Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2026

 

Κυριακή προ των Φώτων - Το κήρυγμα Ιωάννου του βαπτιστού.(+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων (Μάρκ. 1,1-8)

Τὸ κήρυγμα Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων σήμερα, ἀγαπητοί μου, καὶ τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Μάρκ. 1,1-8) προβάλλει τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσῃ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

* * *

Τί ἦταν ὁ Ἰωάννης; Ἄνθρωπος ὅπως κ᾿ ἐ­μεῖς. Ἀλλὰ τί ἄνθρωπος! Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἄγριοι σὰν τὰ θηρία καὶ ἀσεβεῖς σὰν τοὺς δαίμονες· ὁ ἄνθρωπος, ὅπως λέει ἕνας ἱερὸς πατήρ, μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ γίνεται ἢ «θηριώδης» ἢ «δαιμονιώδης». Ἀλλ᾿ ὑπάρχουν καὶ ἄν­θρωποι χαριτωμένοι, ὅπως λέει καὶ ὁ ἀρχαῖος ποιητής· «Ἦ χαρίεν ἔστ᾿ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρω­πος ᾖ»· δίχως ἀμφιβολία εἶνε πολὺ χαριτωμέ­νο πάλσμα ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶνε ἄνθρωπος (Μέ­νανδρος· παρὰ Στοβαίῳ 5,11 [Πάπυρος Λαροὺς 155/3]· Μιχ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί, σ. 216). Εἶνε ὅσοι ἔφτασαν σὲ ὕψος ἀρετῆς. Αὐ­τοὶ ἀξίζει νὰ ὀνομάζωνται ἄνθρωποι. Τέτοιος ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστής. Μὲ τὴν ἄσκησί του ἔγινε ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος, ἕνας ἔνσαρ­κος ἄγγελος! Εἶνε ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὸν βίο του, ἀξιοθαύμαστος καὶ γιὰ τὸ κήρυγμά του.

Πῶς ἔζησε; Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ υἱὸς τοῦ Ζαχα­ρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ διακρίθηκε. Γεννήθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ μητέρα στεῖρα. Ἀπὸ παι­δὶ δόθηκε στὸ Θεό. Ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο, ποὺ εἶνε τὸ πανεπιστήμιο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκεῖ πέ­ρασε τὴ ζωή του. Ἔζησε πολὺ διαφορετικὰ ἀ­πὸ ὅ,τι ζοῦν ὅσοι κατοικοῦν στὰ μέγαρα τῶν πό­λεων. Ἔζησε μὲ ἐγκράτεια θαυμαστή. Δὲν γεύ­τηκε οὔτε σταγόνα κρασί. Ποτό του ἦταν τὸ νε­ρὸ τοῦ Ἰορδάνου. Τροφή του «ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον» (Μάρκ. 1,6). Τί εἶνε οἱ «ἀκρίδες»; Εἶνε ἢ χόρ­τα ἢ μᾶλλον τὰ γνωστὰ ἔντομα ποὺ καὶ μέχρι σήμερα χρησιμεύουν ἐκεῖ στοὺς βεδου­ΐνους ὡς τροφή· ὅπως ἐμεῖς ξεραίνουμε τὶς πιπεριές, ἔτσι αὐτοὶ ξεραίνουν τὰ ἔντομα αὐτὰ καὶ τὰ τρῶνε. Τί φοροῦσε; Τὸ φόρεμά του ἦταν ἀ­πὸ τρίχες καμήλας καὶ στὴ μέση του εἶχε μιὰ δερμάτινη ζώνη. Ποῦ κοιμόταν; Ὄχι σὲ σουμιέ· στρῶμα του ἦταν ἡ ἀμμουδιά. Κατοικία καὶ στέγη εἶχε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ συν­τροφιά του; τὰ ἄγρια θηρία. Μέσα στὴν ἀμόλυντη φύσι ἔζησε.

Βιβλία δὲν εἶχε. Μελετοῦσε τὸ βιβλίο τῆς θεί­ας δημιουργίας. Ἐμεῖς μάτια ἔχουμε καὶ μάτια δὲν ἔχουμε. Γιὰ ᾿κεῖνον ὅλα τὰ δημιουργήμα­τα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἥλιος ποὺ ἔλαμπε, ὁ Ἰορδάνης ποὺ κυλοῦσε τὰ νερά του, τὰ φυτὰ τῆς ἐρήμου, τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦσαν, τὰ θηρία (λιον­τάρια καὶ ἄλλα) ποὺ ἀκούγονταν τὴ νύχτα, τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, ὅλα αὐτὰ ἦταν βιβλία, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διδασκόταν. Ἔτσι ζοῦσε.

