ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Σάββατο, Απριλίου 18, 2026
Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2026
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: «Πειθήνια ὄργανα τοῦ Σατανᾶ οἱ Παπικοί»
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: «Πειθήνια ὄργανα τοῦ Σατανᾶ οἱ Παπικοί»
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ.
... Ἐπάθαμε δυστυχῶς πολλά, διότι στήν ἀρχή τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνα, πού ἐκτιμοῦσαν πολλοί ὅτι θά ἦταν ὁ αἰῶνας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Διάβολος διά τοῦ πάπα καί τῶν φιλοπαπικῶν ἐχάραξε ἄλλη πορεία, φιλοπαπική, φιλοδυτική, οἰκουμενιστική, ἐκκοσμικευμένη, ἀνατρεπτική τῶν θεσμῶν καί τῶν Παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας.
... Μεταλλάξαμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό ψεῦδος τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτό καί μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμίας καί ἀκαθαρσίας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 1, 24-25).
... Ἡ ἀποστολική διαδοχή διακόπτεται, ὅταν διακοπεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία. Καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία διά τῶν αἰώνων θεωρεῖ αἵρεση καί πλάνη τόν Παπισμό, κατασκεύασμα τοῦ Διαβόλου.
Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγός, ὁμόθρονος καί ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ Παπικοί ἔχασαν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα σ’ αὐτούς.
... Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στούς «Ἀποδεικτικούς Λόγους, Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μᾶς διδάσκει ὅτι καί πάλι ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Διάβολος, σηκώνει τό κεφάλι του ἐναντίον μας καί προσβάλλει τίς ἀλήθειες τῆς Πίστεως.
Αὐτός παρεκίνησε τούς παλαιούς αἱρετικούς, τούς Ἀρείους, τούς Ἀπολιναρίους, τούς Εὐνομίους, τούς Μακεδονίους καί πολλούς ἄλλους νά χύσουν τό δηλητήριο τῆς αἱρέσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, τυλιγμένο μέ λόγια εὐσεβείας, καί νά τήν παρουσιάσουν σάν ἕνα νέο θαλερό φυτό γεμᾶτο ἀπό ὡραίους καρπούς.
Αὐτός λοιπόν ὁ πονηρός καί καταραμἐνος ὄφις, «τό πρῶτον καί μέσον καί τελευταῖον κακόν», ὁ ἀκούραστος ἐπιτηρητής τῆς ἀπάτης καί εὐμήχανος σοφιστής, δέν ξέχασε καθόλου τήν χαρακτηριστική του κακοτεχνία, ἀλλά μέ τούς Λατίνους, πού εἶναι πειθήνια ὄργανά του, «διά τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων», διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ καινούργιες διδασκαλίες, πού φαίνεται νά ἔχουν μικρή διαφορά, εἶναι ὅμως ἀφορμές γιά μεγάλα κακά καί προκαλοῦν στήν Ὀρθοδοξία πολλά καί δεινά ἔκφυλα καί ἄτοπα, τά ὁποῖα δείχνουν ὅτι στά δογματικά θέματα περί τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μικρό τό παραμικρό· «οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν».
----------------------------
Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ - ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ, τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ. -Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019.
Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός
Σάββατο, Ιανουαρίου 31, 2026

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Ὁμιλία εἰς τήν κατά τόν Τελώνην καί τόν Φαρισαίον τοῦ Κυρίου παραβολήν
Εφευρετικός είναι για το κακό ο νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, μέσω της ανελπιστίας και της απιστίας, αλλά επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί μέσω της αδιαφορίας και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίσει μέσω της υπερηφάνειας και της παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένο ήδη. Αλλά κρατηθείτε, μην πτοηθείτε· διότι ο επιμελής είναι περισσότερο επινοητικός στα αγαθά και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία, αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο ο Οποίος δύναται τα πάντα και ενδυναμώνει από αγαθότητα όλους τους εραστές της αρετής. Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστη από ποικίλα πονηρές πανουργίες που μηχανεύεται ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει και επαναφέρει όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγει εύκολα στον Θεό με τη μετάνοια και την ταπείνωση.
Δείγμα λοιπόν και διαρκής απόδειξη σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω είναι το εξής. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι τελώνης και, μπορoύμε να πούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας, ελαφρύνεται από αυτήν με τρόπο απλό, αφού έγινε συγκοινωνός προς όσους διάγουν ενάρετο βίο με μόνο τον λόγο που είπε στην προσευχή του, κι αυτόν σύντομο[«ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό)»[Λουκ.18,13], και ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και, δικαιωμένος από τον ίδιο τον αδέκαστο Κριτή, συγκαταλέγεται στον χορό των δικαίων. Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο που είπε καταδικάζεται, παθαίνει τούτο διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν είναι λιγότερα από αυτά τα λόγια.
Και γιατί άραγε η μεν ταπείνωση ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαχνία, δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη· διότι λέγει: «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν(:ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρη)»[Ιακ.4,5].
Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με παραβολή λέγει: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης(:δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν˙ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης)»[Λουκ.18,10]. Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το κέρδος που προκύπτει για τον άνθρωπο από την ταπείνωση και τη ζημία που προκαλείται από την υπερηφάνεια, διαίρεσε σε δύο κατηγορίες όλους όσους προσέρχονται στον ναό, πόσο μάλλον βέβαια όσους ανεβαίνουν σ’ αυτόν, που είναι οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η φύση της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από τη γη στον ουρανό και υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός.
Άλλωστε και ο παλαιός εκείνος ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο, όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον θανατηφόρο άγγελο να κινεί τη ρομφαία κατά της πόλεως, εκεί ανέβηκε και οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε στον Θεό θυσία και σταμάτησε η θανατηφόρος επιδημία. Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του ιλασμού που προέρχεται έπειτα από αυτήν(διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για τη σωτηρία μας), και, εάν θέλεις, και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μας, η οποία πραγματικά ευρίσκεται επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον οποίο, προς εξιλασμό όλου του κόσμου, ως καταστροφή του θανάτου και αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία.
Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι δύο άνθρωποι "προσήλθαν" στον ναό, αλλά "ανέβηκαν" στον ναό. Υπάρχουν βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό· αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη της συναναστροφής και της συνομιλίας μεταξύ τους, όπως δηλαδή κάνουν και όσοι επιδίδονται σε αγοραπωλησίες· πραγματικά ομοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν τα αντικείμενα προς πώληση, εκείνοι δε λόγους, παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα. Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον: «Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν·καὶ λέγει αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν(:τότε ο Ιησούς μπήκε στον ιερό ναό που ήταν αφιερωμένος στο Θεό, κι έβγαλε έξω όλους εκείνους που πουλούσαν και αγόραζαν στο ιερό προαύλιο των εθνών κι αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών, καθώς και τα καθίσματα όπου κάθονταν αυτοί που πουλούσαν τα περιστέρια. Και τους λέει: Είναι γραμμένο στον Ησαΐα: “Ο οίκος μου θα ονομαστεί και θα είναι οίκος προσευχής. Εσείς όμως τον κάνατε σπήλαιο που συχνάζουν ληστές, αφού με τις αισχροκέρδειές σας κατακλέβετε και ληστεύετε τους προσκυνητές”)»[Ματθ.21,12], έτσι τους εξέβαλε και από τις συνομιλίες τους αυτές κατά τις αγοραπωλησίες, διότι δεν ανεβαίνουν καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς.
Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν, αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος από τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να προσευχηθεί· διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς τους ο ίδιος, αφού ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλά ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος. Ο ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι διδάχθηκε από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του: «ἐταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με ὁ Κύριος (:ταπεινώθηκα και με έσωσε ο Κύριος)»[Ψαλμ.114,6].
Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των προφητών προς χάρη μας ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σαν εμάς, καθώς λέγει ο απόστολος, «καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ(:και ενώ παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου, δεν ήταν μόνο άνθρωπος, όπως φαινόταν, αλλά ήταν συγχρόνως και Θεός. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού, που είναι ο πλέον οδυνηρός και ατιμωτικός θάνατος)»[Φιλιπ.2,8]. Ο δε Φαρισαίος ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον Οποίο όλη η δική μας δικαιοσύνη είναι σαν «ὡς ράκος ἀποκαθημένης(:ράκος γυναίκας που έχει εμμηνόρροια)»[Ησ.6,5]· διότι δεν άκουσε εκείνον που λέγει: «ἀκάθαρτος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑψηλοκάρδιος(:κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου)»[Παροιμ.16,5] και «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται (:ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους)»[Ιακ.4,8], και «Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες(: αλίμονο σ’ αυτούς που αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες)»[Ησ.5,21].
