Σάββατο, Αυγούστου 15, 2026

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Ας μάθουμε να συγχωρούμε (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 18,23-35]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ»

     [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 30-8-1992]  (Β267)                                     

       Πάντοτε, αγαπητοί μου, στις ανθρώπινες σχέσεις θα υπάρχουν διαφορές. Και πολλές φορές ο ένας θα είναι ο αδικών και ο άλλος ο αδικούμενος. Και ἐν στενῇ και ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Και τίθεται το ερώτημα: Το πώς θα μπορούν αυτές οι σχέσεις να αποκαθίστανται, πράγμα πολύ αναγκαίον για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπων. Πώς αλλιώς παρά με την ανεξικακία ή με την αμνησικακία, να μη θυμάται κανείς την κακία του άλλου, που εκφράζονται με την εκ βάθους καρδίας συγχωρητικότητα. Κι αν συμβαίνουν, υποτίθεται, απεριόριστες προστριβές, πόσο μπορεί να ισχύει αυτή η συγχωρητικότητα; Απεριόριστα. Αρκεί φυσικά, ο αδικών, ο πταίων, να ζητά συγνώμη.

    Κατά την εβραϊκή αντίληψη, η συγνώμη, έστω και αν εζητείτο, περισσότερο περιορίζετο ωστόσο στις τρεις φορές. Εννοείται την ημέρα. Όχι σε όλη του τη ζωή. Την ημέρα. Και ο Απόστολος Πέτρος κάποτε άκουσε τον Κύριο να λέγει: «᾿Εὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου». Δηλαδή υποτίθεται ότι τον συγχωρείς. Και όχι μόνον αυτό αλλά τον κερδίζεις κιόλας. Και με μεγαλοψυχία ο απόστολος Πέτρος νόμιζε ότι αν ξεπερνούσε το εβραϊκόν όριον -αυτό το οποίον υπήρχε, δεν ήταν γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη, όχι, υπήρχε ως αντίληψις εις τους Εβραίους, ήτο διδασκαλία των Ραββίνων· ερωτά λοιπόν τον Κύριον: «Κύριε, έως επτά φορές εάν αμαρτήση σε μένα ο αδελφός μου, θα τον συγχωρήσω;». Θα επαναλάβω· την ημέρα 7 φορές. Και ο Κύριος του απαντά: «Όχι επτά φορές, όπως νομίζεις, αλλά έως εβδομηκοντάκις επτά».  Δηλαδή εβδομήντα φορές το επτά. Δεν είναι 7*7= 49=490. Αλλά σημαίνει: Είπες επτά; Εγώ σου λέω εβδομήντα φορές το επτά. Είναι έκφρασις που δείχνει το απεριόριστον. Όσες φορές και αν αμαρτήσει ο αδερφός σου, κι έρθει και σου ζητήσει συγνώμη, οφείλεις να τον συγχωρήσεις. Προσέξτε. Οφείλεις να τον συγχωρήσεις.

       Και για να εδραιώσει ο Κύριος αυτήν την σπουδαιοτάτην ηθικήν θέσιν, που καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ των, είπε την παραβολή των μυρίων ταλάντων και του χρεώστου δούλου, που ακούσαμε, αγαπητοί μου, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.

     Πώς άρχισε ο Κύριος τον λόγο Του, για να δείξει τη μεγάλη αυτή αλήθεια της συγχωρητικότητος; Είπε: «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν…». «Γι΄αυτό τον λόγο έμοιασε η βασιλεία των ουρανών…». Και ακολουθεί η παραβολή. Πολύ συχνά ο Κύριος αναφέρεται σε αυτή τη φράση. Δηλαδή περίπου στερεότυπη. Όπως: «Τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν; -«Με τι να την παρομοιάσω τη Βασιλεία των Ουρανών;»- ή «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». «Έμοιασε, μοιάζει η βασιλεία των ουρανών», κλπ. Αυτό το «Τίνι ὁμοιώσω», «με τι να την παρομοιάσω τη βασιλεία του Θεού», δείχνει την προσπάθεια του Κυρίου να μεταφέρει μια ουράνια πραγματικότητα πάνω στη Γη. Έχει πει ο Κύριος επτά παραβολές, αποτελούν μία δέσμη αυτές οι επτά παραβολές, κι όλες αρχίζουν έτσι: «Τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν;»· που δείχνει ότι αυτές οι επτά παραβολές δεν είναι τίποτε άλλο παρά επτά πτυχές μιας πραγματικότητος. Της βασιλείας του Θεού. Αλλά η Βασιλεία του Θεού ή η Βασιλεία των ουρανών είναι μια ουρανία πραγματικότητα. Ενώ εδώ στη Γη ζούμε μέσα σε μια γήινη πραγματικότητα. Αυτή η μεταφορά -γι΄αυτό λέει ο Κύριος «Τίνι ὁμοιώσω»- αυτή η μεταφορά ουρανίων πραγμάτων σε γήινες πραγματικότητες, με ποια γλώσσα θα γίνει; Ποια είναι η γλώσσα που θα μιλήσουμε; Και ποια αυτή η γλώσσα θα μπορεί να μεταφέρει αυτές τις ουράνιες πραγματικότητες; Είναι δύσκολο. Είναι αδύνατον. Λέει ο απόστολος Παύλος, που είδε ουράνια πράγματα, ότι δεν είναι δυνατόν να μεταφέρει κανείς τα ουράνια πράγματα εδώ στη Γη. Δεν υπάρχει περιγραφή. «Οὐκ ἐξὸν ἐστίν  ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Δεν είναι δυνατόν, εκφεύγουν, η περιγραφή ουρανίων πραγμάτων, δεν μπορεί να μεταφερθεί. Κι όμως αυτή η μεταφορά είναι ανάγκη να γίνει. Και πώς γίνεται; Γίνεται με παρομοιώσεις. Η γλώσσα των παρομοιώσεων. Γι΄αυτό λοιπόν μία παραβολή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία παρομοίωσις, παρά μία εικόνα, ένας τρόπος να εκφραστούμε για πράγματα ανέκφραστα, μέσα στον χώρο των γηίνων πραγματικοτήτων. Και εν προκειμένω έχομε την παραβολή που ακούσαμε σήμερα.

     Η παραβολή, μιλώντας γενικά τώρα, θα ήθελα να το γνωρίζετε ότι έχει το μειονέκτημα της απουσίας ορισμού. Πώς να ορίσεις; Ουράνια πράγματα ορίζονται; Τι είναι η Βασιλεία του Θεού, ορίζεται; Τι υπάρχει στη Βασιλεία του Θεού, ορίζεται; Δεν ορίζεται. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να χρησιμοποιηθεί ορισμός. Το λέει η λέξις. Ορίζω. Ορίζω θα πει βάζω όρια. Αλλά η Βασιλεία του Θεού δεν ορίζεται, δεν έχει όρια. Δεν μπορεί να μπει λοιπόν μέσα στα καλούπια ορίων. Γι΄αυτό και δεν ορίζεται. Είναι γνωστό, και μάλιστα κατ΄ επιστήμην ομιλούντες, ότι όταν θέλομε να δώσομε ακριβή περιγραφή ενός πράγματος, δίδομε ορισμόν. Εάν δεν δώσομε ορισμόν, δεν μιλάμε κατ’ επιστήμην. Το ξέρομε αυτό το πράγμα. Αυτό λοιπόν είναι ένα μειονέκτημα, ότι απουσιάζει ο ορισμός. Αλλά εκ της φύσεως των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν, όπως είπαμε, να τεθεί ορισμός. Κι έτσι μιλάμε με πολλές παρομοιώσεις, με πολλές εικόνες. Αυτό είναι ένα πλεονέκτημα· διότι μπορούμε να δούμε με πολλούς τρόπους, πολλές πτυχές ενός πράγματος και συνεπώς έχομε έναν πλούτον ερμηνευτικόν. Είναι πάρα πολύ σπουδαίο αυτό. Έτσι έχομε το μειονέκτημα του ορισμού, της απουσίας του ορισμού, έχομε όμως το πλεονέκτημα μιας πληθωρικής ερμηνείας. Γι΄αυτό βλέπετε που λέμε, όταν ερμηνεύομε το Ευαγγέλιο, ένας πατήρ το ερμηνεύει έτσι, άλλος το ερμηνεύει έτσι, άλλος το ερμηνεύει έτσι. Τι σημαίνει αυτό; Αντιφάσεις; Ελλείψεις; Όχι. Ουράνιες πραγματικότητες ερμηνεύομε. Συνεπώς έχομε τη δυνατότητα να πούμε πάρα πολλά πράγματα. Τόσα πολλά, επιτρέψατέ μου να σας το πω, ανεξαντλήτως. Όσο σκάβεις, βρίσκεις. Ναι. Όσο ερευνάς, γνωρίζεις.

     Έτσι, στην παραβολή που ακούστηκε, που είπαμε σήμερα, ευαγγελική περικοπή, εδώ ξεδιπλώνεται σ’ αυτήν την παραβολή των μυρίων ταλάντων, μία πτυχή της βασιλείας των Ουρανών· που είναι η συγχωρητικότης και η αμνησικακία. Έχομε εδώ μία ωραία και βαθιά αποκάλυψη του πνεύματος της Βασιλείας του Θεού. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Η Βασιλεία του Θεού είναι αγάπη. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Είναι ελπίδα. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Είναι η θέα του προσώπου του Χριστού. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Η συγχωρητικότης και ανεξικακία. Κ.ο.κ. Βλέπετε λοιπόν ότι εδώ η παραβολή αυτή δίδει σε μία πτυχή, το πνεύμα της Βασιλείας του Θεού. Και πρέπει ακόμη να πούμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει δύο σκέλη. Μία, ενιαία είναι. Μία είναι, το ξαναλέγω. Έχει δύο σκέλη. Το ουράνιον σκέλος και το γήινον σκέλος. Το ουράνιον σκέλος είναι οι ουράνιες πραγματικότητες. Το γήινο σκέλος είναι εδώ στη Γη. Και ξέρετε τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Ω, αν ξέραμε! Ξέρομε. Αλλά ποτέ δεν το σκεφθήκαμε. Είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία μέσα στην Ιστορία είναι η Βασιλεία του Θεού, στο γήινον σκέλος.

     Αλλά τα δύο σκέλη κρατούν ένα σώμα. Μία είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτός που είμαι εδώ, στο γήινο σκέλος της Βασιλείας του Θεού, αυτός θα είμαι και εκεί. Δεν μπορώ να είμαι κάτι διαφορετικό εδώ και κάτι διαφορετικό εκεί. Γι΄αυτό, αν φύγω άγιος, θα ζήσω εν αγιότητι στη Βασιλεία του Θεού. Αν δεν φύγω άγιος, αλλά μοχθηρός, κακοήθης, παραβάτης των εντολών του Θεού κλπ., δεν μπορώ να μπω στη Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι δυνατόν. Γιατί δεν μπήκα ήδη στη γηίνη πραγματικότητα. Δεν μπήκα στα μυστήρια της Εκκλησίας, μέσα στην πνευματική ζωή, στη ζωή του Αγίου Πνεύματος, εν Χριστώ Ιησού. Ή μέσα στη ζωή του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Δεν μπήκα. Δεν μπορώ λοιπόν να μπω, ούτε σε εκείνη την ουράνια πραγματικότητα.

      Με τι λοιπόν ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών; «Ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». «Με κάποιον βασιλέα άνθρωπον, που θέλησε να λογαριαστεί με τους δούλους του». Να του δώσουν λογαριασμό, πού βρίσκονται στα οικονομικά. Πράγματι και ενώ εδίδετο ο λόγος, βρέθηκε κάποιος δούλος, μας λέγει η παραβολή, ο οποίος χρωστούσε στο αφεντικό του, στον κύριό του μύρια τάλαντα! Ο αριθμός μύρια, όπως θα γνωρίζετε είναι ο δέκα χιλιάδες(10.000). Συνεπώς μύρια τάλαντα σημαίνει ένα ποσόν 10.000 ταλάντων. Πρέπει όμως ευθύς εξαρχής να πούμε ότι στην παραβολή αυτή βλέπομε ότι ο κάθε άνθρωπος έχει να δώσει λόγο στον Θεό για τα πεπραγμένα του. Είναι μία μεγάλη αλήθεια, είναι μία μεγάλη πραγματικότης, που δυστυχώς διαφεύγει σε πολλούς χριστιανούς μας. Όσο για κείνους που μιλάνε για ελευθερία, μία ελευθερία κατασκεύασμα του δικού τους του μυαλού, λένε ότι… «αφού είμαι ελεύθερος, γιατί θα πρέπει να δώσω λόγο των πεπραγμένων μου; Διότι αυτό θα πει είμαι ελεύθερος. Δεν έχω λόγο να δώσω λόγο πουθενά. Ούτε σε ανθρώπους ούτε στον Θεό». Αλλά θα βρεθούν προ εκπλήξεως οι άνθρωποι αυτοί, όταν αντιληφθούν ότι η έννοια της ελευθερίας δεν είναι όπως αυτοί νόμισαν, δίδοντες μία διάσταση φιλοσοφική. Αλλά όπως τη νοεί την ελευθερία ο λόγος του Θεού. Έτσι η κρίσις του Θεού, αγαπητοί μου, είναι μία φοβερή πραγματικότητα. Και είναι η κρίσις τόσο προσωπική, όσο και γενική. Ο καθένας που φεύγει από τον παρόντα κόσμον, κρίνεται. Και όταν έλθει ο Χριστός, θα κριθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα, στη γενική κρίση.

     Και τότε εμφανίζεται, όπως λέγει η περικοπή, ένας οφειλέτης μυρίων ταλάντων. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε τι ήταν το τάλαντο. Ήταν το μεγαλύτερο νόμισμα, το οποίον δεν είχαν μόνον οι Έλληνες, είχαν κι άλλοι λαοί και ήταν τριών ποιοτήτων. Ήταν το χρυσούν τάλαντον, ήταν το αργυρούν, ήταν και το χαλκούν. Μάλιστα όταν ο Τωβίτ στέλνει τον γιο του στους Ράγους της Μηδίας, με ένα παλιό χρέος ενός φίλου, θα του έδινε λοιπόν το χρέος αυτό, γιατί ήταν κάποια τάλαντα. Το τάλαντο το χρυσούν ήταν βεβαίως κι εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη αξία. Είχε πολύ βάρος. Ήτο ασήκωτο. Και η αξία ενός χρυσού ταλάντου, αττικού ταλάντου, αττικού -σας είπα τον Τωβίτ, για να σας πω ότι και στην Ανατολή χρησιμοποιούσαν το τάλαντο· το αττικό τάλαντο ήταν… όχι αρχαιολογική αξία, αλλά πραγματική, εις χρυσόν, ήτο, παρακαλώ, διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες Αγγλίας. Ήταν το τάλαντο το αττικόν. Μύρια τάλαντα σημαίνει δύο εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες χρυσές λίρες Αγγλίας! Με την πραγματική αξία, τη σημερινή. Αυτό δείχνει πόσο χρεώστης ήταν αυτός ο άνθρωπος έναντι του Θεού.

       Ναι. Το χρέος είναι οι αμαρτίες. Γι’ αυτό λέμε στην Κυριακή προσευχή: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν», και άφησέ μας, δηλαδή συγχώρεσέ μας, δηλαδή να διαγράψεις, τι; Τὰ ὀφειλήματα. «Ὀφείλημα» θα πει χρέος. Να διαγράψεις τα χρέη μας. Και τα οφειλήματα αυτά είναι, οφειλήματα παραβάσεων και οφειλήματα παραλείψεων. Τι παρέβην και τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα. Πόσο βαθύ σκοτάδι αγαπητοί μου υπάρχει σε πολλούς που νομίζουν ότι είναι αθώοι απέναντι του Θεού! «Εγώ», λέει, «εγώ δεν έχω αμαρτίες». Κι αν βέβαια κάποιες ειπωθούν… «Και τι είναι αυτό; Όλοι οι άνθρωποι κάνουν αυτό, κάνουν εκείνο». Φοβερό πράγμα, φοβερόν! Το χρέος μένει ανεξόφλητον. Κάποτε είχα πει…, πολλές φορές το έχω πει, δεν πειράζει αν γρήγορα γρήγορα το ξαναπώ εν παρενθέσει, ότι το χρέος μεγαλώνει απέναντι στον Θεό, γιατί είναι ο Θεός. Ανάλογα με το πρόσωπο είναι και η εκτίμηση του χρέους. Δηλαδή· για να το καταλάβομε… Τι είπαμε είναι το χρέος; Παράβασις. Και ακόμη τι είναι; Παράλειψις. Να πάρω μία παράβαση εντολής. Παραβαίνω μία εντολή. Εάν σε ένα μικρό παιδί δώσω ένα χαστούκι, δεν έχει και πολλή σημασία αυτό. Θα κλάψει αυτό, το πολύ να μου διαμαρτυρηθούν οι γονείς του. Αν δώσω το ίδιο χαστούκι στον Δήμαρχο της πόλεως, το πράγμα διαφέρει. Εάν δώσω στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ένα χαστούκι δημοσίως, το πράγμα ακόμη διαφέρει. Εάν τώρα κάνω μία προσβολή στον Θεό, πόση είναι η προσβολή; Όσο είναι το πρόσωπον. Ο Θεός είναι άπειρος και η προσβολή είναι άπειρος. Ο Θεός είναι αιώνιος και η προσβολή είναι αιώνιος.

    Λέει κάποιος, ερωτά ο Ιερός Χρυσόστομος, λέει κάποιος: «Καλά, εγώ αμάρτησα για ένα λεπτό, και θα τιμωρούμαι αιώνια;». Ναι. Γιατί; Γιατί σε Εκείνον που αμάρτησες, είναι άπειρος και αιώνιος. Για να καταλάβομε, γιατί με το ποσόν αυτό ο Κύριος θέλει να δείξει πως ο κάθε άνθρωπος είναι χρεώστης. Και μη λέμε, αγαπητοί μου, εκείνο το παραμύθι κυριολεκτικά του διαβόλου παραμύθι, ότι δεν έχομε αμαρτίες και ότι δεν κάνομε τίποτα και ότι είμεθα αθώοι άνθρωποι. Έτσι, ποιος μπορεί να εξοφλήσει αυτόν τον όγκον του χρέους; Ένας μόνον. Ο Θεός. Όπως εδώ έρχεται ο δούλος και τον παρακαλεί τον Κύριό του: «Κύριε», λέει, «μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ», «μακροθύμησε σε μένα, θα σου το εξοφλήσω». Τι θα εξοφλήσεις, άνθρωπε; Τι θα εξοφλήσεις; Δούλος είσαι και δεν είναι δυνατόν να δουλεύεις για να δίνεις χρήματα στο αφεντικό. Δούλος είσαι. Τι θα κάνεις; Ένας το ξόφλησε το χρέος για τον καθένα μας. Ο Ιησούς Χριστός. Λέει στους Κολοσσαείς ο Απόστολος Παύλος: «Καὶ ὑμᾶς, νεκροὺς ὄντας ἐν τοῖς παραπτώμασι -νεκροί στα παραπτώματα-, συνεζωοποίησεν ὑμᾶς σὺν αὐτῷ -μαζί με τον Χριστόν, ο Πατήρ μας εζωοποίησε-, χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα -μας χάρισε όλα μας τα παραπτώματα- ἐξαλείψας τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον -Ξέρετε ότι το χρέος είναι με ένα χειρόγραφο, με μία συναλλαγματική, με ένα συμβόλαιο, με ένα χαρτί. Με ένα χαρτί, που λέμε «σε τυλίγει σε μία κόλλα χαρτί ο δανειστής σου». Χειρόγραφον χρέους. Ε, λέγει, μας  το εξάλειψε αυτό- προσηλώσας αὐτὸ -Ποιο; Το χειρόγραφο προσηλώσας, το κάρφωσε- τῷ σταυρῷ». Εκεί το χρέος. Σαν να είναι ο δανειστής στον οποίον χρωστάμε και να μας πει: «Το βλέπεις; Στο χέρι μου το κρατάω. Μου χρωστάς. Το βλέπεις;». Και να πάει μπροστά στα μάτια μας να το σχίσει. Αυτό θα πει το κάρφωσε πάνω εις τον σταυρό. Εκπληκτικόν.

     Και μη έχων ο δούλος να εξοφλήσει το χρέος στην παραβολή, τι κάνει ο κύριος; Δεν είχε. «Ἐκέλευσεν πραθῆναι». «Διέταξε να πουληθεί». «Να πουληθεί», λέει, «η γυναίκα, του…-έτσι εγίνετο στην αρχαιότητα. Το υλικό της παραβολής είναι παρμένο από την αρχαιότητα και από την πραγματικότητα-, τα παιδιά του, ό,τι είχε και δεν είχε και να προσμετρηθεί». Ξέρετε πόσο κόστιζε ένας δούλος; Πάμφθηνος. Η γυναίκα δε ακόμα πιο φθηνή. Λοιπόν; Τι να εξοφλήσεις άνθρωπε; Και τι γίνεται τώρα; Εν τω μεταξύ ο δούλος πωλούμενος… κι αυτός ακόμη θα επωλείτο ο δούλος για να εισπράξει το αφεντικό το χρέος που του όφειλε. Τι σήμαινε; Ότι θα υφίστατο αλλοτρίωσιν. Θα αλλοτριώνετο από τον κύριόν του. Τι θα πει αυτό; Αυτή η αλλοτρίωσις είναι η αιωνία κόλασις. Σε πουλάει το αφεντικό. Σε διώχνει ο Θεός. Όταν σε διώχνει ο Θεός, πού θα πας; Πού αλλού; Δεν υπάρχει πουθενά αλλού, παρά η κόλασις. Αυτή η αλλοτρίωσις.

     Ο δούλος είδε ότι δεν υπάρχει σωτηρία. «Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος -Και τον παρακαλούσε, Μακροθύμησε- λέει-σε μένα». Έπεσε, γονάτισε κάτω. Και το αφεντικό: «Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος». Τι ωραίες εικόνες! Είναι μία απλή πράξη αιτήσεως μακροθυμίας· που είπε ο δούλος: «Μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ». Και αυτό όλο επέφερε την αλλαγή, την εξόφληση του χρέους. «Λυπήσου με». «Στα χαρίζω». «Λυπήσου με». «Στα χαρίζω!». Αυτό δείχνει περίτρανα ότι η μετάνοια και η αίτησις συγχωρήσεως, αγαπητοί μου, μας απαλλάσσει από την αιώνια καταδίκη.

      Αλλά ας προσέξομε και κάτι ερμηνευτικό. Όταν ο Κύριος λέγει «ἐκέλευσεν πραθῆναι», διέταξε να πουληθεί, αυτό εκφράζει το πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης. Διότι «πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Παρέβης; Θα τιμωρηθείς. Αντίθετα το «σπλαχνισθείς» εκφράζει το πνεύμα της Καινής Διαθήκης.     Αυτά βέβαια ως προς τις σχέσεις ανθρώπου-Θεού. Μένουν όμως και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

      Και σημειώνει η παραβολή: «Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος». Μόλις βγήκε από τον χώρο, το γραφείο του αφεντικού, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια βρίσκει έναν σύνδουλό του. «Α, έλα εδώ, έλα εδώ. Μου χρωστάς 100 δηνάρια». Εκατό δηνάρια… δύο λίρες. «Έλα δω. Ξόφλησέ μου το χρέος που μου οφείλεις». Εκεί βάζει τη λέξη: «Ἒπνιγεν αὐτὸν». Αυτό που λέμε στη γλώσσα μας: «Με έπνιξε ο δανειστής μου». Αυτό είναι κυριολεξία. Δεν είναι μεταφορικό. Διότι ο δανειστής έβαλε τον αντίχειρα, το μεγάλο δάχτυλο, εδώ στο καρύδι του χρεοφειλέτου και το ζουλούσε το δάχτυλό του και κυριολεκτικά τον έπνιγε. «Δώσ’ μου αυτά που μου χρωστάς». «Ἒπνιγεν αὐτὸν».  «Σε παρακαλώ», του λέει, «μακροθύμησε σε μένα, θα σου τα πληρώσω». Τι είναι 100 δηνάρια; Δύο λίρες. Ε, εύκολο είναι. «Όχι· τώρα!». Και τον έβαλε στη φυλακή. Είδαν τη συμπεριφορά αυτή οι άλλοι σύνδουλοι, τρόμαξαν και πήγαν και διασάφησαν εις τον κύριόν των αυτά που είδαν και άκουσαν. Τότε βέβαια ο κύριος εκάλεσε τον δούλον και του λέει: «Δούλε αχρείε και πονηρέ, εγώ σου χάρισα τόσο υπέρογκο ποσόν, εσύ δεν μπορούσες να μακροθυμήσεις εις τον σύνδουλόν σου;». Εδώ όμως δείχνει την πελώρια διαφορά των όσων χρεωστούμε στον Θεό και των όσων μας χρωστούν οι άλλοι άνθρωποι σε μας. Εντούτοις, ενώ το ποσόν είναι μικρό… δηλαδή τι θα πει; Άνθρωπος και άνθρωπος. Μου δίνουν ένα σκαμπίλι… αυτό που σας είπα το παράδειγμα προηγουμένως. Το ίδιο είναι με το σκαμπίλι που θα δώσω στον Θεό και θα Τον προσβάλλω; Είναι μικρό πράγμα, είναι πολύ μικρό. Εντούτοις, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, για να μπορούμε να συγχωρήσουμε τους άλλους ανθρώπους για εκείνα τα οποία μας έχουν κάνει. Πολύ δε παραπάνω όταν μας ζητούν επίμονα τη συγνώμη.

    Το συμπέρασμα της παραβολής; Ω, το συμπέρασμα της παραβολής το εξάγει ο ίδιος ο Κύριος: «Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν -Έτσι θα σας κάνει και ο Πατέρας μου ο επουράνιος-, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν». «Εάν δεν αφήσετε», λέει, «τα αμαρτήματα των άλλων από την καρδιά σας, με την καρδιά σας».

      Αγαπητοί μου, ο Θεός απεκάλυψε το πνεύμα της βασιλείας Του. Αλλά οι άνθρωποι δεν συμμορφώνονται με αυτό. Και τίθεται το ερώτημα: Μας συμφέρει; Να μην συμμορφωθούμε; Δεν θα μπούμε στη Βασιλεία του Θεού. Μας συμφέρει; Κι αν υποτεθεί ακόμη ότι ο Θεός παρά ταύτα μας συγχωρούσε, κι αν δεν συγχωρούσαμε τους άλλους ανθρώπους, εμείς, θα είχαμε ειρήνη, ερωτώ, θα είχαμε ειρήνη στην ψυχή μας, και οι σχέσεις μας θα ήταν αγαθές με τον πλησίον μας; Όχι. Μας συμφέρει; Όχι. Μήπως δημιουργεί αυτοτιμωρία ένας που δεν συγχωρεί και αυτοβασανίζεται; Και αυτοτιμωρείται; Μας συμφέρει; Όχι. Έτσι λοιπόν, δεν μας συμφέρει. Διότι ούτε ο Θεός μας συγχωρεί, ούτε αγαθές σχέσεις μπορούμε να έχουμε, να αναπτύξουμε με τους άλλους ανθρώπους, αν δεν μάθουμε να ζητούμε τόσο τη συγχώρηση του Θεού, όσο και να δίδομε συγχώρηση εις τους άλλους ανθρώπους. Εμπρός λοιπόν, αγαπητοί μου, εμπρός λοιπόν, ας μάθομε να συγχωρούμε απεριόριστα. Και εύκολο είναι και μας συμφέρει.

             ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

    μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια:  Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_539.mp3


Παρασκευή, Αυγούστου 14, 2026

 

Ψηφιακὴ ταυτότητα ὑποχρέωση τῆς Εὐρώπης ἢ μία ἀκόμη κυβερνητικὴ ἐμμονή;

 
Συνέντευξη τῆς Μαρίας Μποζίνη μὲ τὸν Γεώργιο Ἀποστολάκη, πρώην ἀρεοπαγίτη καὶ ἱδρυτικὸ μέλος τῆς «Πανελλήνιας Κίνησης κατὰ τοῦ ψηφιακοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ - Ἔξοδος». 
Ἡ συζήτηση ἐπικεντρώνεται στὴν κριτικὴ ἀπέναντι στὶς ψηφιακὲς ταυτότητες καὶ τὸν προσωπικὸ ἀριθμό, μὲ τοὺς βασικοὺς ἄξονες νὰ εἶναι οἱ ἑξῆς: 
Ἀντίθεση στὴν ὑποχρεωτικότητα: Ὁ κ. Ἀποστολάκης ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ψηφιακὴ ταυτότητα πρέπει νὰ εἶναι αὐστηρὰ προαιρετική. Ἐκφράζει ἔντονη ἀνησυχία γιὰ τὸν «ψηφιακὸ ὁλοκληρωτισμό», ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ ὑποχρεωτικὴ ψηφιοποίηση ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια τῆς ἰδιωτικότητας καὶ στὸν κοινωνικὸ ἀποκλεισμὸ ὅσων δὲν ἐπιθυμοῦν ἢ δὲν μποροῦν νὰ χρησιμοποιήσουν τὶς νέες... τεχνολογίες [01:07], [05:04]. 
Προσωπικὰ Δεδομένα καὶ Ἔλεγχος: Τονίζει τοὺς κινδύνους τῆς ψηφιοποίησης, ὅπως τὴν «προφιλοποίηση» καὶ τὸν ἀλγοριθμικὸ ἐπηρεασμὸ τῶν ἐπιλογῶν καὶ τῆς βούλησης τῶν πολιτῶν [09:14], [10:36]. 

Διαβατήρια: Συζητοῦν γιὰ τὸ φαινόμενο τῶν οὐρῶν στὰ ἀστυνομικὰ τμήματα γιὰ τὴν ἔκδοση διαβατηρίων, μὲ τὸν κ. Ἀποστολάκη νὰ διευκρινίζει ὅτι τὸ διαβατήριο εἶναι ἕνα μέσο γιὰ συγκεκριμένη χρήση (ταξίδια στὸ ἐξωτερικὸ) καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἰσοδύναμο τῆς ψηφιακῆς ταυτότητας, ἂν καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ κόσμος τὸ ἀναζητᾶ ὡς λύση διευκόλυνσης [02:13], [03:01]. 

Σύγκριση μὲ ἄλλες χῶρες: Ἀναφέρονται σὲ παραδείγματα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, ὅπως τὸ Ἡνωμένο Βασίλειο καὶ τὴν Ἑλβετία, ὅπου οἱ πολῖτες κινητοποιήθηκαν γιὰ νὰ διασφαλίσουν την προαιρετικότητα ἢ τὴν ἀκύρωση σχετικῶν ψηφιακῶν μέτρων [07:29], [08:17]. 

Κάλεσμα γιὰ Δράση: Ὁ κ. Ἀποστολάκης καλεῖ τοὺς πολῖτες νὰ ἐνημερωθοῦν, νὰ συλλέγουν ὑπογραφὲς μέσῳ τῆς ἱστοσελίδας «ἔξοδος» (Eksodos.gr) καὶ νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ πάρουν ξεκάθαρη θέση ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς προαιρετικότητας [14:35], [18:44]. 

Τὸ βίντεο ἀντικατοπτρίζει τὴν ἀνησυχία μιᾶς μερίδας πολιτῶν γιὰ τὴν ψηφιοποίηση τῶν συναλλαγῶν μὲ τὸ κράτος καὶ τὶς πιθανὲς ἐπιπτώσεις στὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. 


 

Θεολογικό σχόλιο στην Κοίμηση και Μετάσταση της Θεοτόκου

«Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΝ ΜΝΗΜΕΙΩ ΤΙΘΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ ΠΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΝ Ο ΤΑΦΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ»

(Θεολογικό σχόλιο στην Κοίμηση και Μετάσταση της Θεοτόκου)

       ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

        Η μεγάλη θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αποτελεί έναν  ακόμη σημαντικό σταθμό ψυχικής ευωχίας και πλούσιου πνευματικού εφοδιασμού για μας τους πιστούς, χαρακτηρίζοντάς την και αποκαλώντας την ως το «Πάσχα του Καλοκαιριού» και την οποία εορτάζουμε ανάλογα με  την οφειλόμενη τιμή προς το ιερότατο πρόσωπο της Θεομήτορος. Και δικαίως, διότι, σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο της εορτής, «η δόξα (της είναι) ευπρεπής θεοφεγγέσιν εκλάμπουσα χάρις»

Και δεν εορτάζουμε μόνον εμείς, αλλά μαζί μας εορτάζουν, «εξουσίαι, θρόνοι, αρχαί, κυριότητες, δυνάμεις και τα Χερουβίμ και τα φικτά Σεραφείμ. Αγάλλονται γηγενείς, επί γης θεία σου δόξη κοσμούμενοι. Προσπίπτουσι βασιλείς συν αρχαγγέλοις, αγγέλοις …», ολόκληρη η δημιουργία, διότι δι’ Αυτής δεν απολυτρώθηκε μόνο ο άνθρωπος, αλλά ολόκληρη η δημιουργία, η οποία «συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ.8,22), με εμάς, λόγω της αμαρτίας!

      Εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε το θάνατό Της, την έξοδό Της από αυτόν τον κόσμο, τον οποίο αποκαλούμε κοίμηση. Με θεσπέσιους ύμνους, ύψιστης θεολογικής και ποιητικής αξίας, με υπέροχες μελωδίες  και εγκώμια, με χαρές και αγαλλίαση υμνούμε την έξοδό Της και την εις ουρανούς ανάβασή Της.  

      Είναι παράδοξη στ’ αλήθεια η συνήθεια να εορτάζουμε οι Χριστιανοί το θάνατο! Για τους οπαδούς των θρησκειών του κόσμου, για τους φιλοσόφους, τους αθέους και γενικά τους «κοσμικούς», αποτελεί μέγα σκάνδαλο και ακατανόητη «μωρία», να εορτάζουμε την επέτειο του θανάτου και όχι της γεννήσεως, αυτή η χριστιανική «ιδιοτροπία»! Εκείνοι εορτάζουν τη γέννηση, η οποία όμως προμηνύει τον εξάπαντος επερχόμενο θάνατο. Αντίθετα, στο τρομερό γεγονός του θανάτου εκφράζουν οδύνη και συνοδεύουν τους νεκρούς με οδυρμούς και κοπετούς στην «τελευταία τους κατοικία», η οποία είναι η παγερή γη, αφού «λέγουσι τινες εν υμίν ότι ανάστασις νεκρών ουκ εστιν» (Α΄Κορ.15,12).

      Για την ορθόδοξη  πίστη μας ο εν Χριστώ θάνατος δε λογίζεται ως θάνατος, αλλά ως γέννηση, η μάλλον  ως αναγέννηση στην όντως ζωή. Ως είσοδος στην ατέρμονη αιωνιότητα. Διότι ο Λυτρωτής μας Χριστός νίκησε το θάνατο με το δικό Του θάνατο και έκλεισε δια παντός τις αιώνιες και αδιαπέραστες πύλες του Άδη για τους πιστούς Του. Δια του Χριστού «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄ Κορ.15,26). Ο σαρκωμένος Θεός μας ήρθες στον κόσμο, όχι να κάμει καλλίτερους, ευσεβέστερους και ηθικότερους τους ανθρώπους ή να δημιουργήσει μια ανώτερη θρησκεία από τις υπάρχουσες, αλλά να απολυτρώσει το υποδουλωμένο στο διάβολο, πεσμένο στην αμαρτία και ξεστρατισμένο από την προδιαγεγραμμένη του πορεία το ανθρώπινο γένος. Να νικήσει το διάβολο, να άρει την αμαρτία από τον κόσμο και να καταργήσει το ολέθριο και καταστροφικό της αποτέλεσμά της, το θάνατο (Ρωμ.6,23). Να ενώσει ξανά τον άνθρωπο με το Θεό, δίνοντάς του τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί ο αρχέγονος προορισμός του: η κατά χάριν θέωσή του. Να γίνουμε «κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού» (Ρωμ.8,17).

     Η Υπεραγία Θεοτόκος αξιώθηκε να καταστεί το αγιότερο ανθρώπινο πρόσωπο, με το να γίνει η μητέρα του Θεού, η «Κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη εν γυναιξί» (Λουκ.1,28), η «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ». Η υλοποίηση του θείου σχεδίου της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους, δι’ Αυτής, έγινε πρόξενος ανατροπής των φυσικών νόμων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Ο αιώνιος εισήλθε στο χρόνο. Ο δημιουργός του παντός περιορίστηκε στο κτίσμα του. Ο συντηρητής των πάντων συντηρείται από το πλάσμα του. Ο γεννημένος «προ

Εωσφόρου» (Ψαλμ.109,3) εκ των πατρικών κόλπων, γεννήθηκε, ως άνθρωπος, από γυναίκα και μάλιστα παρθένο. Η Θεοτόκος, άνθρωπος κατά πάντα, υποκείμενη στη φθορά και στο θάνατο,  επιλέγεται για να κυοφορήσει, διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, το Θεό Λόγο, να κάνει το Θεό άνθρωπο, με σκοπό να γίνει ο άνθρωπος Θεός! Ο Θεός κατέστη Θεάνθρωπος, για να δώσει τη δυνατότητα τον άνθρωπο να γίνει μέτοχος της θεότητας, «ζώον θεούμενον». Στα πάναγνα και αγιασμένα σπλάχνα Της έγινε η μεγάλη συνάντηση και ένωση, Θεού και ανθρώπου. «Παρθενικής από γαστρός, τοις εν σκότει και σκιά σωματωθείς ανέτειλες ήλιος» ψάλλει ο υμνογράφος της εορτής. Αξιώθηκε να συντελεστεί στο πάναγνο σώμα Της η αποκατάσταση της φθαρμένης και τραυματισμένης από την αμαρτία ανθρωπίνης φύσεως. Στο ιερό Της σκήνωμα σκήνωσε ο Θεός. Μέσω Αυτής έλαβε ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, την οποία, εντός του παρθενικού της σώματος, την καθάρισε, την αγίασε, την θέωσε και την έκανε και δική Του φύση. Αυτή είναι η πεμπτουσία της υπέρτατης συμβολής της Θεομήτορος στο έργο της σωτηρίας του κόσμου. Γι’ αυτό αξιώθηκε να είναι ξεχωριστή από όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα. Να καταστεί Παναγία (σε σύγκριση με την ανθρώπινη αγιότητα) και να απολαμβάνει τέτοιων τιμών, «ως θυγατέρα θεόπαιδα και παρθένος».

     Η Παναγία μας και μετά τη συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας δεν φάνηκε κάτι το συνταρακτικό και υπερφυσικό στο ιερότατο πρόσωπό Της και στη ζωή Της. Έζησε με ταπείνωση, σχεδόν στην αφάνεια. Ελάχιστες φορές αναφέρεται στα Ιερά Ευαγγέλια και πολύ λίγα στοιχεία καταγράφηκαν από τον επίγειο βίο Της. Τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή Της τα αντλούμε από την  άγραφη παράδοση. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Η πρωταγωνίστρια, από ανθρωπίνης πλευράς, του έργο της σωτηρίας, αφού πραγματοποίησε σε αυτό τη δική Της συμβολή, παραχώρησε τη θέση Της στον Υιό Της, στο σαρκωμένο Λόγο να φανεί η δόξα Του και να καταλάβει ο κόσμος ότι δεν υπάρχει «εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12). Ας μη λησμονούμε ότι στα ταραγμένα εκείνα χρόνια μεσουρανούσαν στο θρησκευτικό στερέωμα μια πλειάδα «θεαινών» του παγανισμού, στις οποίες είχε εναποθέσει ο ειδωλολατρικός κόσμος τη ελπίδα της σωτηρίας του και θα ήταν εύκολο να προστεθεί άλλη μία στο πάνθεο των ψεύτικων σωτήρων.

     Αν και αξιώθηκε τέτοιων ακατανόητων τιμών, διήγε τον επίγειο βίο Της με ταπείνωση, αθόρυβα, ως μια ευσεβής γυναίκα. Οι υπέρτατες χάρες Της έμειναν μυστικές. Κανένας δε γνώριζε τους ωκεανούς των θείων ευλογιών στο τίμιο πρόσωπό Της. Έζησε απλά και άσημα, επισκιασμένη μυστικά από τη χάρη του Θεού και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Δε ζήτησε πρωτοκαθεδρίες και τιμές. Τα μητρικά Της ένστικτα είχαν δευτερεύουσα σημασία, δίνοντας προτεραιότητα στο σεβασμό προς στη Θεότητα του Υιού Της. Έβλεπε με δέος το πρόσωπο Του, άκουγε με ευσέβεια και ζήλο τα θεία διδάγματά Του και παρατηρούσε με θαυμασμό τα έργα Του. Ο ιερός Ευαγγελιστής μας πληροφορεί ότι «διατήρει παντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ.2,51).  Αυτές οι χάρες και οι ευλογίες έγιναν γνωστές μετά την έξοδό Της από τον κόσμο αυτόν, με την πάνσεπτη Κοίμησή Της  και την θαυμαστή εις ουρανούς Μετάστασή Της. Τότε αναδείχτηκε ως «πεποικιλμένη τη θεία δόξη». Άλλωστε  οι χάρες της Παναγίας μας γίνονται αντιληπτές μόνο μέσα στην Εκκλησία, όπου λειτουργεί το μυστήριο της σωτηρίας. Γι’ αυτό και τιμάται μέσα στην Εκκλησία, από τους συνειδητούς πιστούς, ενώ έξω από αυτή προσβάλλεται και καταφρονείται! 

      Ως άνθρωπος λοιπόν η Θεοτόκος έπρεπε να ακολουθήσει τη λοιπή ανθρωπότητα στο θάνατο, καθ’ ότι ουδείς άνθρωπος δύναται να τον αποφύγει. Το γεγονός της πτώσεως οδήγησε αναπόφευκτα σε αυτόν τον οδυνηρό τρόπο εξόδου από τη γήινη ζωή (Γεν.2,17). Ακόμη και ο Χριστός, (και) ως άνθρωπος, ακολούθησε αυτόν τον αιώνιο και αδυσώπητο νόμο. Αλλά, όπως προαναφέραμε, μετά το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος δεν έχει την ίδια σημασία με πριν. Δεν είναι πια το οδυνηρό τέλος της επίγειας ζωής και η είσοδος στο σκοτεινό βασίλειο του Άδου, αλλά ένα συμβάν, χωρίς οντολογικές συνέπειες στον άνθρωπο. Ένα πέρασμα από την φθαρτότητα και παροδικότητα στην αφθαρσία και την αιωνιότητα.

       Αν ο θάνατος έχει νικηθεί και δεν έχει πια οντολογικές συνέπειες στον κάθε απλό πιστό, πόσο μάλλον δεν είχε συνέπειες για την Θεομήτορα! Σύμφωνα με την διδασκαλία και πίστη της Εκκλησίας μας, το πανάχραντο σώμα Της, το οποίο έγινε ο θρόνος της Θεότητας και έθρεψε τον τροφέα της κτίσεως, δεν έπρεπε να υποστεί τη φυσική φθορά στον υγρό και παγερό τάφο. Μετά την ταφή Της, ο Θεός ευδόκησε να γίνει η ανάστασή Της ευθείς αμέσως, πριν υποστεί φθορά το τίμιο σκεύος της. Δεν έπρεπε να περιμένει τη γενική ανάσταση, αλλά εκείνη τη στιγμή, ενώθηκε η αγία ψυχή Της με το άχραντο σώμα Της και μετέστη στα ουράνια πνευματικά δώματα της θείας μεγαλοσύνης, για να πάρει τη θέση Της δίπλα στον Υιό Της και να δοξάζεται στους αιώνες των αιώνων. Ο Θεός «Μετέστησεν αυτήν προς τας εκείθεν μονάς», μετατρέποντας το θάνατο σε μνηστεία ζωής, στο ιερό πρόσωπό Της, «ζωήν προμνηστεύεται θάνατος»! Γι’ αυτό και η αγία μας Εκκλησία όρισε, μαζί με την σεπτή Της κοίμηση, να τιμάται και η εις ουρανούς μετάστασή Της.

     Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Θεοτόκου δίνει απάντηση στο ερώτημα του αποστόλου Παύλου: «πώς εγείρονται οι νεκροί; Ποίω δε σώματι έρχονται;» (Α΄Κορ.15,35). Έτσι ακριβώς θα γίνει και η δική μας ανάσταση, εφόσον είμαστε πιστοί του Χριστού, θα είναι ολόιδια με την Μετάσταση της Παναγίας μας, θα γίνει εν ριπή οφθαλμού, με τη δύναμη του Θεού και το σώμα της αναστάσεως, θα είναι το ίδιο σώμα της γήινης ζωής και όχι κάτι άλλο, όπως δοξάζουν διάφοροι αιρετικοί. Ανάσταση σημαίνει ανασήκωμα – στάσιμο – ζωοποίηση αυτού του συγκεκριμένου σώματος, που είναι πεσμένο, άπνου, νεκρό και όχι δημιουργία κάποιου άλλου όντως, με τη θύμησή μας, όπως κακόδοξα διδάσκουν οι οπαδοί της «Σκοπιάς». Η Θεοτόκος ανέστη – μετέστη με το δικό Της σώμα, αυτό που είχε πριν την κοίμησή Της, καθ’ ότι ο τάφος Της βρέθηκε, μετά τρεις ημέρες κενός, μαρτυρώντας αυτή τη μεγάλη αλήθεια. Όθεν πρέπει να έχουμε ακλόνητη την πεποίθηση ότι «ο εγείρας τον Χριστόν εκ νεκρών ζωοποιήσει και τα θνητάα σώματα ημών δια το ενοικούν αυτού Πνεύμα εν ημίν» (Ρωμ.8,11).

      Η κοίμηση και η μετάσταση της Θεοτόκου είναι η πραγμάτωση της επαγγελίας του Χριστού, για την αιώνια ζωή, που περιμένει τους πιστούς Του. Την αρχή έκανε ο Χριστός, ο Οποίος έγινε η «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α΄Κορ.15,20) και η επιβεβαίωση σημειώθηκε στο ιερότατο πρόσωπο της Θεοτόκου, η Οποία Τον ακολούθησε. Η σεπτή Της κοίμηση μας υπενθυμίζει μεν το νόμο του θανάτου, αλλά, μας βεβαιώνει, με την εις τους ουρανούς μετάστασή Της, την πίστη και για τη δική μας ανάσταση και μετάσταση, αφού «ζωαρχικήν δε πηγήν ειργάσατο την Θεοτόκον, φθοράν θανάτου και ζωήν βλυστάνουσαν τοις μέλπουσι».

     Αυτό γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε κατ’ αυτή τη μεγάλη θεομητορική εορτή, την «άφθορον νεκρωσιν» της Θεομήτορος. Η κοίμηση της Θεοτόκου και η εις ουρανούς μετάστασή Της είναι συνάμα για μας ο προάγγελος και της δικής μας αποκαταστάσεως. Ας μην ξεχνούμε πως η πίστη στην ανάσταση είναι το θεμέλιο της Εκκλησίας. Πίστη, δίχως την προσδοκία αναστάσεως, είναι μια τρομερή αυταπάτη, ένας εφιάλτης, διότι «εβρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού, ότι ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται» (Α΄Κορ.15,15). Για όλα αυτά χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε στην επέτειο του θανάτου των αγίων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι νίκησαν τον κόσμο και μετέβαλλαν

το θάνατο σε ζωή. Στην εκκλησιαστική γλώσσα αποκαλούμε την επέτειο του θανάτου των αγίων, ως τη γενέθλια ημέρα τους. Ο θάνατος είναι πραγματικός θάνατος, φρίκη και οδύνη ανείπωτη, για τους απίστους και αμετανόητους, για τους μη έχοντες ελπίδα αναστάσεως. Για όσους παραμένουν κλεισμένοι στα κάτεργα του εγωκεντρισμού τους και απεμπολούν τη χάρη της σωτηρίας, την οποία χαρίζει απλόχερα ο Χριστός μας.

      Ας συμμετάσχουμε λοιπόν όλοι μας στο λαμπρό πανηγύρι του «Πάσχα του Καλοκαιριού» και ας αποδώσουμε στην Παναγία Μητέρα του Λυτρωτή μας Χριστού την οφειλόμενη τιμή. Σε Αυτή, που έγινε το αίτιο της σωτηρίας μας, η ενοποιός δύναμη με το Δημιουργός μας, η γέφυρα, μέσω της Οποίας περάσαμε από τη φθορά στην αφθαρσία, στην αποκατάσταση, στον αγιασμό και στην κατά χάριν θέωσή μας. Ας ανοίξουμε την καρδιά μας να εισέλθει η αισιοδοξία και η χαρά, η οποία απορρέει από την βεβαιότητα της εν Χριστώ απολυτρώσεώς μας, χάρις στη συμβολή της Παναγίας μας. Ας γεμίσουμε την ύπαρξή μας από τη σιγουριά ότι δεν είμαστε μόνοι στη ζωή μας, αλλά έχουμε στον ουρανό τον Μεγάλο Μεσίτη μας Ιησού Χριστό, «ο αποθανών, μάλλον και εγερθείς, ος και εστιν εν δεξιά του Θεού, ος και εντυγχάνει υπέρ ημών» (Ρωμ.8,35) και την Μεγάλη Πρέσβειρα Μητέρα Του, η Οποία δέεται αέναα για μας, ότι «μήτηρ γέγονεν του ποιητού των απάντων Χριστού του Θεού. Αυτόν ικετεύουσα υπέρ ημών». Έχοντας τέτοια ακλόνητα στηρίγματα στην πολυτάραχη ζωή μας, «υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς» Χριστού και της Παναγίας Μητέρας Του και ως εκ τούτου είμαστε (πρέπει να είμαστε) πεπεισμένοι ότι «ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε αρχαί, ούτε δυνάμεις, ούτε ενεστώτα, ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ.8,37-39) και της Παναγίας Μητρός Του. Ας σμίξουμε λοιπόν τους αίνους μας με τον ιερό υμνογράφο της εορτής και ας αναφωνήσουμε από τα βάθη της καρδιάς μας «αγλαοφανώς μακαρίζοντες»: «Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος ο παρέχων τω κόσμω, δια σου, το μέγα έλεος»!



 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Η Υπεραγία Θεοτόκος μέσα από τον 44ο Ψαλμό

 3333

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ 44ο ΨΑΛΜΟ»

                         [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-8-1988]                               

     Η εορτή μνήμης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αγαπητοί μου, μας δίδει την αφορμή να δούμε εγκατάσπαρτη μέσα στην Αγία Γραφή την παναγία μορφή της και το ουρανόμηκες μεγαλείο της.

      Ο 44ος Ψαλμός θα λέγαμε ότι είναι το θαυμάσιο εκείνο ποίημα, που αναφέρεται στον Μεσσία και την Κυρία Θεοτόκο. Στο πρώτο ήμισυ του ποιήματος εξυμνείται ο Υιός του Θεού, με όλα τα θεανθρώπινα γνωρίσματά Του και στο δεύτερο ήμισυ του ίδιου ποιήματος εξυμνείται η Εκκλησία, που η επιτομή της Εκκλησίας είναι η Παναγία Θεοτόκος. Με όλα εκείνα τα θαυμάσια γνωρίσματά της, σαν άμεσος κτίσις του Θεού.

     Ο Ψαλμός ο 44ος έχει ως εξής- θα σας διαβάσω μόνο το κείμενο: «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν, λέγω ἐγὼ τὰ ἔργα μου τῷ βασιλεῖ, ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου.  ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἐξεχύθη χάρις ἐν χείλεσί σου· διὰ τοῦτο εὐλόγησέ σε ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα. περίζωσαι τὴν ῥομφαίαν σου ἐπὶ τὸν μηρόν σου, δυνατέ, τῇ ὡραιότητί σου καὶ τῷ κάλλει σου καὶ ἔντεινον καὶ κατευοδοῦ καὶ βασίλευε ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πρᾳότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ ὁδηγήσει σε θαυμαστῶς ἡ δεξιά σου. τὰ βέλη σου ἠκονημένα, δυνατέ -λαοὶ ὑποκάτω σου πεσοῦνται- ἐν καρδίᾳ τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως. ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου.   ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου. σμύρνα καὶ στακτὴ καὶ κασσία ἀπὸ τῶν ἱματίων σου, ἀπὸ βάρεων ἐλεφαντίνων, ἐξ ὧν εὔφρανάν σε.

    θυγατέρας βασιλέων ἐν τῇ τιμῇ σου· παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου·καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου, ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου,  καὶ προσκυνήσεις αὐτῷ. καὶ θυγάτηρ Τύρου ἐν δώροις· τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ. πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι· ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει, ἀχθήσονται εἰς ναὸν βασιλέως. ἀντὶ τῶν πατέρων σου ἐγενήθησαν υἱοί σου· καταστήσεις αὐτοὺς ἄρχοντας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ· διὰ τοῦτο λαοὶ ἐξομολογήσονταί σοι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος».

     Ο ιερός συντάκτης, αγαπητοί μου, αυτού του θαυμασίου ψαλμού, σημειώνει στον συντομότατο πρόλογό του, που αποτελείται μόνο από έναν στίχο: «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν, λέγω ἐγὼ τὰ ἔργα μου τῷ βασιλεῖ, ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου». Δηλαδή «ξεχείλισε η καρδιά μου και αναπήδησε από αυτήν ποίημα υψηλό. Και τούτο μου το ποίημα το αφιερώνω στον βασιλέα Χριστό. Η γλώσσα μου καλάμι γραμματέως γρήγορο, θα καταγράψει τα συναισθήματά μου». Και όπως λέγουν οι Πατέρες, ότι αυτός ο γραμματεύς που γράφει οξύγραφα δεν είναι παρά το Πνεύμα το Άγιο, που κινεί γρήγορα στο χαρτί το χέρι του ιερού συντάκτου, ώστε να καταγράψει ό,τι θα καταγράψει. Και στο υψηλό και θεόπνευστο αυτό ποίημα, βρίσκουμε όλα τα χαρακτηριστικά του Χριστού. Και της Θεοτόκου. Στους πρώτους εννέα στίχους βρίσκουμε τα χαρακτηριστικά του Χριστού. Και στους υπόλοιπους στίχους, έως τον 18ο , βρίσκουμε τα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας και της Υπεραγίας Θεοτόκου.

    Για να δούμε πώς χαρακτηρίζεται, πάρα πολύ σύντομα γιατί δε θα ήταν δυνατό να τα αναλύσουμε αυτή τη στιγμή, το πρώτο μέρος, τα χαρακτηριστικά του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. «ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Όμορφος, πολύ όμορφος, πάνω από όλες τις ανθρώπινες ομορφιές, κατά την ανθρώπινη φύση, προσέξατέ το. Χάρις ξεχύνεται από τα χείλη Του. Θυμηθείτε τι είπαν κάποτε εκείνοι που πήγαν να Τον συλλάβουν, για λογαριασμό των Γραμματέων και των Φαρισαίων, ότι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος». «Ποτέ δε μίλησε έτσι άνθρωπος, σαν κι Αυτόν τον άνθρωπο». Έρρεε μέλι από τα χείλη του Χριστού. Επί της ανθρωπίνης φύσεώς Του, φέρει όλη την ευλογία του Πατρός. Ακόμη, εμφανίζεται δεινός πολεμιστής κατά των εχθρών Του, δαιμόνων και ανθρώπων. Και βασιλεύει, όπως λέγει, ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης, που εκφράζουν τον πνευματικό χαρακτήρα του πολέμου Του και της νίκης Του. Γίνεται παγκόσμιος πνευματικός κατακτητής. Κάτω, λέγει, από τα πόδια Του, θα βρεθούν όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί.

    «Ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου». Και αυτός είναι ο θρόνος Σου, ο Θεός, στον αιώνα του αιώνος. «Ο Θεός» είναι κλητική. «Ο θρόνος Σου, ω Θεέ»- δηλαδή Εσύ είσαι Θεός- «είναι στους αιώνες των αιώνων. Έχει ράβδο ευθύτητος και ράβδο βασιλείας». Εκφράζεται με τον θρόνο, το αιώνιο βασιλικό αξίωμα του Χριστού, και με τη ράβδο, το δικαστικό αξίωμα του Κριτού των πάντων. «ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν»: Με την ανθρώπινη Του φύση αγάπησε τη δικαιοσύνη και την αγιότητα και εμίσησε την ανομία. «Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου»: «Γι' αυτό», λέει στη συνέχεια ο ψαλμός, «Σε έχρισε, ω Θεέ, ο Θεός Σου- δηλαδή ο Θεός Πατήρ έχρισε Εσένα, ω Θεέ, που έγινες άνθρωπος, και Σε χρίει ως άνθρωπο, με το έλαιο της αγαλλιάσεως, πέρα και πάνω από όλους εκείνους,που στάθηκαν ποτέ χρηστοί Κυρίου, βασιλείς ή προφήτες».

     Ομολογουμένως βλέπουμε σε αυτό το πρώτο μέρος, που τόσο σύντομα σας το είπα, αυτό το θαυμαστό πρόσωπο. Είναι, αναγνωρίζετε, και πολύ περισσότερο θα Τον αναγνωρίζαμε εάν κάναμε μία εκτενή ανάλυση,  ότι είναι ο Ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Όπως θαυμάσια ο Απόστολος Παύλος, στο Α΄ κεφάλαιο, στίχος 9 στην ‘’προς Εβραίους’’ επιστολή του, κάνει χρήση αυτού του στίχου που λέγει: «ἔχρισέ σε, ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως» και τον στίχο αυτόν ο Απόστολος Παύλος θεοπνεύστως τον εφαρμόζει στο πρόσωπο το θεανθρώπινο του Ιησού Χριστού.

    Αλλά καιρός να δούμε και την εικόνα του μυστικού εκείνου βασιλέως Χριστού, να συμπληρώνεται με τους γάμους Του με τη μυστική εκείνην νύμφη, της οποίας τα κάλλη, οι ομορφιές, περιγράφονται στους υπόλοιπους στίχους του Ψαλμού. Είναι η Εκκλησία. Επειδή όμως, όπως σας είπα, το κορύφωμα των πιστών της Εκκλησίας είναι η Θεοτόκος, γι' αυτό και οι έπαινοι της Εκκλησίας, στην ολότητά τους εφαρμόζονται και όλως ιδιαίτερα μάλιστα στη Θεοτόκο.

    Μην ξεχνάμε εκείνη την οπτασία του αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννη στο 12ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως, που λέγει: «Καὶ σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ(:και φάνηκε μεγάλο θαύμα στον ουρανό), γυνὴ περιβεβλημένη τὸν ἥλιον(:γυναίκα, η οποία είναι ντυμένη τον ήλιο), καὶ ἡ σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτῆς(:η σελήνη -ως αλλοιουμένη, που αλλοιούται, είναι γνωστό, οπτικώς, σύμβολο του κόσμου τούτου- είναι κάτω από τα πόδια της), καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος ἀστέρων δώδεκα καὶ ἐν γαστρὶ ἔχουσα (:εγκυμονούσε· προσέξτε, εγκυμονούσε η γυναίκα αυτή)(αφήνω μερικά)…ἔτεκεν υἱὸν ἄῤῥενα (: εγέννησε άρρενα υιό-συνεπώς είναι η Θεοτόκος, η οποία γεννά τον άρρενα υιό, δηλαδή τον Ιησού Χριστό), ὃς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τὰ ἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ(:ο οποίος πρόκειται με σιδερένια ράβδο να ποιμάνει όλα τα έθνη)·αναμφισβήτητα είναι ο Ιησούς Χριστός, όπως τον σημειώνει και ο 2ος Ψαλμός του Δαβίδ, και επειδή ο διάβολος, ο δράκων, για τον οποίο θα μιλήσει παρακάτω ο ιερός Ευαγγελιστής, είναι έτοιμος να αρπάξει το παιδί, να το καταβροχθίσει, είναι η επιθυμία του να τον θανατώσει και τον θανατώνει επί του Σταυρού, αλλά ο Κύριος ανεστήθη· μέσα σε έναν στίχο, ο ιερός Ευαγγελιστής βάζει όλον τον ανθρώπινο βίο του Χριστού)· καὶ ἡρπάσθη τὸ τέκνον αὐτῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν θρόνον αὐτοῦ». Κλείνει με την Ανάληψή Του. Βλέπετε, μέσα σε μία φράση, όλος ο βίος του Χριστού.

      Ο Χριστός λοιπόν· η Θεοτόκος λοιπόν· η οποία έφερε τον Χριστό στον κόσμο. Σαφέστατα. Και λέγει στη συνέχεια: «καὶ ἡ γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον…». Πήγε η Θεοτόκος στην έρημο; Όχι. Ποιος πήγε στην έρημο; Η Εκκλησία. Να λοιπόν, βλέπει κανείς σαφέστατα, σαφέστατα να συμπλέκεται εδώ, σε αυτό το όραμα του Ευαγγελιστού Ιωάννου στην Αποκάλυψη, όπως ακριβώς συμπλέκεται και στον 44ο Ψαλμό, η Εκκλησία με το πρόσωπο της Θεοτόκου. Επί παραδείγματι, στον 44ο Ψαλμό άλλοτε μεν αναφέρεται ως «βασίλισσα και σύζυγος» και άλλοτε αναφέρεται «θυγάτηρ». Πώς είναι δυνατόν ποτέ να είναι το ίδιο πρόσωπο και σύζυγος και θυγάτηρ; Γιατί; Γιατί απλούστατα εδώ βλέπει κανείς αυτήν την εναλλαγή μεταξύ Εκκλησίας και Παναγίας, και θα επαναλάβω, η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η Επιτομή της Εκκλησίας.

    Συνεπώς, παν ό,τι «κατηγορείται», αναφέρεται, στην Εκκλησία, στην Θεοτόκο κατηγορείται. Δηλαδή «αναφέρεται». Και παν ό,τι κατηγορείται στον Χριστό, στην Θεοτόκο κατηγορείται. Ό,τι λέμε για την Εκκλησία, για την Παναγία μιλάμε. Ό,τι λέμε για τον Χριστό, για την Παναγία μιλάμε! Γιατί αυτό το θεωμένο σώμα του Χριστού, είναι το σώμα της Θεοτόκου,που είναι η Εκκλησία. Βλέπει κανείς με σαφήνεια αυτά τα πράγματα.

    Και ας έλθουμε να δούμε μία επιλογή στους στίχους, πολύ πολύ γρήγορη:

     «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου», λέγει ο 10ος στίχος. «Παραστάθηκε πλάι σου», λέγει, «η βασίλισσα στα δεξιά σου». Παρέστη. Η Θεοτόκος, ως γνωστό, ότι μετά την Κοίμηση, την Ανάστασή της και την Ανάληψή της στον ουρανό, παρέστη εκ δεξιών του βασιλέως Υιού της και Κυρίου της. Στάθηκε δεξιά Του. Ο Κύριος, λέγει, κάθισε στα δεξιά του Θεού Πατρός. Η Θεοτόκος παρέστη. Στάθηκε. Ποια η διαφορά; Ο Κύριος κάθισε ως ομοούσιος με τον Πατέρα. Η Θεοτόκος παρέστη, στάθηκε, σαν κτίσμα. Διότι η Θεοτόκος είναι κτίσμα. Είναι σάρκα από τη σάρκα μας. Αλλά εδώ βλέπει κανείς παρά ταύτα, να αποδίδεται στην Υπεραγία Θεοτόκο μία παμμεγίστη τιμή και μία παμμεγίστη δόξα, του ότι βρίσκεται στα δεξιά του Υιού της στον ουρανό, ο οποίος είναι στα δεξιά του Θεού Πατρός.  Γι' αυτό και λειτουργικά η Θεοτόκος πάντοτε είναι στα δεξιά του Υιού της· και στο άγιο δισκάριο, που τελούμε την προσκομιδή, βάζουμε στα δεξιά πάντα του Αμνού, τη μερίδα της Θεοτόκου. Είναι πάντα στα δεξιά, και μάλιστα εκεί, άμα λέμε, κάνουμε την προσκομιδή, λέμε τα ίδια λόγια που λέγει και ο 44ος Ψαλμός. Δηλαδή το «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου» κτλ.

      Τι σημαίνει «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»; Τι θα πει αυτό; Αυτός ο διάχρυσος ιματισμός, μας θυμίζει εκείνο που λέγει η Αποκάλυψη, ότι εκείνη η γυνή την οποία είδε ο Ιωάννης, ήταν περιβεβλημένη τον ήλιο, ήταν ντυμένη τον ήλιο. Τι θα πει εκεί, στην εικόνα εκείνη; Ως φως. Εδώ στην εικόνα του Ψαλμού ως χρυσάφι. Θέλει να δείξει τη θεωμένη πια Θεοτόκο, τόσο στην ψυχή, όσο και στο σώμα. Αυτός δε ο  ποικίλος ιματισμός, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, δεν είναι τι άλλο παρά πίστη- ελπίς-αγάπη. Είναι οι τρεις μεγάλες θεολογικές αρετές, τις οποίες κατείχε σε ύψιστο βαθμό η Υπεραγία Θεοτόκος. Και όλα αυτά, αγαπητοί μου, διότι η Μαρία είναι η «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», όπως λέγεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Είναι εκείνη που ευαρέστησε ελευθέρως στον Θεό και έγινε υπήκοος του Θεού, όπως υπήκοος του Θεού έγινε και ο Υιός της ο Ιησούς Χριστός. Γι' αυτό ακριβώς, επειδή στάθηκε η «εὐλογημένη  ἐν γυναιξί», έγινε και η βασίλισσα. Η βασίλισσα στα δεξιά του Υιού της. Και στάθηκε βασίλισσα, διότι έγινε Θεοτόκος! Και έγινε Θεοτόκος διότι στάθηκε πιστή και υπάκουη στον Θεό Πατέρα.

      Ο επόμενος στίχος, ο 11ος, λέγει: «ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου». Δηλαδή, «άκουσε, ω θυγατέρα, και πρόσεξε και κάνε έτσι το αυτί σου να ακούσεις»! Περίφημο. Λέγει ο Μέγας Βασίλειος ότι αυτό το «θύγατερ» ανήκει στον Δαβίδ· που συμβουλεύει μυστικά τη μακρινή του εκείνη απόγονο, δηλαδή τη Θεοτόκο Μαρία, τη μακρινή του εκείνη θυγατέρα- απέχει δε χίλια χρόνια- όταν της λέγει ότι «εσύ είσαι θυγατέρα μου, διότι είσαι εκ του σπέρματός μου». Λοιπόν, πρόσεξε, να έχεις γυμνασμένο τον νου σου προς θεωρίαν! Εκείνο το «ἴδε», κοίταξε, θα πει «να έχεις θεωρία»· ώστε όταν έχεις αυτήν την πνευματική θεωρία να μπορέσεις να αποδεχτείς την πρόταση που θα σου κάνει ο αρχάγγελος Γαβριήλ, για το μεγάλο εκείνο θέμα, που εμένα ο Θεός μού ορκίστηκε ότι θα μου το δώσει. Ότι θα έρθει ο Μεσσίας.

     Ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος γράφει ότι εκείνο το «ἄκουσον» αναφέρεται πάλι στη Θεοτόκο και πάλι μυστικά συμβουλεύει ο Δαβίδ τη μακρινή του απόγονο να υπακούσει στο θέλημα του Πατρός, για να γίνει η μητέρα του Θεού Λόγου, κατά το ανθρώπινον. Ως να λέγει ο Δαβίδ στη Θεοτόκο τη Μαρία: «Πρόσεξε, παιδί μου, πρόσεξε, να ζεις τη θεωρία του Θεού και να είσαι υπάκουος στον Θεό, διότι αλίμονό μου, αλίμονό μας· αν δεν ακούσεις, δε θα έρθει ο Μεσσίας στον κόσμο». Όλη η υφήλιος, όλη η ιστορία, και ο Αδάμ και η Εύα, όλοι οι απόγονοί του κρεμάστηκαν από τη Μαρία! Αν έπρεπε να το βλέπαμε αυτό κατά έναν οπτικό τρόπο, θα βλέπαμε τούτο: ότι η ανθρωπότητα ολόκληρη είχε πιασμένη την αναπνοή της σε ένα πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο θα σταθεί σωστό;

    Εμείς δε σταθήκαμε σωστοί. Ούτε ο Αδάμ, ούτε η Εύα, ούτε ο Δαβίδ, κανείς. Κανείς! Ποιο θα είναι το πρόσωπο εκείνο που θα σταθεί σωστό, απόλυτα σωστό, που να φέρει τον Μεσσία στον κόσμο; Γι' αυτό λοιπόν, βλέπουμε μία αγωνιώδη φροντίδα του Δαβίδ, μα και ολοκλήρου της ανθρωπότητας, γύρω από το θέμα αυτό. «ἴδε, θύγατερ, ἄκουσον, θύγατερ», «πρόσεξε, από εσένα εξαρτιόμαστε».

      Η Θεοτόκος, αγαπητοί μου, ω η Θεοτόκος…, είχε αναβάσεις θεωρίας. Γιατί; Πού το ξέρουμε αυτό; Το σύμβολο της Κλίμακος του Ιακώβ, στην οπτασία του , που την είδε την κλίμακα αυτή από τη γη στον ουρανό, είναι η Θεοτόκος. Σημαίνει λοιπόν ότι η Θεοτόκος είχε αναβάσεις. Και στήθηκε αυτή η κλίμακα στη γη και ανήλθε στον ουρανό, για να κατέβει αυτή η θυγατέρα περί της οποίας ο λόγος και οι συμβουλές, για να κατέλθει ο Θεός Λόγος.

    Αλλά και υπάκουσε στον ουράνιο Πατέρα όταν είπε: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

    «Καὶ ἐπιθυμήσει», λέγει ο 12ος στίχος, ο επόμενος, «ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου, ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου». «Της ομορφιάς σου θα επιθυμήσει ο Κύριος, γιατί αυτός είναι ο Κύριός σου». Αυτό το κάλλος της Θεοτόκου, αγαπητοί μου, είναι το «Χαῖρε Κεχαριτωμένη» του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Είναι η όλη εσωτερική ομορφιά της καρδιάς, που τη βλέπει μόνο ο Θεός. Εκείνο δε το «ἐπιθυμήσει», δείχνει πάλι εκείνο που λέγει ο αρχάγγελος στη Θεοτόκο: «εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ». «Βρήκες χάρη από τον Θεό». Δηλαδή σε επιθύμησε. Έχει όμως αυτό το «ἐπιθυμήσει», έχει ένα βάθος, αγαπητοί, που εκφράζεται σαν δύναμη αγάπης στο «Άσμα Ασμάτων». Είναι ο Θεός αγάπη και ανταποκρίνεται σε ό,τι στέκεται προς Αυτόν σαν αγάπη. Πάντως αυτή η επιθυμία του Θεού προς την κτίση αναφέρεται ωραιότατα στο 8ο κεφάλαιο των Παροιμιών. Χρόνος δεν υπάρχει για ανάπτυξη. Είναι απροσμέτρητη, είναι ακατανόητη, είναι μυστική.

   «ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου»: Λέγει ο Μέγας Αθανάσιος ότι αυτό αντιστοιχεί με το «χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». «Ο Κύριος είναι μαζί σου». Και το «ὁ Κύριος μετὰ σοῦ» δεν έχει μόνο τη διάσταση της ευλογίας προς τη Μαρία, αλλά και την προσέγγιση. Την οντολογική προσέγγιση. Μία προσέγγιση ακατανόητη, όταν Αυτός ο Κύριος, αυτός ο Γιαχβέ, ο Κύριος του Ισραήλ, ο Θεός Λόγος έρχεται να ενοικήσει στα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι η Θεοτόκος είναι το μόνο κτίσμα που μπορεί να λέγει στον Θεό: «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Υἱός μου».

     «Καὶ προσκυνήσεις αὐτῷ». Ναι, και η Θεοτόκος, μαζί με τους Αποστόλους, Τον προσκυνούν κατά την Ανάληψη. Οι Πατέρες όλοι υποστηρίζουν ότι ο αναστάς Κύριος πρώτα ενεφανίσθη στη μητέρα Του τη Θεοτόκο, η οποία βεβαίως και Τον προσεκύνησε. Αλλά και στον ουρανό, όταν αναστήθηκε και ανήλθε, προσεκύνησε τον Υιό της και τον Κύριό της.

    «Τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ», λέει ο 13ος στίχος. Ποιοι είναι αυτοί οι πλούσιοι; Είναι οι πιστοί όλης της γης, που έχουν τον πλούτο της πίστεως. «Αυτοί θα ζητήσουν ικετευτικώς, δια λιτανειών, του προσώπου σου την εύνοια και τις πρεσβείες σου», ως να λέγουν, στη Θεοτόκο. Ναι, το βλέπετε. Οι παρακλήσεις, οι ικετήριοι κανόνες προς τη Θεοτόκο, η πλουσιότατη υμνογραφία και υμνολογία, όλα αυτά μαρτυρούν. «Τί ἐστί λιτανεύσουσιν», λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ; Τιμήσουσι, δοξάσουσι, ἡ μεγάλη καί υψηλή νύμφη!».  Και η ίδια η Θεοτόκος είχε πει, αγαπητοί μου, και βλέπει κανείς την προφητεία με την πραγμάτωση, το γεγονός στην Ιστορία: «ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί».

     Και ο 14ος στίχος: «πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Όλος ο πλούτος, λέγει, είναι εσωτερικός. Είναι ο πλούτος της καρδιάς, είναι αυτό που την καθιστά Παν-αγία. «Κροσσοί» είναι οι πολυειδείς αρετές της, λέγουν οι Πατέρες, το πλήθος των αρετών. Μόνο η έσωθεν δόξα διαμένει και διασώζεται ενώπιον του Θεού. Η απέξω δόξα είναι σχήμα και περνά.

       «Ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι», λέγει ο 15ος στίχος. Θα οδηγηθούν στον βασιλέα Χριστό εκείνες οι ψυχές που ακολουθούν Εκείνην, την Θεοτόκο. Συνεπώς, η Θεοτόκος είναι αιώνιο υπόδειγμα προς μίμηση, ανδρών και γυναικών. Και όταν λέγει: «θα οδηγεί» σημαίνει είναι η Οδηγήτρια των ψυχών προς τον Χριστό. Έχουμε και τον τύπο τον εικονογραφικό της Οδηγητρίας, της Θεοτόκου.

     «Ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει»(16ος στίχος): είναι η όλη χαρά, που οι ψυχές βρήκαν τη Θεοτόκο, που τους οδηγεί στον Χριστό. Είναι οι ατέλειωτες εκείνες συνθέσεις και υμνολογίες, που διαρκώς προσφέρονται με ευγνωμοσύνη προς την Υπεραγία Θεοτόκο.

     Αγαπητοί μου, στην αποψινή μας αγρυπνία, που γίνεται προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, πραγματούται ο θεόπνευστος 44ος Ψαλμός. Εμείς τι θα είχαμε να πούμε, όταν αισθανόμαστε αυτήν την κραταιά της Σκέπη να μας φροντίζει, να μας παρηγορεί, να μας συντηρεί με το ουράνιο «μάννα» του Υιού της; Αισθανόμαστε την παρουσία της πολύ κοντά μας. Μας αγκαλιάζει με τη στοργή της και σαν μοναδική οδηγήτρια, μας οδηγεί στους αιώνιους λειμώνες του Υιού της. Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η υπέρ-ευλογημένη. Ας είναι συνεχώς, από κάθε ψυχή και κάθε στόμα η αληθώς υπερευλογημένη, και τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας. Αμήν.

              ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή  μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

   μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια:      Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/ueotokos/ueotokos_063.mp3



Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2026

 

Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο»!!!

εικόνα άρθρου: «Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο»!!!

Του Φώτη Κόντογλου

“Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο ήγουν με δάκρυα με πόνο και με ταπεινή αγάπη. Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο”


Ο μεγάλος καλλιτέχνης, πεζογράφος, αγιογράφος, μα πάνω απ’ όλα πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός και καλός Έλλην Πατριώτης, σκιαγραφεί με τον χαρακτηριστικό του τρόπο τον ελληνικό Δεκαπενταύγουστο:

Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο ήγουν με δάκρυα με πόνο και με ταπεινή αγάπη. Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο. Κι’ από τούτη την αιτία το έθνος μας στα σκληρά τα χρόνια βρίσκει παρηγοριά και στήριγμα στα αγιασμένα μυστήρια της ορθόδοξης θρησκείας μας, και παραπάνω από όλα στο Σταυρωμένο το Χριστό και στη χαροκαμένη μητέρα του, που πέρασε την καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σε άλλες χώρες τραγουδάνε την Παναγία με τραγούδια κοσμικά, σαν νάναι καμιά φιληνάδα τους, μα εμείς την υμνολογούμε με κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μα με συστολή, με αγάπη μα και με σέβας, σαν μητέρα μας μα και σαν μητέρα του Θεού μας. Ανοίγουμε την καρδιά μας να τη δει τι έχει μέσα και να μας συμπονέσει. Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις».

Η υμνωδία της εκκλησίας μας είναι ένας παράδεισος, ένα μυστικό περιβόλι που μοσκοβολά από λογής λογής μυρίπνοα άνθη, και τα πιο μυρουδικά, τα πιο εξαίσια, είναι αφιερωμένα στην Παναγία”.



 

Αγία Ευδοκία. Η φωτισμένη αυτοκράτειρα του Βυζαντίου

Αγία Ευδοκία η βασίλισσα: Από Αθηναία φιλόσοφος, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου  ( † 13 Αυγούστου) | Σημεία Καιρών

ΑΓΙΑ ΕΥΔΟΚΙΑ Η ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η εξουσία γενικά φθείρει και διαφθείρει. Χειρότερη απ’ όλες η απολυταρχική εξουσία και ιδιαίτερα η βασιλική, η οποία σε παλιότερες εποχές, ήταν εστία διαφθοράς και ηθικής καταπτώσεως. Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις. Στο χιλιόχρονο Βυζάντιο, την χριστιανική Ρωμανία, οι αυτοκρατορικοί οίκοι ανάδειξαν, πέρα από την όποια κατάπτωση και μια πληθώρα αγίων ανάκτων, ανδρών και γυναικών, οι οποίοι λαμπρύνουν το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησία μας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η αγία Ευδοκία, η αυτοκράτειρα και φιλόσοφος, η οποία προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο κράτος, την Εκκλησία και τον πολιτισμό.

      Γεννήθηκε το 401 στην Αθήνα και ήταν κόρη του ονομαστού φιλοσόφου και καθηγητή της ρητορικής, Λεοντίου. Το αρχικό όνομά της ήταν Αθηναΐς. Τόσο ο πατέρας της, όσο και η ίδια ήταν εθνική στο θρήσκευμα (ειδωλολάτρισσα). Ο πατέρας της φρόντισε να της δώσει αξιόλογη μόρφωση και παιδεία. Σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία. Ιδιαίτερα μελέτησε τον Όμηρο, τον Λυσία και τον Δημοσθένη. Σπούδασε επίσης αστρονομία και γεωμετρία. Κυρίως ασχολήθηκε με την νεοπλατωνική φιλοσοφία, η οποία μεσουρανούσε την εποχή εκείνη. Η ίδια ήταν στολισμένη με ευγένεια αισθημάτων και ψυχικό μεγαλείο. Επίσης διέθετε σπάνια σωματική ομορφιά.

      Όταν έγινε 20 ετών, πέθανε ο πατέρας της και τότε τα αδέλφια της προσπάθησαν να της αρπάξουν το μερίδιό της από την μεγάλη πατρική τους περιουσία. Φαίνεται πως δεν μπόρεσε να δικαιωθεί από τα αθηναϊκά δικαστήρια και γι’ αυτό κατέφυγε στη Βασιλεύουσα, περί το 420 ή το 421. Ζήτησε ακρόαση από την Αυγούστα Πουλχερία (μετέπειτα αγία της Εκκλησίας μας), η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο αδελφό της Θεοδόσιο Β΄ (408-450). Η καλοσυνάτη και ταπεινή βασίλισσα δέχτηκε την Αθηναΐδα και άκουσε το πρόβλημά της και της υποσχέθηκε λύση.

       Αλλά την εποχή εκείνη η Πουλχερία αναζητούσε την κατάλληλη σύζυγο για τον αδελφό της. Διείδε στο πρόσωπο της ωραιότατης, ευφυούς και καλλιεργημένης Αθηναΐδας την ιδανική σύζυγο για το Θεοδόσιο και μια ικανή βασίλισσα για το κράτος. Της πρότεινε και εκείνη δέχτηκε. Αλλά υπήρχε ένα σοβαρό εμπόδιο, έπρεπε να βαπτισθεί και να γίνει χριστιανή.

      Η Αθηναΐδα δέχτηκε, κατηχήθηκε και βαπτίστηκε, παίρνοντας το όνομα Ευδοκία. Το 421 έγινε ο γάμος της με το Θεοδόσιο και ένα χρόνο αργότερα, το 422 ονομάστηκε Αυγούστα, αφού γέννησε την πρώτη της κόρη, την Ευδοξία.

      Όπως είναι γνωστό από την ιστορία,  ο Θεοδόσιος είχε περιορισμένες διοικητικές ικανότητες και ασθενή χαρακτήρα. Έτσι, στην ουσία, την εξουσία είχαν στα χέρια τους οι δυναμικές γυναίκες, η αδελφή του Πουλχερία και η σύζυγός του Ευδοκία. Η μεν Πουλχερία είχε επωμισθεί με τα διοικητικά, η δε Ευδοξία με τα πνευματικά.

      Η Ευδοκία ήταν φορέας της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού. Σκέφτηκε λοιπόν να μεταλαμπαδεύσει τον ελληνικό πολιτισμό και τα γράμματα από την Αθήνα στην Κωνσταντινούπολη, το κέντρο του τότε κόσμου. Να αναδείξει την ελληνική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, της παιδείας και της δικαιοσύνης. Να ιδρύσει εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπου θα διδάσκονται οι επιστήμες και θα καλλιεργείται η φιλοσοφία και οι καλές τέχνες. Άλλωστε η ευφυής εκείνη γυναίκα έβλεπε πως η άλλοτε λαμπρά κοιτίδα του πολιτισμού και της παιδείας, η Αθήνα  παρήκμαζε ραγδαία και έπρεπε η πολιτισμική της κληρονομία να μεταφερθεί αλλού, στο κέντρο της απέραντης αυτοκρατορίας, στην  Βασιλεύουσα, όπου θα είχε, και όπως είχε, την αρωγή του κράτους.

     Έτσι στα 425 ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη το περίφημο Πανδιδακτήριο, όπου διδάσκονταν όλες οι επιστήμες της εποχής. Καθιερώθηκε η ελληνική γλώσσα, ως

γλώσσα διδασκαλίας και χωρίστηκε το πρόγραμμα σπουδών σε δεκαπέντε έδρες για την σπουδή της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας, δεκατρείς για την σπουδή της λατινικής γλώσσας και φιλολογίας και μια έδρα φιλοσοφίας. Είναι το πρώτο πανεπιστήμιο της ιστορίας στον κόσμο.

     Επίσης κατόρθωσε και παραμέρισε την λατινική γλώσσα και προώθησε την ελληνική στη δικαιοσύνη. Ακόμα προώθησε την ελληνική και στη διοίκηση. Στις μέρες της άρχισαν να καταγράφονται οι νομικές διατάξεις στα ελληνικά, όπως και οι πράξεις της διοίκησης.

      Η πρώην παγανίστρια Ευδοκία είδε τη μεγάλη αξία της χριστιανικής πίστεως, συγκρίνοντάς την με την παχυλή ειδωλολατρία, η οποία ακόμη είχε κάποιες αντιστάσεις, λίγο πριν την πλήρη κατάρρευσή της. Γι’ αυτό και υποστήριξε την Εκκλησία στο ιεραποστολικό της έργο. Η ίδια ζούσε με πίστη και ευλάβεια και δεν την άγγιξε η διαφθορά των παλατιανών.

      Το 437 πάντρεψε την κόρη της Ευδοξία με τον αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντιανό Γ΄ (419-455). Κατόπιν αποφάσισε να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να πάει στου Αγίους Τόπους να προσκυνήσει τα εκεί Ιερά Προσκυνήματα. Έμεινε δύο χρόνια, προσευχόμενη και κτίζοντας και ανακαινίζοντας σπουδαία έργα. Το 439, επιστρέφοντας, πέρασε από την Αντιόχεια, όπου εξέφρασε την περηφάνια της  για την ελληνική της καταγωγή. Μάλιστα έπεισε τον αυτοκράτορα να ανεγείρει διάφορα κοινωφελή έργα στη μεγάλη πόλη.

      Στα τέλη του 439 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Με δική της πρωτοβουλία ανέβηκε στο αξίωμα του υπάρχου ο έπαρχος Κύρος. Αυτό όμως δεν άρεσε στον αντίζηλό του ευνούχο Χρυσάφιο. Ο πανούργος αυτός άνθρωπος έπεισε και έστρεψε το Θεοδόσιο ενάντια στην Ευδοκία. Για να διαρρήξει τις σχέσεις της με το Θεοδόσιο, την συκοφάντησε ότι δήθεν διατηρούσε ερωτική σχέση με τον παλατιανό αξιωματούχο Παυλίνο. Δυστυχώς ο Θεοδόσιος πίστεψε τις συκοφαντίες, διέταξε τη θανάτωση του Παυλίνου και έριξε σε δυσμένεια την Ευδοκία. Επίσης στράφηκε εναντίον της και η Πουλχερία.    

       Μετά από αυτή την κατάσταση, κατάλαβε ότι η παραμονή της στην Βασιλεύουσα ήταν αδύνατη. Γι’ αυτό, το 443, αποφάσισε να φύγει και πάλι για τους Αγίους Τόπους. Παρέμεινε εκεί ως το θάνατό της. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, ούτε μετά το θάνατο του Θεοδοσίου (450). Επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και την πνευματική περισυλλογή. Ανήγειρε με δικά της χρήματα ναούς, Μονές και πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αφιερώθηκε στην ανάγνωση των Γραφών και των πατερικών κειμένων. Συναναστράφηκε με αγίους και ασκητές. Όμως, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, παρασύρθηκε προσωρινά από κάποιους μονοφυσιτικούς κύκλους. Αλλά με τη βοήθεια δύο επιφανών μοναχών, του Συμεών Στυλίτου και του Μεγάλου Ενθυμίου μεταστράφηκε  στην Ορθοδοξία. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 460.

     Η Ευδοκία συνέγραψε πολλά και αξιόλογα έργα, από τα οποία τα περισσότερα δυστυχώς δεν διασώθηκαν. Από τα σωζόμενα ξεχωρίζουν υπέροχοι στίχοι στη νίκη του Θεοδοσίου Β΄ εναντίον των Περσών, παράφραση της Οκτατεύχου και των προφητών Ζαχαρία και Δανιήλ, καθώς και τρία βιβλία του αγίου Κυπριανού Αντιοχείας (πρώην μάγου) σε έμμετρους ομηρικούς στίχους.   

     Η μνήμη της τιμάται στις 13 Αυγούστου.