Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2025

 

Ο «Πάπας» Λέων ΙΔ΄ κατάργησε το «Φιλιόκβε»; (Σχόλιο στην παπική εγκύκλιο: «In Unitate Fidei»)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 8η Δεκεμβρίου 2025

Ο «ΠΑΠΑΣ» ΛΕΩΝ ΙΔ΄ ΚΑΤΑΡΓΗΣΕ ΤΟ «ΦΙΛΙΟΚΒΕ»;

(Σχόλιο στην παπική εγκύκλιο: «In Unitate Fidei»)

      Ο Παπισμός είναι κατεγνωσμένη αίρεση, ή μάλλον σύστημα και μήτρα κυοφορίας αιρέσεων. Αυτό μαρτυρεί η συνοδική και πατερική παράδοση των τελευταίων δώδεκα τουλάχιστον αιώνων, αφότου άρχισε η δογματική και λειτουργική διαφοροποίηση των βαρβάρων Φράγκων, με την καταδίκη της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, από την «Σύνοδο» της Φρανκφούρτης (794) και την «Σύνοδο» του Άαχεν (809).

    Πρωταρχική και κύρια αίρεση, η οποία εμφανίστηκε στην Δυτική Εκκλησία από αυτόν τον 6ο μ. Χ. αιώνα, ήταν το Φιλιόκβε, με την αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, δια της προσθήκης «και εκ του Υιού» στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Πρόκειται, όπως θα δούμε, για σοβαρή δογματική εκτροπή, η οποία προσβάλλει καίρια το τριαδολογικό δόγμα και έχει μεγάλες συνέπειες στην εν όλη ζωή της Εκκλησίας και καίριες επιπτώσεις στην σωτηρία των πιστών.

     Η κακοδοξία αυτή υπέβοσκε στους δυτικούς από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, πηγάζουσα από τα έργα του Τερτυλλιανού και του Αυγουστίνου, οι οποίοι «θεολόγησαν»  ερήμην της γνήσιας εκκλησιαστικής παράδοσης, λόγω ότι δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα και εμφορούνταν από τον ρωμαϊκό νομικισμό. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 542 από τον Καισάριο Αρελάτης, ο οποίος παρουσίασε το λεγόμενο Ψευδο-Αθανασιανό Σύμβολο, το οποίο ψευδώς το απέδιδε στον Μ. Αθανάσιο, ενώ συντάκτης του ήταν ο Βικέντιος του Λερίν και το οποίο περιείχε την προσθήκη «και εκ του Υιού». Ακολούθως το υιοθέτησε η Γ΄ Σύνοδος του Τολέδου (589) το ανήγαγε σε «δόγμα» και εξέδωσε «ανάθεμα» σε όσους δεν δέχονται την και εκ του Υιού εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Η φοβερή αυτή πλάνη διαδόθηκε στους βαρβάρους της Δύσης και κύρια στους Φράγκους, οι οποίοι το χρησιμοποίησαν για να διαφοροποιηθούν από την Ανατολή, για πολιτικούς λόγους. Κύριος θιασώτης της αίρεσης αυτής ο φοβερός εχθρός της ελληνοορθοδοξίας και ψευδοάγιος της παπικής «εκκλησίας», Καρλομάγνος (800-814), ο οποίος την ενέταξε στο «θεολογικό» του έργο.

      Το Πατριαρχείο της Ρώμης ανθίστατο στην αίρεση αυτή, παρά τις φοβερές πιέσεις των βαρβαρικών φύλων, που την είχαν υιοθετήσει. Το 803 ο Πάπας Λέων Γ΄ (795-816) ανάρτησε στο ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη δύο πλάκες με το ορθόδοξο Σύμβολο, στην ελληνική και λατινική γλώσσα. Υπέρμαχος της Ορθοδοξίας αναδείχτηκε ο Μέγας Φώτιος (810-893), ο οποίος συγκάλεσε το 789-880 την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδίκασε το Φιλιόκβε ως αίρεση και με την υπογραφή του Πατριαρχείου της Ρώμης και του τότε ορθοδόξου Πάπα Ιωάννου. 

     Όμως με την βίαιη επέλαση των βαρβάρων Φράγκων, το 1009 ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο της Ρώμης ο Σέργιος Δ΄ (1009-1012), ο οποίος ενέταξε το φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως και ο διάδοχός του Βενέδικτος Η΄ (1012-1024), το ανήγαγε σε πίστη της Εκκλησίας και το εισήγαγε στη λατρεία. Τότε η ορθόδοξη Ανατολή αντέδρασε και διέκοψε την κοινωνία με την Δύση (1009). Αυτή είναι η πρώτη και ουσιαστική διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, λόγω της αιρέσεως του Φιλιόκβε, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα.

     Κατά τα δραματικά γεγονότα του «σχίσματος» του 1054 κύριο ζήτημα ήταν το Φιλιόκβε. Οι μεν Ανατολικοί καταδείκνυαν τους Δυτικούς ως αιρετικούς για το Φιλιόκβε και οι Δυτικοί κατηγορούσαν τους Ανατολικούς ως «αιρετικούς» διότι δεν το δέχονταν ως δήθεν «αρχέγονη διδασκαλία της Εκκλησίας»!

     Στη συνέχεια και ως τα σήμερα η παπική «εκκλησία» παραμένει πεισματικά στην αίρεση αυτή. Το 1274, η Β΄ «Σύνοδος» της Λυών αποφάνθηκε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό, σύμφωνα με το Filioque στη σύγχρονη λατινική εκδοχή του Συμβόλου της Νικαίας και ενέχει σωτηριολογική σημασία η πίστη σ’ αυτή. Αυτή η πίστη είναι κυρίαρχη στην παπική «εκκλησία» ως τα σήμερα.

     Αλλά τα τελευταία χρόνια, υπό την πίεση των ορθοδόξων στους θεολογικούς διαλόγους, αναγκάστηκε το Βατικανό σε ελιγμούς τακτικής όσον αφορά το «δόγμα» του Φιλιόκβε. Άλλωστε οι τακτικισμοί είναι συνυφασμένοι με την ουσία και την «πολιτική» του Παπισμού, μεταχειριζομένου κάθε μέσον, νόμιμο και άδικο, ηθικό και ανήθικο, να πραγματοποιήσει τους στόχους του, ως βασισμένου στο ιησουιτικό «δόγμα» «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»!

      Έτσι τα τελευταία χρόνια, για λόγους καθαρά προσηλυτιστικούς, στους παπικούς στις ορθόδοξες χώρες, στους Ουνίτες, Μαρωνίτες και άλλες θρησκευτικές κοινότητες που έχουν κοινωνία με την παπική «εκκλησία», επιτρέπεται να απαγγέλλουν το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς την προσθήκη του Φιλιόκβε.

      Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από πρόσφατα δημοσιεύματα πως «Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ αναγνωρίζει το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το Filioque»[1]. Αυτά στηρίχτηκαν στην «αποστολική επιστολή αφιερωμένη στην 1.700ή επέτειο της Συνόδου της Νίκαιας, In Unitate Fidei («Στην Ενότητα της Πίστης»)»[2].

     Επειδή ίσως πολλοί ενθουσιασθούν από αυτό το γεγονός και θεωρήσουν ότι ο Παπισμός «άλλαξε» και «δεν είναι πια αιρετικός» και πως «ήρθε η ώρα για την ένωση των εκκλησιών», θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε την ως άνω παπική εγκύκλιο υπό την ορθόδοξη σκοπιά και φυσικά υπό την παπική σκοπιμότητα, η οποία όπως προαναφέραμε, είναι προφανώς ένας ακόμα ελιγμός τακτικής του Βατικανού.

     Πρώτη μας παρατήρηση είναι ότι πουθενά στην εγκύκλιό του ο «Πάπας» Λέων ΙΔ΄ δεν αποκηρύσσει το Φιλιόκβε, αλλά προσπαθεί να εκθειάσει σκιωδώς το Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. Και έχει το σκοπό του. Έπρεπε, κατά το ταξίδι του στην Τουρκία, να συμμετάσχει στην εορταστική επέτειο των 1700 χρόνων από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), να παρουσιαστεί ότι «σέβεται» την εκκλησιαστική παράδοση και πως είναι ο «θεματοφύλακας» της χριστιανικής πίστης, η οποία απορρέει από το Ορθόδοξο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν θα μπορούσε να κάμει αλλιώς, να μην εκθειάσει το απαύγασμα της Μεγάλης Εκείνης Συνόδου, που είναι το Ιερό Σύμβολο της Πίστεως!

     Αλλά και ολόκληρη η εγκύκλιος είναι γεμάτη από σκοτεινά σημεία, σκοπιμότητες και συγκαλυμμένες θέσεις, οι οποίες θέλουν να παρουσιάσουν τον Παπισμό ως την «αληθινή και απλανή εκκλησία», στην οποία οφείλουν να υποταχθεί σύμπας ο κατακερματισμένος χριστιανικός κόσμος και μαζί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. 

     Τανύζεται να αποδείξει ότι η «εκκλησία»  του παραμένει πιστή στην διδασκαλία του Συμβόλου της Πίστεως. Έγραψε: «Για αιώνες, αυτή η διαρκής ομολογία πίστης ήταν η κοινή κληρονομιά των Χριστιανών και αξίζει να ομολογηθεί και να κατανοηθεί με νέους και σχετικούς τρόπους». Όντως ήταν για αιώνες κοινή και διαρκής η γνήσια ομολογία πίστης, την οποία διατάραξε και διέσπασε η δική του «εκκλησία», διαφοροποιούμενη από την κοινή πίστη και την εισαγωγή δεκάδων πλανών, σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία παραμένει απόλυτα πιστή στην αρχέγονη αποστολικοπαράδοτη πίστη και δε προαφαίρεσε το παραμικρό! Γι’ αυτή την μεγάλη αλήθεια δεν είπε τίποτε! Δεν αναφέρθηκε για τις προσθαφαιρέσεις της «εκκλησίας» του και μάλιστα με τους «συνοδικούς αφορισμούς» σε όλους εμάς που δεν τις ακολουθούμε, με τους οποίους μας «στέλνει στην κόλαση» επειδή δεν δεχόμαστε τις παπικές κακοδοξίες και εν προκειμένω, την αίρεση του φιλιόκβε! Φυσικά, κάνοντας λόγο για «διαρκή ομολογία πίστης (που) ήταν η κοινή κληρονομιά των Χριστιανών», εννοεί την «εκκλησία» του, την οποία χαρακτηρίζει ως «ορθόδοξη»!   

      Δεν μας λέει επίσης ποιοι είναι αυτοί οι «νέοι» και «σχετικοί» τρόποι «να ομολογηθεί και να κατανοηθεί η  κοινή κληρονομιά των Χριστιανών». Αυτό σημαίνει ότι έχει τη διάθεση να κάμει την αυτοκριτική της «εκκλησίας» του, η οποία, όχι μόνο παραχάραξε και αλλοίωσε το Σύμβολο της Πίστεως, αλλά πρόσθεσε δεκάδες πλάνες, ως «γνήσια διδασκαλία της εκκλησίας», οι οποίες, είτε δεν υπάρχουν στην αρχαία Εκκλησία, είτε έχουν καταδικαστεί, όπως η αίρεση του Φιλιόκβε. Όπως προαναφέραμε, δεν αποκηρύσσει την αίρεση αυτή και ταυτόχρονα κάνει λόγο για «διαρκή ομολογία πίστης», για «κοινή κληρονομιά των Χριστιανών», προφανώς στη «γραμμή» της δικής του «εκκλησίας»! 

      Αυτό  θέλει να αποδείξει με την επόμενη παράγραφο: «Ακόμη και σήμερα, σε κάθε Κυριακάτικη Ευχαριστιακή γιορτή, απαγγέλλουμε το Σύμβολο της Πίστεως Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης, την ομολογία πίστης που ενώνει όλους τους Χριστιανούς». Δεν απαγγέλλει η «εκκλησία» του και ο ίδιος το ορθόδοξο, το γνήσιο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά το αλλοιωμένο, με την προσθήκη του φιλιόκβε, η οποία προσβάλλει καίρια το Δόγμα της Αγίας Τριάδος, καταδικασμένη από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο (879-880) και με υπογραφή του τότε ορθοδόξου Πατριαρχείου της Δύσεως!

    Συνεχίζοντας έγραψε: «Μοιραζόμαστε την ίδια πίστη στον ένα και μοναδικό Θεό, τον Πατέρα όλων των ανθρώπων. Ομολογούμε μαζί τον ένα Κύριο και αληθινό Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, και το ένα Άγιο Πνεύμα, που μας εμπνέει και μας ωθεί προς την πλήρη ενότητα και την κοινή μαρτυρία του Ευαγγελίου. Πραγματικά, αυτό που μας ενώνει είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που μας χωρίζει!»! Όχι! Δεν λατρεύουμε τον ίδιο Τριαδικό Θεό, ήτοι: δεν λατρεύουμε τον ίδιο Πατέρα, ο Οποίος «μοιράζεται» το αποκλειστικό του υποστατικό ιδίωμα, της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος με τον Υιό, δεν λατρεύουμε τον ίδιο Υιό, ο Οποίος καταστρατηγεί το υποστατικό ιδίωμα του Πατρός, καταργεί την μοναρχία του και εισάγει δυαρχία στην Θεότητα, δεν λατρεύουμε το ίδιο Άγιο Πνεύμα, το οποίο έχει δύο πηγές εκπόρευσης και καθίσταται υποδεέστερο των άλλων δύο θείων Προσώπων. Κι ακόμα έγραψε: «Πραγματικά, αυτό που μας ενώνει είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που μας χωρίζει!»: Απαντάμε: η σώζουσα ορθόδοξη πίστη της Μιας και Αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού δεν μπαίνει σε κανένα ζύγι, κανενός ευφάνταστου αιρεσιάρχη. Η διδασκαλία του Χριστού έχει αιώνιο χαρακτήρα, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας και γι’ αυτό είπε: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ» (Ματθ.5,18)! Η «μαξιμαλιστική θεολογία», που εκφράζει εδώ ο «Πάπας» Λέων είναι μια επικίνδυνη κακόδοξη αντίληψη, μια δόλια παγίδα, για την σχετικοποίηση της μόνης σώζουσας Ορθόδοξης Πίστης. 

