Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2026

 

Ο Μέγας Αντώνιος για τις αιρέσεις και τα σχίσματα


 

Άρθρο του πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ

«…ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος εἶδε φοβερή ὀπτασία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τόν εἶδαν μετά νά ἀναστενάζει καί νά κλαίει, διότι, ὅπως ἐξήγησε, ἐπρόκειτο ἡ Ἐκκλησία νά γνωρίσει ἡμέρες ὀργῆς, νά παραδοθεῖ σέ ἀνθρώπους ὅμοιους μέ τά ἄλογα κτήνη…»


Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ
Γιά νά μή ξεχνᾶμε

10/02/2020

1. Μίξη τῶν ἀμίκτων

Μέ πολλή σοφία ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν φωτισμένων Ἁγίων Πατέρων, ὅρισε νά ἐπαναλαμβάνουμε κάθε ἔτος τίς ἑορτές τῶν Ἁγίων, ὥστε, ἀσχολούμενοι μέ τόν βίο καί τήν διδασκαλία τους καί ἐγκωμιάζοντες τήν θεοσέβεια καί τήν ἀρετή τους, νά δυναμώνουμε καί ἐμεῖς στά Ὀρθόδοξα δόγματα καί νά μιμούμαστε τήν ἁγία βιοτή τους.

Μέ ἀφορμή λοιπόν τήν πρόσφατη ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, στόν ναό τοῦ ὁποίου στήν Θεσσαλονίκη διακονήσαμε ἐπί ἕνα τέταρτο αἰῶνος (1993-2017) καί διωχθήκαμε, γιατί θελήσαμε στήν πράξη νά ἐφαρμόσουμε ὅσα λέγει γιά τούς αἱρετικούς, τούς τότε καί τούς τώρα, σκεφθήκαμε ὅτι χρήσιμο καί ὠφέλιμο εἶναι νά ξεναθυμίσουμε τήν σχετική διδασκαλία του, ἀλλά καί τήν στάση πού κράτησε ὄχι μόνο ἀπέναντι στήν πανίσχυρη αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἀλλά καί στούς σχισματικούς Μελιτιανούς. Τώρα μάλιστα αὐτό εἶναι περισσότερο ἀναγκαῖο, διότι ἡ Ἐκκλησία ταλαιπωρεῖται καί σχίζεται ὄχι μόνο ἀπό τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, χειρότερη ἀπό τόν Ἀρειανισμό, ἀλλά καί ἀπό τό Οὐκρανικό σχίσμα, τό ὁποῖο μέ μαγική ράβδο ἀποκατέστησε καί νομιμοποίησε ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὄχι μόνο χωρίς μετάνοια καί ταπείνωση τῶν σχισματικῶν, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους δέν ἔχουν Ἱερωσύνη, ὡς ἀχειροτόνητοι καί αὐτοχειρόνητοι, ἀλλά καί μέ ἀντικανονική εἰσπήδηση στά ὅρια δικαιοδοσίας ἄλλης ἐκκλησίας, τῆς Ρωσίας, ἐνεργώντας μοναρχικά καί τυραννικά ὡς πάπας τῆς Ἀνατολῆς.

Στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016) δέν τόλμησαν νά ὁμιλήσουν γιά τόν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων, ὅπως ἔπρατταν πάντοτε οἱ Πατέρες στίς ὄντως ἅγιες συνόδους, ἰδιαίτερα γιά τήν μεγάλη καί ἐπικίνδυνη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία διαβρώνει τό φρόνημα κληρικῶν καί θεολόγων καί μέσῳ αὐτῶν ἐξαπλώνεται ὡς λοιμική νόσος καί στό πλήρωμα τῶν πιστῶν. Ἡ λέξη «αἵρεση» ἀπουσιάζει ἀπό τά συνοδικά κείμενα, γιατί ἀπουσιάζει ἀπό τήν διαβρωμένη πίστη ὅσων ἡγοῦνται ἐπί ἕνα αἰώνα στήν προσπάθεια ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν διηρημένων χριστιανικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες κατ᾽ αὐτούς συναποτελοῦν τήν Ἐκκλησία. Κατά τήν διαχρονική πίστη τῆς Ἐκκλησίας οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα δέν εἶναι μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί ἀποκόπτονται ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σεσηπότα μέλη, ὡς ἄρωστα μέλη, χωρίς νά παραβλάπτεται ἡ ὁλοκληρία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀποκόπτονται καί ἀπό τό δένδρο τά ξερόκλαδα, χωρίς νά παραβλάπτεται ἡ πληρότητα, ἡ ὁλοκληρία, τοῦ δένδρου. Κατά τήν νέα ἐκκλησιολογική αἱρετική ἀντίληψη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καμμία χριστιανική κοινότητα δέν εἶναι μόνη της ἡ Ἐκκλησία, οὔτε ἡ Ὀρθόδοξη, ἀλλά ὅλες μαζί συναποτελοῦν τήν Ἐκκλησία. Γιά τόν λόγο αὐτό ἀπέφυγαν στό Κολυμπάρι νά κάνουν λόγο γιά αἱρέσεις· ἀντίθετα δέχθηκαν ὅτι καί οἱ αἱρέσεις εἶναι ἐκκλησίες, καί ἔγινε ἔτσι ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός «Μίξις τῶν ἀμίκτων», ἀνακάτωμα, ἀνάμειξη αὐτῶν πού δέν ἀναμειγνύονται, τῆς ἀλήθειας μέ τό ψεῦδος, τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν πλάνη1. Τά ἔλεγε αὐτά γιά τήν «ἕνωση» πού ἔγινε στήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) ἀνάμεσα στόν Παπισμό καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

2. Οὐδεμία κονωνία πρός τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς. Βλάβη καί ἀπώλεια τῆς ψυχῆς

Ἄς παρακολουθήσουμε πῶς ἐκθέτει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἐμαθήτευσε στόν Ἅγιο Ἀντώνιο, τήν στάση του, τήν συμπεριφορά του, ἀπέναντι στή μεγάλη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, πού ἐταλαιπώρησε ὅλη τήν Ἐκκλησία ἐπί πολλές δεκαετίες, ἀλλά καί ἀπέναντι στό σχίσμα τῶν Μελιτιανῶν πού ἀναστάτωσε τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπί πολλά ἔτη. Οἱ Μελιτιανοί ὀνομάσθηκαν ἔτσι ἀπό τόν ἐπίσκοπο Λυκοπόλεως Μελίτιο, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλευθείς τήν ἀπουσία τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καί ἄλλων ἐπισκόπων ἀπό τίς ἐπαρχίες τους, λόγῳ διωγμῶν καί φυλακίσεων κατά τήν ἐποχή τοῦ Διοκλητιανοῦ, προέβη σέ εἰσπήδηση σέ ἄλλες ἐπαρχίες καί ἐχειροτόνησε ὑπερορίως ἐπισκόπους, συγχρόνως δέ ἐκάλυψε τίς σχισματικές αὐτές ἐνέργειες μέ τήν ἐπίδειξη αὐστηρότητας ἔναντι τῶν ἐκπεπτωκότων Χριστιανῶν, τούς ὁποίους ἐδέχετο μέ αὐστηρή μετάνοια, ὅπως καί στό σχίσμα τοῦ Δονάτου, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐπιεικέστερη.

Μᾶς πληροφορεῖ λοιπόν ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἦταν θαυμαστός ὄχι μόνον στά ἀσκητικά του κατορθώματα καί στούς ἀγῶνες του ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί ὡς πρός τήν πίστη καί τήν εὐσέβεια· «Καί τά πίστει δέ πάνυ θαυμαστός ἦν καί εὐσεβής». Δέν εἶχε καμμία κοινωνία μέ τούς σχισματικούς Μελιτιανούς, γιατί γνώριζε, ἀπό τήν ἀρχή πού ἐμφανίσθηκαν, τήν πονηρία καί τήν ἀποστασία τους. Δέν μίλησε ποτέ φιλικά μέ τούς Μανιχαίους ἤ ἄλλους αἱρετικούς, μόνον τούς συμβούλευε νά ἐπιστρέψουν στήν εὐσέβεια· πίστευε ὅτι ἡ συναναστροφή καί ἡ φιλία μέ αὐτούς εἶναι καταστροφή καί ἀπώλεια τῆς ψυχῆς· «ἡγούμενος καί παραγγέλλων τήν τούτων φιλίαν καί ὁμιλίαν βλάβην καί ἀπώλειαν εἶναι ψυχῆς». Σιχαινόταν ἐπίσης τήν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, καί παρήγγελλε σέ ὅλους οὔτε νά τούς πλησιάζουν οὔτε νά ἔχουν τήν κακή τους πίστη· «Οὕτω γοῦν καί τήν τῶν Ἀρειανῶν αἵρεσιν ἐβδελύσσετο, παρήγγελλε τε πᾶσι μήτε ἐγγίζειν αὐτοῖς μήτε τήν κακοπιστίαν αὐτῶν ἔχειν». Ὅταν κάποτε τόν ἐπισκέφθηκαν φανατικοί Ἀρειανοί, ἀφοῦ μετά ἀπό συζήτηση κατάλαβε πώς ἦταν ἀσεβεῖς, τούς ἔδιωξε ἀπό τό ὄρος λέγοντας ὅτι τά λόγια τους ἦσαν χειρότερα ἀπό τό δηλιτήριο τῶν φιδιῶν. Ἐπειδή μάλιστα διέδιδαν ψευδῶς οἱ Ἀρειανοί ὅτι συμφωνεῖ μαζί τους, ἀγανακτοῦσε καί θύμωνε ἐναντίον τους, γι᾽ αὐτό καί μετά ἀπό παράκληση τῶν ἐπισκόπων καί τῶν πιστῶν κατέβηκε ἀπό τό ὄρος καί πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια· ἐκεῖ ἀποκήρυξε τούς Ἀρειανούς καί εἶπε ὅτι εἶναι φοβερή αἵρεση καί πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου2.