Δεν τους διαχώρισε μόνο το ήθος αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας. Ο ένας από τους προσευχομένους ανεβαίνει στον ναό του Θεού για να δοξάσει και να ευχαριστήσει τον Θεό για όσα έλαβε από Αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και η άφεση των αμαρτημάτων, και μάλιστα για όσους αμαρτάνουν κάθε ώρα στις ημέρες μας. Από το άλλο μέρος η υπόσχεση των όσων με ευσέβεια προσφέρονται από εμάς στον Θεό δεν ονομάζεται προσευχή, αλλά ευχή· και τούτο το δήλωσε εκείνος που είπε: «εὔξασθε καὶ ἀπόδοτε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν(: κάμετε ευχή, και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας)»[Ψαλμ.75,12], και αυτός που λέγει: «ἀγαθὸν τὸ μὴ εὔξασθαί σε ἢ τὸ εὔξασθαί σε καὶ μὴ ἀποδοῦναι(:καλύτερο είναι να μην κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την εκτελέσεις)»[Εκκλ.5,4].
Αλλά το διπλό εκείνο είδος της προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απρόσεκτους. Δηλαδή την μεν μία την καθιστά αποτελεσματική η υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή και η δέηση, η πίστη και η κατάνυξη μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό όμως την καθιστά η απόγνωση και η πώρωση. Την άλλη την κάμουν ευπρόσδεκτη ευχαριστία για όσα έχουμε ευεργετηθεί από τον Θεό, η ταπείνωση και η αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερούμενους, απαράδεκτη δε η έπαρση γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με δική μας προσπάθεια και γνώση, και η κατάκριση εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα. Ότι λοιπόν είναι άρρωστος και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια του· διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και κατάκριση· διότι, λέγει, αφού στάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα εξής· «ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης(:Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη· ενώ δηλαδή όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι και αξιοκατάκριτοι, εγώ είμαι ο μόνος ανένοχος. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν, διότι δεν βλέπω στον εαυτό μου τις τόσες κακίες που έχουν οι άλλοι)»[Λουκ.18,11].
Η στάση του Φαρισαίου δεν δηλώνει τη δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό. Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των αβύσσων. Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε "σ’ ευχαριστώ", δεν πρόσθεσε τα λόγια: «διότι από ευσπλαχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού». Διότι, αδελφοί, είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού πιάστηκε στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να διαφύγει με τη μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από ανώτερη πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου προσπάθεια, εμμείναμε με τη βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας. Και πρέπει να αναγνωρίζουμε τη δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζουμε.
Ο Φαρισαίος όμως λέγει: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, όχι διότι έλαβα καμιά βοήθεια από σένα», αλλά «διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι»· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαγας, μοιχός και άδικος, αν φυσικά τα διέθετε κιόλας. Δεν πρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του, αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, και εξουδενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο θεωρούσε δίκαιο και σώφρονα, τον εαυτό του· «δεν είμαι» λέγει, «όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης».
«Πόση μωρία σε διακρίνει», θα μπορούσε κανείς να του ειπεί. «Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι και άρπαγες, τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την κάκωση; Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή και, θα λέγαμε, οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη, κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και στεκόταν μακριά σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το γνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης, ότι όμως ήταν μοιχός, από που το γνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι να τον αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν είναι έτσι, δεν είναι· αλλά αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως για όσα αδίκησε, εσύ όμως θα καταδικαστείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικά εκείνον και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις. "Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί"».
Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους ανθρώπους, αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφενός μεν εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφετέρου πάλι αποδίδει την αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στη δική του. Ο λόγος για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες, ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτού να του παράσχει την αρετή. Αλλά αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκονται εμπρός τους προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου.
Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός: «Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι(:έχω όμως και αρετές: νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Δίνω το ένα δέκατο από όλα εκείνα που αποκτώ, ακόμη και από τα πιο μικρά και τιποτένια, για τα οποία δεν επιβάλλει ο νόμος τη “δεκάτη”)»[Λουκ.18,12]. Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και επαυξήσεις της περιουσίας του. Επομένως είχε μεν όσα κατείχε, προσελάμβανε δε ανεμπόδιστα όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι πάντοτε το ψεύδος!
Την μεν αποδεκάτιση των εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του· διότι πώς μπορεί να είναι άρπαγας των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης· διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας. Έστω λοιπόν, είναι σώφρων και δίκαιος, και, αν θέλεις, και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία; Αν όμως το απέκτησες από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να χαίρεσαι με ταπείνωση και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για όσους βλέπουν.
Και Σάββατο ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών, στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό, όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτει, ακόμη και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.
Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό. Αλλά χτυπούσε συνεχώς το στήθος του, που περιέκλεινε την αμαρτωλή και ακάθαρτη καρδιά του, και έλεγε: “Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό”)»[Λουκ.18,13].
Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωση και η πίστη και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των αισθήσεων, συγχρόνως δε και τη συντριβή της καρδιάς, αναμεμιγμένες με την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την ακαταίσχυντη πίστη, την ακατάκριτη αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική ταπείνωση. Συνδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα· διότι, λέγει, «καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς(:ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα)». Δεν είπε «σταθείς», όπως στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «ἑστὼς», δηλώνοντας με αυτό την επί πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε άλλο, πρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνη τη μονολόγιστη δέηση, που είναι το αποτελεσματικότερο είδος προσευχής.
«Ο τελώνης», λοιπόν, « στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό». Αυτή η στάση ήταν συγχρόνως και στάση και υπόκυψη, και δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς Αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλά ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής ήδη προθέσεώς της. Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο και το σχήμα την αυτοκατάκριση και αυτομεμψία του· διότι θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του μεν ναού στεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό όμως δεν τολμούσε ούτε ν’ ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το στήθος του από την έντονη κατάνυξη και παριστώντας έτσι τον εαυτό του άξιο τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό και ζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό»· διότι πίστεψε σε Εκείνον που λέγει: «Ἐπιστρέψατε πρός με, καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς(:επιστρέψτε προς Εμένα και Εγώ θα επιστρέψω προς εσάς)»[Ζαχ.1,3], και στον προφήτη που διαβεβαίωσε: «εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου(:είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και Εσύ άφησες την ασέβεια της καρδίας μου)»[Ψαλμ.31,5].
Τι συνέβη λοιπόν έπειτα από αυτά; «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(:αυτός ο περιφρονημένος τελώνης κατέβηκε από το ιερό και πήγε στο σπίτι του αθωωμένος και δικαιωμένος από τον Θεό και όχι ο Φαρισαίος εκείνος. Δικαιώθηκε λοιπόν ο τελώνης και κατακρίθηκε ο Φαρισαίος, διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα κατακριθεί. Αντίθετα όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί και θα τιμηθεί από τον Θεό)», λέγει ο Κύριος[Λουκ.18,14].Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η υπεροψία, και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και συναπτομένη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει, έτσι η ταπείνωση ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη· διότι η ταπείνωση είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προφήτευσε ο απόστολος, λέγοντας: «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα(:έπειτα εμείς που θα είμαστε τότε ακόμη στη ζωή, συγχρόνως και μαζί μ’ αυτούς θα αρπαχτούμε με σύννεφα για να προϋπαντήσουμε τον Κύριο μετέωροι στον αέρα, μεταξύ ουρανού και γης. Κι έτσι, αφού ανεβούμε μαζί Του στον ουρανό, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο)»[Α΄Θεσ.4,17]. Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι και η ταπείνωση, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους αξίους από τα ανάξια, τους ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της ευγνώμονης προαιρέσεως.
Και ο μεν Τελώνης σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα, εγκαταλείποντας τη διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του, δικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, ενώ δεν οικειοποιούνταν όσα ανήκαν σε άλλους, αλλά δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν τους εαυτούς τους, τι θα πάθουν;
Αλλ’ ας αφήσουμε τώρα αυτούς, αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές φορές όμως και εμείς όταν προσευχόμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως νομίζομε ότι θα κερδίσουμε τη δικαίωση του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι· διότι πρέπει να προσέχουμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία, καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας, αλλά και συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.