      Ακολούθως, για να εντυπωσιάσει, δίνει έναν περίεργο και ακατανόητο θεολογικά «ουμανιστικό» χαρακτήρα στο Σύμβολο της Πίστεως: «Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε, ανάμεσα σε τόσες ανησυχίες και φόβους, απειλές πολέμου και βίας, φυσικές καταστροφές, σοβαρές αδικίες και ανισορροπίες, και την πείνα και τη δυστυχία που υποφέρουν εκατομμύρια αδελφοί και αδελφές μας, αυτό το Σύμβολο της Πίστεως μας δίνει ελπίδα»! Μας είναι ακατανόητο πως μπορεί το Σύμβολο της Πίστεως να εξαλείψει τους πολέμους, την πείνα, ακόμα και τις φυσικές καταστροφές! Το Σύμβολο της Πίστεως έχει καθαρά σωτηριολογικό χαρακτήρα και τίποτε περισσότερο!

     Επίσης για να δείξει ότι μελετά τους Πατέρες, αναφέρει το εξής παράδοξο: την θέση του Μ. Αθανασίου περί κατά χάριν θεώσεως του ανθρώπου: «Ο άγιος Αθανάσιος εξηγεί ότι ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος για να θεωθεί ο άνθρωπος. Αυτή η διαφωτιστική κατανόηση της θείας αποκάλυψης προετοιμάστηκε από τον Άγιο Ειρηναίο της Λυών και τον Ωριγένη και στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω με μεγάλο πλούτο στην ανατολική πνευματικότητα». Όπως είναι γνωστό, η θέωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται με την άκτιστη Θεία Χάρη, δια της οποίας ο Θεός κοινωνεί με τα πλάσματά Του και διαχέει τις ευλογίες Του και την αγάπη Του. Όμως ο Παπισμός δεν πιστεύει σε άκτιστη Θεία Χάρη, αλλά σε κτιστή, η οποία δεν μπορεί ούτε να σώσει, πολλώ δε μάλλον να θεώσει, αφού και η ίδια χρήζει σωτηρίας! Μάλιστα αυτή η κακοδοξία είναι «συνοδικά» κατοχυρωμένη, με «αναθέματα» για όσους δέχονται την Θεία Χάρη ως άκτιστη! Για τούτο ο Παπισμός δεν δέχεται την κατά χάριν θέωση του ανθρώπου, αλλά κάποια σκιώδη ηθική βελτίωση και κάποια μεταθανάτια ευδαιμονία. 

      Ενώ αναλύει (με τα δικά του πιστεύω) τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, όσον αφορά τον Πατέρα και τον Υιό, περιέργως, αλλ’ όχι ακατανοήτως, δεν αναλύει την πίστη στο Άγιο Πνεύμα. Νομίζουμε ότι αυτή η «παράληψη» είναι «εκ του πονηρού», προφανώς να μην αναγκαστεί να αναφερθεί στην ορθόδοξη μορφή του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος μόνον από τον Πατέρα! Αρκέστηκε να γράψει αοριστολογώντας, πως «Το Άγιο Πνεύμα είναι ο σύνδεσμος της ενότητας που λατρεύουμε μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό»!

     Ακολούθως βγάζει το προσωπείο του «αλάθητου διδασκάλου» της «εκκλησίας» του και προχωρά στην φανέρωση του καταχθόνιου σχεδίου του Παπισμού να καθυποτάξει ολόκληρο τον κατακερματισμένο χριστιανικό κόσμο στην παπική εξουσία. Πως; Κατ’ αυτόν, οφείλουμε «να αφήσουμε πίσω τις θεολογικές αντιπαραθέσεις που έχουν χάσει τον λόγο ύπαρξής τους, για να αναπτύξουμε μια κοινή κατανόηση και ακόμη περισσότερο, μια κοινή προσευχή στο Άγιο Πνεύμα, ώστε να μας συγκεντρώσει όλους μαζί σε μια πίστη και μια αγάπη»! Αποδίδει στο Άγιο Πνεύμα πραγματικά μαγικές ιδιότητες να μας συγκεντρώσει όλους «σε μια πίστη και μια αγάπη», εγκαταλείποντας τις θεολογικές διαφορές, οι οποίες γ’ αυτόν είναι «αντιπαραθέσεις που έχουν χάσει τον λόγο ύπαρξής τους»! Δηλαδή, οι αγώνες των Αγίων Πατέρων να περιχαρακώσουν την σώζουσα πίστη της Εκκλησίας ήταν αντιπαραθέσεις, οι οποίες πια δεν έχουν λόγο ύπαρξης! Η «μία πίστη» που αναφέρει δεν είναι άλλη από την παπική και για τούτο καλεί, εμμέσως πλην σαφώς να υποταχτούμε στην «ελέω Θεού» παπική εξουσία!

      Δίνει μάλιστα και τον τρόπο «ενότητας», την «κοινή κατανόηση», με άλλα λόγια, μας καλεί να δείξουμε κατανόηση για τις δεκάδες κακοδοξίες της «εκκλησίας» του, τις οποίες δεν διανοείται να αποποιηθεί! Είναι σαφέστατος, δεν διανοείται να επιστρέψει στην πίστη της Εκκλησίας, πριν την απόσχιση της θρησκευτικής κοινότητός του από Αυτή. Γράφει: «Αυτό δεν συνεπάγεται οικουμενισμό που επιχειρεί να επιστρέψει στο κράτος πριν από τις διαιρέσεις, ούτε είναι αμοιβαία αναγνώριση του σημερινού status quo της ποικιλομορφίας των Εκκλησιών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων»! Αυτή η θέση του μαρτυρεί και το όραμά του για την «ένωση των εκκλησιών» με βάση την Ουνία. Δεν τον ενδιαφέρει ποια θα είναι η πίστη όσων ενωθούν με την «εκκλησία» του, την οποία  επίσης χαρακτηρίζει ως «ποικιλομορφία», αλλά η υποταγή τους στην εξουσία του, ως τον «αντιπρόσωπο του Χριστού στη γη»! Ένα «δύσκολο ταξίδι αμοιβαίας ακρόασης και αποδοχής», «μια πνευματική πρόκληση, η οποία απαιτεί μετάνοια και μεταστροφή εκ μέρους όλων». Με άλλα λόγια μας καλεί για «αποδοχή», προφανώς των παπικών κακοδοξιών και το πλέον εξωφρενικό: σε «μετάνοια και μεταστροφή». Από τι να μετανοήσουμε; Για εκείνον, από την «αίρεσή» μας, που είναι η άρνησή μας να υποταχτούμε στο δαιμονικό «πρωτείο» του εφ’ όλης της Εκκλησίας! Που να μεταστραφούμε; Εντασσόμενοι στην παπική «εκκλησία»! Αν ήταν ειλικρινής θα πρότασσε πρώτα τον εαυτό του για μετάνοια και επιστροφή, αλλά δεν το έκανε, διότι θεωρεί τον εαυτό του «αλάθητο»!

      Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για τον Παπισμό οι Ορθόδοξοι θεωρούμαστε «αιρετικοί» και κάτι περισσότερο, όπως το εξέφρασε ο ηθικός και φυσικός αυτουργός της γενοκτονίας 880.000 ορθοδόξων Σέρβων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «αρχιεπίσκοπος» της Κροατίας, Α. Στέπινατς και νυν «άγιος» της παπικής «εκκλησίας», ως εξής: «το πνεύμα του Βυζαντίου- δηλαδή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας- είναι κάτι το τρομερόν, το οποίον μόνον ο Παντοδύναμος και Παντογνώστης Θεός δύναται να ανέχεται… το σχίσμα της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η μεγαλυτέρα κατάρα εν Ευρώπη, σχεδόν μεγαλύτερον και από τον Προτεσταντισμόν…»[3]. Και βεβαίως το «τρομερό» αυτό «σχίσμα» προσπάθησαν να το «διορθώσουν» με τις πλέον άγριες γενοκτονίες και σφαγές των χιλίων χρόνων της ιστορίας του Παπισμού και εν προκειμένω, ο δαιμονικός «άγιος» «αρχιεπίσκοπος» με την κατακρεούργηση των 880.000 «αιρετικών» Σέρβων! Γι’ αυτό λοιπόν και ο «αλάθητος» Λέων μας καλεί για μετάνοια και επιστροφή!

      Περαίνουμε την ανακοίνωσή μας με την τραγική διαπίστωση ότι ο αιρετικός Παπισμός παραμένει απόλυτα αμετακίνητος στις δεκάδες πλάνες του και το χειρότερο: επιχειρεί με σοφίσματα και διπλωματικούς τακτικισμούς, να παρουσιαστεί με ένα νέο προσωπείο, δήθεν «ορθόδοξο». Να δείξει ότι, «γεμάτος αγάπη», καλεί τους πάντες σε ενότητα, αφήνοντας πίσω το «άτεγκτο» παρελθόν του. Αυτό έκαμε και ο «Πάπας» Λέων, με την  «In Unitate Fidei» εγκύκλιό του. Θέλοντας δήθεν να τιμήσει την 1700η επέτειο από την σύγκληση της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, επιχείρησε να δείξει ότι σέβεται το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. Ως θιασώτης του ιερού Αυγουστίνου, του (δυστυχώς) πρώτου εισηγητού του Φιλιόκβε και με έναν απίστευτα ρηχό θεολογικό λόγο προσπάθησε υποκριτικά να δείξει ότι υιοθετεί το ανόθευτο Σύμβολο, δίνοντας την εσφαλμένη εντύπωση ότι απέβαλε αυτή την κακοδοξία από την «εκκλησία» του. Αλλά, όπως αποδείξαμε, ουδόλως ισχύει αυτό. Στην εγκύκλιό του ούτε καν υπαινίσσεται κάτι τέτοιο! Αν την απέβαλε θα το έγραφε! Εκτιμούμε πως ουδέποτε θα το κάμει, διότι η αποβολή του «δόγματος» του Φιλιόκβε (και κάθε παπικής πλάνης) θα αναιρούσε πανηγυρικά και το έτερο παπικό «δόγμα», αυτό του Αλαθήτου του Πάπα»! Θα κατέρρεε η «αυθεντία» όλων των ως τώρα «Παπών»! Θα κατέρρεε ο ίδιος ο Παπισμός, ο οποίος είναι ταυτισμένος με το «πρωτείο» και το «αλάθητο» του «Πάπα»

     Τέλος, η ως άνω παπική εγκύκλιος δημιούργησε «κλίμα ευφορίας» σε πολλούς ορθοδόξους, θερμούς θιασώτες της «ένωσης των εκκλησιών», οι οποίοι διείδαν ότι ο Παπισμός, με την «αποκήρυξη» της αίρεσης του Φιλιόκβε έγινε «ορθόδοξος» και άρα ήρθε η ώρα της «ένωσης»! Όμως δυστυχώς εθελοτυφλούν. Δεν θέλουν να δουν την τραγική πραγματικότητα, ότι πραγματική ορθοδοξοποίηση του Παπισμού θα σημάνει την κατάργησή του! Παπισμός και Ορθοδοξία είναι δύο απόλυτα ασύμβατα μεγέθη, διότι πρωτείο εξουσίας και Συνοδικότητα, που αναλύεται σε αποφασιστική  ισότητα ψήφου, είναι αντιφατικές πραγματικότητες! 

     Σε επόμενη ανακοίνωσή μας θα σχολιάσουμε τα όσα τραγελαφικά συνέβησαν κατά τους «εορτασμούς» της 1700ης επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Εκ του Γραφείου επι των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[2] Όπου ανωτέρω

[3] Προσωπικό ημερολόγιο του Α. Στέπινατς, 28 Μαρτίου 1941, σελ.176, βιβλ. 4ο



 


Σχετική εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
       Τα άφθαρτα λείψανα πάμπολλων αγίων της Εκκλησίας μας μαρτυρούν την παρουσία των ακτίστων ανεργιών του Θεού σ’ αυτούς, οι οποίοι υπήρξαν, με την πίστη τους και την αγία ζωή τους, σκεύη πολύτιμα της θείας χάριτος. Ένας από τους αγίους που αξιώθηκαν της αφθαρσίας είναι και ο άγιος Πατάπιος, του οποίου, το σεπτό σκήνωμα παραμένει άφθορο για χίλια επτακόσια χρόνια!
       Γεννήθηκε στην Θήβα της Αιγύπτου και έζησε τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Οι γονείς του ήταν πολύ πλούσιοι και πιστοί Χριστιανοί, οι οποίοι ανέθρεψαν και τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και βαθιά πίστη στο Θεό. Από μικρό παιδί έδειξε σημάδια αρετών και πνευματικής ωριμότητας. Ως έφηβος είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό αναχωρητισμό, μιμούμενος τους μεγάλους ασκητές πατέρες της Αιγύπτου, οι οποίοι γινόταν τα πρότυπα για πολλούς Χριστιανούς της εποχής. Άφησε τον κόσμο και αποσύρθηκε σε ερημικό τόπο, όπου διήγε με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αποκοπή των παθών του.
       Σε σύντομο χρόνο είχε αποκτήσει τη φήμη του ώριμου πνευματικά ανθρώπου, στον οποίο κατέφευγαν πολλοί άνθρωποι να ωφεληθούν και να πάρουν την ευλογία του. Να ακούσουν τα ψυχωφελή κηρύγματά του και τις πολύτιμες και σοφές συμβουλές του.

       Μετά από καιρό αποφάσισε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με δύο άλλους ασκητές τον Βάρα και τον Ραβουλά, οι οποίοι ήταν εξίσου ενάρετοι άνθρωποι και αξιώθηκαν και αυτοί της αγιότητας. Αποφάσισαν να ζήσουν έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Ο μεν άγιος Βάρας ίδρυσε Μονή προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, στο σημείο Πέτρα. Ό άγιος Ραβουλάς ασκήτευσε κοντά στην πύλη του Ρωμανού. Ο άγιος Πατάπιος εγκαταστάθηκε στην περιοχή των Βλαχερνών, στο Ξηρό Όρος, όπου ίδρυσε ονομαστή Μονή, η οποία έμεινε γνωστή ως Μονή των Αιγυπτίων. Η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την Πόλη και γι’ αυτό τον ακολούθησαν πολλοί ζηλωτές του μοναχισμού, δημιουργώντας έτσι μια μεγάλη και σπουδαία αδελφότητα. Εκεί κήρυττε με θέρμη και πάθος την ανάγκη της σωτηρίας, η οποία επιτυγχάνεται με την ειλικρινή και εκ βαθέων μετάνοια. Πλήθος κατοίκων της Βασιλεύουσας συνέρρεαν στον άγιο ασκητή να ωφεληθούν από τα πύρινα κηρύγματά του. Χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν παρηγοριά και μεταστροφή της ζωής τους στο Χριστό από τα λόγια του Παταπίου.
      Στη Μονή αυτή έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του, με άσκηση και διακονία των αδελφών του. Δε γνωρίζουμε πόσα χρόνια έζησε. Επίσης δε γνωρίζουμε το χρόνο της κοίμησής του. Κοιμήθηκε ειρηνικά και τάφηκε στη Μονή του. Μετά την εκταφή του σκηνώματός του διαπιστώθηκε η αφθαρσία του. Μάλιστα συνοδεύτηκε και από την επιτέλεση πολλών θαυμάτων.
      Στα 536 καταστράφηκε από άγνωστη αιτία η Μονή. Ο συνασκητής του άγιος Βάρας διέσωσε το σκήνωμα του αγίου Παταπίου, το οποίο μετέφερε στη Μονή του, τη Μονή Πέτρας, όπου έμεινε σε αυτή ως τα χρόνια των Παλαιολόγων. Μάλιστα οι Παλαιολόγοι είχαν θέσει υπό την προστασία τους το τίμιο λείψανο. Μεγάλη τιμή απέδιδε σε αυτό η Αυγούστα Ελένη Παλαιολόγου, σύζυγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και μητέρα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Παρενθετικά αναφέρουμε πως η Ελένη Παλαιολόγου στα τέλη της ζωής της ασπάσθηκε το μοναχισμό και μας είναι γνωστή ως αγία Υπομονή.
       Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας και τον ηρωικό θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1453), από τους βάρβαρους Οθωμανούς, όσοι ευγενείς σώθηκαν από τις σφαγές εγκατέλειψαν την Πόλη. Μεταξύ αυτών ήταν και ο ανεψιός της αγίας Υπομονής, Αγγελής Νοταράς, ο οποίος έφυγε για την Ελλάδα. Μαζί του πήρε και το ιερό λείψανο του αγίου Παταπίου, να μην πέσει στα χέρια των αντιχρίστων κατακτητών. Κατέφυγε στην Κορινθία και έκρυψε τον πολύτιμο θησαυρό του σε μια απόκρημνη πλαγιά των Γερανίων Ορέων, πάνω από το σημερινό Λουτράκι. Το τοποθέτησε βαθιά σε σπήλαιο, όπου το εντοίχισε. Το δε σπήλαιο είχε μεταβάλει σε προσωπικό του ασκητήριο. Αν και μαρτυρίες λένε ότι πέριξ του σπηλαίου υπήρχε ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα. Αργότερα το ασκητήριο ερήμωσε και ξεχάστηκε η ύπαρξη εκεί του ιερού λειψάνου.      
       Για τετρακόσια χρόνια το ιερό λείψανο έμεινε κρυμμένο στη σπηλιά, χωρίς να γνωρίζει κανένας την ύπαρξή του. Στα 1904 κάποιος ανακαλύφτηκε τυχαία από λειτουργό ιερέα, που τελούσε τη Θεία Λειτουργία στο σπήλαιο. Μαζί με το άφθορο και ευωδιάζον σκήνωμα του αγίου Παταπίου βρέθηκε και η τίμια κάρα της αγίας Υπομονής. Όμως δυστυχώς πιστοί κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να τεμαχίζουν το ιερό λείψανο και να παίρνουν για φυλακτό κομμάτια του. Ο ευλαβής ιερέας από το Λουτράκι Κωνσταντίνος Σουσάνης, ζήτησε την άδεια του επισκόπου και πήρε στο σπίτι του το λείψανο του αγίου, να το προστατέψει από τους βάνδαλους πιστούς.
      Στα 1952 ο ιερέας Νεκτάριος Μαρμαρινός, ίδρυσε πέριξ του σπηλαίου, Ιερά Μονή και φρόντισε την επιστροφή του ιερού λειψάνου στον τόπο της ευρέσεώς του. Η επίσημη ίδρυση της Μονής έγινε την 1η Αυγούστου 1952, από τον τότε Μητροπολίτη Κορινθίας Προκόπιο Τζαβάρα. Πρώτη δε ηγουμένη έγινε η γερόντισσα Συγκλητική. Η αδελφότητα της Μονής φρόντισε τα τελευταία χρόνια να κτιστεί, στον κακοτράχαλο και απόκρημνο τόπο εντυπωσιακό συγκρότημα, του καθολικού, των παρεκκλησίων, κελιών και άλλων χώρων.  
       Η ιερά Μονή δεσπόζει σήμερα στα νοτιοδυτικά Γεράνια Όρη, 650 μέτρα πάνω από τη θάλασσα και την πασίγνωστη λουτρόπολη του Λουτρακίου. Αποτελείται από σαράντα περίπου μοναχές, οι οποίες επιτελούν ένα σπουδαίο πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο.
       Χιλιάδες είναι οι προσκυνητές, που συρρέουν όλες τις εποχές στην Ιερά Μονή για να δοξάσουν το Θεό, να τιμήσουν τον άγιο Πατάπιο και να προσκυνήσουν το χαριτόβρυτο λείψανό του, το οποίο επιτελεί πάμπολλα θαύματα, σε όσους τον επικαλούνται με πίστη και ευλάβεια. Ιδιαίτερα θεραπεύει τη νόσο του καρκίνου. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Δεκεμβρίου


