Σάββατο, Απριλίου 25, 2026

 

Στην Κυριακή των Μυροφόρων



( Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

 

Ακούσαμε σήμερα, αδελφοί μου, στο Ιερό Ευαγγέλιο με πόση αγάπη προς τον Χριστό μας οι άγιες Μυροφόρες και ο άγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος, φρόντισαν, παρά τους μεγάλους κινδύνους που διέτρεχε η ζωή τους, να κηδεύσουν τον Σωτήρα Χριστό, τον Γλυκύτατο Κύριο, αλλά και να τρέξουν τα χαράματα της Κυριακής, με τα μύρα της αγάπης τους για να προσφέρουν μ’ αυτόν τον τρόπο για μια ακόμη φορά τη λατρεία τους προς τον Σταυρωθέντα Κύριο.

Και επειδή πολύ αγάπησαν τον Ιησού και πολύ κινδύνεψαν χάριν του Ιησού, αξιώθηκαν και της μεγάλης και μοναδικής τιμής, αυτές πρώτα οι ευσεβείς γυναίκες να ακούσουν και το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Να δουν κενό τον τάφο του Κυρίου και να δουν τον Άγγελο μέσα στον τάφο να τους λέγει: «Τι ζητείτε; Ιησούν τον εσταυρωμένον; Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Μεγάλη ευλογία πράγματι! Μεγάλη η ευλογία να ακούσουν από αγγελικά χείλη ότι ο Εσταυρωμένος Ιησούς, στον Οποίο αυτές είχαν όλες τις ελπίδες τους και όλη την αγάπη τους, δεν είναι νεκρός, αλλά αναστήθηκε ως Θεάνθρωπος, ως Νικητής του θανάτου και, αφού εκείνος αναστήθηκε, είναι όντως ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας μας και Εκείνος ο Οποίος θα αναστήσει κι εμάς, πρώτα πνευματικά και έπειτα και σωματικά κατά την Δευτέρα Του έλευση και παρουσία.

Είναι λοιπόν δώρο και αποτέλεσμα της αγάπης Του η ευλογία που πήραν οι Μυροφόρες. Πολύ αγάπησαν και το μεγάλο δώρο σ’ αυτές δόθηκε. Έτσι συμβαίνει, αδελφοί μου, στη ζωή μας, Όταν κι εμείς πολύ αγαπήσουμε τον Θεό, θα δοθεί και σ’ εμάς το δώρο της πληροφορίας, ότι όντως ηγέρθη ο Κύριος.

Δεν θα ακούσουμε από χείλη αρχαγγελικά το «Τι ζητείτε; Ιησούν τον εσταυρωμένον; Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε», αλλά θα το ακούσουμε μέσα στην καρδιά μας με πληροφορία του Αγίου Πνεύματος. Διότι όταν ο χριστιανός δοθεί στον Χριστό, όταν ο χριστιανός αγαπήσει τον Χριστό, όταν ο χριστιανός θυσιάσει για τον Χριστό τον εγωισμό του, την υπερηφάνειά του, την ησυχία του και χάριν του Χριστού κοπιάσει, τότε αξιώνεται μέσα στην καρδιά του ν’ ακούσει τη φωνή του Θεού, να αισθανθεί τη Χάρη του Θεού και να πληροφορηθεί με μία εσωτερική πληροφορία, με την οποία ομιλούν οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες μας, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός, ότι είναι ο αναστημένος Σωτήρας και Λυτρωτής μας. Και αυτή η εσωτερική πληροφορία φέρνει μία βεβαιότητα πίστεως. Φέρνει και πολλή ειρήνη στην ψυχή και ανεκλάλητη χαρά και είναι μία πρόγευση του παραδείσου, αλλά αυτή την πληροφορία δεν μπορεί να την λάβει εσωτερικά, βαθειά καρδιακά, παρά μόνο όποιος χριστιανός και όποια χριστιανή αγαπήσουν τον Χριστό και προσφερθούν στον Χριστό.

Όταν ο χριστιανός, αδελφοί μου, λάβει αυτή την πληροφορία μέσα στην καρδιά του, τότε αισθάνεται πραγματικά τι είναι ο Χριστός. Τότε πιστεύει πραγματικά και ακράδαντα στον Χριστό. Τότε αισθάνεται ότι ο Χριστός όχι μόνο έχει αναστηθεί, αλλά ότι ο Χριστός μαζί Του συνανασταίνει κι αυτόν τον ίδιο και ότι αυτός έχει περάσει εκ του θανάτου εις την ζωήν και γι’ αυτό δεν φοβάται τον θάνατο.

Όποιος πραγματικά έχει δεχθεί τη Χάρη του Θεού, έχει και αφοβία απέναντι του θανάτου, διότι ήδη έχει αναστηθεί με τον Χριστό, αφού έχει ενωθεί με τον Χριστό που είναι η Ζωή και η Ανάσταση.

 

Το ερώτημα λοιπόν για όλους μας είναι πώς κι εμείς θα αγαπήσουμε τον Χριστό, όπως τον αγάπησαν ο άγιος Ιωσήφ, ο άγιος Νικόδημος και οι άγιες Μυροφόρες; Πώς θα του δώσουμε όχι ένα μέρος της καρδιάς μας, αλλά όλη την καρδιά μας. Πώς θα του δώσουμε όχι ένα μέρος της θελήσεώς μας, αλλά όλη τη θέλησή μας. Πώς θα του προσφέρουμε όχι ένα μέρος του νου μας, αλλά όλο τον νου μας. Ώστε ολόκληροι ψυχικά και σωματικά να δοθούμε στον Ιησού Χριστό. Πώς θα φθάσουμε σ’ αυτή την τέλεια αγάπη, την οποία ζητεί από εμάς ο Κύριος; Γιατί ο Κύριος μας πρόσφερε ό,τι πολυτιμότερο είχε: τη ζωή Του. Δεν είχε τίποτε ανώτερο να μας δώσει. Τη ζωή Του είχε, τη ζωή Του μας έδωσε. Και τη ζωή Του έχει και τη ζωή Του μας δίνει.

Και σήμερα ακόμη τι μας δίνει ο Φιλάνθρωπος Χριστός μας; Μας δίνει μόνο τη διδασκαλία Του; Το κήρυγμά Του; Μας δίνει και αυτά. Αλλά προπάντων και κυρίως μας δίνει τον εαυτό Του, το Σώμα Του και το Αίμα Του, τη ζωή Του, διότι κάθε φορά που κοινωνούμε, τι κοινωνούμε; Το Σώμα και το Αίμα Του, τη ζωή του Χριστού. Όλος ο Χριστός προσφέρεται σ’ εμάς. Δεν μας δίνει ένα μέρος του εαυτού Του, αλλά όλο τον εαυτό Του. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο που να μπορεί να δώσει ο Θεός στον άνθρωπο. Ό,τι έχει να δώσει, το δίνει. Και δεν υπάρχει τίποτε σπουδαιότερο που να μπορεί να ζητήσει ο άνθρωπος από τον Θεό, απ’ αυτό που του δίνει ο Χριστός στη Θεία Κοινωνία».

Μας δίνει λοιπόν ο Χριστός όλη τη ζωή Του και ζητεί και τη δική μας ζωή. Είδατε τι λέγει ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη; «Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν». Παιδί μου, γιε μου, δώσε μου την καρδιά σου. Πώς λοιπόν κι εμείς να δώσουμε όλη την καρδιά μας στον Κύριο;

Όταν, κατά τους αγίους Πατέρες, παραιτηθούμε από τα δικά μας θελήματα και τα δικά μας νοήματα. Και να υιοθετήσουμε ό,τι θέλει ο Θεός. Τι θέλει ο Θεός; Αυτό να θέλουμε και εμείς. Πώς σκέπτεται ο Θεός; Έτσι να σκεπτόμαστε κι εμείς. Όταν το κάνουμε αυτό, τότε δίνουμε όλη την καρδιά μας στον Χριστό. Αυτό βέβαια είναι πολύ δύσκολο. Δεν είναι εύκολο, διότι θέλει βαθειά ταπείνωση. Το να παύσουμε να θέλουμε τα δικά μας εγωιστικά νοήματα και τα δικά μας θελήματα, και να θέλουμε τα του Θεού θελήματα και νοήματα, θέλει βαθειά ταπείνωση και καθημερινό αγώνα. Όποιος το κάνει αυτό είναι Χριστιανός.

 

Ας αγωνισθούμε, λοιπόν, αδελφοί μου, με τη χάρη του Θεού και τις πρεσβείες των αγίων ενδόξων Μυροφόρων Γυναικών κι εμείς να θέλουμε τα του Θεού θελήματα και νοήματα. Κάθε στιγμή στη ζωή μας να ρωτάμε: Αυτό που σκέπτομαι τώρα, το θέλει ο Θεός; Αυτό που θέλω τώρα, το θέλει ο Θεός; Αν το θέλει ο Θεός, να το κάνουμε. Αν δεν το θέλει, να μη το κάνουμε. Αυτό που θα κάνω τώρα, ευχαριστεί τον Θεό; Ή πικραίνει τον Θεό; Αν τον ευχαριστεί, από αγάπη να το κάνουμε. Αν πικραίνει τον Θεό, από αγάπη στον Θεό να μη το κάνουμε.

