Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2026

 

Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας

 

«Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας»

Γεώργιος Αποστολάκης, αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.

Περίληψη

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου σχετικά με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και το ενδεχόμενο του «χαράγματος», υπό το φως της πατερικής εσχατολογικής παραδόσεως. Στόχος της εργασίας δεν είναι η αξιολόγηση σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων με πολιτικά ή τεχνοκρατικά κριτήρια, αλλά η θεολογική αποτίμηση του πνευματικού νοήματος που αποδίδει ο Άγιος στο ζήτημα της ελευθερίας, της συνείδησης και της σταδιακής αλλοίωσης του ανθρώπου.

Η μελέτη αποδεικνύει ότι ο λόγος του Οσίου Παϊσίου δεν συνιστά ιδιωτική ή καινοφανή εσχατολογική προσέγγιση, αλλά κινείται σε σαφή συνέχεια με την πατερική ερμηνεία της Αποκαλύψεως, εκφρασθείσα από Πατέρες όπως ο Ιππόλυτος Ρώμης, ο Ανδρέας και ο Αρέθας Καισαρείας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Κύριλλος Ιεροσολύμων και ο Θεοδώρητος Κύρου. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην απουσία χρονολογικών προσδιορισμών, στοιχείο που χαρακτηρίζει τη γνήσια εκκλησιαστική προφητικότητα. Συμπεραίνεται ότι η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου αποτελεί σύγχρονη ποιμαντική έκφραση πατερικών αρχών και όχι τεχνοφοβική ή συνωμοσιολογική τοποθέτηση.

Εισαγωγή.

Στη σύγχρονη εποχή, πολλές τεχνολογικές αλλαγές προκαλούν στους πιστούς ερωτήματα σχετικά με την πνευματική τους ζωή, την ελευθερία τους και την σχέση τους με την πίστη του Χριστού. Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι οι ηλεκτρονικές ταυτότητες και οι επιπτώσεις τους στη ζωή και την ελευθερία του ανθρώπου, συχνά συνδεόμενο με την έννοια του «σφραγίσματος» του Αντιχρίστου, όπως περιγράφεται στην Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προσεγγίζει την ιστορία ως ουδέτερο πεδίο εξελίξεων, αλλά ως χώρο φανέρωσης της Θείας Οικονομίας και ταυτόχρονα ως πεδίο πνευματικού αγώνα. Οι τεχνολογικές και κοινωνικές μεταβολές, ιδίως όταν αγγίζουν την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και τη δυνατότητα συμμετοχής του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, δεν μπορούν να αξιολογηθούν αποκλειστικά με λειτουργικά ή ωφελιμιστικά κριτήρια, αλλά απαιτούν θεολογική και πνευματική διάκριση.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου σχετικά με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και τη σχέση τους με το αποκαλυπτικό θέμα του σφραγίσματος. Η διδασκαλία αυτή του Οσίου δεν συνιστά προσωπική/ιδιωτική εσχατολογική θεωρία ούτε τεχνοφοβική αντίδραση, αλλά έκφραση της πατερικής ερμηνευτικής παραδόσεως, μεταφερμένης σε ένα νέο ιστορικό και τεχνολογικό περιβάλλον.

1. Η θεολογική έννοια της ταυτότητας και του προσώπου

Στην ορθόδοξη θεολογία, η ταυτότητα του ανθρώπου δεν θεμελιώνεται σε διοικητικά ή βιομετρικά δεδομένα, αλλά στο μυστήριο του προσώπου. Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο ελεύθερο, κεκλημένο σε κοινωνία με τον Θεό. Η πρωταρχική του ταυτότητα είναι βαπτισματική και εκκλησιαστική· το όνομά του είναι εγγεγραμμένο «ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Για την Εκκλησία, η θεμελιώδης ταυτότητα του ανθρώπου είναι το Βάπτισμα. Το όνομα του ανθρώπου είναι γραμμένο «ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Η ελευθερία του προσώπου είναι αδιαπραγμάτευτη. Ο Άγιος με τη διδασκαλία του δεν απορρίπτει την ανάγκη διοικητικής οργάνωσης του κράτους, αλλά διακρίνει τον κίνδυνο όταν η τεχνολογία αποκτά υπαρξιακό και καθολικό χαρακτήρα, δηλαδή όταν παύει να είναι εργαλείο και γίνεται όρος συμμετοχής στην κοινωνία.

Ο Όσιος Παΐσιος προσεγγίζει το ζήτημα των ταυτοτήτων ακριβώς από αυτή τη σκοπιά. Η έννοια της «ταύτισης» που συνεπάγεται η αποδοχή μιας ταυτότητας δεν είναι ουδέτερη: δηλώνει αποδοχή, ένταξη, υπαγωγή. Όταν η ταυτότητα παύει να είναι απλό αποδεικτικό στοιχείο και μετατρέπεται σε καθολικό μηχανισμό ελέγχου και συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, τότε αποκτά υπαρξιακή και πνευματική διάσταση. Από θεολογική σκοπιά, η ταύτιση αυτή εξετάζεται όχι ως απλή διοικητική διαδικασία αλλά ως πνευματική πραγματικότητα, επειδή η ανθρώπινη ύπαρξη έχει ενσυνείδητο χαρακτήρα και ελευθερία, που δεν περιορίζεται μόνο στον φυσικό χώρο αλλά και στην πνευματική της διάσταση.

Κατά τον Όσιο Παΐσιο, υπάρχει μία βασική διάκριση ανάμεσα σε ένα απλό τεχνολογικό ή διοικητικό έγγραφο και την πνευματική του διάσταση: Ο Γέροντας τονίζει ότι η ταυτότητα δεν είναι απλά ένα έγγραφο, αλλά έχει ένα συμβολικό περιεχόμενο: «ταυτίζομαι με όσα δηλώνω».[1] Η λέξη «ταυτότητα» σημαίνει ταύτιση του ατόμου με όσα αναφέρει ότι είναι ή δηλώνει[2]. Σε αυτό το πλαίσιο, η ηλεκτρονική ταυτότητα δεν είναι απλώς τεχνική υπογραφή αλλά συμβολίζει μία πνευματική «ταύτιση» με ένα σύστημα που μπορεί να αντιτίθεται στο θέλημα του Θεού.[3]

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ερμηνεία που δίνει ο Όσιος Παΐσιος στην ίδια την έννοια της «ταυτότητας». Για τον Άγιο, η ταυτότητα δεν είναι ουδέτερο διοικητικό στοιχείο, αλλά πράξη ταύτισης. Η φράση «Η ταυτότητα σημαίνει ότι ταυτίζεσαι μ’ αυτό που σου λένε» αποκαλύπτει την οντολογική διάσταση του ζητήματος. Ο άνθρωπος καλείται να αναρωτηθεί όχι απλώς τι κρατά, αλλά με τι ταυτίζεται. Στην ορθόδοξη θεολογία, η ταύτιση του ανθρώπου ανήκει πρωτίστως στον Χριστό και στο Βάπτισμα, όχι σε απρόσωπα συστήματα. Γι’ αυτό και ο Άγιος δεν προχωρεί σε επιβολές ή καταναγκασμούς, αλλά αφήνει τον χώρο της ελευθερίας και της συνείδησης ανοικτό: «Ο καθένας να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του.» Η θέση αυτή φανερώνει ότι η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου δεν είναι νομικιστική ούτε φοβική, αλλά βαθύτατα εκκλησιολογική και ασκητική

2. Το αποκαλυπτικό πλαίσιο: Ερμηνεία του Αποκ. 13,16–17[4]

Το κεντρικό αποκαλυπτικό χωρίο περί του «χαράγματος» (Αποκ. 13,16–17) συνδέει ρητά τρία στοιχεία: α) την καθολικότητα  (ποιεῖ πάντας), β) τον οικονομικό αποκλεισμό (ἀγοράσαι – πωλῆσαι) , γ) το σημείο δουλείας (χάραγμα). Η πατερική ερμηνεία δεν εστιάζει στη μορφή του χαράγματος, αλλά στο γεγονός ότι πρόκειται για πράξη υποταγής και αποδοχής ενός αντίθεου συστήματος. Το σφράγισμα δεν λειτουργεί μηχανικά ούτε μαγικά· προϋποθέτει ελεύθερη συγκατάθεση και πνευματική αποστασία.

Ο Όσιος Παΐσιος ερμηνεύει το χωρίο όχι τεχνοκρατικά αλλά πνευματικά, επισημαίνοντας ότι το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι η μορφή του χαράγματος, αλλά η εκούσια αποδοχή, η υπαγωγή της ζωής σε ένα αντίθεο σύστημα, η απώλεια της ελευθερίας της συνείδησης. Αυτή η προσέγγιση ταυτίζεται πλήρως με την πατερική ερμηνευτική.

Κινούμενος δε εντός αυτού του πλαισίου, τονίζει ότι οι σύγχρονες μορφές τεχνολογικής ταυτοποίησης δεν ταυτίζονται αυτομάτως με το σφράγισμα, αλλά δύνανται να λειτουργήσουν ως προπαρασκευαστικό στάδιο, εφόσον εκπαιδεύουν τον άνθρωπο σε καθεστώς καθολικού ελέγχου και απώλειας της ελευθερίας.

Τι λέει (ουσιαστικά) ο Άγιος Παΐσιος για ηλεκτρονικές ταυτότητες / «666» ;

α) Δεν το βλέπει ως απλό τεχνικό/διοικητικό θέμα, αλλά ως ζήτημα πνευματικής πλάνης γύρω από το «σφράγισμα». Γι’  αυτό, στο κείμενο «Σημεία των καιρών» ο άξονας δεν είναι «προσωπικά δεδομένα/ιδιωτικότητα», αλλά η ανησυχία ότι ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί, να συμφιλιωθεί με κάτι που συνδέεται με το «σφράγισμα» και το «666», μέσα από μια λογική «δεν πειράζει, αρκεί να πιστεύω μέσα μου»[5].

β) Πολεμά τη λογική του «βάζω κι έναν σταυρό και καθάρισα». Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία του κειμένου των Σημείων είναι η απόρριψη της ιδέας ότι, αν δεχθεί κανείς κάτι «με το 666», μπορεί να το «αγιάσει» προσθέτοντας σταυρό ή κάνοντας τον σταυρό του. Το παρουσιάζει ως πλάνη, δηλαδή ως εσφαλμένη θεολογική σκέψη για το πώς λειτουργεί ο αγιασμός και η ομολογία.[6] Δίνει τόσο μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτό, της πλάνης, που αφιερώνει τέσσερες ολόκληρες σελίδες στο χειρόγραφό του όπου αναιρεί συντριπτικά κάθε επιχείρημα της πλάνης «βάζω κι έναν σταυρό και καθάρισα» με παραδείγματα από την εκκλησιαστική ιστορία, για να καταλήξει στην ορθή θέση ότι «μόνον αυτά που δέχονται αγιασμό, αγιάζονται. Όπως το νερό, δέχεται αγιασμό και γίνεται Αγιασμός. Τα ούρα δεν δέχονται αγιασμό. Η πέτρα με θαύμα γίνεται ψωμί. Η ακαθαρσία δεν δέχεται αγιασμό. Επομένως ο διάβολος, ο αντίχριστος, όταν είναι στην ταυτότητά μας ή στο χέρι ή στο κεφάλι μας με το σύμβολό τους, δεν αγιάζονται με το να βάλουμε και έναν Σταυρό».

