Δευτέρα, Φεβρουαρίου 02, 2026

 

 

Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ.

Αρχ. Παύλου ΔημητρακοπούλουΘεολόγου – συγγραφέως- Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 2α  Φεβρουαρίου 2026

    Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, εορτάζει η αγία μας Εκκλησία την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου μας. Η λέξη Υπαπαντή σημαίνει υποδοχή και προϋπάντηση. Πρόκειται για την υποδοχή που έγινε στον μικρόν Ιησούν από ένα δίκαιο και ενάρετο άνδρα της Παλαιάς Διαθήκης, τον άγιο Συμεών τον Θεοδόχο, όταν η Παναγία μητέρα του Κυρίου τον προσέφερε στο Ναό 40 ημέρες μετά την γέννησή του.   

    Το νόημα και το περιεχόμενο της εορτής αυτής διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς στο 2ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Σαράντα ημέρες μετά την γέννηση του Κυρίου, η Παναγία με το νεογέννητο βρέφος στην αγκαλιά της και με τον Ιωσήφ προσέρχονται στον ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα. Έρχονται για να εκπληρώσουν κάποια εντολή του μωσαϊκού νόμου. Αφ’ ενός μεν να προσφέρουν θυσία στο ναό και αφ’ ετέρου να παρουσιάσουν τον Ιησού ενώπιον του Θεού ως αφιερωμένο σ’ Αυτόν.

    Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο κάθε γυναίκα λεχόνα επί 40 ημέρες μετά την γέννηση αρσενικού παιδιού θεωρείται ακάθαρτη. Δεν επιτρέπεται σ’ αυτήν στο διάστημα των  ημερών αυτών να εισέλθη μέσα στο ναό. Μετά την συμπλήρωση των 40 ημερών, έπρεπε να προσέλθη για να προσφέρει ως θυσία για τον καθαρισμό της ένα αμνό και ένα νεαρό περιστέρι, ή ένα τρυγόνι. Εάν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει ως θυσία τον αμνό, θα έπρεπε να προσφέρει αντί του αμνού ένα ζευγάρι τρυγόνια, ή δύο νεαρά περιστέρια. Η Παναγία όμως αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στην εντολή αυτή του Νόμου. Δεν είχε ανάγκη καθαρισμού και προσφοράς θυσίας, διότι με υπερφυσικό τρόπο, με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, συνέλαβε και γέννησε τον Χριστόν, χωρίς να καταστραφεί η παρθενία της και επομένως δεν είχε ποτέ περίοδο λοχείας. Απεναντίας μάλιστα ο Θεός Λόγος, που ήρθε και εσκήνωσε μέσα της αγίασε την παρθενική μήτρα της και ολόκληρη την ψυχή και το σώμα της.

    Σύμφωνα πάλι με τον Μωσαϊκό Νόμο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί, που γεννιέται, ανήκει στον Θεόν και πρέπει να αφιερώνεται σ’ αυτόν. Οι γονείς του παιδιού θα έπρεπε να καταβάλλουν ένα μικρό χρηματικό ποσό στο ναό για την εξαγορά του. Ο Ιησούς όμως αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στην εντολή αυτή του νόμου. Δεν είχε ανάγκη να προσφερθεί σαν αφιέρωμα προς τον Θεόν, σαν να ήταν κάποιος ξένος προς τον Θεόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι ο αγαπημένος Υιός του Θεού, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος. Ούτε είχε ανάγκη να εξαγοραστεί από την Παναγία και τον Ιωσήφ, αφού Αυτός ήρθε στον κόσμο, για να μας εξαγοράσει από τη δουλεία της αμαρτίας.

    Παρ’ όλα αυτά τόσον ο Ιησούς όσον και η μητέρα του δέχονται να υπακούσουν, σ’ όσα ο Νόμος διέτασσε. Αυτός που νομοθέτησε το Νόμο, υποτάσσεται και υπακούει σε κάθε εντολή του και εκπληρώνει όλη τη δικαιοσύνη του, για να αποδείξει ότι δεν είναι αντίθετος προς αυτόν και για να δώσει και σε μας το παράδειγμα της υπακοής σε κάθε εντολή του Θεού. Γίνεται υπήκοος προς τον Πατέρα του μέχρι θανάτου, τηρώντας με ακρίβεια το θέλημά του, για να θεραπεύσει το τραύμα της ιδικής μας παρακοής.

