Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2026

 

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (7ον)

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (7ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 9η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος έβδομον.

    Μετά τα κείμενα από το άγιον Όρος και γενικότερα από τον μοναχικό κόσμο που δημοσιεύσαμε στα προηγούμενα μέρη και μετά τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της «Στρογγυλὴς Τράπεζας», που πραγματοποιήθηκε στη Μολδαβία, για τα οποία έγινε λόγος στο προηγούμενο, έκτο μέρος, προχωρούμε στη συνέχεια σε δημοσίευμα του Γραφείου αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Το Γραφείο Αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

    Το εν λόγω Γραφείο δημοσίευσε στις 27 Ιουνίου 2016 άρθρο με τίτλο: « Πρώτες θλιβερές διαπιστώσεις από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο », στο οποίο μεταξύ άλλων παρατηρεί τα εξής: Με πολύ θλίψη και οδύνη ψυχής παρακολουθήσαμε από τα Μ.Μ.Ε. την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αρχής, γενομένης από την Θεία Λειτουργία της Κυριακής της Πεντηκοστής και καταθέτουμε με πολλή συντομία στις γραμμές που ακολουθούν στον πιστό λαό του Θεού τις πρώτες διαπιστώσεις μας. 

    Πρώτη θλιβερή διαπίστωση, η παρουσία και συμπροσευχή κατά τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής εορτής στον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου των αιρετικών Παπικών, Προτεσταντών και Μονοφυσιτών, κάτι το οποίον, όπως είναι γνωστό σε όλους, απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες. Οι Ορθόδοξοι Προκαθήμενοι και οι άλλοι συμμετασχόντες Ιεράρχες κατεπάτησαν Ιερούς Κανόνες, Αποστολικούς και Συνοδικούς, θέλοντας έτσι εκ προοιμίου να στείλουν ένα μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο, πόσο σέβονται τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και κατ’ επέκτασιν τον Συνοδικό Θεσμό, για τον οποίο κόπτονται και ομιλούν με μεγαλόστομες διακηρύξεις.

    Δεύτερη θλιβερή διαπίστωση, η παρουσία κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ως επισήμων προσκεκλημένων των αντιπροσωπειών, που έστειλαν οι αιρετικές κοινότητες των Παπικών, Προτεσταντών και Μονοφυσιτών, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Μάλιστα οι εν λόγω αντιπρόσωποι προσφωνήθηκαν ως «εκπρόσωποι αδελφών Εκκλησιών» από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, προτού ακόμη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποφανθεί περί της εκκλησιαστικότητος, ή μη, των εν λόγω αιρετικών κοινοτήτων. Έτσι ο κ. Βαρθολομαίος δημιουργώντας ένα τετελεσμένο γεγονός, έστειλε ένα δεύτερο μήνυμα, στα μέλη της Συνόδου αυτή τη φορά, ότι δεν έχει καμιά διάθεση να ονομάσει τους ετεροδόξους αιρετικούς, αλλά «αδελφές Εκκλησίες».

    Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων της βυζαντινής περιόδου δεν υπήρξε το φαινόμενο των «παρατηρητών». Το να παρίστανται δηλαδή ως τιμώμενα πρόσωπα αιρετικοί, των οποίων οι αιρετικές διδασκαλίες έχουν καταδικασθεί από προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Οι αιρετικοί προσεκαλούντο μεν, αλλ’ ως υπόδικοι, προκειμένου να απολογηθούν και όχι ως τιμώμενα πρόσωπα. Το φαινόμενο των «παρατηρητών» εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο, (1963-1965) και κατά πάσαν πιθανότητα από εκείνη την ψευδοσύνοδο φαίνεται να το αντέγραψε η Κολυμπάρια ψευδοσύνοδος. 

    Άλλη θλιβερή διαπίστωση, αυτή καθ’ εαυτήν η έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Το γεγονός δηλαδή ότι η «Σύνοδος» αυτή ξεκίνησε τις εργασίες της κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ώστε, λοιπόν, τώρα που τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), διαφωνούν αιτιολογημένα ως προς την σύγκληση της Συνόδου και  ζητούν στην παρούσα φάση την αναβολή της, δεν πληρούται ο όρος: «συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων». Κατά τα άλλα καυχώνται οι Προκαθήμενοι και τα μέλη της Συνόδου ότι τηρούν επακριβώς τον Κανονισμό.  

    Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι η «Σύνοδος» ξεκίνησε το έργο της χωρίς προηγουμένως να επικυρώσει τους Συνοδικούς Όρους και τους Συνοδικούς Ιερούς Κανόνες όλων των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων, έτσι ώστε να είναι όντως και η παρούσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος οργανική συνέχεια όλων των προγενεστέρων. Σημειωτέον ότι η αναφορά αυτή στις προγενέστερες Οικουμενικές Συνόδους ήταν μια πάγια τακτική που ετηρείτο από τους αγίους Πατέρες των εν λόγω Συνόδων.

    Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι η «Σύνοδος» ξεκίνησε το έργο της με βάση τα ομοφώνως αποδεκτά 6 κείμενα της Ε΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως. Η βάση όμως αυτή δεν αποδείχθηκε ασφαλής, στέρεη και αμετακίνητη, όπως φάνηκε εκ των υστέρων. Και τούτο διότι τα 6 προσυνοδικά κείμενα έγιναν μεν αποδεκτά ομοφώνως από τους εκπροσώπους της Ε΄ Προσυνοδικής και από την Σύναξη των Προκαθημένων, (του Ιανουαρίου 2016), αλλά όχι και από όλες τις Ιεραρχίες των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Οι Εκκλησίες αυτές όταν παρέλαβαν από τους Προκαθημένους τα 6 προσυνοδικά κείμενα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στην Ε΄ Προσυνοδική, στη συνέχεια τα μελέτησαν συνοδικώς. Πολλές από αυτές, όπως η Εκκλησία της Βουλγαρίας, της Ελλάδος, της Γεωργίας κ.α.)  κατά την συνοδική μελέτη των κειμένων διαπίστωσαν κενά, ασάφειες, κακόδοξες διατυπώσεις κ.λ.π., οπότε επέβαλαν τροποποιήσεις και διορθώσεις.

    Για τις Εκκλησίες λοιπόν αυτές που επέβαλαν τις εν λόγω διορθώσεις και τροποποιήσεις μετά από συνοδική μελέτη, είναι αυτονόητο ότι δεν ισχύουν πλέον τα προσυνοδικά κείμενα στην μορφή που αυτά είχαν κατά την Ε΄ Προσυνοδική, αλλά στη νέα μορφή που πήραν μετά τις διορθώσεις. Το γεγονός ότι οι προκαθήμενοι υπέγραψαν τα 6 κείμενα της Ε΄ προσυνοδικής ομοφώνως, (όπως και τον κανονισμό λειτουργίας της Συνόδου), αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιεραρχίες των κατά τόπους εκκλησιών δεσμεύονται από τις υπογραφές των προκαθημένων, για να δεχθούν τα κείμενα αυτά όπως έχουν. Η προσωπική γνώμη ενός Προκαθημένου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δεσμεύσει και να υποχρεώσει τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, στην οποία αυτός ανήκει σε συμμόρφωση και αποδοχή της γνώμης του. Διότι τότε καταργείται ο Συνοδικός Θεσμός και ο κάθε Προκαθήμενος μεταβάλλεται σε Πάπα, ο οποίος αποφασίζει και επιβάλλεται κυριαρχικά. Το ανώτατο όργανο διοικήσεως των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, δεν είναι ο Προκαθήμενος, αλλά η Σύνοδος της Ιεραρχίας. 

    Μετά από όσα αναφέραμε προηγουμένως γίνεται πλέον κατανοητό, ότι είναι πέρα για πέρα εσφαλμένος ο ισχυρισμός του  Οικ. Πατριάρχου στην εισαγωγική του ομιλία: «Χωρούμεν, συνεπώς, επί το έργον ημών επί τη βάσει ομοφώνως εγκεκριμένων υπό των Εκκλησιών ημών Κειμένων, άτινα εκάστη Εκκλησία έχει ήδη αποδεχθή».

    Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι οι τέσσερις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη «Σύνοδο», διασύρθηκαν διεθνώς. Η απουσία τους παρουσιάσθηκε τόσον από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όσο και από άλλους προκαθημένους, στις εισαγωγικές των ομιλίες, ως τελείως αδικαιολόγητη και κατακριτέα. Και ούτε λίγο, ούτε πολύ οι Εκκλησίες αυτές εμφανίσθηκαν με την απουσία τους ως ένοχες και υπόλογες για δημιουργία σχισμάτων και διαιρέσεων. Ωστόσο, οι εν λόγω Εκκλησίες τελικά δεν συμμετείχαν, όχι διότι έτσι τους άρεσε, αλλά διότι, όπως εξηγήσαμε παρά πάνω, διαπίστωσαν μετά από συνοδικό έλεγχο ότι τα προσυνοδικά κείμενα πάσχουν.

    Άλλη θλιβερή διαπίστωση, ίσως η πιο θλιβερή από όλες τις προηγούμενες, η μέσω μιας σκοτεινής και γριφώδους νέας διατυπώσεως στο κείμενο: «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ουσιαστική αναγνώριση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους αιρετικούς. Ιδού πια διατύπωση έγινε ομοφώνως αποδεκτή από την Σύνοδο: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών», αντί της διατυπώσεως: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Δηλαδή η λέξις «ύπαρξις» αντικαθίσταται με την λέξη «ονομασία» και στη φράση «Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών» προστίθεται ο προσδιορισμός «ετεροδόξων». Την εν λόγω αλλαγή στη διατύπωση επρότεινε ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, μετά από πολύωρες συζητήσεις και διαβουλεύσεις κατά τις οποίες εκφράσθηκαν πολλές αντικρουόμενες απόψεις. Με την νέα διατύπωση, ισχυρίζεται ο Μακαριώτατος, ότι  «πετυχαίνουμε μία συνοδική απόφαση που για πρώτη φορά στην ιστορία περιορίζει το ιστορικό πλαίσιο των σχέσεων προς τους ετεροδόξους όχι στην ύπαρξη, αλλά μόνο στην ιστορική ονομασία αυτών ως ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών». Εδώ αναφύεται το εύλογο ερώτημα: Πως είναι δυνατόν να ονομάσει κανείς οτιδήποτε, ενώ παράλληλα απορρίπτει την ύπαρξή αυτού, το οποίον ονομάζει;

    Αντιφατική και απαράδεκτη επίσης από δογματικής απόψεως είναι και αποδοχή του όρου «ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών». Οι ετερόδοξες ομολογίες, δεν μπορούν να ονομασθούν «Εκκλησίες» επειδή ακριβώς αποδέχονται έτερα, αιρετικά δόγματα και ως αιρετικές δεν μπορούν να αποτελούν «Εκκλησίες». Πολύ λυπηρό επίσης είναι το γεγονός, ότι η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν παρέμεινε πιστή και αμετακίνητη στις αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της 24ης και 25ης Μαΐου ε.ε., όπως ώφειλε να πράξει, σχετικά με το εν λόγω θέμα. Η Σύνοδος της εν λόγω Ιεραρχίας είχε αποφασίσει την αντικατάσταση της φράσεως «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιών» με την φράση «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Οµολογιών και Κοινοτήτων».

    Τέλος μια άλλη θλιβερή διαπίστωση, τα όσα διεκήρυξε, με ιδιαιτέρα μάλιστα καύχηση, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά την λήξη των εργασιών. Μεταξύ άλλων διεκήρυξε ότι «το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπήρξε πρωτοπόρον στον χώρο της Οικουμενικής Κινήσεως». Αναφέρθηκε επίσης στην παναιρετική Εγκύκλιο του 1920 «η οποία από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο Καταστατικός χάρτης του αργότερον ιδρυθέντος Π.Σ.Ε.» και ότι το «Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπήρξεν εκ των ιδρυτικών μελών του Π.Σ.Ε. εις το Άμστερνταμ…».

    Περιοριστήκαμε προς το παρόν μόνο στα παρά πάνω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εδώ τελειώνει ο κατάλογος των θλιβερών διαπιστώσεων. Εύλογα, μετά από όσα αναφέραμε παρά πάνω, γεννάται το ερώτημα: Από μια «Σύνοδο» που ξεκίνησε και προχώρησε με τέτοιο τρόπο, τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όπως επισημαίνει ο Κύριος: «Ου γαρ εστι δένδρον καλόν ποιούν καρπόν σαπρόν, ουδέ δένδρον σαπρόν ποιούν καρπόν καλόν•  έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται» (Λουκ. 6,43-44). Ο κάθε αναγνώστης ας βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του.

(Συνεχίζεται)

Δείτε σχετικά και:

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (6ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (1ον)



Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2026

 

Το Παπικό δόγμα περί της «Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου» υπό το πρίσμα της Ορθοδόξου Θεολογίας (Απολογητική και θεολογική προσέγγιση)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 7η Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΑΣΠΙΛΟΥ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

(Απολογητική και θεολογική προσέγγιση)

      Στις 8 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας εορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα την θεομητορική εορτή του Γεννεσίου της Θεοτόκου, η οποία αποτελεί και την απαρχή όλων των εορτών του ενιαυτού.

    Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η θαυματουργική σύλληψη, λόγω προχωρημένης ηλικίας των γονέων της της Θεοτόκου και η Γέννησή Της, αποτελούν και την απαρχή της υλοποιήσεως του θείου σχεδίου για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους από την αιχμαλωσία του Σατανά, την δουλεία της αμαρτίας, την φθορά και το θάνατο. Η Θεοτόκος αποτελεί, από ανθρωπίνης πλευράς, το κύριο πρόσωπο, συμβάλλοντας καθοριστικά στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας,  για την υλοποίηση του θείου σχεδίου, να δεχτεί να γίνει η κατά σάρκα μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, γενόμενη έτσι η νοητή γέφυρα, η οποία ένωσε το κτιστό με το άκτιστο, την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό.

      Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, υπό την φώτιση του Παναγίου Πνεύματος, καθόρισαν με δογματική ακρίβεια την θέση της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αξιολόγησαν επακριβώς της υπέρτατη συμβολή Της για την Ενανθρώπιση του Θεού.

      Και τούτο διότι εμφανίστηκαν κατά καιρούς διάφοροι αιρετικοί, οι οποίοι, προσπαθώντας να αλλοιώσουν την βιβλική και αγιοπατερική διδασκαλία της Εκκλησίας περί του Θείου Προσώπου του Χριστού, επεξέτειναν τις κακοδοξίες τους και προς το Πρόσωπο της Θεοτόκου. Γι’ αυτό το λόγο οι θείοι Πατέρες αποφάνθηκαν με συνοδικό τρόπο και όρισαν επακριβώς την περί της Θεοτόκου πίστη της Εκκλησίας.

     Παρά ταύτα διάφοροι αιρετικοί συνέχισαν να προσβάλλουν το ιερό Πρόσωπο της Θεομήτορος, όπως οι αρνητές της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), αρχικά οι αιρετικοί Φράγκοι και στη συνέχεια, τον 16ο αιώνα, οι Προτεστάντες, οι οποίοι, όχι μόνον δεν δέχονται να αποδώσουν τιμή σ’ Αυτήν, αλλά την έχουν υποβιβάσει με μια συνηθισμένη γυναίκα, αρνούμενοι την αειπαρθενία Της, ενώ οι πάτρωνες της Μεταρρύθμισης (Λούθηρος, κλπ) Την σέβονταν απολύτως.

     Αλλά μεταξύ των αιρετικών οι οποίοι προσβάλλουν την Θεοτόκο είναι και οι αιρετικοί Παπικοί. Αφότου αποκόπηκαν από τον αεί αδιαίρετο  κορμό της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και στερήθηκαν τον φωτισμό του Θεού και την επενέργεια της Θείας Χάριτος, υπέπεσαν σε πολλές πλάνες. Μια από αυτές είναι και η «μαριολατρεία». Σύμφωνα μ’ αυτή, υπερτίμησαν την Θεοτόκο και την ανήγαγαν κυριολεκτικά σε θεότητα!

      Και για να στηρίξουν αυτή την πλάνη, εφεύραν και καθιέρωσαν και το «δόγμα» «Περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου», το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ενέχει τεράστιες σωτηριολογικές συνέπειες και αλλοιώνει ολόκληρη την περί σωτηρίας διδασκαλία της Εκκλησίας.

Τι είναι το δόγμα «Περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου»;

     Το δόγμα της «Ασπίλου Συλλήψεως» (Immaculata Conceptio), το οποίο διακηρύχθηκε επισήμως από την Πάπα Πίο Θ΄, με τη βούλα Ineffabilis Deus (1854), αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές δογματικές αποκλίσεις της παπικής «εκκλησίας» από την πατερική και συνοδική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας. Μια σοβαρή δογματική διαφορά με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, το οποίο δυστυχώς δεν έχει τεθεί ως τώρα για συζήτηση στον διμερή θεολογικό διάλογο.

     Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, η Παναγία, ήδη από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της από τους δικαίους Ιωακείμ και Άννα, διαφυλάχθηκε, με ιδιαίτερη χάρη του Θεού και χάριν των μελλοντικών αξιομισθιών του Χριστού, από το προπατορικό αμάρτημα. Δεν κληρονόμησε ποτέ το προπατορικό αμάρτημα, από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της βρισκόταν ήδη σε κατάσταση αγιασμού, αυτό έγινε χάρη στα μελλοντικά λυτρωτικά έργα του Χριστού, τα οποία εφαρμόστηκαν προληπτικά επάνω της. Έτσι Αυτή θεωρείται μοναδική εξαίρεση μεταξύ όλων των ανθρώπων.

      Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αποδέχθηκε αυτή τη διδασκαλία. Αντιθέτως, τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο ως την αγιότερη όλων των κτισμάτων, χωρίς όμως να αποκόπτει την ανθρώπινη φύση της από τη γενική κατάσταση της πεπτωκυίας ανθρωπότητας, την οποία προσέλαβε και θεράπευσε ο Χριστός.

1. Το περιεχόμενο του παπικού δόγματος.

     Η Ineffabilis Deus διακηρύσσει ότι: «Η Μαρία, κατά την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της, διατηρήθηκε άτρωτη από κάθε κηλίδα του προπατορικού αμαρτήματος». Η διδασκαλία αυτή στηρίζεται στη λατινική θεώρηση του προπατορικού αμαρτήματος, όπως αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τον Αυγουστίνο Ιππώνος. Κατά τη δυτική αντίληψη, το προπατορικό αμάρτημα μεταδίδεται ως ενοχή (reatus culpae) σε κάθε άνθρωπο. Η μόνη που απαλλάχτηκε από αυτή την «ενοχή» ήταν η Θεοτόκος με προληπτική εφαρμογή της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού.

      Σε αυτό το κακόδοξο δόγμα διαφαίνεται η νομικίστικη – δικανική αντίληψη περί της σωτηρίας και ένα είδος «μαγικής» θεώρησης του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, χωρίς τη συμμετοχή του ανθρώπου.

2. Η ορθόδοξη κατανόηση του προπατορικού αμαρτήματος

     Εδώ εντοπίζεται η πρώτη θεμελιώδης θεολογική διαφορά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται ότι η ενοχή του Αδάμ κληρονομείται στους απογόνους του. Η πρώτη ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην ίδια την κατανόηση του προπατορικού αμαρτήματος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διδάσκει ότι οι άνθρωποι γεννώνται ένοχοι για την αμαρτία του Αδάμ.

      Οι Πατέρες διδάσκουν ότι κληρονομούμε: τη φθορά, τη θνητότητα, την αποξένωση από τον Θεό, την ροπή προς την αμαρτία, τα αποτελέσματα της αμαρτίας, αλλά όχι όμως την προσωπική ενοχή του Αδάμ.

     Επομένως, εφόσον η Ορθοδοξία δεν αποδέχεται την αυγουστίνειας προελεύσεως έννοια της κληρονομικής ενοχής, δεν υπάρχει και ανάγκη να εξαιρεθεί η Παναγία από μία ενοχή που, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί. Η Θεοτόκος ως μέτοχος της κοινής ανθρωπίνης φύσεως κληρονόμησε και αυτή τα παρεπόμενα της πτώσεως των Πρωτοπλάστων και όχι την προσωπική ενοχή τους.

3. Η Παναγία ως μέλος της πεπτωκυίας ανθρωπότητας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι η Θεοτόκος:

  • γεννήθηκε φυσιολογικά,
  • υπαγόταν στη θνητότητα,
  • υπαγόταν στη φθορά,
  • είχε ανάγκη σωτηρίας από τον Χριστό.

Η ίδια ομολογεί: «Ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου» (Λουκ.1,47). Εάν είχε ήδη απαλλαγεί ολοκληρωτικά από κάθε συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, η αναφορά στον Θεό ως Σωτήρα θα έχανε το φυσικό της θεολογικό νόημα. Δεν θα είχε ανάγκη σωτηρίας.

4. Η αγιότητα της Θεοτόκου στην πατερική παράδοση

      Οι Πατέρες αποδίδουν στην Παναγία μοναδική αγιότητα. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τη χαρακτηρίζει: «μεθόριον κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου». Ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός αναφέρει: «Παναγία, Πανάμωμος, Πανύμνητος». Πουθενά όμως οι Πατέρες δεν διδάσκουν ότι η αγιότητά της υπήρχε ήδη κατά τη σύλληψή της.

     Αντίθετα, τονίζουν:

  • την προσωπική της ελευθερία,
  • την προκοπή στην αρετή,
  • τη συνεργία της με τη θεία χάρη.

      Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εξηγεί ότι η Παναγία καθαριζόταν συνεχώς διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και έφθασε στην τελείωση μέσω της ελεύθερης συνεργασίας της με τον Θεό. Επίσης ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας  τονίζει ότι η Θεοτόκος έφθασε στην τελειότητα με προσωπικό αγώνα και πλήρη υπακοή στον Θεό.

      Κανείς από τους Πατέρες δεν διατυπώνει το δόγμα ότι η Παναγία συνελήφθη απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα.

5. Η σημασία του Ευαγγελισμού

      Η Ορθόδοξη θεολογία θεωρεί ως αποφασιστικό σημείο της ιστορίας της σωτηρίας τον Ευαγγελισμό: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ» (Λουκ.1,35). Η αγιαστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος κορυφώνεται κατά τον Ευαγγελισμό και όχι κατά τη σύλληψη της Θεοτόκου.

     Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας υπογραμμίζει ότι η Παναγία προετοιμάστηκε ελεύθερα με τον αγώνα της ώστε να γίνει δεκτική της χάριτος.

6. Οι χριστολογικές συνέπειες του παπικού δόγματος

     Η σοβαρότερη δογματική δυσκολία αφορά στην Χριστολογία. Κατά την ορθόδοξη θεολογία, το παπικό δόγμα δημιουργεί σοβαρό χριστολογικό πρόβλημα. Εάν η Παναγία είχε ήδη εξαιρεθεί πλήρως από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση, τότε, δεν ανήκει απολύτως στην ίδια ανθρώπινη φύση με όλους τους ανθρώπους, δημιουργείται μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ πεπτωκότος και ανακαινισμένου ανθρώπου. η παπική εξαίρεση της Θεοτόκου δημιουργεί μία προληπτικά αποκατεστημένη ανθρώπινη κατάσταση, διαφορετική από την κοινή μεταπτωτική φύση, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την καθολικότητα της προσλήψεως της ανθρωπίνης φύσεως από τον Χριστό.

     Η Εκκλησία όμως διδάσκει ότι ο Χριστός προσέλαβε ακριβώς την ίδια ανθρώπινη φύση που έχουν όλοι οι άνθρωποι μετά την πτώση — χωρίς προσωπική αμαρτία.

Εάν η Παναγία εξαιρέθηκε από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση, τότε:

  • ο Χριστός δεν προσλαμβάνει πλήρως την κοινή ανθρώπινη φύση,
  • δημιουργείται μία ανθρωπότητα διαφορετική από τη δική μας,
  • αποδυναμώνεται η αρχή: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον· ὃ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καὶ σῴζεται. Εἰ ἥμισυς ἔπταισεν ὁ Ἀδάμ, ἥμισυ καὶ τὸ προσειλημμένον καὶ τὸ σῳζόμενον· εἰ δὲ ὅλος, ὅλῳ τῷ γεννηθέντι ἥνωται, καὶ ὅλως σῴζεται»[1]. Ο λόγος αυτός του Άγιου Γρηγορίου του Θεολόγου αποτελεί θεμέλιο της ορθόδοξης σωτηριολογίας. Ο Χριστός θεραπεύει ό,τι πραγματικά προσλαμβάνει.

7. Η εκκλησιολογική διάσταση

      Η ανακήρυξη του δόγματος το 1854 αποτελεί, από ορθόδοξη σκοπιά, παράδειγμα μονομερούς παπικής δογματικής αποφάσεως, χωρίς την αποδοχή μιας Οικουμενικής Συνόδου. Αυτό συνδέεται και με τη μεταγενέστερη διατύπωση του δόγματος του παπικού αλαθήτου στην Α΄ Βατικανή «Σύνοδο» (1870), ως προπομπό, για να θεσπίσει εκείνη το «δόγμα» του «αλάθητου του Πάπα». Δηλαδή, η θέσπισή του «δόγματος» του «Ασπίλου» ήταν αποτέλεσμα σκοπιμότητας! Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι νέα δόγματα δεν μπορούν να εισαχθούν μονομερώς αλλά εκφράζονται μέσα από τη συνοδική συνείδηση της καθόλου Εκκλησίας.

      Η αληθινή ορθόδοξη τιμή προς τη Θεοτόκο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μειώνει καθόλου την Παναγία. Αντιθέτως: την τιμά περισσότερο από κάθε άλλο κτιστό πρόσωπο, την ονομάζει «τιμιωτέρα των Χερουβείμ», την αναγνωρίζει ως κορύφωση της ανθρώπινης αγιότητας.

    Το μεγαλείο της δεν οφείλεται σε μια προγενέστερη εξαίρεση από την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά στην ελεύθερη ανταπόκρισή της στη χάρη του Θεού. Αυτή η έμφαση αναδεικνύει τη συνεργία της ανθρώπινης ελευθερίας με τη θεία χάρη ως πρότυπο για όλη την Εκκλησία.

 Το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως:

  • απομονώνει τη Θεοτόκο από το υπόλοιπο σώμα της Εκκλησίας,
  • καθιστά την αγιότητά της εξαίρεση της φύσεως,
  • μειώνει τη σημασία της ελεύθερης συνεργίας με τη χάρη.

     Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αντίθετα, βλέπει στη Θεοτόκο το τελειότερο μέλος της Εκκλησίας, το πρότυπο της θεώσεως κάθε ανθρώπου.

8. Η πατερική σιωπή

     Η πλέον ισχυρή ιστορικοδογματική ένσταση είναι ότι: καμιά Οικουμενική Σύνοδος, κανένας μεγάλος Πατέρας, κανένα λειτουργικό κείμενο της πρώτης χιλιετίας δεν διατυπώνει διδασκαλία περί ασπίλου συλλήψεως.

     Αντιθέτως, η τιμή προς τη Θεοτόκο κορυφώνεται πάντοτε:

  • στη θεία Μητρότητα,
  • στην προσωπική της καθαρότητα,
  • στην υπακοή της,
  • στην ελεύθερη συγκατάθεσή της.

9. Βιβλικά και πατερικά επιχειρήματα κατά του δόγματος.

     Το παπικό αυτό δόγμα αντίκειται σε βιβλικές μαρτυρίες. Οι παπικοί προβάλλουν τον χαρακτηρισμό «Κεχαριτωμένη» (Λουκ.1,28). Αλλά η λέξη δηλώνει την πληρότητα της θείας χάριτος και όχι αναγκαστικά απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα κατά τη σύλληψη. Αντίστοιχο είναι και το χωρίο «ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς» (Εφ.1,6), ο ίδιος ρηματικός τύπος χρησιμοποιείται και για όλους τους πιστούς. Τότε όλοι οι πιστοί θα είμασταν απαλλαγμένοι από το προπατορικό αμάρτημα! Επομένως δεν μπορεί να θεμελιωθεί δογματικά η «Ασπίλος Σύλληψη» αποκλειστικά στη λέξη «Κεχαριτωμένη».

     Ακόμα: «Ὁ υἱὸς οὐ μὴ βαστάσῃ τὴν ἀνομίαν τοῦ πατρός» (Ιεζ.18,20). Σύμφωνα με αυτή την σαφή βιβλική μαρτυρία, η προσωπική ενοχή δεν μεταβιβάζεται. Επίσης, κατά τον Απόστολο Παύλο, «δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ.5,12), ο Αδάμ έγινε πρόξενος εισδοχής της αμαρτίας στον κόσμο, όμως δεν  κληροδότησε καμιά συνολική ενοχή.

    Επ’ αυτού ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας έγραψε: «Οὐχ ὡς συναιτίους τῆς παρακοῆς ἡμᾶς ὁ Θεὸς κατακρίνει, ἀλλὰ τῆς φθορᾶς κοινωνοὺς γεγονότας»[2]. Επίσης ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο θάνατος μεταδόθηκε σε όλους, όχι η προσωπική ενοχή του Αδάμ. «Τοσούτον εστίν αμαρτία κακόν. Ου μόνον γαρ της άνωθεν ευνοίας ημάς αφίστησιν, αλλά και εις πολλὴν ημάς αισχύνην και ταπεινότητα κατάγει, και των ήδη υπηργμένων αγαθών αποστερήσασα, πάσαν ημών αφαιρείται την παρρησίαν»[3]. Πουθενά δεν αναφέρει για κληρονομιά ενοχής.     Το ίδιο και ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγει σχετικά, ότι ο άνθρωπος «Απώλεσε γαρ την εικόνα αυτής η ψυχή παραβάσα την εντολήν»[4], όμως δεν έγινε κληρονόμος της ενοχής του γενάρχη.

Συμπέρασμα

      Από την ορθόδοξη δογματική σκοπιά, το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως αποτελεί μεταγενέστερη θεολογική διατύπωση που δεν απαντά ρητώς στην Αγία Γραφή ούτε διατυπώνεται ως δόγμα στην κοινή πατερική παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι η Θεοτόκος γεννήθηκε ως αληθινός άνθρωπος μέσα στην κοινή μεταπτωτική ανθρώπινη κατάσταση, έζησε αναμάρτητα με τη χάρη του Θεού και έγινε το εκλεκτό δοχείο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Έτσι, η μοναδικότητά της θεμελιώνεται όχι σε μια εξαίρεση από την ανθρώπινη φύση, αλλά στην πληρότητα της αγιότητας και της ελεύθερης υπακοής της στον Θεό, γεγονός που την καθιστά το ύψιστο πρότυπο της θεώσεως και της συνεργίας ανθρώπου και θείας χάριτος σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση.

      Η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει το παπικό δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως όχι επειδή μειώνει την τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά ακριβώς επειδή θεωρεί ότι το δόγμα αυτό αλλοιώνει τη βιβλική ανθρωπολογία, τη σωτηριολογία και τη χριστολογία της Εκκλησίας. Επί πλέον όπως προαναφέραμε, θεσπίστηκε για να κατοχυρώσει την ετέρα παπική κακοδοξία, περί του «Αλαθήτου του Ρωμαίου Ποντίφικος» και που αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επιδιωκόμενη ένωση Παπισμού και Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

      Η Παναγία είναι πράγματι η «Παναγία», η «Παναμώμητος», η «Τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ», όχι επειδή εξαιρέθηκε από τη φυσική κατάσταση της ανθρωπότητας ήδη κατά τη σύλληψή της, αλλά επειδή, ως αληθινός άνθρωπος, συνεργάστηκε ελεύθερα και τέλεια με τη χάρη του Θεού και έγινε το καθαρό δοχείο της Ενανθρωπήσεως του Λόγου.

       Η ορθόδοξη θεολογία διαφυλάσσει έτσι συγχρόνως το πλήρες της ανθρώπινης φύσεως της Θεοτόκου, την καθολικότητα της σωτηρίας εν Χριστώ και την αρχή ότι η θέωση αποτελεί καρπό της συνέργειας της θείας χάριτος και της ανθρώπινης ελευθερίας.

     Η αγιότητα της Θεοτόκου δεν θεμελιώνεται σε μία προνομιακή εξαίρεση από την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά στην απόλυτη ανταπόκρισή της στο θείο θέλημα, γεγονός που την καθιστά υπόδειγμα και ελπίδα για κάθε μέλος της Εκκλησίας.

     Ευχή μας και προτροπή μας είναι και το καινοφανές αυτό πλανεμένο «δόγμα» της παπικής «εκκλησίας» να συμπεριληφθεί στον θεολογικό διάλογο με την Εκκλησία μας, ανάμεσα στις δεκάδες άλλες παπικές κακοδοξίες, τις οποίες ο αιρετικός Παπισμός πρέπει ΟΛΕΣ να απαλείψει, αν θέλει να συσσωματωθεί ξανά στην αεί αδιαίρετη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, διότι, σύμφωνα με την ρητή εντολή του Κυρίου, δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τους λόγους Του «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία» (Ματθ.5,18).

      Η λέξη «ιώτα» (το μικρότερο γράμμα του ελληνικού και εβραϊκού αλφαβήτου) και η «κεραία» συμβολίζουν ότι ο λόγος του Θεού είναι απόλυτος, αιώνιος και αναλλοίωτος μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια, όπως και η εν Αγίω Πνεύματι αποκάλυψη στην Εκκλησία, η οποία είναι απαραίτητη για την σωτηρία μας!

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[1] Επιστολή 101 (Πρὸς Κληδόνιον Α΄), §32 PG 37, 181C

[2] De adoratione et cultu in spiritu et veritate (PG 68) 

[3] Εις την Γένεσιν, PG 53, 133.

[4] Ομ. ΙΑ´, De Gruyter [1964], 58-59 



 

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (6ον)

 ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (6ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 7η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος έκτον.

    Στο προηγούμενο, πέμπτο, μέρος παραθέσαμε κριτικούς σχολιασμούς σχετικά με τη συγκρότηση και τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου από Ιεράρχες, από την «Συνάξη κληρικών και μοναχών» και από αγιορείτες πατέρες, προερχομένους από Μοναστήρια, Σκήτες, Κελλιά και ασκητήρια του αγίου Όρους, οι οποίοι έστειλαν ανοικτή ομολογητική επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα. Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων» και κατόπιν διαπιστώσεις και συμπεράσματα «Στρογγυλὴς Τράπεζας», που πραγματοποιήθηκε στη Μολδαβία.

«Έμπονος κραυγή» κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων.

    Ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο είδε το φως της δημοσιότητος τον Μάρτιο του 2017 με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους», υπογεγραμένο από έξι μοναστικές συνοδείες κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους. Το κείμενο αυτό κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνο της «Ανοικτής επιστολής...», επισημαίνει πλείστες όσες κακόδοξες θέσεις, τόσο στο έκτο συνοδικό κείμενο, όσο και σε άλλα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά αποσπάσματα: «Εισαγωγικώς και γενικώς, θα πρέπη να επισημανθή το γεγονός ότι εις τα κείμενα υπάρχουν και αρκεταί φράσεις, επιδεχόμεναι και Ορθόδοξον και αιρετικήν ερμηνείαν, όπως επίσης και μερικαί σαφώς Ορθοδοξόταται διατυπώσεις. Το τελευταίον αυτό, όμως, – πολλώ μάλλον το πρώτον – ουδόλως είναι ικανόν να μας καθησυχάση και επαναπαύση, εφ᾽ όσον – όπως θα δειχθή κατωτέρω – παραλλήλως συνυπάρχουν και αι αντίστοιχοι κακόδοξοι τοιαύται. Απλώς ευρισκόμεθα προ φαινομένου κλασσικής διγλωσσίας. …Οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες μας, όμως, άλλως έπραττον και άλλως μας εδίδαξαν. Ο λόγος των δεν ήτο ‘ναι και ου’, αλλά ‘ναι, ναι και ου, ου’, (Β´ Κορ. α´, 17-20 και Ιακ. ε´, 12). Εις τας Ιεράς Συνόδους δεν προσεπάθουν διά της διγλωσσίας να επαναπαύσουν εις την πλάνην των τους αιρετικούς, επιφέροντες ούτω και σύγχυσιν εις τους Ορθοδόξους, ούτε εφεύρισκον και εχρησιμοποίουν αμφισήμους διατυπώσεις, συστεγαζούσας αλήθειαν και πλάνην, προς επιτυχίαν μιας κακώς νοουμένης ψευδεπιγράφου ενότητος. Τουναντίον, ηγωνίζοντο μέχρις εσχάτων διά την εξάλειψιν και του παραμικρού ι (ιώτα), το οποίον θα συνετέλει εις αιρετικήν διατύπωσιν…

    Την λύπην αυτής της διαπιστώσεώς μας την διεσκόρπισεν η απόφασις της Ιεράς Συνόδου Πατριαρχείου Βουλγαρίας, η οποία εις τα σημεία που σχολιάζει τας §4, §5 και §12 του κειμένου ‘Σχέσεις…’, αναφέρει σχετικώς: ‘Η προσευχή της Εκκλησίας για ενότητα όλων δεν σημαίνει την αποκατάστασιν της ενότητος με άλλους χριστιανούς, λες και η ενότης είναι κάτι που έχει χαθή από την Εκκλησία, αλλά αυτό που εννοεί είναι η επιστροφή στους κόλπους της, όσων έχουν εκπέσει εξ’ αυτής, μέσα από το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την Θεία Ευχαριστία. Επί πλέον, η Ιερά Σύνοδος, [του Πατριαρχείου Βουλγαρίας], δηλώνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθή τις διάφορες θεωρίες περί αυτής της ενότητος που επικρατούν στους ετεροδόξους, όπως για παράδειγμα την θεωρία της “αοράτου Εκκλησίας”, την “θεωρία των κλάδων” και την θεωρία της “ισότητος των δογμάτων”, καθώς επίσης και την νεοσύστατη θεωρία της “βαπτισματικής θεολογίας”, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία αρχέγονη ενότητα σε ένα “κοινό βάπτισμα”. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Βουλγαρίας εδήλωσε ότι όλες αυτές οι θεωρίες συνδέονται με την διδαχή περί “κτιστής χάριτος” του Αγίου Πνεύματος, η οποία έχει καταδικασθή από την Εκκλησία’.

    Το αναφερόμενον εις την § 22 του κειμένου ‘Σχέσεις...’: ‘Η διατήρησις της γνησίας Ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος’ είναι πάντη καινοφανές και ξένον προς την διδασκαλίαν και την ζωήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εν πρώτοις, δι᾽ αυτού αντιφάσκει και προς εαυτήν η σύνοδος, καθόσον, εις την § 3 της ‘Εγκυκλίου’ της, αναγνωρίζει το κύρος της Συνόδου του 1484, της αποκηρυξάσης την Σύνοδον της Φλωρεντίας (1438-1439), και δικαιωσάσης τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν. Εάν ήθελεν η σύνοδος της Κρήτης να είναι συνεπής προς την ανωτέρω § 22 του συνοδικού κειμένου της, ώφειλεν, απεναντίας, να καταδικάση την Σύνοδον του 1484, ως περιφρονήσασαν το ‘συνοδικόν σύστημα (δηλαδή την Σύνοδον της Φλωρεντίας)... την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως’ και δικαιώσασαν ‘άτομον’, (τον Άγιον Μάρκον), συντελέσαν εις την ‘διάσπασιν της ενότητος της Εκκλησίας, επί προφάσει τηρήσεως η δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας’.

    Αντιτίθεται, φυσικά, διά της § 22 και προς την διαχρονικήν πράξιν της Εκκλησίας, την καταδικάσασαν συνόδους και χαρακτηρίσασαν αυτάς ως Αιρετικάς, Ληστρικάς και Ψευδοσυνόδους [ως λ.χ. την εν Εφέσω, (449), της Ιερείας (754), της Λυώνος (1274) κ. α.], και συγχρόνως αγιοκατατάξασαν τους αντιταχθέντας προς αυτάς και διωχθέντας και μαρτυρήσαντας υπ᾽ αυτών».

Στρογγυλή Τράπεζα στη Μολδαβία.

    Λίγες ημέρες μετά την ψευδοσύνοδο κάποιοι πατέρες από την Ελλάδα διοργάνωσαν στις 12 Ιουλίου 2016 στρογγυλή τράπεζα στο Κισινάου, πρωτεύουσα της Μολδαβίας, με αντικείμενο την πρόσφατη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Από τις εργασίες αυτής της στρογγυλής τράπεζας  προέκυψαν οι εξής βασικές θέσεις:

    Α) Η συνελθούσα στην Κρήτη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» από 16 έως 27 Ιουνίου του έτους 2016 διέψευσε και το όνομά της και τις προσδοκίες του υγιούς πληρώματος της Εκκλησίας.

    Β) Διέψευσε το όνομά της, διότι αποδείχθηκε, κρινόμενη θεολογικά, ότι δεν είναι ούτε σύνοδος, ούτε αγία, ούτε μεγάλη. Δεν είναι ορθόδοξη σύνοδος, διότι δεν ανταποκρίθηκε στα κριτήρια και στα μέτρα των αληθινών συνόδων, των γνωστών από την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διακόπτει την παράδοση των ορθοδόξων συνόδων, δεν αποτελεί συνέχειά τους, αποτελεί συνοδικό πραξικόπημα και συνοδική καινοτομία. Οικοδόμησε ένα ‘νέο είδος συνόδου’. Είναι σύνοδος της Νέας Εποχής και του Οικουμενισμού.

    Γ) Δεν είναι αγία τυπικώς, κανονικώς και ουσιαστικώς, διότι έλαβε αποφάσεις αντίθετες προς τις αποφάσεις των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, ως προς την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Μολονότι η σχέση της Μίας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τους ετεροδόξους αναδείχθηκε ως κεντρικό θέμα της Συνόδου, ωστόσο για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας Σύνοδος με τόσο μεγάλες φιλοδοξίες δεν κατονόμασε και δεν καταδίκασε αιρετικούς. Πουθενά μέσα στα κείμενα της Συνόδου αυτής δεν υπάρχει η λέξη ‘αίρεση’…. Νομιμοποιώντας, λοιπόν, την με κακό τρόπο διενεργούμενη συμμετοχή μας στους Διαλόγους και αποκρύποντας την μειοδοσία εκ μέρους των ορθοδόξων αντιπροσώπων, αποκρύπτει παραλλήλως και το ότι δεν έχει σημειωθεί έως σήμερα καμμία θεολογική πρόοδος προς την αλήθεια σε κανέναν απολύτως θεολογικό διάλογο. Επιπλέον, για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, Σύνοδος εκάλεσε αιρετικούς ως παρατηρητές στις εργασίες της, με τους οποίους έγιναν και συμπροσευχές.

    Δ) Η Σύνοδος του Κολυμπαρίου ούτε και μεγάλη μπορεί να χαρακτηρισθεί, διότι δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος όλοι οι Επίσκοποι, και επομένως δεν εκπροσωπήθηκε μεγάλο μέρος του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η επιλογή των ολίγων κληθέντων δεν έγινε με κανονικό τρόπο εκλογής. Οι επιλεγέντες μετείχαν χωρίς δικαίωμα ψήφου και με δικαίωμα λόγου χρονικά περιορισμένου. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον οι 14 Προκαθήμενοι και επειδή από αυτούς απουσίαζαν οι 4, εψήφισαν τελικώς μόνον οι 10, δηλαδή ένα ογδοηκοστό (1/80) του συνόλου των Επισκόπων οι οποίοι έπρεπε να είναι παρόντες και να ψηφίσουν. Η πράξη αυτή είναι πρωτοφανής στην εκκλησιαστική ιστορία μας και αυθαίρετη, επειδή παραβιάζει κατάφωρα την εκκλησιολογία των Ορθοδόξων Συνόδων, οι οποίες προϋποθέτουν την ισότητα όλων των Αρχιερέων, πράγμα που εμφαίνεται στην ισότιμη ψήφο τους.

    Σε ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο η απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, (της πρώτης εξ αυτών πρεσβυγενούς), οι οποίες εκπροσωπούν περίπου το 70% των Ορθοδόξων Πιστών, καταδεικνύει πολύ περισσότερο την Σύνοδο ως όχι μεγάλη, αλλά μικρή, ούτε βεβαίως πανορθόδοξη, αλλ’ απλώς διευρυμένη διορθόδοξη Συνέλευση.

    Ε) Η Σύνοδος διέψευσε όχι μόνον το όνομά της, αλλά και τις προσδοκίες του πληρώματος της Εκκλησίας. Μεταξύ των προσδοκιών αυτών δύο θέματα είχαν μεγίστη προτεραιότητα για την θεραπεία παλαιών σχισμάτων προκληθέντων από πρωτοβουλίες της εκκλησιαστικής ηγεσίας και για την πρόληψη νέων διαιρέσεων και εντάσεων: Έπρεπε να επιλυθεί, με επαναφορά του παλαιού, πατρίου ημερολογίου, το θέμα του εκκλησιαστικού εορτολογίου. Και το σημαντικώτερο: Αυτό που έπρεπε να πράξει η Σύνοδος ήταν η απερίφραστη καταδίκη της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντιθέτως, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου στο επίμαχο και αμφισβητούμενο κείμενο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ προέβη σε μία ‘άμεικτη μείξη’ της Ορθοδοξίας με τις αιρέσεις. Ακόμη και οι διορθωτικές στο κείμενο προτάσεις ενισχύουν αυτό το μείγμα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού. Έτσι, αντί της θεολογικής ακριβείας στα θέματα της Πίστεως, εισάγονται διατυπώσεις αντιφατικές και θεολογικά αυτοαναιρούμενες, σκόπιμη ασάφεια, η οποία σήμερα ωραιοποιείται ως ‘εκκλησιαστική διπλωματία’, ενώ αποτελεί πονηρή και εσπιλωμένη υποκρισία.

    Η διατύπωση αιρετικής εκκλησιολογίας, δηλαδή η προσεκτική αλλά καταφανής αποδοχή ‘ετεροδόξων εκκλησιών’ στο εν λόγω κείμενο, καταργεί αυτήν ταύτην την επιδίωξη της Συνόδου στο Κολυμπάρι, την επίδειξη της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, διότι αρνείται την ενιαία δια μέσου των αιώνων και συνοδικώς διατυπωμένη ορθόδοξη εκκλησιολογία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ενότητας. Σύμφωνα με τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «όταν όλοι πιστεύουμε με όμοιο τρόπο, τότε υπάρχει ενότητα [...] Αυτό είναι ενότητα Πίστεως, όταν όλοι είμαστε ένα, όταν όλοι έχουμε με όμοιο τρόπο επίγνωση του συνδέσμου μας». 

    ΣΤ)… Η αδιαμαρτύρητη αποδοχή του εκκλησιολογικού αυτού κειμένου της Κρήτης, η μη επίσημη απόρριψή του, οδηγεί στη μεταφορά της παναιρέσεως του Οικουμενισμού απ’ ευθείας μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή στη συνύπαρξη δύο αντιθέτων δογματικών, (εκκλησιολογικών), παραδόσεων: εκείνης η οποία ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως περί Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και εκείνης της καινοτόμου, αλλοτρίας και αιρετικής, των πολλών «ετεροδόξων εκκλησιών».

    Η υποχρέωση μιας συνοδικής καταδίκης του κειμένου αυτού, αλλά και του Οικουμενισμού γενικώς, προκύπτει αβίαστα και από την διαπίστωση του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού προς τους Μονοθελήτες. Σύμφωνα με αυτήν δεν αρκεί η «εξαφάνιση» η «παρασιώπηση» ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν: «Κατέβηκε από τους πέτρινους τοίχους, αλλά όχι από τις νοερές ψυχές. Να δεχθούν την κατάκριση αυτών, η οποία έγινε στη Ρώμη και εκτέθηκε συνοδικά, με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και (τότε) έχει καταστραφεί το διαχωριστικό τείχος και δεν χρειαζόμαστε προτροπή».

(Συνεχίζεται).

Δείτε σχετικά και:

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (1ον)


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2026

 

Αγία Κασσιανή,η μεγάλη ποιήτρια του Βυζαντίου


ΑΓΙΑ ΚΑΣΣΙΑΝΗ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

     Η γυναίκα καταξιώθηκε, για πρώτη φορά, στον Χριστιανισμό και αναδείχτηκε ως ισότιμο, με τον άνδρα, ανθρώπινο πρόσωπο. Τρανή απόδειξη η ανάδειξη μυριάδων αγίων γυναικών, οι οποίες συναγωνίστηκαν επάξια τους άνδρες αγίους σε αγιότητα και αξιοσύνη. Μια από αυτές υπήρξε η αγία Κασσιανή, η λόγια μοναχή, η φημισμένη ποιήτρια και υμνογράφος του Βυζαντίου.

     Το όνομά της απαντάται ως Κασσιανή ή Κασ(σ)ία, ή Εικασία, ή Ικασία. Γεννήθηκε περί το 805 – 810 στην Κωνσταντινούπολη από οικογένεια επιφανών φεουδαρχών. Ο πατέρας της ήταν εξέχον μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και είχε τον τίτλο του Κανδιδάτου. Οι γονείς της φρόντισαν να της παράσχουν λαμπρές σπουδές. Η υψηλή της μόρφωση, η σπάνια ομορφιάς της και τα σωματικά και ψυχικά της χαρίσματα, την ανέδειξαν ως μια από τις πλέον χαρισματικές κοπέλες του Βυζαντίου και περιζήτητη νύφη για τους ευγενείς νέους της Βασιλεύουσας. Οι βιογράφοι της Συμεών ο Μεταφραστής, Γεώργιος Αμαρτωλός και Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν πως υπήρξε υποψήφια νύφη του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842). Σύμφωνα με το χρονικό, η μητέρα του Θεόφιλου Ευφροσύνη οργάνωσε τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα στο παλάτι, στην οποία πήρε μέρος και η όμορφη και καλλιεργημένη αρχοντοπούλα Κασσιανή. Το γεγονός αυτό τοποθετείται ανάμεσα στα έτη 821 – 830. Σύμφωνα με το τελετουργικό, περνούσαν μπροστά από τον αυτοκράτορα οι υποψήφιες νύφες και ο αυτοκράτορας εξέταζε την εξωτερική τους εμφάνιση και την πνευματική τους καλλιέργεια. Όταν κατέληγε, έδινε ένα χρυσό μήλο στην υποψήφια της αρεσκείας του.

      Όταν ήρθε η σειρά τη Κασσιανής να περάσει μπροστά από τον Θεόφιλο, εκείνος έμεινε έκθαμβος από την σωματική της ομορφιά και θέλησε να δοκιμάσει και την πνευματική της καλλιέργεια και το ήθος της. Της απεύθυνε το εξής: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» δηλαδή:  «από μία γυναίκα έχουν προέλθει οι συμφορές στην ανθρωπότητα», εννοώντας την παρακοή της Εύας. Τότε η Κασσιανή του αποκρίθηκε με στόμφο: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω», δηλαδή «όμως και από μια άλλη γυναίκα πηγάζουν οι ευλογίες για την ανθρωπότητα», εννοώντας το ρόλο της Θεοτόκου στη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

       Ο διάλογος αυτός και ο σπάνιος αυθορμητισμός της Κασσιανής πλήγωσε προφανώς τον εγωισμό και την υπεροψία του Θεόφιλου. Περισσότερο όμως τον θορύβησε η διαφαινόμενη δυναμικότητά της. Γι’ αυτό την απέρριψε και επέλεξε ως σύζυγό του την σεμνή αρχοντοπούλα Θεοδώρα από την Παφλαγονία.

      Πολλοί μελετητές θεωρούν το γεγονός αυτό ανύπαρκτο, υποστηρίζοντας ότι το δημιούργησαν οι υποστηρικτές των Ιερών Εικόνων, προκειμένω να μειώσουν τον εικονομάχο Θεόφιλο και να εξυψώσουν την Θεοδώρα, η οποία αναστήλωσε οριστικά τις Ιερές Εικόνες το 843 και έβαλε τέλος στην εκατονταετή εικονομαχική διαμάχη.

      Μετά από λίγο καιρό η Κασσιανή επέλεξε τη μοναχική ζωή. Στα 843 ίδρυσε δικό της κοινόβιο στα περίχωρα, δυτικά της Κωνσταντινουπόλεως, έξω από τα δυτικά τείχη, όπου έγινε ηγουμένη. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απόφασή της να γίνει μοναχή ήταν αποτέλεσμα του πληγωμένου εγωισμού της για την μη επιλογή της ως σύζυγος του αυτοκράτορα. Όμως αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Η υπέροχη εκείνη κόρη ήταν αδύνατον να κανονίζει τη ζωή της με τέτοια ευτελή πάθη. Μια επιστολή του αγίου Θεοδώρου Στουδίτου έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η επιλογή της να γίνει μοναχή ήταν συνειδητή και απαλλαγμένη από φτηνά εγωιστικά κίνητρα. Μάλιστα είναι γνωστό ότι η Μονή της Κασσιανής είχε πνευματικούς δεσμούς με την περίφημη Μονή Στουδίου και ο άγιος Θεόδωρος τη γνώριζε καλά. Άλλωστε η Κασσιανή αποφάσισε να μονάσει υπερασπίζοντας την Κυρία Θεοτόκο, με την αυθόρμητη και σοφή απόκρισή της στον αυτοκράτορα. 

        Εκεί ασχολήθηκε με την πνευματική της τελείωση. Με προσευχή νηστεία, αγρυπνία και τον αγώνα της κατά των παθών της ανήλθε σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα. Ταυτόχρονα με τον πνευματικό της αγώνα καλλιεργούσε και τη μεγάλη της αγάπη για την εκκλησιαστική ποίηση, ώστε αναδείχτηκε ως μια από τις μεγαλύτερες ποιητικές και υμνογραφικές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας και της παγκοσμίου λογοτεχνίας.

       Δυστυχώς οι πληροφορίες μας είναι σχεδόν ανύπαρκτες για την κατοπινή ζωή της και μόνο από τα ποιήματά της παίρνουμε κάποιες πληροφορίες. Λέγεται ότι ταξίδεψε στα τέλη της ζωής της ως τη Ρώμη και την Κρήτη και τη Κάσο, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το 890. Η Εκκλησία μας εκτιμώντας την αγία ζωή της και την ανεκτίμητη προσφορά της στην υμνογραφία της, την κατέταξε στους αγίους και όρισε να εορτάζεται η μνήμη της στις 7 Σεπτεμβρίου.           

        Στην αγία Κασσιανή αποδίδονται αρκετοί ύμνοι της Εκκλησίας μας. Ξεχωρίζουμε το τετραώδιο του περίφημου κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου. Της αποδίδονται επίσης 21 Στιχηρά Ιδιόμελα, σε Δεσποτικές, Θεομητορικές και εορτές Αγίων. Συνέγραψε επίσης μια σειρά από 789 θαυμαστά επιγράμματα, με τον χαρακτηρισμό «Γνώμαι», σε  βυζαντινό 12σύλλαβο ρυθμό. Σ’ αυτά περιγράφονται και στιγματίζονται ανθρώπινα πάθη, όπως η φιλαργυρία, το ψεύδος, η απάτη κ.α. και εξαίρονται ανθρώπινες αρετές και δεξιότητες, όπως η αγάπη, η φιλία, η εξυπνάδα, η σύνεση κλπ.

        Όμως η αγία Κασσιανή είναι γνωστή κυρίως για το θαυμάσιο ομώνυμο τροπάριό της, «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Το εξαίσιο δοξαστικό των  αποστίχων του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, το οποίο ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης. Σε αυτό κάνει λόγο, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, για την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία, αφού μετανόησε, ένιψε τα πόδια του Χριστού με ακριβά μύρα, τα έπλυνε με τα δάκρυά της και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Πρόκειται για σπάνια μεγαλοφυή ποιητική σύνθεση, ένα αληθινό αριστούργημα λόγου, υψηλής θεολογίας και σοφίας, το οποίο εντάσσεται στα σπουδαιότερα ποιήματα όλων των εποχών. Επειδή η αγία ποιήτρια μεταχειρίζεται πρώτο ενικό πρόσωπο στον ύμνο, κάποιοι αμαθείς, χαρακτήρισαν την ίδια ως αμαρτωλή και γι’ αυτό είναι παρεξηγημένη, μη έχοντας αυτό σχέση με την αλήθεια. 



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ- ΚΥΡΙΑΚΗ IΔ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ & ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΛΟΔΟΤΗΣ (06-09-2026)



 

Αγία Νεομάρτυς Λυγερή η Χιοπολίτης

agia lygeri

ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΛΥΓΕΡΗ Η ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού     

     Ανάμεσα στην πληθώρα των ηρωικών Νεομαρτύρων μας υπάρχουν και πολλές Χριστιανές κόρες, οι οποίες αντάλλαξαν με τη ζωή τους την ομολογία τους στο Χριστό και διαφύλαξαν την τιμή τους από τους αισχρούς και αλλόθρησκους τυράννους. Μια από αυτές είναι και η αγία και ένδοξος Νεομάρτυς Λυγερή η Χιοπολίτης.

     Γεννήθηκε περί το 1804 στο χωριό Ανάβατο του μαρτυρικού νησιού της Χίου, η οποία δοκίμασε το πλέον σκληρό πρόσωπο της τουρκικής δουλείας. Οι γονείς της ήταν απλοϊκοί νησιώτες, οι οποίοι όμως είχαν ακλόνητη πίστη στο Θεό, δίνοντάς τους δύναμη να συνεχίζουν την πικρή ζωή της δουλείας. Να υπομένουν τους εξευτελισμούς, τις αγγαρείες, τη βαριά φορολογία και τον υποβιβασμό τους στην κατηγορία των κτηνών. Ως «άπιστοι», σύμφωνα με το Κοράνιο και τις ισλαμικές παραδόσεις, η ζωή τους είχε μικρή αξία για τους μουσουλμάνους κατακτητές και τυράννους.

      Μια από τις μεγάλες χαρές τους ήταν η χαριτωμένη κορούλα τους Λυγερή, ένα πραγματικά θεόσταλτο δώρο στη ζωή τους. Την ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Με την απλοϊκή, αλλά βαθειά πίστη τους στο Θεό, στάλαξαν στην αγνή ψυχή της την πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό και με το παράδειγμά τους της δίδαξαν την αρετή, τη σεμνότητα, την τιμιότητα και την αγνότητα. Μεγάλωσε και έγινε μια άρτια προσωπικότητα, με πνευματικά χαρίσματα και σπάνιο σωματικό κάλλος. Οι χωριανοί της την αγαπούσαν, την τιμούσαν και τη θαύμαζαν.

     Στα 1822 ορίστηκε από την Υψηλή Πύλη (οθωμανική διοίκηση) ένας σκληρός, απάνθρωπος και φιλήδονος πασάς. Η πλειοψηφία των τούρκων αξιωματούχων θεωρούσαν τους υπόδουλους Χριστιανούς ως κτήμα τους και αντικείμενα εκμετάλλευσής τους. Τους άνδρες ως υποζύγια, να εργάζονται και να τους φορολογούν και τις γυναίκες να τις χρησιμοποιούν, τις μεν όμορφες και νεαρές για την ικανοποίηση των κτηνωδών ορέξεων τους, τις δε άσχημες και προχωρημένης ηλικίας για υπηρέτριες των σπιτιών τους. Όποια γυναίκα τους άρεσε, χωρίς να ρωτήσουν την ίδια, ή τους οικείους της, την άρπαζαν και την έκλειναν στα σκοτεινά και αμαρτωλά χαρέμια τους.

     Ο ακόλαστος αυτός πασάς, σε μια από τις περιοδείες του στο νησί έτυχε να δει την δεκαοχτάχρονη τότε Λυγερή. Η ομορφιά της και το αρχοντικό της παράστημα του  έκαμε εντύπωση και την επιθύμησε ερωτικά. Έδωσε εντολή να την οδηγήσουν μπροστά του και με παρακάλια και ταξίματα της ζήτησε να ενδώσει στις αμαρτωλές του έξεις. Της έταξε πλούτη, δόξα, τιμές και δύναμη, αν ήθελε να την πάρει στο σαράι του. Να την κάμει ερωμένη του. Αλλά εκείνη, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, απέρριψε τις ανήθικες προτάσεις του. Μάλιστα σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό, στο Νυμφίο της ψυχής της, προς τον Οποίο προσεύχονταν μυστικά, για να την ενδυναμώσει και να μη πέσει θύμα των δολωμάτων του πασά. Αναλογιζόταν τα ουράνια αγαθά, τα άφθαρτα και αιώνια, ασύγκριτα ανώτερα από αυτά που της έταζε ο ακόλαστος μουσουλμάνος αξιωματούχος. Σκεφτόταν την ατέρμονη Βασιλεία των Ουρανών, η οποία δεν έχει καμιά ομοιότητα με την σαθρή και τυραννική βασιλεία των τυράννων αλλοθρήσκων Οθωμανών.

     Ο πασάς προσπάθησε να συγκρατήσει το θυμό του, ελπίζοντας ότι με τον καιρό θα την έπειθε να ικανοποιήσει την αμαρτωλή του επιθυμία. Έστελνε συχνά ανθρώπους του στο χωριό της, παρακαλώντας την και παροτρύνοντάς την να δεχτεί τις προτάσεις του. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο θέριευε το αμαρτωλό του πάθος για την Χριστιανή κοπέλα. Αλλά εκείνη έμεινε αμετάπειστη.

      Στις 6 Σεπτεμβρίου του έτους 1822 οι κάτοικοι του χωριού είχαν πανηγύρι, γιόρταζαν την εορτή του εν «Χώναις θαύματος» του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπου ο Ταξιάρχης των ουρανίων δυνάμεων είχε σώσει θαυματουργικά την πόλη της Μ. Ασίας. Αυτή την ημέρα διάλεξε ο ακόλαστος πασάς να αρπάξει την Λυγερή. Έστειλε ένα απόσπασμα στρατιωτών, για να τη συλλάβουν, την ώρα που οι χωριανοί της γλεντούσαν, χαίρονταν και χόρευαν αμέριμνοι. Οι χωριανοί, βλέποντας τους τούρκους στρατιώτες αναστατώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν να σωθούν. Μόνο η Λυγερή έμεινε ατρόμητη στη θέση της. Της ζήτησαν να τους ακολουθήσει με τη θέλησή της και όταν αυτή αρνήθηκε, την άρπαξαν με το ζόρι και έτρεξαν προς το σημείο που λεγόταν Ελίντα, όπου την περίμενε ο πασάς.

       Η Λυγερή προσευχόταν καθ’ οδόν, παρακαλώντας το Χριστό, το Νυμφίο της ψυχής της να την ενδυναμώσει στη νέα περιπέτειά της. Να διατηρήσει ανόθευτη την πίστη της σε Εκείνον και αγνό το κορμί της. Όσο εκείνη αντιστέκονταν, τόσο οι τραχείς και σκληρόκαρδοι στρατιώτες την  κακομεταχειρίζονταν, την  έβριζαν, την έδερναν και την απειλούσαν. Όταν έφτασαν σε κάποιο απόκρημνο σημείο η Λυγερή πιάστηκε από μια αγριοβερυκοκιά, με τόση δύναμη, ώστε ήταν αδύνατο στους στρατιώτες να την  αποκολλήσουν από το δένδρο. Τότε άρχισαν να την κακοποιούν, να τη βρίζουν και να την απειλούν περισσότερο. Την βλασφημούσαν και την απειλούσαν ότι θα την σκότωναν επί τόπου, αν δεν άφηνε το δένδρο. Εκείνη απαντούσε: «Εγώ Χριστιανή γεννήθηκα και Χριστιανή θα πεθάνω, την πίστη δεν αλλάζω. Παρακάτω δεν πρόκειται να πάω, κάντε μου ό, τι θέλετε».

     Τότε πλησίασε ένας θηριώδης μαύρος σκλάβος Λαζός, ο οποίος έβγαλε το γιαταγάνι του και της έκοψε το κεφάλι, το άρπαξε και έφυγε τρέχοντας για την Ελίντα. Μερικοί Χριστιανοί τον κυνήγησαν μάταια να του το πάρουν. Το ιερό της σώμα σπαρταρούσε ακέφαλο και πότιζε με το τίμιο αίμα του το χώμα της χιακής γης. Έτρεξε και η μητέρα της, με κλαμένα μάτια, μα και καμάρι, καθότι η κόρη της αξιώθηκε του μαρτυρίου για το Χριστό, πήρε τρεις χούφτες από το αίμα της κάνοντας τρεις σταυρούς στα βράχια. Ο ένας από αυτούς διακρίνεται μέχρι σήμερα. Ο σκλάβος όταν πήγε το κεφάλι στον πασά εκείνος θύμωσε, διότι ήθελε ζωντανή την Λυγερή και αποκεφάλισε το σκλάβο, φεύγοντας λυπημένος για την πόλη της Χίου και υψώνοντας μαύρη σημαία στο πλοιάριό του. Ο τόπος του μαρτυρίου έγινε τόπος προσκυνήματος για τους Χιώτες, οι οποίοι ευλαβούνται την αγία Λυγερή.

    Η μνήμη της τιμάται στις 6 Σεπτεμβρίου.