Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2026

 

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων
ΓΕΝΙΚΑ: Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η τελευταία Κυριακή του «Πεντηκοσταρίου». Με αυτήν τελειώνει ο κινητός κύκλος των εορτών που άρχισε από την Α΄Κυριακή του Τριωδίου (Τελώνου και Φαρισαίου). Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η σφραγίδα της εορταστικής αυτής περιόδου, που μας παρουσιάζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους Αγίους Πάντες. Είναι απόδειξη του έργου της Εκκλησίας και παρουσιάζει όσους αγαθά αγίασε το Πνεύμα το Άγιο στον κόσμο.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Η Εορτή των Αγίων Πάντων τους πρώτους αιώνες ήταν εορτή μόνο των Μαρτύρων. Το Τυπικό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Ι' αιώνα, προβλέπει σύναξη και παννυχίδα στη Μεγάλη Εκκλησία, και στο ναό των Αγίων Μαρτύρων. Η εορτή ονομάζεται “των Αγίων Πάντων” και το συναξάρι επισημαίνει ότι κατ' αυτήν επιτελείται η μνήμη «των αγίων και καλλινίκων μαρτύρων των εν πάση τη οικουμένη κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων υπέρ του ονόματος του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού». Η Εορτή των Αγίων Πάντων θεσπίσθηκε επί Λέοντος του Σοφού.
Μετά το θάνατο της ευλαβούς συζύγου του Θεοφανούς, έκτισε ναό με σκοπό να τον τιμήσει στο όνομά της. Όταν ανακοίνωσε στην Εκκλησία το σκοπό του, του υποδείχθηκε ότι πρέπει να περάσει χρόνος για να αποκτήσει αυτή το «τίμιον και σεβάσμιον». Ο Βασιλεύς υποτάχθηκε και αφιέρωσε το ναό στη μνήμη και τιμή πάντων των Αγίων των απανταχού της γης.
ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ: Έστω κι αν η εορτή ξεκίνησε για τους Αγίους Μάρτυρες και επεκτάθηκε στη συνέχεια για Πάντες τους Αγίους, οι Άγιοι Πατέρες θέσπισαν τη συλλογική αυτή εορτή για να μας δείξουν ότι κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα στον κόσμο και ανεβαίνει στον ουρανό ο χοϊκός άνθρωπος. Οι πριν αποξενωμένοι από το Θεό γίνονται “ένα” με αυτόν, έχοντας τη δυνατότητα να γίνουν Άγιοι. Και έτσι η ανθρωπότητα διά των Αγίων Πάντων αναπλήρωνει το πεπτωκός εκείνο τάγμα των Αγγέλων. Ακόμη, επειδή υπάρχουν πολλοί άγνωστοι και αφανείς άγιοι, γνωστοί στο Θεό, «νέφος μαρτύρων», αυτούς τους αγνώστους τιμά η Εκκλησία. Είναι, θα λέγαμε, το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη της Ορθοδοξίας η παρούσα εορτή. Η εορτή καθιερώθηκε ακόμη διότι κρίθηκε επιβεβλημένο να συναθροισθούν όλοι οι γνωστοί και άγνωστοι Άγιοι σε μια κοινή εορτή για να υπογραμμισθεί μ' αυτόν τον τρόπο ότι όλοι μαζί αγωνίσθηκαν για ένα Χριστό, σε ένα κοινό στάδιο της αρετής και υπό ενός Τριαδικού Θεού στεφανώθηκαν και συνέστησαν την «μίαν Εκκλησίαν», προτρέποντας και εμάς να αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις «τον ίσον αγώνα» με αυτούς, ώστε και εμείς να μπορέσουμε να συναριθμηθούμε μετά των Αγίων του. Τέλος η εορτή συνεστήθη ακόμη για τους “επιγενησομένους αγίους”, αυτούς δηλαδή που θα γίνουν στη συνέχεια άγιοι. Θα λέγαμε ότι η εορτή έχει και προληπτικό χαρακτήρα εφόσον υπάρχει η δυνατότητα να περιλαμβάνει κάθε πιστό του σήμερα και του αύριο.
ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Μάρτυρες του Χριστού και Άγιοι δεν είναι μόνο εκείνοι που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού. Μάρτυρες είναι όλοι όσοι αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται τον αγώνα της Χριστιανικής ζωής με ακρίβεια και συνέπεια. Είναι αυτοί που αναδεικνύουν το μαρτύριο του πνεύματος, αυτοί που καθημερινά βιώνουν τη χαρμολύπη του λόγου του Σταυρού, αυτοί που σταυρώνουν τα πάθη τους και την κακία τους.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα, η Εκκλησία σου στολισαμένη, δι' αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός. Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην εικόνα της σύναξης των Αγίων Πάντων, το άνω τμήμα το καταλαμβάνει σε κυκλική διάταξη η δόξα του Χριστού στο κέντρο, και γύρω οι χοροί των δικαίων. Η Ετοιμασία του θρόνου βρίσκεται πάνω από τη δόξα και οι δύο προφήτες Δαβίδ και Σολομών γονατιστοί με ανοιχτά ειλητάρια. Κάτω εικονίζεται ο παράδεισος και οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ καθισμένοι σε θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο ληστής, ντυμένος μόνο με περίζωμα και κρατώντας το σταυρό. Δηλαδή, γυμνός από αρετές, αλλά πρώτος στο παράδεισο.