γ) Τοποθετεί το βάρος στη συνείδηση και στην εκκλησιαστική/πνευματική καθοδήγηση, όχι σε πανικό. Στη μεταγενέστερη των «Σημείων» απόδοση λόγων του από την αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»[7], φαίνεται μια πιο ποιμαντική γραμμή: Όταν σας ρωτούν, να λέτε στους ανθρώπους να συμβουλεύονται τον πνευματικό τους και να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία· τονίζοντας ότι ο ίδιος «τα γράφει ξεκάθαρα» στο φυλλάδιο «Σημεία των καιρών» και «ας ενεργήσει ο καθένας ανάλογα με τη συνείδησή του».[8]  Η ποιμαντική αυτή συμβουλή δεν αναιρεί φυσικά ότι το πλαίσιο παραμένει πνευματικό/εσχατολογικό· απλώς δείχνει τρόπο αντιμετώπισης.

δ) Η «ηλεκτρονική ταυτότητα» στη διδασκαλία του είναι μέρος μιας ευρύτερης εικόνας που τη συνθέτουν η αριθμοποίηση και έλεγχος και που οδηγεί σε πίεση συνείδησης. Το χειρόγραφο των «Σημείων» είναι γραμμένο το 1987 στο κελί του στην Παναγούδα.  Το νόημα του κειμένου, όπως προκύπτει από τα σχετικά αποσπάσματα[9], είναι ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στην ίδια την κάρτα ως αντικείμενο, αλλά στην πνευματική ολίσθηση που  οδηγεί: να εκπαιδευτεί ο άνθρωπος να δέχεται συμβιβασμούς που οδηγούν στο σφράγισμα/άρνηση.

Ας εξετάσουμε ποια είναι η «θεολογική λογική» πίσω από αυτά.

Η κεντρική έννοια της διδασκαλίας του είναι: ομολογία και όχι συμβιβασμός. Ο Άγιος Παΐσιος αντιμετωπίζει το θέμα σαν πεδίο ομολογίας (ή πλάνης), όχι σαν «πολιτική διαχείριση» μόνο. Γι’ αυτό τονίζει ότι δεν αρκεί το «εσωτερικά πιστεύω». Δίνει μυσταγωγική/εκκλησιολογική έμφαση στο Βάπτισμα–Χρίσμα (σφραγίς δωρεάς…) Στο κείμενο αντιπαραβάλλει το «άγιο σφράγισμα» (Βάπτισμα/εκκλησιαστική ζωή) με μια άλλη «σφράγιση» που θεωρεί αντίθετη[10]. Απορρίπτει κάθε σκέψη για μια «μαγική»  ενέργεια του Σταυρού. Το «βάζω σταυρό πάνω στο 666» το θεωρεί θεολογικά άκυρο: η χρήση του Σταυρού δεν είναι μηχανιστική πράξη που αποκλείει το νόημα της αποδοχής του, σημαινόμενου από το «666», αντιχρίστου. Τέλος, ο λόγος του στην αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, παρά την προηγούμενη απολυτότητα της έκφρασής του στα «Σημεία  των καιρών», κρατάει μία  ποιμαντική ισορροπία. Παρά τον έντονο λόγο, υπάρχει και η καθαρά εκκλησιαστική γραμμή: διάκριση, συνείδηση, πνευματικός, Εκκλησία  που σημαίνει: όχι ατομικό «κίνημα πανικού».[11]

3. Η διάκριση: «εισαγωγή» και όχι σφράγισμα

Κομβικής σημασίας στη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου είναι η ρητή διάκριση μεταξύ της «εισαγωγής» και του ίδιου του σφραγίσματος. Η διάκριση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με την πατερική παράδοση, η οποία μιλά για σταδιακή πνευματική προετοιμασία και όχι για αιφνίδια επιβολή.

Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η ταυτότητα δεν είναι το σφράγισμα. Είναι η εισαγωγή του σφραγίσματος.»[12] Η φράση αυτή έχει καθοριστική θεολογική σημασία. Ο Άγιος δεν μιλά για άμεση αποστασία, αλλά για μία πορεία εξοικείωσης, κατά την οποία ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει εντός ενός συστήματος καθολικού ελέγχου και εξάρτησης. Το πρόβλημα, κατά τον Όσιο Παΐσιο, δεν έγκειται στο υλικό μέσο, αλλά στο πνευματικό περιεχόμενο που αυτό μεταφέρει.

Σε άλλο σημείο[13] επισημαίνει (σε νοηματική μεταφορά): Θα τους δώσουν πρώτα τις κάρτες, για να συνηθίσουν. Μετά θα τους πουν: γιατί να κουβαλάτε κάρτες;

Η παρατήρηση αυτή φανερώνει την πατερική του διάκριση: η αλλοίωση δεν έρχεται αιφνιδίως, αλλά μέσω βαθμιαίας αποδοχής. Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται από το σύστημα να αποδέχεται τον έλεγχο ως φυσιολογική συνθήκη ζωής, χωρίς να αντιλαμβάνεται την πνευματική του έκπτωση. Αυτό σημαίνει ότι, κατά την απόδοση των λόγων του, η νέα τεχνολογία δεν αποτελεί απευθείας την πλήρη εκπλήρωση της αποκαλυπτικής εικόνας της Αποκάλυψης (της χειρός ή του μετώπου με τον αριθμό 666), αλλά προκαλεί μία βαθμιαία στροφή της κοινωνίας προς ένα σύστημα ελέγχου και ψηφιακής εξάρτησης, το οποίο μπορεί να ανοίγει τον δρόμο στο τελικό σφράγισμα.

Ο Άγιος ερμηνεύει την εξέλιξη ως εξής: Πρώτα έρχεται η ψηφιακή «ταυτότητα/κάρτα». Μετά προβάλλεται ως τέλειο σύστημα. Και τελικά ενδέχεται να οδηγήσει σε εκείνη τη  μορφή σφραγίσματος το οποίο περιγράφεται στον Αποκάλυψη ως αριθμός του θηρίου.  Αυτή η εξέλιξη θεωρείται πνευματικά επικίνδυνη, ειδικά εάν η κοινωνία την αποδεχτεί χωρίς περισυλλογή. Ο λόγος είναι ότι κινδυνεύει να γίνει η «προετοιμασία» του ανθρώπου να καταστεί εξαρτώμενος από ένα σύστημα που εισχωρεί βαθιά στη ζωή του.

Η πνευματική αλλοίωση προηγείται πάντοτε της τελικής αποστασίας. Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει χωρίς ελευθερία, χωρίς αντίσταση, χωρίς διάκριση, μέχρις ότου η τελική επιλογή παρουσιαστεί ως φυσική και αναπόφευκτη.

Είναι λοιπόν πολύ σημαντική η διάκριση που κάνει ο Άγιος ότι «η ταυτότητα δεν είναι το σφράγισμα. Είναι η εισαγωγή του σφραγίσματος.»

Η διάκριση αυτή είναι κατ’ εξοχήν πατερική. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδίως οι ερμηνευτές της Αποκαλύψεως, όπως λεπτομερέστερα θα εκθέσουμε κατωτέρω, δεν μιλούν για αιφνίδιες και μαγικές επιβολές, αλλά για σταδιακή προετοιμασία, αλλοίωση της συνείδησης και στο τέλος εξοικείωση με την απώλεια της ελευθερίας. Το σφράγισμα, σύμφωνα με την Αποκάλυψη (κεφ. 13), δεν είναι απλώς τεχνική πράξη, αλλά εκούσια υπαρξιακή επιλογή: λατρευτική υποταγή και αποδοχή ενός συστήματος αντίθεου. Ο Άγιος, λοιπόν, δεν ταυτίζει μηχανικά την τεχνολογία με το κακό, αλλά επισημαίνει την πνευματική πορεία που μπορεί να οδηγήσει σε αυτό.

4. Ελευθερία και συνείδηση στην εκκλησιαστική προοπτική

Ο Όσιος Παΐσιος δεν υιοθετεί ποτέ λόγο πανικού ή καταναγκασμού. Αντιθέτως, επιμένει στη σημασία της συνείδησης, της πνευματικής καθοδήγησης και της στάσης της Εκκλησίας. Η σωτηρία δεν λειτουργεί διοικητικά ούτε τεχνικά, αλλά προσωπικά και εκκλησιαστικά. Ο ίδιος ο Άγιος διευκρινίζει εξαρχής το πνεύμα με το οποίο μιλά. Σε ελεύθερη απόδοση θα το εκφράζαμε ως εξής: Δεν λέω αυτά για να φοβηθούν οι άνθρωποι, αλλά για να προβληματιστούν. Η παρατήρηση αυτή θέτει το ερμηνευτικό πλαίσιο όλης της διδασκαλίας του. Προσεγγίζει τα ζητήματα αυτά με πνεύμα που δεν είναι φοβικό ούτε καταναγκαστικό, αλλά διακριτικό και ποιμαντικό, με έμφαση στη συνείδηση, την πνευματική εγρήγορση και την αποφυγή πανικού[14]. Η παρατήρηση αυτή θέτει το ερμηνευτικό πλαίσιο όλης της διδασκαλίας του.

Η έμφαση αυτή αποκαλύπτει ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η ελευθερία του προσώπου και η ικανότητά του να διακρίνει πνευματικά. Ο Άγιος Παΐσιος αναφέρεται ρητά στη συνείδηση και την ελευθερία του κάθε πιστού τονίζοντας: «… να συμβουλεύονται τους πνευματικούς τους και να κάνουν υπομονή να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία…» και «Αφού το έχω ξεκαθαρίσει στα Σημεία των καιρών, κάθε ένας ας ενεργήσει ανάλογα με τη συνείδησή του». Αυτό τονίζει ότι η πνευματική διάσταση δεν επιβάλλει άκριτη στάση αλλά καλεί σε υπεύθυνη, προσεκτική και συνετή στάση, με επίγνωση των πνευματικών συνεπειών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η στάση του Οσίου Παϊσίου απέναντι στην ελευθερία της συνείδησης. Σε κανένα σημείο δεν προβαίνει σε αφορισμούς, πανικό ή εξαναγκασμούς. Αντίθετα, υπογραμμίζει την ανάγκη πνευματικής καθοδήγησης, την αναμονή της στάσης της Εκκλησίας, την προσωπική ευθύνη κάθε πιστού. Αυτή η στάση είναι βαθύτατα εκκλησιολογική. Η σωτηρία δεν λειτουργεί μηχανιστικά. Ούτε χάνεται κανείς από άγνοια, ούτε σώζεται από εξωτερική αντίσταση χωρίς μετάνοια. Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει μια θεολογική αρχή στην Ορθοδοξία: κανείς δεν είναι απολύτως υποχρεωμένος να πράξει κάτι χωρίς να το εξετάσει με έντιμη συνείδηση και πνευματική καθοδήγηση.