Κι έτσι αυξάνει η αγάπη μας προς τον Θεό και ο πόθος του Θεού. Και όταν αυξηθεί η αγάπη μας για τον Θεό, τότε όλος ο άνθρωπος φλέγεται μέσα του από μία αγάπη. Και γίνεται ο άνθρωπος ένας ερωτευμένος του Θεού. Οι άγιοι Πατέρες ομιλούν για θείο έρωτα.

Είθε, λοιπόν, αδελφοί μου, ο θείος έρως να πλημμυρίσει και τη δική μας την ψυχή. Να αγαπήσουμε κι εμείς τον Χριστό όπως Εκείνος μας αγαπά και να του προσφέρουμε όλη μας τη ζωή. Κάθε λεπτό της ζωής μας να είναι μία προσφορά αγάπης προς τον Θεό. Κάθε πράξη και κάθε σκέψη να είναι μία προσφορά αγάπης προς τον Χριστό μας.

Έτσι θα ευαρεστείται ο Κύριος και, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν εμείς πολύ αγαπήσουμε τον Θεό και τον αδελφό μας, τότε θα έλθει και ο Θεός, η Αγία Τριάς, ο Πατήρ ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, να κατοικήσουν μέσα μας. Και τότε κάθε χριστιανός θα είναι ναός του Θεού του Ζώντος. Θα έχει μέσα του την Αγία Τριάδα. Να η δόξα του ανθρώπου! Να κατοικεί η Αγία Τριάς μέσα στο ταπεινό και πήλινο ανθρώπινο σώμα μας.

Είθε λοιπόν να γίνουμε όλοι δια της αγάπης προς τον Χριστό και προς τον συνάνθρωπό μας κατοικητήρια της Αγίας Τράδος. Αμήν.

 

(Ι.Ν. Αγίας Τριάδος Λεμεσού, 1985)



 

 

Ο άγιος Ευαγγελιστής Μάρκος

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
      Οι τέσσερις ιεροί ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης, κατέχουν ξεχωριστή θέση στην Εκκλησία μας, διότι επιλέχτηκαν από το Θεό να καταγράψουν τη Θεία Αποκάλυψη, δηλαδή τα Ιερά Ευαγγέλια, τα οποία περιέχουν τη ζωή και τη διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τον τρόπο της σωτηρίας μας. Στην παρούσα σύντομη εργασία μας θα κάνουμε λόγο για τον Μάρκο και το περιεχόμενο του Ευαγγελίου του.
      Γεννήθηκε περί το 20 μ. Χ., πιθανότατα στην Κύπρο και είχε ιουδαϊκή καταγωγή. Η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία και ήταν ανεψιός του αποστόλου Βαρνάβα. Ενωρίς εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα. Το ιουδαϊκό του όνομα ήταν Ιωάννης και Μάρκος ήταν το ρωμαϊκό του επώνυμο, το οποίο πήρε κατά τη συνήθεια της εποχής. Βεβαίως επικράτησε το Μάρκος, με το οποίο μας είναι γνωστός στην Εκκλησία. Ήταν ελληνιστής, δηλαδή είχε ελληνική παιδεία. Η μητέρα του υπήρξε ένθερμος μαθήτρια του Κυρίου. Μαζί με τις άλλες μαθήτριες ακολουθούσαν τον Ιησού στις περιοδείες Του και κατά την ταφή Του έφεραν μύρα για να μυρώσουν το άχραντο Σώμα Του. 
Αναφέρεται πως μετά την ανάσταση φιλοξενούσε στο ευρύχωρο και πλούσιο σπίτι της την πρώτη εκκλησία. Εικάζεται ότι το υπερώο του Μυστικού Δείπνου ανήκε στη μητέρα του Μάρκου και πως ο Μάρκος είναι ο νεαρός που εμφανίστηκε τυλιγμένος σε σεντόνι κατά τη σύλληψη του Χριστού στο Όρος των Ελαιών, στον κήπο της Γεθσημανή. Όταν έγινε αντιληπτός από τους στρατιώτες άφησε το σεντόνι και έφυγε γυμνός (Μαρκ.14,51-5). Ο άγιος Επιφάνειος αναφέρει την πληροφορία ότι ανήκε στη χορεία των εβδομήκοντα αποστόλων.
      Αμέσως μετά την Πεντηκοστή αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Αρχικά ακλούθησε το θείο του Βαρνάβα και τον απόστολο Παύλο στις διάφορες περιοδείες του στην  Κύπρο και στη Μ. Ασία. Κατόπιν προσκολλήθηκε στον απόστολο Πέτρο και έγινε ακόλουθός του. Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι ίδρυσε την Εκκλησία της Ακηλυΐας της Ιταλίας και εργάσθηκε ως ιεραπόστολος στη Δύση, στη Ρώμη και στα Μεδιόλανα. Αργότερα πήγε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και στη Βαρβαρία, δηλαδή το σημερινό Μαρόκο και την Τύνιδα, όπου κήρυξε με ιδιαίτερη θέρμη το Ευαγγέλιο. Η παράδοση τον θέλει ως ιδρυτή της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας και πρώτο επίσκοπό της, την οποία ποίμανε από το 43 έως το 68 μ. Χ. Εργάστηκε δραστήρια και μετέστρεψε στην πίστη στο Χριστό πλήθος Ιουδαίων και Εθνικών.
      Η πλούσια ιεραποστολική του δράση ενόχλησε και θορύβησε τους ειδωλολάτρες της Αλεξάνδρειας, η οποία, όπως είναι γνωστό, ιδρύθηκε και κατοικούνταν από Έλληνες. Τα εκεί ειδωλολατρικά ιερατεία, ιδιαιτέρως του Σέραπι, ασκούσαν τεράστια επιρροή στους κατοίκους της Αλεξάνδρειας. Καλλιεργούσαν απίστευτες πρακτικές σκοταδισμού και δεισιδαιμονίας στις μάζες των ειδωλολατρών. Γι’ αυτό και ξεσήκωναν συχνά τον φανατισμένο όχλο εναντίον του Μάρκου. Ανήμερα του Πάσχα του 68 μ. Χ., την ώρα που ο Μάρκος κήρυττε, όρμισαν και τον συνέλαβαν, τον έδεσαν με σχοινιά και τον έσερναν στους δρόμους της Αλεξάνδρειας. Εν μέσω απερίγραπτων εξευτελισμών και βασανισμών υπέμεινε το μαρτύριο με πρωτοφανή ηρωισμό και ανεξικακία, έως ότου, εξέπνευσε από τα τραύματα των ανελέητων λιθοβολισμών του ειδωλολατρικού φανατισμένου πλήθους. Προσπάθησαν να κάψουν το λείψανό του, αλλά δεν το κατάφεραν, διότι ξέσπασε απρόβλεπτη καταιγίδα. Το παρέλαβαν οι χριστιανοί της πόλεως και το έθαψαν με τιμές σε γειτονικό χωριό. Ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος και πηγή αγιασμού και θαυμάτων.
      Τον 828 δύο Ενετοί έμποροι άρπαξαν τα λείψανα του αγίου Μάρκου και τα μετέφεραν στην Βενετία. Προς τιμή του έκτισαν λαμπρότατο ναό και κατασκεύασαν πολύτιμη λάρνακα, όπου τοποθέτησαν τα ιερά του λείψανα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 25 Απριλίου.
       Ο Ευαγγελιστής Μάρκος συνέγραψε το δεύτερο, κατά σειρά στην Καινή Διαθήκη Ευαγγέλιο. Η συγγραφή έγινε περί το 65 και είναι το συντομότερο από τα άλλα τρία, περιέχοντας 16 κεφάλαια. Κύρια επιδίωξή του είναι να αποδείξει τη θεία καταγωγή του Χριστού και ότι Αυτός είναι ο αληθινός Μεσσίας και λυτρωτής του κόσμου. Να Τον παρουσιάσει ως τον μοναδικό κραταιό και παντοδύναμο Θεό, επιμένοντας κυρίως στην εξιστόρηση των θαυμάτων Του και των πράξεών Του και λιγότερο στα λόγια και τη διδασκαλία του Χριστού. Χαρακτηρίζεται έτσι ως Ευαγγέλιο της δράσεως.
       Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας (+215), αναφέρει πως το Ευαγγέλιό Του ο Μάρκος το έγραψε στην κραταιά και κοσμοκράτειρα τότε Ρώμη και πως το απευθύνει στους Ρωμαίους. Αυτό φρονούν και σύγχρονοι μελετητές. Γι’ αυτό και θέλει να αποδείξει στους αποδέκτες του Ευαγγελίου του ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας, ο μοναδικός και παντοδύναμος Θεός, ασύγκριτα ανώτερος από τους ανύπαρκτους ειδωλολατρικούς «θεούς» της Ρώμης. Ότι ο Χριστός είναι ασύγκριτα ισχυρότερος από τους ισχυρούς και διεφθαρμένους Ρωμαίους αυτοκράτορες, οι οποίοι είχαν θεοποιήσει τους εαυτούς τους και απαιτούσαν λατρεία από τους υπηκόους τους.
     Πολλοί μελετητές της Καινής Διαθήκης θεωρούν το Ευαγγέλιο του Μάρκου ως το αρχαιότερο Ευαγγέλιο, το οποίο αποτέλεσε την πηγή των άλλων δύο «συνοπτικών» Ευαγγελιστών (Ματθαίου και Λουκά). Ο αποστολικός Πατέρας Παπίας (2ος αιών) αναφέρει την πληροφορία ότι «ο Μάρκος υπήρξε ερμηνευτής του Πέτρου», πως το Ευαγγέλιό του είναι στην ουσία λόγια και εξιστορήσεις εκείνου και γι’ αυτό είναι αξιόπιστο. Το ίδιο και ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος (+164) το χαρακτηρίζει ως «απομνημονεύματα του Πέτρου». Αναφέρει και γεγονότα που παραλείπουν οι άλλοι δύο «συνοπτικοί». Το διακρίνει η σαφήνεια, η ακρίβεια, η απλότητα και η χάρη. Η γλώσσα του είναι απλή και κατανοητή, χωρίς να χάνει την λογιότητά της. Παραθέτει λατινικές ορολογίες, δείγμα ότι απευθύνεται στους Ρωμαίους ειδωλολάτρες. Τέλος το διακρίνει η ζωηρότητα και η ορμητικότητα, εκφράζοντας προφανώς τη γνωστή μας παρορμητικότητα του Πέτρου.
      Αυτός ήταν ο άγιος Ευαγγελιστής Μάρκος και το θεόπνευστο Ευαγγέλιό του.         