Όταν λοιπόν κι εσύ αφήσεις την κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που σε καταφρονούν και σε λοιδορούν, αλλά καταδικάζοντας και εσύ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με κατάνυξη δια της προσευχής προς την ευσπλαγχνία του Θεού μόνο, γνώριζε ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς τους αμαρτωλούς, και το λέμε και το νομίζουμε επίσης κι εμείς· αλλά η καταφρόνηση είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο, «εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν(:ευχαριστώ τον Θεό μου διότι μου έδωσε το χάρισμα των γλωσσών και μιλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας)»[Α΄Κορ.14,18] (γράφει αυτά τα πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι «περικάθαρμα» όλων των ανθρώπων[Α΄Κορ.4,13: «βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι(:ενώ μας δυσφημούν και μας συκοφαντούν, απαντάμε με λόγια γλυκά και παρηγορητικά. Σαν καθάρματα και σκουπίδια του κόσμου γίναμε, αποβράσματα ακάθαρτα της κοινωνίας στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή)»], για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα, είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα ταπεινά λόγια του τελώνη να συνυπάρχει και η μετάθεση από τα κακά και η ψυχική διάθεση, η κατάνυξη και η υπομονή εκείνου.
Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί δίκαιη και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους· διότι μετά την αμαρτία του, όταν άκουγε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί, έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν: «Ἄφετε αὐτὸν καὶ οὕτως καταράσθω, ὅτι Κύριος εἶπεν αὐτῷ καταρᾶσθαι τὸν Δαυίδ(: αφήστε τον να με κακολογεί, διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ)»[Β΄Βασ.16,10], λέγοντας ότι η συγχώρηση από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα Εκείνου, αν και ο Δαβίδ πάλευε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.
Τότε μάλιστα ο Δαβίδ, εγκαταλείποντας με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο Σεμεεί έριχνε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο, επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταράστηκε μια και δυο φορές, και έριχνε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικότερα από τους λίθους· «αλλά», λέγει, «προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί βάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίχνοντας λίθους από τα πλάγια, και πασπαλίζοντάς τον με χώμα». Και δεν εστερείτο ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως συγκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς: «Εἴπως ἴδοι Κύριος ἐν τῇ ταπεινώσει μου καὶ ἐπιστρέψει μοι ἀγαθὰ ἀντὶ τῆς κατάρας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ(:αφήστε τον, για να δει ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει αγαθά αντί της κατάρας αυτού)»[Β΄Βασ.16,12].
Αυτό το πράγμα και τότε μεν τελέστηκε και πραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’ αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη· διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου κολάσεως, πώς δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που δείχνει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη, πρόσκαιρη και διακοπτομένη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαριά εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές, μάλιστα, λυτρώνεται και από τα τωρινά δεινά που τον βασανίζουν, καθώς η θεία χρηστότητα λαμβάνει αρχή από εδώ σαν να χρωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από τους παιδευομένους από τον Κύριο είπε: «Ὀργὴν Κυρίου ὑποίσω, ὅτι ἥμαρτον αὐτῷ, ἕως τοῦ δικαιῶσαι αὐτὸν τὴν δίκην μου(:θα υπομείνω την παιδευτική οργή και την τιμωρία από τον Κύριο, διότι αμάρτησα σε Αυτόν)»[Μιχ.7,9].
Είθε κι εμείς, παιδευόμενοι με ευσπλαχνία, αλλά όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μην καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος να ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· Γρηγορίου του Παλαμά Άπαντα τα έργα, Ὁμιλία εἰς τήν κατά τόν Τελώνην καί τόν Φαρισαίον τοῦ Κυρίου παραβολήν, ομιλία Β΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 9, σελίδες 47-73
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
· http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
· http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 30, 2025
Ἡ Παναγία ἡ Γοργοϋπήκοος
Δέξου, Παναγία μου, αὐτήν ἐδῶ τήν ἐξαγόρευση τῶν πολλῶν καί φοβερῶν μου ἁμαρτημάτων, καί μετάφερε τήν στόν μονογενῆ Υἱό σου καί Θεό, κάνοντας καί τήν παράκληση, νά λυπηθεῖ τήν ἄθλια καί ταλαίπωρη ψυχή μου· κ’ ἐπειδή τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου μ’ ἐμποδίζει νά Τόν ἀντικρύσω καί νά Τοῦ ζητήσω συγχώρεση, γι’ αὐτό ἦρθα νά σέ παρακαλέσω νά μεσιτεύεις καί νά ἱκετεύεις ἐσύ Ἐκεῖνον γιά μένα.
Παρότι ἀπόλαυσα πολλές καί μεγάλες δωρεές ἀπ’ τόν Θεό πού μέ δημιούργησε, ἐγώ τίς ξέχασα ὅλες αὐτές τίς δωρεές καί φάνηκα, ὁ ἄθλιος, πολύ... ἀχάριστος· συναγελάστηκα μέ τ’ ἄλογα κτήνη κ’ ἔγινα ἕνα μέ αὐτά· φτώχυνα ἀπό ἀρετές καί πλούτισα στά πάθη· γέμισα ἀπό ντροπή, ἐνῶ στερήθηκα τήν τόλμη νά παρουσιαστῶ ἐμπρός στόν Θεό·ἀπό τόν Θεό κατάκριτος κι ἀπό τούς Ἀγγέλους θρηνούμενος, ὀνειδιζόμενος ἀπό τούς δαίμονες καί μισούμενος ἀπ’ τούς ἀνθρώπους, ἀπό τή συνείδησή μου ἐλεγχόμενος κι ἀπό τά πονηρά ἔργα μου συνεχῶς καταντροπιασμένος, ἔφτασα νά εἶμαι νεκρός πρίν πεθάνω, καί, πρίν ἀπό τήν ἔσχατη κρίση, δίκαια αἰσθάνομαι αὐτοκατάκριτος· καί, ἀκόμη, πρίν ἀπό τήν αἰώνια κόλαση, ἐγώ αὐτοτιμωροῦμαι, χτυπημένος ἀπό τήν ἀπόγνωση. Γι’ αὐτό καί καταφεύγω, Δέσποινα Θεοτόκε, στή μοναδική βοήθειά σου, ἐγώ πού εἶμαι ὀφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων, ὁ ἄσωτος, πού ξόδεψα ὅλη μου τήν πατρική περιουσία μέ τίς πόρνες· ἐγώ πού ξεπέρασα τήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου σέ ἁμαρτία, πού παρανόμησα πιό πολύ κι ἀπό τόν Μανασσή, πού ἔγινα πιό πολύ κι ἀπό τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς ἄσπλαχνος, ὁ δοῦλος ὁ ἄπληστος καί ἀδηφάγος, ὁ βρώμικος κάδος τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὁ θησαυροφύλακας τῶν αἰσχρῶν καί ἀκάθαρτων λόγων, ἐγώ τέλος πού ἔγινα ξένος κάθε ἀγαθῆς καί ἐνάρετης ἐργασίας.
Κᾶνε, Παναγία μου, ἔλεος στή ταπεινότητά μου· σπλαχνίσου τήν ἀσθένειά μου, ἐσύ πού ἔχεις μεγάλη παρρησία σ’ Ἐκεῖνον τόν ὁποῖο ἐσύ γέννησες. Κανείς ἄλλος δέν μπορεῖ νά κάμει αὐτό πού ἐσύ μπορεῖς, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά μπορεῖς, γιατί εἶσαι πάνω ἀπό ὅλα τα κτίσματα τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο γιά σένα. Ἀρκεῖ μόνο νά τό θελήσεις. Μήν παραβλέψεις, λοιπόν, τά δάκρυά μου καί μήν καταφρονέσεις τό στεναγμό μου· μήν ἀποστρέψεις τό βλέμμα σου ἀπ’ τόν πόνο τῆς καρδίας μου, καί μήν ἀφήσεις ν’ ἀποτύχει ἡ προσδοκία πού ἔχω στηρίξει σέ σένα· ἀλλά, μέ τίς μητρικές σου ἱκεσίες, βιάζοντας τήν ἀβίαστη ἀγαθοσύνη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, ἀξίωσέ με, τόν ἀνάξιο καί πανάθλιο δοῦλο σου, νά ξαναποκτήσω τό πρῶτο καί πανάρχαιο κάλλος πού μοῦ χάρισε ὁ Θεός, καί νά βγάλω ἀπό πάνω μου τήν ἀσχήμια τῶν παθῶν, νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ὑποταχθῶ στή δικαιοσύνη, νά ξεντυθῶ τήν ἀκαθαρσία τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς καί νά ντυθῶ τόν ἁγιασμό τῆς ψυχικῆς καθαρότητας, νά νεκρωθῶ γιά τόν κόσμο καί νά ζήσω μέσα στήν ἀρετή.