Ο Όσιος προτρέπει επίσης την Εκκλησία να λάβει μια σωστή, θεολογικά θεμελιωμένη θέση και να μιλήσει καθαρά στους πιστούς, ώστε να κατανοήσουν τις πνευματικές διαστάσεις των γεγονότων.  Ο ρόλος της Εκκλησίας, κατά την απόδοση αυτών των λόγων, είναι να διαφωτίσει και να ενισχύσει τους πιστούς, να προστατεύσει την ελευθερία της συνείδησης, να εξηγήσει με σύνεση τις αλλαγές στον κόσμο, και να υπενθυμίσει ότι η πραγματική πνευματική ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στο Χριστό και το Βάπτισμα.

5. Συγκριτική πατερική θεώρηση

Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου εντάσσεται πλήρως στην πατερική γραμμή. Κυριολεκτικά «έπεται τοις αγίοις πατράσιν». Παραθέτουμε, για του λόγου το αληθές, πηγές από την πατερική γραμματεία περί χαράγματος και αντιχρίστου.

α. Το χάραγμα ως εθελούσια πνευματική προσχώρηση (Ιππόλυτος Ρώμης – Ανδρέας Καισαρείας – Αρέθας Καισαρείας)

Στην πατερική εσχατολογική παράδοση, το χάραγμα του αντιχρίστου δεν νοείται ως απλός εξωτερικός ή τεχνικός μηχανισμός, αλλά ως πνευματικό γεγονός, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου.

Ο Ιππόλυτος Ρώμης, στο έργο Περί Χριστού και Αντιχρίστου, υπογραμμίζει ότι η αποδοχή της πλάνης δεν επιβάλλεται διά της βίας, αλλά συντελείται μέσω εθελούσιας προσχώρησης σε αυτήν. Η πράξη αυτή αποτελεί καρπό εσωτερικής επιλογής και όχι εξαναγκασμού.[15]

Την ίδια ερμηνευτική γραμμή ακολουθεί ο Ανδρέας Καισαρείας, ο οποίος, σχολιάζοντας το αποκαλυπτικό κείμενο, σημειώνει ότι το χάραγμα «οὐ βίᾳ δίδοται, ἀλλὰ προαιρέσει».[16] Η επισήμανση αυτή καθιστά σαφές ότι το χάραγμα προϋποθέτει συνειδητή αποδοχή και πνευματική στάση.

Ο Αρέθας Καισαρείας, συνεχιστής της ίδιας σχολιαστικής παραδόσεως, ερμηνεύει το χάραγμα ως «σημεῖον δουλείας καὶ προσκυνήσεως»[17], αποσαφηνίζοντας ότι πρόκειται για πράξη υποταγής και λατρευτικής ένταξης στο αντίχριστο σύστημα, και όχι για ουδέτερη εξωτερική σήμανση.

β. Η πλάνη με προσωπείο αγαθότητας (Ιωάννης Χρυσόστομος – Κύριλλος Ιεροσολύμων)

Ιδιαίτερο βάρος στην πατερική ερμηνεία των εσχάτων κατέχει η διαπίστωση ότι η πλάνη δεν εμφανίζεται ως απροκάλυπτη αθεΐα ή ωμή βία, αλλά ως φαινομενικά αγαθή και ωφέλιμη πρόταση.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι το κακό «διὰ προσχήματος χρηστότητος» εισέρχεται στη ζωή του ανθρώπου[18], καθιστώντας την πλάνη πειστική και δυσδιάκριτη. Η παρατήρηση αυτή έχει καίρια σημασία για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ενεργεί ο Αντίχριστος. Συγκεκριμένα είπε: «Οὐ γὰρ εὐθέως τὸ κακόν δείκνυσιν, ἀλλὰ διὰ προσχήματος χρηστότητος» και αλλού: «Ὅταν τὸ βλαβερόν ὡς ὠφέλιμον προσφέρηται, τότε πλείστους ἀπατᾷ».[19] Με τη βαθιά ψυχοπνευματική του διορατικότητα, επισημαίνει ότι το κακό ποτέ δεν εμφανίζεται ωμά, αλλά πάντοτε προηγείται με λογικά επιχειρήματα, με ωφέλιμες προτάσεις, με φαινομενικά αγαθές προθέσεις. Η παρατήρηση αυτή αποτελεί κλειδί ερμηνείας της στάσης του Οσίου Παϊσίου απέναντι στα σύγχρονα συστήματα ελέγχου: το κακό δεν επιβάλλεται με φόβο, αλλά με «ευκολία». Κατά το λόγο του Αγίου Παϊσίου, οι τεχνολογικές δομές ελέγχου παρουσιάζονται ως εργαλεία εξυπηρέτησης του πολίτη, μέσα ασφάλειας και τάξης, μηχανισμοί διευκόλυνσης της ζωής. Ο ιερός Χρυσόστομος μας διδάσκει ότι ακριβώς αυτή η «λογικότητα» αποτελεί το επικίνδυνο στοιχείο, διότι αφοπλίζει τη διάκριση και αναισθητοποιεί τη συνείδηση. Ο Όσιος Παΐσιος συνεχίζει αυτή τη γραμμή, επιμένοντας στην ανάγκη πνευματικής εγρήγορσης και όχι αφελούς αποδοχής

Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στην Κατήχηση ΙΕ΄, περιγράφει τον Αντίχριστο ως πρόσωπο που θα εμφανισθεί με απατηλά σωτηριολογικό χαρακτήρα, μιμούμενος την ευσέβεια και την φιλανθρωπία, και γι’ αυτό καλεί τους πιστούς σε νήψη, διάκριση και εγρήγορση[20].

γ. Φόβος, ανάγκη και αποδυνάμωση της πνευματικής διάκρισης (Εφραίμ ο Σύρος – Θεοδώρητος Κύρου)

Ο γνήσιος Εφραίμ ο Σύρος δεν αναπτύσσει ειδική ερμηνεία του χαράγματος της Αποκαλύψεως. Ωστόσο, στα ασκητικά και εσχατολογικά του κείμενα σκιαγραφεί με ενάργεια το πνευματικό κλίμα των εσχάτων: φόβο, στενοχωρία, πείνα και γενικευμένη πλάνη, συνθήκες που οδηγούν σε αποδυνάμωση της πίστης και της διάκρισης.[21] Η συμβολή του Εφραίμ έγκειται στη θεολογική κατανόηση του πώς η ανάγκη και η ψυχική πίεση καθιστούν τον άνθρωπο ευάλωτο.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται ο Θεοδώρητος Κύρου, ο οποίος, ερμηνεύοντας τον Δανιήλ και τη Β΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή, τονίζει ότι η πλάνη δεν επιβάλλεται διά της βίας, αλλά μέσω πειθούς και απάτης, πλήττοντας κυρίως όσους στερούνται πνευματικής εγρήγορσης και διάκρισης.[22]

δ. Ψευδεπίγραφα αποκαλυπτικά κείμενα και η εσχατολογική παράδοση (Ψευδο-Εφραίμ)

Στην αποκαλυπτική γραμματεία της ύστερης αρχαιότητας απαντούν και ψευδεπίγραφα κείμενα, όπως το De fine mundi et consummatione saeculi, το οποίο αποδίδεται στον Εφραίμ τον Σύρο, αλλά κατατάσσεται από τη σύγχρονη έρευνα στον λεγόμενο ψευδο-Εφραίμ. Στο κείμενο αυτό συνδέεται ρητά το χάραγμα με την επιβίωση και τον κοινωνικοοικονομικό αποκλεισμό.[23] Η χρήση τέτοιων κειμένων είναι θεμιτή μόνον εφόσον δηλώνεται ρητά ο ψευδεπίγραφος χαρακτήρας τους, ως μαρτυριών της εσχατολογικής ευαισθησίας της Εκκλησίας σε μεταγενέστερες περιόδους, και όχι ως αυθεντικών λόγων Αγίων.

ε. Συνθετικό συμπέρασμα

Από το σύνολο των πατερικών μαρτυριών προκύπτει ενιαίο και συνεκτικό θεολογικό σχήμα κατά το οποίο: α) το χάραγμα νοείται ως εθελούσια πνευματική υποταγή και όχι ως μηχανική πράξη, β) η πλάνη ενεργεί με προσωπείο αγαθότητας και ωφελιμότητας, γ) η πίεση ασκείται μέσω φόβου, ανάγκης και κοινωνικοοικονομικού αποκλεισμού, δ) η απώλεια της πνευματικής διάκρισης προηγείται της αποστασίας.

Εντός αυτού του πατερικού πλαισίου, η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου δεν αποτελεί ιδιωτική ή καινοφανή εσχατολογική άποψη, αλλά σύγχρονη διατύπωση της πατερικής παραδόσεως, προσαρμοσμένη στις συνθήκες και τα δεδομένα της εποχής μας. Από την πατερική και αποκαλυπτική ανάλυση προκύπτουν σαφή συμπεράσματα: Ότι το σφράγισμα είναι πνευματικό γεγονός, όχι τεχνική λεπτομέρεια, Ότι προϋποθέτει συνείδηση, συγκατάθεση και αποδοχή. Ότι προηγείται μακρά διαδικασία προετοιμασίας.  Ο Όσιος Παΐσιος επομένως δεν καινοτομεί· συνεχίζει την ερμηνευτική γραμμή της Εκκλησίας. Μιλά ως φορέας της αποκαλυπτικής και ασκητικής εμπειρίας της Εκκλησίας.

Η σκέψη του πατάει σε τρεις σταθερούς θεολογικούς άξονες:

α) Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Η έννοια του σφραγίσματος, της καθολικής επιτήρησης, της οικονομικής εξάρτησης και της κατάργησης της ελευθερίας δεν είναι δικές του επινοήσεις. Είναι βιβλικές κατηγορίες.

β) Στην πατερική ερμηνεία των «σημείων των καιρών». Οι Πατέρες πάντοτε μιλούσαν για προοδευτική προετοιμασία, σταδιακή αλλοίωση, εξοικείωση του ανθρώπου με την απώλεια της ελευθερίας. Ο Όσιος Παΐσιος δεν εισάγει κάτι νέο. Συνεχίζει αυτή τη γραμμή.

γ) Στην έννοια της συνείδησης. Ο Άγιος δεν λέει: «όποιος πάρει την ηλεκτρονική ταυτότητα χάνεται» Αντίθετα λέει: «Δεν είναι το σφράγισμα· είναι η εισαγωγή. Ο καθένας να ενεργήσει κατά συνείδηση.» Ο Όσιος Παΐσιος μιλά ειρηνικά, δεν ορίζει χρονοδιαγράμματα, δεν τρομοκρατεί, εισάγει μόνο την «καλή ανησυχία»,  δεν εξαναγκάζει, δεν αποκόπτει από την Εκκλησία. Αντίθετα πεντακάθαρα διδάσκει με απόλυτα εκκλησιαστικό πνεύμα: Να συμβουλεύεστε πνευματικούς. Να δείτε πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία. Αυτό είναι εκκλησιολογική υπακοή, όχι παραδιδασκαλία.