 


Αγία Φιλοθέη τοῦ Άρτζες  (7 Δεκεμβρίου)

Η Αγία Φιλοθέη τοῦ ῎Αρτζες γεννήθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα στην πόλη Τίρνοβο στα νότια του Δούναβη από γονείς απλούς και αγράμματους.Η μητέρα της προερχόνταν από το γένος των Βλάχων. Ήταν γυναικα πολύ πιστή και ελεήμων ΄Εμεινε ορφανή από μάνα από πολύ μικρή. Ο πατέρας της ασχολούνταν με την καλλιέργεια των χωραφιών. Είχε χριστιανική πίστη αλλά ήταν ανενέργητη. Μετά το θάνατο της γυναίκας του παντρεύτηκε μια γυναίκα άσπλαχνη και αλαζονική. Η μικρή Φιλοθέη δεν έλειπε ποτέ από το ναό, ήταν σιωπηλή, αγαπούσε πολύ τους φτωχούς και το Χριστό. Οι νηστείες της και οι καλωσύνες της εξόργιζαν την μητριά της. Υπέφερε πολλά από τη μητριά της υπομένοντας καρτερικά τις βρισιές και το ξύλο. Τίποτα όμως δε μπορούσε να την εμποδίσει από τις ελεημοσύνες της.

     Η μητριά της, της είχε αναθέσει να παίρνει φαγητό στον πατέρα της που εργαζόνταν στο χωράφι. Εκείνη όμως το μοίραζε στους φτωχούς. Αυτό επαναλήφθηκε πιο πολλές φορές.

   Μια φορά, παρακολουθώντας την ο πατέρας της για να δει τι κάνει με το φαγητό και βλέποντας την ελεημοσύνη της, με κτηνώδη θυμό όρμησε επάνω της και την χτύπησε αλύπητα μ’ ένα τσεκούρι χωρίς να συλλογισθεί ποιο πλάσμα χτυπούσε.. 

   Η Αγ. Φιλοθέη παρέδωσε τότε την ψυχή της στο Θεό σε ηλικία 12 ετών. Ήταν 7 Δεκεμβρίου του 1218. Προσπαθώντας ο φονιάς πατέρας να σηκώσει το σώμα της δε μπόρεσε επειδή είχε γίνει πολύ βαρύ σαν ένας βράχος!

   Βλέποντας ο φονιάς αυτό το θαύμα ειδοποίησε τον επίσκοπο του Τίρνοβο και μαζί με τον κλήρο πήγαν εκεί όπου κείτονταν η Αγία. Καταλαβαίνοντας ότι η θέληση της ήταν να την πάρουν σ’ άλλον τόπο και όχι στο Τίρνοβο. Άρχισαν να ονομάζουν όλα τα μοναστήρια και τις εκκλησίες που βρισκόνταν στα δεξιά και αριστερά του Δούναβη. Όταν μνημόνευσαν το όνομα του ναού του Αγ. Νικολάου της μονής Κουρτέα ντε Άρτζες το σώμα της ελάφρυνε πολύ. Τότε κατάλαβαν που ήθελε να την πάνε.

   Θυμιάζοντας το λείψανο, τ’ οποίο ένα θείο φως το περιέβαλε, πήραν το λείψανο στην εκκλησία του Τιρνόβο μέχρι να ειδοποιήσουν τον ηγεμόνα Ραντου Νέγκρου για το ποια ήταν η θέλησή της αγίας.

   Τότε όλος ο κλήρος και ο λαός μαζί με τον ηγεμόνα Ράντου με δοξολογίες, λαμπάδες και θυμιατά μετέφεραν αυτό το θείο δώρο, το σώμα της αγίας και το τοποθέτησαν στην εκκλησία Κουρτέα ντε Άρτζες στην πόλη Άρτζες της Ρουμανίας όπου και το άφθαρτο λείψανό της βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

   Η μνήμη της εορτάζεται στις 7 Δεκεμβρίου

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν ῾Αγίαν Φιλοθέη τοῦ ῎Αρτζες

ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξῆς:

῏Ηχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ...

Τ ὴν καλληπάρθενον ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶ­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσαι τοὺς προστρέχο­ντας,* Φιλοθέη θεόφρον,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυμα­στή,* σὲ γὰρ προστάτιν* ἀκοίμητον ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ρ ῾ ουμανίας τὸ κλέος καὶ Τιρνόβου τὸ βλάστημα˙* ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγιον,* Φιλοθέην, τιμήσωμεν πιστοί,* τὴν ἔνδοξον νύμφην τοῦ Χριστοῦ* τὴν παρέχουσα ἰάσεις παντοδαπὰς* τοῖς πίστει ἀνακράζουσι˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι˙* δόξα τῷ παρέχοντι ἡμῖν* διὰ σοῦ τὰ κρείττονα.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ...  Θεοτοκίον.

Ο ὐ σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι·* εἰμὴ γὰρ σὺ προΐ­στασο πρε­σβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο* ἐκ το­σούτων κινδύ­νων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν* ἕως νῦν ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ  ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ·* σοὺς

γὰρ δού­λους σῴζεις ἀεὶ* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

῾Ο Νʹ Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ αʹ.  Ἦχος πλ. δ'.  Ὑγρὰν διοδεύσας…

Π ολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς,* πρὸς σὲ καταφεύγω,* σὴν βοήθειαν ἐκζητῶν˙* ἦν, Φιλοθέη, τάχος παράσχου,* ἵνα ῥυσθῶ ἐξ αὐτῶν, Θεοδόξαστε. 

Π ροσπίτομεν πάντες δεητικῶς* πρὸς σε, Φιλοθέη,* καὶ αἰτούμεθα σαῖς λιταῖς,* πρὸς τὸν Πλάστην τοῦ σύμπαντος, μῆτερ,* ὅπως ῥυσθῶμεν πυρὸς τῆς κολάσεως.

Τ οὺς δαίμονας τρέψον σὺ εἰς φυγεῖν* διὰ τῶν λιτῶν σου, Φιλοθέη, πρὸς τὸν Θεόν,* ἵνα ὑμνοῦμέν σε καὶ τὸν Κτίστην* τῶν ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος, Πανύνητε.

Θεοτοκίον.

Χ αῖρε, Πανάχραντε Μαριάμ,*  ̉Αγγέλων ἡ δό­ξα* καὶ ἀνθρώπων ἡ χαρμονή,* δεόμεθά σου ἀπαύ­στως οἱ  ἀχρείοι,* ὑπὲρ  ἡ­μῶν τὸν Υἱὸν Σου, ἱκέτευε.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Ι ῾ κετεύομεν πάντες, τὸν Πλαστουργὸν Κύριον,* καὶ τὸν Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* σὺ ἐξευμένι­σον,* ἵνα σωθῶμεν ἡμεῖς* ἐκ τῶν ποικίλων  παγίδων* τοῦ δο­λίου δράκοντος, Κόρη πανύμνητε.

