ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Σάββατο, Μαρτίου 14, 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ[:Μάρκ.8,34-9,1]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ ΤΗΣ ΘΛΙΨΕΩΣ ΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 3-4-1994] [ Β 295 ]Έκδοσις Β΄
Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας, στο μέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προβάλλει τον Τίμιον Σταυρόν προς θέαν, προς κατανόησιν της θεολογίας Του και προς προσκύνησιν υπό των πιστών. Ο Τίμιος Σταυρός είναι το σύμβολον της θυσίας και ταυτόχρονα το σύμβολον της ενισχύσεως. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μας προβάλλει σε κάθε αγιαστική της πράξη τον Τίμιον Σταυρόν, για να φανερώνει κάθε στιγμή ότι το Ευαγγέλιον είναι σταυρικόν. Θα το επαναλάβω. Ότι το Ευαγγέλιον είναι σταυρικόν. Ότι απαιτείται θυσία. Θυσία από τους πιστούς. Ότι αποτελεί όρον εισόδου στην Βασιλεία του Θεού. Είναι ακόμη και ενίσχυσις των πιστών, διότι με τον Τίμιον Σταυρόν ενικήθησαν οι αντίδικοί μας δαίμονες. Επατήθη και το φαινόμενον του θανάτου.
Γίνεται ακόμη ο Τίμιος Σταυρός η κλίμακα ανόδου μας εις τον ουρανόν. Γιατί η προέκτασις του Τιμίου Σταυρού είναι η Ανάστασις του Χριστού. Ποτέ δεν προβάλλεται ο Σταυρός χωρίς την Ανάσταση. Όταν έχομε του Σταυρού κάποια τελετή, Μεγάλη Παρασκευή, η απόλυσις θα λέγει: «Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν». Ποτέ ο Τίμιος Σταυρός δεν προβάλλεται χωρίς, να επαναλάβω, την προέκτασή Του, που είναι η Ανάστασις του Χριστού. Η κλίμακα του Ιακώβ έδειχνε την δυνατότητα καθόδου του Θεού, αλλά και την δυνατότητα ανόδου του ανθρώπου. Και αυτή η Κλίμακα είναι τόσον η Θεοτόκος, όσον και ο Τίμιος Σταυρός.
Τίθεται, όμως, ένα θεμελιακό ερώτημα, που σίγουρα απασχολεί πολλούς από τους αδελφούς Χριστιανούς. Γιατί πρέπει να ζήσουμε την σταυρική ζωή; Όπως διάχυτα φαίνεται εις την σημερινή ευαγγελική περικοπή; Ή, γιατί, όπως λέγει ο Απόστολος μετά τον λιθοβολισμό του στα Λύστρα, «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ (:πρέπει) ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»; Γιατί «διὰ πολλῶν θλίψεων»; Ή γιατί πρέπει να εισέλθομε, όπως είπε ο Κύριος, δια της στενής πύλης και να περπατήσομε την ζωήν μας, να βαδίσομε στον στενό δρόμο, στην στενήν οδόν; Ή, όπως λέγουν οι Πατέρες, ότι ποτέ κανείς δια της ανέσεως δεν ανέβηκε στον ουρανό. Γιατί; Γιατί, δηλαδή, πρέπει να σηκώσω τον σταυρό μου; Για να σωθώ; Γιατί;
Η απορία είναι βασικής σημασίας. Ασφαλώς σε όλους έχει δημιουργηθεί, γιατί ασφαλώς αφορά στην ίδια μας την σωτηρία. Μάλιστα θα λέγαμε ότι η διάδοσις του Χριστιανισμού, εφόσον έχει το στοιχείον του σταυρού, και αφαιρεί την άνεσιν, τότε δεν θα μπορούσε εύκολα να διαδοθεί ο Χριστιανισμός. Μήπως είναι ένα ανασταλτικόν στοιχείον στις ιεραποστολές;
Αλλά ας παρακολουθήσομε το θέμα, να το δούμε, είναι πάρα πολύ σπουδαίο, θα επαναλάβω, είναι θέμα σωτηρίας μας. Αναμφισβήτητα, αγαπητοί μου, ο Θεός ποτέ δεν θα ήθελε τα πλάσματά Του να θλίβονται και να υποφέρουν. Ποτέ. Δεν μας εδημιούργησε, δεν μας έκανε για να θλιβόμαστε. Κανένα πλάσμα του Θεού, μα κανένα, από το ζωικό βασίλειο, δεν είναι δυστυχισμένο. Βέβαια, δευτερευόντως, αν βλέπετε τα σπουργίτια να τρώνε τους σπόρους κάτω στη γη κι έχουν μία ανησυχία, είναι σε μία φοβερή ετοιμότητα να πετάξουν και να φύγουν, γιατί έχουν την αίσθηση ότι καιροφυλακτεί κίνδυνος, αυτό, αγαπητοί μου, είναι γιατί η φύσις αλλοιώθηκε, ένεκα της αμαρτίας των πρωτοπλάστων. Αλλά όμως ο Θεός δεν κάνει κανένα ζώο δυστυχές. Πώς, λοιπόν, θα ήταν ο άνθρωπος δυστυχισμένος; Για ποιον λόγο; Αντίθετα, ο Θεός δημιουργεί έναν Παράδεισον. Εκεί που ετοποθέτησε τους πρωτοπλάστους. Και μας λέγει σαφώς η Αγία Γραφή, ότι ο Παράδεισος αυτός ελέγετο «Παράδεισος τῆς τρυφῆς». Και, όπως ξέρετε, «τρυφή» θα πει απόλαυσις.
