Δευτέρα, Φεβρουαρίου 02, 2026

 

 

Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ.

Αρχ. Παύλου ΔημητρακοπούλουΘεολόγου – συγγραφέως- Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 2α  Φεβρουαρίου 2026

    Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, εορτάζει η αγία μας Εκκλησία την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου μας. Η λέξη Υπαπαντή σημαίνει υποδοχή και προϋπάντηση. Πρόκειται για την υποδοχή που έγινε στον μικρόν Ιησούν από ένα δίκαιο και ενάρετο άνδρα της Παλαιάς Διαθήκης, τον άγιο Συμεών τον Θεοδόχο, όταν η Παναγία μητέρα του Κυρίου τον προσέφερε στο Ναό 40 ημέρες μετά την γέννησή του.   

    Το νόημα και το περιεχόμενο της εορτής αυτής διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς στο 2ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Σαράντα ημέρες μετά την γέννηση του Κυρίου, η Παναγία με το νεογέννητο βρέφος στην αγκαλιά της και με τον Ιωσήφ προσέρχονται στον ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα. Έρχονται για να εκπληρώσουν κάποια εντολή του μωσαϊκού νόμου. Αφ’ ενός μεν να προσφέρουν θυσία στο ναό και αφ’ ετέρου να παρουσιάσουν τον Ιησού ενώπιον του Θεού ως αφιερωμένο σ’ Αυτόν.

    Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο κάθε γυναίκα λεχόνα επί 40 ημέρες μετά την γέννηση αρσενικού παιδιού θεωρείται ακάθαρτη. Δεν επιτρέπεται σ’ αυτήν στο διάστημα των  ημερών αυτών να εισέλθη μέσα στο ναό. Μετά την συμπλήρωση των 40 ημερών, έπρεπε να προσέλθη για να προσφέρει ως θυσία για τον καθαρισμό της ένα αμνό και ένα νεαρό περιστέρι, ή ένα τρυγόνι. Εάν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει ως θυσία τον αμνό, θα έπρεπε να προσφέρει αντί του αμνού ένα ζευγάρι τρυγόνια, ή δύο νεαρά περιστέρια. Η Παναγία όμως αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στην εντολή αυτή του Νόμου. Δεν είχε ανάγκη καθαρισμού και προσφοράς θυσίας, διότι με υπερφυσικό τρόπο, με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, συνέλαβε και γέννησε τον Χριστόν, χωρίς να καταστραφεί η παρθενία της και επομένως δεν είχε ποτέ περίοδο λοχείας. Απεναντίας μάλιστα ο Θεός Λόγος, που ήρθε και εσκήνωσε μέσα της αγίασε την παρθενική μήτρα της και ολόκληρη την ψυχή και το σώμα της.

    Σύμφωνα πάλι με τον Μωσαϊκό Νόμο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί, που γεννιέται, ανήκει στον Θεόν και πρέπει να αφιερώνεται σ’ αυτόν. Οι γονείς του παιδιού θα έπρεπε να καταβάλλουν ένα μικρό χρηματικό ποσό στο ναό για την εξαγορά του. Ο Ιησούς όμως αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στην εντολή αυτή του νόμου. Δεν είχε ανάγκη να προσφερθεί σαν αφιέρωμα προς τον Θεόν, σαν να ήταν κάποιος ξένος προς τον Θεόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι ο αγαπημένος Υιός του Θεού, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος. Ούτε είχε ανάγκη να εξαγοραστεί από την Παναγία και τον Ιωσήφ, αφού Αυτός ήρθε στον κόσμο, για να μας εξαγοράσει από τη δουλεία της αμαρτίας.

    Παρ’ όλα αυτά τόσον ο Ιησούς όσον και η μητέρα του δέχονται να υπακούσουν, σ’ όσα ο Νόμος διέτασσε. Αυτός που νομοθέτησε το Νόμο, υποτάσσεται και υπακούει σε κάθε εντολή του και εκπληρώνει όλη τη δικαιοσύνη του, για να αποδείξει ότι δεν είναι αντίθετος προς αυτόν και για να δώσει και σε μας το παράδειγμα της υπακοής σε κάθε εντολή του Θεού. Γίνεται υπήκοος προς τον Πατέρα του μέχρι θανάτου, τηρώντας με ακρίβεια το θέλημά του, για να θεραπεύσει το τραύμα της ιδικής μας παρακοής.

    Τότε λοιπόν που η Παναγία ήρθε στο ναό, για να εκπληρώσει, όσα διέτασσε ο Νόμος, εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθε επίσης στο ναό, οδηγημένος από το Πνεύμα το άγιο, ο άγιος Συμεών. Αυτός ήταν άνθρωπος δίκαιος και ευλαβής, αφοσιωμένος στον Θεόν και το θέλημά του. Είχε μέσα του το άγιο Πνεύμα, το οποίο του αποκάλυψε, ότι δεν θα απέθνησκε, προτού να δεί με τα μάτια του τον Μεσσία Χριστόν. Πλησίασε την Παναγία και πήρε από τα χέρια της στην αγκαλιά του με πολλή στοργή το πανάγιο βρέφος. Η καρδιά του είχε γεμίσει εκείνη την ώρα από βαθιά ειρήνη, άφατη χαρά και αγαλλίαση. Αισθάνεται ότι δεν πατάει στη γη, αλλά βρίσκεται στους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους. Ο άγιος Συμεών αυτή την ώρα μιμείται τα χερουβίμ, διότι βαστάζει τον «επί θρόνου χερουβικού εποχούμενον», τον σαρκωθέντα Θεόν. Κατανοεί με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος ότι το μικρό και αδύνατο αυτό βρέφος, τυλιγμένο μέσα στα σπάργανα είναι «ο παλαιός των ημερών», ο κτίστης και δημιουργός των απάντων, ο πλαστουργός του και Θεός και θαυμάζει του μυστηρίου την δύναμη. Θαυμάζει το μέγεθος της συγκαταβάσεως της φιλανθρωπίας και της αγάπης του Θεού. Η ώρα αυτή είναι για τον άγιο Συμεών ο πιο συγκλονιστικός σταθμός της ζωής του. Ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεόν για το μέγεθος της δωρεάς που αξιώθηκε. Τον δοξολογεί με τους προφητικούς εκείνους λόγους, τους οποίους επαναλαμβάνει η Εκκλησία  μας στο τέλος κάθε εσπερινού: «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ».  Σ’ ευχαριστώ, λέγει, Θεέ μου, γιατί εξεπλήρωσες σήμερα την  υπόσχεσή σου και μ’ αξίωσες όχι μόνον να σε δω με τα μάτια μου, αλλά και να σε ψηλαφίσω με τα χέρια μου. Τώρα πια μπορείς να με ελευθερώσεις από τα δεσμά του σώματος και να με απολύσεις από την παρούσα ζωή με ειρήνη. Τώρα πια ας έλθει ο θάνατος να με πάρει. Ο πόθος μου εξεπληρώθη. Είδα με τα μάτια μου τον Υιόν σου που τον έστειλες στον κόσμο και εσαρκώθη για να γίνει πηγή σωτηρίας, όχι μόνον του λαού σου, του Ισραήλ, αλλά και όλων των λαών της γης. Χάρις σ’ αυτόν θα γνωρίσουν τα έθνη τον αληθινό Θεό και θα οδηγηθούν από το σκότος της ειδωλολατρίας στο φως της αληθινής θεογνωσίας. Τα λόγια αυτά του αγίου Συμεών, καθώς και όσα είπε παρά κάτω προς την Παναγία, είναι λόγια προφητικά και πραγματοποιήθηκαν αργότερα μέχρι λεπτομέρειας.

    Την εποχή εκείνη όλοι οι λαοί της γής προσδοκούσαν και περίμεναν με λαχτάρα τον σωτήρα και λυτρωτή. Ο Χριστός είχε γίνει «η προσδοκία των εθνών», σύμφωνα με την προφητεία του πατριάρχου Ιακώβ. Τον αναζητούσαν επίμονα και επιτακτικά. Ήταν η εποχή που το κακό, η εξαθλίωση και η διαφθορά της ανθρωπότητος είχαν φθάσει στο αποκορύφωμά τους. Το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και κάθε ηθικής διαστροφής κυριαρχούσε παντού, από το παλάτι της Ρώμης μέχρι τον τελευταίο δούλο της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πουθενά δεν υπήρχε τιμιότης και ειλικρίνεια, πουθενά ασφάλεια και ειρήνη. Ειδικότερα στο λαό των Εβραίων, που ήταν τότε ο περιούσιος λαός του Θεού, δεν υπήρχαν άρχοντες με φόβο Θεού για να τον κυβερνήσουν, αλλά στέναζε κάτω από την τυραννική δουλεία των Ρωμαίων. Επί πλέον η θρησκευτική του ηγεσία, οι Αρχιερείς και Γραμματείς και Φαρισαίοι ήταν άνθρωποι άπιστοι, κενόδοξοι και υποκριτές που επεδίωκαν το χρήμα και την καλοπέραση.

    Πόθος διακαής και προσδοκία του αγίου Συμεών ήταν, αδελφοί μου, πότε θα έρθει εκείνη η ώρα, που ο Θεός θα εκπληρώσει την υπόσχεσή του και θα δει με τα μάτια του τον Χριστό. Κέντρο της ζωής του είχε γίνει η προσδοκία της εκπληρώσεως αυτής της υποσχέσεως. Κάθε άλλη προσδοκία και επιθυμία είχε παραμεριστεί στο περιθώριο της ζωής του. Όλο το νόημα της ζωής του ήταν γι’ αυτόν να αξιωθεί να απολαύσει την εμπειρία της ζωντανής παρουσίας του.

    Όμως και η δική μας ζωή δεν θα πρέπει να έχει άλλο νόημα και άλλο σκοπό. Πόθος και αγώνας και προσδοκία διαρκής και ισόβιος πρέπει να γίνει και σε μας, το να αξιωθούμε να συναντηθούμε με τον Χριστό, να τον δούμε με τα μάτια της ψυχής μας, να απολαύσουμε την ζωοποιό ενέργεια της θείας Χάριτός Του, να τον κρατήσουμε μέσα στα ενδότερα της ψυχής μας, ώστε να παραμείνει μονίμως μέσα μας. Ας αγωνιστούμε ώστε  η εμπειρία του αγίου Συμεών, που είναι καθολική εμπειρία όλων των αγίων, να γίνει και δική μας προσωπική εμπειρία. Αυτή την εμπειρία εύχομαι να αξιωθούμε να βιώσουμε όλοι μας, ήδη από την παρούσα ζωή, με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου, τις πρεσβείες του αγίου Συμεών και όλων των αγίων. Αμήν. 



 

 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Μια από τις πλέον σεβάσμιες μορφές της Καινής Διαθήκης είναι και ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, ο οποίος αξιώθηκε να κρατήσει στα γεροντικά του χέρια τον νεογέννητο Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου.

     Ο άγιος Συμεών θεωρείται ως ο πρώτος άγιος της Εκκλησίας μας, ο οποίος συνδέει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Είναι ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος κατάδειξε την μεσσιανική ιδιότητα του Χριστού, εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα και μέγιστος προφήτης, ο οποίος είδε να εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τον ερχομό του Μεσσία και της μεσσιανικής εποχής.

     Ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του γνωρίζουμε, σταχυολογημένα από την ευαγγελική διήγηση και τις χριστιανικές παραδόσεις, οι οποίες συχνά φτάνουν σε υπερβολές και μυθοποιούν το σεπτό του πρόσωπο. Όμως τα ιερά συναξάρια της Εκκλησίας μας δεν είναι καθαρά ιστορικά κείμενα, αλλά κηρυγματικά, κατηχητικά, τα οποία σκοπό έχουν να διδάξουν την πίστη και την ευσέβεια στους πιστούς, με βάση τη βιωτή των αγίων. Στα πλαίσια αυτά είναι ανεκτή κάθε λεκτική «υπερβολή» και ιστορική «παρέκβαση».

     Ο ευσεβής θρύλος τον θέλει να είναι ένας από τους 72 μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης στη ελληνική γλώσσα, την ομάδα των δίγλωσσων σοφών Ιουδαίων ελληνιστών στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στην τότε διεθνή γλώσσα, για να την μελετούν και να την κατανοούν οι ανά τον κόσμο Ιουδαίοι, οι οποίοι δεν γνώριζαν την εβραϊκή. Αυτό έλαβε χώρα τον 3ο π. Χ. αιώνα. Είναι η γνωστή Μετάφραση των Ο΄, την οποία παρέλαβε και χρησιμοποιεί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Να σημειώσουμε εδώ πως αυτή η μετάφραση αποτελεί, μαζί με τους σωζόμενους παπύρους, το αρχαιότερο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, ακόμα παλαιότερο από το σωζόμενο εβραϊκό , το γνωστό ως «Μασωριτικό».

      Αναμφίβολα το έργο της μετάφρασης δεν ήταν καθόλου εύκολο, διότι έπρεπε να βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις και έννοιες της ελληνικής γλώσσας για να αποδοθεί σωστά το θεόπνευστο Ιερό Κείμενο. Ανάμεσά τους λοιπόν και ο σοφός Συμεών, ο οποίος με φόβο Θεού και ευλάβεια αναζητούσε να αποδώσει με ακρίβεια την θεοπνευστία της Παλαιάς Διαθήκης. Επέμενε να δίνουν μεγάλη προσοχή και επιμέλεια σε ορισμένα κομμάτια της, τα οποία έχουν μεσσιανικό χαρακτήρα.

     Όταν έφτασαν να μεταφράσουν το ιερό προφητικό βιβλίο του Ησαΐα, και συγκεκριμένα στο χωρίο: «διὰ τοῦτο δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον· ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ» (Ησ.7,14), ο θεόπνευστος Συμεών άρχισε να προβληματίζεται από την μυστηριώδη προητεία, ζητώντας από τους άλλους μεταφραστές να μην βιαστούν να τη μεταφράσουν εσπευσμένα. Αναρωτήθηκε πως μια παρθένα θα γεννήσει όντως  παρθένα, αμφισβητώντας ότι μπορεί να γίνει αυτό. Γι’ αυτό και πρότεινε  ότι κατά την απόδοση της μετάφρασης, αντί να χρησιμοποιηθεί η λέξη «παρθένος» να χρησιμοποιηθεί στην ελληνική στην θέση της τη λέξη «νεαρά (κοπέλα)».     

     Αλλά τότε  ακούστηκε φωνή αγγέλου να λέγει «Συ Συμεών θα ζήσεις και θα ιδείς τον Χριστό και θα τον πιάσεις με τα χέρια σου» ενώ ταυτόχρονα αόρατο χέρι τον ράπισε στο μάγουλο για την ασέβεια του αυτή να αποδώσει άλλη έννοια, στην ελληνική, παρά αυτή που σήμαινε στην εβραϊκή.

     Την ίδια μέρα βαδίζοντας πλάι σε κάποιο ποτάμι και συλλογιζόμενος την μυστηριώδη προφητεία, έριξε στο νερό το δακτυλίδι του, λέγοντας πως αν το ξαναβρεί τότε θα πιστέψει ότι θα βγει αληθινή η προφητεία του Ησαΐα.

    Το ίδιο βράδυ κάθισε μαζί με τους άλλους μεταφραστές να φάνε στον δείπνο ψάρια. Με θαυμασμό και έκπληξη βρήκε μέσα στο ψάρι του το δακτυλίδι του! Διηγήθηκε το συμβάν στους συνδαιτυμόνες του και τότε δέχτηκαν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «παρθένος» στη μετάφραση. 

     Έκτοτε ο δίκαιος και ευλαβής Συμεών εγκαταστάθηκε τα Ιεροσόλυμα και έζησε για πολλά – πολλά χρόνια περιμένοντας να επαληθευτεί η πρόρρηση του αγγέλου, και το σπουδαιότερο να εκπληρωθεί η μυστική πληροφορία που είχε από το Άγιο Πνεύμα, ότι δεν θα πεθάνει αν δεν δει το Μεσσία, το Λυτρωτή του κόσμου.

      Γερασμένος μετέβαινε καθημερινά στο Ναό προσευχόμενος και αναμένοντας εναγωνίως την μεγάλη συνάντηση. Ο Θεός τον αξίωσε να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του. Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ και τη συνάντησή του με τον Συμεών: «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).

       Στο ναό περίμεναν το άγιο Νήπιο δύο αγιασμένα πρόσωπα, ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα  Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας,  ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, μόλις αντίκρισε την αγία Οικογένεια,  αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.

      Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…», η οποία συμπεριλήφθητε στο κείμενο του Λουκά. Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).

     Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, να τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα  γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού, ο θάνατος είναι πια πέρασμα προς την αιωνιότητα.

        Αποκαλώντας τον Μεσσία, ως «σωτήριον», ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32), αναγγέλλει για πρώτη φορά την παγκοσμιότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση, υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία.

     Ακόμα ευλόγησε την αγία Οικογένεια και απευθυνόμενος προς την Θεοτόκο, είπε: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας, την οποί θα δοκιμάσει, εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.                   

     Κατόπιν ομιλούσε και η αγία προφήτιδα Άννα, απόγονος της φυλής του Ασήρ, η οποία ήταν «προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ». (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.    

       Μετά από αυτή τη συγκλονιστική συνάντησή του με τον Κύριο ο άγιος Συμεών πήγε στην οικία του και κοιμήθηκε ειρηνικά. Ενταφιάσθηκε πλησίον της οικίας του και ύστερα από αιώνες, έγινε ανακομιδή των λειψάνων του και κατόπιν μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την άλωση της Πόλης  το 1204 μ. Χ. αρπάχτηκαν από τους αιρετικούς Φράγκους και μεταφέρθηκαν στην Βενετία, όπου φυλάσσονται έως και σήμερα.

       Έλαβε την προσωνυμία «Θεοδόχος» διότι ήταν αυτός που υποδέχθηκε τον Θεάνθρωπο Χριστό, στα αγιασμένα γεροντικά του χέρια και διότι, με αυτήν την υποδοχή αποτέλεσε δοχείο πλήρης της χάριτος, πίστεως, υπακοής και προσμονής.          

       Είναι γνωστό πως υπάρχουν δύο Μονές αφιερωμένες στον Δίκαιο Συμεών.  Η μία βρίσκεται στο σημείο της οικίας του και του τάφου του, η ονομαζόμενη «Ιερά Μονή Καταμόνας» ενώ η δεύτερη στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου, το θρυλικό μοναστήρι του Αη - Σημιού, κατά την τοπική διάλεκτο, όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της εθνικής μας παλιγγενεσίας.

      Η μνήμη του τιμάται στις 3 Φεβρουαρίου, μαζί με την αγία προφήτιδα Άννα, την επομένη της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου .



 

              Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου

Υπαπαντή του Κυρίου: Τι συμβολίζει η σημερινή γιορτή - iefimerida.gr
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
«ΕΙΔΟΝ ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΙ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΣΟΥ»   (Λουκ.2,31)
     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
     Η μεγάλη θεομητορική και συνάμα δεσποτική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι ένας ακόμη σημαντικός εορτολογικός σταθμός του ενιαυτού στην Εκκλησία μας. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου του Χριστού στον ιουδαϊκό Ναό της Ιερουσαλήμ και της ευλογίας Του από τον άγιο Συμεών και την σεβάσμια γερόντισσα και προφήτιδα Άννα. 

Αυτή η τυπική νομική επίσκεψη του Κυρίου μας στο Ναό του Θεού ενέχει πολύ μεγάλη θεολογική σημασία για την Εκκλησία μας, διότι όπως θα δούμε, εκεί αναγγέλλεται για πρώτη φορά δημόσια η πολυπόθητη για το ανθρώπινο γένος έλευση του Λυτρωτή και ειπώθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαίους, Συμεών και Άννα, ύψιστης αξίας προφητικά λόγια, τα οποία φανερώνουν περίτρανα την θεία καταγωγή και τη σωτήρια αποστολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό οι Ορθόδοξοι πιστοί πανηγυρίζουμε λαμπρά αυτή την ιερή ημέρα.
      Η εορτή της Υπαπαντής είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους χρόνους ίσως και νωρίτερα του 5ου αιώνα. Καθιερώθηκε κατ’ αρχήν στη Δύση για να αντικαταστήσει τη βάρβαρη και παγανιστική εορτή του προς τιμήν απαίσιου τραγόμορφου θεού των δασών Silvanus, αντίστοιχου του Πάνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας, προκειμένου να σταματήσουν τα αισχρά όργια των λατρευτών του ψευτοθεού.  
      Σύμφωνα με τη μωσαϊκή θρησκεία όφειλαν οι γονείς να οδηγήσουν στο Ναό και να αφιερώσουν στο Θεό κάθε νεογέννητο παιδί την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή του (Έξοδ.13,1). Για τους πιστούς Ιουδαίους η γέννηση παιδιών θεωρούνταν θείο δώρο και γι’ αυτό φρόντιζαν να ευχαριστήσουν το Θεό, μετά τον καθαρισμό της λεχώνας μητέρας, μετά από σαράντα ημέρες, όπως προέβλεπε η μωσαϊκή νομοθεσία, «όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ’ υιώ ή επί θυγατρί, προσοίσει αμνόν άμωμον, εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου» (Λευιτ.12.6).    
      Το ίδιο έκαμαν και οι άγιοι γονείς του Κυρίου μας. Ως ευσεβείς τηρητές της ιουδαϊκής θρησκείας τηρούσαν επακριβώς όλες τις νομικές διατάξεις. Ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει πως «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον υπό  γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση» (Γαλ.4,4), διότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ.2,17). Κάθε λεπτομέρεια της ζωής του Κυρίου έχει μεγάλη θεολογική και σωτηριολογική σημασία, διότι αποδεικνύει την πραγματική ενανθρώπησή Του και κατά συνέπεια τη βεβαία σωτηρία μας!                    
     Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ. «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).
      Πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν για τους ευσεβείς Ιουδαίους τόπος ιερός και άγιος, διότι πίστευαν πως εκεί κατοικούσε ο Ύψιστος Θεός. Η προσέγγισή τους εκεί γέμιζε την ψυχή τους με βαθιά ευλάβεια. Μόλις περνούσαν τις μεγαλόπρεπες πύλες του εντοιχισμένου περιβόλου, τους καταλάμβανε δέος και τρόμος. Πατούσαν τον τόπο της παρουσίας του απόλυτα απρόσιτου Θεού! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν ταυτόσημος με την ιουδαϊκή θρησκεία και σημείο αναφοράς κάθε πιστού Ιουδαίου. Χωρίς αυτόν δε μπορούσε να λειτουργήσει η ιουδαϊκή θρησκεία και γι’ αυτό όταν καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατοχής, τέθηκε το ερώτημα αν μπορούσε να υπάρξει η θρησκεία χωρίς αυτόν, τόσο μεγάλη σημασία είχε για τους Ιουδαίους.
      Ο Ναός ήταν ο τόπος ηρεμίας και παρηγοριάς όλων των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι απαυδισμένοι από την αφάνταστη ασέβεια και ηθική κατάπτωση της εποχής των, περίμεναν την από Θεού λύτρωση. Ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος ο Ναός και προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή για την αποστασία του λαού και παρακαλούσαν, με δάκρυα, την συντόμευση του χρόνου της ελεύσεως του Μεσσία. Ορισμένοι μάλιστα είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στα πολυάριθμα παρακείμενα κτίσματα και ζούσαν με προσευχή και νηστεία, την αναμονή του Σωτήρα.
      Δύο από αυτούς ήταν ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα  Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας,  ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, που έφερε στο Ναό η αγία Οικογένεια, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.
      Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…», την οποία καταχωρήσαμε στο κείμενο του Λουκά. Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).
     Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα  γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού, ο θάνατος είναι πια πέρασμα προς την αιωνιότητα.
      Μια άλλη σημαντική παράμετρος της ωδής του Συμεών είναι η επισήμανση της παγκοσμιότητας της σωτηρίας. Αποκαλεί το «σωτήριον», δηλαδή το Μεσσία, ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32). Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία.
     Ο άγιος Συμεών, όταν τελείωσε την ευχαριστήρια ωδή του, ευλόγησε την αγία Οικογένεια και είπε στη Θεοτόκο: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.                   
     Το ίδιο ομιλούσε και η αγία προφήτις Άννα. «Αύτη προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ». (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.    
     Η μεγάλη εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι μια καλή ευκαιρία για όλους τους πιστούς να δοξάσουμε για μια ακόμα φορά τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος χάρις στην άμετρη φιλανθρωπία Του, άφησε τα δυσθεώρητα ύψη του ουράνιου θρόνου Του και έγινε άνθρωπος, για να σώσει το ανθρώπινο γένος από τα φοβερά δεσμά της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Χάρις στη σωτηρία μας, Αυτός που «τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων», καταδέχθηκε να αναπαυθεί στις γεροντικές αγκάλες του δικαίου Συμεών και να λάβει ευλογία από αυτόν Εκείνος που ευλογεί, συντηρεί και δίνει ζωή σε ολάκερη τη δημιουργία. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας.
    Αυτό θα πρέπει να μας δίνει τη βεβαιότητα πως «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», όπως διακήρυξε με περισσό θάρρος ο απόστολος Πέτρος, παρά μονάχα στο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού μας, του Οποίου «ουδέ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ.4,12). Να μην αναζητούμε άλλους ψεύτικους και αναποτελεσματικούς σωτήρες, διότι μόνος Αυτός, ετοιμάσθηκε από τη θεία βουλή, λυτρωτής «πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,31-32).