Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2025

 

Ο ομολογιακός αγώνας του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου

 



Άρθρο της Ευαγγελίας Ζουλάκη

Η ομολογία στα συναξάρια των αναχωρητών και των ηγουμένων κοινοβιατών Αγίων 


Στις 5 του μηνός Δεκεμβρίου η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Σάββα τον Ηγιασμένο.

Ο Άγιος Σάββας παιδιόθεν αφιερώθηκε στον Κύριο και έδειξε σημάδια αγιότητος. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έφυγε από την μονή Φλαβιανών (στην οποία είχε πάει από 8 ετών) και κατευθύνθηκε στα Ιεροσόλυμα, για να συναντήσει τον Μέγα Ευθύμιο. Εκείνος με την σειρά του τον έστειλε σε κοινόβιο υπό την καθοδήγηση του Αγίου Θεοκτίστου. Στο κοινόβιο ξεχώρισε για τις πολλές αρετές του. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούσε η σοβαρότητα και το ήθος του (παρά το νεαρό της ηλικίας του), κάτι που συνετέλεσε στο να τον αποκαλεί ο Μέγας Ευθύμιος «παιδαριογέροντα».

Μαζί με την σωματική αύξηση αύξανε και στο πνεύμα και τις αρετές και ο Κύριος του δώρισε το χάρισμα της θαυματουργίας.

Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Σαλούστριος όρισε τον Άγιο Θεοδόσιο και τον Άγιο Σάββα Αρχιμανδρίτες και έξαρχους όλων των μονών που εξαρτώνταν από την Αγία πόλη. Τον Θεοδόσιο για τους κοινοβιάτες και τον Σάββα για τους αναχωρητές και τους κελιώτες μοναχούς στις Λαύρες.

Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, του έτους 534 μ.Χ., απεδήμησε εις Κύριον.

Πολλοί και μεγάλοι ήταν οι ασκητικοί αγώνες αυτού του μεγάλου Αγίου. Μεγάλοι και καθοριστικοί όμως ήταν και οι αγώνες του για την ομολογία της Πίστεως!

Κατά την βασιλεία του Αναστασίου (491-518) υπήρξε διχόνοια στην Εκκλησία μεταξύ των Αρχιερέων, καθώς κάποιοι είχαν πέσει στην αίρεση των μονοφυσιτών Διόσκουρου και Σεβήρου, αλλά και ο βασιλιάς ανέβαζε στους αρχιερατικούς θρόνους όσους αναθεμάτιζαν την σύνοδο της Χαλκηδόνας, ενώ τους Ορθόδοξους τους εξόριζε. Ένας από τους αδίκως δεδιωγμένους και εξορισμένους ήταν και ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιστίνης Ηλίας. 

Το 512 ο Αρχιεπίσκοπος Ηλίας έστειλε τον Άγιο Σάββα («των ασκητών το κεφάλαιον» όπως τον χαρακτήρισε) μαζί με άλλους μοναχούς στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Αναστάσιο, ο οποίος ευνοούσε τους μονοφυσίτες, με σκοπό να υπερασπιστούν την Ορθοδοξία. 

Ο φτωχός, ταπεινός και ρακένδυτος ασκητής, τον οποίο οι φρουροί των ανακτόρων στην αρχή απομάκρυναν νομίζοντας τον για ζητιάνο, έκανε μεγάλη εντύπωση στον αυτοκράτορα, και καθόλη την μακρά παραμονή του στη βασιλεύουσα ο Αναστάσιος τον καλούσε συχνά στο παλάτι για να ωφεληθεί από τις διδαχές του. Τον έπεισε ο Άγιος, να αναθεωρήσει την άδικη απόφαση του για ισόβια εξορία του Ηλία, επιτρέποντας του μάλιστα να επιστρέψει στον θρόνο του. 

Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη ο Άγιος Σάββας αναγκάστηκε να αγωνιστεί εναντίον του αιρετικού πατριάρχη Αντιοχείας Σεβήρου. Το 516 ο Σεβήρος έχοντας παρασύρει τον αυτοκράτορα στα δίχτυα της πλάνης κατόρθωσε να διώξει και πάλι τον Ηλία σε εξορία. Έστειλε μάλιστα δικά του συνοδικά γράμματα στην Ιερουσαλήμ, τονίζοντας πως αν δεν δεχθεί τα δόγματα του Διόσκορου και του ίδιου να τον βγάλουν από τον θρόνο του.

Λαμπρό ομολογιακό παράδειγμα δίνει με την επιστολή που έστειλε στον βασιλιά ο Άγιος Σάββας [1]:

«Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Βασιλεὺς καὶ Θεὸς τῶν ἀπάντων, ἔδωκεν εἰς τὸ θεοφιλὲς κράτος σου τὰ σκῆπτρα τῆς βασιλείας, διὰ νὰ κυβερνᾶς μὲ τὴν θεοσέβειάν σου ἐν εἰρήνῃ τὰς Ἐκκλησίας καὶ ἐξόχως τὴν μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἤρχισε τὸ τῆς εὐσεβείας μέγα μυστήριον καὶ ἀπ’ ἐντεῦθεν διέβη εἰς τὰ τῆς γῆς πέρατα καὶ τὸ ὅποῖον ἡμεῖς, οἵτινες κατοικοῦμεν εἰς τοῦτον τὸν Ἅγιον Τόπον, ἐφυλάξαμεν ἕως τὴν σήμερον ἀνόθευτον, καθὼς τοῦτο παρελάβομεν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ θέλομεν φυλάξει αὐτὸ ἕως τέλους μὲ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἐξελθωμεν οὐδόλως ἀπὸ τὴν ὀρθοτομίαν τοῦ λόγου, οὔτε νὰ φθείρωμεν αὐτὸν μὲ τὰς βεβήλους καινοτομίας τῶν ἑκάστοτε ὑπεναντίων.

Εἰς ταύτην τὴν ἀμώμητον Πίστιν, βασιλεῦ, ἀνετράφη καὶ ἡ βασιλεία σου ἐκ νεότητος·ὅθεν θαυμάζομεν πῶς εἰς τὰς ἡμέρας τῆς εὐσεβείας σου γίνεται εἰς τὴν μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν τόση ταραχὴ καὶ σύγχυσις, καὶ σύρουν οἱ ὑπηρέται σου εἰς τὸ μέσον τῆς ἀγορᾶς, ἐμπροσθεν Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν, τοὺς Ἱερωμένους καὶ Μοναχούς, τοὺς ἀγίους αὐτούς ἄνδρας, μὲ τοσαύτην καταφρόνησιν, ὡς νὰ ἦσαν κακοῦργοι καὶ ἄνομοι, καὶ ἀναγκάζουν αὐτοὺς νὰ μολύνουν τὴν Πίστιν τὴν ἁγίαν καὶ ἀμόμητον.

 Ὃθεν παρακαλοῦμεν τὸ κράτος σου νὰ προστάξης, νὰ μὴ  μᾶς πειράξωσι πλέον εἰς τὰ ζητήματα τῆς Πίστεως, διότι ἄτοπον  καὶ παράλογον πρᾶγμα εἶναι τὸ καὶ νὰ εἴπη κανεὶς μόνον, ὅτι οἱ τόσοι  ἡμεῖς Ἱεροσολυμῖται Ἀσκηταὶ καὶ οἱ τόσοι ἄλλοι ἐνάρετοι ἄνθρωποι

 δὲν ἐπαιδευθημεν καλῶς εἰς τὴν Πίστιν καὶ τώρα εἰς τὸ γῆρας μας  θέλετε σεῖς νὰ μᾶς ἐρμηνεύσητε τὴν εὐσέβειαν. Ὃθεν φανερὸν εἶναι,  ὅτι αὐτὴ ἡ καινοφανὴς διόρθωσις, ὅπως τὴν ὀνομάζετε, τῆς πατροπαραδότου καὶ ἁγίου Πίστεως, δὲν εἶναι διόρθωσις, ἀλλὰ διαστροφὴ καὶ νόθευσις. Μάλιστα δὲ ὅσοι αὐτὴν παραδέχονται, ἀπέρχονται εις την αιώνιον κόλασιν. 

Όθεν ημεις ουδόλως θέλομεν δεχθή καινοτομίαν τινὰ τῆς Πίστεως, ἐμμενον δὲ εἰς ὅσα παρέδωσαν εἰς ἥμᾶς οἱ θεοφόροι ἡμῶν Πατέρες οἳ τε ἐν Νικαίᾳ τὸ πρῶτον συνελθόντες Τριακόσιοι Δεκαοκτὼ καὶ οἳ τῶν λοιπῶν Ἁγίων Τριῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι ὄχι μόνον πᾶσαν θλίψιν καὶ κάκωσιν, ἀλλὰ καὶ μυρίους θανάτους νὰ λάβωμεν, παρὰ νὰ ἐξελθωμεν ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἢ δὲ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ η ὕπερέχουσα πάντα νοῦν θέλει φρουρήσει τὴν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν Αὐτοῦ και θέλει καταπαυσει την επεγερθεισαν εναντίον αυτής ζάλην με νεύμα καὶ πρόσταξιν τοῦ σοῦ κράτους, εἰς δόξαν Αὐτοῦ καὶ καύχημα τῆς ἐνδόξου καὶ θεοφιλοῦς βασιλείας σου».

