Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2026

 

Διατί ὁ Μητροπολίτης Τυχικὸς ἠρνήθη νὰ τελέση μικτοὺς γάμους;

   

Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, θεολόγου

  Μία ἀπὸ τὶς τρεῖς βασικὲς κατηγορίες ποὺ διατυπώθηκαν ἐναντίον τοῦ κανονικοῦ ἐπισκόπου Πάφου Τυχικοῦ ἦταν ἡ ἄρνησή του νὰ τελεῖ μικτοὺς γάμους, δηλαδὴ γάμους μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων ἤ, ἀλλιῶς, αἱρετικῶν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ γεννᾶ εὔλογα τὸ ἐρώτημα: γιατί ἡ συγκεκριμένη στάση τοῦ ἐπισκόπου Τυχικοῦ θεωρήθηκε τόσο σοβαρὸ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας ἐκκλησιολογικῆς ἀντίληψης;

   Γιὰ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξεταστεῖ συνοπτικὰ ἡ ἐκκλησιολογία ποὺ διαμορφώθηκε κατὰ τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο αὐτή, ἡ ἐπίσημη ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία ἀκολουθοῦσε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ τῆς Συνόδου τοῦ Τριδέντου. Σύμφωνα μὲ τὴν κλασσικὴ παπικὴ ἀντίληψη, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία ταυτιζόταν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ Ρώμη, ἐνῶ ὅσοι δὲν βρίσκονταν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Πάπα θεωροῦνταν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας.

  Ὡστόσο, τὸ πνεῦμα τῆς νεωτερικότητας δὲν ἀνεχόταν πλέον τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀξίωση ὅτι μόνο μία Ἐκκλησία κατέχει τὴν ἀλήθεια ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μὲ τὸ κυρίαρχο ἰδεολογικὸ κλῖμα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνα βαθὺ χάσμα ἀνάμεσα στὴν παραδοσιακὴ παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ στὴ νεότερη ἀντίληψη περὶ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ.

  Ἡ Β΄ Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ ἐπιχείρησε νὰ γεφυρώσει αὐτὸ τὸ χάσμα. Ἡ νέα ἐκκλησιολογικὴ προσέγγιση δὲν χρησιμοποίησε πλέον τὴν παραδοσιακὴ διατύπωση ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία «εἶναι» ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι «ὑφίσταται» (subsistit in) σὲ αὐτήν. Ἡ διαφοροποίηση αὐτὴ δὲν θεωρήθηκε ἁπλὴ γλωσσικὴ ἀλλαγή, ἀλλὰ οὐσιαστικὴ θεολογικὴ μετατόπιση.

  Τὸ ρῆμα ὑφίσταται (λατινικὰ subsistit, ἰταλικὰ sussistere, ἀγγλικὰ subsist) περιγράφει ἕνα τρόπο ὑπάρξεως καὶ ὄχι μία ἀπόλυτη ὀντολογικὴ ταύτιση. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δόθηκε στὴ μετασυνοδικὴ θεολογία, ἡ διατύπωση αὐτὴ ἐπιτρέπει τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρατῶν ὁρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔτσι ὑποστηρίχθηκε ὅτι στὶς ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες διατηροῦνται ἔγκυρα μυστήρια, ὅπως τὸ βάπτισμα, ἡ ἱερωσύνη καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία, τὰ ὁποῖα μάλιστα διαθέτουν σωτηριολογικὴ σημασία.

  Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ νέα αὐτὴ ἐκκλησιολογία ἀποδέχεται ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἔγκυρα μυστήρια καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας.

  Ἐφόσον ὅμως τὰ μυστήρια θεωροῦνται ἔγκυρα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, στὴν ὁποία ἀνήκει κάποιος, τότε ποιὸ στοιχεῖο διαφοροποιεῖ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία ἀπὸ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς κοινότητες; Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει ἡ μετασυνοδικὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία εἶναι ὅτι ἡ Ρώμη διαθέτει τὴν «πληρότητα τῶν μέσων τῆς σωτηρίας». Συνεπῶς, ἡ διαφορὰ δὲν παρουσιάζεται πλέον ὡς οὐσιαστικὴ ἢ ποιοτική, ἀλλὰ κυρίως ὡς ποσοτική: καὶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες διαθέτουν στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ρώμη ὅμως κατέχει τὴν πληρότητά τους.

  Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία ὁ θεολογικὸς διάλογος, ἡ ἀμοιβαία προσέγγιση καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων. Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον χαρακτηριστικὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς λογικῆς εἶναι ἡ τέλεση μικτῶν γάμων, καθὼς αὐτοὶ προϋποθέτουν, στὴν πράξη, τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τοῦ ἑτεροδόξου.

  Ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται, κατὰ τὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη θεώρηση, ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ἀπαιτεῖται τὸ βάπτισμα τῶν μελλονύμφων. Ἑπομένως, ὅταν τελεῖται γάμος μεταξὺ ἑνὸς Ὀρθοδόξου καὶ ἑνὸς Ρωμαιοκαθολικοῦ χωρὶς ὁ δεύτερος νὰ ἔχει προηγουμένως ἐνταχθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διὰ τοῦ ὀρθοδόξου βαπτίσματος, ἀναγνωρίζεται στὴν πράξη ὅτι τὸ βάπτισμά του εἶναι ἔγκυρο.

  Κατὰ συνέπεια, οἱ μικτοὶ γάμοι δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἕνα ποιμαντικὸ ἢ διοικητικὸ ζήτημα. Ἀποκτοῦν βαθὺ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο, διότι προϋποθέτουν τὴν ἀποδοχὴ ὅτι ὑπάρχει ἔγκυρο βάπτισμα καί, κατ’ ἐπέκταση, ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

  Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα γίνεται κατανοητό, γιατί ὁ ἐπίσκοπος Τυχικὸς ἀρνήθηκε νὰ τελεῖ μικτοὺς γάμους. Ἡ στάση του δὲν ἀποτελοῦσε ἁπλὴ κανονικὴ αὐστηρότητα, ἀλλὰ συνδεόταν μὲ μία συγκεκριμένη ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων συνεπάγεται τὴν ἔμμεση ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων.

  Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ ἐπιμένει στὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Μίας Ἐκκλησίας καὶ στὴν πληρότητα τῆς ἀλήθειας ποὺ αὐτὴ κατέχει θεωρεῖται, ἀπὸ ὅσους υἱοθετοῦν τὴν οἰκουμενιστικὴ ἐκκλησιολογία, ἐμπόδιο στὴν ὑλοποίηση τῆς νέας ἐκκλησιολογικῆς προοπτικῆς.

  Πρόκειται γιὰ μία θεώρηση, κοινὴ –κατὰ τοὺς ὑποστηρικτὲς της– στὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ σύγχρονου οἰκουμενικοῦ κινήματος, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ συνδυάσει δύο ἐκ πρώτης ὄψεως ἀντιφατικὲς θέσεις: ἀφενὸς τὴ διατήρηση τῆς ὁμολογίας περὶ τῆς μοναδικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στὴ μετασυνοδικὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία καί, κατὰ τὴν ἄποψη πολλῶν ὀρθοδόξων ἐπικριτῶν, ἀντανακλᾶται ἐν μέρει καὶ στὰ κείμενα τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου· ἀφετέρου τὴν ἀναγνώριση μίας περιορισμένης, ἀλλὰ πραγματικῆς ἐκκλησιαστικότητας καὶ μυστηριακῆς ζωῆς ἐκτὸς τῶν ὁρατῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας.

  Ἡ φαινομενικὴ αὐτὴ ἀντίφαση θεωρεῖται ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπερβληθεῖ μέσῳ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου καὶ τῆς σταδιακῆς προσεγγίσεως τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ὅσοι ἀρνοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν αὐτὴ τὴν προοπτικὴ ἢ νὰ συμμετάσχουν ἐνεργὰ στὴ διαδικασία αὐτὴ ἀντιμετωπίζονται ὡς ἀνασταλτικὸς παράγοντας γιὰ τὴν προώθηση τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐγχειρήματος καὶ θὰ πρέπει νὰ καθαιρεθοῦν, ἂν εἶναι ἐπίσκοποι.



 

Περίοδος νηστείας του Δεκαπενταυγούστου

  
  Η νηστεία είναι μία άσκηση για την κατάκτηση περισσοτέρων αρετών.
Μερικοί συνάνθρωποι μας, που θέλουν να παρουσιάζονται ως «προοδευτικοί», ισχυρίζονται ότι η νηστεία είναι «επινόηση» των παπάδων. Φυσικά, αυτοί έχουν παντελή άγνοια της βιβλικής και θεολογικής βάσεως της νηστείας.
Η νηστεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας έχει την πρωταρχική βάση της σ’ αυτήν την Αγία Γραφή. Είναι η πρώτη εντολή του Αγίου Θεού που έδωσε στους Πρωτοπλάστους, Αδάμ και Εύα, από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας τους μέσα στον επίγειο Παράδεισο, τον κήπο της Εδέμ :
«Απ’ όλα τα δένδρα που βρίσκονται μέσα στον Παραδείσου να φάτε. Αλλά, από το δένδρο που βρίσκεται στο κέντρο του Παραδείσου, απ’ αυτού να μη φάτε.»
Με αυτά τα λόγια ο Δημιουργός Θεός έδωσε την εντολή της νηστείας.
Στη συνέχεια, ο Προφήτης Μωυσής, προτού παραλάβει τις Δέκα Εντολές στο Θεοβάδιστο Όρος Σινά, νήστευσε αυτός και όλος ο λαός του Ισραήλ για 40 ολόκληρες ημέρες. Αλλά, και ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, προτού ξεκινήσει το έργο της σωτηρίας, μετά από την βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομος Ιωάννη, νήστεψε 40 ημέρες και νύχτες.
Επομένως, η νηστεία είναι θεόσδοτη εντολή και όχι επινόηση των ανθρώπων.
Έτσι, λοιπόν, οφείλομε και εμείς να νηστεύομε στις καθορισμένες περιόδους νηστείας, που έχουν καθοριστεί από την Εκκλησία μας.
Ο σκοπός της νηστείας είναι μία πνευματική και σωματική άσκηση. Σωματική μεν είναι, διότι στερούμε από τον εαυτόν μας υλικά αγαθά, δηλαδή νόστιμα φαγητά. Πνευματική δε άσκηση είναι, διότι καλούμαστε να ασκηθούμε περισσότερο στην προσευχή, την εγκράτεια παθών και την ελεημοσύνην.
Με την σωστή εφαρμογή της νηστείας, ο πιστός δέχεται πολλές δωρεές από τον Άγιο Θεό. Καταξιώνεται να γίνει μιμητής του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, δοχείο του Αγίου Πνεύματος.
Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο της νηστείας είναι το να συγχωρέσουμε όσους μας έβλαψαν, ζημείωσαν, συκοφάντησαν, αδίκησαν, πρόσβαλαν, κ.τ.λ. Διότι, διά της συγχωρήσεως γινόμαστε μιμητές του Φιλανθρώπου Θεού μας, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την μετάνοια και σωτηρία του.
Γι ‘ αυτό, όπως ο Χριστός μας θυσίασε την Ζωή Του για εμάς τους αμαρτωλούς, ας θυσιάσουμε και εμείς κάτι σ’ αυτήν την περίοδο της νηστείας προς χάριν δική του.
Επίσης, θα ήθελα να τονίσω ότι η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου αρχίζει από την 2η Αυγούστου και διαρκεί έως της 14ης του μηνός.
ΠΡΟΣΟΧΗ: την παραμονή της εορτής ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΥΟΜΕ ΚΡΕΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ!
Καλό Δεκαπεντανθήμερο. Καλό Στάδιο. Καλό πνευματικό αγώνα.
+Ο Μητροπολίτης Αντινόης Παντελεήμων (Λαμπαδάριος) Εφησυχάζων Μητροπολίτης Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής
Κάλυμνος, 1η Αυγούστου, 2026


Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2026

 

Πως ο Πάπας εξεθεμελίωσε από την Εκκλησία τον Χριστό… (Άγιος Νεκτάριος)

εικόνα άρθρου: Πως ο Πάπας εξεθεμελίωσε από την Εκκλησία τον Χριστό… (Άγιος Νεκτάριος)

«Ἡ παπικὴ ἐκκλησία εἶναι νόθος ὀργανισμός… Ἡ παπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι Χριστοκεντρικὴ ἀλλὰ Παποκεντρική»


«Θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστι Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α΄ Κορ. γ΄11). «ἐποικοδομηθέντες τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν». «Τῷ θεμελίῳ»λέγει, «τῶν Ἀποστόλων» καὶ οὐχὶ τοῦ Πέτρου, καθὼς παραφρονεῖ ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία.

 

Ἐὰν ὁ Κλήμης Ρώμης εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, διότι ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν Πέτρο, τότε ὅσοι ἐπίσκοποι χειροτονήθησαν ἀπὸ τὸν Πέτρο εἶναι διάδοχοί του, καὶ ὄχι μόνο ὁ Κλήμης. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐχειροτόνησε τὸν Πάπα Κλήμεντα ἐπίσκοπο Ρώμης μόνο, καὶ ὄχι τῆς οἰκουμένης ὅλης.

Ἐὰν ὁ θάνατος τοῦ Πέτρου ἔδωσε τέτοιο προνόμιο στὸν Πάπα νὰ εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μονάρχης ἐπάνω σὲ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τὰς Συνόδους, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἔχει αὐτὰ τὰ προνόμια ὁ Ἱεροσολύμων διὰ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ. Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό.

Ὅταν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ πρωτοκαθεδρία, νὰ καθήσουν ὁ ἕνας δεξιά του καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά του (Μάρκ.ι´35-38), ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι τὴν πρωτοκαθεδρία τὴν ἔχω δώσει στὸν Πέτρο, ἀλλά, ὅτι «ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος». Ὅταν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὸν μυστικὸν Δεῖπνον ἔπεσαν σὲ φιλονικία, διὰ τὰ πρωτεῖα, ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε πὼς ὁ Πέτρος εἶναι ὁ μεγαλύτερος, ἐπειδὴ αὐτὸν ἀφήνω ἐπίτροπον εἰς τὸ ποίμνιον, αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ ὅλων σας. (Λουκ. κβ’ 24-26). Ἀλλὰ τοὺς εἶπε ὅτι «οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται, ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος καὶ ὁ ἀνακείμενος ὡς ὁ διακονῶν». Ἔφερε καὶ παράδειγμα ὁ Κύριος τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ λέγονται Ραββί, ὅμως ἐσεῖς, οἱ δικοί μου μαθηταὶ μὴν πέσετε στὸ πάθος αὐτό, μὴ ζητεῖτε τὸ πρωτεῖον αὐτό, ὑμεῖς μὴ κληθῆτε καθηγηταί, «εἷς γάρ ἐστιν ὁ καθηγητὴς Χριστός, καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ἐπὶ τῆς γῆς. Εἷς ἐστιν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὑμεῖς δὲ πάντες ἀδελφοὶ ἐστέ». Οἱ Ἀπόστολοι ἔπεμψαν τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην στὴν Σαμάρεια, ὅταν ἄκουσαν πὼς ἐδέχθη τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἄρχων πάντων, πῶς πέμπεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους; πράγμα ποὺ δὲν τὸ δέχεται οὔτε ἡ συνήθεια οὔτε τὸ δίκαιον; Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι τοῦτοι οἱ καπνοὶ τῆς φιλοδοξίας, καὶ πρωτοκαθεδρίας δὲν ἐχώρησαν μέσα εἰς τὰς θεοφόρους κεφαλὰς τῶν Ἀποστόλων, ἀλλ᾽ ὅλοι ἦταν ὁμοταγεῖς, ἀδελφοὶ κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ἐπίσης διδάσκαλοι πάσης τῆς οἰκουμένης. Ὄχι διῃρημένως ὁ ἕνας στὴ Ρώμη, ὁ ἄλλος ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ πανταχοῦ καθ᾽ ἕνας τὴν αὐτὴ ἐξουσία εἶχε καὶ τὸ αὐτὸ Ἀποστολικὸ προνόμιο.

Ἔτσι ὁ Πάπας διὰ νὰ στήση τὴν κεφαλήν του, ὄχι μόνον συκοφαντεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καταφρονεῖ καὶ τὸν μακάριο Πέτρο σμικρύνοντάς του τὸ Ἀποστολικόν του προνόμιο, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν χειροτονημένος διδάσκαλος πάσης της οἰκουμένης καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι, αὐτὸς τὸν περικλείει εἰς τὴν Ρώμην. Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἀρχή, πῶς ὁ Παῦλος ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀντεστάθη κατὰ πρόσωπον εἰς τὸν Πέτρον; Πῶς τὸν ἐλέγχει καθὼς ὁ ἴδιος γράφει στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολήν του; «ὅτε ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἀντέστην» (Γαλατ. β΄11). Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν πρῶτος πῶς εἰς τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον δὲν ἀποφασίζει ὁ Πέτρος ὡς κεφαλὴ πάντων, ἀλλὰ ὁ Ἰάκωβος; (Πράξ. ιε΄10-28). Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι, καὶ ἰσότιμοι πάντες, καὶ οὐδένας εἶχε διωρισμένον θρόνον.

Οἱ Ἀπόστολοι χειροτονοῦσαν παντοῦ Ἀρχιερεῖς, καὶ ἔδιδαν εἰς αὐτοὺς τέσσαρα χαρίσματα: πρῶτον τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, δεύτερον τὴν Ἱερωσύνην, τρίτον τὴν χειροτονίαν, τέταρτον τὴν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Καὶ αὐτὰ μερικῶς, καὶ ὄχι οἰκουμενικῶς, ἀλλὰ καθένας εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἐκήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο, ἐνεργοῦσε τὰ τῆς Ἱερωσύνης, ἔπραττε τὰ τῆς χειροτονίας, ἐτέλει τὰ τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του οὐδείς. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν ἀποστολικὸ χάρισμα. Οἱ Ἀπόστολοι Ἀρχιερεῖς χειροτονοῦσαν, καὶ ὄχι Ἀποστόλους. Οὐδεὶς τῶν χειροτονηθέντων ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔγινε διάδοχος καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος. Δόγμα τῶν Παπικῶν εἶναι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπαν, ταυτὸν ἐστὶ τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν», ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν, δηλαδὴ θεοποιεῖ τὸν ἑαυτόν του. Ὁ Πάπας εἶναι κτίσμα, καὶ ἐπειδὴ ζητεῖ προνόμιον ὁπού τὸ ἔχει μόνος ὁ Θεός, τὸ νὰ πιστεύουν εἰς αὐτὸν τὰ κτίσματα, εἶναι ἱερόσυλος, καὶ παντάπασι τυφλός, ὅταν θέλει νὰ εἶναι ἀνώτερος τῶν Συνόδων; ὅταν φαντάζεται πὼς εἶναι ἀναμάρτητος; τί ἄλλο ὅταν διδάσκει πὼς εἶναι μονάρχης τῶν Ἐκκλησιῶν; παρὰ τὸ ὅτι εἶναι Θεός; καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἀναίσχυντον καὶ ἄθεον ἀπόφασιν θέλει νὰ προσκυνῆται καὶ νὰ πιστεύεται ὡς Θεός; Τοῦτο τί ἄλλο εἶναι παρὰ φαντασία ἀθεΐας, τύφλωσις νοὸς εἰδωλολάτρου; Ὁ 35ος Ἀποστολικὸς κανὼν βοᾶ: «Εἴ τις Ἐπίσκοπος τολμήσειε χειροτονίαν ποιῆσαι ἐν ταῖς μὴ ὑποκειμέναις αὐτῷ χώραις καὶ πόλεσι, παρὰ γνώμην τῶν κατεχόντων αὐτάς, καθαιρείσθω, ὅ τε χειροτονήσας καὶ χειροτονηθείς».