Η ουσία της διδασκαλίας του Οσίου Παϊσίου δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η κατάργηση της ελευθερίας σταδιακά με πονηρία και χωρίς μαρτύριο, η εκούσια παράδοση της συνείδησης, η σταδιακή αποδοχή ελέγχου ως «ευκολίας». Αυτό είναι βαθιά ασκητικό και προφητικό, όχι φοβικό. Ο Άγιος δεν βλέπει «τσιπάκια», αλλά ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν χωρίς ελευθερία και χωρίς αντίσταση.

6. Προφητικότητα χωρίς χρονολογία

Χαρακτηριστικό της γνήσιας εκκλησιαστικής προφητικότητας είναι η απουσία χρονολογικών προσδιορισμών, διότι ο σκοπός της δεν είναι η ικανοποίηση της περιέργειας για το μέλλον, αλλά η πνευματική αφύπνιση του ανθρώπου στο παρόν. Στην πατερική παράδοση, η προφητεία δεν λειτουργεί ως πρόβλεψη γεγονότων με ημερομηνίες, αλλά ως κλήση σε μετάνοια, εγρήγορση και διάκριση. Ο χρονικός προσδιορισμός θα οδηγούσε είτε σε φόβο είτε σε αδράνεια, ενώ η Εκκλησία καλεί τον πιστό σε διαρκή ετοιμότητα, ανεξάρτητα από το «πότε». Η άγνοια του χρόνου διαφυλάσσει την ελευθερία της πίστεως και αποτρέπει τη μετατροπή της προφητείας σε μαντεία. Έτσι, το βάρος μετατίθεται από το μέλλον στο ήθος της ζωής, από την πληροφορία στη μεταμόρφωση του ανθρώπου.

Ο Όσιος Παΐσιος δεν προφητεύει με πολιτικούς ή τεχνικούς όρους, αλλά καλεί σε μετάνοια και εγρήγορση.  Σημαντικό στοιχείο της αγιοπατερικής στάσης του είναι η απουσία χρονολογικής βεβαιότητας. Ο Όσιος Παΐσιος δεν ορίζει ημερομηνίες, δεν ταυτίζει πρόσωπα, δεν προφητεύει με πολιτικούς όρους. Η προφητικότητα στην Εκκλησία δεν είναι μαντεία, αλλά κλήση σε μετάνοια και εγρήγορση. Αυτό ακριβώς επιτελεί η διδασκαλία του.

Συμπέρασμα

Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων και σφραγίσματος αποτελεί συνεπή έκφραση της πατερικής και αποκαλυπτικής παράδοσης της Εκκλησίας. Το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στην τεχνολογία, αλλά στην ελευθερία, τη συνείδηση και τη σταδιακή πνευματική αλλοίωση του ανθρώπου. Η πρόσκληση του Αγίου δεν είναι φόβος, αλλά εγρήγορση. Όχι άρνηση του κόσμου, αλλά διάκριση εντός του κόσμου. Όχι καινοτομία, αλλά πιστή συνέχεια της πατερικής φωνής. Η διδασκαλία του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε τεχνοφοβική ούτε συνωμοσιολογική. Πρόκειται για πατερική πνευματική διάκριση, που εστιάζει όχι στα μέσα αλλά στην ελευθερία, στη συνείδηση, στη σταδιακή αλλοίωση του ανθρώπου, και στη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής ζωής. Το κέντρο της σκέψης του δεν είναι ο φόβος, αλλά η εγρήγορση εν Χριστώ.

7.- Συγκριτική αποτίμηση των πρόσφατων τοποθετήσεων της Δ.Ι.Σ. και της Ι.Κ. Αγίου Όρους για τον Προσωπικό Αριθμό σε σχέση με τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου.

α) Σε σχέση με τη θέση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (2025) για τον «Προσωπικό Αριθμό»

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με την τοποθέτησή της το 2025[24], διατύπωσε την άποψη ότι ο λεγόμενος Προσωπικός Αριθμός απλά υποκαθιστά ήδη υπάρχοντες αριθμούς ταυτοποίησης και, για τον λόγο αυτό, δεν συνιστά θεολογικό ζήτημα, αλλά θέμα καθαρά νομικό και διοικητικό. Η αξιολόγηση αυτή στηρίζεται ρητώς στη γνωμοδότηση του νομικού της συμβούλου και κινείται εντός ενός στενού πλαισίου διοικητικής λειτουργικότητας.

Ωστόσο, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος δεν συγκροτεί το σύνολο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας και δεν αποτελεί το κατ’ εξοχήν αρμόδιο όργανο για τη διατύπωση δεσμευτικών θεολογικών ή δογματικών κρίσεων. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, ενώ η ΔΙΣ λειτουργεί πρωτίστως ως διοικητικό και διαχειριστικό όργανο για ζητήματα τρέχουσας φύσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζει δεσμευτικά την Εκκλησία ως προς το θεολογικό περιεχόμενο του ζητήματος.

Η ουσιώδης διαφορά σε σχέση με τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου δεν περιορίζεται απλώς στο επίπεδο της οπτικής, αλλά αφορά στο ίδιο το είδος του λόγου που αρθρώνεται. Η ΔΙΣ ομιλεί ως διοικητικός θεσμός για ένα συγκεκριμένο μέτρο «εδώ και τώρα», εστιάζοντας στην πρακτική ταυτοποίηση των πολιτών στις συναλλαγές τους με το Δημόσιο και αξιολογώντας τον Προσωπικό Αριθμό ως τεχνικό μηχανισμό. Αντιθέτως, ο Όσιος Παΐσιος ομιλεί εντός της πατερικής προοπτικής των «σημείων των καιρών», με κέντρο όχι τον αριθμό καθ’ αυτόν, αλλά το ενδεχόμενο του σφραγίσματος ως πράξης ομολογιακής και πνευματικής βαρύτητας, στο πλαίσιο μίας -μεθοδευόμενης από τις αντίχριστες δυνάμεις- πορείας σταδιακής αλλοίωσης της ελευθερίας και της συνείδησης.

Υπό αυτή την έννοια, επισημαίνεται ότι ΔΙΣ και Όσιος Παΐσιος δεν συζητούν στο ίδιο επίπεδο. Οι λόγοι τους είναι διαφορετικοί και κινούνται σε ετερόκλητες θεολογικές κατηγορίες. Η τοποθέτηση της ΔΙΣ παραμένει εντός ενός νομικοδιοικητικού πλαισίου, το οποίο βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τον πατερικό τρόπο θεολογήσεως που εκφράζει ο λόγος του Οσίου Παϊσίου και η ευρύτερη πατερική παράδοση. Ο Άγιος δεν αξιολογεί έναν αριθμητικό μηχανισμό, αλλά προειδοποιεί πνευματικά για μια πορεία σταδιακής αλλοίωσης της ελευθερίας και της συνείδησης, η οποία, υπό ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι ποιοτικά και σωτηριολογικά βαρύτερο.

β) Η απόφαση της Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους

Η πρόσφατη αγιορειτική παρέμβαση[25] σχετικά με τον Προσωπικό Αριθμό αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργία ενιαίου συστήματος δεδομένων, στην επιτήρηση, στην προστασία της ιδιωτικότητας και, κυρίως, στο ζήτημα της προαιρετικότητας. Εκφράζεται σαφής ανησυχία για την πιθανή υποχρεωτικότητα και τη συγκέντρωση δεδομένων, καθώς και για τις συνέπειες που αυτές ενδέχεται να έχουν στις προσωπικές ελευθερίες.

Σε αυτό το σημείο παρατηρείται ουσιαστική συγγένεια προβληματισμού με τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου, ιδίως ως προς τον φόβο μιας διολίσθησης προς μορφές ελέγχου που θα μπορούσαν να λάβουν «τυραννικό» χαρακτήρα και να περιορίσουν την ανθρώπινη ελευθερία.

Ωστόσο, η διαφορά έγκειται και εδώ στο είδος της επιχειρηματολογίας. Το σύγχρονο Άγιον Όρος, όπως εκφράζεται μέσα από τα επίσημα κείμενα της Ιεράς Κοινότητος κατά την περίοδο 2023–2025, αρθρώνει τον προβληματισμό του κυρίως με ηθικοκοινωνικούς όρους, δίνοντας έμφαση στη διαχείριση δεδομένων, στη συγκέντρωση εξουσίας και στην υποχρεωτικότητα. Αντιθέτως, ο Όσιος Παΐσιος (ήδη από το 1987) προσεγγίζει το ζήτημα πρωτίστως με θεολογικούς και πνευματικούς όρους: πλάνη, ομολογία, σφράγισμα, και τον κίνδυνο μετατροπής ακόμη και του σταυρού σε «μαγική λύση», αποκομμένη από την προσωπική άσκηση της ελευθερίας.

Κατά συνέπεια, ενώ το Άγιον Όρος -σε αντίθεση με την ΔΙΣ- εκφράζει εύλογη ανησυχία για τις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, δεν υιοθετεί ρητά την οπτική του Οσίου Παϊσίου περί εγγενούς πνευματικού διακυβεύματος που μπορεί να ανακύψει από μια τεχνολογία η οποία, μέσω της σταδιακής κατάργησης της ελευθερίας και της εξοικείωσης με τον έλεγχο ως «ευκολία», δύναται να προετοιμάσει τον άνθρωπο για την εκούσια παράδοση της συνείδησής του.

8.-  Η έννοια της "οικονομίας" και τα όριά της 

Ακρίβεια και οικονομία: δύο τρόποι ποιμαντικής διακονίας

Η ορθόδοξη θεολογία γνωρίζει δύο θεμελιώδεις τρόπους εφαρμογής της εκκλησιαστικής πράξεως: την ακρίβεια και την οικονομία. Η ακρίβεια εκφράζει την κανονική πληρότητα του εκκλησιαστικού φρονήματος· η οικονομία εκφράζει την ποιμαντική συγκατάβαση της Εκκλησίας, όταν οι συνθήκες και η ανθρώπινη αδυναμία καθιστούν αναγκαία μία θεραπευτική διαχείριση, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η πίστη.

Εντούτοις, η οικονομία δεν αποτελεί μηχανισμό «νομιμοποιήσεως» κάθε δυσκολίας, ούτε «άδεια» για συμβιβασμούς με την πλάνη. Είναι θεραπευτική διάκριση: υπηρετεί την σωτηρία του ανθρώπου εντός ιστορικών συνθηκών, χωρίς να ακυρώνει το περιεχόμενο της αλήθειας. Δεν λειτουργεί ως θεολογικό άλλοθι για να βαπτίζουμε ως ακίνδυνα εκείνα τα οποία εισάγουν αλλοίωση του φρονήματος ή διαβρώνουν την πνευματική εγρήγορση.

Το κριτήριο: διοικητικό μέσο ή ομολογιακή ταύτιση;

Κεντρικός άξονας στη συζήτηση είναι η διάκριση ανάμεσα σε ένα ουδέτερο διοικητικό μέσο (το οποίο δεν εμπεριέχει ομολογία ή άρνηση πίστεως) και σε μία πράξη ταυτίσεως η οποία μεταβάλλει τη σχέση του ανθρώπου με την ελευθερία του.

