Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΗΡ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΗΡ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2026

 

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καταρρίπτει τά ἐπιχειρήματα τῶν ἐχθρῶν της Ἀνάστασης

Ἕνα πρωινό συζητᾶ ὁ γέροντας μέ δύο-τρεῖς ἐπισκέπτες στό σπίτι του. Ὁ ἕνας εἶναι ἰδεολόγος κομμουνιστής...
Ὅλο τό οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στηρίζεται στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό δέν τό λέω ἐγώ. Τό λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαῖα ἤ πίστις ἠμῶν» (Α' Κορ. ιε' 17). "Ἄν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τότε ὅλα καταρρέουν. Ὁ Χριστός ὅμως ἀνέστη, πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἄρα Θεός.
- Ἐσεῖς τά εἴδατε ὅλα αὐτά; Πῶς τά πιστεύετε;
- Ὄχι, ἐγώ δέν τά εἶδα. Τά εἶδαν ὅμως ἄλλοι, οἱ Ἀπόστολοι. Αὐτοί στή συνέχεια τά γνωστοποίησαν καί μάλιστα προσυπέγραψαν τή μαρτυρία τους μέ τό αἷμα τους. Κι ὅπως ὅλοι δέχονται, ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑψίστη μαρτυρία.
Μέ βάση ἕναν πολύ ὡραῖο συλλογισμό τοῦ Πασκάλ λέμε ὅτι μέ τούς Ἀποστόλους συνέβη ἕνα ἀπό τά τρία: Ἤ ἀπατήθηκαν... ἤ μᾶς ἐξαπάτησαν ἤ μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.
"Ἄς πάρουμε τήν πρώτη ἐκδοχή. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπατήθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι ὅσα ἀναφέρουν δέν τά ἔμαθαν ἀπό ἄλλους. Αὐτοί οἱ ίδιοι ἦσαν αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες ὅλων αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου δέν ἦσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι οὔτε εἶχαν καμμιά ψυχολογική προδιάθεση γιά τήν ἀποδοχή τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντιθέτως ἦσαν τρομερά δύσπιστοι. Τά Εὐαγγέλια εἶναι πλήρως ἀποκαλυπτικά αὐτῶν τῶν ψυχικῶν τους διαθέσεων: δυσπιστοῦσαν στίς διαβεβαιώσεις ὅτι κάποιοι Τόν εἶχαν δεῖ ἀναστάντα.

Καί κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρίν τούς καλέσει ὁ Χριστός; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ἤ ὁραματιστές φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν συστημάτων, πού περίμεναν νά κατακτήσουν τήν ἀνθρωπότητα καί νά ἱκανοποιήσουν ἔτσι τίς φαντασιώσεις τους; Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν. Καί τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν νά πιάσουν κανένα ψάρι νά θρέψουν τίς οἰκογένειές τους.

Φέρε μου καί σύ κάποιον νά μοῦ πῆ πώς ὁ Μάρξ ἀπέθανε καί ἀνέστη καί νά θυσιάση τή ζωή του γιά τή μαρτυρία αὐτή κι ἐγώ θά τόν πιστεύσω ὡς τίμιος ἄνθρωπος.

- Νά σᾶς πῶ. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν καί πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Γιατί δέν ἀσπάζεσθε καί τόν κομμουνισμό;

- Τό εἶπες καί μόνος σου. Οἱ κομμουνιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μία ἰδεολογία ὅμως εἶναι πολύ εὔκολο νά ὑπεισέλθη πλάνη. Ἐπειδή δέ εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς νά θυσιάζεται γιά κάτι στό ὁποῖο πιστεύει, ἐξηγεῖται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Αὐτό ὅμως δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά τήν δεχθοῦμε καί ὡς σωστή.

