Κυριακή, Απριλίου 12, 2026

 

Πολλαπλά ραπίσματα στους αρνητές της θαυματουργικής καθόδου του Αγίου Φωτός

  

Παρουσιάζει και σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης


Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κάθε Μεγάλο Σάββατο κάποιοι ολιγόπιστοι μπαίνουν στον πειρασμό να αμφισβητήσουν την γνησιότητα της θαυματουργικής αφής του Αγίου Φωτός στον Πανάγιο Τάφο, παρασυρόμενοι από σκληροπυρηνικά άθεες «κακές γλώσσες», που πολλάκις έχουν αρνηθεί, μετ’ επιτάσεως και βλασφήμου ειρωνείας, το συγκεκριμένο μέγιστο θαύμα.

Μία εξ αυτών, ο συνήθης ύποπτος, αχάριστος και, ενδεχομένως, έμπλεος δαιμονίων Πέτρος Τατσόπουλος, υποστηρίζει ότι «με τσακμάκι ανάβουν το Άγιο Φως στα Ιεροσόλυμα».

H θεωρία του ανάποδου κόσμου επικυρώνεται πανηγυρικά από την στάση του Πέτρου Τατσόπουλου:

Να αρνείται το θαύμα εκείνος που το 2019 σώθηκε από θαύμα1.

Εκτός κι αν ο κ. Τατσόπουλος πιστεύει ότι τον έσωσε ο διάβολος!

«Θαυμάστε» τον εδώ:

Στον ίδιο ανάποδο κόσμο ανήκουν φωνές που θεωρούν ότι είναι «σκοταδιστές» όσοι πιστεύουν στο μέγιστο θαύμα της καθόδου του Αγίου Φωτός!2

Αλλά τι πρέπει να σκεφθεί κανείς και για τους δικαστές του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον Μάρτιο του 20243 αποφάνθηκαν ότι στην περίπτωση της αφής του Αγίου Φωτός «δεν υφίσταται θαύμα», αλλά Αυτό «ανάβει με τον ίδιο τρόπο που ανάβει σε κάθε ναό, ήτοι με σπίρτα ή αναπτήρα», δικαιώνοντας τον αρνητή του θαύματος Δημήτρη Αλικάκο, ο οποίος το 2019 είχε εκδώσει το βιβλίο «Λύτρωση – Περί του Αγίου Φωτός»4.

Ενόψει τέτοιων δυσθεώρητων βλασφημιών, αξίζει κάθε ενδιαφερόμενος για την εύρεση της αλήθειας αναγνώστης να μελετήσει το βιβλίο του Χάρη Σκαρλακίδη «Άγιον Φως. Το θαύμα της καθόδου του Φωτός της Αναστάσεως στον Τάφο του Χριστού. 85 ιστορικές μαρτυρίες [4ος-16ος αι.]» (εκδ. Ελαία, 2021)5.

ΙΙ. ΠΡΩΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ

Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου του, ο συγγραφέας αναφέρει ότι:

«Το πρώτο ιστορικό πρόσωπο που βίωσε το θαύμα της καθόδου του Αγίου Φωτός ήταν ο άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής, περί το έτος 330. Τρεις αιώνες αργότερα, μετά την καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως από τους Πέρσες το έτος 614, έχουμε την πρώτη σαφή ιστορική καταγραφή περί του ουρανίου φωτός που κατέρχεται στον Πανάγιο Τάφο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμη η ειδική τελετή. Το άγιο Φως εμφανιζόταν μόνο του, χωρίς να διαβάζεται κάποια ειδική προσευχή από τον Έλληνα πατριάρχη. Η τελετή του αγίου Φωτός άρχισε να δημιουργείται περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα, μάλλον στα τέλη του 8ου αιώνα, όπως φανερώνει το Pontifical (Αρχιερατικόν) του Πουατιέ (περ. 800 μ.Χ.)» (σελ. 13).

ΙΙΙ. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ

Για όποιον ρέπει προς την θεοποίηση της επιστήμης, μέσω της οποίας υποτίθεται ότι θα πρέπει υποχρεωτικά να διέλθει η επικύρωση του θαύματος, ιδιαίτερη αξία έχουν:

«τρεις προσπάθειες επιστημονικής προσέγγισης του όλου ζητήματος. Οι μετρήσεις του φάσματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που πραγματοποιήθηκαν γύρω από τον Τάφο του Χριστού από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Φυσικής Αντρέι Βολκόφ, η μέτρηση της θερμοκρασίας της φλόγας του αγίου Φωτός που έγινε από τον Ρώσο ιερέα και βιολόγο π. Γεννάδιο Ζάριτσε, και οι θερμικές μετρήσεις (με 12 πειράματα) που έγιναν από τον Ιταλό καθηγητή Giulio Fanti, είναι εξόχως αποκαλυπτικές για τη φύση του αγίου Φωτός και παρατίθενται σε τρία ειδικά κεφάλαια στο μέσο περίπου του βιβλίου» (σελ. 12).

Α. ΠΕΙΡΑΜΑ ΒΟΛΚΟΦ

Για το πείραμα του Βολκόφ, που έλαβε χώρα μέσα στον Πανάγιο Τάφο κατά την τελετή της αφής του Αγίου Φωτός το Πάσχα του 2008, ο συγγραφέας περιγράφει πώς ο Ρώσος φυσικός εισήλθε στον Ναό της Αναστάσεως μαζί με το βασικό όργανο που χρησιμοποίησε για τις μετρήσεις του, δηλ. ένα ψηφιακό παλμοσκόπιο, συνδεδεμένο με ένα laptop που ήταν εφοδιασμένο με το κατάλληλο λειτουργικό πρόγραμμα:

«Βρισκόταν σε απόσταση περίπου 15 μέτρων από τον Πανάγιο Τάφο και η βασική προτεραιότητά του ήταν να καταγράψει το φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε συγκεκριμένες συχνότητες» (σελ. 118 επ.).

Τα αποτελέσματα των μετρήσεών του δημοσιοποιήθηκαν έναν χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 2009, σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στην ρωσική εφημερίδα Βέρα. Ο συγγραφέας παραθέτει το κρίσιμο απόσπασμα (σελ. 119-120):

«Είχε ώρα που ο πατριάρχης Ιεροσολύμων εισήλθε στο κουβούκλιο, η τελετή άρχισε. … Και ξάφνου – να το! Καταγράφηκε αλλαγή φάσματος ακτινοβολίας εξαιτίας αγνώστου σήματος. Αυτό συνέβη στις 15:04. Μία διακύμανση· και τίποτε άλλο παρόμοιο. Και σύντομα εμφανίστηκε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων με αναμμένη λαμπάδα.