Στο πνεύμα της διδασκαλίας του Οσίου Παϊσίου, το βάρος δεν πέφτει μόνο στο «τεχνικό αντικείμενο» (μια κάρτα, ένα νούμερο, ένα μέσο αναγνώρισης), αλλά στη δυναμική την οποίαν εγκαθιδρύει: την εξάρτηση, την επιτήρηση, την προϋπόθεση συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Εκεί αρχίζει η «εισαγωγή», όχι διότι το αντικείμενο ταυτίζεται αυτομάτως με το σφράγισμα, αλλά διότι δύναται να εθίσει τη συνείδηση σε ένα σύστημα όπου τα στοιχειώδη καθίστανται προσβάσιμα μόνον υπό όρους.

Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα της οικονομίας μετατίθεται: οικονομία σε τι ακριβώς; Σε ένα καθαρά διευκολυντικό διοικητικό μέσο, ή σε μία διαδικασία η οποία, εάν εξελιχθεί, μπορεί να λάβει χαρακτήρα ομολογιακού εκβιασμού;

Η οικονομία δεν αναιρεί τη νήψη

Η εκκλησιαστική οικονομία ασκείται πάντοτε εντός του πλαισίου της νήψεως. Δεν σημαίνει χαλάρωση της πνευματικής προσοχής ούτε απάλειψη της «καλής ανησυχίας» που χαρακτηρίζει το εκκλησιαστικό ήθος. Η εγρήγορση που καλλιεργεί ο Όσιος Παΐσιος δεν είναι πανικός· είναι πνευματικό αντανακλαστικό απέναντι στην εξοικείωση με τη δουλεία.

Επομένως, ακόμη και αν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η Εκκλησία σταθεί με ποιμαντική επιείκεια απέναντι σε πιστούς που τελούν υπό πίεση ή αντικειμενική δυσχέρεια, τούτο δεν συνεπάγεται αποδοχή της λογικής που παράγει την πίεση, ούτε κατάργηση του κριτηρίου της διακρίσεως.

Η οικονομία αφορά πρόσωπα, όχι συστήματα

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο: η οικονομία είναι προσωποκεντρική. Δεν είναι «πολιτική στρατηγική» απέναντι στο κράτος ή την τεχνολογία. Η Εκκλησία δεν «οικονομεί» γιά να εξυπηρετήσει την λειτουργικότητα ενός συστήματος, αλλά για να μη συντρίψει τον άνθρωπο ο οποίος ευρίσκεται υπό πίεση, φόβο, άγνοια ή αδυναμία.

Άρα, η οικονομία δύναται να παρηγορεί και να θεραπεύει τον πιεζόμενο πιστό, αλλά δεν δύναται να μετατραπεί σε θεολογική επικύρωση της λογικής η οποία παράγει την πίεση.

Εν κατακλείδι, η Εκκλησία μπορεί να ποιμάνει «κατ' οικονομίαν» ανθρώπους οι οποίοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Όμως η ίδια η οικονομία δεν καταργεί το κριτήριο της ομολογίας ούτε τη σημασία της ελευθερίας της συνειδήσεως. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στο εάν ένα αντικείμενο συνιστά αυτοτελώς αμαρτία, αλλά στο εάν ο άνθρωπος εισάγεται σταδιακώς σε κατάσταση όπου η ελευθερία του καθίσταται διαπραγματεύσιμη και η συνείδησή του συνηθίζει στην εκχώρηση.

Υπό το πρίσμα αυτό, το επίμαχο ζήτημα δεν εξαντλείται σε διοικητικές αξιολογήσεις, αλλά αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο το εκκλησιαστικό σώμα καλείται να συνδυάσει τη διάκριση, την ποιμαντική μέριμνα και τη διαφύλαξη της ελευθερίας της συνείδησης εντός των μεταβαλλόμενων ιστορικών συνθηκών.

Επίλογος

Η παρούσα μελέτη επιδίωξε να εντάξει τον λόγο του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο ζωντανό σώμα της πατερικής και εκκλησιαστικής παραδόσεως, μέσα στο οποίο ο λόγος περί των εσχάτων λειτουργεί όχι αποσπασματικά, αλλά σωτηριολογικά και κοινοτικά. Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, δεν καλείται να ερμηνεύσει τα σημεία των καιρών με όρους φόβου ή αυτάρκειας, αλλά να διαφυλάξει την ενότητα της πίστεως και την ελευθερία των μελών της μέσα από τη διάκριση, την υπακοή στο εκκλησιαστικό ήθος και τη μετοχή στην ευχαριστιακή ζωή. Υπό το φως αυτό, η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου αναδεικνύεται όχι ως ατομική προειδοποίηση, αλλά ως εκκλησιαστικός λόγος που καλεί το σύνολο του σώματος σε νήψη, εμπιστοσύνη και εσχατολογική ελπίδα.

 ΤΕΛΟΣ

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] «Αλλά όταν, να πούμε,  έχουν το σύμβολο του διαβόλου, είναι, λέγεται ταυτότητά μου, υπογράφω και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Δηλαδή, άρα το αποδέχομαι αυτό το πράγμα» (απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του 1992, απομαγνητοφώνηση: +ιερομόναχος Ισαάκ).Βίος Αγίου Παϊσίου, ιερ. Ισαάκ, Άγιον Όρος, 2004.

[2] « Γέροντα, είπε κάποιος: «Πώς το πεντοχίλιαρο έχει το 666 και το χρησιμοποιούμε; Το ίδιο θα είναι και η ταυτότητα».– Το πεντοχίλιαρο είναι νόμισμα – και η λίρα της Αγγλίας έχει επάνω την Βικτώρια· αυτό δεν με πειράζει. «Τα Καίσαρος Καίσαρι». Εδώ όμως είναι η ταυτότητά μου, είναι κάτι προσωπικό· δεν είναι νόμισμα. Ταυτότητα σημαίνει ό,τι και η λέξη· ταυτίζεται δηλαδή κανείς μ᾿ αυτά που δηλώνει. Βάζουν τον διάβολο και υπογράφω ότι τον αποδέχομαι. Πώς να το κάνω αυτό;» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-189, Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999.

[3] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188, Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999.

[4] Το κρίσιμο χωρίο της Αποκαλύψεως αναφέρει: «Καὶ ποιεῖ πάντας… ἵνα δῶσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν, καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα…» (Αποκ. 13,16–17)

[5] «Δυστυχώς και πάλι, ορισμένοι «γνωστικοί» θα φασκιώνουν τα πνευματικά τους τέκνα σαν τα μωρά, δήθεν για να μη στενοχωρούνται, δεν πειράζει αυτό, δεν είναι τίποτα, αρκεί εσωτερικά να πιστεύετε» (Σημεία των Καιρών, χειρόγραφο, 1987).

[6] «… ακούει κανείς ένα σωρό δυστυχώς ανοησίες του μυαλού από ορισμένους σημερινούς «Γνωστικούς» , ο ένας να λέει, «εγώ θα δεχθώ την ταυτότητα με το 666, θα βάλλω και έναν Σταυρό, κι ο άλλος να λέει, εγώ θα δεχθώ το σφράγισμα στο κεφάλι με το 666 και θα κάνω και έναν Σταυρό στο κεφάλι, και έναν σωρό όμοιες ανοησίες που νομίζουν ότι θα αγιασθούν με αυτόν τον τρόπο, ενώ αυτά είναι πλάνες» (Σημεία των Καιρών, χειρόγραφο, 1987).

[7] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188.

[8] «Ο κόσμος, Γέροντα, ρωτάει τί να κάνουν σχετικά με τις νέες ταυτότητες». – «Εσείς καλύτερα, όταν σάς ρωτούν, να τους λέτε να συμβουλεύονται τους Πνευματικούς τους και να κάνουν υπομονή να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία, γιατί πολλοί κάνουν ερωτήσεις, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν τις απαντήσεις. Αφού ξεκάθαρα τα γράφω στο φυλλάδιο «Σημεία των καιρών», ας ενεργήσει ο καθένας ανάλογα με την συνείδησή του.»

[9] «Πίσω λοιπόν από το τέλειο σύστημα «κάρτας εξυπηρετήσεως», ασφαλείας κομπιούτερ,  κρύβεται η παγκόσμια δικτατορία, η σκλαβιά του Αντιχρίστου», «Η κάρτα, η ταυτότητα, η «εισαγωγή του σφραγίσματος» τι φανερώνουν;», «Μετά λοιπόν από την κάρτα και την ταυτότητα, «το φακέλλωμα», για να προχωρήσουν πονηρά στο σφράγισμα, θα λένε συνέχεια στην τηλεόραση ότι πήρε κάποιος την κάρτα του δείνα και του σήκωσε τα χρήματα από την τράπεζα.  Από την άλλη μεριά θα διαφημίζουν «το τέλειο σύστημα», το σφράγισμα στο χέρι ή στο μέτωπο με ακτίνες λέϊζερ που δεν θα διακρίνεται εξωτερικά, με το 6 6 6 το όνομα του αντιχρίστου».

[10] «…κι ενώ βλέπουμε τον Απόστολο Πέτρο που εξωτερικά αρνήθηκε τον Χριστό και ητο άρνησις, αυτοί αρνούνται το Άγιο Σφράγισμα του Χριστού που τους δόθηκε στο άγιο βάπτισμα. “σφραγίς δωρεάς πνεύματος άγιου” με το να δέχονται την σφραγίδα του αντίχριστου, λένε και ότι έχουν μέσα τους το Χριστό!

[11] «…να τους λέτε να συμβουλεύονται τους Πνευματικούς τους και να κάνουν υπομονή να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία…»  και παρακάτω «Η Εκκλησία πρέπει να πάρει μια θέση σωστή. Να μιλήσει, να εξηγήσει στους πιστούς, για να καταλάβουν ότι, αν πάρουν την ταυτότητα, αυτό θα είναι πτώση …»

[12] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188, Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999.