Εἶναι ἄλλο πράγμα νά πεθαίνης γιά ἰδέες κι ἄλλο γιά γεγονότα. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως δέν πέθαναν γιά ἰδέες. Οὔτε γιά τό «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» οὔτε γιά τίς ἄλλες ἠθικές διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι πέθαναν μαρτυροῦντες ὑπερφυσικά γεγονότα. Κι ὅταν λέμε γεγονός, ἐννοοῦμε ὅ,τι ὑποπίπτει στίς αἰσθήσεις μας καί γίνεται ἀντιληπτό ἀπό αὐτές. Οἱ Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν δι' «ὅ ἀκήκοασι, ὅ ἐωράκασι τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν, ὅ ἐθεάσαντο καί αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν»(Α' Ἰωαν. α' 1-4). Γι' αὐτό καί μετά τή Σταύρωση τοῦ Κυρίου, παρά τά ὅσα εἶχαν ἀκούσει καί δεῖ, ἐπέστρεψαν στά πλοιάρια καί στά δίχτυά τους. Δέν ὑπῆρχε δήλ. σ' αὐτούς, ὅπως ἀναφέραμε, οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως γιά ὅσα ἐπρόκειτο νά ἐπακολουθήσουν. Καί μόνο μετά τήν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης.

Ἡ δεύτερη ἐκδοχή: Μήπως μᾶς ἐξαπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέματα; Ἄλλα γιατί νά μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θά κέρδιζαν μέ τά ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως ἀξιώματα, μήπως δόξα; Γιά νά πῆ κάποιος ἕνα ψέμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως, κηρύσσοντες Χριστόν καί Τοῦτον ἐσταυρωμένον καί Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τά μόνα τά ὁποῖα ἐξασφάλισαν ἦσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι ἀπό ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις καί τέλος ὁ θάνατος. Καί ὅλα αὐτά γιά ἕνα ψέμα; Εἶναι ἐντελῶς ἀνόητο καί νά τό σκεφθῆ κάποιος.

Συνεπῶς οὔτε ἐξαπατήθηκαν οὔτε μᾶς ἐξαπάτησαν οἱ Ἀπόστολοι. Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή ὅτι μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.

Θά πρέπει μάλιστα νά σοῦ τονίσω καί τό ἑξῆς: Οἱ Εὐαγγελιστές εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν πραγματική ἱστορία. Διηγοῦνται τά γεγονότα καί μόνον αὐτά. Δέν προβαίνουν σέ καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δέν ἐπαινοῦν, κανένα δέν κατακρίνουν. Δέν κάνουν καμμία προσπάθεια νά διογκώσουν κάποιο γεγονός ἤ νά ἐξαφανίσουν ἤ νά ὑποτιμήσουν κάποιο ἄλλο. Ἀφήνουν τά γεγονότα νά μιλοῦν μόνα τους.

- Ἀποκλείεται νά ἔγινε στήν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ νεκροφάνεια; Τίς προάλλες ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες γιά κάποιον Ἰνδό, τόν ὁποῖο ἔθαψαν καί μετά ἀπό τρεῖς μέρες τόν ξέθαψαν καί ἦταν ζωντανός.

- "Ἄχ, παιδάκι μου. Θά θυμηθῶ καί πάλι τό λόγο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἄπιστοι, δέν εἶσθε δύσπιστοι. Εἶσθε οἱ πλέον εὔπιστοι. Δέχεσθε τά πιό ἀπίθανα, τά πιό παράλογα , τά πιό ἀντιφατικά, γιά νά ἀρνηθῆτε τό θαῦμα!».

Ὄχι, παιδί μου. Δέν ἔχουμε νεκροφάνεια στόν Χριστό. Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τή μαρτυρία τοῦ Ρωμαίου κεντυρίωνος, ὁ ὁποῖος βεβαίωσε τόν Πιλάτο ὅτι ὁ θάνατος εἶχε ἐπέλθει.

"Ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος κατά τήν Ἴδια τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας μέ δύο μαθητές Του πρός Ἐμμαούς, πού ἀπεῖχε πάνω ἀπό δέκα χιλιόμετρα ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον νά ἔχη ὑποστῆ ὅσα ὑπέστη ὁ Χριστός καί τρεῖς μέρες μετά τό «θάνατό» του νά τοῦ συνέβαινε νεκροφάνεια; "Ἄν μή τί ἄλλο θά 'πρεπε γιά σαράντα μέρες νά τόν ποτίζουν κοτόζουμο γιά νά μπορῆ νά ἀνοίγη τά μάτια του, κι ὄχι νά περπατᾶ καί νά συζητᾶ σάν νά μή συνέβη τίποτα.

