Σάββατο, Ιουνίου 27, 2026

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΚΤΙΝΕΣ       

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 29η Ιουνίου 2026

    Πριν από δέκα χρόνια ακριβώς πραγματοποιήθηκε, όπως είναι γνωστό, στο Κολυμπάρι της Κρήτης η ψευδοσύνοδος της Κρήτης, (16 έως 27 Ιουνίου 2016).  Ένα κατ’ εξοχήν τραγικό και συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός παγκοσμίων διαστάσεων με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που προκάλεσε το πλέον οδυνηρό πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που σήμανε τον θρίαμβο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και γέμισε με απερίγραπτη θλίψη την θριαμβεύουσα και τη στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού.

    Με αφορμή, λοιπόν, τη θλιβερή αυτή επέτειο θεωρήσαμε αναγκαίο να  καταθέσουμε στον πιστό λαο του Θεού κάποιες αλήθειες που αφορούν την ψευδοσύνοδο, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεώτεροι.

    Η ψευδοσύνοδος δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Και τούτο διότι:

    1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), ωσάν η Εκκλησία να έπαυσε να πολεμείται στην εποχή μας από σύγχρονες αιρέσεις, ενώ η θλιβερή σύγχρονη πραγματικότητα μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Απ’ εναντίας μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως «Εκκλησίες» τους ετεροδόξους.

    2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών και Ενδημουσών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω.

    3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κ.λ.π.

     4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών.

    5. Τα θέματα και οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

    6. Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ωστόσο τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος της ομοφωνίας, που προβλέπει ο Κανονισμός.

    7. Προκάλεσε αλλοίωση και στρέβλωση του παραδοσιακού Συνοδικού Συστήματος και καθιέρωσε για πρώτη φορά ένα άλλο Συνοδικό Σύστημα, το οποίο οφείλεται κυρίως και πρωτίστως στην ανάπτυξη μιάς νέας οικουμενιστικής θεωρίας αυτής του «πρώτου άνευ ίσων».  

    8. Είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι:

    Α). Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν μόλις τον Φεβρουάριο του 2016, ολίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας.

    Β). Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156.

    Γ). Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» σε «πρώτους άνευ ίσων» .

    Δ). Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του  υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι καταφρονήθηκαν οι εισηγήσεις και τα πορίσματα της Ημερίδος που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016), οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, αλλά και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων, κληρικών και λαϊκών. Καταφρονήθηκαν οι πρό της ψευδοσυνόδου επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού.

    Ε) Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του αγίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.

    ΣΤ) Η ψευδοσύνοδος αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως.  Επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Διακήρυξη των Πατριαρχών της Ανατολής του 1848, έσχατος κριτής της ορθότητος και της εγκυρότητος των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, ή  απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων.

    Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις, κενά και ασάφειες.

    Πιο συγκεκριμένα:

    α)  Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παραγραφο διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση «ιστορική ονομασία», ισοδυναμεί με τη φραση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.

    β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών», με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

    Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους:

    1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους.

    2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007) του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν.

    Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων.

    Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]».

    Το καρκίνωμα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αδελφοί μου, που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα προχώρησε δυστυχώς σταδιακά και εξαπλώθηκε μεθοδικά, έτσι ώστε τελικά να βρεί πλήρη συνοδική νομιμοποίηση, αντί καταδίκης. Εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι να συγκληθεί μιά αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα καταδικάσει τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Αυτό όμως το χαρμόσυνο γεγονός δεν πρόκειται να γίνει ως διά μαγείας, χωρίς δηλαδή τη συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, συνεργούσης βεβαίως και της Χάριτος. Δεν πρόκειται να γίνει χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες και θυσίες και πρό πάντων χωρίς την ευλογημένη αποτείχιση, η οποία στην παρούσα χρονική συγκυρία καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε.   



 

Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης διὰ τοὺς λατινίζοντας «Ὀρθοδόξους»

  

   ΓΙΑ ΤΗΝ ἄκρως λαθεμένη ἀντίληψη τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, γιὰ τὴν  περὶ Ὀρθοδοξίας καὶ ἱεραποστολῆς, ὁ μακαριστὸς λόγιος μοναχὸς π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, εἶχε ἐπισημάνει: «Καὶ οἱ Λατῖνοι μὲν οὕτως. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸν κίνδυνον ἐκ τῶν ἰδικῶν μας “λατίνων” ἢ λατινοφρόνων — ἡ διαστολὴ καθίσταται δυσδιάκριτος. Οἱ ὁποῖοι τελευταίως ἀναφανδὸν κηρύσσονται ὑπὲρ τῶν “ἐπαφῶν”, ὑπὲρ τῆς “φιλίας”, ὑπὲρ τῆς “ἑνότητος” καὶ μάλιστα καθ’ ὅν χρόνον οἱ ἀντίπερα Λατῖνοι δὲν παύουν νὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν, ὅτι εἴμεθα ἀπεσχισμένοι καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὸ πάρωμεν ἀπόφασιν, ἀναμένουν τὴν ἐξ ἡμῶν ἀναγνώρισιν τοῦ… θείου Πάπα!… Καὶ οἱ ἡμέτεροι λατινίζοντες εἶναι πολλοί, δυστυχῶς!… Κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Μὲ ἀξιώματα ὑψηλότατα καὶ θέσεις περιόπτους. Καὶ περιάγουν ξηρὰν καὶ θάλασσαν, διὰ νὰ ἑτοιμάσουν τὴν ἅλωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, “δοκοῦντες, τάχα, λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ”! Τοῦτο μόνον δὲν γνωρίζομεν. Διότι πρόκειται περὶ ποικιλίας τύπων καὶ μὲ ἐλατήρια διαφέροντα. Ἄλλοι εἶναι χρονίως νοσοῦντες ἀπὸ “ἀγάπην”, ἄλλοι εἶναι καιροσκόποι, θεωροῦντες τὴν ὑπερθεμάτισιν εἰς τὸ λατινισμὸν ὡς εὐκαιρίαν ἄγρας εὐαρεσκειῶν “ὑψηλῶν” τινων, ὑψηλότατα ἱσταμένων, ἄλλοι εἶναι δειλοί, φοβούμενοι, ὅπως νομίζουν, τὸ γένειόν των ἢ τὴν θέσιν των, ἄλλοι εἶναι ἐκ πεποιθήσεως φιλοπαπικοί, ἄλλοι ἀποτίνουν φόρον διὰ παροχάς, δοθείσας ἢ ἐλπιζομένας, ἄλλοι διὰ νὰ μὴ ὑστερήσουν εἰς τὴν ἑνωτικὴν πλειοδοσίαν, ἄλλοι…, ἀλλὰ πάντες εἶναι πεπτωκότες!…». Κι ὅλα αὐτὰ γίνονται διότι οἱ «δικοί» μας λατινίζοντες δὲν πιστεύουν στὴν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐντάσσουν σὲ μία ἀπὸ τὶς «ἐκκλησίες» τῆς Δύσης, σὲ ἕνα «κλάδο» τῆς «ἐκκλησίας τῶν κλάδων»!



Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2026

 

Ἡ Εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος – Μαρτυρία γιὰ τὸν Ἅγιο Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη

Ἱερομόναχος Λουκᾶς Γρηγοριάτης, γιὰ τὸν Ἅγιο Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη
Κάποτε, ἐπισκεπτόμενος τὸ Ἅγιον Ὄρος, βρέθηκα στὰ Κατουνάκια.
Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει σὲ μεγάλο ὕψος ἁγιότητος. Ὡμοίαζε περισσότερο μὲ ἄγγελο…
Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὴν πορεία μου αὐτὴ γιὰ τὰ Κατουνάκια εἶχα μαζί μου δύο καθηγητὲς θεολόγους καὶ ἕναν φοιτητὴ τοῦ Πολυτεχνείου. Φθάσαμε στὸν γέροντα μετὰ ἀπὸ μεγάλη ἀνάβαση…
Μᾶς ὑποδέχθηκε μὲ ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἀγάπη.
«Ἔχω μεγάλη χαρά», ἔλεγε. «Παπᾶς ἦρθε στὸ κελλί μου».
Καθίσαμε καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς ρώτησε:
— Γέροντα, μπορεῖτε νὰ μᾶς πεῖτε κάτι γιὰ τὴν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Ὁ γέροντας σοβάρεψε καὶ ρώτησε:
— Τί ἐννοεῖς;
— Νὰ, γέροντα, τὰ ἅγια Λείψανα, οἱ ἱερὲς εἰκόνες δὲν ἐκπέμπουν... κάποια εὐωδία;
— Ἀ, ἄ… εἶπε ὁ γέροντας, καὶ καθὼς σκεπτόταν τί νὰ ἀπαντήσει, ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ μιὰ σιωπὴ ἀπλώθηκε παντοῦ…
Ὕστερα… ὦ, ὕστερα μιὰ εὐωδία πλημμύρισε ὅλον τὸν τόπο.
Σήκωσα τὰ μάτια μου καὶ εἶδα τοὺς ἄλλους τρεῖς μὲ μάτια γεμάτα δάκρυα νὰ μὲ κοιτοῦν…
Ὁ γέροντας παρέμεινε μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι. Μιὰ γλυκύτητα πλημμύρισε τὶς καρδιές μας, μιὰ κατάσταση ποὺ θύμιζε ἐκεῖνο τὸ «ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη», ὅπως λέγει καὶ ὁ μέγας Ἀπ. Παῦλος…
Ὁ Γέροντας σήκωσε τὸ κεφάλι του, σὰν ντροπιασμένο παιδί, καὶ μᾶς εἶπε:
— Νὰ μὲ συγχωρέσετε· δὲν ἤξερα νὰ σᾶς τὸ πῶ, καὶ ζήτησα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς τὸ δείξει…


