Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2026

 

Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος: Ο ηρωικός διδάσκαλος της Ραψάνης

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΡΑΨΑΝΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Οι Νεομάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν τη ζωή τους για την αγάπη του Χριστού, προέρχονταν από όλες τις τάξεις και τα επαγγέλματα. Μια πλειάδα από αυτούς ήταν μορφωμένοι και είχαν ζηλευτά επαγγέλματα, τα οποία αντάλλαξαν με τη μαρτυρία της σώζουσας αλήθειας της Εκκλησίας και έχυσαν το αίμα τους για γι’ αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο ένδοξος άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος της Ραψάνης, γραμματοδιδάσκαλος στο επάγγελμα.

       Γεννήθηκε το 1798 στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, σε έναν σημαντικό συνοικισμό στον Κάτω Όλυμπο. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζηλάσκαρης ή Αναστάσιος Ψάλτης. Δεν είναι γνωστό όμως αν το Ψάλτης είναι επώνυμο ή ιδιότητα του Αναστασίου. Η μητέρα του Νεομάρτυρα είχε το όνομα Σμαράγδα και ήταν θυγατέρα του Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Τους διέκρινε βαθειά ευσέβεια, με την οποία γαλούχησαν το μικρό Γεώργιο.

     Η οικονομική τους ευχέρεια τους επέτρεψε να προσφέρουν την καλλίτερη δυνατή μόρφωση σ’ αυτόν. Μετά τη βασική του εκπαίδευση, στα 1816 τον έγραψαν στην ξακουστή Ανώτερη Σχολή της Ραψάνης, η οποία είχε ιδρυθεί το 1767 από τον δραστήριο Επίσκοπο Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονύσιο, για να συνεχίσει ανώτερες σπουδές.

      Κατά διάρκεια των σπουδών του ο Γεώργιος έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια και φιλομάθεια, αποκτώντας σοβαρή κατάρτιση. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε γραμματοδιδάσκαλος, δηλαδή δάσκαλος κατώτερου σχολείου στη Ραψάνη, επιδεικνύοντας μεγάλο ζήλο στα διδακτικά του καθήκοντα, τα οποία συνδύαζε με την βαθειά του πίστη στο Θεό και την απόλυτη προσήλωσή του στην Εκκλησία. Μαζί με τα εγκύκλια μαθήματα δίδασκε και τα εκκλησιαστικά γράμματα στους μαθητές του, τις αρχές της χριστιανικής πίστεως. Στο διδακτικό του έργο είχε εντάξει και τη διδασκαλία της πατριδογνωσίας, αφυπνίζοντας τους έλληνες μαθητές του και καλλιεργώντας την ιδέα της ελευθερίας. Γενικά ήταν καλοκάγαθος και μειλίχιος, κερδίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό των μαθητών του και την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των γονέων τους. 

       Η Ραψάνη στα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε μια σημαντική ακμή. Είχε γίνει κέντρο εμπορικής, βιοτεχνικής και εμπορικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής, λόγω της γεωγραφικής της θέσης της, στις παρυφές των Τεμπών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακμάζουν εκεί τα γράμματα, να καλλιεργείται η πνευματική άνθιση και να αναδεικνύονται ισχυρές προσωπικότητες. Ήταν δε όνειρο και καύχηση των εύπορων γονέων της Θεσσαλίας και άλλως περιοχών, να στείλουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στις ονομαστές σχολές της Ραψάνης. Ακόμα και πολλοί Οθωμανοί έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν εκεί.

      Αυτό έκαμε και κάποιος επιφανής τούρκος, από την κωμόπολη Δερελί (τους σημερινούς Γόνους). Αποφάσισε να στείλει το γιό του να σπουδάσει στο σχολείο που δίδασκε ο Γεώργιος, βάζοντάς τον οικότροφο σε κάποιο φιλικό του σπίτι. Το μικρό τουρκόπουλο φοιτούσε μαζί με τα ελληνόπουλα, και είχε προσαρμοσθεί στο κλίμα του ελληνικού σχολείου. Ο διδάσκαλος Γεώργιος δέχτηκε με καλοσύνη το τουρκόπουλο και το μεταχειρίζονταν όπως τα ελληνόπουλα. Αλλά και εκείνο γρήγορα κέρδισε την αγάπη και την εμπιστοσύνη του  προς τον ευγενή και καλοκάγαθο δάσκαλό του.

     Ο μικρός τούρκος μαθητής, με τον καιρό και εξαιτίας της αγάπης και αφοσίωσης που έτρεφε για το δάσκαλό του, άρχισε να αλλάζει νοοτροπία. Η ένθερμη και γεμάτη γλυκύτητα λόγου διδασκαλία του για τις αρχές της Ελληνοορθοδοξίας άσκησαν τεράστια επιρροή στο χαρακτήρα του και άλλαξαν άρδην τις διαθέσεις του. Έπαψε να τρέφει εχθρικά αισθήματα για τους Ρωμιούς, όπως του είχαν διδάξει οι γονείς του. Είχε γοητευθεί από όσα άκουγε από το δάσκαλό του για την χριστιανική πίστη και άρχισε να αμφιβάλλει για τα δικά του πιστεύω. Μάλιστα άρχισε να μιλάει, με συμπάθεια και δημόσια για την αξία της χριστιανικής πίστεως και τις όμορφες παραδόσεις των Ρωμιών. Να εκδηλώνει την εκτίμησή του προς αυτούς και τη δυσφορία του για τις ταπεινώσεις και εξουθενώσεις τους από τους εξουσιαστές Οθωμανούς ομοφύλους του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μιλούσε απαξιωτικά για την ισλαμική θρησκεία την οποία άρχισε να την περιφρονεί. Ήταν φανερό πως ο ένθερμος και ένθεος δάσκαλος Γεώργιος  είχε σπείρει στην τρυφερή παιδική του ψυχή την ευλογημένη πίστη στο Χριστό!

      Η μεγάλη και εμφανής αλλαγή συμπεριφοράς του τουρκόπουλου θορύβησε τους γονείς και το συγγενικό περιβάλλον του. Ήταν μια μεγάλη προσβολή γι’ αυτούς και τη θρησκείας τους, να αλλαξοπιστήσει το παιδί τους από έναν «γκιαούρη» (άπιστο) δάσκαλο. Να ασπασθεί τη θρησκεία των υποδούλων τους και να μιλά με συμπάθεια γι’ αυτούς. Μόλις έγινε γνωστό το συμβάν στους μουσουλμάνους της περιοχής,  ξύπνησε μέσα τους το άσβεστο μίσος τους εναντίον των Χριστιανών Ρωμιών και ζητούσαν επίμονα εκδίκηση!

      Μια ομάδα από αυτούς πήγαν στη Ραψάνη, αναζητώντας τον ελληνοδιδάσκαλο Γεώργιο. Εισέβαλαν στη σχολή, σαν άγρια θηρία και τον συνέλαβαν. Αφού τον ξυλοκόπησαν αλύπητα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν, σέρνοντας και δέρνοντας, στον Τύρναβο, όπου ήταν, από το 1811, η  έδρα του τούρκου σατράπη της Θεσσαλίας και του τουρκικού στρατοδικείου, στον αιμοβόρο και ανελέητο Βελή Πασά, γιο του επίσης αιμοδιψή Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η κατηγορία εναντίον του ήταν πολύ βαριά, εκχριστιανισμός μουσουλμάνου! Σύμφωνα με την «σαρία», τον ισλαμικό νόμο, η αποκήρυξη του Ισλάμ και η προσβολή του τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου. Όταν αυτός ήταν ανήλικος,  όπως το συγκεκριμένο τουρκόπουλο, θανατώνονταν οι αίτιος.

     Η σύλληψη του δάσκαλου Γεωργίου έριξε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε μεγάλη θλίψη την οικογένειά του και τους κατοίκους της Ραψάνης. Ήξεραν τι θα ακολουθούσε. Η φημισμένη σχολή έχασε έναν λαμπρό δάσκαλο και οι Ραψανιώτες ένα ηρωικό παλληκάρι.

     Δεν μας έχει διασωθεί η διαδικασία της ανάκρισης και της απολογίας του Μάρτυρα. Επίσης δεν γνωρίζουμε αν την υπόθεση χειρίστηκε ο ίδιος ο Βελή Πασάς, ή κάποιος τούρκος στρατοδίκης, ή κάποιος μουλάς δικαστής (κατής). Εικάζουμε ότι οι τούρκοι προσπάθησαν να τον τρομοκρατήσουν και να του τάξουν την αθώωσή του, αν δεχόταν να εξισλαμισθεί και να αποκτήσει πλούτη και αξιώματα. Αυτή ήταν μια πάγια αρχή των τουρκικών ανακριτικών και δικαστικών αρχών, η οποία προβλέπονταν και από τον ισλαμικό νόμο: όποιος ασπάζονταν το Ισλάμ του χαρίζονταν οποιαδήποτε ποινή και του παραχωρούνταν δικαιώματα και πλούσιες αμοιβές!

     Προφανώς ο Γεώργιος αρνήθηκε και παραδόθηκε στους άγριους και ανελέητους στρατιώτες για να βασανισθεί, έως ότου δεχτεί να αλλαξοπιστήσει. Αρχικά τον γύμνωσαν και τον έριξαν σε μπάνιο, με βραστό νερό. Μετά του τρυπούσαν όλο του το σώμα με μυτερά καρφιά και κοπίδια. Του έσκιζαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Του κάρφωσαν στα πόδια πέταλα αλόγου και τον περιέφεραν στην πόλη του Τυρνάβου για διαπόμπευση.  Κατόπιν τον κάρφωσαν σε τετράγωνο στύλο, ίσο στο ύψος του, τον τύλιξαν με σχοινιά και πανιά, εμποτισμένα με πίσσα και άλλα εύφλεκτα υλικά και του έβαλαν φωτιά. Αλλά ο Θεός τον προστάτεψε, ούτε μια τρίχα της κεφαλής του δεν κάηκε! Αυτό εξόργισε περισσότερο τους δημίους του, οι οποίοι, κατόπιν αποφάσεως της τουρκικής διοικήσεως, οδηγήθηκε στις όχθες του ποταμού Πηνειού, κοντά σε μια γέφυρα, εκεί που είχε μαρτυρήσει ο άλλος ηρωικός Νεομάρτυρας της περιοχής ο Γεδεών, όπου τον αποκεφάλισαν.

     Ήταν 5 Μαρτίου του έτους 1818, όταν η ψυχή του ηρωικού Μάρτυρα Γεωργίου φτερούγησε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, τον Οποίο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει στη σύντομη διδακτική του καριέρα. Ήταν μόλις 20 ετών παλληκάρι. Εκεί κοντά στη γέφυρα τον ενταφίασαν. Αλλά την πρώτη κιόλας νύχτα οι τούρκοι στρατιώτες σκοποί είδαν με έκπληξη ένα απίστευτο θέαμα. Μια φωτεινή στήλη να ενώνει τον ουρανό με τον τάφο του Μάρτυρα. Την άλλη νύχτα επαναλήφτηκε το παράδοξο φαινόμενο και οι στρατιώτες πήγαν και το ανέφεραν στον Βελή Πασά, ο οποίος θορυβήθηκε και παράγγειλε στους συγγενείς του στη Ραψάνη να έλθουν και να παραλάβουν το λείψανό του και με τιμές το μετέφεραν στη γενέτειρά του, όπου το ενταφίασαν με τιμές. Τα τίμια λείψανά του ευωδιάζουν και θαυματουργούν ως τα σήμερα.

    Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.

    Η πίστη, η ομολογία και το μαρτύριο των Νεομαρτύρων διέσωσε την ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα της ελευθερίας και της εθνικής μας αποκατάστασης. Το τιμημένο αίμα τους πότισε αρκούντος το δένδρο της λευτεριάς και κράτησε αναμμένη τη σπίθα της εθνικής και θρησκευτικής ιδιοπροσωπίας των υποδούλων προγόνων μας. Είναι χρέος μας να μην είμαστε επιλήσμονες για την υπέρτατη προσφορά τους στην Εκκλησία και το Γένος μας, διότι η ιστορική λήθη είναι συνώνυμη με τον εθνικό αφανισμό!



 

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ) ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
       Ουδέποτε υπήρξε στην Εκκλησία απουσία πατερικών μορφών. Όπως σε κάθε εποχή, και στους σύγχρονους χρόνους αναδείχνονται Πατέρες και διδάσκαλοι. Μια τέτοια σύγχρονη πατερική μορφή υπήρξε και ο Σέρβος νεοφανής άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία «ο Σέρβος Χρυσόστομος», λόγω της ρητορικής του δεινότητας και των αγώνων του για την μόνη σώζουσα ορθόδοξη πίστη.
       Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της Νότιας Σερβίας από φτωχούς, πολύτεκνους και ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Ιερά Μονή Τσέλιε. Από μικρό παιδί έδειξε μια ασυνήθιστη αγάπη για την Εκκλησία και κλίση για την αρετή και την προσευχή. Απομονώνονταν συχνά και προσεύχονταν με τις ώρες. Μετά την εγκύκλιο μόρφωσή του εισήχθη στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια στις σπουδές του, ώστε το Πατριαρχείο της Σερβίας, εκτιμώντας την φιλομάθειά του και το ήθος του, τον έστειλε με υποτροφία για ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την Αγγλία. Έμαθε επίσης άριστα επτά γλώσσες.

     Παράλληλα με τις σπουδές του καλλιέργησε και την πνευματική του πρόοδο. Πίστευε ακράδαντα στο Θεό και φλέγονταν από πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Μελετούσε με πάθος τους Πατέρες και την ορθόδοξη θεολογία. Το 1908 υπέβαλε το Πανεπιστήμιο της Βέρνης διδακτορική διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανά­σταση του Χριστού, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας». Ακολούθως σπούδασε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπέβαλε άλλη διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης σχετικά με τη φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ.
      Το 1909 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου όμως αρρώστησε βαριά από δυσεντερία και λίγο έλειψε να πεθάνει. Όταν ανάρρωσε πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός στη Ιερά Μονή Ρακόβιτσα και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και συνάμα ορίστηκε ιεροκήρυκας στην σερβική πρωτεύουσα. Εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, κατά τη διάρκεια του οποίου επέδειξε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο στον δοκιμαζόμενο σερβικό λαό. Στα 1915 στάλθηκε στην Αγγλία και στις Η.Π.Α. για να ζητήσει βοήθεια από τους Σέρβους μετανάστες για τους πεινασμένους της Σερβίας. 
     Το 1919 εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσης και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην ιστορική Επισκοπή της Αχρίδος. Η επισκοπική του διακονία σημαδεύτηκε από υποδειγματική ποιμανατορία. Λειτουργούσε με κατάνυξη και κήρυττε με φλογερό πάθος. Ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός ρήτορας, ο οποίος σαγήνευε τους πολυπληθείς ακροατές των κηρυγμάτων του. Εργάστηκε άοκνα για την πνευματική αφύπνιση του ιερού κλήρου και για την ανέγερση ναών και μοναστηριών. Παράλληλα άσκησε ένα αξιοθαύμαστο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, με την σύσταση ιδρυμάτων, όπως ορφανοτροφείων, όπου έβρισκαν καταφύγιο χιλιάδες ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά. Ήταν πολύ αγαπητός από το λαό του, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του πατέρα και προστάτη του.
      Παρ’ όλο τον φόρτο της ποιμαντικής του διακονίας ασκούνταν και ό ίδιος στην αρετή και την πνευματική πρόοδο, προσευχόταν, νήστευε, αγρυπνούσε. Θαύμαζε τον αγιορείτικο μοναχισμό και φρόντιζε να έρχεται συχνά στο Άγιο Όρος για πνευματικό ανεφοδιασμό. Επισκεπτόταν συνήθως την Ιερά Μονή Παντελεήμονος, όπου συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου θαύμαζε την αγία βιωτή. Εκεί γνώρισε και τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993). 
      Ο άγιος Νικόλαος υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας πληθώρας αξιόλογων έργων, τα οποία εξέδωσε σε είκοσι τόμους. Τα διακρίνει η βαθειά του ορθόδοξη θεολογική σκέψη, η ποιητικότητα, η γλαφυρότητα και ακρίβεια. Το σημαντικότερο σύγγραμμά του είναι ο «Πρόλογος της Αχρίδος», συνοπτικά συναξάρια αγίων όλων των ημερών του έτους, με σχόλια και πνευματικές νουθεσίες. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, εκκλησιαστικούς ύμνους και ακολουθίες. Ακόμα άφησε περισσότερες από τριακόσιες επιστολές – απαντήσεις σε δύσκολα ποιμαντικά προβλήματα, τα οποία του υπέβαλλαν οι πιστοί. Είναι δε τέτοια η συγγραφική του καλλιέπεια ώστε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είχε πει για τον άγιο Νικόλαο πως «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε»!  
      Ήταν ακραιφνής ορθόδοξος. Βαδίζοντας στα βήματα των αγίων Πατέρων της Ορθοδοξίας, είχε τη βεβαιότητα και διακήρυττε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική και αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και πως έξω από αυτή υπάρχει το σχίσμα και η αίρεση. Μελέτησε όσο ολίγοι τον δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τις πολυάριθμες ομάδες του κατακερματισμένου προτεσταντισμού και πείστηκε ότι αυτός βρίσκεται σε τρομερές πλάνες, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για να έχει την παραμικρή εκκλησιαστική υπόσταση Το 1930 έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, όπου εξέφρασε με σαφήνεια την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και διατράνωσε την  αντίθεσή του στα πρώιμα τότε ανοίγματα των ορθοδόξων προς τους αιρετικούς και το κοσμικό φρόνημα. Το 1937 κατάγγειλε με σφοδρότητα τη συμφωνία Γιουγκοσλαβίας και Βατικανού, με την οποία θα γινόταν η χώρα του πεδίο ιεραποστολής των αιρετικών παπικών. Κατόρθωσε να ματαιώσει την υπογραφή της, αλλά όχι και την γενοκτονία, η οποία επακολούθησε λίγα χρόνια μετά το (1941-45), περισσότεροι από 880.000 Σέρβοι ορθόδοξοι βρήκαν τραγικό θάνατο από τους παπικούς Κροάτες Ουστάσι, όταν αρνήθηκαν τον βίαιο εκλατινισμό τους, με την καθοδήγηση του παπικού «κλήρου» και κύρια του  «αρχιεπισκόπου» του Ζάγκρεμπ  Α. Στέπινατς (νυν παπικού αγίου!) και την προτροπή του Βατικανού!
      Ο άγιος Νικόλαος είχε μελετήσει σε βάθος και την ευρωπαϊκή φιλοσοφία και ιστορία, διαπιστώνοντας την πνευματική γύμνια του ευρωπαίου ανθρώπου, η οποία οφείλεται στην αλλοίωση του χριστιανικού μηνύματος από τον παπισμό και τον προτεσταντισμό. Παρατήρησε την ραγδαία και προκλητική αποβολή της χριστιανικής κληρονομιάς και την υιοθέτηση μιας παράδοξης ειδωλολατρίας, της λατρείας του ανθρώπου και ό, τι έχει σχέση με την υλιστική και ηδονιστική απόλαυσή του. Γι’ αυτό αποκάλεσε την Ευρώπη «Λευκή Δαιμονία». Πρόβλεψε δε πως η πανίσχυρη Ευρώπη σύντομα θα γίνει συντρίμμια, λόγω αυτών των επιλογών της. Διαπίστωσε πως «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».
      Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο δοκιμαζόμενο λαό του. Όρθωσε με ηρωισμό το ανάστημά του στους βαρβάρους και απάνθρωπους φασίστες και ναζιστές κατακτητές. Διαμαρτυρήθηκε με παρρησία εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο. Κατάγγειλε με σφοδρότητα την υποκρισία των δυτικών χριστιανικών (υποτίθεται) κρατών, ιδιαίτερα για την αδιαφορία και την δικαιολόγηση της φοβερής γενοκτονίας των 880.000 νεκρών Σέρβων Ορθοδόξων από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι. Είναι ο πρώτος που θα τους ανακηρύξει Νεομάρτυρες και θα συνθέσει υπέροχη Ακολουθία προς τιμήν τους.
     Για την πατριωτική και αντιστασιακή του δράση το 1941 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Νταχάου, μαζί με τον μαρτυρικό Σέρβο Πατριάρχη
Γαβριήλ, για τρία φρικτά χρόνια. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945 από τους συμμάχους.  Αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία και ελευθερία να ασκήσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Το άθεο και απάνθρωπο μαρξιστικό καθεστώς, που εγκαθιδρύθηκε στην Γιουγκοσλαβία, πρώτο του μέλημα ήταν ο διωγμός της Εκκλησίας και γενικά κάθε θρησκευτικής πίστεως και εκδήλωσης. Ο άγιος Νικόλαος στοχοποιήθηκε από τους κομμουνιστές, τον οποίο χαρακτήρισαν «εχθρό του λαού», αυτόν τον μεγάλο ανθρωπιστή, ο οποίος διέσωσε χιλιάδες ανθρώπους στα χρόνια της κατοχής και επέδειξε πρωτοφανή πατριωτικό φρόνημα!
       Έτσι εξαναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Το 1946 μετέβη στην Αμερική, όπου αναδείχθηκε σπουδαίος ποιμένας, διδάσκαλος, καθηγητής, κήρυκας, ομολογητής και όσιος στο Νέο Κόσμο. Απέβη ένας φλογερός απόστολος της Ορθοδοξίας στην αμερικανική ήπειρο, σε μια εποχή, που έκανε την εμφάνισή του ο πρώιμος οικουμενισμός, ο οποίος σχετικοποιεί την Ορθοδοξία μας. Διορίστηκε καθηγητής στην σερβική Ιερατική Σχολή  της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην Θεολο­γική Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία).
      Όντας καθηγητής στην Σχολή του Αγίου Τύχωνος, κοιμήθηκε ξαφνικά, ενώ ετοιμαζόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία στις 5 Μαρτίου 1956. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Σερβία το 1991 και τοποθετήθηκαν στην Ιερά Μονή Τσέλιε, δίπλα με τα ιερά λείψανα του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979). Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε το Μάιο του 2003 από τη Σερβική Εκκλησία και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.