 

Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος και Ιαματικός. (1ῃ ̉ Ιουνίου)

 

Ὅσιος Ἀγαπητός

ὁ ̉ Ανάργυρος καί ̉  Ιαματικός

Ο Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἔζησε στὴ Ρωσία περὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου στὰ χρόνια τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ ὁποίου ἦταν μαθητής († 10 Ἰουλίου). Ὁ Ὅσιος πράγματι ἦταν ἀγαπητὸς στὸν Θεὸ καὶ ἔτσι τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε παντοῦ καὶ πλήθη πιστῶν ἔρχονταν στὸν Ὅσιο, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν ἰατρό

   Στό Κίεβο ζοῦσε ἕνας διάσημος παθολόγος ὁ ὁποῖος δέν μπόρεσε νά κάνει καλά μία ἄρρωστη γυναίκα.  ̉Εκείνη τότε κατέφυγε στόν ῞Οσιο  ̉Αγαπητό ὁ ὁποῖος τήν θεράπευσε. ῾Ο γιατρός, ὅταν τό ἔμαθε, γεμάτος φθόνο προσπάθησε νά τόν δηλητηριάσει, ὁ Θεός ὅμως τόν προστάτεψε καί δέν ἔπαθε τίποτα. 

   Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, ἐθεράπευσε καὶ τὸν πρίγκιπα τοῦ Τσέρνιγκωφ Βλαδίμηρο Βσεβολόντοβιτς, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Κιέβου μὲ τὴν ἐπωνυμία «Μονομάχος» (1114 - 1125).

   Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται στὸ Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (Λάβρα Πετσέρσκα)

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Οσιον ̉Αγαπητὸν τὸν ̉Ανάργυρον

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσά­κουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὸν Θεοδόξαστον, ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θοδόξων οἱ χορο καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσε τοὺς σοι σπεύδοντας,*  ̉Αγαπητὲ παμμάκαρ,* πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χρι­στὸν λι­ταῖς σου, θαυμαστέ,* σὲ γὰρ θεράποντα ἀνάργυρον ἔχομεν.  

Δόξα Πατρὶ… ̉ Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ.

῞Οσιε καὶ ἰαματικὲ  ̉Αγαπητέ,* πρέσβευε τό πα-νυκτήρμονι Θεῷ,* ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τὶς  δὲ  διεφύλαξεν  ἔως  νῦν  ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας[1]...

Προσπίπτω ἐνθέρμως  ̉Αγαπητέ,* πρός σε ὁ ἀχρεῖος* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν παρέχει ὁ Πλάστης ἀφθόνως* τοῖς σοι προστρέχουσι πίστει, πανένδοξε.

Ψυχὴν τε καὶ σῶμα,  ̉Αγαπητέ,* ἐμοῦ τοῦ ἀθλίου* σὺ θεράπευσον ταχυνῶς,* καὶ τοῖς σοι προστρέχουσι, Θεόφρον,* ἐκ τῶν βελῶν ἀρχεκάκου διάσωσον.

Εἰρήνην σὺ δίδου,  ̉Αγαπητέ,* διὰ τῶν λιτῶν σου* πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Λυτρωτήν,* ἡμῖν τοῖς σοι προσφεύγουσι πίστει* καὶ ὑγιείαν παράσχου, τρισόλβιε.

Θεοτοκίον.

Παρθένε ἱκέτευε σῷ Υἱῷ,* ὅπως παράσχῃ τοῖς Σοι προστρέχουσι εὐλαβῶς* μετάνοιαν, πίστιν καί ὑγείαν,* ὡς καί τά τέλη τοῦ βίου ἀνώδυνα.

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβε­σον,*  ̉Αγαπητέ, ἀ­γροὺς καὶ οἰκίας* σὺ διαφύ­λα­ξον,* ἵνα  ὑμνοῦμεν  σὲ* τὸν  τοῦ  Χριστοῦ  στρατιώ­την* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ κατα­φύγιον. 

