ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Σάββατο, Απριλίου 18, 2026
Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2026
«Χαίρε Αμνού και Ποιμένος Μήτηρ», (Β΄ Στάση των Χαιρετισμών).
«Χαίρε Αμνού και Ποιμένος Μήτηρ», (Β΄ Στάση των Χαιρετισμών).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως -Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 6η Μαρτίου 2026
Όπως είναι γνωστόν, σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, Παρασκευή της δευτέρας εβδομάδος των νηστειών, η Εκκλησία μας ψάλλει την δεύτερη Στάση των Χαιρετισμών της χαρμόσυνης ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου. Στον πρώτο Οίκο της δεύτερης Στάσης, παρουσιάζονται οι βοσκοί, που αξιώθηκαν πρώτοι να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Χριστό: «Ήκουσαν οι ποιμένες των αγγέλων υμνούντων την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν και δραμόντες ως προς ποιμένα θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον…». Μόλις άκουσαν οι βοσκοί τον ύμνο των αγγέλων, έτρεξαν να προσκυνήσουν τον Σωτήρα ως τον Μέγα Ποιμένα. Και εκεί τους περίμενε το εξής παράδοξο και απροσδόκητο: Είδαν τον Ποιμένα «ως αμνόν άμωμον». Γι’ αυτό και ο υμνογράφος στη συνέχεια βάζει στο στόμα των βοσκών τον εξής χαιρετισμόν: «Χαίρε Αμνού και Ποιμένος Μήτηρ, Χαίρε αυλή λογικών προβάτων».
Με το πρόσωπο του Χριστού μας συνδέονται καταπληκτικές και παράδοξες αντιθέσεις, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και δείχνουν ακριβώς την παρουσία και την παντοδυναμία του. Ο Χριστός είναι ταυτόχρονα και ο θύτης που προσφέρει την θυσία της ζωής του, αλλά και το θύμα που θυσιάζεται. Είναι «ο μεριζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος». Είναι ο οδηγός αλλά και η οδός. Είναι ο ποιμένας, αλλά και ο αμνός. Μόνον ο Χριστός έχει αυτά τα παράδοξα, διότι μόνο στο πρόσωπό του συναντούμε το θεϊκό με το ανθρώπινο, συνηρμοσμένα σ’ έναν ασύλληπτο συνδυασμό. Μεγάλο μάθημα της πίστεώς μας, ότι ο Κύριός μας είναι αμνός, αλλά και ποιμένας.
Ας προσπαθήσουμε κάπως να προσεγγίσουμε αυτήν την αλήθεια. Για να την κατανοήσουμε καλύτερα θα πρέπει να ανατρέξουμε στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Όλες οι θυσίες των ζώων, που έκαναν οι Εβραίοι την εποχή εκείνη, δεν μπορούσαν να προσφέρουν την λύτρωση και την σωτηρία, γι’ αυτό και είχαν τυπικό και προφητικό χαρακτήρα. Προεικόνιζαν και προτύπωναν την μία και μοναδική θυσία, την σταυρική θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτόν προεικόνιζε ο αμνός που θυσίαζαν οι Εβραίοι, όταν εόρταζαν το Πάσχα. Αυτόν βλέπει με το προφητικό του μάτι ο προφήτης Ησαΐας, όταν γράφει: «Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη». Έτσι τον παρουσιάζει στο λαό ο μεγαλύτερος από όλους τους προφήτες, ο άγιος Ιωάννης ο πρόδρομος, όταν για πρώτη φορά τον αντίκρυσε και είπε: «ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο αμνός του Θεού, ο Κύριός μας, φορτώνεται πάνω του την αμαρτία του κόσμου. Τι μεγάλη αλήθεια!
Ο άνθρωπος με την επιστήμη και την τεχνολογία του κατόρθωσε να κατασκευάσει μεγάλους και δυνατούς γερανούς, που μπορούν να σηκώσουν δεκάδες και εκατοντάδες τόνους βάρος. Και όμως κανένας από αυτούς δεν μπορεί να σηκώσει και την πιό μικρή αμαρτία. Δεν υπάρχει τίποτε πιό βαρύ από την αμαρτία, αλλά και τίποτε πιό αδύναμο από ένα αρνί. Δεν έχει ούτε πόδια δυνατά για να τρέξει, ούτε νύχια για να ξεσκίσει, ούτε δόντια για να δαγκάσει, ούτε φτερά για να πετάξει. Άκακο, αγνό, αδύναμο ζώο το πρόβατο. Και όμως ιδού το παράδοξο: «ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο αμνός του Θεού, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, είναι αυτός, που μόνος μπορεί να σηκώσει επάνω του όλη την αμαρτία του κόσμου. Με την σταυρική θυσία του, με το πολύτιμο και ανεκτίμητο αίμα του εξαλείφει, σβύνει όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Στην αποκάλυψη ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος τον βλέπει σε όραμα «ως αρνίον εστηκώς ως εσφαγμένον» (Αποκ. 5,6). Βλέπει με το προφητικό του μάτι ένα αρνί, το οποίο είναι σφαγμένο, αλλά τι παράδοξο! Το αρνί αυτό το σφαγμένο, στέκεται όρθιο! Είναι ο Κύριός μας, ο εσταυρωμένος, που φέρει επάνω του τα σημάδια της σφαγής του, αλλά και αναστημένος.
Αμνός λοιπόν και θύμα άμωμον ο Κύριός μας. Είναι όμως ταυτόχρονα και ποιμένας. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες από την αγία Γραφή, που τον παρουσιάζουν με την εικόνα του ποιμένος. Ο Δαυΐδ στον 22ο Ψαλμό του βλέπει τον Κύριο ως ποιμένα και τον εαυτό του ως πρόβατο της ποίμνης του: «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει. Εις τόπον χλόης, εκεί με κατεσκήνωσε. Επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με, την ψυχήν μου επέστρεψε…». Ο βοσκός βόσκει τα πρόβατά του σε χλοερά λειβάδια, τα ποτίζει σε δροσερές πηγές, τα ξεκουράζει σε μέρη σκιερά, τα προστατεύει από τους λύκους και από κάθε κίνδυνο, φροντίζει με κάθε τρόπο, ώστε να μην τα λείψει τίποτε. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Κύριός μας ο πνευματικός ποιμένας και καθοδηγός των ψυχών μας. Μας τρέφει με την σάρκα του και μας ποτίζει με το αίμα του. Μας καθοδηγεί με τον λόγον του, μας προστατεύει και μας ασφαλίζει από τους νοητούς λύλους, τους δαίμονες, αλλά και από ανθρώπους που γίνονται όργανα των δαιμόνων. Αρχίζει το απολυτρωτικό του έργο ως ποιμένας και διδάσκαλος και το ολοκληρώνει με την σταυρική του θυσία, ως ο μέγας αρχιερεύς. Με τα θαύματα και την διδασκαλία του γίνεται ο αληθινός ηγέτης, ο οποίος καλεί κοντά του όλους τους ανθρώπους, που έμοιαζαν με «πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Δημιουργεί ομάδα μαθητών, δηλαδή τους 12 μαθητάς και στη συνέχεια τους 70, που αποτελούν το πρώτο ποίμνιό του. Στην παραβολή του καλού ποιμένος, (Ιω. κεφ. 10), παρουσιάζει την στοργική αγάπη, που έχει για τα λογικά του πρόβατα. Όταν χαθεί ένα πρόβατο δεν αδιαφορεί, αλλά αφήνει τα υπόλοιπα και ψάχνει να βρή το χαμένο. Σκύβει ανάμεσα σε βράχια και γκρεμούς, ανάμεσα σε βάτους και αγκάθια. Και όταν το βρεί, το παίρνει στους ώμους του και επιστρέφει γεμάτος χαρά στη μάνδρα.
Σε άλλη παραβολική εικόνα ο Κύριος παρουσιάζεται ως ο μόνος αληθινός και γνήσιος ποιμένας, ο οποίος έχει τόση αγάπη για τα πρόβατά του, ώστε να θυσιάζεται γι’ αυτά: «Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Ο κάθε τσομπάνος, που βόσκει πρόβατα, όσο καλός και αν είναι, όση αγάπη και αν έχει για τα πρόβατά του, ποτέ δεν φθάνει στο σημείο να θυσιάσει την ζωή του γι’ αυτά. Απεναντίας μάλιστα, τα εκμεταλλεύεται, διότι περιμένει κάποιο κέρδος από αυτά. Μόνον ο Χριστός έχει ανιδιοτελή αγάπη για τα πρόβατά του, διότι όχι μόνον δεν τα εκμεταλλεύεται, δεν θυσιάζει τα πρόβατά του, αλλά αντιθέτως θυσιάζεται γι’ αυτά. Ποιά αγάπη μπορεί να συγκριθεί με την δική του; «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού», θα πει στους μαθητές του κατά το Μυστικό Δείπνο.
Δεν έχει όμως μόνον απέραντη και ασύγκριτη αγάπη για τα πρόβατα. Έχει και την δύναμη να τα προστατεύσει από κάθε κίνδυνο: «Και ούχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου», λέγει σε άλλο σημείο της παραβολής του καλού ποιμένος. Κανένας δεν μπορεί να αρπάξει τα λογικά του πρόβατα από το παντοδύναμο χέρι του. Κανείς, ούτε άνθρωπος ούτε δαίμονας, δεν μπορεί να τα αποσπάσει από την μάνδρα της Εκκλησίας του. Λυσομανούν έξω από την μάνδρα της Εκκλησίας οι αιρετικοί, σαν άλλοι άγριοι λύκοι, για να κατασπαράξουν τα πρόβατα. Θα αποτύχουν όμως όλες οι επιθέσεις των, δεν θα κατορθώσουν τίποτε, διότι ο Χριστός είναι ανίκητος πολεμιστής. Εφ’ όσον τα πρόβατα θα παραμένουν μέσα στην μάνδρα της Εκκλησίας και δεν φύγουν με την θέλησή τους από αυτήν, δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο. Ο Κύριος με απέραντη ευκολία θα διαλύσει τους εχθρούς της ποίμνης του, σύμφωνα με την προφητεία του Δαυΐδ: «ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς». Με το σιδερένιο, το πανίσχυρο ραβδί του θα συντρίψει τους εχθρούς σαν πήλινα σκεύη.
Όλες όμως αυτές τις ανεκτίμητες δωρεές, όλα αυτά τα χαρίσματα που αξιωθήκαμε να λάβουμε από τον Κύριο, τα οφείλουμε κατά δεύτερο λόγο και στην Παναγία, διότι Αυτή τον έφερε στον κόσμο, δι’ αυτής εσαρκώθη και έγινε άνθρωπος ο Κύριος. Δικαιολογημένα λοιπόν ευχαριστούμε και τιμούμε και μεγαλύνουμε την Θεοτόκο όλοι εμείς, τα μέλη της ποίμνης του Χριστού, με θάρρος δε καταφεύγουμε στην μητρική αγκαλιά της και επιζητούμε τις πρεσβείες της και την προστασία της.
Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2025
Συγκλονιστικόν θαῦμα τῆς Θεοτόκου εἰς Κέρκυραν

Περὶ τὸ 1530 μ.Χ., στὴν Κέρκυρα, ἕνας ἀγαθὸς νέος, ὁ Στέφανος, ἐπέστρεφε ὁδοιπόρος στὸ χωριό του ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου εἶχε πάει. Κάποια στιγμὴ οἱ συνοδοιπόροι του διέκριναν ἀπὸ μακριὰ μερικοὺς νεαρούς, οἱ ὁποῖοι μετέφεραν ἀλεύρι καὶ θέλησαν νὰ τὸ κλέψουν. Ὁ Στέφανος δὲν συμφώνησε σ’ αὐτὴ τὴν ἐνέργεια, ὅμως ἐκεῖνοι προχώρησαν στὴν ἄνομη πράξη.
Τὰ θύματα τῆς ληστείας εἰδοποίησαν τὸν διοικητὴ Σίμωνα Μπάιλο, κι ἐκεῖνος ἔστειλε στρατιῶτες, γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς ἐνόχους. Οἱ στρατιῶτες συνέλαβαν μόνο τὸν Στέφανο, γιατί οἱ ἄλλοι εἶχαν ἐξαφανιστεῖ, ἐνῶ ἐκεῖνος βάδιζε κανονικὰ καθὼς γνώριζε ὅτι δὲν εἶχε πράξει κάτι κακό. Οἱ στρατιῶτες δὲν τὸν πίστεψαν καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Στὸ δικαστήριο καὶ πάλι δὲν τὸν πίστεψαν καὶ τὸν καταδίκασαν σὲ τρομερὴ ποινή· τὸν τύφλωσαν βγάζοντάς του καὶ τὰ δύο μάτια. Ὁ Στέφανος πλέον δὲν μποροῦσε νὰ ἐξυπηρετηθεῖ ἀπὸ μόνος τους καὶ τὸν βοηθοῦσε ἡ μητέρα του.
Στὴν παρακείμενη παραθαλάσσια πόλη Κασσιόπη ὑπῆρχε ναὸς τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἀποτελοῦσε μεγάλο προσκύνημα μὲ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὁ Στέφανος πῆγε σ’ αὐτὴ τὴν πόλη, μὲ τὴ μητέρα του προσκύνησε τὴν εἰκόνα. Ἔμειναν ὅλο τὸ βράδυ στὴν ἐκκλησία. Ἡ μητέρα του, πολὺ κουρασμένη, κοιμήθηκε ἀμέσως. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ κοιμηθεῖ, ἐπειδὴ πονοῦσε πολύ.
Κάποια στιγμὴ τὸν πῆρε ἕνας ἐλαφρὺς ὕπνος. Ξαφνικὰ ἔνιωσε δύο χέρια νὰ τὸν ἀκουμποῦν καὶ νὰ ψηλαφοῦν τὶς κόγχες, ὅπου ὑπῆρχαν τὰ μάτια του. Ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἀναρωτιόταν ποιὸς τὸν εἶχε ἀγγίξει. Βλέπει τότε μπροστά του μία γυναίκα λαμπροφορεμένη, μέσα σὲ φῶς, ἡ ὁποία μετὰ ἀπὸ λίγο ἐξαφανίστηκε. Ὁ Στέφανος γύρισε τὸ κεφάλι του καὶ εἶδε τὰ καντήλια ἀναμμένα! Ξύπνησε τὴ μητέρα του καὶ τὴ ρώτησε ποιὸς ἄναψε τὰ καντήλια. Ἐκείνη τοῦ εἶπε νὰ σωπάσει, νομίζοντας πὼς ὀνειρευόταν, ἀλλὰ ὁ Στέφανος ἐπέμενε. Σηκώθηκε τότε ἡ μητέρα του καὶ κοίταξε μὲ ἀνησυχία καὶ λακτάρα τὸ πρόσωπό του. Αὐτὸ ποὺ ἀντίκρυσε ἦταν ἕνα συγκλονιστικὸ θαῦμα· ὁ Στέφανος ἀντὶ γιὰ κενὲς κόγχες εἶχε δύο γαλανὰ μάτια, ἐνῶ, πρὶν τὸν τυφλώσουν, τὰ μάτια του ἦταν μαῦρα! Τὸ μόνο ποὺ εἶχε ἀπομείνει ὡς ἀπόδειξη τῆς πρώην τύφλωσής του ἦταν τὸ σημάδι στὰ βλέφαρά του ἀπὸ τὸ πυρακτωμένο σίδερο τοῦ δημίου.
Ὁ ἴδιος καὶ ἡ μητέρα του εὐχαρίστησαν μὲ πολλὴ χαρὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιὰ τὴ γρήγορη ἐπέμβασή της. Τὸ θαῦμα ἔγινε γνωστὸ σὲ ὅλη τὴν περιοχὴ καὶ ὁ διοικητὴς ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν Στέφανο, τὸν ἀποζημίωσε μὲ πλούσια δῶρα καὶ ἀνακαίνισε μέ ἐπιμέλεια τὸν περίβολο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου.
Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2025
Σκέπη των χριστιανών
Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη
“Ἱερὸ πρόσωπο ἡ Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται.
Τιμᾶται ὅμως;”
Η Παναγία,
ἀγαπητοί μου, τῆς ὁποίας τὴν Σκέπη ἑορτάζουμε, εἶνε πρόσωπο ἱερό. Ἀλλ᾿ ὅπως ὁ
Υἱός της ἔγινε «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34), ἔτσι καὶ ἐκείνη ποὺ τὸν
φιλοξένησε στοὺς ἁγίους κόλπους της ὡς ἄνθρωπο.
Μετὰ τὸν
Χριστὸ ἡ Παναγία εἶνε σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Ἄλλοι τὴν ὑβρίζουν καπηλικώτατα,
τὴ βλασφημοῦν, τὴν περιφρονοῦν· ἄλλοι ὅμως τὴν ἀγαποῦν, τὴ σέβονται, τὴν
τιμοῦν, τὴν ὑψώνουν ὣς τὰ οὐράνια. Οἱ παπικοὶ ἔφθασαν ἀκόμη καὶ στὴν αἵρεσι
τῆς «Μαριολατρίας», δηλαδὴ νὰ τὴ λατρεύσουν ὡς θεά, ὅπως ἔκαναν γιὰ ἄλλες
γυναῖκες οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας.
Ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία ἀπέχει καὶ ἀπ’ τοὺς προτεστάντες ποὺ τὴ θεωροῦν ὡς ἁπλῆ γυναῖκα,
καὶ ἀπ’ τοὺς φράγκους ποὺ τὴν ἔχουν σχεδὸν θεοποιήσει μὲ τελετὲς καὶ ἀγάλματα.
Οἱ ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦμε τὴ μέση καὶ βασιλικὴ ὁδό· τὴν τιμοῦμε ὑπεράνω ὅλων
τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλ’ ὄχι ὡς Θεόν. Ἀπὸ καταβολῆς μέχρι συντελείας
τοῦ κόσμου δὲ θὰ γεννηθῇ ἄλλο λογικὸ κτίσμα σὰν αὐτήν. Εἶνε ἡ «ἁγία ἁγίων
μείζων» (Ἀκάθ. ὕμν. Ψ), ὑπεράνω τῶν ἁγίων ἀνδρῶν παλαιᾶς καὶ καινῆς διαθήκης,
ὑπεράνω πατριαρχῶν καὶ προφητῶν, ὑπεράνω τοῦ τιμίου Προδρόμου, ὑπεράνω πατέρων
καὶ μαρτύρων καὶ ὁσίων, ὑπεράνω ―προχωροῦμε― καὶ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων.
Ναί, ἀλλὰ Θεὸς δὲν εἶνε. Θεὸς ἕνας εἶνε, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὅπως
στὸν οὐρανὸ ―λένε οἱ πατέρες― ὑπάρχει ἕνας ἥλιος, μία σελήνη καὶ πολλὰ
ἄστρα, ἔτσι στὸν πνευματικὸ οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας ἥλιος πνευματικὸς ἄδυτος
εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, σελήνη – πανσέληνος ἡ Παναγία, καὶ
ἑκατομμύρια ἄστρα οἱ ἅγιοι. «Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ ἐκκλησία ἀνεδείχθη…» (κοντ.
13ης Σεπτ.)
Τιμοῦμε λοιπὸν
τὴν Παναγία μας. Καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεώς της μὲ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστὸν τὴν ἔχουμε μεσίτρια. Ἐκείνη προσεύχεται διαρκῶς στὸ Χριστὸ γιὰ τὴ
σωτηρία τοῦ κόσμου. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴ Γραφὴ «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου
ἐνεργουμένη» (Ἰακ. 5, 16), πολὺ περισσότερο «ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς
εὐμένειαν Δεσπότου» (Μ. Ἀπόδ.).
Ἡ Παναγία εἶνε
ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοτόκος, ἀλλὰ καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν Χριστιανῶν, «ἡ
γλυκειά μας μάνα». Γι’ αὐτὸ καθένας, ὅποιος κι ἂν εἶνε καὶ σὲ ὅποια περίστασι
κι ἂν βρεθῇ, ἐκείνην φωνάζει.
Ἡ Παναγία εἶνε
ζωντανή. Ζῇ καὶ βασιλεύει, καὶ κάνει θαύματα, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων. Μὲ τὴν
ἁγιότητα καὶ τὴν παρρησία της, ἑλκύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τὰ θαύματά της εἶνε
πολλά.
Ἕνα βιβλίο,
ποὺ γνώρισε μεγάλη κυκλοφορία στὴν τουρκοκρατία, εἶνε ἡ «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία».
Ἦταν τρόπον τινὰ τὸ ἀναγνωστικὸ τῶν ὑποδούλων καὶ ἡ μελέτη του γέννησε
ἥρωες. Ὑποδεικνύει στοὺς ἁμαρτωλοὺς πῶς νὰ ζήσουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Ὑπῆρχε στὰ
σπίτια τῶν Χριστιανῶν. Τὸ διάβαζα κ’ ἐγὼ μικρὸς στὸ πατρικό μου κ᾽ ἔκλαιγα ἀπὸ
συγκίνησι. Τὸ βιβλίο αὐτὸ σὲ εἰδικὸ μέρος ἐξιστορεῖ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα
θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ ἡ Παναγία.
Ἐγὼ θὰ
ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας δύο θαύματα, ἕνα παλαιὸ καὶ ἕνα νεώτερο.
* * *
Ποιό εἶνε τὸ
παλαιό; Συνέβη στὴν Κωνσταντινούπολι στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος, ἐπὶ τῆς βασιλείας
Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Ἀγαρηνοὶ πολιορκοῦσαν τὴ Βασιλεύουσα. Ὁ στρατὸς ἄγρυπνος
φρουροῦσε τὰ τείχη. Καὶ ὁ λαὸς ὅλος ἔκανε ἀγρυπνία μὲ δάκρυα στὸ ναὸ τῶν
Βλαχερνῶν. Εἶχαν περάσει πλέον τὰ μεσάνυχτα. Καὶ τότε ἔγινε τὸ θαῦμα. Εἶνε
αὐτὸ τοῦ ὁποίου τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε σήμερα. Σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ ναοῦ
προσευχόταν μαζὶ μὲ ὅλους κ’ ἕνας ἀσκητής, ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν
σαλός. Αἴφνης τί ἔγινε; Μὲ τὴν κεραία τῆς πίστεως, ποὺ εἶχε ἐκεῖνος, εἶδε ἕνα
ὅραμα θαυμάσιο. Ἀπὸ τὰ οὐράνια μέσα σὲ φῶς κατέβαινε ἡ Παναγία μας
συνοδευομένη ἀπὸ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Ἦλθε στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, εἰσῆλθε
ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο, στάθηκε μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ
δεήθηκε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἔπειτα ἀφαίρεσε ἀπὸ τὴν ἁγία κεφαλή της τὸ μαντήλι
ποὺ φοροῦσε ―τότε ὅλες οἱ γυναῖκες φοροῦσαν μαντήλι―, ἅπλωσε αὐτὸ τὸ
κάλυμμά της, τὸ μαφόριον ὅπως λεγόταν, καὶ σκέπασε μ’ αὐτὸ τὸ λαό, μικροὺς καὶ
μεγάλους, τὸ στρατὸ καὶ τοὺς ἄρχοντας, ὅλη τὴν Πόλι, καὶ τέλος ἀπεχώρησε
ἐπιστρέφοντας πάλι στοὺς οὐρανούς. Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, τὸ ἐπιβεβαίωσε
καὶ ὁ μαθητής του ἅγιος Ἐπιφάνιος ποὺ ἦταν δίπλα του. Ἡ εἴδησις μετεδόθη καὶ
ἔδωσε δύναμι στοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς πόλεως. Τὴν ἐπέτειο λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ
θαύματος ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Σκέπη, μία ἀπὸ τὶς θεομητορικὲς
ἑορτές.
Ἴσως ὅμως
κάποιος σκεφθῇ· ―Αὐτὰ συνέβαιναν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέω, ὅτι
τὸ θαῦμα αὐτὸ ἡ Παναγία τὸ ἐπανέλαβε καὶ στὶς ἡμέρες μας. Πότε; Στὶς 28
Ὀκτωβρίου 1940. Ὅσοι ἤμεθα αὐτόπται, αὐτήκοοι καὶ συντελεσταὶ τῶν γεγονότων
ἐκείνων, ἔχουμε αἴσθησι τοῦ μεγαλείου. Τί ἔγινε τότε; Ἤχησαν οἱ σειρῆνες,
σήμαναν οἱ καμπάνες, σάλπισαν οἱ σάλπιγγες. Τί ἦταν ἐκεῖνο! Μοναδικὸ φαινόμενο.
Ἔφευγαν οἱ νέοι πρόθυμοι γιὰ τὸ μέτωπο, σὰ νὰ πήγαιναν σὲ γάμο. Ἔπαλλαν ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ
γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Πορεύονταν ἐν καιρῷ νυκτός, μὲ τὰ πόδια, χωρὶς αὐτοκίνητα.
Ἔσπευδαν νὰ δώσουν τὸ παρών. Ἂν τοὺς ἔψαχνες, εἶχαν ὅλοι σταυρουδάκι στὸ λαιμὸ
καὶ στὸ πορτοφόλι τὴν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ χάρισε ὁ
ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος μαζὶ μὲ τὴν εὐχή του. Καὶ πήγαιναν ἀπὸ κορυφὴ σὲ
κορυφή. Καὶ πῆραν τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τὰ ἕνωσαν μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ.
Εἶπαν τὸ «ΟΧΙ» ἐκεῖνο, τὸ πανελλήνιο, ποὺ ἔμεινε στὴν ἱστορία, γιατὶ ἔχει
τόση ἀξία ὅση καὶ τὸ«Μολὼν λαβέ» τοῦ Λεωνίδα. Ὅσοι ὑπηρέτησαν τότε ὡς
στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, θυμοῦνται ὅτι, ὅταν κατελήφθη ὁ Μοράβας, μπαίνοντας στὴν
Κορυτσά, οἱ στρατιῶτες μας ὅλοι, ὅπως ἦταν ἱδρωμένοι καὶ σκονισμένοι, πῆγαν
στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ γονυπετεῖς αὐτοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς πόλεως ἔψαλαν
ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Κι ὅταν κατελάμβαναν
μιὰ ψηλὴ κορυφὴ καὶ ὕψωναν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, πάλι «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…»
ἔψαλλαν. Καὶ κάτι ἄλλο θαυμαστό, ποὺ ἔμαθα· ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀσκηταί,
ποὺ ἔγιναν μοναχοὶ ἀκριβῶς διότι ὡς στρατιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ εἶδαν τὸ θαῦμα
τῆς Παναγίας, εἶδαν πάνω στὶς ψηλὲς κορυφὲς τὴν ἴδια τὴν Παναγία μας. Τὴν
εἶδαν, ὅπως τὴν εἶδε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἀσκητὴς στὸ ναὸ τῶν Βλαχερῶν. Ὤ ἡμέρες
δόξης τότε, ποὺ τὸ ἔθνος μας προκάλεσε τὸν παγκόσμιο θαυμασμό!…
* * *
Ἱερὸ πρόσωπο ἡ
Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται. Τιμᾶται ὅμως;
Ὤ, ἐδῶ μοῦ
ἔρχεται νὰ κλάψω. Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό. Ἂν εἴχαμε, στὴν Ἑλλάδα δὲν θ’
ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια τῆς Παναγίας. Τώρα, ἂν τολμήσῃς καὶ βρίσῃς τὴ
γυναῖκα τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας ἢ τὸν ἴδιο ἢ τὸν πρωθυπουργὸ ἢ τὸν ἀρχηγὸ
κάποιου κόμματος, πᾷς δυὸ χρόνια φυλακή. Δὲν εἴμεθα ἀναρχικοὶ οὔτε συνιστοῦμε
ἀπειθαρχία. Εἴμεθα νομοταγεῖς. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν πῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ
πρόσωπα, ποὺ ἐξελέγησαν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, εἶνε μὲν ἄξια τιμῆς, ἀλλὰ μπροστὰ
στὸ Χριστὸ καὶ μπροστὰ στὴν Παναγία ―ἐὰν πιστεύουμε― εἶνε πελώρια μηδενικά. Ἐν
τούτοις βλέπεις τὸ δικαστὴ καί, ὅταν ἀκούσῃ ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν Παναγία,
γελάει ἐπὶ τῆς ἕδρας του. Ἂν ἀκούσῃ, ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν κυρία προέδρου
δημοκρατίας, ἄ τότε πέφτει τιμωρία!…. Νά ἡ ἁμαρτία μας· παύσαμε νὰ λατρεύουμε
τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ νὰ τιμοῦμε τὴν Παναγία, καὶ κάναμε Θεὸ τὰ πρόσωπα τῶν
ἐπιγείων ἀρχόντων.
Βλαστημοῦν
δυστυχῶς οἱ Ἕλληνες. Εἴμεθα τὸ πλέον βλάσφημο κράτος. Κ᾽ ἔπειτα ἀποροῦμε γιατί
γίνεται σεισμός. Κ᾽ ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔπεσαν ἀκόμη καὶ τ’ ἀστέρια ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
νὰ μᾶς κατακαύσουν.
Ἀλλὰ ἵλεως
γενοῦ, Κύριε. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ κακό. Δὲν ἁμαρτάνει μόνο αὐτὸς
ποὺ βλαστημάει· ἁμαρτάνεις κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς ἀδιάφορος. Ὁ Πλάτων εἶπε ὅτι
«τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης οὐδείς πρέπει νὰ μένῃ ἀπαθής». Κ’ ἐμεῖς λέμε· τοῦ Θεοῦ
καὶ τῶν ἱερῶν προσώπων ὑβριζομένων, ἀφείλεις ―ἂν πιστεύῃς― νὰ διαμαρτυρηθῇς,
ὅπως τοὐλάχιστον θὰ διεμαρτύρεσο ἐὰν κάποιος ἔλεγε τὴ μητέρα σου πόρνη. Τὸ εἶπε
ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· «Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν
βλαστημήσῃς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ».
Τελειώνω,
ἀγαπητοί μου, μὲ μία θερμὴ προτροπή. Κανείς μὰ κανείς νὰ μὴν ἀνεχώμεθα νὰ
βλαστημάῃ τὰ θεῖα στὸν τόπο μας. Ἂς δημιουργηθοῦν ἀντιβλασφημικὲς ὁμάδες, ὥστε
ὁ κάθε βλάσφημος νὰ φιμώνεται. Καὶ τότε πᾶν στόμα καὶ πᾶσα γλῶσσα θὰ ὑμνῇ τὴν
Παναγία Παρθένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Στον ιερό ναὸ Ἁγίας Σκέπης Πτολεμαΐδος, Δευτέρα
27-10-1986 ἑσπέρας)
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 30, 2025
Ἡ Παναγία ἡ Γοργοϋπήκοος
Δέξου, Παναγία μου, αὐτήν ἐδῶ τήν ἐξαγόρευση τῶν πολλῶν καί φοβερῶν μου ἁμαρτημάτων, καί μετάφερε τήν στόν μονογενῆ Υἱό σου καί Θεό, κάνοντας καί τήν παράκληση, νά λυπηθεῖ τήν ἄθλια καί ταλαίπωρη ψυχή μου· κ’ ἐπειδή τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου μ’ ἐμποδίζει νά Τόν ἀντικρύσω καί νά Τοῦ ζητήσω συγχώρεση, γι’ αὐτό ἦρθα νά σέ παρακαλέσω νά μεσιτεύεις καί νά ἱκετεύεις ἐσύ Ἐκεῖνον γιά μένα.
Παρότι ἀπόλαυσα πολλές καί μεγάλες δωρεές ἀπ’ τόν Θεό πού μέ δημιούργησε, ἐγώ τίς ξέχασα ὅλες αὐτές τίς δωρεές καί φάνηκα, ὁ ἄθλιος, πολύ... ἀχάριστος· συναγελάστηκα μέ τ’ ἄλογα κτήνη κ’ ἔγινα ἕνα μέ αὐτά· φτώχυνα ἀπό ἀρετές καί πλούτισα στά πάθη· γέμισα ἀπό ντροπή, ἐνῶ στερήθηκα τήν τόλμη νά παρουσιαστῶ ἐμπρός στόν Θεό·ἀπό τόν Θεό κατάκριτος κι ἀπό τούς Ἀγγέλους θρηνούμενος, ὀνειδιζόμενος ἀπό τούς δαίμονες καί μισούμενος ἀπ’ τούς ἀνθρώπους, ἀπό τή συνείδησή μου ἐλεγχόμενος κι ἀπό τά πονηρά ἔργα μου συνεχῶς καταντροπιασμένος, ἔφτασα νά εἶμαι νεκρός πρίν πεθάνω, καί, πρίν ἀπό τήν ἔσχατη κρίση, δίκαια αἰσθάνομαι αὐτοκατάκριτος· καί, ἀκόμη, πρίν ἀπό τήν αἰώνια κόλαση, ἐγώ αὐτοτιμωροῦμαι, χτυπημένος ἀπό τήν ἀπόγνωση. Γι’ αὐτό καί καταφεύγω, Δέσποινα Θεοτόκε, στή μοναδική βοήθειά σου, ἐγώ πού εἶμαι ὀφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων, ὁ ἄσωτος, πού ξόδεψα ὅλη μου τήν πατρική περιουσία μέ τίς πόρνες· ἐγώ πού ξεπέρασα τήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου σέ ἁμαρτία, πού παρανόμησα πιό πολύ κι ἀπό τόν Μανασσή, πού ἔγινα πιό πολύ κι ἀπό τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς ἄσπλαχνος, ὁ δοῦλος ὁ ἄπληστος καί ἀδηφάγος, ὁ βρώμικος κάδος τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὁ θησαυροφύλακας τῶν αἰσχρῶν καί ἀκάθαρτων λόγων, ἐγώ τέλος πού ἔγινα ξένος κάθε ἀγαθῆς καί ἐνάρετης ἐργασίας.
Κᾶνε, Παναγία μου, ἔλεος στή ταπεινότητά μου· σπλαχνίσου τήν ἀσθένειά μου, ἐσύ πού ἔχεις μεγάλη παρρησία σ’ Ἐκεῖνον τόν ὁποῖο ἐσύ γέννησες. Κανείς ἄλλος δέν μπορεῖ νά κάμει αὐτό πού ἐσύ μπορεῖς, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά μπορεῖς, γιατί εἶσαι πάνω ἀπό ὅλα τα κτίσματα τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο γιά σένα. Ἀρκεῖ μόνο νά τό θελήσεις. Μήν παραβλέψεις, λοιπόν, τά δάκρυά μου καί μήν καταφρονέσεις τό στεναγμό μου· μήν ἀποστρέψεις τό βλέμμα σου ἀπ’ τόν πόνο τῆς καρδίας μου, καί μήν ἀφήσεις ν’ ἀποτύχει ἡ προσδοκία πού ἔχω στηρίξει σέ σένα· ἀλλά, μέ τίς μητρικές σου ἱκεσίες, βιάζοντας τήν ἀβίαστη ἀγαθοσύνη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, ἀξίωσέ με, τόν ἀνάξιο καί πανάθλιο δοῦλο σου, νά ξαναποκτήσω τό πρῶτο καί πανάρχαιο κάλλος πού μοῦ χάρισε ὁ Θεός, καί νά βγάλω ἀπό πάνω μου τήν ἀσχήμια τῶν παθῶν, νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ὑποταχθῶ στή δικαιοσύνη, νά ξεντυθῶ τήν ἀκαθαρσία τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς καί νά ντυθῶ τόν ἁγιασμό τῆς ψυχικῆς καθαρότητας, νά νεκρωθῶ γιά τόν κόσμο καί νά ζήσω μέσα στήν ἀρετή.
Σέ παρακαλῶ, Παναγία μου, ὅταν ὁδοιπορῶ, νά εἶσαι συνοδοιπόρος μου· ὅταν ταξιδεύω στή θάλασσα, νά συνταξιδεύεις μαζί μου· ὅταν ἀγρυπνῶ, νά μ’ ἐνισχύεις· ὅταν θλίβομαι, νά μέ παρηγορεῖς· ὅταν φτάνω στήν ὀλιγοψυχία, νά μέ στηρίζεις· ὅταν ἀρρωσταίνω, νά μοῦ χαρίζεις τή θεραπεία· ὅταν ἀδικοῦμαι, λευτέρωσέ με· ὅταν συκοφαντοῦμαι ἀθώωσέ με· ὅταν κινδυνεύω γιά θάνατο, πρόφτασέ με γρήγορα καί λύτρωσέ με· ὅταν μέ περικυκλώνουν οἱ ἀόρατοι ἐχθροί μου καθημερινά, δεῖξε με γι’ αὐτούς φοβερό καί πανίσχυρο, γιά νά γνωρίσουν ὅλοι, ὅσοι ἄδικα μέ τυραννοῦν, τίνος εἶμαι πιστός δοῦλος.
Ναί, ὑπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε, ἄκουσε τήν ἐλεεινή ἱκεσία μου καί μήν ἀφήσεις νά ντροπιαστεῖ ἡ προσδοκία μου, ἐσύ πού εἶσαι μετά τόν Θεό ἡ ἐλπίδα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἕως τά πέρατα τῆς γῆς. Σβῆσε τή φωτιά τῶν σαρκικῶν παθῶν μου, κατεύνασε τόν ἀγριότατο κλύδωνα πού κλυδωνίζει τή ψυχή μου, καταπράυνε τήν πίκρα τοῦ θυμοῦ μου, ἀφάνισε ἀπό τό νοῦ μου τήν ὑπερηφάνεια καί τήν ἀλαζονεία τῆς ματαιοδοξίας μου, λιγόστεψε ἀπ’ τήν καρδιά μου τίς νυχτερινές φαντασίες τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί τίς καθημερινές προσβολές τῶν ἀκαθάρτων λογισμῶν, δίδαξε τή γλώσσα μου νά λαλεῖ ὅσα συνεργοῦν στήν πνευματική ζωή μου, καί μάθε στά μάτια μου νά βλέπουν ὀρθά τήν εὐθεία ὁδό τῆς ἀρετῆς κᾶνε νά τρέχουν χωρίς ἐμπόδια τά πόδια μου στόν μακάριο δρόμο τῶν θείων ἐντολῶν προετοίμασε τόν ἁγιασμό τῶν χεριῶν μου, γιά νά εἶμαι ἄξιος νά τά ὑψώνω γιά δέηση στόν Ὕψιστο· κατάστησε καθαρό το στόμα μου, γιά νά ἔχει τό θάρρος νά προσεύχεται στό Πατέρα, τό φοβερό καί Πανάγιο Θεό. Ἄνοιξέ μου τ’ αὐτιά, γιά ν’ ἀκούω καί μέ τήν αἴσθηση καί μέ τό νοῦ τά λόγια τῶν ἁγίων Γραφῶν, πού εἶναι γλυκύτερα καί ἀπ’ τό μέλι τῆς κερήθρας, καί νά ζῶ σύμφωνα μέ αὐτά, ἐνισχυόμενος ἀπό τή χάρη σου.
Δός μου, Παναγία μου, καιρό νά μετανοήσω, καί λογισμό νά ἐπιστρέψω στήν οἰκία τοῦ Πατέρα μου· φύλαξέ με κ’ ἐλευθέρωσέ με ἀπό τόν αἰφνίδιο θάνατο, καί ἀπάλλαξέ με ἀπό τήν καταδίκη τῆς συνειδήσεώς μου. Καί, τέλος, σέ παρακαλῶ νά μοῦ συμπαρασταθεῖς στό χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό πανάθλιο σῶμα μου, ἐλαφρύνοντας τήν ἀφόρητη ἐκείνη βία καί σφοδρότητα, ἀνακουφίζοντας τόν ἀνέκφραστο πόνο, παρηγορώντας μου τήν ἀπερίγραπτη στενοχώρια, λυτρώνοντάς με ἀπ’ τό φοβερό θέαμα τῆς σκοτεινῆς μορφῆς τῶν δαιμόνων καί, ἀκόμη, περνώντας με ἀπ’ τά πικρότατα δίχτυα πού στήνουν τά τελώνια τοῦ ἀέρος καί οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους, καί σκίζοντας τά χειρόγραφά τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν μου, συμφιλίωσέ με πάλι μέ τόν Θεό, καί ἀξίωσέ με, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου, νά καθίσω στά δεξιά Του, καί κᾶνε με κληρονόμο τῶν καθαρῶν καί αἰωνίων ἀγαθῶν.
Ὄλ’ αὐτά τά ἐξομολογοῦμαι σέ σένα, Δέσποινά μου Θεοτόκε, πού εἶσαι τό φῶς τῶν σκοτισμένων ὀφθαλμῶν μου, ἡ παρηγοριά τῆς ψυχῆς μου, ἡ ἐλπίδα μου -ὑστέρα ἀπό τόν Θεό- καί ἡ προστασία μου· δέξου αὐτή τήν ἐξομολόγηση, Παναγία μου, καί καθάρισέ με ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, καί ἀξίωσέ με, τώρα μέν, στή παροῦσα ζωή, νά μεταλαβαίνω -χωρίς τόν κίνδυνο κατακρίσεως- τό πανάγιο καί πανάχραντο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, ἐνῶ στή μέλλουσα ζωή δῶσε νά λάβω κ’ ἐγώ μέρος στό γλυκύτατο καί οὐράνιο δεῖπνο τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, ὅπου βρίσκεται ἡ μόνιμη κατοικία ὅλων των εὐφραινομένων στή χαρά τοῦ Κυρίου. Καί ὅταν ἀποχτήσω ὅλα αὐτά τά ἀγαθά ἐγώ ὁ ἀνάξιος, θά δοξάζω στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων τό πάντιμο καί μεγαλοπρεπές Ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, ὁ ὁποῖος δέχεται ὅλους ὅσοι μετανοοῦν μέ εἰλικρίνεια ψυχῆς, χάρη σέ σένα, πού ἔγινες μεσίτρια καί ἐγγυήτρια ὅλων των ἁμαρτωλῶν. Διότι, μέ τή δική σου βοήθεια, Πανύμνητε καί Ὑπεράγαθε Δέσποινα, ὁδηγεῖται στή σωτηρία κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἡ ὁποία ὑμνεῖ καί εὐλογεῖ τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό ἅγιο Πνεῦμα, τήν Παναγία καί Ὁμοούσια Τριάδα, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
«Καλοῦμαι Γοργουπήκοος» - Ἡ Παναγία Μίλησε στὸν Μοναχό! Τὸ Θαῦμα στὴν Mονὴ Δοχειαρίου ποὺ συγκλονίζει!
Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ θαῦμα, ποὺ ἔγινε τὸ 1646, παραμένει ζωντανὸ μέχρι σήμερα, καθὼς ἡ Ἱερὰ Εἰκόνα της συνεχίζει νὰ θαυματουργεὶ σὲ ὅσους προστρέχουν σὲ Ἐκείνη μὲ εὐλάβεια. Μάθετε τὴν ἱστορία ποὺ ἄλλαξε τὴ ζωὴ... τοῦ Μοναχοῦ Νείλου καὶ γέννησε ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ θαυμαστοὺς τίτλους τῆς Παναγίας μας.
Ἂς τὴν ἐπικαλούμαστε μὲ ταπείνωση. Ἡ Γοργοϋπήκοος ἀπαντᾶ γοργὰ σὲ κάθε εἰλικρινῆ δέηση.
Σὲ αὐτὸ τὸ βίντεο ἀφηγούμαστε τὴν ἱστορία τοῦ θαύματος, τὸ μήνυμα τῆς Παναγίας καὶ τὴ σημασία τῆς ὑπακοῆς γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἕνα βίντεο ποὺ ἐμπνέει, συγκινεῖ καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μητρικῆς προστασίας τῆς Θεοτόκου.







