Τετάρτη, Μαΐου 13, 2026

 

13 Μαΐου: Των Οσίων Ιβηριτών μοναχών υπό του λατινόφρονος Βέκκου μαρτυρησάντων

 

εικόνα άρθρου: 13 Μαΐου: Των Οσίων Ιβηριτών μοναχών υπό του λατινόφρονος Βέκκου μαρτυρησάντων

Ἅγιοι Ἰβηρίτες Μοναχοί οἱ Ὁσιομάρτυρες [13 Μαΐου]


Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ μοναχοὶ Ὁσιομάρτυρες Ἰβηρῖται, οἱ τοὺς λατινόφρονας ἐλέγξαντες, τὸν βασιλέα, φημί, Μιχαήλ, καὶ τὸν πατριάρχην Βέκκον, ἐν τῇ θαλάσσῃ βληθέντες τελειοῦνται.
Στίχοι

Ὑπὲρ πατρῴων ἐπνίγητε δογμάτων
Καὶ πρὸς γαληνοὺς ὡρμίσασθε λιμένας.

Τό Ἅγιον Ὄρος, ἐκτός ἀπό Ὁσίους καί ἀσκητές Ἁγίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνέδειξε καί πλῆθος Ὁσιομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Ἡ ὑπεράσπιση μέχρι θανάτου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, χωρίς καμμία ὑποχώρηση καί παραχώρηση, συνόδευε πάντοτε τούς ἀσκητικούς καί νηπτικούς ἀγώνες τους, ἀφοῦ «οὐδέν ὠφελεῖ βίος ὀρθός δογμάτων διεστραμμένων» ( Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).
Ἔτσι, ὅταν τό 1274, στή Σύνοδο τῆς Λυών ὁ Αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1261-1282) ὑπέγραψε ψευδοένωση μέ τούς Λατίνους, προκειμένου νά ἐξασφαλίσει τήν πολιτική ὑποστήριξη τοῦ Πάπα καί νά μπορέσει νά ἀνασυγκροτήσει τήν ἀποδιοργανωμένη ἀπό τήν λατινική κατοχή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντέδρασαν, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ πλειοψηφία τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.

Ὁ αὐτοκράτορας ἤθελε νὰ ἀποφύγει νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τοῦ Βυζαντίου, καὶ θέλησε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν φιλία του Πάπα. Σύμμαχο στὴν προσπάθειά του εἴχε τὸ λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννη Βέκκο, ἀφού περιόρισε τὸν ἀνθενωτικό πατριάρχη Ἰωσήφ ὁ ὁποίος καὶ ἐμπόδιζε τὰ σχέδιά του. Γιὰ νὰ ἐδραιωθεί ἡ ἔνωση, ἐξόρισε, φυλάκισε καὶ βασάνισε μὲ πολλούς τρόπους τοὺς ὀρθοδόξους ἀνθενωτικούς. Πίεζε πρὸς πάσα κατεύθυνση ὤστε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πολυπόθητος ἔνωση, μὲ τίμημα φυσικά τὴν ὀρθοδοξία. Κυρίως, ὅμως, πίεζε τοὺς μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ δεχθούν τὴ μνημόμευση τοῦ πάπα στὴ Θεία Λειτουργία.

Κατ’ ἀρχήν ἔστειλαν γενναία ὁμολογιακή ἐπιστολή πρός τόν Αὐτοκράτορα καί τήν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ εἶχε, ἐν τῷ μεταξύ, ἐξοριστεῖ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Ἰωσήφ.
Σ’ αὐτήν ἐπικρίνουν μέ παρρησία τίς παπικές καινοτομίες, χαρακτηρίζουν τόν πάπα «αἰρετικό» καί «ἀπόστολο τοῦ σατανᾶ», τούς δέ Λατίνους «ἄθεους», ἐνῶ ἐκδηλώνουν τήν ἀπορία τους «πῶς ἄρα καί προσδεκτέοι καί ἑνωτέοι τῷ ἀμωμήτῳ καί ὀρθοδόξῳ σώματι τῆς ἁγίας καθολικῦς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ‘Ἅγιον Ὄρος, 2003).
Μεταξύ τῶν ἄλλων ἔγραφαν:
«Ὀ γὰρ αἰρετικόν δεχόμενος, τοῖς αὐτού ὑπόκειται ἐγκλήμασι.»
«Ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητος ἐστίν, ὡς συγχέων τὸν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας.»
Ταυτόχρονα διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους ἑνώθηκαν καί ἀποδέχτηκαν τούς Λατίνους.

Ὁ Μιχαήλ Η’, ἀποφασισμένος νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση μέ κάθε τρόπο, σέ συνεργασία μέ τόν Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ’ Βέκκο (1275-1282) στράφηκε μέ μανία ἐναντίον τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ δύο λατινόφρονες ἡγέτες Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μετέβησαν στό Ἅγιον Ὄρος μέ παπική ἐπικουρία γιά νά ἀναγκάσουν τούς Ἁγιορεῖτες νά δεχθοῦν τήν ἕνωση.
Οἱ Μονές Μεγίστης Λαύρας καί Ξηροποτάμου ὑπέκυψαν πρός στιγμήν στήν βία τῶν Λατινοφρόνων καί ἀποδέχτηκαν τήν βδελυρή ψευδοένωση.
Οἱ Μοναχοί, τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων ἀντιστάθηκαν μέ ἄκαμπτο καί ἀδιάλλακτο φρόνημα.
Ἤλεγξαν μέ αὐστηρότητα καί παρρησία τόν δυσσεβῆ βασιλέα καί τούς ὁμόφρονές του ὡς αἰρετικούς καί παράνομους. Ὁ Μιχαήλ ἐξοργισμένος ἔδωσε ἐντολή στούς στρατιώτες του νά βάλουν σ’ ἕνα πλοῖο τούς μοναχούς πού κατάγονταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί ἀφοῦ ξανοιχτοῦν στό πέλαγος νά τό βυθίσουν μαζί μέ τούς ἐπιβάτες του.
Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἐπισφραγίζοντας μέ τή θυσία τους τήν ὅλη ὁσιακή βιωτή τους. Τούς Ἅγίους Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες ἑορτάζουμε στίς 13 Μαΐου.
Οἱ λατινόφρονες συνεχίζοντας τήν καταστροφική ἐπιδρομή τους ἔφθασαν στή Μονή Βατοπαιδίου, ἀλλά καί ἐκεῖ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρή ἀντίδραση. Ἀφοῦ κατάλαβαν πώς δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λυγίσουν τούς μοναχούς πού ἀντίκρυσαν ὡς ἀκλόνητους βράχους τῆς Πίστεως, ἄρχισαν νά τούς κακοποιοῦν. Τέλος ἔσυραν ἔξω τόν ἁγιώτατο προηγούμενο Ὅσιο Εὐθύμιο καί δώδεκα ἀπό τούς μοναχούς καί τούς ἀπηγχόνισαν. Ἡ μνήμη αὐτῶν τῶν Βατοπαιδινῶν ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 4 Ἰανουαρίου.
Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά καί ἐνῶ οἱ Λατινόφρονες συνέχιζαν νά λεηλατοῦν τά πάντα στό πέρσμά τους, ἔφθασαν στή Μονή τοῦ Ζωγράφου.

Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς Ζωγράφου, εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπό ὅραμα τῆς Παναγίας γιά τόν ἐπερχόμενο κίνδυνο. Ἕνας μοναχός πού ἀσκήτευε σέ κοντινό κελλί, τήν ὥρα πού διάβαζε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἄκουσε τή φωνή τῆς Θεομήτορος ἐπιτακτική:
«Ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε λοιπόν ταχέως.»

Κάποιοι ἀπό τούς μοναχούς φοβισμένοι κατέφυγαν στά γύρω βουνά. Οἱ ὑπόλοιποι κλείσθηκαν μέσα στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀπό ἐκεῖ ἤλεγξαν μέ παρρησία τούς Λατινόφρονες ὡς αἱρετικούς καί παράνομους. Τότε ὁ βασιλέας ἐξοργισμένος διέταξε καί τούς ἔκαψαν ζωντανούς μαζί μέ τόν πύργο πού χρησίμεψε σάν ὀχυρό τους. Ἔτσι κέρδισαν καί αὐτοί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τά ὀνόματά τους εἶναι Θωμᾶς, ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαήλ, Σίμων, Ἰλαρίων, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας, Ἰάκωβος, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος, Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομετιανός, Παρθένιος. Μαζί τους μαρτύρησαν καί τέσσερεις λαϊκοί, τῶν ὁποίων δέν διεσώθηκαν τά ὀνόματα. Ἡ μνήμη τῶν Ζωγραφιτῶν Ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 22 Σεπτεμβρίου.

Ἀφοῦ ὁ Μιχαήλ ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἔφθασε στήν κελλιώτικη Λαύρα τῶν Καρεῶν, στήν ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη καί ἡ ἔδρα τοῦ Πρῶτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ δέ Πρῶτος, ὁ Κοσμᾶς καί οἱ συνασκητές του ἐναντιώθηκαν στόν βασιλέα μέ γενναιότητα, ἐλέγχοντάς τον ὅπως καί οἱ προηγούμενοι Πατέρες. Ὁ βασιλέας ἔκανε ἐπίμονες προσπάθειες νά τούς μεταπείσει. Ὅλες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καθώς καί ἐδῶ οἱ μοναχοί ἀποδείχθηκαν σταθεροί, καί ἀμετάπειστοι. Τά βασανιστήρια πήραν τή θέση τῶν λόγων ἀλλά οἱ εὐλογημένοι μοναχοί μέ ὅλο καί περισσότερη δύναμη ὁμολογοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη ὡς μόνη ἀληθινή καί σωτήρια.
Ἔτσι διατάχθηκε καί γι’ αὐτούς ὁ θάνατος. Ἀγχόνη γιά τόν Πρῶτο Ὅσιο Κοσμᾶ καί σφαγή γιά τούς μοναχούς. Τό αἷμα τῶν Ἁγίων σφράγισε καί ἐδῶ τήν ὁμολογία τους καί μαζί μέ τις ψυχές τους ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ἡ ὕστατη αἱματηρή θυσία τους.

Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου ἔγινε στίς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1981. Τότε ἑορτάστηκε καί γιά πρώτη φορά ἡ μνήμη τῶν Καρεωτῶν Ὁσιομαρτύρων καί ἔκτοτε καθιερώθηκε.

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες πού μαρτύρησαν ὑπό τῶν Λατινοφρόνων ἀποτελοῦν μιά συνέχεια στήν ἁλυσίδα τοῦ μαρτυρικοῦ καί ἀσκητικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμολογία καί μαρτυρία ὑπέρ τῆς πίστεως εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένα μέ τό μοναδικό ἀγγελικό πολίτευμα καί ἀποδεικνύουν τήν εἰλικρίνεια τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί τήν πιστότητα στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ θυσία τῶν Ὁσιομαρτύρων ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά τήν πορεία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες μοναχῶν καί κυρίως τῶν Ἁγιορειτῶν, πού ὀφείλουν νά μή συμβιβαστοῦν ποτέ μέ ὁποιαδήποτε ἔκπτωση ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐάν θέλουν νά εἶναι πραγματικά συνεχιστές τῆς Παραδόσεώς τους.

(Πηγή: ἀπό τό περιοδικό «Ἅγιον Ὄρος, Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς πίστεως», Ἔκδοση Ἁγιορειτῶν Πατέρων – Ἅγιον Ὄρος 2014)

Ἀπολυτίκιον Ἁγιορειτῶν Ὁσιομαρτύρων Ἦχος πλ.δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Κοσμᾶν «Πρῶτον» μέλψωμεν, σὺν Ζωγραφίταις στεῤῥοῖς, πατέρας θεόφρονας, Βατοπεδίου Μονῆς, Ἰβήρων προμάχους τε. Οὗτοι γὰρ ὁπλισθέντες, τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου, ἀντέστησαν τῇ τοῦ Βέκκου, λατινόφρονι πλάνῃ, ὁπλῖται Ὄρους τοῦ Ἄθω, ὀφθέντες καὶ μάρτυρες.

Κοντάκιον Ὁσιομαρτύρων Ἦχος πλ.δ’. Τῇ ‘Ὑπερμάχῳ.
Λατινοφρόνων καθαιρέτας εὐφημήσωμεν, Κοσμᾶν τόν «Πρῶτον», Ὄρους Ἄθω τό προτείχισμα, πυρικαύστους τε Ζωγράφου Χριστοῦ ὁπλίτας, Βατοπαιδίου συνοδίαν τήν ἀήττητον, καί Ἰβήρων οὐρανόσθενον ὁμήγυριν· τούτοις κράζοντες· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.

Ὁ Οἶκος
Τῆς Θεοτόκου τῆς φωνῆς καλῶς ἀκούσαντες, ἐναπομεῖναι ἐν ταῖς ἱεραῖς  Ὑμῶν Μοναῖς προείλετε Ὅσιοι, καὶ μὴ εἰς τὰ ὄρη τοῦ Ἄθωνος κρυβῆναι· μὴ πεισθέντες δὲ Μιχαὴλ τῷ Ὀγδόῳ τῷ οὐνιτίσαντι, καὶ πατριάρχῃ Βέκκῳ τῷ περὶ τὴν πίστιν ἁμαρτήσαντι, μέχρις αἵματος τῇ δυσσεβείᾳ ἀντέστητε Ζωγραφίται, Καρεῶται, Ἰβηρίται τε καὶ Βατοπαιδινοὶ πατέρες, ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες δειχθέντες ἀκαταμάχητοι. Ὅθεν τιμῶντες τοὺς ἱεροὺς Ὑμῶν ἀγῶνας, τὴν θείαν Ὑμῶν ἀρωγὴν αἰτούμεθα ἐν χρόνοις ὁμοίως ἀστάτοις τε καὶ πονηροῖς, ὡς ἂν ἀντάξιοι διάδοχοι καὶ τέκνα Ὑμῶν δειχθῶμεν, Ὀρθοδοξίας στεῤῥῶς ἐχόμενοι καὶ εὐσθενῶς ὑπὲρ αὐτῆς ἀγωνιζόμενοι. Διὸ καὶ τὴν ἱερὰν Ὑμῶν ἁπάντων μνήμην τιμῶντες, εὐλαβῶς ἡμῖν ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες πατέρες, ἀναβοῶμεν· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.



 

 

Αγία Γλυκερία η Μάρτυς (13ῃ Μαΐου)

῾Αγία Γλυκερία ἡ Μάρτυς

 ῾Η ̒Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στήν Τραϊανούπολη τό 2ον μ.Χ. αἰ., ἐπί αὐτοκράτορα ̉Αντωνίνου. Μι­κρή ἔγινε Χριστιανή καί ἀνέπτυξε ἔντονη χριστια­νική καί κατηχητική δράση.

   ῞Οταν ὁ ἡγεμόνας Σαββίνος, τήν κάλεσε νά παρου­σιασθεῖ μπροστά του ἡ ἁγία ἐμ­φανίσθηκε, ἔχοντας σημειώσει στό μέτωπό της τόν Τί­μιο Σταυρό καί  ὁ­μολόγησε μέ παρρη­σία την πίστη της στόν ̉Ιησοῦ Χριστό. ̉Ε­κεῖνος ἔξαλλος τήν ὁδήγησε σέ εἰδωλολα­τρικό ναό γιά νά θυσιάσει στά εἴ­δωλα. ̉Εκεῖ ἡ Γλυκε­ρία ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, συν­έτριψε τό ἄγαλ­μα τοῦ Δία. ̉Εξοργισμένοι οἱ εἰδωλολά­τρες, τήν ἔσυ­ραν ἔξω καί τή λιθοβόλησαν μέ μανία. ῞Ο­μως οὖτε μία πέτρα δέν ἄγγιξε τήν ῾Αγία, μέ ἀποτέλε­σμα πολ­λοί νά πιστεύσουν στό Χριστό. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ὑπέστη διάφορα βασανιστήρια ρίχθηκε στή φυ­λακή, ὅπου κατήχησε καί ἔφερε στή χριστιανική πίστη τό δεσμοφύλακά της ὁ ὁποῖος ἐν συνεχεία ὁ­μολόγησε μέ θάρρος τήν πίστη του μαρτύρησε γιά τό Χριστό. Τότε ὁ Σαββίνος διέταξε νά βασανίσουν ξανά τή Γλυκερία καί ἔπειτα νά τή ρίξουν στά ἄγρια θηρία ἀπό τά ὁποία ἕ­να τή δάγκωσε (χωρίς νά τήν πληγώ­σει) μέ ἀποτέλεσμα ἡ ῾Αγία νά παραδώσει τό πνεῦ­μα της στόν ἀθλοθέτη Κύριο.

   Τό λείψανό της παρέλαβε ὁ ̉Επίσκοπος τῆς ῾Ηρα­κλείας Δομίτιος καί τό τοποθέτησε σέ εὐπρεπή τόπο.      

   ῾Η ῾Αγία ἔκανε πολλά θαύματα, ἰά­σεων καί θερα­πεῖες δαιμονισμένων σέ ὅσους μέ πίστη κατέφευγαν στή χάρι της. 

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν Μάρτυρα ῾Αγίαν Γλυκερίαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δ´. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τῆς  ̉Εκκλησίας τὸ μυρίπνοον ἄνθος* γονυκλινῶς καθικετεύσομεν πάντες* καὶ ταπεινῶς βοήσομεν ἐκ μέσης ψυχῆς* ῥῦσαι, τοὺς ἱκέτας σου,* Γλυκερία παμμάκαρ,* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ πάσης ἀνάγκης* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυμαστή,* σὺ εἶ τῶν πιστῶν φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

Δόξα Πατρί… Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν,* τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως* καὶ ἀσθέ­νεια τῆς σαρκός* τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν* πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος* τῶν βασάνων τὴν ἕφοδον,* παρ̉ οὐδὲν ἠγήσατο* καὶ θεόθεν δεδόξασται* πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες* χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

Καὶ νῦν…  Θεοτόκιον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δού­λους σώζεις  ἀεὶ* ἐκ  παντοί­ων  δει­νῶν

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμός καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ α’. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Τὰ γόνατα κλίνω δεητικῶς* πρὸς σε, Γλυκερία* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παρά­σχου σῷ ἱκέτῃ* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτις καὶ πρόμαχος.

Παθῶν με ταράττουσι προσβολαὶ* πολλῆς ἀ­θυμίας* ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν˙* εἰρή­νευ­σον Μάρτυς τὴν ζωήν μου* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Κύριον.

 ̉Οσφύος τὰ ἄλγη σῶν ἱκετῶν* ταχὺ θεραπεύεις* διὸ πάντες γονυκλινῶς* προσφεύγουσι πίστει τῇ σῇ σκέπῃ* καὶ ἐξαιτοῦσι τὴν ἴασιν, Πάντιμε.

Θεοτοκίον.

῾Ικέτας ἀξίωσον, Μαριάμ,* μελετᾶν ἡδέως τοῦ Υἱοῦ Σου τὰς ἐντολᾶς* καὶ ταῦτας ἀξίωσον τη­ρεῖσαι,* ἵνα τὸ πῦρ τῆς κολάσεως φύγωμεν.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος.

῾Ικετεύω σέ, μάρτυς,* τὸν ψυχικὸν τάραχον* καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην* ταχὺ ἐκδίωξον* σὺ γάρ, Γλυκερία,* τὸν Λυτρωτὴν καὶ Σωτήραν,* ἐκ παιδὸς ἠγάπησας* Θεοκοινώνητε.

 ̉Οφθαλμοὺς ἀλλοδόξων, Γλυκερία, διάνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγη­σον* καὶ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν ἡμῖν, Μάρτυς, ὑ­μνεῖσαι* καὶ λα­τρεύσαι δέομαι* σὺ καταξίωσον.   

Τοὺς ἐν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου τάχος ἐπίσκεψαι* καὶ αὐτοῖς ὑγιείαν παράσχου λιταῖς σου, ἔν­δοξε,* ἵνα δοξάζωμέν σε καὶ Παναγίαν Τριά­δαν,* Γλυκερία ἔνδοξε, πάντων τὸ καύχημα.

Θεοτοκίον.

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, Παρθένε πανάσπυ­λε,* καὶ τὸν Ποιητὴν τῶν ἁπάντων σὺ ἐξευμέ­νι­σον,* ἵνα διάγωσι εἰρηνικῶς σοῦ ἱκέται* Θεοτό­κε Δέσποινα, πιστῶν τὸ στήριγμα.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Γλυκερί­α,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

 ̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκω­σιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμὴ.

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνή,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐ­κτε­νῶς βο­ῶμεν σοί,* Γλυκερία ἔνδοξε, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κιν­δύνων  λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς σοι πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας.

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Γλυκε­ρία πανάριστε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Σὲ προστάτην καὶ στήριγμα* καὶ φρουρὸν ἀ­κοίμητον οἱ  ̉Ορθόδοξοι,* Γλυκερία μάρτυς, ἔ­χοντες* οὐ πτοούμεθα, Θεοκοινώνιτε.

Τοὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* Γυκερία ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποι­εῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε. 

Θεοτοκίον.

 ̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέ­σποι­να Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατά­φεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε. 

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς.

῎Ιασαι ταχύ, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν,* σύ, Γλυκερία Θεοδόξαστε,* καὶ ὑγιείαν διὰ λι­τῶν σου* παράσχου μοι.

Κύριον θερμῶς,* Γλυκερία, καθικέτευε,* ὅπως παράσχῃ ἡμῖν ὑπομονήν,* ὡς καὶ εἰρήνην τοῖς οἴκοις ἡμῶν, πανάριστε.  

Δέομαι θερμῶς,* Γλυκερία ἀξιάγαστε,* σὺ τὴν μανί­αν τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς τὸν Κύ­ριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.

Θεοτοκίον.

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίω­σον* ἐν ταῖς Γραφαῖς, Πανάμωμε Μαριάμ,* καὶ βιώσαι τοῖς τοῦ Υἱοῦ Σου* λόγοις καὶ προ­στάγμασι.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, θεόφρων,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, Γλυκερία μάκαρ,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δε­όμεθά σου ταπεινῶς* οἱ ἀχρείοι ἱ­κέτες σου, εὔσημε. 

 ̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Γλυκερία, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγί­δων λιταῖς σου* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Μάρτυς  Χριστοῦ, ἡ­μεῖς οἱ ἀνάξιοι.  

 ̉Απαύστως σὲ ἱκετεύομεν πάντες* μὴ παρίδης σοῦ ἱκέτας, Φωσφόρε,* ἀλλὰ παράσχου ἡμῖν, Γλυκερία,* ὑ­πομονὴν καὶ ταπείνωσιν, ἔνδοξε* καὶ ἀξίωσον ἡμᾶς εὐθυ­πορεῖν* πρὸς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, Πανύμνητε.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσω­ζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Γλυκερία* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔ­χουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ  Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία.

Σὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* Τάχυνον εἰς πρεσβείαν* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,* τοὺς κα­τάφεύγοντας εἰς σέ,* Γλυκερία Θεοδόξαστε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ. (δίς)

 

Στίχος: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυ­μάστωσεν ὁ Κύριος.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου…

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κέφ. 21: 12-19)

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Προσέχε­τε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἐπιβαλοῦσιν ἐφ̉ ὑ­μᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδό­ντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐ­πὶ βασι­λεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου˙ ἀ­ποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. θέτε οὖν εἰς τὰς καρδίαις ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆ­ναι˙ ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πά­ντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελ­φῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμε­νοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου˙ καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται˙ ἐν τῇ ὑ­πομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρί ...

Ταῖς τῆς  ̉Αθλοφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξά­λειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν …

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξά­λειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Εἷτα τὸ Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι

Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ…

Μὴ ἐγκαταλείπῃς με* εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χεί­ρας,* Γλυκερία ἔνδοξε,* ἀλλὰ διαφύλαττε τὸν ἱ­κέτην σου˙* θλῖψις συνέχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα,* πόρου οὐ κέκτη­μαι,* οὐδὲ ἀνθρωπίνην βοήθειαν˙* διὸ καταφεύ­γω σοι,* καὶ γο­νυκλινῶς ἱκε­τεύω σε˙* φύλακα γὰρ πάντων,* προ­στάτην καὶ ἀκοί­μητον φρου­ρὸν* καὶ βακτηρίαν ἀ­κλόνητον,* Σέ, Χρι­στὸς, ἀ­νέδειξε.   

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς…

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν. 

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καὶ πάντων τῶν ποθού­ντων* υἱοὺς καὶ θυγατέρας* ἀρωγός, διὸ κράζω­σι,* Γλυκερία σεμνή,* πιστῶν ἡ βακτηρία.

Θελητὴν τοῦ ἐλέους,* ὃν ἠγάπησας, Μάρτυς ἁ­γνή, δυσώπησον˙* ῥυσθῆναι τῶν πταισμά­των,* ψυχῆς τέ μολυσμάτων* τοὺς μετὰ πόθου ᾄδωντας˙* Ὁ τῶν Πατέρων  ἡμῶν* Θεός, εὐλογη­τὸς εἶ.

Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεο­δόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμε­θα ἁ­παύστως,* ἵνα πόθῳ κραυγάζωμεν,* Γλυκερία θαυ­μα­στή,* χαρὰ πιστῶν καὶ δόξα.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω,* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.    

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Μάρτυς Γλυκερία,* ὅπως σοῦ ἱκέτας* μετάνοιαν παράσχῃ.

Τὴν ἀνεργίαν ταῖς σαῖς λιταῖς, Γλυκερία,* ὁ Δε­σπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς πα­ρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν. 

Σὺ τὰς ἰώσεις σῶν ἱκετῶν θεραπεύεις* καὶ αὐ­τοῖς ὑγιείαν, Γλυκερία,* διὰ τῶν λιτῶν σου* παρέχεις Χριστοδρόμε.

Θεοτοκίον.

Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυ­ρὸς τοῦ αἰωνίου.  

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

 ̉Αξίωσον ἱκέτην,* μάρτυς Γλυκερία,* ἀκατακρί­τως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα δοξάζω σε. 

 ̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπο­μο­νὴν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀ­σφῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.  

Χαρὰν καὶ εὐφροσύνην* πίστιν καὶ ἀγάπην* τοῖς σοῖς ἱκέταις παράσχου, μακάριε,* ἵνα ἀ­παύστως πιστοὶ* δοξάζουσι τὸν Κτίστην.

Θεοτοκίον.

 ̉Εξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Παρθένε,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.