    Τότε λοιπόν που η Παναγία ήρθε στο ναό, για να εκπληρώσει, όσα διέτασσε ο Νόμος, εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθε επίσης στο ναό, οδηγημένος από το Πνεύμα το άγιο, ο άγιος Συμεών. Αυτός ήταν άνθρωπος δίκαιος και ευλαβής, αφοσιωμένος στον Θεόν και το θέλημά του. Είχε μέσα του το άγιο Πνεύμα, το οποίο του αποκάλυψε, ότι δεν θα απέθνησκε, προτού να δεί με τα μάτια του τον Μεσσία Χριστόν. Πλησίασε την Παναγία και πήρε από τα χέρια της στην αγκαλιά του με πολλή στοργή το πανάγιο βρέφος. Η καρδιά του είχε γεμίσει εκείνη την ώρα από βαθιά ειρήνη, άφατη χαρά και αγαλλίαση. Αισθάνεται ότι δεν πατάει στη γη, αλλά βρίσκεται στους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους. Ο άγιος Συμεών αυτή την ώρα μιμείται τα χερουβίμ, διότι βαστάζει τον «επί θρόνου χερουβικού εποχούμενον», τον σαρκωθέντα Θεόν. Κατανοεί με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος ότι το μικρό και αδύνατο αυτό βρέφος, τυλιγμένο μέσα στα σπάργανα είναι «ο παλαιός των ημερών», ο κτίστης και δημιουργός των απάντων, ο πλαστουργός του και Θεός και θαυμάζει του μυστηρίου την δύναμη. Θαυμάζει το μέγεθος της συγκαταβάσεως της φιλανθρωπίας και της αγάπης του Θεού. Η ώρα αυτή είναι για τον άγιο Συμεών ο πιο συγκλονιστικός σταθμός της ζωής του. Ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεόν για το μέγεθος της δωρεάς που αξιώθηκε. Τον δοξολογεί με τους προφητικούς εκείνους λόγους, τους οποίους επαναλαμβάνει η Εκκλησία  μας στο τέλος κάθε εσπερινού: «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ».  Σ’ ευχαριστώ, λέγει, Θεέ μου, γιατί εξεπλήρωσες σήμερα την  υπόσχεσή σου και μ’ αξίωσες όχι μόνον να σε δω με τα μάτια μου, αλλά και να σε ψηλαφίσω με τα χέρια μου. Τώρα πια μπορείς να με ελευθερώσεις από τα δεσμά του σώματος και να με απολύσεις από την παρούσα ζωή με ειρήνη. Τώρα πια ας έλθει ο θάνατος να με πάρει. Ο πόθος μου εξεπληρώθη. Είδα με τα μάτια μου τον Υιόν σου που τον έστειλες στον κόσμο και εσαρκώθη για να γίνει πηγή σωτηρίας, όχι μόνον του λαού σου, του Ισραήλ, αλλά και όλων των λαών της γης. Χάρις σ’ αυτόν θα γνωρίσουν τα έθνη τον αληθινό Θεό και θα οδηγηθούν από το σκότος της ειδωλολατρίας στο φως της αληθινής θεογνωσίας. Τα λόγια αυτά του αγίου Συμεών, καθώς και όσα είπε παρά κάτω προς την Παναγία, είναι λόγια προφητικά και πραγματοποιήθηκαν αργότερα μέχρι λεπτομέρειας.

    Την εποχή εκείνη όλοι οι λαοί της γής προσδοκούσαν και περίμεναν με λαχτάρα τον σωτήρα και λυτρωτή. Ο Χριστός είχε γίνει «η προσδοκία των εθνών», σύμφωνα με την προφητεία του πατριάρχου Ιακώβ. Τον αναζητούσαν επίμονα και επιτακτικά. Ήταν η εποχή που το κακό, η εξαθλίωση και η διαφθορά της ανθρωπότητος είχαν φθάσει στο αποκορύφωμά τους. Το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και κάθε ηθικής διαστροφής κυριαρχούσε παντού, από το παλάτι της Ρώμης μέχρι τον τελευταίο δούλο της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πουθενά δεν υπήρχε τιμιότης και ειλικρίνεια, πουθενά ασφάλεια και ειρήνη. Ειδικότερα στο λαό των Εβραίων, που ήταν τότε ο περιούσιος λαός του Θεού, δεν υπήρχαν άρχοντες με φόβο Θεού για να τον κυβερνήσουν, αλλά στέναζε κάτω από την τυραννική δουλεία των Ρωμαίων. Επί πλέον η θρησκευτική του ηγεσία, οι Αρχιερείς και Γραμματείς και Φαρισαίοι ήταν άνθρωποι άπιστοι, κενόδοξοι και υποκριτές που επεδίωκαν το χρήμα και την καλοπέραση.

    Πόθος διακαής και προσδοκία του αγίου Συμεών ήταν, αδελφοί μου, πότε θα έρθει εκείνη η ώρα, που ο Θεός θα εκπληρώσει την υπόσχεσή του και θα δει με τα μάτια του τον Χριστό. Κέντρο της ζωής του είχε γίνει η προσδοκία της εκπληρώσεως αυτής της υποσχέσεως. Κάθε άλλη προσδοκία και επιθυμία είχε παραμεριστεί στο περιθώριο της ζωής του. Όλο το νόημα της ζωής του ήταν γι’ αυτόν να αξιωθεί να απολαύσει την εμπειρία της ζωντανής παρουσίας του.

    Όμως και η δική μας ζωή δεν θα πρέπει να έχει άλλο νόημα και άλλο σκοπό. Πόθος και αγώνας και προσδοκία διαρκής και ισόβιος πρέπει να γίνει και σε μας, το να αξιωθούμε να συναντηθούμε με τον Χριστό, να τον δούμε με τα μάτια της ψυχής μας, να απολαύσουμε την ζωοποιό ενέργεια της θείας Χάριτός Του, να τον κρατήσουμε μέσα στα ενδότερα της ψυχής μας, ώστε να παραμείνει μονίμως μέσα μας. Ας αγωνιστούμε ώστε  η εμπειρία του αγίου Συμεών, που είναι καθολική εμπειρία όλων των αγίων, να γίνει και δική μας προσωπική εμπειρία. Αυτή την εμπειρία εύχομαι να αξιωθούμε να βιώσουμε όλοι μας, ήδη από την παρούσα ζωή, με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου, τις πρεσβείες του αγίου Συμεών και όλων των αγίων. Αμήν. 



 

 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Μια από τις πλέον σεβάσμιες μορφές της Καινής Διαθήκης είναι και ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, ο οποίος αξιώθηκε να κρατήσει στα γεροντικά του χέρια τον νεογέννητο Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου.

     Ο άγιος Συμεών θεωρείται ως ο πρώτος άγιος της Εκκλησίας μας, ο οποίος συνδέει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Είναι ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος κατάδειξε την μεσσιανική ιδιότητα του Χριστού, εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα και μέγιστος προφήτης, ο οποίος είδε να εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τον ερχομό του Μεσσία και της μεσσιανικής εποχής.

     Ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του γνωρίζουμε, σταχυολογημένα από την ευαγγελική διήγηση και τις χριστιανικές παραδόσεις, οι οποίες συχνά φτάνουν σε υπερβολές και μυθοποιούν το σεπτό του πρόσωπο. Όμως τα ιερά συναξάρια της Εκκλησίας μας δεν είναι καθαρά ιστορικά κείμενα, αλλά κηρυγματικά, κατηχητικά, τα οποία σκοπό έχουν να διδάξουν την πίστη και την ευσέβεια στους πιστούς, με βάση τη βιωτή των αγίων. Στα πλαίσια αυτά είναι ανεκτή κάθε λεκτική «υπερβολή» και ιστορική «παρέκβαση».

     Ο ευσεβής θρύλος τον θέλει να είναι ένας από τους 72 μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης στη ελληνική γλώσσα, την ομάδα των δίγλωσσων σοφών Ιουδαίων ελληνιστών στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στην τότε διεθνή γλώσσα, για να την μελετούν και να την κατανοούν οι ανά τον κόσμο Ιουδαίοι, οι οποίοι δεν γνώριζαν την εβραϊκή. Αυτό έλαβε χώρα τον 3ο π. Χ. αιώνα. Είναι η γνωστή Μετάφραση των Ο΄, την οποία παρέλαβε και χρησιμοποιεί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Να σημειώσουμε εδώ πως αυτή η μετάφραση αποτελεί, μαζί με τους σωζόμενους παπύρους, το αρχαιότερο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, ακόμα παλαιότερο από το σωζόμενο εβραϊκό , το γνωστό ως «Μασωριτικό».

      Αναμφίβολα το έργο της μετάφρασης δεν ήταν καθόλου εύκολο, διότι έπρεπε να βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις και έννοιες της ελληνικής γλώσσας για να αποδοθεί σωστά το θεόπνευστο Ιερό Κείμενο. Ανάμεσά τους λοιπόν και ο σοφός Συμεών, ο οποίος με φόβο Θεού και ευλάβεια αναζητούσε να αποδώσει με ακρίβεια την θεοπνευστία της Παλαιάς Διαθήκης. Επέμενε να δίνουν μεγάλη προσοχή και επιμέλεια σε ορισμένα κομμάτια της, τα οποία έχουν μεσσιανικό χαρακτήρα.

     Όταν έφτασαν να μεταφράσουν το ιερό προφητικό βιβλίο του Ησαΐα, και συγκεκριμένα στο χωρίο: «διὰ τοῦτο δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον· ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ» (Ησ.7,14), ο θεόπνευστος Συμεών άρχισε να προβληματίζεται από την μυστηριώδη προητεία, ζητώντας από τους άλλους μεταφραστές να μην βιαστούν να τη μεταφράσουν εσπευσμένα. Αναρωτήθηκε πως μια παρθένα θα γεννήσει όντως  παρθένα, αμφισβητώντας ότι μπορεί να γίνει αυτό. Γι’ αυτό και πρότεινε  ότι κατά την απόδοση της μετάφρασης, αντί να χρησιμοποιηθεί η λέξη «παρθένος» να χρησιμοποιηθεί στην ελληνική στην θέση της τη λέξη «νεαρά (κοπέλα)».     

     Αλλά τότε  ακούστηκε φωνή αγγέλου να λέγει «Συ Συμεών θα ζήσεις και θα ιδείς τον Χριστό και θα τον πιάσεις με τα χέρια σου» ενώ ταυτόχρονα αόρατο χέρι τον ράπισε στο μάγουλο για την ασέβεια του αυτή να αποδώσει άλλη έννοια, στην ελληνική, παρά αυτή που σήμαινε στην εβραϊκή.

     Την ίδια μέρα βαδίζοντας πλάι σε κάποιο ποτάμι και συλλογιζόμενος την μυστηριώδη προφητεία, έριξε στο νερό το δακτυλίδι του, λέγοντας πως αν το ξαναβρεί τότε θα πιστέψει ότι θα βγει αληθινή η προφητεία του Ησαΐα.

    Το ίδιο βράδυ κάθισε μαζί με τους άλλους μεταφραστές να φάνε στον δείπνο ψάρια. Με θαυμασμό και έκπληξη βρήκε μέσα στο ψάρι του το δακτυλίδι του! Διηγήθηκε το συμβάν στους συνδαιτυμόνες του και τότε δέχτηκαν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «παρθένος» στη μετάφραση. 

     Έκτοτε ο δίκαιος και ευλαβής Συμεών εγκαταστάθηκε τα Ιεροσόλυμα και έζησε για πολλά – πολλά χρόνια περιμένοντας να επαληθευτεί η πρόρρηση του αγγέλου, και το σπουδαιότερο να εκπληρωθεί η μυστική πληροφορία που είχε από το Άγιο Πνεύμα, ότι δεν θα πεθάνει αν δεν δει το Μεσσία, το Λυτρωτή του κόσμου.

      Γερασμένος μετέβαινε καθημερινά στο Ναό προσευχόμενος και αναμένοντας εναγωνίως την μεγάλη συνάντηση. Ο Θεός τον αξίωσε να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του. Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ και τη συνάντησή του με τον Συμεών: «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).

       Στο ναό περίμεναν το άγιο Νήπιο δύο αγιασμένα πρόσωπα, ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα  Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας,  ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, μόλις αντίκρισε την αγία Οικογένεια,  αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.

      Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…», η οποία συμπεριλήφθητε στο κείμενο του Λουκά. Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).

     Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, να τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα  γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού, ο θάνατος είναι πια πέρασμα προς την αιωνιότητα.

        Αποκαλώντας τον Μεσσία, ως «σωτήριον», ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32), αναγγέλλει για πρώτη φορά την παγκοσμιότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση, υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία.

     Ακόμα ευλόγησε την αγία Οικογένεια και απευθυνόμενος προς την Θεοτόκο, είπε: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας, την οποί θα δοκιμάσει, εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.                   

     Κατόπιν ομιλούσε και η αγία προφήτιδα Άννα, απόγονος της φυλής του Ασήρ, η οποία ήταν «προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ». (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.    

       Μετά από αυτή τη συγκλονιστική συνάντησή του με τον Κύριο ο άγιος Συμεών πήγε στην οικία του και κοιμήθηκε ειρηνικά. Ενταφιάσθηκε πλησίον της οικίας του και ύστερα από αιώνες, έγινε ανακομιδή των λειψάνων του και κατόπιν μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την άλωση της Πόλης  το 1204 μ. Χ. αρπάχτηκαν από τους αιρετικούς Φράγκους και μεταφέρθηκαν στην Βενετία, όπου φυλάσσονται έως και σήμερα.

       Έλαβε την προσωνυμία «Θεοδόχος» διότι ήταν αυτός που υποδέχθηκε τον Θεάνθρωπο Χριστό, στα αγιασμένα γεροντικά του χέρια και διότι, με αυτήν την υποδοχή αποτέλεσε δοχείο πλήρης της χάριτος, πίστεως, υπακοής και προσμονής.          

       Είναι γνωστό πως υπάρχουν δύο Μονές αφιερωμένες στον Δίκαιο Συμεών.  Η μία βρίσκεται στο σημείο της οικίας του και του τάφου του, η ονομαζόμενη «Ιερά Μονή Καταμόνας» ενώ η δεύτερη στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου, το θρυλικό μοναστήρι του Αη - Σημιού, κατά την τοπική διάλεκτο, όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της εθνικής μας παλιγγενεσίας.

      Η μνήμη του τιμάται στις 3 Φεβρουαρίου, μαζί με την αγία προφήτιδα Άννα, την επομένη της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου .



 

              Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου

Υπαπαντή του Κυρίου: Τι συμβολίζει η σημερινή γιορτή - iefimerida.gr
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
«ΕΙΔΟΝ ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΙ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΣΟΥ»   (Λουκ.2,31)
     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
     Η μεγάλη θεομητορική και συνάμα δεσποτική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι ένας ακόμη σημαντικός εορτολογικός σταθμός του ενιαυτού στην Εκκλησία μας. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου του Χριστού στον ιουδαϊκό Ναό της Ιερουσαλήμ και της ευλογίας Του από τον άγιο Συμεών και την σεβάσμια γερόντισσα και προφήτιδα Άννα. 

Αυτή η τυπική νομική επίσκεψη του Κυρίου μας στο Ναό του Θεού ενέχει πολύ μεγάλη θεολογική σημασία για την Εκκλησία μας, διότι όπως θα δούμε, εκεί αναγγέλλεται για πρώτη φορά δημόσια η πολυπόθητη για το ανθρώπινο γένος έλευση του Λυτρωτή και ειπώθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαίους, Συμεών και Άννα, ύψιστης αξίας προφητικά λόγια, τα οποία φανερώνουν περίτρανα την θεία καταγωγή και τη σωτήρια αποστολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό οι Ορθόδοξοι πιστοί πανηγυρίζουμε λαμπρά αυτή την ιερή ημέρα.
      Η εορτή της Υπαπαντής είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους χρόνους ίσως και νωρίτερα του 5ου αιώνα. Καθιερώθηκε κατ’ αρχήν στη Δύση για να αντικαταστήσει τη βάρβαρη και παγανιστική εορτή του προς τιμήν απαίσιου τραγόμορφου θεού των δασών Silvanus, αντίστοιχου του Πάνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας, προκειμένου να σταματήσουν τα αισχρά όργια των λατρευτών του ψευτοθεού.  
      Σύμφωνα με τη μωσαϊκή θρησκεία όφειλαν οι γονείς να οδηγήσουν στο Ναό και να αφιερώσουν στο Θεό κάθε νεογέννητο παιδί την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή του (Έξοδ.13,1). Για τους πιστούς Ιουδαίους η γέννηση παιδιών θεωρούνταν θείο δώρο και γι’ αυτό φρόντιζαν να ευχαριστήσουν το Θεό, μετά τον καθαρισμό της λεχώνας μητέρας, μετά από σαράντα ημέρες, όπως προέβλεπε η μωσαϊκή νομοθεσία, «όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ’ υιώ ή επί θυγατρί, προσοίσει αμνόν άμωμον, εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου» (Λευιτ.12.6).    
      Το ίδιο έκαμαν και οι άγιοι γονείς του Κυρίου μας. Ως ευσεβείς τηρητές της ιουδαϊκής θρησκείας τηρούσαν επακριβώς όλες τις νομικές διατάξεις. Ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει πως «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον υπό  γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση» (Γαλ.4,4), διότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ.2,17). Κάθε λεπτομέρεια της ζωής του Κυρίου έχει μεγάλη θεολογική και σωτηριολογική σημασία, διότι αποδεικνύει την πραγματική ενανθρώπησή Του και κατά συνέπεια τη βεβαία σωτηρία μας!                    
     Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ. «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).
      Πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν για τους ευσεβείς Ιουδαίους τόπος ιερός και άγιος, διότι πίστευαν πως εκεί κατοικούσε ο Ύψιστος Θεός. Η προσέγγισή τους εκεί γέμιζε την ψυχή τους με βαθιά ευλάβεια. Μόλις περνούσαν τις μεγαλόπρεπες πύλες του εντοιχισμένου περιβόλου, τους καταλάμβανε δέος και τρόμος. Πατούσαν τον τόπο της παρουσίας του απόλυτα απρόσιτου Θεού! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν ταυτόσημος με την ιουδαϊκή θρησκεία και σημείο αναφοράς κάθε πιστού Ιουδαίου. Χωρίς αυτόν δε μπορούσε να λειτουργήσει η ιουδαϊκή θρησκεία και γι’ αυτό όταν καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατοχής, τέθηκε το ερώτημα αν μπορούσε να υπάρξει η θρησκεία χωρίς αυτόν, τόσο μεγάλη σημασία είχε για τους Ιουδαίους.
      Ο Ναός ήταν ο τόπος ηρεμίας και παρηγοριάς όλων των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι απαυδισμένοι από την αφάνταστη ασέβεια και ηθική κατάπτωση της εποχής των, περίμεναν την από Θεού λύτρωση. Ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος ο Ναός και προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή για την αποστασία του λαού και παρακαλούσαν, με δάκρυα, την συντόμευση του χρόνου της ελεύσεως του Μεσσία. Ορισμένοι μάλιστα είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στα πολυάριθμα παρακείμενα κτίσματα και ζούσαν με προσευχή και νηστεία, την αναμονή του Σωτήρα.
      Δύο από αυτούς ήταν ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα  Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας,  ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, που έφερε στο Ναό η αγία Οικογένεια, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.
      Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…», την οποία καταχωρήσαμε στο κείμενο του Λουκά. Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).
     Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα  γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού, ο θάνατος είναι πια πέρασμα προς την αιωνιότητα.
      Μια άλλη σημαντική παράμετρος της ωδής του Συμεών είναι η επισήμανση της παγκοσμιότητας της σωτηρίας. Αποκαλεί το «σωτήριον», δηλαδή το Μεσσία, ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32). Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία.
     Ο άγιος Συμεών, όταν τελείωσε την ευχαριστήρια ωδή του, ευλόγησε την αγία Οικογένεια και είπε στη Θεοτόκο: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.                   
     Το ίδιο ομιλούσε και η αγία προφήτις Άννα. «Αύτη προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ». (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.    
     Η μεγάλη εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι μια καλή ευκαιρία για όλους τους πιστούς να δοξάσουμε για μια ακόμα φορά τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος χάρις στην άμετρη φιλανθρωπία Του, άφησε τα δυσθεώρητα ύψη του ουράνιου θρόνου Του και έγινε άνθρωπος, για να σώσει το ανθρώπινο γένος από τα φοβερά δεσμά της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Χάρις στη σωτηρία μας, Αυτός που «τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων», καταδέχθηκε να αναπαυθεί στις γεροντικές αγκάλες του δικαίου Συμεών και να λάβει ευλογία από αυτόν Εκείνος που ευλογεί, συντηρεί και δίνει ζωή σε ολάκερη τη δημιουργία. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας.
    Αυτό θα πρέπει να μας δίνει τη βεβαιότητα πως «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», όπως διακήρυξε με περισσό θάρρος ο απόστολος Πέτρος, παρά μονάχα στο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού μας, του Οποίου «ουδέ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ.4,12). Να μην αναζητούμε άλλους ψεύτικους και αναποτελεσματικούς σωτήρες, διότι μόνος Αυτός, ετοιμάσθηκε από τη θεία βουλή, λυτρωτής «πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,31-32).     


Σάββατο, Ιανουαρίου 31, 2026

 

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

μιλία εἰς τήν κατά τόν Τελώνην καί τόν Φαρισαίον τοῦ Κυρίου παραβολήν

    Εφευρετικός είναι για το κακό ο νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, μέσω της ανελπιστίας και της απιστίας, αλλά επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί μέσω της αδιαφορίας και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίσει μέσω της υπερηφάνειας και της παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένο ήδη. Αλλά κρατηθείτε, μην πτοηθείτε· διότι ο επιμελής είναι περισσότερο επινοητικός στα αγαθά και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία, αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο ο Οποίος δύναται τα πάντα και ενδυναμώνει από αγαθότητα όλους τους εραστές της αρετής. Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστη από ποικίλα πονηρές πανουργίες που μηχανεύεται ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει και επαναφέρει όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγει εύκολα στον Θεό με τη μετάνοια και την ταπείνωση.   

    Δείγμα λοιπόν και διαρκής απόδειξη σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω είναι το εξής. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι τελώνης και, μπορoύμε να πούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας, ελαφρύνεται από αυτήν με τρόπο απλό, αφού έγινε συγκοινωνός προς όσους διάγουν ενάρετο βίο με μόνο τον λόγο που είπε στην προσευχή του, κι αυτόν σύντομο[«ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό)»[Λουκ.18,13], και ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και, δικαιωμένος από τον ίδιο τον αδέκαστο Κριτή, συγκαταλέγεται στον χορό των δικαίων. Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο που είπε καταδικάζεται, παθαίνει τούτο διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν είναι λιγότερα από αυτά τα λόγια.

     Και γιατί άραγε η μεν ταπείνωση ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαχνία, δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη· διότι λέγει: «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν(:ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρη)»[Ιακ.4,5].

   Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με παραβολή λέγει: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης(:δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν˙ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης)»[Λουκ.18,10]. Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το κέρδος που προκύπτει για τον άνθρωπο από την ταπείνωση και τη ζημία που προκαλείται από την υπερηφάνεια, διαίρεσε σε δύο κατηγορίες όλους όσους προσέρχονται στον ναό, πόσο μάλλον βέβαια όσους ανεβαίνουν σ’ αυτόν, που είναι οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η φύση της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από τη γη στον ουρανό και υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός. 

   Άλλωστε και ο παλαιός εκείνος ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο, όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον θανατηφόρο άγγελο να κινεί τη ρομφαία κατά της πόλεως, εκεί ανέβηκε και οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε  στον Θεό θυσία και σταμάτησε η θανατηφόρος επιδημία. Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του ιλασμού που προέρχεται έπειτα από αυτήν(διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για τη σωτηρία μας), και, εάν θέλεις, και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μαςη οποία πραγματικά ευρίσκεται επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον οποίο, προς εξιλασμό όλου του κόσμου, ως καταστροφή του θανάτου και αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία.  

    Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι δύο άνθρωποι "προσήλθαν" στον ναό, αλλά "ανέβηκαν"  στον ναό. Υπάρχουν βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό· αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη της συναναστροφής και της συνομιλίας μεταξύ τους, όπως δηλαδή κάνουν και όσοι επιδίδονται σε αγοραπωλησίες· πραγματικά ομοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν τα αντικείμενα προς πώληση, εκείνοι δε λόγους, παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα. Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον: «Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν·καὶ λέγει αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν(:τότε ο Ιησούς μπήκε στον ιερό ναό που ήταν αφιερωμένος στο Θεό, κι έβγαλε έξω όλους εκείνους που πουλούσαν και αγόραζαν στο ιερό προαύλιο των εθνών κι αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών, καθώς και τα καθίσματα όπου κάθονταν αυτοί που πουλούσαν τα περιστέρια. Και τους λέει:  Είναι γραμμένο στον Ησαΐα: “Ο οίκος μου θα ονομαστεί και θα είναι οίκος προσευχής. Εσείς όμως τον κάνατε σπήλαιο που συχνάζουν ληστές, αφού με τις αισχροκέρδειές σας κατακλέβετε και ληστεύετε τους προσκυνητές”)»[Ματθ.21,12], έτσι τους εξέβαλε και από τις συνομιλίες τους αυτές κατά τις αγοραπωλησίες, διότι δεν ανεβαίνουν καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς.  

    Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν, αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος από τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να προσευχηθεί· διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς τους ο ίδιος, αφού ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλά ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος. Ο ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι διδάχθηκε από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του: «ἐταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με ὁ Κύριος (:ταπεινώθηκα και με έσωσε ο Κύριος)»[Ψαλμ.114,6]. 

     Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των προφητών προς χάρη μας ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σαν εμάς, καθώς λέγει ο απόστολος, «καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ(:και ενώ παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου, δεν ήταν μόνο άνθρωπος, όπως φαινόταν, αλλά ήταν συγχρόνως και Θεός. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού, που είναι ο πλέον οδυνηρός και ατιμωτικός θάνατος)»[Φιλιπ.2,8]. Ο δε Φαρισαίος ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον Οποίο όλη η δική μας δικαιοσύνη είναι σαν «ὡς ράκος ἀποκαθημένης(:ράκος γυναίκας που έχει εμμηνόρροια)»[Ησ.6,5]· διότι δεν άκουσε εκείνον που λέγει: «ἀκάθαρτος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑψηλοκάρδιος(:κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου)»[Παροιμ.16,5] και «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται (:ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους)»[Ιακ.4,8], και «Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες(: αλίμονο σ’ αυτούς που αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες)»[Ησ.5,21].   

    Δεν τους διαχώρισε μόνο το ήθος αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας. Ο ένας από τους προσευχομένους ανεβαίνει στον ναό του Θεού για να δοξάσει και να ευχαριστήσει τον Θεό για όσα έλαβε από Αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και η άφεση των αμαρτημάτων, και μάλιστα για όσους αμαρτάνουν κάθε ώρα στις ημέρες μας. Από το άλλο μέρος η υπόσχεση  των όσων με ευσέβεια προσφέρονται από εμάς στον Θεό δεν ονομάζεται  προσευχή, αλλά ευχή· και τούτο το δήλωσε εκείνος που είπε: «εὔξασθε καὶ ἀπόδοτε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν(: κάμετε ευχή, και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας)»[Ψαλμ.75,12], και αυτός που λέγει: «ἀγαθὸν τὸ μὴ εὔξασθαί σε ἢ τὸ εὔξασθαί σε καὶ μὴ ἀποδοῦναι(:καλύτερο είναι να μην κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την εκτελέσεις)»[Εκκλ.5,4].

   Αλλά το διπλό εκείνο είδος της προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απρόσεκτους. Δηλαδή την μεν μία την καθιστά αποτελεσματική η υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή και η δέηση, η πίστη και η κατάνυξη μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό όμως την καθιστά η απόγνωση και η πώρωση. Την άλλη την κάμουν ευπρόσδεκτη ευχαριστία για όσα έχουμε ευεργετηθεί από τον Θεό, η ταπείνωση και η αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερούμενους, απαράδεκτη δε η έπαρση γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με δική μας προσπάθεια και γνώση, και η κατάκριση εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα. Ότι λοιπόν είναι άρρωστος και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια του· διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και κατάκριση· διότι, λέγει, αφού στάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα εξής· «ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης(:Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη· ενώ δηλαδή όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι και αξιοκατάκριτοι, εγώ είμαι ο μόνος ανένοχος. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν, διότι δεν βλέπω στον εαυτό μου τις τόσες κακίες που έχουν οι άλλοι)»[Λουκ.18,11].

   Η στάση του Φαρισαίου δεν δηλώνει τη δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό. Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των αβύσσων. Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε "σ’ ευχαριστώ", δεν πρόσθεσε τα λόγια: «διότι από ευσπλαχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού». Διότι, αδελφοί, είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού πιάστηκε στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να διαφύγει με τη μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από ανώτερη πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου προσπάθεια, εμμείναμε με τη βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας. Και πρέπει να αναγνωρίζουμε τη δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζουμε.

   Ο Φαρισαίος όμως λέγει: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέόχι διότι έλαβα καμιά βοήθεια από σένα», αλλά «διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι»· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαγας, μοιχός και άδικος, αν φυσικά τα διέθετε κιόλας. Δεν πρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του, αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, και εξουδενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο θεωρούσε δίκαιο και σώφρονα, τον εαυτό του· «δεν είμαι» λέγει, «όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης».

   «Πόση μωρία σε διακρίνει», θα μπορούσε κανείς να του ειπεί. «Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι και άρπαγες, τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την κάκωση; Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή και, θα λέγαμε, οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη, κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και στεκόταν μακριά σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το γνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης, ότι όμως ήταν μοιχός, από που το γνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι  να τον αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν είναι έτσι, δεν είναι·  αλλά αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως για όσα αδίκησε, εσύ όμως θα καταδικαστείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικά εκείνον και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις. "Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί"».

    Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους  ανθρώπους, αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφενός μεν εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφετέρου πάλι  αποδίδει την αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στη δική του. Ο λόγος για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες, ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτού να του παράσχει την αρετή. Αλλά αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκονται εμπρός τους προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου.

    Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός: «Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι(:έχω όμως και αρετές: νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Δίνω το ένα δέκατο από όλα εκείνα που αποκτώ, ακόμη και από τα πιο μικρά και τιποτένια, για τα οποία δεν επιβάλλει ο νόμος τη “δεκάτη”)»[Λουκ.18,12]. Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και επαυξήσεις της περιουσίας του. Επομένως είχε μεν όσα κατείχε, προσελάμβανε δε ανεμπόδιστα όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι  πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι πάντοτε το ψεύδος!

    Την μεν αποδεκάτιση των εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του· διότι πώς μπορεί να είναι άρπαγας των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης· διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας. Έστω λοιπόν, είναι σώφρων και δίκαιος, και, αν θέλεις, και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία; Αν όμως το απέκτησες από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να χαίρεσαι με ταπείνωση και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για όσους βλέπουν.

     Και Σάββατο ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών, στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό, όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτειακόμη και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.

    Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό. Αλλά χτυπούσε συνεχώς το στήθος του, που περιέκλεινε την αμαρτωλή και ακάθαρτη καρδιά του, και έλεγε: “Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό”)»[Λουκ.18,13].

  Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωση και η πίστη  και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των αισθήσεων, συγχρόνως δε και τη συντριβή της καρδιάς, αναμεμιγμένες με την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την ακαταίσχυντη πίστη, την ακατάκριτη αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική ταπείνωση. Συνδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα· διότι, λέγει, «καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς(:ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα)». Δεν είπε «σταθείς», όπως στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «ἑστὼς»δηλώνοντας με αυτό την επί πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε άλλο, πρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνη τη μονολόγιστη δέησηπου είναι το αποτελεσματικότερο είδος προσευχής.

   «Ο τελώνης», λοιπόν, « στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό». Αυτή η στάση ήταν συγχρόνως και στάση και υπόκυψη, και δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς Αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλά ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής ήδη προθέσεώς της. Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο και το σχήμα την αυτοκατάκριση και αυτομεμψία του· διότι θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του μεν ναού στεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό όμως δεν τολμούσε ούτε ν’ ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το στήθος του από την έντονη κατάνυξη και παριστώντας έτσι τον εαυτό του άξιο τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό και ζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό»· διότι πίστεψε σε Εκείνον που λέγει: «Ἐπιστρέψατε πρός με, καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς(:επιστρέψτε προς Εμένα και Εγώ θα επιστρέψω προς εσάς)»[Ζαχ.1,3], και στον προφήτη που διαβεβαίωσε: «εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου(:είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και Εσύ άφησες την ασέβεια της καρδίας μου)»[Ψαλμ.31,5].

    Τι συνέβη λοιπόν έπειτα από αυτά; «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(:αυτός ο περιφρονημένος τελώνης κατέβηκε από το ιερό και πήγε στο σπίτι του αθωωμένος και δικαιωμένος από τον Θεό και όχι ο Φαρισαίος εκείνος. Δικαιώθηκε λοιπόν ο τελώνης και κατακρίθηκε ο Φαρισαίος, διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα κατακριθεί. Αντίθετα όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί και θα τιμηθεί από τον Θεό)», λέγει ο Κύριος[Λουκ.18,14].Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η υπεροψία, και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και συναπτομένη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει, έτσι η ταπείνωση ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη· διότι η ταπείνωση είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προφήτευσε ο απόστολος, λέγοντας: «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα(:έπειτα εμείς που θα είμαστε τότε ακόμη στη ζωή, συγχρόνως και μαζί μ’ αυτούς θα αρπαχτούμε με σύννεφα για να προϋπαντήσουμε τον Κύριο μετέωροι στον αέρα, μεταξύ ουρανού και  γης. Κι έτσι, αφού ανεβούμε μαζί Του στον ουρανό, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο)»[Α΄Θεσ.4,17]. Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι και η ταπείνωση, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους αξίους από τα ανάξια, τους ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της ευγνώμονης προαιρέσεως.

    Και ο μεν Τελώνης σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα, εγκαταλείποντας τη διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του, δικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, ενώ δεν οικειοποιούνταν όσα ανήκαν σε άλλους, αλλά  δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν τους εαυτούς τους, τι θα πάθουν;

    Αλλ’ ας αφήσουμε τώρα αυτούς, αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές φορές όμως και εμείς όταν προσευχόμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως νομίζομε ότι θα κερδίσουμε τη δικαίωση του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι· διότι πρέπει να προσέχουμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία, καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας, αλλά και συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.

    Όταν λοιπόν κι εσύ αφήσεις την κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που σε  καταφρονούν και σε λοιδορούν, αλλά καταδικάζοντας και εσύ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με κατάνυξη δια της προσευχής προς την ευσπλαγχνία του Θεού μόνο, γνώριζε ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς τους αμαρτωλούς, και το λέμε και το νομίζουμε επίσης κι εμείς· αλλά η καταφρόνηση είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο, «εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν(:ευχαριστώ τον Θεό μου διότι μου έδωσε το χάρισμα των γλωσσών και μιλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας)»[Α΄Κορ.14,18] (γράφει αυτά τα πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι «περικάθαρμα» όλων των ανθρώπων[Α΄Κορ.4,13: «βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι(:ενώ μας δυσφημούν και μας συκοφαντούν, απαντάμε με λόγια γλυκά και παρηγορητικά. Σαν καθάρματα και σκουπίδια του κόσμου γίναμε, αποβράσματα ακάθαρτα της κοινωνίας στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή)»]για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα, είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα ταπεινά λόγια του τελώνη να συνυπάρχει και η μετάθεση από τα κακά και η ψυχική διάθεση, η κατάνυξη και η υπομονή εκείνου.

    Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί δίκαιη και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους· διότι μετά την αμαρτία του, όταν άκουγε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί, έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν: «Ἄφετε αὐτὸν καὶ οὕτως καταράσθω, ὅτι Κύριος εἶπεν αὐτῷ καταρᾶσθαι τὸν Δαυίδ(: αφήστε τον να με κακολογεί, διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ)»[Β΄Βασ.16,10], λέγοντας ότι η συγχώρηση από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα Εκείνου, αν και ο Δαβίδ πάλευε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.

    Τότε μάλιστα ο Δαβίδ, εγκαταλείποντας με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο Σεμεεί έριχνε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο, επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταράστηκε μια και δυο φορές, και έριχνε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικότερα από τους λίθους· «αλλά», λέγει, «προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί βάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίχνοντας λίθους από τα πλάγια, και πασπαλίζοντάς τον με χώμα». Και δεν εστερείτο ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως συγκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς: «Εἴπως ἴδοι Κύριος ἐν τῇ ταπεινώσει μου καὶ ἐπιστρέψει μοι ἀγαθὰ ἀντὶ τῆς κατάρας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ(:αφήστε τον, για να δει ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει αγαθά αντί της κατάρας αυτού)»[Β΄Βασ.16,12].

    Αυτό το πράγμα και τότε μεν τελέστηκε και πραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’ αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη· διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου κολάσεως, πώς δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που δείχνει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη, πρόσκαιρη και διακοπτομένη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαριά εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές, μάλιστα, λυτρώνεται και από τα τωρινά δεινά που τον βασανίζουν, καθώς η θεία χρηστότητα λαμβάνει αρχή από εδώ σαν να χρωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από τους παιδευομένους από τον Κύριο είπε: «Ὀργὴν Κυρίου ὑποίσω, ὅτι ἥμαρτον αὐτῷ, ἕως τοῦ δικαιῶσαι αὐτὸν τὴν δίκην μου(:θα υπομείνω την παιδευτική οργή και την τιμωρία από τον Κύριο, διότι αμάρτησα σε Αυτόν)»[Μιχ.7,9].

    Είθε κι εμείς, παιδευόμενοι με ευσπλαχνία, αλλά όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μην καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος να ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

    ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

     επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Γρηγορίου του Παλαμά Άπαντα τα  έργα, μιλία εἰς τήν κατά τόν Τελώνην καί τόν Φαρισαίον τοῦ Κυρίου παραβολήν, ομιλία Β΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 9, σελίδες 47-73

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

·       http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm