Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

 

               Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή μετά τα Φώτα



Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ -ΚΥΡΙΑΚH ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (11-01-2026)



 

 

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Ματθ. 4,12-17)

Ἁμαρτία καὶ μετάνοια

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Πέρασαν, ἀγαπητοί μου, οἱ μεγάλες γιορτές· ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός. Ἡ τελευταία ἦ­ταν ἡ ἑορτὴ τῶν Φώτων, ποὺ εἴδαμε τὸ Χριστὸ νὰ βαπτίζεται στὸν Ἰορδάνη ποταμό, κ᾿ ἐκεῖ νὰ φανερώνεται τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τοῦ κόσμου. Εἶπα τὸ μεγαλύτερο, διότι ὅλος ὁ κό­σμος, ὑλικὸς καὶ πνευματικός, εἶνε γεμᾶτος μυστήρια· κολυμποῦμε σὲ μυστήρια.

Ὁ ἄνθρωπος παραδείγματος χάριν, καὶ ὡς σῶμα ἀκόμα, εἶνε ἕνα μεγάλο μυστήριο. Κ᾿ ἕ­να κύτταρο, ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια κύτταρα ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν ἀνθρώ­πινο ὀργανισμό, εἶνε ἕνα μυστήριο, ποὺ μέχρι σήμερα ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξιχνι­άσῃ πλήρως. Κι ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶνε μυστήριο, ἀπείρως μεγαλύτερο μυστήριο εἶνε ὁ Θεός, ὁ δημιουργὸς τοῦ παντός. Προκαλεῖ τὸν ἴλιγγο κάθε ἀνθρώπου, καὶ τοῦ μεγαλυτέρου ἀκόμα φιλοσόφου καὶ θεολόγου. Ἂν μπορῇ σ᾿ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ ὁ Ἀτλαντικὸς ὠκεανός, τότε καὶ στὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου θὰ μπορέσῃ νὰ χωρέσῃ τὸ μέγα μυστήριο τοῦ Θεοῦ.

 Θεὸς ποὺ πιστεύουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ διαφέρει ἀπὸ ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ λάτρευσαν καὶ λατρεύουν τὰ ἔθνηΕἶνε ὁ ἐν Τρι­άδι Θεός, ὁ τρισυπόστατος, ἡ ἁγία Τριάς, Πα­τὴρ Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα. Ἂς κλίνουμε εὐ­λαβῶς τὸ γόνυ ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἂς ποῦμε· Ἁγία Τριάς, Πάτερ Υἱὲ καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν κόσμον κ᾿ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς!

* * *

Στὸν Ἰορδάνη, λοιπόν, φανερώθηκε τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος ὅταν βαπτίσθηκε ὁ Χριστός. Καὶ μετά; Μετὰ ποῦ πῆγε ὁ Χριστός; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Ματθ. 4,12-17). Ὅ­πως στὴν περιφέρειά μας ὑπάρχει ἡ λίμνη Μεγάλη Πρέσπα, ἔτσι στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει μιὰ λίμνη διπλάσια καὶ τριπλάσια ποὺ ὀνομάζεται λίμνη ἢ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας ἢ τῆς Τιβεριάδος καὶ ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Στὴ λίμνη αὐτὴ πέφτουν τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου. Στὶς ὄχθες της τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχαν πολλὰ μικρὰ χωριά, ὅπου κατοικοῦ­σαν φτωχοὶ ἐργατικοὶ ψαρᾶδες. Αὐτοὶ δούλευ­αν τὴ νύχτα γιὰ νὰ πιάσουν ψάρια, νὰ τὰ πουλή­σουν καὶ νὰ ζήσουν τὶς οἰκογένειές τους.

Ἐκεῖ λοιπὸν πῆγε  Χριστόςγιὰ νὰ διαλέ­ξῃ τοὺς μαθητάς τουΟὔτε στὴν Ἀθήνα τῶν φιλοσόφων, οὔτε στὴ Ῥώμη τῶν στρατηγῶν καὶ αὐτοκρατόρων. Ὤ ἡ θρησκεία μας τί μεγαλεῖο ἔχει – πότε θὰ τὴν καταλάβουμε! Λένε καὶ λένε σήμερα, ὅτι τάχατες ἀγαποῦν τοὺς ἐρ­γά­τες, τοὺς ἀγρότες, τοὺς φτωχούς. Ἀλλ᾿ αὐτὰ μόνο στὰ λόγια, ἐνῷ ζοῦν μιὰ ζωὴ πολυτελέστατη. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἔτσι. Δὲν πῆρε γιὰ τὸ ἔργο του σοφοὺς καὶ δυνατοὺς τῆς ἐ­ποχῆς· πῆρε ψαρᾶδες. Πῆγε κ᾿ ἐγκαταστάθη­κε ἐκεῖ, στὴν «Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν» (Ματθ. 4,13). Ἀπὸ ᾿κεῖ ἄρχισε νὰ κηρύττῃ.

Πόσο θὰ θέλαμε κ᾿ ἐμεῖςθὰ πῆτενὰ ζούσαμε τότε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ψαρᾶδεςνὰ βλέπαμε τὸ Χριστὸ μὲ τὰ μάτια μας καὶ ν᾿ ἀκούγαμε τὴ φωνή του!… Ἀλλ᾿ ἂς μὴ λυπώμαστε. Καὶ σήμερα μποροῦμε ν᾿ ἀκούσουμε τὸ Χριστό. Πῶς; Εὔκολο εἶνε. Πάρε τὸ Εὐαγγέλιο, ἄνοιξε καὶ διάβασέ το μὲ πίστι, καὶ θ᾿ ἀκούσῃς τὴ φω­νὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ σοῦ μιλάῃ ὅπως ἀκριβῶς μιλοῦσε στοὺς ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας. Ναί, μποροῦμε καὶ τώρα νὰ δοῦμε τὸ Χριστό. Ποῦ; Στὴν ἐκκλησία. Δὲν εἶνε ψέμα αὐτό. Στὰ παλαι­ότερα χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι πίστευαν, ἔμ­παιναν στὴν ἐκκλησία καὶ παρακολουθοῦσαν τὰ τελούμενα ὄχι ψυχρὰ ἀλλὰ μὲ καρδιὰ θερμή. Διαβάζουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, ὅτι ἔ­βλεπαν τὸν ἱερέα ὡς ἄγγελο· γι᾿ αὐτοὺς τὸ στό­μα τοῦ ἱερέως ἦταν στόμα Χριστοῦ καὶ ἡ γλῶσ­σα τοῦ ἱερέως γλῶσσα Χριστοῦ.

Ἔχει τώρα μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ μάθουμε, ποιά ἦταν ἡ πρώτη λέξι ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅταν ἄρχισε τὸ κήρυγμά του. Ξέρουμε ἀ­πὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ τελευταία λέξι μὲ τὴν ὁποία σφράγισε τὸ πανάγιο στόμα του ἦταν τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30)· ἀλλὰ ἡ πρώτη λέξι του ποιά ἦταν; Ἂν μποροῦσε νὰ τὴ νιώσῃ καὶ νὰ τὴ ζήσῃ ὁ κόσμος, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος. Δυστυχῶς δὲν τὴ νιώθουμε. Χρειάζεται φωτισμὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ πρώτη λέξι του ἦταν «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17).

Τί θὰ πῇ «Μετανοεῖτε»; Ἀλλαγή, ἀλλάξτε. Τί ν᾿ ἀλλάξετε, κουστούμι; Ἀλλάζεις κουστού­μια· μὰ ὅσα καὶ ν᾿ ἀλλάξῃς, ὁ ἴδιος εἶσαι. «Ἄλ­λαξε ὁ Μανωλιός, κ᾿ ἔβαλε τὰ ῥοῦχα του ἀλ­λιῶς». Δὲν ἀλλάζει ἔτσι ὁ ἄνθρωπος· αὐτὴ εἶ­νε ἐπιφανειακὴ ἀλλαγή. Ἡ ἀλλαγὴ ποὺ ζητάει ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἐξωτερική· δὲν εἶνε αὐ­τὸ ποὺ ἔκανε καὶ κάποιος δικτάτορας.

Σήμερα, λέει, φορῶ μαύρη γραβάτα, αὔριο φορῶ κόκ­κινη γραβάτα… Αὐτὰ εἶνε ἐπιπόλαιες ἀλ­λαγές, δὲν ἀγγίζουν τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ὁ Χριστὸς ζητάει ἀλλαγὴ ποὺ φτάνει στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, προκαλεῖ ἐπανάστασι καὶ δημιουργεῖ τὸ νέο ἄνθρωπο, τὸν Χριστιανό, τὴν «καινὴν κτίσιν» ποὺ λέει ὁ ἀ­πό­στολος Παῦλος (Β΄ Κορ. 5,17. Γαλ. 6,15).

* * *

«Μετανοεῖτε», ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς. Γιατί τὸ λέει αὐτὸ ὁ Χριστός; Διότι ὅπου καὶ ἂν κατοικοῦμε καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἐποχὴ καὶ ἂν ζοῦμε, ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί.

Τί θὰ πῇ ἁμαρτωλοίἉμαρτωλὸς λέγεται αὐτὸς ποὺ δὲν ἀκούει τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ὁποία σὰν εἰσαγγελέας λαλεῖ στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ λέει· «Πρόσεχεἄνθρωπε!». Ἁμαρτωλὸς εἶνε αὐτὸς ποὺ παραβαίνει ὄχι μό­νο τὸν ἄγραφο νόμο τῆς συνειδήσεως ἀλλὰ καὶ τὸν γραπτὸ νόμο, τὸν Δεκάλογο τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης, κι ἀκόμη περισσότερο τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος.

Καὶ ἁμαρτάνουμε, ἀγαπητοί μου, τόσες φορές! Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ κορμί. Μερικοί, θι­α­σῶτες τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας, λένε τώρα καὶ γράφουν ἀναιδέστατα· «Τὸ κορμί μου τὸ κάνω ὅ,τι θέλω». Λάθος κάνεις· τὸ κορμὶ εἶνε ἀ­ριστούργημα – δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δὲν ἐ­πιτρέπεται νὰ πάρῃς σφυρὶ καὶ νὰ κάνῃς θρύψαλα ἕνα ἄγαλμα γιατὶ θὰ συλληφθῇς, ἔτσι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φθείρῃς τὸ σῶμα· σοῦ τὸ ἔ­δωσε ὁ Θεὸς γιὰ ἕνα μεγάλο προορισμό.
Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ σῶμα, μὲ ὅλα τὰ μέλη του. Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ χέρι, τὸ τέλειο αὐτὸ ἐργαλεῖο.

Μᾶς τό ᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κάνου­με τὸ καλό, κ᾿ ἐμεῖς κάνουμε τὸ κακό. Ἁμαρτά­νουμε μὲ τὰ πόδια. Μᾶς τά ᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τρέχουμε στὴν ἐκκλησία, καὶ οἱ πιὸ πολλοὶ τρέχουν ἐκεῖ ποὺ εἶνε ὁ διάβολος. Ἁ­μαρτάνουμε ἀκόμα πιὸ πολὺ μὲ τὰ μάτια. Μᾶς τά ᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βλέπουμε τὰ ἔργα του καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε, καὶ δυστυχῶς τὰ μάτια γίνονται αἰτία νὰ κολαζώμαστε. Εἶπα καὶ φώναξα ἀλλὰ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων· «Κλεῖστε τὶς τηλεοράσεις!», ἁμαρτάνεις τὴν ὥρα ποὺ βλέπεις τὰ γυμνά. Ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ αὐτιά, ἁ­μαρ­τάνουμε μὲ τὴ γλῶσσα, ποὺ «κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει». Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ μυα­λό. Πέστε μου τί σκέπτεστε νὰ σᾶς πῶ τί εἶστε. Ἁμαρτάνουμε τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα. Ἁμαρτάνουμε στὸ δρόμο, στὰ αὐτοκίνητα, στὰ πλοῖα, στὰ τραῖνα, στὰ ἀερο­πλάνα. Ἁμαρτάνομε δυστυχῶς καὶ μέσα στὸ ναό!

«Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη… τίς ἐξιχνιάσειψυχοσῶστα Σωτήρ μου;» ἔγραψε  ΚασσιανήἈμέτρητα τὰ ἁμαρτήματά μας. Κ᾿ εἶνε ἐξοργιστικὸ ν᾿ ἀκοῦς κάποιον νὰ λέῃ «Ἐγὼ δὲν ἔ­χω κάνει τίποτε». Αὐτὸς δὲν ἐξέτασε ποτέ τὸν ἑαυτό του, δὲν ἔχει τὸ «γνῶθι σαυτόν».

* * *

Ἁμαρτάνουμε. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ γίνῃ; Ὁ Θεὸς τὰ ξέρει ὅλα αὐτά. «Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅ­λα, κ᾿ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα». Μακροθυ­μεῖ ὁ Θεός. Καὶ ἐνῷ μπορεῖ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ, δείχνει ἔλεος. «Παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε» (Δοξολ.)· δός μας, Κύριε, παράτα­σι, γιὰ νὰ μετανοήσουμε, ν᾿ ἀλλάξουμε σκέψι καὶ ζωή.

Μετανοοῦμε; Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, ἀγαπητοί μου, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μετάνοια. Ἁμαρτωλοὶ ἦταν, ἀλλὰ μετανοοῦσαν. Τώρα, χίλια κη­ρύγματα ν᾿ ἀκούσουν, χίλια θαύματα νὰ δοῦν, ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος νά ᾿ρθῃ στὴ γῆ, τίποτα!… Ἀναίσθητος, ἀμετανόητος ὁ ἄνθρωπος.

Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς γιατὶ ἁμαρτάνουμε· θὰ μᾶς δικάσῃ δι­ότι δὲν μετανοοῦμε. Τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀν­θρώπινο, τὸ ἐμμένειν στὴν ἁμαρτία εἶνε σατανικό.
Ἐὰν μετανοήσουμε πραγματικά, τότε ὁ τόπος μας θὰ γίνῃ παράδεισος. Δὲν μετανοοῦ­με; τότε οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονό μας.

Παρακαλῶ τὸ Θεὸ ἐγὼ  ἁμαρτωλὸς ἐπίσκο­ποςτώρα ποὺ εἴμαστε στὴν ἀρχὴ τοῦ ­τουςνὰ μᾶς δώσῃ μετάνοιαἊς παρακαλέσουμε ὅλοι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, νὰ σταλάξῃ στὴν καρ­διά μας μιὰ σταλαγματιὰ μετανοίας, νὰ ἐννοήσουμε τὸ σκοπό μας, ὥστε πρὶν τὸ τέλος μας νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅ­ταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 10-1-1982. Καταγραφὴ καὶ σύν­τμησις 8-1-2006, ἐπανέκδοσις 21-12-2025.



 

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, Διδαχή την Κυριακή μετά τα Θεοφάνεια για τη μετάνοια

 


«Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασίλεια των ουρανών» (Ματθ. 4, 17)


Με αυτά τα βαρυσήμαντα και ιερά λόγια άρχισε το κήρυγμά Του προς την πεσμένη ανθρωπότητα ο ενανθρωπήσας Λόγος. Απλή είναι φαινομενικά η διδαχή. Αλλά πρέπει να την κατανοήσουμε μέσ’ από την ίδια τη ζωή μας. Τότε θα μας αποκαλυφθεί ότι μέσα σ’ αυτές τις λιγοστές και κοινότοπες λέξεις κλείνεται ολόκληρο το Ευαγγέλιο.

Και ο απόστολος Παύλος, άλλωστε, μιλώντας για το κήρυγμά του σ’ ολόκληρη σχεδόν τη γνωστή τότε οικουμένη, τόνιζε: «Κήρυττα και στους Ιουδαίους και στους Έλληνες, προτρέποντάς τους να μετανοήσουν ενώπιον του Θεού και να πιστέψουν στον Κύριό μας Ιησού Χριστό».

Αδελφοί! Για να πιστέψουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, χρειάζεται μετάνοια. Για να παραμείνουμε σ’ αυτή τη σωτήρια πίστη, χρειάζεται μετάνοια. Για να προοδεύσουμε πνευματικά, χρειάζεται μετάνοια. Για να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών, χρειάζεται μετάνοια.

Όλα αυτά αναφέρονται στην Αγία Γραφή με κάθε σαφήνεια. Η Αγία Γραφή μας διδάσκει: «Ο Θεός έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο, προκειμένου να σωθεί ο κόσμος δι’ αυτού». «Όποιος πιστεύει σ’ Αύτόν, δεν έχει να φοβηθεί τη θεϊκή κρίση· όποιος, όμως, δεν πιστεύει, έχει κιόλας καταδικαστεί». «Το φως», δηλαδή ο Χριστός, «ήρθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι παρά το φως, γιατί οι πράξεις τους ήταν πονηρές. Κάθε άνθρωπος που πράττει έργα φαύλα, μισεί το φως και δεν έρχεται στο φως, γιατί φοβάται μήπως αποκαλυφθούν τα έργα του και κριθούν».

Για τους υποδουλωμένους στο πάθος της κενοδοξίας η Γραφή επισημαίνει: «Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψετε, αφού αποζητάτε τον έπαινο ο ένας του άλλου, και δεν επιδιώκετε τον έπαινο του μοναδικού Θεού;».

Οι αιχμαλωτισμένοι από το πάθος της φιλαργυρίας όχι μόνο δεν πίστεψαν στον Κύριο, αλλά και Τον χλεύαζαν, όταν Αυτός τους δίδασκε για την αναγκαιότατη και ιερότατη μνήμη της αιωνιότητας, καθώς και για τη διευθέτηση των επίγειων πραγμάτων σύμφωνα με τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου.

Οι απατημένοι από το πάθος του φθόνου όχι μόνο δεν πίστεψαν στον Κύριο, αλλά και συνωμότησαν εναντίον Του για να Τον θανατώσουν, διαπράττοντας θεοκτονία.

Όλοι οι μολυσμένοι από πρόσκαιρα και αμαρτωλά πάθη, σύμφωνα με την αψευδή μαρτυρία του Ευαγγελίου, αρνούνται να συμμετάσχουν στους πνευματικούς γάμους του Υιού του Θεού, καθιστώντας οι ίδιοι τον εαυτό τους ανάξιο της ευλογημένης ενώσεως μ’ Εκείνον.

«Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και του Θεού και του μαμωνά». Δεν μπορείτε να υπηρετείτε δύο κυρίους ταυτόχρονα, και τον Θεό και την αμαρτία. «Μετανοείτε», λοιπόν, «γιατί έφτασε η βασιλεία των ουρανών». «Μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο».

Αλλά κι εκείνος που έχει πιστέψει στον Χριστό, κι εκείνος που έχει αποφασίσει να αποδεικνύει συνεχώς την πίστη του με τα έργα και τη διαγωγή του, χρειάζεται, επίσης, τη μετάνοια. Τι νομίζετε, αδελφοί; Ποιος είναι ο πρώτος καρπός της ζωντανής πίστεως; Ποιος είναι ο πρώτος καρπός της τηρήσεως των εντολών του Χριστού; Δανείζομαι την απάντηση από τον όσιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, που γνώρισε την παραπάνω αλήθεια μέσ’ από τις προσωπικές του ιερές εμπειρίες: «Η ακριβής τήρηση των εντολών διδάσκει τους ανθρώπους πόσο αδύναμοι είναι». Ακριβώς. Μόλις πιστέψει κανείς στον Χριστό και αρχίσει να εκπληρώνει τις πανίερες ευαγγελικές εντολές ή, αλλιώς, να πράττει τα έργα της ανακαινισμένης φύσεως, τότε, ξαφνικά, νιώθει να φανερώνεται μέσα του η πεσμένη φύση του, που ως τότε ήταν κρυμμένη από τα μάτια του, και αρχίζει να εναντιώνεται πεισματικά στο Ευαγγέλιο. Αλλεπάλληλες είναι τώρα οι αφανείς πτώσεις στη ζωή του αγωνιστή τού Χριστού. Γι’ αυτό και αυθόρμητα εξομολογείται μαζί με τον απόστολο: «Εσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος του Θεού. Διαπιστώνω, όμως, πως η πράξη μου ακολουθεί έναν άλλο νόμο, που αντιστρατεύεται τον νόμο με τον οποίο συμφωνεί η συνείδησή μου: Είναι ο νόμος της αμαρτίας, που κυριαρχεί στην ύπαρξή μου και με κάνει αιχμάλωτό της. Τι δυστυχισμένος, αληθινά, που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από την ύπαρξη αυτή, που έχει υποταχθεί στον θάνατο;». Από τη διαπίστωση αυτή, στην ψυχή του χριστιανού αρχίζει να γεννιέται η μακάρια πτωχεία του πνεύματος, να εμφανίζεται το κατά Θεόν πένθος, να διαπλάθεται καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση, καρδιά την οποία «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει».

Όταν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, η μετάνοια, στην οποία αυτό μας καλεί, εμφανίζεται σαν φυσική στην ψυχή του. Η μετάνοια, λοιπόν, είναι απαραίτητη όχι μόνο για να πιστέψει κανείς στον Χριστό, αλλά και για να παραμείνει στην πίστη και για να προοδεύσει στην πνευματική ζωή. Η μετάνοια είναι άρρηκτα συνενωμένη με τη ζωντανή πίστη στον Χριστό.

«Μετανοείτε, γιατί έφτασε η βασιλεία των ουρανών». Απομένει να εξηγήσουμε και τούτο: Γιατί σ’ αυτά τα λόγια του Κυρίου μας η εξαγγελία της εγγύτητας της ουράνιας βασιλείας βρίσκεται αμέσως μετά την κλήση σε μετάνοια; Γιατί δεν παρεμβάλλεται κάποιος αγώνας, κάποια ενέργεια του ανθρώπου; Επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, «ο Αμνός του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κοσμου», έκανε τα πάντα για τη σωτηρία μας: Μας συμφιλίωσε με τον Θεό και μας άνοιξε την ουράνια βασιλεία. Από μας δεν ζητείται παρά ένας μόνο κόπος, ο κόπος της αποδοχής της σωτηρίας που μας δόθηκε από τον Θεό χαριστικά και ολοκληρωτικά, ο κόπος της μετάνοιας. Η βασιλεία των ουρανών και ο ουράνιος Βασιλιάς είναι κοντά μας, κοντά μας όσο δεν λέγεται, κοντά μας πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. «Δείτε με, στέκομαι μπροστά στην πόρτα» της καρδιάς σας, μας λέει αυτός ο Βασιλιάς, «και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μ’ ανοίξει την πόρτα, θα μπω μέσα του και θα δειπνήσω μαζί του, κι αυτός μαζί μου». Και η πόρτα της καρδιάς μας ανοίγει για τον ουράνιο Βασιλιά με τη μετάνοια.

«Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)