Ο Θεός, ο Ίδιος ο Δημιουργός, ζει στην μακαριότητα. Και τα πλάσματά Του τα καθιστά μακάρια. Έστω κι αν είναι παροδική η ζωή τους. Εννοείται, έξω από τον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος επλάσθη, ούτε να πεθάνει, ούτε να μην πεθάνει. Ούτε να πεθάνει, ούτε να μην πεθάνει. Δημιουργός του θανάτου δεν είναι ο Θεός. Αλλά αναλόγως την στάση που θα έπαιρνε ο άνθρωπος, θα ζούσε ή θα πέθαινε. Την στάση έναντι της εντολής του Θεού.
Όμως από φθόνο, του διαβόλου τον φθόνο, εισάγεται η αμαρτία και το αποτέλεσμά της ήταν και είναι ο θάνατος. Όταν οι πρωτόπλαστοι είδαν τον καρπόν, μετά, πάντοτε από την δαιμονικήν εισήγησιν, που είπε ότι «θα γίνετε θεοί», τότε, τον είδαν, λέγει η Γραφή, «καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖον ἐστὶ τοῦ κατανοῆσαι». Δηλαδή, «καλόν τον δένδρον, ωραίος ο καρπός να τον βλέπεις εις την όρασιν και ευχάριστος στη δοκιμή του, στη γεύση του, στη βρώση του». Τότε άρχισε να γεννιέται για πρώτη φορά η ένοχη ηδονή. Η ένοχη ηδονή. Και λέμε ένοχη την ηδονή αυτήν, γιατί αυτός ο Παράδεισος ήτο τρυφή, ήτο ηδονή· που σημαίνει νόμιμος απόλαυσις. Και η ηδονή, ευθύς μετά εγέννησε την οδύνη, τον πόνο. Έτσι η οδύνη ήτο από την απώλεια της μακαριότητος και τη γεύση του θανάτου. Έκτοτε έχομε αυτό το δίπολο, το αδιάσπαστο δίπολον, ηδονή-οδύνη. Ηδονή-οδύνη.
Όταν ήλθε ο Χριστός εις τον κόσμον, έζησε τον καρπόν της ηδονής, που είναι η οδύνη. Αλλά χωρίς την ηδονή, βεβαίως. Και τούτο γιατί ανέλαβε την ανθρωπίνη φύση μας, χωρίς φυσικά και την αμαρτία μας. Ο άνθρωπος έπρεπε, με την βοήθεια του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, να βαδίσει τον ίδιο δρόμο της επιστροφής, που ήταν η οδύνη. Να γιατί στενή η πύλη, να γιατί στενός ο δρόμος. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, δια της οδού της οδύνης. Επί παραδείγματι, δεν ενήστευσε στον Παράδεισο, όταν ο Θεός είπε «Δεν θα δοκιμάσετε από τον καρπόν», απώλεσε τον Παράδεισο. Για να ξαναγυρίσει, έπρεπε να νηστεύσει. Τηρώντας την αρχική συμβουλή, τον αρχικό νόμο, την αρχική εντολή. Ο Θεός, εκείνο που θέτει, θα το φέρει, θα το φέρει, ίσως από μύριες περιπέτειες, δεν αθετείται, όμως, ποτέ ο λόγος Του. «Θα γυρίσεις πίσω; Θα βαδίσεις πάλι τον ίδιο δρόμο, θα τηρήσεις την εντολήν της νηστείας». Γι'αυτό νηστεύομε.
Επειδή δεν επίστευσε εις τον λόγον του Θεού, ακόμη κάτι καλύτερο παράδειγμα και κεφαλαιώδες και κεντρικό, ότι θα πεθάνεις αν παραβείς την εντολήν του Θεού, οι πρωτόπλαστοι απώλεσαν τον Παράδεισον. Τώρα, για να ξαναγυρίσουν πίσω, πρέπει να βαδίσουν τον ίδιο δρόμο. Ποιο δρόμο; Της πίστεως. Γι'αυτό ο Χριστιανισμός είναι πίστις. Θα πιστέψεις. Σε τι θα πιστέψεις τώρα; Στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού. Γιατί ο Χριστός, ο Θεός που ενηνθρώπησε, κι είναι ο Ίδιος ο Θεός Λόγος μες στον Παράδεισον που έθεσε την εντολή, για να επιστρέψεις, πρέπει να πιστέψεις ότι είναι ο ίδιος. Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Τότε δεν επίστεψαν οι πρωτόπλαστοι. Τώρα πρέπει να πιστέψουμε για να γυρίσουμε πίσω. Βλέπετε, δεν αθετείται οτιδήποτε ο Θεός θέτει, το ξαναλέγω.
Έτσι κι εδώ. Βαδίσαμε την οδόν της οδύνης. Βαδίσαμε την οδόν της ηδονής, για να έρθει η οδύνη. Θα γυρίσουμε πίσω δια της οδού της οδύνης. Με την διαφορά ότι όταν ήλθε ο Χριστός, μας διαφοροποίησε αυτήν την οδύνη. Δεν είναι η οδύνη του κόσμου· που μεθάς, γλεντάς, ασωτεύεις και πονάς. Παίρνεις ναρκωτικά, παίρνεις, τσακίζεις τον εαυτόν σου... Δεν είναι αυτή η οδύνη του κόσμου, του προπατορικού αμαρτήματος και του θανάτου. Δεν είναι αυτή η οδύνη· που γεννάει την αμαρτία ή η αμαρτία την οδύνη. Είναι η οδύνη, εδώ είναι η διαφοροποίησις, που προκαλείται από τη βίωση της πνευματικής ζωής και από την άρση, το σήκωμα του σταυρού. Αυτή η οδύνη. Αυτήν την οδύνη πρέπει τώρα να αποδεχθείς, για να γυρίσεις πίσω. Θα αποβάλεις, θα απαρνηθείς την οδύνη που γεννήθηκε από την αμαρτία, την ηδονή, που είναι ο κόσμος, τα πάθη. Θα πάρεις την άλλη την οδύνη, του σταυρού. Για να γυρίσεις πίσω.
