Κυριακή, Μαΐου 03, 2026

 

Ψυχική παραλυσία



Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης

Αυγουστίνου Καντιώτη

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰω. 5,1-15)


Ἀκούσατε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ ἱερὸ καὶ ἅ­γιο εὐαγγέλιο; Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιέχει ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τὸ θαῦμα αὐ­τό, πρέπει νὰ γίνῃ ἀτομικό, νὰ τὸ κάνουμε προσωπικό, νὰ τὸ μεταφέρουμε στὸν ἑαυτό μας· πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σ᾿ ἐ­μᾶς. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Γιὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ θαῦμα, πρέπει ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνερ­γήσῃ ἐπάνω μας. Τότε δὲν θὰ χρειάζεσαι ἄλ­λη βεβαίωσι γιὰ νὰ πιστεύῃς. Θὰ ἔχῃς ἀκράδαντη βεβαιότητα. Μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ θὰ εἶσαι σύ ὁ ἴδιος.

Τί λέει, λοιπόν, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο; Στὰ Ἰεροσόλυμα, κοντὰ στὴν προβατικὴ πύλη, τὴν πύλη δηλαδὴ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ θυσιαστοῦν στὸ ναό, ὑ­πῆρχε μία δεξαμενὴ ποὺ λεγόταν Βηθεσδά. Τὸ νερὸ αὐτῆς τῆς δεξαμενῆς εἶχε μία θαυμα­τουργικὴ ἰδιότητα. Τί ἰδιότητα· κατὰ ἀραιὰ χρονικὰ διαστήματα, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, κατέ­­βαινε ἐκεῖ ἄγγελος Κυρίου καὶ τάραζε τὸ νερό. Τότε τὸ νερὸ ἀποκτοῦσε, προσωρινά, ἰ­αματι­κὴ ἰδιότητα. Αὐτὸ διαρκοῦσε πολὺ λίγο· ἀ­μέσως κατόπιν τὸ νερὸ ἐπανερχόταν στὴν προ­η­γουμένη φυσικὴ κατάστασι, ἦταν πάλι ἁ­πλὸ νερὸ ὅπως ὅλων τῶν ἄλλων πηγῶν. Ὅ­ποιος λοιπὸν ἀμέσως μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἀγ­γέλου προλάβαινε νὰ πέσῃ πρῶτος μέσα στὸ ταρα­γμένο νερό, γινόταν ὑγιής, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦταν ἡ ἀσθένεια ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε.

Αὐτὸ ἔδινε ἐλπίδα σὲ ὅλους ὅσοι εἶχαν ἀ­πελπισθῆ ἀπὸ τοὺς γιατρούς. Ἔτσι γύρω ἀπὸ τὸ χεῖλος τῆς κολυμβήθρας ἦταν συγκεντρω­μένο ἕνα πλῆθος ἀσθενῶν, ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ ξαπλωμένοι σὲ κρεβάτια ἢ φορεῖα. Εἴτε κρύο ἔκανε εἴτε ζέστη, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι ἄν­θρωποι δὲν ἀπομακρύνονταν ἀπὸ ᾿κεῖ. Γιὰ νὰ προστατεύωνται δὲ ἀπὸ τὴ βροχὴ καὶ τὸν ἥ­λιο, εἶχαν χτιστῆ γύρω ἀπ᾿ τὴ δεξαμενὴ πέντε στοές, πέντε ὑπόστεγα, ὅπου παρέμεναν οἱ ἀ­σθενεῖς καὶ ὅσοι τοὺς συνώδευαν.

Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ἀσθενῶν, ποὺ πε­­ρίμεναν νὰ βροῦν τὴ θεραπεία τους, ἦταν καὶ ἕνας παράλυτος. Γιατρειὰ δὲν εἶδε ἀπὸ ἄν­θρω­πο. Ἀλλ᾿ οὔτε καὶ στὴ θαυματουργὸ κολυμ­βήθρα τόσον καιρὸ εἶχε βρῆ τὴ θεραπεία του. Τριανταοχτὼ χρόνια περίμενε ἐκεῖ μὲ ὑπομο­νή. Στὸ μακρὸ αὐτὸ διάστημα πολλοὺς συνασθενεῖς εἶδε νὰ πέφτουν στὸ ταραγμένο νερό, νὰ βγαίνουν καὶ νὰ φεύγουν γιὰ τὰ σπίτια τους θεραπευμένοι. Αὐτὸς λόγῳ τῆς παθήσεώς του δὲν ἦταν εὐκίνητος· πάντα κάποιος ἄλλος τὸν προλάβαινε. Ἦταν μόνος καὶ ἀβοήθητος. Ἔτσι τὸ μαρτύριό του συνεχιζόταν.

Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἀποτυχιῶν, τί ἐλπίδα ὑπῆρχε πλέον; Μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τὸ πάρῃ ἀ­πόφασι, ὅτι ἐκεῖ θὰ τὸν βρῇ ὁ θάνατος καὶ τότε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα θὰ μετακομίσῃ στὸ κοιμητήριο· κι ἀντὶ νὰ μπῇ στὸ ἰαματικὸ νερό, θὰ τὸν βάλουν στὸ μαῦρο χῶμα. Ἐν τούτοις ἐξ­ακολουθοῦσε νὰ ἐλπίζῃ, νὰ ὑπομένῃ, νὰ παραμένῃ ἐκεῖ. Σὰν κάποιον νὰ περίμενε! Κάποιο μυστήριο ἔκρυβε ἡ ταλαιπωρία του.

Καὶ ἦρθε ἐπὶ τέλους ἡ στιγμὴ νὰ λυθῇ τὸ δρᾶμα του καὶ νὰ φωτιστῇ τὸ μυστήριο. Μετὰ ἀπὸ ἀγόγγυστη ὑπομονὴ τόσων ἐτῶν, ἦρθε κοντά του ὁ μέγας ἰατρός, τὸ ἄριστο φάρμακο, καὶ τότε βραβεύθηκε ἡ ἀρετή του. Ἦρθε κον­τά του ὁ Χριστός, ὁ παντοδύναμος καὶ πάνσοφος εὐεργέτης, τοῦ εἶπε ἕνα μόνο λόγο, καὶ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ λόγο ὁ παράλυτος ἀμέσως ἔ­γινε καλά. Μέγα τὸ θαῦμα· ἕνας ζωντανὸς νεκρὸς στάθηκε ὄρθιος· καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσῃ οὔτε ἕνα κουτάλι, πῆ­ρε δύναμι καὶ σήκωσε ὁλόκληρο κρεβάτι.

Ὁ παραλυτικὸς αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ τόσα χρόνια, γιὰ νὰ γίνῃ διδάσκαλός μας. Τριαν­ταοχτὼ χρόνια δὲν γόγγυσε οὔτε βλαστήμησε, ὅπως θὰ ἔκαναν ἄλλοι πού, ὄχι τόσο ἀλλὰ πο­λὺ λιγώτερο χρόνο ἔχουν στὸ κρεβάτι, καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ Θεό. Ὁ παραλυτικὸς εἶνε παράδειγμα ὑπομονῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἦρθε κοντά του ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός· διότι τὸν σπλαχνίσθηκε. Ἔπειτα ὁ παραλυτικὸς αὐ­τός, ὅταν γιατρεύτηκε, δὲν πῆγε στὸ σπιτάκι του, ἀλλὰ ποῦ πῆγε; στὸ ναό. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔγινε καὶ ἱεροκήρυκας, σαλπιγ­κτὴς τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου.

* * *

Ἀλλὰ τώρα δὲν θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τὸν παραλυτικὸ τοῦ εὐαγγελίου· θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς σημερινοὺς παραλύτους.

– Μὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερα παράλυτοι;

Ὑπάρχουν. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνο τοὺς σωμα­τικῶς παραλύτους. Ἐννοῶ κυρίως τοὺς ψυ­χικῶς παραλύτους. Αὐτοὶ εἶνε περισσότερο ἀξιολύπητοι. Διότι πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια ὑπάρχει ἡ ψυχικὴ ἀσθένεια, καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ παραλυσία ὑπάρχει ἡ ψυχικὴ παραλυσία.

Τί εἶνε ψυχικὴ παραλυσία; Μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι εἶνε ἡ πλέον συχνὴ καὶ ἡ πλέον διαδεδομένη νόσος. Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω καὶ ποῦ νὰ τελειώσω; Μερικὲς φωτογραφίες τῶν σημερινῶν ψυχικῶς παραλύτων θὰ σᾶς παρουσιάσω καὶ θὰ τελειώσω.