Πέμπτη, Απριλίου 23, 2026

 

Αγία Ελισάβετ η Θαυματουργός.

ΑΓΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
     Οι όσιες γυναίκες συναγωνίστηκαν επάξια στην άσκηση, στην αρετή και στην αγιότητα τους άνδρες οσίους. Τα συναξάρια της Εκκλησίας μας είναι γεμάτα από άγιες γυναίκες, οι οποίες αναδείχτηκαν σε ύψη αγιότητας και αξιώθηκαν να θαυματουργούν. Μια από αυτές είναι και η αγία Ελισάβετ η Θαυματουργός.
     Καταγόταν από τα μέρη της Ηράκλειας της Θράκης και έζησε τον 5ο αιώνα. Οι γονείς της ονομαζόταν Ευνομιανός και Ευφημία. Ήταν γνωστοί για την ευσέβειά τους και τις αρετές τους. Ανήκαν στους εύπορους κατοίκους της περιοχής. Κατοικούσαν στην κωμόπολη Θρακοκρήνη, η οποία αργότερα είχε μετονομαστεί σε Αβυδηνούς. Ασκούσαν ιδιαίτερα την αρετή της ελεημοσύνης. Σκορπούσαν απλόχερα τα πλούτη τους σε όσους είχαν ανάγκη. Είχαν όμως έναν καημό, ήταν άτεκνοι, αν και είχαν περάσει δεκαέξι χρόνια παντρεμένοι. Γι’ αυτό παρακαλούσαν το Θεό νύχτα και ημέρα να τους χαρίσει παιδί.
       Υπήρχε στην περιοχή ένα παλιό έθιμο. Οι Χριστιανοί συγκεντρώνονταν κατά τη μνήμη της Αγίας Γλυκερίας για να την τιμήσουν. Οι εορτές κρατούσαν μία εβδομάδα. Έκαναν ακολουθίες, ολονυχτίες και λιτανείες ιερών λειψάνων και κυρίως την κάρα της Αγίας Γλυκερίας. Κατά τη διάρκεια μιας ακολουθίας, της οποίας προΐστατο ο επίσκοπος της πόλεως Λέων, ο ευσεβής Ευνομιανός έβλεπε την κάρα της Αγίας Γλυκερίας πότε να χαμογελά και πότε να λυπάται. Το θαύμα αυτό το θεώρησε σημαδιακό. Πίστεψε ότι ο Θεός άκουσε τις προσευχές τις δικές του και της συζύγου του. Το ίδιο βράδυ είδε στον ύπνο του την Αγία Γλυκερία, η οποία του ανήγγειλε ότι ο Θεός θα τους αξιώσει να γίνουν γονείς. Ότι η σύζυγός του Ευφημία θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει κορίτσι. Του ζήτησε να το ονομάσει Ελισάβετ, γιατί θα μοιάσει με την αγία Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννου του Βαπτιστού. Ο Ευνομιανός αποδέχτηκε το αίτημα της Αγίας. Εκείνη τον σταύρωσε και έφυγε. Σε μερικές ημέρες φάνηκαν τα σημάδια ότι η Ευφημία ήταν έγκυος και μετά εννέα μήνες γέννησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, την οποία ονόμασαν Ελισάβετ!
       Όταν  έγινε δώδεκα ετών πέθανε η μητέρα της και μετά από τρία χρόνια ο πατέρας της. Η μικρή Ελισάβετ έμεινε ορφανή και εμπιστεύτηκε τη ζωή της στα χέρια του Θεού. Όταν ενηλικιώθηκε μοίρασε τα πλούτη της στους φτωχούς και στους εργαζομένους στην περιουσία της και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Όταν έφτασε στη Βασιλεύουσα κατέφυγε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, η οποία είχε την ονομασία «Μικρός Λόφος». Εκεί ήταν ηγουμένη μια θεία της, εξαδέλφη του πατέρα της, από την οποία ζήτησε να τη δεχτεί να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Εκείνη τη δέχτηκε με χαρά και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής. Η Ελισάβετ έδωσε την υπόσχεση ότι εγκαταλείπει τα εγκόσμια και έγινε η μοναχική κουρά της.
       Ενωρίς έδωσε σημάδια συνεπούς μοναχικής ζωής. Ζούσε με σκληραγωγία, νηστεία, προσευχή και υπακοή. Αρνούνταν να φορά υποδήματα και περπατούσε ανυπόδητη. Καθημερινά έχυνε ποταμούς δακρύων για τη σωτηρία της και τη σωτηρία του κόσμου. Σύντομα διαπίστωσαν οι άλλες μοναχές ότι η Ελισάβετ είχε φτάσει σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Ο Θεός την αξίωσε να έχει διορατικό και προορατικό χάρισμα, καθώς και χάρισμα θαυματουργίας.
       Μετά από δύο χρόνια κοιμήθηκε η ηγουμένη θεία της. Είχε αφήσει ως διάδοχό της στην ηγουμενία της Μονής την Ελισάβετ. Την εγκατέστησε ο Πατριάρχης Γεννάδιος (458-471). Ως ηγουμένη πια ενέτεινε τον πνευματικό της αγώνα. Αισθάνονταν ότι είχε αυξημένη την υποχρέωση να ποιμαίνει θεοφιλώς τη Μονή και να μεριμνά για την πνευματική προκοπή της αδελφότητας. Θεωρούσε τον εαυτό της ως την πνευματική μητέρα των άλλων μοναχών και γι’ αυτό συμπεριφέρονταν ανάλογα.
         Έδινε η ίδια το φωτεινό παράδειγμα. Ακτινοβολούσε από τις αρετές της και την αγιότητά της. Ο Θεός την προίκισε να έχει και σπάνιες αγιοπνευματικές εμπειρίες. Συχνά κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας και συγκεκριμένα τη στιγμή του Χερουβικού, έβλεπε τον λειτουργό ιερέα να τον λούζει ένα υπερφυσικό φως. Διέκρινε ότι ήταν η χάρις του Αγίου Πνεύματος.  Η ίδια πλημμυριζόταν από θάμβος και ουράνια αγαλλίαση. Πλήθος πονεμένων ανθρώπων συνέρρεαν στη Μονή για να δουν την αγία ηγουμένη και να λάβουν παρηγοριά και δύναμη από την πίστη της και τις συμβουλές της. Η φήμη της είχε φτάσει μακριά.
         Τα χρόνια πέρασαν και το τέλος της επί γης ζωής της έφτασε. Η εξαντλητική ασκητική ζωή έφθειρε το άγιο σαρκίο της. Λίγο πριν την κοίμησή της ζήτησε να την οδηγήσουν στην αγαπημένη πατρίδα της. Ήθελε να δει τον τόπο που είδε το φως της ζωής για τελευταία φορά. Ήθελε να προσκυνήσει τα τίμια λείψανα, τα οποία είχαν προσκυνήσει οι γονείς της, προκειμένου να συλληφθεί και να έρθει στη ζωή. Οι  μοναχές της Μονής την οδήγησαν στην Ηράκλεια και πραγματοποίησε τα προσκυνήματά της. Στο ναό της Θεοτόκου αξιώθηκε να δει σε όραμα την Παναγία. Το πρόσωπό της αναγνώρισε σε εικονογραφία του ναού του Αγίου Ιερομάρτυρα Ρωμανού. Η Παναγία την συμβούλεψε να μην αργήσει να επιστρέψει στην Μονή της μετανοίας της διότι είχε έρθει ο καιρός της κοίμησής της. Πράγματι εκείνη επίσπευσε την επιστροφή της. Λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίνοντας την ψυχή της στο Νυμφίο Χριστό, που τόσο είχε αγαπήσει στη ζωή της. Το σεπτό της σώμα θάφτηκε στον ναό του Αγίου Γεωργίου. Όταν έγινε η εκταφή του βρέθηκε άφθορο, να ευωδιάζει. Η μνήμη της εορτάζεται στις 24 Απριλίου.
      Τέτοιες προσωπικότητες, σαν την αγία Ελισάβετ, λάμπρυναν και λαμπρύνουν τον ορθόδοξο μοναχισμό και γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία και αξία για την Εκκλησία μας και απολαμβάνει την εκτίμηση και το σεβασμό των πιστών.  