Σχετικά μάλιστα μέ τήν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος εἶδε φοβερή ὀπτασία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τόν εἶδαν μετά νά ἀναστενάζει καί νά κλαίει, διότι, ὅπως ἐξήγησε, ἐπρόκειτο ἡ Ἐκκλησία νά γνωρίσει ἡμέρες ὀργῆς, νά παραδοθεῖ σέ ἀνθρώπους ὅμοιους μέ τά ἄλογα κτήνη· «Μέλλει τήν Ἐκκλησίαν ὀργή καταλαμβάνειν, καί μέλλει παραδίδοσθαι ἀνθρώποις ὁμοίοις ἀλόγοις κτήνεσιν». Εἶδε, δηλαδή, ὁ Ἅγιος νά κυκλώνουν τήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ μουλάρια, νά τήν κλωτσοῦν καί νά χοροπηδοῦν ἀτάκτως. Καί συγχρόνως ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε ὅτι θά μιανθεῖ τό θυσιαστήριό μου· «Βδελυχθήσεται τό θυσιαστήριόν μου». Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἐπιβεβαιώθηκαν τά τοῦ ὁράματος, διότι ἔγινε ἡ ἔφοδος τῶν Ἀρειανῶν στούς ναούς τῶν Ὀρθοδόξων, ἁρπαγή καί ἀφαίρεση ἱερῶν σκευῶν καί ἄλλες ἱερόσυλες πράξεις. Ἦταν πάντως καθησυχαστικός ὁ λόγος τοῦ Ἀντωνίου πρός ὅσους τότε ἀνησύχησαν γιά τήν ἐπικράτηση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου καί γιά ὅσους σήμερα ἀνησυχοῦμε γιά τήν κυριαρχία τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὀργίσθηκε ὁ Θεός καί τά ἐπιτρέπει ὅλα αὐτά, ἀλλά πάλι θά τά θεραπεύσει. Ἡ Ἐκκλησία θά ἐπανεύρει τήν λαμπρότητά της, θά ἀποκατασταθοῦν οἱ διωχθέντες, καί ἡ μέν ἀσέβεια θά πάει νά κρυφθεῖ στίς φωλιές της, ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία παντοῦ θά ἐμφανίζεται μέ παρρησία καί ἐλευθερία, ἀρκεῖ οἱ Ὀρθόδοξοι νά μή μολυνθοῦν ταυτιζόμενοι μέ τούς Ἀρειανούς. Ἡ αἵρεση δέν στηρίζεται στήν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά τῶν δαιμόνων καί τοῦ πατρός των, τοῦ Διαβόλου· εἶναι ἄγονη καί ἄλογη, ὅπως ἡ ἀλογία τῶν μουλαριῶν· «Μόνον μή μιάνητε ἑαυτούς μετά τῶν Ἀρειανῶν. Οὐκ ἔστι γάρ τῶν Ἀποστόλων αὕτη ἡ διδασκαλία ἀλλά τῶν δαιμόνων καί τοῦ πατρός αὐτῶν τοῦ Διαβόλου· καί μᾶλλον ἄγονος καί ἄλογος καί διανοίας ἐστίν οὐκ ὀρθῆς, ὡς ἡ τῶν ἡμιόνων ἀλογία»3.

Ἡ αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν εἶχε τότε πολλούς ὑποστηρικτές, πολιτικούς καί στρατιωτικούς ἄρχοντες, ὅπως ἔχει καί σήμερα ὁ μασονοκρατούμενος Οἰκουμενισμός. Μεταξύ αὐτῶν καί ἕνας στρατηγός, ὀνομαζόμενος Βαλάκιος, ὁ ὁποῖος ἐδίωκε τούς Ὀρθοδόξους. Ἦταν τόσο σκληρός, ὥστε ἔδερνε ἀκόμη καί νεαρές παρθένες, γύμωνε καί μαστίγωνε μοναχούς. Τοῦ ἔστειλε λοιπόν ἐπιστολή ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, στήν ὁποία τοῦ ἔλεγε νά σταματήσει τούς διωγμούς, διότι βλέπει νά ἔρχεται ἐναντίον του ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔλαβε τήν ἐπιστολή ὁ Βαλάκιος, γέλασε περιπαικτικά, τήν πέταξε κάτω, ἀφοῦ τήν ἔφτυσε, ἔβρισε αὐτούς πού τήν ἔφεραν καί τούς εἶπε νά μεταφέρουν στόν Ἀντώνιο τά ἑξῆς: Ἐπειδή φροντίζεις γιά τούς μοναχούς, τώρα θά στραφῶ καί ἐναντίον σου. Δέν πέρασαν, ὅμως, πέντε ἡμέρες καί ἐκδηλώθηκε ἐναντίον του ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ. Ξεκίνησε μαζί μέ τόν διοικητή τῆς Αἰγύπτου Νεστόριο νά ἐπισκεφθοῦν τά μοναστήρια, ἔφιπποι καί οἱ δύο σέ ἄλογα τοῦ Βαλακίου πού ἦσαν τά πιό ἥμερα ἀπό ὅσα εἶχε. Πρίν νά φθάσουν ὅμως στόν τόπο τοῦ προορισμοῦ τους, τό πιό πρᾶο ἀπό τά ἄλογα, αὐτό στό ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ Νεστόριος, ξαφνικά ἐδάγκωσε τόν Βαλάκιο, τόν ἔρριξε κάτω καί κατεσπάραξε μέ τά δόντια τόν μηρό του. Τόν μετέφεραν ἀμέσως στήν πόλη, ἀλλά σέ τρεῖς ἡμέρες ἀπέθανε. Καί ὅλοι ἐθαύμαζαν, γιατί τόσο σύντομα ἐκπληρώθηκαν αὐτά πού εἶχε προείπει ὁ Ἀντώνιος4.

Μερικοί ἐπίσκοποι τώρα ἔχουν καβαλλήσει τό καλάμι τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας καί διώκουν μέ δικαστήρια καί ἐξώσεις ἀπό τούς ναούς ὅσους ἀγωνίζονται ἐναντίον παλαιῶν καί νέων αἱρέσεων. Ἄς πάρουν, γιά τό καλό τους, τό σχετικό μήνυμα καί ἄς μήν ἐκτοξεύουν ἀπειλές ἐναντίον μας. Ὁ Θεός ἔχει ράμματα γιά τίς γοῦνες ὅλων τῶν αἱρετικῶν καί αἱρετιζόντων, τῶν σχισματικῶν καί τῶν φιλοσχισματικῶν, καί σίγουρα ὄχι γιά τίς γοῦνες τῶν Ὀρθοδόξων.

Ἀκόμη καί στίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ὁ Μ. Ἀντώνιος δέν παρέλειπε, μεταξύ τῶν ἄλλων νουθεσιῶν καί συμβουλῶν, νά προτρέπει τούς μοναχούς νά ἀκολουθοῦν τούς Ἁγίους καί ὄχι τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς. Νά μή πλησιάζουν τούς σχισματικούς Μελιτιανούς, γιατί γνωρίζουν τήν πονηρή καί βέβηλη προαίρεσή τους, οὔτε νά ἔχουν κάποια κοινωνία πρός τούς Ἀρειανούς, τῶν ὁποίων ἡ ἀσέβεια εἶναι σέ ὅλους φανερή. Ἀκόμη καί ἄν τούς ὑποστηρίζουν στά δικαστήρια οἱ δικαστές, δέν πρέπει νά θορυβοῦνται, γιατί καί τῶν δικαστῶν ἡ ἐξουσία καί ἡ καύχηση εἶναι θνητή καί πρόσκαιρη. Νά μείνουν καθαροί ἀπό τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα καί νά τηροῦν καί τήν Παράδοση τῶν Πατέρων καί τήν εὐσεβῆ πίστη εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τήν ὁποία ἔμαθαν ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί ἀπό ὅσα ὁ ἴδιος τούς ὑπενθύμισε5.

Ἀκόμη καί λίγο πρίν κλείσει τά μάτια του καί ἀντικρύσει τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί συγκαταριθμηθεῖ μετά τῶν ἄλλων Ἁγίων, τά ἴδια ἐπανέλαβε στούς δύο μαθητάς μοναχούς πού τόν ἐφρόντιζαν, καί δι᾽ αὐτῶν πρός ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων: «Καί μηδεμία ἔστω ὑμῖν κοινωνία πρός τούς σχισματικούς μήθ᾽ ὅλως πρός τούς αἱρετικούς Ἀρειανούς. Οἴδατε γάρ πῶς κἀγώ τούτους ἐξετρεπόμην διά τήν χριστομάχον αὐτῶν καί ἑτερόδοξον αἵρεσιν. Σπουδάσατε δέ μᾶλλον καί ὑμεῖς ἀεί συνάπτειν ἑαυτούς, προηγουμένως μέν τῷ Κυρίῳ ἔπειτα δέ τοῖς ἁγίοις· ἵνα μετά θάνατον ὑμᾶς εἰς τάς αἰωνίους σκηνάς ὡς φίλους καί γνωρίμους δέξωνται καί αὐτοί»6.

Ἐπίλογος ἐκσυγχρονιστικός

Πρίν ἀπό δεκατρία χρόνια, τό 2007, προβάλαμε τίς θέσεις αὐτές τοῦ Μ. Ἀντωνίου σέ ἄρθρο μας μέ τίτλο «Ὁ Μέγας Ἀντώνιος καί ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμός». Δημοσιεύθηκε τότε στό περιοδικό «Θεοδρομία» τῆς «Ἑταιρείας Ὀρθοδόξων Σπουδῶν»7. Τό ἀναδημοσιεύσαμε τώρα ὡς παράρτημα στό νέο μας βιβλίο «Ἅγιος Ἀντώνιος. Ἡ Ζωή καί ἡ Διδασκαλία του. Δώδεκα Ὁμιλίες στόν Ναό του στήν Θεσσαλονίκη»8. Τότε δέν ὑπῆρχαν ἀκόμη οἱ δυό μεγάλες ἐκκλησιολογικές ἐκτροπές: Ἡ αἱρετίζουσα ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016) καί ἡ σχισματοαίρεση τῆς ψευδοαυτοκέφαλης «ἐκκλησίας» τῆς Οὐκρανίας, ἀμφότερα τέκνα τῆς αἱρετίζουσας καί σχίζουσας Κωνσταντινούπολης. Ὅσα τότε γράψαμε στόν Ἐπίλογο, πού τόν παραθέτουμε καί πάλιν ἐδῶ, ἰσχύουν πολύ περισσότερο σήμερα:

Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἔχει καταλάβει τήν Ἐκκλησία ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες. Ὁ Παπισμός καί ὁ Oἰκουμενισμός θριαμβεύουν. Tότε ὁ M. Ἀθανάσιος καί οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες κατενόησαν τόν κίνδυνο, πού περιέγραψε τό ὅραμα τοῦ M. Ἀντωνίου. Tώρα βλέπουμε νά μολύνονται οἱ ναοί καί τά θυσιαστήρια ἀπό συμπροσευχές καί συλλείτουργα μέ τούς «ἀλόγους» αἱρετικούς καί ἐνισχύουμε τήν μόλυνση καί τήν ἐπαινοῦμε, συλλακτίζοντες καί ἐμεῖς μέσα εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἄν παρακολουθήσει κανείς οἰκουμενιστικά συλλείτουργα καί συμπροσευχές, σάν αὐτό πού ἔγινε στήν Kαμπέρα, στήν Z´ Γενική Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν, καί σάν αὐτά πού γίνονται συχνά μέ τή συμμετοχή ἱερέων ὁμοφυλοφίλων πού τολμοῦν καί κρατοῦν τό Ἅγιο Δισκοπότηρο καί γυναικῶν ἐπισκόπων καί ἱερειῶν, ἡ εἰκόνα ὑπερβαίνει καί τό ὅραμα τοῦ M. Ἀντωνίου. Mόνη ἐλπίδα γιά νά ἐπανεύρει ἡ Ἐκκλησία τήν ὀμορφιά της: ἡ σύσταση καί ἡ συμβουλή τοῦ M. Ἀντωνίου: «Mόνον μή μιάνητε ἑαυτούς μετά τῶν Ἀρειανῶν». Mόνο νά μή μιανθοῦμε ἀπό τήν κοινωνία μας μέ τόν Παπισμό καί τόν Oἰκουμενισμό, μέ τούς φιλοπαπικούς καί οἰκουμενιστάς Ὀρθοδόξους. Ἐπειδή μέχρι τώρα δέν τό ἐπράξαμε δυναμικά καί ἀποφασιστικά, γι’ αὐτό παρατείνει ὁ Θεός ἐπί ἔτη τήν ὀργή του, τήν αἰχμαλωσία τῶν Ὀρθοδόξων στήν παναίρεση τοῦ Oἰκουμενισμοῦ. Mέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοί καί λαϊκοί θά ἐπιτρέπουμε τά ἄλογα κτήνη, τούς αἱρετικούς, νά λακτίζουν καί νά μιαίνουν τά Ἱερά καί τά Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὅσο ἀπρακτοῦμε καί βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανεῖς, τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως9 θά ἵσταται ἐν τόπῳ ἁγίῳ.

·         1. Ἁγίου Μαρκου Ευγενικου, Ἐπιτελεύτιοι Ὁμιλίαι, εἰς Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός. Τά Εὑρισκόμενα Ἅπαντα Α´, Editura Pateres 2009, Βουκουρέστι, σελ. 230: «Καί διά τοῦτο λέγω· ὥσπερ παρά πᾶσάν μου τήν ζωήν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ᾽ αὐτῶν, οὕτω καί ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, καί ἔτι καί μετά τήν ἐμήν ἀποβίωσιν ἀποστρέφομαι τήν αὐτῶν κοινωνίαν καί ἕνωσιν, καί ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδείς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἤ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ ἤ τοῖς μνημοσύνοις μου, ἀλλ᾽ οὐδέ ἄλλου τινός τῶν τοῦ μέρους ἡμῶν, ὥστε συμφορεῖν ἐπιχειρῆσαι καί συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις. Τοῦτο γάρ ἐστι τά ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ δέ παντάπασιν ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἄν δῴη Θεός τήν καλήν διόρθωσιν καί εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ».

·         2. Μεγαλου Αθανασιου, Βίος καί πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἀντωνίου 68-69, ΕΠΕ 11, 130-132.

·         3. Αὐτόθο 82, ΕΠΕ 11, 146-148.

·         4. Αὐτόθι 86, ΕΠΕ 11, 154-156.

·         5. Αὐτόθι 89, ΕΠΕ 11, 158-160.

·         6. Αὐτόθι 91, ΕΠΕ 11, 162. Ἡ μετάφαση τοῦ παραθέματος: «Νά μήν ἔχετε καμμία κοινωνία μέ τούς σχισματικούς οὔτε πολύ περισσότερο μέ τούς αἱρετικούς Ἀρειανούς. Γιατί γνωρίζετε πῶς καί ἐγώ τούς ἀπέφευγα λόγω τῆς χριστομάχου καί ἑτεροδόξου αἱρέσεώς τους. Φροντίστε νά εἶσθε ἑνωμένοι πρῶτα μέ τόν Κύριο καί ἔπειτα μέ τούς Ἁγίους, ὥστε μετά τόν θάνατο νά σᾶς ὑποδεχθοῦν στίς αἰώνες κατοικίες ὡς φίλους καί γνωστούς των».

·         7. Θεοδρομία 9 (2007) 79-88.

·         8. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησησ, Ἅγιος Ἀντώνιος, Ἡ Ζωή καί ἡ Διδασκαλία του. Δώδεκα Ὁμιλίες στόν Ναό του στήν Θεσσαλονίκη, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 241-254.

·         9. Ματθ. 24, 15.



 

 

Ἡ κατάρα τῆς ἀποτεφρώσεως  

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου κ. Διώτη

Θεολόγου- Δημοσιογράφου – Συγγραφέως – Ἐκδότου,

ὅπως ἐτίμησεν αὐτὸν ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν

  Εἶναι διάχυτος ἀκόμη ἡ μνήμη τοῦ ἀποβιώσαντος διακεκριμένου δημοσιογράφου Γεωργίου Παπαδάκη, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον πολυετῆ γνωριμίαν ἀμοιβαίας ἐκτιμήσεως. Πρὸ ἐτῶν μὲ εἶχε καλέσει ἀρκετάς φοράς εἰς τὴν τηλεοπτικὴν ἐκπομπήν του «Καλημέρα Ἑλλάδα» καὶ μὲ εἶχε ἐπαινέσει εἰς τὸν ἀέρα.

  Ἐξεπλάγην καὶ κατεπλάγην ἐν θλίψει ἀπὸ γνωστοποίησιν τῶν δημοσιευμάτων ὅτι ὁ ἀείμνηστος δημοσιογράφος Γεώργιος Παπαδάκης δὲν θὰ ἐνταφιασθῆ ἐκκλησιαστικῶς, ἀλλὰ θὰ ἀποτεφρωθῆ. Αὐτὴ ἡ εἴδησις ἐμείωσε κατὰ πολὺ τὴν ὑστεροφημίαν τοῦ δημοσιογράφου τούτου. Δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία διευκρίνησις, ἐὰν αὐτὸ τὸ ἀνουσιούργημα ἦτο ἐπιθυμία τοῦ ἰδίου ἢ καταδικαστέα αὐθαιρεσία τῶν οἰκείων του, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀδήριτον ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινώσουν σχετικὴν ἀπάντησιν. Ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ χείριστον παράδειγμα.

  Ἡ ἀποτέφρωσις ἀντὶ τοῦ ἐνταφιασμοῦ ἀνθρωπίνων σωμάτων εἶναι δαιμονικὴ κατάρα καὶ ἀπάνθρωπος πρᾶξις. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἱερότητα, διότι εἶναι ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. 6,19) καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ ἀποτέφρωσις, δὲ θὰ ὑπῆρχον τὰ θαυματουργὰ λείψανα Ἁγίων. Ὁ Χριστὸς ἐτάφη. Ἡ ψυχοσωματικὴ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις εἶναι εἰκὼν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κακοποιεῖται βαναύσως μὲ τὴν ἀποτέφρωσιν καὶ ἐξαφανίζεται.

  Ὅσοι προτιμοῦν τὴν ἀποτέφρωσιν ἔχουν ἀποκόψει οἱ ἴδιοι τὸν ἑαυτὸν των ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ψάλλεται ἡ ἐξόδιος ἐκκλησιαστιακὴ ἀκολουθία εἰς τούς κεκοιμημένους, οἱ ὁποῖοι προορίζονται διὰ ἀποτέφρωσιν. Ἰδοὺ φράσεις τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἀκολουθίας:

  «Καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα». «Εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα». «Τὸ σῶμα εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη ἀναλύεσθαι». «Τὸ σῶμα τῇ παρά σοῦ δημιουργηθείσῃ φύσει δοθῆναι». «Ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη». «Τάφῳ ἐκπέμποντες». «Καὶ πρὸς τάφον ἐπείγεται». «Παραδίδοται τάφῳ». «Γῆ εἶναι καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει».



 

Ἡ Ὁμολογία Πίστεως, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέγραψεν ὁ Μητρ. Τυχικός  

Γράφει ὁ κ. Σάββας Ἠλιάδης

  Σὲ πολλὲς ἠλεκτρονικὲς σελίδες  δημοσιεύτηκε τὸ παρακάτω κείμενο, τὸ ὁποῖο λέγεται ὅτι εἶναι ἡ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ποὺ ζήτησε ἡ Σύν­οδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου νὰ ὑπογράψει ὁ ἐπίσκοπος Τυχικός.

  «Θείᾳ χάριτι, παρέχω, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ἤτοι τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τὸν παρόντα, ἔγγραφον λίβελλον, δι’ οὗ καθομολογῶ καὶ στέργω ἅπαντα τὰ παρὰ τῶν Ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Τοπικῶν Συνόδων, καθὼς καὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκκλησίας (Κρήτη 2016) ἀποφανθέντα. Δηλῶ σεβασμόν, εἰς τὰς πανορθοδόξως ἰσχυούσας σχέσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Διαλόγους μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐπὶ τούτοις δηλώνω ἀπεριφράστως ὑπακοὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀποδέχομαι καὶ θὰ τηρῶ πάντα τὰ πανορθοδόξως κρατοῦντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἱερὰν Παράδοσιν, κυρίως δὲ ἀποκηρύττω τὸν ἀποτειχισμὸν καὶ τοὺς ἀποτειχιστάς καθὼς καὶ τὰ καινοτομηθέντα παρ’ αὐτῶν περὶ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

Θεωρώντας ὅτι τὸ κείμενο εἶναι ἀκριβές,  μὲ ἀφορμὴ τὶς τελευταῖες ἐξελίξεις στὴν ὑπόθεση τοῦ συγκεκριμένου ἐπισκόπου γράφονται τὰ παρακάτω.

Γενικὰ χαρακτηριστικά τοῦ κειμένου

  Τὸ συγκεκριμένο κείμενο εἶναι ἀντικανονικὸ  ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο καὶ ἀντιπατερικὸ ὡς πρὸς τὸ φρόνημα. Δὲν ἀνήκει στὴν παράδοση τῶν Ὀρθοδόξων Ὁμολογιῶν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα κείμενο ἐκκλησιαστικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἔχει  σαφῆ δεσμευτικὸ καὶ πειθαρχικὸ χαρακτήρα, ὁ ὁποῖος μετατοπίζει τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὴν προσωπικὴ δογματικὴ ὁμολογία στὴν ἀπόλυτη ἐκκλησιαστικὴ συμμόρφωση. Λειτουργώντας περισσότερο ὡς ὅρκος ὑποταγῆς παρὰ ὡς ἐλεύθερη δήλωση ὀρθόδοξης πίστης, ἐπιβάλλει τὴν ὑπακοὴ σὲ συγκεκριμένες διοικητικὲς γραμμές, μὲ κύριο ἄξονα τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (2016).

Ἀπόψεις  – σχόλια καὶ κρίσεις

Α. Τὸ κείμενο, ποὺ τιτλοφορεῖται «Λίβελλος Πίστεως», χρησιμοποιεῖ ἕνα σοβαρὸ καὶ ἱερὸ ἐκκλησιαστικὸ ὅρο μὲ τρόπο λανθασμένο. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, λίβελλος πίστεως σημαίνει καθαρὴ καὶ ἐλεύθερη ὁμολογία τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, ξεκάθαρη ἀπόρριψη τῆς αἱρέσεως καὶ μαρτυρία ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Τὸ συγκεκριμένο κείμενο ὅμως δὲν κάνει κάτι τέτοιο. Δὲν ὁμολογεῖ τὴν πίστη, ἀλλὰ ζητᾶ διοικητικὴ ὑποταγή, ἀπαιτεῖ ἀποδοχὴ συγκεκριμένων συνοδικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐπιβάλλει ἀπόλυτη ὑπακοὴ χωρὶς θεολογικὰ ὅρια. Ἔτσι, δὲν πρόκειται γιὰ ὁμολογία πίστεως, ἀλλὰ γιὰ δήλωση θεσμικῆς ὑπακοῆς.

Β. Ἕνα βασικὸ πρόβλημα τοῦ κειμένου εἶναι ὅτι ἐξισώνει ὅλες τὶς Συνόδους. Ζητᾶ νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ Ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης (2016). Αὐτὴ ἡ ἐξίσωση εἶναι σοβαρὸ λάθος. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἔχουν μοναδικὸ καὶ ἀλάθητο δογματικὸ κῦρος. Ἀντίθετα, οἱ Τοπικὲς καὶ οἱ σύγχρονες Σύνοδοι κρίνονται στὴν πράξη καὶ στὸν χρόνο καὶ γίνονται δεκτὲς ἢ ἀπορρίπτονται ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅλες παρουσιάζονται ὡς ἰσότιμες, καταργεῖται ἡ πατερικὴ τάξη καὶ δίνεται στὴ Σύν­οδο τῆς Κρήτης κῦρος ποὺ δὲν ἔχει, λόγῳ τῶν αἱρετικῶν της ἀποφάσεων.

Γ. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης παραβιάζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ὅτι κάθε Σύνοδος κρίνεται ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΣ  ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν αὐτοδικαιώνεται.

Οἱ Πατέρες (βλ. 4η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, Χαλκηδόνα 451) καθόρισαν ὅτι ἡ ἐγκυρότητα τῶν ἀποφάσεων μίας Συνόδου ἐπιβεβαιώνεται, μόνο ὅταν ἡ πλήρης Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὸ σύνολο τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὶς ἀποδέχεται. Ἡ διοικητικὴ ἐπιβολὴ ἀποδοχῆς παρακάμπτει αὐτὴν τὴν ἀρχὴ καὶ δημιουργεῖ κίνδυνο αὐθαίρετης ἐφαρμογῆς κανόνων, ἀντὶ τῆς θεολογικῆς κρίσης.

Ἀγνοεῖται στὸ κείμενο  ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ δὲν ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὑπάρχουν τέσσερις αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ δὲν ὑπέγραψαν τὰ τελικὰ κείμενα, ἀλλὰ ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς Συνόδου ἐμφανίστηκε ἐντονότερα  καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρακτική τῆς ἀποτείχισης.  Ἔτσι, τὸ κῦρος τῆς Κολυμπάριας Συνόδου  ἐπιβάλλεται διοικητικὰ καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Αὐτὸ ἀποτελεῖ  αὐταρχισμό, περιορίζει τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως καὶ δημιουργεῖ ἕνα νέο καὶ ξένο πρὸς τὴν Παράδοση κριτήριο ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

Γ. Προβληματικὴ εἶναι καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» στὴ  φράση «σεβασμὸν εἰς τὰς πανορθοδόξως ἰσχυούσας σχέσεις μετὰ τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, εἶναι μία. Ἡ χρήση τέτοιων ἐκφράσεων δημιουργεῖ σύγχυση, σὰν νὰ ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες, καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ γλώσσα τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ λάθος λέξεων, ἀλλὰ γιὰ ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς συνείδησης.

Δ. Τὸ κείμενο ἀπαιτεῖ ἐπίσης ἀπόλυτη ὑπακοή, μὲ φράσεις ὅπως «δηλώνω ἀπερίφραστα ὑπακοή». Ἡ δήλωση «ἀπεριφράστου ὑπακοῆς» πρὸς τὴ διοικοῦσα Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, στερούμενη τῆς  προϋπόθεσης  «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀν­θρώποις», ἐκτρέπεται σὲ ἕνα ἐκκλησιολογικὸ ὁλοκληρωτισμό. Στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ὑπακοὴ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ τὴ Σύνοδο δὲν εἶναι τυφλή, οὔτε ἄνευ ὅρων, ἀλλὰ ἑδράζεται στὴν ταύτιση τοῦ προεστῶτος μὲ τὴν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ  Ὀρθόδοξη Παράδοση δὲν γνωρίζει ὑπακοὴ χωρὶς ὅρια. Ἡ ὑπακοὴ ἔχει νόημα μόνο ὅταν βρίσκεται μέσα στὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες μιλοῦν γιὰ συνοδικότητα καὶ κοινὴ εὐθύνη καὶ ὄχι γιὰ τυφλὴ διοικητικὴ ὑποταγή. Ὑπακοὴ ποὺ ἀγνοεῖ τὴν ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀρετή, ἀλλὰ πνευματικὸς κίνδυνος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πλάνη.

Ε. Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ἡ συνολικὴ καταδίκη τῆς ἀποτείχισης , ποὺ ἐντέχνως τὴν ὀνομάζει ἀποτειχισμὸ, γιὰ νὰ ταυτιστεῖ ἀκουστικὰ στὸν λαὸ μὲ τὶς ἄλλες καταδικασμένες αἱρέσεις ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (Ἀρειανισμὸς – Μονοφυσιτισμὸς κ.λ.π). Ἡ ἀπόρριψη αὐτὴ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει καὶ ἐπαινεῖ τὴ διακοπὴ μνημοσύνου, ὅταν ἕνας ἐπίσκοπος κηρύττει δημόσια αἵρεση. Ἡ γενικευμένη καταδίκη τῆς πράξης αὐτῆς, ἡ ὁποία ἱστορικὰ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὴ στάση Ἁγίων Πατέρων (ὅπως ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός), ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ἴδια τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κείμενο καταδικάζει ὡς αἱρετικὸ καὶ ἀπορρίπτει Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (15ος-ΑΒ Συνόδου) καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

ΣΤ. Τὸ ὕφος τοῦ κειμένου, νομικίστικο καὶ πιεστικό, δὲν ἐκφράζει τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ θυμίζει κείμενα ἐξαναγκασμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, δὲν ἐπιβάλλει τὴν πίστη μὲ ἀπειλὲς ἢ διοικητικὰ μέτρα. Ἡ ἀληθινὴ ὁμολογία γίνεται ἐλεύθερα καὶ συνειδητά.

Ζ. Τέλος, τὸ κείμενο δημιουργεῖ ἕνα ἐπικίνδυνο ἱστορικὸ προηγούμενο. Θυμίζει περιπτώσεις τοῦ παρελθόντος, ὅπως τοὺς ἀρειανικοὺς λίβελλους, τὶς πιέσεις τῆς Εἰκονομαχίας καὶ τὶς ὑπογραφὲς τῆς Συνόδου Φλωρεντίας. Ἡ ἱστορία δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δικαίωσε ὅσους ἀντιστάθηκαν καὶ ὄχι ὅσους ὑπέγραψαν ἀπὸ φόβο ἢ πίεση.

  Συμπερασματικά

  Τὸ κείμενο μέσα ἀπὸ τὴ συσσώρευση νομικίστικων ὅρων καὶ τὴν ἐπιβολὴ μίας καταναγκαστικῆς ὁμοφωνίας, ὑπονομεύει τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης. Ἀντὶ γιὰ κείμενο πνευματικῆς μαρτυρίας, λειτουργεῖ ὡς ἐργαλεῖο διοικητικῆς ἐπιβολῆς, ὑποβαθμίζοντας τὴ θεολογία σὲ νομικὴ νομιμοφροσύνη καὶ ἀντιμετωπίζει τὴν Ἐκκλησία  μὲ ὅρους αὐστηρῆς διοίκησης.

  Ἱστορικά, οἱ Πατέρες ἐπέκριναν καὶ καταδίκαζαν κάθε μορφὴ διοικητικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἡ Ἀρειανικὴ περίοδος καὶ ἡ Εἰκονομαχία ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ παραδείγματα, ὅπου λίβελλοι καὶ ὑπογραφὲς ὑπὸ πίεση ὑπονόμευσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, καὶ οἱ Πατέρες δικαίωσαν ὅσους παρέμειναν πιστοὶ στὴν Ἀλήθεια. Ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861) ἐπιτρέπει καὶ ἐγκρίνει τὴν ἀποκοπὴ μνημοσύνου σὲ περίπτωση δημόσιας αἵρεσης, γεγονὸς ποὺ ἀντιπαραβάλλεται στὴν αὐθαίρετη καταδίκη τῆς ἀποτείχισης ἀπὸ τὸ Λίβελλο. Ἡ γενικευμένη ἐπιβολὴ ὑπακοῆς χωρὶς θεολογικὸ κριτήριο, ἑπομένως, εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.



 


Ἀθανάσιον καὶ θανόντα ζῆν λέγω.

Οἱ γὰρ δίκαιοι ζῶσι καὶ τεθνηκότες.


Μυργιώτης ΠαναγιώτηςΜαθηματικός

            Ο Μέγας Αθανάσιος ή Άγιος Αθανάσιος ή Αθανάσιος Αλεξάνδρειας ήτο Ορθόδοξος Πατριάρχης Αλεξάνδρειας και η προσωπικότητά του σφράγισε τα δρώμενα της εποχής του. Μαχητής αταλάντευτος και αγωνιστής της Ορθοδοξίας. Ανυποχώρητος ήλθε σε σύγκρουση με τους ισχυρούς της εποχής, εξορίστηκε και ταλαιπωρήθηκε.

            Ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά. Υιός ευσεβούς οικογενείας έδειξε από μικρός την ιερατική του κλίση, αφού παρίστανε τον ιερέα και βάπτιζε πιστούς. Από τις περιγραφές του Γρηγορίου Θεολόγου αλλά και από τα συγγράμματά του βγαίνει το συμπέρασμα ότι είχε αποκτήσει στην Κατηχητική Σχολή Αλεξάνδρειας θεολογικότατη μόρφωση αλλά και εγκύκλιες γνώσεις. Η γνωριμία του με τον Μέγα Αντώνιο τον επηρέασε στην πορεία της ζωής του και εις την διαμόρφωση του ήθους του.

            Κατά την δεύτερη εικοσαετία του τετάρτου αιώνος ξεσπά η αίρεση του Αρείου,. ο Ο Αθανάσιος τότε ήταν λαϊκός, αλλά δεν έμεινε αδρανής. Μάχεται την αίρεση γράφοντας κείμενα όπως το «Κατά Ειδώλων» και το «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου».

            Το 325 έχει χειροτονηθεί διάκονος και συμμετέχει ενεργά εις την Α΄ οικουμενική Σύνοδο, την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος για να διευθετηθεί το πρόβλημα που ταλάνιζε τις εκκλησίες.

            Το 328 ,σε ηλικία 33 ετών, με σύμφωνη γνώμη κλήρου και λαού χειροτονείται επίσκοπο, διάδοχος του κοιμηθέντα πνευματικού πατέρα του και επισκόπου Αλεξάνδρειας Αλεξάνδρου.  

            Ως Πατριάρχης έκανε πολύ σημαντικό έργο. Μελέτησε τις ανάγκες  κληρικών και λαϊκών για την εναρμόνιση των ρόλων τους και την καλύτερη δυνατή συμβίωση στο εκκλησιαστικό πλαίσιο. Ανέπτυξε έντονη αντιαιρετική δράση με κύριο στόχο την διάδοση του  «ορθού» δόγματος περί της ομοουσιότητας του Πατρός και του Υιού. Υπήρξε πρωταγωνιστής μεγάλου και πλουσίου φιλανθρωπικού έργου στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.

            Ο Μέγας Αθανάσιος, ο επονομαζόμενος και «στύλος της Ορθοδοξίας», ποίμανε τον λαό του για 46 έτη, από τα οποία 17 τα πέρασε στην εξορία.

            Ο Άρειος καταδικάστηκε από την Α΄Οικουμενική Σύνοδο και μολονότι καθαιρέθηκε και εξορίστηκε, δεν μετανόησε. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος επηρεασθείς  από τον Ευσέβιο Νικομήδειας  διέταξε ο Άρειος να γίνει δεκτός. Η απόφαση αυτή βρίσκει τον Αθανάσιο αντίθετο, γιατί η απόφαση αυτή ήταν αντίθετη και συγκρούονταν με τις αποφάσεις της συνόδου της Νίκαιας. Οι «αρειανιστές» επίσκοποι βρήκαν την ευκαιρία να εκδιώξουν τον Αθανάσιο, συνασπίστηκαν με άλλους επισκόπους και έστειλαν αντιπροσωπεία στον Αυτοκράτορα κατηγορώντας τον Αθανάσιο για φορολογία του Λαού υπέρ της Εκκλησίας, μαγείας και πορνείας. Συγκλήθηκε σύνοδος στην Καισάρεια στην οποία δεν παραβρέθηκε, διότι ήταν πλεκτάνη των αντιπάλων του. Ο αυτοκράτορας ορίζει δεύτερη σύνοδο στην Τύρο και στέλνει μήνυμα στον Αθανάσιο να παραστεί, γιατί διαφορετικά θα ασκήσει βία εναντίον του. Παρίσταται και καταρρίπτει όλες τις κατηγορίες εις βάρος του.

            Μετά την αθώωσή του νοιώθει ότι απειλείται η ζωή του και μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει την προστασία του Αυτοκράτορα. Οι αντίπαλοί του πέτυχαν όχι μόνο να μη τον δεκτεί ο αυτοκράτορας, αλλά και να τον εξορίσει στην Γαλατία . Ο αυτοκράτορας ήταν δυσαρεστημένος από την κριτική που του ασκούσε ο Αθανάσιος. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου το 337 ο Αθανάσιος επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός.

            Οι συκοφαντίες συνεχίζονται και ο Αθανάσιος συγκαλεί σύνοδο 100 επισκόπων, η οποία διακηρύσσει την αθωότητά του. Οι Αρειανοί συγκαλούν σύνοδο και πείθουν τον νέο «φιλοαρειανό» αυτοκράτορα Κωνστάντιο και τον εξορίζει εις την Ρώμη, όπου ο επίσκοπός της Ιούλιος  συγκαλεί σύνοδο που αθωώνει τον Αθανάσιο και διακηρύσσει την πίστη της στο σύμβολο της Νίκαιας. Ο Κωνστάντιος πιέζει τον αδελφό του Κώνστα να παρατείνει την εξορία παρά την αθωωτική απόφαση της συνόδου της Ρώμης. Αποτέλεσμα, να επιστρέψει μετά από έξι χρόνια εξορίας.

            Το 356 ο Κώνστας δολοφονείται και έτσι ο Κωνστάντιος γίνεται μονοκράτορας του ανατολικού και δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Οι Αρειανοί επίσκοποι δεν χάνουν την ευκαιρία. Συγκαλούν σύνοδο, καθαιρούν τον Αθανάσιο και στέλνουν 5000 στρατιώτες υπό τον Ρωμαίο στρατηλάτη Συριανό  για να τον εξοντώσουν. Ο Αθανάσιος βρίσκεται σε έναν ναό και τελεί παννυχίδα. Φυγαδεύεται κρυφά και καταφεύγει στην έρημο. Την περίοδο αυτή βρίσκει ευκαιρία ο Αθανάσιος να γράψει ένα σημαντικό αριθμό έργων του και συγχρόνως διεξάγει αγώνα κατά του Αρειανισμού.

            Ο Κώνστας κοιμάμαι και ο διάδοχός του Ιουλιανός ανακαλεί όλους τους εξορισθέντες, μεταξύ αυτών και τον Αθανάσιο. Ο Ιουλιανός θέλει να επαναφέρει την ειδωλολατρία και ο Αθανάσιος μάχεται για την αποκατάσταση της Εκκλησίας. Πράγματα αντίθετα. Τα πληροφορείται ο Ιουλιανός και διατάζει την εξορία του Αγίου στην Θηβαΐδα το 367 μέχρι τον θάνατο του Ιουλιανού. Επιστρέφει και επιδίδεται απρόσκοπτα το έργο του μέχρι το Ουαλεντινιανός Α, ο οποίος ήταν οπαδός του Αρείου,  τον εκδιώκει ξανά . Φοβούμενος την οργή του Λαού εναντίον του, τέσσερεις μήνες μετά ανακαλεί την εξορία του Αγίου, η οποία ήταν και η τελευταία του.

            Χαρακτηριστική φράση του Αγίου Αθανασίου είναι η «Ο Πατήρ διά του Λόγου εν τω Πνεύματι ενεργεί και δίδωσι τα πάντα». Ο Μέγας Αθανάσιος έχει τονίσει ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσμα, αλλά είναι κατά φύση άκτιστο (δηλαδή αδημιούργητο) και ομοούσιο (δηλαδή έχει την ίδια ουσία) με τον Πατέρα και τον Υιό. Πιο απλά, το Άγιο Πνεύμα είναι ένα από τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος που έχει τέλεια την θεότητα.

            Πλούσιο το συγγραφικό έργο του Αγίου παρά τις διώξεις και την ταλαιπωρία. Δεν σώθηκαν όλα τα έργα του και από τα διασωθέντα μερικά έχουν νοθευτεί.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Αθανασίου δύο φορές το χρόνο. Στις 2 Μαΐου, που είναι και η ημερομηνία κοίμησής του και στις 18 Ιανουαρίου μαζί με τον Άγιο Κύριλλο.



 


ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ο ΣΤΥΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

      Ελάχιστοι άνθρωποι αξιώθηκαν να λάβουν τον τίτλο του «Μεγάλου» στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι αυτό προϋποθέτει να υπάρξει κάποιος υπέρμετρα σπουδαίος και να προσφέρει υπέρτατες και μοναδικές υπηρεσίες σε αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος εκτός από τον τίτλου του «Μεγάλου» του αποδόθηκε και ο μοναδικός τίτλος «Στύλος της Ορθοδοξίας». Μελετώντας κάποιος την προσωπικότητα και το τιτάνιο έργο του, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει με την επιλογή αυτή της Εκκλησίας μας.
      Γεννήθηκε περί το 298 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από ευσεβείς Έλληνες γονείς και ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Οι ευκατάστατοι γονείς του φρόντισαν να λάβει μια σπάνια κλασική παιδεία, η οποία άκμαζε ακόμα στην Αλεξάνδρεια. Παράλληλα φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή θεολογία, αναδεικνυόμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας μας όλων των εποχών. Καθοριστική σημασία για την κατοπινή πορεία του Αθανασίου υπήρξε η γνωριμία του και η πνευματική του σύνδεση με τον μέγιστο ασκητή της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο. Κοντά του μυήθηκε στην ευσέβεια και χαλυβδώθηκε ο χαρακτήρας του να είναι αμετακίνητος και απόλυτα προσηλωμένος στην αλήθεια της Εκκλησίας. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εισέρχεται στις τάξεις του ιερού κλήρου, ως διάκονος της αλεξανδρινής Εκκλησίας, μπαίνοντας στην υπηρεσία του γηραιού και σεβάσμιου επισκόπου Αλεξάνδρου.

       Δεν έμελλε όμως να βιώσει μια ειρηνική ιερατική διακονία, διότι κατά την χρονική εκείνη περίοδο ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες θεολογικές θύελλες στην ιστορία της Εκκλησίας μας, η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Ο πρεσβύτερος της αλεξανδρινής Εκκλησίας Άρειος δίδασκε άκρως βλάσφημες και κακόδοξες διδασκαλίες, ανατρέποντας εκ θεμελίων την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Απέρριπτε το θεμελιώδες δόγμα της Αγίας Τριάδος, υποβιβάζοντας τον Υιό σε κτίσμα του Θεού και αρνούμενος την προσωπική υπόσταση του Αγίου Πνεύματος. Ο νεαρός διάκονος Αθανάσιος, με την ευλογία του επισκόπου Αλεξάνδρου ανέλαβε να ανασκευάσει τις βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Στα 325 συγκροτήθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια της Βηθυνίας για να συζητηθεί η αρειανική κακοδοξία και να διατυπωθεί με σαφήνεια το ορθόδοξο δόγμα. Ο διάκονος Αθανάσιος εκπροσώπησε τον Αλέξανδρο και μάλιστα ορίστηκε και γραμματείας της Συνόδου. Στις θυελλώδεις συζητήσεις με τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους οπαδούς του, ο Αθανάσιος εξέπληξε με την ωριμότητα της σκέψεώς του, τη θεολογική του κατάρτιση και προ πάντων την ακριβή έκφραση της ορθόδοξης διδασκαλίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε ο πρωταγωνιστής της Συνόδου και ο εκφραστής της αλήθειας της Εκκλησίας.
     Το 328 κοιμήθηκε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και ο λαός απαίτησε να ανέβει στον επισκοπικό θρόνο ο Αθανάσιος, ο οποίος αποδέχτηκε την ύψιστη αυτή διακονία, διαρκούσης της αρειανικής λαίλαπας, παρά την καταδίκη της από την Α Οικουμενική Σύνοδο. Εργάστηκε σκληρά αναδιοργανώνοντας την αλεξανδρινή Εκκλησία. Επέλεξε άξιους συνεργάτες από την τάξη των ασκητών και των μοναχών, οι οποίοι είχαν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο. Το μεγάλο βάρος το έδωσε στην προάσπιση της ορθόδοξης πίστης και τον αντιαιρετικό αγώνα. Αυτό είχε όμως δυσμενείς εξελίξεις για τον ίδιο. Οι αρειανοί και οι άλλοι αιρετικοί της επισκοπής του κατείχαν υψηλά  κρατικά αξιώματα και οικονομική δύναμη. Κάνοντας χρήση αυτών, είχαν κηρύξει ανελέητο πόλεμο κατά του Αθανασίου και οχετούς λάσπης συκοφαντιών, οι οποίες έφταναν ως την αυτοκρατορική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό και ολόκληρη η ζωή του υπήρξε μαρτυρική. Από τα
46 έτη της επισκοπικής του διακονίας τα 17 τα πέρασε στις εξορίες! Έχουν διασωθεί οι φρικτές συκοφαντίες εναντίον του από τους αιρετικούς, προς τον αυτοκράτορα. Κατηγορήθηκε ο ασκητής Αθανάσιος για δήθεν πορνεία και βιασμό γυναίκας! Κατηγορήθηκε επίσης ο ένθερμος αυτός ζηλωτής του Χριστού και ως μάγος!
      Αλλά ο Αθανάσιος υπόμενε με καρτερία τις συκοφαντίες και τις άδικες διώξεις. Την προσωπική του πίκρα και τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες του τις προσπερνούσε με την νυχθημερόν συγγραφή θεολογικών πραγματικών και αντιαιρετικών έργων. Από τα σπουδαιότερα συγγράμματά του ξεχωρίζουμε το μοναδικό έργο του «Περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου αν αναπτύσσει με καταπληκτική ακρίβεια την αλήθεια της Εκκλησίας μας για το θείο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Στα έργο του «Κατά Αρειανών» καταρρίπτει πανηγυρικά τις αρειανικές κακοδοξίες. Στο επίσης περισπούδαστο έργο του «Κατά Ειδώλων» καταρρίπτει το σαθρό οικοδόμημα της ειδωλολατρίας, η οποία στην εποχή του ήταν ακόμη μια μεγάλη απειλή και μια σοβαρή πρόκληση για την Εκκλησία. Συνέγραψε ακόμη το βίο του δασκάλου του Μ. Αντωνίου, καθώς και πάμπολλες επιστολές σε διάφορα εξέχοντα πρόσωπα, οι οποίες αποπνέουν σπάνιο ζήλο για την διαφύλαξη της αλήθειας της Εκκλησίας, διότι είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αξίζει να σημειώσουμε πως με την 39η εορταστική επιστολή του ορίζεται ο λεγόμενος «κανόνας της Καινής Διαθήκης», δηλαδή ορίζονται τα 27 γνήσια βιβλία, από τα ψευδεπίγραφα (απόκρυφα) που κυκλοφορούσαν στην αρχαία Εκκλησία και έσπερναν πλάνες στους πιστούς. 
       Κατάκοπος και τσακισμένους από τους ατέλειωτους αγώνες και τις προσωπικές ταλαιπωρίες, κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου του 373. Η Εκκλησία μας τον κατέταξε στους αγίους της και τον ανακήρυξε «Μέγα» για τις μοναδικές του υπηρεσίες του προς Αυτήν. Ορίστηκε δε να συνεορτάζεται η μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον επίσης σπουδαίο αλεξανδρινό επίσκοπο, τον άγιο Κύριλλο, ο οποίος και αυτός έδωσε παρόμοιους αγώνες για την Ορθόδοξη πίστη.          


                                                 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 17,12-19]



Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ  ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ

   «Καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἰς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»(: και την ώρα που ο Ιησούς έμπαινε σε κάποιο χωριό, Τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά, επειδή, σύμφωνα με τον νόμο, κάθε λεπρός θεωρούνταν ακάθαρτος και δεν του επιτρεπόταν να πλησιάσει κανέναν. Και αυτοί άρχισαν να Του φωνάζουν δυνατά: ‘’Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας’’)»[Λουκ.17,12-13].

      Και πάλι μας φανερώνει τη δόξα Του ο Σωτήρας και με τη θεοπρεπή μεγαλουργία με την οποία έρχεται να αλιεύσει στην πίστη, τους άκαρδους και αγνώμονες Ισραηλίτες. Αλλά ήταν και αυτής της γενιάς οι Ισραηλίτες σκληροί και απείθαρχοι, όπως και οι περισσότεροι από τους προπάτορές τους. Ποιος λοιπόν λόγος θα τους βοηθήσει την ημέρα της κρίσεως, αφού δεν ανέχτηκαν να δεχτούν τη σωτηρία που τους πρόσφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και μάλιστα μολονότι άκουσαν με τα αυτιά τους τους λόγους Του και είδαν τις παράδοξες και τις πέρα από κάθε ανθρώπινη λογική θαυματουργικές ενέργειές Του;

    Και πράγματι ο Κύριος είπε γι΄αυτούς τα εξής: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν(:εάν δεν είχα έλθει και δεν τους είχα μιλήσει αποδεικνύοντάς τους με τη διδασκαλία μου και με τα θαύματά μου ότι είμαι ο Μεσσίας, δεν θα είχαν αμαρτία για την απιστία που έδειξαν σε μένα. Τώρα όμως δεν έχουν καμία πρόφαση που να δικαιολογεί την αμαρτία τους. Και είναι βαριά και ασυγχώρητη η αμαρτία τους αυτή)» [Ιω.15,22]. Και πάλι: «εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου(:Αν δεν είχα κάνει ανάμεσά σας τα καταπληκτικά και υπερφυσικά έργα, τα οποία κανείς άλλος από τους προφήτες και απεσταλμένους του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχει κάνει, δεν θα είχαν αμαρτία. Τώρα όμως η ενοχή για την απιστία τους είναι μεγάλη· διότι και τα θαύματά μου αυτά έχουν δει, και έχουν μισήσει και Εμένα, και στο δικό μου πρόσωπο και τον Πατέρα μου)»[Ιω.15,24].

   Απόδειξη ολοφάνερη αυτών που ανέφερα πριν λίγο είναι η πλήρης θεραπεία των λεπρών. Αυτοί, σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή, ως ακάθαρτοι διώχνονταν από πόλεις και χωριά. Οι δέκα αυτοί λεπροί όμως συναντώντας τον Σωτήρα, Τον εκλιπαρούσαν να τους απαλλάξει από το κακό, ονομάζοντάς Τον «ἐπιστάτη», δηλαδή διδάσκαλο. Κανείς τότε δεν ελεούσε αυτούς που είχαν την αρρώστια αυτήν, Αυτός όμως ήρθε στη γη γι’ αυτόν τον λόγο και έγινε άνθρωπος για να τους ελεήσει όλους, Αυτούς τους λυπήθηκε και τους ευσπλαχνίστηκε.

   «Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν(:βλέποντάς τους Εκείνος τους είπε: ‘’Πηγαίνετε και δείξτε το σώμα σας στους ιερείς, για να βεβαιώσουν αν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου’’. Και καθώς αυτοί πήγαιναν να εξεταστούν από τους ιερείς, καθαρίστηκαν από τη λέπρα)»[Λουκ.17,14].

    Γιατί όμως δεν είπε μάλλον: «Θέλω, καθαριστείτε», όπως έκανε και σε κάποιον άλλον λεπρό[βλ. Λουκά 5,13: «καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι(:τότε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι Του, τον άγγιξε και του είπε: ‘’Θέλω να καθαριστείς από τη λέπρα, καθαρίσου’’)»], αλλά τους πρόσταξε να πάνε και να δείξουν τους εαυτούς τους καθαρούς στους ιερείς, όπως όριζε ο μωσαϊκός νόμος;[Λευιτ. 14,2-3: οὗτος ὁ νόμος τοῦ λεπροῦ, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ καθαρισθῇ· καὶ προσαχθήσεται πρὸς τὸν ἱερέα, καὶ ἐξελεύσεται ὁ ἱερεὺς ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ ἰᾶται ἡ ἁφὴ τῆς λέπρας ἀπὸ τοῦ λεπροῦ(:Αυτή είναι η νομική διάταξη για τον λεπρό, η οποία θα τηρηθεί κατά την ημέρα που αυτός θα έχει θεραπευτεί από τη λέπρα· θα οδηγηθεί αυτός προς τον ιερέα, ο οποίος θα εξέλθει από την κατασκήνωση προς το μέρος, στο οποίο βρίσκεται ο λεπρός. Θα τον εξετάσει και θα πειστεί ότι έχει θεραπευτεί πλέον η λέπρα)»]. Νόμος πάλι υποχρέωνε σε αυτό εκείνους που είχαν απαλλαγεί από τη λέπρα· γιατί τους πρόσταζε να δείχνουν τους εαυτούς τους στους ιερείς και να προσφέρουν θυσία για τη θεραπεία τους[Λευιτ.14,4: «Καὶ προστάξει ὁ ἱερεύς, καὶ λήψονται τῷ κεκαθαρισμένῳ δύο ὀρνίθια ζῶντα καθαρὰ καὶ ξύλον κέδρινον καὶ κεκλωσμένον κόκκινον καὶ ὕσσωπον(:θα διατάξει κατόπιν ο ιερέας να φέρουν για τον θεραπευμένο λεπρό δύο μικρά ζωντανά πτηνά, από τα καθαρά, δηλαδή από εκείνα των οποίων επιτρέπεται η βρώση, ένα κέδρινο ξύλο, ταινία από στριμμένο κόκκινο νήμα και κλωναράκι υσσώπου)»].

    Έχοντας λοιπόν θεραπευθεί τους είπε να μεταβούν και κατά κάποιον τρόπο να επιβεβαιώσουν δημόσια οι ιερείς, δηλαδή οι καθοδηγητές των Ιουδαίων, οι οποίοι φθονούσαν πάντοτε τη δόξα Του, ότι παρ’ ελπίδα και κατά τρόπο παράδοξο και απροσδόκητο απαλλάχτηκαν από το κακό, αφού έδωσε τη συναίνεση για τη θεραπεία τους ο Χριστός. Δεν τους θεράπευσε προηγουμένως, αλλά τους έστειλε στους ιερείς, επειδή εκείνοι γνώριζαν τα σημάδια της λέπρας και το πότε θεραπεύεται. Τους έστειλε στους ιερείς, και μαζί στο δρόμο τους έστειλε και τη θεραπεία.

   Αυτά όμως, και ποιος είναι ο νόμος της λέπρας και ποια είναι τα γνωρίσματα του καθαρισμού, και τι ζητούσε κάθε νομοθέτημα, τα αναπτύξαμε εκτενέστερα σε άλλη ομιλία μας στην αρχή των θαυμάτων του Σωτήρα που ιστορούνται από τον Λουκά, όπου είχε θεραπευθεί ο λεπρός[Λουκ. 5,12-16: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν πόλεων καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· καὶ ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ μηδενὶ εἰπεῖν, ἀλλὰ ἀπελθὼν δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου καθὼς προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. διήρχετο δὲ μᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ θεραπεύεσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν· αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις καὶ προσευχόμενος(:Και ενώ βρισκόταν ο Ιησούς σε κάποια από τις πόλεις, να ένας άνθρωπος γεμάτος από εξανθήματα λέπρας. Αυτός μόλις είδε τον Ιησού, έπεσε κάτω με το πρόσωπο στη γη και Τον παρακαλούσε λέγοντας: ‘’Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές της βρωμερής αρρώστιας μου’’. Τότε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι Του, τον άγγιξε και του είπε: ‘’Θέλω να καθαριστείς από τη λέπρα, καθαρίσου’’. Και αμέσως η λέπρα έφυγε από πάνω του. Κι ο Ιησούς του έδωσε την εντολή να μην πει σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας, αλλά του είπε: ‘’Πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου θυσία, όπως διέταξε ο Μωυσής. Έτσι η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά της θυσίας σου θα χρησιμεύσει ως μαρτυρία και απόδειξη στους ιερείς και το λαό ότι και εσύ πράγματι θεραπεύτηκες, και εγώ δεν ήλθα να καταλύσω το νόμο’’. Και η φήμη Του απλωνόταν όλο και περισσότερο τώρα μετά από το θαύμα αυτό, και μαζεύονταν πολλά πλήθη λαού για ν’ ακούνε τη διδασκαλία Του και για να τους θεραπεύει ο Ιησούς από τις ασθένειές τους. Αυτός όμως αποσυρόταν διαρκώς σε ερημικά μέρη και προσευχόταν)»].

    Και αφού παραπέμψουμε στο υπόμνημά μας στα εδάφια αυτά όσους θέλουν να μάθουν τη σημασία όλων αυτών που αναφέρει εκεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, ας προχωρήσουμε παρακάτω «Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(:Ένας απ’ αυτούς, μόλις είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε και με δυνατή φωνή εκφράζοντας τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του δόξαζε τον Θεό που τον θεράπευσε διαμέσου του Ιησού. Έπεσε τότε με το πρόσωπο κάτω στη γη κοντά στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης, δηλαδή σχισματικός και λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους. Συνεπώς κανείς δεν θα περίμενε να δείξει αυτός μια τέτοια ευγνωμοσύνη που δεν έδειξαν οι άλλοι εννέα, που ήταν Ισραηλίτες. Τότε ο Ιησούς είπε: ‘’Δεν καθαρίστηκαν από τη λέπρα και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι; Χάθηκαν να γυρίσουν πίσω και να δοξάσουν τον Θεό, παρά μόνο  ο ξένος αυτός, που δεν ανήκει στο γνήσιο ιουδαϊκό γένος;’’. Και σε αυτόν είπε: ‘’Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έσωσε. Δεν θεράπευσε μόνο το σώμα σου, αλλά αποτελεί και καλή αρχή που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σου σωτηρία’’)»[Λουκ.17,17-19].

   Και οι άλλοι εννέα βέβαια, σαν Ιουδαίοι που ήταν, πέφτοντας σε αχάριστη λησμοσύνη, δεν επέστρεψαν για να δοξάσουν τον Θεό, πράγμα που δείχνει ότι ο Ισραηλιτικός λαός είναι άκαρδος και αγνώμονας και δεν έχει καθόλου μνήμη. Ο αλλοεθνής όμως, δηλαδή ο Σαμαρείτης, επειδή καταγόταν από την Ασσυρία και ήταν αλλογενής(γιατί λέγει όχι άσκοπα ότι περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία), επέστρεψε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό. Δείχνει λοιπόν ότι οι Σαμαρείτες ήταν ευγνώμονες, ενώ οι Ιουδαίοι ακόμα και όταν ευεργετούνται, δείχνουν αχαριστία.

             ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

              επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

       ·          Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία».

   (https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf)

       ·          Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος  Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Λουκάν Β΄», κεφάλαιο 17ο, σελ. 129-131.

       ·          Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

       ·          Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

       ·          Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

       ·          http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

       ·          http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

       ·          http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm