Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11, 2025

 


ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου –Καθηγητού

     Ένας από τους πλέον δημοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας είναι και ο άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός, του οποίου το τίμιο λείψανο βρίσκεται στην Κέρκυρα, άφθαρτο εδώ και χίλια επτακόσια χρόνια.
     Καταγόταν από την Κύπρο. Γεννήθηκε στο χωριό Άσσια περί το 270 από αγρότες απλοϊκούς και φτωχούς, αλλά ευσεβείς γονείς. Ο ίδιος δεν είχε την ευκαιρία να λάβει σπουδαία εκπαίδευση, παρά μόνο τη στοιχειώδη. Όμως ενστάλαξαν οι γονείς του στην ψυχή του την ευσέβεια. Τα λίγα γράμματα, που έμαθε, τα χρησιμοποιούσε για τη μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων ψυχωφελών αναγνωσμάτων. Ακολούθησε το επάγγελμα των γονέων του, του ποιμένα προβάτων. Εκεί στα λιβάδια και στα δάση μελετούσε με πάθος το λόγο του Θεού προσευχόμενος αδιάλειπτα. Μέσα στο ποιμενικό σακίδιό του, μαζί με το λιτό φαγητό του, έφερε μαζί του την Αγία Γραφή. Όταν δεν μελετούσε, έψελνε ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας στο Θεό για τις άπειρες δωρεές Του, που απολάμβανε στη ζωή του. Πολύ συχνά σύναζε και άλλους ποιμένες, στους οποίους δίδασκε την πίστη στον αληθινό Θεό και την χριστιανική ζωή. Μια άσβεστη φλόγα έτρεφε στην καρδιά του, να οδηγήσει και άλλους ανθρώπους στην αληθινή εν Χριστώ ζωή και σωτηρία.
      Φρόντιζε να αποκτά αρετές και να μοιάζει όλο και περισσότερο στο Χριστό. Μέρα με τη μέρα αύξανε την πνευματική του καλλιέργεια και γινόταν όλο και πιο φωτεινός και ξεχωριστός στην ευρύτερη περιοχή του τόπου του. Ζούσε όμως σε εποχή που ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη μειοψηφία και διωκόμενος από το ρωμαϊκό κράτος. Δεν καθόλου εύκολη υπόθεση να είναι κανείς Χριστιανός, διότι, αν εκδήλωνε την πίστη του στο Χριστό και δεν πειθαρχούσε να θυσιάσει στα είδωλα, συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και συχνά έχανε τη ζωή του. Έτσι και ο ένθερμος Σπυρίδων έγινε στόχος των φανατικών ειδωλολατρών της περιοχής. Επί αυτοκράτορα Μαξιμίνου (308-313) συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια για να αρνηθεί στο Χριστό. Όμως εκείνος έμεινε εδραίος στην πίστη του. Από τα σκληρά βασανιστήρια εξαρθρώθηκε το πόδι του και έπαθε ζημιά το μάτι του.
      Όμως ήρθε η ευλογημένη μέρα όπου ο Μ. Κωνσταντίνος υπέγραψε το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων (313), το οποίο, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, κατοχύρωνε την ανεξιθρησκία. Ο Σπυρίδων απελευθερώθηκε και επέστρεψε στην πατρίδα του. Νυμφεύτηκε μια ευσεβή νέα και έκαμε μια υπέροχη οικογένεια. Όμως η σύζυγός του αρρώστησε και πέθανε νωρίς, μένοντας ο Σπυρίδων μόνος να αναθρέφει την αγαπημένη του κόρη Ειρήνη. Μόνη του παρηγοριά στον μεγάλο πόνο του η μελέτη των αγίων Γραφών. Πίστευε πως τα παθήματα του νυν καιρού είναι μέσα παιδαγωγίας για την πνευματική του πρόοδο. Τότε είναι που ανάλαβε να συντηρεί ορφανά και δυστυχισμένους της περιοχής.
       Η φήμη του άρχισε να γίνεται γνωστή σε όλη την Μεγαλόνησο. Πλήθος αναξιοπαθούντων έτρεχαν σ’ αυτόν να πάρουν ψυχική δύναμη και να ανακουφιστούν από τις αντιξοότητες της ζωής. Εν τω μεταξύ είχε κοιμηθεί ο ιερέας του χωριού του και οι χωριανοί του πρότειναν να πάρει τη θέση του ο ευλαβής Σπυρίδων. Δέχτηκε ύστερα από μεγάλη πίεση. Λίγο αργότερα τον ανάδειξαν, και πάλι χωρίς τη θέλησή του, επίσκοπο της πόλεως Τριμυθούντος. Ως επίσκοπος πλέον ανάδειξε όλες τις αρετές και την αγιότητά του. Έγινε πρότυπο ποιμένα ψυχών. Ζούσε να διακονεί το λαό του Θεού, που του εμπιστεύτηκε Εκείνος, οδηγώντας χιλιάδες ψυχές στη σωτηρία. Ταυτόχρονα είχε να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο κοινωνικό έργο. Ο Θεός τον αξίωσε να επιτελεί και θαύματα, προς δόξα δική Του.  
       Στις μέρες του είχε ξεσπάσει στην Εκκλησία ο μεγάλος σάλος της φοβερής αίρεσης του Αρείου. Για την αντιμετώπισή της ο Μ. Κωνσταντίνος είχε συγκαλέσει το 325 την Α΄ εν Νικαία της Βιθυνίας Οικουμενική Σύνοδο, όπου έλαβε μέρος και ο Σπυρίδων, εκπροσωπώντας την επισκοπή Τριμυθούντος. Εκεί ο άγιος επίσκοπος απόδειξε με την απλότητα, που τον διέκρινε, την αλήθεια του τριαδικού δόγματος. Διέσπασε θαυματουργικά ένα κεραμίδι ενώπιον της Συνόδου, σε φωτιά, νερό και χώμα, παραλληλίζοντας έτσι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, συμβάλλοντας με τον δικό του τρόπο, στην καταδίκη της αιρέσεων. Αργότερα το 342 έλαβε μέρος και στην εν Σαρδική (Σόφια Βουλγαρίας) Τοπική Σύνοδο, σύμφωνα με μαρτυρία του Μ. Αθανασίου.
       Ποίμανε θεοφιλώς την επισκοπή του ως το 348, όταν ο Θεός τον κάλεσε κοντά του, να τον επιβραβεύσει για την ενάρετη ζωή του και το σπουδαίο έργο του στην Εκκλησία του Χριστού. Αμέτρητα πλήθη είχαν συρρεύσει στην Τριμυθούντα από κάθε μέρος της Μεγαλονήσου να αποχαιρετίσουν τον καλό και άξιο ποιμένα τους, τον πνευματικό τους πατέρα, τον σοφό συμβουλάτορά τους και το στήριγμά τους. Να του ζητήσουν να πρεσβεύει αενάως στο Θεό από του ουράνιο θυσιαστήριο.
     Με μεγάλες τιμές έθαψαν το σώμα του. Όμως όταν έκαμαν την εκταφή  το βρήκαν άφθορο να ευωδιάζει και να θαυματουργεί. Το έβαλαν σε μαρμάρινη λάρνακα και το τοποθέτησαν στο νάρθηκα του ναού να το προσκυνούν και να αγιάζονται από αυτό οι πιστοί. Το έτος 648 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη για ασφάλεια, λόγω των συχνών επιδρομών των Σαρακηνών στο νησί. Από εκεί λίγο πριν την άλωση, κάποιος ευλαβής ιερέας, ονόματι Γρηγόριος Πολύευκτος, για αν μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, το μετέφερε, μαζί με το λείψανο της αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, στην Παραμυθιά της Ηπείρου. Το 1460 το μετέφερε στην Κέρκυρα, όπου το κληροδότησε σε κάποιον άλλο ευλαβή κερκυραίο ιερέα, ονόματι Γεώργιο Καλοχαιρέτη, στον οποίο το κληροδότησε.   Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα, επιτελώντας άπειρα θαύματα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Δεκεμβρίου.


 

Ομιλία του Δ. Παναγόπουλου

για Θαύματα

του Aγ. Σπυρίδωνα


«Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε…»


“Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ’ αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα.

Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι’ αυτό δεν έπρεπε να γίνει.

Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά.

Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι’ αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ’ ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πάς»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου”.