ δοθεῖ­ναι ἱκέταις εἰρήνην,* ἵνα σὺν ̉Αγγέλοις* δοξά­ζωμεν Τριάδαν.

Τὴν ἀνεργίαν* ταῖς σαῖς λιταῖς,  ̉Αρχιθύτα,* ὁ Δε­σπότης  τῶν  ὅλων  ἀπελαύνει*  καὶ πιστοῖς παρέ­χει* ταχέως ἐργασίαν. 

῾Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θερα­πεύει  ὁ  Πλάστης  ταχέως* καὶ  εἰς  τοὺς  γονέας* χαρὰν παρέχει, πάτερ.

Θεοτοκίον.

῾Εκ τῶν ἀνθρώπων* τὴν ἀνασφάλειαν τάχος* ἐκδι­ώκεις,  Παρθένε  Μαρία,*  καὶ  εἰς  τὰς  ψυχὰς  μας ἐλπίδαν ἐμφυτεύεις.

ᾨδὴ θ´. Κυρίως Θεοτόκον...

Νοσήματα λοιμώδη* τάχος θεραπεύεις* σὺ καὶ τοὺς ὄγκους ἰᾶ, Θεοδόξαστε,* διὸ πιστῶν αἱ χο­ρείαι* εἰς σὲ προσφεύγουσι.

Τὸν Κτίστην τῶν ἁπάντων* καὶ τὴν Θεοτόκον* σὺ ἐ­ξευμένισον, μάκαρ, δεόμεθα,* ἵνα ῥυσθῶμεν κιν­δύνων* καὶ τῆς κολάσεως.

Παμμάκαρ  ̉Ιωάσαφ,* σὲ καθικετεύω* τοὺς ὀφθαλ­μοὺς ἀλλοδόξων διάνοιξον,* ἵνα  ̉ Ορθόδο­ξον πί­στιν* ταχὺ ἀσπάσονται.

Θεοτοκίον.

Βοήθει Θεοτόκε,* τέκνα ἱκετῶν Σου* εὐρεῖν συζύ­γους πιστοὺς καὶ ὁμόφρονας* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν* ἰδεῖν ἀξίωσον.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σε­ρα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λόγον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Χαίροις, τῆς  ̉Αλάσκας ὁ φωτιστὴς* καὶ τῶν ̉ Ορθο­δόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, τῶν νο­σοῦντων* ἀνάργυρος θεράπων* καὶ τῶν πι­στῶν τό κλέος* καί καταφύγιον.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σὲ* μὴ ἐγκαταλεί­πεις, ̉Ιωάσαφ θαυματουργέ,* ἀλλὰ σὺ παρά­σχου* ὑγείαν τε καὶ ῥώμην* καὶ δόξαν τοῦ Δεσπότου ἰδεῖν ἀξίωσον.

῾Αλάσκα ἀγάλλει τε καὶ σκιρτᾶ* ἔχουσα προστάτην,  ̉Ιωάσαφ θαυματουργέ,* σὲ τὸν  ̉Αρχιθύ­την* τὸ κλέος τῶν  ̉Αγγέλων* καὶ τῶν τῶν  ̉Ορθοδόξων* δόξα καὶ σέμνωμα.

Χ αίροις, τῆς ῾Ρωσίας γόνος λαμπρός˙* Χαίροις, τῆς  ̉Αλάσκας* φωτιστὴς τε καὶ βοηθὸς* καὶ τῶν έν ἀνάγκαις* άκοίμητος προστάτης* καὶ τῶν νοσοῦντων, μάκαρ,* τὸ καταφύγιον.

῎Εχοντες προστάτην καὶ βοηθὸν* σὲ τὸν ῾Ιεράρ­χην* καὶ  ̉Αλάσκας τὸν φωτιστὴν* δύναμιν ἀ­ντλοῦμεν,* ἐλπίδαν τε καὶ θάῤῥος* καὶ πάντες ὁλο­ψύ­χως* Χριστὸν δοξάζομεν.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρί­ου* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε  πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

Εἶτα ὁ Χορός τό: ῞Αγιος ὁ Θεός, ῞Αγιος Ἰσχυρός, ... (τρίς), Δόξα Πατρὶ καὶ ..., Παναγία τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. ..., Κύριε ἐλέησον, (τρίς), Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῶ ..., Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ..., Ὁ Ἱ­ε­ρεύς: Ὅ­τι Σοῦ ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α …, Ὁ Χορός:  ̉Α­μήν.  

Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον.  Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου...

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ  ̉Αλάσκας τὸν Πρόε­δρον* τῶν ἱερῶν  ̉Αποστόλων μιμητὴν καὶ ὁμότρο­πον,* ̉ Ιωάσαφ, τιμήσομεν πιστοὶ* τῶν  ̉Αλεουτίων νή­σων φωτιστήν,* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδα­πᾶς τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* δόξα τῷ σὲ δοξά­σα­ντι Χρι­στῷ,* δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,* δόξα τῷ σὲ δω­ρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἐν συνεχείᾳ μικρᾶ ἀπόλυσις.

῾Ο Χορός: Δόξα Πατρὶ καὶ… Καὶ νῦν καὶ… Κύριε ἐλέ­ησον (τρίς) Πάτερ, ἅγιε, εὐλόγησον.

῾Ο ῾Ιερεύς: Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν…

Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

῏Ηχος β´. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων δεήσεις,* ὦ ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔ­χομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ πα­θῶν ἐμπι­μπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμε­θα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε  ̉Ιωάσαφ τρισμάκαρ,* ῥῦ­σαι τοὺς ἱ­κέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλί­ψεως.

῏Ηχος πλ. δ´.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλί­ψεως.

῏Ηχος β´.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῏Ηχος α´.

Τῇ πρεσβεία Κύριε,* πάντων τῶν ἁγίων,* καί τῆς Θεοτόκου,* τήν σήν εἰρήνην δός ἡμῖν,* καί ἐλέη­σον ἡμᾶς,* ὡς μόνος οἰκτίρμων

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν



[1] Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶνεἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…,  Καὶ νῦν…