 

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης: Ἡ ἀσθένεια ὡς μέσο Θεογνωσίας

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης
Ὁ Θεός, ἐνῶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ὑγιέστατο, ἐνῶ θέλει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη του, δίδει τὴν ἀσθένεια. Γιατί;
Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀσπασθεῖ, ὅταν τὴν ἀγαπήσει, ὅταν βγάζει ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του θετικὰ συμπεράσματα, ὅταν ἐξ αἰτίας της παραδίδεται στὸν Θεό, τότε ἡ ἀσθένεια γίνεται τὸ γρηγορότερο μέσο γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀληθείας καὶ τῆς σωτηρίας.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεός, ὡς καλὸς παιδαγωγός, ὅταν ἔχουμε ἁμαρτίες καὶ μάλιστα κρυφές, μᾶς χτυπᾶ μὲ ἀρρώστιες, γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθοῦμε στὴν ἄλλη ζωή.
Στοὺς ἀνθρώπους δὲ ποὺ ἔχουν κρυφὴ ἁγιότητα δίδει ἐπίσης ἀρρώστια, γιὰ νὰ μὴν ἀπολαύσουν τὸν μισθό τους ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ στὴν αἰωνιότητα.
Ἐν τέλει, ἡ ἀσθένεια εἶναι ἐκ τῶν ὡραιοτέρων δώρων τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
Μπορεῖ νὰ εἶναι προτιμότερη ἀκόμη καὶ ἐκ τῶν ἐφετῶν, ἐκ τῶν πνευματικοτέρων ἐπιθυμιῶν τῆς καρδιᾶς του...
— Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης


 

Τὸ τοῦ Ἀντιθέου πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης

  

Ἐξ ἀφορμῆς τῆς συμπληρώσεως δέκα ἐτῶν ἀπὸ τὴν διεξαγωγήν της *

Τοῦ κ. Ἰωάννου Μαρκᾶ, Μ.Δ.Ε. Δογματικῆς Θεολογίας Α. Π. Θ.

  «Ἀποβαλλόμεθα τοὺς λέγοντας ἐκχεῖσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον οὐκ ἐπὶ τοὺς ἁγίους μόνον ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοὺς ἀσεβεῖς, καὶ οὐκ ἐπὶ τούτους μόνον, …ἀλλ’, ὢ τῆς δαιμονιώδους φρενοβλαβείας, καὶ ἐπ’ αὐτὰ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας»[1] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Ὁ ἔλεγχος ἐπὶ δογματικῶν ζητημάτων ἀποτελεῖ ἐντολὴν καὶ ὄχι ἐπιλογὴν

Εἶναι πράγματι συγκλονιστικὴ ἡ ὁμιλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὸ 20ὸ κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ἐκεῖ ὅπου ἀπευθυνόμενος στοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσσου οὐσιαστικὰ τοὺς θέτει πρὸ τῶν τεράστιων εὐθυνῶν ποὺ ἀναλαμβάνουν ὡς πηδαλιοῦχοι τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διαμηνύοντάς τους τὰ ἑξῆς: «προσέχετε οὗν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν»  [2]. Δὲν θὰ μποροῦσε λοιπὸν νὰ εἶναι πιὸ σαφὴς ὁ θεῖος Παῦλος, ὅταν ἱεραρχεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὡς μεγαλύτερο καὶ διαχρονικότερο κίνδυνο στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τὶς αἱρέσεις. Ἕνα κίνδυνο ποὺ δὲν προέρχεται μόνον ἀπὸ τοὺς θύραθεν, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς ἀνακύπτει ἀκόμα καὶ μέσα στὰ σπλάγχνα τῆς Ἐκκλησίας, μέσα δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας!

Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου καὶ πρῶτος Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, προειδοποιεῖ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νὰ βρίσκεται σὲ μία συνεχῆ πνευματικὴ ἐγρήγορση, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει τοὺς «προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου», δηλαδὴ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχή του εἶχαν ἀρχίσει νὰ παρουσιάζονται· «παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν· ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ’ ἡμῶν· ἀλλ’  ἵνα φανερωθῶσιν ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν»  [3]. Βλέπετε τί λέει ὁ «υἱὸς τῆς βροντῆς»; «Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξῆλθαν», δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας· στὴν πραγματικότητα ὅμως «ποτὲ δὲν ἦταν δικοί μας· διότι ἐὰν ἦταν δικοί μας, θὰ ἔμεναν μαζί μας»!

Καὶ πότε κάποιος δὲν θεωρεῖται δικός μας στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας; Πρωτίστως, ὅταν ἔχει ἀπολέσει τὴν ὑγιαίνουσα διδασκαλία καὶ πίστη, ὅταν δηλαδὴ κάποιος φρονεῖ ἀντίθετα ἀπὸ κάτι ἢ ὅλα ὅσα παρήγγειλε ὁ Χριστὸς νὰ τηροῦμε μὲ ἀκρίβεια μέχρι τῆς «Συντελείας τῶν Αἰώνων». Αὐτὸς ποὺ ἀποστατεῖ λοιπὸν ἀπὸ τὶς παραδεδομένες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, αὐτομάτως καθίσταται ἀπέναντί Του, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸν ἀποκαλεῖ «ἀντίχριστο». Ταυτοχρόνως δὲ (ὁ ἀποστάτης) τοποθετεῖ τὸν ἑαυτό του «ἐκτὸς Ἐκκλησίας», ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συνειδητὰ πλέον παύει νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολές. Κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρίζεται πὼς πιστεύει στὸν Κύριο, ὅταν δὲν τηρεῖ τὶς ἐντολές Του·  διότι, «ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν·»  [4].

Βλέπουμε λοιπὸν πὼς οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅπως θὰ δοῦμε λίαν συντόμως, μᾶς ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴ καὶ μᾶς δίδουν τὰ «κλειδιὰ» ἐκεῖνα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναγνωρίζουμε μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πότε κάποιος εἶναι «δικός μας», δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, καὶ πότε κάποιος εἶναι «προβατόσχημος λύκος». Τὸ νὰ ἔχουμε ἑπομένως ἐκκλησιολογικὰ κριτήρια καὶ ὑγιῆ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ἀποτελεῖ ἐντολὴ ποὺ πρωτογενῶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο· «προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δὲ εἰσι λύκοι ἅρπαγες» [5]. Καὶ ἀλλοῦ εἶπε: «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» [6].

Συνεπῶς ἔχουμε ρητὴ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο ὡς πιστὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἀνακρίνουμε ὅ,τι ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ θέματα τῆς πίστεως, μάλιστα δὲ νὰ βρισκόμαστε σὲ καθεστὼς πνευματικῆς ἐγρήγορσης καὶ ὁμολογίας. Ὄχι γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε ἀσφαλῶς τὴ ψευδαίσθηση πὼς ἐμεῖς θὰ σώσουμε τὴν Ἐκκλησία (κάτι ποὺ ἄλλωστε ἡ Ἐκκλησία ὡς Ἁγιοπνευματικὸς θεσμὸς δὲν τὸ ἔχει ἀνάγκη, ἀφοῦ ἡ Ἴδια δὲν χρήζει σωτηρίας, ἐμεῖς χρήζουμε), ἀλλὰ διότι, μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἑτοιμότητα ποὺ ἐνδεχομένως ἐπιδείξουμε, θὰ ὠφεληθοῦμε προσωπικὰ καὶ θὰ ἀναβαθμιστοῦμε σωτηριολογικὰ κατὰ τὸν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναφέρει, «πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς·» [7].