 

Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
         Η αγία μας Εκκλησία έχει να επιδείξει νέφη Μαρτύρων. Μυριάδες πιστοί βασανίστηκαν και έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού, την  σώζουσα πίστη της Εκκλησία μας. Πολλοί από αυτούς χαρακτηρίζονται ως Μεγαλομάρτυρες, διότι βασανίστηκαν περισσότερο από τους άλλους και έδειξαν μεγάλη ανδρεία. Ένας από αυτούς είναι και ο λαοφιλής άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, ο οποίος έλαβε και την προσωνυμία Τροπαιοφόρος, διότι κατατρόπωσε τους διώκτες του ειδωλολάτρες και θριάμβευσε έτσι η χριστιανική πίστη, στα μάτια των ισχυρών της εποχής του.
     Γεννήθηκε στην Καππαδοκία της Μ. Ασίας στα τέλη του 3ου μ. Χ. αιώνα, από ευσεβής και εύπορους γονείς. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τα ονόματά τους, ούτε περισσότερα στοιχεία γι’ αυτούς. Γνωρίζουμε όμως ότι, ως συνειδητοί χριστιανοί, μεγάλωσαν το Γεώργιο με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Του ενέπνευσαν ακράδαντη πίστη στο Σωτήρα Χριστό, αφοσίωση στην μοναδική χριστιανική διδασκαλία και βίωση της ευαγγελικής ηθικής. Φρόντισαν ακόμα να λάβει σοβαρή μόρφωση στα ονομαστά σχολεία της περιοχής.

      Η ομορφιά της ψυχής του σε συσχετισμό μα το κλασικό σωματικό του κάλλος συνέθεταν μια σπάνια προσωπικότητα, φωτεινό παράδειγμα και πρότυπο για τους νέους της ευρύτερης περιοχής της Καππαδοκίας. Τέτοιοι υπήρξαν άλλωστε οι καλλίμαχοι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Δημήτριος, ο Προκόπιος, οι Θεόδωροι κ.α., οι οποίοι, ως θεοφόροι, ξεχώριζαν από τους εμπαθείς ειδωλολάτρες.
      Ως επάγγελμα ο νεαρός Γεώργιος διάλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Εντάχθηκε στον  ρωμαϊκό στρατό και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, χάρις στα σπάνια προσόντα του, ανέβηκε τη στρατιωτική ιεραρχία. Έγινε χιλίαρχος. Τόσο οι ανώτεροι, όσο και οι κατώτεροί του στρατιωτικοί τον εκτιμούσαν και τον θαύμαζαν για τα ψυχικά, διανοητικά και σωματικά του χαρίσματα.
     Ο Γεώργιος δεν έκρυβε την χριστιανική του πίστη. Με το παράδειγμά του ξεχώριζε από τους ειδωλολάτρες συναδέλφους του. Το ήθος του και πως τα χαρίσματά φανέρωναν την πίστη του στο Χριστό. Επίσης δεν παρέλειπε να κάνει ιεραποστολή στο πολυπληθές στράτευμα με αποτέλεσμα πλήθος ανδρών του στρατεύματος να ασπασθεί τον Χριστιανισμό.
     Η ύφεση των διωγμών ανάμεσα στα έτη 258 μέχρι 284 είχε ως συνέπεια οι χριστιανοί να ανασάνουν για λίγο. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ. Το 284 ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο του απέραντου ρωμαϊκού κράτους ο Διοκλητιανός (284-305), ο οποίος με διάταγμά του ανανέωσε τους διωγμούς εναντίον του Χριστιανισμού. Πρόκειται για έναν από τους πλέον θρησκομανείς και εμπαθείς Ρωμαίους αυτοκράτορες. Μάλιστα, επειδή πίστεψε πως η χριστιανική πίστη ήταν η αιτία της κατάπτωσης του κράτους, κήρυξε τον χειρότερο διωγμό που γνώρισαν οι χριστιανοί ως τότε. Γκρεμίστηκαν οι ναοί, κάηκαν βιβλία και μυριάδες πιστοί οδηγήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και το θάνατο. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως εκείνοι που εξώθησαν τον δεισιδαίμονα αυτοκράτορα σε απηνή διωγμό κατά των Χριστιανών ήταν οι σκοτεινοί και αδίστακτοι ειδωλολάτρες ιερείς – μάντεις των διαβόητων μαντείων, του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνος της Μ. Ασίας. Επειδή, με την αύξηση των Χριστιανών, ερήμωναν τα κέντρα αυτά του σκοταδισμού, της δεισιδαιμονίας και της απάτης, και οι ιερείς έχαναν τεράστια ποσά από την έλλειψη ζητητών χρησμών, διαμήνυσαν στον αυτοκράτορα πως το θέλημα των «θεών» ήταν η ολοκληρωτική εξαφάνιση του Χριστιανισμού και των οπαδών του. Ότι δήθεν έτσι θα ήταν ευμενείς προς το κράτος!  
       Ο φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας θέλησε επίσης να καθαρίσει το στράτευμα από τους χριστιανούς στρατιωτικούς. Έδωσε σαφείς εντολές να εντοπισθούν όλοι οι χριστιανοί του στρατεύματος και να αναγκασθούν να αρνηθούν την πίστη του, διαφορετικά να εκτελούνται χωρίς έλεος. Πλήθος χριστιανών στρατιωτών συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο μαρτύριο Μεταξύ αυτών συνελήφθη και ο Γεώργιος, ο οποίος οδηγήθηκε μπροστά στον αυτοκρατορικό απεσταλμένο Μαγνέντιο για να απολογηθεί.
      Ο ρωμαίος αξιωματούχος θαύμασε το παράστημα του Γεωργίου και εκτίμησε τα σπάνια προσόντα του και γι’ αυτό μεταχειρίστηκε όμορφο τρόπο να τον μεταπείσει να απαρνηθεί την πίστη του και να ασπασθεί την ειδωλολατρία. Ο Γεώργιος με θάρρος και ευγένεια αρνήθηκε να υπακούσει στις προτροπές του Μαγνέντιου. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον ρωμαίο αξιωματούχο και διέταξε να τον βασανίσουν σκληρά. Φανατικοί ειδωλολάτρες στρατιώτες έμπηγαν αιχμηρά αντικείμενα στο κορμί του Γεωργίου. Εκείνος προσεύχονταν, όχι για τη σωτηρία του, αλλά για την μεταστροφή των βασανιστών του. Τότε έγινε το απροσδόκητο. Οι βαθιές και επώδυνες πληγές του επουλώνονταν πάραυτα θαυματουργικά. Τότε ο Μαγνέντιος έδωσε διαταγή να τον  κλείσουν στη φυλακή.
     Ύστερα από λίγες ημέρες έκανε περιοδεία στα μέρη της Ανατολής ο ίδιος ο Διοκλητιανός, μαζί με τη σύζυγό του, την ελληνίδα Αλεξάνδρα. Όταν επισκέφτηκε το στρατόπεδο του Γεωργίου πληροφορήθηκε το γεγονός και θέλησε να τον μεταπείσει ο ίδιος. Τον οδήγησε λοιπόν σε παραπλήσιο ναό το Απόλλωνα και τον παρότρυνε να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος όμως και πάλι αρνήθηκε να ασπασθεί την πλάνη της ειδωλολατρίας. Μάλιστα αναφέρεται πως την ώρα που βρισκόταν μπροστά στο άγαλμα του ψευτοθεού, ρώτησε ο Γεώργιος το άγαλμα «θέλεις εσύ άψυχο είδωλο να λάβεις ως Θεός από μένα θυσία;».  Το δαιμόνιο που κατοικούσε μέσα σε αυτό αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι «δεν είμαι εγώ ο Θεός, ούτε κάποιος. άλλος από μας. Μόνο αυτός που κηρύττεις είναι αληθινός Θεός. Εμείς ήμασταν κάποτε άγγελοι και εξαιτίας της υπερηφάνειας μας γίναμε διάβολοι. Από τότε φθονούμε τους ανθρώπους και τους κοροϊδεύουμε ότι εμείς είμαστε οι θεοί για να μας προσκυνούν». Αμέσως ακούστηκε μέγας κλαυθμός μέσα από τα αγάλματα και με μεγάλη βοή σωριάστηκαν μόνα τους στη γη και έγιναν κομμάτια. Τότε η αυτοκράτειρα συγκλονίστηκε από το θαυμαστό αυτό γεγονός και ομολόγησε πίστη στο Χριστό, αντίθετα ο θηριώδης αυτοκράτορας, όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από το θαύμα, αλλά το θεώρησε μαγικό τέχνασμα του Γεωργίου. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες ιερείς άρχισαν να κτυπούν ανελέητα τον άγιο, ώσπου τον άφησαν λιπόθυμο. Τελικά έδωσε ο αυτοκράτορας    διαταγή να τον αποκεφαλίσουν και επίσης να ρίξουν στη φυλακή την Αλεξάνδρα.
         Το πράσινο ανοιξιάτικο χορτάρι ποτίστηκε με το τίμιο αίμα του μάρτυρα και η αγία του ψυχή ανέβηκε στο θρόνο του Χριστού, για να λάβει τον πολύτιμο και αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Επίσης και η Αλεξάνδρα πέθανε λίγο αργότερα από τις κακουχίες της φυλακής, παίρνοντας και αυτή το δικό της μαρτυρικό στέφανο.
        Οι χριστιανοί της περιοχής παρέλαβαν με ευλάβεια και έθαψαν το σώμα του μάρτυρα με τιμές. Ο τάφος του είχε γίνει κέντρο συνάθροισης των πιστών όλης της περιοχής, για να χαιρετήσουν και να τιμήσουν τον καλλιμάρτυρα του Χριστού. Πλήθος θαυμάτων γινόταν εκεί. Τυφλοί έβλεπαν το φως τους, παράλυτοι σύσφιγγαν τα μέλη τους, βαριά ασθενείς έβρισκαν την υγεία τους, πένητες διασώζονταν, αιχμάλωτοι επέστρεφαν στα σπίτια τους, χάρη στην δύναμη του Γεωργίου. Σύμφωνα με την παράδοση το σώμα του Μάρτυρα μεταφέρθηκε αργότερα στην Παλαιστίνη και θάφτηκε εκεί. Ο τάφος του σώζεται μέχρι σήμερα και επιτελούνται εκεί θαύματα ιάσεως σε πονεμένους χριστιανούς και αλλοθρήσκους.
       Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος δεν άργησε να αγιοποιηθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας Ευθύς μετά το μαρτύριό του άρχισε να τιμάται από όλους τους χριστιανούς. Μέχρι σήμερα βρίσκεται την πρωτοπορία της χορείας των αγίων. Πάμπολλοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη χάρη του, πλήθος χριστιανών φέρουν με καμάρι το ηρωικό και σεπτό όνομά του, επίσης τοπωνύμια, περιοχές, ακόμα και πόλεις φέρουν το όνομά του! Στις μουσουλμανικές χώρες και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο και στην Παλαιστίνη ο άγιος Γεώργιος τιμάται και από τους μουσουλμάνους για τα άπειρα θαύματα που επιτελεί και σε αυτούς!
       Η μνήμη του μαρτυρίου του εορτάζεται στις 23 Απριλίου. Όμως επειδή αρμόζει σε εκείνον να εορτάζεται λαμπρά η μνήμη του και επειδή συχνά συμπίπτει αυτή με την Μ. Τεσσαρακοστή, μετατίθεται, στην περίπτωση αυτή, την Δευτέρα του Πάσχα.
       Ως συνειδητοί πιστοί αισθανόμαστε μεγάλη ευλογία να τον έχουμε προστάτη και βοηθό μας. Αυτός θα πρέπει να είναι το ιδεώδες, του οποίου οφείλουμε να μιμούμαστε αν θέλουμε να είμαστε αρεστοί στο Θεό. Το ηρωικό του παράδειγμα θα πρέπει να είναι για μας κανόνας πίστεως και ιδιαίτερα για τους νέους μας, οι οποίοι παραπαίουν στους σύγχρονους δύσκολους καιρούς του πνευματικού αποπροσανατολισμού και της σύγχυσης.


 

Αγιος Γεώργιος ̒Ο Μεγαλομάρτυς καὶ Τροπαιοφόρος

῞Αγιος Γεώργιος

̒Ο Μεγαλομάρτυς καὶ Τροπαιοφόρος

̒Ο ῞Αγιος Γεώργιος εἶναι ἀπό τούς δημοφιλέστερους ̒Αγίους τῆς  ̉Εκκλησίας μας. ̒Ο Γεώργιος γεννήθηκε μεταξύ 275 καί 281 στή Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας. ̒Ο πατέρας του Γερόντιος ἧταν στρατιωτικός καί Συγκλητικός. ̒Η μητέρα του Πολυχρονία καταγόταν ἀπό τή Λύδδα τῆς Παλαιστίνης. Καί οἱ δύο γονεῖς τοῦ Γεωργίου εἶχαν βαπτιστεῖ χριστιανοί. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ οἰκογένειά του μετακόμισε στή Λύδδα, τήν πατρίδα τῆς μητέρας του. Σέ νεαρή ἡλικία, ὁ Γεώργιος ἀκολούθησε στρατιωτική καριέρα καί ἐντάχθηκε στό Ρωμαϊκό Στρατό. Γρήγορα ξεχώρισε γιά τίς ἰκανότητες καί τήν ἀνδρεία του κι ἔλαβε τό ἀξίωμα τοῦ Τριβούνου. ̒Ο αὐτοκράτορας Διοκλητιανός τόν προήγαγε σέ Δούκα (διοικητή) καί Κόμη (συνταγματάρχη) στό σῶμα τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς.

   Τό 303 μ.Χ. ὁ Διοκλητιανός ἄρχισε διωγμούς κατά τῶν Χριστιανῶν. ̒Ο Γεώργιος ἀρνήθηκε νά ἐκτελέσει τίς διαταγές του καί ὁμολόγησε τήν πίστη του. ̒Ο αὐτοκράτορας τότε διέταξε νά ὑποβάλουν τόν Γεώργιο σέ φρικτά βασανιστήρια, προκειμένου νά ἀπαρνηθεῖ τήν πίστη του.  ̉Αφοῦ τόν λόγχισαν, τοῦ ξέσχισαν τίς σάρκες μέ εἰδικό τροχό ἀπό μαχαίρια. ῎Επειτα τόν ἔριξαν σέ λάκκο μέ βραστό ἀσβέστη καί κατόπιν τόν ἀνάγκασαν νά βαδίσει μέ πυρωμένα μεταλλικά παπούτσια.  ̒Ο Γεώργιος ὑπέμεινε καρτερικά τό μαρτύριο καί στίς 23  ̉Απριλίου τοῦ 303 ἀποκεφαλίστηκε στά τείχη τῆς Νικομήδειας.

   Τό λείψανό του μαζί μέ αὐτό τῆς μητέρας του, ἡ ὁποία μαρτύρησε τήν ἴδια ἤ τήν ἐπόμενη ἡμέρα, μεταφέρθηκε καί τάφηκε στή Λύδδα.  ̉Επί τοῦ τάφου τοῦ Γεωργίου ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔκτισε ναό. ̒Η φήμη τοῦ ̒Αγίου διαδόθηκε σέ ὅλη τήν ἀνατολή. ῎Ηδη, τόν 4ο ὑπήρχαν στή Συρία ναοί μέ τό ὄνομά του. Στήν Βασιλεύουσα ἀναφέρεται ναός τοῦ ἅγίου Γεωργίου, ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Στήν πατρίδα μας δέν ὑπάρχει πόλη ἤ χωριό πού νά μήν ἔχει ναό ἤ παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στή μνήμη του. Οἱ ὑμνογράφοι, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, του αφιέρωσαν θριαμβευτικούς ύμνους καί ἐγκώμια.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν Μεγαλομάρτυρα ῞Αγιον Γεώργιον τὸν Τροπαιοφόρον

ποίημα Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τ

ῷ ἀθλοφόρῳ οἱ πιστοί δεῦτε πάντες,* εὐσεβοφρόνως προσπεσόντες βοῶμεν,* Τροπαιοφόρε ἔνδοξε Γεώργιε,* ῥῦσαι τοὺς τιμῶντας σε λοιμικῆς ἀσθενείας,* πάσης περιστάσεως* καὶ ποικίλων κινδύνων,* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, ἀθλητά,* σὲ γὰρ προστάτην Ορθόδοξοι ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ… ̉ Απολυτίκιον. Ἦχος δʹ

῾Ω ς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτὴς* καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής,* ἀσθενούντων ἰατρός,* βασιλέων ὑπέρμαχος,* Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε,* πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,* σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Καὶ νῦν καὶ ἀεί … Θεοτοκίον.

Ο

ὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας.

Πρὸς σὲ καταφεύγω δεητικῶς,* Γεώργιε μάρτυς, καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* παράσχου μοι ταύτην, θεηγόρε,* ἵνα μὴ τάχος ἀπόλλλυμαι, ἔνδοξε.

Τὰ πάθη ἐμόλυναν τὴν ψυχὴν* ἐμοῦ τοῦ ἀθλίου* καὶ ἀχρείου, θαυματουργέ,* διὸ σοι, Γεώργιε, προσπίπτω* καὶ ἐξαιτοῦμαι βοήθειαν, πάντιμε.

Παράσχου μοι μάρτυς, θαυματουργέ,* μετάνοιαν, πίστιν* καὶ τὸν βίον εἰρηνικόν,* ὡσαύτως μοι δὸς τῷ ἱκέτῃ* ὑπομονὴν καὶ ἀγάπην, Γεώργιε.

Θεοτοκίον.

̉Ενθέρμως σέ, Μῆτερ τοῦ Λυτρωτοῦ,* ἐγὼ ὁ ἀχρεῖος* ἱκετεύω γονυκλινῶς* θεράπευσον τάχος τῆς ψυχῆς μου* καὶ σώματός μου τὰ ἔλκη, Θεόνυμφε.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Αἰχμαλώτων ὁ ῥύστης,* σὺ ἀληθῶς γέγονας* καὶ τῶν ὀρφανῶν, θεηγόρε,* μέγα προπύργιον.* Τῶν ἀσθενούντων ἀεὶ* καὶ τῶν πτωχῶν ὁ προστάτης* ἀνεδείχθης, πάντιμε μάρτυς Γεώργιε.

῾Ικετεύω σέ, μάρτυς,* τὸν σκοτασμὸν ἅρπασον * καὶ τήν τῆς ψυχῆς ἀθυμίαν σὺ ἀποδιωξον.* Δίδου ἀπαύστως, σεμνέ,* τῷ σοὶ πιστῶς προσδραμόντι* ὑγιείαν ἀκλόνητον,* μάκαρ Γεώργιε.

Τοῦ καρκίνου τὸ πάθος* σὺ ἀφ̉ ἡμῶν δίωξον,* τῇ σῇ κραταιᾷ μεσιτεία,* μάρτυς Γεώργιε,* καὶ δίδου πᾶσι, σοφέ,* τὴν ψυχῆς ἠρεμίαν* καὶ χαρὰν τοῦ Πνεύματος* ἀδιατάρακτον.

Θεοτοκίον.

̉Ορθοδόξων ἐδείχθης* καταφυγή, Δέσποινα,* καὶ τῶν μοναζόντων τὸ κλέος, Θεομακάριστε,* τῶν ἀσθενοῦντων ἀεὶ* σὺ ἰατρὸς καὶ προστάτης* καὶ χηρῶν ὑπέρμαχος* ἀκατανίκητος.

Διάσωσον* ἐκ πάσης βλάβης ἱκέτας σου, ἀθλοφόρε,* ὅτι πάντες πρὸς σὲ ἀεὶ* πιστῶς καταφεύγομεν,* τὸν μέγαν ὁπλίτην καὶ στεφηφόρον.

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα ὁ ῾Ιερεύς: Ελέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον. (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος … καὶ τὸ 

Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ.

Πρεσβείαν τὴν σὴν* κατέχοντες, φιλόχριστε,* παγίδων πολλῶν* λυτρούμεθα ἱκέτες σου.* ̉Εκτενῶς βοῶμεν σοι, ὦ Γεώργιε, τάχος πρόφθασον* καὶ ἐκ κινδύνων ῥύσασθαι ἡμᾶς* ὁ μέγας προστάτης τῶν τιμῶντων σε. 

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα, Κύριε...

Σὲ ἐλπίδα καὶ στήριγμα,* ὡς καὶ ἰατρὸν ἀλάνθαστον ἔχομεν,* διὸ πίστει σοι προστρέχομεν* τοῖς λειψάνοις,* ἅγιε Γεώργιε.

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον* σύ, Τροπαιοφόρε,* τάχος κατάπαυσον* καὶ τὸν νοῦν μου ἀποκάθαρον* ἐκ παντοίων σκέψεων, Γεώργιε.

Σὺ τὴν γλῶσσαν μου φύλαξον* ἐκ τῆς κατακρίσεως, τρισμακάριστε,* καὶ τὸ στόμα μου διάνοιξον* τοῦ δοξάζειν* Κτίστην τὸν τοῦ σύμπαντος. 

Θεοτοκίον.

῏Ω Πανάχραντε Δέσποινα,* τὸν σὸν Υἱὸν ἀεὶ καθικέτευε,* ἵνα πάντες ἀπολαύσωμεν* παραδείσου κάλλη οἱ ἀνάξιοι.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς...

Σ

ῶμα καὶ ψυχὴ* ὡς καὶ τὴν σὴν καρδίαν ᾄδοντας* τῷ Κυρίῳ προσήνεγκας, θαυμαστέ,* διὸ στεφάνους, Γεώργιε, παρέλαβες.

Δώρισαι ἡμῖν* τὴν ὑγείαν δεομένοις σου* καὶ τῆς ψυχῆς ὡς καὶ τοῦ σώματος ἀεί,* Τροπαιοφόρε Γεώργιε, πάντων σέμνωμα.

Λῦσον τὴν ἀχλὺν* τῶν πταισμάτων μου, Γεώργιε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς, Τροπαιοφόρε, μακαρίας Λύδδας βλάστημα. 

Θεοτοκίον.

̉Ιασαι, ῾Αγνή,* τῆς καρδίας μου τὰ τραύματα καὶ τοῦ νοὸς μου, Κόρη, τὴν ἔπαρσιν* καὶ ὑγιείαν τῇ πρεσβείᾳ σου παράσχου μοι. 

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ...

Παράσχου μοι ὑγιείαν καὶ ῥώμην* ὡς καὶ τὴν σὴν ἰσχυρὰν προστασίαν,* ἐκ τῆς οἰήσεως σῶσον με τάχος* καὶ ἐκ παγίδων τοῦ ὄφεως ῥῦσαι με,* Γεώργιε μάρτυς σεπτέ,* Ορθοδόξων τὸ ἅγιον πρότυπον.

̉Ι άτρευσον τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος* καὶ τὴν κάκωσιν τοῦ σώματος, μάρτυς,* ὡς τὸν Χριστὸν δυνατῶς ἀγαπήσας,* Τροπαιοφόρε Γεώργιε ἔνδοξε,* καὶ δίδου μοι εὐθυπορεῖν* πρὸς ὁδοὺς τὰς εὐθείας καὶ σῶσον με.

Προστάτην σε τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι* καὶ ἀκοίμητον φρουρὸν σὲ κατέχω,* τοὺς πειρασμοὺς ἀπελαύνεις μακρόθεν,* σὺ καὶ τὰς νόσους διώκεις ταχύτατα,* Γεώργιε θαυματουργέ,* Ορθοδόξων στεῤῥὸν κατάφύγιον.

Θεοτοκίον.

̒Ηλίου τοῦ νοητοῦ σύ, ῎Αχραντε,* ἀνεδείχθης, Θεοτόκε, μητέρα,* ὃν καθικέτευε, κόρη, ἀπαύστως* καὶ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐξευμένισον* δεόμεθά σου, ὦ Μαριάμ,* ἵνα λάβωμεν χάριν καὶ ἔλεος.

Διάσωσον* ἐκ πάσης βλάβης ἱκέτας σου, ἀθλοφόρε,* ὅτι πάντες πρὸς σὲ ἀεὶ* πιστῶς κατάφεύγομεν,* τὸν μέγαν ὁπλίτην καὶ στεφηφόρον.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ

Κοντάκιον. Ἦχος βʹ. Προστασία.

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν ποιητὴν ἀμετάθετος,* μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ πρόφθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν θερμῶς δεομένων σοι·* ἅγνισον τὴν ψυχὴν μου* καὶ φύλαξόν μου τὸ σῶμα* ἀπὸ παγίδων τοῦ ἔχθροῦ,* ἀξιάγαστε Γεώργιε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δʹ.

Δίκαιος ὡς φοίνιξ ἀνθίσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. (δίς)

Στίχος: Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.

Δίκαιος ὡς φοίνιξ ἀνθίσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου …

Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ τοῦ κατὰ Ιωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου, τὸ ἀνάγνωσμα. Πρόσχωμεν.

(Κεφ. ιεʹ 17-27, ιστʹ 1-2)

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς. Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμίν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ̉ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. Μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμίν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν, ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμὶν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με, εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον˙ νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. Ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. Εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον˙ νῦν δὲ καὶ ἐωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου, ἀλλ̉ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμὶν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ˙ καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ̉ ἀρχῆς μετ̉ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμὶν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε, ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ̉ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι. 

῏Ηχος β´. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ  ̉Αθλοφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη,* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.  

Καὶ νῦν καὶ ‘αεὶ…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη,* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου …

Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπῃς με, Μεγαλομάρτυς Κυρίου,* τὸν πρὸς σε προστρέχοντα, ἀξιάγαστε·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύναμαι* τῶν δαιμόνων τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέκτημαι,* οὐδὲ ποῦ προσφύγω ὁ ἄθλιος·* πάντοθεν πολεμούμενος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου·* μάρτυς τοῦ Δεσπότου* ἐλπὶς συ καὶ προστάτης τῶν πτωχῶν,* Τροπαιοφόρε Γεώργιε,* Λύδδας ἄνθος εὔοσμον

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός: Αμήν. 

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος. 

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς Ιουδαίας...

̉Ασθενῶν ἰατρεῖον* καὶ πτωχῶν καταφύγιον μέγα, ἔνδοξε,* σὺ ὄντως ἀνεδείχθης,* Γεώργιε παμμάκαρ, διὸ πίστει κραυγάζομεν·* ῾Ο τῶν πατέρων ἡμῶν* Θεὸς, εὐλογητὸς εἶ.

Τῶν τυφλῶν βακτηρίαν* ὀνομάζουσι πάντες σέ, ἀξιάγαστε,* καὶ τῶν ἀβοηθήτων* βοήθειαν καὶ σκέπην·* διὸ ἅπαντες ψάλλομεν·* Χαῖρε, πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα  ̉Ορθοδόξων.

Μοναζόντων τὸ κλέος* καὶ πιστῶν θεῖον καύχημα, πνευματέμφορε,* δαιμόνων καθαιρέτης,* ὁ μέγας ἀνεδείχθης·* διὸ ἅπαντες ᾄδομεν·* Μεγαλομάρτυς Χριστοῦ* πιστῶν χαρὰ καὶ κλέος.

Θεοτοκίον.

̉Αρετῶν σὺ ταμεῖον* ἀνεδείχθης, Μαρία θεοχαρίτωτε,* διὸ καὶ σὲ ὑμνοῦμεν* καὶ πίστει προσκυνοῦμεν* οἱ ἀνάξιοι ᾄδοντες·* Χαῖρε, Παρθένε ἁγνή,* ἡ δόξα τῶν ἀγγέλων.

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα...

Τὸν Βασιλέα* σὺν τῷ σεμνῷ Γεωργίῳ* μοναζόντων τᾲ πλήθη αἰνεῖτε* καὶ ὑπερυψοῦτε* εἰς πάντας τοὺς αἰώνας.

Πολυχρονίαν* καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς πᾶσαι*Ορθοδόξων χορεῖαι ὑμνεῖτε* καὶ ὑπερυψοῦτε* εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

῾Η βιοτὴ σου* χαρᾶς πληροῖΟρθοδόξους* καὶ εὐφραίνει καρδίας ἁπάντων* τῶν τὸ ὄνομά σου φερόντων, Θεοφόρε.

Θεοτοκίον.

Τὴν ἀσθεσοῦσαν* ἐκ τῶν παθῶν τῶν ποικίλων,* Θεοτόκε, ἀθλίαν ψυχὴν μου* ἴασαι τάχος,* ἵνα μὴ ἀπολοῦμαι.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

Γεώργιε παμμάκαρ,* καύχημα Λυδδαίων* καὶ Ορθοδόξων στεῤῥὸν καταφύγιον* τοὺς προσιόντας σοι, μάρτυς,* χαρᾶς ἀξίωσον.

Σὺν τῇ σεπτῇ μητρὶ σου* ἅπασι παράσχου* σωτηριώδη μετάνοιαν, ῞Αγιε,* καὶ τοὺς τιμῶντας σε πόθῳ* δεινῶν ἀπάλλαξον.

̉Εκ τῆς φιλαργυρίας* καὶ τῆς φλυαρίας,* Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, σῶσον με* καὶ τοὺς πρὸς σὲ προσδραμόντας* παθῶν ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.

῾Ροὴν μου τῶν δακρύων* μὴ ἀποποιήσῃς,* Θεοτόκε Παρθένε, σοῦ δέομαι* καὶ ἐκ ψυχῆς μου τὴν λύπην* τάχος διάλυσον.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμι­ωτέραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυ­γκρίτως τῶν Σερα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν   Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγα­λύνομεν.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε Τροπαιοφόρε,* τὸν ἀειμακάριστον καὶ θεοκόσμητον,* καὶ προστάτην πάντων ἡμῶν.* Τὸν δεδοξασμένον παρὰ Θεῷ* καὶ πεφιλημένονΟρθοδόξοις χριστιανοῖς,* τὸν μετὰ ἀγγέλων Θεῷ δοξολογοῦντα* καὶ νέμοντα ἰάσεις* πᾶσι τοῖς θέλουσι.

Τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ* καὶ τῶν ἀσθενούντων* τὸν ἀνάργυρον ἰατρόν,* τῶν ῾Ελλήνων κλέος* καὶΟρθοδόξων δόξαν,* Γεώργιον, μεθ̉ ὕμνων* πάντες τιμήσωμεν.

Φύλαττε τὸ σῶμα μου, θαυμαστέ,* ἀπὸ τοῦ καρκίνου* καὶ ἐκ νόσων παντοειδῶν,* ὡς καὶ τὴν ψυχὴν μου* ἐκ τῶν παθῶν, τρισμάκαρ,* Γεώργιε θεόφρον,* πιστῶν ἀγλάϊσμα.

Πᾶσαν τὴν ἐλπίδα μου, θαυμαστέ,* πρὸς σὲ ἐπιῤῥίπτω* ὁ ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ,* διὸ σοι προσπίπτω* καὶ δέομαι ὁ τάλας* τὰ τῆς ψυχῆς μου ἔλκη τάχος θεράπευσον.

Δίδου μοι μετάνοιαν, θαυμαστέ* Γεώργιε μάρτυς,* ἐκκλησίας ἡ χαρμονή,* ἵνα ἀπολαύσω ὁμοῦ σὺν τῇ μητρί σου* τὴν δόξαν τοῦ Δεσπότου* ἐν ἣ ἀγάλλεσαι.

῏Ω Πολυχρονία θαυματουργέ,* μετὰ τοῦ υἱοῦ σου,* Γεωργίου τοῦ θαυμαστοῦ,* ῥύσατε ἱκέτας* ἐκ βλάβης καὶ κινδύνων* καὶ σώσατε λιταῖς σας* ἐκ τῆς κολάσεως.

Μάρτυς ῾Ριψιμία θαυματουργέ,* σὺν τῷ Γρηγορίῳ* καὶ παρθένῳ Γαϊανῇ* καὶ Πολυχρονίᾳ μητρὶ Τροπαιοφόρου,* σὺν τῇ ῾Αγίᾳ Νίνᾳ* σώσατε ἅπαντας.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου,* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ Ἅγιοι πάντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: ῞Αγιος ὁ Θεός,… (τρίς) Δόξα Πατρὶ … Καὶ νῦν… Παναγία τριάς,… Κύριε ἐλέησον, (τρίς). Δόξα Πατρὶ… Καὶ νῦν… Πάτερ ἡμῶν, …

῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία …

Εἶτα τὸ ̉Απολυτίκιον. Ἦχος δʹ.

῾Ω ς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής* καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής,* ἀσθενούντων ἰατρός,* βασιλέων ὑπέρμαχος,* Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε,* πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,* σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Ελέησον ἡμᾶς ὁ Θεός… καὶ μνημονεύει τὰ ὀνόματα τῶν πιστῶν καὶ ποιεῖ μκρὰν ἀπόλυσιν.

῾Ο Χορός: Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ… Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ… Κύριε, ἐλέησον (τρίς) Πάτερ, ἅγιε εὐλόγησον.

Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Πάντων προστατεύεις ἀληθῶς* τῶν καταφευγόντων ἐν πίστει* τῇ προστασίᾳ τῇ σῇ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεόν,* ἐν ποικίλοις νοσήμασι,* ἀεὶ σὲ μεσίτην* οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν,* μάρτυς τοῦ Θεοῦ τοῦ ῾Υψίστου,* ὅθεν σοι προστρέχομεν πόθῳ* πάντες οἱ Ορθόδοξοι, μακάριε.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς. Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν,* ΚύριεΙησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,* ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.   ̉Αμήν.

ΕΓΚΩΜΙΑ

εἰς τὸν ἔνδοξον Μεγαλομάρτυρα ῞Αγιον Γεώργιον τὸν Τροπαιοφόρον

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Στάσις αʹ. ῾Η ζωή ἐν τάφῳ.

Δεῦτε Ορθοδόξων* οἱ χοροὶ ἐκτενῶς,* Γεωργίου τὰ μαρτύρια ἅπαντες* ἀνυμνήσωμεν γεραίροντες αὐτόν.

῎Ανθος σὺ τῆς Λύδδας* ἀνεδείχθης, σοφέ,* τῷ Κυρίῳ σεαυτὸν ἀνατέθηκας* καὶ ἀνέθαλες καρποὺς μαρτυρικούς.

Βουληθεὶς τὰς τρίβους* τῶν μαρτύρων, σοφέ,* ἠκολούθησας αὐτῶν τοῖς ἀθλήμασι,* ὧ Γεώργιε, θαυμάτων ἡ πηγή.

Αἱ σεπταὶ εἰκόνες* ἰαμάτων πηγαὶ* ἀνεδείχθησαν, Γεώργιε ἅγιε,* καὶ ταμεῖα πολυτρόπων δωρεῶν.

̉Εκτενῶς δυσώπει* τῷ Κυρίῳ, σοφέ,* λυτρωθῆναι ἐκ δεινῶν περιστάσεων* τοὺς προστρέχοντας πρὸς σὲ ἱκετικῶς.

῎Ορθρος τῶν μονῶν σου* φαεινὸς καὶ καὶ τερπνὸς* ἀνεδείχθησαν εἰκόνες σου, ῞Αγιε,* καὶ ταμεῖα ἰαμάτων δαψιλῶν.

Λόγους οὐχ εὑρίσκω* ἐξυμνῆσαι ὀρθῶς,* παναοίδημε Γεώργιε, ἄθλους σου* οὗς ὑπέστης ἀγαλλόμενος σεμνῶς.

῎Ινα τὸν Σωτῆρα*Ιησοῦν μιμηθῇς* διωγμοὺς σὺ καὶ μαρτύρια ἔλαβες* ἀγογγύστως, ὦ Γεώργιε σεμνέ.

Λείψανά σου, μάκαρ,* προσκυνοῦμεν ἀεὶ* καὶ δοξάζομεν τοὺς ἄθλους σου, ἔνδοξε,* ὧ Γεώργιε, θαυμάτων ἡ πηγή.

̉Εν τῷ κριτηρίῳ* στεντορίᾳ φωνῇ*Ιησοῦν σὺ ὡμολόγησας, πάντιμε,* διὸ ἔλαβες μαρτύρια πολλά.

̉Εν τῷ λάκῳ χαίρων* τῆς ἀσβέστου, σεμνέ,* σὺ ἐῤῥίφθης ὑπ̉ ἀπίστων, Γεώργιε,* πλὴν οὐκ ἔπαθεν τὸ σῶμα σου οὐδέν.

Μετὰ τῶν ἀνόμων* ἐλογίσθης ποτὲ* σὺ τὸ κλέοςΟρθοδόξων, Γεώργιε,* καὶ προπύργιον ἁπάντων τῶν πιστῶν.

̉Ιατρὸς ἐδείχθης* νοσημάτων πολλῶν διὰ τοῦτο σοι τὰ πλήθη προσέρχονται* καὶ λαμβάνουσι ἰάσεις, ἀγαθέ.

Μετὰ τῶν ἀγγέλων*Ορθοδόξων πληθὺς* συναγάλλεται, Γεώργιε, σήμερον* καὶ αἰτεῖται τὴν βοήθειαν τὴν σήν.

῎Εχων παῤῥησίαν* πρὸς Θεὸν ἀληθῶς* καθικέτευε αὐτὸν σῶσαι ἅπαντας* ἐκ καρκίνου, ὦ Γεώργιε σοφέ.

῎Ηθλησας νομίμως* ἐν σταδίῳ, σεμνέ,* καὶ Χριστὸν μεγαλοφώνως ἐκήρυξας* καὶ ὡδήγησας τῇ πίστει σου πολλούς.

῾Ως μαρτύρων κλέος* σὲ τιμῶμεν ἀεὶ*Ορθοδόξων, ὦ Γεώργιε, καύχημα* καὶ ῾Ελλήνων κατάφύγιον στεῤῥόν.

Δόξα Πατρὶ… Τριαδικόν.

Σὲ Τριὰς ῾Αγία,* ἀνυμνοῦσι πιστοὶ* καὶ αἰτοῦσιν παρὰ σοῦ θεῖον ἔλεος,* ὡς καὶ τέλη τῆς ζωῆς εἰρηνικά.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Τοῦ Χριστοῦ μου μῆτερ,* σὲ τιμῶμεν πιστοὶ* καὶ πρὸς σε γονυκλινῶς καταφεύγομεν,* ἵνα λάβωμεν τὰς θείας δωρεάς.

Στάσις βʹ. ῎Αξιόν ἐστιν.

῎Α ξιόν ἐστιν* ἀπονέμειν σοι τιμᾶς, θεόφρον,* τῷ ὑπὲρ Χριστοῦ παθόντι τὰ πάνδεινα* καὶ νικήσαντι τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Χαίρουσι ἀεὶ*Ορθοδόξων ἡ πληθύς, παμμάκαρ,* ἔχοντές σε καταφύγιον ἄτρωτον* καὶ ἀπάνεμον λιμένα, ἱερέ.

Φύλαττε ἀεὶ* τοὺς γονεῖς ὡς καὶ τὰ τέκνα, μάρτυς,* ἀπὸ πάσης νόσου καὶ θλίψεως* καὶ συντρόφευσον αὐτοῖς νυχθημερόν.

῎Α ναρχον Θεὸν* μεσιτεία σῇ, Τροπαιοφόρε,* τάχος ἐξευμένισον, τρισμακάριστε,* ἵνα μὴ ὁ τάλας πάντων κολασθῶ.

Χαίρει οὐρανὸς* καὶ ἡ γῆ σκιρτᾶ, Τροπαιοφόρε,* βλέποντες τὰ θαύματά σου, Γεώργιε,* ἃ ποιεῖς νυχθημερὸν ἐν τοῖς πιστοῖς.

Λύδδας τὸν βλαστὸν* ἀνυμνοῦσιν οἱ πιστοὶ ἀπαύστως* καὶ προστρέχουσι αὐτῷ, ἵνα λάβωσι* τὸ ποθούμενον ἐν τάχει δαψιλῶς.

῎Ε χουσι μοναὶ* σὲ προστάτην τε καὶ πολιοῦχον* καὶ δοξάζουσι πατέρες σὸν ὄνομα* καὶ μητέρες εἰσὶ ἔμπλεοι χαρᾶς.

Νίκας χορηγεῖς, ὦ Γεώργιε Τροπαιοφόρε, πᾶσι τοῖς πιστῶς πρὸς σὲ καταφεύγουσι* καὶ τιμῶσι ὄνομά σου τὸ σεπτόν.

Τρέμω καὶ θρηνῶ* ἐννοῶν τοῦ βίου μου τὸ πέρας* καὶ τὰς πράξεις ἃς ἀφρόνως ἐποίησα* κέκλημαί σε θεῖον πρεσβευτήν.

Κάθαρον τὸν νοῦν* ἐκ τῆς ἀκηδίας, θεοφόρε,* ὡς καὶ ἐκ τῆς οἰήσεως, μακάριε,* σὺ ὁ ἔχων παῤῥησίαν πρὸς Θεόν.

῎Εφριξεν ἡ γῆ* καθορῶσα τὰ μαρτύριά σου* ἃ διὰ Χριστὸν ὑπέστης, Γεώργιε,* σὺ τὸ κλέος καὶ ἡ δόξα τῶν πιστῶν.

῎Αναψον ταχὺ* τὴν τῆς πίστεως ἄσβεστον φλόγα,* ἵνα ὁ ἀνάξιος, ὦ Γεώργιε,* ἐν τῷ βίῳ μου πιστῶς σὲ μιμηθῶ.

῾Ρ αίνουσι πιστοὶ* δι̉ ἀνθέων σὴν εἰκόνα, μάκαρ,* ὡς καὶ λείψανά σου, μάρτυς Γεώργιε,* τὰ παρέχοντα ἰάσεις πᾶσι δαψιλῶς.

Πᾶσαν τὴν ζωὴν* πρὸς σέ, μάρτυς, ἐπιῤῥίπτω ὄντως* καὶ αἰτοῦμαι σὴν βοήθειαν, ῞Αγιε, ἵνα τύχω βασιλείας οὐρανῶν.

῎Εχουσι χαρὰν* οἱ πιστοὶΟρθόδοξοι, φωσφόρε, οἱ πίστει καὶ πόθῳ σοι καταφεύγοντες* καὶ λαμβάνουσι τὴν χάριν δαψιλῶς.

Δόξα Πατρὶ… Τριαδικόν.

 ῎Αξιόν ἐστιν* μεγαλύνειν σε Τριὰς ῾Αγία* ἡ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποιήσασα* καὶ λυτρώσασα αὐτὸ ἐκ τῆς φθορᾶς.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

 ῎Αξιόν ἐστιν* μεγαλύνειν τὴν Χριστοῦ Μητέρα* τὴν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων λυτρώσασαν* καὶ παρέχουσα ἰάσεις τοῦς πιστοῖς.

Στάσις γʹ. Αἱ γενεαὶ…

Αἱ γενεαὶ νῦν πᾶσαι, Γεώργιε τρισμάκαρ,* προσφέρουσί σοι ὕμνους.

Γεώργιε θεόφρον,* ἀπάλλαξον ἐκ λοίμης* χοροὺς τῶν Ορθοδόξων.

Οὐ θέλω σιωπῆσαι, Γεώργιε, τὸ πλῆθος,* ἃ συντελεῖς θαυμάτων.

̉Ιάσεων ὑπάρχεις* ἀδάπανον ταμεῖον,* κλεινὲ Τροπαιοφόρε.

̉Εξήνθησας τὸ πάλαι,* σοφὲ Τροπαιοφόρε,* ἐν τῇ Καππαδοκία.

Τοῦ βασιλέως κόρην* τοῦ δράκοντος ἐξείλου,* Γεώργιε, τὸ πάλαι.

Νοσοῦντας θεραπεύεις* καὶ πάσχοντας, φωσφόρε* Γεώργιε, ταχέως.

Προπύργιον ὑπάρχεις* πασῶν τῶν μοναζόντων,* Γεώργιε θεόφρον.

Πηγὴ θαυμάτων ὤφθη,* Γεώργιε τρισμάκαρ,* ἡ ἱερὰ εἰκὼν σου.

Τῶν μοναστῶν τὸ πλῆθος* ἐν πόθῳ σὲ ὑμνοῦσι,* Γεώργιε φωσφόρε.

Μεγαλομάρτυς, πάντας* τοὺς σοὶ καταφυγόντας* παράσχου τὰς αἰτήσεις.

̉Α παύστως ἐκδυσώπει,* Γεώργιε, τὸν Κτίστην * ὑπὲρ τῶν ἱκετῶν σου.

Δόξα Πατρὶ… Τριαδικόν.

Τριὰς ῾Αγία σῶσον* ἐκ πλάνης καὶ κινδύνων* ἱκέτας, Γεωργίου.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

 Πανάχραντε Μαρία* μετὰ τοῦ Γεωργίου,* χαρὰν δωρήσατέ μοι.


[1] Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευταῖα: Δόξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…