Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2026

 

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης: Ἡ ἀσθένεια ὡς μέσο Θεογνωσίας

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης
Ὁ Θεός, ἐνῶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ὑγιέστατο, ἐνῶ θέλει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη του, δίδει τὴν ἀσθένεια. Γιατί;
Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀσπασθεῖ, ὅταν τὴν ἀγαπήσει, ὅταν βγάζει ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του θετικὰ συμπεράσματα, ὅταν ἐξ αἰτίας της παραδίδεται στὸν Θεό, τότε ἡ ἀσθένεια γίνεται τὸ γρηγορότερο μέσο γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀληθείας καὶ τῆς σωτηρίας.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεός, ὡς καλὸς παιδαγωγός, ὅταν ἔχουμε ἁμαρτίες καὶ μάλιστα κρυφές, μᾶς χτυπᾶ μὲ ἀρρώστιες, γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθοῦμε στὴν ἄλλη ζωή.
Στοὺς ἀνθρώπους δὲ ποὺ ἔχουν κρυφὴ ἁγιότητα δίδει ἐπίσης ἀρρώστια, γιὰ νὰ μὴν ἀπολαύσουν τὸν μισθό τους ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ στὴν αἰωνιότητα.
Ἐν τέλει, ἡ ἀσθένεια εἶναι ἐκ τῶν ὡραιοτέρων δώρων τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
Μπορεῖ νὰ εἶναι προτιμότερη ἀκόμη καὶ ἐκ τῶν ἐφετῶν, ἐκ τῶν πνευματικοτέρων ἐπιθυμιῶν τῆς καρδιᾶς του...
— Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης


Σάββατο, Μαρτίου 14, 2026

 

Ἡ Χαρά, συντριβὴ τῆς λύπης

Μακαριστοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου 
Ὁ πόνος, ἡ στενοχώρια, ἡ ἀγωνία, ἡ ψυχικὴ τραγωδία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ὀφείλεται στὸν ἐγωισμό του. Οἱ ἀναθυμιάσεις τοῦ ἐγὼ γεννοῦν στὴν ψυχὴ τὴν στενοχώρια, ἐνῷ ἡ φυσιολογική της κατάσταση εἶναι ἡ χαρά, διότι ὁ Θεὸς εἶναι εἰρήνη, εἶναι χαρά, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ ὁδεύει πρὸς Αὐτόν. Ἑπομένως, ἡ στενοχώρια εἶναι ξένη καὶ ἀδικαιολόγητη μέσα στὴν ἀνθρώπινη ζωή. 
Καὶ ὅμως σήμερα δὲν βρίσκεις ἄνθρωπο χαρούμενο, ποὺ σημαίνει πὼς δὲν βρίσκει κανεὶς ἄνθρωπο ἰσορροπημένο, ἤρεμο, φυσιολογικό. Ἡ στενοχώρια εἶναι ἀρρώστια τρομερὴ ποὺ μαστίζει τὴν οἰκουμένη, ἡ μεγαλυτέρα ἴσως βάσανος τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ μεγαλύτερό της δρᾶμα. Δὲν εἶναι ἁπλῶς τὰ προοίμια τῆς κολάσεως ἀλλὰ ἡ βίωσις τῆς κολάσεως ἀπὸ τῆς παρούσης ζωῆς. 
Ἔλλειψις χαρᾶς σημαίνει ἔλλειψις Θεοῦ, ἐνῷ ἡ χαρὰ ἀπόδειξις τῆς παρουσίας αὐτοῦ. Ἐὰν κανεὶς εἶναι κοσμικὸς ἄνθρωπος καὶ τέρπεται ἐπὶ τοῖς ἐπικήροις, χαίρεται γιὰ τὶς ἡδονές, γιὰ τὰ παροδικὰ καὶ μάταια, αὐτὸς ἴσως ἔχει κάποια ἡδονή, κάποια εὐχαρίστηση, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα, ἂν προσέξει κανείς, θὰ δεῖ ὅτι ὑπάρχει θλῖψις καὶ στενοχώρια στὴν ζωή του, ὅπως λέγει... ἡ Ἁγία Γραφή: <θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν>. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει χαρὰ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει παράβασις τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχει στενοχώρια μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. 
Χαρά, Λύπης Ὄλεθρος. Λύπη εἶναι ἕνα ξίφος ποὺ ἔρχεται αἰφνιδίως καὶ χτυπάει τὸ σῶμα, ἰδιαίτερα ὅμως τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μάλιστα κάτι ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὴν δυσωδία, ἀπὸ τὴν ἀντίθεση τῶν ἄλλων. Ἡ λέξη λύπη εἶναι συγγενὴς πρὸς τὴν λέξη λύμη, ἡ ὁποία σημαίνει πληγή, κάτι ποὺ στάζει πύον. Ἑπομένως, λύπη εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία στάζει πύον. Κυρίως προέρχεται ἀπὸ βέλη τὰ ὁποῖα ἐξακοντίζονται ἀπὸ τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων ἢ καὶ ἀπὸ τὶς κακίες τῆς δικῆς μας ψυχῆς. Ἡ λύπη ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε, εἶμαι λυπημένος. Ὅταν λέμε, εἶμαι λυπημένος, κατὰ κανόνα ἐννοοῦμε, ζῶ τὶς ἀναθυμιάσεις τῆς δικῆς μου ἁμαρτίας, τῆς δικῆς μου ἐγωπάθειας, τῆς δικῆς μου ἀπομονώσεως ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν οἱ πατέρες ὁμιλοῦν γιὰ τὴν λύπη, ἐννοοῦν κάτι διαφορετικό. 

Ἡ χαρὰ λοιπὸν εἶναι λύπης ὄλεθρος. Ἑπομένως ὅταν μᾶς χτυπήσουν τὰ βέλη ἁμαρτίας, τῶν πονηρῶν παθῶν, τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν, τὰ βέλη τῶν κακῶν ἀνθρώπων ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλα, ὅταν φαίνεται ἡ δυσωδία τοῦ προτέρου μας βίου, ὅταν ἡ ἀποτυχία τῆς ζωῆς μας ἔλθει νὰ μᾶς χτυπήσει, τότε ἡ χαρὰ εἶναι ὄλεθρος τῆς λύπης. Ἡ χαρὰ εἶναι σὰν μιὰ ἀσπίδα ποὺ χτυποῦν τὰ βέλη καὶ φεύγουν καὶ δὲν παθαίνεις τίποτε. Ὅλοι ἐκεῖνοι καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἔρχονται νὰ θλίψουν τὴν δική μας ψυχὴ καταστρέφονται, ἀπόλλυνται. 

Ἡ τροφὴ τῶν ἐν Χριστῷ ἀσκουμένων εἶναι ἡ χαρά. Ἡ χαρὰ τρέφει τὴν ψυχή, τὸ πνεῦμα, τὸν νοῦ, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ δίδωνται εἰς τὸν Θεόν. Καμία ἄσκησις, καμία ἐγκράτεια, κανεὶς πόθος, καμία ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει εἰς τὸ τέρμα ἐὰν δὲν τρέφεται. Σκεφτεῖτε κάποιον ποὺ θέλει νὰ εἶναι καλὸς ἀθλητὴς καὶ δὲν τρώει. Ἁπλούστατα θὰ πέσει εἰς τὸν δρόμο. Ἔτσι ἀκριβῶς παθαίνει καὶ κάποιος πνευματικὸς ἀσκητὴς ἂν δὲν ἔχει χαρά. 


Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2026

 

                 Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ μὲ κοσμικὸ φρόνημα...

Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου 
«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ μὲ κοσμικὸ φρόνημα καὶ δὲν φυλάσσει τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν εἶναι νηφάλιος καὶ τοῦ ὁποίου τὸ πνεῦμα δὲν ἀγρυπνεῖ γιὰ τὸν Θεόν, κατὰ θείαν συγκατάβασι, πρόνοια καὶ ἀγάπη, περιπίπτει σὲ μία κατάστασι ὄχι ἐξ Ἰησοῦ συνισταμένην ἀλλὰ ἀργαλέαν, ἀνυπόφορη.
Πέφτει σὲ στενοχώρια, σὲ ἀγωνία, σὲ λήθαργο, σὲ κόπωση• δὲν μπορεῖ νὰ σηκώση τὰ χέρια του, δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει μετάνοιες, δὲν μπορεῖ νὰ χαμογελάσει.
Βλέπει τὸν Γέροντά του ὁ μοναχὸς καὶ λέγει μέσα του• "Αραγε, θὰ μοῦ κάνει πάλι παρατήρηση; Βλέπει ὁ ἄνδρας τὴν γυναῖκα καὶ ἀλλάζει δρόμο, πάει στὸ καφενεῖο.
Βλέπει ἡ γυναίκα τὸν ἄνδρα καὶ ἀναρωτιέται μὲ ἀγωνία: Τί θὰ μοῦ πει πάλι;
Ὅταν εἴμαστε ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ σηκώσωμε οὔτε τὸν ἑαυτό μας οὔτε τὸν ἄλλον, πολλῷ μᾶλλον τὸν Θεόν.»