Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΗΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΗΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαΐου 26, 2025

 


 

Η έκπτωση ενός Μητροπολίτου και η πτώση μιας Εκκλησίας [1]

Γράφει ο Πρεσβύτερος π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Εφημέριος του Ι.Ν.Αγ. Νικολάου Πατρών

Η έκπτωση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Τυχικού από τον Θρόνο της Αποστολικής Μητροπόλεως Πάφου πλημμύρισε με θλίψη, οργή και αγανάκτηση τις ψυχές όχι μόνο του ποιμνίου του αλλά και πολλών πιστών σε όλες σχεδόν τις  τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες[2]:

Α.  Ευτελισμός επισκοπικής Αξίας – έκπτωση Εκκλησίας.

Δυστυχώς, με συνοχή καρδίας, γινόμαστε κοινωνοί των όσων συμβαίνουν σε μια Αποστολική Εκκλησία. Ασφαλώς, όταν σε μία Εκκλησία υπάρχει περιφρόνηση και απαξίωση του επισκοπικού λειτουργήματος υπάρχει σοβαρότατη κρίση στην Εκκλησία αυτή. Όταν, μάλιστα, ο υποβιβασμός και η απαξίωση συντελείται συνοδική αποφάσει τότε αναμφισβήτητα και με πόνο ψυχής διαπιστώνουμε πλέον έκπτωση.

Ως κληρικός-εφημέριος διαπιστώνω με φρίκη ότι ένας απλός εφημέριος μιας επαρχιακής πόλης στην Εκκλησία της Ελλάδος έχει περισσότερες εγγυήσεις να παραμένει στην εφημεριακή μου θέση από όσες έχει ένας Μητροπολίτης της δεύτερης τη τάξει Μητροπόλεως της Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου να παραμείνει ως Ποιμενάρχης της! Είναι φοβερό να είναι πολύ πιο εύκολο να εκπέσει ένας Μητροπολίτης του Θρόνου του, παρά ένας απλός εφημέριος από την εφημεριακή του θέση! Αλήθεια, πώς μπορούμε να μην πονάμε και ταυτόχρονα να μην θυμώνουμε για τον ευτελισμό της επισκοπικής Αξίας, για το  πώς υποβίβασαν κάποιοι το επισκοπικό Αξίωμα…

Ας σκεφτούμε τους πιστούς της Εκκλησίας της Κύπρου και ιδιαιτέρως τους Παφίτες. Τι ιδέα θα έχουν πλέον για την Ιεραρχία τους; Πώς θα αντιμετωπίζει η συνείδησή τους πλέον τους 10 Αρχιερείς που ψήφισαν με συνοπτικότατες διαδικασίες να εκπέσει ο Μητροπολίτης τους; Η κρίση που προκαλείται στις συνειδήσεις των απλών πιστών πώς μπορεί να θεραπευτεί; Η εξουσία και ο δεσποτο-συνοδική αυθαιρεσία μπορεί να φαίνεται ότι νίκησε αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι εύκολα θα επιστρέψει ως μπούμερανγκ και τότε αυτός που θα πληγεί δεν θα είναι κάποια πρόσωπα αλλά  το ίδιο το κύρος, η αξιοπρέπεια και η αξιοπιστία της ίδιας της Συνόδου και κατ΄επέκταση και της Εκκλησίας.

Και τότε, ποιος θα φταίει;

Πάντως, όχι ο Τυχικός και το ποίμνιό του!

Β. Τώρα, και επίσκοποι υπό διωγμό…  

Επί πλέον δε, η προχθεσινή μέρα (22.5.25) ήταν ζοφερή για την ανά την Οικουμένη Ορθόδοξη Εκκλησία και για ένα ακόμη λόγο: Στους καιρούς μας μέχρι τώρα, μόνο πρεσβύτεροι και διάκονοι ήταν επικηρυγμένοι και διώχθηκαν από τους οικουμενιστές και τους συνοδοιπόρους τους λόγω του Ορθοδόξου φρονήματός τους και της προσπάθειάς τους να μείνουν πιστοί στην εκκλησιαστική παράδοση και τάξη.

Από προχθές ο αγώνας αυτός παίρνει άλλη διάσταση, διότι έχουμε για πρώτη φορά στα χρόνια μας δίωξη και επιβολή ιδιαίτερα αυστηρής ποινής σε Ορθόδοξο Επίσκοπο, ο οποίος αγωνίζεται να τηρήσει την εκκλησιαστική τάξη και παράδοση. Ναι, γι’ αυτό διώχθηκε και εξέπεσε ο Μητροπολίτης Πάφου Τυχικός, ο οποίος με μία αυθαίρετη απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου εκθρονίστηκε από την Αποστολική Μητρόπολη της Πάφου

Ποιο ήταν το αδίκημά του;

Μήπως είναι ανήθικος; Ασφαλώς ΟΧΙ!

Μήπως είναι φιλάργυρος και καταχραστής;  Ασφαλώς, ΟΧΙ!

Μήπως έσφαλε περί την πίστη, συμπροσευχόμενος και συναγελαζόμενος με αιρετικούς; Ασφαλώς ΟΧΙ!

Μήπως συγκάλυπτε, ανομίες και παρανομίες; Ασφαλώς Όχι!

Το “έγκλημά” του ήταν ότι θέλησε να μείνει πιστός στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και τάξη.

Γ.  Και ο Καταστατικός Χάρτης υπό διωγμό…  

Όσο περνούν οι ημέρες και δημοσιεύεται το τι διημείφθη στην Ι. Σύνοδο, με ποια διαδικασία και ποιον τρόπο δικάστηκε και καταδικάστηκε ο Μητροπολίτης Τυχικός προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, θλίψη και οργή η απροκάλυπτη καταπάτηση του Καταστατικού Χάρτη (Κ.Χ.) από τη συνοδική πλειοψηφία της Κύπρου.

Ακούω και βλέπω με πολλή προσοχή τις δηλώσεις και συνεντεύξεις του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Γεωργίου αναφορικά με τη διαδικασία που τηρήθηκε στην Ι. Σύνοδο κατά τη δίκη του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού και τις αντιπαραβάλλω με όσα προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης αναφορικά με τη λειτουργία της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης στην Εκκλησία της Κύπρου.

Ειλικρινά, σεβόμενος την αρχιερωσύνη, προτιμώ να σιωπήσω…

Ας δούμε, λοιπόν, τι προβλέπει ο Κ.Χ. της Εκκλησίας της Κύπρου[3] για Αρχιερέα που έχει περιπέσει σε εκκλησιαστικό αδίκημα.

Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ στην εισαγωγική ομιλία ενώπιον της Ι. Συνόδου (13.9.2010) για την έγκριση του νέου Καταστατικού Χάρτη αναφερόμενος στις διατάξεις του περί «απονομής της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης» είχε καυχηθεί ότι «με το νέο Καταστατικό Χάρτη, ρυθμίζεται λεπτομερώς η εκδίκαση εκκλησιαστικών αδικημάτων, εις τα οποία είναι δυνατόν να υποπέσουν κληρικοί παντός βαθμού… Στον Καταστατικό Χάρτη του 1980 δεν υπήρχε τέτοια λεπτομερής αναφορά, η δε απονομή της δικαιοσύνης αφηνόταν στον οικείο Επίσκοπο, ή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία και αυτοσχεδίαζε πολλάκις, λόγω της μη υπάρξεως πλαισίων, στα οποία θε έπρεπε να εκινείτο»[4].  Εμμέσως πλην σαφώς ο Μακαριώτατος μέμφεται παλαιότερες αποφάσεις της Ι. Συνόδου «η οποία και αυτοσχεδίαζε πολλάκις» αλλά ταυτόχρονα τη δικαιολογεί  «λόγω της μη υπάρξεως πλαισίων [σ.σ. στον παλαιό Κ.Χ.], στα οποία θε έπρεπε να εκινείτο». Κατά τον Αρχιεπίσκοπο ο ισχύον Κ.Χ. «ρυθμίζει λεπτομερώς την εκδίκαση των Εκκλησιαστικών αδικημάτων» ώστε να μην έχουμε συνοδικούς αυτοσχεδιασμούς…

Ας δούμε λοιπόν επιγραμματικά τι προβλέπει ο ισχύων Κ.Χ. και τι υποχρεούτο η Ι. Σύνοδος να εφαρμόσει κατά τη διαδικασία κρίσης του Μητροπολίτου Τυχικού για να μην «αυτοσχεδιάζει»:

Άρθρο 14 § 2: «Του Θρόνου απομακρύνεται ο Αρχιερεύς λόγω τελεσιδίκου καταδίκης εις καθαίρεσιν, ή εις εκπτωσιν από του Θρόνου».

Άρθρο 14 § 3: «Σε περίπτωση που υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις περί τελέσεως υπό Αρχιερέως σοβαρού Εκκλησιαστικού αδικήματος, η Ιερά Σύνοδος δύναται, δι΄ αποφάσεως, λαμβανομένης δια πλειονοψηφίας των τριών τετάρτων των μελών αυτής, να αφαιρέση απ΄ αυτού την διοίκησιν και διαποίμανσιν της Επαρχίας αυτού, μέχρι της εκδόσως τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως».

Άρθρο 79 Δ § 2: «Η Ιερά Σύνοδος, υπό σύνθεσιν εις ην μετέχουν ο Πρόεδρος αυτής και τουλάχιστον δώδεκα Αρχιερείς, εκδικάζει τα εκκλησιαστικά αδικήματα Αρχιερέων, επιβάλλουσα τας ποινας… γ) της εκπτώσεως…».

Ο Κ.Χ. απαιτεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την έκπτωση Μητροπολίτου από το Θρόνο του. Η απόφαση θα εκδοθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο (Ι. Σύνοδο) με συγκεκριμένη διαδικασία που προβλέπει ο Κ.Χ. ώστε να μην «αυτοσχεδιάζει» η Σύνοδος. Όταν υπάρχει σοβαρό εκκλησιαστικό αδίκημα μπορεί η Σύνοδος «να αφαιρέση απ΄ αυτού την διοίκησιν και διαποίμανσιν της Επαρχίας αυτού» ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ. Τότε απαιτείται» πλειονοψηφία των τριών τετάρτων των μελών αυτής», δηλαδή 13 μέλη-Αρχιερείς.  

Για την προσωρινή παύση από τη διοίκηση ο Κ.Χ. απαιτεί 13 ψήφους.  για την οριστική έκπτωση από το Θρόνο έφτασαν μόνο οι 10 ψήφοι!

Σύμφωνα με το από 22.5.25 Ανακοινωθέν της Εκτάκτης Συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου, η Ιερά Σύνοδος «συνῆλθε ὡς Δικαστήριον, κατὰ τὸ ἄρθρον 79Δ2 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου»[5].

Τι σημαίνει ότι η Ιερά Σύνοδος «συνήλθε ως Δικαστήριον»;

Σημαίνει ότι η Σύνοδος δεν θα λειτουργεί πλέον βάσει των διατάξεων του Κ.Χ. που αφορά στη συνοδική λειτουργία (άρθρα 4-7 του Κ.Χ.) αλλά με βάση τις διατάξεις του Κ.Χ. που αφορούν στα Δικαστικά Δικαιοδοτικά Όργανα της Εκκλησίας της Κύπρου (άρθρα 78-82 του Κ.Χ. και Παράρτημα Β΄ άρθρα 1-54) . Ό,τι προβλέπεται για τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια αυτό προβλέπεται και για την Ι. Σύνοδο όταν «συνέρχεται ως Δικαστήριο».  

Αξίζει να επισημάνουμε ότι με την «ακροτελεύτιο διάταξη» (άρθρο 54 του Παραρτήματος Β΄ του Κ.Χ.) ενσωματώνονται στην εκκλησιαστική ποινική δικονομία και ρυθμίσεις της (κοσμικής) Κυπριακής Ποινικής Δικονομίας: «Όπου δεν προβλέπεταί τι ειδικώς εν τω παρόντι, ισχύουν αι ρυθμίσεις της ποινικής δικονομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναλόγως εφαρμοζόμεναι». Η διάταξη αυτή είναι κεφαλαιώδους σημασίας, διότι ουσιαστικά εντάσσει στην εκκλησιαστική δικονομία και τις απαιτήσεις για δίκαιη δίκη που προβλέπει ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου (και η Κυπριακή Δημοκρατία) καθώς και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Με άλλα λόγια ένας κληρικός της Εκκλησίας της Κύπρου μπορεί να επικαλεστεί και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ (αρμοδίως ερμηνευόμενες, π.χ. από ΕΔΔΑ)  διότι αυτό προβλέπει ο Κ.Χ. της Εκκλησίας του!

Επειδή ορισμένοι δεν έχουν άμεση πρόσβαση στο κείμενο του Κ.Χ. παραθέτουμε τις πλέον σημαντικές διατάξεις του που αφορούν στην περίπτωση του Μητρ. Πάφου:

Ο ισχύον Κ. Χ. στο Παράρτημα Β’   αναφερόμενος στην «Ποινική Δικονομία» και ιδιαιτέρως στην «Προδικασία» (άρθρα 1-19) απαιτεί:

Άρθρο 2 § 1: «Η καταγγελία [σ.σ. για οποιονδήποτε κληρικό] υποβάλλεται εις τα δικαιοδοτικά όργανα της Εκκλησίας της Κύπρου, άτινα παραπέμπουν ταύτην εις την Ανακριτικήν Επιτροπήν[6], εκτός εάν η καταγγελία αφορά εις ήσσονος σημασίας εκκλησιαστικά αδικήματα κληρικών…».

Άρθρο 13 § 1: «Η Ανακριτική Επιτροπή αποφασίζει, μετά από καταγγελία του οικείου Αρχιερέως… ή κατά παραγγελία της Ιεράς Συνόδου, περί της διεξαγωγής, ή μη, ανακρίσεως προς διερεύνησιν: α) εάν υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ότι Αρχιερεύς τις  έχει διαπράξει οιοδήποτε εκκλησιαστικό αδίκημα».

Άρθρο 13 § 2: «[σ.σ. η Ανακριτική Επιτροπή] Εάν κρίνη  το αναγκαίον  διεξαγωγής ανακρίσεως, ορίζει ως Ανακριτήν ένα εκ των μελών αυτής…»

Άρθρο 13 § 3: «Η Ανακριτική Επιτροπή παρακολουθεί την πορεία του έργου του Ανακριτού»

Άρθρο 14 §§ 1-6: Στο εκτενές άρθρο περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια το ιδιαίτερα κρίσιμο και καθοριστικό έργο του Ανακριτού. Ενδεικτικά: «Ο Ανακριτής οφείλει να προσπαθήση να διερευνήση όλας τας πτυχάς της υποθέσεως, προς ανεύρεσιν της ουσιαστικής αλήθειας. Προς τούτο, συλλέγει οιανδήποτε σχετικήν μαρτυρίαν, ανεξαρτήτως εάν αυτή τείνη προς θεμελίωσιν της ενοχής, ή προς απαλλαγήν, του καθ΄ ου η ανάκρισις» (§ 1),  «Ο Ανακριτής καλεί εις το γραφείον του ή επισκέπτεται τους, κατά την κρίσιν αυτού, πιθανούς μάρτυρας, περιλαμβανομένων και όσων τυχόν  υποδεικνύει εκάστοτε ο καθ΄ ου η ανάκρισις» (§ 2)  και «Όταν ο Ανακριτής έχη, κατά την κρίσιν αυτού, συλλέξει το απαιτούμενον αποδεικτικόν υλικόν, συντάσσει το πόρισμα αυτού, το οποίον και υποβάλλει, ομού μετά του φακέλου της ανακρίσεως, εις την Ανακριτικήν Επιτροπήν. Το πόρισμα του Ανακριτού περιλαμβάνει περίληψιν των μαρτυριών και την εισήγησιν αυτού, εάν στοιχειοθετήται, ή όχι, διάπραξις εκκλησιαστικού αδικήματος, και, εν καταφατική περιπτώσει, εάν το αποδεικτικόν υλικόν δικαιολογή την δίωξιν, κατά συγκεκριμένου προσώπου, ή προσώπων» (§ 6).

Άρθρο 15 § 1: «Μετά το πέρας της ανακρίσεως η Ανακριτική Επιτροπή προβαίνει εις την εξέτασιν και αξιολόγησιν του υποβληθέντος εις αυτήν φακέλου της ανακρίσεως και πορίσματος Ανακριτού  και αποφαίνεται διά την άσκησιν διώξεως κατά συγκεκριμένου προσώπου, ή προσώπων, και διά την παραπομπήν των κατηγορουμένων εις την, επ’  ακροατηρίω, διαδικασίαν».

Ο Κ.Χ. είναι απολύτως σαφής: Καταγγελία κατά Αρχιερέως διαβιβάζεται από την Ι. Σύνοδο στην 5μελή Ανακριτική Επιτροπή (3 τουλάχιστον Αρχιερείς και πρεσβύτεροι) και  –πλέον όχι η Σύνοδος αλλά–  η Ανακριτική Επιτροπή θα κρίνει αν συντρέχει λόγος διεξαγωγής ανακρίσεων σε βάρος του Αρχιερέα! Αν η Επιτροπή κρίνει αναγκαίες ανακρίσεις ορίζει έναν Αρχιερέα από τα μέλη της ως Ανακριτή, το έργο του οποίου αυτή παρακολουθεί! Το έργο του Ανακριτού είναι κεφαλαιώδους σημασίας κρίσιμο και καθοριστικό και αποβλέπει στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας της καταγγελίας. Σημαντική είναι και η εισήγηση-πόρισμα του Ανακριτού εάν στοιχειοθετείται ή όχι η διάπραξη του εκκλησιαστικού αδικήματος που είχε καταγγελθεί. Όμως για την άσκηση δίωξης αποφασίζει η 5μελής Ανακριτική Επιτροπή (και όχι μόνος του ο Αρχιερέας-Ανακριτής) προς την οποία αποστέλλεται όλος ο φάκελος της ανακρίσεως μαζί με το πόρισμα του Ανακριτού!

Κατά τον Κ.Χ. μόνο η 5μελής Ανακριτική Επιτροπή -ΚΑΙ ΟΧΙ Η Ι. ΣΥΝΟΔΟΣ-  θα αποφασίσει αν θα ασκηθεί δίωξη ή όχι κατά του Αρχιερέως! Η Ι. Σύνοδος δεν έχει την παραμικρή συμμετοχή και εμπλοκή!  Περιμένει…

Άρθρο 15 § 2: «Εφ΄ όσον αποφασίσει την άσκησιν διώξεως και την παραπομπήν ορίζει τον κληρικόν, ο οποίος θα εκπληρώση χρέη Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως, διά την παρουσίαν της υποθέσεως ενώπιον του αρμοδίου εκκλησιαστικού διακαιοδοτικού οργάνου, και αναθέτει εις τούτον την σύνταξιν του κατηγορητηρίου. Εάν ο κατηγορούμενος είναι Αρχιερεύς, ο οριζόμενος Εκκλησιαστικός Εισαγγελεύς πρέπει να είναι και αυτός Αρχιερεύς και, ει δυνατόν, να προηγήται κατά τα πρεσβεία του κατηγορουμένου»

Άρθρο 15 § 3: «Εάν η Ανακριτική Επιτροπή κρίνη ότι δεν υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις διά την άσκησιν διώξεως και την παραπομπήν, θέτει τον φάκελον της ανακρίσεως εις το αρχείον».

Άρθρο 16: «Ο Εκκλησιαστικός Εισαγγελεύς συντάσσει το κατηγορητήριον, βάσει του ανακριτικού υλικού και της αποφάσεως της Ανακριτικής Επιτροπής, προς τούτο δε ακολουθεί τους κανόνας συντάξεως κατηγορητηρίου, ως αυτοί εκτίθενται εν τω επομένω άρθρω».

Άρθρο 17 §§ 1-10. Στο άρθρο αυτό (το πλέον εκτενές του Κ.Χ. που αφορά στην απονομή της δικαιοσύνης!) εκτίθενται λεπτομερώς οι κανόνες συντάξεως του κατηγορητηρίου ως προς τη μορφή και  το περιεχόμενό του.

Άρθρο 19: «Μετά τη σύνταξιν του κατηγορητηρίου, ο Εκκλησιαστικός Εισαγγελεύς καταχωρίζει το κατηγορητήριον εις την γραμματείαν του αρμοδίου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου και, ακολούθως, αποστέλλει εις τον κατηγορούμενον αντίγραφα των μαρτυρικών καταθέσεων, το κατηγορητήριον και κλήσιν απευθυνομένην προς τον κατηγορούμενον, όπως εις συγκεκριμέην ημέραν και ώραν εμφανισθή ενώπιον του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου».

Άρθρο 21 § 4: «Όταν, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της δίκης, φαίνεται εις το Δικαστήριον ότι το κατηγορητήριον είναι τύποις, ή ουσία, ελαττωματικόν, το Δικαστήριον δύναται να εκδώση διάταγμα δια την μεταβολήν του κατηγορητηρίου…». Σε αυτή την περίπτωση κατά την κρίση του Δικαστηρίου αναβάλλεται η δίκη (άρθρο 22 § 3).

Εάν η 5μελής Ανακριτική Επιτροπή κρίνει ότι δεν υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις για άσκηση διώξεως η καταγγελία τίθεται στο αρχείο, χωρίς την παραμικρή συμμετοχή και εμπλοκή της Ι. Συνόδου! Αν η Επιτροπή ασκήσει δίωξη κατά του Αρχιερέως, τότε ορίζει έναν άλλον Αρχιερέα ως Εκκλησιαστικό Εισαγγελέα για να συντάξει το κατηγορητήριο σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες που προβλέπει ο Κ.Χ. και με βάση το ανακριτικό υλικό τού Ανακριτού-Αρχιερέως και την απόφαση της Ανακριτικής Επιτροπής! Αφού συνταχθεί το κατηγορητήριο ο Εκκλησιαστικός Εισαγγελέας το καταθέτει στην Γραμματεία της Συνόδου (αφού πρόκειται για κατηγορούμενο Αρχιερέα), κοινοποιεί ολόκληρο το φάκελο με το κατηγορητήριο και τις μαρτυρικές καταθέσεις στον κατηγορούμενο και του απευθύνει κλήση να εμφανιστεί συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ενώπιον της Ι. Συνόδου ως αρμοδίου Δικαστηρίου (αφού πρόκειται για Αρχιερέα, άρθρο 79Δ2) για να δικαστεί σύμφωνα με το συγκεκριμένο κατηγορητήριο.  Ο Κ.Χ. απαιτεί το κατηγορητήριο βάσει του οποίου δικάζεται ο Αρχιερέας να είναι άψογο. Τυχόν διαπιστωθέν ελάττωμα  «τύποις ή ουσία» απαιτείται τροποποίησή του που μπορεί να οδηγήσει και σε αναβολή της δίκης! 

Άρθρο 26: «Πας κατηγορούμενος ενώπιον οιουδήποτε Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου έχει τα ακόλουθα δικαιώματα:… β) Να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικάζοντος Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου και να έχη επαρκή χρόνον, και διευκόλυνσιν, διά την προπαρασκευήν της υπερασπίσεως αυτού, γ) Να εξετάζη, ή να προκαλή την εξέτασιν μαρτύρων κατηγορίας, και να ζητή την προσέλευσιν και εξέτασιν μαρτύρων υπερασπίσεως… δ) Να έχη συνήγορον, επιλεγόμενον υπό του ιδίου, μεταξύ κληρικών, ή δικηγόρων…».

Άρθρο 31 §§ 1-10. Εκτίθεται λεπτομερώς ο «τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας» με την σύντομη έκθεση των απόψεων του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως και του κατηγορουμένου προς υποστήριξιν ή αναίρεσιν της κατηγορίας, την ενδελεχή εξέταση των προτεινομένων μαρτύρων, την προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων  εκατέρωθεν προς απόδειξη ή αναίρεση της κατηγορίας, την αγόρευση του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως και του κατηγορουμένου.

Άρθρο 33 § 2. «…Προ της επιβολής της ποινής, ο Εκκλησιαστικός Εισαγγελεύς και ο κατηγορούμενος αγορεύουν, ως προς την επιβλητέαν ποινήν.  Προσέτι, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ερωτά τον κατηγορούμενον, εάν συντρέχη λόγος μη επιβολής της ποινής».

Άρθρο 40: «Το Δικαστήριον έχει εξουσίαν να ρυθμίζη, κατ΄ ελευθέραν κρίσιν, την ενώπιον αυτού διαδικασίαν, κατά τον εκάστοτε κρινόμενον, ως επιθυμητόν, τρόπον, και υπό την προϋπόθεσιν ότι ούτος δεν αντίκειται εις τας διατάξεις του παρόντος».

Επίσης, αξίζει να επισημάνουμε ότι:

Σύμφωνα με το άρθρο 3 «Τα κυριώτερα αποδεικτικά μέσα εις την εκκλησιαστικήν δίκην είναι: α) οι μάρτυρες, β) τα έγγραφα, γ) η ομολογία του κατηγορουμένου, δ) η πραγματογμωμοσύνη, ε) η αυτοψία».

Άρθρο 7 § 2: «…δικαστικά πρόσωπα είναι εξαιρετέα και εάν διήγειρον, ή διεγείρουν, υπονοίας μεροληψίας, ήτοι υφίστανται γεγονότα ικανά να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστίαν διά την αμερόληπτον άσκησιν των καθηκόντων αυτών»

Άρθρο 7 § 3: «Τα ανωτέρω δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να δηλώσουν αμέσως εις την Ανακριτικήν Επιτροπήν, ή εις το Δικαστήριον, τον γνωστόν εις ταύτα λόγον εξαιρέσεως αυτών, αιτούμενα την εξαίρεσιν αυτών».

Άρθρο 7 § 4: «Ο εν γένει τρόπος διευθύνσεως της διαδικασίας, ή της υποβολής ερωτήσεων προς τους μάρτυρας, ή τον κατηγορούμενον, δεν δύναται, καθ’  εαυτόν, να θεμελιώση λόγον εξαιρέσεως. Δύναται, εν τούτοις, να θεμελιώση την εξαίρεσιν, όταν συνδυάζηται ούτος προς άλλα περιστατικά, μαρτυρούντα ότι ο δικαστής διακατέχεται δυσμενώς προς τον κατηγορούμενον».

Σύμφωνα με τον Κ.Χ. είναι καθοριστικός ο ρόλος του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως, ο οποίος, ασφαλώς, διαφοροποιείται από αυτόν του δικαστού ή του Προέδρου του Δικαστηρίου (του Προέδρου της Ι. Συνόδου και  Αρχιεπισκόπου σε περίπτωση δίκης Αρχιερέως). Δεν είναι δυνατόν να εκτελεί χρέη Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου!

Τέλος, ο Κ.Χ. προβλέπει τα θεμελιώδη δικαιώματα μίας δίκαιης δίκης που υποχρεούται να παρέχει μία σύγχρονη Πολιτεία (και ασφαλώς και προπαντός η Εκκλησία του Χριστού!) που θέλει να σέβεται τον εαυτό της και θέλει να υπάγεται στον νομικά πολιτισμένο κόσμο. Μεταξύ άλλων μία δίκαιη δίκη απαιτεί χωρίς την παραμικρή έκπτωση:

·   Σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου.

·   Αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές που δεν εγείρουν υπόνοιες μεροληψίας εις βάρος του κατηγορουμένου.

·   Διαφοροποίηση του προσώπου του καταγγέλλοντος, του Ανακριτού, του  Εισαγγελέως και των Δικαστών. Είναι αδιανόητο να υπάρχει ταύτιση σε ένα και το αυτό πρόσωπο των ανωτέρω ιδιοτήτων!  

·   Διαδικαστικές εγγυήσεις με συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο λειτουργίας των Οργάνων απονομής της δικαιοσύνης κατά το στάδιο της προδικασίας και της ακροαματικής διαδικασίας.  

·   Επαρκή χρόνο και κάθε θεμιτή διευκόλυνση στον κατηγορούμενο για την προπαρασκευή της υπερασπίσεώς του.

·   Δυνατότητα εξετάσεως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως.

·   Παρουσία συνηγόρου υπερασπίσεως.

Δ. Τελικά, ποια σχέση έχει η Συνοδική συνεδρία της 22.5.25 με τις προβλέψεις του Κ.Χ.;

Επισήμανση: Πριν προχωρήσω στο σημείο αυτό, θέλω να καταστήσω σαφές ότι κατέβαλα ιδιαίτερη προσπάθεια να επιβεβαιώσω τα όσα αναφέρω στην παράγραφο αυτή με προσωπική επικοινωνία με σημαίνοντα στελέχη της Εκκλησίας της Κύπρου [ενώπιον Θεού δηλώνω κατηγορηματικά ότι πέραν ενός μηνύματος συμπαραστάσεως εκ μέρους μου ουδεμία επικοινωνία είχα με τον Πανιερώτατο Τυχικό μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος]. Παρ’ όλα αυτά επειδή δεν έχω όλα τα δεδομένα της διαδικασίας αν σε κάποιο σημείο αδικώ πρόσωπα ή καταστάσεις παρακαλώ να μου υποδειχθεί και είμαι πρόθυμος να ανακαλέσω.

Νομίζω, ότι οι πλέον αρμόδιοι να απαντήσουν στο ερώτημα ποια σχέση έχει η Συνοδική συνεδρία της 22.5.25 με τις προβλέψεις του Κ.Χ. είναι οι  Συνοδικοί Ιεράρχες και ιδιαιτέρως οι 10 Αρχιερείς που καταδίκασαν τον Μητροπολίτη Πάφου.

Πάντως από όσα έχει δηλώσει ο πολυεμφανισθείς στους τηλεοπτικούς δέκτες Αρχιεπίσκοπος Κύπρου δεν φαίνεται να τηρήθηκε καμία από τις προβλέψεις του Κ.Χ. τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά τη διαδικασία της δίκης! Ακριβέστερα,  δεν φαίνεται να υπήρχε καν προδικασία!

Είναι πολλοί μήνες τώρα που καλλιεργείται από κύκλους της Αρχιεπισκοπής πολεμικό κλίμα εναντίον του Μητροπολίτου Πάφου με βασικό στοιχείο την άρνησή του να συμμετάσχει στις τυχόν εκδηλώσεις για τη μεταφορά της Αγ. Κάρας του Απ. Παύλου από τη Ρώμη στην Κύπρο. Όπως ο ίδιος ο Μητρ. Τυχικός είχε δηλώσει, τότε, για λόγους συνειδήσεως δεν θα ήθελε να συν-παρασταθεί και προπαντός να συμπροσευχηθεί με παπικούς (καρδιναλίους) παραβιάζοντας ιερούς κανόνες και προκαλώντας σύγχυση στον πιστό λαό της επαρχίας του. Ασφαλώς, δεν απαγόρευσε σε κανένα να παραστεί και να υποδεχθεί την Αγ. Κάρα στην Πάφο. Ο ίδιος δεν θα συμμετείχε! Η στάση αυτή του Μητροπολίτου Πάφου είχε εξοργίσει τον Αρχιεπίσκοπο, οποίος είχε εκφραστεί τότε με ασυνήθιστα σκληρούς χαρακτηρισμούς κατά του συνεπισκόπου του. Ήταν πρόδηλο ότι ο Αρχιεπίσκοπος είχε πάρει το θέμα πολύ προσωπικά και δεν ανεχόταν τον παραμικρό αντίλογο…

Ακόμα και με πρόταση για αλλαγή του Κ.Χ. αναφορικά με την τοποτηρητεία του Αρχιεπισκοπικού θρόνου είχε απειλήσει δημόσια… 

Παρά τη σιωπή και τις ελάχιστες δηλώσεις του Μητροπολίτου Πάφου -πάντοτε σε χαμηλούς τόνους, με συγκατάβαση και σεβασμό στον Αρχιεπίσκοπο-    το ζήτημα συνέχιζε να τροφοδοτεί συγκεκριμένο δημοσιογραφικό χώρο, ο οποίος, προφανώς σε διατεταγμένη υπηρεσία, δημιουργούσε και συντηρούσε μια ανεξήγητη για τον πολύ κόσμο ένταση. Η προχθεσινή εξέλιξη και η χθεσινή επιλεγμένη δημοσίευση στοιχείων της δικογραφίας εναντίον του Μητροπολίτη Πάφου καθιστά σαφές ποιους εξυπηρετούσε…

Προφανώς, η άρνηση του Μητρ. Πάφου να υποδεχθεί και να συμπροσευχηθεί με καρδιναλίους ως κανονικούς επισκόπους, ιερείς και διακόνους της Εκκλησίας του Χριστού είναι το κρίσιμο που οδήγησε την έκπτωσή του. Βέβαια αυτό δεν θα μπορούσε να γραφεί ως αιτιολογία για την καταδικαστική απόφαση. Και βρέθηκαν άλλα εκκλησιαστικά “εγκλήματα”!

Από όσα δήλωσε ο Μακαριώτατος σε πολλές συνεντεύξεις του σε διαφορετικά τηλεοπτικά κανάλια προκύπτει ότι:

Υπήρξαν κάποιες καταγγελίες κατά του Μητροπολίτου Πάφου. Οι καταγγελίες αφορούσαν: στη μη έκδοση αδείας γάμου Ορθοδόξου με ετερόδοξο, μη αναγνώριση βαπτίσματος ετεροδόξων-αιρετικών, πρόταση για (ανα)βαπτισμό προσερχομένων στην Ορθοδοξία από τον προτεσταντικό χώρο και καταγγελίες με ασαφές περιεχόμενο από Υπουργό Παιδείας Ελλάδος, από Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος, από Εκκλησία Ελλάδος, από Μητροπόλεις Ελλάδος, από Αρχιεπισκοπή Αμερικής, από Οικουμενικό Πατριαρχείο, από πρεσβείες, από, από, από… Όχι το Βατικανό δεν διαμαρτυρήθηκε… Ούτε ο Δαλάι Λάμα…

Σύμφωνα με δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου, κατά τις συνεδρίες της Ι. Συνόδου  (Σεπτέμβριος 2024 και Φεβρουάριος 2025) έγιναν κάποιες υποδείξεις στον Μητροπολίτη Τυχικό και αυτός υποσχέθηκε συμμόρφωση. Αλλά δεν συμμορφώθηκε…

Έτσι, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος συνέταξε ένα κείμενο 38 σελίδων που συμπεριέλαβε όλες τις καταγγελίες που είχε δεχθεί από τον Σεπτέμβριο 2024 και εξής. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος χαρακτήρισε το κείμενό του ως «κατάθεση». Συγκάλεσε την Ιεραρχία της Κύπρου σε έκτακτη συνεδρίαση ως Ι. Σύνοδο και όχι ως Δικαστήριο. Κατά τη συνεδρίαση διάβασε την πολυσέλιδη (38 σελίδες) «κατάθεση» που ο ίδιος είχε συντάξει και πρώτη φορά έβλεπαν και άκουγαν τόσο οι λοιποί αρχιερείς όσο και ο Μητροπολίτης Πάφου. Ζήτησε εξηγήσεις από τον Μητροπολίτη Τυχικό τις οποίες και έλαβε. Στη συνέχεια ζήτησε από τον Τυχικό να βγει από την αίθουσα, συζήτησαν οι Αρχιερείς και η δίκη ολοκληρώθηκε με την καταδικαστική απόφαση: οριστική έκπτωση από τον Θρόνο της Αποστολικής Μητροπόλεως Πάφου!

Το επίσημο ανακοινωθέν αναφέρει ότι η Σύνοδος «συνήλθε ως Δικαστήριο»!

Διάρκεια δίκης: λιγότερο από 4 ώρες!

Ούτε νεωκόρο δεν απολύουμε με τέτοια διαδικασία…

Προς δόξαν του Συνοδικού συστήματος, της δίκαιης δίκης και του κράτους δικαίου…

Από τις πολλές εμφανίσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου στα τηλεοπτικά κανάλια έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η δήλωσή του στην εκπομπή «Ενημέρωση Τώρα» της 23.5.25 του OMEGATV στην οποία αποκαλύπτει το πλέον κρίσιμο σημείο της ενώπιον της Συνόδου διαδικασίας:

«Μακαριώτατος: Και για να καταρτήσω εκείνη την πολυσέλιδη κατάθεσίν μου, για να μαζέψω όλα αυτά τα περιστατικά, είναι όλα αυτά τα οποία μαζεύτηκαν από τον Σεπτέμβρη και εντεύθεν.

Δημοσιογράφος: Του δώσατε την ευκαιρία Μακαριώτατε, σε αυτή την πολύσελιδη κατάθεσή σας να απαντήσει γραπτώς, ή να σας πει εσάς προσωπικά την απάντησή του;

Μακαριώτατος: Δεν… ναι…  βεβαίως… χθες τα πήρε γραπτώς…

Δημοσιογράφος: Όχι χθες, τις προηγούμενες μέρες…

Μακαριώτατος: Τα ανέγνωσα εχθές, τα είχε μπροστά του και τα ανέγνωσα. Και ζητήθηκε να τοποθετηθεί πάνω σε αυτές τις τρεις κατηγορίες τις οποίες  ήξερε. Δεν τις θέλαμε γραπτώς, ήταν προφορικές»[7].

Τόσο απλά!

Οι πρόνοιες του Κ.Χ. για προδικασία και ακροαματική διαδικασία τι έγιναν;

Τίθενται, λοιπόν, κάποια ερωτήματα στα οποία, νομίζω, οι αρμόδιοι πρέπει να δώσουν κάποιες απαντήσεις στο λαό του Θεού:

Αν από το Σεπτέμβριο 2024 υφίσταται ζήτημα με καταγγελίες κατά του Αρχιερέως Τυχικού, γιατί δεν παραπέμφθηκαν οι καταγγελίες αυτές, εντολή της Συνόδου, στην προβλεπόμενη από τον Κ.Χ. 5μελή εξ Αρχιερέων και πρεσβυτέρων «Ανακριτική Επιτροπή»;

Υπάρχει απόφαση «Ανακριτικής Επιτροπής» ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για διάπραξη εκκλησιαστικού αδικήματος εκ μέρους του Πανιερ. Τυχικού, όπως προβλέπεται στον Κ.Χ.;

Γιατί δεν ορίστηκε Ανακριτής για να διεξάγει κανονικές ανακρίσεις ώστε να επιβεβαιωθούν ή μη οι καταγγελίες, όπως προβλέπει ο Κ.Χ.;

Γιατί δεν υπάρχει πόρισμα Ανακριτού, όπως προβλέπεται στον Κ.Χ.  ;

Γιατί δεν ασκήθηκε κανονική δίωξη, από την «Ανακριτική Επιτροπή» σύμφωνα με τον Κ.Χ.;

Γιατί δεν ορίστηκε «Εκκλησιαστικός Εισαγγελέας» από την «Ανακριτική Επιτροπή» σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κ.Χ.;

Ποιο είναι το κατηγορητήριο; Υπάρχει κατηγορητήριο ή μήπως δεν υφίσταται καθόλου;

Ποιος το συνέταξε;

Βάσει ποιου ανακριτικού υλικού και ποιας αποφάσεως της Ανακριτικής Επιτροπής συνετάγη το κατηγορητήριο;

Ποιοι εξετάστηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας και ποιοι προτάθηκαν από τον κατηγορούμενο;

Κατατέθηκε από τον Εκκλησιαστικό Εισαγγελέα και πότε στη Γραμματεία της Ι. Συνόδου το κατηγορητήριο, όπως προβλέπει ο Κ.Χ.;

Πότε κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο το κατηγορητήριο και πότε το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων;

Υπήρξε εκ μέρους του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως κλήση στον Μητρ. Τυχικό ως κατηγορούμενο για να εμφανιστεί ενώπιον Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου;

Υπήρξε συνήγορος του κατηγορουμένου, όπως προβλέπεται στον Κ.Χ.;

Ποιος ήταν ο Εκκλησιαστικός Εισαγγελέας κατά την ακροαματική  διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου-Συνόδου;

Ποιο το περιεχόμενο της αγόρευσης και ποια η πρόταση του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως περί της ενοχής κατά το προτελευταίο στάδιο της ακροαματικής  διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου-Συνόδου;

Ποια η εισήγηση του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως αναφορικά με την επιβλητέα ποινή κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου-Συνόδου;

Μήπως ο Αρχιεπίσκοπος με τις εμπαθείς δηλώσεις του τους τελευταίους μήνες εναντίον του Μητρ. Πάφου «διεγείρει υπονοίας μεροληψίας» που «δικαιολογούν δυσπιστία διά την αμερόληπτον άσκησιν των καθηκόντων του» ως Δικαστού και Προέδρου του Δικαστηρίου;

Ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι ανέγνωσε στη Σύνοδο την 38σέλιδη «κατάθεσή» του με τις καταγγελίες και κάλεσε τον Τυχικό να παράσχει εξηγήσεις επ΄ αυτών. Εκτιμάται ότι η διαδικασία αυτή παρέχει «επαρκή χρόνον, και διευκόλυνσιν, διά την προπαρασκευήν της υπερασπίσεως» του κατηγορουμένου, όπως ρητά προβλέπει ο Κ.Χ. αλλά και όλες οι διατάξεις του Κυπριακού Ποινικού Δικαίου και της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη;

Αν στην υπόθεση του Μητροπολίτου Τυχικού δεν υπήρχε ούτε Ανακριτική Επιτροπή, ούτε Ανακριτής, ούτε ανακρίσεις, ούτε πόρισμα Ανακριτού, ούτε Εκκλησιαστικός Εισαγγελέας, ούτε απόφαση για άσκηση δίωξης, ούτε κατηγορητήριο, ούτε μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως,  ούτε κλήση σε κατηγορούμενο, ούτε πρόταση ενοχής και ποινής από τον Εκκλησιαστικό Εισαγγελέα, μπορούμε να μιλάμε για δίκαιη δίκη ή για παρωδία δίκης που προσβάλει όχι μόνο όσους συνέπραξαν αλλά  ολόκληρη την Εκκλησία που την ανέχεται;

Μπορούμε να μιλάμε για τελεσίδικη απόφαση με την οποία εκθρονίστηκε ο Μητροπολίτης Πάφου;

Υφίσταται,  απόφαση και ποιου “Δικαστηρίου” στις 22.5.25,;

Τελικά, τι, σημαίνει ότι η Ι. Σύνοδος «συνήλθε ως Δικαστήριον»;

Δεν είναι στις προθέσεις του παρόντος η απάντηση στην ουσία της Συνοδικής αποφάσεως.

α) Δεν μπορώ όμως να μην σχολιάσω την καταγγελία Β΄ του επισήμου «Ανακοινωθέντος της εκτάκτου συνεδρίας της Ι. Συνόδου»[8] περί συστηματικής άρνησης τελέσεως μεικτών γάμων και άρνησης του Μυστηρίου του Χρίσματος εκ μέρους του Μητροπολίτου Τυχικού:

Σύμφωνα με απόλυτα αξιόπιστες πληροφορίες στην Ι. Μητρόπολη Πάφου το 2023 εκδόθηκαν 19 άδειες, το 2024 15 άδειες και το 2025 (μέχρι 22.5.) 4 άδειες! Μάλιστα εντός του 2025 τελέστηκαν δύο γάμοι όπου το ένα μέρος είχε γίνει δεκτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία (εκτός Κύπρου) με το Μυστήριο του Χρίσματος! Και όμως ο Μητροπολίτης καταδικάστηκε, όπως αναφέρει το επίσημο «Ανακοινωθέν»  γιατί δεν τελούσε μεικτούς γάμους και δεν έκανε δεκτό το Χρίσμα!

Προφανώς ο Μητροπολίτης Τυχικός ασκεί κατά γράμμα και πνεύμα την πρόνοια του Κανονικού Δικαίου περί οικονομίας τόσο στο Μυστήριο του Γάμου όσο και στην εισδοχή των ετεροδόξων[9] και δεν έχει μετατρέψει οικονομία  σε κανονικότητα αντίθετα στο πνεύμα της αληθούς εκκλησιαστικής οικονομίας.

β) Επίσης, ζητείται από τον Μητροπολίτη Πάφου να  «ὑποβάλει, γραπτῶς, Ὁμολογίαν Πίστεως, στὴν ὁποία νὰ περιλαμβάνεται καταδίκη τοῦ ἀποτειχισμοῦ». Κύριε ελέησον! Είναι δυνατόν Σύνοδος να ζητά από Μητροπολίτη ο οποίος έχει υποσχεθεί κατά τη χειροτονία του να τηρήσει τους Ιερούς Κανόνες και την Εκκλησιαστική παράδοση να υποβάλει τώρα Ομολογία Πίστεως που να αρνείται τον 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας επί Μ. Φωτίου Συνόδου και την πρακτική των Πατέρων της Εκκλησίας μας (ενδεικτικά: Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Μάρκου Ευγενικού, Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου);  

Συμπερασματικά:

Είναι απολύτως σαφές ότι η συνοδική απόφαση της 22.5.25 με την οποία εκθρονίστηκε ο Μητροπολίτης Πάφου Τυχικός θα καταγραφεί στην εκκλησιαστική ιστορία της Κύπρου ως μνημείο συνοδικής αυθαιρεσίας και περιφρόνησης της κανονικής τάξης της Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου.

Τυχόν υλοποίησή της θα αποτελέσει τραγικό άλλοθι για επανάληψή της  και για άλλους Αρχιερείς που δεν είναι «υπάκουα παιδιά» (Αρχιεπίσκοπος Κύπρου) στα κελεύσματα μια συγκυριακής συνοδικής πλειοψηφίας ευπρόσβλητης από εξωθεσμικά και εξωεκκλησιαστικά κέντρα ακόμα και της αλλοδαπής.

Με την απόφαση της 22.5.25 δεν δικάστηκε, δεν καταδικάστηκε ο Μητροπολίτης Τυχικός, αλλά στο πρόσωπό του καταδικάστηκε η εκκλησιαστική τάξη.

 

Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

Πρεσβύτερος
……………………………………..
[1]  Αφιερούται στους κάθε εποχής «γονείς» του Τυφλού Ομολογητού του σημερινού Ευαγγελίου (Ιω. 9, 1-37), οι οποιοι «ινα μη αποσυνάγωγοι γένηνται» προτιμούν πάντοτε τη συμπόρευση με τη διεφθαρμένη εξουσία εγκαταλείποντας τους υιούς της Αληθείας στη μανία της,  με την ελπίδα ότι κάποτε θα ανοίξουν και αυτών οι οφθαλμοί της καρδίας ώστε να δουν και να χαρούν την Αλήθεια του Χριστού.

[2]  Ο κάθε επίσκοπος ανήκει σε μία τοπική Εκκλησία αλλά ταυτόχρονα είναι και επίσκοπος της ανά την Οικουμένη Εκκλησίας του Χριστού και οφείλει να μεριμνά για σύμπασα την Εκκλησία, ανεξάρτητα και πέρα από δικαιοδοσίες. Αντίστοιχα, λοιπόν, και εμείς οι πιστοί οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε, να προσευχόμαστε και να μετέχουμε στη χαρά και τη θλίψη του Επισκόπου στον οποίο άμεσα υπαγόμαστε, αλλά ταυτόχρονα έχουμε χρέος να συμπαριστάμεθα, ανεξάρτητα από το κόστος,  στο έργο και τη διακονία κάθε Ορθοδόξου Αρχιερέως. Ιδιαιτέρως μάλιστα όταν προδήλως διώκεται για την πιστότητά του στην Ορθόδοξη πίστη και εκκλησιαστική παράδοση. Άλλωστε η Παύλεια προτροπή «ει πάσχει εν μέλος συμπάσχει πάντα τα μέλη» δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους όταν μάλιστα δεν πρόκειται περί απλού μέλους αλλά περί επισκόπου.

[3] Καταστατικός Χάρτης της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, Λευκωσία 2010, στο διαδίκτυο  https://churchofcyprus.org.cy/wp-content/uploads/2015/10/KATASTATIKO_KAThAREYOYSA.pdf

[4] Καταστατικός Χάρτης της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, Λευκωσία 2010, σελ. 8.

[5] https://churchofcyprus.org.cy/97978

[6] Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 1 «Η Ανακριτική Επιτροπή συγκροτείται εκ πέντε κληρικών, εκ των οποίων οι τρεις, τουλάχιστον, είναι Αρχιερείς»

[7] Χρον. στιγμή 3:38-4:23 στο  https://www.youtube.com/watch?v=ocne1iFoMKo&t=76s 

8] https://churchofcyprus.org.cy/97978

[9] Μ. Βασιλείου, Κανόνας 1ος: «Ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καὶ τοῖς οἴκονομήσασι τὰ καθ᾽ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον. Ὑφόρομαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σῳζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν», πρβλ. Μ. Βασιλ-47.



Κυριακή, Μαΐου 04, 2025

 

«Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς α΄ χιλιετίας»

«Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς α΄ χιλιετίας»

Με αφορμή τον θάνατο του πάπα Φραγκίσκου

π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος,Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών  

Με αφορμή τον θάνατο του πάπα Φραγκίσκου δημοσιεύουμε το παρόν άρθρο, το οποίο είναι τα επιλεγόμενα της διπλωματικής εργασίας (master) του Πρεσβυτέρου Αναστασίου Γκοτσόπουλου, με τίτλο: «Η Εκκλησία της Ρώμης και ο επίσκοπός της στα πρακτικά και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων«.

«Ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ καθορίσουμε τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καὶ τοῦ ἐπισκόπου της στὴν κοινωνία τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Α. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης.

1. Εἶναι σαφὲς τὸ αὐξημένο κῦρος καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ τιμὴ ποὺ ἀπονεμόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Συνακόλουθα, στὸν ἐπίσκοπό της ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀναγνωρίσει πρωτεῖο τιμῆς καὶ προκαθεδρίας στὴν τάξη τῶν τιμηθέντων μὲ πρεσβεῖα Πατριαρχικῶν Θρόνων. Οἱ λόγοι εἶναι σαφεῖς: α) ἦταν ἡ Ἐκκλησία τῆς «μεγαλωνύμου Ρώμης», τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας, β) ἦταν δραστήρια στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὴν συναντίληψη ἄλλων ἐμπεριστάτων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ γ) ἦταν ἡ μοναδικὴ πόλη στὸ δυτικὸ-λατινικὸ κόσμο ποὺ δέχθηκε τὴν παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐκεῖ μαρτύρησαν καὶ ἡ ὁποία διατηροῦσε τοὺς Τάφους τους.

2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐκαυχάτο  ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἀποστολικὴ καταγωγή της ἀπὸ τοὺς Πρωτοκορυφαίους, τὴν ὁποία, προϊόντος τοῦ  χρόνου, περιόρισε καὶ διαμόρφωσε σὲ «πέτρειο».  Θὰ πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ κανένα κανόνα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ ἀπόδοση πρεσβείων τιμῆς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἀποστολικὴ προέλευσή της, ἡ ὁποία κατὰ τὰ ἄλλα θεωρεῖται δεδομένη.

3. Στὴν Ἀνατολὴ ἡ ἔννοια τῆς ἀποστολικότητος νοηματοδοτήθηκε διαφορετικὰ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπέκτησε ἄλλη βαρύτητα. Ταυτόχρονα ὅμως σύνολη ἡ Ἐκκλησία ἀποδεχόταν ὅτι ἡ ἀποστολικότητα δὲν ἦταν ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῆς Ρώμης, ἀλλὰ ἀφοροῦσε καὶ στοὺς τιμηθέντες μὲ ἐξαιρετικὰ προνόμια θρόνους τῆς Ἀνατολῆς.

4.  Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία - σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση - εἶχε ἀναγνωρίσει στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης πρωτεῖο τιμῆς καὶ πρωτοκαθεδρίας .  ὄχι ὅμως πρωτεῖο ἐξουσίας (ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας) ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατὰ καιροὺς προσπάθεια ρωμαίων παραγόντων νὰ δώσουν στὰ πρεσβεῖα τιμῆς τὴ διάσταση πρωτείου ἐξουσίας, «πέτρειας» μάλιστα προελεύσεως, δὲν ἀφοροῦσε  στὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων Ρώμης καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν ἡ πάγια καὶ σταθερὴ ἐκκλησιολογικὴ θέση σύνολης τῆς  Δυτικῆς-Λατινικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

5. Ὅταν προέκυπτε μεῖζον θέμα πίστεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, κάθε ἐπίσκοπος, πολλῷ μᾶλλον ὁ τῆς «μεγαλωνύμου Ρώμης», εἶχε ὄχι μόνο τὸ  ἀναφαίρετο δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τό ἐπιτακτικὸ καθῆκον ἐπεμβάσεως ἀκόμα καὶ σὲ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία.  Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτὴ κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μάλιστα σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα δὲν ὑφίστατο ὑποχρεωτικὰ στὴν κοινωνία μὲ τὸν ἔχοντα τὴν προκαθεδρία ἢ τὰ πρεσβεῖα τιμῆς θρόνο, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος στὴν συγκεκριμένη περίπτωση ἐξέφραζε τὴν ἀληθῆ πίστη καί διέθετε  τὸ «πρωτεῖο ἀληθείας». Αὐτὸ συνέβη μὲ τὸν Ἃγ. Κύριλλο στὴν Γ΄ ἢ τὸν πάπα Ἃγ. Λέοντα στὴν Δ΄ Οἰκουμενική. Ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρὰ, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δὲν ἀποδεικνυόταν ἀντάξιος τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ἡ κοινωνία μὲ αὐτὸν διακοπτόταν ὄχι μὸνο ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοπικὲς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως.

Β. Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι.

1. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀπετέλεσαν γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία κορυφαῖες στιγμὲς φανερώσεως τῆς ἐν τῇ Ἀληθείᾳ ἑνότητός Της.  Παράλληλα, ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία κατέστησε ἀπολύτως σαφὲς ὅτι ὑπέρτατη Ἀρχὴ καὶ Αὐθεντία στήν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τὶς ἀποφάσεις τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦνται ὅλοι νὰ σέβονται. 

2. Ἡ εὐθύνη τῆς συγκλήσεως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνῆκε ἀποκλειστικὰ στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος καθόριζε καὶ τὶς σχετικὲς διαδικασίες. Ἀσφαλῶς, ἡ συνεννόηση μὲ τοὺς ἐπισκόπους τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν καὶ κυρίως μὲ τὸν Ρώμης καὶ τὸν Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ἐπιβεβλημένη. Ὅμως ἡ προκαθεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης δὲν τοῦ παρεῖχε τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τῶν διαδικαστικῶν θεμάτων τῶν Συνόδων, οὔτε δικαίωμα ἀρνησικυρίας.

3. Σὲ καμία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δὲν παρέστη προσωπικὰ  ὁ ἴδιος ὁ πάπας, ἀλλὰ στὶς περισσότερες ἐκπροσωπήθηκε. Ἐπίσης, σὲ καμία Σύνοδο δὲν προήδρευσαν οἱ τοποτηρητές του. Ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὸ ρόλο τοῦ πάπα Ρώμης στὴ κοινωνία τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία, ἐκτός τοῦ θεολογικοῦ ζητήματος τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, ἀπεφάνθη καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καταδικάζοντας τὸν πάπα Βιγίλιο μετὰ τὴν ἀδικαιολόγητη ἄρνησή του νὰ συνεδρεύσει μὲ τοὺς ἄλλους Πατριάρχες. Γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία – στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση – ὁ πάπας ὑπόκειται στὴ συνοδικὴ δικαστικὴ κρίση καὶ ἐξουσία σὲ θέματα ὄχι μόνο πίστεως ἀλλὰ καὶ κανονικῆς τάξεως. 

4. Τὸ κύριο ἔργο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ὡς πρωτοθρόνου τῶν Πατριαρχῶν ἦταν νὰ διατυπώσει στὴ δογματική του ἐπιστολή, ποὺ τρόπον τινὰ ἐπεῖχε θέση κεντρικῆς εἰσηγήσεως στὴ Σύνοδο, τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θεολογικοῦ ζητήματος βάσει τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς διεξάγονταν καί οἱ συνοδικὲς συζητήσεις. Συνεπῶς, ἡ θέση τοῦ πάπα Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἦταν ἐντὸς τῶν Συνόδων καὶ ὄχι ὑπεράνω αὐτῶν. Μόνο ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς συμμετοχῆς στὶς συνοδικὲς διαδικασίες ὁ πάπας ἀναγνωριζόταν ὡς «κεφαλὴ καὶ πατέρας καὶ πρῶτος» τῶν συνεδρευόντων αὐτῷ ἐπισκόπων καὶ πατριαρχῶν . δὲν ἀποφαινόταν αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ὑπήκουαν, ἀλλὰ «διασκέπτεται … μαζὶ μὲ ὅλους». 

Γ΄  Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

1. Ἡ Ἐκκλησία ἐπεδίωκε μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὴ διασάλευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ποὺ προκαλοῦσε ἡ δράση τῶν αἱρέσεων. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ συμμετοχή, ἡ συμφωνία καὶ ἡ συμπόρευση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης καὶ συνακόλουθα τῆς «μέχρι τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» Ἐκκλησίας του στὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις ἦταν ἀπαραίτητη, κυρίως γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητος μὲ τὴν ἀποτροπὴ τῆς δημιουργίας σχίσματος. Ἔτσι, ὅταν αὐτὸ ἐπιτυγχανόταν, ἦταν ἰδιαίτερα ἔκδηλη ἡ χαρὰ καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν συνοδικῶν Πατέρων τά ὁποῖα ἐκφράζονταν μὲ ἔντονο τρόπο.

2. Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφαίνεται ὡς ἀπόλυτη ἐξουσία ἔχουσα χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση ἢ τὶς ἀποφάσεις μεμονωμένων προσώπων. Καὶ ἡ πράξη αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Ἔτσι, λήφθηκαν ἀποφάσεις ἀπόντος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ἢ ἀκόμα καὶ παρὰ τὴν κατηγορηματικὴ ἀντίθεσή του. Ἐπιπλέον, ἀκόμα καὶ στὶς περιπτώσεις πού γίνονταν ἀποδεκτὲς οἱ προτάσεις του, εἶχε προηγηθεῖ ἡ βάσανος τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου μὲ βάσει τὴν μέχρι τότε ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ, ἐφ’ ὅσον ἐξασφαλιζόταν ἡ συνοδικὴ συμφωνία, τότε γίνονταν οἱ προτάσεις τοῦ Ρώμης ἀποδεκτὲς.

Στὴ «συνοδικὴ ψῆφο», τὸν Ὃρο τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς, ἔχει καταγραφεῖ μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο ἡ θέση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας : «κατὰ τὰς κοινάς συνδιασκέψεις τὸ φῶς τῆς ἀληθείας διαλύει τὰ σκότη τοῦ ψεύδους, ἀφοῦ ἐκεῖ τίθενται ὑπὸ κρίσιν τὰ ἐξ ἑκατέρου μέρους προτεινόμενα πρὸς συζήτησιν. Διότι εἰς τὰ ζητήματα πίστεως κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προδικάσει κάτι διὰ λογαρισμὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ὅσον ὅλοι μας ἔχομεν τὴν ἀνάγκη τοῦ πλησίον μας». Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ λέγαμε ὅτι ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι προεῖδε τὴν ἐξέλιξη τῆς Δύσεως καὶ δογμάτισε καταδικάζοντας ρητῶς καὶ ἀπεριφράστως τὸ περὶ ἀλαθήτου δόγμα τῆς Α΄ Βατικανῆς:  Γιὰ τὴ Σύνοδο ὁ πάπας δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀλάθητος οὔτε ex sese, οὔτε ex consensu Ecclesiae.

3.  Ἡ προκαθεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, ἀλλὰ παράλληλα καὶ ἡ ἰσότητα τῶν πέντε Πατριαρχῶν ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς «τύπους ὑπογραφῆς» τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων. Ὅλοι οἱ πατριάρχες καθὼς καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπογράφουν στὸν αὐτὸ «τόπο» καὶ μὲ ἑνιαῖο τρόπο σύμφωνα μὲ τὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῶν πατριαρχικῶν Θρόνων. Ἀσφαλῶς ὡς πρωτόθρονος ὑπογράφει πρῶτος ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης. Ὁ πάπας οὐδέποτε διεκδίκησε, καὶ οὔτε θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ χορηγήσουν  ἰδιαίτερο τύπο ὑπογραφῆς.

Δ.  Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες.

1. Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ὡς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀπηχοῦν ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ διαμορφώνουν τὸ ἦθος καὶ τὴν πράξη τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἡ περιφρόνηση τοῦ οἰκουμενικοῦ κύρους καὶ τῆς ἰσχύος τῶν κανόνων.

2. Βασικοὶ κανόνες ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῶν πρωτοθρόνων πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι οἱ A-6, A-7, Β-3, Δ-28 καὶ Στ-36. Ὁ πλέον καθοριστικὸς γιὰ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, εἶναι ὁ Δ-28, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύει τὸν Β-3 καὶ ἀποτελεῖ τὴ βάση τοῦ Στ-36. Ἡ σπουδαιότητα τοῦ Δ-28 ἔγκειται στὸ περιεχόμενό του ἀλλὰ καὶ στὴ διαδικασία ἐκδόσεως.                             α) Ἀναφορικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο : περιβάλλει μεν μὲ κανονικὸ κῦρος τὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῆς Ρώμης, χορηγώντας στὸν Κωνσταντινουπόλεως «τὰ ἴσα πρεσβεῖα» μὲ αὐτὰ τοῦ Ρώμης, ἀλλὰ παράλληλα προσβάλλει τὸ καιριότερο σημεῖο ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ – κατὰ τὴ Ρώμη – ὑπεροχὴ τοῦ παπικοῦ θρόνου ἔναντι τῶν ἄλλων πατριαρχικῶν θρόνων: τὴν «πέτρεια» ἀποστολικότητα καὶ τὴν «θείῳ δικαίῳ» χορήγηση τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας.                                     β) Ὡς πρὸς τὴ διαδικασία ἐκδόσεως: Ἡ ὑπὸ τὸν Μ. Λέοντα κατηγορηματικὴ ἀντίθεση καὶ οἱ ἔντονες ἀντιδράσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης  ὄχι μόνο δὲν ἀκύρωσαν τὸν Δ-28, ἀλλὰ οὔτε καὶ μείωσαν τὸ κῦρος, τὴν ἰσχὺ καὶ τὴν οἰκουμενικότητά του. Καὶ αὐτὸ ἦταν αὐτονόητο γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, διότι ἦταν ἀδιανόητη γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἀκύρωση συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ μάλιστα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ μία Τοπικὴ Ἐκκλησία ἢ ἕνα πρόσωπο. Δὲν ἀναγνωριζόταν οὔτε στὸν πάπα τῆς Ρώμης κάποιο δικαίωμα ἐγκρίσεως ἢ ἀπορρίψεως τῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων . ἀντιθέτως αὐτὸς ὑποχρεωνόταν σὲ συμμόρφωση.

3. Οἱ ρωμαϊκὲς ἀντιλήψεις πού μὲ ἰδιαίτερο σθένος ὑποστήριξε ὁ πάπας Μ. Λέων περὶ «πετρείου» ἀποστολικότητος τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας καὶ τῆς, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀποστολικότητος, χορηγήσεως σέ αὐτές πρεσβείων δὲν ἀπέκτησαν κανένα κανονικὸ ἔρεισμα καὶ οὔτε ἄσκησαν κάποια ἐπίδραση στὴ ζωὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ Ρώμη δὲν τὶς ἀποδέχθηκε ἐν τῇ πράξει καὶ σύντομα τὶς ἐγκατέλειψε.

4. Ἡ Στ΄ ἐν Τρούλλῳ (Πενθέκτη) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος σὲ πέντε κανόνες  καταδικάζει ἔθιμα ποὺ εἶχαν ἐπικρατήσει στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.

Ε.  Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης  στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση .  «ἡ ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι».

Στὸν ἐπίσημο Θεολογικὸ Διάλογο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴ Ρώμη ἔχει κατατεθεῖ ὡς πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἀδιεξόδου ποὺ δημιουργοῦν τὰ παπικὰ δόγματα στὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ περίφημη «ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι». Ἡ πρόταση αὐτὴ, κατά τοὺς εἰσηγητές της, βασίζεται στὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως 879-880[1], ἀλλὰ μέ τόν τρόπο πού    προτείνεται, οὐσιαστικὰ ὑλοποιεῖ τὸ «περὶ Οἰκουμενισμοῦ»[2] Διάταγμα τῆς Β΄ Βατικανῆς[3] καὶ ἀναζητεῖ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ τῶν δογμάτων. Δηλαδή, οἱ μὲν Δυτικοὶ νὰ ἀποδέχονται τὸ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου δόγμα καὶ τὰ δόγματα τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ὅπως ἔχουν διατυπωθεῖ στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους, χωρὶς ὅμως τὴν ἀπαίτηση νὰ τὰ ἐπιβάλουν στὴν Ἀνατολή, οἱ δὲ Ὀρθόδοξοι νὰ μποροῦν νὰ μὴν τὰ ἀποδέχονται, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τὰ χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πίστη καὶ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τή διατύπωση τοῦ τότε Καρδιναλίου J. Ratzinger καὶ  μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου XVI[4]!  Σύμφωνα μέ  τήν  πρόταση αὐτή καὶ ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἔτσι πολιτεύτηκε: ἡ μὲν Δύση ἀποδεχόταν τὸ παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας χωρὶς νὰ τὸ ἐπιβάλει στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἡ Ἀνατολὴ ἀνεχόταν τὴ διαφοροποίηση αὐτὴ τῆς Δύσεως χωρὶς νὰ τὴν καταδικάζει ὡς ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ . διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἴμαστε σὲ πλήρη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία[5] . ἢ μὲ ἄλλα λόγια «ἡ νόμιμη διαφορὰ δὲν εἶναι καθόλου ἀντίθετη στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα αὐξάνει τὸ κόσμημά της καὶ συντελεῖ ὄχι λίγο στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της»[6].

Πρὶν προβοῦμε στὴν ἀπαραίτητη σύντομη κριτικὴ στὴν πρόταση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε τὴν πραγματικὴ διάστασή της. Ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικὸς ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ ἦταν ὁ λόγος τοῦ πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ στοὺς Καθολικοὺς Ἀνατολικοὺς Πατριάρχες (Οὐνίτες) τὴν 29.9.1998.

Εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὁ πάπας στοὺς Οὐνίτες Πατριάρχες: «Σᾶς ζητῶ νὰ παράσχετε τὴ βοήθειά σας στὸν πάπα ἐν ὀνόματι τῆς ὑπευθυνότητας στὴν ἐπανασύσταση τῆς πλήρους κοινωνίας μὲ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (OL § 24). Εἶσθε ὑπεύθυνοι διότι εἶσθε οἱ Πατριάρχες τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες μοιράζονται μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ἕνα μεγάλο μέρος τῆς θεολογικῆς, λειτουργικῆς, πνευματικῆς καὶ κανονικῆς παραδόσεως. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐπιθυμῶ οἱ Ἐκκλησίες σας νὰ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν συνεργάτες στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο τῆς ἀγάπης καὶ στὸν θεολογικὸ διάλογο, εἴτε σὲ τοπικὸ εἴτε σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο» καὶ συνέχισε ὁ πάπας «Ὁ ἰδιαίτερος ρόλος τῶν Καθολικῶν Ἀνατολικῶν  Ἐκκλησιῶν (σημ. συντ:  Οὐνιτῶν) ἀντιστοιχεῖ σὲ αὐτὸν πού παραμένει κενὸς λόγῳ τῆς ἐλλείψεως πλήρους κοινωνίας μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τόσο τὸ διάταγμα Orientalium Εcclesiarum τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ὅσο καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διάταξη Sacri Canones (σ. ΙΧ-Χ) μὲ τὴν ὁποία δημοσιεύθηκε ὁ CCEO κατέστησαν σαφὲς πόσο ἡ ὑφιστάμενη κατάστασις καὶ οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι τὴν διέπουν εἶναι προσανατολισμένοι πρὸς τὴν πλήρη κοινωνία τὴν τόσο ἐπιθυμητὴ μεταξύ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ συνεργασία σας μὲ τὸν πάπα θὰ ἀποδείξει στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὅτι ἡ παράδοση τῆς ‘’συνεργείας’’ μεταξὺ Ρώμης καὶ τῶν Πατριαρχείων συνεχίζει νὰ ὑφίσταται – ἂν καὶ περιορισμένη καὶ τετρωμένη – καὶ μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἀναπτυχθεῖ γιὰ τὸ καλό τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκτείνεται σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ»[7].

Τὰ ἀνωτέρω καθιστοῦν σαφὲς ὅτι ἡ Ρώμη ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει – παρὰ τὶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου διαβεβαιώσεις[8] – ἡ πλήρης κοινωνία μὲ τὴν Ὀρθοδοξία νὰ ἐπιτευχθεῖ βάσει μιᾶς βελτιωμένης ἐκδόσεως τῆς Οὐνίας[9] πού νὰ μπορεῖ νὰ περιλαμβάνει καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους[10]. Πρὸς αὐτὴ τὴ στόχευση ἡ συμβολὴ τῆς ἀρχῆς τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» εἶναι καθοριστική[11], παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἱστορικὰ ἐπιβεβαιώνεται, οὔτε θεολογικὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτή, ὅπως παρουσιάζεται.

Ἡ μελέτη τῶν πρακτικῶν  καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνύει ὡς ἱστορικὰ ἀνεπέρειστο τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῆς α΄ χιλιετίας διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση ἀναφορικὰ μὲ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ἀντίθετα προκύπτει μὲ σαφήνεια ὅτι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναγνωριζόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἡ ἐκ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καταγωγή, ἐν τούτοις ἀκόμη καὶ στὴν ἴδια τὴ Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία δὲν ἦταν ἀποδεκτὴ καμία μορφὴ παπικῆς ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας (πρωτεῖο ἐξουσίας) ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἀναγνωριζόταν στὸν πάπα ἀποκλειστικὸ δικαίωμα στὴν ἔκφραση τῆς πίστεως, καὶ μάλιστα ἀλάθητο. Ὑπενθυμίζουμε ἐπιγραμματικὰ  :

1. Τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους καὶ τῶν παπικῶν λεγάτων τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου τῶν δογματικῶν ἐπιστολῶν τῶν παπῶν Μ. Λέοντος, Ἁγ. Ἀγάθωνος καὶ Ἁγ. Ἀδριανοῦ μὲ  τὸ ἐρώτημα ἂν εἶναι σύμφωνες μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.

2. Τὶς ἀπόψεις τοῦ πάπα Ἁγ. Λέοντος τοῦ Μεγάλου ἐναντίον τοῦ Δ-28, οἱ ὁποῖες δὲν ἔγιναν ἀποδεκτὲς οὔτε ἀπὸ διαδόχους του καὶ σύντομα ἐγκαταλή-φθηκαν καὶ στὴ Δύση μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Σχίσματος.

3. Τὴν ἄρνηση κατ’  ἀρχήν  τῶν δυτικῶν λατίνων ἐπισκόπων νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς περὶ πίστεως ἀποφάσεις τοῦ πάπα Ρώμης Βιγιλίου καὶ συνακόλουθα τὶς κατ’ ἐπανάληψιν καταδικαστικὲς ἀποφάσεις Δυτικῶν Συνόδων (πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ) ἐναντίον τοῦ συγκεκριμένου πάπα.

4. Τὴν κατ’ ἐπανάληψιν ἐκφρασθεῖσα αὐτοσυνειδησία τοῦ ἰδίου τοῦ πάπα Βιγιλίου, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν διεκδίκησε κάποια, δῆθεν θείῳ δικαίῳ, ὑπερέχουσα ἐξουσία ἢ «πέτρειο» αὐθεντία βάσει τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ λοιποὶ Πατριάρχες νὰ πειθαρχήσουν σ’ αὐτόν. Ἐπίσης, ὁ πάπας Βιγίλιος δὲν ἔθεσε θέμα ἀντικανονικότητος ἢ ἀκυρότητος τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διαφωνίας καὶ ἀπουσίας του. Ἀντίθετα, ὑποσχέθηκε ρητῶς ὅτι θὰ συμμορφωθεῖ στὴν ὅποια περὶ πίστεως ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ θεώρησε δίκαιη τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασή της.

5. Τό ὅτι ἡ σύγκληση  ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ πάπα Ἁγ. Ἀγάθωνα  τῆς Συνόδου τῶν 125 ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς περιοχὲς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης γιὰ τὴ συνοδικὴ ἀντιμετώπιση καὶ ἀπόφανση ἐπὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ μονοθελητισμοῦ δείχνει τὴν πράξη καὶ τὸ στέρεο ἐκκλησιολογικὸ ἦθος τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ἐνδεικτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τῆς Συνόδου τῆς Ρώμης ὅτι «ἐμεῖς μὲ πολὺ κόπο συγκεντρωθήκαμε» ἀπὸ «τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» μὲ σκοπὸ νὰ συνδιασκεφθοῦμε ἐν Συνόδῳ «ἵνα ἐξ ὅλης τῆς  κοινότητος τῆς δουλικῆς ἡμῶν συνόδου ἡ ἡμετέρα ἀναφορὰ γενήσoιτο. μήπως ἐὰν μονομερῶς τὸ πραττόμενον γνωσθήσηται, τὸ μέρος  λάθῃ».

6. Τὴ σύμπραξη τῆς Ρώμης στὴν καταδίκη τοῦ πάπα Ὁνωρίου στὴν Στ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.

7. Ὅτι ἡ Δύση ἀποδέχονταν τὸν καθοριστικό ρόλο τοῦ αὐτοκράτορα στὸ διαδικαστικὸ μέρος τῆς Συνόδου καὶ ποτέ δέν ἐπέμεινε στὴ ἀνάληψη τῆς προεδρίας τῶν Οἰκουμενικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τοπικῶν Συνόδων τῆς Δύσεως ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἀποκρισαρίους.

8. Ὅτι μία σειρὰ κανόνων τοπικῶν Συνόδων καὶ Ἁγ. Πατέρων ἐπικυρωμένων ἀπὸ τὸν Στ-2 καὶ Ζ-1 ἐπιμαρτυροῦν ὅτι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ στὸν ἐπίσκοπό της καὶ ἡ ἀρχαία Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία ἀναγνώριζε, ὅπως καὶ ἡ Ἀνατολή, μεγάλο σεβασμὸ καὶ πρωτεῖο τιμῆς, ἀλλὰ ὄχι πρωτεῖο δικαιοδοσίας ἢ καὶ ἀλαθήτου καθορισμοῦ τῆς πίστεως .  τὰ πρακτικὰ τῶν ἐν Καρθαγένῃ Συνόδων τῆς λατινικῆς βορειοαφρικανικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἀποφάσεις τους γιὰ ἀπαγόρευση τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς στὴ Ρώμη ἢ ἡ διένεξη μεταξύ τοῦ πάπα Ἁγ. Στεφάνου καί τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρχηδόνος γιὰ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν αὐτὸ ὑποδηλώνουν.

9. Τέλος, ὁ ἐπίλογος τῆς ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης εἶναι ὁ πλέον ἐκφραστικός τοῦ κινδύνου πού διέβλεπαν οἱ λατῖνοι Πατέρες τῆς Β. Ἀφρικῆς  κάτω ἀπὸ τὴν, ἐν τῇ γενέσει της, ἀπαίτηση τῆς Ρώμης γιὰ ἐπέκταση τῆς δικαιοδοσίας της στὴν κρίση τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀφρικῆς: «Ἐκβιβαστάς τοίνυν κληρικοὺς ὑμῶν τινῶν αἰτούντων μὴ θέλετε ἀποστέλλειν, μήτε παραχωρεῖν, ἵνα μὴ τὸν καπνώδη τῦφον τοῦ κόσμου δόξωμεν εἰσάγειν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ, ἣτις τὸ φῶς τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης τὴν ἡμέραν τοῖς τὸν Θεὸν ἰδεῖν ἐπιθυμοῦσι προσφέρει».

Τὰ ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καί στή Δυτικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν ἀναγνωριζόταν στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης «πέτρειο πρωτεῖο» ἢ «πέτρειο λειτούργημα ἑνότητος», οὔτε κάποια ὑπερέχουσα ἐξουσία ἐφ’  ὅλης τῆς  Ἐκκλησίας ἢ τὸ δικαίωμα τῆς ἀλαθήτου ἐκφράσεως τῆς πίστεως. Ἔτσι, οἱ σποραδικὲς ἐκφράσεις παπικῶν ἀντιπροσώπων ἢ ὁρισμένων ἐπιστολῶν καὶ ἂν ἀκόμα ἑρμηνευθοῦν ὡς δηλωτικὲς ἀπαιτήσεως κάποιου πρωτείου ἐξουσίας δὲν ἐξέφραζαν σύνολη τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, οὔτε ἀπηχοῦσαν τὴ δυτικὴ θεολογία σὲ ὅλη τὴν ἔκταση δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Συνεπῶς, κατά τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στὶς βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς γιὰ τὸν ρόλο τῶν ἐπισκόπων τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὑπῆρχε ταυτότητα ἀπόψεων μεταξὺ Ἀνατολῆς καί Δύσεως.

Ἐπὶ πλέον δέ, καὶ ἂν ἀκόμα θεωρήσουμε ὅτι ὑπῆρχε σημαντικὴ διάσταση ἀπόψεων Ἀνατολῆς - Δύσεως κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες, ἀναφορικὰ μὲ τὴν οὐσία καὶ τὸ ρόλο τοῦ τιμητικοῦ πρωτείου τοῦ Ρώμης – γεγονὸς ποὺ ὅπως καταδείξαμε δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων – θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ διαφορὰ μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι ἀβυσσαλέα μετὰ τὴ δογματοποίηση τῆς δῆθεν ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους! Τότε εἴχαμε ἀντιμέτωπες ἁπλὲς δηλώσεις ἢ ἑρμηνεῖες . σήμερα, μετὰ τίς δύο αὐτές Βατικανές Συνόδους, ἔχουμε – κατά τή Ρώμη – κεφαλαιώδη δόγματα πίστεως πού ἀνήκουν στὴν «οὐσιαστικὴ καὶ ἀμετάκλητο δομὴ τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἡ ἄρνηση τῶν ὁποίων, ὡς ἐκ τούτου, ἐπισύρει ἀναθεματισμοὺς τῆς «οἰκουμενικῆς» Α΄ Βατικανῆς, ποὺ παραμένουν σὲ ἰσχὺ καὶ μέ τὴ Β΄ Βατικανὴ «οἰκουμενικὴ» Σύνοδο.

Κατά συνέπεια, ἡ προσπάθεια κύκλων τινῶν νὰ παρουσιάσουν τὰ παπικὰ δόγματα τῆς Α΄ Βατικανῆς ὡς τῆς αὐτῆς βαρύτητος μὲ κάποιες ἀπὸ τὶς δηλώσεις τῶν παπικῶν λεγάτων ἢ τῶν παπικῶν ἐπιστολῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας εἶναι σαφῶς παραπειστική.

Ἐπίσης, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς «ἀρχῆς τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» ὄχι σὲ ἥσσονος σημασίας ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ σὲ βασικὰ ἐκκλησιολογικὰ δόγματα ποὺ ἅπτονται τῆς ἴδιας τῆς δομῆς καὶ ὑποστάσεως τῆς Ἐκκλησίας[12] εἶναι καὶ ἀπὸ ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως ἀπαράδεκτη. Ἐὰν, σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ ἐκκλησιο-λογία τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἡ ἄρνηση τῶν παπικῶν δογμάτων καταδεικνύει σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα[13] τότε δὲν ἔχουμε Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη ἡ ὕπαρξη Ἐκκλησίας μὲ ἐκκλησιολογικὲς ἐλλείψεις! Ἐπιπλέον, εἶναι ἀδιανόητο τὸ  δυτικὸ μέρος τῆς ὑπὸ σύσταση(;) νέας «ἑνωμένης Ἐκκλησίας» νὰ θεωρεῖ ὡς ἐκκλησιολογικῶς θεμελιώδη δόγματα τὰ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου (σύμφωνα μέ  τήν Α΄ καί τή Β΄ Βατικανή) καὶ τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα νὰ τὰ ἀρνεῖται.  Οὐδέποτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τὰ δόγματα πίστεως ἦσαν ὑποχρεωτικά γιὰ ὅλους τούς πιστοὺς μόνο μιᾶς συγκεκριμένης ἐδαφικῆς περιοχῆς (ἢ ρυθμοῦ!), ἐνῶ σὲ ἄλλη περιοχή ὑπῆρχε ἡ δυνατότητά μὴ ἀποδοχῆς τους.  Δὲν νοεῖται νὰ ἀνήκουμε στὴν ἴδια «ἑνωμένη Ἐκκλησία» καὶ οἱ μὲν Δυτικοί νὰ δέχονται ὡς δόγμα πίστεως ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀλάθητος, ὅταν ἀποφαίνεται ex cathedra, οἱ δὲ λοιποί κατηγορηματικὰ νὰ τὸ ἀρνοῦνται.

Καθίσταται λοιπόν προφανὲς ὅτι εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ἀρχὴ τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως ἐσχάτως ἔχει νοηματοδοθεῖ, καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα πρόταση τοῦ καρδιναλίου, τότε, καὶ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου  ΧVI.

Ἂν λοιπὸν ἡ «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως παρουσιάζεται  τελευταῖα, δὲ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ τὴν πολυπόθητη ἕνωση Ἀνατολῆς-Δύσεως, ποιὰ θὰ ἦταν ἡ ἐνδεδειγμένη πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν; Νομίζω πώς μοναδική ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια, ἡ ὁποία προϋποθέτει - καὶ ταυτόχρονα πραγματώνεται μὲ - τὴν ἐν ταπεινώσει ἐπιστροφὴ στὶς βασικὲς θεολογικὲς ἀρχὲς καὶ προϋποθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἔζησε ἡ  Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ταπείνωση θὰ ἑλκύσει τὴ θεία Χάρη και τότε θὰ πραγματοποιηθεῖ ὄχι ἕνας ἀδόκιμος διπλωματικὸς συμβιβασμὸς μὲ ἀμφίσημες διατυπώσεις, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσει μόνο πικρία καὶ προβλήματα, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ γνήσια «ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

………………………………….
[1]   MANSI 17, 489B : «Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπεν .  ἕκαστος θρόνος ἔχει ἀρχαῖά τινα  παραδεδομένα ἔθη. καὶ οὐ χρὴ περὶ τούτων πρὸς ἀλλήλους διαφιλονικεῖν  καὶ ἐρίζειν. φυλάττει μὲν γὰρ ἡ τῶν Ρωμαίων ἐκκλησία τά ἔθη αὐτῆς  καὶ προσῆκον ἐστι. φυλάττει δὲ καὶ ἡ Κωνσταντινοπολιτῶν ἐκκλησία ἴδιά τινα ἔθη ἄνωθεν παραλαβοῦσα . ὡσαύτως καὶ οἱ τῆς Ἀνατολῆς θρόνοι». Ἡ Σύνοδος ὅμως, ὅπως στὴ συνέχεια ἀναφέρε-ται, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀθρόον χειροτονία καὶ ὄχι γιὰ  κεφαλαιώδους σημασίας θεολογικὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἅπτονται τῆς ἴδια τῆς δομῆς καὶ τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πίστεως ὅπως εἶναι τὰ παπικὰ δόγματα γιὰ τὴ Ρώμη.
[2] Ἀναλυτικότερα γιά τήν ἐκκλησιολογία τοῦ UR ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς,  βλ. Π. Χίρς, Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀναθεώρηση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, Uncut Mountain Press, Πετροκέρασα Θεσσαλονίκης 2014.

[3] «Μποροῦμε ἀνεπιφύλακτα νά ποῦμε  ὅτι στὴν “καρδιὰ” τοῦ Διατάγματος συναντοῦμε τὸ θέμα τῆς ἑνότητας καὶ τῆς διαφορετικότητας. Καὶ παρόλο ποὺ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἐκτίθεται ἔκδηλα στὰ τρία κεφάλαια τοῦ κειμένου, ὡστόσο αὐτὸ διαφαίνεται ὡς τρόπος ἀναγνώσεως  καὶ συνοχῆς ὅλου τοῦ κειμένου», βλ. W. Henn, «At the Heart of Unitatis Redintegratio. Unity in Diversity», Gregorianum 88(2007) 2, 330 κἑ.  «Διάταγμα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ», §16-18, στὸ Ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος. Διατάξεις-Διατάγματα-Δηλώσεις-Μηνύματα, ἐπιμ. Ἰω. Ἀσημάκης - Λ. Κισκινής, Analecta Theologica 8, ἔκδ. Ἀποστολικὸν Βικαριᾶτον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2012, σ.  483:  «Ἤδη ἀπὸ τὶς ἀπαρχές, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἀκολουθοῦσαν  δική τους κανονικὴ τάξη, ἐπικυρωμένη ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες καὶ ἀπὸ τὶς Συνόδους, ἀκόμα καὶ τὶς Οἰκουμενικές. Μία κάποια διαφορετικότητα ἐθίμων καὶ συνηθειῶν, ὅπως προείπαμε, δὲν ἀντιβαίνει στὸ ἐλάχιστο στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα αὐξάνει τὴν ὡραιότητά της καὶ ἀποτελεῖ ἀνεκτίμητη βοήθεια στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της. Γι’ αὐτὸ ἡ ἱερὴ Σύνοδος, γιὰ νά ἐκλείψει κάθε ἀμφιβολία, δηλώνει ὅτι οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, μὲ ἐπίγνωση τῆς ἀναγκαίας ἑνότητας ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν τὴν ἐξουσία νὰ ρυθμίζουν τὴ δική τους κανονικὴ τάξη, ὡς περισσότερο ἁρμόζουσα στὸν χαρακτήρα τῶν πιστῶν τους καὶ καταλληλότερη γιὰ νὰ προάγει τὸ καλὸ τῶν ψυχῶν. Ἡ τέλεια τήρηση αὐτῆς τῆς παραδοσιακῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀλήθεια δὲν τηρήθηκε πάντοτε, ἀνήκει σὲ ἐκεῖνα τὰ πράγματα ποὺ ἀπαιτοῦνται ἀπολύτως ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας. Αὐτὸ ποὺ εἰπώθηκε πρὶν γιὰ τὴ νόμιμη διαφορετικότητα πρέπει νὰ ἐφαρμοστεῖ καὶ στὴ διαφορετικὴ διατύπωση τῶν θεολογικῶν διδασκαλιῶν», βλ. καί Παπικὴ Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ «Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» («Ut unum sint») τοῦ Ἁγίου Πατρὸς Ἰωάννου Παύλου Β΄ γιὰ τὸ οἰκουμενικὸ καθῆκον, 25 Μαΐου 1995, Libreria Editrice Vaticana, Πόλη τοῦ Βατικανοῦ,   § 57. Ἡ πρόταση τῆς «ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλίᾳ» ἐτέθη ὡς βάση γιά τὴν ἕνωση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὸν πάπα Λέοντα ΙΓ΄, στόν ὁποῖο ἀπάντησε ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως  τοῦ  1895, στό Ἰ. Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. 2, ἐν Ἀθήναις 1953, σ. 934 κἑ.  Στὸ ἴδιο πλαίσιο κινεῖται καὶ τὸ «Διάταγμα γιά τίς  Ἀνατολικές  Καθολικές Ἐκκλησίες» (Orientalium Ecclesiarum), βλ. Ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος. Διατάξεις-Διατάγματα-Δηλώσεις-Μηνύματα, ἐπιμ. Ἰω. Ἀσημάκης - Λ. Κισκινής, Analecta Theologica 8, ἔκδ. Ἀποστολικὸν Βικαριᾶτον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2012, σ.  491.
[4]  Κατά τον J. Ratzinger: «Ἀναφορικὰ μὲ τὴν περὶ πρωτείου διδασκαλία, ἡ Ρώμη δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ κάτι περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶχε καθοριστεῖ καὶ εἶχε βιωθεῖ κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία… Ἡ ἐπανένωση μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ πάνω στὴ βάση ὅτι ἡ Ἀνατολὴ θὰ παρῃτεῖτο ἀπὸ τὸ νὰ πολεμᾶ τὴ δυτικὴ ἐξέλιξη τῆς β΄χιλιετίας ὡς αἱρετικὴ καὶ θὰ ἀναγνώριζε τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία μὲ ἐκείνη τὴ μορφὴ ὡς νόμιμη καὶ ὀρθὴ ἀπὸ ἄποψη πίστης, στὴν ὁποία ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία βρέθηκε μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῆς β΄χιλιετίας, ἐνῶ ἀντίστροφα ἡ Δύση θὰ ἀναγνώριζε τὴν Ἀνατολὴ ὡς νόμιμη καὶ ὀρθὴ στὴν πίστη σὲ ἐκείνη τὴ μορφὴ τὴν ὁποία αὐτὴ διατήρησε στὴν ἱστορία της» (J. Ratzinger, Theologische Prinzipienehre :  Bausteine zur Fundamentaltheologie, Munich 1982, σ. 209). Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ἡ πρόταση τοῦ Μητροπολίτου (τότε) Ἐλβετίας κ. Δαμασκηνοῦ («Τί τὸ μόνιμον καὶ τί τὸ μεταβλητὸν εἰς τὴν πετρίνειον διακονίαν. Σκέψεις ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως», Στάχυς, 52-67(1977-1981) 508, D. Papandreou, “Ein Beitrag zur Uberwindung der Trennung zwischen der romisch-katholischen und der orthdoxen Kirche” στὸ Vasilios von Aristi, Das Papsamt: Dienst oder Hindernis für die Ökumene ? Regensburg 1985, σ. 162, 166-167),  τοῦ H. Scutte, στὸ Χρ. Σαββᾶτος (νῦν Μητρ. Μεσσηνίας), Τὸ παπικὸ πρωτεῖο στὸ διάλογο μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, Ἀθήνα 2006, σ. 14 καὶ τοῦ E. Lanne, στό Δαμασκηνοῦ, «Τί τὸ μόνιμον καὶ τί τὸ μεταβλητὸν εἰς τὴν πετρίνειον διακονίαν. Σκέψεις ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως»,  Στάχυς, 52-67(1977-1981) 516-517.    

Ἂς ἐπιτραπεῖ μία διαπίστωση μὲ πολὺ πόνο στὰ ὑπὸ τοῦ Ratzinger λεχθέντα: εἶναι ἰδιαίτερα τραγικὸ μία ὁλόκληρη τοπικὴ Ἐκκλησία, ἡ μεγαλύτερη, ἡ ἐνδοξότερη καὶ εὐκλεέστερη τῆς α΄ χιλιετίας  νὰ ἔχει περιέλθει σὲ τέτοια σύγχυση, ὥστε:

·   νὰ θεωρεῖ θετικὴ θεολογικὴ ἐξέλιξη καὶ πρόοδο τὰ ὅσα ἔχουν συντελεστεῖ στὴ β΄ χιλιετία ἀναφορικὰ μὲ τὸ παπικὸ πρωτεῖο!

·   νὰ θεωρεῖ ὡς θεολογικὴ πρόοδο τὴν ἄρνηση τῆς θεόπνευστης, κανονικῆς, ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ παραδόσεως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων!

·   νὰ θεωρεῖ ὡς θεολογικὴ πρόοδο τὸ θεμελιωμένο πάνω στὶς πλαστογραφίες τοῦ ζοφεροῦ Μεσαίωνα (τὴν ψευδο-Κωνσταντίνειο Δωρεὰ καὶ τὶς ψευδο-Ἰσιδώρειες Διατάξεις) παπικὸ θεσμὸ (Προσχέδιο Κρήτης,  § 15)!

Παρακαλῶ ἂς μὴν ἐκληφθεῖ ἡ διαπίστωση αὐτὴ ὡς ἐχθρικὴ ἢ πολεμικὴ κατὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀλλὰ μόνο ὡς ἔκφραση θλίψεως καὶ πόνου καί  ταυτόχρονα καὶ ἀνησυχίας καὶ ἐγρηγόρσεως γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους!

[5]  Ἡ θέση αὐτὴ ρητὰ ἔχει διατυπωθεῖ στὸ «Προσχέδιο τῆς Κρήτης» στὶς §§ 15, 22 καὶ ἰδιαιτέρως στὴν τελευ-ταία  § 32 :  «Ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς πρώ­της χι­λι­ε­τί­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε βα­θειὰ τὴν πο­ρεί­α τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν τῆς Ἀ­να­το­λῆς καὶ τῆς Δύ­σε­ως. Πα­ρὰ τὴν ἀ­να­πτυσ­σό­με­νη δι­ά­στα­ση καὶ τὰ προ­σω­ρι­νὰ σχί­σμα­τα κα­τὰ τὴ διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου, ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­κό­μη δι­α­τη­ρεῖ­το με­τα­ξὺ Δύ­σεως καὶ Ἀνα­το-λῆς. Ἡ ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ δε­κτὴ στὴ Σύ­νο­δο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ποὺ ἔ­γι­νε τὸ 879-80, ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ τὸ θέ­μα στὸ πα­ρὸν αὐ­τὸ στά­διο τοῦ δι­α­λό­γου μας. Σα­φεῖς δι­α­στά­σεις στὴν ἀν­τί­λη­ψη καὶ ἑρ­μη­νεί­α δὲν ἐμ­πό­δι­σαν Ἀ­να­το­λὴ καὶ Δύ­ση νὰ πα­ρα­μεί­νουν σὲ κοι­νω­νί­α. Ὑ­πῆρ­χε δυ­να­τὴ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα νὰ πα­ρα­μέ­νου­με σὲ ἑ­νό­τη­τα ὡς ἕ­να ποί­μνιο μὲ ἕ­να ποι­μέ­να (Ἰ­ω­άν. 10, 16). Ἡ πρώ­τη χι­λι­ε­τί­α ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ἐ­ξε­τα­σθεῖ σ’ αὐ­τὸ τὸ στά­διο τοῦ δι­α­λό­γου μας, εἶ­ναι ἡ κοι­νὴ πα­ρά­δο­ση ἀμ­φο­τέ­ρων τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν μας. Στὶς βα­σι­κὲς θε­ο­λο­γι­κὲς καὶ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κὲς ἀρ­χὲς οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν συν­ταυ­τι­σθεῖ ἐ­δῶ, αὐ­τὴ ἡ κοι­νὴ πα­ρά­δο­ση θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς πρό­τυ­πο γιὰ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς πλήρους κοινωνίας». Παρόμοια ἔχει ὑποστηρίξει καὶ ὁ Δαμασκηνὸς  Τρανουπόλεως, «Τί τὸ μόνιμον καὶ τί τὸ μεταβλητὸν εἰς τὴν πετρίνειον διακονίαν. Σκέψεις ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως»,  Στάχυς, 52-67(1977-1981)  508.
[6] Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (ut unum sint) τοῦ Ἁγίου Πατρὸς Ἰωάννου Παύλου Β΄ γιὰ τὸ Οἰκουμενικὸ καθῆκον, 25 Μαΐου 1995, § 50,  Liberia editrice Vaticana, Πόλη τοῦ Βατικανοῦ,  σ. 62. 

[7] «Le rôle particulier des Églises orientales catholiques correspond à celui qui est resté vacant à cause du manque de communion complète avec les Églises orthodoxes. Aussi bien le Décret Orientalium Ecclesiarum du Concile Vatican II que la Constitution apostolique Sacri canones (p. IX-X) qui a accompagné la publication du Code des canons des Églises orientales, ont mis en évidence combien la situation présente, et les règles qui la régissent, sont dirigées vers la pleine communion tant souhaitée entre l'Église catholique et les Églises orthodoxes. Votre collaboration avec le Pape et entre vous pourra montrer aux Églises orthodoxes que la tradition de la «synergie» entre Rome et les Patriarcats s'est maintenue - bien que limitée et blessée -, qu'elle s'est peut-être même développée pour le bien de l'unique Église de Dieu, répandue par toute la terre»,  La documentation catholique, no 2192, 15.11.1998. σ. 951-953 καί στό διαδικτυακό τόπο : www.la-croix.com/Urbi-et-Orbi/Documents/ Actes-du-Pape/Aidez-l-eveque-de-Rome-dans-sa-reflexion-sur-son-ministere-d-unite-2013-04-09-935467
[8] «Ἡ Ἁγία (Β΄ Βατικανὴ) Σύνοδος πολὺ χαίρεται γιὰ τὴν καρποφόρα καὶ δραστήρια συνεργασία τῶν Καθολικῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης καὶ ταυτόχρονα δηλώνει : ὅλες αὐτὲς οἱ κανονικὲς διατάξεις καθορίστηκαν γιὰ τὶς παροῦσες συνθῆκες, ἕως ὅτου ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ διαιρεμένες  Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες ἑνωθοῦν στὴν πληρότητα τῆς κοινωνίας» (ΟΕ  § 30, στὸ B΄ Βατικανῆς,  Κείμενα,  σ. 504. Πάντως ἡ Σύνοδος «πολύ χαίρεται» γιὰ τὸ μέχρι τώρα ἔργο τῆς Οὐνίας …
[9]  Γιὰ τὴν Οὐνία στὸ θεολογικὸ διάλογο μὲ τὴ Ρώμη βλ. Θ. Ζήση, Οὐνία, Ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση, ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002, Γ. Καψάνη, «Οὐνία, Ἡ μέθοδος τοῦ παποκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ», Παρακαταθήκη, 60(2008), 3-10.  Ἱστορικὴ προσέγγιση τῆς Οὐνίας,  βλ. Γ. Μεταλληνός, Δ. Γόνης, Η. Φρατσέας, Εὐ. Μοράρου, Ἐπισκ. Βανάτου Ἀθανάσιος (Γιέβτιτς), Ἡ Οὐνία, χθὲς καὶ σήμερα, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1992. Ἐκτενέστερη βιβλιογραφία γιὰ τὴν Οὐνία,   βλ.  Κ. Κωτσιόπουλος, Ἡ Οὐνία στὴν Ἑλληνικὴ θεολογικὴ βιβλιογραφία, ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1993.
[10]  Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ Ρώμη προβάλει τίς διατάξεις τοῦ «Διατάγματος  γιὰ τὶς Ἀνατολικὲς Καθολικὲς Ἐκκλησίες» ὡς «ἕνα εἶδος “ἐγγύησης”  ὅτι ἡ ἐπανεύρεση τῆς κοινωνίας μὲ τὴ Ρώμη δὲν συνεπάγεται καμιὰ ἀποποίηση τῶν ἴδιων στοιχείων τῶν μὴ λατινικῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων»! (B΄ Βατικανῆς,  Κείμενα, σ. 491.
[11]  Θ. Ζήση, «Ἡ οὐνία ὡς πρότυπο ψευδοῦς ἑνότητος. Τὰ ὅρια τῆς ποικιλομορφίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἑνότητα», - «Πρωτεῖον» Συνοδικότης καὶ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας, Πρακτικὰ Θεολογικῆς Ἡμερίδος, ἔκδ. Ἱ. Μητρόπολις Πειραιῶς, Πειραιεύς  2011, σ. 107-114.
[12]  Congregatio pro Doctrina Fidei, Letter Communionis notio,  § 17. 3  (28.5.1992),  στή διαδυκτιακή τοποθεσία www.vatican.va/roman_curia/congregations/cfaith/documents/rc_con_cfaith_doc_28051992_communionis-notio_en.html.
[13]  «Unitatis Redintegratio» («Διάταγμα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ») Διάταγμα  τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου § 3, στὸ B΄ Βατικανῆς,  Κείμενα, σ. 471.  Ἰ. Μαραγκοῦ, Οἰκουμενικὰ Α΄, Ἀθήνα 1986,  σ. 33,   καὶ ἡ ἀπὸ 29.6.2007 ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴ Διδασκαλία τῆς Πίστεως (Congregatio pro Doctrina Fidei) τῆς Ρωμαϊκῆς Κουρίας, στή διαδικτυακή τοποθεσία www.vatican.va/roman_curia/congregations/ cfaith/documents/rc_con_cfaith_doc_200 70629_responsa-quaestiones_en.html.