Ἐὰν ἦταν ὁ Ρώμης πρῶτος, πὼς αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κλήμης ἔγραφε τὸν Ἀποστολικὸ κανόνα ποὺ λέει: «Τοὺς Ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους, εἰδέναι χρὴ τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἡγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδέν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης. Ἐκεῖνα δὲ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει καὶ ταῖς ὑπ᾽ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ Θεός». Ἀλλ᾽ ἡ φιλαρχία τοῦ Πάπα καὶ τοῦτον τὸν κανόνα καθὼς καὶ ἄλλους πολλοὺς καταπάτησε (9ον τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου). Ὁ Πάπας ἀπὸ κενὴ φιλοδοξία, διὰ νὰ στήσῃ τὴν μοναρχικὴ ἐξουσία, ἰδιοποιῆται τὰ Ἀποστολικὰ χαρίσματα. Ἡ φιλοδοξία τοῦ Πάπα τὸν ἔφερε σὲ τέτοιο σημεῖο νὰ λέῃ ὅτι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπα, ταυτὸν ἔστι τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν, ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν”. Θεοποιεῖ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ὁ ὑπερβολικὸς τύφος τοῦ Πάπα, αὐτὴ ἡ μοναρχομανία του ἐγέννησε τόσας αἱρέσεις. Ποῦ ἡ χρυσὴ παραγγελία ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Κύριος, «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν»; Ποῦ ὁ μακαρισμὸς «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι», δηλαδὴ οἱ ταπεινοὶ; Ποῦ τόσα καὶ τόσα παραδείγματα χρυσὰ καὶ λαμπρά τῆς ταπεινοφροσύνης ;

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἄρνησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, μίμησις τοῦ διαβόλου, διότι οἱ ἀποστατικὲς δυνάμεις, καθὼς ἔλεγε ἡ μακαρία Συγκλητική, τὶς ἄλλες ἀρετὲς δύνανται κατά τινα τρόπον, νὰ μιμηθοῦν, τὴν δὲ ταπεινοφροσύνη οὐδέποτε. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι γεννήτρια τροφὸς πασῶν των ἀρετῶν, μίμησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παπικὴ ἐκκλησία εἶναι νόθος ὀργανισμός. Σὲ ἕναν θνητὸν καὶ ἁμαρτωλὸν ἄνθρωπον συγκεντρώθηκε ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία καὶ τὸ ἀλάθητο. Ἡ παπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι Χριστοκεντρικὴ ἀλλὰ Παποκεντρική. Ὁ Πάπας ὑπέκυψε στὸν τρίτο καὶ τελευταῖο πειρασμὸ τοῦ Κυρίου στὴν ἔρημο.

Ἁγ. Νεκταρίου: «Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος», ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, τόμ. Α’., Ἀθῆναι. Χριστιανική Βιβλιογραφία



 

 

Ποια είναι τα θανάσιμα και ποια τα συγγνωστά αμαρτήματα (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

εικόνα άρθρου: Ποια είναι τα θανάσιμα και ποια τα συγγνωστά αμαρτήματα (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«Θανάσιμα αμαρτήματα για τον χριστιανό είναι η αίρεση, το σχίσμα, η βλασφημία…»


Κάθε θανάσιμο αμάρτημα που διαπράττει ο ορθόδοξος χριστιανός, αν δεν θεραπευθεί με την πρέπουσα μετάνοια, γίνεται αιτία αιώνιου κολασμού του. Θανάσιμα αμαρτήματα για τον χριστιανό είναι η αίρεση, το σχίσμα, η βλασφημία, η εξωμοσία, η απόγνωση, η αυτοκτονία, η μοιχεία, κάθε παρά φύση σαρκική αμαρτία, η αιμομειξία, η μέθη, η ιεροσυλία, ο φόνος, η ληστεία και κάθε μεγάλη, σκληρή και απάνθρωπη αδικία. Απ’ αυτές μόνο μία, η αυτοκτονία, δεν μπορεί να θεραπευθεί με τη μετάνοια.

Όλες, πάντως, θανατώνουν την ψυχή, καθιστώντας την ανίκανη να κληρονομήσει την αιώνια μακαριότητα, ως την κάθαρσή της με ειλικρινή μετάνοια. Και μια φορά μόνο να πέσει ο άνθρωπος σε κάποια θανάσιμη αμαρτία, πεθαίνει ψυχικά. «Γιατί όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του θείου νόμου και παραβεί μία, θεωρείται παραβάτης όλου του νόμου. Εκείνος, βλέπετε, που είπε «Μη μοιχεύσεις», είπε και «Μη φονεύσεις». Αν, λοιπόν, δεν μοιχεύσεις, αλλά φονεύσεις, είσαι παραβάτης του νόμου» (Ιακ. 2:10-11).

Όποιος αμάρτησε θανάσιμα, ας μην απελπίζεται. Ας καταφύγει στη θεραπευτική μετάνοια. Σ’ αυτήν τον καλεί ως την τελευταία στιγμή της ζωής του ο Σωτήρας, που διακηρύσσει μέσ’ από το ιερό Ευαγγέλιο: «Εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει θα ζήσει» (Ιω. 11:26).

Μεγάλη συμφορά είναι η παραμονή του ανθρώπου σε θανάσιμη αμαρτία, μεγάλη συμφορά είναι η μετατροπή της θανάσιμης αμαρτίας σε συνήθεια! Δεν υπάρχουν καλές πράξεις, που θα μπορούσαν να λυτρώσουν από τον Άδη μια ψυχή, αν αυτή, πριν χωριστεί από το σώμα, δεν καθαριστεί από κάθε θανάσιμο αμάρτημά της.

Πότε ένα αμάρτημα είναι συγγνωστό; Όταν κανείς, για παράδειγμα, παρασυρθεί λίγο από τη γαστριμαργία και φάει κάτι παραπάνω από το αναγκαίο, όταν παρασυρθεί λίγο από τη φιληδονία και κοιτάξει φευγαλέα κάποιο πρόσωπο με πονηρή επιθυμία ή δεχθεί αισχρή φαντασία, όταν προφέρει απρόσεκτα κάποιον ανώφελο λόγο, όταν πει ένα μικρό ψέμα ή κλέψει ένα ευτελές πράγμα ή καυχηθεί ή θυμώσει για μια στιγμή, όταν πικραθεί ή μνησικακήσει για λίγο εναντίον του πλησίον.

Για όλα αυτά εύκολα θα συγχωρηθεί ο άνθρωπος από τον φιλεύσπλαχνο Θεό, εφόσον την πτώση του, που οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία, την ακολουθήσει συναίσθηση και μετάνοια. Το συγγνωστό αμάρτημα δεν στερεί από τον χριστιανό τη θεία χάρη, δεν θανατώνει την ψυχή του, όπως κάνει το θανάσιμο αμάρτημα. Και το συγγνωστό αμάρτημα, ωστόσο, είναι ψυχικά επιζήμιο, όταν δεν μετανοούμε γι’ αυτό, αλλά, απεναντίας, το επαναλαμβάνουμε, βαραίνοντας συνεχώς τον ζυγό του.

Οι άγιοι πατέρες λένε ότι ο άνθρωπος πνίγεται έχοντας δεμένο στον λαιμό του είτε ένα βαρύ λιθάρι είτε ένα σακί με άμμο. Αυτό σημαίνει ότι στην άβυσσο του Άδη μπορεί να μας παρασύρει τόσο ένα μόνο θανάσιμο αμάρτημα όσο και το πλήθος των συσσωρευμένων συγγνωστών. Τι το υπερβολικά κακό έκανε ο πλούσιος της ευαγγελικής παραβολής (Λουκ. 16:19-31), απολαμβάνοντας τον πλούτο του; Η αιτία της καταστροφής του, όπως την παρουσιάζει το Ευαγγέλιο, δεν ήταν παρά η γεμάτη διασκεδάσεις ζωή του, που τον οδήγησε στην ολοκληρωτική λήθη της αρετής και της αιωνιότητας. Η διασκέδαση του έγινε πάθος, εμποδίζοντάς τον να αντιληφθεί ποια είναι η αληθινή ζωή.

«Πρέπει να προσέχουμε την ψυχή μας», συμβουλεύει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας (Λόγος περί ελευθερίας νοός, 4), «και να αποτρέπουμε την επικοινωνία της με βέβηλους και πονηρούς λογισμούς. Γιατί, όπως ακριβώς το σώμα, όταν ενώνεται με άλλο σώμα, μολύνεται και γίνεται ακάθαρτο, έτσι και η ψυχή διαφθείρεται, όταν ενώνεται με πονηρούς και μιαρούς λογισμούς, συμφωνώντας μάλιστα μ’ αυτούς. Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τους πονηρούς αλλά και με τους άλλους κακούς λογισμούς, όπως, για παράδειγμα, τους λογισμούς απιστίας, δόλου, κενοδοξίας, οργής, φθόνου και φιλονικίας. Στην απόρριψη όλων αυτών των λογισμών καλούμαστε με την αποστολική προτροπή: «Ας καθαρίσουμε τον εαυτό μας από καθετί που μολύνει το σώμα και την ψυχή» (Β’ Κορ. 7:1)».

(Από το βιβλίο: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Έργα 5. Λόγος για τα πνεύματα – λόγος για τον θάνατο (αποσπάσματα). Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014) (Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)



 

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

 

Ιερού Χρυσοστόμου – Λόγος εγκωμιαστικός στον άγιο Ιερομάρτυρα Φωκά και κατά αιρετικών.

23 Ιουλίου: Μνήμη της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του αγίου Ιερομάρτυρος Φωκά, επισκόπου Σινώπης

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΦΩΚΑ

ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

και στον ρμα΄Ψαλμό: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τον Θεόν ἐδεήθην (:Με όλες μου τις ψυχικές δυνάμεις κραύγασα προς τον Κύριο,  με φωνή που έβγαινε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου ικέτευσα τον Θεό)».

   Λαμπρή έγινε χθες η πόλη μας, λαμπρή και περίοπτη, όχι επειδή είχε μαρμάρινες κολώνες, αλλά επειδή έφθασε σε εμάς με πομπή μάρτυρας από τον Πόντο. Είδε την φιλοξενία σας και σας γέμισε με τις ευλογίες του. Επαίνεσε την προθυμία σας και ευλόγησε εκείνους που παραβρέθηκαν. Μακάρισα εκείνους που προσήλθαν και έλαβαν μέρος στην ευωδία αυτού, και λυπήθηκα για εκείνους που απουσίαζαν. Αλλά, για να μη γίνει ολοκληρωτική η πνευματική τους ζημία, και σήμερα πάλι απονέμομε τα εγκώμια σε αυτόν, ώστε και εκείνοι που απουσίασαν από οκνηρία να διπλασιάσουν με την προθυμία την ευλογία εκ μέρους του μάρτυρα. Διότι εκείνο που είπα πολλές φορές, δεν θα παύσω αυτό να το λέγω. Δεν ζητώ ευθύνες αμαρτημάτων, αλλά ετοιμάζω φάρμακα για τους ασθενείς. Απουσίασες χθες; Έλα έστω και σήμερα, για να δεις αυτόν μεταφερόμενο στον τόπο του. Είδες αυτόν μεταφερόμενο μέσω της αγοράς; Βλέπε αυτόν που ταξιδεύει μέσω του πελάγους, για να γεμίσουν και τα δύο στοιχεία από την ευλογία του.

    Κανένας να μην απουσιάσει από αυτήν την ιερή πανήγυρη. Να μη μείνει παρθένος στο σπίτι, να μην παραμείνει γυναίκα στο σπίτι, ας αδειάσομε την πόλη και ας τρέξομε όλοι μαζί στον τάφο του μάρτυρα· διότι και οι βασιλείς συμμετέχουν μαζί μας στην πανήγυρη. Ποια δικαιολογία, λοιπόν,  μπορεί να έχει ο απλός πολίτης, όταν οι ίδιοι οι βασιλείς αφήνουν τις βασιλικές αυλές και κάθονται μαζί μας κοντά στον τάφο του μάρτυρα; Διότι τέτοια είναι η δύναμη των μαρτύρων· σαγηνεύει όχι μόνο τους ιδιώτες, αλλά και εκείνους που φορούν τα βασιλικά στέμματα. Η δύναμη αυτή καταντροπιάζει τους εθνικούς, αυτή είναι ο εξευτελισμός της πλάνης τους, αυτή γίνεται αιτία της εξολόθρευσης των δαιμόνων, αυτή δείχνει την ευγενική καταγωγή μας και αποτελεί το στεφάνι της Εκκλησίας.

      Συμμετέχω κι εγώ στη χαρά των μαρτύρων και σκιρτώ από αγαλλίαση, βλέποντας αντί για ανθισμένα λιβάδια το τρόπαιο της νίκης τους· διότι αντί για πηγές νερού έρρεε το αίμα τους· τα οστά τους φθάρθηκαν, όμως η μνήμη τους γίνεται κάθε ημέρα νεότερη και λαμπρότερη. Διότι, όπως είναι αδύνατο να σβήσει ο ήλιος, έτσι είναι αδύνατο και η μνήμη των μαρτύρων να σβήσει. Ο ίδιος ο Χριστός διακήρυξε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν (:Ο ουρανός και η γη, που σας φαίνονται τόσο μόνιμα και στερεά, θα περάσουν και θα χαθούν, οι λόγοι μου, όμως, δεν θα περάσουν, αλλά θα επαληθευθούν επακριβώς)»[Μάρκ.13,31].

      Αλλά του μάρτυρα τα εγκώμια ας τα αφήσομε για τον κατάλληλο χρόνο· διότι και αυτά που είπαμε έως τώρα είναι αρκετά, για να διεγείρουν τον ζήλο εκείνων που πρέπει να συγκεντρωθούν και να καταστήσουν λαμπρή την ημέρα της εορτής. Διότι εκείνο που έλεγα χθες, και σήμερα πάλι θα το πω, ότι δηλαδή στον μάρτυρα δεν θα προστεθεί καμία δόξα από την παρουσία των πολλών, ενώ σε σας θα είναι περισσότερη η ευλογία επειδή θα προσέλθετε προς τον μάρτυρα. Διότι, όπως ακριβώς εκείνος που βλέπει προς τον ήλιο δεν κάνει βέβαια λαμπρότερο το άστρο, καταφωτίζει, όμως, τα μάτια του, έτσι λοιπόν και εκείνος που τιμά μάρτυρα, δεν κάνει εκείνον λαμπρότερο, αλλά ο ίδιος αποσπά την ευλογία του φωτός από εκείνον.

      Ας μεταβάλουμε πάλι τη θάλασσα σε εκκλησία, πηγαίνοντας εκεί με λαμπάδες, υγραίνοντας κατά κάποιον τρόπο τη φωτιά και γεμίζοντας το νερό με φωτιά (Εδώ ο Χρυσόστομος περιγράφει ποιητικά τη νυχτερινή θαλάσσια πομπή των πιστών με αναμμένες λαμπάδες). Κανένας να μη φοβάται το πέλαγος. Ο μάρτυρας δεν φοβήθηκε τον θάνατο, κι εσύ φοβάσαι το πέλαγος; Αλλά γι’ αυτό μιλήσαμε με το παραπάνω. Εμπρός, λοιπόν, ας σας παραθέσουμε και σήμερα τη συνηθισμένη πνευματική τράπεζα από τα λόγια που θα λεχθούν. Διότι, έστω κι αν τα σώματά μας ταλαιπωρούνται, ας παίρνει φτερά και ας ανυψώνεται ο νους μας· διότι δεν βλέπω την ταλαιπωρία σας, αλλά τον ζήλο και την προθυμία σας. Όπως είναι ευχάριστη για τον κυβερνήτη μια θάλασσα που κυματίζει, έτσι είναι ευχάριστη και για τον διδάσκαλο μια εκκλησία που κυματίζει σαν πέλαγος από πλήθος πιστών· διότι δεν υπάρχει στα ύδατα αυτά ούτε αλμύρα, ούτε σκόπελος, ούτε θηρία, αλλά θάλασσα και πέλαγος γεμάτο από ευωδία (Εννοεί την πνευματική ευωδία της εκκλησιαστικής συνάξεως.). Εδώ αραξοβολούν πλοία όχι από ένα μέρος της γης σε άλλο, αλλά από τη γη στον ουρανό, έχοντας όχι χρήματα, ούτε χρυσάφι, ούτε άργυρο, αλλά πίστη και αγάπη και ζήλο και σοφία.

      β΄. Εμπρός, λοιπόν, ας οδηγήσομε με προσοχή το πλοίο, χωρίς να υποστεί καμία καταστροφή, ούτε να υπομείνει ναυάγιο. Αλλά προσέχετε με όλη την προθυμία σας τα λεγόμενα· διότι ο Ψαλμός σήμερα μας οδηγεί σε σύγκρουση με τους αιρετικούς, όχι για να τους πολεμήσομε παραμένοντας αυτοί αδρανείς, αλλά για να τους σηκώσομε από την πτώση στην οποία βρίσκονται. Διότι τέτοιος είναι ο δικός μας πόλεμος· δεν καθιστά τους ζωντανούς νεκρούς, αλλά τους νεκρούς τους οδηγεί στη ζωή, γεμάτος από ημερότητα και πολλή επιείκεια. Διότι δεν πολεμώ με υλικά όπλα, αλλά με τον λόγο καταδιώκω, όχι τον αιρετικό, αλλά την αίρεση· δεν αποστρέφομαι τον άνθρωπο, αλλά μισώ την πλάνη και θέλω να τον αποσπάσω από αυτήν. Δεν κάνω πόλεμο προς ουσία –διότι η ουσία είναι έργο του Θεού- αλλά θέλω να διορθώσω την γνώμη, που τη διέφθειρε ο διάβολος. Το ίδιο και ο γιατρός, θεραπεύοντας άρρωστο, δεν πολεμεί το σώμα, αλλά απαλλάσσει το σώμα από την κάκωση. Και εγώ λοιπόν, εάν πολεμήσω τους αιρετικούς, δεν πολεμώ τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά θέλω να απομακρύνω την πλάνη και να καθαρίσω τη σαπίλα. Δική μου συνήθεια είναι να καταδιώκομαι και όχι να καταδιώκω, να πολεμούμαι και να μην πολεμώ.

       Έτσι και ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να σταυρώσει αυτόν, αλλά για να σταυρωθεί· όχι για να δώσει ράπισμα, αλλά να δεχθεί ράπισμα. Διότι λέγει: «Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;(: Εάν είπα κάτι κακό, απόδειξε ενώπιον του δικαστηρίου με κανονική μαρτυρία ποιο ήταν αυτό το κακό. Εάν όμως μίλησα καλά, γιατί με χτυπάς;)»[Ιω.18,23]. Ο Κύριος της οικουμένης απολογείται στον δούλο του αρχιερέα και δέχεται ράπισμα στο στόμα εκείνο από το οποίο βγήκε ο λόγος εκείνος που χαλιναγώγησε την θάλασσα, ο λόγος εκείνος που ανέστησε από τους νεκρούς τον τετραήμερο Λάζαρο· με το οποίο απομάκρυνε την κακία, με το οποίο ελευθέρωσε από νοσήματα και αμαρτήματα. Αυτό είναι το άξιο θαυμασμού Εκείνου που σταυρώθηκε. Ενώ δηλαδή μπορούσε να ρίξει κεραυνό, να σείσει τη γη και να ξηράνει το χέρι του δούλου, τίποτε από αυτά δεν έκαμε, αλλά και απολογείται και νικάει με την πραότητά του, διδάσκοντας εσένα που είσαι άνθρωπος να μην αγανακτείς ποτέ. Είτε σταυρωθείς, είτε δεχθείς ράπισμα, για να λες τα ίδια που είπε ο Κύριός σου: «Εάν μίλησα κακώς, πες ποιο είναι το κακό που είπα, εάν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;».

     Και πρόσεχε την φιλανθρωπία Του, πώς δηλαδή υπερασπίζεται τα των δούλων, ενώ τα δικά Του τα παρατρέχει. Υπήρχε κάποτε κάποιος προφήτης, που ήλεγχε βασιλιά που ασεβούσε, και αφού προσήλθε σε αυτόν, του είπε: «Θυσιαστήριον θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος (:Θυσιαστήριο, θυσιαστήριο, άκουσε, αυτά λέγει ο Κύριος)»[Γ΄Βασ.13,2]. Επειδή δηλαδή ο βασιλιάς Ιεροβοάμ στεκόταν μπροστά στο θυσιαστήριο προσφέροντας θυσία, ερχόμενος ο προφήτης συνομιλεί με το θυσιαστήριο. «Τι κάνεις, προφήτη; Άφησες τον άνθρωπο και συνομιλείς με το θυσιαστήριο;». -«Ναι», λέγει. -«Γιατί;».  -«Επειδή ο άνθρωπος έγινε πιο αναίσθητος από λίθο, αφήνω εκείνον και συνομιλώ με αυτό, για να μάθεις ότι ο λίθος ακούει, ενώ ο άνθρωπος δεν ακούει: Άκουσε θυσιαστήριο, άκουσε» και αμέσως εξερράγη το θυσιαστήριο. Άπλωσε το χέρι του ο βασιλιάς θέλοντας να πιάσει τον προφήτη, και δεν μπορούσε να το μαζέψει (επειδή ξεράθηκε επί τόπου). Βλέπεις ότι περισσότερο το θυσιαστήριο άκουσε, παρά ο βασιλιάς; Βλέπεις ότι άφησε τον λογικό και συνομιλεί με το άλογο, ώστε με την υπακοή αυτού να διορθώσει την αναισθησία και κακία εκείνου; Εξερράγη το θυσιαστήριο και η κακία του βασιλιά δεν εξερράγη.

      Αλλά πρόσεχε αυτό που συνέβη. Άπλωσε το χέρι ο βασιλιάς να χτυπήσει τον προφήτη και αμέσως ξεράθηκε το χέρι του. Επειδή με την τιμωρία του θυσιαστηρίου δεν έγινε καλύτερος, με την τιμωρία του διδάσκεται να υπακούει στον Θεό: «Εγώ, βέβαια, δείχνοντας ευσπλαχνία προς εσένα θέλησα να αφήσω την οργή μου να πέσει στον λίθο, επειδή, όμως, ο λίθος δεν σου έγινε διδάσκαλος, δέξου εσύ την τιμωρία». Και άπλωσε το χέρι του και αμέσως ξεράθηκε. Παρέμεινε, λοιπόν, στημένο το τρόπαιο του προφήτη και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να μαζέψει το χέρι του. Πού είναι το βασιλικό στέμμα; Πού τα βασιλικά ενδύματα; Πού οι θώρακες; Πού οι ασπίδες; Πού ο στρατός; Πού τα δόρατα; Ο Θεός πρόσταξε και όλα εκείνα έχασαν την δύναμή τους. Στέκονταν εκεί κοντά του οι διοικητές του, μην μπορώντας να τον βοηθήσουν, όντας μόνο θεατές του πλήγματος. Και άπλωσε το χέρι του ο βασιλιάς και ξεράθηκε· όταν έγινε ξηρό, τότε παρήγαγε καρπό. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, το παράδειγμα του ξύλου του παραδείσου και του ξύλου του Σταυρού. Όπως ακριβώς δηλαδή το ξύλο εκείνο όντας χλωρό γέννησε τον θάνατο, ενώ το ξύλο του Σταυρού όντας ξερό γέννησε ζωή, το ίδιο συνέβηκε και με το χέρι του βασιλιά· όταν ήταν χλωρό (υγιές) τότε γεννούσε ασέβεια, όταν έγινε ξερό τότε πρόσφερε την υπακοή. Πρόσεξε τα παράδοξα έργα του Θεού.

    Αλλά όπως έλεγα, όταν Αυτός δεχόταν ραπίσματα, δεν προξενούσε κανένα κακό σε εκείνον που τον ράπιζε· όταν, όμως, επρόκειτο ο δούλος να υβρισθεί, τιμώρησε τον βασιλιά, για να σε διδάξει τα του Θεού να τα υπερασπίζεσαι, ενώ τα δικά σου να τα παραβλέπεις. Διότι, όπως ακριβώς παραβλέπω τα δικά μου, αλλά υπερασπίζομαι τα δικά σου, έτσι και τα δικά μου να τα υπερασπίζεσαι, ενώ τα δικά σου να τα παραβλέπεις. Αλλά, παρακαλώ, εντείνατε την ακοή σας –διότι, όπου καιρός αγώνων, χρειάζονται ακροατές που να έχουν τεταμένη την ακοή- για να γνωρίσετε με ακρίβεια πώς δένω και πώς λύνω τα αμαρτήματα των αντιδίκων, πώς παλεύω και πώς ρίχνω τον αντίπαλο. Εάν δηλαδή εκείνοι που παρακολουθούν αγώνες στο θέατρο όταν παλεύουν δύο, κλίνοντας το σώμα τους προς τα εμπρός, μεγαλώνουν την προσοχή και την ηλικία, για να δουν παλαίσματα γεμάτα από ντροπή, πολύ περισσότερο πρέπει εμείς να προσέχομε την ακρόαση των θείων Γραφών. Διότι, εάν επαινείς τον αθλητή, γιατί δεν γίνεσαι αθλητής; Και αν ντρέπεσαι να γίνεις αθλητής, γιατί μιμείσαι τον έπαινο αυτών;

     Εδώ, όμως, δεν είναι τέτοια τα παλαίσματα, αλλά είναι τα ίδια για όλους και ωφέλιμα και σε εκείνους που ομιλούν και σε εκείνους που ακούν. Διότι παλεύω με τον αιρετικό, για να κάνω και σας αθλητές, ώστε να ράβετε την γλώσσα αυτών όχι μόνο ψάλλοντας, αλλά και συζητώντας μαζί τους. Τι λέγει, λοιπόν, ο προφήτης; «Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με τη φωνή μου ικέτευσα τον Θεό» [Ψαλμ.141,2]. Πρόσεξε· μήπως σου φαίνεται ότι αυτό που ειπώθηκε αποτελεί αφορμή για αγώνες και πάλη; Δες πώς υφαίνω το στεφάνι της νίκης και πώς διαμορφώνω το θέμα του αγώνα. «Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με τη φωνή μου ικέτευσα τον Θεό». Με αυτά, σε παρακαλώ, φώναξε προς τον αιρετικό, είτε είναι παρών, είτε δεν είναι παρών. Διότι, εάν είναι παρών, ας διδάσκεται από τα δικά μας λόγια· και αν δεν είναι παρών, ας ωφελείται μέσω της δικής σας ακρόασης. Αλλά, όπως είπα, δεν διώχνω εγώ τον αιρετικό όταν είναι παρών· αντιθέτως τον δέχομαι, ενώ εκείνος διώκεται όχι από εμάς, αλλά από τη δική του συνείδηση, σύμφωνα με εκείνον που λέγει: «Φεύγει ἀσεβὴς μηδενὸς διώκοντος (:Φεύγει πανικόβλητος ο ασεβής και ένοχος, χωρίς να υπάρχει κανένας που να τον καταδιώκει – διότι τον ελέγχει αυστηρά η συνείδησή του)» [Παροιμ.28,1].

      Η Εκκλησία είναι μητέρα των τέκνων της· τα δέχεται και συγχρόνως ανοίγει την αγκαλιά της και στους ξένους. Η κιβωτός του Νώε ήταν ένα κοινό καταφύγιο για όλους· η Εκκλησία όμως είναι ανώτερη ακόμη και από εκείνη. Εκείνη δεχόταν άλογα ζώα και τα διατηρούσε άλογα· η Εκκλησία όμως δέχεται άλογους ανθρώπους και τους μεταμορφώνει. Εννοώ το εξής με αυτό που λέγω. Εάν μπει εδώ μέσα αιρετικός, πανούργος σαν την αλεπού, τον κάνω πρόβατο· εάν μπει κάποιος ως λύκος, τον κάνω, όσο εξαρτάται από μένα, αρνί. Αν όμως δεν θελήσει να αλλάξει, η ευθύνη δεν είναι δική μου, αλλά της δικής του αχαριστίας και κακής διαθέσεως. Διότι και ο Χριστός είχε δώδεκα μαθητές, αλλά ο ένας έγινε προδότης· όχι εξαιτίας του Χριστού, αλλά εξαιτίας της διεφθαρμένης διαθέσεως του ίδιου.

     Επίσης και ο Ελισσαίος είχε μαθητή φιλάργυρο, όχι όμως εξαιτίας της αδυναμίας του διδασκάλου, αλλά εξαιτίας της αμέλειας του μαθητή. Εγώ σπέρνω τα σπέρματα· Αν είσαι γόνιμη γη και δεχθείς τους σπόρους, θα αποδώσεις και τον στάχυ, τον καρπό· εάν είσαι πέτρα άγονη, δεν ευθύνομαι καθόλου εγώ· και αν τα ακούσεις τα λόγια μου, και αν δεν τα ακούσεις, εγώ δεν θα σταματήσω να σου απευθύνω ωδή πνευματική, περιποιούμενος τα τραύματά σου, για να μην ακούσω κατά την ημέρα εκείνη: «Πονηρὲ δοῦλε, ἔδει σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις (:Πονηρέ δούλε, έπρεπε εσύ να καταθέσεις τα χρήματά μου στους τραπεζίτες, κι όταν θα ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα με τόκο αυτό που μου ανήκει)» [Ματθ.25,27].

      γ΄. «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τόν Θεόν ἐδεήθην (:Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου φώναξα προς τον Κύριο , με θερμή δέηση παρακάλεσα τον Θεό)». Τι λες, αιρετικέ; Σε ποιον τα λέγει αυτά ο προφήτης και ποιον ονομάζει «Κύριο» και «Θεό»; Ο λόγος είναι για το ίδιο πρόσωπο. Διότι εκείνοι, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας τις Γραφές, εις βάρος του ίδιου τους του εαυτού, και αναζητώντας πάντοτε επιχειρήματα που στρέφονται εναντίον της δικής τους σωτηρίας, δεν αντιλαμβάνονται ότι σπρώχνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε βάραθρο απώλειας. Διότι τον Υιό του Θεού ούτε εκείνος που Τον εξυμνεί Τον κάνει ενδοξότερο, ούτε εκείνος που βλασφημεί εναντίον Του, Τον βλάπτει· διότι η ασώματη θεία ουσία δεν έχει ανάγκη της δικής μας εξυμνήσεως, αλλά όπως ακριβώς εκείνος που λέγει τον ήλιο «λαμπρό», δεν προσθέτει με αυτό κάτι στο φως του, ούτε εκείνος που τον λέγει «σκοτεινό», μειώνει την ουσία αυτού, αλλά η διατύπωση της γνώμης του δείχνει την δική του πνευματική τυφλότητα· έτσι εκείνος που δεν ονομάζει «Υιό» τον Υιό του Θεού, αλλά «κτίσμα», δείχνει την δική του πνευματική παραφροσύνη, ενώ εκείνος που αναγνωρίζει την ουσία και την Θεία φύση Αυτού, φανερώνει τη δική του ευγνωμοσύνη και ορθή διάθεση. Και ούτε ο ένας Τον ωφελεί, ούτε ο άλλος Τον βλάπτει., αλλά ο πρώτος από αυτούς αγωνίζεται εναντίον της δικής του σωτηρίας, ενώ ο δεύτερος υπέρ της δικής του σωτηρίας. Αλλά, όπως έλεγα, παραποιώντας τις Γραφές, παραβλέπουν όλα τα άλλα και αναζητούν μήπως βρουν κάποιο χωρίο που φαίνεται να συμφωνεί με την νοσηρή πλάνη τους.

    Και μη μου λες ότι η αιτία είναι η Γραφή. Δεν είναι αιτία η Γραφή, αλλά η δική τους κακή διάθεση και αχαριστία. Διότι και το μέλι είναι γλυκό, αλλά ο ασθενής νομίζει ότι αυτό είναι πικρό· όμως, η κατηγορία δεν ανήκει στο μέλι, αλλά στην αρρώστια. Έτσι και οι παράφρονες δεν βλέπουν σωστά τα πράγματα που έχουν μπροστά τους, η ευθύνη, όμως, δεν βρίσκεται στα αντικείμενα που βλέπουν, αλλά στη διαστρεβλωμένη σκέψη του παράφρονα. Δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό για να δούμε το έργο Του και να προσκυνήσομε τον Δημιουργό, αλλά οι ειδωλολάτρες θεοποίησαν το έργο Του· αιτία όμως δεν είναι το δημιούργημα, αλλά η δική τους πνευματική τύφλωση και αχαριστία. Και όπως ο αχάριστος και κακόβουλος άνθρωπος δεν ωφελείται από κανέναν, έτσι ο ευγνώμων άνθρωπος ωφελείται ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό. Τι υπάρχει ανώτερο ή ίσο με τον Χριστό; Κι όμως δεν ωφελήθηκε ο Ιούδας. Τι υπάρχει πονηρότερο από τον διάβολο; Κι όμως ο Ιώβ στεφανώθηκε με νίκη. Και ούτε τον Ιούδα ωφέλησε ο Χριστός, επειδή εκείνος ήταν αχάριστος και κακοπροαίρετος, ούτε τον Ιώβ τον έβλαψε ο διάβολος, επειδή ήταν ευγνώμονας και πιστός στον Θεό.

     Αυτά τα λέγω, για να μην κατηγορεί κανένας τις Γραφές, αλλά την κακή διάθεση εκείνων που ερμηνεύουν λανθασμένα όσα έχουν λεχθεί σωστά. Διότι και ο διάβολος συζητούσε με τον Χριστό, χρησιμοποιώντας χωρία από τις Γραφές. Δεν είναι αιτία όμως η Γραφή, αλλά ο νους που διαστρέφει και παρερμηνεύει όσα έχουν λεχθεί σωστά. Διότι, θέλοντας να παρουσιάσουν τον Υιό κατώτερο από τον Πατέρα, περιφέρονται εξετάζοντας και διαστρεβλώνοντας λέξεις και ονομασίες και ισχυρίζονται ότι, όπου αναφέρονται τα ονόματα «Θεός» και «Κύριος», το πρώτο ανήκει στον Πατέρα και το δεύτερο στον Υιό. Έτσι χωρίζουν τα ονόματα και αποδίδουν το «Θεός» στον Πατέρα και το «Κύριος» στον Υιό, σαν να μοιράζουν τη θεότητα και να διανέμουν κληρονομικά τις θείες ιδιότητες.

    Λέγει άραγε η Γραφή το όνομα «Κύριος» μόνο για τον Υιό; Αυτό πράγματι διδάσκει; Πώς δεν άκουσες τον σημερινό Ψαλμό, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο πρόσωπο λέγοντας: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τόν Θεόν ἐδεήθην (:Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με θερμή δέηση ικέτευσα τον Θεό)»; Άρα τον ίδιο τον ονομάζει και Κύριο και Θεό.  Ποιον θέλεις να θεωρήσεις Θεό; Τον Υιό ή τον Πατέρα; Ασφαλώς θα πεις ότι αυτά τα ονόματα αναφέρονται στον Πατέρα. Τότε λοιπόν ο Υιός είναι Θεός και ο Πατέρας είναι Κύριος. Γιατί, λοιπόν, χωρίζεις τα ονόματα και αλλού τα αποδίδεις με έναν τρόπο, ενώ εδώ τα διαχωρίζεις;

    Και ο Παύλος λέγει –μακάρι να άκουες τον Παύλο και τότε θα ήσουν μακάριος-: «Ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι’ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ(:Για μας, όμως, υπάρχει ένας Θεός, ο Πατήρ, από τον Οποίο έγιναν τα πάντα, και γι’ Αυτόν οφείλουμε να ζούμε και σε Αυτόν οφείλουμε να αποβλέπουμε κι εμείς ως τελικό σκοπό της ζωής μας˙ και ένας Κύριος υπάρχει, ο Ιησούς Χριστός, διαμέσου του Οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα, κι εμείς διαμέσου Αυτού αναγεννηθήκαμε)» [Α΄Κορ. 8,6] . Δεν αποκάλεσε τον Υιό Θεό; Τι τον αποκάλεσε; «Κύριο». Πες μου λοιπόν: είναι το όνομα «Θεός» ανώτερο από το «Κύριος» και το «Κύριος» κατώτερο από το «Θεός»; Συγκεντρώστε, παρακαλώ, όλη την προσοχή σας. Αν, λοιπόν, αποδείξω ότι το «Κύριος» και το «Θεός» έχουν την ίδια σημασία, τι θα απαντήσεις;

       Ισχυρίζεσαι ότι το «Θεός» είναι ανώτερο και το «Κύριος» κατώτερο; Άκουσε τον προφήτη που λέγει: «Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν (:Ο Κύριος που δημιούργησε τον ουρανό, Αυτός ο Θεός που κατασκεύασε την γη)» [ βλ. Ησ. 45,18: «Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν, αὐτὸς διώρισεν αὐτήν, οὐκ εἰς κενὸν ἐποίησεν αὐτήν, ἀλλὰ κατοικεῖσθαι ἔπλασεν αὐτὴν - ἐγώ εἰμι Κύριος, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι (: Να τι λέει ο Κύριος που δημιούργησε τον ουρανό, ο Θεός αυτός που έφτιαξε την γη και αποκάλυψε την στεριά διαχωρίζοντας τα νερά της θάλασσας και διαμορφώνοντας τα όριά της. Δεν την έπλασε χωρίς σκοπό, για να μένει έρημη και ακατοίκητη, αλλά τη διαμόρφωσε για να κατοικείται. Αυτός λοιπόν είναι που λέει: ‘’Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει πλέον άλλος εκτός από Εμένα’’)»]. Αποκαλεί το ίδιο πρόσωπο και «Κύριο» και «Θεό»· τον Κύριο ως δημιουργό του ουρανού και τον Θεό ως δημιουργό της γης.

      Και πάλι: «Ἄκουε, Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστιν (:Άκουε, λαέ του Ισραήλ· ο Κύριος και Θεός μας είναι ο ένας και μοναδικός Κύριος)» [Δευτ.6,4].   Δύο φορές αναφέρεται το «Κύριος» και μία φορά το «Θεός»· πρώτα το «Κύριος», έπειτα το «Θεός» και πάλι το «Κύριος». Αν, λοιπόν, το ένα ήταν κατώτερο και το άλλο ανώτερο, δεν θα έβαζε πρώτο το κατώτερο όταν μιλά για τη μεγαλειότητα της θείας ουσίας. Θα αρκούνταν να αναφέρει μόνο το ανώτερο και δεν θα πρόσθετε το υποτιθέμενο κατώτερο.   Άραγε, κατανοήσατε αυτό που είπα; Πάλι σας διδάσκω· διότι εδώ δεν πρόκειται για θέαμα προς επίδειξη, αλλά για διδασκαλία που οδηγεί σε πνευματική κατάνυξη, όχι για να φύγετε από εδώ άοπλοι, αλλά για να αναχωρήσετε πνευματικά οπλισμένοι.

      Λες, αιρετικέ, ότι το «Θεός» είναι ανώτερο και το «Κύριος» κατώτερο; Σου έδειξα τον προφήτη που λέγει: «Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὴν γῆν (:Κύριος είναι Αυτός που δημιούργησε τον ουρανό, Θεός είναι Αυτός που κατασκεύασε τη γη)». Σου δείχνω πάλι τον Μωυσή που λέγει: «Ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι (:Άκουε,  λαέ του Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου, Κύριος ένας είναι)». Πώς είναι ένας, αν τα δύο ονόματα αντιστοιχούν σε άνισες ουσίες, το ένα σε κατώτερη και το άλλο σε ανώτερη; Διότι ασφαλώς η ίδια η ουσία δεν μπορεί να είναι συγχρόνως μεγαλύτερη και μικρότερη από τον εαυτό της· είναι μία και αδιαίρετη: «Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι (:Κύριος ο Θεός σου, Κύριος ένας είναι)»· και σου αποδεικνύω ότι το όνομα «Κύριος» σημαίνει ακριβώς «Θεός».

     Αν, λοιπόν, το «Κύριος» ήταν κατώτερο και το «Θεός» ανώτερο, ποιο θα έπρεπε να θεωρείται το κύριο όνομά Του; Το «Κύριος», που υποτίθεται ότι είναι κατώτερο, ή το «Θεός», που υποτίθεται ότι είναι ανώτερο; Αν σε ρωτούσε: «Ποιο είναι το όνομά μου;», τι θα απαντούσες, αιρετικέ; Μήπως λες ότι το «Κύριος» ανήκει στον Υιό ενώ το «Θεός» είναι περισσότερο ίδιο και οικείο στον Πατέρα;

     Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι το «Κύριος», το οποίο θεωρείς κατώτερο, είναι το κατεξοχήν γνώρισμά Του, τι θα απαντήσεις; «Καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος (:Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος)» [Ψαλμ.82,19], λέγει ο προφήτης. Μήπως είπε: «το όνομά Σου είναι Θεός»; Και όμως, αν το «Θεός» ήταν ανώτερο, γιατί ο προφήτης δεν είπε: «Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Θεός»; Διότι αν το «Θεός» ήταν το κυρίως και ιδιαίτερο όνομά Του, ενώ το «Κύριος» κάτι ξένο και κατώτερο, γιατί είπε: «Ας γνωρίσουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος», δηλαδή — σύμφωνα με τη δική σας θεωρία — το μικρότερο και κατώτερο όνομα; Και γιατί δεν χρησιμοποιεί εκείνο το μεγάλο και υψηλό όνομα, που θα ταίριαζε δήθεν περισσότερο στη θεία ουσία; Και για να μάθετε, ότι αυτό δεν είναι κατώτερο, ούτε υποδεέστερο, αλλά έχει την ίδια ακριβώς δύναμη, προσθέτει: «Καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος· σὺ μόνος Ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν (:Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος·  Συ είσαι ο μόνος Ύψιστος σε ολόκληρη τη γη)».

       δ΄. Αλλά ακόμη δεν εγκαταλείπεις τη διαμάχη και εξακολουθείς να λες ότι το «Θεός» είναι ανώτερο, ενώ το «Κύριος» κατώτερο. Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι ο Υιός ονομάζεται με το όνομα που εσύ θεωρείς ανώτερο, τι θα πεις; Θα σταματήσεις την διαμάχη; Θα εγκαταλείψεις την αντιλογία; Θα αναγνωρίσεις την αλήθεια που οδηγεί στη σωτηρία σου; Θα απαλλαγείς από την πλάνη σου; Θα κατανοήσεις και θα συμφωνήσεις με αυτό που είπα; Διότι αποδίδουν το όνομα «Κύριος» στον Υιό, ενώ το όνομα «Θεός» στον Πατέρα ως δήθεν ανώτερο. Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι ο Υιός ονομάζεται με το όνομα «Θεός», που εσύ θεωρείς ανώτερο, τότε η διαμάχη έχει λυθεί· διότι σε αιχμαλωτίζω με τα δικά σου όπλα και σε υπερνικώ με τα δικά σου επιχειρήματα.

     Συ είπες ότι το «Θεός» είναι ανώτερο, ενώ το «Κύριος» κατώτερο· Θέλω να σου δείξω ότι το κατώτερο όνομα δεν θα ταίριαζε στον Πατέρα, αν πράγματι ήταν ανώτερος και το ανώτερο όνομα δεν θα ταίριαζε στον Υιό, αν πράγματι ο Υιός ήταν κατώτερος. Άκουσε τον προφήτη που λέγει: «Οὗτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν· ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης· μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (:Αυτός είναι ο Θεός μας και κανένας άλλος δεν μπορεί να συγκριθεί με Αυτόν. Αυτός γνωρίζει όλους τους δρόμους της επιστήμης και της σοφίας. Κι έπειτα από όλα αυτά, φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους)» [Βαρούχ 3,36-37]. Τι έχεις να πεις γι'αυτό; Μπορείς να αντιμιλήσεις προς τα λόγια αυτά; Αλλά δεν μπορείς· διότι παραμένει η αλήθεια εκπέμποντας την δική της ακτινοβολία και τυφλώνοντας τα όμματα των αιρετικών, που δεν θέλουν να πιστέψουν σε αυτήν.

     Αν και οι αγώνες είναι δύσκολοι και ο καύσωνας μεγάλος, εντούτοις ο λόγος του Θεού είναι ισχυρότερος από την κόπωση των ακροατών και με τη δροσιά της διδασκαλίας απαλύνει τη ζέστη. Και αν ακόμη συγκεντρωνόμαστε μία ή δύο φορές την εβδομάδα, δεν πρέπει ο ακροατής να είναι αμελής. Διότι εάν βγεις από εδώ και σου πει κάποιος: «Για ποιο θέμα μίλησε ο διδάσκαλος;», πες: «Μίλησε εναντίον των αιρετικών». Εάν σε ξαναρωτήσει: «Και τι ακριβώς είπε;» και δεν μπορέσεις να απαντήσεις, αυτό είναι μεγάλη ντροπή για σένα· αν όμως μπορέσεις να εξηγήσεις τι ειπώθηκε, τον ελέγχεις και τον κεντρίζεις πνευματικά και αν είναι αιρετικός, τον διορθώνεις· και αν είναι φίλος αμελής, τον προσελκύεις και τον παρακινείς. Και αν είναι γυναίκα απρόσεκτη και ασυγκράτητη, τη βοηθείς να γίνει  σωφρονέστερη· διότι έχεις ευθύνη και απέναντι στη σύζυγό σου· διότι λέγει: «Αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν(:Σύμφωνα με την τάξη και την ειρήνη που επικρατεί σ’ όλες τις Εκκλησίες των Χριστιανών, οι γυναίκες σας στις συνάξεις των πιστών ας σιωπούν˙ διότι δεν τους επιτρέπεται να μιλούν, αλλά πρέπει να υποτάσσονται, όπως και ο νόμος λέει στο βιβλίο της Γενέσεως. Εάν πάλι θέλουν να μάθουν καλύτερα κάτι που ακούστηκε στη σύναξη και δεν τα κατάλαβαν, ας ρωτούν γι’ αυτό στο σπίτι τους άνδρες τους. Διότι είναι άπρεπο και άσχημο στις γυναίκες να μιλούν στη σύναξη των πιστών)» [Α΄Κορ. 14,34-35].

      Εάν μπεις στο σπίτι και σε ερωτήσει η γυναίκα: «Τι μου έφερες από την εκκλησία;», πες της: «Δεν σου έφερα κρέας ούτε οίνο, ούτε χρυσάφι, ούτε κοσμήματα που καλλωπίζουν το σώμα, αλλά λόγο που σοφίζει και φωτίζει τον νου». Όταν επιστρέψεις στη σύζυγό σου,  παράθεσε την τράπεζα την πνευματική. Πες πρώτα, όσο ακόμη ηχούν ζωηρά στη μνήμη: «Ας απολαύσομε πρώτα τα πνευματικά αγαθά, και έπειτα ας απολαύσομε το υλικό τραπέζι της τροφής». Διότι αν έτσι τακτοποιούμε και ρυθμίζουμε τη ζωή μας, θα έχουμε τον ίδιο τον Θεό ανάμεσά μας να ευλογεί το τραπέζι μας και να στεφανώνει και εμάς με τα βραβεία της αρετής και της σωτηρίας.

      Για όλα, λοιπόν, αυτά ας ευχαριστήσουμε τον ίδιο τον Πατέρα, μαζί με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                     ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

             επιμέλεια κειμένου και μετάφρασης: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/de-sancto-hieromartyre-phoca.pdf

·       Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Λόγοι εγκωμιαστικοί, ομιλία ΙΕ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1989, τόμος 37, σελίδες 292-311.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

·       https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

·       Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html



Κυριακή, Ιουλίου 19, 2026

 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι ιεροί Κανόνες και η θεανθρώπινη πίστη

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

  ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ  ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΙΣΤΗ

      Οι ιεροί Κανόνες είναι οι ιεροί φρουροί των αγίων δογμάτων, οι ιεροί φρουροί των θεανθρωπίνων αγιασμάτων της θεανθρώπινης ορθοδόξου πίστεως. Είναι απαραίτητο και υποχρεωτικό να υπάρχουν στη θεανθρώπινη οντότητα και στη ζωή της Εκκλησίας. Τούτο επιμαρτυρούν και διαβεβαιώνουν όλες οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι, όλοι οι Άγιοι Πατέρες.

     Ο 1ος Κανόνας της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι ο εξής: «Τοὺς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων καθ’ ἑκάστην Σύνοδον ἄχρι τοῦ νῦν ἐκτεθέντας Κανόνας κρατεῖν ἐδικαιώσαμεν(: Αποφασίσαμε να τηρούνται οι Κανόνες που θεσπίστηκαν σε κάθε Σύνοδο από τους Αγίους Πατέρες μέχρι σήμερα)»1. Μόνον έτσι μπορεί να διαφυλαχθεί αλώβητη η αληθινή, θεανθρώπινη και ορθόδοξη πίστη.

       Οι Άγιοι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου στον 1ο Κανόνα εντέλλονται: «Ὁρίζομεν ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον ὑπάρχειν τὴν παραδοθεῖσαν πίστιν ἡμῖν [...] Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν κατὰ τὰ προορισθέντα παντελῶς διεγνώκαμεν(:Ορίζουμε ότι η πίστη που μας παραδόθηκε πρέπει να παραμένει χωρίς καμία καινοτομία και χωρίς καμία αλλοίωση [...] Διότι εμείς έχουμε αποφασίσει οριστικά και κατηγορηματικά ούτε να προσθέσουμε κάτι, ούτε βέβαια να αφαιρέσουμε κάτι από όσα έχουν προκαθορισθεί)»2

Στον 2ο Κανόνα οι ίδιοι Πατέρες ορίζουν: «Ἐπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς Κανόνας τοὺς ὑπὸ τῶν Ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας ... [καὶ ὁρίζομεν] μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἢ ἀθετεῖν ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων (:Επικυρώνουμε δε ως έγκυρους και όλους τους υπόλοιπους ιερούς Κανόνες που θεσπίσθηκαν από τους Αγίους και μακαρίους Πατέρες μας ... [και ορίζουμε] να μην επιτρέπεται σε κανέναν να παραχαράσσει τους προαναφερθέντες Κανόνες ή να τους καταργεί ή να αποδέχεται άλλους Κανόνες εκτός από αυτούς που έχουν τεθεί και οι οποίοι άλλοι Κανόνες έχουν συνταχθεί ψευδεπιγράφως από ορισμένους, οι οποίοι επιχείρησαν να νοθεύσουν [ή: να εμπορευθούν δολίως] την αλήθεια)»3.

      Οι Άγιοι Πατέρες στον 21ο Κανόνα της ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου λέγουν: «Καὶ πάντα συνελόντως εἰπεῖν, τὰ παραδοθέντα ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ Ἀποστολικῶν Παραδόσεων, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ γίνεσθαι φυλαττόμενα(:Και, για να τα συνοψίσουμε όλα, να διαφυλάσσονται και να τηρούνται μέσα στην Εκκλησία όλα όσα έχουν παραδοθεί από τις θείες Γραφές και τις Αποστολικές Παραδόσεις)»4.

    Στην Α΄ Κανονική επιστολή του [oνομάζεται «Κανονική» επειδή περιέχει κανόνες και εκκλησιαστικές αποφάσεις που αργότερα αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία ως αυθεντικές κανονικές διατάξεις. Είναι μία από τις σημαντικότερες επιστολές του Μεγάλου Βασιλείου, η 188η, η οποία έχει ιδιαίτερο κανονικό κύρος στην Ορθόδοξη Εκκλησία] προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, ο Άγιος Βασίλειος αναφέρει: «Οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκέτι ἔχον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτοῖς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν(:Εκείνοι όμως που αποστάτησαν[:αποσχίσθηκαν, αποσκίρτησαν] από την Εκκλησία, δεν έχουν πλέον επάνω τους τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· διότι η μετάδοση [της χάρης] σταμάτησε, επειδή διακόπηκε η διαδοχή)»5.

      Οι άγιοι Πατέρες, στον 1ο Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, εντέλλονται: «ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν (:να καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με ανάθεμα κάθε αίρεση)»6. Ο 33ος Κανόνας της ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ορίζει: «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι(:Ότι δεν πρέπει να συμπροσεύχεται κανείς με αιρετικούς ή σχισματικούς)»7.

        Ο 45ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων εντέλλεται: «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω(:Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος, αν μόνο συμπροσευχήθηκε με αιρετικούς, να αφορίζεται [:να του απαγορεύεται η συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας για όσο διαρκεί ο αφορισμός]· αν όμως τους επέτρεψε να ενεργήσουν κάτι ως Κληρικοί [:να τελέσουν κάποια ιεροπραξία, αναγνωρίζοντάς τους έμπρακτα ως κληρικούς], να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»8. Ο 10ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω(:Εάν κάποιος συμπροσευχηθεί με αφορισμένο πρόσωπο [:με κάποιον που έχει αποκοπεί από την εκκλησιαστική κοινωνία], έστω και μέσα σε ιδιωτική οικία, να υποβάλλεται και ο ίδιος σε αφορισμό[: να τίθεται και ο ίδιος εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας]»9. Ο 46ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων έχει ως εξής: «Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους Βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν(:Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο που δέχτηκε ως έγκυρο το βάπτισμα ή την αναίμακτη θυσία [:τη θεία Ευχαριστία] αιρετικών, διατάσσουμε να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»10.

      Ο Μέγας Βασίλειος στην Πρώτη Κανονική Επιστολή του προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, λέγει: «Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν [βάπτισμα] παντελῶς ἀθετῆσαι· τὸ δὲ τῶν ἀποσχισάντων, ὡς ἔτι τῆς Ἐκκλησίας ὄντων, παραδέξασθαι (:Αποφασίσθηκε, λοιπόν, από τους αρχαίους Πατέρες να απορρίπτεται εντελώς ως άκυρο το βάπτισμα των αιρετικών, ενώ το βάπτισμα των αποσχισθέντων να γίνεται δεκτό, επειδή αυτοί εξακολουθούν να ανήκουν στην Εκκλησία)»11 [Στο συγκεκριμένο χωρίο του Μεγάλου Βασιλείου, οι «ἀποσχισθέντες» είναι οι σχισματικοί, δηλαδή όσοι έχουν απομακρυνθεί από την εκκλησιαστική κοινωνία όχι εξαιτίας διαφορετικού δόγματος (όπως οι αιρετικοί), αλλά για λόγους εκκλησιαστικής τάξεως, διοικήσεως ή πειθαρχίας.

    Ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος, στην Α΄ Κανονική Επιστολή προς τον Αμφιλόχιο, διακρίνει τρεις κατηγορίες: α) «Αἱρετικοί»: Όσοι έχουν αλλοιώσει την ίδια την πίστη και το δόγμα. β) «Σχισματικοί»: Όσοι έχουν χωριστεί από την Εκκλησία για εκκλησιαστικά ζητήματα, χωρίς να έχουν απαραίτητα αλλοιώσει το δόγμα. γ) «Παρασυναγωγαί»: αντικανονικές συναθροίσεις που δημιουργούνται από ανυπάκουους κληρικούς ή λαϊκούς].

    Η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, την θεανθρώπινη αγιότητα, την θεανθρώπινη ενότητα. Και επιπλέον από την θεανθρώπινη πίστη μας, την θεανθρώπινη αγάπη μας, τον θεανθρώπινο βίο μας, την θεανθρώπινη προσευχή μας, την θεανθρώπινη αρετή μας, την θεανθρώπινη χριστοποίηση μας. Με μία λέξη: η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό: «Τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)»[Κολ.3,11], «πάντες γὰρ εἷς…ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:Διότι όλοι γινόμαστε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή μας με τον Ιησού Χριστό)»[Γαλ.3,28]. «Ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα …τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται … καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων(:Γεννήθηκε πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος· διότι διαμέσου Αυτού δημιουργήθηκαν όλα, όσα δηλαδή υπάρχουν στους ουρανούς και όσα είναι πάνω στη γη˙ εκείνα που φαίνονται με τα σωματικά μας μάτια και εκείνα που δεν φαίνονται και είναι αόρατα…. Όλα γενικώς τα ουράνια τάγματα των αγγέλων διαμέσου Αυτού και γι’ Αυτόν έχουν δημιουργηθεί…. Και Αυτός, από τον Οποίο τα πάντα συγκρατούνται, είναι η κεφαλή του σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας… για να γίνει Αυτός και ως προς την ανθρώπινη φύση Του πρώτος σε όλα˙ πρώτος δηλαδή και στην Εκκλησία και στην Ανάσταση)»[Κολ. 1,16 και Κολ. 1,18]. Η Εκκλησία «ἐστί τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου(:είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου˙ συμπλήρωμα του Χριστού, ο οποίος ως Θεός γεμίζει τα πάντα ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες τους, και παρέχει σε κάθε δημιούργημά Του ό,τι του χρειάζεται)»[Εφ.1,23].

     Στην Εκκλησία του Χριστού, η οποία είναι το σώμα Του, όλα έχουν την δική τους θεανθρώπινη θέση, τα πάντα είναι θεανθρωπίνως εναρμονισμένα, θεανθρωπίνως οχυρωμένα και αλληλοπεριχωρούμενα. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας, διατηρεί την θεανθρώπινη καθολικότητα σε όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην πραγματικότητα, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι όλο το βάθος, όλο το ύψος και όλο το πλάτος της καθολικότητος. Είναι τα πάντα μέσα μας και τα πάντα σε ό,τι δικό μας, τα πάντα στην πίστη, στην αγάπη, σε κάθε αρετή μας, σε κάθε ιερό μυστήριό μας. Δι’ Αυτού και συν Αυτώ κάθε αρετή μας γίνεται θεανθρωπίνως καθολική, θεανθρωπίνως αποστολική και αγιοπατερική. Με τον Κύριο Ιησού Χριστό είμαστε όντα ουρανογήινα· παρότι βρισκόμαστε ακόμη στην γη, «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει (:η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς)»[Φιλιπ.3,20].

       Ό,τι μας ανήκει το καθολικοποιεί ο Χριστός με την θεανθρώπινη δύναμή Του. Στην Εκκλησία, στο σώμα του Χριστού ζούμε πάντοτε καθολικώς, «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[Εφεσ. 3,18]. Η κάθε ευχητική πνοή μας, Χάριτι Χριστού, μεταμορφώνεται σε καθολική πνοή, κάθε αρετή μας σε καθολική, θεανθρώπινη αρετή· ό,τι μάς ανήκει, στο θεανθρώπινο, καθολικό σώμα της Εκκλησίας μεταμορφώνεται σε αποστολικό-αγιοπατερικό βίο. Τα πάντα, με την βοήθεια των ζωοποιών θεανθρωπίνων δυνάμεων, ενχριστώνονται και χριστοποιούνται, θεανθρωπίζονται και θεοποιούνται. Στην Εκκλησία, ο κάθε Χριστιανός γίνεται θεανθρώπινο καθολικό ον· γίνεται κεχαριτωμένος παν-άνθρωπος, θεανθρώπινος παν-άνθρωπος. Με άλλα λόγια, γίνεται κατά Χάριν Θεάνθρωπος. Στο θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, ολόκληρη η κτίση βιώνεται σε όλες τις θεανθρώπινες διαστάσεις της. Και σε όλη αυτήν την καθολική πραγματικότητα περί θεανθρωποποιήσεως βιώνεται η ευ-αγγελία, ο ευαγγελικός παν -ευαγγελισμός: ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο πρώτος και ο έσχατος, ο Παντοκράτωρ»[ πρβ. Αποκ.1,8: «Ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ(: ‘’Εγώ είμαι το Α και το Ω, η αρχή που δημιούργησε τα πάντα, και το τέλος στο οποίο θα καταλήξουν όλα, έχοντας Εμένα ως ύψιστο σκοπό τους’’, λέει ο Κύριος και Θεός. Εγώ υπάρχω από μόνος Μου χωρίς να Με έχει δημιουργήσει άλλος, υπήρχα προαιώνια και θα υπάρχω διαρκώς και στο μέλλον, ο Θεός ο παντοκράτωρ)»· επίσης πρβ Αποκ. 1, 17· Αποκ. 21,6·  Αποκ. 22,13].

    Με Αυτόν, τον Θεάνθρωπο «Παντοκράτορα», εντός και δια της Εκκλησίας, πραγματοποιείται η θεανθρώπινη καθολικότητά της. Πραγματοποιείται με τις δυνάμεις της Ιεράς Παραδόσεως, τις αποστολικο- αγιοπατερικές δυνάμεις, πρωτίστως, όμως, μέσω της θαυμαστότερης και τελειότερης Προσωπικότητος αυτού του πλανήτη, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού. Εξ αυτού και η σωτηριώδης συμβουλή του αγίου Αποστόλου: «Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν (:Έχοντας, λοιπόν, κι εμείς τριγύρω μας ένα τόσο μεγάλο και πυκνό σύννεφο αγίων ανθρώπων που μαρτύρησαν για την αλήθεια της πίστεως, ας πετάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο βιοτικών πραγμάτων και φροντίδων, επιπλέον μάλιστα και την αμαρτία, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται. Κι ας τρέχουμε με υπομονή τον αγώνα που προβάλλει μπροστά μας. Και πουθενά αλλού ας μην στρέφουμε τα βλέμματά μας και την προσοχή μας παρά μόνο στον Ιησού, που είναι ο αρχηγός και θεμελιωτής της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σ’ αυτήν. Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε τη ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)»[ Εβρ. 12,1-2].Και έτσι πραγμάτωσε την θεανθρώπινη καθολικότητα όλων των θεανθρωπίνων ευαγγελισμών και όλων των θεανθρωπίνων πραγματικοτήτων του σώματός Του, της Εκκλησίας.

     Ο Θεάνθρωπος είναι εκείνη η πανίσχυρη και παν-τελεία δύναμη η οποία ενοποιεί ολόκληρη την κτίση και τον Κτίσαντα διά του σώματός Του, δια της Εκκλησίας. Επιπλέον, Εκείνος, με τον ίδιο τρόπο, ενοποιεί και όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην ουσία, η τελειότερη καθολικότητα στον ανθρώπινο κόσμο μας έχει πραγματοποιηθεί ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, στο θεανθρώπινο σώμα Του, στην Εκκλησία. Και η ψυχή αυτής της καθολικότητος είναι η ιερά Παράδοση, η αποστολική και αγιοπατερική Παράδοση. Ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ συγκεφαλαιώνεται ολόκληρη η κτίση και, συνεκδοχικά, ολόκληρο το μυστήριο της κτίσεως, όπως και ολόκληρο το μυστήριο του Θεού. Αναμφιβόλως, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος δια του Θεανθρώπου, αλλά και ο Θεός είναι Θεός δια του Θεανθρώπου. Έτσι, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ βρίσκουμε την μοναδική πραγματική ανθρωποδικία, όπως και την μοναδική πραγματική θεοδικία. Εν Αυτώ, και μόνον ἐν Αὐτῷ, βρίσκεται ο τέλειος Θεός και ο τέλειος άνθρωπος. Εκτός Αυτού, του Θεανθρώπου, δεν υπάρχει ούτε αληθινός Θεός, ούτε αληθινός άνθρωπος.

----------------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.  1.   Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδόσεις «Αστήρ», Αθήναι, 1957, σελίδα 185

2.   2.  ό. π. σελίδες 217-218

3.    3. ό. π. σελίδα 220

4.    4.  ό. π. σελίδα 405

5.    5.  ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον, 188, 1, PG 32, 668C-669A.

6.    6.  Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1957, σ. 155

7.    7.  ό. π. σελίδα 433

8.    8.  ό. π. σελίδα 50

9.    9.  ό. π. σελίδα 13

1     10.  ό. π. σελίδα 51

11  11.ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον 188, 1, PG 32, 665BC-668A

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 308-312.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.