Είπαμε ότι το σχήμα ηδονή-οδύνη οδήγησε τον άνθρωπο έξω από τον Παράδεισον. Για να ξαναγυρίσει τώρα πρέπει να ακολουθήσει τον αντίστροφο δρόμο. Πώς το είπα; Ηδονή-οδύνη. Τώρα το αντίθετο: Οδύνη-ηδονή. Οδύνη-ηδονή. Αντίστροφα. Και η ηδονή θα είναι η τρυφή της Βασιλείας του Θεού. Με την ηδονή τώρα θα πας στην τρυφή της Βασιλείας του Θεού. Οδύνη-ηδονή. Η οδύνη θα γεννήσει τώρα την ηδονή, την τρυφήν της Βασιλείας του Θεού. Η οδύνη, θα το επαναλάβω, είναι η σταυρική ζωή.
Έτσι, έχομε τον πνευματικόν τοκετόν. Δηλαδή την απόκτηση της σωτηρίας, μέσα από μια οδύνη. Ξέρετε ότι η γυναίκα άμα γεννάει, έχει οδύνη. Γιατί έχει τις ωδίνες· δηλαδή τους κοιλόπονους. Γράφει ο Ησαΐας, στην ωδή του είναι: «Καὶ ὡς ἡ ὠδίνουσα (:Και όπως αυτή που κοιλοπονά) ἐγγίζει τοῦ τεκεῖν (:πλησιάζει η ώρα να γεννήσει) καὶ ἐπὶ τῇ ὠδῖνι αὐτῆς ἐκέκραξεν (:και στον πόνο της, στον κοιλόπονό της έκραξε, φώναξε) οὕτως ἐγενήθημεν τῷ ἀγαπητῷ σου (:έτσι κι εμείς –λέει- γινήκαμε για τον αγαπητό Σου. -Ποιον; Για τον Ιησούν Χριστόν) διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε· ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν (:Βάλαμε τον φόβο Σου μέσα μας, εγκυμονήσαμε τον φόβο Σου, Κύριε, και πονέσαμε τον φόβο της εγκυμοσύνης αυτής. Την οδύνη, ε; Τον φόβο, την οδύνη) καὶ ἐτέκομεν· πνεῦμα σωτηρίας (:και γεννήσαμε το πνεύμα της σωτηρίας)». Η αντίστροφος κίνησις. Ελπίζω να είμαι σαφής.
Αυτή η οδύνη εκφράζεται από την Καινή Διαθήκη ως εξής. Λέει ο Κύριος: «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης. Τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν! (: Λίγοι είναι εκείνοι που την βρίσκουν)». Ακόμη, ο Κύριος είπε: «Ὃστις θέλει –αυτό που ακούσαμε σήμερα- ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν –Ξέρετε, η απάρνησις του εαυτού μας είναι οδυνηροτάτη. Οδυνηροτάτη. Να απαρνηθείς τον εαυτόν σου- καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». «Να σηκώσει όλες τις θλίψεις της ζωής». Ποιες θλίψεις; Αυτές που γεννιώνται στη σύγκρουσή σου με το πνεύμα του κόσμου. Στην σύγκρουσή σου με το πνεύμα του κόσμου. Την ειρωνεία, τον διωγμόν, την αποδοκιμασία. Να σηκώσεις αυτόν τον σταυρόν. Και του Παύλου, που ήδη σας τα είπα αυτά και προηγουμένως: «Διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ (:Με πολλές θλίψεις πρέπει… -Εκείνο το «δεῖ». Το φοβερό «δεῖ»…) ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
Αλλά γιατί; Για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος: Η απαλλαγή μας από τα προσωπικά πάθη, από τις ροπές του προπατορικού αμαρτήματος, από την άσκηση και την ενάσκηση της πνευματικής ζωής. Απ’ αυτά όλα προκύπτει οδύνη. Ξέρετε πώς είναι τα πάθη μας; Κάτι περισσότερο από ό,τι τα στρείδια, κολλημένα στα ύφαλα ενός καραβιού· που έχουν ενσωματωθεί. Εδώ τα πάθη μας και οι ροπές μας έχουν γίνει δευτέρα φύσις… Ώστε να λέμε «ο φυσικός άνθρωπος είναι αυτός κι αυτός», όπως τον περιγράφει η Ψυχολογία. Δεν είναι όμως αυτός ο άνθρωπος, όπως τον περιγράφει η Ψυχολογία. Γι'αυτό και η επέμβαση της Ψυχολογίας δεν είναι η ορθή. Δεν είναι της ώρας να σας πω πιο πολλά. Συνεπώς είναι εύκολο πράγμα να ξεκολλήσεις την δευτέρα σου φύση; Είναι φοβερό. Οδυνηρότατον.
Ο δεύτερος λόγος. Μας λέγει η Γραφή ότι «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. «Ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται εις την αγκαλιά του διαβόλου». Και εις τον κόσμον αυτόν τον πονηρόν είναι ενταγμένοι οι πνευματικοί άνθρωποι. Πρέπει να ζήσουν κατ’ ανάγκην μέσα εις αυτόν τον κόσμον, να ζήσουν μαζί του, τοπικά. Μαζί του. Δεν ξεχωρίζομε. Στο ίδιο λεωφορείο μπαίνομε, στην ίδια αγορά πηγαίνομε, συναλλασσόμεθα με όλον τον κόσμον, με όλους τους ανθρώπους. Πρέπει να ζήσουμε μαζί του. Συνεπώς; Κι όπως λέγει ο Κύριος: «Ἀνένδεκτον ἐστίν τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα». «Είναι αδύνατον να μην έρθουν τα σκάνδαλα». Γιατί; Επειδή «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Θα ‘ρθουν, λοιπόν, τα σκάνδαλα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο πιστός… -σκάνδαλα, σου λέει ο άλλος: «Πάω στον δρόμο και σκανδαλίζομαι, πάω στην Εκκλησία ακόμα, βλέπω με τα μάτια μου πώς μπαίνουν ημίγυμνοι άνθρωποι, γυναίκες όλο και σκανδαλίζομαι» : «Ἀνένδεκτον ἐστίν τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα». Όλα αυτά σημαίνουν όμως ότι ο πιστός μέσα στον κόσμο, θα πρέπει οπωσδήποτε να ζήσει με θλίψη. Με θλίψη οπωσδήποτε. Θα δεχθεί το σκάνδαλο, την ειρωνεία, τον διωγμό. Είναι εκείνο που είπε ο Κύριος: «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε». Στον κόσμο θα έχετε θλίψη. «Ἀλλὰ θαρσεῖτε· ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». «Πάρετε θάρρος. Εγώ τον ενίκησα τον κόσμον», λέει ο Κύριος.
Όπως αντιλαμβανόμεθα, αγαπητοί, ο σταυρός είναι απολύτως αναγκαίος για την σωτηρία μας· διότι η θλίψη αντιπροσωπεύεται από τον σταυρόν. Όταν ο Χριστός άπλωσε τις παλάμες Του επί του Σταυρού και Τον κάρφωσαν, δεν ήταν κάποια διασκέδασις, δεν ήταν κάποια άνεσις. Ήταν πόνος και θάνατος. Πρέπει να πεθάνομε εις τον κόσμον αυτόν, ως προς τον κόσμον αυτόν. Ως προς τον κόσμον αυτόν· για να ζήσομε.
Αλλά σωτηρία σημαίνει οικείωση του Χριστού. Πρέπει να οικειωθώ τον Χριστόν, για να έχω την σωτηρία. Και τούτο διότι ο Χριστός είναι «ὁ ὑπὲρ ἡμῶν» και «ὁ ἀντὶ ἡμῶν». Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι ο Χριστός έπαθε επί του Σταυρού, που ο κόσμος βέβαια εσταύρωσε τον Χριστόν και τον ανέβασε εις τον Σταυρόν, ο Χριστός έπαθε ὑπὲρ ἡμῶν, για μας και ἀντὶ ἡμῶν. Εμείς έπρεπε να ανεβούμε επάνω εις τον σταυρόν. Διότι εμείς είμεθα οι αμαρτωλοί. Όχι ο αθώος Ιησούς. Ο Χριστός, όμως, ανέβηκε για λογαριασμό μας. «Ὑπὲρ ἡμῶν» και «ἀντὶ ἡμῶν». Έτσι ο Χριστός γίνεται ο αντιπρόσωπός μας, προσέξατέ το αυτό. Ο αντιπρόσωπός μας, γιατί Εκείνος ανέβηκε εις τον Σταυρόν, Εκείνος, ο αντιπρόσωπός μας, απέναντι στον Άγιον Τριαδικόν Θεόν. Ευαρεστεί εις τον Πατέρα και ο Πατέρας, χάριν του Υιού, χαρίζεται σε όσους αντιπροσωπεύει ο Υιός.
Αλλά τι είναι εκείνο που καθορίζει την αντιπροσώπευση; Θα το πω άλλη μια φορά· προσέξτε. Η πίστις. Όταν πιστέψω στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού, ήδη αντιπροσωπεύτηκα από τον Χριστόν. Εάν δεν Του αναθέσω αυτήν την αντιπροσώπευση, δεν σώζομαι. Πάλι η πίστις. Αλλά όχι μόνον η πίστις, αλλά και η οικείωσις στο πάθος του Χριστού. Το πάθος Του, θα γίνει πάθος μου. Πώς; Όταν συσταυρωθώ. Σταυρωθώ μαζί με τον Χριστόν. Πώς δηλαδή; Θα ανεβώ πάνω στον Σταυρόν; Πώς θα γίνει αυτό; Ακούστε πώς το λέγει ο Παύλος: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι – Είδατε; Συνεσταύρωμαι. Μαζί με τον Χριστό σταυρώθηκα- Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός (:Την ζωή την παλιά, την ζωή της αμαρτίας δεν την ζω πια. Έχω πεθάνει ως προς αυτήν)· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ».
Κι εκείνο το θαυμάσιον: «Ἀνταναπληρῶ –γράφει στους Κολοσσαείς, ἀνταναπληρῶ: ἀντί-ἀνά-πληρῶ - τὰ ὑστερήματα τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ». (Γιατί το σώμα του Χριστού είναι στον κόσμον και πάσχει διαρκώς. Είναι η Εκκλησία· η οποία πάσχει· η οποία σταυρώνεται διαρκώς μες στην Ιστορία, έως το τέλος της Ιστορίας. Αντί, λοιπόν, του Χριστού, ο Οποίος πήγε στον ουρανό, «ἀνταναπληρῶ», λοιπόν, «τὰ ὑστερήματα», ό,τι δεν πρόλαβε Εκείνος να πάθει, των θλίψεων του Χριστού. Πού;) ἐν τῇ σαρκί μου (:στη σάρκα μου) ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ ὃ ἐστὶν ἡ ἐκκλησία (:Για λογαριασμό του σώματός Του, που είναι η Εκκλησία)». Γι'αυτό ο Παύλος οδοιπορεί, τρώει ξύλο, μπαίνει στις φυλακές, αγωνίζεται. Αυτό θα πει ότι «ο Παύλος ανταναπληροί τα υστερήματα των παθημάτων του Χριστού ἐν τῇ σαρκί του, υπέρ του σώματος του Χριστού, υπέρ της Εκκλησίας».
Αλλά η συσταύρωσις έχει και την συνέγερσιν. Ο Χριστός εμπρός, οι πιστοί από πίσω. Από τον Σταυρό στην Ανάσταση. Και στην Βασιλεία του Θεού. Έτσι μπορούμε να κατανοήσομε, αγαπητοί μου, το μυστήριον του Σταυρού. Θέλετε; Το μυστήριον της σωτηρίας μας. Θέλετε; Το μυστήριον του Χριστιανισμού. Αυτό είναι το μυστήριον του Χριστιανισμού.
Όμως, από τους πάμπολλους Χριστιανούς, τους δικούς μας, τους ανθρώπους μας, δεν κατανοείται ο Σταυρός. Δηλαδή η θλίψη στη ζωή του Χριστιανού. Δεν κατανοείται. Η ευημερία, που είναι στην εποχή μας αφθονούσα, είναι πλέον σύνθημα της ζωής. Αλλά αυτό το σύνθημα στέκεται εχθρικά έναντι του Σταυρού του Χριστού. Ακούστε πώς το λέει ο Παύλος, προς Φιλιππησίους 3,18: «Πολλοὶ περιπατοῦσιν, οὕς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν (:Ζουν πολλοί, που πολλές φορές σας έλεγα - λέει στους Φιλιππησίους) νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω (:και τώρα που σας γράφω, κλαίγοντας σας γράφω) τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ –Ποιοι είναι αυτοί «οι εχθροί του Σταυρού του Χριστού;»:- ὧν (:των οποίων) τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία–Δηλαδή; Ευημερία. Τι θα φάμε και τι θα πιούμε- καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν –Πορνεύομε μεγαλοπρεπώς,ναι, ζούμε τα σαρκικά αμαρτήματα και καυχώμεθα! «Και η δόξα τους», λέγει, «είναι σε πράγματα που θα έπρεπε να ντρέπονται», λέει ο Παύλος) οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες (:εκείνοι οι οποίοι φρονούν τα επίγεια). Ἡμῶν δὲ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει (:το δικό μας πολίτευμα είναι στον ουρανό)». Τι παρατηρούμε εδώ στα γραφόμενα του Παύλου; Πρώτον, αυτοί οι πιστοί είναι πολλοί. Δεύτερον, είναι εχθροί του Σταυρού του Χριστού, διότι καταργούν με τον τρόπο της ζωής τους τον σταυρόν. Ο σταυρός όμως καταργούμενος, δημιουργεί συμβιβασμό με τον κόσμο, με το κοσμικό φρόνημα. Κηρύσσεται νέος Θεός, που είναι η κοιλία, δηλαδή η ευημερία. Κηρύσσεται η εξορία της θλίψεως, της ασκήσεως, της στενής πύλης, της τεθλιμμένης οδού, δηλαδή η κατάργησις του Χριστιανισμού.
Αγαπητοί, σήμερα η Εκκλησία μας, στο μέσον της Τεσσαρακοστής, προβάλλει τον Τίμιον Σταυρό, για να μας ενθυμίσει ότι πρώτον, ο Τίμιος Σταυρός είναι η καρδία της σωτηρίας. Δεύτερον, είναι η καρδία της πνευματικότητος. Τρίτον, είναι το σύμβολον της θυσίας και της θλίψεως. Τέταρτον, αντιπαρατάσσεται στον κόσμο και στο κοσμικό φρόνημα, που διάκειται εχθρικά στον Θεό. Πέμπτον, είναι το σύμβολον της δυνάμεως και της ήττας των δαιμόνων. Έκτον, είναι το σύμβολον της ήττας του κόσμου. Έβδομον, είναι το μέγα διάσημον του Χριστού και η ακροτάτη Του δόξα. Όγδοον, είναι το σύμβολον της δόξης των πιστών· διότι δι’ αυτού θα εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού.
Έτσι ο άνθρωπος ξεκίνησε από τον Παράδεισον, τον Παράδεισον της τρυφής, εδοκίμασε την ηδονή, «τὴν ἡδονὴ τῆς παραλόγου βρώσεως», όπως λέγει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, απ’ όπου εγεννήθη η οδύνη του θανάτου. Ήλθε ο Χριστός. Και μαζί Του αποβάλαμε την φθοροποιό και θανατηφόρο ηδονή. Και με την πορεία στον δρόμο της οδύνης, που είναι ο σταυρός, φθάνομε πάλι στην τρυφή του Παραδείσου, στη μακαριότητα της Βασιλείας του Θεού. Ο Παράδεισος οριστικά δεν εχάθη. Τον άνοιξε ο Χριστός με τον Σταυρό Του. Τώρα τον ανοίγομε κι εμείς, με τον δικό μας τον σταυρό.
Έτσι, αυτά θαυμάσια τα εκφράζει, τα λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ὦσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδάμ, πάντες ἀποθνήσκομεν, ἀποθνήσκουσιν οὕτως καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται». Και ωραία το εκφράζει το κοντάκιο της ημέρας: «Οὐκέτι φλογίνη ῥομφαία φυλάττει τὴν πύλην τῆς Ἐδέμ﮲ αὐτῇ γὰρ ἐπῆλθε παράδοξος σβέσις, τὸ ξύλον τοῦ Σταυροῦ﮲ θανάτου τὸ κέντρον καὶ ᾅδου τὸ νῖκος ἐλήλαται ἐπέστης δέ, Σωτήρ μου, βοῶν τοῖς ἐν ᾅδη﮲ Εἰσάγεσθε πάλιν εἰς τὸν Παράδεισον». Δηλαδή: «Δεν φυλάττει πια πύρινο σπαθί την πύλη της Εδέμ. Έσβησε παράδοξα με το ξύλο του Σταυρού. Το κεντρί του θανάτου και η νίκη του άδου παραμερίστηκαν. Ήλθες, Σωτήρα μου, φωνάζοντας σ’ αυτούς που στον Άδη μέναν: Στον Παράδεισο ξαναμπαίνετε».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
- Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
- https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_595.mp3
Ἡ Χαρά, συντριβὴ τῆς λύπης
Ἄγριο πρᾶγμα ὁ πόλεμος... Γι' αὐτὸ βάλε μπροστά το μεγάλο ὅπλο...
Τήν Μεγάλη Σαρακοστήν πολλούς πειρασμούς καί ταραχάς κινοῦν κατ' ἐπάνω μας οἱ παμμόχθηροι δαίμονες
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΑΠΟ ΤΑ ΣΦΑΚΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η κρητική γη ανέδειξε, και αυτή, μια πληθώρα αγίων της Εκκλησίας μας. Ανάμεσά τους αναδείχτηκαν και πολλοί Νεομάρτυρες, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, έδωσαν τη δική τους μαρτυρία και τη ζωή τους, για τη μόνη σώζουσα πίστη του Χριστού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο ηρωικός Άγιος Νεομάρτυρας Μανουήλ.
Καταγόταν και ζούσε στα Σφακιά της Κρήτης. Γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και φόβο Θεού.
Εκεί στα τραχιά βουνά της Κρήτης η τουρκική σκλαβιά ήταν αρχικά κάπως ανεκτή, διότι οι αλλόθρησκοι ασιάτες τύραννοι δεν ενδιαφέρονταν για τον άγονο εκείνο τόπο. Όμως όταν οι Σφακιανοί είχαν επαναστατήσει, οι τούρκοι κινήθηκαν με ισχυρό στρατό και τους υπέταξαν, με αποτέλεσμα να ασκήσουν τυραννική εξουσία και να χάσουν τη σχετική ελευθερία που απολάμβαναν. Άρπαξαν τα ζωντανά τους, κατάσχεσαν τα κτήματά τους και τα σπίτια τους και άρπαξαν τα παιδιά τους, τα οποία εξισλάμιζαν με το ζόρι. Τα κορίτσια έκλειναν στα χαρέμια και τα αγόρια τα κατέτασσαν στο διαβόητο τάγμα των Γενιτσάρων.
Μεταξύ των παιδιών που άρπαξαν ήταν και ο Μανουήλ, στον οποίο έκαμαν περιτομή με τη βία. Βλέποντας δε την ανδρεία του και τη λεβεντιά του, θέλησαν να τον προωθήσουν σε υψηλές θέσεις.
Αλλά ο Μανουήλ, όντας θεοσεβής και έχοντας βαθειά στην ψυχή του κρυμμένη την ακράδαντη πίστη του στο Χριστό, ασφυκτιούσε στο τούρκικο περιβάλλον και στεναχωριόταν. Γι’ αυτό έτρεφε μέσα του την ελπίδα πως κάποτε θα έβρισκε την ευκαιρία να αποδράσει και να σωθεί από τη σκλαβιά των ανελέητων Οθωμανών και την πνικτική και νοσηρή ατμόσφαιρα του μουσουλμανισμού. Όταν ήταν αναγκασμένος να παίρνει μέρος στις προσευχές στα τζαμιά και στις άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις, γέμιζε η ψυχή του με λύπη.
Όμως κάποτε του δόθηκε η πολυπόθητη ευκαιρία να αποδράσει. Ξεφεύγοντας από την προσοχή των τούρκων, μπήκε σε καράβι και βρέθηκε στη Μύκονο, όπου δεν τον ήξερε κανένας. Πρώτη του ενέργεια, μόλις πάτησε στο νησί, ήταν να βρει ορθόδοξο ιερέα εξομολόγο, να εξομολογηθεί και να ενταχθεί και πάλι στην Εκκλησία. Βρήκε έναν ενάρετο και σοφό κληρικό στον οποίο εξομολογήθηκε με δάκρυα και αναστεναγμούς την περιπέτειά του και τον ακούσιο εξισλαμισμό του. Εκείνος τον συγχώρεσε, τον έχρισε με Άγιο Μύρο και τον κοινώνησε.
Ο Μανουήλ αποφάσισε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη Μύκονο. Μάλιστα γνώρισε μια κοπέλα την οποία παντρεύτηκε και έκανε μαζί της έξι παιδιά. Όμως δυστυχώς η σύζυγός του πρόδιδε τη συζυγική πίστη της. Κάποτε αντιλήφθηκε ότι η σύζυγός του τον απατούσε με άλλον άνδρα. Επειδή όμως ήταν πιστός στο Θεό, αγαθός και ανεξίκακος άνθρωπος, δεν την κακοποίησε και ούτε κοινοποίησε σε κανέναν τη μοιχεία της, διότι οι συνέπειες για τις μοιχαλίδες ήταν σκληρές και φοβερά ταπεινωτικές. Γι’ αυτό αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή. Πήρε τα παιδιά του και έφυγε από το σπίτι του, νοικιάζοντας κάπου αλλού, όπου ζούσε ήσυχα, χωρίς να ενοχλεί κανέναν, εργαζόμενος και φροντίζοντας τα παιδιά του.
Ο αδελφός της γυναίκας του (μπατζανάκης του) ήταν ένας πολύ κακός άνθρωπος. Πήγαινε στο σπίτι του, τον έβριζε, τον πίεζε και τον απειλούσε, για να γυρίσει στη γυναίκα του. Αλλά ο Μανουήλ δεν πείθονταν, αλλά και δεν αποκάλυπτε τη μοιχεία της γυναίκας του.
Μετά από καιρό ο Μανουήλ είχε προσληφθεί και εργάζονταν ως ναύτης σε κάποιο καράβι. Κάποτε ταξίδευε προς τη Σάμο, συνοδεύοντας φορτίο με ξύλα. Στο δρόμο συνάντησαν ένα τούρκικο καράβι, ιδιοκτησία του καπετάν πασά, το οποίο είχε αποστολή να περιπολεί και να φυλάει το Αιγαίο από τους πειρατές. Ο τούρκος καπετάνιος πρόσταξε τον έλληνα καπετάνιο να πλησιάσει για έλεγχο. Όμως στο τούρκικο καράβι υπηρετούσε ο δύστροπος μπατζανάκης του Μανουήλ. Μόλις είδε το γαμπρό του έτρεξε στον αγά του καραβιού, καταγγέλλοντάς του ότι ο συγκεκριμένος ναυτικός ήταν μουσουλμάνος τούρκος, ο οποίος αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός. Ήταν ένα μεγάλο αδίκημα κατά τον ισλαμικό νόμο, το οποίο επισύρει βαριές ποινές, έως και θάνατο. Ήταν μια ανέλπιστη ευκαιρία για εκείνον, να εκδικηθεί τον απείθαρχο γαμπρό του!
Ο αγάς έδωσε διαταγή στους ναύτες του, να συλλάβουν τον Μανουήλ και να τον φέρουν μπροστά του. Ο Μανουήλ στάθηκε με θάρρος ενώπιον του τούρκου αξιωματούχου και απάντησε ευθαρσώς στις ερωτήσεις του. «Ναι αγά μου, με ανάγκασαν με το ζόρι να γίνω μουσουλμάνος, αλλά γύρισα στην πίστη μου, την οποία έχω από της γέννησής μου». Ο αγάς του είπε: «Μία φορά ήσουν Χριστιανός, ύστερα όμως τούρκεψες με την θέλησή σου, γι’ αυτό πρέπει πάλι να γυρίσεις στην πίστη μας, διότι εάν δεν δεχθείς, πρόκειται να σε παιδεύσω άσπλαχνα, ώσπου να ξεψυχήσεις».
Ο ηρωικός Κρητικός Χριστιανός δεν δείλιασε καθόλου και δεν πτοήθηκε από τις απειλές του αγά, διαβεβαιώνοντάς τον: «Μην κουράζεσαι, εγώ Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω»! Ο θηριώδης αγάς θύμωσε από τα λόγια του Μάρτυρα και έδωσε διαταγή να τον δέσουν στο κατάρτι και να τον βασανίσουν. Για πολλές ημέρες έμεινε δεμένος, χωρίς τροφή και νερό, κακοποιώντας τον οι ανελέητοι ναύτες.
Αφού τελείωσε η περιπολία στο Αιγαίο, το τούρκικο καράβι έφτασε στη Χίο, στην τούρκικη αρμάδα. Πρώτο τους μέλημα ήταν να παραδώσουν τον Μανουήλ στον τούρκο διοικητή της αρμάδας, τον ναύαρχο Κουτζούκ. Πριν τον παραδώσουν ο Μάρτυρας ζήτησε από κάποιον Υδραίο Χριστιανό ναύτη, ο οποίος υπηρετούσε στο τούρκικο καράβι, να κατέβει στο νησί και να του φέρει ορθόδοξο ιερέα να τον εξομολογήσει και να τον κοινωνήσει. Όμως δυστυχώς κανένας Χιώτης ιερέας δεν τόλμησε να πάει, διότι οι συνέπειες γι’ αυτόν και τους κατοίκους του νησιού, θα ήταν σοβαρές.
Όμως κάποιος ιερέας και πνευματικός έστειλε, με την Υδραίο ναύτη, κρυφά μήνυμα στον Μανουήλ, με σκοπό να τον εμψυχώσει. Να έχει ακράδαντη πίστη στο Χριστό, να προσεύχεται και να είναι χαρούμενος, που ο Θεός τον διάλεξε να βασανιστεί για χάρη Του. Να έχει θάρρος και υπομονή και να μη δειλιάσει, για οτιδήποτε του συμβεί.
Μόλις ο Μανουήλ άκουσε τα λόγια αυτά έλαβε ένα ανεξήγητο θάρρος. Έφυγε από την ψυχή του κάθε σκέψη δειλίας και ηττοπάθειας και αναφώνησε: «Και εγώ τον ίδιο σκοπό έχω. Τί σήμερα να πεθάνω και τί αύριο; Ο κόσμος αυτός είναι προσωρινός. Παρά να πεθάνω αύριο κολασμένος, καλυτέρα να πεθάνω σήμερα για την πίστη μου και να σώσω την ψυχή μου»!
Αυθημερόν ο αγάς του καραβιού παρέδωσε τον Μάρτυρα στον ναύαρχο, απαγγέλλοντας την κατηγορία, που τον βαραίνει: άρνηση της μουσουλμανικής πίστης. Ο τούρκος αξιωματούχος του ζήτησε να ομολογήσει, αν αληθεύει η κατηγορία ότι καταφρόνησε την πίστη στο Ισλάμ. Ο Μανουήλ αποκρίθηκε με παρρησία και θάρρος ότι είναι αλήθεια, ότι γύρισε στο φως και δε σκοπεύει να γυρίσει πάλι στο σκοτάδι της πλάνης. Ο ναύαρχος για να βεβαιωθεί ότι ήταν όντως μουσουλμάνος, διέταξε να τον γυμνώσουν, να δει την περιτομή του. Όταν διαπίστωσε την περιτομή του του είπε: «Πώς λοιπόν λες, ότι είσαι Χριστιανός, αφού έχεις κάμει περιτομή;». Ο Μάρτυρας του αποκρίθηκε· «Από την γέννησή μου Χριστιανός είμαι, ωστόσο σκλαβώθηκα πολύ μικρός και με την βία με τούρκεψαν. Τώρα όμως πάλι Χριστιανός θέλω να είμαι»!
Μόλις άκουσε αυτά ο τούρκος αξιωματούχος έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Ούρλιαζε, φώναζε και άφριζε το στόμα του, από οργή και αγανάκτηση. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, έβγαλε τη διαταγή: θάνατος δια αποκεφαλισμού! Ο Μάρτυρας άκουσε την απόφαση με θαυμαστή ηρεμία. Το πρόσωπό του έλαμπε από ουράνια χαρά και ανεξήγητη αγαλλίαση. Ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, να ακουστεί όσο το δυνατόν μακρύτερα: «Δόξα σοι ο Θεός»!
Ο ναύαρχος τον παρέδωσε στους δημίους να εκτελέσουν την απόφασή του. Εκείνοι τον έδεσαν και με βρισιές και ξυλοδαρμούς, τον οδήγησαν μακριά από το παλάτι του πασά, κοντά σε ένα σφαγείο, στην τοποθεσία «Παλαιά Βρύση», για να τον θανατώσουν. Εκείνος γεμάτος χαρά και ανεξήγητη ιλαρότητα στο πρόσωπό του, τους ακολουθούσε, σαν να πήγαινε σε πανηγύρι. Μόλις έφτασαν στο σημείο της εκτέλεσης ο Μάρτυρας γονάτισε μόνος του, χωρίς να τον προστάξουν, αναμένοντας με χαρά το βαρύ και κοφτερό σπαθί, το οποίο θα του έκοβε το νήμα της επίγειας ζωής του και θα του άνοιγε την πόρτα της αιώνιας και αληθινής ζωής.
Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και το ανύψωσε και ήταν έτοιμος να το κατεβάσει στο λαιμό του Μάρτυρα. Αλλά μια ανεξήγητη δειλία τον εμπόδισε να κόψει το κεφάλι του «εξωμότη». Γι’ αυτό πέταξε δίπλα το σπαθί και έφυγε τρέχοντας χωρίς να πει λέξη. Οι παριστάμενοι σάστισαν και έγινε θόρυβος και ταραχή μεταξύ τους, μη μπορώντας να εξηγήσουν τη στάση του δημίου. Ο Μάρτυρας έμεινε γονατισμένος και ατάραχος.
Τότε κάποιος τούρκος υπαξιωματικός, υπηρέτης του πασά, φανατικός μουσουλμάνος, ανάλαβε εκείνος να τον εκτελέσει. Άρπαξε το σπαθί και άρχισε να χτυπά επανειλημμένως το λαιμό του Μάρτυρα, σε πολλά σημεία, χωρίς όμως να μπορέσει να του κόψει το κεφάλι.
Αφού είδε ότι δεν μπορεί να τον αποκεφαλίσει, άρπαξε τον Μάρτυρα, τον έβαλε κάτω και βγάζοντας κοφτερό μαχαίρι από τη ζώνη του, τον έσφαξε σαν πρόβατο! Ήταν 15 Μαρτίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα τέσσερις το απόγευμα, του έτους 1792. Οι Χριστιανοί του νησιού έμαθαν το συμβάν και δόξαζαν το Θεό, που αξιώθηκε ο τόπος τους να ποτιστεί με το τιμημένο αίμα ενός ακόμα Μάρτυρα του Χριστού! Πολλοί έτρεχαν στον τόπο του μαρτυρίου να δουν το τίμιο λείψανο, το οποίο φύλαγαν οι τούρκοι, για να μην το πάρουν οι Χριστιανοί, διότι τον θεωρούσαν δικό τους, επειδή είχε υποστεί περιτομή.
Την επόμενη ημέρα, ο τούρκος ναύαρχος, βλέποντας τις εκδηλώσεις χαράς και τιμής προς τον «εξωμότη», έδωσε διαταγή να πάρουν το σώμα του, να του δέσουν βαριά αγκωνάρια και να το ρίξουν στη βαθειά θάλασσα, να μην έχουν τίποτε οι «άπιστοι» από εκείνον και να ξεχαστεί το όνομά του!
Χειρόγραφο του μαρτυρίου του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.
Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαρτίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.