῾Ικετεύω σέ, πάτερ,* τὸν ψυχικὸν τάραχον* καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην* ταχὺ ἐκδίωξον,* σὺ γάρ,  ̉Αγαπητέ,* τὸν Λυτρωτὴν καί Σωτήραν,* ἐκ παιδὸς ἠγάπησας* καὶ διεκήρυξας.

̉Ο ρθοδόξων ἐδείχθης* φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος* καὶ τῶν μοναζόντων τὸ κλέος ὡς καὶ τὸ πρότυπον* τῶν δὲ νοσοῦντων ἀεὶ* σὺ ἰατρὸς καὶ προστάτης* καὶ χη­ρῶν ὑ­πέρμαχος* ἀκατανίκητος.

Θεοτοκίον.

̉Ορθοδόξων τὰ τέκνα* καλῶς διαφύλατ­τε* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστει* ταῦτα σὺ τήρησον,* ἵνα πορεύ­ονται* ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ Υἱοῦ Σου* καὶ Αὐ­τὸν δοξά­ζουσι* διὰ τοῦ βίου των. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφόρε,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κά­κωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ὁ Χορός τὸ Κύ­ριε, ἐλέησον (δωδεκάκις) καὶ τὸ

Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνέ,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐκτενῶς βο­ῶμεν σοί,* πάντιμε  ̉Αγαπητέ, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κιν­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς  σοι  πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας. 

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τοὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* ἰατρὲ ἀνάργυρε, σοῦ δεόμεθα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποι­εῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε.  

Σὲ προστάτην καὶ στήριγμα* καὶ φρουρὸν ἀκοίμητον οἱ  ̉Ορθόδοξοι,* Νεομάρτυς  ̉Αγαπητέ, ἔχοντες* οὐ πτοούμεθα, Θεοκοινώνητε.

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι,  ̉Αγαπητέ εὔσημε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέσποινα Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατα­φεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε. 

ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς…

῞Υπνον ἐλαφρόν* καί ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καί ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τά πάθη κοίμησον.

Σκέδασον σοφέ, τῶν παθῶν μου τὰ σκιρτήματα, καὶ τῷ Θεῷ σὺ αἴτει θαυματουργέ, ἵνα ῥυσθῶμεν, τῆς αἰωνίου κολάσεως.

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν ταῖς Γραφαῖς,  ̉Ιωάσαφ θαυμαστέ,* καὶ βιώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.  

Θεοτοκίον.

Νόσων ἰατρὸς* ἀνεδείχθης, Θεοδόξαστε,* διὸ σοι πάντες  προσφεύγομεν  θερμῶς* καὶ   ἐξαιτοῦμεν παρασχεῖν ἡμῖν μετάνοιαν.

ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν  ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ Βελίαρ, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου,  ̉Αγαπητὲ μάρτυς,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σε πίστει προσφεύγοντες.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,*  ̉Αγαπητέ, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Νεομάρτυς, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* ̉Αγαπητέ, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Νεομάρτυς, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.  

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφόρε,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως  καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία...

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθε­τος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,*  ̉Αγαπητέ νόσων ἰατρέ* καί τῶν πιστῶν τῶν κατα­φύγι­ον. 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. (δίς)

Στίχος. Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ, ἐθαυμάστωσεν αὐτοῦ ὁ Κύριος.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν….

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Εκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (Κεφ. ι΄. 1, 5)  ἁγί­ου Εὐαγγελίου …

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα Μαθητὰς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων· εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε. Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε, λέγοντες· Ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ  ̉Αναργύρου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτα,*  ̉Αγαπητὲ ἔνδοξε,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανά­ριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθί­αν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, Θεοφόρε,* καὶ γίνου σὺ προ­στάτης καὶ φρουρὸς* καὶ βακτηρία ἀκλόνητος* ἐμοῦ τοῦ τρισάθλιου.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…

῾Ο χορός: Κύρει, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉Ο ρθοδόξων κατέστης* ἰατρὸς ἀλάνθαστος καὶ ἀ­νάργυρος,* ̉Αγαπητέ παμμάκαρ* καὶ πάντων ὁ­δοδείκτης* ἀκλινὴς τε καὶ ἀσειστος* τῶν δὲ πιστῶν βοηθὸς* ἀκοίμητος καὶ ῥύστης.

Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καὶ πάντων τῶν ποθοῦ­ντων* ἰδεῖν Θεοῦ τὴν δόξαν* ἀρωγός, διὸ κράζω­σι,* χαῖρε  ̉Αγαπητέ,* πιστῶν ἡ βακτηρία.