Ὅσο γιά τόν Ἰνδό, φέρε τόν ἐδῶ νά τόν μαστιγώσουμε μέ φραγγέλιο — καί ξέρεις τί ἐστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στά ἄκρα τοῦ ὁποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ἤ σπασμένα κόκκαλα ἤ μυτερά καρφιά—, φέρε τόν, λοιπόν, νά τόν φραγγελώσουμε, νά τοῦ φορέσουμε ἀκάνθινο στεφάνι, νά τόν σταυρώσουμε, νά τοῦ δώσουμε χολή καί ξύδι, νά τόν λογχίσουμε, νά τόν βάλουμε στόν τάφο, κι ἄν ἀναστηθῆ, τότε τά λέμε.

- Παρά ταϋτα ὅλες οἱ μαρτυρίες, τίς ὁποῖες ἐπικαλεσθήκατε, προέρχονται ἀπό Μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάποια μαρτυρία περί αὐτοῦ, πού νά μήν προέρχεται ἀπό τόν κύκλο τῶν Μαθητῶν του; Ὑπάρχουν δήλ. ἱστορικοί, πού νά πιστοποιοῦν τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ; "Ἄν ναί, τότε θά πιστέψω κι ἐγώ.

- Ταλαίπωρο παιδί! Δέν ξέρεις τί ζητᾶς! "Ἄν ὑπῆρχαν τέτοιοι ἱστορικοί πού νά εἶχαν δεῖ τόν Χριστό ἀναστημένο, τότε ἀναγκαστικά θά πίστευαν στήν Ἀνάστασή Του καί θά τήν ἀνέφεραν πλέον ὡς πιστοί, ὁπότε καί πάλι θά ἀρνιόσουν τή μαρτυρία τους, ὅπως ἀκριβῶς ἀπορρίπτεις τή μαρτυρία τοῦ Πέτρου, τοῦ Ἰωάννου κ.λπ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά βεβαιώνη κάποιος τήν Ἀνάστασι καί ταυτόχρονα νά μή γίνεται Χριστιανός; Μᾶς ζητᾶς «πέρδικα ψητή σέ κέρινο σουβλί καί νά λαλῆ»! Αἴ, δέν γίνεται!

Σοῦ θυμίζω πάντως, ἔφ' ὅσον ζητᾶς ἱστορικούς, αὐτό τό ὁποῖο σοῦ ἀνέφερα καί προηγουμένως: ὅτι δηλ. οἱ μόνοι πραγματικοί ἱστορικοί εἶναι οἱ Ἀπόστολοι.

Παρ' ὅλα αὐτά ὅμως ἔχουμε καί μαρτυρία τέτοια ὅπως τήν θέλεις: ἀπό κάποιον δήλ. πού δέν ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του. Τοῦ Παύλου. Ὁ Παῦλος ὄχι μόνο δέν ἦταν Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ἐδίωκε μετά μανίας τήν Ἐκκλησία Του.

- Γι' αὐτόν ὅμως λένε ὅτι ἔπαθε ἡλίαση καί ἐξ αἰτίας της εἶχε παραίσθηση.

- Βρέ παιδάκι μου, ἄν εἶχε παραίσθηση ὁ Παῦλος, αὐτό πού θά ἀνεδύετο θά ἦταν τό ὑποσυνείδητό του. Καί στό ὑποσυνείδητο τοῦ Παύλου θέσι ὑψηλή κατεῖχαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προφῆτες. Τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰακώβ καί τόν Μωυσῆ ἔπρεπε νά δῆ κι ὄχι τόν Ἰησοῦ, τόν ὁποῖο θεωροῦσε λαοπλάνο καί ἀπατεώνα!

Φαντάζεσαι καμμιά πιστή γριούλα στό ὄνειρό της ἤ στό παραλήρημά της νά βλέπη τόν Βούδδα ἤ τόν Δία;

Τόν "Ἄϊ Νικόλα θά δῆ καί τήν Ἁγία Βαρβάρα. Διότι αὐτούς πιστεύει.

Καί κάτι ἀκόμη. Στόν Παῦλο, ὅπως σημειώνει ὁ Παπίνι, ὑπάρχουν καί τά ἑξῆς θαυμαστά: Πρῶτον, τό αἰφνίδιο τῆς μεταστροφῆς. Κατ' εὐθείαν ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη. Δέν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, τό ἰσχυρόν τῆς πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις καί ἀμφιβολίες. Καί τρίτον, πίστη διά βίου. Πιστεύεις ὅτι αὐτά μπορεῖ νά λάβουν χώρα μετά ἀπό μία ἡλίαση; Δέν ἐξηγοῦνται αὐτά μέ τέτοιους τρόπους. "Ἄν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. "Ἄν δέν μπορῆς, παραδέξου τό θαῦμα. Καί πρέπει νά ξέρης ὅτι ὁ Παῦλος μέ τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του ἦταν ἄνδρας ἐξόχως πεπαιδευμένος. Δέν ἦταν κανένα ἀνθρωπάκι νά μήν ξέρη τί τοῦ γίνεται.

Θά προσθέσω ὅμως καί κάτι ἐπί πλέον. Ἐμεῖς, παιδί μου, ζοῦμε σήμερα σέ ἐξαιρετική ἐποχή. Ζοῦμε τό θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε γιά τήν Ἐκκλησία Του ὅτι «καί πῦλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Μάτθ. ις' 18), οἱ ὀπαδοί Του ἀριθμοῦσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα Ἔκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αὐτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀκλόνητη παρά τούς συνεχεῖς καί φοβερούς διωγμούς ἐναντίον της. Αὐτό δέν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Τρίτη, Μαρτίου 03, 2026

 

                 Τί εἶναι ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία;

† Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε ὅλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς νά τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.
Κατὰ τή Λειτουργίᾳ αὐτή δέν τελεῖται Θυσίᾳ, δὲ γίνεται δηλαδὴ μεταβολή τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος εἶναι ἕτοιμα, ἔχουν προαγιασθεῖ (γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων) κατὰ τὴν προηγηθεῖσα θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, εἶναι πλέον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ ἁπλῶς προσφέρονται πρὸς μεταλήψη στούς πιστούς.
Ὁ Ἱερέας καθ' ἑκάστη Κυριακὴ κόπτει ἀπὸ τὸ πρόσφορο τὸν λεγόμενο «Ἀμνόν», δηλαδὴ τὸ τετράγωνο ἐκεῖνο τεμάχιο τῆς σφραγῖδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στό ἱερὸ Δισκάριο. Μετ' ὀλίγο, κατὰ τή στιγμή τοῦ «Σὲ ὑμνοῦμεν...», τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἄρτου θὰ μεταβληθεῖ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἱερέως σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ οἶνος, ποὺ εἶναι στό ἱερὸ Ποτήριο, θὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου... 
Ὅταν ὅμως βρισκόμαστε στήν πένθιμο περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἱερέας, κατὰ τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, δέν θὰ κόψει ἔνα μόνο τεμάχιο ἐκ τῆς σφραγῖδας τοῦ προσφόρου, ὡσὰν αὐτό πού εἴπαμε ἀνωτέρω, ἀλλὰ περισσότερα (συνήθως τρία), ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν Λειτουργιῶν τῶν Προηγιασμένων πού θὰ τελέσει κατὰ τὴν ἑβδομάδα.

Τὰ τεμάχια αὐτά (πού δέν κόπτονται ὅλα ἀπὸ ἔνα πρόσφορο, ἀλλ' ἕνα ἀπὸ κάθε πρόσφορο), θὰ τὰ εὐλογήσει κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ αὐτὰ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα Χριστοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἕνα θὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν θείᾳ Μεταλήψη τῆς ἡμέρας ἐκείνης (Κυριακῆς), τὰ ἄλλα (συνήθως δύο) θὰ ἐμβαπτισθοῦν στό ἱερὸ Ποτήριο, ὅπου τὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ φυλαχθοῦν σὲ εἰδικὸ κιβωτίδιο, τὸ ἱερὸ Ἀρτοφόριο, γιά τὶς Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων πού θὰ γίνουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας. Κατ' αὐτές τίς Λειτουργίες ὁ Ἱερέας θὰ προσφέρει στούς πιστοὺς πρὸς μεταλήψη τὰ Προηγιασμένα αὐτὰ Δῶρα.

Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἐσπερινό, εἶναι δηλαδὴ βραδινή. Αὐτὸ ἔχει θεσπιστεῖ, διότι οἱ παλιοὶ Χριστιανοὶ κατά τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διετέλουν τελείως ἄσιτοι (νηστικοί) μέχρι τῶν ἐσπερινῶν ὡρῶν. Μπορούσαν λοιπὸν νά ἐκκλησιαστοῦν καὶ νά κοινωνήσουν κατά τίς ἑσπερινὲς ὦρες. Σήμερα ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα συνηθέστερα ὅμως τελεῖται κατά τίς πρωινὲς ὦρες πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν.

Ἡ Λειτουργία αὐτὴ δέν ἔχει τὸν πανηγυρικὸ καὶ θριαμβευτικὸ τόνο τῶν ἄλλων Λειτουργιῶν, ἀλλὰ δεσπόζει σὲ αὐτὴ τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ στοιχεῖο.Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται ὄλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τή Μεγάλῃ Ἑβδομάδα τελεῖται μόνο τίς τρεῖς πρῶτες μέρες αὐτῆς (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη καὶ Μ. Τετάρτη). Ἐπίσης τελεῖται καὶ κατά τίς ἡμέρες ἑορτῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστής. Δέν τελεῖται κατὰ τὰ Σάββατα καί τίς Κυριακὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Ἱερέας, καὶ ἂν κρατήσει τὰ ὀνόματα, δέν θὰ τὰ μνημονεύσει, στήν Πρόθεση, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀφήσει γιά τή Λειτουργίᾳ τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς. Ἐπίσης, κατὰ τή Λειτουργίᾳ τῶν Προηγιασμένων δὲν γίνονται μνημόσυνα.


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2025

 

       Λόγια τοῦ μακαριστοῦ πατρός Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: 
ρχιμ. Ἐφραὶμ Χαλή, Ὁ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΑΣ Π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκδόσεις "Ὀρθόδοξος Κυψέλη", Θεσσαλονίκη. 
- Γέροντα, λένε μερικοὶ γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη: «Δὲν πρέπει νὰ μελετοῦμε τὴν ἱστορία τῶν Ἑβραίων». 
- Δὲν εἶναι ἱστορία τῶν Ἑβραίων. Εἶναι ἡ προϊστορία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ καταλάβουν. Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰακὼβ μπορεῖ νὰ εἶναι κατὰ σάρκα πρόγονοι τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα εἶναι δικοί μας. Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 3, 7-9). Καὶ ὁ Κύριος εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: Μὴ νομίζετε, ὅτι μὲ τὸ νὰ λέτε, Πατέρα ἔχουμε τὸν Ἀβραάμ, ἔχει κάποια ἀξία, ἀφοῦ ἐσεῖς δὲν πολιτεύεσθε ὅπως ὁ Ἀβραάμ. 
Ὁ Χριστιανικὸς λαὸς εἶναι ὁ κατὰ πνεῦμα Ἰσραήλ. Ὅποιος χριστιανὸς μιμεῖται τὴν πίστη τοῦ Ἀβραάμ, αὐτὸς εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Καὶ ὄχι... οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεδοκίμασαν τὸν Μεσσία, στὸν ὁποῖον ὁ Ἀβραὰμ πίστεψε καὶ τὸν προσδοκοῦσε. Ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸν Μεσσία προσδοκοῦσαν καὶ ὁ Ἰακὼβ καὶ οἱ ἄλλοι Πατριάρχες. Καὶ ὁ θεόπτης Μωυσῆς, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου... ἀναστήσει σοὶ Κύριος ὁ Θεὸς σοι» (Δευτ. 18, 15). 
Εἶναι, λοιπόν, κατὰ πνεῦμα, δικοί μας πρόγονοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ ἀντίληψη, ὅτι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ, εἶναι στρεβλή. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν προϊστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Εἶναι ἡ προϊστορία τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου μας. 
Οἱ Ἰουδαῖοι τώρα εἶναι πλέον ἀντίχριστοι. Δὲν εἶναι περιούσιος λαός. Ἐξέπεσαν. Δὲν τὸ ψάλλουμε τὴν Πεντηκοστή; «Ἰουδαῖοι... ἀπιστία νοσήσαντες θεϊκῆς ἐξέπεσον χάριτος». 
***
Κάποια φορὰ στὴν ἐξομολόγηση μιὰ μητέρα τοῦ εἶπε: 
- Ἀνησυχῶ πολὺ γιὰ τὰ παιδιά μου, μήπως πάθουν τίποτε, μήπως τοὺς συμβεῖ κάτι κακό. Βάζω χίλια δυὸ μὲ τὸ μυαλό μου. 
Ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Ἐπιφανίου ἦλθε ταχύτατα, σὲ ἔντονο ὕφος καὶ συγχρόνως συγκλονιστική: 
- Καὶ ποιός σοῦ εἶπε ὅτι τὰ παιδιὰ εἶναι δικά σου; Τοῦ Θεοῦ εἶναι! Προβατάκια Του εἶναι καὶ σὲ ἔχει βάλει νὰ τὰ φυλᾶς. 
***
Συχνὰ ὁ π. Ἐπιφάνιος ἔκανε συζητήσεις μὲ παλαιοημερολογίτες ζηλωτές. Ἡ προσπάθειά του ἐκινεῖτο σὲ ἐπίπεδο συγγραφικό, ἐπιστολογραφικὸ κ.τ.λ., ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο συζητήσεων. 
Ἐσεῖς οἱ νεοημερολογίτες δὲν θὰ πᾶτε στὸν παράδεισο, τοῦ ἔλεγε κάποιος φανατικὸς ζηλωτής. 
Θὰ πᾶμε καὶ μάλιστα μὲ σιγουριά, τοῦ ἀπαντοῦσε ἤρεμα ὁ Γέροντας. 
Δὲν θὰ πᾶτε καὶ στὸ λέγω ἐγὼ μὲ βεβαιότητα. 
Φυσικὰ καὶ θὰ πᾶμε στὸν παράδεισο, μὴ ἀμφιβάλλεις γι’ αὐτό. 
Ἐὰν πᾶτε σεῖς στὸν παράδεισο, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἔλθω. Προτιμῶ τὴν κόλαση. 
Πρόσεξε, παιδί μου, μὴ χάσεις τὴν ψυχή σου. Ἐγὼ θέλω νὰ πάω στὸν παράδεισο καὶ ἂς εἶμαι τελευταῖος μετὰ καὶ ἀπὸ τὸν χειρότερο ἄνθρωπο. Νὰ μὲ βάλει ὁ Θεὸς στὸν Παράδεισο καὶ ἂς ἔχει βάλει καὶ τὸν Νέρωνα καὶ τὸν Χίτλερ καὶ μάλιστα νὰ τοὺς γυαλίζω καὶ τὰ παπούτσια. Τί μὲ νοιάζει ἐμένα ποιόν θὰ βάλει ὁ Θεὸς στὸν Παράδεισο; Δικός του εἶναι, ὅ,τι θέλει κάνει. Ἐμένα δὲν μοῦ πέφτει λόγος· ἐγὼ θέλω νὰ σωθῶ καὶ τὰ ὑπόλοιπα εἶναι τοῦ Κυρίου! 
***
Ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος εἶχε βαθιὰ ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ ἀκράδαντη πίστη ὅτι ὁ Κύριος τοῦ δίνει πλούσια τὴν χάρη καὶ τὶς εὐλογίες Του. Τὸν ἀκούγαμε νὰ ἐπαναλαμβάνει συχνὰ τὶς κάτωθι στερεότυπες προσευχές: 
«Κύριε, λάμπρυνόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὸ φῶς τὸ αἰσθητόν». 
«Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος». 
«Κύριε, κἂν θέλω, κἂν μὴ θέλω σῶσον με». 

Σὲ αὐτὲς τὶς ἐκφράσεις διαπιστώνει κανεὶς ἔντονα τρία στοιχεῖα: 
α) Πίστευε ὅτι δὲν εἶχε καμία ἀρετὴ καὶ ἡ ὕπαρξή του εἶχε ἀνάγκη νὰ φωτισθεῖ ἀπὸ τὸ οὐράνιο φῶς. 
β) Εἶχε βαθύτατο πόθο γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 
γ) Ἔθετε τὸ αὐτεξούσιό του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, προκειμένου, ἔστω καὶ ἀκουσίως, ὁ Κύριος νὰ τὸν σώσει. 


Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2025

 

Στο κατρακύλισμα που μας φοβίζει τι να κάνουμε;

 



Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

“Μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη ὄχι μόνον νά ἀναφωνοῦμε, ἀλλά καί νά ζοῦμε τό, «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα»”


– Γέροντα, εἶναι διαπίστωσις πολλῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὁ κόσμος συνεχῶς χειροτερεύει. Αὐτό τό ἀπότομο κατρακύλισμα κάπου μᾶς φοβίζει. Ἐμεῖς τί μποροῦμε νά κάνουμε;

– Νά παραμένουμε κοντά στόν Θεό. Ὅσο εἴμεθα κοντά Του, ἰσχύει τό: «Παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβούμενων αὐτόν καί ρύσεται αὐτούς» (ψαλμ 33, 8).

Ὅταν ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας εἶχε στείλει στρατό νά συλλάβουν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο, ὁ προφήτης βρισκόταν μέ τόν ὑποτακτικό του. Μόλις ὁ ὑποτακτικός του εἶδε νά ἀνεβαίνουν οἱ στρατιῶτες γιά νά τούς συλλάβουν, τρομοκρατήθηκε, τόν ἔπιασε πανικός. Καί στράφηκε στόν Ἐλισσαῖο καί τοῦ λέγει: «Γιά κοίτα κύριε, τί γίνεται. Πόσοι ἔρχονται νά μᾶς συλλάβουν, πῶς θά γλιτώσουμε;». Ὁ προφήτης τοῦ ἀπάντησε νά μήν φοβᾶται, διότι «πλείους οἱ μεθ` ἡμῶν ὑπέρ τούς μετ’ αὐτῶν» (Δ΄ Βασ. 6, 16). Εἶναι πολύ περισσότεροι ἐκεῖνοι πού εἶναι μαζί μας, παρά οἱ ἐχθροί μας πού ἔρχονται νά μᾶς συλλάβουν. Καί προσευχήθηκε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος στό Θεό καί εἶπε:

«Κύριε, ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τοῦ παιδιοῦ γιά νά δεῖ πῶς Ἐσύ μέ ὑπερασπίζεις». Καί πράγματι ὁ Θεός ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τοῦ ὑποτακτικοῦ καί εἶδε γύρω ἀπό τόν προφήτη νά εἶναι μιὰ στρατιά ὁλόκληρη ἀγγέλων, πού κρατοῦσαν πύρινα σπαθιά στά χέρια τους. Ἀμέσως ἡ ψυχή του γέμισε ἀπό ἱκανοποίηση, ἀπό ἀγαλλίαση, καί τοῦ ἔφυγε ὁ φόβος. Καί φυσικά δέν κατώρθωσαν νά συλλάβουν καί νά θανατώσουν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο. Πύρινα τάγματα ἀγγέλων, στρατιές ἀγγέλων εἶχαν σταλῆ ἀπό τόν Θεό γιά νά ὑπερασπιστοῦν τόν προφήτη Του.

Αὐτά δέν ἐγίνοντο μόνο τότε. Γίνονται στή ζωή κάθε ἀνθρώπου, ὅταν εἴμεθα ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστις μας εἶναι στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Δέν ἦταν μόνο γιά ἐκείνη τήν ἐποχή. Οὔτε γιά τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά εἴμεθα σάν αὐτούς. Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἴδιος «Χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰώνας». Ἡ ζωή μας, ἡ ὕπαρξίς μας στά χέρια Του. Μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη ὄχι μόνον νά ἀναφωνοῦμε, ἀλλά καί νά ζοῦμε τό, «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα»

(“Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”, Ἐκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον Κεχαριτωμένης)



 

Κυριακή, Μαΐου 26, 2024

 

O π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος συντρίβει τά ἐπιχειρήματά περί κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μετά τῶν ἑτεροδόξων

 

Ὁ πολύ μεγάλος θεολόγος, σπουδαῖος καί ἐπιφανής Κανονολόγος, μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ἔχει καταρρίψει μέ κρότο τά σαθρά ἐπιχειρήματά περί κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μετά τῶν αἱρετικῶν.

Ἀκολούθως παρατίθεται τό συγκλονιστικό κείμενο τοῦ Ἁγίου Γέροντα ὅπως δημοσιεύθηκε σέ περιοδικό τῆς Ἐκκλησίας τήν 10η Μαΐου 1974 [5].

 

«Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἄν εὑρεθῇ ἐνώπιον προτάσεως περί κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἤ οἱασδήποτε ἄλλης ἑορτῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων, ὀφείλει νά ἀρνηθῇ καί συζήτησιν κἄν περί τοῦ θέματος. Τοιαύτη συζήτησις πρέπει νά ἀποκλεισθῇ παντί σθένει καί πάσῃ θυσίᾳ, διότι ἀποτελεῖ ἀνατροπήν ἐκ τῶν θεμελίων τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς καί ἰδία τῆς Ἐκκλησιολογίας. Ἤ πιστεύομεν ὅτι εἴμεθα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἤ δέν πιστεύομεν. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πεποιθυία ὅτι αὕτη καί μόνη εἶνε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ στῦλος καί τό ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας, τό Ταμεῖον τῆς Χάριτος, τό Ἐργαστήριον τῆς Σωτηρίας, ἐνδιαφέρεται μέν ζωηρότατά περί της εἰς αὐτήν ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ἀδιαφορεῖ ὅμως τελείως περί τῶν ἐσωτερικῶν αὐτῶν ζητημάτων, ἐν ὅσῳ οὗτοι μένουν ἐν τῇ πλάνῃ. Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος ἠθέλησε νά θεσπίση κοινόν ἑορτασμόν, ἀλλά διά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οὐχί διά τούς ἐκτός αὐτῆς εὑρισκομένους. Δέν συνεζήτησεν οὔτε μετά τῶν Γνωστικῶν, οὔτε μετά τῶν Μαρκιωνιτών, οὔτε μετά τῶν Μανιχαίων, οὔτε μετά τῶν Μοντανιστών, οὔτε μετά τῶν Δονατιστών, ἵνα εὕρη βάσιν συνεννοήσεως περί κοινῶν ἑορτασμῶν. Καί ὅτε βραδύτερον ἀπεκόπησαν ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἀρειανοί, οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσίται, οἱ Εἰκονομάχοι κλπ. κλπ., ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε διενοήθη νά προέλθη εἰς συνεννοήσεις μετ’ αὐτῶν πρός θέσπισιν κοινοῦ ἑορτασμοῦ εἴτε τοῦ Πάσχα εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης ἑορτῆς.

Ἡ Ἐκκλησία ρυθμίζει τά ζητήματα Αὐτῆς, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἀποκλειστικῶς καί μόνον τό συμφέρον τῶν μελῶν Αὐτῆς καί οὐχί τάς ἐπιθυμίας τῶν ἐκτός Αὐτῆς εὑρισκομένων. Ἄν οἱ ἑορτασμοί τῶν αἱρετικῶν συμπίπτουν μετά τῶν τοιούτων τῆς Ἐκκλησίας, ἄς συμπίπτουν. Ἄν δέν συμπίπτουν, ἄς μή συμπίπτουν. Ἡ Ἐκκλησία δέν συσκέπτεται ἐπί ἴσοις ὅροις μετά τῶν αἱρετικῶν. Διαλέγεται βεβαίως μετ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἵνα δείξη εἰς αὐτούς τήν ὁδόν τῆς ἐπιστροφῆς. Τό νά συγκροτῶνται «Οἰκουμενικά Συμπόσια« ἤ ἄλλου τύπου Συνέδρια μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῆς πανσπερμίας τῶν αἱρετικῶν καί ἐν αὐτοῖς νά συσκεπτώμεθα περί καθορισμοῦ κοινῶν ἑορτασμῶν, ἐμμενόντων ὅμως καί τῶν μέν καί τῶν δέ (Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν) ἐν τοῖς οἰκείοις Δογματικοῖς χώροις, τοῦτο ἄγνωστον καί ἀδιανόητον ὀν εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, ὄζον δέ ἀπαισίου θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καί τεῖνον εἰς τήν καθιέρωσιν τῆς ἁρμονικῆς καί ἀδιαταράκτου συνυπάρξεως ἀληθείας καί πλάνης, φωτός καί σκότους, μόνον ὡς «σημεῖον τῶν καιρῶν« δύναται νά ἑρμηνευθῇ.

 

Μετά βαθείας τιμῆς καί ἀγάπης ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ

 

«ΕΝΟΡΙΑ», φύλλον 549, 10/5/1974».