Κι ὅταν πλέον ἦρθε ἡ ὥρα ἔλαβε ἐντολὴ ἀ­πὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολή του. Ὄχι αὐτοχειροτόνητος, ὅπως συμβαίνει συχνὰ μ᾿ ἐμᾶς· πῆρε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεό, ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἔ­ρημο καὶ νὰ ἔρθῃ στὰ ῥεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου. Ἐκεῖ ἔστησε τὸ βῆμα, τὸν ἄμβωνά του, καὶ ἄρ­χισε νὰ κηρύττῃ. Κόσμος πολὺς ἐρχόταν νὰ τὸν ἀκούσῃ. Κήρυγμα μαγνήτης! Κήρυτταν καὶ ἄλλοι (γραμματεῖς, φαρισαῖοι, σαδδουκαῖ­οι, ἀρχιερεῖς, ψευδοπροφῆτες), ἀλλὰ τὸ κήρυ­γμα τοῦ Ἰωάννου διέφερε ὅσο ἡ φωτιὰ ἀπὸ τὸν πάγο. Μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴν ψυχή του ἔβγαινε φωτιά. Ἀκούγοντας τὸν Ἰωάννη νόμιζε κανεὶς ὅ­τι ἀστράφτει καὶ βροντᾷ ὁ οὐρανός.

Ποιό ἦταν τὸ κήρυγμά του; Ἄλλοι προσπαθοῦσαν μὲ γλυκόλογα καὶ κολακεῖες νὰ εὐχαριστήσουν τοὺς ἀκροατάς, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι ῥή­τορες στὴν Ἀθήνα. Ὁ Ἰωάννης δὲν εἶχε γλυκό­λογα· εἶχε λόγια αὐστηρά, μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦσε νὰ φέρῃ σὲ συναίσθησι καὶ ἀφύπνισι τὶς συνειδήσεις. Θέλετε ν᾿ ἀκούσετε;

«Γεννήματα ἐχιδνῶν…» (Ματθ. 3,7. Λουκ. 3,7). Ἀκοῦ­τε πῶς τοὺς ὀνομάζει; Καὶ ποιοί ἦταν ἀπὸ κάτω· ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, σαδδουκαῖοι, φαρισαῖοι. Ἀπορεῖ κανεὶς πῶς δὲν σήκωσαν λιθάρια νὰ τὸν πετροβολήσουν. Τί θὰ πῇ «γεννήματα ἐ­χιδνῶν»; Παιδιὰ τῆς ὀχιᾶς, ποὺ εἶνε τὸ πιὸ φαρ­μακερὸ θηρίο. Κ᾿ ἐσεῖς, λέει, ἔχετε τὸ φαρμά­κι στὴ γλῶσσα σας. Δὲν κάνετε τίποτ᾿ ἄλλο ἀ­πὸ τὸ νὰ συκοφαντῆτε, νὰ διαβάλλετε καὶ νὰ φονεύετε τοὺς προφῆτες. Ποιός σᾶς εἶπε πὼς θὰ διαφύγετε τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ; «Τίς ὑπέδει­ξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;» (ἔ.ἀ.). Ὁ Θεὸς δὲν θὰ σᾶς ἀφήσῃ ἀτιμώρητους· θὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα τῆς τιμωρίας σας.

–Μά, θὰ πῆτε, ἀντὶ νὰ τοὺς πῇ κ᾿ ἕνα εὐχαριστῶ ποὺ ἦρθαν ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν ἀκούσουν, τοὺς δείχνει τόση αὐστηρότητα;

Ὁ Ἰωάννης ἔβλεπε μακριά. Κοντόφθαλμοι ἐ­μεῖς· ἀλλὰ τὸ μάτι τοῦ Ἰωάννου ἔβλεπε, ὅτι δὲν θὰ περάσῃ πολὺς χρόνος καὶ θὰ ἐκδηλω­θῇ ἡ κακία τους. Αὐτοὶ ποὺ τώρα τὸν ἄκουγαν, σὲ λίγο θὰ εἶνε στὰ κριτήρια Ἄννα-Καϊάφα καὶ Πιλάτου καὶ θὰ φωνάζουν· «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21). Καὶ ὄντως τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς αὐτοὶ φώναζαν κάτω ἀπ᾿ τὸ πραιτώριο. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς εἶπε «γεννήματα ἐχιδνῶν» ποὺ παροργίζουν τὸ Θεό. Καὶ πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ὀργὴτοῦ Θεοῦ «ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (Ἐφ. 5,6); Μὲ πολλοὺς τρόπους. Ὀργὴ τοῦ Θεοῦ εἶνε λ.χ. ἕνας σεισμός, μιὰ πλημμύρα, μιὰ πυρκαϊά, μιὰ ἐπιδημία, ἕ­νας πόλεμος, ἕνας ἐμφύλιος σπαραγμός κ.λ.π.. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει καὶ κάτι χειρότερο· εἶνε ἡ κόλα­σι, καὶ αὐτὸ ὑπονοοῦσε ὁ Ἰωάννης. Κάποιοι θὰ γελάσουν. Ἀλλ᾿ ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι ὑπάρχει νύχτα καὶ ἔρεβος καὶ σκοτάδι, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει καὶ κόλασι. Θὰ κολαστῆ­τε, λέει ὁ Ἰωάννης, θὰ τιμωρηθῆτε!

–Μὰ αὐτὰ εἶνε λόγια ἀπελπιστικά, θὰ πῆτε.

Ὄχι. Ἦταν αὐστηρὸς ὁ Ἰωάννης· ἀλλ᾿ ἦταν συγχρόνως καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀγάπης. Διότι ἀ­πὸ ἀγάπη ἤλεγχε. Προειδοποιοῦσε τοὺς ἀκρο­ατάς του, γιὰ νὰ μὴ φθάσουν στὴν καταστροφή. Μέσ᾿ στὸ σκοτάδι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (τε­τρακόσα χρόνια εἶχε ν᾿ ἀκουστῇ φωνὴ ἀληθινοῦ προφήτου) ἔρριξε φωτοβολίδα. Ἔχετε δεῖ φωτοβολίδα; Εἶδα φωτοβολίδες στὸν πόλεμο· σκοτάδι εἶνε, βουνὸ σκότους, δὲν βλέπεις τίποτα, καὶ αἴφνης ἕνα ἀεροπλάνο ῥίχνει μιὰ φωτοβολίδα· ἡμέρα γίνεται. Ποιά εἶνε ἡ φωτοβολίδα τοῦ Ἰωάννου, ποὺ τὴ ῥίχνει καὶ σ᾿ ἐ­μᾶς ἀκόμα; Μία λέξι· «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 3,2).

Τί εἶνε ἡ μετάνοια; Τὸ σπουδαιότερο καθῆ­κον μας. Μετάνοια εἶνε, νὰ ξερριζώσῃς τ᾿ ἀγ­κάθια ποὺ ἔχεις μέσα σου – ἡ ἀρνητικὴ ὄψι αὐ­τή. Μετάνοια εἶνε, ἐκεῖ ποὺ ἦταν τ᾿ ἀγκάθια, νὰ φυτέψῃς λουλούδια, τριαντάφυλλα καὶ κρίνους, καὶ πρὸ παντὸς τὸ δέντρο τῆς ἀρε­τῆς – ἡ θετικὴ ὄψι της. Μετάνοια εἶνε, νὰ πά­ψῃς τὴν ψευτιά, τὴν πονηρία, τὴν κακία, τὴ μοιχεία, τὴν πορνεία, τὴ βλασφημία, κάθε κακό, νὰ κάνῃς στροφὴ 180 μοιρῶν καὶ ν᾿ ἀγαπή­σῃς τὴν ἀρετή. Μετάνοια εἶνε ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ καὶ μῖσος κατὰ τοῦ διαβόλου.

«Μετανοεῖτε», εἶπε ὁ Ἰωάννης σὲ ὅλους, μικροὺς καὶ μεγάλους, στρατιωτικούς, τελῶ­νες, γραμματεῖς, ἀρχιερεῖς. Ὁ Θεός, λέει, σᾶς δίνει παράτασι νὰ ἐξοφλήσετε τὸ χρέος σας. Εἶνε ἡ τελευταία προθεσμία. Μετὰ πλέον, τσε­κούρι καὶ φωτιά! ἔτσι μιλοῦσε. Διότι «ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται» καὶ «πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10. Λουκ. 3,9). Ἐὰν δὲν με­τανοήσετε, τότε εἶστε σὰν τὸ δέντρο ποὺ παρ᾿ ὅλη τὴν περιποίησι τοῦ κηπουροῦ παραμένει ἄκαρπο, καὶ τότε πλέον τὸ κόβουν καὶ τὸ κάνουν ξύλα γιὰ τὴ φωτιά. Ἔτσι κ᾿ ἐ­σεῖς· αὐτὸ θὰ εἶνε τὸ τέλος σας.

* * *

Ἀγαπητοί μου, ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς ῥίχνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς σήμερα τὴ φωτοβολίδα του καὶ φωνάζει· «Μετανοεῖτε». Ἁμαρτωλὸς εἶ­μαι· ἀλλὰ διαβάζω τὴ Γραφή, τὴν Ἀποκάλυψι, τὰ βιβλία τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς προφητεῖες, καὶ νομίζω ὅτι εἶνε μιὰ τελευταία προθεσμία γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα.

Δὲν μετανοεῖ δυστυχῶς ἡ ἀνθρωπότητα. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὑπερδυνάμεων συναντῶνται, ἀλλὰ τίποτε δὲν κάνουν. Κουβέντες καὶ γλυκόλογα. Δὲν λαλοῦν τὴν ἀλήθεια ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο· δὲν ἀκούγεται ἡ λέξι «μετανοεῖτε». Καθένας ἐμμένει στὸ σύστημά του.

Μήπως ἡ μικρή μας πατρίδα ἀκούει τὸ «Με­τανοεῖτε»; Ἦταν ἄλλοτε δέντρο γεμᾶτο ἄνθη καὶ καρπούς· γέννησε μεγάλους ἄντρες, σοφοὺς καὶ ἁγίους. Τώρα; ξηραΐλα. Ὦ Ἑλλάδα, δέντρο μὲ χιλιάδων χρόνων ἱστορία, πῶς κατήν­­τησες ἄκαρπο; Ἂν ἔρθῃ ὁ Ἰωάννης μὲ τὸ κλα­δευτήρι του, πόσα ξεράδια ἔχει νὰ πετάξῃ!…

Ἀλλὰ κι ὁ καθένας μας δέντρο εἶνε. Ἡ μηλιὰ κάνει μῆλα, ἡ ἀχλαδιὰ ἀχλάδια, ἡ πορτοκαλιὰ πορτοκάλια, κ᾿ ἐμεῖς πρέπει νὰ κάνουμε καρποὺς ἁγίου Πνεύματος, ἀρετές. Ἔχουμε καρπούς; καλῶς· δὲν ἔχουμε; τότε, ἂν μείνουμε ἀμετανόητοι, θὰ πέσῃ τσεκούρι καὶ φωτιά.

Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσῃ μετάνοια, τώρα στὸ νέο ἔτος. Μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἀγράμματοι καὶ ἐπιστήμονες, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί, ἀρχιεπίσκο­ποι καὶ πατριάρχες, ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μετα­νοίας. Ἕνας Μέγας Ἀντώνιος, ὅταν πλησίασε νὰ πεθάνῃ, εἶπε στὰ πνευματικά του παιδιά· Παρακαλέστε τὸ Θεὸ νὰ μοῦ δώσῃ μετάνοια. Ἐμεῖς τί νὰ ποῦμε; Δός μας, Χριστέ, μετάνοια, μαλάκωσε τὶς καρδιές μας, μὴν πάθουμε κ᾿ ἐ­μεῖς αὐτὰ ποὺ ἤλεγχε ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστής.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 5-1-1986 πρωί. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 2-1-2005, ἐπανέκδοσις 21-12-2025.




«ΕΠΕΦΑΝΗ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ»
                                         (Αναφορά στη μεγάλη εορτή των Θεοφανείων)
                                          ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου- Καθηγητού
     Τα Άγια Θεοφάνεια είναι μια από τις μεγαλύτερες εορτές της Χριστιανοσύνης. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το μεγάλο γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου στα ιορδάνεια νάματα και η θαυμαστή και σπάνια φανέρωση της Τριαδικής Θεότητος στον κόσμο.

     Η σπουδαιότητα της μεγάλης εορτής φαίνεται από το γεγονός ότι αυτή, μετά το Πάσχα, είναι η αρχαιότερη χριστιανική εορτή. Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι καθιερώθηκε νωρίτερα από το 140 μ.Χ. από την ομάδα του αιρετικού Γνωστικού Βασιλείδη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Οι Γνωστικοί εόρταζαν τη Βάπτιση του Χριστού και ταυτόχρονα την Γέννησή του στις 6 Ιανουαρίου, διότι πίστευαν πως κατά τη βάπτιση ενώθηκε ο «αιώνας» Χριστός με τον άνθρωπο Ιησού, κακοδοξία, την οποία υιοθέτησαν αργότερα και οι αιρετικοί Νεστοριανοί. Η καθιέρωσή της δεν είναι επίσης άμοιρη με την οργιαστική ειδωλολατρική εορτή του χειμερινού ηλιοστασίου των Αιγυπτίων και των Αράβων, η οποία συνέπιπτε την ίδια ημερομηνία.
      Φαίνεται πως η εορτή αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής τόσο από τους αιρετικούς Γνωστικούς, όσο και από πολλούς χριστιανούς, καθ’ ότι η Εκκλησία δεν είχε ως τότε καθιερώσει τέτοια εορτή. Ίσος το γεγονός αυτό οδήγησε την Εκκλησία να υιοθετήσει την εορτή αυτή και να αποτρέψει τους πιστούς να συνεορτάζουν με τους αιρετικούς Γνωστικούς. Οι πηγές μας βεβαιώνουν πως η εορτή των Θεοφανίων, κατά την οποία εορτάζονταν μαζί η Γέννηση και η Βάπτιση του Κυρίου στα τέλη του 2ου αιώνα ήταν γεγονός. Ως τα τέλη του 4ου αιώνα στη Δύση εορτάζονταν μαζί η Γέννηση και η Βάπτιση, οπότε και μεταφέρθηκε η εορτή της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου, αντικαθιστώντας την ειδωλολατρική εορτή του «Αήττητου Ηλίου». Στην Ανατολή χωρίστηκε επί ιερού Χρυσοστόμου στις αρχές του 5ου αιώνα. Στις λεγόμενες προχαλκηδόνιες εκκλησίες (Κοπτική, Αρμενική, Νεστοριανική, κλπ), κράτησαν την  αρχαία παράδοση εορτάζοντας την 6η Ιανουαρίου τη Γέννηση και τη Βάπτιση μαζί.
      Το γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου ενέχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με την βιβλική διήγηση όταν ο Χριστός έγινε τριάντα ετών και προκειμένου να βγει στο δημόσιο βίο Του πήγε στην έρημο του Ιορδάνη προκειμένου να λάβει το τυπικό βάπτισμα της μετανοίας από τον τίμιο Πρόδρομο. Στα μέρη εκείνα ο μέγας προφήτης Ιωάννης κήρυττε με αφάνταστη τόλμη και παρρησία τη μετάνοια, ώστε να υποδεχτούν οι άνθρωποι καθαρμένοι τον ερχόμενο Σωτήρα. Συνέρεαν κοντά του μεγάλα πλήθη για να ακούσουν τον διαπρύσιο και ελπιδοφόρο κήρυκα. Αυτός τους έβαζε στα νερά του Ιορδάνη, όπου εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ήταν μια καθαρά συμβολική πράξη. Όπως έτρεχε το γάργαρο νερό και καθάριζε τους σωματικούς ρύπους κατά τον ίδιο τρόπο η εξομολόγηση και μετάνοια καθάριζε την ψυχή του βαπτιζομένου.
      Ο Κύριος προκειμένου να δείξει ως άνθρωπος σεβασμό στην ανθρώπινη παράδοση δέχτηκε να λάβει το τυπικό βάπτισμα του Ιωάννη, χωρίς ουσιαστικά να το έχει ανάγκη, διότι ήταν απόλυτα αναμάρτητος, «ο πάσης επέκεινα καθαρότητος». Αυτό θα τον διευκόλυνε στο μεγάλο δημόσιο απολυτρωτικό έργο που θα άρχιζε κατόπιν. Ο Ιωάννης θεωρούνταν μεγάλος προφήτης από το λαό. Η υπόδειξη του Ιησού από αυτόν ως «Αμνού του Θεού, του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιωάν.1:29) ήταν απαραίτητη. Η μαρτυρία του Ιωάννη για τον Χριστό στάθηκε καθοριστική, τα πλήθη πείσθηκαν και αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Ιησού τον αναμενόμενο Μεσσία. Χάρη σε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία σχηματίσθηκε ο πρώτος πυρήνας των συνεργατών του Κυρίου.
     Εκτός από την μαρτυρία του Ιωάννη υπήρξε και ένα άλλο συγκλονιστικό και μοναδικό γεγονός. Τη στιγμή που ο Κύριος μπήκε στα νερά του Ιορδάνη άνοιξαν οι ουρανοί και παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως ο Τριαδικός Θεός στα παραβρισκόμενα πλήθη. Ο Ενανθρωπήσας Λόγος βρίσκονταν στα ιορδάνεια νάματα, το Άγιο Πνεύμα κατέβαινε «ωσεί περιστερά» (Ματθ.3:16) και από τον ανοιγμένο ουρανό ακούστηκε η φωνή του Πατέρα «ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Ματθ.3:16,17). Αυτό το συγκλονιστικό γεγονός της θεοφάνειας σημαίνει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους είναι συλλογική απόφαση του Τριαδικού Θεού. Η φανέρωσή Του κατά την στιγμή της Βαπτίσεως του Χριστού φανερώνει την επιβεβαίωση για την ξεχωριστή επιμέλεια του Θεού για τη λύτρωση του κόσμου και την επίσημη χρίση του Χριστού ως Μεσσία και Λυτρωτή της ανθρωπότητας και ολοκλήρου της κτίσεως. Αποτέλεσμα αυτής της επιβεβαίωσης είναι η κατοπινή δυναμική πορεία του Κυρίου στον κόσμο της πτώσεως και της φθοράς και η πανηγυρική νίκη Του κατά των δυνάμεων του σκότους, η οποία θα ολοκληρωθεί με την λαμπροφόρο Ανάστασή Του! Στην ευφρόσυνη εορτή ψάλλουμε σχετικά: «Βαπτίζεται Χριστός μεθ’ ημών ο πάσης επέκεινα καθαρότητος, ενίησι τον αγιασμόν τω ύδατι και ψυχών τούτο καθάρσιον γίνεται΄ επίγειον το φαινόμενον, και υπέρ τους ουρανούς το νοούμενον…» (4ο τροπ. των Αίνων των Φώτων).
       Το γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου αποτελεί φωτεινό ορόσημο στην επί γης πορεία και δράση του Σωτήρα μας, διότι «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς» (Ματθ.4:16). Η είσοδος του Χριστού στον κόσμο διέλυσε τα πνευματικά σκοτάδια του πτωτικού παρελθόντος, διότι είναι ο Ίδιος το «φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάν.1:9). Κατά τα Θεοφάνια «εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάν.1:14). Γι’ αυτό οι πιστοί ονόμασαν τη μεγάλη αυτή εορτή τα Φώτα και μάλιστα η αρχαία Εκκλησία πραγματοποιούσε την ημέρα αυτή τις βαπτίσεις των κατηχουμένων, τις οποίες ονόμαζε φωτισμούς! Ο ιερός υμνογράφος της μεγάλης εορτής μας προτρέπει: «Δεύτε λάβετε πάντες Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, Πνεύμα φόβου Θεού, του επιφανέντος Χριστού» (τροπ. Μ. Αγιασμού).
      Μια άλλη σημαντική παράμετρος της εορτής των Θεοφανίων είναι ο καθαγιασμός της φύσεως. Η κάθοδος του Χριστού στα ιορδάνεια ρείθρα σημαίνει τον καθαγιασμό του υγρού στοιχείου, που είναι η βάση της ζωής σε ολόκληρη τη δημιουργία και κατ’ επέκταση ο καθαγιασμός ολόκληρης της κτίσεως, η οποία εξαιτίας της ανθρώπινης αμαρτίας «συστενάζει και συνωδύνει άχρι του νυν» (Ρωμ.8:22). Οι καταπληκτική ασματική ακολουθία της εορτής είναι γεμάτη από ύμνους, αναγνώσματα και ευχές, που αναφέρονται στον εξαγιασμό της φύσεως με προεξάρχουσες τις υπέροχες ευχές του Μεγάλου Αγιασμού. Ο ίδιος ο Μεγάλος Αγιασμός, που μεταλαμβάνουμε την ημέρα αυτή, είναι η απελευθέρωση της υλικής δημιουργίας από τη φθορά της πτώσεως και η μετουσίωσή της στην προπτωτική κατάστασή της. Ο προφήτης Ησαϊας προείδε αυτή την θαυμαστή εσχατολογική μεταμόρφωση του υλικού κόσμου ως εξής: «Τα γαρ όροι και οι βουνοί εξαλούνται, προσδεχόμενοι υμάς εν χαρά, και πάντα τα ξύλα του αγρού επικροτήσει τοις κλάδοις. Και αντί της στοιβής αναβήσεται κυπάρισσος, και αντί της κονύζης αναβήσεται μυρσίνη. Και έσται Κυρίω εις όνομα,  και εις σημείον αιώνιον, και ουκ εκλείψει» (Ησ.55:12). Οι λαμπρές τελετές του καθαγιασμού των υδάτων, με τη ρίψη του Τιμίου Σταυρού σε αυτά, την αγία αυτή ημέρα, σημαίνουν τον αέναο εξαγιασμό της δημιουργίας, χάρη στην καθαρτική δύναμη του Χριστού, η οποία πηγάζει από τα ιορδάνεια ρείθρα. Η Ορθόδοξη ναυτική χώρα μας, η οποία ζει και μεγαλουργεί χάρη στο απλόχερο υγρό στοιχείο που την περιβάλλει, εορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα αυτή την εορτή και συμμετέχουν οι πιστοί πάνδημα στις λαμπρές τελετές του καθαγισμού των υδάτων.
      Η μεγάλη εορτή των Θεοφανίων αποτελεί την απαρχή του επί γης απολυτρωτικού έργου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. «Αδάμ τον φθαρέντα αναπλάττει ρείθροις Ιορδάνου και δρακόντων κεφαλάς εμφωλευόντων διαθλάττει ο Βασιλεύς των αιώνων Κύριος» (2ο τροπ. Α΄ ωδής, του κανόνα των Φώτων). Αυτό μας κάνει να σκιρτούμε από χαρά και να γεμίζουμε τις πληγωμένες καρδιές μας από ανείπωτη ελπίδα για τη λύτρωσή μας από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου. Το τυπικό βάπτισμα του Κυρίου στον Ιορδάνη αποτελεί για μας παράδειγμα για το ουσιαστικό μας βάπτισμα, το οποίο είναι «λουτρόν παλλιγγενεσίας» και θάνατος του παλαιού πτωτικού εαυτού μας και αναγέννηση της νέας εν Χριστώ υπάρξεώς μας. Δια του αγίου Βαπτίσματος «ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία» (Ρωμ.6:5). Στην καταπληκτική ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού διαβάζουμε: «Σήμερον τα των ανθρώπων πταίσματα τοις ύδασι του Ιορδάνου απαλείφονται. Σήμερον ο παράδεισος ανέωκται τοις ανθρώποις και ο ήλιος της δικαιοσύνης καταυγάζει ημίν… Σήμερον του παλαιού θρνήνου απηλλάγημεν και ως νέος Ισραήλ διασώθημεν. Σήμερον του σκότους εκλυτρούμεθα και τω φωτί της θεογνωσίας καταυγαζόμεθα. Σήμερον η αχλύς του κόσμου καθαίρεται, τη επιφανεία του Θεού ημών… Σήμερον ο Δεσπότης προς το βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση προς ύψος το ανθρώπινον» (Ευχή Μ. Αγιασμού).
      Ο Θεός της πίστεώς μας δεν είναι ένα αφηρημένο λογικό και θεωρητικό σχήμα, γέννημα ανθρώπινης φαντασίας, αλλά ο ζωντανός Τριαδικός Θεός, ο Οποίος καταδέχτηκε να εισέλθει στον κόσμο και την ανθρώπινη ιστορία, για χάρη της δική μας απολυτρώσεως. Ως σημείο δε της αέναης παρουσίας Του και της φανέρωσής Του στον κόσμο, είναι το ανεπανάληπτο γεγονός των Θεοφανείων, το οποίο εορτάζουμε με κάθε λαμπρότητα αυτή τη μεγάλη μέρα.                                                 