Τ οῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* οἰκίας, Φιλοθέη, καὶ δάση* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵ­να ὑμνοῦμεν σὲ* τῶν ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος,* τῶν πι­στῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον.

Ο ̉ φθαλμοὺς ἀλλοδόξων, Φιλοθέη, ἄνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγη­σον* καὶ τῷ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν ἡμῖν, κόρη, ὑμνεῖ­σαι* καὶ  λατρεύσαι δέομαι* σὺ καταξίωσον.

Θεοτοκίον.

Ρ ̉ αθυμίας κατέστην,* ἐργάτης ὁ ἄθλιος,* διὸ πρὸς Σὲ καταφεύγω* καὶ πόθῳ δέομαι,* σπεῦσον τα­χύ, Μαριάμ,* καὶ σῶσον, Κόρη, ἱκέτην,* καὶ Υἱὸν Σου, ῎Α­χραντε, Σὺ ἐξευμένισον.

Δ ιάσωσον* ἀπὸ τῆς πλάνης ἱκέτας σου, Φιλοθέη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

Ε ̉ πίβλεψον ἐν εὐμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴ­α­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ι­ε­ρέως καὶ εἶτα τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Π ρεσβείαν τὴν σὴναἰτοῦμεν οἱ ἀνάξιοι˙* διὸ τῶν πιστῶν* τὰ πλήθη σοι προσφεύγουσι* κα θερμῶς βοῶσι σε,* Φιλοθέη, σκέπασον ἅπαντας* κα ἐκ  τροχαίων  φύλαττε  ἡμᾶς* τοὺς σοι θερμῶς ἀεὶ κατα­φεύγοντας.

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα Κύριε…

Τ οὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* Φιλοθέη τοῦ Τιρνόβου τὸ καύχημα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποι­εῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε.

Τ έκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Φιλοθέη πανένδοξε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Ε ̉ κ τροχαίου διάσωσον* τοὺς πιστῶς ὑμνοῦντας σε, Καλλιπάρθενε,* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνα­σον* τῶν παθῶν μου, κόρη* Θεοδόξαστε.

Θεοτοκίον.

Ο ῾ λοψύχως σοῦ δέομαι* τὰ τέλη ἀνώδυνα πᾶσι δώρησε* καὶ κατεύνασον τὸν τάραχον* τοῦ νοὸς μου, Κόρη Θεοδόξαστε.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Φ όβον τοῦ Θεοῦ* τῇ καρδίᾳ μου ἐμφύτευσον* καὶ ὑ­γιείαν σὺ παράσχου μοι* τῷ ἀναξίῳ ἱκέ­τῃ σου, Θεοδόξαστε.

Κ ύριον θερμῶς* Φιλοθέη καθικέτευε,* ὅπως παρά­σχῃ ἡμῖν ὑπομονὴν* ὡς κα  εἰρήνην  τοῖς οἴκοις ἡ­μῶν, Χριστόδρομε.

Ν όσων ἰατρὸς* ἀνεδείχθης, Θεοδόξαστε,* διό σοι πάντες προσφεύγομεν θερμῶς* καὶ ἐξαιτοῦμεν παρασχεῖν ἡμῖν τὴν ἴασιν.

Θεοτοκίον.

Ε ῎ μπλησον χαρᾶς  τοὺς ὑμνοῦντάς σε Πανάχραντε,* καὶ διαφύλαττε αὐτούς, Μαριάμ,* ἐκ πάσης  βλά­βης* καὶ στενώσεως δεόμεθα.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τ ῶν πάντων Δημιουργὸν καὶ Κύριον* καθικέτευε δεόμεθα πάντες,* ἵνα ῥυσθῶμεν ἐξ ὄγκων ποικί­λων* καὶ πάσης ἄλλης στενώσεως, ἔνδοξε,* καὶ δί­δου λιταῖς σου ἡμῖν* ἀνεπαίσχυντα τέλη, θεόφιλε. 

Τ ὰ τέκνα τῶν  ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοιμοῦ τῆς ἁμαρτίας ἀπαύστως* καὶ ταῖς λιταῖς σου ὑγεί­αν παράσχου* καὶ εἰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* Φιλοθέη, Τιρνόβου τὸ κλέϊσμα. 

Ν εότης σὺ καταφεύγει, ἔνδοξε,* καὶ θερμῶς σε ἱ­κετεύει ἀπαύστως* ῥῦσαι, Φιλοθέη  ἔνθεε, τάχος* ἐκ τῶν ποικίλων λοιμώξεων ἅπαντας* καὶ Κύ­ριον τῶν οὐρανῶν* καὶ τῆς γῆς καταπράϋνον δέομαι.

Θεοτοκίον.

Π ανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Δ ιάσωσον* ἀπὸ τῆς πλάνης ἱκέτας σου, Φιλοθέη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία.

Α ῎ χραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Εἶ­τα καὶ πάλιν Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον. Ἦχος βʹ. Προστασία.

Σ ὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος,*μὴ παρίδης ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνᾶς,ἀλλὰ σπεῦσόν συ, θαυματουργέ,εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶντῶν πιστῶς δεομένων σοι.Τάχυνον εἰς  πρεσβείαν* καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν,σὺ εἶ προστάτις καὶ φρουρὸς* τῶν ̉Ορθοδόξων, ἔνδοξε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

 πομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί. (δίς)

 

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

Ὑ πομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον…(Κεφ. εʹ. 24-34)

῾Ο χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Τ ῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖ­ρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυτῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱματίων; Καὶ ἔλε-γον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγονεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶπεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐτή: Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕπα­γε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ ...

Τ αῖς τῆς Ἀθλοφόρου,* πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν...

Τ αῖς τῆς Θεοτόκουπρεσβείαις, Ἐλεῆμον,ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη,* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα…

Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μ ὴ ἐγκαταλείπῃς με* εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χεί­ρας,* Φιλοθέη ἔνδοξε,* ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μια,* ἀρχεκάκου τὰ τοξευματα·* σκέπην οὐ κέκτη­μαι,* οὐ­δὲ καταφύγιον, Πάντιμε,* πάντοθεν πολεμούμενος καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλήν σου,* κλέος μοναζό­ντων*  καὶ  δόξα  ̉Ορθοδόξων, θαυμαστέ,* μὴ μοῦ πα­ρίδῃς τὴν δέησιν,* τὸ συμφέρον ποίησον.

 Ὁ Ἱ­ε­ρεύς:   Σῶ­σον  ὁ Θε­ὸς  τὸν λα­όν  σου …

Ὁ Χο­ρός: Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (δωδεκάκις).

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς: Ἐ­λέ­ει, καὶ οἰ­κτιρ­μοῖς, καὶ …

Ὁ Χο­ρός:  ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας ...

Τ οῦ σεισμοῦ τὴν μανίαν* καταπαύει ὁ Πλάστης, λιταῖς σου, ἔνδοξε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ  γονυκλινῶς σου  δέονται,* τὸν  Ζωο­δότην Χριστόν, εὐμένισον, Θεόφρον.

Λ ειτουργοὺς τοῦ ῾Υψίστου,* Φιλοθέη θεόφρον, πάντες δεόμεθα* παράσχου ὑγιείαν* ταπείνω­σιν καὶ  ῥώσιν,* ἵνα πίστει  κραυγάζωμεν˙* ῾Ο τῶν Πατέ­ρων ἡμῶν* Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

Τ ῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καὶ πάντων τῶν ποθού­ντων* ἰδεῖν Θεοῦ τὴν δόξαν* ἀρωγός, διὸ κράζω­μέν,* συ Φιλοθέη σεμνή,* εὐμένησον τὸν Κτίστην.

Θεοτοκίον.

Θ εοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείράς μού σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

ᾨδή η´. Τὸν Βασιλέα...

Σ οὶ καταφεύγω,* θαυματουργέ Φιλοθέη,* καὶ αἰ­τοῦμαι τὴν σὴν προστασίαν,* ἵνα ἀποκτήσω χαρὰν τε καὶ ὑγείαν.

Α ̉ δυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θερα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέας* χα­ρὰν παρέχει τάχος.

Τ ὴν ἀνομβρίαν* ὁ Λυτρωτὴς καταπαύει* λιταῖς Σου, Φιλοθέη παμμάκαρ,* καὶ πιστοῖς παρέχει* ὑγείαν καὶ εἰρήνην.

Θεοτοκίον.

Ε ̉ κ τῶν ἀνθρώπων* τὴν ἀνασφάλειαν τάχος* ἐκδι­ώκεις,  Παρθένε  Μαρία,*  καὶ  εἰς  τὰς ψυχὰς  μας ἐλπίδαν ἐμφυτεύεις.

ᾨδή θ´. Κυρίως Θεοτόκον…

Τ ριάδαν τὴν ῾Αγίαν* καὶ τὴν Θεοτόκον* δοξο­λο­γοῦμεν πόθῳ, Φιλοθέη σεμνή,* ὅτι ἀνέδει­ξαν πάντων* σὲ καταφύγιον.

Τ ὴν ἀνεργίαν,* θαυματουργὲ Φιλοθέη,* σαῖς λιταῖς  ἐξ ῾Ελλάδος* ἐκδιώκει τάχος ὁ Πλάστης˙* διὸ δοξάζομέν σε.

Τοὺς ῾Ιεραποστόλους* φύλαττε λιταῖς σου* ἐκ τῶν ποικίλων κινδύνων, Βιργινία σεμνή,* καὶ  ̉Ορθο­δόξους ἀπαύστως* σκέπε δεόμεθα. 

Θεοτοκίον.

Π ανάχραντε Μαρία* Μῆτερ τοῦ ῾Υψίστου* σέ ἱκετεύω ὁ ἄθλιος, σῶσον με* ἐκ τῶν χειρῶν ἀρχεκάκου,* ἵνα δοξάζω σε.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια

Α ῎ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Π άντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σέ,* μὴ ἐγκαταλείπεις* εἰς τὰς χείρας τοῦ πτερνιστοῦ,* ἀλλὰ ταῖς λιταῖς σου* ἡμᾶς συ, Φιλοθέη,* τοῦ παραδείσου κάλλη ἰδεῖν ἀξίωσον. 

Ο ῎ γκους καὶ ἰώσεις πανταδοπάς* ταχὺ ἐκδιώκεις, Φιλοθέη θαυματουργέ,* διὸ πρὸς σὲ πίστει* προσέρχονται ἱκέται* αἱ τῶν πιστῶν χορεί­αι* Χριστὸν δοξάζοντας.

Σ πεῦσον εἰς τὰς κλίνας τῶν ἀσθενῶν* καὶ τούτοις παράσχου,* Φιλοθέη θαυματουργή,* ἀκλόνητον ὑγείαν,* μετάνοιαν καὶ πίστιν* καὶ Κύριον ἁπάντων* αἰνεῖν ἀξίωσον.

Κ έρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώσιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ τὸν Θεὸν δοξάσαι* ἡμᾶς ἀξίωσον.

Φ ύλαττε ἱκέτας σου, θαυμαστή,* ἐκ πᾶσης κακίας* θλίψεων τε καὶ συμφορῶν* καὶ πιστοῖς παράσχου,* θεόφρον Φιλοθέη,* μετάνοιαν, εἰρήνην* καὶ βίον ἔνθεον.  

Π ᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρίου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ Ἅγιοι πά­ντες,* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Εἶτα ὁ Χορὸς῞Αγιος ὁ Θεός, ῞Αγιος Ἰσχυρός, ῞Αγιος  ̉Α­θάνα­τος ἐ­λέη­σον ἡμᾶς. (τρίς) Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῶ καὶ ῾Αγίω Πνεύ­ματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώ­νας τῶν αἰώνων. ̉Αμήν. Παναγία τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε ἰ­λά­σθη­τι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσπο­τα, συγχώρι­σον τὰς ἀ­νομίας ἡμῖν. ῞Αγιε, ἐπι­σκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀ­σθενείας ἡμῶν, ἕ­νεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Κύριε ἐλέησον (τρίς). Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῶ καὶ ῾Αγίω Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώ­νων.  ̉Αμήν.

   Π άτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγια­σθήτω τὸ ὄ­νομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασι­λεία Σου, γεννηθήτῳ τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρ­τον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, καὶ ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀ­φίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, καὶ μὴ εἰσε­νέγκης ἡμᾶς εἰς πειρα­σμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς: ῞Ο­τι Σοῦ ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α …

Ὁ Χορός:  ̉Α­μήν.  

Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ρ ῾ ουμανίας τὸ κλέος καὶ Τιρνόβου τὸ βλάστημα˙* ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγιον,* Φιλοθέην, τιμήσωμεν πιστοί,* τὴν ἔνδοξον νύμφην τοῦ Χριστοῦ* τὴν παρέχουσα ἰάσεις παντοδαπὰς* τοῖς πίστει ἀνακράζουσι˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι˙* δόξα τῷ παρέχοντι ἡμῖν* διὰ σοῦ τὰ κρείττονα.

Καὶ  πά­λιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ι­ε­ρέως˙ μετὰ τὸ πέρας της ὁ ῾Ιε­ρεὺς ποι­εῖ μικρὰν  ̉Απόλυσιν˙ τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Δ έχου παρακλήσεις ἱκετῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δε­ήσεις* σὺ Φιλοθέη σεμνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔ­χομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπι­μπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῾Αγία, ̉Ορθοδόξων ἡ δόξα* ῥῦσαι τοὺς σοι προστρέχοντας τάχος* ἐκ πά­σης περιστάσεως καὶ θλίψε­ως.  

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δ έσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.῏Ηχος βʹ.

Τ ὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δ ι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν.



[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θε­οῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…