Περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ – Σεβ. Ἀντινόης κ. Παντελεήμονος

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (9ον).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Εν Θεσσαλονίκη τη 14η Σεπτεμβρίου 2026
Μέρος ένατον.
Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων κληρικών, για τις οποίες έγινε λόγος στο προηγούμενο όγδοο μέρος, προχωρούμε στη συνέχεια με σχολιασμούς και κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων λαϊκών.
Κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων λαϊκών.
Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης σε βαρυσήμαντη επιστολή του προς τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμον και τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, επισημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο: «Στη λεγόμενη ‘Σύνοδο’ του Κολυμπαρίου της Κρήτης επιχειρήθηκε μια θεσμικού χαρακτήρα πνευματική έκπτωση από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην Κρήτη όχι μόνο δεν καταδικάσθηκε καμμία ετεροδοξία, (αίρεση), αλλά και επιχειρήθηκε μια φοβερή, θεσμικώς, έκπτωση από την συνοδικώς οριοθετημένη πίστη της Εκκλησίας, μια έκπτωση ουσιαστικά από τον ‘Όρο Πίστεως’ της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την έκπτωση από την δογματική διδασκαλία του Συμβόλου της Πίστεως, που αναφέρεται στην ταυτότητα της Εκκλησίας, καθ’ εαυτήν. Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε, ότι πιστεύουμε ‘εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’. Όμως, στη ‘Διάσκεψη’ της Κρήτης, δέκα Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, μεταξύ των οποίων και η Εκκλησία της Ελλάδος, αποδέχθηκαν αθεολόγητα την ‘Βαπτισματική Θεολογία’ και έμμεσα την ‘Θεωρία των Κλάδων’, αναγνωρίζοντας ως Εκκλησίες τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Μαρωνίτες, τους Νεστοριανούς, τους Μονοφυσίτες Αντιχαλκηδονίους, τους Μονοθελήτες, οι οποίοι καταδικάστηκαν για την χριστολογική τους αίρεση από σειρά Οικουμενικών Συνόδων, (από την Τρίτη έως και την Έκτη), αλλά και την πανσπερμία των Προτεσταντών, που αντιπροσωπεύονται στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των λεγομένων Εκκλησιών. Αποτελεί πνευματική παραφροσύνη και πνευματικό πραξικόπημα η πράξη της απόπειρας για Συνοδική απόφαση στο Κολυμπάρι προς αναγνώριση ως Εκκλησιών των καταδικασθέντων αιρετικών από Οικουμενικές Συνόδους. Αυτό, στην πράξη, είναι συγκρητισμός και Οικουμενισμός. Δεν κινήθηκε ο θυμός –το έλλογο νεύρο της ψυχής των ‘Συνοδικών’ Αρχιερέων προς τους νοητούς λύκους της Εκκλησίας. Απεναντίας, οι ‘λύκοι’ ονομάστηκαν ‘πρόβατα’ της μίας και μόνης λογικής ποίμνης, της Εκκλησίας. Εκ του αποτελέσματος συμπεραίνουμε, ότι στην Κρήτη δεν έγινε η αναμενόμενη από το ευλαβές πλήρωμα της Εκκλησίας ‘σύσκεψη’ των ‘Συνοδικών’ Αρχιερέων με το Άγιο Πνεύμα, ούτε και λειτούργησε η ‘σφενδόνη’ του Αγίου Πνεύματος για την εκ νέου καταδίκη των αιρετικών….
Με την ψήφιση του Στ΄ Κειμένου, που χαρακτηρίζεται για τις σκόπιμες ασάφειες και ιδιαίτερα για τις θεολογικές αντιφάσεις του, η ‘Αρχιερατική Διάσκεψη’ στην Κρήτη κατοχύρωσε θεσμικά τον Οικουμενισμό, εισάγοντας έτσι και προωθώντας την εκκλησιολογική σύγχυση στις συνειδήσεις των πιστών. Υπενθυμίζω συγκεκριμένα την παράγραφο 16, όπου σημειώνονται τα εξής: ‘Εν εκ των κυρίων οργάνων εν τη Ιστορία της Οικουμενικής κινήσεως είναι το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (ΠΣΕ). Παραλλήλως, υφίστανται και άλλοι διαχριστιανικοί οργανισμοί και περιφερειακά όργανα, ως η ‘Διάσκεψις των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών’ (ΚΕΚ), το ‘Συμβούλιον Εκκλησιών Μέσης Ανατολής’ (ΣΕΜΑ) και το ‘Παναφρικανικόν Συμβούλιον Εκκλησιών’. Ταύτα μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών τηρούν σημαντικήν αποστολήν δια την προώθησιν της ενότητος του χριστιανικού κόσμου’.
Την αποδοχή του όρου ‘Εκκλησία’, για τους ετεροδόξους και ιδιαίτερα για τους Προτεστάντες, συναντούμε κατά κόρον και στις παραγράφους 19 και 21, στο ίδιο Κείμενο. Η παραπάνω διατύπωση σημαίνει, ότι εμείς, ως Ορθόδοξη Εκκλησία, συμφωνούμε πως οι ετερόδοξοι αιρετικοί συμβάλλουν σημαντικά στην προώθηση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου! Από εδώ πιστοποιείται, ότι όσοι ψήφισαν και όσοι υπέγραψαν αυτό το Κείμενο, δεν συνειδητοποίησαν σίγουρα, ότι ‘ο Οικουμενισμός έχει πνεύμα πονηρίας και κυριαρχείται από ακάθαρτα πνεύματα’, κατά την χαρισματική εμπειρία του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη. Η θεμελιακή θέση του Οικουμενισμού είναι ο δογματικός πλουραλισμός. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, την δογματικά νομιμοποιημένη συνύπαρξη διαφορετικών δογματικώς πίστεων. Όποιος αμφισβητεί τον δογματικό αυτό πλουραλισμό, χαρακτηρίζεται φανατικός και φονταμενταλιστής. Παράλληλα, οι Οικουμενιστές δεν επιτρέπουν αξιολογικές κρίσεις για την ορθότητα, την ανωτερότητα, ή την κατωτερότητα των διαφόρων θρησκειών. Στον Οικουμενισμό όλοι χωρούν. Γιατί η ενότητα σ’ αυτόν δεν εμποδίζεται από την ποικιλία των διαφορετικών πίστεων, πράγμα που είναι εκκλησιολογικά απαράδεκτο από Ορθόδοξη άποψη.
Ως δογματολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχω την βαθύτατη πεποίθηση, ότι ο Οικουμενισμός είναι η μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση, αλλά και η επικινδυνότερη πολυαίρεση, που εμφανίστηκε ποτέ στην Ιστορία της Εκκλησίας. Και τούτο, γιατί ο Οικουμενισμός, εξ’ αιτίας του συγκρητιστικού χαρακτήρα του, συνιστά την πιο δόλια αμφισβήτηση της πίστεως της Εκκλησίας, αλλά και την πιο σοβαρή νόθευσή της. Αμβλύνει σε απαράδεκτο βαθμό την δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και δημιουργεί σύγχυση γύρω από την ταυτότητα της Πίστεώς μας. Κενώνει πονηρά την ακεραιότητα της σώζουσας Πίστεως της Εκκλησίας –πράγμα που έχει ολέθριες σωτηριολογικές συνέπειες- με το να θεωρεί όλες τις θρησκευτικές πίστεις νόμιμες σωτηριολογικώς, όταν υποστηρίζει, ότι όλες οι ετερόδοξες και ετερόθρησκες πίστεις είναι οδοί, που οδηγούν στην ίδια σωτηρία.
Αλλά, με όσα αντιφατικά, ως προς την Εκκλησιολογία, γράφονται στο Στ΄ Κείμενο, δίνεται η εντύπωση, ότι οι ετερόδοξοι χριστιανοί εμπαίζονται, αφού στην αρχή κατονομάζονται ως ‘ετερόδοξες εκκλησίες’, δηλαδή αιρετικοί, και στη συνέχεια ονομάζονται Εκκλησίες. Δεν επιτρέπεται να υποτιμούμε τη νοημοσύνη τους. Καταλαβαίνουν καλώς, ότι δεν τους αγαπούμε αληθινά, γιατί δεν τους λέμε την αλήθεια καθαρά. Τους λέμε ψέματα, πως είναι Εκκλησίες. Και με τον τρόπο αυτό δεν τους βοηθούμε, γιατί δεν τους καλούμε σε μετάνοια και άρνηση των δογματικών πλανών τους, ώστε να ενταχθούν στην μόνη αληθινή Εκκλησία, την Ορθόδοξη».
Ο καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος σε δημοσίευμά του, στις 26 Αυγούστου 2016, με τίτλο: «Αξιολόγηση της λεγομένης ‘Αγίας και Μεγάλης, ή Πανορθόδοξης Συνόδου’ της Κρήτης» παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε ‘συνοδικώς’, δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που συμμετείχαν, την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Αυτή η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε ουσιαστικά από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δια στόματος της κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου, αξιωματούχου του ίδιου Υπουργείου και Ειδικής Συμβούλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο. Οι λόγοι για τους οποίους η λεγόμενη ‘Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος’ είναι Ψευδο-Σύνοδος είναι οι ακόλουθοι:
Η Ψευδο-Σύνοδος αυτοαναγορεύθηκε σε ανώτατη αυθεντία σε θέματα πίστης, πράγμα το οποίο συνιστά αίρεση, ενώ η ανώτατη αυθεντία σε σχέση με το απλανώς θεολογείν ανήκει μόνο στο Σώμα της Εκκλησίας, (δηλ. στις Συνόδους των Συνοδικών Αρχιερέων), εφόσον οι αποφάσεις τους σε θέματα πίστης εκ των υστέρων εγκρίνονται από τους λοιπούς Αρχιερείς και γίνονται δεκτές από τους λοιπούς κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαïκούς, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο.
Στις ‘συνοδικές’ αποφάσεις της η Ψευδο-Σύνοδος απαρνήθηκε την Ορθόδοξη μέθοδο επιστημονικής θεολογίας, και υιοθέτησε την αντιπατερική, ή μεταπατερική δαιμονική θεολογία, η οποία συνδυάζει την αλήθεια με το ψεύδος, ως μέθοδο δήθεν ‘Ορθόδοξης’ θεολογίας στα πλαίσια της Νέας Εποχής, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ διά στόματος της ανωτέρω αναφερόμενης κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου…
Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη ‘συνοδικώς’ μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’. Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως ‘Και εις το Πνεύμα το Άγιον…το εκ του Πατρός εκπορευόμενον’, ‘Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’ και ‘Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών’. Διότι: α) Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο ‘Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’, χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους… β) Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο ‘Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’. γ) Αναγνωρίζει το ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών’, τα κείμενά του και τους σκοπούς του…».
Ο κ. Λάμπρος Σκόντζος, θεολόγος-συγγραφέας, μέλος της Συνοδικής Επιτροπής επί των αιρέσεων, και συνεργάτης του Γραφείου αιρέσεων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς, σε δημοσίευμά του στις 29 Νοεμβρίου 2018 με τίτλο: «Γιατί η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης δεν είναι Αγία και Μεγάλη», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «…Είναι [η Σύνοδος της Κρήτης] όμως πραγματικά ‘Αγία’ και ‘Μεγάλη’; Είναι ‘Σύνοδος’, η οποία συνεχίζει με ακρίβεια την δισχιλιόχρονη συνοδική παράδοση της Εκκλησίας μας; Για την συντριπτική πλειοψηφία του συνειδητού εκκλησιαστικού σώματος, δυστυχώς, όχι! Τα στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι δεν υπήρξε ούτε άγια, ούτε μεγάλη, ούτε σύμφωνη με την συνοδική παράδοση της Εκκλησίας μας, είναι σαφέστατα και συνταρακτικά. Δεν είναι Άγια και Μεγάλη Σύνοδος διότι:
1ον Συγκλήθηκε για να εξυπηρετήσει πολιτικές και γαιοστρατηγικές σκοπιμότητες. Οι έχοντες στοιχειώδη γνώση των σύγχρονων παγκοσμίων πνευματικών ανακατατάξεων, των γεωπολιτικών, γαιοστρατηγικών και οικονομικών στοχεύσεων από σκιώδη διεθνή κέντρα, είναι εύκολο να καταλάβουν ότι η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης υπήρξε πιστός θεράπων αυτών.
2ον Δεν είναι η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης Άγια και Μεγάλη, διότι κύριος σκοπός της υπήρξε η ‘συνοδική’ κάλυψη – κατοχύρωση του Οικουμενισμού. Ο πραγματικός σκοπός της συγκλήσεως της ‘Συνόδου’ της Κρήτης δεν είναι άλλος, από την επισφράγιση και ‘συνοδική’ κατοχύρωση των οικουμενιστικών ανοιγμάτων της Ορθοδοξίας του 20ου αιώνα. …Είναι γνωστό πως τα τολμηρά, έως απαράδεκτα, οικουμενιστικά ανοίγματα των θιασωτών του Οικουμενισμού του 20ου αιώνα και των τελευταίων χρόνων, έτυχαν σκληρής κριτικής από ορθοδόξους και προκάλεσαν μεγάλες αναταράξεις και γι’ αυτό έπρεπε να αποστομωθούν. Να περιβληθούν οι επιλογές τους με ορθόδοξο μανδύα, να κατοχυρωθεί η λεγομένη ‘Οικουμενική Κίνηση’ συνοδικά, να αποστομωθούν οι επικριτές της από το κύρος μίας Πανορθοδόξου Συνόδου.
3ον Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης δεν είναι Άγια και Μεγάλη, διότι δεν κατέγνωσε καμιά αίρεση και ανεγνώρισε, εμμέσως, πλην σαφώς, εκκλησιαστική υπόσταση στις αιρετικές κοινότητες….
4ον Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης δεν υπήρξε Άγια και μεγάλη, διότι καταφρόνησε με τον πλέον προκλητικό τρόπο την συνοδική παράδοση της Εκκλησίας».
(Συνεχίζεται).
Δείτε σχετικά και:
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (8ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (7ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (6ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)
-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (1ον)
Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης:
Αν βγάλουμε τον Χριστό από τον Σταυρό, παύει να είναι
Χριστός που σώζει
«Θα έλθουν τα χρόνια της αθεΐας και της ομολογίας και
θα χρειασθή να ομολογήσουμε τον Χριστό ενώπιον ανθρώπων και τυράννων και με
μαρτύριο ακόμη»
Μέσα στον
Σταυρό του Χριστού έχουμε μία ανακεφαλαίωσι όλης της διδασκαλίας του
Ευαγγελίου. Σταυρώθηκε ο Χριστός και ο Σταυρός Τον ωδήγησε στην Ανάστασι.
Χριστός χωρίς Σταυρό δεν εννοείται.
Αν βγάλουμε
τον Χριστό από τον Σταυρό, παύει να είναι Χριστός, που σώζει. Κι αν βγάλουμε
από την ζωή του Χριστιανού την εσταυρωμένη ζωή, πλέον έχουμε εκκοσμικευμένο
Χριστιανισμό, αδύνατο να μας εξυψώση ηθικά και πνευματικά σε σφαίρες
πνευματικές και άγιες. Όποιος γνωρίση καλά αυτό το νόημα, αυτό το μήνυμα,
όποιος το πιστέψη και το ακολουθήση, γίνεται αληθινός, γνήσιος μαθητής και
δούλος του Χριστού. Ο Χριστός για μας είναι το υπόδειγμα το τέλειο, το οποίο
καλούμεθα να αντιγράφουμε και να μιμούμεθα.
Ο Σταυρός του
Κυρίου μας μας φανερώνει τρεις μεγάλες αλήθειες. Πρώτον ότι για να τακτοποιηθή,
για να αποσβέση, το πολύ βάρος της αμαρτίας μας χρειάσθηκε να κατέβη ένας Θεός
σωματικά στην γη, να γίνη άνθρωπος και να σταυρωθή. Χρειάσθηκε να χυθή το αίμα
του Χριστού επάνω στον Σταυρό, για να ξεπλυθή ο ρύπος της αμαρτίας. Κι έτσι
εμείς μπορέσαμε να βρούμε τον δρόμο, που οδηγεί στην λύτρωσι, στην σωτηρία,
στην αλήθεια και στο φως.
Δεύτερον
φανερώνει την άπειρη φιλανθρωπία, ευσπλαχνία και αγάπη του Θεού, που άφησε τους
ουρανούς και κατέβηκε στην γη, για να σωθούμε εμείς οι ένοχοι, οι αχάριστοι, οι
αγνώμονες άνθρωποι. Τρίτον φανερώνει την μεγάλη αξία της ψυχής μας, της εικόνος
του Θεού, την οποία εμείς είτε από άγνοια είτε από επιπολαιότητα, την
εγκαταλείπουμε γυμνή από ευσέβεια και αρετή, κατατραυματισμένη, ενώ το σώμα,
που θα το αφήσουμε εδώ, τόσα κάνουμε, τόσο το φροντίζουμε!
Η ψυχή είναι
το πάν, διότι από αυτήν ζη και το σώμα. Εμείς όμως δεν την προσέχουμε, δεν την
προσφέρουμε τροφή καθαρή και αληθινή και αρρωσταίνουμε ψυχικά από την αμαρτία,
δηλητηριάζουμε την ζωή μας, στερούμεθα την Χάρι του Θεού και μας βρίσκουν ένα
σωρό δεινά, τα οποία είναι επίτοκα της από του Θεού απομακρύνσεως.
Αν προσέξουμε
το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, ακούσαμε τους τρεις βασικούς όρους, που προϋποθέτουν
το να είναι κάποιος μαθητής του Χριστού. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν,
απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» (Λουκ. θ’,
23). Δυστυχώς πάρα πολλοί χριστιανοί δεν ξέρουν τίποτα για το Ευαγγέλιο· γι’
αυτό ακούνε μόνο τους αιρετικούς και τους χιλιαστάς. Κατά τα άλλα είναι
ορθόδοξοι· κι αν τους πης κάτι, σου προβάλλουν το: «Όστις θέλει…». Βλέπετε, ότι
κι ακόμη και για την πρότασι αυτή δεν ξέρουν την σημασία της σωστά και
ολοκληρωτικά.
Το «Όστις
θέλει…» ισχύει γι’ αυτούς, που σε μεγάλη ηλικία, προαιρετικά και εκούσια
ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό. Εμείς όμως, που κατά την βάπτισι μας είπαμε·
«Αποτάσσομαι τον σατανάν και συντάσσομαι τω Χριστώ», είμαστε συντεταγμένοι υπό
την σημαία του Σταυρού και πλέον καλούμεθα να σηκώνουμε καθ’ ημέραν τον Σταυρό
του Κυρίου. Και Σταυρός του Κυρίου είναι οι θλίψεις, που περνούμε με υπομονή,
για να ευαρεστήσουμε σ’ Αυτόν.
Η νηστεία μας
είναι ένας σταυρός, η προσευχή μας είναι ένα εξαγιαστικός σταυρός, η
καταπολέμησις των λογισμών είναι ένας σταυρός, η ελεημοσύνη μας είναι ένας
σταυρός. Με την βοήθεια όμως του Εσταυρωμένου γίνεται ελαφρύς ο σταυρός. Και
σιγά-σιγά γινόμεθα μεν κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού στην παρούσα ζωή,
αξιωνόμεθα δε να γίνουμε μέτοχοι και της Ουρανίου Του δόξης.
Το Ευαγγέλιο
όλη την Εβδομάδα έχει μπροστά μας τον Εσταυρωμένο, για να μας θυμίζη ότι
εσταυρωμένη πρέπει να είναι η ζωή του πιστού και ότι ο χριστιανός πρέπει να έχη
το θέλημα του Χριστού σαν δικό του θέλημα· και ότι δεν αρέσει στον Χριστό, να
μη το ασπάζεται, να μη το ακολουθή, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Εμείς
δυστυχώς αποβάλαμε τον Σταυρό του Χριστού από την ζωή μας και την κάναμε
εύκολη, με αποτέλεσμα να αποκτούμε άφθονα υλικά αγαθά, όχι όμως και την γαλήνη
της συνειδήσεως, εφ’ όσον υπάρχει η παράβασις του νόμου του Θεού και η ενοχή.
Ο Σταυρός του
Χριστού για μας τους χριστιανούς είναι και σύμβολο αγάπης, γιατί επάνω στον
Σταυρό μας έδειξε ο Χριστός την αγάπη, όταν προσευχήθηκε και είπε για τους
σταυρωτές Του: «Άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ, 34). Αυτός
είναι ο Χριστός των Ορθοδόξων Χριστιανών.
Ακόμη είναι
και σύμβολο θυσίας. Ενώ εμείς είμαστε εχθροί του Χριστού, Εκείνος τόσο πολύ
αγάπησε τον άνθρωπο, ώστε θυσιάσθηκε, έπαθε και σταυρώθηκε για μας, για να μη
πάθουμε εμείς, για να μας προσφερθή η λύτρωσις.
Είναι επίσης
σύμβολο νίκης και θριάμβου, όπλον αήττητον κατά των δαιμόνων, των λογισμών και
των παθών· αρκεί να χρησιμοποιείται σωστά, με πίστι, με ταπείνωσι, με αρετή.
Και τότε· «Φρίττει και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν» ο διάβολος
και οι δυνάμεις του.
Ο Τίμιος
Σταυρός ασφαλίζει όχι μόνο εμάς τους πιστούς, αλλά και τους αλλόπιστους, κατά
πρόνοιαν του Θεού. Κάποιος Εβραίος βρέθηκε σε ένα ειδωλείο κι έμεινε εκεί να
περάσει την νύκτα. Επειδή σκέφθηκε ότι στο χώρο αυτό κατοικούσαν τα δαιμόνια
και οι δαίμονες φοβούνται τον Σταυρό, σταύρωσε το προσκεφάλι του κι έπεσε να
κοιμηθή. Ήλθαν τα δαιμόνια και συζητούσαν μεταξύ τους τι κακά είχαν κάνει στον
κόσμο. Μόλις είδαν τον Εβραίο να κοιμάται, σκέφθηκαν να τον πειράξουν. Έρχονταν
κοντά να του κάνουν κακό, αλλά δεν μπορούσαν. Κι έλεγαν: «Είναι ακάθαρτο
κουφάρι, αλλά είναι σφραγισμένο!» Ο Εβραίος, που τους άκουσε, επειδή γνώρισε
την δύναμι του Σταυρού, έγινε χριστιανός πιστός και κατόπιν μοναχός! Πόσο
δύναμι έχει ο Τίμιος Σταυρός!
Στην Φιλανδία
έγινε το εξής στις ημέρες μας: Ένας καθηγητής της Ιστορίας έκανε μία διάλεξι
ενώπιον πολλών επισήμων. Πριν αρχίσει, έκαμε με ευκρινέστατο τρόπο το σημείον
του σταυρού. Όταν τελείωσε, ένας από τους ακροατάς του τον ερωτά:
– Από τύπο ή
από επίδειξι κάνατε τον σταυρό σας;
Κι αυτός απαντά:
– Εμείς οι ορθόδοξοι, όταν αρχίζουμε κάποια εργασία κι όταν είμαστε μαζί με
άλλους, κι όταν τρώμε, κι όταν πίνουμε, κι όταν ταξιδεύουμε, κι όταν πάμε να
κοιμηθούμε, σταυρώνουμε τα μέλη μας με το όργανο της λυτρώσεως, του αγιασμού
και της σωτηρίας μας, τον Τίμιο Σταυρό. Το κάνουμε από καθήκον, γιατί μ’ αυτό
ομολογούμε την πίστι μας και εκζητούμε το μέγα έλεος του Θεανθρώπου Χριστού.
Σας πληροφορώ ότι και στην Νέα Υόρκη και στην Μόσχα και σ’ αυτά τα Τίρανα, αν
έκανα διάλεξι, θα έκανα το σημείον του Σταυρού.
Κι εμείς
ντρεπόμαστε να κάνουμε τον σταυρό μας, όταν περνούμε από Εκκλησία ή στο τραπέζι
ή και με τον τρόπο, που τον κάνουμε, εμπαίζουμε τον Σταυρό. Με τον τρόπο αυτό
δείχνουμε πόσο ρηχή σχέσι έχουμε με τα σύμβολα της πίστεως μας.
Στην Χίο το
1821, όταν ο Τούρκος κυρίευσε το νησί –τα χρόνια μαύρα και δύσκολα- είκοσι
χιλιάδες κάτοικοι του νησιού, οι περισσότεροι νέοι, βρίσκονται στο λιμάνι για
σφαγή. Τους λένε:
– Πατήστε τον
Σταυρό και χαρίζεται η ζωή σας!
Και μ’ ένα στόμα όλοι μαζί φώναξαν:
– Ζήτω ο Σταυρός του Χριστού!
Έκαναν τον
Σταυρό τους και εσφάγησαν όλοι. Αυτή η είναι η πίστις των χριστιανών. Κι εμείς
δεν έχουμε τον ηρωϊσμό, μεταξύ των χριστιανών να πούμε, ποιοι είμαστε. Μπορεί
αυτά να θεωρούνται τύποι, αλλά φανερώνουν την ουσία, όταν γίνωνται με ευσέβεια
και με προσοχή.
Θα έλθουν τα
χρόνια της αθεΐας και της ομολογίας και θα χρειασθή να ομολογήσουμε τον Χριστό
ενώπιον ανθρώπων και τυράννων και με μαρτύριο ακόμη. Επειδή δεν έχουμε
προαίρεσι, μπορεί ο Θεός να μας δώση τη δύναμι της ομολογίας και για μια στιγμή
να γίνουμε μάρτυρες, να πάρουμε το στεφάνι και να εισέλθουμε στην Βασιλεία των
Ουρανών.
Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η τέχνη της σωτηρίας
(Ομιλίαι) – Τόμος Β’» – Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Έκδοσις Ιεράς Μονής
Φιλοθέου, Άγιον Όρος, 2015, σελ. 94-100

ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ: ΜΙΑ ΟΛΟΦΩΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η αληθινή σοφία, η οποία έχει κύρος και δεν καταπίπτει, είναι η κατά Θεόν σοφία. Αυτή είναι καρπός και δωρεά του Αγίου Πνεύματος σε ανθρώπους πιστούς και ταπεινούς στην καρδιά, δηλαδή τους αγίους. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή προσωπικότητα, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε με την προσωπικότητά του την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Γεννήθηκε στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου στα 1686, από πλούσιους, γονείς τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η αρετή. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δήμος και η μητέρα του Ασημίνα. Ούσα έγκυος η μητέρα του, κάποιος άγιος ασκητής της αποκάλυψε ότι τα παιδί που θα γεννούσε θα γινόταν σκεύος εκλογής του Θεού. Οι ευσεβείς γονείς του του μετέδωσαν την πίστη στο Θεό και του δίδαξαν την οδό της αρετής. Μάλιστα, έχοντας τα οικονομικά μέσα, τού έδωσαν σοβαρή μόρφωση. Τον έστειλαν στα καλλίτερα σχολεία και στους διασημότερους δασκάλους της περιοχής για να σπουδάσει. Και εκείνος, έχοντας ισχυρή θέληση για μάθηση και διαθέτοντας εξαιρετική οξύνοια, κατέστη ενωρίς μια σπάνια πνευματική προσωπικότητα. Σε ηλικία μόλις επτά ετών προξενούσε το θαυμασμό για την πολυμάθειά του και την κριτική του σκέψη. Απόφευγε τα παιχνίδια και καταγίνονταν με τη μελέτη. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις Άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων, τα οποία εντύπωνε στην ψυχή του. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε η δίψα του για μάθηση!
Όταν περάτωσε τις σπουδές του και έφτασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του ποθούσαν να τον δουν επιτυχημένο οικογενειάρχη, ο οποίος θα διαχειρίζονταν την μεγάλη περιουσία τους και θα ζούσε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Έτσι, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, χωρίς να τον ρωτήσουν, τον αρραβώνιασαν με μια σεμνή και πλούσια κοπέλα. Αλλά εκείνος είχε άλλα σχέδια για τη ζωή του. Σκόπευσε να αφιερωθεί στο Θεό και στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Όμως, επειδή δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους γονείς του, έκανε υπομονή και βασανιζόταν ψυχικά.
Αλλά ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τα εσώψυχα του κάθε ανθρώπου και προνοεί για την πορεία της ζωής του, έδωσε τη λύση. Δεκαέξι ημέρες πριν το γάμο του, πέθαναν ξαφνικά οι γονείς του. Τότε ο Ιερόθεος, μίλησε με την μνηστή του, της εξήγησε τη θέλησή του, ότι θέλει να διάγει τον άγαμο μοναχικό βίο, εκείνη τον κατάλαβε και έτσι διέλυσαν τον αρραβώνα τους.
Μετά από καιρό μετέβη στη Ζάκυνθο, όπου διέμεναν κάποιοι πλούσιοι συγγενείς του. Εκείνοι, τον συμβούλεψαν να πάει στην Ευρώπη να συνεχίσει τις σπουδές του. Όμως ο Ιερόθεος δεν ενθουσιάστηκε από την πρόταση. Είχε κατά νουν ένα άλλο μεγάλο και ασύγκριτα ανώτερο πνευματικό τόπο, το Άγιον Όρος, όπου, ταπεινοί μοναχοί και ασκητές, αποκτούσαν, με την προσευχή και την άσκηση, την κατά Θεόν σοφία, η οποία είναι ασύγκριτα ανώτερη από όλες τις σπουδές και τις σοφίες του κόσμου.
Πήρε λοιπόν την απόφαση να ανέβει στο «Περιβόλι της Παναγίας». Βρήκε κάποιον άγιο ερημίτη, με τον οποίο συγκατοίκησε και έγινε υποτακτικός του. Ένα νέο κεφάλαιο άνοιξε στη ζωή του. Αρχίζει αμέσως αγώνα προσωπικής καθάρσεως και περιβολής αρετών. Υπό την καθοδήγηση του αγίου ασκητή, πολεμά τη σάρκα και εξυψώνει το πνεύμα. Παράλληλα, ως φιλομαθής, διαβάζει με πάθος πνευματικά
συγγράμματα, συναξάρια αγίων και θεολογικές πραγματείες, τα οποία αφθονούσαν στο Άγιο Όρος. Μελετά τη ζωή των μοναχών, αλλά τον προβληματίζει η κατάπτωση κάποιων από αυτούς, γεμίζοντας την ψυχή του με λύπη και απογοήτευση. Γι’ αυτό σκέφτηκε να οδηγηθεί προς το μαρτύριο, τον οποίο θεωρούσε τον συντομότερο δρόμο της σωτηρίας. Άλλωστε βρισκόμαστε σε εποχή, που χιλιάδες Νεομάρτυρες έχυναν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό. Όμως ο πνευματικός του τον εμποδίζει, λέγοντάς του, πως το μαρτύριο έρχεται μόνο του, ως αναπάντεχο δώρο του Θεού. Του υπενθύμισε επίσης το λόγο του αποστόλου Παύλου περί «νομίμου αθλήσεως» (Β΄Τιμ.2,5).
Μετά από καιρό πήγε στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου εκάρη μοναχός και εντάχτηκε στην αδελφότητα. Όμως ο πόθος του μαρτυρίου δεν τον εγκατέλειπε, μάλλον γιγάντωνε στην ψυχή του. Η ευκαιρία, που ζητούσε του δόθηκε. Επελέγη, με αντιπροσωπία μοναχών της Μονής, υπό τον προεστώτα, να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη, για κάποια υπόθεση της Μονής. Πίστεψε ότι εκεί, στην καρδιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του ισλαμισμού, θα του δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσει το Χριστό και να μαρτυρήσει για χάρη Του. Αλλά εις μάτην, καμιά ευκαιρία δεν του δινόταν, ο Θεός είχε άλλο σχέδιο γι’ αυτόν.
Μετά από αυτό έφυγε για την Βλαχία. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Σόφιας Αυξέντιο και του δόθηκε η δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα από τον διάσημο κύπριο δάσκαλο Μάρκο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάχτηκε μαθήματα φιλοσοφίας από τον επίσης σπουδαίο αργείτη δάσκαλο Γιακουμή. Η δίψα του για μάθηση ήταν ακόρεστη. Για περαιτέρω ανώτερες σπουδές πήγε στη Βενετία, φτάνοντας στο απόγειο της κατά κόσμον γνώσεως. Είχε εγκολπωθεί όλη τη σοφία της εποχής του!
Αλλά, όμως ένοιωθε ένα μεγάλο κενό στην ψυχή του. Κατάλαβε πως η απόκτηση της κοσμικής γνώσεως μόνο υπεροψία και ματαιοδοξία μπορεί να δώσει στον άνθρωπο. Αντίθετα η ταπεινή προσέγγιση του Θεού και ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος μπορούν να ικανοποιήσουν την ψυχή μας. Γι’ αυτό πήρε την απόφαση να γυρίσει ξανά στη Μονή της μετανοίας του, την Ιβήρων, όπου έγινε ενθουσιωδώς ευπρόσδεκτος από την αδελφότητα.
Αρχίζει έναν έντονο πνευματικό αγώνα, με αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνίες, μετάνοιες, μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων πνευματικών βιβλίων, νηστεία και υπακοή. Ο Θεός τον επιβραβεύει. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Ιάκωβο. Ήταν ήδη τριάντα ετών. Εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους άλλους μοναχούς. Σύντομα διαπιστώνονται σημάδια αγιότητας σ’ αυτόν. Αξιώθηκε της ιαματικής χάριτος. Πολλοί ασθενείς, μοναχοί και κοσμικοί, λάβαιναν την ίαση και δόξαζαν έτσι το Θεό. Κι όχι μόνο αυτό. Η φήμη του ως άρτια πνευματική προσωπικότητα έφτασε μακριά και ένα πλήθος ανθρώπων έτρεχε να πάρει τις πολύτιμες και σωτήριες συμβουλές του.
Την εποχή εκείνη έπεσε θανατικό στο νησί της Σκοπέλου. Οι έντρομοι και απελπισμένοι κάτοικοι έμαθαν για τον άγιο ιερομόναχο στην Ιβήρων. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει. Τότε εκείνος, πλημμυρισμένος από αγάπη, μετέβη, με συνοδεία μοναχών, στο νησί και με τις ατέλειωτες προσευχές και δεήσεις τους απότρεψε το κακό! Έμεινε εκεί οκτώ χρόνια, συμβάλλοντας για την πνευματική καλλιέργεια των κατοίκων. Οι κουρασμένοι από την αμαρτία, τα βάσανα της ζωής και την τουρκική καταπίεση έβρισκαν ανακούφιση και παρηγοριά κοντά του. Πλήθος αμαρτωλών οδηγήθηκαν στη μετάνοια.
Ο ίδιος εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και ο Θεός τον επιβραβεύει με σπάνιες θεϊκές ελλάμψεις και αποκαλύψεις. Λαμβάνει το χάρισμα της προορατικότητας.
Προβλέπει τη δική του εκδημία. Για να ζήσει τις τελευταίες ημέρες της επιγείου ζωής του «ενώπιος ενωπίω» με το Θεό, με ησυχία και αδιατάρακτη προσευχή, πήρε μαζί του τον ενάρετο υποτακτικό του ιερομόναχο Μελέτιο, καθώς και τους μοναχούς Ιωσήφ και Συμεών και κατέφυγε σε ένα κοντινό ερημονήσι, τη Γιούρα. Εκεί διάγει τις τελευταίες ημέρες του με ησυχία, σιωπή και αδιάλειπτη προσευχή. Μετά από λίγο καιρό ασθένησε και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 59 ετών. Ήταν 13 Σεπτεμβρίου του έτους 1745. Οι μαθητές του ενταφίασαν το τίμιο σώμα του, το οποίο ευωδίαζε. Αργότερα, όταν έγινε η ανακομιδή του, μεταφέρθηκε στη Μονή των Ιβήρων η τιμία κάρα του, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.
Η μνήμη του τιμάται στις 13 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.
† ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΣΗΚΩΤΟΣ
«…δοκίμασε όλους τους σταυρούς χωρίς να βρει ούτε ένα
κατάλληλο γι’ αυτόν…»
Ένας φτωχός
και ταλαιπωρημένος άνθρωπος μετά από οδοιπορία πολλών ημερών έφτασε σε μια
πόλη. Εκεί βρήκε κάποια στέγη για να περάσει τη νύκτα του. Όπως ήταν κατάκοπος
από την κούραση κοιμήθηκε γρήγορα παραπονούμενος στο Θεό ότι του έδωκε πολύ
βαρύ σταυρό στη ζωή του. Στον ύπνο του είδε ένα περίεργο όνειρο. Είδε ότι
βρισκόταν σε μια μεγάλη αίθουσα. Γύρω γύρω στους τοίχους βρισκόντουσαν
πολλοί σταυροί. Μεγάλοι, μικροί, πέτρινοι, μαρμάρινοι, ξύλινοι,
μαλαματένιοι κλπ. Και τότε άκουσε μια μυστηριώδη φωνή να του λέγει:
«Άνθρωπέ μου,
αν νομίζεις ότι ο σταυρός που σηκώνεις ως τώρα είναι πολύ βαρύς για σένα, άφησέ
τον και διάλεξε όποιον θέλεις». Και ο ταξιδιώτης σηκώθηκε κι άρχισε να
δοκιμάζει τους σταυρούς. Ο πρώτος ήταν βαρύς, βαρύτατος. Ο δεύτερος ήταν
ασήκωτος. Ο τρίτος είχε αιχμηρές προεξοχές, που του τρυπούσαν το σώμα. Έτσι
δοκίμασε όλους τους σταυρούς χωρίς να βρει ούτε ένα κατάλληλο γι’ αυτόν. Σε μια
γωνιά όμως διέκρινε ένα πεταμένο σταυρό. Τον σηκώνει. Τον ζυγίζει στα χέρια
του, και γεμάτος χαρά λέγει: «Να αυτός είναι στα μέτρα μου! Αυτόν θα
πάρω». Τον κυτάζει καλά και τι νομίζετε ότι ανακάλυψε: Ήταν ο σταυρός του,
ο σταυρός που κρατούσε ως την ώρα που ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
Σχόλια:
«Πριν σου στείλει ο Θεός το Σταυρό που σηκώνεις,
τον κοίταξε με τα πάνσοφα μάτια Του
τον εξέτασε με τη Θεία λογική Του
τον έλεγξε με την απέραντη δικαιοσύνη Του
τον θέρμανε στην γεμάτη αγάπη καρδιά Του
τον ζύγισε καλά με τα στοργικά Του χέρια
μην τυχόν και πέσει βαρύτερος από την αντοχή σου
και αφού υπολόγισε το θάρρος και τη δύναμή σου
τον ευλόγησε και τον επίθεσε στους ώμους σου.
Μπορείς να τον σηκώσεις. Μη φοβάσαι!
Άνθρωπε κράτησέ τον και ανέβαινε
από τον Γολγοθά προς την Ανάσταση».
Ανθολογία
Ανεκδότων Τόμος Α΄
Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας
Έδεσσα, 1995

Η μονή της «Παναγίας Σκριπού» της Βοιωτίας, κοντά στον αρχαίο Ορχομενό, περιλαμβάνει το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο. Ένα ωραιότατο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι κοσμεί το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μονή. Πιθανότατα ο ναός σχεδιάσθηκε ως ταφικό μνημείο του χορηγού του, του Λέοντα, Πρωτοσπαθάριου της Ανακτορικής φρουράς του Βυζαντινού αυτοκράτορα (873/874 μ.Χ.).
Η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Μονή της «Παναγίας Σκριπούς» βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή – σημερινός Αθάμας – στον Ορχομενό της Βοιωτίας, απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της πόλης και την αρχαία Ακρόπολη του Ορχομενού. Στην ευρύτερη περιοχή ο περιηγητής Παυσανίας (9, 38, 1) μνημονεύει δύο ιερά των Χαρίτων και του Διονύσου, τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί, αλλά πρέπει κατά πάσαν πιθανότητα να βρίσκονταν στη θέση όπου το 874 χτίστηκε η Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Αυτό άλλωστε μαρτυρούν οι ανασκαφικές εργασίες που απεκάλυψαν εξωτερικά – στον περίβολο του ναού – ένα κτίσμα μυκηναϊκής περιόδου. Επίσης στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν την ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ψηφιδωτού.
Η Μονή της Παναγίας Σκριπούς είναι κτίσμα του 9ου αιώνα και από το αρχικό συνολικό συγκρότημα σήμερα σώζεται μόνον το Καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά και στους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, όπως άλλωστε αποδεικνύει το τρισυπόστατο Ιερό Βήμα. Πράγματι, τα δύο ανατολικά πλάγια κλίτη δεν λειτουργούν ως πρόθεση και διακονικό, αλλά σύμφωνα με τις επιγραφές ως παρεκκλήσια των Αγίων Πέτρου και Παύλου «ων Ρώμης βώλαξ ιερήν κόνιν αμφικαλύπτει», κατά το χαραγμένο εκεί εξαιρετικό επίγραμμα.
Ο ναός της Παναγίας Σκριπού της Βοιωτίας, αποτελεί το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο και είναι το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο γνωστό μνημείο της εποχής, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η μοναστηριακή αυτή εκκλησία ξεχωρίζει για το μέγεθος (22,30 ? 18,60 μέτρα), χωρίς τον νάρθηκα, για την πλούσια μαρμάρινη διακόσμηση και τέλος για τις ιστορικές πληροφορίες που παρέχουν 4 επιγραφές με μνημειακή έκφραση. Από αυτές μαθαίνουμε ότι ο ιδρυτής του ναού είναι ο Λέων «βασιλικός Πρωτοσπαθάριος, και επί των οικιακών», δηλαδή αρχηγός των σπαθαρίων — της ανακτορικής φρουράς — στο Ιερό Παλάτιον στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λέων ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής «χώρον επικρατέων τε παλαιοτάτου Ορχομένοιο» και πως έχτισε την εκκλησία το 873/874. Πράγματι, όσον αφορά τη χρονολογία κτίσεως είμαστε απόλυτα βέβαιοι, επειδή μια γραπτή επιγραφή, που είναι ενσωματωμένη στο εξωτερικό της αψίδας του ιερού, αναγράφει τόσο τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874, όσο και τον χορηγό-κτήτορα της Μονής, τον Λέοντα.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα από που προέρχεται η περίεργη ονομασία Σκριπού για τη Μονή, που σημειωτέον είναι το αρχαιότερο Βυζαντινό μνημείο της Βοιωτίας και ένα από τα σπουδαιότερα της Ελλάδας. Η εκκλησία πάντως εξωτερικά είναι γεμάτη από επιγραφές και πιθανότατα σ’ αυτές τις εντοιχισμένες επιγραφές να οφείλεται το όνομα Σκριπού, από το λατινικόscriptus, που σημαίνει επιγραφή (inscription).
Ο Ναός εορτάζει τρεις φορές το χρόνο.
Στις 15 Αυγούστου την Κοίμηση της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου την Απόδοση της Εορτής της Κοιμήσεως και στις 10 Σεπτεμβρίου το Θαύμα της Διάσωσης της πόλεως του Ορχομενού από την Κυρία Θεοτόκο και Υπέρμαχο Στρατηγό.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν και αποχώρησαν από το συνασπισμό του Άξονα. Ο ιταλικός στρατός μέσα στην πόλη της Λιβαδειάς ξεπερνούσε τους 2.000, γιατί εκεί ήταν η βάση ανεφοδιασμού των κατοχικών δυνάμεων και οι αποθήκες ήταν γεμάτες με πολεμικό υλικό. Η συνθηκολόγηση βρήκε διχασμένες τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Όσοι αξιωματικοί ήταν φασίστες επεδίωξαν την παράδοσή τους στους Γερμανούς, ενώ οι πολέμιοι του Χίτλερ, όχι μόνο δεν παραδόθηκαν, αλλά προσχώρησαν στις δυνάμεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, μαζί με τον οπλισμό τους.
Γερμανική δύναμη παρέμεινε στην πόλη της Λιβαδειάς για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Με την άρνηση των Ιταλών να παραδώσουν τον οπλισμό τους, η περιφερειακή οργάνωση του Ε.Α.Μ. Ορχομενού θεώρησε ότι μπορούσε να επωφεληθεί. Γι΄ αυτό παρακίνησε τους ντόπιους να κινηθούν προς το σιδηροδρομικό σταθμό της Λιβαδειάς, όπου υπήρχε ιταλική φρουρά, για να πάρουν τα όπλα των Ιταλών.
Οι Ορχομένιοι φτάνουν στο σταθμό και ζητούν από τους Ιταλούς να τους παραδώσουν τον οπλισμό τους, γιατί σε αντίθετη περίπτωση μεγάλη δύναμη ανταρτών που βρισκόταν στο Τζαμάλι θα τους κτυπήσει. Η Ιταλική φρουρά βρίσκεται σε αμηχανία και δεν ξέρει τι να κάνει. Αποφασίζουν να έλθουν σε επαφή με το Ιταλικό Στρατηγείο και από εκεί τους δίνουν εντολή να παραδοθούν στους Γερμανούς, στους οποίους θα δώσουν και τον οπλισμό τους. Οι Ορχομένιοι φεύγουν άπρακτοι και γυρνούν στον Ορχομενό.
Οι Γερμανοί στο άκουσμα του γεγονότος εξοργίζονται και έξαλλοι από το θυμό τους, αποφασίζουν να τιμωρήσουν παραδειγματικά τον Ορχομενό και τους κατοίκους του. Έτσι ο Γερμανικός στρατός κινείται προς τον Ορχομενό με τριπλή αποστολή:
Οι Γερμανοί φθάνουν στον Ορχομενό τις βραδινές ώρες της 9ης Σεπτεμβρίου. Ένα τμήμα του Γερμανικού στρατού παραμένει στον Ορχομενό και ετοιμάζει την καταστροφή του Ορχομενού, ενώ ένα άλλο τμήμα με τρία τανκς προχωρεί προς το Τζαμάλι έχοντας διπλή αποστολή:
Τα τρία Γερμανικά τανκς και ο Γερμανικός στρατός προσπερνάνε την εκκλησία της Παναγίας και απομακρύνονται γύρω στα 550 μέτρα.
Ξαφνικά όμως, το πρώτο τανκ ακινητοποιείται στη μέση του δρόμου. Δεν προχωρεί πια, ούτε μπροστά, ούτε πίσω. Το δεύτερο τανκ δοκιμάζει να περάσει δίπλα στο πρώτο, αλλά πέφτει σε ένα μικρό χαντάκι, μια «σούδα», όπως λένε οι κάτοικοι της περιοχής και ακινητοποιείται. Το τρίτο τανκ στρίβει λίγο και δοκιμάζει να περάσει μέσα από ένα χωράφι, αλλά και αυτό το περιμένει η ίδια τύχη. Τρία τανκς ακινητοποιημένα· δεν μπορούν να προχωρήσουν μπροστά, αλλά ούτε και κατορθώνουν να γυρίσουν πίσω. Μάταια αγωνίζονται οι Γερμανοί να τα μετακινήσουν.
Ξημερώνει η 10η Σεπτεμβρίου και ο επικεφαλής αξιωματικός Όφμαν, συνοδευόμενος από κάποιους στρατιώτες και μερικούς Ορχομένιους επιστρέφει πίσω στον Ορχομενό, αναζητώντας βοήθεια. Στην περιοχή του Ορχομενού ζούσε τότε ο Σέρβος Γιαννάτζης Δανιηλάτος, ο οποίος γνώριζε πάρα πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα. Για τον Γιαννάτζη Δανιηλάτο λέγεται πως είχε έρθει στην περιοχή του Ορχομενού από τη Σερβία, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους Σέρβους χωροφύλακες, μετά από κάποιο αδίκημα που είχε διαπράξει. Ωστόσο, οι πληροφορίες των ντόπιων μας ενημερώνουν πως επρόκειτο για έναν πάρα πολύ καλό άνθρωπο, ο οποίος βοηθούσε πολύ τους κατοίκους και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή, λειτουργούσε και ως διερμηνέας. Αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, αναζητεί ο Όφμαν, ώστε να μπορέσει να συνεννοηθεί και να ζητήσει βοήθεια. Αφού τον βρήκε, τον ρώτησε αν υπάρχει κάποιο τρακτέρ στην περιοχή για να τραβήξει τα τανκς. Πράγματι, εκείνη την εποχή υπήρχε ένα και μοναδικό τρακτέρ στην περιοχή, το οποίο, μάλιστα, άνηκε στον Γεωργικό Συνεταιρισμό και το οποίο οδήγησε ένας άλλος κάτοικος του Ορχομενού, ο αείμνηστος Νικόλαος Γούλας. Αφού παρέλαβαν το τρακτέρ, επέστρεψαν στον τόπο που είχαν ακινητοποιηθεί τα τανκς. Με τη βοήθεια του τρακτέρ τα τανκς ξεκίνησαν αμέσως να κινούνται.
Ο Όφμαν μαζί με τους στρατιώτες του, το Γιαννάτζη και τους Ορχομένιους που βοήθησαν να μετακινηθούν τα τανκς, γυρίζοντας πίσω πορεύθηκαν προς την εκκλησία. Στο μεταξύ, στην εκκλησία έφτασαν και άλλοι Ορχομένιοι που έμαθαν τα γεγονότα.
Ειδοποιήθηκε ο εφημέριος της Παναγίας, ο αείμνηστος παπά-Σεραφείμ Παπαπαναγιώτου και μαζί του κατέφθασε και ο εφημέριος του Ευαγγελιστή Λουκά παπά-Μάρκος Αρμακόλας. Έφθασαν ακόμα στην εκκλησία ο Πρόεδρος της Σκριπούς Δημήτριος Γκικόπουλος και ο Πρόεδρος της Πετρομαγούλας Δημήτριος Βούτσας. Αφού μπήκαν όλοι στην εκκλησία, ο Όφμαν, προχωρώντας μπροστά από τους υπόλοιπους, κοίταζε δεξιά κι αριστερά τις εικόνες που ήτανε κρεμασμένες στους τοίχους και στο τέμπλο, δίνοντας την εντύπωση πως κάτι αναζητούσε. Φτάνοντας στο παρεκκλήσι του Αποστόλου Παύλου έδειξε την εικόνα της Παναγίας που βρισκόταν στερεωμένη στο τέμπλο. Πρόκειται για μια ωραιότατη εικόνα Ρωσικής τεχνοτροπίας. Δείχνοντας την εικόνα αυτή της Παναγίας ο Όφμαν είπε:
Αυτή η γυναίκα σας έσωσε· να την τιμάτε και να τη δοξάζετε.
Αργότερα ο Όφμαν, μαζί με τους άλλους Γερμανούς ομολόγησε τι πραγματικά είχε συμβεί. Την ώρα που προχωρούσαν προς το Τζαμάλι, ακούστηκε ένας μεγάλος θόρυβος και μια γυναικεία κραυγή πόνου και αγωνίας. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους, μέσα σε φωτεινή νεφέλη, μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με αυστηρό ύφος, έχοντας σηκωμένο το χέρι της σε απαγορευτική στάση και τότε ήταν που σταμάτησε το πρώτο τανκς. Η γυναίκα παρέμεινε σε αυτή τη στάση και τους εμπόδιζε να προχωρήσουν, μέχρι που ακινητο-ποιήθηκαν και τα τρία τανκς. Όταν λοιπόν αντίκρισε την εικόνα της Παναγίας, στο τέμπλο του παρεκκλησίου του Αποστόλου Παύλου, αναγνώρισε αυτή τη γυναίκα που τους σταμάτησε το προηγούμενο βράδυ, απλά σηκώνοντας το χέρι της.
Ο Όφμαν τότε είπε στους Ορχομένιους να μην φοβούνται τίποτα κι ότι, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ο Ορχομενός θα είναι κάτω από την προστασία του. Και πραγματικά δόθηκε στον Όφμαν η ευκαιρία και κράτησε την υπόσχεσή του. Όταν λίγους μήνες μετά δημιουργήθηκε κάποιο επεισόδιο με τους αντάρτες, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους άντρες κατοίκους στην πλατεία του Ευαγγελιστή Λουκά. Εκεί έγινε κάποια επιλογή και αυτούς που επέλεξαν τους οδήγησαν στα κρατητήρια της Λιβαδειάς. Ενώ επρόκειτο να γίνει και νέα επιλογή και οι άνδρες να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επενέβη ο Όφμαν και οι Ορχομένιοι αφέθηκαν ελεύθεροι.
Σε ένδειξη σεβασμού προς την Παναγία, ο Όφμαν πρόσφερε ορισμένα χρήματα στο εκκλησιαστικό συμβούλιο. Συγκεντρώθηκαν και άλλα χρήματα και με τα χρήματα αυτά, έγιναν δύο λάβαρα. Το ένα απεικόνιζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, ενώ το δεύτερο αποτέλεσε την πρώτη απεικόνιση του θαύματος της Παναγίας. Στο λάβαρο αυτό, εικονίζεται η Παναγία με ύφος αυστηρό και με το δεξί της χέρι υψωμένο σε απαγορευτική στάση, ενώ τα τανκς είναι ριγμένα μπροστά της εδώ κι εκεί. Στα πόδια της Παναγίας εικονίζονται γονατιστοί ένας άνδρας, μία γυναίκα και ένα παιδί, τους οποίους η Παναγία προστατεύει με το αριστερό της χέρι. Τα τρία αυτά πρόσωπα συμβολίζουν όλο το λαό του Ορχομενού, τον οποίο προστάτευσε και έσωσε η Παναγία.
Οι Ορχομένιοι για να ευχαριστήσουν τον Όφμαν και τους Γερμανούς στρατιώτες του, που όχι μόνο δεν τους πείραξαν, αλλά άφησαν και χρήματα στην εκκλησία της Μεγαλόχαρης, τους έκαναν μεγάλο τραπέζι. Εκεί θυμούνται τον Όφμαν να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά μια στερεότυπη φράση:
Να χρωστάτε χάρη στην Παναγία, γιατί σήμερα θα παθαίνατε μεγάλο κακό.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1944, στην πρώτη ετήσια επέτειο του θαύματος γίνεται και η πρώτη ευχαριστήρια ακολουθία, πριν ακόμα αποχωρήσουν πλήρως οι Γερμανοί από τον Ελλαδικό χώρο. Όλος ο Ορχομενός είναι εκεί. Ο ίδιος ο Όφμαν με τους Γερμανούς του είναι παρόντες. Ο καλλίφωνος παπά-Σεραφείμ Παπαπαναγιώτου, εφημέριος του ναού της Παναγίας, ψέλνει για πρώτη φορά τον πρώτο ύμνο του θαύματος που συνέθεσε ο τότε Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας, ο Τηνιακός επίσκοπος Συνέσιος, κατ’ απομίμηση του απολυτικίου της ευρέσεως της ιερής εικόνας της Παναγίας της Τήνου:
Λαός Ορχομενίων εν ωδαίς ευφημήσωμεν, ημών την Πολιούχον και του κόσμου Προστάτιδα· πηγή γαρ των θαυμάτων νυν ημίν η πάνσεπτος αναδέδεικται εικών της Αχράντου Θεοτόκου· διόπερ άπαντες ταύτη αναβοήσωμεν· χαίρε των Σε τιμώντων η ελπίς· χαίρε ημών το κραταίωμα· χαίρε η του πυρός τον Ορχομενόν απαλλάξασα.
Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη γιορτή και πανήγυρη της 10ης Σεπτεμβρίου και έτσι ξεκίνησε ο Γερμανός αξιωματικός Όφμαν να έρχεται μετά τον πόλεμο κάθε χρόνο στον Ορχομενό και να ΄ναι παρών στη μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Αργότερα ερχόντουσαν τα παιδιά και τα εγγόνια του.
Στο σημείο της Παναγιοφανείας, οι Ορχομένιοι ανέγειραν επιβλητικό και μεγαλόπρεπο προσκυνητάρι, στο οποίο τοποθέτησαν ωραιότατη εικόνα, στην οποία απεικονίζεται το θαύμα της Παναγίας. Στη βάση του βρίσκεται εντοιχισμένη μια μαρμάρινη πλάκα που γράφει:
ΤΟ ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ ΚΑΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙ ΑΝΘ’ ΩΝ ΕΞ ΟΥΡΑΝΟΥ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΚΗΣ ΓΗΣ ΣΚΡΙΠΟΥΣ ΠΕΤΡΟΜΑ-ΓΟΥΛΑΣ ΕΙΡΓΑΣΑΤΟ ΔΙΑΣΩΣΑΣΗ ΑΥΤΗΝ ΕΚ ΒΕΒΑΙΟΥ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΜΑΔΙΚΗΣ ΣΦΑΓΗΣ ΕΝ ΕΤΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗΣ 1943 ΜΗΝΙ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΩ 9η ΩΡΑ ΔΕ ΔΩΔΕΚΑΤΗ 12η ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ ΕΚ ΤΩΝ ΒΑΝΔΑΛΙΚΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΡΔΩΝ ΕΥΛΑΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΕΜΕΘΑ ΤΗΝΔΕ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗΝ ΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ ΦΟΡΟΝ ΑΠΕΙΡΟΥ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ. ΟΙ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΝΤΕΣ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΣΚΡΙΠΟΥΣ ΠΕΤΡΟΜΑΓΟΥΛΑΣ.
Το βράδυ στις 12 η ώρα της 9ης προς 10η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο, γίνεται λιτανεία και μεταφορά της εικόνας από τον ναό της Παναγίας μέχρι το προσκυνητάρι στον τόπο της Παναγιοφάνειας.
Το 1950, όταν πια η κοινότητα της Σκριπούς ενώθηκε με τη διπλανή κοινότητα της Πετρομαγούλας και αποτέλεσαν το Δήμο του Ορχομενού, το τότε Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε σε σχετικό ψήφισμά του:
ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΟΡΧΟΜΕΝΟΥ συνεδρίασε σήμερον την 21ην Σεπτεμβρίου του έτους 1950 εν τω Δημαρχιακώ καταστήματι περί
ώραν 5ην μ.μ. ΕΠΑΛΗΘΕΥΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ τ΄ ανωτέρω γεγονός κλίνει ευλαβώς γόνυ και εκφράζει απείρους ευχαριστίας του προς την
Σώτειρα Υπέρμαχον Στρατηγόν και Προστάτιδα της πόλεως Ορχομενού Υπεραγίαν Θεοτόκον.Εις βεβαίωσιν υπογράφεται
Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Μ. ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ Β. ΑΛΙΦΕΡΗΣ
ΤΑ ΜΕΛΗ
Μ. ΜΕΤΤΑΣ, Σ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. ΒΟΥΤΣΑΣ, Κ. ΚΛΑΡΟΥΔΑΣ, Λ. ΠΑΠΑΛΑΜΠΡΟΥ,
Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Β. ΖΑΝΝΙΑΣ, Δ. ΔΟΥΜΑΣ,
Ν. ΚΡΑΒΑΡΙΤΗΣ, Δ. ΖΥΓΟΥΡΑΣ, Λ. ΚΟΥΡΟΣ
Μεταγενέστερο Δημοτικό συμβούλιο ονόμασε το δρόμο που ξεκινά από την εκκλησία της Παναγίας και φθάνει μέχρι το σημείο της Παναγιοφάνειας, σε «οδό 10ης Σεπτεμβρίου».
Πληροφορίες από imtl.gr και orchomenos.gr