Σέ παρακαλῶ, Παναγία μου, ὅταν ὁδοιπορῶ, νά εἶσαι συνοδοιπόρος μου· ὅταν ταξιδεύω στή θάλασσα, νά συνταξιδεύεις μαζί μου· ὅταν ἀγρυπνῶ, νά μ’ ἐνισχύεις· ὅταν θλίβομαι, νά μέ παρηγορεῖς· ὅταν φτάνω στήν ὀλιγοψυχία, νά μέ στηρίζεις· ὅταν ἀρρωσταίνω, νά μοῦ χαρίζεις τή θεραπεία· ὅταν ἀδικοῦμαι, λευτέρωσέ με· ὅταν συκοφαντοῦμαι ἀθώωσέ με· ὅταν κινδυνεύω γιά θάνατο, πρόφτασέ με γρήγορα καί λύτρωσέ με· ὅταν μέ περικυκλώνουν οἱ ἀόρατοι ἐχθροί μου καθημερινά, δεῖξε με γι’ αὐτούς φοβερό καί πανίσχυρο, γιά νά γνωρίσουν ὅλοι, ὅσοι ἄδικα μέ τυραννοῦν, τίνος εἶμαι πιστός δοῦλος.
Ναί, ὑπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε, ἄκουσε τήν ἐλεεινή ἱκεσία μου καί μήν ἀφήσεις νά ντροπιαστεῖ ἡ προσδοκία μου, ἐσύ πού εἶσαι μετά τόν Θεό ἡ ἐλπίδα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἕως τά πέρατα τῆς γῆς. Σβῆσε τή φωτιά τῶν σαρκικῶν παθῶν μου, κατεύνασε τόν ἀγριότατο κλύδωνα πού κλυδωνίζει τή ψυχή μου, καταπράυνε τήν πίκρα τοῦ θυμοῦ μου, ἀφάνισε ἀπό τό νοῦ μου τήν ὑπερηφάνεια καί τήν ἀλαζονεία τῆς ματαιοδοξίας μου, λιγόστεψε ἀπ’ τήν καρδιά μου τίς νυχτερινές φαντασίες τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί τίς καθημερινές προσβολές τῶν ἀκαθάρτων λογισμῶν, δίδαξε τή γλώσσα μου νά λαλεῖ ὅσα συνεργοῦν στήν πνευματική ζωή μου, καί μάθε στά μάτια μου νά βλέπουν ὀρθά τήν εὐθεία ὁδό τῆς ἀρετῆς κᾶνε νά τρέχουν χωρίς ἐμπόδια τά πόδια μου στόν μακάριο δρόμο τῶν θείων ἐντολῶν προετοίμασε τόν ἁγιασμό τῶν χεριῶν μου, γιά νά εἶμαι ἄξιος νά τά ὑψώνω γιά δέηση στόν Ὕψιστο· κατάστησε καθαρό το στόμα μου, γιά νά ἔχει τό θάρρος νά προσεύχεται στό Πατέρα, τό φοβερό καί Πανάγιο Θεό. Ἄνοιξέ μου τ’ αὐτιά, γιά ν’ ἀκούω καί μέ τήν αἴσθηση καί μέ τό νοῦ τά λόγια τῶν ἁγίων Γραφῶν, πού εἶναι γλυκύτερα καί ἀπ’ τό μέλι τῆς κερήθρας, καί νά ζῶ σύμφωνα μέ αὐτά, ἐνισχυόμενος ἀπό τή χάρη σου.
Δός μου, Παναγία μου, καιρό νά μετανοήσω, καί λογισμό νά ἐπιστρέψω στήν οἰκία τοῦ Πατέρα μου· φύλαξέ με κ’ ἐλευθέρωσέ με ἀπό τόν αἰφνίδιο θάνατο, καί ἀπάλλαξέ με ἀπό τήν καταδίκη τῆς συνειδήσεώς μου. Καί, τέλος, σέ παρακαλῶ νά μοῦ συμπαρασταθεῖς στό χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό πανάθλιο σῶμα μου, ἐλαφρύνοντας τήν ἀφόρητη ἐκείνη βία καί σφοδρότητα, ἀνακουφίζοντας τόν ἀνέκφραστο πόνο, παρηγορώντας μου τήν ἀπερίγραπτη στενοχώρια, λυτρώνοντάς με ἀπ’ τό φοβερό θέαμα τῆς σκοτεινῆς μορφῆς τῶν δαιμόνων καί, ἀκόμη, περνώντας με ἀπ’ τά πικρότατα δίχτυα πού στήνουν τά τελώνια τοῦ ἀέρος καί οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους, καί σκίζοντας τά χειρόγραφά τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν μου, συμφιλίωσέ με πάλι μέ τόν Θεό, καί ἀξίωσέ με, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου, νά καθίσω στά δεξιά Του, καί κᾶνε με κληρονόμο τῶν καθαρῶν καί αἰωνίων ἀγαθῶν.
Ὄλ’ αὐτά τά ἐξομολογοῦμαι σέ σένα, Δέσποινά μου Θεοτόκε, πού εἶσαι τό φῶς τῶν σκοτισμένων ὀφθαλμῶν μου, ἡ παρηγοριά τῆς ψυχῆς μου, ἡ ἐλπίδα μου -ὑστέρα ἀπό τόν Θεό- καί ἡ προστασία μου· δέξου αὐτή τήν ἐξομολόγηση, Παναγία μου, καί καθάρισέ με ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, καί ἀξίωσέ με, τώρα μέν, στή παροῦσα ζωή, νά μεταλαβαίνω -χωρίς τόν κίνδυνο κατακρίσεως- τό πανάγιο καί πανάχραντο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, ἐνῶ στή μέλλουσα ζωή δῶσε νά λάβω κ’ ἐγώ μέρος στό γλυκύτατο καί οὐράνιο δεῖπνο τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, ὅπου βρίσκεται ἡ μόνιμη κατοικία ὅλων των εὐφραινομένων στή χαρά τοῦ Κυρίου. Καί ὅταν ἀποχτήσω ὅλα αὐτά τά ἀγαθά ἐγώ ὁ ἀνάξιος, θά δοξάζω στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων τό πάντιμο καί μεγαλοπρεπές Ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, ὁ ὁποῖος δέχεται ὅλους ὅσοι μετανοοῦν μέ εἰλικρίνεια ψυχῆς, χάρη σέ σένα, πού ἔγινες μεσίτρια καί ἐγγυήτρια ὅλων των ἁμαρτωλῶν. Διότι, μέ τή δική σου βοήθεια, Πανύμνητε καί Ὑπεράγαθε Δέσποινα, ὁδηγεῖται στή σωτηρία κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἡ ὁποία ὑμνεῖ καί εὐλογεῖ τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό ἅγιο Πνεῦμα, τήν Παναγία καί Ὁμοούσια Τριάδα, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Σάββατο, Ιανουαρίου 18, 2025
Κυριακή ΙΒ΄Λουκά - Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς για τη θεραπεία των δέκα λεπρών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκ.17,11-19]
ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
Όλα όσα όριζε ο παλαιός νόμος(ο μωσαϊκός) ήταν συμβολικά και τυπικά και σκιώδη· γι’ αυτό ο μωσαϊκός νόμος θεωρούσε και τη λέπρα εφάμαρτη και μιαρή και αποτρόπαια και ονόμαζε ακάθαρτους τους λεπρούς και όσους έπασχαν από βλεννόρροια και γενικά εκείνους που τους άγγιζαν[βλ. Λευίτ. 13,15: «καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὸν χρῶτα τὸν ὑγιῆ, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ χρὼς ὁ ὑγιής, ὅτι ἀκάθαρτός ἐστι· λέπρα ἐστί (: ο ιερέας θα δει τα υγιή μέρη του δέρματος σε αντιπαραβολή προς τα ασθενή και θα κηρύξει αυτόν ακάθαρτο, διότι πρόκειται περί λέπρας)», καθώς και εκείνους που άγγιζαν κάθε νεκρό σώμα [Αριθ.19,11: «Ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος πάσης ψυχῆς ἀνθρώπου ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας(: εκείνος που θα αγγίξει το σώμα νεκρού ανθρώπου, θα είναι ακάθαρτος για επτά ημέρες)»], υποδεικνύοντας με γριφώδη και ασαφή τρόπο την ακαθαρσία εκείνων που αμάρταναν απέναντι στον Θεό και αυτών που συνέπρατταν με αυτούς και συναναστρέφονταν αυτούς.