Τὸ νὰ κρίνουμε λοιπόν, ἐὰν τὸ «δέντρο» εἶναι καλὸ ἢ σαπρό, ἂν παράγει δηλαδὴ καρπὸ πίστεως ἢ ἀπιστίας, αὐτὸ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἐπιλογὴ δική μας. Ἡ τήρηση αὐτῆς τῆς ἐντολῆς μᾶς διατηρεῖ ἑνωμένους μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ὀργανικὰ καὶ ὑγιῆ κλαδιὰ τῆς ἀμπέλου καὶ ἔτσι δὲν κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ αὐτὴν καὶ νὰ βληθοῦμε εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως. Αὐτὴ ἡ κρίση δὲν πρέπει σὲ καμμία, μὰ σὲ καμμία, περίπτωση νὰ συγχέεται μὲ τὴν κατάκριση. Σὲ θέματα πίστεως κατάκριση δὲν ὑπάρχει, σὲ θέματα ζωῆς ὅμως ἀσφαλῶς καὶ ὑπάρχει καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ Κύριός μας ἔχει δώσει ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετη ἐντολή· «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆ­τε·» [8]. Βλέπετε λοιπὸν τὴν πανσοφία τοῦ Κυρίου; Ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν ἀγάπη μας γιὰ Ἐκεῖνον καὶ τὴν Ἐκκλησία Του μᾶς δίδει αὐστηρὴ ἐντολὴ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐλέγχουμε καὶ ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ δείξουμε κατανόηση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἀκόμη κι ἂν ζημιωνόμαστε προσωπικά, μᾶς δίδει αὐστηρὴ ἐντολὴ νὰ μὴ κρίνουμε καὶ νὰ μὴ ἐλέγχουμε.

Στὴν παροῦσα ἐργασία λοιπὸν θὰ ἐπιχειρήσουμε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ πρῶτο· νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐλέγξουμε ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δογματικῆς θεολογίας τὸ «πνεῦμα» ποὺ ἔπνευσε στὴ πολυδιαφημιζόμενη «Σύνοδο» ποὺ διεξήχθη στὴν Κρήτη, τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 καὶ ποὺ οἱ διοργανωτές της τὴν ἀποκάλεσαν ἀτελώνιστα καὶ ἀφρόνως «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο». Ἀφορμὴ τῆς συντάξεως τῆς παρούσης ἐργασίας στάθηκαν οἱ δηλώσεις ὁρισμένων ἱεραρχῶν ποὺ συμμετεῖχαν στὶς ἐργασίες τῆς «Συνόδου», πὼς στὴ συγκεκριμένη σύναξη «ἐβίωσαν τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»  [9]. Ἐμεῖς ἐδῶ ἑπομένως δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε τόσο μὲ τὶς λεπτομέρειες τῆς «Συνόδου», ἄλλωστε οἱ ἀποφάσεις της εἶναι γνωστὲς καὶ ἔχουν στηλιτευθεῖ ἀπὸ δεκάδες ἐξαιρετικὲς κριτικὲς-θεολογικὲς ἐργασίες. Ἐμεῖς ἐδῶ θὰ ἐπιμείνουμε στὸ νὰ ἐρευνήσουμε, πάντοτε ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δογματικῆς, ἐὰν ὄντως ἔπνευσε κάποιο «πνεῦμα» στὶς ἐργασίες τῆς «Συνόδου», ἂν αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι ἱεράρχες, τί ἐννοοῦμε ὅταν λέμε πὼς βιώνουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποιὲς εἶναι δηλαδὴ οἱ ὀντολογικὲς προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐὰν τὶς ἐκπληρώνουν οἱ συγκεκριμένοι ἱεράρχες καὶ ἐὰν ὄχι, τότε ὑπὸ ποίου πνεύματος διακατέχονται.

Αἱ ὀντολογικαὶ προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ἐν ἀρχῇ νὰ διευκρινίσουμε πὼς ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ μέθεξη ἢ βίωση τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐσιαστικὰ κάνουμε λόγο περὶ μίας «ἀσχέτου σχέσεως», ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος κοινωνεῖ κατὰ τρόπο χαρισματικὸ μὲ τὸν ἄκτιστο Θεό. Βέβαια αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο κοινωνεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἀπρόσιτη καὶ ἄρα ἀμέθεκτη, ἀλλὰ ἡ ἄκτιστη ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μερίζεται «ἀμερίστως» στοὺς πιστοὺς ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὶς προϋποθέσεις, ἀκριβῶς ὅπως συνέβη τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὶς διαμεριζόμενες πύρινες γλῶσσες στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ· «καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν» [10].

Ἡ ὑπερφυὴς αὐτὴ κατάσταση ἀποτελεῖ ἕνα πνευματικὸ βιωματικὸ γεγονός, ποὺ οὐσιαστικὰ ὑποδηλώνει τὸν ἀρραβώνα τῆς μελλούσης βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Μάλιστα, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἡ πρόγευση τῆς μελλούσης βασιλείας «ἐδῶ καὶ τώρα» μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀρραβώνα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐφικτή, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιὰ νὰ γευτεῖ ὁ πιστὸς τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὴν πληρότητά της «ἐκεῖ καὶ ὕστερα»  [11]. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἡ ὁποία «μέσῳ τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι», προσλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς φορεῖς τῆς Χάριτος ὡς τέλειος «καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐκπληρώνοντας ἔτσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ· «καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας» [12].

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, στὸ μέτρο ποὺ αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει, οἱ ἔνοικοι αὐτῆς τῆς ἁγιοπνευματικῆς καταστάσεως δὲν βιώνουν μία κτιστὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως τοὺς ἀπογειώνει συναισθηματικὰ ἢ διανοητικά, ἀλλὰ βιώνουν μία κατάσταση «ἑτέρου γένους». Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν εἶναι φαντασιώδη ἀναπαράσταση, οὔτε δύναμη ποὺ βρίσκεται στὰ χέρια μας, οὔτε μία κατάσταση-πρᾶγμα ποὺ ἄλλοτε ὑπάρχει καὶ ἄλλοτε δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ εἶναι μία ὀντολογικὴ κατάσταση, κατὰ τὴν ὁποία οἱ μέτοχοί της, δὲν βελτιώνονται ἁπλῶς κατὰ τὴ φύση, ἀλλὰ προσλαμβάνουν αὐτὴν ταύτην τὴν θεία ἐνέργεια, τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα  [13]. Πρόκειται περὶ «τελείας ἔλλαμψις τοῦ πνεύματος», ὅπως συμπληρωματικὰ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Μακάριος, ἡ ὁποία δὲν ἐξαντλεῖται μόνο στὴν ἀποκάλυψη κάποιων ὑψηλῶν νοημάτων, δὲν ἔχει δηλαδὴ μόνο ὑψηλὸ γνωσιολογικὸ χαρακτήρα,  ἀλλὰ εἶναι κυρίως ἡ παντοτινὴ λάμψη ὑποστατικοῦ φωτὸς στὶς ψυχὲς τῶν μετόχων [14].

Ἡ ὅλη κατάσταση ποὺ περιγράψαμε μέχρι τώρα, δηλαδὴ ἡ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, σαφῶς καὶ δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετη, πολὺ περισσότερο δὲν ἔχει ἔρεισμα σὲ φαιδρὲς δηλώσεις σὰν αὐτὲς τῶν ἱεραρχῶν ποὺ μετεῖχαν στὴ «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἐμπειρία καὶ παράδοση ἡ χαρισματικὴ ἕνωση ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, δὲν ἔχει νὰ κάνει οὔτε κἄν μὲ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν κτίση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐξ ἀπορρήτων προσωπικὴ κοινωνία-σχέση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Κι αὐτὸ συμβαίνει μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει διέλθει ἐπιτυχῶς τὸ στάδιο τῆς καθάρσεως τῶν παθῶν, ἀφοῦ αὐτὸ ἀποτελεῖ βασικὴ καὶ ἀπαρέγκλιτη προϋπόθεση, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Θεό· «τῷ γὰρ ἐμπαθεῖ νῷ ἑνωθῆναι τὸν Θεόν, ἀδύνατον»  [15], θὰ μᾶς πεῖ ἐμφατικὰ ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης Παλαμᾶς.

Συνεπῶς, αὐτὴ ἡ χαρισματικὴ μετοχὴ στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται μὲ δύο κυρίως τρόπους ἐκ μέρους τῶν πιστῶν:

α) μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ ὑπακοὴ στὰ δόγματα Ἐκκλησίας, καὶ

β) μὲ τὴν ἀγαπητικὴ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν.

Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο πὼς πρῶτος ὁ Κύριος, μᾶς ἐνέταξε μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο τῆς ἀγαπητικῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν· «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με·» [16]. Πρὸς ἐπίρρωσιν, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τονίζει χαρακτηριστικὰ σὲ κείμενό του πὼς «ἡ πρὸς Θεὸν ἀφομοίωση καὶ ἕνωση τελεῖται μόνο διὰ τῆς ἀγαπήσεως καὶ ἱερουργίας τῶν θείων ἐντολῶν»  [17]. Ἐνῶ σὲ συναφὲς μὲ τὸ προηγούμενο κείμενο ἐξηγεῖ πὼς «σκοπὸς τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας εἶναι ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ἀφομοίωση καὶ ἕνωση, ἀφοῦ ὁ Θεὸς καταστήσει τοὺς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα, διαυγέστατα καὶ ἀκηλίδωτα, δεκτικὰ τῆς ἀρχιφώτου καὶ θεαρχικῆς ἀκτίνας»  [18].

Βλέπετε λοιπὸν πῶς τοποθετεῖται ὁ πρωτοκορυφαῖος καθηγητὴς τῆς «μυστικῆς θεολογίας»; Οὐσιαστικὰ τεκμηριώνει τὸν μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ὑπενθυμίζοντάς μας πὼς τὸν Θεὸ «τὸν βλέπουν», ποὺ σημαίνει πὼς τὸν βιώνουν καὶ μετέχουν στὴν ἄκτιστη δόξα Του, μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ· «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»  [19]. Σὲ αὐτοὺς καὶ μόνον σὲ αὐτοὺς ποὺ διατηροῦν καθαρὸ τὸ νοῦ τους, ὡσὰν ἕνα καθαρὸ καθρέπτη, ἀντανακλᾶται ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ θαβωρείου φωτός, χωρὶς ταυτοχρόνως ὁ Θεὸς νὰ ἐμφανίζεται καθ’ ἑαυτὸν (δηλαδὴ κατ’ οὐσίαν)  [20].

Κατ’ ὅμοιον τρόπο ἐκφράζεται καὶ ὁ οὐρανοφάντωρ μέγας Βασίλειος διαβεβαιώνοντας ὅτι «μόνον στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἄνθρωπος καθαρθεῖ ἀπὸ τὸ αἶσχος, τὸ ὁποῖο τοῦ ἔχει ἀποτυπωθεῖ διὰ τῆς κακίας καὶ ἐπανέλθει στὸ φυσικὸ κάλλος καὶ ἀποδώσει πάλι τὴν ἀρχαία μορφὴ ὡς ἕνα βασιλικὸ ἄγαλμα, τότε μόνον εἶναι δυνατὸ νὰ προσελκύσει τὸν Παράκλητο»  [21] . Ἡ κάθαρση λοιπὸν τῶν παθῶν ἀποτελεῖ βασικὸ προαπαιτούμενο εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐντὸς ἡμῶν. Καὶ ἡ ἐνοίκηση αὐτὴ γίνεται ἀκριβῶς λόγῳ αὐτῆς τῆς καθαρότητας ποὺ συναντᾶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς ἀξίους, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀποκαλεῖ τοὺς φορεῖς τοῦ Πνεύματος ὁ θεῖος Βασίλειος.

Oὐσιαστικά, οἱ ἄξιοι, ποὺ ἔχουν τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ κοινωνοῦν μὲ τὸ Θεό, εἶναι αὐτοὶ ποὺ καταπάτησαν καὶ ὑπερέβησαν τὰ γήινα καὶ ἡ ὅλη ζωή τους μαρτυρεῖ τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  [22] · εἶναι δηλαδὴ οἱ ἅγιοι.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔρχεται νὰ ὑπερθεματίσει ἔντονα ὁ κορυφαῖος ἡσυχαστὴς καὶ Θεολόγος τῆς δεύτερης χιλιετίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ νὰ ὑποστηρίξει μὲ ἀπόλυτο καὶ σαφῆ τρόπο πὼς μόνον οἱ ἅγιοι μετέχουν τοῦ Θεοῦ, μόνον αὐτοὶ γίνονται ἔνθεοι καὶ θεοειδεῖς. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς οἱ ἅγιοι, ὄχι μόνο μετέχουν τῆς Χάριτος Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν μεταδίδουν κιόλας, δὲν λαμβάνουν ἁπλῶς γνώση τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τῶν μεγαλύτερων μυστηρίων τῆς δημιουργίας, δὲν ζοῦν μόνο, ἀλλὰ καὶ ζωοποιοῦν! Ἀποκτοῦν δηλαδὴ ἰδιότητες, οἱ ὁποῖες δὲν ἀνήκουν στὴν κτιστὴ δύναμη  [23].

Τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης καὶ τῆς πονηρίας ἐκυριάρχησεν εἰς τὴν «Σύνοδον» τῆς Κρήτης

Ἐπὶ τῇ βάσει ὅσων ἐξετάστηκαν ἀνωτέρω ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δογματικῆς, ἐρχόμαστε τώρα στὸ σημεῖο νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν ἱεραρχῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ποὺ δήλωσαν μὲ ἀπίστευτη εὐκολία καὶ ἐλαφρότητα πὼς στὸ συνεδριακὸ κέντρο τοῦ Κολυμπαρίου «βίωσαν καὶ εἶχαν πλήρη αἴσθηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Γιὰ νὰ ἐλέγξουμε ὅμως αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμὸ καὶ γιὰ νὰ ἀποφανθοῦμε περὶ τοῦ πνεύματος τῆς συγκεκριμένης «Συνόδου», θὰ πρέπει προηγουμένως νὰ δώσουμε ἕνα μικρὸ περίγραμμα τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς «Συνόδου». Οὐσιαστικὰ καὶ γιὰ λόγους συντομίας, θὰ περιοριστοῦμε νὰ σταθοῦμε στὸ κορυφαῖο γεγονὸς ποὺ στιγμάτισε τὶς ἐργασίες αὐτῆς τῆς «Συνόδου», τὸ ὁποῖο ἦταν οὔτε λίγο-οὔτε πολὺ ἡ ἀνατροπὴ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας· καθὼς εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο πὼς ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ὑπῆρξε ἡ πρώτη συνοδικὴ ἀπόπειρα ποὺ ἐμμέσως πλὴν σαφῶς νομιμοποίησε τὴν αἱρετικὴ κίνηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὄχι μόνο διὰ τῆς ἐπισήμου ἀναγνωρίσεως τῶν θεσμικῶν της ὀργάνων (βλ. Π.Σ.Ε.), ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν ἀναγνώριση τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων τῆς Δύσης ὡς «ἐκκλησιῶν», διευρύνοντας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιολογίας ἐντελῶς αὐθαίρετα καὶ ἀπροκάλυπτα.

Τὸ «νέο αὐτὸ εἶδος συνόδου», κατὰ τὴν αὐθόρμητη παραδοχὴ τοῦ (πρὸ ἔτους ἀποθανόντος) Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας, Ἀναστάσιου  [24], ὄντως δὲν ἔχει προηγούμενο στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία (μιλᾶμε πάντα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη), διότι ὄχι μόνο ὑπῆρξε ἡ πρώτη σύνοδος ποὺ δὲν καταδίκασε αἱρέσεις, ἀλλὰ ἀντιθέτως νομιμοποίησε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ αὐτές, ὅπως ἐπιτάσσει τὸ πρωτόκολλο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔτσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιτεύχθηκε διὰ συν­οδικῆς ἀποφάσεως ἡ ἀνάμειξη τῆς ἀλήθειας μὲ τὸ ψεῦδος, τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν πλάνη τοῦ διαβόλου, τῆς εὐωδίας μὲ τὴ δυσωδία. Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἐπαναλαμβάνουμε εἶναι παντελῶς ξένη πρὸς τὴν πρακτικὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι οὔτε ποὺ διανοοῦνταν ποτὲ νὰ διευρύνουν τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιθέτως φρόντιζαν πάντοτε μὲ αἴσθημα ὑψηλῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης νὰ τραβοῦν τὶς διαχωριστικὲς γραμμὲς ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ φιλοσοφικὰ ρεύματα κάθε ἐποχῆς ποὺ ἐπιχειροῦσαν καὶ τότε, ὅπως καὶ σήμερα, τὴν ἀνατροπὴ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