Όσο βρίσκονταν στην εξορία ο πατριάρχης Ηλίας, ο Άγιος Σάββας παρά το βαθύ του γήρας είχε πάει να τον επισκεφθεί για να τον στηρίξει. 

Μετά τον θάνατο του Αναστασίου, τον αυτοκρατορικό θρόνο ανέλαβε ο Ιουστίνος ο Α´(518-527), ο οποίος έστειλε σε όλη την Οικουμένη προστάγματα να αναλάβουν και πάλι τους θρόνους τους οι Ορθόδοξοι Αρχιερείς και να γράψουν στις ιερές Βίβλους την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσα Αγία Δ´ Οικουμενική Σύνοδο για να ειρηνεύσει η Εκκλησία. 

Ο Άγιος Σάββας τότε υπερέβαινε τα 80 έτη και παρά την ασθενική του κατάσταση από την πολυχρόνια άσκηση, συνέχισε αγόγγυστα ως νέος να κηρύττει με ζήλο την Ορθοδοξία και να νουθετεί τους πάντες, καθοδηγώντας τους στην Αλήθεια με την διδασκαλία του. 

Ο Άγιος Σάββας ήταν έξαρχος των ερημιτών αλλά και ηγούμενος επτά μοναστηριών. Ο οικιστής αυτός της ερήμου καθοδηγούσε τις ψυχές που του ανέθεσε ο Θεός όχι μόνο στην ασκητική βιοτή αλλά και στην διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως δια των αγώνων κατά των αιρέσεων. 

Με όσα νεκροποιά και αντορθόδοξα συντελέστηκαν τις τελευταίες μέρες σε Νίκαια και Φανάρι, με την προσβολή της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και καταπάτησης πλήθους Ιερών Κανόνων, ο Άγιος Σάββας αποτελεί τροχοπέδη στην κατρακύλα των Οικουμενιστών και φωτεινό παράδειγμα ομολογίας για ασκητές και ηγουμένους και όσους ποιμαίνουν τον ορθόδοξο λαό.

Τις πρεσβείες του να έχουμε! 

Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς γὰρ ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον ἀπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

·         [1] Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας.



 

 

Ο Μητροπολίτης Ιταλίας Πολύκαρπος σε οικουμενιστικές εκδηλώσεις για την 60ή επέτειο της αμοιβαίας άρσης των αναθεμάτων μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως

Ο Μητροπολίτης Ιταλίας Πολύκαρπος μετά την συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο είχε δηλώσει: Η συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο πήγε πολύ καλά. Ήταν μια πολύ εγκάρδια συνάντηση, ενός υιού με τον αγαπημένο του πατέρα…..

Ακολουθεί η ανακοίνωση των οικουμενιστικών εκδηλώσεων από την Ι. Μητρόπολη Ιταλίας

………………………………………………..

60° ANNIVERSARIO DELLA ABOLIZIONE DELLE SCOMUNICHE (1965–2025)

60ή ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΦΟΡΙΣΜΩΝ (1965–2025)

 Βενετία, 2 Δεκεμβρίου 2025

Συμπληρώθηκαν 60 χρόνια από την ιστορική αμοιβαία άρση των αφορισμών μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως (Δεκέμβριος 1965) — ένα γεγονός που αποτέλεσε καθοριστική καμπή στην πορεία συμφιλίωσης και διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών.

 την Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025 στη Βενετία, πραγματοποιήθηκε Επετειακή Οικουμενική Τελετή Μνήμης σε κλίμα συγκίνησης και ενότητας.

 Συνδιοργάνωση:

Η Ιταλική Επισκοπική Διάσκεψη (CEI) και η Ιερά Μητρόπολις Ιταλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

________________________________________

 Πρόγραμμα Εκδήλωσης:

 Καθολικός Ναός Αγίου Ζαχαρίου

 Χαιρετισμοί από:

• Τον Μακαριότατο Πατριάρχη της Βενετίας, κ.Φραγκίσκο Μοράλια

• Τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Θερμών, κ. Αθηναγόρα

 Κεντρική Ομιλία:

• Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ιταλίας & Έξαρχος Νοτίου Ευρώπης, κ. Πολύκαρπος

 Καθεδρικός Ναός Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων

 Ομιλία από τον Πρόεδρο της CEI, Καρδινάλιο Ματέο Μαρία Ζούπι, Αρχιεπίσκοπο Μητροπολίτη Μπολόνιας.

—————————————————

Από την Κοινή Δήλωση του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Πατριάρχου Αθηναγόρα:

«… έκφραση ειλικρινούς και αμοιβαίας επιθυμίας συμφιλίωσης και… πρόσκληση να συνεχιστεί, με πνεύμα εμπιστοσύνης, εκτίμησης και αδελφικής αγάπης, ο διάλογος που, με τη βοήθεια του Θεού, θα τους οδηγήσει στο να ξαναζήσουν, για το καλό των ψυχών και για την έλευση της Βασιλείας του Θεού, την πλήρη κοινωνία πίστεως, αδελφικής ομοψυχίας και μυστηριακής ζωής, όπως υπήρχε μεταξύ τους κατά το πρώτο χιλιετία της Εκκλησίας».

www.chiesacattolica.it

www.ortodossia.it

________________________________________

 Δείτε φωτογραφικό & βιντεοληπτικό υλικό . foto: Mirco Toffolo



 

Ἁγία Βαρβάρα ἡ Μεγαλομάρτυς (4 Δεκεμβρίου †)

Λάμπρου Σκόντζου, 
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Ὁρισμένοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν τὴν προσωνυμία Μεγαλομάρτυρες, διότι ὑπέστησαν ἰδιαίτερα σκληρὰ βασανιστήρια, κατὰ τὴν ὁμολογία τους στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἄρνησή τους νὰ ἀσπασθοῦν ἀλλότριους ψεύτικους «θεοὺς» καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ ἄψυχα εἴδωλα. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς συγκαταλέγεται ἡ Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, μία ἡρωικὴ κόρη, ἡ ὁποία ἀντάλλαξε τὶς δόξες τοῦ κόσμου μὲ τὴν πίστη της καὶ τὴν προσήλωσή τους στὸ Σωτήρα Χριστό. 
Γεννήθηκε καὶ ἔζησε σὲ καιρούς, στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286-305), ὅπου εἶχε λάβει χώρα ὁ μεγαλύτερος καὶ σκληρότερος διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἀπὸ τὸ ἀντίχριστο καὶ δαιμονικὸ Ρωμαϊκὸ Κράτος. Ἦταν κόρη ἑνὸς φανατικοῦ εἰδωλολάτρη, ὀνόματι Διοσκούρου, ὁ ὁποῖος συγκαταλέγονταν στοὺς εὐγενεῖς, πλουσίους καὶ ἀξιωματούχους τῆς μεγάλης πόλεως Ἡλιουπόλεως τῆς Αἰγύπτου. Ὁ Διόσκουρος φρόντισε νὰ τὴν μεγαλώσει μὲ τὴν εὐσέβεια στὰ δαιμονικὰ εἴδωλα καὶ τοὺς ἀνύπαρκτους, διεφθαρμένους «θεούς», οἱ ὁποῖοι ὑπαγόρευαν στοὺς ἄτυχους λατρευτές τους κάθε ἀνηθικότητα καὶ κακουργία. Νὰ τοὺς μοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, νὰ γίνουν μιμητές τους. Φρόντισε ἐπίσης νὰ τῆς δώσει τὴν πιὸ μεγάλη ἐκπαίδευση, στέλνοντάς την στὶς ὀνομαστὲς σχολὲς τῆς Ἀλεξάνδρειας. Εἶχε ἀναδειχθεῖ ὡς μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες κόρες τῆς περιοχῆς. 
Ὅταν ἔφτασε στὴν ἐφηβεία, παρουσίασε ἀσυνήθιστο σωματικὸ κάλλος, γεγονὸς ποὺ ἀνάγκασε τὸν Διόσκουρο νὰ τὴν κλείσει στὸν πύργο του, ἀπὸ φόβο μήπως τὴν ἀπαγάγουν, σύμφωνα...
μὲ τὰ βάρβαρα ἤθη τῆς ἐποχῆς. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ μία ἄλλη αἰτία: τὴν ἐποχὴ αὐτή, παρ’ ὅλους τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς ἐναντίων τοῦ Χριστιανισμοῦ, μεγάλα πλήθη εἰδωλολατρῶν ἐγκατέλειπαν τὴν εἰδωλολατρία καὶ ἀσπάζονταν τὴν πίστη στὸ Χριστό. Περισσότερο, μεταστρέφονταν οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἱκανοποιοῦνταν ἀπὸ τὴν παχυλὴ εἰδωλολατρία. Ἔτσι οἱ εἰδωλολάτρες γονεῖς φρόντιζαν νὰ περιορίζουν τὰ παιδιά τους. 

Ὅμως, ἄγνωστο πώς, ἡ ὄμορφη ἀρχοντοπούλα Βαρβάρα, γνώρισε τὸν Χριστιανισμό, ἴσως ἀπὸ κάποιους ὑπηρέτες της, κρυφοὺς Χριστιανούς, πίστεψε στὸ Χριστὸ καὶ βαπτίστηκε κρυφά. Γιά πολὺ καιρὸ κρατοῦσε τὴν πίστη της κρυφὴ καὶ τελοῦσε τὶς προσευχὲς της τὴν νύχτα. Τὸ μυστικό της ὅμως δὲν ἄργησε νὰ φανερωθεῖ. Κάποια μέρα ζήτησε ἀπὸ τοὺς τεχνίτες τοῦ πύργου νὰ ἀνοίξουν τρία παράθυρα στὰ διαμερίσματά της, τὰ ὁποία συμβόλιζαν γιὰ ἐκείνη, τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὸ ἄκτιστο φῶς Της, ποὺ ἐκπέμπει στὸν κόσμο. Οἱ τεχνίτες τὸ ἀνήγγειλαν στὸν πατέρα της. 

Ὁ φανατικὸς εἰδωλολάτρης Διόσκουρος ταράχτηκε ὅταν ἄκουσε πὼς ἡ θυγατέρα του ἀρνήθηκε τὴ θρησκεία του καὶ ἔγινε Χριστιανή, δηλαδὴ ἀσπάστηκε τὴν πίστη, ποὺ οἱ εἰδωλολάτρες χαρακτήριζαν ὡς θρησκεία τῶν παρακατιανῶν καὶ τῶν δούλων. Ἅρπαξε ἕνα κοφτερὸ ξίφος καὶ ὄρμισε στὸ δωμάτιό της νὰ τὴ φονεύσει. Ἐκείνη τὸν κατάλαβε καὶ κατάφερε νὰ ξεφύγει. Ἔφυγε τρέχοντας καὶ βρῆκε καταφύγιο στὰ ὅρη. Περιπλανιόταν γιὰ ἀρκετὸ καιρό, προσευχόμενη. Ὅμως ὁ πατέρας της τὴν ἐντόπισε, ἔστειλε τοὺς δούλους του καὶ τὴ συνέλαβαν. Τὴν ἔδεσαν καὶ τὴν ἔφεραν μπροστά του καὶ τὴ ρώτησε γιατί ἀρνήθηκε τοὺς πατρογονικοὺς «θεούς» της καὶ ἀσπάστηκε τὴ βάρβαρη καὶ ἀπολίτιστη πίστη τῶν Χριστιανῶν. 

Ἐκείνη, γεμάτη καλοσύνη καὶ ἀνεξικακία πρὸς τὸν γονιό της, τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἡ πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ἡ ἀληθινὴ πίστη στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, ἡ ὁποία ἀδελφοποιεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς, κάνοντάς τους ἀδέλφια. Ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εὐγενεῖς, ἄσημοι καὶ δοῦλοι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ ἰδίου Θεοῦ καὶ δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ κάνουμε διακρίσεις. Ὅτι ἡ πατρογονικὴ θρησκεία σὲ ἀνύπαρκτους κακούργους, ἀνήθικους καὶ γελοίους «θεοὺς» εἶναι οἰκτρὴ πλάνη. Ὁ πατέρας της ἔγινε σωστὸ θηρίο ἀπὸ τὸ θυμό του. Δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσει τίποτε περισσότερο καὶ γι’ αὐτὸ τὴν παρέδωσε στὸν τοπικὸ ἄρχοντα Μαρκιανό, μὲ τὴν κατηγορία, ὅτι ἀρνήθηκε τὴν κρατικὴ θρησκεία, βρίζει τοὺς «θεούς» τῆς αὐτοκρατορίας καὶ παραβαίνει τὶς διαταγὲς τοῦ αὐτοκράτορα, μὴ θέλοντας νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. 

Ὁ Μαρκιανὸς ἦταν ἕνας θηριώδης ἄνθρωπος, θρησκόληπτος καὶ δεισιδαίμονας. Εἶχε θέσει ὡς σκοπὸ τῆς ζωῆς του νὰ ἐξαλείψει τὴν πίστη στὸ Χριστὸ ἀπὸ τὴν περιοχή του, ἐφαρμόζοντας μὲ ἀκρίβεια τὰ αὐτοκρατορικὰ διατάγματα. Παρέλαβε τὴν Βαρβάρα καὶ τὴν ὑπέβαλλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Πίστευε ὅτι οἱ ἀφόρητοι πόνοι θὰ λύγιζαν τὴ νεαρὴ Χριστιανὴ κόρη, θὰ ἀρνιόταν τὴν πίστη της καὶ θὰ προσέφερε θυσία στοὺς εἰδωλολατρικοὺς «θεούς». Ὅμως ἐκείνη ἔμεινε ἑδραία καὶ ἀμετακίνητη στὴν πίστη της. Θεωροῦσε τί πληγὲς τοῦ νεανικοῦ της κορμιοῦ ὡς χρυσὰ διαδήματα τοῦ Μεγάλου Δεσπότη Χριστοῦ. Ὡς στεφάνια ἁμαράντινα στὸ κεφάλι της! 

Ἀφοῦ εἶδε ὁ Μαρκιανὸς ὅτι τὰ μαρτύρια δὲν ἔφερναν κανένα ἀποτέλεσμα σκέφτηκε κάτι χειρότερο: τὴ δημόσια διαπόμπευσή της. Μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ πατέρα της, ὁ ὁποῖος παρακολουθοῦσε τὰ βασανιστήριά της, τὴ γύμνωσαν καὶ τὴν περιέφεραν στοὺς κεντρικοὺς δρόμους τῆς πόλεως, ὅπου οἱ φανατικοὶ εἰδωλολατρικοὶ ὄχλοι τὴν χλεύαζαν, τὴν ἔφτυναν καὶ τὴν καταριόντουσαν. Ἐκείνη ἤρεμη καὶ γαλήνια, προσεύχονταν στὸ Χριστὸ καὶ συγχωροῦσε, τοὺς βασανιστές της καὶ τὸ ἔξαλλο πλῆθος, ποὺ τὴν λοιδοροῦσε. 

Ἀφοῦ τελείωσε ἡ διαπόμπευση, ὁ μανισμένος πατέρας της, σὰν μανιασμένο θηρίο, ἔσυρε τὸ ξίφος του, ὄρμισε ἐναντίον της καὶ τὴν ἀποκεφάλισε, κάτω ἀπὸ τὶς ἐπευφημίες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ὄχλου! Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμή, καὶ ἐνῶ ἦταν ξαστεριά, ἕνας κεραυνὸς ἔπεσε στὸ κεφάλι του καὶ θανάτωσε οἰκτρὰ τὸν πατροκτόνο εἰδωλολάτρη! Εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ περιμάζεψαν κρυφὰ τὸ τίμιο λείψανο τῆς Μάρτυρος καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμές. 

Ἀργότερα, μετὰ τὴ λήξη τῶν διωγμῶν, τὰ τίμια λείψανά της κατατέθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸν 11ο αἰώνα ἕνα μέρος μεταφέρθηκε στὴ Βενετία. Τεμάχιο τῆς Κάρας της ὑπάρχει στὴ Μονὴ Μ. Σπηλαίου καὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἄλλα τεμάχια ὑπάρχουν σὲ πολλὲς Ἱερὲς Μονὲς καὶ Ναούς. Θεωρεῖται ὡς ἡ προστάτρια τῶν ἑτοιμοθάνατων καὶ γι’ αὐτὸ εἰκονίζεται μὲ ἕνα ἅγιο Ποτήριο στὸ χέρι. Στὴν πατρίδα μας θεωρεῖται προστάτρια τοῦ Πυροβολικοῦ ἀπὸ τὸ ἔτος 1828. Πάμπολλοι ναοὶ εἶναι ἀφιερωμένοι στὴ χάρη της καὶ χιλιάδες Χριστιανὲς φέρουν μὲ καμάρι τὸ ὄνομά της. Ἡ μνήμη της ἑορτάζεται στὶς 4 Δεκεμβρίου.


 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ: “ἐπιχειρεῖται νά καταρριφθῆ τό ἀσάλευτο δόγμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.”

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ

                                       Ἐν Κυθήροις τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου 2025

Ἀριθ. Πρωτ.: 457

«Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως»

                            (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός)

Διά τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

          Τόν ὄγδοον αἰῶνα μετά Χριστόν, κατά τόν ὁποῖον ὠργίαζε καί ἐμαίνετο ἡ δεινή αἵρεσις τῆς εἰκονομαχίας, ὁ μέγας δογματικός Θεολόγος τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός εἰς τήν τριλογίαν του «Πηγή Γνώσεως» περιελάμβανε καί τά ἀντιαιρετικά καί θεολογικο-δογματικά ἔργα του· «Αἱρέσεων Ἱστορία» (ἀναίρεσις ἑκατόν τριῶν αἱρέσεων) καί «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», πού εἶναι «ὁ πλέον ἀσφαλής ὁδηγός κάθε χριστιανοῦ σχετικά μέ δογματικά θέματα καί ἕνα μνημεῖο τῆς Χριστιανικῆς Παραδόσεως»[1]. Μέ τήν ἀναίρεσιν τῶν ποικιλωνύμων αἱρέσεων καί τήν κατάδειξιν τῆς «βασιλικῆς καί οὐρανοδρόμου ὁδοῦ τοῦ ἱεροῦ δόγματος» ὁ ἅγιος Ἰωάννης διέλαμψε εἰς τόν ἀγῶνα κατά τῶν εἰκονομάχων καί διεφώτισε τό Ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ, προφυλάσσων αὐτό ἀπό τήν λύμην τῶν αἱρέσεων καί αἱρετικῶν καί κακοδόξων δοξασιῶν.

Καί εἰς τήν τεταραγμένην καί συγκεχυμένην ἐποχήν μας, ὅπου φυσοῦν «οἱ ἄνεμοι καί τά ρεύματα» τῆς «νέας ἐποχῆς», τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς «παγκοσμιοποίησης» καί τῆς πανθρησκείας εἶναι ἀπαραίτητη μία νέα «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» διά νά καταδειχθῆ τί εἶναι Ὀρθόδοξο καί τί δέν εἶναι, τί εἶναι Ἐκκλησιαστικό καί τί δέν εἶναι, τί εἶναι Ἱεροκανονικό καί τί δέν εἶναι, τί εἶναι Ὀρθόδοξος Παράδοσις καί Παρακαταθήκη καί τί δέν εἶναι καί τέλος τί εἶναι «ὑγιαίνουσα διδασκαλία» καί τί εἶναι αἵρεσις, κακοδοξία καί ἑτεροδιδασκαλία.

Α’.

          Εἰς τά ἐρωτήματα αὐτά θά λάβωμεν τήν ἀπάντησιν, πρωτίστως μέν ἀπό τό Ἱερόν Σύμβολον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, τό Σύμβολον Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου συνοψίζεται ἡ Θεοπαράδοτος Πίστις τῆς Μιᾶς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ἀκολούθως ἀπό τήν Ὁμολογίαν Πίστεως, τήν ὁποίαν κάμνει ὁ Ἐψηφισμένος Ἐπίσκοπος, πρό τῆς εἰς Ἀρχιερέα Χειροτονίας του, εὐθύς ἀμέσως μετά τήν Ἀνάγνωσιν τοῦ Ἱεροῦ μας Συμβόλου «Πιστεύω εἰς Ἕνα Θεόν…», ὅπου ἡ ἁγία καί ἀμώμητος Πίστις τῶν Ὀρθοδόξων συμπυκνοῦται.

«Πρός δέ τούτοις, ὁμολογεῖ ὁ Ἐψηφισμένος Ἐπίσκοπος, στέργω καί ἀποδέχομαι τάς Ἁγίας ἑπτά Οἰκουμενικάς Συνόδους, καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας Δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ’ αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας Ὅρους τῆς Ὀρθῆς Πίστεως, καί τούς Ἱερούς Κανόνας, οὕς οἱ μακάριοι ἐκεῖνοι, πρός τήν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν, κατά τάς Ἀποστολικάς Παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς Θείας Διδασκαλίας συντάξαντες, παρέδωκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι, καί κατ’ αὐτούς, ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν Θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ’ αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορίᾳ πεπιστευμένον Ἱερόν Κλῆρον καί τόν περιούσιον Λαόν τοῦ Κυρίου.

          Προὐργιαίτατα δέ μοι ὁμολογεῖται, ἵνα τηρῶ τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, πάντα μέν, ὅσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων πρεσβεύουσα δογματίζει, ταῦτα πρεσβεύων κἀγώ καί πιστεύων, μηδέν προστιθείς, μηδέν ἀφαιρῶν, μηδέν μεταβάλλων, μήτε τῶν Δογμάτων, μήτε τῶν Παραδόσεων, ἀλλά τούτοις ἐμμένων καί ταῦτα μετά φόβου Θεοῦ καί ἀγαθῆς συνειδήσεως διδάσκων καί κηρύττων, πάντα δέ ὅσα Ἐκείνη κατακρίνουσα ὡς ἑτεροδιδασκαλίας ἀποδοκιμάζει, ταῦτα κἀγώ ἀποδοκιμάζων καί ἀποδιοπομπούμενος διά παντός… καί ἐπιμελήσομαι ὅση μοι δύναμις περίεστι ὀρθοτομεῖν τόν λόγον τῆς ἀληθείας εἰς δόξαν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Μιᾶς ὑπερουσίου καί ἀδιαιρέτου Τριάδος, τοῦ Ἑνός καί Μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, καί πρός σωτηρίαν τῶν πιστῶν»[2].

Ὅ,τι καί ὅσα, λοιπόν, δέν ἀποτελοῦν τήν «ὑγιαίνουσαν διδασκαλίαν» τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί γενικώτερον τῆς Ἁγίας Γραφῆς· ὅ,τι ἀντίκειται εἰς τήν διδαχήν, τούς Ὅρους, τάς Ἐκκλησιαστικάς Παραδόσεις καί τούς Ἱερούς Κανόνας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν ὑπ’ αὐτῶν κυρωθεισῶν Τοπικῶν (Συνόδων)· ὅ,τι καί ὅσα ἀφοροῦν εἰς τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως, ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, καί πρεσβεύουσα δογματίζει ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων· καί ὅσα Ἐκείνη κατακρίνουσα ὡς ἑτεροδιδασκαλίας ἀποδοκιμάζει, ὁ Ἐπίσκοπος πρωτίστως, ἀλλά καί ὁ Ἱερός Κλῆρος μετά τῶν Μοναστικῶν Ἀδελφοτήτων καί τοῦ πιστοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀσπάζονται ἤ ἀπορρίπτουν.

Β’.

          Ἐπειδή προκαλοῦνται ἀπορίες καί ἀνησυχίες καί διατυπώνονται ἐρωτήματα καί προβληματισμοί ἐντός τῆς Ποιμαντικῆς μας δικαιοδοσίας, καί ὄχι μόνο, δι’ ὅσα διημείφθησαν εἰς Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας, ἐπί τῇ 1700ῇ ἐπετείῳ ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.), καί εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐπί τῇ Θρονικῇ ἑορτῇ τῆς 30ῆς Νοεμβρίου ἐ.ἔ., καθ’ ἥν ἑορτάζεται πανηγυρικῶς ἡ ἱερά μνήμη τοῦ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, θεωροῦμεν ὡς ποιμαντικόν καθῆκον καί ὑποχρέωσίν μας νά ἐπισημάνωμεν τά ἀκόλουθα:

  1. Ὁ ἑορτασμός τῆς 1700ῆς ἐπετείου ἀπό τῆς συναθροίσεως ἐν Νικαίᾳ τῶν 318 Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γεγονός μέγα καί ἱστορικόν διά τήν πορείαν τῆς ἐπί γῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας, δέν εἶχε, ὡς θά ἀνεμένετο, Πανορθόδοξον Σύναξιν διά τῆς συμμετοχῆς τῶν Μακ. Προκαθημένων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Δύο (2) ἐκ τῶν 14 Πρωθιεραρχῶν συμμετέσχον. Καί τοῦτο συνέβη, προφανῶς, ἕνεκα τῆς παρουσίας καί συμμετοχῆς τοῦ ἑτεροδόξου καί μή δεκτοῦ, κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, εἰς ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν Πάπα Ρώμης (βλ. Κανόνας Ἀποστολ. ι’, ια’, ιβ’ καί ιγ’, Ἀντιοχ. β’, στ’, Καρθαγ. θ’, Λαοδικείας λγ’).
  2. Ἀπό 60ετίας, ὅτε ὑπό τοῦ τότε Οἰκουμ. Πατριάρχου καί τοῦ τότε Πάπα Ρώμης ἤρθησαν ἑκατέρωθεν τά γενόμενα ἀναθέματα ἐν ἔτει 1054, κατά τήν ἀπόσχισιν τῶν Λατίνων, χωρίς προηγουμένως νά ὑπογραφῇ λίβελλος καί καταδίκη – ἀπόπτυσις τῶν αἱρετικῶν καί κακοδόξων διδασκαλιῶν καί καινοτομιῶν τοῦ Παπισμοῦ, ἀτόνησε, δυστυχῶς, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς κοινωνίας μετά τῶν ἀκοινωνήτων, αἱρετικῶν, κακοδόξων καί σχισματικῶν, τήν ὁποίαν ὁρίζουν οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς προηγουμένης παραγράφου, καί τοιουτοτρόπως παρατηροῦνται αἱ συμπροσευχαί μετά ἑτεροδόξων, καί ἀλλοθρήσκων ἀκόμη, ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης. Διά τόν λόγον αὐτόν, καί παρά τούς Ἱερούς Κανόνας, πού ἀναφέραμε, ἔγινε δεκτός «ἐν Ἐκκλησίᾳ (Ὀρθοδόξου) λαοῦ» ὁ Πάπας τῆς Ρώμης κατά τήν πρός ὑποδοχήν του γενομένην ἐπίσημον Δοξολογίαν καί κατά τήν Πατριαρχικήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἱερᾶς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου (Θρονική ἑορτή).
  3. Ὑπεγράφη κοινή διακήρυξις ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τόν Πάπα Ρώμης, κατά τήν ὁποία δηλώνουν ὅτι «συνεχίζουμε νά βαδίζουμε μέ στέρεη ἀποφασιστικότητα ἐπί τῆς ὁδοῦ τοῦ διαλόγου, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ (Ἐφεσ. 4, 15), πρός τήν ἐλπιζόμενη ἀποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν μας». Εὐχῆς ἔργον θά ἦτο ἡ πλήρης ἐφαρμογή τοῦ Παυλείου ρήματος· «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ»καταργουμένης τῆς «Οὐνίας» καί ἀναιρουμένων τῶν καινοτομιῶν εἰς τά θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Παραδόσεως, καθώς καί τῶν ἀναφυεισῶν, μετά τήν ἀπόσχισιν τῶν Παπικῶν (1054), αἱρέσεων, αἱρετικῶν καί κακοδόξων δοξασιῶν καί βασιλευούσης τῆς ἀποκαλυφθείσης ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καί σῳζούσης Εὐαγγελικῆς Ἀληθείας. «Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. 8, 32), ἐντέλλεται ὁ Θεῖος Διδάσκαλος Ἰησοῦς Χριστός.
  4. Οἱ θεολογικοί διάλογοι τῆς Διεθνοῦς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν καρκινοβατοῦν, κατά τήν ὁμολογίαν ἐπισήμων ἐκπροσώπων των. Ἄν δέν ἀναιρεθοῦν «ἡ θεωρία τῶν κλάδων» καί «τῶν δύο πνευμόνων» καί ἄν δέν ἀναθεωρηθοῦν, μέ ὀρθόδοξα κριτήρια, οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς στό Τορόντο («Δήλωση τοῦ Τορόντο» 1950, πού ἀναγνωρίζει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία» εἶναι περιεκτικότερη τῶν ἐπί μέρους ὁμολογιακῶν ἐκκλησιῶν καί ἑπομένως εἶναι εὐρύτερη τῆς Ὀρθοδοξίας) καί στό Πόρτο Ἀλέγκρε («κάθε Ἐκκλησία [μέλος τοῦ ΠΣΕ, Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες], εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη. Κάθε ἐκκλησία πληροῖ τήν καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες [μέλη τοῦ ΠΣΕ, Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες]. Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλον εἴμαστε πτωχευμένοι»), πού εἶναι ἐντελῶς ἀντορθόδοξες καί ἀντιπαραδοσιακές, τό Ὀρθόδοξο Χριστιανικό Πλήρωμα δέν ἀναμένει τίποτε τό λυσιτελές. Γιατί ἔτσι ἐπιχειρεῖται νά καταρριφθῆ τό ἀσάλευτο δόγμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
  5. Εἰς τήν κοινήν διακήρυξιν Οἰκουμ. Πατριάρχου καί Πάπα σημειώνονται καί τά ἑξῆς: «Εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ὁ ἑορτασμός μνήμης αὐτῆς τῆς σημαίνουσας ἐπετείου μπορεῖ νά ἐμπνεύσει νέα καί θαρραλέα βήματα ἐπί τῆς ὁδοῦ πρός τήν ἑνότητα. Μεταξύ τῶν ἀποφάσεών της ἡ Α’ Σύνοδος τῆς Νικαίας παρέσχε ἐπίσης τά κριτήρια γιά τόν προσδιορισμό τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, κοινῆς γιά ὅλους τούς Χριστιανούς… Πέραν τῆς ἀναγνώρισης τῶν κωλυμάτων, τά ὁποῖα ἐμποδίζουν τήν ἀποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ ὅλων τῶν Χριστιανῶν … πρέπει νά ἀναγνωρίζουμε ὅτι αὐτό τό ὁποῖο μᾶς συνδέει εἶναι ἡ πίστη, ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε στό Δόγμα τῆς Νικαίας».

Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Νικαίας, κατά τούς διακεκριμένους Κανονολόγους Ζωναρᾶν καί Βαλσαμῶνα, «γέγονε … κατά Ἀρείου, γεγονότος πρεσβυτέρου τῆς κατά Ἀλεξάνδρειαν Ἐκκλησίας, ὅς ἐβλασφήμει κατά Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγων μή ὁμοούσιον εἶναι αὐτόν τῷ Θεῷ καί Πατρί, κτίσμα δέ· καί ὅτι ἦν, ὅτε οὐκ ἦν· ὅν καί καθεῖλε ἡ Ἁγία Σύνοδος αὕτη, καί ἀνεθεμάτισε μετά τῶν ὁμοφρόνων αὐτοῦ· ἐδογμάτισε δέ ὁμοούσιον τῷ Πατρί τόν Υἱόν, καί Θεόν ἀληθινόν, καί Δεσπότην, καί Κύριον, καί Κτίστην τῶν κτιστῶν ἁπάντων· ἀλλ’ οὐ κτίσμα, οὐδέ μέντοι γε ποίημα».

«Ἡ συστηματικωτέρα ἐκδήλωσις τῆς ἀντιτριαδικῆς θεωρίας διά τῆς καταπολεμήσεως τῆς Θεότητος τοῦ Ἰ. Χριστοῦ περιέχεται ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ πρεσβυτέρου Ἀλεξανδρείας Ἀρείου» (Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, ἀείμνηστος Καθηγητής Κανονικοῦ Δικαίου εἰς τό Ε.Κ.Π.Α.). Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Νικαίας ἐστερέωσε οὕτω πως τό κορυφαῖο Δόγμα τοῦ Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖο ἐσαλεύθη καί σαλεύεται ὑπό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν διά τοῦ Filioque, παρά τό ὅτι δέν τό ἐξεφώνησε εἰς τήν Νίκαιαν ὁ Ποντίφηξ τοῦ Βατικανοῦ. Εἶναι ζήτημα δογματικῆς διδασκαλίας τῶν Παπικῶν, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀναθεωρηθῇ καί νά ἀνασκευασθῇ ἐκ βάθρων.

Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα, καθώρισεν ἡ ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τόν χρόνον τῆς ἐπιτελέσεώς του καί τόν μή συνεορτασμόν μετά τῶν Ἰουδαίων, καί, κατ’ ἐπέκτασιν, μετά τῶν ἑτεροδόξων, αἱρετικῶν καί ἀλλοθρήσκων.

Εἴχαμε μίαν δυσάρεστον ἐμπειρίαν, κατά τό παρελθόν θέρος, εἰς μίαν Θείαν Λειτουργίαν τοῦ Μητροπολιτικοῦ μας Ναοῦ Χώρας – Κυθήρων, ὅταν νεαρή γυναίκα, Ρωμαιοκαθολική κατά τό δόγμα, ἀπό Εὐρωπαϊκή χώρα, ἐπηρεασμένη ἀπό τήν ἰδέα τοῦ Κοινοῦ Πασχαλίου, ἡ ὁποία εὐρέως διεδίδετο ἐκεῖνο τόν καιρό, προσῆλθε διά τήν Θεία Κοινωνία, λέγουσα μέ ἐνθουσιασμό ὅτι: «τώρα πιά εἴμαστε ἀδέλφια». Ἀντιλαμβάνεσθε ποιά ἐκμετάλλευσις γίνεται στό Ἐξωτερικό τοῦ Κοινοῦ Πασχαλίου, πού παραπέμπει εἰς τό Κοινό Ποτήριο, ἀπροϋποθέτως!

  1. «Ἡ ἀποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ ὅλων τῶν Χριστιανῶν», κατά τήν κοινή διακήρυξι, «πέραν τῆς ἀναγνώρισης τῶν κωλυμάτων τά ὁποῖα τήν ἐμποδίζουν», προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τήν προσήλωσιν καί τήν ἀποδοχήν κατά πάντα τῆς Εὐαγγελικῆς καί τῆς καθόλου Ἁγιογραφικῆς Ἀληθείας καί τῆς μακραίωνος Ἱερᾶς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως (Θεία Λατρεία, Ἅγια Μυστήρια, Ἀποστολική καί Ἁγιοπατερική Παράδοσις, Θεόπνευστα Δόγματα, Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες).

Στή Δύσι, φερ’ εἰπεῖν, Παπικοί καί Προτεστάντες «εὐλογοῦν» «γάμους» ὁμοφύλων ἀτόμων. Μάλιστα δέ οἱ δεύτεροι (Προτεστάντες), πού ἔχουν «ἀρχιεπίσκοπο» γυναίκα καί «χειροτονοῦν ἱέρειες» κάνουν ἀκατονόμαστους «γάμους» ὄχι δύο μόνον ὁμόφυλων ἀτόμων, ἀλλά τεσσάρων («πολυγαμία»!).

Εἶναι δυνατόν, ὅταν παρουσιάζονται τέτοια φαινόμενα ἠθικοῦ ξεπεσμοῦ καί ἐκτραχηλισμοῦ καί καταλύσεως τῶν ἠθικῶν καί πνευματικῶν ἀξιῶν, πού ξεπερνοῦν τά σοδομητικά ὄργια τῆς ἀρχαίας ἐκείνης ἐποχῆς, νά γίνεται λόγος γιά «ἀποκατάσταση πλήρους κοινωνίας μεταξύ ὅλων τῶν Χριστιανῶν»; καί

  1. Τά συμβάντα στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο (Νίκαια καί Κωνσταντινούπολι) τό τελευταῖο τριήμερο τοῦ Νοεμβρίου ἐ.ἔ. μιά μερίδα συνανθρώπων μας, πού εἶδαν τήν κίνησι αὐτή μέ ἀνθρωπιστικά κριτήρια, τούς ἱκανοποίησαν καί μιά ἄλλη μερίδα, ἡ μεγαλύτερη, πού διαθέτουν πνευματικά κατά Θεόν αἰσθητήρια μέ συνεπῆ χριστιανική ζωή τούς ἐπροβλημάτισαν καί ἐδυσαρέστησαν. Ἡ ἐφαρμογή τοῦ Παυλείου λόγου «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», μέ τήν ἀκριβή χριστιανική ἔννοια καί σημασία τῶν δύο αὐτῶν ὅρων· ἀλήθεια καί ἀγάπη, εὐαγγελική ἀλήθεια καί χριστιανική ἀγάπη, ἀποτελεῖ τήν μοναδικήν λύσιν τοῦ προβλήματος.

Ἡ εἰρήνη καί συνύπαρξη τῶν λαῶν, γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος στήν κοινή διακήρυξι, ἀναφερόμενη στόν «αὐθεντικό διαθρησκειακό διάλογο, μακράν τοῦ νά ἀποτελεῖ αἰτία συγκρητισμοῦ καί σύγχυσης» εἶναι κάτι τό καλό καί σημαντικό. Ἡ εἰρήνη, ὅμως, τοῦ Χριστοῦ, ἡ εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κάθε ψυχῆς εἶναι θεῖο δῶρο καί καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι τό ζητούμενο καί ποθούμενο γιά τήν χριστιανική κοινωνία καί τόν κάθε συνειδητό Χριστιανό.

«Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν, ἀδελφοί. Ἀμήν».

†ὁ Κυθήρων & Ἀντικυθήρων Σεραφείμ

[1] Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμος Δ’ , Δεκέμβριος, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2005, σελ. 47-48.

[2] Ἀρχιερατικόν, ἔκδοσις ἈποστολικῆςΔιακονίας, Ἀθῆναι 1999, Τάξις γινομένη ἐπί Χειροτονίᾳ Ἐπισκόπου, σελ. 111-112.



 

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός : Ο μεγάλος θεολόγος και υμνογράφος της Εκκλησίας


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
    Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έβαλαν τη δική τους σφραγίδα ο καθένας στη διατύπωση της  αποκαλυμμένης και σώζουσας αλήθειας. Είναι όντως θαυμαστό το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρόνος στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας να μην υπάρχουν Πατέρες και διδάσκαλοι, οι οποίοι εκφράζουν την αυτοσυνειδησία Της.
       Μια από τις μεγάλες πατερικές μορφές υπήρξε και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος έζησε και έδρασε σε μια κρίσιμη εποχή για την Εκκλησία, όπου η εικονομαχία συγκλόνιζε τα θεμέλιά Της. Γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας περί το 645 από ευγενείς γονείς. Η πατρίδα του, όπως και όλη η Μ. Ανατολή βρισκόταν στην εξουσία των Αράβων κατακτητών. Ο πατέρας του Σέργιος ήταν υπουργός των οικονομικών του άραβα χαλίφη Αβδέλ Μελέκ του Α΄, φιλάνθρωπος και προστάτης των χριστιανικών πληθυσμών από τις αυθαιρεσίες των Αγαρηνών. Τον γιό του Ιωάννη τον θεώρησε ως δώρο του Θεού. Φρόντισε να του δώσει ευσέβεια και μόρφωση. 
Διάλεξε ως δάσκαλό του έναν επιφανή άνδρα από την Ιταλία, τον μοναχό Κοσμά, τον οποίο έσωσε από θάνατο. Αυτός του δίδαξε θεολογία, φιλολογία, ρητορική, αστρονομία και μουσική. Μαζί του μεγάλωνε και σπούδαζε ο θετός αδελφός του Κοσμάς, τον οποίο υιοθέτησε η οικογένειά του λόγω ορφάνιας. Είναι ο κατοπινός μεγάλος ποιητής της Εκκλησίας μας, επίσκοπος Μαϊουμά Κοσμάς ο Μελωδός.
      Όταν ολοκληρώθηκαν οι σπουδές των δύο νέων ο δάσκαλός τους μοναχός Κοσμάς ζήτησε την άδεια να αναχωρήσει για τη λαύρα του Αγίου Σάββα στην  Παλαιστίνη, όπου κοιμήθηκε εν ειρήνη. Λίγο αργότερα κοιμήθηκαν και οι γονείς τους. Οι Σαρακηνοί εκτιμώντας τη μόρφωση του Ιωάννη του έδωσαν το αξίωμα του πατέρα του, παρά τη θέλησή του, διότι εκείνος ποθούσε τη μοναχική ζωή.
       Το 726 ο εικονομάχος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων Γ΄ Ίσαυρος (717-741) προκάλεσε τη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία για εκατό και πλέον χρόνια συντάραξε την Εκκλησία, με αμέτρητους μάρτυρες και ομολογητές. Ο Ιωάννης ανάλαβε να υπερασπίσει την ορθόδοξη πίστη, στέλνοντας επιστολές στη Βασιλεύουσα, στηλίτευε την εικονομαχία ως φρικτή ασέβεια και αίρεση. Ο αυτοκράτορας εξαγριώθηκε και αποφάσισε να βάλλει ανθρώπους να τον συκοφαντήσουν στον άρχοντα των Σαρακηνών, προκειμένου να τον θανατώσει. Βρήκε έμπειρο καλλιγράφο, ο οποίος μιμήθηκε τον γραφικό χαρακτήρα του Ιωάννη, και έγραψε ψεύτικη επιστολή προς τον αυτοκράτορα, ότι δήθεν ζητούσε από αυτόν να απελευθερώσει τη Δαμασκό από τους Αγαρηνούς! Η επιστολή κοινοποιήθηκε στον Άραβα ηγεμόνα της Δαμασκού, ο οποίος πίστεψε στη συκοφαντία και συνέλαβε τον Ιωάννη. Διέταξε να του κόψουν το δεξί χέρι και να το κρεμάσουν στην αγορά για παραδειγματισμό. Ο Ιωάννης ζήτησε το χέρι του από τον ηγεμόνα και με θερμή προσευχή στο ναό του σπιτιού του, στην Παναγία έγινε το θαύμα, κώλυσε και αποκαταστάθηκε απόλυτα!
       Το θαυμαστό αυτό γεγονός άλλαξε τη ζωή του. Πήρε τη μεγάλη απόφαση να πραγματοποιήσει το νεανικό του πόθο, να γίνει μοναχός. Απελευθέρωσε τους δούλους, που είχε κληρονομήσει από τους γονείς του, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία του στους φτωχούς και αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, τη Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ντύθηκε το μοναχικό ένδυμα και άρχισε την άσκηση. Μια από τις ασκήσεις που του υπέβαλε ο ηγούμενος ήταν να σιωπά, να μη γράφει και να μην ψέλνει, μέχρι που είδε ο πνευματικός του σε όραμα την Θεοτόκο η Οποία του σύστησε να τον αφήσει  να γράφει και να ψέλνει. Ο Ιωάννης άρχισε να γράφει τα σπουδαία θεολογικά του συγγράμματα και να συνθέτει εκκλησιαστικούς ύμνους άφθαστου μεγαλείου.
       Συνέγραψε το περίφημο θεολογικό έργο: «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», το οποίο είναι η πρώτη συστηματική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Επίσης συνέγραψε το «Βίο Βαρλαάμ και Ιωάσαφ», μια διδακτικότατη αγιολογική βιογραφία, «Διαλεκτικά», «Η Θεοτόκος», «Κατά Μανιχαίων», κλπ. Παράλληλα έδινε τιτάνιους αγώνες υπέρ των Ορθοδόξων, στηλιτεύοντας και αποκρούοντας με επιτυχία τους εικονομάχους. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο κυριότερος υπερασπιστής του ορθοδόξου δόγματος κατά την πρώτη φάση της εικονομαχικής περιόδου. Η Σύνοδος του 787, στηρίχτηκε στην αντιρρητική διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, αποκαθιστώντας την προσκύνηση των Ιερών Εικόνων.
        Ταυτόχρονα συνέθετε τα χιλιάδες υμνογραφικά ποιήματα, τα οποία φέρουν την υπογραφή του, κανόνες, ιδιόμελα, προσόμοια, θεοτοκία, κ.α. σε Δεσποτικές, Θεομητορικές εορτές και μνήμες αγίων. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο δημιουργός του εκκλησιαστικού λειτουργικού βιβλίου της Οκτωήχου, το οποίο περιέχει την υμνολογία των οκτώ ήχων. Έγραφε ο ίδιος τους ύμνους και τους μελωδούσε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και άφθαστος μουσουργός. Είναι αυτός που εφεύρε την οκτώηχο και επινόησε την σημειογραφία της βυζαντινής μουσικής.  Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα του υμνολογικού του έργου είναι οι θεσπέσιοι κανόνες του Πάσχα «Αναστάσεως ημέρα» και του ιαμβικού των Χριστουγέννων «Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης». Για τούτο χαρακτηρίστηκε ως «χρυσορρόας ποταμός της Εκκλησίας». Μαζί με τον αυτάδελφό του, άγιο Κοσμά το Μελωδό, είναι οι κορυφαίοι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας και συγκαταλέγονται στους μεγάλους ποιητές και μουσουργούς της παγκόσμιας ιστορίας.
       Χωρίς να τη θέλησή του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος για να υπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες της Μονής. Αφού έζησε με αρετή και αγιότητα, κοιμήθηκε σε ηλικία 104 ετών στις 4 Δεκεμβρίου του 749. Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.
       Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ανήκει αναμφίβολα στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας και στους μεγάλες πνευματικές μορφές της ανθρωπότητας, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στη θεολογία και υμνογραφία της Εκκλησίας μας και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτές οι λαμπρές προσωπικότητες θα πρέπει να είναι και για μας τα φωτεινά ορόσημα, για να ξαναβρούμε το δρόμο της πνευματικής μας αναγέννησης. 


 

Για πολλοστή φορά επανελήφθησαν οι ίδιες οικουμενιστικές πλάνες στη φετινή θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ ΕΠΑΝΕΛΗΦΘΗΣΑΝ ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΛΑΝΕΣ ΣΤΗ ΦΕΤΙΝΗ ΘΡΟΝΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως- Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 3η Δεκεμβρίου 2025

    Με πολλή θλίψη και πικρία παρακολουθήσαμε και φέτος από τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο όσα φρικτά και άξια θρήνων και οδυρμών διαδραματίσθηκαν και διακηρύχθηκαν κατά την φετινή θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η οποία εορτή είχε κάτι το ιδιαίτερο, διότι περιελάμβανε τόσο την συμμετοχή του νέου Πάπα Λέοντος του 14ου, όσο και το κοινό προσκύνημα του Οικ. Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου με τον Πάπα στη Νίκαια, για να τιμήσουν την 1.700η επέτειο από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

 Για πολλοστή ήδη φορά ο οικ. Πατριάρχης χρησιμοποίησε την γνωστή και προσφιλή σ’ αυτόν οικουμενιστική ιδεολογία και γλώσσα κατά την προσφώνησή του προς τον νέο Πάπα στην Θεία Λειτουργία της εορτής, για να επιβεβαιώσει προφανώς στον κλήρο και στον πιστό λαό του Θεού την αταλάντευτη πεποίθησή του στις θέσεις και θεωρίες του. Αλλά και η κοινή δήλωση με τον Πάπα, που υπογράφθηκε την παραμονή της εορτής, είναι και αυτή διαποτισμένη με την ίδια οικουμενιστική ιδεολογία.

    Δεν έχει κανένα νόημα να καταπιαστούμε για μιά ακόμη φορά και να ανατρέψουμε, (με βάση την αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες και την πατερική μας Παράδοση), τα άξια πολλών θρήνων λεχθέντα και πραχθέντα κατά την φετινή θρονική εορτή, διότι δεν πρόκειται να έχουν καμία απολύτως απήχηση, ούτε πρόκειται να αγγίξουν τον νου και την καρδιά του κ. Βαρθολομαίου, ούτε βέβαια πρόκειται να λάβουμε κάποια απάντηση. Όταν ένας άνθρωπος παρεκκλίνει από την Ορθόδοξη πίστη  είναι πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να έρθει σε μετάνοια και επίγνωση της πλάνης του, πράγμα το οποίο επισημαίνει και ο απόστολος Παύλος: «Αιρετικόν άνθρωπον μετα μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος», (Τιτ. 3,10-11). Πάμπολλα άρθρα γράψαμε μέχρι σήμερα με αφορμή θρονικές εορτές του οικ. Πατριαρχείου προηγουμένων ετών χωρίς να δούμε δυστυχώς τον παραμικρό προβληματισμό, την παραμικρή αλλαγή πορείας πλεύσεως. Είχαμε την αίσθηση ότι ομιλούμε εις «ώτα μη ακουόντων», ότι ο λόγος μας ήταν «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», ότι κάνουμε τελικά ένα άσκοπο χαρτοπόλεμο.

    Η τραγική αυτή πραγματικότητα, ωστόσο, δεν μας απογοητεύει, ώστε να σιωπήσουμε. Διότι μπορεί μεν ο λόγος μας να ήταν «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» στους αμετανοήτως εμμένοντας στην αίρεση, όχι όμως και στον πιστό λαό του Θεού. Ο πιστός λαός του Θεού, επειδή ως επί το πλείστον είναι ακατήχητος, έχει ανάγκη να ακούει «πάλιν και πολλάκις» τον αντιαιρετικό λόγο προκειμένου να προφυλαχθεί από τον θανάσιμο κίνδυνο της αιρέσεως, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο με μαθηματική ακρίβεια στην απώλεια. Η αναγκαιότης αυτή καθίσταται στις έσχατες αυτές και αποκαλυπτικές ημέρες που ζούμε, στις οποίες η παναίρεση του Οικουμενισμού έχει ισοπεδώσει σχεδόν τα πάντα, ακόμη πιο επιτακτική.  Γι’ αυτό και εμείς δεν θα παύσουμε να καταθέτουμε τον αντιαιρετικό μας λόγο, με τη Χάρη του Θεού, όποιο και αν είναι το κόστος και «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».

    Κατόπιν αυτών ο παρά κάτω σύντομος σχολιασμός μας απευθύνεται ακριβώς προς τον πιστό λαό του Θεού με σκοπό την ενημέρωσή του, τον επιστηριγμό του στην αλήθεια της Ορθοδοξίας και την προφύλαξή του από την αίρεση και από αυτούς που την εκφράζουν και την προωθούν. Θα επισημάνουμε ορισμένα μόνο σημεία της προσφωνήσεως του κ. Βαρθολομαίου προς τον Πάπα, αφήνοντας τον σχολιασμό των υπολοίπων σε άλλους εν Χριστώ αδελφούς, για να μην μακρύνουμε τον λόγο και κουράσωμε τον αναγνώστη με εκτενείς αναλύσεις.

    Ελέχθησαν, μεταξύ άλλων, στην προσφώνηση του οικ. Πατριάρχου τα εξής: «Ως διάδοχοι των δύο αγίων Αποστόλων, των ιδρυτών των αντίστοιχων Εκκλησιών μας, αισθανόμαστε δεμένοι με δεσμούς πνευματικής αδελφότητας, οι οποίοι μας υποχρεώνουν να εργαστούμε επιμελώς για να διακηρύξουμε το μήνυμα της σωτηρίας στον κόσμο. Η ευλογημένη σας επίσκεψη σήμερα…εκφράζει με πολύ συγκεκριμένο και προσωπικό τρόπο τη βαθιά μας δέσμευση στην αναζήτηση της χριστιανικής ενότητας και την ειλικρινή μας επιθυμία για την αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας».

    Ο κ. Βαρθολομαίος για μια ακόμη φορά ομιλεί προς τον Πάπα, όπως θα ομιλούσε σε έναν Ορθόδοξο Πατριάρχη, ξεκινώντας από μια εσφαλμένη εκκλησιολογική αφετηρία. Και τούτο διότι θέλει να αγνοεί ότι ο Παπισμός δεν είναι «αδελφή Εκκλησία», αλλά αίρεση, που έχει καταδικαστεί από πάμπολλες Ορθοδόξους Συνόδους. Θέλει να αγνοεί ότι ο Πάπας, ως αιρετικός, έχει χάσει την αποστολική διαδοχή, γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως διάδοχος του αποστόλου Πέτρου. Θέλει να αγνοεί επίσης ότι ουδέποτε ουδείς Ορθόδοξος εκκλησιαστικός ηγέτης θεώρησε εαυτόν δεμένον «με δεσμούς πνευματικής αδελφότητας» με κάποιο αιρετικό, διότι αυτός, ευρισκόμενος εν αιρέσει και πλάνη, έχει αποκοπεί από το σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τέλος επιμένει να αγνοεί ότι η χριστιανική ενότητα και η «αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας», την οποία διακαώς επιθυμεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλον τρόπο παρά μόνον με την απόπτυση όλων των αιρετικών διδασκαλιών των παπικών, που εισήγαγαν στην δογματική τους διδασκαλία και την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Αν λοιπόν όντως επιθυμεί την «αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας», το πρώτο που έπρεπε να υπενθυμίσει και να τονίσει στον Πάπα είναι ότι ο Παπισμός δεν είναι Εκκλησία, αλλά ευρίσκεται σε κατάσταση αιρέσεως και πλάνης, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τις χαώδεις δογματικὲς διαφορὲς, οι οποίες μας χωρίζουν απὸ την παπικὴ παρασυναγωγή, η οποία επιμένει να ονομάζει εαυτὴν ως «Καθολικὴ Εκκλησία» και μάλιστα ως «αυθεντική», ενώ την Ορθόδοξη ως «ελλειμματική»!

    Δυστυχώς ο κ. Βαρθολομαίος με όσα είπε απέδειξε ότι παραμένει πιστός στην κακόδοξη οικουμενιστική Εκκλησιολογία που επίσημα θεσμοθετήθηκε στην ψευδοσύνοδο της Κρήτης, σύμφωνα με την οποία οι ετερόδοξες χριστιανικές κοινότητες αποκτούν εκκλησιαστική υπόσταση και αναγνωρίζονται ως «Εκκλησίες» με αποστολική διαδοχή και έγκυρα μυστήρια. Γι’ αυτό και όπως ήταν επόμενο, δεν έκανε καμία προσπάθεια να πείσει τον Πάπα και τη συνοδεία του να εγκαταλείψουν την πλάνη του Παπισμού και να προσέλθουν στους κόλπους της Ορθοδοξίας.

    Στη συνέχεια μνημονεύει το γεγονός της άρσεως των Αναθεμάτων μεταξύ του τότε Πάπα Παύλου του ΣΤ΄ και του οικ. Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου, το 1965, ως μέγα γεγονός και ως ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της ενώσεως των «Εκκλησιών». Ωστόσο το γεγονός αυτό όχι μόνο ως γεγονός μεγάλης ιστορικής σημασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί, αλλά αντιθέτως ως ένα από τραγικότερα γεγονότα της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Και τούτο διότι η άρση των Αναθεμάτων επιχειρήθηκε, ως γνωστόν, μονομερώς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς να έχουν εξαλειφθεί τα αίτια που οδήγησαν στα Αναθέματα, χωρίς να έχει προηγηθεί Πανορθόδοξη Σύνοδος και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των άλλων Ορθοδόξων Πατριαρχείων. Και το σπουδαιότερο: Χωρίς να έχει προηγηθεί η μετάνοια των παπικών και η επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Χρειάζεται άραγε να προσθέσουμε και τις αποτειχίσεις, που προκάλεσε το κατ’ εξοχήν αυτό θλιβερό γεγονός από το σύνολο σχεδόν των αγιορειτών Πατέρων (μεταξύ των οποίων και του αγίου Παϊσίου), αλλά και εκτός αγίου Όρους;

    Εκτενής λόγος γίνεται γύρω από το θέμα της αποκαταστάσεως της πανχριστιανικής ενότητος. Ομιλώντας για τη σημασία της Α΄ οικουμενικής Συνόδου γράφει: «Και η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος παραμένει το θεμέλιο στην αναζήτησή μας για χριστιανική ενότητα σήμερα. Το Σύμβολό της Πίστης, οι κανόνες της και οι αποφάσεις της, ειδικά αυτή που αφορά την καθιέρωση κοινών κριτηρίων για τον υπολογισμό μιας κοινής ημερομηνίας του Πάσχα, αποτελούν την κληρονομιά ολόκληρης της Χριστιανοσύνης, και μόνο εμβαθύνοντας αυτή την πλούσια κληρονομιά οι διχασμένοι Χριστιανοί θα έρθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλον και θα επιτύχουν την πολυπόθητη ενότητά τους»Χωρίς να υποτιμούμε τη σημασία της Α΄ Οικουμενικής Σύνοδουδεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη σημασία και των άλλων, οι οποίες και αυτές έχουν στη συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας θεόπνευστο και διαχρονικό κύρος, γι’ αυτό και όλες μαζί ανήκουν στην Ορθόδοξη Συνοδική μας Παράδοση. Επομένως όλες μαζί οφείλουν να αποτελέσουν θεμέλιο για την πανχριστιανική ενότητα. Εξ’ άλλου το Σύμβολο της Πίστεως, για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω, δεν υπήρξε έργον αποκλειστικά μόνον της Α΄, αλλά και της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου.

    Παρακάτω ορθά μεν επισημαίνεται ότι οι Κανόνες της Α΄ Οικουμενικής καθιέρωσαν τα κοινά κριτήρια «για τον υπολογισμό μιας κοινής ημερομηνίας του Πάσχα», ωστόσο όμως αποσιωπήθηκε το γεγονός ότι τα κριτήρια αυτά μόνον από τους Ορθοδόξους τηρήθηκαν επακριβώς και όχι από τους παπικούς, με αποτέλεσμα να μην συμπίπτει πάντοτε το Πάσχα των παπικών με αυτό των Ορθοδόξων. Επίσης είναι μεν ορθό ότι τόσο το Σύμβολο της Πίστεως όσο και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος  «αποτελούν την κληρονομιά ολόκληρης της Χριστιανοσύνης»ωστόσο αποσιωπήθηκε το γεγονός ότι αυτή την πολύτιμη κληρονομιά την κράτησε ως κόρην οφθαλμού μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία. Επομένως εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι οι ετερόδοξοι, (και όχι εμείς), να  εμβαθύνουν σ’ «αυτή την πλούσια κληρονομιά»έτσι ώστε, αφού θα εμβαθύνουν, να οδηγηθούν στην Ορθόδοξη πίστη, από την οποία και απεκόπησαν. 

    Αλλά πέραν αυτού εκείνο που έχει σημασία να τονίσουμε και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα είναι: Για ποιά πανχριστιανική ενότητα δικαιούται να ομιλεί το Φανάρι, καθ’ όν χρόνον έχει τορπιλίσει την πανορθόδοξη ενότητα, αφ’ ενός μεν λόγω της ψευδοσυνόδου της Κρήτης και αφ’ ετέρου λόγω του ουκρανικού Αυτοκεφάλου; Και εξηγούμεθα: Όπως είναι γνωστόν τέσσερις τοπικές Εκκλησίες, (Πατριαρχεία Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας), οι οποίες αντιπροσωπεύουν τα 2/3 του συνόλου του Ορθοδόξου πληρώματος, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην ψευδοσύνοδο της Κρήτης, αφ’ ενός μεν για λόγους κανονικής τάξεως, επειδή παραβιάσθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας της Συνόδου, (και ως εκ τούτου θεώρησαν αντικανονική την συγκρότηση και λειτουργία της) και αφ’ ετέρου (και κυρίως) για τον αντορθόδοξο χαρακτήρα των προσυνοδικών κειμένων, επειδή αυτά έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την μακραίωνη Ορθόδοξη Κανονική και Συνοδική μας Παράδοση και την περί Εκκλησίας δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό έκριναν οι εν λόγω Εκκλησίες ότι τα προσυνοδικά κείμενα  χρήζουν περαιτέρων διορθώσεων και επομένως είναι αναγκαία η αναβολή της Συνόδου. Δυστυχώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αδιαφόρησε και εκώφευσε στις αντιρρήσεις των τεσσάρων Εκκλησιών και προχώρησε στη σύγκληση της ψευδοσυνόδου, με αποτέλεσμα να τραυματίσει καίρια την πανορθόδοξη ενότητα.

    Όσο για το ουκρανικό Αυτοκέφαλο τι να πούμε; Πάμπολλα άρθρα  και μελέτες έχουν δημοσιευθεί, που αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι το εν λόγω Αυτοκέφαλο είναι άκυρο και ανυπόστατο. Γύρω από το εν λόγω Αυτοκέφαλο έχουμε ήδη αναφερθεί σε παλαιότερες ανακοινώσεις μας, όπου εκθέσαμε τις κυριότερες παραμέτρους του και τονίσαμε την αντικανονικότητα της χορηγήσεώς του με βάση τους Ιερούς Κανόνες και τα ολέθρια επακόλουθά του με κυριότερο την δημιουργία σχίσματος πανορθοδόξων διαστάσεων με απόλυτη και πλήρη ευθύνη του Οικουμενικού πατριαρχείου. 

    Κλείνοντας, παρακαλούμε τον κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού να επαγρυπνεί και να μην επηρεάζεται από τα επιβλητικά συλλείτουργα και τις φαντασμαγορικές τελετές, που διοργάνωσε στη φετινή θρονική εορτή το Φανάρι. Κατ’ εξοχήν δε να μην επηρεάζεται, ούτε να αποδέχεται όσα αντορθόδοξα ελέχθησαν και επράχθησαν στις εν λόγω τελετές, παραμένοντας αμετακίνητος στην Ορθόδοξη πίστη και παράδοση.