Και μέσω της αποστροφής που όριζε προς τους λεπρούς, ο μωσαϊκός νόμος βέβαια υπαινισσόταν την αποστροφή προς τους ύπουλους και πανούργους, τους θυμώδεις και μνησίκακους· γιατί όπως η λέπρα καθιστά τραχύ και ποικιλόχρωμο το δέρμα του σώματος, έτσι η δολιότητα και η πονηριά και ο θυμός και η οργή καθιστούν ασταθές και τραχύ το λογιστικό μέρος της ψυχής. Μέσω των λεπρών λοιπόν υποδήλωνε τα αντίστοιχα πάθη της ψυχής που ήταν πολύ βαρύτερα από τη λέπρα· μέσω αυτού δηλαδή που έπασχε από βλεννόρροια υποδήλωνε τον ασελγή, ενώ μέσω εκείνων που άγγιζαν κάποιο νεκρό σώμα ο νόμος εκείνος ονόμαζε «ακάθαρτους» εκείνους που με οποιονδήποτε τρόπο επικοινωνούσαν ή και συναναστρέφονταν με τους αμαρτωλούς.
Αφού λοιπόν ο Κύριος φάνηκε επάνω στη γη ως άνθρωπος χάρη στο απερίγραπτο πέλαγος της ευσπλαχνίας Του, για να θεραπεύσει τις ψυχικές μας νόσους και να εξαλείψει την αμαρτία του κόσμου, θεράπευσε και αυτές τις ασθένειες, τις οποίες ο νόμος ονόμαζε «ακαθαρσίες», ώστε, αν κάποιος νομίσει ότι εκείνα τα ψυχικά νοσήματα και πάθη είναι πραγματικά ακαθαρσία και αμαρτία, να ομολογήσει τον Θεό που λυτρώνει τους ανθρώπους από αυτά, αν πάλι καλώς νομίσει ότι εκείνα είναι σύμβολα της πραγματικής ακαθαρσίας και αμαρτίας, να καταλάβει από όσα τελούνται εκ μέρους του Χριστού γύρω από αυτά τα σύμβολα, ότι αυτός ο Ίδιος είναι που και την αμαρτία του κόσμου συγχώρησε και έχει επίσης και τη δύναμη να την καθαρίσει.
Είναι δυνατό όμως να πούμε και κάτι άλλο, καλά και αληθινά, όπως εγώ νομίζω· ότι, όπως ο Κύριος παραγγέλλει σε εμάς να επιζητούμε τα πνευματικά (γιατί λέγει:« ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ(:Να ζητάτε πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού και την απόκτηση των αρετών που ο Θεός σας ζητά ως όρο για να σας χαρίσει τα αγαθά αυτά)», και όταν εμείς ζητούμε αυτά τα ψυχωφελή και σωτήρια, Εκείνος υπόσχεται να δώσει και τα σωματικά και επίγεια, λέγοντας: «καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (:και τότε όλα αυτά τα επίγεια θα σας δοθούν μαζί με εκείνα)»[Ματθ.6,33], έτσι και Αυτός, αφού έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε από τον ουρανό, όπως ευδόκησε, στη δική μας μηδαμινότητα, για να καθαρίσει τις αμαρτίες μας, χαρίζει επιπρόσθετα και την ανόρθωση των παράλυτων και την ανάβλεψη των τυφλών και την κάθαρση των λεπρών, και γενικά θεραπεύει κάθε νόσο του σώματός μας και κάθε αδυναμία, γιατί είναι πλούσιος σε ευσπλαχνία.
Όπως λοιπόν ο ευαγγελιστής Λουκάς θα πει σήμερα: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας.καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἰς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν,καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν(:καθώς ο Ιησούς πήγαινε στα Ιεροσόλυμα, περνούσε μέσα από τα σύνορα της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας βαδίζοντας από δυτικά προς ανατολικά, προς τη χώρα που βρίσκεται πέρα από τον Ιορδάνη. Και την ώρα που έμπαινε σε κάποιο χωριό, Τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά, επειδή σύμφωνα με τον νόμο κάθε λεπρός θεωρούνταν ακάθαρτος και δεν του επιτρεπόταν να πλησιάσει κανέναν. Και αυτοί τότε άρχισαν να Του φωνάζουν δυνατά)»[Λουκ.7,12-13].Σωστά επισημαίνει ο ευαγγελιστής ότι οι λεπροί Τον συνάντησαν όχι όταν μπήκε, αλλά τη στιγμή έμπαινε στην πόλη, γιατί οι λεπροί έπρεπε να απομακρύνονται και από τις πόλεις και από τα χωριά ως ακάθαρτοι που θεωρούνταν και έτσι ζούσαν γύρω από αυτές. Αλλά και ότι «στάθηκαν μακριά» μαρτυρεί τούτο· γιατί δεν επιτρεπόταν ούτε έξω από τις πόλεις ή τα χωριά να αναμιγνύονται αυτοί με τους υγιείς.
Ύψωσαν όμως και τη φωνή τους προς τον Ιησού, δηλαδή φώναξαν δυνατά, εξαιτίας της μεγάλης αποστάσεως μεταξύ αυτών και του Κυρίου, λέγοντας: «᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς (:Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας’’)»[Λουκ.17,13]. Δηλαδή «Πρόσεξε, σε παρακαλούμε, το πάθος μας, πρόσεξε την ντροπή μας, πρόσεξε το άσχημο και βδελυρό και αφύσικο άνθος του πληγιασμένου δέρματός μας· γιατί τέτοιο είναι η λέπρα· πρόσεξε την εκτροπή της φύσεως, την αποστροφή των ανθρώπων, την απαρηγόρητη απομόνωσή μας από τους υπόλοιπους συνανθρώπους μας ,και δείχνοντας έλεος απέναντί μας, πρόσφερέ μας τη θεραπεία».
«᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς (:’’Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας’’)». Φαίνεται βέβαια ότι η φωνή των λεπρών είναι αξιολύπητη, δεν είναι όμως χαρακτηριστική κάποιων αληθινά πιστών και συνετών ανθρώπων· διότι Τον αποκαλούν «ἐπιστάτη», πράγμα που δεν συνηθίζεται να λέγεται για πρόσωπα που έχουν απόλυτη και κυρίαρχη εξουσία και υπεροχή. Είναι όμως η δέηση ανθρώπων που ελπίζουν ότι θα δεχθούν τη θεραπεία, πράγμα που δεν είναι δείγμα ενός συνετού τρόπου σκέψης εκ μέρους τους, αν Αυτός που μπορεί, και μάλιστα από μακριά, να προσφέρει την κάθαρση σε δέκα λεπρούς, γι΄αυτούς δεν είναι Θεός.
Ο Κύριος όμως, επειδή σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρεπόταν στους λεπρούς να συναναστρέφονται τα πλήθη που συνέρρεαν γύρω από Αυτόν, ώστε με τη διδασκαλία Του που θα άκουγαν και τα θαύματα που θα έβλεπαν τον Κύριο να επιτελεί, να οδηγηθούν προς την πίστη, τους προσφέρει το έλεος δωρεάν[:χωρίς να τους ζητεί πρώτα την πίστη, πριν από τη θαυματουργική θεραπεία τους] και τους καθαρίζει από τη λέπρα, ώστε, απαλλασσόμενοι από το νομικό κώλυμα για συναναστροφή μαζί Του, να μπορούν και να συνυπάρχουν και με τον Κύριο και με τους άλλους υγιείς ανθρώπους και να βελτιώνονται εγκολπώμενοι τη διδασκαλία Του.
Και με ποιον τρόπο τους καθαρίζει; Λέγοντάς τους: «πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι(:Πηγαίνετε και δείξτε το σώμα σας στους ιερείς, για να βεβαιώσουν αν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου’’. Και καθώς αυτοί πήγαιναν να εξεταστούν από τους ιερείς, καθαρίστηκαν από τη λέπρα)»[Λουκ.17,14], γιατί Εκείνος που εξουσιάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς Του πρόσταξε να μεταβούν στους ιερείς πριν ακόμα καθαριστούν και, επειδή υπάκουσαν, τους χορήγησε και την κάθαρση.