Στὸ συνεδριακὸ κέντρο τοῦ Κολυμπαρίου, οἱ μετέχοντες στὴ «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ἀγνόησαν ἐπιδεικτικὰ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων Πατέρων, δὲν στοιχήθηκαν πίσω ἀπὸ αὐτούς, ἀρνήθηκαν νὰ ἐκτελέσουν καὶ νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, αὐτονομήθηκαν καὶ προσχώρησαν στὸ στρατόπεδο τῆς πλάνης καὶ τῆς πονηρίας, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν διαφύλαξαν τουλάχιστον τὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὡς ἐκ τούτου, σὲ μία τέτοια βλάσφημη σύναξη ἱεραρχῶν, εἶναι προφανὲς πὼς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι παρών, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ συγκοινωνεῖ μὲ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα τῆς πονηρίας καὶ τῆς πλάνης, ποὺ εἰσηγήθηκαν τὴν ἀμνήστευση τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ἀναγνώρισή τους ὡς «ἐκκλησίες». Ἆραγε οἱ ἱεράρχες ἐκεῖνοι ποὺ δήλωσαν πὼς «βίωσαν» τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δὲν γνωρίζουν τί ἀναφέρει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς; Ὅτι δηλαδὴ «ἡ πλάνη δὲν χαρίζει τὸ ἀπλάνευτο φῶς, τὸ ἄτρεπτον εἰς τὸν αἰῶνα τοῦτον·» ; Ἂν δὲν τὸ γνωρίζουν, τότε ἂς μάθουν καὶ ποῦ τοὺς κατατάσσει ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης· «διότι ὁ λέγων τοῦτο (σσ. αὐτὸς ποὺ ἰσχυρίζεται δηλ. ὅτι κοινωνεῖ μὲ τὸ Πνεῦμα, ἐνῶ εἶναι φορέας τῆς πλάνης) ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα τῶν λύκων» [25]!

Ὅλοι αὐτοὶ λοιπὸν οἱ «προβατόσχημοι λύκοι» μποροῦν νὰ κοροϊδέψουν καὶ νὰ παραπλανήσουν τὸν σημερινὸ ἀκατήχητο λαό, δὲν μποροῦν ὅμως νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν διαχρονικὸ ἔλεγχο τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν πάντοτε καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ὡς θεματοφύλακες τῆς πίστεώς μας. Αὐτοὶ εἶναι (οἱ Πατέρες δηλαδὴ) ποὺ δὲν ἀνέχτηκαν οὔτε τὸ νὰ μὴ μᾶς ἀνακοινώσουν, ποιὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς ἀλήθειας καὶ ποιὰ τῆς πλάνης. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μακάριο γιὰ παράδειγμα, ἡ πλάνη ἀκόμα κι ἂν ὑποκρίνεται τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγαθοῦ, ἀκόμα καὶ ἂν περιβάλλεται μὲ λαμπρὲς ἐμφανίσεις, δὲν θὰ μπορέσει νὰ παράσχει ἀγαθὴ ἐνέργεια. Δὲν θὰ μπορέσει δηλαδὴ νὰ παράσχει μῖσος γιὰ τὰ κοσμικὰ πράγματα, περιφρόνηση δόξας καὶ τιμῶν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιθυμία τῶν οὐρανίων, χαρά, εἰρήνη, ταπείνωση, κατάπαυση ἡδονῶν καὶ παθῶν, ἄριστη διάθεση τῆς ψυχῆς. Διότι αὐτὰ εἶναι τὰ ἐνεργήματα τῆς Χάριτος, τὰ ἀντίθετα τῶν ὁποίων εἶναι τὰ ἐνεργήματα τῆς πλάνης  [26].

Ποιὸς μπορεῖ, ἀπὸ ὅσους συμμετεῖχαν στὴν βλάσφημη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, νὰ ἀμφισβητήσει τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Μακαρίου; Ποιὸς δύναται ἆραγε ἐκ τῶν συμμετεχόντων νὰ ἀντειπεῖ στὸν ἅγιο πὼς τὰ ἐνεργήματα τῆς «Συνόδου» δὲν ἦσαν ὅμοια μὲ αὐτὰ τῆς πλάνης; Ἐκεῖ ποὺ οἱ τιμὲς καὶ οἱ βραβεύσεις, τὰ συμπόσια, τὰ θέατρα καὶ οἱ συναυλίες, καθὼς καὶ τὰ πολυτελῆ ξενοδοχεῖα καὶ τὰ δρακόντεια μέτρα ἀσφαλείας ἔδιναν καὶ ἔπαιρναν. Γιὰ νὰ μὴ ὁμιλήσουμε γιὰ τὶς προαποφασισμένες συνεδρίες καὶ τὰ «μαγειρεμένα» ἀνακοινωθέντα. Ἄρα, εἶναι τουλάχιστον ἀστεῖο νὰ λέει κανεὶς ἔτσι αὐθαίρετα καὶ ἀφηρημένα «βιώσαμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα» καὶ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ βίωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ τραγικὸ δὲ εἶναι ὅτι αὐτοὶ ποὺ τὸν βλέπουν καὶ τὸν ἀκοῦν, ἐξ ὁρισμοῦ δὲν τὸ εἰσπράττουν αὐτὸ ποὺ μὲ ἔπαρση ἰσχυρίζεται, δὲν λαμβάνουν δηλαδὴ τὰ ἐνεργήματα τῆς Χάριτος, ὅπως συμβαίνει ὅταν ἔρχεται κανεὶς σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ χαρισματούχους, ἀλλὰ λαμβάνουν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα καὶ τὰ ἀντίθεα.

Εἶναι τουλάχιστον φαιδρὸ ἑπομένως, ἱεράρχες τοῦ καιροῦ μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι σεσημασμένοι ἀντιησυχαστὲς (εἰδικότερα ὡς πρὸς τὴν προσωπική τους βιοτὴ) καὶ νεοβαρλααμίτες, ποὺ εἰσηγοῦνται ἐπισήμως καὶ ξεδιάντροπα τὴν «ὑπέρβαση τῶν Πατέρων», νὰ ἰσχυρίζονται πὼς μετέχουν τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα βλασφημοῦν «ἐν παντὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ» κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτοὶ οἱ ἱεράρχες, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ  [27], εἶναι φανερὸ πὼς ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς μανίας καὶ ὅτι ὄντως ἐμωράνθησαν ὡς πρὸς τὴ σοφία, διότι καπηλεύονται μὲ φυσικὴ σκέψη καὶ σαρκικὴ αὐθαιρεσία, πρά­γματα παντελῶς ἄγνωστα γιὰ τοὺς ἴδιους, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι γνωστὰ στοὺς χαρισματούχους, δηλαδὴ σὲ ἀνθρώπους ποὺ  ἔχουν  πρα­γματικὰ «νοῦν Χριστοῦ» καὶ ὄχι σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐνδιαφέρονται πῶς θὰ κάνουν δημόσιες σχέσεις ἀκόμα καὶ μὲ τὸν διάβολο.

Καὶ τὸ χειρότερο; Στερούμενοι ἐμφανῶς καὶ παντελῶς τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου, μὲ τὴν προκλητική τους στάση υἱοθετοῦν καὶ ἐκφράζουν οὐσιαστικὰ μὲ ἕνα τρόπο συγκεκαλυμμένο τὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία περὶ «κτιστῆς χάριτος», μιᾶς καὶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά τους περιγράφουν μία κτιστὴ-συναισθηματικὴ κατάσταση, ποὺ δὲν ἔχει καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν Πατέρων. Ἐπιπλέον, ἡ παρουσίαση ἐκ μέρους τους τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὰν μία εὐκαιριακὴ κτιστὴ ἐμπειρία, ποὺ παραπέμπει περισσότερο σὲ μία φυσικὴ ἕξη καὶ μίμηση, ἀποτελεῖ εὐθεῖα προσβολὴ πρὸς τοὺς χαρισματούχους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες τους [28].

Αὐτοὶ οἱ ἱεράρχες λοιπόν, συνεχίζει ὁ ἅγιος Παλαμᾶς, εἶναι ἄξιοι θρήνου, ὄχι μόνο γιατί (τελικῶς) εἶναι ἐντελῶς ἀνέραστοι τοῦ θείου Φωτός, ἀλλὰ διότι  ἐπιπλέον δὲν θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς ἁγίους, ἔχοντας καλλιεργήσει τὴν ψευδαίσθηση ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό τους πώς, ἐπειδὴ φέρουν τὸν τίτλο τοῦ ἐπισκόπου, αὐτομάτως αὐτό τους καθιστᾶ ἰσάξιους μὲ τοὺς Πατέρες. Τὸ λέει κάπου πολὺ ὡραῖα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «ἐὰν μὲν διὰ τοῦτο κεκαθαρμένον ἑαυτὸν λογίσηται, πλανᾶται ἑαυτοῦ καταψευδόμενος, καὶ διὰ τῆς οἰήσεως, τῷ πλανᾶν ἀεὶ ἐπιχειροῦντι θύραν ἀνοίγουσι καθ’ ἑαυτοῦ μεγάλην»  [29].  Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅμως οἱ ἱεράρχες αὐτοὶ φέρνουν ἑαυτοὺς κατὰ κρημνῶν, ἐπιχειρώντας νὰ συμπαρασύρουν καὶ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ὑπακούουν, ὥστε νὰ ἔχουν ὁπωσδήποτε συντρόφους, ὅταν «ἰδοῦν ὡς πῦρ», αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν γνώρισαν ὡς φῶς, ἀλλὰ καπηλεύτηκαν μὲ περισσὴ αὐθάδεια  [30]. Στὸ τέλος λοιπὸν καθίστανται κληρονόμοι τοῦ «οὐαί», κυρίως λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀνεπανόρθωτης βλάβης ποὺ προκαλοῦν στοὺς ἀκροατές τους, διότι ὅπως βεβαιώνει ὁ προφήτης Ἀββακούμ, «ἀλίμονο σ’ ἐκεῖνον ποὺ ποτίζει τὸν ἀδελφό του μὲ νοθευμένο ποτὸ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν μεθύσει καὶ νὰ τὸν ἐξαπατήσει» [31].

Ἐπίλογος

Ἀπὸ ὅλα ὅσα μελετήθηκαν στὴν παροῦσα δογματικὴ ἐργασία καθίσταται σαφὲς αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Μακάριος, ὅτι δηλαδὴ ὁ κάθε πιστός, ἀκόμα κι ἂν βρίσκεται στὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου, ἐφόσον στερεῖται τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς εἶναι ἐντελῶς ἀμύητος μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσει τὸ παραμικρὸ αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας  [32]. Ἑπομένως τὸ νὰ ὁμιλεῖ κανεὶς γιὰ κάτι ποὺ δὲν ἔχει γευτεῖ, ὁμοιάζει μὲ ἕνα τυφλὸ ἄνθρωπο ποὺ μπορεῖ νὰ ἀκούσει καὶ νὰ πιστέψει ὅτι ἡ λαμπρότητα τοῦ ἡλίου ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῶν αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν, δὲν ἔχει ὅμως τὴν ἐμπειρία τοῦ βλέποντος. Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι φύσει ἀδύνατο ὁ μὴ βλέπων νὰ μετέχει καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὶς ἰδιότητες τοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου, ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς πεπειραμένους τῆς ὑγιοῦς ὁράσεως [33].

Ἐπιπροσθέτως, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω, ἡ μέθεξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μόνο ἀπροϋπόθετη δὲν θὰ πρέπει νὰ λογίζεται. Καὶ τοῦτο διότι ὁ ἄνθρωπος καθίσταται δεκτικός τῆς Χάριτος, μόνον ὅταν παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ὡς καθαρὸ σκεῦος ἀπέναντι στὸν Θεό, κάτι ποὺ προϋποθέτει τὴν ἀγαπητικὴ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν καὶ τὴ συστηματικὴ ἀποχὴ ἀπὸ πάσης φύσεως ἁμαρτία. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ὁ ἀπελευθερωμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπος προσφέρεται ἐξολοκλήρου στὸ Χριστὸ παραιτούμενος ἀπὸ τὴν «αὐτονομία τῆς γνώμης» του [34]. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπαίρεται γιὰ τίποτα καὶ δὲν διαφημίζει στοὺς γύρω του πὼς βιώνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀντιθέτως γίνεται ἀκόμα πιὸ ταπεινὸς καὶ νηπτικός, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀπολέσει αὐτὴ τὴν ὑπερφυῆ κατάσταση ποὺ ἀληθῶς βιώνει. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει ἐγκολπωθεῖ τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ μεγάλου ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «πᾶν γὰρ εἶδος ἀρετῆς ἐν ἡμῖν, ἐνεργοῦντος τοῦ Θεοῦ ἡμῖν προσγίνεται ΄ τοῦ Θεοῦ δὲ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν, ἁμαρτία πᾶν τὸ παρ’ ἡμῶν γινόμενον» [35].

* Σχόλιο τοῦ γράφοντος: Ἡ σύντομη αὐτὴ μελέτη ἐκπονήθηκε τὴν περίοδο ποὺ ἀσκούμουν στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Σπουδῶν τοῦ Τομέα τῆς Δογματικῆς Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ. καὶ πρωτοδημοσιεύτηκε περίπου 4 μῆνες μετὰ τὴ «ληστρικὴ σύνοδο» τοῦ Κολυμπαρίου σὲ ἕνα περιορισμένο ἀριθμὸ ἱστολογίων. Στὸν Ο.Τ. δημοσιεύεται γιὰ πρώτη φορὰ (μὲ τὶς ἀπαραίτητες διορθώσεις) ἐξ ἀφορμῆς τῆς θλιβερῆς ἐπετείου, ἤτοι τῆς συμπλήρωσης 10 ἐτῶν ἀπὸ τὴ διεξαγωγή της. Τὰ ὅσα διαδραματίζονται πανορθοδόξως στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη, τραυματίζοντας βαρύτατα τὴν δογματικὴ συνείδησή της καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τὴν ἑνότητά της, ἀποδεικνύουν περίτρανα τὸν «πνευματικὸ καρπὸ» τῆς προειρημένης ψευδοσυνόδου καὶ καθιστοῦν τὴν μελέτη αὐτὴ ἀκόμα πιὸ ἐπίκαιρη!

Σημειώσεις:

[1] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔκθεσις δυσσεβημάτων, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 524 (μτφ. «Ἀποβάλλουμε τοὺς λέγοντας ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκχέεται μόνον στοὺς ἁγίους ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀσεβεῖς, καὶ ὄχι μόνον σὲ αὐτούς, …ἀλλά, ὢ τῆς δαιμονικῆς φρενοβλαβείας, καὶ σ’ αὐτὰ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας»). [2] Πρξ. κ΄ 28-30 (μτφ. «Προσέχετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ ὅλο τὸ ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους, γιὰ νὰ ποιμαίνετε τὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἀπόκτησε μὲ τὸ αἷμα τὸ δικό του. Ἐγὼ ξέρω ὅτι θὰ εἰσέλθουν σ’ ἐσᾶς μετὰ τὴν ἀναχώρησή μου λύκοι ἄγριοι, ποὺ δὲ θὰ λυποῦνται τὸ ποίμνιο, καὶ ἀπὸ ἐσᾶς τοὺς ἴδιους θὰ σηκωθοῦν ἄντρες μιλώντας διεστραμμένα, γιὰ νὰ ἀποσποῦν τοὺς μαθητὲς πίσω τους.»). [3] Α΄ Ἰω. β΄ 18-19. [4] Α΄ Ἰω. β΄ 4. [5] Ματθ. ζ΄ 15.  [6] Ματθ. ιβ΄ 33.  [7] Ματθ. ι΄ 32.  [8] Ματθ. ζ΄ 1.  [9] Συγκεκριμένα στὴν ἀντίληψή μας ὑπέπεσαν οἱ δηλώσεις δύο Μητροπολιτῶν. Τοῦ Μητροπολίτου Ἀτλάντας, Ἀλεξίου ποὺ δήλωσε πὼς «στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο βιώσαμε τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος, Ἰγνατίου ποὺ δήλωσε πὼς «ὅσοι βιώσαμε τὸ γεγονὸς (σσ. ἐννοεῖ τῆς «Συν­όδου») …εἴχαμε πλήρη αἴσθηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Βλ. ἐδῶ γιὰ τὸν πρῶτο pemptousia.gr καὶ ἐδῶ γιὰ τὸν δεύτερο dogma.gr.  [10] Πρξ. β΄ 3 (Σημ.: γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὸ πῶς μερίζεται κάτι «ἀμερίστως», ἀρκεῖ νὰ φέρει στὸ νοῦ του τὸ παράδειγμα μὲ τὸ κερὶ ποὺ μοιράζεται τὴ φλόγα του μὲ ἄλλο κερί. Τὸ πρῶτο κερὶ διατηρεῖ ποσοτικὰ καὶ ποιοτικὰ τὴ φλόγα του, παρότι τὴ μεταλαμπάδευσε, ἐνῶ καὶ τὸ δεύτερο κερὶ ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἴδια φλόγα μὲ τὸ πρῶτο.).  [11] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 10, PG 151, 112B.  [12] Ἰω. ιζ΄ 22-23.  [13] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ μεθέξεως, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 214.  [14] Ἁγίου Μακαρίου, Περὶ ἐλευθερίας νοὸς 22, PG 34, 956D-957A.  [15] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ προσευχῆς καὶ καθαρότητας 1, PG 150, 1117C.  [16] Ἰω. ιδ΄ 21.  [17] Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 2, PG 3, 392A.  [18] Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 3, 2, PG 3, 165A.  [19] Ματθ. ε΄ 8.  [20] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3, ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 168.  [21] Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 9, 23, PG 32, 109AB.  [22] Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 22,53, PG 32, 168C.  [23] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ μεθέξεως, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 240.  [24] Βλ. ἐδῶ holycouncil.org καὶ ἐδῶ kathimerini.gr   [25] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3, ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 252.  [26] Ἁγίου Μακαρίου, Περὶ ὑπομονῆς 13, PG 34, 876BC.  [27] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3 , ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 176.  [28] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ μεθέξεως, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 214. [29] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ προσευχῆς καὶ καθαρότητας 1, PG 150, 1120D. [30] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3  , ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 172. [31] Ἀββακ. 2, 15: «ὢ ὁ ποτίζων τὸν πλησίον αὐτοῦ ἀνατροπὴ θολερὰ καὶ μεθύσκων». [32] Ἁγίου Μακαρίου, Ὁμιλία 18, 2, PG 34, 636. [33] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 2, 3, ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 522. [34] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος Δ΄, PG 150, 621B. [35] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 33, PG 151, 416D-417A.



Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2026

 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»

εικόνα άρθρου: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Για το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως


~ Ο Θεός με το στόμα του Προφήτου Ησαΐα μάς παραγγέλλει λέγων:«Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών. Μάθετε καλόν ποιείν» (Ησ. α’ 16).

Η μετάνοια προϋποθέτει αμαρτία. Όποιος δεν έχει αμαρτία, αυτός δεν έχει ανάγκη μετανοίας. Όλοι, και πρώτος εγώ, αισθανόμεθα αμαρτωλοί.

Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδησι που μας πονάει, τραύμα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Η αμαρτία είναι κάρφωμα και ξανακάρφωμα στο Χριστό. Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία; ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς; ποιος δεν κτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως; Όποιος θα πη πως δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα έχει πει το μεγαλύτερο ψέμα….

Αλλ’ εάν η αμαρτία είναι το τραύμα, η μετάνοια είναι το φάρμακο· είναι το ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο….

Πολλοί χριστιανοί, με ευλαβή πόθο, αναζητούν να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, αλλ’ όσες φορές και αν μπούνε στον Ιορδάνη ποταμό και όσα μπουκάλια αγιασμό και αν πιούμε, αν δεν μετανοήσουμε δεν σωζόμεθα. Κοντά μας, δίπλα μας, είναι ο Ιορδάνης ποταμός. Κυλάει μέσα στην Εκκλησία, είναι η γλυκεία μετάνοια και εξομολόγησις. Ας λουσθούμε μέσα στην μετάνοια, διότι με αυτήν σβήνουν όλα τα αμαρτήματα. Και το λουτρό της μετανοίας είναι το δεύτερο βάπτισμα. Αυτό δε το λουτρό του θεϊκού βαπτίσματος, που λέγεται μετάνοια, γίνεται συνειδητά και αποφασιστικά. Πλένομαι, για να μη ξαναλερωθώ, ασχέτως αν δεν τα καταφέρω. Πλην πλένομαι με την απόφαση να μη ξαναλερώσω τον χιτώνα της ψυχής μου.

Το έλεος του Θεού είναι ανταπόκρισις στη μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού, η μετάνοια δεν είναι απλώς μεταμέλεια και εξομολόγησις αμαρτιών, αλλ’ είναι άφεσις, συγχώρησις, εξάλειψις τελεία των αμαρτιών. Η μετάνοια είναι ένας θρήνος που οδηγεί στην χαρά. Είναι το χαροποιό πένθος. Η μετάνοια είναι η σπορά των δακρύων, που φέρνει το θερισμό της λυτρώσεως… Με την αμαρτία χάνουμε την ηρεμία της συνειδήσεως. Με το κλάμα της μετανοίας παίρνουμε πίσω αυτό που χάσαμε. Με την αμαρτία χάνουμε το πολυτιμώτερο αγαθό, την ψυχή μας. Πεθαίνει η ψυχή μας. Και αν κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, θ’ αναστηθή η ψυχή μας….

Να κλάψουμε για τα αμαρτήματα μας, όπως έκλαψε ο Δαβίδ, που έβρεχε το προσκέφαλό του με τα δάκρυα του. Να κλάψουμε όπως η πόρνη, που τα δάκρυα της μοσχοβόλησαν περισσότερο από τα μύρα της, με τα όποια έβρεξε τα πόδια του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Πέτρος μετά την άρνησι του Διδασκάλου. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Παύλος όταν θυμόταν ότι δίωξε την Εκκλησία του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψαν οι μεγάλοι αμαρτωλοί που έγιναν άγιοι. Να κλάψουμε για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά να κλάψουμε και για τα αμαρτήματα των άλλων. Αμάρτησε ο άλλος; μη τον κατακρίνης. Κλάψε για την πτώσι του, δέστην σαν δική σου πτώσι. Είμεθα «αλλήλων μέλη». Ο άλλος είναι μέλος του ιδίου με σένα σώματος· μέλος του σώματος του Χριστού. Κλάψε εσύ για τον άλλον, όπως έκλαιγε ο Παύλος και έλεγε: «Ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον». Κλάψε εσύ για το παιδί σου που παρανόμησε, για το Χριστιανό που γλύστρισε και έπεσε.

Η αμαρτία είναι φωτιά. Και οι κρουνοί που σβύνουν αυτή την φωτιά, είναι οι κρουνοί της μετανοίας. Αν πιάση φωτιά το διπλανό σπίτι, δεν θα τρέξης και εσύ για να σβύση η φωτιά;  Αν αδιαφορήσης, η φωτιά θα επεκταθή και στο δικό σου σπίτι. Έτσι δεν μπορείς ν’ αδιαφορήσης όταν ο άλλος καίγεται από τη φωτιά της αμαρτίας. Ρίξε τα δάκρυά σου για να σβεσθή η φωτιά. Αν αδιαφορήσης, θάχης και συ κρίμα, αμαρτία. Κι αν όχι μόνο αδιαφορήσης αλλά γελάς κι όλας και σχολιάζης την αμαρτία του άλλου και την διαπομπεύης, τότε πια θα επιτρέψη ο Θεός να πέσης και εσύ, και η φωτιά της δικής σου αμαρτίας, μπορεί να είναι ο προθάλαμος της κολάσεως, κατά τον ιερό Χρυσόστομο.

Επιμένει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι πρέπει να θρηνούμε για τα αμαρτήματα των άλλων, αν αληθινά τους αγαπάμε. Αν ο άλλος βρίσκεται στο στόμα του λύκου, θα τον αφήσουμε να κατασπαραχθή; Αν ο άλλος κινδυνεύη να πνιγή, θα τον αφήσουμε να καταποντισθή;

Η μετάνοια, εξαλείφει όλα τα αμαρτήματα. Έχουμε δύο πραγματικότητες: η μία είναι η φιλανθρωπία του Θεού, η άλλη είναι η αμαρτωλότητα του ανθρώπου. Σας ερωτώ: Ποια από τις δύο είναι μεγαλύτερη; Τα αμαρτήματά μας, όσα κι αν είναι, είναι ωρισμένα και συγκεκριμένα. Η Φιλανθρωπία του Θεού είναι άπειρη, αμέτρητη. Ο ιερός Χρυσόστομος για να παρηγορήση τους αμαρτωλούς, παρουσιάζει το παράδειγμα με το κάρβουνο. Έχεις ένα αναμμένο κάρβουνο. Σε καίει. Αν όμως ρίξης το κάρβουνο αυτό μέσα στο πέλαγος, ποιος θα νικήση· το πέλαγος ή το κάρβουνο; Ασφαλώς το πέλαγος. Ένα τσαφ θ’ ακουσθή και θα εξαφανισθή το αναμμένο κάρβουνο.

Κάρβουνο, που κατακαίει τα σωθηκά μας, είναι η αμαρτία. Τι πόνος! Μη το αφήνης. Πάρτο την ώρα της σωστικής εξομολογήσεως και ρίξε το στο Πέλαγος της Φιλανθρωπίας του Θεού. Αμέσως το κάρβουνο της αμαρτίας σου θα σβύση και θα εξαφανισθή. Και αν μου πης πως δεν έχεις ένα κάρβουνο, αλλ’ έχεις πολλά αμαρτήματα που σε καίνε, θα σου πω και εγώ, ότι το έλεος του Θεού δεν είναι απλώς πέλαγος· είναι Ωκεανός· είναι κάτι απείρως μεγαλύτερο. Το πέλαγος και ο Ωκεανός έχουν κάποιο μέτρο, κάποια όρια, κάποιο τέλος. Η Φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απροσμέτρητη, απεριόριστη, ατέλειωτη.

Συνεχίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Όταν με δάκρυα μετανοούμε, να είσθε βέβαιοι ότι το σφουγγάρι της αγάπης του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα. «Το αίμα Ιησού Χριστού του υιού αυτού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α’ Ιωάν. 1, 7). Και η αγάπη του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα, ώστε ούτε ίχνος δεν αφήνει.

Αν εχης ένα τραύμα, γιατρεύεται, αλλά παραμένει το σημάδι, η ουλή. Αν έχης μία αμαρτία, με την μετάνοια συγχωρείται και εξαφανίζεται και ούτε ουλή μένει.

Η μετάνοια οδηγεί σ’ ένα καταπληκτικό θαύμα, στη λήθη του Θεού. Ο Θεός, καρδιογνώστης και παντογνώστης, που μέσα στη μνήμη Του είμεθα όλοι οι άνθρωποι, και είναι όλες οι πράξεις μας, αυτός ο Θεός φθάνει στην αμνησία! Λησμονεί τα αμαρτήματα των ανθρώπων που ειλικρινά μετανοούν.

Ω! πόσο θάρρος και παρηγοριά μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος! Ο χρυσός στην γλώσσα και στην καρδιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου, μισεί την αμαρτία, αγαπά τον αμαρτωλό· καυτηριάζει τα αμαρτωλά πάθη, αγκαλιάζει τους αμαρτωλούς. Ο Χρυσόστομος φοβάται να μη πέση ο αμαρτωλός σ’ ένα από τα δύο άκρα. Το ένα άκρο είναι η απόγνωσις και η απελπισία. Το άλλο είναι η ραθυμία και η επανάστασις. Ο διάβολος έχει δύο όπλα, με τα οποία δίνει τη χαριστική βολή στον αμαρτωλό. Το ένα όπλο είναι για τους ευαίσθητους, το άλλο για τους αναίσθητους.

Για τους ευαίσθητους διαθέτει το όπλο της απογνώσεως, της απελπισίας. Προσπαθεί ν’ απελπίση τον αμαρτωλό.

Πω πω! τι είναι αυτό που έκανες; τώρα για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Ποιος θα σε σώση; – όχι άπαντα ο Χριστιανός. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά της απογνώσεως. Φύγε, αλητήριε, γιατί με τη σκιά σου κρύβεις τον σταυρό του Χριστού, την μεγάλη μου ελπίδα. Αμαρτάνω, ναι, το ξέρω, αλλά πιστεύω στο έλεος του Θεού.

Για τους αναίσθητους έχει το όπλο της ραθυμίας και επαναστάσεως.

Έλα, καϋμένε, καλός είσαι. Και τι έκανες στο κάτω κάτω για να μετανοήσης; Εγκληματίας είσαι; δεν σκότωσες και κανένα; Μακάρι νάσαν όλοι σαν και σένα.

Όχι άπαντα ο Χριστιανός.

Ύπαγε πίσω μου, Σατανά της ραθυμίας και της ψευδαισθήσεως. Φύγε, γιατί η μορφή σου μού κρύβει τον πνευματικό καθρέπτη, για να καθρεπτιστώ και να ιδώ, με συναίσθησι, ότι είμαι γεμάτος πληγές και έχω ανάγκη θεραπείας.

Η μετάνοια έχει μεγάλη δύναμη. Παίρνει το κάρβουνο και το κάνει διαμάντι. Παίρνει τον λύκο και τον κάνει αρνί. Παίρνει τον άγριο και τον κάνει άγιο. Παίρνει τον αιματοβαμμένο ληστή και τον κάνει πρώτο κάτοικο του Παραδείσου. Ακριβώς, επειδή έχει τέτοια δύναμι η μετάνοια, γι’ αυτό ο Διάβολος αγωνίζεται ν’ αποτρέψη τον άνθρωπο από την μετάνοια. Έτσι εξηγούνται οι αντιρρήσεις πολλών ανθρώπων ως προς την μετάνοια και την εξομολόγησι.

Λέει κάποιος «Αφού θα ξαναπέσω, γιατί να πάω να εξομολογηθώ; Ξέρω ότι θα ξανακάνω τα ίδια…». Αδελφέ μου. Η αμαρτία είναι σαν την αρρώστια. Δεν αρρωσταίνεις μια φορά. Πολλές φορές αρρωσταίνεις από την ίδια αρρώστια. Και κάθε φορά που αρρωσταίνεις πηγαίνεις στο γιατρό και παίρνεις φάρμακα που σου δίνει. Το ίδιο κάνε και για την ψυχή σου. Κάθε φορά που πληγώνεσαι, έστω και αν πληγώνεσαι στο ίδιο μέρος, μετανόησε και εξομολογήσου. Κάποτε το φάρμακο της χάριτος θα γιατρέψη ολότελα την συγκεκριμένη πληγή.

Το αμαρτωλό πάθος μοιάζει πολλές φορές με δένδρο, που ρίζωσε βαθειά και φαίνεται δύσκολο να ξερριζωθή. Είδες τι έκαμναν οι υλοτόμοι στην παλαιά εποχή; Με τσεκούρι έκοβαν το δένδρο. Φαντάσου δένδρο ριζωμένο, με μεγάλο κορμό. Ο υλοτόμος το κτυπά με μια τσεκουριά. Δεν πέφτει ασφαλώς με την πρώτη τσεκουριά. Το κτυπά με δεύτερη, με τρίτη, με δέκα… Κάποτε το δένδρο λυγίζει και πέφτει. Έτσι είναι και το αμαρτωλό πάθος. Μπορεί με την πρώτη τσεκουριά να μην πέση. Συνέχισε με την διαρκή μετάνοια να κτυπάς το πάθος. Να είσαι σίγουρος, πως κάποια μέρα, θα πέση το πάθος, θ’ απαλλαγής από την αμαρτία που χρόνια σε βασάνιζε. Έτσι λέει ο Ιερός Χρυσόστομος.

«Μετανοώ, αλλά ντρέπομαι να ομολογήσω τ’ αμαρτήματά μου. Είναι τόσα πολλά, ώστε ντρέπομαι να τα παρουσιάσω στον εξομολόγο κληρικό». Η ντροπή πρέπει να υπάρχη, αλλά προ, όχι μετά την αμαρτία. Να ντρεπώμεθα να διαπράξωμε το κακό, να μη ντρεπώμεθα να ομολογήσουμε το κακό.

Η μετάνοια εκφράζεται σαν ομολογία των αμαρτημάτων, σαν εξαγόρευσις. Μη ντρέπεσαι να πης τις αμαρτίες σου. Κάποτε θα γίνη η αποκάλυψις των αμαρτημάτων μας. Ή θα τις αποκαλύψουμε εμείς, μόνοι μας, μπροστά σ’ ένα πρόσωπο, στον πνευματικό, ή θα τις αποκάλυψη ο Θεός την ήμερα εκείνη μπροστά σ’ όλους τους αγγέλους και τους ανθρώπους. Αν προλάβουμε πρώτοι να κατηγορήσουμε τον εαυτόν μας με την μετάνοια, εξαλείφονται όλες οι αμαρτίες μας και αθωωνόμαστε.

«Είμαι τόσο πολύ αμαρτωλός, που αμφιβάλλω για την σωτηρία μου…». Αδελφέ μου συναμαρτωλέ! Ο Παράδεισος δεν είναι για τους αναμάρτητους. Είναι για τους αμαρτωλούς. Ο Παράδεισος είναι γεμάτος από αμαρτωλούς που μετανόησαν. Είναι και για μας ανοικτός ο Παράδεισος. Αρκεί να κάνουμε το πρώτο βήμα εμείς· το βήμα της μετάνοιας. Τότε σπεύδει ο Θεάνθρωπος Κύριος να κάνη δέκα βήματα για να μας αγκαλιάση· είναι τα βήματα του ελέους και της συγγνώμης.

Με πόνο θερμής προσευχής ας πούμε:

Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μάς έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας. Είσαι η Αλήθεια μέσα σε τόσα ψέματα. Είσαι η Χαρά μας μέσα σε τόσες θλίψεις. Είσαι η Λύτρωσίς μας μέσα σε τόση αμαρτία. Είσαι η Ειρήνη μέσα σ’ ένα κόσμο τόσο ταραγμένο.

Δόξα τη μακροθυμία και τη Ανοχή σου Κύριε. Αμήν.

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»