– Και τι διακύμανση ήταν αυτή;

– Ηλεκτρικό φορτίο. Το τι είναι, από πού προήλθε, δεν γνωρίζω. Αργότερα, έχοντας ήδη επιστρέψει στη Ρωσία, ασχολήθηκα με την αποκωδικοποίηση των καταγεγραμμένων ραδιοφωνικών σημάτων. Η διαδικασία κράτησε έξι ώρες και τριάντα λεπτά. Μία μέτρηση περιλαμβάνει γύρω στα χίλια καρέ. Αρκετά κουραστική δουλειά. Αλλά επιβεβαιώθηκε το εξής: πριν από την εμφάνιση του Φωτός υπήρξε ηλεκτρική εκκένωση. … Γιατί είναι σημαντικό αυτό; Βλέπετε, εδώ δημιουργείται μία πλήρης εικόνα. Σας έχω ήδη πει για τα φαινόμενα πλάσματος – τα οποία από μόνα τους είναι ένα θαύμα, αφού στον ναό δεν υπάρχουν οι παραμικρές συνθήκες για τη δημιουργία τους. Το δεύτερο ανεξήγητο γεγονός είναι το εξής: η ηλεκτρική φόρτιση του αέρα είναι εμφανής ακόμη και χωρίς τις συσκευές – πολλοί νιώθουν ότι, κατά την έλευση του αγίου Φωτός, σηκώνονται όρθιες οι τρίχες στα χέρια τους. … Και εδώ εμφανίζεται ενώπιόν μας η τελευταία πτυχή που ανακαλύψαμε: η εμφάνιση του Φωτός συνοδεύεται από ηλεκτρική εκκένωση. Δηλαδή, αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση του Φωτός είναι αναπόσπαστο κομμάτι όλων αυτών των απίστευτων, πλήρως ανεξήγητων φαινομένων, που έχουν μία ηλεκτρική φύση. Δεν είναι αυτό μία επιβεβαίωση της θαυματουργικής φύσης του;».

Εν συνεχεία, ο συγγραφέας παραθέτει τρία επιστημονικά συμβάντα που προηγήθηκαν της εμφανίσεως του Αγίου Φωτός και τα οποία ο Βολκόφ τα χαρακτήρισε «απίστευτα και πλήρως ανεξήγητα»:

«Το πρώτο είναι η αδικαιολόγητη παρουσία του φαινομένου του ψυχρού πλάσματος, το οποίο, όπως αναφέρει [π Βολκόφ], είναι από μόνο του ένα “θαύμα”. Το δεύτερο είναι η επίσης αδικαιολόγητη και ανεξήγητη ηλεκτρική φόρτιση του αέρα σε συνδυασμό με τη μεγάλη διαφορά ηλεκτρικού δυναμικού. Το τρίτο και σημαντικότερο είναι η παρουσία μιας ηλεκτρικής εκκένωσης την ώρα της εμφάνισης του Aγίου Φωτός».

Ο συγγραφέας μας ενημερώνει ότι:

«τον Απρίλιο του 2012, έγινε γνωστή και μια δεύτερη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας του Βολκόφ σ’ ένα άρθρο του ρωσικού περιοδικού “Επιστήμη και Θρησκεία” […]. Το άρθρο έχει γραφτεί από τον Βολκόφ και άλλους τέσσερις Ρώσους επιστήμονες: τους Alexander Moskovsky, Sergei Soshinskaya, Pavel Florensky και Tatyana Shutova. […] Οι πέντε Ρώσοι επιστήμονες αναφέρουν: “… Για πρώτη φορά στην Ιστορία, τη στιγμή της καθόδου του αγίου Φωτός καταγράφηκε ένας ισχυρός ραδιοπαλμός, προερχόμενος από το κουβούκλιο. … Έχουμε πλησιάσει στην περιγραφή αυτού του μεγαλειώδους για όλον τον Ορθόδοξο κόσμο γεγονότος, καθώς βρήκαμε μια επιπλέον απόδειξη ότι το θαύμα του Φωτός αποτελεί γεγονός και όχι παραπλάνηση ή απάτη, όπως θα ήθελαν κάποιοι να πιστεύουν. Μέτρηση του μήκους κύματος του φάσματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας κατά την κάθοδο του αγίου Φωτός στο Ναό της Αναστάσεως […] (σελ. 120).

Β. ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ Π. ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΖΑΡΙΤΣΕ

Το θαύμα της θεϊκής καθόδου του Αγίου Φωτός επιβεβαιώθηκε το 2016 από τις μετρήσεις που έκανε ο π. Γεννάδιος Ζάριτσε, δημοσιευμένες σε άρθρο του στο «Διεθνές Επιστημονικό Ενημερωτικό δελτίο» (σελ. 123/124):

«… Η θερμοκρασία του αγίου Φωτός δεν είχε μετρηθεί ποτέ μέχρι σήμερα. Γι’ αυτόν τον λόγο, με την άδεια του μητροπολίτη Σέργιου, είχα μαζί μου μία ειδική συσκευή, ένα πυρόμετρο, το οποίο, μέσω ενός ανέπαφου υπέρυθρου θερμόμετρου, μπορούσε να μετρήσει τη θερμοκρασία της επιφάνειας ενός αντικειμένου. Το αντικείμενο ήταν ένα ασημένιο πλακίδιο πλάτους πέντε χιλιοστών και πάχους ενός χιλιοστού. Το ένα άκρο ήταν τυλιγμένο μ’ ένα μονωτικό, ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει στη φωτιά χωρίς να καεί. Δεδομένου ότι το ασήμι είναι ένα από τα πιο θερμικά αγώγιμα μέταλλα, ένα πλακίδιο που τοποθετείται στη φωτιά αποκτά αμέσως τη θερμοκρασία της φλόγας. Με τη βοήθεια του πυρόμετρου μετρήσαμε τη θερμοκρασία του Αγίου Φωτός αμέσως μετά την κάθοδό του. “Χάιδεψα” το πρόσωπό μου με αυτή τη φλόγα, αλλά δεν καιγόμουν. Μέτρησα τη θερμοκρασία της φλόγας [της λαμπάδας] μου καθώς και τη φλόγα [των λαμπάδων] των διπλανών μου. Η μέση θερμοκρασία ήταν 42 βαθμοί Κελσίου. Όταν μετά από 15 λεπτά μέτρησα ξανά τη θερμοκρασία της φλόγας, ήταν 320 βαθμοί Κελσίου. Η διαφορά ανάμεσα στους 42 και στους 320 βαθμούς είναι τεράστια. Αυτό φανερώνει ότι αμέσως μετά την κάθοδό του, το άγιο Φως δεν καίει. Είναι ένα ψυχρό πλάσμα στην ατμόσφαιρα της γης. Από την οπτική γωνία της φυσικής αυτό δεν μπορεί να συμβεί, επειδή έχουμε πολύ οξυγόνο στην ατμόσφαιρα και ως εκ τούτου δεν δύναται να υπάρξει εδώ ψυχρό πλάσμα. Τι συμβαίνει λοιπόν κατά την κάθοδο του αγίου Φωτός; Ένα ψυχρό πλάσμα εμφανίζεται ακαριαία, ανεξάρτητα από τον καιρό και άλλους φυσικούς παράγοντες, και μετά από λίγη ώρα γίνεται ζεστό. Αλλά εμείς γνωρίζουμε ότι είναι αδύνατον να δημιουργήσουμε ψυχρό πλάσμα στην ατμόσφαιρα της γης. Κατά συνέπεια, κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει το θαύμα της καθόδου του αγίου Φωτός. … Πρέπει κάποιος να γνωρίζει φυσική για να κατανοήσει ότι εδώ έχουμε μία παραβίαση της αρχής της διατήρησης της ενέργειας».

Γ. ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ GIULIO FANTI

Αλλά και ο Ιταλός καθηγητής Giulio Fanti6, καθηγητής Μηχανικών και Θερμικών Μετρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, ο οποίος το Μ. Σάββατο του 2019 «συμμετείχε στην τελετή του αγίου Φωτός με σκοπό να μετρήσει και να καταγράψει τις θερμικές ιδιότητες του αγίου Φωτός», «εντόπισε την ύπαρξη διαδοχικών αστραπών που έπεφταν πάνω στο κουβούκλιο, οι οποίες όμως δεν προέρχονταν από τα φλας των καμερών» (σελ. 125).