Πρῶτο παράδειγμα. Ὁ παράλυτος ποὺ ἰάτρευσε ὁ Κύριος τριανταοχτὼ χρόνια εἶχε νὰ πάῃ στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Πῆγε μικρὸ παιδί, καὶ ξαναπῆγε τώρα, μετὰ τὴ θεραπεία του, μὲ ἄ­σπρα πλέον τὰ μαλλιά. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δικαιολογεῖται· ἦταν ἀσθενής, δὲν εἶχε πόδια, καὶ παρέμενε ἀκίνητος ἐκεῖ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς κολυμβήθρας. Οἱ σημερινοὶ ὅμως ψυχικῶς πα­ράλυτοι, ἐνῷ σωματικῶς εἶνε ὑγιέστατοι καὶ κινοῦνται καὶ τρέχουν δεξιὰ κι ἀριστερά, ἔχουν ὅμως σαράντα καὶ πενήντα χρόνια νὰ πατήσουν τὸ πόδι τους στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Ἦρ­θαν νήπια, ὅταν τοὺς ἔφερε ἡ μάνα νὰ βαπτισθοῦν, καὶ θὰ ἔρθουν ἄλλη μιὰ φορά, ὅταν σηκωτοὺς θὰ τοὺς φέρουν νὰ τοὺς κηδεύσουν. Στὴν ἐκκλησία τώρα δὲν ἔρχονται· ἀλ­λοῦ πηγαίνουν εὐχαρίστως. Πές τους γιὰ κινηματογράφο, πές τους γιὰ θέατρο, νὰ δῇς πῶς τρέχουν. Λησμονοῦν τὸ Θεό, ποὺ μᾶς δίνει ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀρτιμέλεια, καὶ δὲν ἔρχονται νὰ τοῦ ποῦν ἕνα εὐ­χαριστῶ. Λησμονοῦν, ὅτι τὰ πόδια μᾶς δόθηκαν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τὸ διάβολο.

Θέλετε ἄλλο παράδειγμα ψυχικῶς παραλύτου; Οἱ προηγούμενοι ἔχουν παράλυτα τὰ πόδια, αὐτοὶ ἔχουν παράλυτα τὰ χέρια γιὰ τὸ Θεό. Πέστε λ.χ. στὸν ἄλλο, τὸ φιλάργυρο καὶ ἰ­διοτελῆ, νὰ ἐλεήσῃ. Ἀδύνατον. Αὐτός, ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ κάτι σὲ φτωχό, αἰσθάνεται παράλυτο τὸ χέρι. Τὸν παραλύει ὁ δαίμων τῆς φιλαργυρίας. Προτιμότερο νὰ τοῦ κόψουν τὸ χέρι παρὰ νὰ δώσῃ μιὰ δραχμή. Ἢ πέστε στὸ δειλὸ καὶ κρυπτοχριστιανὸ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πίστι του ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα ἢ ὅταν περνᾷ ἔξω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία. Ντρέπεται, φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του, καὶ σταυρὸ δὲν κάνει. Ἔ, σᾶς ἐρωτῶ· αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὰ χέρια τους πα­ράλυτα; Λησμονοῦν, ὅτι τὰ χέρια δόθηκαν γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸν πλησίον, νὰ ἐλεοῦν, νὰ ἐρ­γάζωνται τὸ ἀγαθό, καὶ ὄχι νὰ μουντζώνουν καὶ νὰ πληγώνουν. Λησμονοῦν, ὅτι τὰ χέρια δόθη­καν γιὰ νὰ ὁμολογοῦν τὴν πίστι, γιὰ νὰ δοξάζουν τὸ Θεό, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἀρνοῦνται μὲ τὴ δειλία τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὶς τόσες ἄνομες πράξεις καὶ ἀπρεπεῖς χειρονομίες· τὰ χέρια δόθηκαν γιὰ νὰ ἐργάζωνται τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ ὄχι νὰ τὶς καταργοῦν εἴτε κλέβοντας εἴτε παλαμίζοντας τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μὲ τοὺς ὅρ­κους.