ΟΙ ΘΕΟΦΑΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΙΚΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗ ΠΟΤΑΜΟ.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 5η Ιανουαρίου 2026

    Θεοφάνεια, (από το Θεός και φαίνω=φανερώνω, αποκαλύπτω), είναι η φανέρωση, η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Ο Θεός φανερώνει τον εαυτόν του και το θέλημά του στον άνθρωπο, διότι ο άνθρωπος, ο μεταπτωτικός άνθρωπος, αδυνατεί να ανακαλύψει με τις ιδικές του διανοητικές και πνευματικές δυνάμεις τον Θεόν, αδυνατεί να έρθει σε κοινωνία με τον Θεόν. Βέβαια ο Θεός δεν έπλασε εξ’ αρχής έτσι τον άνθρωπο. Οι πρωτόπλαστοι προ της πτώσεως βρισκόταν σε κατάσταση συνεχούς θεωρίας και κοινωνίας με τον Θεόν. Όπως παρατηρεί ο Μέγας Αθανάσιος, ο Θεός έδωσε στον Αδάμ «της ιδίας αϊδιότητος έννοιαν και γνώσιν», έτσι ώστε με την δύναμη της Χάριτος του Θεού «αγάλληται και συνομιλεί τω θείω», δηλαδή να χαίρεται και να συνομιλεί με τον Θεόν. Έχων δε την ψυχήν του καθαράν και αμόλυντον από κάθε αμαρτία «κατετρύφα αυτής κατά πρόσωπον της θείας εμφανείας», δηλαδή απολάμβανε την παρουσίαν του Θεού πρόσωπον προς πρόσωπον. Τα πράγματα όμως στη συνέχεια άλλαξαν. Μετά την παράβαση της εντολής του Θεού οι πρωτόπλαστοι απώλεσαν πλέον την Χάρη του Θεόυ, εστερήθησαν του ενδύματος της αφθαρσίας και της απαθείας, εσκοτίσθη ο νούς και κατέστη πλέον ανίκανος να θεωρεί τον Θεόν και να βρίσκεται σε κοινωνία μαζί του. Αυτή δε η κατάσταση του σκοτισμού και της πνευματικής νεκρώσεως μετεδόθη ωσάν κληρονομική αρρώστια σ’ όλους τους απογόνους του Αδάμ, σ’ όλο το ανθρώπινο γένος.

    Ωστόσο ο Θεός και μετά την πτώση δεν εγκατέλειψε το πλάσμα του. Όπως παρατηρεί ο Μέγας Βασίλειος σε μία ευχή της Θείας Λειτουργίας του: «Ού γαρ απεστράφης το πλάσμα σου εις τέλος, ό εποίησας αγαθέ, ουδέ επελάθου έργου χειρών σου, αλλ’ επεσκέψω πολυτρόπως διά σπλάγχνα ελέους σου. Προφήτας εξαπέστειλας, εποίησας δυνάμεις διά των αγίων σου, των καθ’ εκάστην γενεάν ευαρεστησάντων σοι. Ελάλησας ημίν διά στόματος των δούλων σου των προφητών, προκαταγγέλων ημίν την μέλλουσαν έσεσθαι σωτηρίαν». Οι «επισκέψεις» του Θεού, για τις οποίες εδώ γίνεται λόγος, σε εκλεκτούς άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, Προφήτες και Πατριάρχες και οι «δυνάμεις», τα θαύματα που έκαμε ο Θεός διά μέσου αυτών, δεν είναι τίποτε άλλο παρά Θεοφάνειες, φανερώσεις του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτει το θέλημά του προς τους εκλεκτούς του και δι’ αυτών προς τον λαόν του, τον Ισραήλ και εν ταυτώ προκαταγγέλει και προετοιμάζει την έλευση του Μεσσίου. Έτσι, για παράδειγμα, έχουμε τις Θεοφάνειες στον Πατριάρχη Αβραάμ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που μας δίδει η Παλαιά Διαθήκη: «Είπε Κύριος τω Αβραάμ» (Γεν.12,1). «Εγεννήθη ρήμα Κυρίου προς Αβραάμ εν οράματι λέγων» (Γεν.15,1). «Ώφθη αυτώ ο Θεός προς τη δρύϊ του Μαμβρή» (Γεν.18,1) κ.λ.π.

    Ανάλογες Θεοφάνειες έχουμε και στους προφήτες, κατ’ εξοχήν δε στο σκεύος της εκλογής του Θεού, τον Μωϋσή. Η πρώτη αποκάλυψη του Θεού σ’ αυτόν έγινε στους πρόποδες του Όρους Χωρήβ, στο όραμα της βάτου της καιομένης, αλλά μη καταφλεγομένης. Εκεί ο Θεός φανερώνει στον Μωϋσή τον εαυτό του, την ταυτότητά του, ότι δηλαδή είναι ο Ών (=ο Υπάρχων), ο Θεός των Πατέρων του, του Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ και ότι πρόκειται να τον αποστείλει στην Αίγυπτο, για να απελευθερώσει τον λαόν του από την δουλεία των Αιγυπτίων. Μετά την Θεοφάνεια αυτή επακολούθησαν και άλλες, η σπουδαιότερη δε από όλες είναι η Θεοφάνεια στο ΄Ορος Σινά. Εκεί ο Θεός αποκαλύπτεται στον Μωϋσή, και μέχρις ενός βαθμού και στον λαό του Ισραήλ, κατά τρόπον μεγαλειώδη. Εν μέσω αστραπών και βροντών, γνόφου και θυέλλης, που προξενούν φόβο και τρόμο και αποτελούν έκφραση της παντοδυναμίας του Θεού. Εκεί ο Μωϋσής, πάνω στην κορυφή του Όρους, αξιώνεται να ομιλήσει πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Θεόν και να ακούσει την φωνή Του: «Άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου είς εστίν», και «Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου» (Εξοδ.20,2). Έτσι ο λαός χειραγωγείται από τον ίδιο τον Θεό προς την θεογνωσία. Λαμβάνει μία πρώτη εισαγωγική γνώση περί Θεού. Απομακρύνεται από το σκότος της πολυθεΐας και ειδωλολατρείας και οδηγείται στην αλήθεια του ενός και μόνου αληθινού Θεού. Επί πλέον λαμβάνει τις δέκα εντολές, που συνοψίζουν τον ηθικό και πνευματικό νόμο της Παλαιάς Διαθήκης.

