Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης: Ο θεμελιωτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ


Ο ΘΕΙΟΣ Παῦλος εἶχε διαβεβαιώσει πὼς «πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3,12). Ἐπισημαίνουμε τὴν λέξη «πάντες»! Ἡ ἐκκλησιαστική μας ἱστορία εἶναι γεμάτη ἀπὸ τέτοιες διώξεις. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες δοκίμασαν τὸ πικρὸ ποτήρι τῶν διώξεων, ἐξαιτίας τῆς εὐσέβειάς τους καὶ τῆς προσήλωσής τους στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (Μ. Ἀθανάσιος, Ἰ. Χρυσόστομος, Μάξιμος Ὁμολογητής, Μ. Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Μάρκος Εὐγενικός, Νεκτάριος Πενταπόλεως, κλπ). Στὸν μακρὺ αὐτὸν κατάλογο προστέθηκε καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ. Αἰτία τῶν διώξεών του καὶ τῆς ἔκπτωσης ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπή του ἡ προσήλωσή του στὴν Ὀρθοδοξία! Ἐπειδὴ θεωρεῖ καὶ ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀληθινὴ καὶ μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία μας! Διότι θεωρεῖ ὅτι οἱ αἱρέσεις δὲν εἶναι «ἐκκλησίες» καὶ οἱ ἐπικεφαλῆς τους ἀμετανόητοι αἱρεσιάρχες, μὲ πρωτεύοντα τὸν Φράγκο «ἀλάθητο» ἐγκάθετο τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης! Βρέθηκε καὶ ὁ ἀντικαταστάτης του, ὁ Ἀρχιμ. Γρηγόριος Ἰωαννίδης, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχθηκε νὰ γίνει, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία «μοιχεπιβάτης»! Τὸ «φινάλε» τῆς δίωξης τοῦ ὁμολογητῆ Ἐπισκόπου Τυχικοῦ ἦταν ἡ βίαιη ἔξωσή του ἀπὸ τὸ μητροπολιτικὸ κτήριο, τὸ πέταγμά του κυριολεκτικὰ στὸ δρόμο καὶ ἡ χειροτονία τοῦ «μοιχεπιβάτη», παρὰ τὸ ἠχηρὸ «ἀνάξιος» στὴν χειροτονία του! Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ εὐχηθοῦμε στὸν ἀδίκως διωκόμενο Ἐπίσκοπο παρηγοριὰ καὶ δύναμη ἐξ’ ὕψους, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν περιπέτειά του καὶ νὰ δοθεῖ μετάνοια στοὺς διῶκτες του (καὶ στὸν μοιχεπιβάτη), διότι ἡ «νέμεση» κάποια στιγμὴ ἐπιστρέφει, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὴν διαταραχθεῖσα ἠθικὴ τάξη!


π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
Η αποστολικότητα της Εκκλησίας: θεολογική θεμελίωση και εκκλησιολογική σημασία
Η αποστολικότητα αποτελεί ένα από τα τέσσερα θεμελιώδη γνωρίσματα της Εκκλησίας, όπως αυτά διατυπώνονται στο Σύμβολο της Πίστεως: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ο όρος «Αποστολική» δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην ιστορική προέλευση της Εκκλησίας από τους Αποστόλους, αλλά εκφράζει τη διαχρονική και οργανική συνέχειά της με τον αποστολικό Σύλλογο, τόσο ως προς τη θεσμική της συγκρότηση όσο και ως προς την πιστή διαφύλαξη της αποστολικής πίστεως. Η αποστολικότητα αποτελεί, συνεπώς, ουσιώδες εκκλησιολογικό γνώρισμα, το οποίο διασφαλίζει την ταυτότητα, τη γνησιότητα και τη συνέχεια της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία.
1. Η βιβλική θεμελίωση της αποστολικότητας
Η αποστολικότητα της Εκκλησίας εδράζεται πρωτίστως στη βιβλική μαρτυρία. Ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως οικοδόμημα «ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Εφεσ. 2, 20). Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τον Χριστό ως τον ακρογωνιαίο λίθο της Εκκλησίας, ενώ οι Απόστολοι αποτελούν το θεμέλιο επί του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα.
Παράλληλα, ο απόστολος Πέτρος περιγράφει τους πιστούς ως «λίθους ζῶντας», οι οποίοι ενσωματώνονται στην πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας (1 Πέτρ. 2, 5). Η αποστολικότητα, επομένως, δεν συνιστά απλώς ιστορική αναφορά στους πρώτους μαθητές του Χριστού, αλλά εκφράζει τη συνεχή ένταξη της εκκλησιαστικής ζωής στο θεμέλιο που αυτοί έθεσαν με τη διδασκαλία και τη μαρτυρία τους.
2. Η «αποστολική διαδοχή» ως έκφραση της ιστορικής συνέχειας
Η ιστορική διάσταση της αποστολικότητας εκφράζεται μέσω του θεσμού της αποστολικής διαδοχής. Με τον όρο αυτό νοείται η αδιάκοπη και συνεχής μετάδοση της τελετουργικής των μυστηρίων Θ. Χάριτος μέσω της διαδοχικής χειροτονίας των επισκόπων, η οποία ανάγεται τελικά στους ίδιους τους Αποστόλους.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, οι Απόστολοι, κατ’ εντολή του Κυρίου, εγκατέστησαν τους πρώτους επισκόπους, μεταδίδοντάς τους τη χάρη και την ευθύνη της ποιμαντικής διακονίας. Οι επίσκοποι αυτοί χειροτόνησαν τους διαδόχους τους, οι οποίοι με τη σειρά τους συνέχισαν την ίδια αποστολή. Έτσι συγκροτείται μία αδιάσπαστη αλυσίδα χειροτονιών, η οποία εκτείνεται από την αποστολική έως τη σημερινή εποχή.
Συνεπώς η αποστολική διαδοχή λειτουργεί ως έκφραση της ιστορικής συνέχειας της Εκκλησίας και ως εξωτερική μαρτυρία της οργανικής της σχέσης με την αποστολική κοινότητα.
3. Η αποστολικότητα της πίστεως και της διδασκαλίας
Η ορθόδοξη εκκλησιολογία, ωστόσο, δεν εξαντλεί την αποστολικότητα στη διαδοχή των χειροτονιών. Εξίσου ουσιώδης είναι η αδιάλειπτη διατήρηση της αποστολικής πίστεως και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
Η Εκκλησία καλείται να διαφυλάσσει αναλλοίωτη την πίστη που παρέλαβε από τους Αποστόλους (Ιουδ. 4) απορρίπτοντας κάθε δογματική καινοτομία που αλλοιώνει το περιεχόμενο της αποκαλυφθείσας αλήθειας. Η αποστολικότητα, συνεπώς, είναι συγχρόνως ιστορική και δογματική: αφορά τόσο τη συνέχεια της ιεραρχικής δομής όσο και τη συνέχεια της ορθής πίστεως.
Στο πλαίσιο αυτό, για την ορθόδοξη εκκλησιολογία η ιστορική διαδοχή των επισκόπων δεν επαρκεί από μόνη της για τη διατήρηση της αποστολικότητας, εφόσον αυτή δεν συνοδεύεται από τη διαφύλαξη της αποστολικής διδασκαλίας. Η εισαγωγή δογματικών αποκλίσεων συνιστά διακοπή της συνέχειας με την αποστολική Παράδοση, ακόμη και όταν διατηρείται η κανονική διαδοχή της επισκοπής.
Αντιστοίχως, η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι η απώλεια της αποστολικής διαδοχής συνεπάγεται διακοπή της ιστορικής συνέχειας με την αρχαία Εκκλησία. Υπό αυτή την εκκλησιολογική προϋπόθεση ερμηνεύεται η θέση της έναντι των προτεσταντικών κοινοτήτων, οι οποίες, σύμφωνα με την ορθόδοξη θεώρηση, δεν διατήρησαν την αποστολική διαδοχή, καθώς και έναντι της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, στην οποία αναγνωρίζεται μεν ιστορική επισκοπική διαδοχή, πλην όμως διατυπώνεται η θέση ότι δογματικές εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε απόκλιση από την αποστολική Παράδοση.
Η αποστολικότητα αποτελεί θεμελιώδη εκκλησιολογική κατηγορία, η οποία εκφράζει τη διαχρονική ταυτότητα της Εκκλησίας ως του Σώματος του Χριστού μέσα στην ιστορία. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει δύο αλληλένδετες διαστάσεις: αφενός τη θεσμική και ιστορική συνέχεια μέσω της αποστολικής διαδοχής και αφετέρου τη δογματική συνέχεια μέσω της απαρέγκλιτης διαφύλαξης της αποστολικής πίστεως. Οι δύο αυτές όψεις δεν λειτουργούν αυτοτελώς αλλά συμπληρωματικά, καθώς η αυθεντικότητα της εκκλησιαστικής ζωής προϋποθέτει τόσο τη νόμιμη συνέχεια της αποστολικής διακονίας όσο και την ακεραιότητα της αποστολικής διδασκαλίας.
Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται εύστοχα από τον Ανδρέα Θεοδώρου, ο οποίος υπογραμμίζει ότι η γνησιότητα της Εκκλησίας δεν διασφαλίζεται μόνο από τη διαδοχή των χειροτονιών, αλλά και από την αδιάλειπτη διαφύλαξη της αποκαλυφθείσας αλήθειας, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους και διατηρείται στη ζωή της Εκκλησίας (Ανδρ. Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 2η έκδ., 1977, σσ. 144–145).

῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς
̒Ο ῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς γεννήθηκε στὶς 4 ̉Ιουνίου τοῦ 1896 στὸ χωριὸ ̉Αντάμοβκα τῆς Νότιας Ρωσίας. Τὸ βαπτιστικὸ του ὄνομα ἦταν Μιχαήλ. Οἱ γονεῖς του, Μπόρις καὶ Γλαφύρα, τὸν μεγάλωσαν μὲ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐλάβεια στὴν ̉Ορθοδοξία. ̉Αλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔδειχνε ἀπὸ μικρὸς μία ἀσυνήθιστη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἰσχυρὴ ροπὴ νὰ ζεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. ̉Αν καὶ φιλάσθενος, ἔτρωγε λίγο καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς νηστείες τῆς ̉Εκκλησίας.
Στὰ 1907 οἱ γονεῖς του τὸν ἔστειλαν νὰ σπουδάσει στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῆς πόλης Πολτάβα. ̉Εκεῖ γνώρισε τὸν ̉Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ὁ ὁποῖος ἐνθουσίασε τὸν Μιχαήλ. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ τὴ σχολὴ σπούδασε νομικά. Τὸ 1921 ἡ οἰκογένειά του ἐγκαταστάθηκε στὴ Γιουγκοσλαβία κι ἐκεὶ γράφηκε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου.
Τὸ 1926 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος καὶ τὸ 1934 ἐκλέχτηκε ̉Επίσκοπος Σαγκάης ὅπου ρίχτηκε μὲ πάθος στὸν ἀγώνα νὰ ὀργανώσει τὴν ̉Ορθόδοξη ̉Εκκλησία. ῞Ιδρυσε ὀρφανοτροφεῖο ὅπου περιμάζεψε περὶ τὰ 3.500 παιδιά. Λειτουργοῦσε, κήρυττε καὶ μετέστρεφε στὴν ̉Ορθοδοξία πλῆθος ἀνθρώπων. ̉Αργότερα μετετέθει στὴν ̉Επισκοπὴ τοῦ Παρισιοῦ. Τέλος ἐξελέγει μητροπολίτης τοῦ Σὰν Φραντσίσκο τῶν ΗΠΑ, ὅπου ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση.
Τὸ 1962 ἡ ἁγιασμένη ψυχὴ του πέταξε στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴν ἐπίγεια ζωὴ του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1993 ἔγινε ἡ ἐκταφὴ του καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο.
Παρακλητικὸς Κανὼν
εἰς τὸν ῞Αγιον ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς
Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου
Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:
Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…
Τὸν ̉Αρχιποίμενα ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν ̉Ορθοδόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατάνύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς˙* ῥῦσαι τοὺς προστρέχοντας,* ̉Ιωάννη Θεόφρων,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, Θαυμαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην* καὶ φύλακα ἔχομεν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόεδρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.
῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]
ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...
Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρὸς σε ̉Αρχιθύτα καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παράσχου, ̉Ιωάννη,* ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ καὶ τάλανι.
Βοήθει θεράποντας ἰατροὺς* ποιεῖν διαγνώσεις εὐστόχους καὶ ἀκριβεῖς* εἰς δὲ τοὺς νοσοῦντας χορηγῆσαι* ἰατρικὴν ἀγωγὴν τὴν κατάλληλον.
Νεότητα δέομαι ταπεινῶς* προστάτευσον, μάκαρ * ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ἐξ ἐθισμῶν ποικίλων τε καὶ νόσων* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου ταύτην διάσωσον.
Τὰ γόνατα κλίνω ἱκετικῶς* καὶ χείρας μου αἴρω, Θεοτόκε, δεητικῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως.
ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος...
Τὴν νεότητα, πάτερ,* σὺ πατρικῶς φρούρησον* καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου* ταύτην ὁδήγησον,* ἵνα προθύμως τηρῇ* τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου* καὶ Αὐτοῦ τὸ πρόσωπον ἰδεῖν ἀξίωσον.
Τὴν ῾Αγίαν Τριάδαν,* θαυματουργὲ ῞Αγιε,* καὶ τὴν Θεοτόκον Μαρίαν* σὺ καθικέτευε,* ἵνα πάντες ταχὺ* ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῶμεν* καὶ ἐκ τῆς κολάσεως,* ὦ θαυματόβρυτε.
Παραδείσου πολίτης,* θαυματουργέ, γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμιλος* διὸ σε, θαυμαστέ,* καθικετεύομεν πάντες* ἡμᾶς τοὺς προσπίπτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων.
̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοήθειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.
̉Ε πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Εἶτα Δέησις καὶ τὸ
Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...
Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον·* ἐλέους πηγὴ καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτενῶς βοῶμεν σοί,* ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς, πρόφθασον˙* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς* ταῖς πρὸς σε πίστει καταφεύγοντας.
ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε…
Τοὺς ποιμένας προστάτευσον,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ ὑγείαν αὐτοῖς δώρησον* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Κύριον.
Τὰ λοιμώδη νοσήματα* καὶ τοὺς ὄγκους θεραπεύει ὁ ῞Υψιστος* ταῖς πρεσβείαις σου, ̉Ιωάννη,* τῶν πιστῶν ἰατρὸς ὁ ἀνάργυρος.
̉Ορθοδόξους προστάτευσον* καὶ ἐκ χειρῶν λαοπλάνου διάσωσον,* ̉Ιωάννη Θεοδόξαστε,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.
Θεοτόκε Πανάχραντε,* ὃν ἐκυοφόρησας καταπράϋνον* καὶ εὐμένισον σοῦ δεόμεθα,* ἵνα φύγωμεν τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.
ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…
Παῦσον τὰς ὁρμὰς* τῶν παθῶν μου, Θεοδόξαστε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι, Πανάριστε.
Δέομαι θερμῶς,* ̉Ιωάννη ἱερώτατε,* σὺ τὴν μανίαν τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.
Τέκνα, θαυμαστέ,* τοῖς ποθοῦσι δίδου τάχυον* καὶ ἀξίωσον, ̉Ιωάννη σεμνέ,* αὐξηθῆναι* τοῖς Χριστοῦ θείοις διδάγμασι.
Θεοτοκίον.
Δέσποινα, θερμῶς* ἱκετεύω σὲ ὁ ἄθλιος* ὁμόνοιαν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἶκοις πάντων ἡμῶν* παράσχου, Θεόνυμφε.
ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…
Προστάτην σε τῶν πιστῶν ἐπίσταμαι* καὶ φρουρόν, ̉Αρχιθύτα ̉Ιωάννη,* τοὺς πειρασμοὺς διαλύεις ταχέως* σὺ καὶ τὰ ἄλγη διώκεις, πανάριστε,* σοῦ δέομαι ἐκ τοῦ πυρὸς* τοῦ ἀσβέστου λιταῖς σου διάσωσον.
Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ῥῦσαι με* καὶ μετάνοιαν παράσχου λιταῖς σου,* ἵνα σωθῶ ὁ ἀχρεῖος ἱκέτης* καὶ παραδείσου τὴν πύλην σοῦ δέομαι* ἀξίωσον, θαυματουργέ,* διαβεῖναι ὁ τάλας καὶ ἄθλιος.
Προστάτην τῶν ὀρφανῶν καλοῦμεν σε* καὶ χηρῶν ἀπροσμάχητον τεῖχος* τῶν δὲ ποθούντων ὑγείαν καὶ ῥώμην* ἰατρὸν ἀλάνθαστον καὶ ἀνάργυρον,* ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ̉ Ορθοδόξων φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.
Θεοτοκίον.
̉Ορθὀδοξοι σὲ προστάτιν ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀκοίμητον, Θεοτόκε,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ στίφη διώκεις* σὺ καὶ ἰώσεις ἰᾶ, Θεοδόξαστε,* διὸ τῶν πιστῶν οἱ χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σὲ, ῎Αχραντε.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉ Ιωάννη,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.
῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ
Κοντάκιον. Ἦχος βʹ. Προστασία τῶν χριστιανῶν.
Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος˙* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦσον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πιστῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦσαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉ Ιωάννη, ἰσχυρὸν* τῶν ̉Ορθοδόξων καταφύγιον.
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δʹ.
῾Ο Χορός: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ. (δίς)
Στίχ.: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …
῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)
῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Εἰρήνη πᾶσι.
῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.
̉῾Ο ῾Ιερεύς: Εκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνάγνωσμα. Πρόσχωμεν (Κεφ. ιʹ 9–16).
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Εἶπεν ὁ Κύριος˙ ἐγὼ εἰμι ἡ θύρα˙ δι᾽ ἐμοῦ ἐὰν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ˙ ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός˙ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων˙ ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἀρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.῾Ο δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ̉Εγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν˙ καθὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέρα˙ καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης˙ κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…
Ταῖς τοῦ Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι…
Μή ἐγκαταλείπης με* τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλίψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύναμαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέκτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πάντοθεν πολεμούμενος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, ̉Ιωάννη* Μαξίμοβιτς, προστάτα καὶ φρουρὲ* τῶν δεομένων σοι, ἔνδοξε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρωσον.
῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…
῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον. (δωδεκάκις)
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …
῾Ο Χορός: ̉Αμήν.
Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.
ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...
Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων* θερμῶς πάντες δεόμεθα, Θεοδόξαστε,* ἱκέτευε εἰρήνην* παράσχει καὶ ὑγείαν* τοῖς ἐν πίστει κραυγάζουσι˙* ῾Ο τῶν Πατέρων ἡμῶν* Θεὸς, εὐλογητός εἷ.
Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καὶ Σωτήρα ἀνθρώπων σὺ καθικέτευε,* παμμάκαρ ̉Ιωάννη,* μετάνοιαν παράσχει* τούς ἐν πόθῳ κραυγάζοντας˙* ὦ ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ* σέ ῎Αγγελοι ὑμνοῦσιν.
῾Υγιείαν παρέχει* ὁ Σωτήρας καὶ Κτίστης λιταῖς σου, ἔνδοξε,* Θεόφρων ̉Ιωάννη,* τοὺς πίστει προσκυνοῦντας* τὴν εἰκόνα σου ᾄδοντας˙* Σὺ τῶν πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν ̉Αγγέλων.
Θεοτοκίον.
Θεοτόκε Παρθένε* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχημα καὶ προπύργιον* μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις* εἰς χείρας τῶν δαιμόνων,* ἵνα πόθω κραυγάζω σοι˙* Χαῖρε, ὦ Μῆτερ Θεοῦ,* πιστῶν χαρὰ καὶ κλέος.
ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...
Τὸν Βασιλέα* σὺ καθικέτευε πάντες* σοῦ δεόμεθα, μάκαρ ̉Ιωάννη,* ὅπως καταπαύσῃ* τὴν τοῦ πυρὸς μανίαν.
Τὴν ἀνεργία* ταῖς σαῖς λιταῖς, ̉Αρχιθύτα,* ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέχει* ταχέως ἐργασίαν.
Τὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν καὶ τῆς πλάνης* διαφύλαττε πάντες αἰτοῦμεν* καὶ ὁδήγησέ την* εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κτίστου.
Θεοτοκίον.
Σέ, Θεοτόκε,* καθικετεύομεν πάντες* ̉Ορθοδόξους φύλαττε λιταῖς σου* ἐξ ἰῶν ποικίλων* καὶ πάσης ἄλλης νόσου.
ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.
Λιταῖς σου ἐξαιτοῦμεν* πάντες, ̉Αρχιθύτα,* ὦ ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς ἔνδοξε,* ὅπως ῥυσθῶμεν ἱκέται* ἐκ πάσης θλίψεως.
Τὸ πῦρ τὸ κατακαίον* δάση καὶ οἰκίας,* σὺ ̉Αρχιθύτα, λιταῖς σου κατάσβεσον* καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* τάχος εὐμένισον.
Θεοτοκίον.
Πανάχραντε Παρθένε,* φύλαττε ἐκ πλάνης καὶ ἐκ παντοίων κινδύνων ἱκέτας Σου* καὶ τὸν Υἱὸν Σου δυσώπει,* θερμῶς δεόμεθα.
῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.
Τοὺς πόθῳ προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκαταλείπεις εἰς τὰς χείρας τοῦ πτερνιστοῦ,* ἀλλὰ σὺ παράσχου* ἀκλόνητον ὑγείαν,* ἀγάπην, ̉Ιωάννη,* ὡς καὶ μετάνοιαν.
῾Ρωσίας ἐδείχθης ἄστρον λαμπρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις* ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός,* τῶν δὲ ἀσθενοῦντων* ἀνάργυρος θεράπων,* ̉Ιωάννη μάκαρ,* καὶ κατάφύγιον.
Μὴ ἐγκαταλείπεις πάντας ἡμᾶς* ̉Ιωάννη δόξα ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ἀλλὰ σὺ λιταῖς σου* παράσχου σοῦ ἱκέτας* χριστιανὰ τὰ τέλη καὶ ἀνεπαίσχυντα.
Χαίροις, τῆς ῾Ρωσίας γόνος λαμπρὸς* καὶ τῶν ̉Ορθοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καὶ ἐν στενοχωρίᾳ* ἀκοίμητος προστάτης καὶ καταφύγιον.
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πάντες,* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ..., Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν...
Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου.
Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόεδρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.
Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:
῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...
Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων δεήσεις,* ὦ ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε ̉Ιωάννη, σπεῦσον,* καὶ ῥῦσαι ἱκέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλίψεως.
῏Ηχος πλ. δʹ.
Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
῏Ηχος βʹ.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.
Δ ι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν,* Κύριε ̉Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,* ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
̉ Αμήν.