Όπως δηλαδή ο Δεσπότης του νόμου, εφαρμόζοντας για χάρη μας τον μωσαϊκό νόμο, δεν προσκάλεσε κοντά Του τους λεπρούς, ούτε τους άφησε να Τον αγγίξουν, έτσι και μετά που λύγισε στις αξιολύπητες φωνές εκείνων, παρέχοντάς τους τη θεραπεία, τους αποστέλλει προς τους ιερείς, πάλι σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο· γιατί ο νόμος αυτός πρόσταζε να μη δίνει τη μαρτυρία μόνος του ο λεπρός που καθαρίσθηκε, αλλά να προσέρχεται στους ιερείς και να δείχνει μπροστά στα μάτια εκείνων κάθε υγιές πλέον μέλος του σώματός του και από εκείνους να παίρνει τη διαβεβαίωση, ώστε να θεωρείται στο εξής καθαρός και υγιής[ : βλ. Λευιτ. 13,6: «καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ τὸ δεύτερον. καὶ ἰδοὺ ἀμαυρὰ ἡ ἁφή, οὐ μετέπεσεν ἡ ἁφὴ ἐν τῷ δέρματι· καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· σημασία γάρ ἐστι· καὶ πλυνάμενος τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καθαρὸς ἔσται(:Πάλι λοιπόν ο ιερέας κατά την έβδομη μέρα θα δει αυτόν για δεύτερη φορά και εάν η πληγή είναι θαμπή και όχι γυαλιστερή, και δεν έχει απλωθεί περισσότερο επάνω στο δέρμα, ο ιερέας θα τον κηρύξει καθαρό, διότι τα σημάδια πείθουν ότι δεν πρόκειται περί λέπρας. Αυτός πάλι αφού πλύνει τα ρούχα του, θα είναι καθαρός)»].
Επειδή όμως η λέπρα υπαινίσσεται την αμαρτία, η επίδειξη στους ιερείς δείχνει οπωσδήποτε τούτο, ότι δηλαδή κανείς από αυτούς που αμαρτάνουν απέναντι στον Θεό, ακόμη και αν απομακρυνθεί από την αμαρτία, ακόμη και αν την ισοσταθμίσει με τα έργα της μετάνοιας, δεν μπορεί να λάβει από τον εαυτό του τη συγχώρηση και να ζει μαζί με όσους δεν έχουν να λογοδοτήσουν για κάτι, εάν δεν μεταβεί προς εκείνον που έχει από τον Θεό την εξουσία να λύνει και να απαλλάσσει[:δηλαδή στον ιερέα-εξομολόγο] και δεν δείξει σε αυτόν τη λεπρωμένη από τις αμαρτίες ψυχή του με την εξομολόγηση και δεχθεί από εκείνον τη διαβεβαίωση της συγχωρήσεως. Αυτός λοιπόν που εκτελεί και τις συμβολικές πράξεις του νόμου για μας, στέλνει για τον ίδιο λόγο και τους λεπρούς στους ιερείς για να ελεγχθούν, οικονομώντας και κάτι επιπλέον ακόμα: διότι ήταν ικανό το θαύμα ν’ απαλλάξει ακόμη και τους ιερείς από την απιστία προς Αυτόν.
Πράγματι κάποτε έπαθε λέπρα και η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ, για αιτία που δεν είναι καιρός να την πούμε τώρα, αλλά οπωσδήποτε έπαθε την ασθένεια της λέπρας· και ο Μωυσής που δοκίμασε τρομερό πόνο από το πάθος της αυτό, ζητούσε με την προσευχή τη θεραπεία της αδελφής του από τον Θεό· και την έλαβε βέβαια, αλλά έπειτα από επτά ημέρες[Αριθμ.12,15: «καὶ ἀφωρίσθη Μαριὰμ ἔξω τῆς παρεμβολῆς ἑπτὰ ἡμέρας· καὶ ὁ λαὸς οὐκ ἐξῇρεν, ἕως ἐκαθαρίσθη Μαριάμ (: και χωρίστηκε η Μαριάμ και έμεινε έξω από την κατασκήνωση επτά μέρες. Και ο λαός δεν αναχώρησε από την Ασηρώθ, έως ότου καθαρίστηκε η Μαριάμ από τη λέπρα)»].
Προσέξτε λοιπόν πόση υπεροχή προσμαρτυρεί το θαύμα στον Χριστό έναντι του Μωυσή. Γιατί Αυτός, στον λεπρό που Του είπε: «Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι (:’’Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου’’)»,απάντησε: «Θέλω,καθαρίσθητι(:θέλω, καθαρίσου)»[Ματθ.8,2], και αμέσως τον απάλλαξε από τη λέπρα, ενώ εδώ έδωσε τη θεραπεία σε δέκα λεπρούς που ζήτησαν από μακριά την κάθαρση, χωρίς καν να πει τίποτε, αλλά μόνο με τη συγκατάνευσή Του. Άρα δεν είναι φανερό σε όλους όσοι έχουν νου, ότι Αυτός είναι Εκείνος στον οποίο προσευχόταν ο Μωυσής και Τον οποίο ικέτευε ως Θεό να συγκατανεύσει στην κάθαρση της αδερφής του της Μαριάμ;
Γι’ αυτό λοιπόν οι τόσοι αυτοί λεπροί που καθαρίσθηκαν με αυτόν τον τρόπο αποστέλλονταν στους ιερείς, για να γνωρίσουν και αυτοί μέσω του θαύματος τη δύναμη του Χριστού, και, αφού μάθουν από τους λεπρούς ότι ήρθαν να εκπληρώσουν τον νόμο σύμφωνα με τη γνώμη Εκείνου που έχει τόση δύναμη, να καταλάβουν ότι Εκείνου γνώμη είναι και ο δοσμένος μέσω του Μωυσή νόμος, και έτσι να πιστέψουν στον ένα αυτόν Θεό, που είναι ο Ίδιος, και του νόμου και της χάριτος, και να οδηγήσουν αυτοί τελειότερα τους καθαρισμένους λεπρούς προς την πίστη σε Αυτόν. Γιατί έτσι έπρεπε, αν και εκείνοι χωρίς σύνεση έπρατταν τα αντίθετα. Μολονότι λοιπόν εκείνοι έπρατταν τ’ αντίθετα, ο Χριστός όμως δεν παρέλειπε ποτέ τίποτε από όσα τους είλκυαν προς τη σωτηρία· γιατί έχει αδαπάνητη και ανίκητη την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία και δεν ήταν δυνατό να νικηθεί η μακροθυμία Εκείνου με την κακία αυτών.
Αλλά, καθώς οι λεπροί, πηγαίνοντας προς τους ιερείς, θεραπεύθηκαν στον δρόμο, «εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης(:ένας από αυτούς, αφού είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό μεγαλόφωνα και έπεσε με το πρόσωπο κάτω στη γη κοντά στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης, δηλαδή σχισματικός και λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους. Συνεπώς κανείς δεν θα περίμενε να δείξει αυτός μια τέτοια ευγνωμοσύνη που δεν έδειξαν οι άλλοι εννέα, που ήταν Ισραηλίτες)»[Λουκ.17,15].
Σωστά είπε ο Ψαλμωδός προφήτης για τη γενιά των Ιουδαίων που ζούσαν στη δική του εποχή, ότι «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόνπάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός· τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν(:ο Κύριος έσκυψε από το ύψος του ουρανού και έριξε το βλέμμα Του για να δει τους υιούς των ανθρώπων, για να δει εάν υπάρχει κανείς μεταξύ τους, που να έχει επίγνωση Θεού ή να επικαλείται με πίστη τον Θεό και να προσπαθεί να ευαρεστεί σε Αυτόν. Αλίμονο, όλοι εξετράπησαν στην ευθεία οδό. Εξαχρειώθηκαν και διεφθάρησαν. Δεν υπάρχει κανένας που να πράττει το αγαθό. Δεν υπάρχει ούτε ένας. Ο λάρυγγάς τους, σαν ανοιχτός τάφος, αναδίδει δυσώδεις αναθυμιάσεις. Με τις πονηρές τους γλώσσες επινοούν και εκφράζουν δόλια ψεύδη και φαρμακερές συκοφαντίες. Δηλητήριο φαρμακερών ασπίδων υπάρχει κάτω από τα χείλη τους. Το στόμα τους είναι γεμάτο από κατάρες εναντίον του Θεού και από δολιότητες και πικρίες εναντίον των ανθρώπων. Τα πόδια τους τρέχουν με ταχύτητα, για να χύσουν αίμα. Στους δρόμους της ζωής τους και στις πράξεις τους σπείρουν συντρίμματα και ταλαιπωρίες εναντίον αθώων. Εσωτερική ειρήνη και ειρηνική ζωή με τους άλλους εξαιτίας της αμαρτωλότητάς τους δεν γνώρισαν. Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν τους)»[Ψαλμ.13,2-3].
Πράγματι, αν αυτοί οι εννέα, που τόση ευεργεσία πέτυχαν από τον Χριστό και τέτοιο θαύμα είδαν επάνω τους, δεν κατάλαβαν ότι ο Ιησούς είναι Θεός, δεν επέστρεψαν για να Τον αναζητήσουν, δεν απέδωσαν τη μεγαλύτερη δοξολογία ούτε την ευχαριστία, τι είναι φυσικό να σκεφθούμε για τους άλλους; Αλλά ο Σαμαρείτης, ο Ασσύριος κατά το γένος (γιατί από αυτούς προερχόταν η σαμαρειτική αποικία)[βλ. Δ΄Βασ.17,24: «Καὶ ἤγαγε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ἐκ Βαβυλῶνος τὸν ἐκ Χουθὰ ἀπὸ Ἀϊὰ καὶ ἀπὸ Αἰμὰθ καὶ Σεπφαρουαΐμ, καὶ κατῳκίσθησαν ἐν πόλεσι Σαμαρείας ἀντὶ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ἐκληρονόμησαν τὴν Σαμάρειαν καὶ κατῴκισαν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῆς(: ο βασιλιάς των Ασσυρίων μετέφερε ανθρώπους από τη Βαβυλώνα, δηλαδή ειδωλολάτρες κατοίκους των πόλεων Χουθά, Αϊά, Αιμάθ και Σεπφαρουαίμ και τους εγκατέστησε στις πόλεις της Σαμάρειας αντί των Ισραηλιτών. Αυτοί λοιπόν πήραν πλέον ως κληρονομιά τους τη Σαμάρεια και εγκαταστάθηκαν στις πόλεις της)»], που ήταν ένας από αυτούς, όταν είδε το θαύμα και την ποθητή ευεργεσία που πέτυχε, κατανόησε αυτήν και τελειώθηκε ως προς την πίστη, και αφού επέστρεψε, λέγει και εκτελεί λόγια και πράξεις ευγνωμοσύνης και πίστεως, πέφτοντας δημόσια με το πρόσωπο στα πόδια του ευεργέτη και δοξάζοντας ως Θεό αληθινό Αυτόν που του χάρισε την κάθαρση από τη λέπρα του.
Και ο Κύριος λέγει προς τους παρευρισκόμενους: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;(: Δεν καθαρίστηκαν από τη λέπρα και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι; Χάθηκαν να γυρίσουν πίσω και να δοξάσουν τον Θεό, παρά μόνο ο ξένος αυτός, που δεν ανήκει στο γνήσιο ιουδαϊκό γένος;)», αν και βέβαια γι’ αυτό θεράπευσε και αυτούς, για να λάβουν την άδεια και τη δυνατότητα πλέον φυσιολογικά να ζουν μαζί με τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους και με όσους παρακολουθούσαν από κοντά τη διδασκαλία του Ιησού και να κερδίσουν τη θεραπεία των ψυχών τους και να δοξάσουν τον Ιατρό και των ψυχών και των σωμάτων· εκείνοι όμως δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό.
Αλλά τι πάθος αληθινά! Γιατί από αυτό μπορεί κανείς να δει να πάσχουμε και εμείς τώρα: αφού καθαρισθήκαμε από τον Χριστό απ’ εκείνη την πρώτη κατάρα, που ήταν απλωμένη πάνω μας σαν λέπρα, και πιο βλαβερή και πιο σιχαμερή από κάθε λέπρα, καθόσον το πάθος εκτός από το σώμα μετέβαινε και στην ψυχή· αφού καθαρισθήκαμε λοιπόν απ’ αυτήν μέσω του Χριστού, και λάβαμε πάλι από Εκείνον καθαρή τη φύση μας σαν από την αρχή, δεν προσκολλόμαστε σε Αυτόν με ενάρετη ζωή προσφέροντάς Του δόξα, αλλά απομακρυνόμαστε πάλι από Αυτόν με επάρατα και παράνομα έργα, όπως λέγει προς Αυτόν ο Δαβίδ: «ὅτι οὐχὶ Θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ· οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος(: Εσύ είσαι Θεός, που ποτέ και κατά κανέναν τρόπο δεν θέλεις την καταπάτηση του νόμου Σου και την αδικία. Για τον λόγο αυτόν ούτε και προς στιγμή δεν θα παραμείνει πλησίον Σου ως προστατευόμενός Σου κανένας ασεβής άνθρωπος, ο οποίος μηχανεύεται το κακό)»[Ψαλμ.5,5].
Γι’ αυτό πάλι ο Κύριος, ελεεινολογώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους και θρηνώντας κατά κάποιο τρόπο εκείνους και εμάς τους έπειτα από εκείνους όμοιους με εκείνους, όπως προς τον Αδάμ, όταν εξέπεσε από τη θεία εκείνη δόξα, έλεγε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;(:Αδάμ, πού είσαι;)»[Γέν.3,9], έτσι έπειτα λέγει και προς αυτούς: «οι εννέα όμως πού είναι; Δεν έκριναν αυτοί ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;». Λέγοντας όμως τη φράση «εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος(:παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός)», δείχνει την αχαριστία και σκληροκαρδία του γένους των Ιουδαίων, και ότι τα έθνη ήταν έτοιμα για επιστροφή, ενώ οι Ιουδαίοι ήταν τελείως αμετανόητοι προς σωτηρία. Γι’ αυτό και σε αυτόν που επέστρεψε με ευγνωμοσύνη χάρισε δίκαια και την ψυχική σωτηρία, που προτυπώνει τη σωτηρία των εθνών μέσω της πίστεως, λέγοντάς του: «ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(:‘’Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έσωσε. Δεν θεράπευσε μόνο το σώμα σου, αλλά αποτελεί και καλή αρχή που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σου σωτηρία’’)», ενώ εκείνους που δεν επέστρεψαν, αφού τους κατηγόρησε μόνο για τη σιωπή τους, έδειξε ότι απέτυχαν ως προς την ψυχική σωτηρία.
Μοιάζουν βέβαια οι δέκα αυτοί λεπροί με ολόκληρο το γένος των ανθρώπων γιατί όλοι μας ήμασταν λεπρωμένοι, αφού όλοι υποπέσαμε στην αμαρτία, όπως λέγει ο θείος Παύλος, «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ,δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(: και δεν υπάρχει διάκριση, διότι όλοι ανεξαιρέτως αμάρτησαν και έχουν στερηθεί από τη δόξα, που έχει και μεταδίδει ο Θεός. Και συνεπώς γίνονται όλοι δίκαιοι και σώζονται δωρεάν με τη χάρη που δίνει σε μας τους καταδίκους ο Θεός ως πανάγαθος βασιλιάς. Μας απελευθέρωσε ο Θεός από την αμαρτία με την εξαγορά που έκανε ο Ιησούς Χριστός, με το λύτρο του αίματός Του)»[Ρωμ.3,23-24].
Όλοι λοιπόν ήμασταν έτσι πνευματικά λεπροί, αφού όμως κατέβηκε ο Κύριος από τους ουρανούς και έλαβε τη φύση μας, την ελευθέρωσε από την καταδίκη για την αμαρτία. Αλλά οι Ιουδαίοι βέβαια φάνηκαν αγνώμονες απέναντι σε αυτήν την ευεργεσία, όσοι όμως από τους εθνικούς επέστρεψαν από τον μάταιο δρόμο τους και από τα προηγούμενα πονηρά ήθη τους και πρόσφεραν δόξα στον Θεό, όχι ομολογώντας απλώς τη σωτηρία και ανακηρύσσοντας το μέγα έλεος Εκείνου που από το απέραντο πέλαγος φιλανθρωπίας κένωσε τον εαυτό Του μέχρι σε μας, αλλά και πείθονται στις εντολές Του και ζουν σύμφωνα με αυτές και με τη διαγωγή αυτή βαδίζουν προς ειρήνη, δηλαδή ειρηνεύουν προς τους εαυτούς τους και μεταξύ τους και προς τον Θεό.
Και ειρηνεύουμε προς τον Θεό, εκτελώντας τα ευάρεστα σε Αυτόν, ζώντας με σωφροσύνη, λέγοντας την αλήθεια, και πράττοντας τα δίκαια, «επιδιδόμενοι σε προσευχές και δεήσεις», και όπως προτρέπει ο απόστολος Παύλος: «λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ(:λαλώντας μεταξύ σας με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές, άδοντας και ψάλλοντας στον Κύριο με όλη σας την καρδιά)»[Εφ.5,19], και όχι μόνο με τα χείλη.
Προς τους εαυτούς μας ειρηνεύουμε, υποτάσσοντας τη σάρκα στο πνεύμα και ακολουθώντας τον τρόπο ζωής που μας υπαγορεύει ο έμφυτος νόμος της συνειδήσεώς μας και έχοντας τον εσωτερικό μας κόσμο των λογισμών κινούμενο με κοσμιότητα και ευγένεια· μεταξύ μας τέλος ειρηνεύουμε «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς· (:Να ανέχεστε ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο, εάν έχει κανείς παράπονο εναντίον του άλλου, Όπως κι ο Χριστός σας έκανε χάρη και σας συγχώρησε, έτσι και εσείς να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο)»[Κολ.3,13].
Ας ειρηνεύουμε και εμείς λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας δείχνουμε αυτή την ειρήνη με έργα και τρόπους ενάρετους και αγαπητούς στον Θεό· γιατί εξαιτίας αυτής της ειρήνης και εμείς ήρθαμε σε σας, στην Εκκλησία του Χριστού, έχοντας ορισθεί από αυτόν διάκονοι της κληρονομιάς και χάριτός Του, και πάνω από όλα ευαγγελιζόμαστε σ’ εσάς την ειρήνη σύμφωνα με την προς εμάς παραγγελία του Σωτήρα μας μέσω των Αποστόλων, και με αυτήν συνάγουμε τα σκορπισμένα μέλη προς τον εαυτό τους και την προκαλούμενη από το μίσος ασθένεια και καχεξία την βγάζουμε έξω από τις ψυχές μας.
Είμαστε λοιπόν μαζί σας με τη χάρη του Χριστού και είμαστε πρεσβευτές του Χριστού, αφού Αυτός παρακαλεί με ενδιάμεσους εμάς, «καταλλάγητε τῷ Θεῷ(:συμφιλιωθείτε με τον Θεό)»[Β΄Κορ.5,20], γνωρίστε την μεταξύ σας συγγένεια που ενυπάρχει σε σας, όχι μόνο ως προς την ψυχή, αλλά και ως προς το σώμα, γιατί έτσι θα γίνετε και της ειρήνης, δηλαδή του Θεού, υιοί και κληρονόμοι. Γιατί Αυτός είναι η ειρήνη μας, που έκαμε τα δυο ένα και διέλυσε τον μεσότοιχο φράκτη και κατέλυσε με τον σταυρό την έχθρα και φύτευσε την ειρήνη μέσα στις ψυχές μας. Γιατί ολόκληρο το έργο της παρουσίας Του είναι η ειρήνη, και γι’ αυτήν έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη.
Γι’ αυτό και ο Δαβίδ προείπε γι’ Αυτόν:« ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης(:από την πνευματική αυτή γλυκιά άρδευση θα αναβλαστήσει και θα ανθίσει επί των ημερών Του δικαιοσύνη και ειρήνη πλούσια και ατέλειωτη)»[Ψαλμ.71,7], και σε άλλον Ψαλμό λέγει πάλι γι’ Αυτόν: «λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐπιστρέφοντας καρδίαν ἐπ᾿ αὐτόν(:θα ομιλήσει ειρηνικά προς τον λαό Του, στους αφοσιωμένους προς Αυτόν Ισραηλίτες· σε όσους επιστρέφουν με όλη τους την καρδιά προς Αυτόν)»[Ψαλμ.84,9]. Δείχνει όμως και ο ύμνος που ψάλθηκε κατά τη γέννησή Του από τους αγγέλους, ότι ήρθε σ’ εμάς φέροντάς μας από τον ουρανό την ειρήνη, λέγοντας: «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία(:Δοξασμένος ας είναι ο Θεός στα ύψιστα μέρη του ουρανού απ’ τους αγγέλους που κατοικούν εκεί˙ και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη απ’ την αμαρτία και τα βίαια πάθη της, ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη· διότι ο Θεός εκδήλωσε τώρα εξαιρετικά την εύνοια και την ευαρέσκειά Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του)»[Λουκ.2,14].
Και Αυτός ο Ίδιος, όταν ολοκλήρωνε ήδη την σωτηριώδη οικονομία, αντί κληρονομιάς, την ειρήνη άφησε στους μαθητές Του, λέγοντας προς αυτούς: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω (:Φεύγω και σας αφήνω την ειρήνη. Σας δίνω τη δική μου αληθινή και βαθιά ειρήνη, την οποία ήλθα να φέρω στον κόσμο που συνταράζεται από την αμαρτία. Δεν σας δίνω εγώ μια ειρήνη υποκριτική, απατηλή και ασταθή, σαν αυτή που δίνει ο κόσμος. Ας μην ταράζεται η καρδιά σας από εσωτερικούς φόβους κι ας μη δειλιάζει από εξωτερικά φόβητρα και απειλές)»[Ιω.14,27]· και επίσης· «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις(:Απ’ αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, από το αν δηλαδή έχετε αγάπη μεταξύ σας. Η αγάπη αυτή θα σας εξασφαλίσει την αναγνώριση, το σεβασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων περισσότερο από τη θαυματουργική σας δράση)»[Ιω,13,35]. Και η τελευταία προσευχή που έκανε για μας όταν ανέβαινε προς τον Πατέρα του στηρίζει την αναμεταξύ μας αγάπη· γιατί λέγει: «τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς(:Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική Σου προστασία και δύναμη, την οποία έδωσες και σε Εμένα˙ έτσι ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους και να είναι με την αγάπη και την ομοφροσύνη ένα πνευματικό σώμα, όπως είμαστε ένα κι εμείς που έχουμε την ίδια ουσία και φύση)»[Ιω.17,11].
Να μην εκπέσουμε λοιπόν από την πατρική προσευχή, ούτε να απορρίψουμε την κληρονομιά του ουράνιου Πατέρα, ούτε τη σφραγίδα και το σημάδι της προς Αυτόν οικειότητας να πετάξουμε, για να μη χάσουμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς Αυτόν μαθητεία και εκπέσουμε από την επηγγελμένη ζωή και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα του ειρηνάρχη Πατέρα, ο οποίος, για να μη πάθουμε αυτό, απέστειλε μέσω των αγίων μαθητών και Αποστόλων Του την ειρήνη σε όλον τον κόσμο.
Γι’ αυτό και αυτοί και στις ομιλίες τους και στα συγγράμματά τους αυτήν προβάλλουν στους προλόγους τους πριν από όλους τους λόγους, «χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ(:χάρη σε σας και ειρήνη από τον Θεό)»[Γαλ.1,3]. Αυτήν και εμείς ως υπηρέτες της διακονίας εκείνων και τώρα ευαγγελιζόμαστε και μαζί με τον Παύλο λέμε σ’ εσάς: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον(:αγωνίζεστε και προσπαθείτε να επιδιώκετε ειρήνη με όλους καθώς και να αποκτήσετε και τον αγιασμό και την καθαρότητα της καρδιάς σας, χωρίς την οποία κανένας δεν θα δει τον Κύριο)»[Εβρ.12,14]. Από μας όμως κανένας να μην αποτύχει στο να δει τον Κύριο, ούτε να εκπέσει από τη θεία δόξα την εκπεμπόμενη από εκεί, αλλά, αφού όλοι συμφιλιωθούμε και συναχθούμε σ’ ένα με την μεταξύ μας κατά Θεόν ειρήνη και αγάπη και ομόνοια, να έχουμε στο μέσο μας σύμφωνα με τη γλυκιά παραγγελία του τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που εξομαλύνει τις δυσκολίες του παρόντος βίου, και στον κατάλληλο καιρό χαρίζει την αιώνια ζωή και δόξα και βασιλεία.
Αυτήν είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς με τη χάρη και φιλανθρωπία του ειρηνοποιού και ειρηνοδώρου Θεού και Πατέρα μας και Κυρίου Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες αιώνων. Γένοιτο.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογο
ΠΗΓΕΣ:
· Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Άπαντα τα έργα, τόμος 11, ομιλία ΞΑ΄,σελ.538-558,Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1986
· http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm






