Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΗΡ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΗΡ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Απριλίου 12, 2026

 

π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος - Πορεία πρὸς τὴν Ἀνάσταση

 
Ἡ ὁμιλία ἔχει τίτλο "Πορεία πρὸς τὸ Πάθος" καὶ ἔγινε στὶς 19 Ἀπριλίου 1997. 


 

Τὸ Πάσχα τοῦ Ἰσαάκ

Τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, Αὐτοτελὲς ἀπόσπασμα μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὸ σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002. 
Ἐκείνη τὴν ἱστορία, ποὺ θύμιζε ζωντανὸ συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τὴν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καὶ ἔχει χαραχθεῖ βαθιὰ μέσα στὴ μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπᾶς σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χωριὰ τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ποὺ σήμερα ἔχει τὴν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατὴρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τὸν παπᾶ, εἶχε πολλὰ παιδιά, ἀνάμεσά τους καὶ τὸ Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τὰ τρομερὰ γεγονότα. Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ οἱ Ἑβραῖοι ἔκλεψαν τὸ παιδὶ καὶ τὸ πῆραν μαζί τους. Τὴν ἴδια κιόλας μέρα τὸ κάρφωσαν, τὸ παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τὸ Χριστό. Κάποιοι περαστικοὶ βρῆκαν, τὴν ἄλλη μέρα, τὸ Χριστόδουλο... ἀναίσθητο στὸ δρόμο. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μέσα στὴν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινὴ πέρα γιὰ πέρα. Ὅταν πλησίαζε τὸ Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καὶ θύμησες ἀνασκάλευαν τὸ νοῦ μας καὶ μπαίναμε σὲ ἕνα πολεμικὸ κλίμα μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καὶ τὸ κάψιμο τοῦ Ἑβραίου ποὺ γινόταν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ, μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. 

Στὴ γειτονιά μας, ἐκεῖ στὸ Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοὶ Ἑβραῖοι. Κατὰ τὴ διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στὶς παρέες μας ἐβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μὲ τὰ τουρκάκια. Αὐτὲς ὅμως τὶς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δὲν μποροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι νὰ παίζουν τὰ «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μας προσέφερε μιὰ καταπληκτικὴ εὐκαιρία γιὰ παιχνίδια ποὺ ἄρχιζαν ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ συνεχίζονταν στὸν αὐλόγυρο καὶ στὰ περίχωρα. 

Ὁ Ἰσαὰκ ἔμενε σὲ ἕνα γωνιακὸ σπίτι στὴ μεγάλη κατηφόρα, στὸ Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τα ἐβραιόπουλα ποὺ ἦταν καλοί μας φίλοι. Δὲν ὑπῆρχε ζαβολιὰ στὴν ὁποία νὰ μὴν μετεῖχε. Τὸ κοφτερό του, μάλιστα, μυαλὸ ἀπεδείχθη σπουδαῖο σὲ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιὰ φορά, ποὺ ἦρθε μιὰ γειτόνισσα νὰ διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδὴ χτυπούσαμε τὰ κουδούνια στὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μὲ πολὺ σοβαρὸ ὕφος, εἶπε: 

-Γιὰ τὸ καλό σας τὸ κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νὰ βρέξει καὶ σᾶς εἰδοποιήσαμε νὰ μαζέψετε τὰ ροῦχα ποὺ εἴχατε ἁπλώσει στὴν ταράτσα νὰ στεγνώσουν. 
-Ποῦ εἶδες μπρὲ παλιόπαιδο τὴ βροχή; Φώναξε ἡ κυρὰ Κατίνα ἡ Μπαλοῦ. 
-Τὸ εἶπε τὸ δελτίο καιροῦ στὸ ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ. 

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μὲ τὸ κοφτερὸ μυαλό, ποὺ τόσες φορές μας ἔβγαλε ἀπὸ δύσκολες καταστάσεις, αὐτὴ τὴ φορὰ γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν Ἑβραῖος. Δὲν μποροῦσε τώρα νὰ εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτὴ τὴν Ἑβδομάδα τὴ Μεγάλη, δὲν μποροῦσε νὰ παίξει. Ἐμεῖς τὸ βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαὰκ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθεῖ ἐπειδὴ οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τὸ Χριστό. 

Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτὴ ὅλη τὴ μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τὸν κόσμο μὲ κολώνια, κρατούσαμε τὴν τάξη στὸ ναό, κάναμε στὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα ποὺ μᾶς ἐνθουσίαζαν. 

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στὸ ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαὰκ φάνηκε στὸν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαὰκ στὸν αὐλόγυρο; Αὐτὸ ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 

-Ἦρθε σίγουρα γιὰ νὰ μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας. 
-Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι. 
-Θὰ πρέπει νὰ μάθει πῶς δὲν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νὰ γυρνάει μὲ τὸ μέτωπο ψηλὰ σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτε. Καὶ τὸ Χριστὸ σταύρωσαν καὶ ἀπὸ τὸ παιχνίδι θέλουν νὰ ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό. 

Ἔτσι τὸν ἀποκαλοῦσαν γιατί τὸ γράμμα Ρ τὸ πρόφερε Γό. 
Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τὸ λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καὶ ὁ φυσικὸς ἀρχηγὸς τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σὲ μένα λέγοντας: 

-Ντῖνο, θὰ πᾶς νὰ τοῦ πεῖς πῶς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσὺ τὸν γνωρίζεις πιὸ καλά. Εἶναι καὶ γείτονάς σου. 
-Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός. 
-Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καὶ συνέχισε: 
-Ἑβραῖος εἶναι, τὸ κατάλαβες; Τὴν ἑβδομάδα αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσουμε σὲ χλωρὸ κλαρί. Αὐτοὶ σταύρωσαν τὸ Χριστό. Θὰ τοὺς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς. 
-Ὁ Χριστός, ὅμως, δὲ σταύρωσε αὐτοὺς ποὺ τὸν σταύρωσαν, τόλμησα νὰ πῶ. 
-Τί λὲς ρέ; Τί λὲς ρέ; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε. 
-Ὄχι, τοῦ εἶπα. 
-Ἄσε, λοιπόν, τὰ λόγια καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δὲ θὰ κάνεις ἐσύ. Καὶ στὸ παιχνίδι κομμένος. 
-Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος. 

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαὰκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τὸν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό. 

-Ἰσαὰκ τί γυρεύεις ἐδῶ; 
-Γιατί νὰ μὴν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νὰ μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά: 
-Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία; 
-Ὁ Χριστὸς μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ Ἑβραῖοι σταυρώσατε τὸ Χριστό, δὲν μπορεῖτε νὰ πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα. 
-Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δὲν ἔδιωξε κανένα ἀπὸ κοντά του. 
-Ἰσαάκ, τώρα δὲ γίνεται τίποτε. Μετὰ τὸ Πάσχα θὰ εἴμαστε καὶ πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδὴ δὲν ἄντεχα τὴν ἀναμέτρηση. 

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τὰ γνωστὰ παιχνίδια στὸν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιὰ πλάκα νὰ πιέζει τὸ στῆθος μου. Σὰν νὰ ἤμουν ἕνας ἀπὸ τοὺς σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἢ ἄδικο; Δὲν μποροῦσα νὰ χαρῶ τὴ μέρα. Τότε βρῆκα τὴ λύση. Τὴ βρῆκα καθὼς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστὰ στὸν ἐπιτάφιο. Μπροστὰ στὴν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νὰ κάνω κάτι. Αὐτὸς ποὺ ἦταν μέσα στὸν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τὴν ἀπόφασή μου. Πῆγα στὸ σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στὰ σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιὰ λάμψη διαπέρασε τὴ ματιά του, ἀλλὰ ἐξωτερικὰ δὲν τὸ ἔδειξε. 

-Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιὰ τὸ πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιὰ ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τὴ νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θὰ ποῦμε στὰ παιδιὰ πῶς εἶσαι μὲν Ἑβραῖος, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σου ἀγαπᾶς τὸ Χριστὸ καὶ λυπᾶσαι ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταύρωσαν. Θὰ πεῖς πῶς δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις ἀλλιῶς. 

Ὁ Ἰσαὰκ μὲ παρατηροῦσε μὲ προσοχή. Μὲ ἕνα βλέμμα κοφτερὸ καὶ ἀντρίκιο. 

-Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νὰ ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγὼ πῆρα μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. 
-Σὲ περιμένω τὸ βράδυ στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Τὰ παιδιὰ θὰ τὰ ἀναλάβω ἐγώ. 

Τὰ παιδιά, ὅμως, δὲν μὲ πίστευαν μὲ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι. 

-Μά, ὁ Χριστὸς συγχώρησε τοὺς σταυρωτές του. 
-Μὴ μιλᾶς, σταμάτα, ἂν δὲ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νὰ σὲ κάψουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης. 

Τὸ βράδυ στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τὰ χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τὸν ἐπιτάφιο στὸ μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας. 
Μέσα στὸν κόσμο ξεχώρισα τὸν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δὲν μπόρεσα νὰ διακρίνω ἂν ἦταν οἱ ψιχάλες ἢ τὰ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἂν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδὴ δὲν τὸν δέχτηκαν τὰ παιδιὰ παρὰ τὴν ὁμολογία του, ἢ ἐπειδὴ λυπόταν γιὰ τὴ σκληροκαρδία μας; 
Μετὰ τὴν περιφορὰ δὲν γλύτωσα ἀπὸ τὴ σχετικὴ καρπαζιὰ τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα. 

-Σὲ εἶδα βρέ, σὲ εἶδα, ἄλλαξες φιλικὲς ματιὲς μὲ τὸν ἑβραῖο. Καὶ πρόσθεσε: 
-Ἐσὺ ἀπόψε Ἑβραῖο δὲν καῖς. 
-Δὲν πειράζει, εἶπα, θὰ πάρω πάνω μου τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν Ἰσαάκ. 
 
Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τὸ ἄτυπο τελετουργικό. 
Στὸ τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο, φωνάζοντας: 

-Ἄκου Ντῖνο, ἐσὺ Ἀνάσταση φέτος δὲν θὰ κάνεις, οὔτε καὶ ὁ Ἑβραῖος. 

Ἡ κρίσιμη στιγμὴ ἦταν κατὰ τὴν Ἀνάσταση. Στὴν Πόλη πολλὲς χρονιὲς ἡ Ἀνάσταση δὲν γινόταν τὰ μεσάνυχτα, ἀλλὰ στὶς πέντε τὸ πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιὰ κρίσιμη στιγμή. Τὸ συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ἅδη. Ἡ ἧττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν. 
Ὅλα αὐτὰ τὰ ζήσαμε ἐκεῖνο τὸ πρωὶ μέσα στὴ λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τὰ παιδιὰ εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μὲ τὶς τσέπες γεμᾶτες ἀπὸ αὐγὰ καὶ βαρελότα. Τὴν ὥρα τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη», στὶς πέντε τὸ πρωί, θὰ γινόταν χαμός. 
Αὐγὰ ἀνάμεικτα μὲ βαρελότα θὰ ταξίδευαν πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας. 
Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δὲν τόλμησα νὰ μπῶ στὸ ἱερό. Τὰ παιδιὰ ἐξάλλου μὲ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάϊ στὴν ἐξέδρα, ἐκεῖ ποὺ θὰ γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστὸς Ἀνέστη». 
Χαρὰ ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τὰ πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δὲν φοβόμουν τὸ Σούλη τὸ χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τὰ βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καὶ ἀνάμεσα στὸ θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγὲς θυμωμένων ἀνθρώπων. Σὰ νὰ μάλωναν ἢ νὰ ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρὸς τὰ ἐκεῖ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ παιδιά, ποὺ ἦταν σὲ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικὲς κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαὰκ εἶχε παρακολουθήσει τὸ γιό του ποὺ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι. Τὴν ὥρα τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη» ἄρχισε νὰ τὸν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας Ἑβραῖος νὰ πεῖ: «Χριστὸς Ἀνέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιὰ τὴν οἰκογένεια. Εἶδα τὸν Ἰσαὰκ νὰ ποδοπατεῖται ἀπὸ τὸν πατέρα του μὲ μῖσος. 

-Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστὸς Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος. 

Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν σὲ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὴ μύτη του. Τόλμησε νὰ πεῖ. 

-Ναί, πατέρα, Χριστὸς Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταυρώσαμε. Χριστὸς Ἀνέστη. 

Κυλιόταν κάτω σὰν μάρτυρας, χωρὶς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 

-Χριστὸς Ἀνέστη... 

Μᾶς θύμισε τὸ μαρτύριο τόσων καὶ τόσων ποὺ φώναξαν αὐτὸ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» στὰ ματωμένα χώματα τῆς Πόλης. 

Μετὰ ἔμεινε ἀναίσθητος. Δὲν τολμήσαμε νὰ πλησιάσουμε. Τὰ παιδιὰ εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαὰκ τὸν ἅρπαξε στὰ χέρια του. Ἢ μᾶλλον τὸν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μὲ κοίταξε. Τὸν κοίταξα. Μὲ φίλησε. 

-Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος. 
-Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη. 

Τὸν Ἰσαάκ, μετά, τὸν χάσαμε. Μάθαμε πῶς ἔμεινε μῆνες στὸ κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπὸ τὴ γειτονιά. 
Μετὰ ἀπὸ χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιὰ ἕναν ἱερομόναχο σὲ μιὰ σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ παλιὰ ζοῦσε στὴν Πόλη καὶ ἦταν Ἑβραῖος. Καὶ μετὰ ἔγινε χριστιανός. Γιὰ ἕναν ἱερομόναχο ποὺ ἦταν κυρτὸς ἀπὸ κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλὸς πάντα καὶ ἔλεγε «Χριστὸς Ἀνέστη», σὲ ὅσους τὸν συναντοῦσαν. 
Ἔτσι μοῦ εἶπαν καὶ τὸ πιστεύω, ναί, πὼς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ. 
Χριστὸς Ἀνέστη! 


Τρίτη, Μαΐου 27, 2025

 

π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος: Τὸ σωστὸ εἶναι οἱ Καθολικοί νὰ βαπτίζονται, ὄχι νὰ «ἀναβαπτίζονται», οὔτε νὰ τοὺς χρίουν διὰ χρίσματος, εἶναι λανθασμένη αὐτὴ ἡ πρακτική!

 

 

Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου ποὺ ἔγινε στὶς 10/3/2006 στὸ πλαίσιο τῆς ἑρμηνείας τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας τῆς Πεντηκοστῆς.
...Εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ ἡ Ἐκκλησία, γιατί στηρίζεται στὴ συνέχεια τῶν Ἀποστόλων, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Χριστὸς παρέδωσε στοὺς Ἀποστόλους αὐτὲς τὶς ἀλήθειες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια ποὺ παρέδωσε, εἶναι καὶ ἔκφραση (συμβολίζει) τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς Μαθητές του τὴν πρώτη μέρα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τοὺς παραδίδει ἐδῶ τὴν ἔννοια τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας καὶ παραδίδει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς λειτουργικὸ γεγονὸς... ἱεροσύνης, τὸ ὁποῖο μεταδίδεται ἀπὸ ἱεροσύνη σὲ ἱεροσύνη. Ἂν ψάξετε καὶ πεῖτε ποιός χειροτόνησε τὸν πατέρα Κωνσταντῖνο; Ἕνας Ἐπίσκοπος. Ποιός χειροτόνησε τὸν Ἐπίσκοπο; Τὸν χειροτόνησε ἕνας ἄλλος Ἐπίσκοπος. Ποιός ἄλλος Ἐπίσκοπος; Ἂν βρεῖτε αὐτὴν τὴν ἁλυσίδα ἱστορικά –καὶ μπορεῖτε νὰ τὴ βρεῖτε, γιατί ὑπάρχουν δίπτυχα καὶ ὑπάρχουν ἀναφορὲς τῆς συνέχειας τῶν Ἐπισκόπων– θὰ καταλήξει στὸ Χριστό. Ὅταν δὲν καταλήγει στὸν Χριστό, δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή, ἄρα δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Βλέπετε; Στὴν προτεσταντικὴ κατ’ ἐπίφασιν «ἐκκλησία» δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή. Ὁ Λούθηρος, ὡς μοναχός, κατάργησε τὴν ἱεροσύνη καὶ εἶπε ὅτι μπορεῖ νὰ κάνει ὁ καθένας ὅ,τι θέλει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή. Στὴ λεγόμενη Βατικάνεια «ἐκκλησία», ὅπου ἐξ ἀπόψεως συνεχείας αὐτῆς τῆς ἁλυσίδας, ὑπάρχει διαδοχή. Ὑπάρχει ὅμως ἄλλη διαστρέβλωση. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ὅτι σοῦ παραδίδω αὐτὸ τὸ φροῦτο καὶ τὸ πᾶς - μεταφέρεις ἐκεῖ. Τὸ θέμα εἶναι ἂν τὸ παραδίδεις σωστά. Ἐγώ σοῦ παραδίδω. Θὰ συνεχιστεῖ ὅμως ἡ παράδοση αὐτοῦ τοῦ φρούτου, αὐτοῦ τοῦ δώρου, αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, αὐτοῦ τοῦ χαρίσματος; Ἂν ἐσεῖς πάρετε –ὁ διάδοχος, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ μένα– πάρει αὐτὸ τὸ φροῦτο καὶ τὸ παραδώσει στὸν ἄλλο, ἀλλὰ ἐκεῖνος τὸ κάνει χυμό, τὸ κάνει πορτοκαλάδα, δὲν θὰ παραλάβετε τὸ πορτοκάλι. Διαδοχὴ ὑπάρχει, ἀλλὰ μυστήριο δὲν ὑπάρχει· δὲν ἔχει παραδώσει τίποτα. Καταλάβετε, ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει τέτοια διαδοχή. Γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὰ λεγόμενα μυστήρια τῆς Βατικάνειας «ἐκκλησίας». Γιατί ὑπάρχει ἡ διαδοχή, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ διαδοχή. Πρέπει κι αὐτὸ ποὺ παραδίδεις νὰ τὸ παραδίδεις ἀμόλυντο καὶ μὴ ἀλλοτριωμένο ἐξ ἀπόψεως αἱρέσεων. Αὐτὰ εἶναι πολὺ σπουδαῖα γεγονότα. Μερικοὶ λένε: Ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή, ἄρα ἕνας βαπτισμένος τῆς λεγομένης Ρωμαιοκαθολικῆς «ἐκκλησίας» εἶναι βαπτισμένος. Ποιός τὸ εἶπε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Λείπουν δύο πράγματα: 
Λείπει τὸ μυστήριο μεταδιδόμενο ἐν ἀληθείᾳ καί, δεύτερον, λείπει τὸ ἴδιο τὸ βάπτισμα. Παράδειγμα σᾶς λέω: γιατί δὲν βαπτίζονται, ὅπως λέει ἡ παράδοσή μας, διὰ τριπλῆς καταδύσεως, ἀλλὰ βαπτίζονται διὰ ραντισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει τέτοιο βάπτισμα ὅμως. Βλέπετε, ἔχουν ἀλλοτριωθεῖ τὰ πράγματα. Οὔτε λοιπὸν ἀρκεῖ ἡ διαδοχὴ γιὰ νὰ καταξιωθεῖ ὁποιαδήποτε ἱεροσύνη. Γι' αὐτὸ τὸ σωστὸ εἶναι οἱ Καθολικοί/Ρωμαιοκαθολικοὶ τῆς Βατικάνειας «ἐκκλησίας» νὰ βαπτίζονται, ὄχι νὰ «ἀναβαπτίζονται». Γιατί γιὰ ἐμᾶς δὲν εἶναι βαπτισμένοι. Νὰ βαπτίζονται. Γιὰ λόγους οἰκονομίας ἐπικράτησε, καὶ ἐπικρατεῖ σὲ ἀρκετὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες, νὰ τοὺς χρίουν διὰ χρίσματος. Εἶναι λανθασμένη αὐτὴ ἡ πρακτική. Δὲν μπορεῖ νὰ χρίονται· πρέπει νὰ βαπτιστοῦν. Τώρα, ὅ,τι ἔγινε ἔγινε, τὰ ὑπόλοιπα τὰ ξέρει ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πρέπει ὅλοι αὐτοὶ νὰ βαπτίζονται. Εἶναι λανθασμένες ἔννοιες. Ἐδῶ κατέληξαν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ χρίουν καὶ τοὺς Προτεστάντες, ὅπου εἶναι δεδηλωμένο ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει οὔτε κἂν ἀποστολικὴ διαδοχὴ ὑπὸ τὴν τυπικὴ ἔννοια. Νὰ λοιπόν, αὐτὲς εἶναι οἱ ἔννοιες τῆς Ἐκκλησίας.