̉Αγαπητέ φωσφόρε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μού σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

Θεοτοκίον.

Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανίαν* καταπαύει ὁ Πλάστης, Θεομακάριστε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ  γονυκλινῶς σοῦ  δέονται,* τὸν Σόν Υἱόν Μαριάμ, εὐμένισον λιταῖς Σου. 

ᾨδὴ η’. Τόν Βασιλέα…

 ̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θε­ρα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέ­ας* χα­ρὰν παρέχει τάχος.

Τὴν ἀνεργίαν*  ̉Αγαπητέ, ταῖς λιταῖς σου,* ὁ Δεσπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν.

Σύ τάς ἰώσεις* ἐκ τῶν πιστῶν ἀπελαύνεις,* καί ὑγιείαν τάχος παρέχεις* διό σοι πάντες* προσφεύγουσι παμμάκαρ. 

Θεοτοκίον.

Τὸν Κύριόν μας* καὶ Λυτρωτὴν τῶν ψυχῶν μας* κα­θικέτευε, Μαρία Παρθένε,* ὅπως οἱ ἀχρεί­οι* ῥυ­σθῶμεν τῆς γεένης.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπο­μο­νήν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀσ­φῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.  

Λιμὴν σὺ καὶ προστάτης,* πάντων  ἀνεδεί­χθης* καὶ τῶν  ̉Ορθοδόξων τεῖχος ἀκράδαντον,* κα­ταφυγὴ τε καὶ σκέπη* καὶ ἀγαλλίαμα.

Τὰ τέκνα ̉Ορθοδόξων* σὲ καθικετεύω* ἐκ τῆς ἀπιστί­ας τάχος διάσωσον* καὶ εἰς νομὰς τοῦ Κυρί­ου* ταύ­τα ὁδήγησον.

Θεοτοκίον.

̉Ε ξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Παρθένε,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

Πάντων τῶν νοσοῦντων  ̉Αγαπητέ,* Τριὰς ἡ ῾Αγία* σὲ ἀνέδειξε ἰατρόν,* ὀρφανῶν προτάτην,* πενήτων τὸν τροφέα* καὶ πάντων τῶν ἐν θλίψει* τὸ καταφύγιον.

Χαίροις τῆς Ρωσίας ἄστρον λαμπρὸν* καὶ Λαύρας τοῦ Κιέβου* ὁ ἀτίμητος θησαυρός.* Χαίροις  ̉Ορθοδόξων* ἀγλάϊσμα καὶ δόξα* καὶ πάντων τῶν νοσοῦντων* τὸ καταφύγιον.  

῎Ελαβες τήν χάριν παρά Θεοῦ*  ̉Αγαπητέ μάκαρ* θεραπεύειν ὁλοτελῶς* ὄγκους καί ἰώσεις* καί πᾶσαν ἄλλην νόσων* διό σοι, Θεοφόρε, πίστει προσφεύγομεν.

Τὸν Χριστὸν ἠγάπησας ἐκ παιδός*  ̉Αγαπητέ μάκαρ*  ̉Ορθοδόξων ὁ ἰατρὸς* διὸ ἐνεδύθης* τῶν μοναχῶν χιτῶνα * ἐν Λαύρᾳ τοῦ Κιέβου* ἔνθα ἡγίασας.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σε* φύλαττε βοῶμεν,* ̉Αγαπητέ θαυματουργέ,* ἐκ πάσης κακίας,* τροχαίου,  ἀνεργίας* καὶ  ἐκ χειρῶν  δαιμό­νων* πάντας προστάτευσον. 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρίου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πά­ντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς  τὸ  σωθῆναι  ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν... ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν… Ὁ Χορός: ̉ Α­μήν. 

̉Εἶ­τα τὸ  ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ.

῞Οσιε καὶ ἰαματικὲ  ̉Αγαπητέ,* πρέσβευε τό πανυκτήρμονι Θεῷ,* ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν* παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Δέησις καὶ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Πᾶσι τοῖς προστρέχουσι πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνας,*  ̉Αγαπητέ θαυμαστέ,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ ταπεί­νωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀκοί­μη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ.* Μάκαρ,  ̉Ορθο­δόξων τὸ κλέ­ος* ἀσθενῶν ἐδείχθης θεράπων* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις  καταφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡ­μᾶς.  ̉ Αμήν



[1] . Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…



Τρίτη, Ιουνίου 02, 2026

 

Το εκκλησιολογικό έγκλημα του πατρ. Βαρθολομαίου στην Ουκρανία εξηγημένο σε 10 λεπτά (Βασίλειος Τουλουμτσής).

 

Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: The Crucifixion of Orthodoxy in the 21st Century: Spiritual Wars, the Ecumenist Offensive, and Global Politics

«Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου αρχικώς να συγχαρώ το Κέντρο Γεωστρατηγικών Μελετών στο Βελιγράδι για την διοργάνωση του παρόντος διεθνούς συνεδρίου και επίσης να τους ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν.

Στην σύντομη εισήγηση που θα ακολουθήσει θα αναφερθούμε στον τρόπο αποδοχής των λεγόμενων πρώην σχισματικών Ουκρανών από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δίχως αναχειροτονία, αλλά και στην επιχειρηματολογία που προέβαλαν προκειμένου να δικαιολογηθεί η συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική πρακτική.

Εξαρχής είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εκκλησιαστική θεραπεία των σχισμάτων έχει χαρακτήρα όχι απλώς συμφιλιωτικό αλλά θεραπευτικό. Επί τη βάση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Κανονικής Παράδοσης. Καθώς συγκαλύπτοντας και όχι εξαλείφοντας τις αντιθέσεις, παραμένει πάντοτε ενεργός ο κίνδυνος της αλλοίωσης και της εκ νέου διαίρεσης του εκκλησιαστικού σώματος.

Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός και κανένα Πατριαρχείο δεν βρίσκεται υπεράνω της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ώστε να έχει το προνόμιο να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν και αποσπασματικά στοιχεία της Παραδόσεως, προκειμένου να ικανοποιεί συμπλεγματικές ορέξεις και φιλοδοξίες παγκόσμας εξουσίας επί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διαιρώντας μάλιστα το εκκλησιαστικό σώμα χωρίς καμμία συστολή.

Η ουσία του προβλήματος, του ουκρανικού σχίσματος, δεν αποτελεί ο τόμος της αυτοκεφαλίας, είναι βεβαίως προβληματικός και ο τρόπος απόδοσης αλλά και οι απoδέκτες αυτού, αλλά ο τόμος έρχεται ως δευτερεύον πρόβλημα. Το κύριο και πρώτιστο πρόβλημα του ουκρανικού ζητήματος είναι η έλλειψη ιερωσύνης στους δεχθέντες τον τόμο, καθώς αυτοί ουδέποτε χειροτονήθηκαν εντός της Εκκλησίας, ενώ στο πλαίσιο της αυτοκεφαλίας δημιουργήθηκε, και έως και σήμερα υποστηρίζεται, μία διαδοχή φερομένων ως «ιερέων» που όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσχεραίνεται έτι περαιτέρω η δυνατότητα θεραπείας.

Η ομάδα η οποία τον Ιανουάριο του 2019 έλαβε τον τόμο αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συγκροτήθηκε από τριών ειδών «επισκόπους»:

α) από πρώην κανονικούς επισκόπους που αποσχίστηκαν από το Πατριαρχείο της Μόσχας

β) από δεχθέντες χειροτονία εντός του σχίσματος

γ) και από αυτο-τιτλοφορούμενους ως επισκόπους, οι οποίοι πολύ πιθανό να είναι και αβάπτιστοι

Εδώ να κάνουμε μία παρένθεση και να πούμε ότι η άσκηση εκκλήτου από πλευράς ειδικά του Μακαρίου Μαλέτιτς αποτελεί έναν τραγέλαφο, διότι ο χαρακτήρας της εκκλήτου προφυγής είναι η αναίρεση μίας καταδικαστικής και καθαιρετικής πράξης, η οποία στην περίπτωση του Μαλέτιτς δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει, διότι δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει αρχική χειροτονία.

Και παρ’ ότι οι τρεις περιπτώσεις φέρουν διαφορετικά εκκλησιολογικά χαρακτηριστικά, εντούτοις όλοι ανεξαιρέτως έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγνωρίστηκαν όλοι ανεξαιρέτως ως αρχιερείς της Εκκλησίας.

Με τον τρόπο αυτό και την δημιουργία του συγκεκριμένου εκκλησιαστικού συνονθυλεύματος, θεωρήθηκε ότι επήλθε η θεραπεία, την στιγμή που η ύπαρξη παράλληλης εκκλησιαστικής δομής στον ίδιο τόπο, με την αναίτια περιθωριοποίηση του κανονικού Μητροπολίτη Ονουφρίου στοιχειοθετεί και αποτελεί ντε φάκτο σχίσμα.

Μία Εκκλησία όμως για να γίνει αυτοκέφαλη θα πρέπει πρωτίστως και προηγουμένως να είναι Εκκλησία, εφόσον Εκκλησία σημαίνει και συνεπάγεται υποστατά μυστήρια, αγιαστική χάρη και ιερωσύνη. Κατά συνέπεια είναι άλλο το ζήτημα της αποκατάστασης στην ιερωσύνη και διαφορετικό το ζήτημα της αυτοκεφαλίας. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοκεφαλία δεν έχει δική της αυτόνομη χαρισματική υπόσταση αλλά θεμελιώνεται πρωτογενώς στην εκκλησιαστική υπόσταση μίας κατά τόπον Εκκλησίας, η οποία δευτερογενώς καθίσταται αυτοκέφαλη. Δεν είναι δυνατόν μία κίνηση διοικητικού χαρακτήρα, όπως είναι η αυτοκεφαλία, να προσδώσει απροϋπόθετα και μαγικώ τω τρόπω αρχιερωσύνη σε ανθρώπους που ποτέ δεν την έλαβαν και ενδεχομένως δεν ανήκαν καν στο Σώμα της Εκκλησίας. Ειδάλλως δημιουργείται το πρωτοφανές παράδοξο να έχουμε μία ομάδα η οποία να κατέχει μεν τόμο αυτοκεφαλίας αλλά να μην είναι Εκκλησία.

Η «επιχειρηματολογία» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά βάση βασίστηκε, θεμελιώθηκε, πάνω στην αλλοίωση κειμένων, στην παρερμηνεία Ιερών Κανόνων και ιστορικών γεγονότων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Μία τέτοια προσπάθεια υπήρξε η δικαιολόγηση της μη αναχειροτόνησης των σχισματικών Ουκρανών μέσω του τρόπου αποδοχής των πρώην εικονομάχων επισκόπων από την 7η Οικουμενική Σύνοδο χωρίς αναχειροτόνηση.

Το δεδομένο όμως που διαφοροποιεί ριζικά τις δύο περιπτώσεις είναι ότι οι εικονομάχοι έφεραν υποστατή ιερωσύνη εντός της Εκκλησίας προ της αιρετικής τους απόκλισης και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που η Εκκλησία δεν τους χειροτόνησε εκ νέου. Οι σχισματικοί της Ουκρανίας όμως δεν έχουν αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, με εξαίρεση ασφαλώς τους αρχιερείς που ανήκαν πριν στο Πατριαρχείο της Μόσχας από όπου και αποσχίστηκαν και ακολούθως καθαιρέθηκαν. Πράγμα που σημαίνει ότι άνευ χειροτονίας δεν είναι ιερείς και για αυτό δεν δύνανται να προσφέρουν την λατρεία της Εκκλησίας προς τον Θεό.

Σύμφωνα με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και την διαχρονική συνείδηση και πράξη της Εκκλησίας, τα όρια της Εκκλησίας και οι θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές είναι εκείνες που προσδιορίζουν αρχικώς την δυνατότητα, διότι δεν οικονομούνται όλες οι περιπτώσεις, και δευτερευόντως τον τρόπο αποδοχής των εξαιρέσεων επιστρεφόντων, με το δεδομένο ότι δεν υφίστανται μυστήρια εκτός Εκκλησίας. Συνεπώς, η αποδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων έλαβε χώρα κάτω από αυστηρό καθεστώς συγκεκριμένων εκκλησιολογικών προϋποθέσεων, με απαραίτητη προϋπόθεση η επισκοπική χειροτονία να είχε αρχικώς τελεστεί στους κόλπους της Εκκλησίας προ της αιρετικής απόκλισης.

Με άλλα λόγια. Η σημειούμενη πορεία εκκινά από την εκκλησιολογία και κατευθύνεται προς την εξέταση του τρόπου αποδοχής.

Σύμφωνα με την παρερμηνεία της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία φιλοδοξεί να υποστηρίξει την μη αναχειροτονία, σημειώνεται η ακριβώς αντίθετη πορεία. Εκκινά από τον τρόπο αποδοχής και κατευθύνεται προς την διαμόρφωση μίας νεάς εκκλησιολογίας.

Θεωρείται παγιωμένος ο τρόπος της μή αναχειροτόνισης, ως δήθεν θεμελιωμένος στην διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας και εκ του τρόπου της απροϋπόθετης αναγνώρισης ιερωσύνης εκτός Εκκλησίας, διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα μεν αδιευκρίνιστα δε, εκκλησιολογιικά όρια, εφόσον η μη αναχειροτόνιση δηλώνει την προ-ϋπαρξη υποστατής ιερωσύνης.

Όμως υπό την άποψη αυτή δεν υπάρχουν όρια της Εκκλησίας και επομένως δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν αιρετικοί και σχισματικοί. Γενόμενοι αυτοί a priori δεκτοί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και των εκτός Αυτής διαφόρων ετερόδοξων και σχισματικών κοινοτήτων τίθενται επί ίσοις όροις. Ωσαν το πρόβλημα να αφορά σε διακοπή κοινωνίας και όχι σε έκπτωση εκ της Εκκλησίας.

Το εν λόγω εκκλησιολογικό σχήμα παραπέμπει ευθέως στην εκκλησιολογία του Κονγκάρ [Yves Congar], η οποία αργότερα έγινε και η εκκλησιολογία της δεύτερης Βατικανής συνόδου. Με κυρίαρχο στοιχείο αυτής να αποτελεί η έννοια της διαβαθμισμένης μετοχής όλων των «ιστορικών εκκλησιών» στην «μία εκκλησία» και την ύπαρξη ενός παγκόσμιου «πρώτου».

Στη νέα αυτήν περιεκτική εκκλησιολογία δεν υπάρχουν σχίσματα και αιρέσεις. Υπάρχουν απλώς χωρισμένοι αδελφοί με τους οποίους και επί τη βάση του θεωρούμενου ως ενός «χριστιανικού βαπτίσματος», υφίσταται κοινωνία ατελούς μορφής, η οποία καθίσταται ως τέλεια μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον παγκόσμιο «πρώτο». Αυτή η κοινωνία τελειοποιεί και αναπληρώνει το ατελές της κοινωνίας.

Γι’ αυτό και δεν υφίσταται επανάληψη τέλεσης μυστηρίων για τους λατίνους, δεδομένου ότι η Β’ Βατικανή ήρε την αποκλειστική εκκλησιολογία της Α’ Βατικανής συνόδου, αναγνωρίζοντας έγκυρα και υποστατά μυστήρια σε όλες τις ιστορικές «εκκλησίες».

[σ.σ. Σε αυτό το σημείο κατανοούμε, πώς η ψευδοσύνδος της Κρήτης που ονόμασε τις αιρέσεις «εκκλησίες», με την ιστορική τους έννοια όπως μας είπε ο Αθηνών Ιερώνυμος, μπήκε στην τροχιά της Β’ Βατικανής των παπικών για τα περαιτέρω.]

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η πρακτική που εφαρμόστηκε ως προς τον τρόπο αποδοχής και αναγνώρισης των σχισματικών και αχειροτόνητων ομάδων των Ουκρανών, δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και δεν εναρμονίζεται με την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για την οποία δεν υφίστανται μυστήρια, συνεπώς και ιερωσύνη, εκτός της Εκκλησίας.

Φέρει χαρακτηριστικά Βατικάνειας εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία το θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας δεν είναι πλέον η Πίστη και η Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά το πρόσωπο του παγκόσμιου «πρώτου». Η κοινωνία με τον «πρώτο» είναι αυτή που αναπληρεί την ανάγκη της αναχειροτονίας, αποτελώντας παράλληλα και τον αναγκαίο όρο ενότητας της «Εκκλησίας» και κοινωνίας με την «Εκκλησία».

Προς την νεόκοπη στοιχειοθέτηση ενός παγκόσμιου πρωτείου άνευ ίσων, εργάστηκε συστηματικά ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, μέσω της περσοναλιστικής παρερμηνείας του τριαδιολογικού δόγματος και της υποστήριξης της οντολογικής προτεραιότητας του Πατρός ει βάρος των Υποστάσεων Υιού και Πνεύματος. Με αποτέλεσμα, η αιρετική τριαδολογία να κατοπτρίζεται εικονικά σε μία αναλόγως προβληματική εκκλησιολογία, την «εκκλησιολογία του πρωτείου».

Στο επίπεδο της τριαδολογίας, ο Ζηζιούλας ταύτιζε τον Θεό μόνο με την υπόσταση του Πατρός και υποστήριζε ότι όπως ενδοτριαδικά υπάρχει ο Πατήρ ως πρώτος, κατ’ αντιστοιχία και στο επίπεδο της εκκλησιολογίας υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένας παγκόσμιος πρώτος, ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και το σημείο ενότητας της «Εκκλησίας». Άνευ του πρώτου ή άνευ της κοινωνίας με τον πρώτο, δεν υφίσταται ενότητα.