Ἄλλο ἕνα παράδειγμα ψυχικῶς παραλύτων. Εἶνε αὐτοὶ ποὺ ἔχουν παράλυτη τὴ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τέλειο ὄργανο. Ὄχι μόνο ὡς μέλος καὶ ὄργανο τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ ὡς μέσο ἐπικοινωνίας. Λένε, ὅτι ἀ­νατομικῶς ὁ οὐρακοτάγκος ἔχει καλύτερη γλῶσσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τί νὰ τὴν κά­νῃς; ἡ γλῶσσα του δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀρθρώσῃ λέξι. Ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ γλῶσσα του ὁμιλεῖ, συνεννοεῖται, ἐκφράζει τὰ συναισθήματα καὶ τὶς σκέψεις του. Πόσα λόγια λέει τὴν ἡμέρα; 100, 300, 500, 1.000, 2.000, 10.000, 20.000, 30.000 λέ­ξεις. Ψάχνω ὅμως μέσα στὶς τόσες αὐτὲς λέ­ξεις νὰ βρῶ διαμάντι, καὶ δὲν βρίσκω. Χαλί­κια καὶ κόπρια. Ἀκούγονται βλαστήμιες, αἰσχρο­λογίες, βωμολοχίες, λόγια βρωμερά· μόνο λό­για τοῦ Θεοῦ δὲν ἀκούγονται. Γιατί, ἄνθρωπε, ὁ Θεὸς σοῦ ἔδωσε τὴ γλῶσσα; Σοῦ τὴν ἔ­δωσε νὰ τὸν δοξολογῇς, νὰ διαλαλῇς τὰ θαύματά του, νὰ λὲς τὸν καλὸ λόγο στὸν πλησίον σου. Ὅταν ἐσὺ τὴ χρησιμοποιῇς γιὰ τὸ διάβολο, δὲν εἶσαι παράλυτος στὸ καλό;

* * *

Ἀδελφοί μου, πρὶν τελειώσω συνιστῶ· Γόνατα καὶ πόδια παραλελυμένα, ἀνορθωθῆτε (πρβλ. Ἠσ. 35,3). Χέρια νεκρὰ καὶ καρδιὲς παγωμένες, θερμανθῆτε. Γλῶσσες καὶ στόματα, καθαρισθῆτε, πάρτε φωνή, αἰνεῖτε τὸν Κύριον· πέστε «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Τριῶν Ἱεραρχῶν Πετραλώνων – Ἀθηνῶν τὴν 30-4-1961.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 30α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ»



 

 

Ἀνάστασις, τὸ μεγαλύτερο ἱστορικὸ γεγονός! (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

  

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου

Ἀνάστασις, τὸ μεγαλύτερο ἱστορικὸ γεγονός!

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Προσφιλέστατοι ἀκροαταί, σᾶς χαιρετῶ ἐν Χριστῷ τῷ ἀναστάντι Κυρίῳ. Ἂν ὑπάρχουν δυὸ λέξεις, μέσα στὶς ὁποῖες συν­οψίζεται ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὲς εἶνε «Χριστὸς ἀνέστη»!

Τὸ ἀκούσατε τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν ἀ­κουγόταν μόνο τότε· 40 μέρες, μέχρι τὴν Ἀνάληψι, αὐτὸ καταργοῦσε κάθε ἄλλο χαιρετισμό. Τὸ ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας μὲ θερμὴ καρδιά. Οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ντρέπονται.

Ἀλλὰ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο «ὅσοι πιστοί», «στῶ­μεν καλῶς»! Ἂς δοξάσουμε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν πίστι στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἂς τὴν κρατήσουμε σφιχτά. Δὲν εἶνε «ἐ­φεύ­­ρεσι παπάδων»· εἶνε δεντρὶ ποὺ τὸ φύτευ­σε ἡ ἁγία Τριάδα, μὲ ῥίζα βαθειὰ ποὺ κανένας διάβολος δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὴν ξερριζώσῃ. Καὶ ἡ ῥίζα εἶνε οἱ δυὸ αὐτὲς λέξεις, «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἢ ἀνέστη, ἢ δὲν ἀνέστη.

Λέμε λοιπὸν σήμερα σὲ ὅλους, ὅτι ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἱστορικὸ γεγονός. Ὁμιλοῦμε μὲ τὴ γλῶσ­σα τῆς ἱστορίας καὶ σαλπίζουμε, ὅτι ἡ Ἀνάστασις εἶνε τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς μὲ παγ­κόσμια ἀκτινοβολία. Θὰ μοῦ πῇ κάποιος ἄπιστος· Αὐτὰ εἶνε λόγια, ἐμεῖς θέλουμε ἀποδεί­ξεις. Σᾶς λέω λοιπόν, ὅτι κανένα ἄλλο γεγο­νὸς δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἔχει ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Ἂς στήσουμε τώρα ἕνα δικαστήριο καὶ νὰ βάλουμε κριτὴ – δικαστὴ τὴν Ἱστορία, ποὺ δὲν ἀκούει μύθους καὶ παραμύθια· δέχεται μαρτυρί­ες, γεγονότα, τεκμήρια, ἱστορικὲς ἀποδείξεις.

Πρῶτοι μάρτυρες ποὺ προσέρχονται εἶνε οἱ προ­φῆ­τες τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Προανήγ­γειλαν τὴν Ἀνάστασι· καὶ ἔγινε, δὲν διαψεύσθηκαν.

Ἔρχεται ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ καὶ προλέγει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἀπόγονος τοῦ υἱοῦ του Ἰούδα θὰ κοιμηθῇ στὸν τάφο σὰν λιοντάρι καὶ σκύμνος λέοντος, ἀλλὰ καὶ ἔτσι πάλι θὰ εἶνε φοβερός. «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» (Γέν. 49,9). Σᾶς ἐρωτῶ· ἅμα δῇς λιοντάρι νὰ κοιμᾶται, τολμᾷς νὰ τὸ ξυ­πνήσῃς; Ὅταν ξύπνησε – ἀναστήθηκε, οἱ φρου­ροί του ἀπὸ τὸ φόβο τους ἔγιναν σὰν νεκροί (Ματθ. 28,4).

Ἔρχεται καὶ ὁ Δαυῒδ μὲ τὴ λύρα του καὶ ψάλλει· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθή­τωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν» (Ψαλμ. 67,2).

Μετὰ τοὺς προφῆτες ἔρχονται οἱ ἀπόστολοι. Ὁ ἀ­πόστολος Πέτρος μὲ παρρησία ὑπενθυμίζει στοὺς Ἰ­ουδαίους τὴν προφητεία τῶν Ψαλμῶν ποὺ βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσί της στὴν ἀ­νάστασι τοῦ Κυρίου· «Ἡ σάρξ μου», λέει ὁ Μεσσίας, «κατασκη­νώσει ἐπ᾽ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅ­σιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. ἐγνώρισάς μοι ὁ­δοὺς ζωῆς» (Ψαλμ. 15,9-11=Πράξ. 2,26-28).

Μετὰ ἔρχονται ἄλλες μαρτυρίες, ὅπως ἐ­κεῖ­να ποὺ εἶπαν οἱ φύλακες οἱ ὁποῖοι φρουροῦσαν τὸ σφραγισμένο μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Πῆραν χρήματα ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ διαδώσουν ψευδῶς, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἦρθαν νύχτα καὶ ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ὅ­μως, ὅ­πως εἶπαν, ὁ Χριστὸς ἐκλάπη, τότε ἡ φρουρὰ τῶν στρατιωτῶν θὰ περνοῦσε ἀπὸ στρατοδικεῖο καὶ θὰ ἐκτελοῦντο· τόσο αὐστηρὴ ἦταν ἡ ῾Ρώμη. Οὔτε τοὺς ἐκ­τέλεσαν ὅμως, οὔτε ἔψαξαν νὰ βροῦν καὶ νὰ δείξουν τὸ «κλεμμένο» σῶμα· οἱ ἴδιοι βεβαίωσαν τὸ γεγονός, ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τὰ χρήματα τὸ ἔκρυψαν.

Τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ ἐπίσης τὸ κε­νὸ μνῆμα, ὁ ἄδειος τάφος. Πρωὶ – πρωὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης πήγαιναν τρέχοντας στὸ μνῆμα. Ὁ Ἰωάννης ὡς νεώτερος ἔφτασε πρῶτος, ἀλλὰ δὲν τολμοῦσε νὰ μπῇ μέσα. Ὅταν ἦρθε ὁ Πέτρος, πιὸ θαρραλέος, μπῆ­κε. «Καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονί­ων κεί­μενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰω. 20,7). Τί σημαίνουν αὐτά; Οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν πέθαινε ἄν­θρωπος, τὸν ἔλουζαν, τὸν ἄλειφαν μὲ ἀρώμα­τα καὶ με­τά, ὅ­πως ἡ μάνα φασκιώνει μὲ κορδέλλες τὸ παιδί, ἔτσι τύλιγαν τὸ σῶμα μὲ τὰ ὀ­θόνια – φασκές, ἐνῷ τὸ κεφάλι τὸ σκέπαζαν μὲ τὸ σουδάριο. Αὐτὰ κολλοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσες πλέον νὰ τὰ ξεκολλήσῃς. Ἂν ἐπέμενες νὰ τὰ ξεκολλήσῃς, ἔπρεπε ν᾽ ἀποσπά­σῃς καὶ σάρ­κες. Ἐὰν λοιπὸν πήγαινε κάποιος νὰ κλέ­ψῃ τὸ σῶμα, θὰ τὸ ἔπαιρνε μαζὶ μὲ τὰ ὀθόνια· ὅταν καν­εὶς κλέβῃ, εἶνε βιαστικός· γιὰ νὰ ξεκολλήσουν αὐτά, θὰ χρειά­ζον­ταν ὧρες καὶ ζεστὸ νερό. Αὐτὰ ὅμως τώρα ἔμειναν πίσω. Ὤ θαῦμα! Ξέρετε τί συνέβη; Ἅμα γκρεμίσετε ποτὲ τοῖχο, θὰ δῆτε μέσα σὲ τρύπες τὰ φιδοπου­κάμισα τῶν φιδιῶν. Ὅπως λοιπὸν τὴν ἄνοιξι τὸ φίδι γλιστράει καὶ φεύγει μέσα ἀπὸ τὸ πουκάμισό του καὶ τὸ ἀφήνει πίσω του, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς γλίστρησε καὶ βγῆκε ἀφήνοντας πίσω τὰ ὀθόνια κείμενα καὶ τὸ σουδάριο χωριστά.

Εἶνε, ἀδέρφια μου, τόσο πολλὰ τὰ τεκμήρια τῆς Ἀ­ναστάσεως! Ἰσχυρὸ εἶνε καὶ ἡ ἀλ­λαγὴ τοῦ φρονήματος τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Τοὺς θυμᾶστε; Τὴν Πέμ­πτη τὸ βράδυ, ἅ­μα παρουσιάστηκε ἡ σπεῖρα μὲ τὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς φανούς, τὸν ἄφησαν μόνο τὸ Χριστό. Γυναῖκες παραστάθηκαν στὸ σταυρό, ξένος ἄνθρωπος τὸν ἀποκαθήλωσε. Οἱ μαθηταὶ κλείστηκαν φοβισμένοι. Καὶ μόνο κλεισμένοι; καὶ δύσπιστοι! Ὅταν πῆγε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοὺς εἶπε, Ἀνέστη ὁ Κύριος, τὰ λόγια της τοὺς φάνηκαν ἀνόητα. Τί λέει αὐτή; εἶπαν. Ἀλλὰ μετά; ὤ μετά!… Ἐλᾶτε νὰ τὸ ἐξηγήσετε. Αὐτοὶ ποὺ ἦ­ταν σὰν λαγοί, τοὺς βλέπεις τώρα λιοντάρια. Οἱ ψα­ρᾶ­δες τῆς Γαλιλαίας νὰ ξεκινᾶνε τὴ μεγάλη τους περιπέτεια ποὺ σὰν αὐτὴ δὲν γνώρισε ἄλλη ὁ κόσμος. Ὁ Ἀνδρέας πάει στὴν Πάτρα, ὁ Πέτρος στὴ ῾Ρώμη, ὁ Ματθαῖος στὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἰωάννης στὴν Πάτμο καὶ στὴν Ἔφεσο, ὁ Θωμᾶς στὶς Ἰνδίες… Κ᾽ ἐρωτῶ λοιπόν· ποιό ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἄλλαξε; Τὸ χρῆμα; ἡ δόξα; Ἐ­κεῖνο ποὺ τοὺς ὤθησε ἦταν ἡ πίστις. Ποιά πίστις; ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος. Τὸ λένε· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰω. 20,25), εἴδαμε τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θωμᾶς, ὁ πιὸ δύσπιστος, λέει «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20,29).

Δὲν σᾶς εἶπα τίποτα. Ἡ πιὸ μεγάλη μαρτυρία ποιά εἶνε, μπροστὰ στὴν ὁποία σπᾶνε ὅλα τὰ κύματα; Ὅπως ὑπάρχουν στὴ θάλασσα βράχια καὶ πάνω τους σπᾶνε τὰ κύματα, ἔτσι στὴν πίστι μας ὑπάρχει ἕνας βράχος, ποὺ πάνω του διαλύονται ὅλα τὰ κύματα τῆς ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας. Καὶ ὁ βράχος αὐτὸς ποιός εἶνε; Εἶνε ὁ ἀ­πόστολος Παῦλος. Τί ἦταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Μανι­ώδης διώκτης ποὺ κυνηγοῦσε τοὺς Χριστιανούς. Ἂν δὲν ἔκλεινε δέκα – εἴκοσι Χριστιανοὺς μέσ᾽ στὰ μπουν­τρούμια, ὁ Παῦλος δὲν ἡσύχαζε. Καὶ ἔβαφε τὰ χέρια του μὲ τὸ αἷμα. Καὶ τώρα ξαφνικὰ τὸν βλέπεις καί, αὐ­τὸς ὁ διώκτης, τί γίνεται· ὁ μεγαλύτερος κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ γίνεται χρυσαετός· πέταξε ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα σὲ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἔφτασε ἐδῶ, καὶ πῆγε παν­τοῦ μέχρι καὶ στὴ ῾Ρώμη. Καὶ ὅπου νὰ στεκό­ταν τί ἔλεγε; Διαβάστε πρὸς Φιλιππησίους ἐ­πιστολή· ὅτι, Ἐ­γώ, προ­κειμένου νὰ κερδίσω τὸ Χριστό, ὅλα αὐτὰ ποὺ προσελκύουν τὸν κόσμο ἐγὼ τὰ θεωρῶ σκύβαλα, δηλαδὴ σκουπίδια· κοπριὰ τοῦ διαβόλου τὰ θεωρῶ, καὶ κρατῶ τὸ διαμάντι. Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ κρατῶ εὔχομαι στὸ Θεό, νὰ γνωρίσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεὸ ν᾽ ἀγαπήσω περισσότερο τὸ Χριστό· παρακαλῶ τὸ Θεό, λέει, ὁ Παῦλος πρὸς τοὺς Φιλιππησίους, νὰ αἰσθανθῶ, νὰ γνωρίσω «τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ» (Φιλ. 3,8,10).

Λοιπόν, μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως εἶνε οἱ ἀπόστολοι καὶ κορυφαῖος ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Καὶ μόνο αὐ­τοί; Ἀκολουθοῦν ἀναρίθμητοι· οἱ μάρτυρες τῶν πρώτων αἰώνων· ἔρχον­ται φτωχοί, ῥακένδυτοι, ἀλλὰ καὶ βασίλισσες καὶ ἡγεμόνες καὶ στρατηγοί· ἔρχονται ἀκόμη ἀγράμματοι ἀλλὰ καὶ σοφοί, ἀπ᾽ ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ ἐπαγγέλματα· ἔρχον­ται καὶ πέφτουν μέσ᾽ στὰ θηρία τὰ πεινασμένα καὶ στὶς φωτιὲς καὶ στὰ ἀμφιθέατρα καὶ φωνάζουν· «Χριστὸς ἀνέστη»!

Καὶ τελειώνω ἀναφέροντας 2 – 3 ἀκόμη ἱ­στο­ρικὰ γεγονότα.

• Στὴ Μικρὰ Ἀσία ἕνας μπέης ἔπιασε ἕνα Χριστιανὸ κοντὰ στὸν Πόντο. Τὸν εἶδε ἔξυπνο, ἱκανὸ καὶ ἤθελε νὰ τὸν κάνῃ Τοῦρκο. Προσπάθησε μὲ γλυκὰ λόγια. Ἀδύνατον. Τοῦ λέει· –Ξέρεις, ἂν δὲν σὲ κάνω ἐγὼ δικό μου, θὰ σὲ σκοτώσω. Ὁ γκρέκος ἦταν ἔξυπνος. –Καλά, μπέη μου, ἀφοῦ εἶνε θέλημά σου, θὰ γίνω Τοῦρκος. Ἀλλὰ ἕνα τέτοιο γεγονὸς εἶνε μεγάλο γεγονός. Δὲν πρέπει νὰ τὸ κάνω κρυφά, θὰ τὸ κάνω φανερά. –Ποῦ θέλεις; –Θὰ τὸ κάνω μιὰ μεγάλη μέρα. –Ποιά μέρα; –Τὴ Λαμπρή, λέει. Ὁ Τοῦρκος χάρηκε. –Καὶ ποῦ θέλεις, παιδί μου; –Ν᾽ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ καὶ νὰ τὸ διαλαλήσω. Ἦρθε λοιπὸν ἡ Λαμπρή. Οἱ Χριστιανοὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη εἶχαν πένθος. Πατεῖς με πατῶ σε οἱ Τουρκαλᾶδες περιμένανε. Αὐτὸς ἔκανε μυστικὰ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέει· Χριστέ, κοντὰ στοὺς ἀποστόλους, κοντὰ στοὺς μάρτυρες ἀξίωσε κ᾽ ἐμένα νὰ φωνάξω, ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀληθινὸς Θεός. ᾽Ανέβηκε καί, καθὼς εἶχε καὶ γλυκειὰ φωνή, ἀρχίζει· «Χριστὸς ἀνέστη…», φώναξε. Ὅταν τ᾽ ἄκουσαν οἱ Τοῦρκοι, λύσσαξαν. Ὅσο ν᾽ ἀνεβοῦν ἐπάνω, πέρασαν λεπτά. Ὅταν πιὰ ἀνέβηκαν, τό ᾽χε πεῖ δεκαπέντε φορὲς τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἕνας Τοῦρκος τὸν ἅρπαξε, τὸν ἔρριξε κάτω ἀπὸ τὸ τζαμί κ᾽ ἔβαψε μὲ τὸ αἷμα του τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».

• Θέλετε ἄλλο; Στὴν Κοζάνη, ποὺ πῆγα πρὸ ἐτῶν, βρῆκα ἕνα γεροντάκο 80 χρο­νῶν. –Γέροντα, λέω, ποιά ἦταν ἡ πιὸ ὡραία ἡμέρα τῆς ζωῆς σου; Περίμενα νὰ δῶ τί θὰ μοῦ πῇ· τὴν παντρειά του, τὴν ἀρραβωνιαστικιά του…, τί ἦταν τέλος πάντων ἡ χαρά του; Καὶ τί μοῦ εἶ­πε; –Ἤμουν, λέει, τὴν ὥρα ποὺ στὴν πλατεῖα τῆς Κοζάνης, τὸ 1912, ἦρθε τρεχᾶτος ἕνας τσολιᾶς καὶ φώναξε· Ἀδέρφια, «Χριστὸς ἀνέστη»! Τί ἔγινε; Ὅλοι φωνάζανε «Χριστὸς ἀνέστη»! Εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἡ πατρίδα μας μὲ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», πού ᾽χε διπλῆ σημασία, ἐ­θνι­κὴ καὶ θρησκευτική, γιατὶ εἶνε ζυμωμένο μὲ τὰ αἵματα καὶ τὴν ἱστορία μας.

• Καὶ τέλος ἕνα τελευταῖο «Χριστὸς ἀνέστη». Μὴ μὲ παρεξηγήσε­τε. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» αὐτὸ ἀκούστηκε στὴ Μόσχα. Πότε; Στὰ 1917. Στὸ μεγα­λύτερο θέατρο ἕνας ἄθεος, ἀ­πὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἄντρες τῆς ῾Ρωσικῆς ἐπανα­στάσεως, ἀνέβηκε στὸ βῆμα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ στὸ κατάμεστο ἀκροατήριο ἐπὶ δυὸ ὧρες ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε εἶ­πε, ὅ,τι εἶχε ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἀ­ναστάσεως· ὕβρισε τὸ Χριστό, τοὺς ἁγίους, τὰ λείψανα, τὰ πάντα. Ἕνας νεαρὸς δὲν ξέρω πῶς, ὅταν τελείωσε αὐτός, σηκώνει τὸ χέρι του. –Σύντροφε, λέει, κάτι θέλω νὰ πῶ. –Τί θὰ πῇς; τοῦ λέει· θὰ σοῦ ἐπιτρέψω, ἀλλὰ σύντομα. Ὁ νέος, ποὺ ἀπὸ παιδὶ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴ γιαγιά του τὴ φωτιὰ τοῦ οὐρανοῦ, λέει· –Σύν­τομα, σύντροφε, οὔτε δυὸ λεπτά. –Ἔ, ἀνέβα ἀπάνω. Ἀνεβαίνει καὶ φωνάζει στὰ ῥώσικα· «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἐβόησε ὅλο τὸ ἀμ­φιθέατρο «Ἀληθῶς ἀνέστη»! Λαγὸς ἔγινε ὁ σύντροφος.

* * *

Ἀδέρφια μου, «ὅσοι πιστοί», ἄντρες καὶ γυναῖκες, στὸν αἰῶνα αὐ­τὸν τῆς ἀπιστίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ. Μπορεῖ ν᾽ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ ἕνα πρᾶγμα μὴν ἀμφιβάλλῃς· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Μάρκ. 13,31, Λουκ. 21,33), ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ζῇ, δὲν πέθανε! ζῇ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὃν, παῖ­δες, ὑμνεῖτε, γυναῖ­κες ὑμνεῖτε, μικροὶ ὑμνεῖτε, λαὸς ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Καβάλας τὴν 20-5-1962 ἑσπέρας, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-4-2026.