    Ωστόσο όλες αυτές οι Θεοφάνειες, και αυτή ακόμη πάνω στο Όρος Σινά, που αποτελεί το αποκορύφωμα όλων των άλλων, είναι κατ’ ουσίαν εισαγωγικές Θεοφάνειες, που παραπέμπουν στην κατ’ εξοχήν Θεοφάνεια, στην Θεοφάνεια, που έγινε στον Ιορδάνη ποταμό.Υπάρχει δε ασύγκριτη διαφορά μεταξύ εκείνων και αυτής, την οποία επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του: «Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις, επ’ εσχάτων των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν Υιώ» (Εβρ.1,1). Και τούτο, διότι εδώ έχουμε πλέον πλήρη και τελεία την αποκάλυψη του μυστηρίου της Τριαδικής Θεότητος. Το μυστήριο αυτό, σκιωδώς μόνον και αινιγματωδώς προτυπούμενο στην Παλαιά Διαθήκη, φανερώνεται εναργέστατα κατά την ώρα του βαπτίσματος του Κυρίου στον Ιορδάνη.  Ο ένας Θεός που απεκαλύφθη στην Παλαιά Διαθήκη, είναι μεν ένας κατά την ουσία, τριαδικός όμως κατά τα πρόσωπα, τις υποστάσεις. Στον Ιορδάνη «η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Οδηγείται η ανθρωπότης στο φως της αληθινής θεογνωσίας, καθώς πλέον κάνουν αισθητή την παρουσία τους και τα τρία πρόσωπα της αγίας Τριάδος: Ο Υιός βαπτιζόμενος, το Πνεύμα το άγιον εν είδει περιστεράς και ο Πατήρ άνωθεν διά της φωνής Του «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ώ ευδόκησα». Πέραν αυτών στην Θεοφάνεια στον Ιορδάνη έχουμε επί πλέον και την επίσημη φανέρωση ενώπιον του λαού του Ισραήλ, του δευτέρου προσώπου της αγίας Τριάδος, του Υιού του Θεού εν δούλου μορφή, την φανέρωση του ενανθρωπίσαντος Θεού Λόγου. Στη Θεοφάνεια αυτή ο Θεός δεν ομιλεί πλέον διά μέσου των προφητών του, αλλά αυτός ο ίδιος αυτοπροσώπως προς τους ανθρώπους. Στις Θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης ακούμε το: «Τάδε λέγει Κύριος», ενώ σ’ αυτήν της Καινής το: «Εγώ δε λέγω υμίν». 

    Σύμφωνα με το σχέδιο της ενσάρκου Θείας Οικονομίας υπολείπεται να γίνει μία ακόμη, τελευταία, Θεοφάνεια, αυτή της Δευτέρας Παρουσίας, όπου ο Κύριος θα έρθη και θα φανερωθεί και πάλι στον κόσμο, όχι για να σώσει, αλλά για να κρίνει τον κόσμο. Όχι εν σχήματι ταπεινώσεως και πτωχείας, αλλ’ εν όλη της δόξη του. Και όπως υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ των Θεοφανειών της Παλαιάς Διαθήκης και αυτών της Καινής, έτσι υπάρχει ανάλογη σχέση αυτών με εκείνη της Δευτέρας Παρουσίας. Σ’ αυτήν δε την τελευταία Θεοφάνεια θα είναι παρούσα όλη η ανθρωπότης μηδενός εξαιρουμένου, θα γίνει δε υπόθεσις χαράς και ευφροσύνης γιά τους δικαίους, αφορμή δε αφάτου οδύνης και τρόμου για τους αμετανοήτους και αμαρτωλούς.

    «Επεφάνης σήμερον τη Οικουμένη και το φως σου Κύριε εσημειώθη εφ’ ημάς εν επιγνώσει υμνούντας σε…». Αυτό το φως της Τριαδικής Θεότητος, που φανερώθηκε στην Οικουμένη διά του εν Ιορδάνη βαπτισθέντος Κυρίου μακάρι να καταυγάση, αγαπητέ φίλε αναγνώστα, τις ψυχές όλων μας. Αμήν.