Ο συγγραφέας παραθέτει την επιστημονική μαρτυρία του Ιταλού καθηγητή:

«Έξω από το κουβούκλιο παρατηρήθηκαν σε τακτά χρονικά διαστήματα διάφορες αλληλουχίες από δεκάδες αστραπές σε συχνότητα από 3 έως 10 Hz λίγο πριν την έξοδο του πατριάρχη. Αυτές οι αστραπές δεν είναι εύκολο να εξηγηθούν, διότι διέπονται από χαμηλότερες συχνότητες από αυτές που είναι τυπικές στα φλας των φωτογραφικών μηχανών, αλλά και επειδή έχουν υψηλότερο αριθμό ακολουθίας. Αυτές [οι αστραπές] μπορούν να συνδεθούν με μία πιθανή αυτοανάφλεξη μιας λαμπάδας, επειδή μία αστραπή μπορεί να προκαλέσει ανάφλεξη στο φιτίλι μιας λαμπάδας» (σελ. 125/126).

IV. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Σε ό,τι αφορά τις μαρτυρίες που επικαλείται ο συγγραφέας (ανάμεσα στις μαρτυρίες αυτές συγκαταλέγονται και κάποιες που προέρχονται από μουσουλμάνους, η θρησκεία των οποίων αντίκειται στην αποδοχή του θαύματος!), ο συγγραφέας μας βεβαιώνει για την επαλήθευση της αυθεντικότητάς τους χάρη στις περιοδείες τους σε διάφορες βιβλιοθήκες του κόσμου (Βατικανού, Μονάχου, Φλωρεντίας κ.λπ.), όπου εντόπισε τα σχετικά χειρόγραφα.

Επιπλέον, ο συγγραφέας καταθέτει και το δικό του βίωμα:

«Το άγιο Φως διαχέεται μέσα στον ναό υπό τη μορφή γαλαζόλευκων εκλάμψεων ή μικρών “αστραπών”. Φωτίζει τμήματα του ναού και ανάβει κάποιες από τις κανδήλες και τις λαμπάδες των πιστών. Το Φως παρουσιάζεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ενίοτε εμφανίζεται ο Τάφος να εκπέμπει Φως, ενώ άλλοτε εμφανίζεται μια φωτεινή λευκή σφαίρα, σαν ένας υπέρλαμπρος ήλιος, που αρχικά αιωρείται πάνω από το κουβούκλιο του Τάφου και στη συνέχεια εισέρχεται στο εσωτερικό του.

Το έτος 1998 […] βιώσαμε την ανάφλεξη μιας λαμπάδας πολύ κοντά μας – σε απόσταση περίπου ενός μέτρου. Αξίζει να επισημάνουμε μια πολύ σημαντική πτυχή αυτού του περιστατικού. Όταν ανεφλέγη μόνη της η λαμπάδα, την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν οι πρώτες γαλαζωπές λάμψεις στον χώρο και ακούστηκαν εκατοντάδες ιαχές σε όλο τον ναό. Βρισκόμασταν κοντά στον βράχο του Γολγοθά, σ’ ένα μέρος τόσο σκοτεινό, που δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε ούτε τους ανθρώπους που υπήρχαν γύρω μας. Και ξαφνικά, έλαβε χώρα ένας απρόσμενος συγχρονισμός από εκατοντάδες ανθρώπους που φώναξαν δυνατά από διαφορετικά μέρη του ναού, τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι πρώτες γαλάζιες αστραπές μέσα στο σκοτάδι» (σελ. 18, βλ. εκτενέστερα σελ. 233 επ.).

Το συμπέρασμα του συγγραφέως είναι απολύτως πειστικό:

«Θεωρούμε ότι κανείς δεν μπορεί να συντονίσει έναν τέτοιου είδους τριπλό συγχρονισμό: ανάφλεξη λαμπάδας, γαλάζιες αστραπές και εκατοντάδες ιαχές, μέσα στην ίδια χρονική στιγμή» (σελ. 19).

V. «ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ»: ΛΑΘΟΣ ΕΥΧΗ;

Είναι κρίμα που τέτοια σπάνια και τόσο σημαντικά βιβλία, τα οποία κονιορτοποιούν τους αρνητές της θαυματουργικής τελετής της αφής του Αγίου Φωτός δεν αναδεικνύονται από τους εκάστοτε σχολιαστές που επιλέγονται για την τηλεοπτική μετάδοση αυτού του κομβικής σημασίας γεγονότος για την Ορθοδοξία.

Σήμερα, μάλιστα, εμβρόντητοι ακούσαμε για πρώτη φορά από τα χείλη του E. Μελινού, θεολόγου-συγγραφέως, ο οποίος σχολίαζε μαζί με άλλους καλεσμένους του τηλεοπτικού σταθμού OPEN την τηλεοπτική μετάδοση της τελετής, ότι η ευχή «Καλή Ανάσταση» είναι εσφαλμένη και ότι αντ’ αυτής θα έπρεπε να λέμε την περίφραση «με το καλό να εορτάσουμε την ώρα της Αναστάσεως» ή κάτι παρόμοιο! Αντιστοίχως, είναι, κατά την άποψή του, εσφαλμένη η ευχή «καλή Παναγιά».

Όπως, όμως, έχουμε επισημάνει σε παλαιότερο άρθρο μας με αφορμή την ταυτόσημη άποψη που είχε εκφράσει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος7, η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που, ιδίως όταν χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο, καθορίζεται όχι μόνο από την ανάγκη της σαφήνειας-ακρίβειας αλλά και από την ανάγκη της οικονομίας.

Μάλιστα, η γλωσσική οικονομία διέπει κατ’ εξοχήν τις ευχές που ανταλλάσσει ο λαός, οι οποίες για να ανταποκρίνονται στον λειτουργικό προορισμό τους, πρέπει να είναι εξαιρετικά σύντομες.

Ένας καλόκαρδος λαός, όπως ο ελληνικός, ο οποίος φημίζεται για την ιδιαίτερη ροπή του στα ευχολόγια, είναι αναμενόμενο να θέλει να διατυπώνει την εκάστοτε ευχή του στα γρήγορα, επιλέγοντας μια όσο το δυνατόν πιο αφαιρετική ακουστική εικόνα, ώστε ακολούθως να υλοποιεί το κύριο επικοινωνιακό ενέργημά του.

Υπό αυτό το πρίσμα, μετά την ημέρα των Χριστουγέννων είθισται, όταν μπαίνουμε σε καταστήματα και απευθυνόμαστε σε κάποιον υπάλληλο, να του λέμε «Χρόνια Πολλά» και όχι «Σας εύχομαι να ζήσετε πολλά χρόνια».

Αντιστοίχως, όποιος λέει «Καλή Παναγιά», στην πραγματικότητα εύχεται:

«καλώς να φθάσουμε στην ημέρα που θα κοιμηθεί η Παναγιά και καλώς να την εορτάσουμε».

Επομένως:

για λόγους γλωσσικής οικονομίας, η δίλεκτη ευχή υποκαθιστά τον ευχετήριο σιδηρόδρομο!

Για τον ίδιο λόγο, καθόλου εσφαλμένη δεν είναι η απολύτως δόκιμη και μέχρι σήμερα ακλόνητα καθιερωμένη ευχή «Καλή Ανάσταση». Αντιθέτως, η πρότασή της για την αντικατάστασή της από μια αντι-οικονομική και, κατά τούτο, δύσχρηστη περίφραση μας εμβάλλει σε πονηρές… νεοεποχίτικες σκέψεις.


Η βιωσιμότητα του ιστολογίου εξαρτάται από την ελάχιστη οικονομική στήριξη των αναγνωστών, η οποία ανέρχεται μόλις σε 5 € μηνιαίως ή 50 € ετησίως.
Ευχαριστώ θερμά για την αλληλεγγύη σας!
Λεπτομέρειες σχετικά με την συνδρομή υπάρχουν στον ακόλουθο σύνδεσμο:
kvathiotis.substack.com/subscribe

4

Ενάγων ήταν ο Αρχιγραμματέας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αρχιεπίσκοπος Αρίσταρχος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπέστη σφοδρή προσβολή της προσωπικότητάς του από την έκδοση του επίμαχου βιβλίου, διότι ο συγγραφέας «παραποίησε τα λόγια του, αναφορικά με το Άγιο Φως, και ως εκ τούτου έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του, καθώς και το θεσμό του Πατριαρχείου». Βλ. και: https://www.tovima.gr/2026/04/11/society/to-agio-fos-ypo-to-fos-tis-alitheias-kai-mias-dikastikis-apofasis/

 

π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος - Πορεία πρὸς τὴν Ἀνάσταση

 
Ἡ ὁμιλία ἔχει τίτλο "Πορεία πρὸς τὸ Πάθος" καὶ ἔγινε στὶς 19 Ἀπριλίου 1997. 


 

Ἁγιορείτικος Kανὼν Ἀναστάσεως

 
Ψάλλουν οἱ πατέρες τοῦ Κουτλουμουσιανοῦ Κελλιοῦ "Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου".  


 

Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν;

 
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ' Ἦχος βαρὺς 
 Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν; ὑφ' οὗ ποῦ τέθειται ζητεῖς ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ὅρα τοὺς συντρέχοντας Μαθητάς, πῶς τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ, τὴν Ἀνάστασιν ἐτεκμήραντο, καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς περὶ τούτου Γραφῆς. Μεθ' ὧν, καὶ δι' ὧν καὶ ἡμεῖς, πιστεύσαντες, ἀνυμνοῦμέν σε τὸν ζωοδότην Χριστόν. 


 

Τὸ Πάσχα τοῦ Ἰσαάκ

Τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, Αὐτοτελὲς ἀπόσπασμα μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὸ σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002. 
Ἐκείνη τὴν ἱστορία, ποὺ θύμιζε ζωντανὸ συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τὴν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καὶ ἔχει χαραχθεῖ βαθιὰ μέσα στὴ μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπᾶς σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χωριὰ τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ποὺ σήμερα ἔχει τὴν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατὴρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τὸν παπᾶ, εἶχε πολλὰ παιδιά, ἀνάμεσά τους καὶ τὸ Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τὰ τρομερὰ γεγονότα. Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ οἱ Ἑβραῖοι ἔκλεψαν τὸ παιδὶ καὶ τὸ πῆραν μαζί τους. Τὴν ἴδια κιόλας μέρα τὸ κάρφωσαν, τὸ παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τὸ Χριστό. Κάποιοι περαστικοὶ βρῆκαν, τὴν ἄλλη μέρα, τὸ Χριστόδουλο... ἀναίσθητο στὸ δρόμο. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μέσα στὴν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινὴ πέρα γιὰ πέρα. Ὅταν πλησίαζε τὸ Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καὶ θύμησες ἀνασκάλευαν τὸ νοῦ μας καὶ μπαίναμε σὲ ἕνα πολεμικὸ κλίμα μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καὶ τὸ κάψιμο τοῦ Ἑβραίου ποὺ γινόταν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ, μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. 

Στὴ γειτονιά μας, ἐκεῖ στὸ Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοὶ Ἑβραῖοι. Κατὰ τὴ διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στὶς παρέες μας ἐβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μὲ τὰ τουρκάκια. Αὐτὲς ὅμως τὶς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δὲν μποροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι νὰ παίζουν τὰ «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μας προσέφερε μιὰ καταπληκτικὴ εὐκαιρία γιὰ παιχνίδια ποὺ ἄρχιζαν ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ συνεχίζονταν στὸν αὐλόγυρο καὶ στὰ περίχωρα. 

Ὁ Ἰσαὰκ ἔμενε σὲ ἕνα γωνιακὸ σπίτι στὴ μεγάλη κατηφόρα, στὸ Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τα ἐβραιόπουλα ποὺ ἦταν καλοί μας φίλοι. Δὲν ὑπῆρχε ζαβολιὰ στὴν ὁποία νὰ μὴν μετεῖχε. Τὸ κοφτερό του, μάλιστα, μυαλὸ ἀπεδείχθη σπουδαῖο σὲ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιὰ φορά, ποὺ ἦρθε μιὰ γειτόνισσα νὰ διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδὴ χτυπούσαμε τὰ κουδούνια στὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μὲ πολὺ σοβαρὸ ὕφος, εἶπε: 

-Γιὰ τὸ καλό σας τὸ κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νὰ βρέξει καὶ σᾶς εἰδοποιήσαμε νὰ μαζέψετε τὰ ροῦχα ποὺ εἴχατε ἁπλώσει στὴν ταράτσα νὰ στεγνώσουν. 
-Ποῦ εἶδες μπρὲ παλιόπαιδο τὴ βροχή; Φώναξε ἡ κυρὰ Κατίνα ἡ Μπαλοῦ. 
-Τὸ εἶπε τὸ δελτίο καιροῦ στὸ ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ. 

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μὲ τὸ κοφτερὸ μυαλό, ποὺ τόσες φορές μας ἔβγαλε ἀπὸ δύσκολες καταστάσεις, αὐτὴ τὴ φορὰ γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν Ἑβραῖος. Δὲν μποροῦσε τώρα νὰ εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτὴ τὴν Ἑβδομάδα τὴ Μεγάλη, δὲν μποροῦσε νὰ παίξει. Ἐμεῖς τὸ βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαὰκ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθεῖ ἐπειδὴ οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τὸ Χριστό. 

Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτὴ ὅλη τὴ μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τὸν κόσμο μὲ κολώνια, κρατούσαμε τὴν τάξη στὸ ναό, κάναμε στὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα ποὺ μᾶς ἐνθουσίαζαν. 

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στὸ ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαὰκ φάνηκε στὸν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαὰκ στὸν αὐλόγυρο; Αὐτὸ ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 

-Ἦρθε σίγουρα γιὰ νὰ μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας. 
-Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι. 
-Θὰ πρέπει νὰ μάθει πῶς δὲν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νὰ γυρνάει μὲ τὸ μέτωπο ψηλὰ σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτε. Καὶ τὸ Χριστὸ σταύρωσαν καὶ ἀπὸ τὸ παιχνίδι θέλουν νὰ ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό. 

Ἔτσι τὸν ἀποκαλοῦσαν γιατί τὸ γράμμα Ρ τὸ πρόφερε Γό. 
Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τὸ λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καὶ ὁ φυσικὸς ἀρχηγὸς τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σὲ μένα λέγοντας: 

-Ντῖνο, θὰ πᾶς νὰ τοῦ πεῖς πῶς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσὺ τὸν γνωρίζεις πιὸ καλά. Εἶναι καὶ γείτονάς σου. 
-Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός. 
-Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καὶ συνέχισε: 
-Ἑβραῖος εἶναι, τὸ κατάλαβες; Τὴν ἑβδομάδα αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσουμε σὲ χλωρὸ κλαρί. Αὐτοὶ σταύρωσαν τὸ Χριστό. Θὰ τοὺς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς. 
-Ὁ Χριστός, ὅμως, δὲ σταύρωσε αὐτοὺς ποὺ τὸν σταύρωσαν, τόλμησα νὰ πῶ. 
-Τί λὲς ρέ; Τί λὲς ρέ; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε. 
-Ὄχι, τοῦ εἶπα. 
-Ἄσε, λοιπόν, τὰ λόγια καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δὲ θὰ κάνεις ἐσύ. Καὶ στὸ παιχνίδι κομμένος. 
-Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος. 

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαὰκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τὸν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό. 

-Ἰσαὰκ τί γυρεύεις ἐδῶ; 
-Γιατί νὰ μὴν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νὰ μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά: 
-Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία; 
-Ὁ Χριστὸς μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ Ἑβραῖοι σταυρώσατε τὸ Χριστό, δὲν μπορεῖτε νὰ πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα. 
-Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δὲν ἔδιωξε κανένα ἀπὸ κοντά του. 
-Ἰσαάκ, τώρα δὲ γίνεται τίποτε. Μετὰ τὸ Πάσχα θὰ εἴμαστε καὶ πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδὴ δὲν ἄντεχα τὴν ἀναμέτρηση. 

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τὰ γνωστὰ παιχνίδια στὸν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιὰ πλάκα νὰ πιέζει τὸ στῆθος μου. Σὰν νὰ ἤμουν ἕνας ἀπὸ τοὺς σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἢ ἄδικο; Δὲν μποροῦσα νὰ χαρῶ τὴ μέρα. Τότε βρῆκα τὴ λύση. Τὴ βρῆκα καθὼς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστὰ στὸν ἐπιτάφιο. Μπροστὰ στὴν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νὰ κάνω κάτι. Αὐτὸς ποὺ ἦταν μέσα στὸν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τὴν ἀπόφασή μου. Πῆγα στὸ σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στὰ σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιὰ λάμψη διαπέρασε τὴ ματιά του, ἀλλὰ ἐξωτερικὰ δὲν τὸ ἔδειξε. 

-Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιὰ τὸ πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιὰ ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τὴ νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θὰ ποῦμε στὰ παιδιὰ πῶς εἶσαι μὲν Ἑβραῖος, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σου ἀγαπᾶς τὸ Χριστὸ καὶ λυπᾶσαι ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταύρωσαν. Θὰ πεῖς πῶς δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις ἀλλιῶς. 

Ὁ Ἰσαὰκ μὲ παρατηροῦσε μὲ προσοχή. Μὲ ἕνα βλέμμα κοφτερὸ καὶ ἀντρίκιο. 

-Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νὰ ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγὼ πῆρα μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. 
-Σὲ περιμένω τὸ βράδυ στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Τὰ παιδιὰ θὰ τὰ ἀναλάβω ἐγώ. 

Τὰ παιδιά, ὅμως, δὲν μὲ πίστευαν μὲ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι. 

-Μά, ὁ Χριστὸς συγχώρησε τοὺς σταυρωτές του. 
-Μὴ μιλᾶς, σταμάτα, ἂν δὲ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νὰ σὲ κάψουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης. 

Τὸ βράδυ στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τὰ χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τὸν ἐπιτάφιο στὸ μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας. 
Μέσα στὸν κόσμο ξεχώρισα τὸν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δὲν μπόρεσα νὰ διακρίνω ἂν ἦταν οἱ ψιχάλες ἢ τὰ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἂν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδὴ δὲν τὸν δέχτηκαν τὰ παιδιὰ παρὰ τὴν ὁμολογία του, ἢ ἐπειδὴ λυπόταν γιὰ τὴ σκληροκαρδία μας; 
Μετὰ τὴν περιφορὰ δὲν γλύτωσα ἀπὸ τὴ σχετικὴ καρπαζιὰ τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα. 

-Σὲ εἶδα βρέ, σὲ εἶδα, ἄλλαξες φιλικὲς ματιὲς μὲ τὸν ἑβραῖο. Καὶ πρόσθεσε: 
-Ἐσὺ ἀπόψε Ἑβραῖο δὲν καῖς. 
-Δὲν πειράζει, εἶπα, θὰ πάρω πάνω μου τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν Ἰσαάκ. 
 
Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τὸ ἄτυπο τελετουργικό. 
Στὸ τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο, φωνάζοντας: 

-Ἄκου Ντῖνο, ἐσὺ Ἀνάσταση φέτος δὲν θὰ κάνεις, οὔτε καὶ ὁ Ἑβραῖος. 

Ἡ κρίσιμη στιγμὴ ἦταν κατὰ τὴν Ἀνάσταση. Στὴν Πόλη πολλὲς χρονιὲς ἡ Ἀνάσταση δὲν γινόταν τὰ μεσάνυχτα, ἀλλὰ στὶς πέντε τὸ πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιὰ κρίσιμη στιγμή. Τὸ συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ἅδη. Ἡ ἧττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν. 
Ὅλα αὐτὰ τὰ ζήσαμε ἐκεῖνο τὸ πρωὶ μέσα στὴ λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τὰ παιδιὰ εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μὲ τὶς τσέπες γεμᾶτες ἀπὸ αὐγὰ καὶ βαρελότα. Τὴν ὥρα τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη», στὶς πέντε τὸ πρωί, θὰ γινόταν χαμός. 
Αὐγὰ ἀνάμεικτα μὲ βαρελότα θὰ ταξίδευαν πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας. 
Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δὲν τόλμησα νὰ μπῶ στὸ ἱερό. Τὰ παιδιὰ ἐξάλλου μὲ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάϊ στὴν ἐξέδρα, ἐκεῖ ποὺ θὰ γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστὸς Ἀνέστη». 
Χαρὰ ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τὰ πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δὲν φοβόμουν τὸ Σούλη τὸ χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τὰ βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καὶ ἀνάμεσα στὸ θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγὲς θυμωμένων ἀνθρώπων. Σὰ νὰ μάλωναν ἢ νὰ ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρὸς τὰ ἐκεῖ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ παιδιά, ποὺ ἦταν σὲ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικὲς κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαὰκ εἶχε παρακολουθήσει τὸ γιό του ποὺ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι. Τὴν ὥρα τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη» ἄρχισε νὰ τὸν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας Ἑβραῖος νὰ πεῖ: «Χριστὸς Ἀνέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιὰ τὴν οἰκογένεια. Εἶδα τὸν Ἰσαὰκ νὰ ποδοπατεῖται ἀπὸ τὸν πατέρα του μὲ μῖσος. 

-Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστὸς Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος. 

Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν σὲ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὴ μύτη του. Τόλμησε νὰ πεῖ. 

-Ναί, πατέρα, Χριστὸς Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταυρώσαμε. Χριστὸς Ἀνέστη. 

Κυλιόταν κάτω σὰν μάρτυρας, χωρὶς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 

-Χριστὸς Ἀνέστη... 

Μᾶς θύμισε τὸ μαρτύριο τόσων καὶ τόσων ποὺ φώναξαν αὐτὸ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» στὰ ματωμένα χώματα τῆς Πόλης. 

Μετὰ ἔμεινε ἀναίσθητος. Δὲν τολμήσαμε νὰ πλησιάσουμε. Τὰ παιδιὰ εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαὰκ τὸν ἅρπαξε στὰ χέρια του. Ἢ μᾶλλον τὸν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μὲ κοίταξε. Τὸν κοίταξα. Μὲ φίλησε. 

-Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος. 
-Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη. 

Τὸν Ἰσαάκ, μετά, τὸν χάσαμε. Μάθαμε πῶς ἔμεινε μῆνες στὸ κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπὸ τὴ γειτονιά. 
Μετὰ ἀπὸ χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιὰ ἕναν ἱερομόναχο σὲ μιὰ σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ παλιὰ ζοῦσε στὴν Πόλη καὶ ἦταν Ἑβραῖος. Καὶ μετὰ ἔγινε χριστιανός. Γιὰ ἕναν ἱερομόναχο ποὺ ἦταν κυρτὸς ἀπὸ κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλὸς πάντα καὶ ἔλεγε «Χριστὸς Ἀνέστη», σὲ ὅσους τὸν συναντοῦσαν. 
Ἔτσι μοῦ εἶπαν καὶ τὸ πιστεύω, ναί, πὼς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ. 
Χριστὸς Ἀνέστη! 


 

Ἡ Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδην

Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου

1. Ἐκεῖνος πού χθές, μέσα στήν ἄπειρη συγκατάβασί Του, δέν ἐκαλοῦσε νά τόν βοηθήσουν οἱ λεγεῶνες τῶν Ἀγγέλων, λέγοντας στόν Πέτρο, ὅτι εἶναι στό χέρι μου νά παρατάξω τώρα ἀμέσως, περισσότερες ἀπό δώδεκα λεγεῶνες Ἀγγέλων (Ματθ. κστ´ 53), σήμερα κατέρχεται μέ τόν θάνατό Του κατά τοῦ ἅδου καί τοῦ θανάτου, τοῦ τυράννου, ὅπως ταιριάζει σέ Θεό καί Κυρίαρχο, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων καί ἀσωμάτων στρατευμάτων καί τῶν ἀοράτων ταγμάτων, ὄχι μέ δώδεκα μόνο λεγεῶνες, ἀλλά μέ μύριες μυριάδες καί χίλιες χιλιάδες Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἐξουσιῶν, Θρόνων, Ἐξαπτερύγων, Πολυομμάτων, οὐρανίων ταγμάτων, τά ὁποῖα, ὡς Βασιλέα καί Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφοροῦν καί τιμοῦν τόν Χριστό. Ὄχι, ὅτι συμμαχοῦν καί συμπολεμοῦν μαζί Του. Ὄχι, ποτέ! Γιατί ἀπό ποιά συμμαχία ἔχει ἀνάγκη ὁ παντοδύναμος Χριστός; Τόν συνοδεύουν γιατί χρωστοῦν πάντοτε... καί ποθοῦν νά εἶναι κοντά στόν Θεό τους. Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἔτρεχαν σάν δορυφόροι ὁπλῖτες, ὡπλισμένοι μέ ξίφη καί σάν ἀστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ὡπλισμένοι μέ τούς θεϊκούς καί παντοδύναμους κεραυνούς τοῦ Βασιλέως των, οἱ ὁποῖοι πρόφθαιναν μέ πολύ ζῆλο καί ξεπερνοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή γρηγοράδα, ὑπακούοντας στό θεϊκό μόνο νεῦμα καί κάνοντας ἔργο καί πρᾶξι τή διαταγή καί στεφανωμένοι μέ τό στέφανο τῆς νίκης κατά τῆς παρατάξεως τῶν ἐχθρῶν καί τυράννων. Γι᾿ αὐτό καί κατέρχονται στά ὑποχθόνια δεσμωτήρια τῶν πανάρχαιων νεκρῶν, πού ἦταν μέσα στήν καρδιά τοῦ Ἅδη καί βαθύτερα ἀπ᾿ ὅλη τή γῆ, γιά νά βγάλουν ἀπό ἐκεῖ μέσα τούς ἁλυσοδεμένους καί ἀπό αἰῶνες τώρα κεκοιμημένους.

2. Μόλις δέ φάνηκε στά κλεισμένα ἀπ᾿ ὅλες τίς πόρτες, τά ἀνήλια καί κατασκότεινα δεσμωτήρια, στά ὑπόγεια καί τά σπήλαια τοῦ Ἅδη ἡ θεϊκή καί λαμπρή παρουσία τοῦ Κυρίου, προβαίνει ἐμπρός ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε συνηθίσει νά φέρνη χαρᾶς εὐαγγέλια στούς ἀνθρώπους, καί μέ φωνή δυνατή, ἀρχαγγελικώτατη, ἔντονη καί λιονταρίσια φωνάζει πρός τίς ἀντίπαλες δυνάμεις: «ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν». Καί μαζί του φωνάζει ὁ Μιχαήλ: «γκρεμισθῆτε προαιώνιες πύλες». Ἔπειτα οἱ Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οἱ δέ Ἐξουσίες διατάζουν μέ ἐξουσία: «Σπᾶτε ἄλυτες ἁλυσίδες». Κι᾿ ἕνας ἄλλος Ἀρχάγγελος προσθέτει: «Αἶσχος σέ σᾶς, ἀνάλγητοι τύραννοι».

Καί καθώς συμβαίνει ὅταν παρουσιασθῆ μιά φοβερή, ἀήτητη καί παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί καί τρόπος καί ταραχή καί ὀδυνηρός φόβος κυριεύει τούς ἐχθρούς τοῦ ἀκαταγώνιστου Στρατηγοῦ, τό ἴδιο ἔγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ὁ Χριστός στά καταχθόνια τοῦ Ἅδη. Ἀπό ἐπάνω μιά δυνατή ἀστραπή ἐτύφλωνε τά πρόσωπα τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων τοῦ Ἅδη καί ταυτόχρονα ἀκούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές πού διέταζαν: «Ἄρατε πύλας, ὄχι ἀνοίξετε, ἀλλά ξερριζῶστε τις ἀπό τά θεμέλια, βγάλτε τις τελείως ἀπό τόν τόπο τους, ὥστε νά μή μποροῦν πιά νά ξανακλείσουν. Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, ὄχι γιατί δέν μπορεῖ νά τίς ἀνοίξη ὁ Κύριός μας, πού ὅταν θέλη, διατάζει καί μπαίνει μέ κλεισμένες τίς πόρτες, ἀλλά σᾶς διατάζει, σάν δραπέτες δούλους, νά σηκώσετε καί νά μεταφέρετε αὐτές τίς προαιώνιες πύλες. Γιά τοῦτο καί δέν διατάζει τούς ὄχλους σας, ἀλλά σᾶς πού παρουσιάζεσθε σάν ἀρχηγοί τους: ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν» (Ψαλμ. κγ´ 7-10).

Ἀπό τώρα καί ἔπειτα δέν θά εἶσθε πιά ἄρχοντες κανενός, παρ᾿ ὅλο πού κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στούς μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Οὔτε αὐτῶν θά εἶσθε πλέον ἄρχοντες, οὔτε ἄλλων, οὔτε τῶν ἑαυτῶν σας ἀκόμη. Ἄρατε πύλας, γιατί ἦρθε ὁ Χριστός, ἡ οὐράνια θύρα. Ἀνοίξετε δρόμο σ᾿ Αὐτόν πού ἔβαλε τό πόδι Του στή φυλακή τοῦ Ἅδη. Τό ὄνομά του εἶναι Κύριος καί ὁ Κύριος ἔχει τό δικαίωμα καί τή δύναμι νά περάση τίς πύλες τοῦ θανάτου. Γιατί τή μέν εἴσοδο τοῦ θανάτου τή φτιάξατε σεῖς, Αὐτός δέ ἦρθε γιά νά ἐπιτύχη τό πέρασμά της. Γι᾿ αὐτό ἀνοίξετε γρήγορα καί μήν ἀργοπορῆτε. Ἀνοίξετε καί κάνετε γρήγορα. Ἀνοίξετε καί μήν ἀναβάλλετε. Ἄν νομίζετε πῶς θά σᾶς περιμένουμε, κάνετε λάθος. Θά διατάξουμε τίς ἴδιες τίς πύλες νά ἀνοίξουν αὐτομάτως καί χωρίς νά βάλουμε χέρι: Ἀνοῖξτε πύλες αἰώνιες!

3. Καί μόλις οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἐβόησαν, τήν ἴδια στιγμή ἄνοιξαν οἱ πύλες! Τήν ἴδια στιγμή ἔσπασαν οἱ ἁλυσίδες καί οἱ μοχλοί. Ἔπεσαν τά κλειδιά καί συγκλονίσθηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Οἱ ἐχθρικές δυνάμεις ἐτράπησαν σέ ἄτακτη φυγή, ὁ ἕνας ἔσπρωχνε τόν ἄλλο, ἄλλος μπερδευόταν στά πόδια τοῦ ἄλλου καί καθένας φώναζε στό διπλανό του νά φεύγη γρήγορα. Ἔφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τά ἔχασαν, ἐταράχθηκαν, ἄλλαξε τό χρῶμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν καί ἀπόρησαν, ἀπόρησαν καί τρόμαξαν. Ὁ ἕνας ἔμεινε μέ ἀνοιχτό στόμα. Ἄλλος ἔκρυψε τό πρόσωπο μέσα στά γόνατά του. Ἄλλος ἔπεσε κάτω, παγωμένος ἀπό τό φόβο. Ἄλλος στάθηκε ἀκίνητος, σάν νεκρός. Ἄλλος κυριεύθηκε ἀπό δέος καί ἄλλος ἔτρεξε νά σωθῆ σέ βαθύτερο μέρος.

4. Τήν ὥρα αὐτή ὁ Χριστός ἀπεκεφάλισε τούς σαστισμένους τυράννους. Τότε χαλάρωσαν τά χαλινάρια τους καί ρωτοῦσαν: «Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Ποιός εἶναι αὐτός πού ἦρθε ἐδῶ, κάνοντας τόσα παράδοξα πράγματα; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού κατορθώνει τώρα στόν Ἅδη, αὐτά πού δέν ἔγιναν ποτέ; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού βγάζει ἀπό ἐδῶ τούς προαιώνιους φυλακισμένους; Ποιός εἶναι αὐτός πού διέλυσε καί κατέλυσε τό ἀήτητο κράτος καί τό θράσος μας; »

Σ᾿ αὐτούς ἀπαντοῦσαν οἱ δυνάμεις τοῦ Κυρίου καί τούς ἔλεγαν: «Θέλετε νά μάθετε ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Εἶναι ὁ Κύριος, ὁ κραταιός καί δυνατός, ὁ Κύριος, ὁ δυνατός καί πανίσχυρος στόν πόλεμο. Εἶναι ἐκεῖνος, ἐλεεινοί καί παράνομοι τύραννοι, πού σᾶς ἐξόρισε καί σᾶς ἔρριξε κάτω ἀπό τίς οὐράνιες ἀψίδες. Εἶναι αὐτός πού συνέτριψε μέσα στά νερά τοῦ Ἰορδάνη τίς κεφαλές τῶν δρακόντων σας. Εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπάνω στό Σταυρό του σᾶς ἔκανε θέατρο, σᾶς διεπόμπευσε καί σᾶς ἀφαίρεσε κάθε δύναμι. Εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔδεσε καί σᾶς ἔρριξε στό ζόφο καί στήν ἄβυσσο. Αὐτός εἶναι πού θά σᾶς ἐξοντώση τελειωτικά μέσα στήν αἰώνια φωτιά καί τή γέεννα. Μήν ἀργῆτε, μήν περιμένετε, ἀλλά τρέξετε γρήγορα καί βγάλετε τούς φυλακισμένους, τούς ὁποίους μέχρι τώρα κακῶς ἔχετε καταπιῆ. Ἀπό ἐδῶ κι᾿ ἐμπρός καταλύεται τό κράτος σας. Καταργεῖται ἡ τυραννική ἐξουσία σας. Ἡ ἀλαζονεία σας καταπατήθηκε οἰκτρά. Ἡ ὑπερήφανη καύχησί σας ξεκουρελιάσθηκε. ἡ δύναμί σας ἔσβησε καί χάθηκε γιά πάντα»

5. Αὐτά φώναζαν οἱ νικήτριες δυνάμεις τοῦ Κυρίου στίς δυνάμεις τοῦ Ἐχθροῦ καί συγχρόνως ἐνεργοῦσαν μέ βιασύνη. Ἄλλοι γκρέμιζαν τήν φυλακή ἀπό τά θεμέλια της. Ἄλλοι καταδίωκαν τούς ἐχθρούς πού ἔφευγαν γιά νά σωθοῦν στά βαθύτερα μέρη. Ἄλλοι ἔτρεχαν καί ἐρευνοῦσαν τά ὑπόγεια, τά φρούρια καί τά σπήλαια. Καί ὅλοι, ἀπό διάφορες κατευθύνσεις καθένας, ἔφερναν τούς δεσμῶτες ἐμπρός στόν Κύριο. Ἄλλοι ἔδεναν τόν τύραννο, ἐνῶ ἄλλοι ἀπελευθέρωναν τούς προαιώνιους δεσμῶτες. Καί ἄλλοι μέν ἔτρεχαν μπροστά ἀπό τόν Κύριο, καθώς προχωροῦσε βαθύτερα. Ἄλλοι δέ τόν ἀκουλουθοῦσαν νικηφόροι, ὡς Θεόν καί Βασιλέα.

6. Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ὁ ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!

7. Καί τήν ὥρα πού ὁ Ἀδάμ ἔλεγε αὐτά πρός τούς συγκαταδίκους του, εἰσέρχεται ὁ Κύριος, κρατῶντας τό νικηφόρο ὅπλο τοῦ Σταυροῦ. Μόλις τόν ἀντίκρυσε ὁ Ἀδάμ, χτύπησε τό στῆθος ἀπό τήν χαρούμενη ἔκπληξι καί φώναξε πρός ὅλους τούς ἐπί αίῶνες κεκοιμημένους: «ὁ Κύριός μου ἄς εἶναι μαζί μέ ὅλους»! Καί ὁ Χριστός ἀπάντησε στόν Ἀδάμ: «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου».

Ὕστερα τόν πιάνει ἀπό τό χέρι, τόν σηκώνει ἐπάνω καί τοῦ λέει: «Σήκω σύ πού κοιμᾶσαι καί ἀνάστα ἀπό τούς νεκρούς, γιατί σέ καταφωτίζει ὁ Χριστός! (Ἐφεσ. 5, 14). Ἐγώ ὁ Θεός, πού γιά χάρι σου ἔγινα υἱός σου, ἔχοντας δικούς μου πλέον καί σένα καί τούς ἀπογόνους σου, μέ τήν θεϊκή ἐξουσία μου δίνω ἐλευθερία καί λέω στούς φυλακισμένους: ἐξέλθετε. Σ᾿ αὐτούς πού κείτονται στό σκοτάδι: ξεσκεπασθῆτε. Καί σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι πεσμένοι κάτω: σηκωθῆτε!

Σένα, Ἀδάμ, σέ προστάζω: σήκω ἀπό τόν αἰώνιο ὕπνο σου. Δέν σέ ἔπλασα, γιά νά μένης φυλακισμένος τόν Ἅδη. Ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, γιατί ἐγώ εἶμαι ἡ ζωή τῶν θνητῶν. Σήκω ἐπάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω ἐπάνω σύ πού εἶσαι ἡ μορφή μου, πού σέ δημιούργησα κατ᾿ εἰκόνα μου.Σήκω νά φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Γιατί σύ εἶσαι μέσα σέ μένα καί ἐγώ μέσα σέ σένα! Γιά σένα ὁ Κύριος ἔλαβε τή δική σου μορφή τοῦ δούλου. Γιά δική σου χάρι, ἐγώ πού βρίσκομαι ψηλότερα ἀπό τούς οὐρανούς, κατέβηκα στή γῆ καί πιό κάτω ἀπό τή γῆ. Γιά σένα τόν ἄνθρωπο ἔγινα σάν ἕνας ἀνυπεράσπιστος ἄνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι᾿ ἐγώ ἀπό τή ζωή, ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς ἄλλους νεκρούς (Ψαλμ. 87, 5). Γιά σένα πού βγῆκες μέσα ἀπό τόν κῆπο τοῦ παραδείσου, μέσα σέ κῆπο παραδόθηκα στούς Ἰουδαίους καί μέσα σέ κῆπο ἐσταυρώθηκα (Ἰωάν. 19, 41).

Κύτταξε στό πρόσωπό μου τά φτυσίματα, πού καταδέχθηκα πρός χάριν σου, γιά νά σέ ἀποκαταστήσω στήν παλαιά σου δόξα, πού εἶχα δώσει μέ τό ἐμφύσημά μου (Γεν. 2, 7). Κύτταξε στά μάγουλά μου τά ραπίσματα, πού καταδέχθηκα, γιά νά ἐπανορθώσω τήν διεστραμμένη μορφή σου καί νά τήν φέρω στήν ὄψι πού εἶχε σάν εἰκόνα μου. Κύτταξε στή ράχη μου τή μαστίγωσι πού καταδέχθηκα, γιά νά διασκορπίσω τό φορτίο τῶν ἁμαρτημάτων σου. Κύτταξε τά καρφωμένα χέρια μου, πού τά ἅπλωσα καλῶς ἀπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιά νά συχωρεθῆς σύ πού ἅπλωσες κακῶς τό χέρι σου στό ἀπαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τά πόδια μου πού καρφώθηκαν καί τρυπήθηκαν στό Σταυρό, γιά νά ἐξαγνισθοῦν τά δικά σου πόδια πού ἔτρεξαν κακῶς στό δένδρο τῆς ἁμαρτίας.

Τήν ἕκτη ἡμέρα βγῆκε εἰς βάρος σου τότε ἡ καταδικαστική ἀπόφασις. Γι᾿ αὐτό πάλι τήν ἕκτη ἡμέρα σέ ἀναπλάττω καί ἀνοίγω τόν παράδεισο. Πρός χάριν σου γεύθηκα τήν χολή, γιά νά σοῦ θεραπεύσω τήν πικρή ἡδονή πού γεύθηκες ἀπό ἐκεῖνον τόν γλυκό καρπό. Γεύθηκα τό ξύδι, γιά νά βγάλω ἀπό τή ζωή σου τό δριμύ καί ἔξω ἀπό τή φύσι σου ποτῆρι τοῦ θανάτου. Δέχθηκα τόν σπόγγο, γιά νά σβήσω τό κατάστιχο τῶν ἁμαρτιῶν σου. Δέχθηκα τό καλάμι, γιά νά ὑπογράψω τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὕπνωσα στόν Σταυρό καί τρυπήθηκα στήν πλευρά μου, γιά σένα πού ὕπνωσα στόν παράδεισο καί ἔβγαλα ἀπό τήν πλευρά σου τήν Εὔα. Ἡ πληγωμένη πλευρά μου ἐθεράπευσε τόν πόνο τῆς πλευρᾶς σου. Ὁ δικός μου ὕπνος θά σέ βγάλη ἀπό τόν ὕπνο σου μέσα στόν Ἅδη. Ἡ ρομφαία πού χτύπησε ἐμένα, σταμάτησε τή ρομφαία πού στρεφόταν ἐναντίον σου (Γεν. 3, 24).

Σήκω, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Τότε σέ ἐξώρισα ἀπό τόν γήϊνο παράδεισο. Τώρα σέ ἀποκαθιστῶ, ὄχι πλέον σ᾿ ἐκεῖνον τόν παράδεισο, ἀλλά σέ οὐράνιο θρόνο. Τότε σ᾿ ἐμπόδισα νά φᾶς ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς (Γεν. 3, 22). Νά ὅμως τώρα πού ἑνώθηκα πλήρως μέ σένα, ἐγώ πού εἶμαι ἡ ἴδια ἡ ζωή. Ἔταξα τά Χερουβίμ νά σέ φρουροῦν σάν δοῦλο. Τώρα ὁδηγῶ τά Σεραφίμ νά σέ προσκυνήσουν σά Θεό. Κρύφθηκες τότε μπροστά στόν Θεό, ἐπειδή ἤσουν γυμνός. Νά ὅμως πού ἀξιώθηκες νά κρύψης μέσα σου γυμνό τόν ἴδιο τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό σηκωθῆτε, ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Ἀπό τήν φθορά στήν ἀφθαρσία. Ἀπό τό σκοτάδι στό αἰώνιο φῶς. Ἀπό τήν ὀδύνη στήν ἐλευθερία. Ἀπό τή φυλακή τοῦ Ἅδη στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἀπό τά δεσμά στήν ἄνεσι. Ἀπό τή σκλαβιά στήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

8. Γι᾿ αὐτό τόν σκοπό ὁ Χριστός ἀπέθανε καί ἀνέστη: γιά νά γίνη Κύριος καί νεκρῶν καί ζώντων (Ρωμ. 14, 9). Σηκωθῆτε, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ὁ οὐράνιος Πατέρας περιμένει μέ λαχτάρα τό χαμένο πρόβατο. Τά ἐνενῆντα ἐννέα πρόβατα τῶν ἀγγέλων (Ματθ. 18, 12) περιμένουν τόν σύνδουλό τους Ἀδάμ, πότε θά ἀναστηθῆ, πότε θά ἀνέλθη καί θά ἐπανέλθη πρός τόν Θεό. Ὁ χερουβικός θρόνος εἶναι ἕτοιμος. Αὐτοί πού θά σᾶς ἀνεβάσουν εἶναι γρήγοροι καί βιάζονται. Ὁ νυμφικός θάλαμος ἔχει προετοιμασθῆ. Τό μεγάλο ἑορταστικό δεῖπνο εἶναι στρωμένο (Ἀποκ. 19, 9, Λουκ. 14, 16). Τά θησαυροφυλάκια τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἄνοιξαν. Ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἔχει ἑτοιμασθῆ «ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25, 34). Ἀγαθά πού μάτια δέν τά εἶδαν καί αὐτιά δέν τά ἄκουσαν περιμένουν τόν ἄνθρωπο (Α´ Κορ 2, 9).

Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια εἶπεν ὁ Κύριος. Καί ἀμέσως ἀνασταίνεται μαζί Του ὁ ἑνωμένος σ᾿ αὐτόν Ἀδάμ καί μαζί τους καί ἡ Εὔα. Ἀκόμη δέ καί «πολλά σώματα δικαίων, πού εἶχαν πεθάνει πρίν ἀπό αἰῶνες, ἀναστήθηκαν» (Ματθ. 27, 52), διακηρύσσοντας τήν τριήμερο Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτήν ἄς τήν ὑποδεχθοῦμε καί ἄς τήν ἀγκαλιάσουμε οἱ πιστοί μέ πολλή χαρά, χορεύοντες μέ τούς ἀγγέλους καί ἑορτάζοντες μέ τούς ἀρχαγγέλους καί δοξάζοντες τόν Χριστό, πού μᾶς ἀνέστησε ἀπό τήν φθορά. Εἰς Αὐτόν ἁρμόζει ἡ δόξα καί ἡ δύναμις, μαζί μέ τόν ἀθάνατο Πατέρα καί τό πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό καί ὁμοούσιο Πνεῦμα, εἰς ὅλους τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.