[13] Ο.π. «Σιγά-σιγά, μετά την κάρτα και την ταυτότητα, δηλαδή το «φακέλωμα», θα προχωρήσουν πονηρά στο σφράγισμα. Με διάφορα πονηρά μέσα θα κάνουν εκβιασμούς, για να δέχονται οι άνθρωποι το σφράγισμα στο μέτωπο ή στο χέρι. Θα στριμώξουν τα πράγματα και θα πουν: «Μόνο με τις κάρτες θα κινήστε· τα χρήματα θα καταργηθούν». Θα δίνη κανείς την κάρτα στο κατάστημα και θα ψωνίζει, και ο καταστηματάρχης θα παίρνει τα χρήματα από την Τράπεζα. Όποιος δεν θα έχει κάρτα, δεν θα μπορεί ούτε να πουλάει ούτε να αγοράζει. Από το άλλο μέρος θα αρχίσουν να διαφημίζουν «το τέλειο σύστημα», το σφράγισμα με ακτίνες λέιζερ με το 666 στο χέρι ή στο μέτωπο, που δεν θα διακρίνεται εξωτερικά. Συγχρόνως στην τηλεόραση θα δείχνουν ότι ο τάδε πήρε την κάρτα του τάδε και του πήρε τα χρήματα από την Τράπεζα και θα λένε συνέχεια: «Πιο σίγουρο είναι το σφράγισμα με ακτίνες λέιζερ στο χέρι ή στο μέτωπο, γιατί μόνον ο κάτοχος ξέρει το νούμερό του. Το σφράγισμα είναι το τελειότερο σύστημα. Ούτε το κεφάλι μπορεί να πάρει ο άλλος ούτε το χέρι ούτε το σφράγισμα το βλέπει». Γι’ αυτό αφήνουν τώρα τους ληστές, τους κακοποιούς, να οργώνουν. Δεκαπέντε κελιά λήστεψαν εκεί γύρω στις Καρυές. Έναν τον σκότωσαν, για να τον ληστέψουν. Έτσι θα βρει τότε ευκαιρία ο καθένας να καταπατήσει και να πάρει ό,τι θέλει. Ας πούμε, αν θέλει να καταπατήσει ένα χωράφι, θα πει ότι ήταν δήθεν του παππού του ή ότι το είχε νοικιάσει κάποτε για βοσκοτόπι, οπότε άντε να βρεις άκρη. Θα πούνε μετά οι αρμόδιοι: «Δυστυχώς δεν μπορούμε να τους ελέγξουμε· ο έλεγχος μόνο με το κομπιούτερ μπορεί να γίνει», και θα προχωρήσουν στο σφράγισμα. Θα χτυπάει μετά το κομπιούτερ, θα βλέπει αν είσαι σφραγισμένος, για να σε εξυπηρετήσει ή όχι.»

[14] Λέγει στα «Σημεία» το εξής σημαντικό: «Το παράξενο όμως και πολλοί πνευματικοί άνθρωποι εκτός που δίνουν δικές τους ερμηνείες, φοβάνται και αυτοί τον  κοσμικό φόβο του φακελώματος, ενώ έπρεπε να ανησυχούν πνευματικά και να βοηθήσουν τους χριστιανούς με την καλή ανησυχία, και να τους τονώσουν στην πίστη, να νιώθουν θεϊκή παρηγοριά». Και αλλού ««Ο καθένας να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του.»

[15] Ἱππολύτου Ρώμης, De Christo et Antichristo, 28.

[16] Ἀνδρέου Καισαρείας, Commentarius in Apocalypsin, PG 106, 328C.

[17] Ἀρέθα Καισαρείας, Commentarius in Apocalypsin, PG 106, 665A.

[18] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, In Matthaeum, PG 62, 361.

[19] Εἰς τὴν Πρὸς Ἐφεσίους, PG 61, 58.

[20] Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Catecheses, XV, PG 33, 892–900.

[21] Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, Sermones Ascetici, PG 40, 1093B.

[22] Θεοδωρήτου Κύρου, In Danielem, PG 81, 1252C· In II Thessalonicenses, PG 82, 668A.

[23] Pseudo-Ephraem, De fine mundi et consummatione saeculi, §§ 9–10 (CPL 1144)

[24] https://www.in.gr/2025/06/13/greece/dis-gia-prosopiko-arithmo-den-yparxei-zitima-antisyntagmatikou-periorismou-atomikon-eleytherion/

[25] https://www.romfea.gr/agioritika-nea/69152-epistoli-agiou-orous-gia-ton-prosopiko-arithmo

https://www.iepomenimera.gr



Σάββατο, Ιουλίου 11, 2026

 

Ἡ συμφιλίωσις μὲ τὸν θάνατο: μάθημα πίστεως ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παΐσιο

«Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», (2015) Βασιλικά Θεσσαλονίκης: Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος».
— Γέροντα, ἔγινε ἡ τελικὴ διάγνωσις. Ὁ ὄγκος ποὺ ἔχετε εἶναι καρκίνος, καὶ μάλιστα ἄγριος.
— Φέρε ἕνα μαντήλι νὰ χορέψω τὸ «Ἔχε γειὰ, καημένε κόσμε»! Ἐγὼ ποτὲ δὲν χόρεψα στὴν ζωή μου, ἀλλὰ τώρα, ἀπὸ τὴ χαρά μου ποὺ πλησιάζει ὁ θάνατος, θὰ χορέψω.
— Γέροντα, ὁ γιατρὸς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ γίνουν πρῶτα ἀκτινοβολίες, γιὰ νὰ συρρικνωθεῖ ὁ ὄγκος, καὶ μετὰ νὰ γίνῃ ἐπέμβασις.
— Κατάλαβα! Πρῶτα θὰ βομβαρδίσῃ ἡ ἀεροπορία καὶ μετὰ θὰ γίνῃ ἡ ἐπίθεσις! Λοιπόν, θὰ πάω ἐπάνω καὶ θὰ σᾶς φέρω νέα!...
Μερικοί, ἀκόμη καὶ γέροι, ἂν τοὺς πῇ ὁ γιατρὸς «θὰ πεθάνῃς» ἢ «πενήντα τοῖς ἑκατὸ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ζήσῃς», στεναχωριοῦνται. Θέλουν νὰ ζήσουν. Τί θὰ βγάλουν; Ἀπορῶ! Ἂν εἶναι κανείς νέος, ἐ, κάπως δικαιολογεῖται· ἀλλὰ ἕνας γέρος νὰ κάνῃ προσπάθεια νὰ ζήσῃ, αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω. Ἄλλο εἶναι νὰ κάνῃ μία θεραπεία, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ ἀντέξῃ κάπως τὸν πόνο. Δὲν θέλει, δηλαδή, νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του, ἀλλὰ θέλει μόνο νὰ εἶναι λίγο πιὸ ὑποφερτοὶ οἱ πόνοι καὶ νὰ αὐτοεξυπηρετεῖται, μέχρι νὰ πεθάνῃ· αὐτὸ ἔχει νόημα.


Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2026

 

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: "Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη"

Ἀπό τό Βιβλίο Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου
ΛΟΓΟΙ Ε' «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» σελ.18
ἐκδόσεις ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ὁ ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

–Γέροντα, γιατί πέφτω συνέχεια στὴν γαστριμαργία; 
–Γιατὶ ἐκεῖ ἔχεις ἀδυναμία. Ὁ διάβολος πολεμάει τὸ φυλάκιο ποὺ εἶναι ἀδύνατο· τὰ ἄλλα ποὺ εἶναι ὀχυρωμένα καλὰ δὲν τὰ χτυπάει. «Ἂν καταλάβω αὐτὸ τὸ φυλάκιο, λέει, εὔκολα θὰ καταλάβω ἕνα-ἕνα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα φυλάκια». Γι ̓ αὐτό, τὸ ἀδύνατο φυλάκιο πρέπει νὰ ὀχυρώσης καλά.

–Γέροντα, πελαγώνω, ὅταν βλέπω τὰ πάθη μου.
–Νὰ μὴν πελαγώνης οὔτε νὰ δειλιάζης. Μὲ θάρρος νὰ παίρνης ἕνα–ἕνα τὰ πάθη σου, ἀρχίζοντας τὸν ἀγώνα σου ἀπὸ τὸ πιὸ μεγάλο. Στὴν ἀρχὴ βοηθάει νὰ μὴν τὰ λεπτολογῆς, ἀλλὰ νὰ χτυπᾶς καὶ νὰ ξερριζώνης τὰ πιὸ χοντρὰ ποὺ βλέπεις. Καὶ καθὼς θὰ...ἀχρηστεύωνται οἱ ρίζες τῶν μεγάλων παθῶν, θὰ ξεραίνωνται καὶ οἱ λεπτὲς ρίζες ἀπὸ τὰ μικρότερα πάθη. Ἑπομένως, ὅταν ξερριζώσης ἕνα μεγάλο πάθος, μαζὶ μὲ αὐτὸ θὰ ξερριζωθοῦν καὶ ἄλλα μικρότερα.

–Γιατί, Γέροντα, ἐνῶ παίρνω πολλὲς ἀποφάσεις νὰ ἀγωνισθῶ μὲ ζῆλο κατὰ τῶν παθῶν μου, τελικὰ δὲν τὶς πραγματοποιῶ;
–Γιατὶ παίρνεις πολλὲς ἀποφάσεις μαζί. Τὰ πάθη, ὅπως καὶ οἱ ἀρετές, ἀποτελοῦν μιὰ ἁλυσίδα. Τὸ ἕνα πάθος εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὸ ἄλλο καὶ ἡ μία ἀρετὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἄλλη, ὅπως τὰ βαγόνια τοῦ τραίνου εἶναι ἑνωμένα τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ ὅλα ἀκολουθοῦν τὸ πρῶτο. Ἂν λοιπὸν ἀποφασίσης νὰ ἀγωνισθῆς γιὰ ἀρκετὸ διάστημα, γιὰ νὰ κόψης ἕνα συγκεκριμένο πάθος καὶ νὰ καλλιεργήσης τὴν ἀντίστοιχη ἀρετή, θὰ τὸ πετύχης. Καὶ μαζὶ μ ̓ αὐτὸ τὸ πάθος ποὺ θὰ κόψης, θὰ ἀπαλλαγῆς καὶ ἀπὸ ἄλλα πάθη καὶ θὰ ἀναπτυχθοῦν οἱ ἀντίστοιχες ἀρετές. Ἂς ποῦμε ὅτι ζηλεύεις· ἂν ἀγωνισθῆς νὰ μὴ ζηλεύης, θὰ καλλιεργήσης τὴν ἀγάπη, τὴν καλωσύνη, καὶ συγχρόνως θὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸν θυμό, ἀπὸ τὴν κατάκριση, ἀπὸ τὴν κακία, ἀπὸ τὴν λύπη.

–Γέροντα, ἕνα πάθος ἢ μία κακὴ συνήθεια εἶναι καλύτερα νὰ τὰ κόψης μιὰ καὶ ἔξω ἢ σιγὰ-σιγά;
–Ἂν μπορῆς νὰ τὰ κόψης μιὰ καὶ ἔξω, εἶναι καλύτερα, γιατὶ διαφορετικὰ ἀφήνουν... δέκατα. Δὲν χρειάζεται καθυστέρηση. Ὅταν περνάη κανεὶς ἕνα ποτάμι, ἰδίως χειμώνα καιρό, προσπαθεῖ νὰ τὸ περάση ὅσο πιὸ γρήγορα μπορεῖ, γιατὶ θὰ παγώση.

 Ἂν τὸ περάση γρήγορα, μέχρι νὰ κρυώση, θὰ ζεσταθῆ πάλι. Βλέπεις, καὶ τὰ ἄλογα, ὅταν τὰ δένουν, ἂν θέλουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, κόβουν τὸ σχοινὶ ἀπότομα. Μὲ τὸν πειρασμὸ θέλει ἀπότομα κόψιμο τὸ σχοινί.

–Γέροντα, ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ λέει: «Ἀπάθεια εἶναι, ὄχι τὸ νὰ μὴν αἰσθάνεται κανεὶς τὰ πάθη, ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ δέχεται αὐτά». Μπορεῖ καὶ ὁ ἀπαθὴς νὰ ἔχη προσβολὴ ἀπὸ πάθη;
–Μπορεῖ· ἀλλά, ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ πετάξη ὁ διάβολος, καίγεται ἀπὸ τὴν θεία φλόγα ποὺ ἔχει ἀνάψειμέσα του. Ὁ διάβολος δὲν παύει νὰ προσβάλλη τὸν ἄνθρωπο, ἀλλά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δέχεται τὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ, τότε καθαρίζει ἡ καρδιά του καὶ κατοικεῖ πιὰ μέσα του ὁ Χριστός. Ἡ καρδιά του μετατρέπεται σὲ καμίνι, σὲ «βάτο καιομένη», καί, ὅ,τι καὶ ἂν πέση μετὰ μέσα, καίγεται.


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2025

 

                  Ὁ Ἅγιος Παΐσιος καὶ ὁ Παράλυτος Νέος

 
Ἡ ταινία ἀφηγεῖται ἕνα ἀληθινὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ὅπως διασώθηκε ἀπὸ μαρτυρίες προσκυνητῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους. 
Ἕνα animated short film γιὰ τὴ δύναμη τῆς πίστης, τὴν πνευματικὴ διάκριση καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως βιώνεται μέσα στὸν πόνο καὶ τὴ δοκιμασία. 
 

Σάββατο, Ιουλίου 12, 2025

 

    Ἡ μαρτυρικὴ ὀσιακὴ κοίμηση καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ Ἁγίου                        Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου στίς 12 Ἰουλίου 1994

Φωτογραφία: Τὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Παϊσίου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», ἔκδοση Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015
«Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ…»

Στὶς 11 Ἰουλίου, μνήμη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ὁ Ὅσιος κοινώνησε γιὰ τελευταία φορά. Μὲ πολὺ κόπο γονάτισε ἐπάνω στὸ κρεββάτι, ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ μὲ τρεμάμενα χείλη εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου». Ἔπειτα οἱ ἀδελφές τοῦ ἔφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καὶ τὸν δίσκο μὲ τὸ κόλλυβό της. «Ἄκροις δακτύλοις» πῆρε δύο κόκκους ὡς εὐλογία καὶ ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Βλέποντας ὅτι δὲν ἦταν στολισμένη, παρατήρησε: «Οὔτε ἕνα λουλούδι δὲν τῆς βάλατε;». Κατὰ τὸ μεσημέρι ἦρθε στὸ Ἡσυχαστήριο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου Δαμιανός, καὶ ὁ Γέροντας ζήτησε νὰ τοῦ διαβάση τὴν εὐχὴ «εἰς ψυχορραγοῦντα». Ἀκόμη, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν μνημονεύη. «Νὰ μὲ μνημονεύης, τοῦ εἶπε, γιατί πολλοὶ ἄλλοι θὰ μὲ ἐγκαταλείψουν, θὰ νομίζουν ὅτι δῆθεν δὲν ἔχω ἀνάγκη»...

Ἡ τελευταία ἐκείνη νύχτα ἦταν μαρτυρική. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἰσχυρὰ παυσίπονα δὲν τὸν ἒπιαναν. «Πονάω, πονάω πολύ», ἔλεγε σιγανὰ καὶ κοίταζε συνέχεια τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὸ δεξί του χέρι σχημάτιζε κάπου-κάπου τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ τὸ ἀριστερὸ ἐκινεῖτο σὰν νὰ τραβοῦσε κομποσχοίνι. Πότε-πότε ἄνοιγε τὰ χέρια του σὲ προσευχή. Κάποια στιγμὴ εἶπε: «Μαρτύριο». Ἡ Γερόνιτσσα, ποὺ βρισκόταν δίπλα του, δὲν ἄκουσε καὶ τὸν ρώτησε τί εἶπε. Τὸ ἐπανέλαβε τρεῖς φορές: «Μαρτύριο, μαρτύριο, μαρτύριο». Κάθιδρος, ἀσθμαίνων καὶ δακρυρροῶν ἔτρεχε τὸ τελευταῖο στάδιο, γιὰ νὰ φθάση στὸ τέρμα καὶ νὰ λάβη «τὸν τῆς νίκης στέφανον». Ὁ «ἀγγελικῶς ἐπὶ τῆς γῆς πολιτευσάμενος» ἔσπευδε διὰ μαρτυρίου νὰ πετάξη πρὸς τὰ οὐράνια σκηνώματα.

Στὶς ἐννιάμισι ἡ ὥρα τὸ πρωὶ ὅλες οἱ Ἀδελφὲς πέρασαν νὰ πάρουν γιὰ τελευταία φορὰ τὴν εὐχή του. Ἦταν προσηλωμένος στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ δὲν μιλοῦσε. Ὁ πόνος ἦταν ζωγραφισμένος στὸ πρόσωπό του, ἀνέπνεε μὲ πολλὴ δυσκολία, ἐνῶ ἡ πίεσή του σιγὰ-σιγὰ ἔπεφτε. Ὅλα ἔδειχναν ὅτι ἔφθανε τὸ τέλος· ὁ ἀναστημένος πνευματικὰ Πατὴρ Παΐσιος βρισκόταν στὸ κατώφλι πρὸς τὴν μακαριότητα. Σὲ μία στιγμή, ὁ Ὅσιος πῆρε τρεῖς σύντομες εἰσπνοὲς καὶ ἔσβησε, ὅπως σβήνει τὸ καντηλάκι, ὅταν τελειώνει τὸ λάδι του. Ἔγειρε ἥσυχα τὸ κεφάλι του στὸ πλάι, ἐνῶ ἡ ἁγιασμένη του ψυχὴ εἶχε πετάξει στὴν ἀληθινὴ πατρίδα του, τὸν Οὐρανό. Ἦταν ἕνδεκα ἡ ὥρα τὸ πρωὶ τῆς 12ης Ἰουλίου 1994.

Οἱ ἀδελφές του φόρεσαν τὸ Σχῆμα, τὸ ράσο καὶ τὸ κουκούλι· κατὰ τὰ ἄλλα ἦταν τακτοποιημένος ἀπὸ μόνος του. Τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα ἁπλὸ νεκροκρέββατο καὶ τὸν μετέφεραν στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Γύρω του ἐναπέθεσαν λίγα μόνο λουλούδια· βασιλικοὺς καὶ τριαντάφυλλα. Τὰ χέρια του, σὰν νὰ ἦταν ζωντανά, κρατοῦσαν μὲ εὐλάβεια τὸν Σταυρό. Ἡ μορφὴ του ἦταν εἰρηνική, φωτεινή, ὀσιακή· εἶχε ἱλαρότητα, σκορποῦσε Χάρη.

Τὸ ἀπόγευμα τὸ Ἡσυχαστήριο ἄνοιξε γιὰ τοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ οἱ Ἀδελφὲς δὲν ἀνακοίνωσαν τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα σὲ κανέναν· αὐτὴν τὴν ἐντολὴ εἶχε δώσει ὁ ἴδιος. Ἡ Γερόντισσα κάλεσε τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου, τὸν π.Νικόλαο, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἐπιθυμία τοῦ Πατρὸς Παϊσίου ἦταν νὰ τελέση μόνον ἐκεῖνος τὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία. Τὸ δέχθηκε μὲ φόβο καὶ χαρά· φόβο, διότι αἰσθανόταν ἀνάξιος νὰ κηδεύση ἕναν ἅγιο, χαρὰ γιὰ τὴν μεγάλη εὐλογία ποὺ τοῦ χάριζε ὁ Θεός.

Στὶς ἕνδεκα ἡ ὥρα τὸ βράδυ, ἄρχισε ἡ Ἀγρυπνία στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἐψάλη ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Οἱ ἀδελφὲς ἔψαλλαν τὰ νεκρώσιμα τροπάρια νιώθοντας τὸν Γέροντα νὰ εἶναι ἀκόμη ζωντανὸς δίπλα τους. Πρὶν ἀπὸ ἕναν μήνα εἶχε πεῖ ἀστειευόμενος: «Ἐγὼ θὰ ψάλω τὴν Νεκρώσιμη Ἀκολουθία!». Ἔψαλλε, πράγματι «ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων». Ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστὲ συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθὲς, αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Ὅλος ὁ πόνος τῆς προηγούμενης νύχτας εἶχε δώσει τὴ θέση του στὴν ἀναστάσιμη χαρά. Στὸ μικρὸ Παρεκκλήσι, μὲ τὸ λιγοστὸ φῶς, ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν Σταυροαναστάσιμη. Ἦταν στιγμὲς ἀποχωρισμοῦ, ἀλλὰ ἡ θλίψη μεταβαλλόταν σὲ χαρὰ λόγω τῆς βεβαιότητος ὅτι ὁ Ὅσιος τώρα πιὰ θὰ βρισκόταν δίπλα στὸν καθένα ποὺ θὰ ζητοῦσε τὶς πρεσβεῖες του.

Ἡ ἐκφορὰ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος ἔγινε μέσα σὲ ἀπόλυτο σκοτάδι. Τὸ μόνο φῶς ἐρχόταν ἀπὸ ἕναν φανὸ ποὺ προπορευόταν τῆς νεκρικῆς πομπῆς καὶ ἀπὸ δύο ταπεινὰ φαναράκια ποὺ συνόδευαν τὸν Γέροντα. Ἔτσι θέλησε νὰ κηδευθῆ. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ ἤθελε νὰ κρύβεται· πλοῦτος του ἦταν ἡ προσωπική του ἀφάνεια. Αὐτὸ εἶχε φροντίσει νὰ γίνη καὶ στὴν κοίμησή του μὲ τὸ νὰ μὴν ἀνακοινωθῆ, πρὶν περάσουν τρεῖς ἡμέρες.
Ἡ σεβάσμια ἁπλότητα τῆς μυστικῆς ἐκφορᾶς ἔκανε περισσότερο αἰσθητὴ τὴν λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη καὶ πολυάριθμη παρουσία τῆς Ἄνω Ἐκκλησίας. Ὁ Γέροντας προχωροῦσε μέσα στὸ σκοτάδι ἀκίνητος καὶ συγχρόνως πορευόμενος τὴν μακαρία ὁδὸ καὶ λαμπρῶς προϋπαντούμενος ἀπὸ τοὺς χοροὺς τῶν Δικαίων….
Ἡ πομπὴ ὁδηγήθηκε στὸν τόπο ὅπου εἶχε ἑτοιμασθῆ ὁ τάφος του, πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερό τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος, ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἐπρόκειτο νὰ γίνη δικός του Ναός. Μὲ ἕνα κεράκι διαβάσθηκαν ὅσα προβλέπονται κατὰ τὸν ἐνταφιασμό, ἔγινε τὸ καθορισμένο κομποσχοίνι, καὶ ὁ ἱερέας εἶπε: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

Τώρα πιὰ ὁ Ἅγιος Παΐσιος δὲν πονάει καὶ δὲν ὑποφέρει. Δὲν καταδαπανᾶται, γιὰ νὰ βοηθάη καὶ νὰ ἀναπαύη ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Ἡ φιλότιμη καὶ ἀρχοντικὴ καρδιά του δὲν μοιράζεται στὰ δύο, ἀνάμεσα στὸν πόθο γιὰ τὴν ἔρημο καὶ στὴν ἀνάγκη νὰ μένη κοντὰ στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους. Τώρα πιὰ «πετάει ἄνετα σὰν Ἄγγελος ἀπὸ τὴν μία ἄκρη τοῦ κόσμου στὴν ἄλλη», ὅπως ἔγγραψε καὶ ὁ ἴδιος γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο, καὶ εὔκολα βρίσκεται παντοῦ, κοντὰ σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἐπικαλεῖται μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.

Ὅσο ζοῦσε πάνω στὴ γῆ ὁ Ἅγιος ἦταν ταπεινὸς καὶ συγχρόνως μεγάλος, πάμφτωχος καὶ ὅμως πάμπλουτος, ἁπλὸς καὶ ὀλιγογράμματος ἀλλὰ σοφὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου. Σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, ὡς μικρὸς «κοσμοκαλόγερος» στὴν Κόνιτσα, ὡς στρατιώτης ἔπειτα μέσα στὴν δίνη τοῦ πολέμου, ὡς ἀγωνιστὴς νέος μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου καὶ στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὡς ἀκούραστος «Καλόγερος» στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, ὡς ἐξαϋλωμένος ἀσκητὴς στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, ὡς θεοφώτιστος Γέροντας ποὺ δέχθηκε χιλιάδες ψυχὲς στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ στὴν Παναγούδα, καιγόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν ἴδια φλόγα· νὰ δίνεται ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ μὲ φιλότιμη ἄσκηση καὶ νὰ θυσιάζεται γιὰ τοὺς συναθρώπους του μὲ ἀρχοντικὴ ἀγάπη.
Ἔζησε, πράγματι, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σοὺ καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν». Ἔλαμψε στὸν κόσμο μὲ «τὰ καλά του ἔργα», δόξασε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἁγία του ζωή, καὶ ὁ Θεὸς τὸν δόξασε ἐπιτελώντας δι΄ αὐτοῦ μέγιστα θαύματα.

«Οἱ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων συγγραψάμενοι τὰς πράξεις αὐτῶν ἐδήλωσαν τὰς σωματικᾶς, τὴν ἀκτημοσύνην, τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν ἐγκράτειαν, τὴν ὑπομονήν· τὴν δὲ πνευματικὴν αὐτῶν ἐργασίαν μικρὸν τε καὶ ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διὰ τῶν τοιούτων ἐδήλωσαν». Ἔτσι καὶ ἡ πνευματικὴ ἐργασία τοῦ Ἁγίου Παϊσίου πολὺ λίγο ἔγινε φανερή. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πῆ πόσο βαθιὰ ἔιχε προχωρήσει ὁ Ὅσιος τὸ σκάψιμο στὸ πνευματικὸ μεταλλεῖο καὶ σὲ ποιὰ πνευματικὰ ὑψώματα εἶχε φθάσει. Ἂν ὅμως θὰ ἔπρεπε κάποιος νὰ πῆ μὲ μία λέξη τί ἔκανε τὸν Ἅγιο Παΐσιο νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ ἦταν, θὰ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια του: «Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη…».

«Ἀγάπη, προφητείας χορηγός· ἀγάπη, θαυμάτων παρεκτική· ἀγάπη, ἐλλάμψεως ἄβυσσος… Ἀγάπη τελευταία βαθμὶς εἰς τὰς θείας ἀναβάσεις τῶν ἀρετῶν. Ἀγάπη γὰρ ἐστιν ὁ Θεός, ᾧ πρέπει δόξα, ὕμνος, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».


 

                 Φωτογραφικὸ ἀφιέρωμα στὸν Ὅσιο Παΐσιο!

 
Δημιουργήσαμε φωτογραφικὸ ἀφιέρωμα στὸν Ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη. Τὸ πλούσιο φωτογραφικὸ ὑλικὸ ποὺ δημοσιεύουμε, περιέχει εἰκόνες ἀπὸ σύνολη τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου. Ἀξίζει νὰ τὸ δεῖτε! 
Ἠχητικά: 1. Ψέλνει τὸ "Χριστὸς Ἀνέστη" ὁ Ὅσιος Παΐσιος. 2. Κοινωνικὸ "Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον" Χρυσάφου τοῦ νέου, ἦχος πλ΄ δ. 3. Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Παϊσίου "Τῆς ἐνθέου ἀγάπης", ἦχος πλ΄ α.  


Πέμπτη, Απριλίου 04, 2024

 

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης:

«Πῶς καλλιεργεῖται ἡ ταπείνωση»

 

Ἀπό τό Βιβλίο Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου

ΛΟΓΟΙ Ε' «Πάθη καί ἀρετές»

 

ἐκδόσεις ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ὁ ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ἡ ἐργασία γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ταπεινώσεως

– Μὲ ποιόν τρόπο, Γέροντα, καλλιεργεῖται ἡ ταπείνωση;

– Ἡ ταπείνωση καλλιεργεῖται μὲ τὸ φιλότιμο, καλλιεργεῖται καὶ μὲ τὴν κοπριὰ τῶν πτώσεων. Ἀνάλογα. Ἕνας φιλότιμος ἄνθρωπος ὅ,τι καλὸ ἔχει τὸ ἀποδίδει στὸν Θεό. Βλέπει τὶς πολλὲς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνει ὅτι δὲν ἔχει ἀνταποκριθῆ, ταπεινώνεται καὶ δοξολογεῖ διαρκῶς τὸν Θεό. Καὶ ὅσο ταπεινώνεται καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεό, τόσο τὸν λούζει ἡ θεία Χάρις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑκούσια ταπείνωση. Ἐνῶ ἡ ταπείνωση ποὺ φέρνουν οἱ διαρκεῖς πτώσεις εἶναι...ἡ ἀκούσια ταπείνωση.

Φυσικὰ ἡ ἑκούσια ταπείνωση ἔχει πολὺ μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὴν ἀκούσια. Μοιάζει μὲ χωράφι ποὺ ἔχει καλὸ χῶμα καὶ καρπίζουν τὰ δένδρα, δίχως λίπασμα ἢ κοπριά, καὶ οἱ καρποί τους εἶναι νόστιμοι. Ἡ ἀκούσια ταπείνωση μοιάζει μὲ χωράφι ποὺ ἔχει ἀδύνατο ἔδαφος καί, γιὰ νὰ δώση καρπούς, πρέπει νὰ ρίξης καὶ λίπασμα καὶ κοπριά, καὶ πάλι οἱ καρποί του δὲν θὰ εἶναι τόσο νόστιμοι.

– Γέροντα, μοῦ στοιχίζει, ὅταν ἐξαιτίας μιᾶς ἄσχημης συμπεριφορᾶς μου πέφτω στὰ μάτια τῶν ἄλλων καὶ ταπεινώνωμαι ἀκούσια.

– Μὲ τὴν ἀκούσια ταπείνωση ἐξοφλᾶς καὶ λίγο ἀπὸ τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν σου. Πρέπει ὅμως νὰ ἀρχίσης νὰ ταπεινώνεσαι ἑκούσια.

– Γέροντα, ἔχω φθάσει σὲ πολὺ δύσκολη κατάσταση. Ἔχω σαρκικοὺς λογισμοὺς καὶ πέφτω στὴν λύπη. Φοβᾶμαι μήπως δὲν βγῶ ποτὲ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάσταση.

– Ἔχε θάρρος, καλό μου παιδί, καὶ ὁ Χριστὸς θὰ νικήση τελικά. Νὰ ψάλλης: «Ἐκ νεότητός μου ὁ ἐχθρὸς μὲ πειράζει, ταῖς ἡδοναῖς φλέγει με· ἐγὼ δὲ πεποιθὼς ἐν σοί, Κύριε, τροποῦμαι τοῦτον»[1]. Στὴν οὐσία δὲν φταίει πολὺ ἡ καημένη ἡ σάρκα, ἀλλὰ ἡ ὑπερηφάνεια. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔχεις πολλὲς ἱκανότητες, τὶς ὁποῖες φυσικὰ ὁ Θεὸς σοῦ τὶς ἔδωσε, ἀλλά, ἐπειδὴ ἀμελεῖς λιγάκι καὶ δὲν προσέχεις, ὁ ἐχθρὸς βρίσκει εὐκαιρία, τὶς ἐκμεταλλεύεται καὶ σὲ ρίχνει στὴν ὑπερηφάνεια. Κι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ λούζης τὸ πρόσωπό σου μὲ δάκρυα ἀγαλλιάσεως καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό, τὸ λούζεις μὲ πικρὰ δάκρυα πόνου καὶ στενοχώριας. Ἔτσι βγαίνει τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: Ἐὰν δὲν ταπεινωθοῦμε ἑκουσίως, θὰ ταπεινωθοῦμε ἀκουσίως, διότι μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Καλὸς Θεός. Θάρρος λοιπόν, παιδί μου, καὶ θὰ νικήση ὁ Χριστός. «Ἐὰν γὰρ πάλιν ἰσχύσητε, καὶ πάλιν ἡττηθήσεσθε, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»[2]. Μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάση καὶ πολλὰ καλὰ θὰ φέρη. Θὰ γνωρίσης πιὸ καλὰ τὸν ἑαυτό σου, θὰ ταπεινωθῆς ὑποχρεωτικά, καὶ κατὰ τοὺς πνευματικοὺς νόμους ὑποχρεωτικὰ θὰ ἔρθη σ᾿ ἐσένα καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ποὺ προηγουμένως ἐμποδιζόταν ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια.

Δὲν γνωρίσαμε τὸν ἑαυτό μας. Ἂν τὸν γνωρίσουμε, ἡ ψυχή μας θὰ χαίρεται καὶ θὰ ζητᾶ ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας γεννᾶ τὴν ταπείνωση. Γιατί, ὅσο περισσότερο γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του, τόσο περισσότερο ἀνοίγουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ βλέπει καθαρώτερα τὴν μεγάλη του ἀδυναμία. Γνωρίζει τὴν ἀθλιότητά του καὶ τὴν ἀχαριστία του, καθὼς καὶ τὴν μεγάλη ἀρχοντιὰ καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὁπότε συντρίβεται ἐσωτερικά, ταπεινώνεται πολὺ καὶ ἀγαπάει τὸν Θεὸ πολύ.

 

[1] Πρῶτος Ἀναβαθμὸς τοῦ πλ. Δ´ ἤχου.

[2] Ὡρολόγιον τὸ Μέγα, ἔκδ. «Ἀποστολικῆ Διακονίας», Ἀθήνα 142001, σ. 164. Βλ. καὶ Ἠσ. 8, 9-10.