Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2026

 

Η πανσεβάσμια κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου

(Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος)

εικόνα άρθρου: Η πανσεβάσμια κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος)

“Ας επικαλούμαστε πάντοτε την Παναγία, γέροντες, νέοι, γυναίκες, παιδιά. Όλοι στο στόμα μας ας έχουμε το όνομα της Παναγίας”


Όταν ο πατριάρχης Ιακώβ, αναχωρώντας από τη πατρική εστία, εξαιτίας της κατ’ αυτού απειλής του αδελφού του Ησαύ, έφθασε κοντά στη δύση του ηλίου σε έρημο τόπο, πήρε έναν λίθο, τον έβαλε κάτω από το κεφάλι του και κοιμήθηκε.

Είδε τότε σκάλα στηριγμένη στη γη, της οποίας η κεφαλή έφθανε στον ουρανό και οι Άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν σε αυτήν, ο δε Κύριος στηριζόταν πάνω της… Όταν σηκώθηκε ο Ιακώβ από τον ύπνο, είπε: «Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ουκ έστι τούτο αλλ’ ή οίκος Θεού και αύτη η πύλη του ουρανού» (Γεν. 28:17).

Η σκάλα εκείνη η μυστική ήταν τύπος και εικόνα της νοητής κλίμακας, της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, της οποίας την σεβάσμια Κοίμηση περιχαρώς εορτάζουμε.

Μετά την παράβαση και παρακοή των πρωτοπλάστων, μεταξύ ουρανού και γης δεν υπήρχε καμία επικοινωνία. Πεθαίνοντας οι άνθρωποι μετέβαιναν στον Άδη. Πέρασαν περίπου πέντε χιλιάδες έτη και δεν βρισκόταν μέσον για να επικοινωνήσει η γη με τον ουρανό, ο άνθρωπος με τον Θεό. Υπήρχε τείχος. Υπήρχε φραγμός αδιάρρηκτος. Βρέθηκε, τέλος, το μέσον που χάλασε τον μεσότοιχο, διέρρηξε τον φραγμό, κατέβασε από τους ουρανούς τον Θεό, ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό, ένωσε τα επίγεια με τα επουράνια και έγινε εύκολη η διάβαση και η ανάβαση των ανθρώπων από τη γη στα ουράνια. Όλα, όλα αυτά γνωρίζετε, αγαπητοί μου, ποιος τα επετέλεσε; Η πανύμνητη Παρθένος που εορτάζουμε σήμερα!

Ω μεγαλεία, μεγαλεία της Παρθένου! Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, ποιος θα τα διηγηθεί! Αν εκείνος ο ουρανόπεμπτος αρχάγγελος Γαβριήλ, που υπηρέτησε στο μέγα αυτό μυστήριο, εξεπλάγη από θαυμασμό, πώς εμείς οι ταλαίπωροι, υλικοί και χοϊκοί να μην έλθουμε σε απορία και έκσταση; Αλλά ας παραλείψουμε τα του ύψους του μυστηρίου, και ας στραφούμε στο ζήτημα της σωτηρίας. Στο πώς δηλαδή θα σωθούμε και πώς θα μπορέσουμε να ανεβούμε στον ουρανό μέσω της νοητής κλίμακας, της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Όσοι, αγαπητοί μου αδελφοί, επιθυμείτε να ανεβείτε από τη γη στον ουρανό, να γίνετε πολίτες της άνω Ιερουσαλήμ, συμπολίτες των Αγγέλων και οικείοι του Θεού, υιοί Θεού και θεοί κατά χάριν, ελάτε και ακούστε. Στρέψετε τα αυτιά της ψυχής και του σώματος και προσέξτε τους λόγους μου, του ελαχίστου και ευτελούς. Σας μιλώ με αγάπη και αλήθεια και με συγκίνηση καρδιάς. Σας λέω με πλήρη πεποίθηση ότι δεν θα βρείτε άλλο μέσον ούτε ευκολότερο ούτε ασφαλέστερο να ανεβείτε στους ουρανούς από αυτή τη νοητή κλίμακα, την Παναγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία.

Κανείς ας μη διστάσει. Κανείς ας μη δειλιάσει. Κανείς ας μην αμφιβάλλει. Και αν κανείς είναι βεβαρημένος και βαρυφορτωμένος από πολλές και ποικίλες αμαρτίες, ας γίνει πρόθυμος, ας έχει θάρρος, ας μην απελπίζεται.

Αλλά πώς και με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να ανεβούμε από τη γη στους ουρανούς; Τόσο ύψος! Αυτό είναι κόπος, κίνδυνος, φόβος. Αυτό κι εγώ το ομολογώ, ότι είναι κόπος και πόνος, αλλά υπάρχει μέσον εύκολο, η Παναγία Παρθένος, η νοητή κλίμακα, μέσω της οποίας θα ανέλθουμε στους ουρανούς.

Όσοι πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση και ότι «οι τα αγαθά ποιήσαντες απελεύσονται εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5:29), και γι’ αυτό ζείτε ενάρετη ζωή, για να αξιωθείτε της ουρανίου βασιλείας, μη λησμονείτε, αλλά πάντοτε, στο στάδιο της παρούσας ζωής, να επικαλείσθε την Θεοτόκο, διότι αυτή με τη μεσιτεία της μπορεί να σας εισαγάγει στους ουρανούς.

Όσοι είστε αμαρτωλοί, απορρίψτε με ειλικρινή και καθαρή μετάνοια και εξομολόγηση τις αμαρτίες και επικαλεσθείτε με όλη σας την ψυχή τη Θεοτόκο, για να μπορέσετε να ανεβείτε στους ουρανούς. Δεν βρίσκεται άλλο μέσον να σας βοηθήσει περισσότερο από την Παναγία. «Πολλά ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου».

Αυτή είναι η πρόξενος της σωτηρίας μας. Αυτή κατέρριψε τον μεσότοιχο της μεταξύ ημών και του Θεού έχθρας. Αυτή συμφιλίωσε εμάς με τον Θεό και μας απάλλαξε από τη αιώνια καταδίκη και μας προξένησε την αφθαρσία. Αυτή είναι η γέφυρα η μετάγουσα προς την αιώνιον ζωήν, η κλίμακα που μας ανεβάζει στους ουρανούς και η ολκάς (το πλοίο) που μας οδηγεί στο ακύμαντο λιμάνι του Παραδείσου. Αυτή είναι των αμαρτωλών η σωτηρία και των Αγγέλων ο γλυκασμός. Ο ιατρός των νοσούντων και η τροφή των πεινώντων. Των πονεμένων ο πλούτος και των τυφλών η βακτηρία. Των αδικουμένων προστάτης και των ξένων η παράκληση.

Και τι να πω; Στους πάντες είναι τα πάντα η Μητέρα του Θεού και μητέρα ημών των χριστιανών. Όλοι όσοι βρισκόμαστε σε θλίψεις, συμφορές και ανάγκες προς αυτήν καταφεύγουμε, και όλοι όσοι με πίστη προστρέχουμε, τα αιτήματα λαμβάνουμε. «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε…».

Όσοι όμως είναι άπιστοι, όσοι είναι βλάσφημοι και υβριστές της Θεοτόκου, όχι μόνον τα αιτήματά τους δεν λαμβάνουν, αλλά θα έχουν και αντίδικη την Παναγία, εάν δεν σπεύσουν να μετανοήσουν.

Ας σπεύσουμε, αγαπητοί φιλόχριστοι, με τη μετάνοια και την εξομολόγηση να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία, πριν έλθει η ώρα και η στιγμή του θανάτου. Ας επικαλούμαστε πάντοτε την Παναγία, γέροντες, νέοι, γυναίκες, παιδιά. Όλοι στο στόμα μας ας έχουμε το όνομα της Παναγίας. Το πρωί όταν σηκωνόμαστε, το βράδυ όταν πρόκειται να αναπαυθούμε, το όνομα της Παναγίας, του Ιησού και των Αγίων Του ας μη λείπει από το στόμα μας. Και όταν είμαστε υγιείς και όταν ασθενείς και όταν ψυχορραγούμε, ας εκπνεύσουμε με το όνομα της Παναγίας και του Ιησού στο στόμα, για να δοξασθούμε μαζί τους στους αιώνες. Αμήν.

(Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 29, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 67.)



 

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2025

 

Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών 

(Αναφορά στο περιεχόμενο και τα νοήματα της εορτής του Γενεσίου της Θεοτόκου)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού


         Στην αρχή του εκκλησιαστικού έτους, το οποίο αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου, όρισε η αγία μας Εκκλησία, την 8η του αυτού μηνός, να εορτάζουμε την μεγάλη θεομητορική εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου. Δεν ορίστηκε τυχαία ο εορτασμός της αυτή την περίοδο, ως πρώτη από όλες τις μεγάλες εορτές του έτους, διότι η υπερφυσική και θαυματουργική γέννηση της Παναγίας μας αποτελεί την απαρχή της υλοποιήσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

      Ο πιστός λαός μας, χωρίς να γνωρίζει θεολογία και ορμώμενος από το ορθόδοξο αισθητήριο της βαθειάς του πίστης, αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα αυτού του μεγάλου γεγονότος και γι’ αυτό εορτάζει με κάθε λαμπρότητα τη μεγάλη εορτή. Γιορτάζει τη γέννηση της αγιότερης ανθρώπινης ύπαρξης, της αγνότερης και καθαρότερης γυναίκας, η οποία επιλέχτηκε από τη Θεία Πρόνοια να γίνει η Μητέρα του Θεού και το μέσον της σωτηρίας του κόσμου.

       Όπως είναι γνωστό, τα Ιερά Ευαγγέλια δεν αναφέρουν τίποτε για την Γέννηση της Θεοτόκου. Την απουσία βιβλικών πληροφοριών την αναπληρώνει η άγραφη Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία αποτελεί, μαζί με την αγία Γραφή, την πηγή της χριστιανικής μας πίστεως. Άλλωστε ας μη λησμονούμε πως δεν υπάρχει ουσιαστικά διάκριση μεταξύ αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως, διότι αμφότερες χαρακτηρίζονται από την ορθόδοξη θεολογία μας ως Ιερά Παράδοση. Αυτή τη διάκριση την κάνουν οι δυτικοί αιρετικοί, οι μεν παπικοί για να υπερτονίσουν την Παράδοση, οι δε Προτεστάντες να υπερτονίσουν την αγία Γραφή, για να στηρίξουν τις πλάνες τους. Τα Ιερά Ευαγγέλια έως ότου συγγραφούν από τους Ιερούς Ευαγγελιστές (60-95 μ. Χ.), υπήρχαν στην πρώτη Εκκλησία ως άγραφη προφορική παράδοση. Άρα καταχρηστικώς κάνουμε τον διαχωρισμό αυτό. Την Γέννηση λοιπόν της Θεοτόκου, τους γονείς της και τα της παιδικής ηλικίας της τα διέσωσε η ευσεβής παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας.

       Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τη γέννηση της Θεοτόκου αποτελεί το απόκρυφο λεγόμενο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου», το οποίο γράφηκε στα μέσα περίπου του 2ου μ. Χ. αιώνα από κάποιον άγνωστο χριστιανό συγγραφέα, ο οποίος χρησιμοποίησε το όνομα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, για να δώσει κύρος στο σύγγραμμά του. Να διευκρινίσουμε πως στα χρόνια εκείνα, πριν και μετά το Χριστό, είχε αναπτυχθεί ένα είδος θρησκευτικής γραμματείας, η λεγομένη «απόκρυφη γραμματεία», με αγνώστους συγγραφείς, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν επιφανή και σημαίνοντα βιβλικά πρόσωπα, ως δήθεν συγγραφείς των έργων τους. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συλλογή των «Απόκρυφων Ευαγγελίων», έργα, κατά κανόνα αγνώστων αιρετικών, μέσω των οποίων διέδιδαν τις δοξασίες τους. Ο χαρακτηρισμός τους «απόκρυφα» δόθηκε από τους ίδιους για να δηλώσουν το δήθεν σπουδαίο περιεχόμενο των «ευαγγελίων» τους, το οποίο προορίζονταν για τους λίγους σοφούς των ομάδων τους και ήταν αποκλεισμένο στους αμύητους.

         Το ειρημένο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο  του Ιακώβου», πήρε την ονομασία αυτή ως δήθεν το πρώτο καταγραμμένο «ευαγγέλιο». Όμως αυτό δεν ευσταθεί, διότι όπως είναι αποδειγμένο, έπεται χρονικά των κανονικών Ευαγγελίων. Ξεχωρίζει βεβαίως από τα άλλα «απόκρυφα ευαγγέλια» ως προς τον περιορισμένο αριθμό πλανών του, που σημαίνει ότι ο άγνωστος συγγραφέας δεν ήταν αιρετικός, αλλά μέλος της Εκκλησίας και απλά προσπάθησε να καταγράψει την προφορική παράδοση, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της «απόκρυφης γραμματείας» και το όνομα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, για να δώσει κύρος στο σύγγραμμά του. Όμως, απ’ ότι φαίνεται, δεν ήταν αρκετά μορφωμένος και για τούτο περιγράφει τα  γεγονότα με πολλή αφέλεια. Παρά ταύτα, διέθετε ζωηρή φαντασία. Οι άγιοι Πατέρες διέκριναν την αγαθή διάθεση του συγγραφέα και δέχτηκαν το έργο του ως ιστορική πηγή για γεγονότα τα οποία στερούνταν άλλων γραπτών πηγών. Άλλωστε το περιεχόμενό του δεν ερχόταν σε αντίθεση με την προφορική παράδοση της Εκκλησίας, και φυσικά με την διδασκαλία της. 

       Η γέννηση λοιπόν της Θεομήτορος και παιδική της ζωή είναι καταγραμμένη στο «ευαγγέλιο» αυτό. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι γονείς της Θεοτόκου ονομάζονταν Ιωακείμ και Άννα, ήταν ευσεβείς Ιουδαίοι και ανήκαν στην κατηγορία εκείνων οι οποίοι έτρεφαν με αδημονία την προσμονή του αναμενόμενου Μεσσία. Ανήκαν στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, στο «υπόλειμμα», οι οποίοι είχαν μείνει πιστοί στο κήρυγμα των προφητών και στην τήρηση του Νόμου. Το ιερό αυτό ανδρόγυνο είχε εκλεγεί, χωρίς να το γνωρίζει από τη Θεία Πρόνοια να γίνει, ο μεν Ιωακείμ ο πάππος, η δε Άννα η μάμμη, κατά σάρκα, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

       Ο Ιωακείμ καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα, του γιου του Ιακώβ, ήταν γιός του Ελιακείμ και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ. Το όνομά του σημαίνει στα εβραϊκά «ο ανυψωθείς από το Θεό». Ιδιώτευε και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ σε δική του πολυτελή έπαυλη, κοντά στη δεξαμενή Βηθεσδά. Νυμφεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν από τη φυλή του Λευί και της Μαρίας από τη φυλή του Ιούδα. Το όνομά της σημαίνει στα εβραϊκά «χάρις, εύνοια»Είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή, μητέρα της Ελισάβετ, η οποία γέννησε τον Ιωάννη τον ΠρόδρομοΑνήκαν και οι δύο στη φυλή του Ιούδα, από την οποία, σύμφωνα με τους προφήτες θα προερχόταν ο Μεσσίας. Ανήκαν επίσης αμφότεροι στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν με αδημονία και πίστη την έλευσή του και εύχονταν να κατάγεται από τη γενιά τους.

      Ο Ιωακείμ και η Άννα ζούσαν προσευχόμενοι, νηστεύοντας και κάνοντας έργα φιλανθρωπίας. Είχαν την πεποίθηση ότι ο καιρός της ελεύσεως του ήταν κοντά. Τους στεναχωρούσε όμως αφάνταστα το γεγονός ότι ήταν άκληροι και δεν θα αξιώνονταν να προέλθει από τη γενιά τους ο μεγάλος Αναμενόμενος. Η Άννα ήταν στείρα και προχωρημένης ηλικίας.   Η ατεκνία ήταν μεγάλο όνειδος για τους Ιουδαίους, μάλλον κατάρα και αποστροφή της εύνοιας του Θεού προς τους άτεκνους συζύγους. Αυτή την αποστροφή της ιουδαϊκής κοινωνίας βίωνε και το ευσεβές ζεύγος Ιωακείμ και Άννα. Σε κάθε δημόσια εκδήλωση εισέπρατταν την περιφρόνηση. Όμως ποτέ δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό και Τον παρακαλούσαν νυχθημερόν να τους αξιώσει να γίνουν γονείς, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους.

       Οι άτεκνοι θεωρούνταν στιγματισμένοι από το Θεό και τα δώρα τους δεν γινόταν δεκτά από τους ιερείς του Ναού. Σε μια μεγάλη εορτή ο Ιωακείμ μετέβη στο Ναό, για να προσφέρει τα δώρα του στο Θεό, μαζί με πλήθος άλλων Ιουδαίων. Όμως εκεί τον περίμενε μια μεγάλη πίκρα. Ο αρχιερέας Ρουβίμ αρνήθηκε να δεχτεί τις προσφορές του και τον απέπεμψε, λέγοντάς του: «Δεν επιτρέπεται να προσφέρεις πρώτος τα δώρα σου, καθότι σπέρμα οὐκ ἐποίησας ἐν τῷ Ἰσραήλ», επειδή δηλαδή είσαι άτεκνος. Ο δίκαιος άνδρας λυπήθηκε πολύ και απάντησε στον αρχιερέα: «Μόνο εγώ είμαι, ανάμεσα στις δώδεκα φυλές του Ισραήλ άτεκνος;». Αλλά θυμήθηκε τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος ήταν ευσεβής, αλλά και αυτός άτεκνος και ο Θεός τον αξίωσε να αποκτήσει κλήρα, τον Ισαάκ. Αυτή η σκέψη τον παρηγόρησε και του έδωσε την ελπίδα ότι ίσως κάμει ο Θεός έλεος και αποκτήσει και αυτός παιδί.

      Γύρισε λυπημένος και προβληματισμένος στο σπίτι του. Χωρίς να τον αντιληφτεί η Άννα, έφυγε στην έρημο, όπου έστησε σκηνή. Εκεί, για σαράντα ημερονύκτια, με νηστεία και αδιάκοπη και θερμή προσευχή, παρακαλούσε το Θεό να μη γυρίσει στο σπίτι του, αν δεν του αποκαλυφτεί και του φανερωθεί η αιτία της ατεκνίας του. Ταυτόχρονα η Άννα θρηνούσε διπλά στο σπίτι τους, την περίεργη και απρόσμενη  εξαφάνιση του αγαπημένου της συζύγου και την ατεκνία της. Έφτασε όμως μια σημαντική εορτή και η υπηρέτριά της Ιουδίθ τις είπε: «Κυρά μου μέχρι πότε θα ταπεινώνεις την ψυχή σου; Να, έφτασε η μεγάλη ημέρα του Κυρίου και δεν επιτρέπεται να πενθείς. Πάρε όμως αυτόν εδώ τον κεφαλόδεσμο, πού μου έδωσε η γυναίκα πού τον έφτιαξε και δεν επιτρέπεται να τον ανοίξω εγώ, μια υπηρέτρια, επειδή έχει σημασία βασιλική». Όμως η Άννα την επέπληξε θυμωμένη και με λυγμούς της είπε: «Φύγε από κοντά μου· αυτό εγώ ποτέ δεν το έκανα και όμως ο Κύριος με ταπείνωσε πάρα πολύ. Μήπως κάποιος πονηρός σου τον έδωσε και ήρθες για να με κάνεις συμμέτοχη στην αμαρτία σου;». Η Ιουδίθ της απάντησε, με θυμό και αυθάδεια: «Τι να σου καταραστώ, αφού ο Κύριος έκλεισε τη μήτρα σου για να μην αφήσεις απογόνους στον Ισραήλ;». Η Άννα περίλυπη, φόρεσε τα νυφικά της ρούχα και κατέβηκε στον κήπο, για περίπατο, μήπως και απαλύνει το διπλό πόνο της. Η ώρα ήταν περί την 9η, στάθηκε κάτω από μια δάφνη και προσευχήθηκε θερμά, με δάκρυα στα μάτια στο Θεό, λέγοντας: «Ο Θεός των πατέρων ημών, ευλόγησε τη δούλη σου, άκουσε τη δέησή μου. Όπως ευλόγησες τη μήτρα της Σάρας και γέννησε τον Ισαάκ, αξίωσε και μένα να γίνω μητέρα». Σηκώνοντας ψηλά τα μάτια είδε στα κλαδιά της δάφνης μια φωλιά γεμάτη νεοσσούς και έβγαλε θρηνητική κραυγή λέγοντας: «Αλίμονο σε μένα, ποιος με γέννησε και ποια μήτρα με κυοφόρησε; Γιατί να είμαι άτεκνη και ως εκ τούτου καταραμένη στα μάτια του Ισραήλ, να με λοιδορούν και να με προσβάλλουν ακόμα και στο ναό σου;  Αλίμονο μου, δεν αξιώθηκα να μοιάσω ούτε με τα πουλιά, τα οποία είναι γόνιμα. Δεν εξομοιώθηκα ούτε με τα άγρια θηρία, τα οποία και εκείνα είναι γόνιμα, χάρη σε σένα Κύριε.  Δεν εξομοιώθηκα με τα νερά αυτά, αφού και τούτα είναι γόνιμα. Αλίμονο μου, με ποιόν εξομοιώθηκα; Ούτε με τη γη, αφού και αυτή προσφέρει τούς καρπούς στον καιρό της και ευλογεί εσένα, Κύριε»!

      Αφού τελείωσε την προσευχή της και εξέθεσε το πικρό παράπονό της στο Θεό, κάθισε στο πεζούλι να αναπαυτεί. Τότε έγινε το μεγάλο θαύμα, της παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου λαμπροφορεμένος και απαστράπτων, λέγοντάς της: «Άννα, ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου. Θα συλλάβεις και θα γεννήσεις· ο καρπός σου θα γίνει γνωστός σ’ όλη την οικουμένη»! Η αγία γυναίκα κατάλαβε ότι οι ικεσίες της εισακούστηκαν στο Θεό, πίστεψε χωρίς δισταγμό στην οπτασία και είπε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου· αν γεννήσω, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα το προσφέρω ως δώρο στον Κύριο τον Θεό μου, για να τον λατρεύει και να τον υπηρετεί σ’ όλη τη ζωή του»!

      Ο άγγελος όμως πήγε στη έρημο και ανήγγειλε και στον Ιωακείμ το χαρμόσυνο άγγελμα, λέγοντάς του: «Ιωακείμ, άκουσε Κύριος ο Θεός την προσευχή σου. Γύρνα πίσω στο σπίτι σου, γιατί η Άννα, η γυναίκα σου, θα μείνει έγκυος»! Περιχαρής επέστρεψε στην οικία του, όπου τον περίμενε η εν πλήρη αγαλλιάσει η Άννα. Έτρεξε, κρεμάστηκε από τον τράχηλο του και με χαρά του είπε: «Ξέρω τώρα και δεν αμφιβάλω, ότι ο Θεός με ευλόγησε πάρα πολύ. Τώρα πια δεν είναι χήρα, και η άτεκνη και θα μείνω έγκυος»! Ο Ιωακείμ ήταν τότε ογδόντα τριών ετών και η Άννα εβδομήντα. Μετά την σύλληψη το ευσεβές ανδρόγυνο υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί του στο Θεό, στον οποίο ανήκε, αφού Εκείνος τους το χάρισε. Η περίοδος της εγκυμοσύνης ήταν μια διαρκής ευχαριστήρια ωδή στο Θεό για το μεγάλο δώρο που τους χάρισε, ένας ασίγαστος αίνος προς τον Κύριο, ο Οποίος δύναται να καταλύει τους φυσικούς νόμους.

      Όταν συμπληρώθηκαν οι εννέα μήνες, η Άννα γέννησε και με αγωνία ρώτησε τη μαία για το φύλο του βρέφους και εκείνη της απάντησε ότι ήταν κορίτσι. Τότε η Άννα ευχαρίστησε το Θεό, λέγοντας: «Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτη»Και έβαλαν τη νεογέννητη στο κρεβατάκι της και της έδωσαν οι γονείς το όνομα  Μαριάμ,  το όνομα της γιαγιάς της, της μητέρας της μητέρας της, το οποίο σημαίνει στα εβραϊκά «κυρία» και η οποία έμελλε να γίνει η Κυρία του κόσμου και των αγγέλων.

       Αφού η μικρή κόρη έγινε τριών ετών, ο Ιωακείμ και η Άννα θεώρησαν ότι ήρθε ο καιρός να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό. Πήραν τη Μαρία και την πήγαν  στο Ναό της Ιερουσαλήμ να την αφιερώσουν στο Θεό. Πίστευαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι ότι ο Ναός των Ιεροσολύμων ήταν ο τόπος της κατοικίας και της παρουσίας του Θεού. Τα Άγια των Αγίων, το θεοσκότεινο και άβατο μέρος του Ναού, παρά μονάχα στον αρχιερέα του έτους και μόνο κατά την ημέρα της εορτής του «Εξιλασμού», θεωρούνταν ο θρόνος του Θεού. Οι ιερείς του Ναού, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα διέγνωσαν την αγιότητα της κορασίδας και γι’ αυτό δεν την οδήγησαν στην ειδική πτέρυγα των παρακείμενων κτισμάτων, όπου διέμειναν οι αφιερωμένες παρθένες, αλλά την οδήγησαν στα Άγια των Αγίων, για να διαφυλαχτεί η αγνότητά της και η αγιότητά της.

      Εκεί έμεινε τρεφόμενη από ουράνια τροφή και υπηρετούμενη από τους αγίους αγγέλους, μέχρι που οι ιερείς την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο Ιωσήφ. Εν τω μεταξύ οι γονείς της είχαν κοιμηθεί όταν εκείνη ήταν έντεκα χρονών, ο Ιωακείμ σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και η Άννα ογδόντα τριών.

      Η εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου, όπως και οι άλλες θεομητορικές εορτές, καθιερώθηκαν και άρχισαν να εορτάζονται από όλες τις Εκκλησίες, μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431) και την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), όταν αποκρυσταλλώθηκε το δόγμα περί του προσώπου της Θεοτόκου. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες, η εορτή του Γενεσίου της καθιερώθηκε περί τα τέλη του 5ου μ. Χ. αιώνα, με αρχές του 6ου στην Κωνσταντινούπολη  και σύντομα διαδόθηκε σε όλη την Εκκλησία. Στη  Δύση καθιερώθηκε προς τα τέλη του 7ου αιώνα από Έλληνες μοναχούς, οι οποίοι ήρθαν στην Ιταλία, μετά τους διωγμούς των Αράβων. Ορίστηκε δε να εορτάζεται στις 8  Σεπτεμβρίου. 

       Σπουδαίοι υμνογράφοι και μουσουργοί συνέθεσαν για την εορτή, σπουδαίους ύμνους, με ύψιστο θεολογικό περιεχόμενο, το οποίο εκφράζει την περί της Θεοτόκου διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως ο Γερμανός Α΄ Κωνσταντινουπόλεως, ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Ιωσήφ Υμνογράφος, έχουν γράψει κανόνες, κοντάκια, τα οποία ψάλλονται κατά την ημέρα της γιορτής. Πολλή σημαντική είναι και η αγιογραφία της εορτής. Γνωστοί και άγνωστοι αγιογράφοι ιστόρησαν θαυμάσιες εικόνες του Γενεσίου της Θεοτόκου, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλα μοναστικά κέντρα, όπως το Άγιον Όρος και σε ενοριακούς ναούς, πολλές από αυτές θεωρούνται θαυματουργές. Επίσης πλήθος  μονών και ναών σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο είναι αφιερωμένες στη σεπτή της Γέννηση.

        Όπως προαναφέραμε, ο ευσεβής λαός μας, έχει αυξημένο το αισθητήριο του μυστηρίου της σωτηρίας, το οποίο συντελέστηκε χάρις στην υπέρτατη συμβολή της Παναγίας μας και για τούτο την τιμά όπως ταιριάζει στο πάνσεπτο πρόσωπό της. Αυτή, μετά τον Τριαδικό Θεό, απολαμβάνει ύψιστη τιμητική προσκύνηση και αποτελεί το προσφιλέστερο ανθρώπινο πρόσωπο της ιστορίας. Με το να αξιωθεί να γίνει η μητέρα του σαρκωμένου Θεού μας, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατέστη και δική μας μητέρα, αφού ο  Λυτρωτής μας Χριστός, μας έκαμε αδέλφια του, όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος, επειδή «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι»«ουκ επαισχύνεται αδελφούς αυτούς καλείν» (Εβρ.2,11 και 17). Η ευσεβής εξιστόρηση του θαυμαστού γεγονότος της Γεννήσεως της Θεοτόκου μας διδάσκει, για πολλοστή φορά, την άμετρη αγάπη του Θεού για μας τους παραστρατημένους στην αμαρτία ανθρώπους και την ασύλληπτη, για τον πεπερασμένο νου μας, υλοποίηση  του προαιώνιου σχεδίου της εν Χριστώ



 

                   Στὴν Γέννηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
Ἐλᾶτε ὅλα τὰ ἔθνη, κάθε ἀνθρώπινη γενιά, καὶ κάθε γλώσσα, καὶ κάθε ἡλικία, καὶ κάθε ἀξίωμα, νὰ γιορτάσουμε μὲ ἀγαλλίαση τὴ γέννηση τῆς παγκόσμιας χαρᾶς. Γιατὶ ἂν οἱ εἰδωλολάτρες, μὲ ψεύτικα δαιμονικὰ παραμύθια ποὺ ξεγελοῦν τὸ μυαλὸ καὶ σκοτεινιάζουν τὴν ἀλήθεια, κι᾿ ἂν ἀκόμα προσφέροντας ὅ,τι εἶχαν καὶ δὲν εἶχαν τιμοῦσαν γενέθλια βασιλιάδων, ποὺ τοὺς τυραννοῦσαν σ᾿ ὅλη τους τὴ ζωή, πόσο περισσότερο πρέπει ἐμεῖς νὰ τιμοῦμε τὴ γέννηση τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἀνώρθωσε ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, ποὺ ἄλλαξε τὴ λύπη τῆς πρώτης μας μητέρας, τῆς Εὔας, σὲ χαρά; Ἐκείνη ἄκουσε τὴν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ: «Μὲ πόνους νὰ γεννᾷς τὰ παιδιά σου». Αὐτή: «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη». Ἐκείνη: «Στὸν ἄνδρα σου ἡ ὑποταγή σου». Αὐτή: «Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου».
Τί ἄλλο λοιπὸν ἀπὸ λόγο νὰ προσφέρουμε στὴ Μητέρα τοῦ Λόγου; Ὅλη ἡ κτίση ἂς γιορτάσει μαζί μας κι᾿ ἂς ὑμνήσει τὸν ἁγιασμένο καρπὸ τῆς...ἁγίας Ἄννας. Γιατὶ γέννησε στὸ κόσμο παντοτινὸ θησαυρὸ ἀγαθῶν, δηλ. τὴν Παναγία. Μὲ τὴν μεσολάβηση τῆς Παναγίας ὁ Πλάστης ξανάπλασε πρὸς τὸ καλύτερο ὁλόκληρη τὴν πλάση, μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ, ἀφοῦ ὁ δημιουργικὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἕνα μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἑνώθηκε συνάμα μ᾿ ὁλόκληρη τὴν πλάση, ἀφοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος, μετέχοντας σὲ πνεῦμα καὶ σὲ ὕλη, εἶναι σύνδεσμος ὅλης της ὁρατῆς καὶ ἀόρατης δημιουργίας. Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν τὴν λύση τῆς ἀνθρώπινης στειρότητας, γιατὶ πῆρε τέλος γιὰ μᾶς ἡ στέρηση τῶν ἀγαθῶν.

Γιὰ ποιὸ λόγο ὅμως γεννήθηκε ἡ Μητέρα καὶ Παρθένος ἀπὸ γυναίκα στείρα; Γιατὶ ἔτσι ἔπρεπε, αὐτὸ ποὺ εἶναι «τὸ μοναδικὰ καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο», ἡ βάση καὶ τ᾿ ἀποκορύφωμα τῶν θαυμάτων, ν᾿ ἀνοίξει τὸ δρόμο του μὲ θαύματα καὶ σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὰ πιὸ ταπεινὰ νάρθουν τὰ πιὸ μεγάλα.

Ὑπάρχει ὅμως κι ἄλλος λόγος πιὸ ὑψηλὸς καὶ πιὸ θεϊκός. Ἡ φύση, νικημένη ἀπὸ τὴ χάρη, στεκόταν φοβισμένη· δὲν εἶχε τὸ θάρρος καὶ τὴ δύναμη νὰ προχωρήσει αὐτὴ πρώτη. Ὅταν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ γεννηθεῖ ἡ Θεοτόκος – Παρθένος ἀπὸ τὴν Ἄννα, δὲν τολμοῦσε ἡ φύση νὰ καρποφορήσει πρὶν ἀπὸ τὴ χάρη, ἀλλὰ ἔμενε ἄκαρπη, μέχρις ὅτου βλαστήσει ἡ χάρη τὸν καρπό. Ἔτσι ἔπρεπε, νὰ γεννηθεῖ πρωτότοκη ἐκείνη, ποὺ θὰ γεννοῦσε τὸν «πρωτότοκο ὅλης της δημιουργίας», ποὺ «ὅλα σ᾿ αὐτὸν χρωστοῦν τὴν ὕπαρξή τους».

Καλότυχο ζευγάρι, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ὅλη ἡ κτίση σᾶς εὐγνωμονεῖ. Γιατὶ μὲ τὴ μεσολάβησή σας δώρισε ἡ πλάση στὸ Δημιουργὸ τὸ πιὸ ὑπέροχο ἀπ᾿ ὅλα τὰ δῶρα· πολυσέβαστη Μητέρα, μοναδική, ἄξια τοῦ Πλάστη. Εὐλογημένος εἶσαι Ἰωακείμ, ἀπ᾿ ὅπου βγῆκε τὸ ἀκηλίδωτο σπέρμα. Θαυμαστὴ μήτρα τῆς Ἄννας, ποὺ μέσα της ἀναπτύχθηκε σιγὰ-σιγά, σχηματίσθηκε καὶ γεννήθηκε πανάγιο βρέφος. Γαστέρα, ποὺ κυοφόρησες μέσα σου τὸν ἔμψυχο οὐρανό, πλατύτερο ἀπὸ τὴν ἀπεραντοσύνη τῶν οὐρανῶν. Ἁλώνι, ποὺ κράτησες ἐπάνω σου τὴ θημωνιὰ τοῦ ζωοποιοῦ σιταριοῦ, ὅπως τὸ δήλωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ἂν δὲν πέσει ὁ κόκκος τοῦ σιταριοῦ στὴ γῆ καὶ πεθάνει, παραμένει ὁλομόναχος». Μαστοὶ ποὺ θηλάσατε ἐκείνη, ποὺ ἔθρεψε τὸν τροφοδότη τοῦ κόσμου. Θαυμάτων θαύματα καὶ παραδόξων παράδοξα. Γιατὶ ἔτσι ἔπρεπε, ν᾿ ἀνοίξει μὲ τὰ θαύματα ὁ δρόμος, ἀπ᾿ ὅπου μὲ τρόπο ἀνέκφραστο, ἀπὸ ἀγάπη, κατέβηκε κοντά μας ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σαρκωθεῖ.

Ἀλλὰ πῶς νὰ προχωρήσω περισσότερο; Τὸ μυαλό μου σαστίζει, φόβος καὶ λαχτάρα μὲ κυριεύουν. Ἡ καρδιά μου χτυπάει καὶ ἡ γλώσσα μου δέθηκε. Δὲν ἀντέχω στὴ χαρά, μὲ καταβάλλουν τὰ θαύματα, ὁ πόθος μὲ γεμίζει ἐνθουσιασμό. Ἂς νικήσει λοιπὸν ὁ πόθος, ἂς ὑποχωρήσει ὁ φόβος, ἂς τραγουδήσει ἡ κιθάρα τοῦ Πνεύματος: «Ἂς χαροῦν οἱ οὐρανοὶ κι᾿ ἂς πηδήσει ἀπ᾿ τὴ χαρά της ἡ γῆ».

Σήμερα ἀνοίγονται οἱ πύλες τῆς στειρώσεως, καὶ παρουσιάζεται θεϊκή, παρθενικὴ πύλη, ποὺ ἀπὸ μέσα της θὰ περάσει καὶ θὰ μπεῖ στὴν οἰκουμένη «σωματικὰ» ὁ Θεός, ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄντα, ὅπως λέει ὁ Παῦλος, ὁ ἀκροατὴς τῶν ἀνέκφραστων μυστικῶν. Σήμερα ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ ξεφύτρωσε κλωνάρι, ποὺ πάνω του βλάστησε γιὰ χάρη τοῦ κόσμου θεοϋπόστατο ἄνθος.

Σήμερα ἀπὸ τὴ γήινη φύση ἔφτιαξε οὐρανὸ πάνω στὴ γῆ, ἐκεῖνος ποὺ ἄλλοτε παλιὰ δημιούργησε μέσα ἀπὸ τὰ νερὰ τὸ στερέωμα καὶ τὸ ἀνέβασε στὰ ὕψη. Κι᾿ ἀληθινὰ ὁ οὐρανὸς αὐτὸς εἶναι πολὺ πιὸ θεϊκὸς καὶ πολὺ πιὸ καταπληκτικὸς ἀπὸ τὸν πρῶτο. Γιατὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιούργησε στὸν πρῶτο οὐρανὸ τὸν ἥλιο, θὰ ἀνατείλει ὁ Ἴδιος στὸ δεύτερο οὐρανό, ἥλιος δικαιοσύνης. Ἔχει δύο φύσεις, κι ἂς λυσσομανοῦν οἱ Ἀκέφαλοι· ἕνα πρόσωπο, μία ὑπόσταση, κι ἂς σκάσουν ἀπ᾿ τὸ κακό τους οἱ Νεστόριοι. Τὸ ἄναρχο φῶς, ποὺ ἔχει τὴν προαιώνια ὕπαρξή του ἀπὸ ἄναρχο φῶς, τὸ ἄυλο καὶ ἀσώματο, παίρνει σῶμα ἀπὸ γυναίκα καὶ «σὰν νυμφίος βγαίνει ἀπὸ νυφικὸ δωμάτιο», καί, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι Θεός, γίνεται ἔπειτα γήινος ἄνθρωπος. Σὰν «γίγαντας» θὰ τρέξει μὲ χαρὰ τὸ δρόμο τῆς δικῆς μας ζωῆς, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ πάθη θὰ προχωρήσει γιὰ νὰ πεθάνει καὶ νὰ δέσει τὸν ἰσχυρό, τὸ διάβολο, καὶ νὰ τοῦ ἁρπάξει τὴν περιουσία, τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, καὶ νὰ ξαναφέρει στὴν οὐράνια γῆ τὸ χαμένο πρόβατο.

Σήμερα ὁ «γιὸς τοῦ μαραγκοῦ», ὁ παντεχνίτης Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ χάρη σ᾿ Αὐτὸν ὁ Πατέρας δημιούργησε τὰ πάντα, τὸ δυνατὸ χέρι τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἔχοντας, μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὰν δάχτυλά του, ἀκονίσει τὸ στομωμένο σκεπάρνι τῆς φύσεως, ἔφτιαξε γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἔμψυχη σκάλα, ποὺ ἡ βάση της στηρίζεται πάνω στὴ γῆ καὶ τὸ κεφάλι της ἀκουμπάει στὸν οὐρανό, ποὺ πάνω της ἀναπαύεται ὁ Θεός, ποὺ τὴν εἰκόνα της ἀντίκρισε ὁ Ἰακώβ. Ἀπ᾿ αὐτὴ ἀφοῦ κατέβηκε, χωρὶς νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὴ θέση του ὁ Θεός, πιὸ σωστὰ ἀφοῦ ταπεινώθηκε, «φανερώθηκε πάνω στὴ γῆ» καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὰ ὅλα λοιπὸν σημαίνουν ἡ κατάβαση, ἡ συγκαταβατικὴ ταπείνωση, ἡ πολιτεία του πάνω στὴ γῆ, τὴν πιὸ βαθιὰ γνώση, ποὺ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους τῆς γῆς.

Πάνω στὴ γῆ στηρίχθηκε ἡ νοητὴ σκάλα, ἡ Παρθένος· γιατὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ γῆ· καὶ ἡ κεφαλή της φθάνει στὸν οὐρανό. Ἡ κεφαλή, βέβαια, κάθε γυναίκας εἶναι ὁ ἄνδρας· γιὰ τὴν Παρθένο ὅμως μία καὶ δὲν γνώρισε ἄνδρα, ἔγινε κεφαλή της ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, ἀφοῦ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔκανε συμφωνία μὲ τὴν Παρθένο κι ἀφοῦ ἔστειλε σὰν κάποιο θεϊκὸ πνευματικὸ σπόρο, τὸ Υἱὸ καὶ Λόγο του, τὴν παντοδύναμη δύναμή Του. Πραγματικὰ μὲ τὸ εὐλογημένο θέλημα τοῦ Πατέρα, ἔγινε ὑπερφυσικά, χωρὶς μεταβολή, ὁ Λόγος σάρκα, ὄχι μὲ φυσικὴ ἕνωση, ἀλλὰ ξεπερνώντας τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία καὶ «κατασκήνωσε ἀνάμεσά μας». Γιατὶ ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους γίνεται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Ὅποιος μπορεῖ ἂς τὸ καταλάβει. Ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούσει».

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ 


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2025

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Μαρία, το περιεκτικό όνομα της Θεοτόκου (Ομιλία εις το Γενέσιον της Θεοτόκου)

 

ΕΙΣ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου  με θέμα:

«ΜΑΡΙΑ, ΤΟ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ»

  [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 8-9-1987]  [Α26]

    Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας εορτάζει το Γενέθλιον της Θεοτόκου. Είναι γνωστόν ότι γενέθλιος ημέρα δεν είναι η ημέρα που γεννάται κανείς, αλλά γενέθλιος ημέρα είναι η ημέρα που αναγεννάται κανείς. Γι΄αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γενέθλιος ημέρα του κάθε ανθρώπου είναι η ημέρα που εβαπτίσθη· διότι εκεί, εις την κολυμβήθρα, ανεγεννήθη. Η τελείωσις δε αυτής της γενεθλίου ημέρας, θεωρουμένου του βίου ως μία ημέρα, είναι η ημέρα κατά την οποία ο άνθρωπος εξέρχεται από τον παρόντα βίον. Γι΄αυτό ως γενέθλιος ημέρα πάντων των αγίων, δεν θεωρείται ούτε η ημέρα που εγεννήθησαν -πολύ περισσότερο- ούτε η ημέρα του βαπτίσματος, αλλά η ημέρα της εξόδου των από την παρούσαν ζωή, όταν δηλαδή φεύγουν από τον παρόντα κόσμον. Αυτή λέγεται «γενέθλιος ημέρα», διότι ουσιαστικά αναγεννάται ο άνθρωπος δια την καθ’ αυτό ζωήν, που είναι η αιώνιος ζωή.

     Φυσικά, η ημέρα του βαπτίσματος και η ημέρα του θανάτου του ανθρώπου, που είναι η τελείωσίς του, δηλαδή η ολοκλήρωσίς του, εκεί που έφθασε, όπου έφθασε, ταυτίζονται. Έχομε μία σύμπτωση αυτών των δύο οροθεσίων. Κατ’ ουδένα λόγο, όμως, γενέθλιος ημέρα είναι η ημέρα που γεννάται ο άνθρωπος. Γι΄αυτό ο αρχαίος κόσμος εγιόρταζε πάντοτε την γενέθλιον ημέραν, δηλαδή την ημέρα που βιολογικά εγεννήθηκε. Γι΄αυτό εις τον χριστιανικόν κόσμον, δεν επιτρέπεται, είναι ημαρτημένον, να γιορτάζει κανείς, να το πω απλά, τα γενέθλιά του! Και τείνει να καθιερωθεί αυτό –ξενόφερτο πράγμα, άγνωστο στα δικά μας χώματα, στον δικό μας χώρο, να γιορτάζομε τα γενέθλια. Είναι και ξένο και αντιχριστιανικόν.

      Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Και τούτο διότι η Υπεραγία Θεοτόκος ήτο ήδη αγία από προγόνων. Και προπαντός η Υπεραγία Θεοτόκος. Προεφητεύθη και προπαρασκευάστηκε από Αυτόν τον Ίδιον τον Θεόν, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι ο Θεός καθοδήγησε την προαίρεσή της έτσι ώστε η Θεοτόκος να είναι Παν-αγία, κατά έναν παρασκευασμένον τρόπον. Ποτέ. Η Υπεραγία Θεοτόκος ηργάσθη στον εαυτό της για να γίνει η Παν-αγία. Αλλά παρεσκεύασε, όμως, ο Θεός την Υπεραγίαν Θεοτόκον από προγόνων, από πλευράς χώρου, μέσα εις τον οποίον χώρον η Υπεραγία Θεοτόκος θα εγεννάτο, θα εκυοφορείτο, θα συνελαμβάνετο, θα εκυοφορείτο και θα εγεννάτοΓι'αυτό άρχισαν οι πρόγονοι, από πού λέτε; Παραπάνω από χίλια χρόνια πιο μπροστά. Γι'αυτό η Θεοτόκος λέγεται ότι είναι το άνθος που «ἐξήνθησεν ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί». Αλλά ο Ιεσσαί ήταν ο πατέρας του Δαβίδ, ο οποίος είχε ζήσει παραπάνω από χίλια χρόνια από τότε που η Θεοτόκος εγεννήθηκε. Και η Θεοτόκος είναι από την βασιλικήν γενεάν του Δαβίδ. Οι δε γονείς της ήταν δίκαιοι. Και δίκαιοι υπέρ πάντα άλλον δίκαιον της Παλαιάς Διαθήκης.

      Αλλά η Υπεραγία Θεοτόκος, αγαπητοί μου, είναι εκείνη δια την οποίαν λέγει το βιβλίο των «Παροιμιῶν», εις το 9ον κεφάλαιον, ότι «Ἡ Σοφία ὠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον»Ποια είναι αυτή η Σοφία; Η Σοφία είναι η Ενυπόστατος Σοφία. Είναι ο Θεός Λόγος, πριν ενανθρωπήσει. Η Ενυπόστατος Σοφία, ο Θεός Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, λέγει ότι «ὠκοδόμησεν», έκτισε για τον εαυτό Του, επειδή λέει την Σοφία, για τον εαυτόν της, το σπίτι Του. Το σπίτι Του. Και ποιο είναι αυτό το σπίτι; Αυτό το σπίτι που έκτισε ο Θεός Λόγος για να κατοικήσει είναι η Θεοτόκος. Διότι εις αυτό το σπίτι, εις αυτήν την ανθρωπίνη φύση, ήλθε και εσκήνωσε, δηλαδή έστησε την σκηνή Του ο Θεός Λόγος. Και αυτή είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Συνεπώς, εφόσον αυτή, η Κυρία Θεοτόκος θα έφερε τον Θεόν Λόγον εις τον κόσμον, η γέννησίς της, η βιολογική της γέννησις, ήταν υπόθεσις χαράς και μεγάλης ευλογίας για τον κόσμον ολόκληρον. Άρα, είναι το μόνο πρόσωπο - αν το θέλετε ακόμη ακριβέστερα, και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, αλλά δεν έχω καιρό να σας μιλήσω για εκείνον- είναι τα μόνα πρόσωπα που γιορτάζεται η βιολογική τους γέννηση. Είναι τα μόνα πρόσωπα.

      Είναι γνωστό ότι το όνομα εδίδετο εις τα παιδιά, ιδίως τα αγόρια, κατά την ημέρα της περιτομής, την ογδόη ημέρα. Εις την Θεοτόκο εδόθη το όνομα Μαρία. Το όνομα αυτό, Μαρία, έχει πολλά να πει. Έξω από την ετυμολογία της λέξεως - που δεν θα μείνω- θα ήθελα να σας πω μόνο ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας παίρνουν το ελληνικό όνομα «Μαρία» και απομονώνουν τα γράμματά του, δηλαδή κάνουν, θα λέγαμε, μία ακροστιχίδα. Ακροστιχίς θα πει… παίρνω το όνομα κάθετα, και παίρνω το κάθε γράμμα και βγάζω περιεχόμενο. Μαρία. Τα πέντε αυτά γράμματα εκφράζουν πέντε γυναικεία ονόματα, σπουδαία εις την Παλαιά Διαθήκη, των οποίων οι αρετές και τα χαρίσματα συγκεντρώνονται εις το πρόσωπον της Θεοτόκου, και συνεπώς το όνομα Μαρία είναι ένα όνομα περιεκτικόν όλων εκείνων των ονομάτων της Παλαιάς Διαθήκης, των γυναικείων ονομάτων, με τις χάριτες και τις δωρεές που είχαν πάρει από τον Θεό.

       Μαρία. Το Μ θυμίζει την Μαριάμ, την αδελφή του Μωυσέως και του Ααρών. Το Α - σας είπα κατά ακροστιχίδα, βάζομε το γράμμα κάθετα- είναι η Αβιγαία, η σύζυγος του Δαβίδ. Το Ρ είναι η Ραχήλ, η σύζυγος του Ιακώβ. Το Ι είναι η Ιουδήθ. Και το τελευταίο Α είναι η Άννα, η μητέρα του Σαμουήλ, η γυναίκα του Ελκανά.

       Ας δούμε αυτά τα πέντε γυναικεία πρόσωπα. Τι χαρακτηριστικόν είχε η αδελφή του Μωυσέως και του Ααρών, η Μαριάμ; Όταν η Μαριάμ άκουσε τον αδελφό της να συνθέτει εκείνη την ωδή, μετά από το πέρασμά τους από την Ερυθρά Θάλασσα, και να δοξάζεται ο Θεός, τότε μαζεύει όλες τις γυναίκες, προεξάρχει χορού και κατ’ αντιφωνίαν ψάλλει και εκείνη την ωδή που έψαλλαν οι άνδρες, με αρχηγό τον αδελφό της, τον Μωυσή, επί τη σωτηρία των από τους Αιγυπτίους και το πέρασμά τους από την Ερυθρά Θάλασσα. Η Μαριάμ ήτο προφήτης. Προσέξτε, οι ωδές αυτές του Μωυσέως ήτο προφητικές. Και η Μαριάμ δεν έκανε παρά επανάληψη της προφητείας του αδελφού της. Για να σας το θυμίσω αυτό, να το καταλάβετε λίγο καλύτερα, σας θυμίζω τον Συμεών τον Θεοδόχον, όταν είπε «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, δέσποτα». «Τώρα, Κύριε, να πεθάνω. Γιατί είδαν τα μάτια μου το σωτήριόν σου, είδαν τα μάτια μου τον Σωτήρα του κόσμου· ο Οποίος είναι φως εις αποκάλυψιν εθνών»Την ίδια ώρα μία γυναίκα, η Άννα, λέγει: «Ναι, ναι, ναι, είναι αυτό!». Και χαρακτηρίζεται «προφήτις» από την Αγία Γραφή. Ε, αυτό έκανε και η Μαριάμ. Επιβεβαιώνει τον αδελφό της. Είναι προφήτις. Και η ωδή αυτή του Μωυσέως είναι απ’ άκρου εις άκρον, μέχρι το τελευταίο σημείο προφητική. Ήτο δε και παρθένος. Δύο γνωρίσματα. Προφήτης και παρθένος. Η Θεοτόκος ήτο και προφήτις. Δείτε την ωδήν της: «Ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι μὲ πᾶσαι αἱ γενεαί».  Η δε θαυμασία Ελισάβετ, η μητέρα του Ιωάννου, τι είπε; «Και είναι μακαρία εκείνη -μίλησε εις τρίτον πρόσωπον- που θα πιστέψει σε όσα της λαλήθηκαν από τον Κύριον» («πᾶσι τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου»). Είναι ευτυχισμένη, γιατί επίστεψε τι; Εκείνα που της είπε ο Θεός δια του αγγέλου και ότι η Θεοτόκος, βάσει αυτών, κηρύσσει και λέγει: «Από δω και μπρος θα με κηρύσσουν, θα με μακαρίζουν οι γενεές ως ευτυχισμένη γυναίκα· γιατί έφερα τον Μεσσίαν εις τον κόσμον»· γιατί επίστεψε εκείνα που της είπε ο Θεός δια του αγγέλου. Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι κατεξοχήν προφήτις.  Και παρθένος. Έχει λοιπόν τα δύο γνωρίσματα της παλαιάς Μαριάμ, της αδελφής του Μωυσέως.

         Ποια ήτο η Αβιγαία; Η Αβιγαία ήτο μία θαυμασία γυναίκα που η  ιστορία της ήτο πολύ μεγάλη και λυπούμαι δεν μπορώ να σας την διηγηθώ. Ενώ ο σύζυγός της –ήταν παντρεμένη- ήταν περίεργος άνθρωπος, ένας ατομιστής, περίεργος και δεν έδινε ψωμιά και τρόφιμα στον Δαβίδ, όταν πολεμούσε στα βουνά, η Αβιγαία επίστεψε εις τον Δαβίδ και το έργο του. Και τούτο διότι ήτο πολύ ταπεινή γυναίκα. Ο άνδρας της έπαθε συγκοπή και τελικά έγινε γυναίκα του Δαβίδ η Αβιγαία. Θαυμασία γυναίκα. Είναι μια μεγάλη ιστορία, λυπούμαι δεν έχω τον χρόνο, την δυνατότητα να σας την διηγηθώ. Είχε λοιπόν ένα γνώρισμα η ΑβιγαίαΉτο ταπεινή. Και η Θεοτόκος είχε εις υπερθετικόν βαθμόν την ταπείνωσιν.

       Η Ραχήλ ήτο η δεύτερη γυναίκα του Ιακώβ· την οποία εκτάκτως αγαπούσε ο Ιακώβ. Είχε κάλλος –ομορφιά- και ψυχικόν και σωματικόν. Η αδελφή της, η Λεία, δεν ήτο όμορφη και είχε πολύ μικρά ματάκια. Όλα αυτά είναι τύποι βεβαίως. Δεν κατηγορεί κανείς να έχει κανείς ωραία ή άσχημα μάτια κ.λπ. Αυτά είναι απλώς τύποι. Προσέξτε, τύποι. Και ο Ιακώβ είχε πάντα την καρδιά του εις την Ραχήλ. Είναι εκείνη που εγέννησε τα δύο παιδιά, μόνον, από τα δέκα, της άλλης. Τον Ιωσήφ και τον Βενιαμίν. Εις δε τον Βενιαμίν η θαυμασία Ραχήλ απέθανε κατά τον τοκετόν. Και την έκλαψε πολύ ο Ιακώβ. Έτσι, λοιπόν, η Θεοτόκος έχει αυτά τα δύο χαρίσματα της Ραχήλ· αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Το κάλλος, την ομορφιά, και του σώματος και του πνεύματος. Προπαντός της ψυχής.

      Και η Ιουδήθ; Ποια ήταν αυτή η Ιουδήθ; Ήτο μία χήρα γυναίκα. Πανέμορφη. Εκπληκτικής ομορφιάς. Χήρα. Σωστή χήρα· που πενθούσε τον άνδρα της. Κάποια φορά, έρχεται και κυριεύει την πόλη της, που είχε τείχη, ο Ολοφέρνης, στρατηγός της Βαβυλώνος. Κινδύνευε και η πόλη της και όλη η Ιουδαία και όλος ο Ισραήλ. Κινδύνευαν. Το στρατόπεδο του Ολοφέρνους ήτο λίγο μακρύτερα από την πόλη· διότι η πόλις ήτο κάπως σε ύψωμα και δεν μπορούσαν να σταθούν τα στρατεύματα του Ολοφέρνους. Και της έρχεται μία έμπνευση. Βγάζει τα πένθιμά της ρούχα, ντύνεται με τα καλύτερά της ρούχα, βάζει τα καλύτερά της αρώματα, και λέει στους άρχοντες της πόλεως: «Ανοίξτε μου την πόρτα». Παίρνει και μία υπηρέτριά της, μία δούλη της, και πηγαίνει εις το στρατόπεδο του Ολοφέρνους. Όταν την είδαν οι σκοποί, θαύμασαν την ομορφιά της. Έκανε όμως θερμοτάτη προσευχή να την φυλάξει ο Θεός να μην πάθει όχι μόνο κακό, αλλά να μην χαλάσει η εντιμότητά της· δηλαδή, μην πάθει, να μην προσβληθεί από τίποτε. Να μην σας τα πολυλογώ, γιατί είναι θαυμασία και εδώ η ιστορία, μερικές μέρες έμεινε εκεί στο στρατόπεδο, λέγοντας στον Ολοφέρνη ότι «θα μου επιτρέπεις το βράδυ» -αυτός νόμισε ότι πήγε να του πει μυστικά- «θα μου επιτρέπεις το βράδυ να βγαίνω έξω γιατί θέλω να πηγαίνω να κάνω την προσευχή μου». Κάποια φορά, ύστερα από 2-3-4 βράδια, όταν έμεινε μόνη αυτή με τον Ολοφέρνη, στη σκηνή του, κι αυτός ήταν σε κατάσταση κτηνώδη, διότι είχε το πάθος γι' αυτήν, αλλά ο Θεός δεν τον άφησε να την πειράξει, ήπιε πολύ κρασί. Και είναι οι δυο τους μόνο. Και τότε σύρει το ξίφος του εκείνη, η Ιουδήθ, που ήταν κρεμασμένο επάνω από το κρεβάτι του, και του πήρε το κεφάλι πέρα για πέρα! Το έβαλε μες στο καλαθάκι της, που πήγαινε, λέει, να μαζεύει και σύκα, και παίρνει την υπηρέτριά της που ήταν απέξω, ανύποπτα και πέρασε μέσα από τους σκοπούς -γιατί ήξεραν ότι θα πηγαίνει κάθε βράδυ να κάνει την προσευχή της -και πηγαίνει και λέει έξω από την πύλη του τείχους: «Ανοίξτε μου, ανοίξτε μου!». Ανοίγουν. Και μπαίνει μέσα στην πόλη και βγάζει το κεφάλι από το καλάθι και τους το δείχνει: «Να ο Ολοφέρνης!». Έμειναν έκπληκτοι! Την ανεκήρυξαν «κριτήν». Σώθηκε η πόλις και η χώρα ολόκληρη! Η Θεοτόκος είναι εκείνη που εξόντωσε τον νοητόν Ολοφέρνην, τον διάβολο. Τον κατεπάτησε κυριολεκτικώς!

       Και το τελευταίο είναι η Άννα, η γυναίκα του Ελκανά, η δεύτερη γυναίκα του Ελκανά. Στείρα, αλλά θαυμασία γυναίκα. Και κάνει προσευχή στον Θεό να της δώσει ένα παιδί. Μέρα νύχτα κλαίει· να της δώσει ένα παιδί. Και της έδωσε. Λέοντα της έδωσε. Της έδωσε τον περίφημον προφήτην και τελευταίον κριτήν, τον Σαμουήλ. Και τότε η στείρα η Άννα, είναι εκείνη που δοξάζει τον Θεό και ανέπεμψε εις τον Θεό ωδήν. Είναι μία από τις εννέα ωδές της Αγίας Γραφής, η μία ανήκει εις την θαυμασίαν αυτήν Άννα. Τι ήτο η Άννα; Ήτο στείραΗ στείρα γεννά; Όχι προφανώς. Αλλά εγέννησε. Η παρθένος γεννά; Ασφαλώς όχι. Αλλά η Θεοτόκος ως παρθένος εγέννησε. Και η στείρα πήρε την χάρη του Θεού για να γεννήσει. Και η Παρθένος πήρε την χάρη του Θεού για να γεννήσει. Όχι πια έναν Σαμουήλ, αλλά Αυτόν τον Λυτρωτήν του κόσμου και τον Σωτήρα όλων. Ουρανού και γης. Και αγγέλων και ανθρώπων.

    Αυτά εκφράζει το όνομά της, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, της οποίας το Γενέσιον γιορτάζομε σήμερα.

            ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/ueotokos/ueotokos_052.mp3


Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2025

 

                     Γεθσημανή - Ὁ τάφος Τῆς Παναγίας

Τὸ ντοκιμαντὲρ Γεθσημανή - ὁ Τάφος τῆς Παναγίας, μᾶς μεταφέρει στὴν Ἁγία Γεθσημανὴ στὴν περιοχὴ τῶν Ἱεροσολύμων κοντὰ στὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ὅπου ἐκοιμήθηκε καὶ ἐτάφη ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος.
Μιὰ σειρὰ γεγονότων σφράγισαν τὴν περιοχὴ ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν πορεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας καὶ μέχρι σήμερα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἱερουσαλήμ, μὲ μεγάλη ἐπισκεψιμότητα ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο.

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2025

 

Αρχιμ. Αθανάσιος Μυτιληναίος:

Κοίμησις, Ταφή, Ανάστασις, Ανάληψις της Θεοτόκου

 



“Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα”…


Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.

Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.

Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.

Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.

Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι’ αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι παρουσιάζουν ως ένα νήπιο.

Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.

Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.

Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.

Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.

Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.

Ο Θεός οικονόμησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι’ αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.

Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.

Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.

Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.

Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.

Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.

Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι’ αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα, κατά το οποίο εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.

Και γι’ αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.

Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;

Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι’ αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.

Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα ‘πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.

Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ’ έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.

Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.

Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.

Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.

Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.

Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι’ αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.

Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.

Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.

Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει. 

 

Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.



 

 

Η τιμή, η ευθύνη και ο πόνος της Θεοτόκου

 



Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἀνέβηκε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν νὰ προσ­ευ­χηθῇ καὶ τὰ δέντρα κατὰ θαυμαστὸ τρόπο λύγι­ζαν καὶ τὴν προσκυνοῦσαν”


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανή­γυρις· εἶνε ἑορτὴ θεομητορική, πρὸς τι­­μὴν δηλαδὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θὰ ποῦ­με λίγες λέξεις γύρω ἀπὸ τὴν πάνσεπτη Κοίμησί της, ἡ ὁποία εἶνε καὶ τὸ ἐπιστέγασμα ὅ­λων τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν τοῦ ἔτους.

Ἡ Παναγία γιὰ τὶς δύο μεγάλες ἀρετές της, τὴν παρθενία καὶ τὴν ταπείνωσι, ἀξιώθηκε νὰ γίνῃ ἡ «καθέδρα» τοῦ «Βασιλέως» (Ἀκάθ. ὕμν. Α4), τὸ «δοχεῖον» καὶ «σκεῦος» ποὺ δέχθηκε μέσα του τὸ «μύρον τὸ ἀκένωτον» (ἔ.ἀ. καν. α΄1, θ΄3), τὸν Κύριον ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ποὺ εὐωδίασε τὰ πάντα.

Ὅση ὅμως ἦταν ἡ τιμὴ ποὺ ἀξιώθη­­κε, τόση ἦταν καὶ ἡ εὐθύνη ποὺ ἐ­πωμίσθηκε καὶ ὁ πόνος ποὺ δοκίμασε. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκε τὸ Θεῖο Βρέφος, ἐκείνη δὲν γνώρισε ἀ­νά­­παυσι· ἂν κάθε μάνα ἄξια τῆς ἀποστολῆς της στερῆ­ται ἀνέσεις καὶ διασκεδάσεις καὶ κάνῃ θυσίες γιὰ νὰ μείνῃ προσηλωμένη στὴν ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ της, πόσο μᾶλλον ἡ Παναγία!

Καμμιά μάνα δὲν ὑπέφερε μαζὶ μὲ τὸ παιδί της ὅσο αὐτή. Γέννησε μέσα σ᾽ ἕνα σπήλαιο, σ᾽ ἕνα ἀχυ­ρῶ­να. Δὲν πέρασαν πολλὲς μέρες κι ὁ Ἡρῴδης ἀκόνισε τὸ μα­χαίρι του νὰ σφά­ξῃ τὸν Υἱό της. Νύχτα ἀ­ναγκάστηκε νὰ πάρῃ στὴν ἀγ­καλιὰ τὸν Νεογέννητο καὶ μαζὶ μὲ τὸν δίκαιο Ἰω­σὴφ κατέφυγε στὴν Αἴγυπτο (ὅ­σες μανάδες ἦρθαν πρόσφυγες ἀπ᾽ τὴ Μικρὰ Ἀσία μὲ μωρὰ στὴν ἀγκαλιὰ γιὰ ν᾽ ἀποφύγουν τὸν Κεμάλ, τὸ νέο Ἡρῴδη τῆς φυλῆς μας, μποροῦν κά­πως νὰ αἰσθανθοῦν τὸν πόνο τῆς Παν­­αγί­ας). Ὅταν γύρισαν ἀπ᾽ τὴν Αἴγυπτο, ὁ μικρὸς Ἰησοῦς δὲν πῆγε στὸ σχολεῖο· ἐργαζόταν ὡς ξυ­λουργὸς καί, κα­θὼς μεγάλωνε, ἡ Παναγία τὸν ἔβλεπε σὰν ἀστέρι ποὺ ἀνατέλλει· γιὰ τὴ μάνα δὲν ὑπάρχει ὡραιότερο ἀπ᾽ τὸ νὰ βλέ­πῃ τὸ παιδί της ν᾽ ἀνθίζῃ στὴν ἄνοιξι τῆς ζωῆς.

Μεγάλωνε ὁ Ἰησοῦς, κ᾽ ἡ Παναγία τὸν πρόσεχε. Ἀλλ᾽ ὅπως οἱ ἡμέρες δὲν εἶνε ὅλες ἡ­λι­όλουστες, ἔτσι καὶ στὴ ζωὴ τῆς Θεομήτορος ἦρθαν πάλι σύννεφα καὶ καταιγίδες. Ὁ Ἰησοῦς μεγάλωσε, βγῆκε στὸ δημόσιο βίο καὶ ἄρχισε τὸ κήρυγμα· ἀλλ᾽ ἐνῷ οἱ μικροὶ καὶ ταπεινοὶ τὸν ἄκουγαν, οἱ μεγάλοι, ἡ πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἡγεσία, τάχθηκαν ἐναντίον του.

Τὸ τέλος εἶνε γνωστό. Ὁ Χριστός μας συν­­ελήφθη σὰν ὁ τελευταῖος κακοῦργος, δέθηκε, ὡδηγήθηκε στὸ συνέδριο τῶν ἀρ­χιερέων, στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου καὶ στὴν αὐλὴ τοῦ Ἡ­ρῴδη, καὶ καταδικάστηκε σὲ θάνα­το. Ὅταν ἡ Παναγία εἶδε τὸν ἀχάριστο ὄχλο νὰ φωνάζῃ γιὰ τὸ παιδί της «Σταύρωσον σταύ­ρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21. Ἰω. 19,6) κι ἄκουσε τὴν καταδίκη του, τότε ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ Συμεών, ποὺ εἶπε ὅτι «ῥομφαία» θὰ διαπερά­σῃ τὴν ψυχή της (Λουκ. 2,35). Γιατὶ ὅταν πονάῃ τὸ παιδί, διπλᾶ καὶ τριπλᾶ πονάει ἡ μάνα· καὶ μόνο μανάδες ποὺ εἶδαν τὰ παιδιά τους σὲ χρόνια ἀπαίσια νὰ τὰ σφάζουν μπροστά τους οἱ κακοῦργοι, αὐτὲς μποροῦν νὰ νιώσουν τὸν πό­νο τῆς Παρθένου ὅταν εἶδε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὸν Μονογε­νῆ της. Ὅπως ἡ ἀγελάδα βγάζει μυκηθμὸ πόνου βλέποντας νὰ παίρνουν τὸ μοσχάρι της γιὰ σφαγή, ἔτσι ἡ Παρθενομήτωρ πόνεσε στὸ Γολ­γοθᾶ τὴ Μεγάλη Παρα­σκευή. Δὲν τὸν ἐγκατέ­λειψε· ἔμεινε ἐκεῖ, κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυ­ρό, καὶ εἶ­δε τὸ αἷμα νὰ ῥέῃ ἀπὸ τὰ ἄχραντα μέλη του.

Καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ξέχασε αὐτὴν ποὺ τοῦ δά­νεισε σάρκα καὶ τὸν θήλασε μὲ τὸ γάλα της. Πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ καὶ μέσα στὸ μαρτύριό του, καθὼς δὲν μποροῦ­σε νὰ κινήσῃ τὰ μέλη του, ἔδειξε μὲ τὸ βλέμμα στὴ Μητέρα του τὸν Ἰωάννη καὶ εἶπε «Ἴδε ὁ υἱός σου», καὶ στὸν Ἰωάννη ἔδειξε τὴ Μητέρα του καὶ εἶπε «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου» (Ἰω. 19,26-27). Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ μαθητὴς πῆρε τὴν Παναγία στὸ μικρό του σπίτι καὶ τὴν φρόντισε σὰν μάνα του.

Ἐδῶ σταματοῦν οἱ μαρτυρίες τοῦ κειμένου τῶν Γραφῶν· δὲν ἔχουμε ἄλλες ἁγιογραφι­κὲς πληροφορίες. Γιὰ τὸ τέλος τῆς Παναγίας μα­θαί­νουμε ἀπὸ τὴν ἱερὰ παράδοσι. Οἱ ὀρθόδοξοι, ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς χιλιαστὰς καὶ τοὺς δι­αμαρτυρομένους, δεχόμεθα τὴν ἱερὰ παρά­δοσι ἐξ ἴσου μὲ τὴ Γραφή, κατὰ τὴν προτροπὴ «Κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Β΄ Θεσ. 2,15). Ἀπὸ ἀρ­χαι­­ότατες λοιπὸν παραδόσεις διασῴζονται τὰ ἑξ­ῆς γιὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς Θεοτόκου.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψι καὶ τὴν Πεντηκοστὴ ἐκείνη ζοῦ­σε μὲ τὸν πόθο νὰ φύγῃ ἀπ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ἡ ὥ­ρα λοιπὸν ἦρθε. Κι ὅπως ἄλλοτε «ἄγ­γε­λος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰ­πεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ χαῖρε» (Ἀκάθ. ὕμν. Α), ἔτσι τώρα ὁ ἴ­διος ἄγγελος (ὁ Γαβριήλ) κατέβηκε καὶ τὴν εἰ­δο­ποί­ησε, ὅτι σὲ τρεῖς ἡμέρες ἀναχωρεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θεοῦ συχνὰ προαισθάνονται τὸ τέλος τους· πόσῳ μᾶλλον ἡ Παναγία! Δὲν στενοχωρή­θηκε· χάρηκε, ὅπως χαίρεται μιὰ μάνα ποὺ ὁ γυιός της ἀπὸ τὴν Αὐστραλία ἢ τὸν Καναδᾶ τῆς τηλεγραφεῖ «Μάνα, ἔλα κον­τά μου». Τὸ Συναξάρι τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ μηναῖο λέει, περιληπτικά, περίπου τὰ ἑξῆς.

Ἀνέβηκε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν νὰ προσ­ευ­χηθῇ καὶ τὰ δέντρα κατὰ θαυμαστὸ τρόπο λύγι­ζαν καὶ τὴν προσκυνοῦσαν. Ὅταν γύρισε ἄναψε φῶτα, εὐχαρίστησε τὸ Θεό, καὶ κάλεσε τοὺς συγ­γενεῖς καὶ γείτονες. Σκούπισε ὅ­λο τὸ σπιτάκι της, ἑτοίμασε τὸ κρεβάτι της καὶ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ταφή. Ἀνακοίνωσε σὲ ὅλους τὸ μήνυμα ποὺ ἔλαβε καὶ τοὺς ἔδειξε ἕνα κλα­δὶ ἀπὸ φοίνικα ποὺ τῆς ἔδωσε ὁ ἄγγελος. Ὅλοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρη­νοῦν, ἀλλὰ ἐκείνη τοὺς παρηγόρησε. Σὲ δύο γνωστές της φτω­­χὲς χῆρες ἄφησε τοὺς δύο χιτῶνες της.

Ἐνῷ τακτοποιοῦσε αὐτά, ἀκούστηκε ἦχος βροντῆς καὶ φάνηκαν σύννεφα, ποὺ μετέφεραν γύρω της ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς τοὺς ἁ­γίους ἀποστόλους. Μαζί τους ἦρθαν οἱ ἱεράρ­χες Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ Ἱερόθεος, καὶ τέλος οἱ ἀπόστολοι Τιμόθεος καὶ Παῦλος. Στὴ θλῖψι καὶ τοὺς θρήνους ὅλων ἡ Παναγία εἶπε· Μή, ἀγαπητοὶ μαθηταὶ τοῦ Υἱοῦ μου, μὴ μετατρέψετε τὴ χαρά μου σὲ πένθος, ἀλλὰ κηδεύσατέ με ὅπως θὰ εἶμαι. Κατόπιν ξάπλω­σε στὸ κρεβάτι της, ἔδωσε στὸ σῶμα της τὴ θέσι καὶ τὴ στάσι ποὺ ἤθελε, προσευχήθηκε γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου, εὐ­λόγησε ὅλους, καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ.

Μὲ λαμπάδες καὶ ὕμνους οἱ ἀπόστολοι σήκωσαν τὸ κρεβάτι της καὶ μετέφεραν τὸ θεοδόχο σῶμα της στὸ μνῆμα, ἐνῷ ἀκούγονταν καὶ ἀγγελικὲς ὑμνῳδίες ποὺ γέμιζαν τὸν ἀέρα. Τότε ὅμως οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων ἔ­βαλαν κάποιους ἀπὸ τὸν ὄχλο νὰ ἀνατρέψουν τὸ φέρετρο. Ἀλλὰ ἡ θεία δικαιοσύνη τοὺς τύφλωσε καὶ ἔκοψε τὰ χέρια ἑνὸς ὁ ὁποῖος τόλμησε νὰ τ᾽ ἁπλώσῃ καὶ ν᾽ ἀγγίξῃ τὸ κρεβάτι· ἔμειναν ἐκεῖ κρεμασμένα. Ὅταν ὅμως αὐτοὶ πίστεψαν καὶ μετανόησαν, θεραπεύθηκαν ὅ­λοι. Ἔτσι ἡ πομπὴ ἔφθασε στὴ Γεθσημανῆ, ἀ­­πέθεσαν τὸ σῶμα στὸν τάφο, καὶ ἔμειναν ἐ­κεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες, ἐνῷ ἀκούγονταν ἀκατά­παυστα οἱ ἀγγελικὲς φωνές.

Κατὰ θεία οἰκονομία ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους (ὁ Θωμᾶς) δὲν πρόλαβε νὰ παρευρε­θῇ στὴν κηδεία. Ὅταν ἔφθασε τὴν τρίτη ἡμέρα, ἀποφάσισαν ὅλοι νὰ ἀνοίξουν πρὸς χάριν του τὸν τάφο. Ἀνοίγοντας ὅμως εἶδαν ἔκπληκτοι ὅτι ὁ τάφος ἦταν κενός· τὸ σῶμα ἔλειπε, εἶχε μετατεθῆ· μόνο τὸ σεντόνι εἶχε μείνει ἐ­κεῖ, ποὺ τὸ κράτησαν ὡς ἀψευδὲς τεκμήριο τῆς μεταθέσεως τοῦ σκηνώματος.

* * *

Αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ ἱστορικὸ τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Θὰ τονίσω δύο πράγματα.

Τὸ ἕνα εἶνε, ὅτι στὸν κόσμο αὐτὸν ὅλοι ὑ­ποφέρουν· καὶ ἀπ᾽ αὐτὸ δὲν ἐξαιρεῖ­ται οὔτε ἡ Θεοτόκος. Μανάδες φτωχές, χῆρες, πονεμένες κ᾽ ἐγκαταλελειμμένες, παρηγορηθῆτε! Κοι­ταχτῆτε στὸν καθρέφτη· καὶ καθρέφτης γιὰ κάθε γυναῖκα εἶνε ἡ Παναγία. Κοιτάξτε τὴν Παν­αγία μας! Ὅπως ἔζησε ἐκείνη, ἔτσι νὰ ζῆτε κ᾽ ἐ­σεῖς· μὲ ἐγκαρτέρησι, πίστι καὶ ὑπομονή.

Τὸ δεύτερο. Εἴδατε τί ἔπαθε ὁ Ἑβραῖος ποὺ ἀσέβησε; Ἀδελφοί μου, ὅταν σκέπτωμαι τὶς ἁμαρτί­ες μας, μοῦ ᾽ρχεται νὰ κλά­ψω, νὰ βγάλω τὰ ἄμ­φια, νὰ πάω σ᾽ ἕνα σπήλαιο, στὸ μοναστή­ρι μου ποὺ ἤμουν μικρὸ παιδί, καὶ νὰ καθή­σω ἐκεῖ μ᾽ ἕνα κομ­ποσχοίνι. Γιατὶ ὅλα τ᾽ ἁ­­μαρτήματα εἶνε φοβερά, ἀλλὰ τὸ φοβερώτε­ρο εἶνε ἡ βλασφημία τῶν θείων· κ᾽ ἐμεῖς σ᾽ αὐ­τὸ ἔχουμε ρεκόρ, ἐνῷ καὶ Τοῦρκοι ἀκόμα σέβονται τὴν Παναγία (λένε ὅτι τὴ δεκαετία τοῦ ᾽60, ὅταν ἀρρώστησε ὁ πρόεδρος τῆς Τουρκί­ας, ἡ γυναί­κα του πῆγε μὲ τὰ πόδια ξυπόλητη στὸ Μπαλουκλί, στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας, νὰ παρακαλέσῃ γιὰ τὸν ἄντρα της).

Φταῖμε ὅλοι, ὄχι μόνο αὐτοὶ ποὺ βλαστημοῦν, γιατὶ δὲν ἀγανακτοῦμε καὶ δὲν ἀντιδροῦ­με. Πέ­φτω στὰ πόδια σας καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἂν θέλετε νά ᾽χουμε τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ. Ἂν συνεχισθῇ ἡ βλασφημία, θὰ γίνῃ σεισμὸς μεγά­λος. Ἂς φοβηθοῦμε τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ! ἔρχονται πολλὲς δυστυχίες στὸ ἔθνος μας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνουμε ὅλοι φρουροὶ τῆς τι­μῆς τῆς Παναγίας. Καμμιά γλῶσσα νὰ μὴ τὴν βλαστημᾷ· ὅλες οἱ γλῶσσες νὰ γίνουν μιὰ κιθάρα, ποὺ θὰ τὴν ὑμνῇ εἰς αἰῶνα αἰῶνος.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν ἱ. μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κλαδορράχης – Φλωρίνης τὴν Τρίτη 15-8-1967