Καὶ εὐ­θὺς τὰ Μεγαλυνάρια

῎Αξιόν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς,* μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­οτό­κον,* τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ πα­να­μώ­μη­τον* καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν.* Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ,* καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως* Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄν­τως, Θε­ο­τό­κον,* σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

Πάντων τῶν νοσοῦντων σὲ ἰατρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις* προστάτην καὶ βοηθόν,* χηρῶν τε καὶ πενήτων* φρουρὸν σε καὶ τροφέα,* Γλυκερία  μάρτυς,* Χριστὸς ἀνέδειξε.

Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή,* μάρτυς, ἀνεδεί­χθης* καὶ προπύργιον τῶν πιστῶν* καὶ τῆς νεο­λαίας,* φρουρὸς τε καὶ προστάτης,* Γλυκερία μάκαρ,* Χριστὸς ἀνέδειξε.

Τὴν ῾Ελλάδαν σκέπε, θαυματουργέ,*  Γλυκερία μάρτυς,* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς* καί ἐκ τῶν κυ­κλοῦντων* αὐτὴν ἐχθρῶν, φωσφόρε,* διάσω­σον λι­ταῖς σου* ταῖς πρὸς τὸν ῞Υψιστον.

Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώσιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλ­λη* ἰδεῖν ἀξίωσον.

Χαίροις, Γλυκερία θαυματουργέ,* ̉Ορθοδόξων δόξα καὶ ῾Ελλήνων ἡ χαρμονή˙* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καί ἐν στεναχωρίᾳ* ἀκοίμητος προ­στάτης καὶ καταφύγιον.

Σπεῦσον εἰς τὰς κλίνας τῶν ἀσθενῶν* καὶ τούτοις παράσχου,* Γλυκερία θαυματουργή,* ἀκλόνητον ὑγείαν,* μετάνοιαν καὶ πίστιν* καὶ Κύριον ἁπάντων* αἰνεῖν ἀξίωσον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι Πάντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρε­σβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν… ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν,* τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως* καὶ ἀσθέ­νεια τῆς σαρκός* τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν* πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος* τῶν βασάνων τὴν ἕφοδον,* παρ̉ οὐδὲν ἠγήσατο* καὶ θεόθεν δεδόξασται* πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες* χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

Δέησις ὑπὸ ῾Ιερέως καὶ ἐν συνεχείᾳ μικρὰ ἀ­πόλυσις.

   Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Δέχου παρακλήσεις ἱκετῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δε­ήσεις* σὺ Γλυκερία σεμνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔ­χομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπι­μπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικα­λούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῾Αγία, τῆς ῾Ελλάδος ἡ δόξα* ῥῦσαι τοὺς σοι προστρέχοντας τάχος* ἐκ πά­σης περιστάσεως καὶ θλίψε­ως.  

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉Αμήν.


[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…



 

Αγία Γλυκερία η Μεγαλομάρτυς

ΑΓΙΑ ΓΛΥΚΕΡΙΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
        Οι γυναίκες και μάλιστα οι νεαρές παρθένες, Μάρτυρες της Εκκλησίας μας επέδειξαν τον ίδιο ηρωισμό με τους άνδρες κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, όπου η πίστη του Χριστού διώκονταν με δαιμονική μανία από τον αρχαίο ειδωλολατρικό παρηκμασμένο κόσμο. Μια από αυτές υπήρξε η αγία Μάρτυς Γλυκερία.
        Έζησε τον 2ο μ. Χ. αιώνα στα χρόνια που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161). Γεννήθηκε στην πόλη Τραϊανούπολη και ήταν κόρη του υπάτου της πόλεως Μακαρίου. Όταν ακόμα μικρή κατηχήθηκε κρυφά από θερμούς Χριστιανούς και έγινε ένθερμη Χριστιανή.  Ως έφηβη είχε αναπτύξει αξιοθαύμαστη κατηχητική δράση, μεταστρέφοντας στην Εκκλησία πλήθος νεανίδων ειδωλολατρών.
        Η δράση της έγινε γνωστή στους αδίστακτους ιερείς των ειδώλων, οι οποίοι την κατήγγειλαν στον φανατικό ειδωλολάτρη ηγεμόνα Σαβίνο, ο οποίος έδωσε διαταγή να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν μπροστά του. Η νεαρή Γλυκερία, πριν την παρουσιάσουν στον τύραννο είχε σημειώσει στο μέτωπό της το σημείο του Τιμίου Σταυρού και ομολόγησε με ηρωισμό την πίστη της στο Λυτρωτή και Σωτήρα Χριστό. Ο Σαβίνος την οδήγησε σε παρακείμενο βωμό να θυσιάσει στο άγαλμα του Δία. 

Η Γλυκερία προσευχήθηκε στο Χριστό και αμέσως ακούστηκε μια μεγάλη βροντή και το είδωλο έπεσε από μόνο του και συντρίφτηκε. Τότε οι ειδωλολάτρες ιερείς, γεμάτοι οργή, την παρέδωσαν στον ηγεμόνα να λιθοβοληθεί. Εκείνος συγκέντρωσε πλήθος φανατισμένων ειδωλολατρών, δίνοντάς τους εντολή να τη φονεύσουν δια λιθοβολισμού.  Όρμισαν μανισμένοι και άρχισαν να την λιθοβολούν με μανία και κατάρες. Όμως οι λίθοι άλλαζαν κατεύθυνση και δεν άγγιζαν τη Μάρτυρα! Τότε την εξέλαβαν ως μάγισσα και άρχισαν να τη βρίζουν χυδαία.
       Ο ηγεμόνας την έκλεισε φυλακή και μάλιστα να την ασφαλίσουν, φοβούμενος πως με τα μαγικά της θα δραπέτευε. Εκεί την επισκέφτηκε ο σεβάσμιος Χριστιανός ιερέας της πόλεως Φιλοκράτης για να την εμψυχώσει. Βρήκε την Μάρτυρα να προσεύχεται. Εκείνη το μόνο που του ζήτησε ήταν να την σφραγίσει με το σημείο του Τιμίου Σταυρού.  
        Το επόμενο πρωί οδηγήθηκε στο δικαστήριο, στο όπου πρωτοστατούσε ο ηγεμόνας Σαβίνος. Τη ρώτησε αν ήταν διατεθειμένη να θυσιάσει στο Δία για να της χαριστεί η ζωή. Εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά και ομολόγησε για μια ακόμα φορά την πίστη της στο Χριστό. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την κρεμάσουν από τα μαλλιά και να της γδάρουν το κεφάλι! Η Μάρτυρας κρεμασμένη δοξολογούσε το Θεό!
      Ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να τη ξεκρεμάσουν και να της συντρίψουν το πρόσωπο, διότι δεν άντεχε να ακούει τις δοξολογίες της. Αλλά την ίδια στιγμή εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και παρέλυσε τους δημίους της, μένοντας ακίνητοι σαν νεκροί. Βλέποντας το νέο αυτό θαύμα ο Σαβίνος, διέταξε να την κλείσουν στη φυλακή και να μην της δίνουν τροφή για να πεθάνει από την πείνα. Αλλά όμως άγγελοι της πήγαιναν τροφή και εκείνη δοξολογούσε αδιάκοπα το Θεό.
      Έμεινε εκεί κλεισμένη για πολύ καιρό. Κάποτε ο ηγεμόνας αποφάσισε να πάει στην πόλη Ηράκλεια και σκέφτηκε να πάρει μαζί του την Γλυκερία για να την πιέσει εκεί να αρνηθεί την πίστη της. Γεμάτος έκπληξη διαπίστωσε πως δεν είχε πάθει ασιτία και είδε στο κελί της παραθεμένα πολλά εδέσματα και παραξενεύτηκε.
      Οι Χριστιανοί της Ηράκλειας, με επικεφαλής τον Επίσκοπό τους Δομίτιο, όταν πληροφορήθηκαν ότι θα έφτανε στην πόλη τους η αθλοφόρος Μάρτυς του Χριστού, έτρεξαν αν την προϋπαντήσουν και να την τιμήσουν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από
τους ειδωλολάτρες. Το άλλο πρωί ο ηγεμόνας οργάνωσε δημόσια δίκη, καλώντας πολύ κόσμο να την παρακολουθήσουν και διατάσσοντας την Γλυκερία να θυσιάσει στα είδωλα, διαφορετικά θα την θανάτωνε. Εκείνη για μια ακόμα φορά ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, καταφρονώντας τις απειλές του ηγεμόνα. Τότε εκείνος διέταξε να πυρακτώσουν ένα καμίνι και να την ρίξουν να βρει τραγικό και παραδειγματικό θάνατο. Αλλά το θαύμα επαναλήφτηκε, έκανε το σημείο του Σταυρού και πήδηξε στο καμίνι. Αμέσως οι φλόγες άρχισαν να ξεχύνονται από το καμίνι και μια ουράνια υπέροχη δροσιά αντικατέστησε την θανατερή πυρά. Εκείνη στεκόταν. Σαν τους Τρεις Παίδες της Παλαιάς Διαθήκης, στη μέση της καμίνου, δοξολογώντας το Θεό!
        Βλέποντας το θαύμα ο θηριώδης Σαβίνος, όχι μόνον δεν πίστεψε στη δύναμη του αληθινού Θεού, αλλά έδωσε διαταγή για νέα βασανιστήρια. Να τη δέσουν χειροπόδαρα και να της γδάρουν το κεφάλι! Η Γλυκερία υπέμεινε με απίστευτο ηρωισμό το μαρτύριο. Έτσι με το κεφάλι γδαρμένο την πέταξαν στη φυλακή. Όμως και πάλι έγινε το θαύμα. Άγγελος Κυρίου την επισκέφτηκε το μεσονύκτιο, την έλυσε από τα δεσμά και την  θεράπευσε, χωρίς να αφήσει το παραμικρό σημάδι στο κεφάλι της!
       Το επόμενο πρωί ο δεσμοφύλακας Λαοδίκιος, όταν πήγε για να την παραλάβει και να την οδηγήσει και πάλι στον ηγεμόνα, διαπίστωσε με θαυμασμό την θαυματουργική θεραπεία της και την απελευθέρωσή της από τα δεσμά. Πήγε στον Σαβίνο και ομολόγησε την μεταστροφή του στο Χριστό. Αμέσως δόθηκε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν, και να αξιωθεί το μαρτυρίου! Οι Χριστιανοί πήραν το σώμα του Μάρτυρα και το ενταφίασαν με τιμές. Την δε Γλυκερία αποφάσισε να ρίξει στην αρένα να την κατασπαράξουν τα αιμοβόρα και πεινασμένα θηρία.
       Η Μάρτυρας άκουσε με χαρά την απόφαση του ηγεμόνα και στάθηκε γαλήνια στο κέντρο της αρένας, όπου παρακολουθούσαν το θέαμα χιλιάδες ειδωλολάτρες θεατές. Τα πεινασμένα θηρία όρμισαν και την κατασπάραξαν, παραδίδοντας με αυτόν τον φρικτό και βασανιστικό τρόπο την αγία ψυχή της στο Χριστό, που τόσο αγάπησε στη ζωή της. Ο Επίσκοπος Ηρακλείας Δομίτιος περιμάζεψε ό, τι είχε απομείνει από το λείψανό της και το έθεσε σε ασφαλές μέρος της επισκοπής του. Η μνήμη της εορτάζεται στις 13 Μαΐου


Τρίτη, Μαΐου 12, 2026

 

Νεομάρτυς Άγιος Ιωάννης ο εκ Βλαχίας (12 Μαΐου)

Νεομάρτυς ῞Αγιος ̉Ιωάννης ὁ ἐκ Βλαχίας

῾Ο ἅγιος ̉Ιωάννης, γεννήθηκε στή Βλαχία τό 1644 καί καταγόταν ἀπό ἐπιφανή καί ἀριστοκρατική γενιά.

   ̉Επί Σουλτάνου Μεχμέτ καί σέ ἡλικία 15 ἐτῶν τόν ἄρπαξαν οιἱ Τάταροι πού εἰσέβαλαν στή Βλαχία γιά νά καταπνίξουν τήν ἐπανάσταση τοῦ ἄρχοντα Μιχ. Βοεβόδα Τζιβάν Μπέτι. ῞Ενας μουσουλμάνος τόν ἀγόρασε μέ σκοπό νά τόν διαφθείρει. Αὐτός γιά νά προστατευτεῖ τόν σκότωσε. ῞Οταν μαθεύτηκε ὅ-τι σκότωσε τόν ἀφέντη του συνελήφθη  καί παρα-δόθηκε στή σύζυγο τοῦ μουσουλμάνου πού σκότωσε στήν Κωνσταντινούπολη. ̉Εκείνη τόν ὁδήγησε στόν Βεζίρη, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀνάκριση τόν παρέδωσε πάλι σ̉ εκείνη γιά νά τόν μεταχειρισθεῖ ὅπως ἐκείνη ἤθελε. ̉Επειδή ὅμως ἀπέτυχε νά τόν ἐξισλαμίσει, τόν παρέδωσε στόν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἀ-πέτυχε νά τόν πείσει διέταξε τόν δι̉  ἀπαγχονισμοῦ θάνατό του στίς 12 Μαΐου 1662  στό Παρμάκ Καπί τῆς Κωνσταντινούπολης. Τό τίμιο λείψανό του ἐξαγοράσθηκε μετά τρεῖς ἡμέρες ἀπό τούς Χριστιανούς καί ἐνταφιάσθηκε μέ εὐλάβεια.  

   Τό μαρτύριο τοῦ ῾Αγίου συνέγραψε ὁ ̉Ιωάν. Καρυοφύλλης καί τυπώθηκε στήν Βενετία ἀπό τόν ῞Αγιο Νικόδημο τόν ῾Αγιορείτη.

   ῾Η ἁγιοκατάταξή του ἀπό την Ρουμανική ῾Ιερά Σύνοδο ἔγινε τό 1950 καί ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 12 Μαΐου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν Νεομάρτυρα  ̉Ιωάννην τὸν ἐκ Βλαχίας

τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσά­κουσον, μεθ̉ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τῷ Νεομάρτυρι Χριστοῦ Ἰωάννῃ,* εὐσεβοφρόνως οἱ πιστοὶ δεῦτε πάντες,* ἐν κατανύξει κράξωμεν ἐκ βάθους ψυχῆς,* ῥῦσαι τοὺς προστρέχοντας,* λοι­μικῆς ἀσθενείας,* πάσης περιστάσεως καὶ ποικίλων κινδύνων,* ταῖς πρὸς  Χριστὸν λιταῖς σου θαυμαστέ,* τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτα ἀκοίμητε.

Δόξα Πατρὶ…  ̉Απολυτίκιον. Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου...

Τῆς Βλαχίας τόν γόνον καί πιστῶν καταφύγιον* τῶν  ̉Ορθοδόξων τό κλέος καί ἰατρόν τόν ἀνάργυρον* ̉Ιωάννην τιμήσωμεν πιστοί* τόν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν* τόν παρέχοντα βοήθειαν ταχυνῶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ Σέ δοξάσαντι Χριστῷ˙* Δόξα τῷ Σέ στεφανώσαντι˙* Δόξα τῷ παρέχοντι διά σοῦ ἡμῖν μετάνοιαν.

Καὶ νῦν … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τς  δὲ  διεφύλαξεν  ἔως  νῦν  ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Τὰς χείρας μου αἴρω ἱκετικῶς* πρὸς σὲ Νέομάρτυς*  ̉Ορθοδόξων καταφυγή,* εὐμένισον δέομαι ὁ τά­λας* τὸν Πανοικτήρμονα  κτίστην τοῦ σύμπαντος.

Τὸν Κύριον πάντων καὶ Ποιητήν,* ἱκέτευε μάρτυς* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς,* ὅπως ὑγιείαν τε καὶ ῥώμην* παράσχῃ ἡμῖν τοῖς σοι πίστει προσφεύγουσι.

Βίον ἀκηλίδωτον καὶ σεμνὸν* παράσχου ἱκέταις* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς* ἡμῖν τοῖς σοι προσφεύγουσι πίστει* πρὸ τῆς ἁγίας εἰκόνος σου, ἔνδοξε.

Θεοτοκίον.

῾Ικέτας ἀξίωσον, Μαριάμ,* μελετᾶν ἡδέως τοῦ Υἱοῦ Σου τάς ἐντολᾶς* καί ταῦτας ἀξίωσον τη­ρεῖσαι,* ἵνα ἅπαντες Αὐτόν δοξάζουσι.

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἅπαντες* σὲ καθικετεύομεν πίστει* καὶ σοῦ δεόμεθα,*  Τοῦτον  εὐμένησόν  συ,*  ̉Ιωάννη  θεόφρον* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύ­γιον.  

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβε-σον,* ἀ­γρούς, Νεομάρτυς, καὶ οἰκίας* σὺ διαφύλαττε­,* ἵνα  ὑμνοῦμεν  σὲ* τὸν  τοῦ  Χριστοῦ  στρατιώ­την* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον. 

 ̉Οφθαλμοὺς ἀλλοδόξων, ̉Ιωάννη, ἄνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγησον* καὶ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν ἡμῖν, μάρτυς, ὑμνεῖσαι* καὶ λα­τρεύσαι δέομαι* σύ καταξίωσον.

Θεοτοκίον.

῏Ω Πανάχραντε κόρη,* χριστιανῶν καύχημα* καί τῶν ὀρθοδόξων τό κλέος,* σύ μέ προστάτευσον* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἐχθροῦ* καί ἐκ δολίων ἀνθρώπων* καί παθῶν, Πανάμωμε,* ψυχῆς ἁπάλλαξον.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.

 ̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κά­κωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ὁ Χορός τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνέ,* καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτε­νῶς βο­ῶμέν σοι,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κιν­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς  σοι  πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας. 

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε.

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, ̉Ιωάννη εὔσημε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Σωφροσύνην παράσχου μοι* καὶ ταπείνωσιν, Ἰωάννη ἔνδοξε,* καὶ τὸν νοῦν μου ἀποκάθαρον,* ἐκ τῶν φαύλων σκέψεων, θεόφιλε.

Τὴν ψυχήν μου διάσωσον,* ἐκ τῶν παθῶν, Ἰωάννη μακάριε,* καὶ τὸ σῶμά μου προστάτευσον,* ἐκ ποικίλων νόσων, ἀκατάβλητε.

Θεοτοκίον.

 ̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέ­σποινα Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατάφεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε. 

ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς…

Σὲ παρακαλῶ,* Ἰωάννη παμμακάριστε,* τοὺς Ὀρθοδόξους ἐκ πλάνης, θαυμαστέ,* καὶ ἐκ κινδύνων* σοῦ λιταῖς διαφύλαττε.

Νέος ἀθλητής,* ἀνεδείχθης Μάρτυς, ἔνδοξε,* καὶ Ὀρθοδόξων πιστῶν καταφυγή,* ὦ Ἰωάννη,* Βλαχίας δόξα καὶ σέμνωμα.

Φρούρησον ἡμᾶς* ταῖς πρεσβείαις σου Μακάριε,* καὶ  τοὺς ἱκέτας  σκέπε  Μάρτυς  σεμνέ* καὶ ἐξ ὀδόντων τοῦ ἐχθροῦ,* ταχύ ἐξάρπασον.

Θεοτοκίον.

῎Αχραντε θερμῶς,* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος,* ἐκ τῶν παγίδων ἀρχεκάκου ἐχθροῦ,* τὸν Σὸν ἱκέτην,* ἀπαύστως Μαριάμ, προστάτευσον.

ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Νῦν πάντες, ἱκετικῶς προσφεύγομεν,* καὶ δεόμεθα θερμῶς, ̉Ιωάννη, ἐκ τοῦ καρκίνου διάσωσον πάντας,* καὶ ἐξ ἐχθρῶν ἀοράτων προστάτευσον,* καὶ φύλαττε ἐκ  συμφορῶν,* τοὺς  ἱκέτας  σου,  ̉Ιωάννη ἔνδοξε.

Σωμάτων, θεραπευτὴν καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδόξων ἡ πληθὺς θεοφόρε,* καὶ τῶν ψυ­χῶν ἰατρὸν καὶ προστάτην,* καὶ τῶν ἐν θλίψει καὶ ζάλαις προπύργιον,* ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

̉Εκ νόσων διαφύλαττε τάχυον* τοὺς ἀχρείους ἱκέτας, παμμάκαρ,* καὶ ἐκ παθῶν καὶ δεινῶν ἀλγηδόνων,* ῥῦσαι σοῦ δούλους ἀπαύστως, ἀήττητε* καὶ σῶσον τοὺς Χριστιανοὺς,* ἐκ παγίδων τοῦ ὄφεως, ῞Αγιε.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως  καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία...

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθε­τος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉Ιωάννη θαυμαστέ, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθοδό­ξων κατά­φύγι­ον. 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. (δίς)

Στίχος. Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καί εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου.

Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πλη­θυνθήσεται.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν...

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ἁγίου Εὐαγγελίου... (Κεφ. ι΄ 32 – 36, ιαʹ 1).

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς˙ πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς˙ ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν˙ οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. ῏Ηλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς˙ καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα μαθηταῖς αὐτοῦ, μετέβη ἐκεῖθεν τοῦ διδάσκειν καὶ κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ …

Ταῖς τοῦ ̉Ιωάννου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν …

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προ­στάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανά­ριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθί­αν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, ̉Ιωάννη,* καὶ γίνου σὺ προ­στάτης καὶ φρουρὸς* καὶ βακτηρία ἀκλόνητος* τῶν πιστῶν, Μακάριε.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…

῾Ο Χορός: Κύρει, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Οὐρανῶν Κυβερνήτην,* Ἰωάννη θεόφρων σφοδρῶς ἠγάπησας˙* διὸ καὶ τὴν ζωήν  σου,* ὡς ἄκακον ἀρνίον,* Αὐτῷ προσενήνοχας˙* ὦ Νέομάρτυς Χριστοῦ,* προστάτευσον ἱκέτας.

Νικητὴς ἀνεδείχθης,* τῶν παθῶν, Ἰωάννη ἀξιοθαύμαστε,* καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ῎Αγαρ,* οὐδόλως ἐφοβήθης,* διὸ πάντες κραυγάζομεν˙* ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν,* Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανία* καταπαύει ὁ Πλάστης λιταῖς σου ἕνδοξε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ γονυκλινῶς σοῦ δέονται,* τὸν ζωοδότην Χριστόν,* εὐμένισον λιταῖς Σου.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

ᾨδὴ η’. Τόν Βασιλέα…

Τὸν Βασιλέα* καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθικέ­τευε, μάρτυς  ̉Ιωάννη,* ὅπως  τοῖς  ἀτέκνοις* παράσχῃ τέκνα τάχος.

Σέ, Νεομάρτυς,* καθικετεύομεν πάντες* τὸν Δε­σπότην τῶν ὅλων δυσώπει,* ὅπως τήν πατρίδα* ἡμῶν περιφρουρήσῃ.

Τὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν ὀλεθρίων,* σὺ διάσω­σον τάχος, Θεόφρον,* καὶ φύλαττε, μάρτυς,* ἐκ πλά­νης δι­αβόλου. 

Θεοτοκίον.

Τὴν ἀνεργίαν, Παρθενομήτωρ Μαρία,* σαῖς λι­ταῖς* ἐξ ῾Ελλάδος* ὁ Πλάστης ἐκδιώκει˙* διὸ δο­ξάζομέν σε.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Λιμήν σύ καί προστάτης,* ἐδείχθης  ̉Ιωάννη,* καί τῶν  ̉Ορθοδόξων τεῖχος ἀκράδαντον,* καταφυγή τε καί σκέπη* καί ἀγαλλίαμα.

Χαράν καί εὐφροσύνην* πίστιν καί ἀγάπην* τοῖς σοῖς ἱκέταις παράσχου, μακάριε,* ἵνα σεμνέ  ̉Ιωάννη,* σέ πάντες δοξάζωμεν.

Τὰς νόσους θεραπεύεις* τῶν σοι προσφευγό­ντων* καὶ ἐπιθέσεις δαιμόνων ἐλαύνεις, σεμνέ,* καί τοῖς πιστοῖς συ παρέχεις* τάχος τὰ κρείττονα.

Θεοτοκίον.

 ̉Αξίωσον ἱκέτην,* Δέσποινα τοῦ κόσμου,* ἀκατα­κρίτως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα δοξάζω σε. 

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

῎Ελαβες τήν χάριν παρά Θεοῦ*  ̉Ιωάννη μάρτυς,* θεραπεύειν ὁλοτελῶς* ὄγκους καί ἰώσεις* διό καί οἱ νοσοῦντες* βοήθειαν αἰτοῦσι* ἐκ σοῦ πανύμνητε.

Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώσιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλ­λη* ἰδεῖν ἀξίωσον.

Σπεῦσον εἰς τὰς κλίνας τῶν ἀσθενῶν* καὶ τούτοις παράσχου,* ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ἀκλόνητον ὑγείαν,* μετάνοιαν καὶ πίστιν* καὶ Κύριον ἁπάντων* αἰνεῖν ἀξίωσον.

Πάντας τούς προστρέχοντας ἐπί σέ* μή ἐγκαταλείπεις* ἀλλά δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καί ἀγάπην,*  ὑγείαν, σωφροσύνην* καί τοῦ Θεοῦ τήν δόξαν* ἰδεῖν ἀξίωσον.

Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή,* Μάρτυς, ἀνεδεί­χθης* καὶ προπύργιον τῶν πιστῶν* καὶ τῆς νέο­λαίας,* φρουρὸς τε καὶ προστάτης,* ̉Ιωάννη μά­καρ,  ̉Αγγέλων σύσκηνε.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρίου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πά­ντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς  τὸ  σωθῆναι  ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν.. ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν…, ὁ Χορός: ̉ Α­μήν. 

Εἶ­τα τὸ  ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου...

Τῆς Βλαχίας τόν γόνον καί πιστῶν καταφύγιον* τῶν  ̉Ορθοδόξων τό κλέος καί ἰατρόν τόν ἀνάργυρον* ̉Ιωάννην τιμήσωμεν πιστοί* τόν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν* τόν παρέχοντα βοήθειαν ταχυνῶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ Σέ δοξάσαντι Χριστῷ˙* Δόξα τῷ Σέ στεφανώσαντι˙* Δόξα τῷ παρέχοντι διά σοῦ ἡμῖν μετάνοιαν.

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ τα­πείνωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀκοίμη­τον καὶ ὁδηγόν ἀσφαλῆ.* Μάκαρ Νεομαρτύρων, τό κλέ­ος,* χη­ρῶν ἀνεδείχθης προστάτης* καὶ τῶν ἐν ἀνά­γκαις κα­ταφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡ­μᾶς.

̉ Αμήν


3. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…