Στην πραγματικότητα το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, πέραν από παραγγελία κέντρου γεωπολιτικής ισχύος, υπήρξε περαιτέρω και μία πολύ βολική περίπτωση προκειμένου να εκφραστεί στο πρακτικό επίπεδο της εκκλησιολογίας η αιρετική αρειανική τριαδολογία του αποθανόντος μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, ως «εκκλησιολογία του πρωτείου». Η οποία θέτει τις Τοπικές Εκκλησίες σε διαφορετικά και άνισα επίπεδα υπό έναν πρώτο, την εκκλησιαστική παράδοση απλώς ως αποθήκη επιχειρημάτων απ’ όπου λαμβάνεται μόνον ό,τι εξυπηρετεί την κάθε περίσταση, ενώ η απροϋπόθετη αναγνώριση ιερωσύνης, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί ένα πολύ βολικό και εξυπηρετικό προηγούμενο προς την επιχειρούμενη πανχριστιανική ενότητα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.»

https://www.youtube.com/watch?v=vXHxDubah0E

Απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ



 

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

Παν. Δ. Παπαδημητρίου, PhD
αʹ ἔκδοσις, 28/5/2026

(γιά καλύτερη ἐμπειρία ἀνάγνωσης, γιά τίς παραπομπές, τίς ἀναφορές, κτλ., δεῖτε παρακάτω τό PDF)

«κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ», Ματθ. ϛʹ 5-6
«μυστικῆς ἐπιτελουμένης Εὐχῆς» (Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, 4ος αἰ.)
«μίαν μὲν τὴν πρώτην [Εὐχὴν] διὰ σιωπῆς», ΙΘʹ (19ος) Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας

Χαρακτηριστικὸ τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἡ τήρηση τῆς Παραδόσεως. Ἡ τήρηση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως εἶναι Ἀποστολικὴ ἐντολή. Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς Παραδόσεις (Βʹ Θεσ. βʹ 15). Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ Τάξιν γινέσθω (Αʹ Κορ. ἰδʹ 40). Στὴν διακονία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν κάνει ὁ καθένας του κεφαλιοῦ του, ἀλλιῶς κοινῶς προτεσταντίζει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», ὄχι ἑπομένη ταῖς προσωπικαῖς γνώμαις ἑκάστου. Γιατί πρέπει νὰ τηρεῖται ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁδὸς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς θείας λατρείας, τῆς προσευχῆς, τῆς μετανοίας, τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως.

Ὅπως εἴδαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, ἡ Παράδοση στὴν Λειτουργία ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ (εἰς ἐπήκοον) τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχές πρὸς τὸν Ἱερέα καὶ τοὺς πιστούς, καὶ αὐτοὶ ἀνταποκρινόμενοι προσεύχονται μυστικῶς, κατ’ ἰδίαν, ὁ μὲν Ἱερεὺς μὲ τὶς δικές του Εὐχές, οἱ δέ πιστοὶ μὲ τὸ μυστικὸ Κύριε ἐλέησον ἢ τὶς δικές τους προσευχές (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως ὡς «ὁδηγὸς» τῶν Πιστῶν στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν κοινὴ Εὐχὴ τοῦ Διακόνου). Οἱ Προσευχὲς αὐτὲς χάριτι Θεοῦ, ὅλες μαζὶ ὅμως ὄχι ὡς ξεχωριστὲς ἀλλὰ ὡς μία κοινὴ δυνατὴ Προσευχή, ὡς μία κοινὴ Δύναμις πηγαίνουν στὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἐλάχιστη Προσευχὴ ἑνὸς ραθύμου πιστοῦ στὴν Ἐκκλησία, ἀποκτᾶ μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ (ἀπὸ ὅτι ὅταν προσεύχεται σπίτι μόνος του, ποὺ κι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀμελεῖ) λόγῳ τῆς κοινῆς Προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Μὴν ἀμελοῦμε τὴν κατ’ οἶκον προσευχή. Ἡ κατ’ οἶκον Προσευχὴ βοηθάει τὴν Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία βοηθάει τὴν κατ’ οἶκον Προσευχή. Ὅταν ὑπάρχει μαζὶ καὶ ἡ μετάνοια, ἡ συγχώρεση, ἡ ἀκακία, ἡ ἀγάπη, καὶ ἡ ταπείνωση τότε ἀποκτάει μεγαλυτέρα δύναμη ἡ Προσευχή μας, χάριτι Θεοῦ πάντοτε.

Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, ὅταν ἦταν ἐν ζωῇ, μακρὰν ἡ ἰσχυροτέρα Παράδοση ἦταν ἡ ἀρχαία Παράδοση τῶν Μυστικῶν (ὄχι τῶν νεωτεριστικῶν φωναχτῶν) Εὐχῶν:1

α) «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».

β) «Ἐνωρὶς ἐπεκράτησε νὰ λέγωνται “μυστικῶς” οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας. Συνήθως ὁ ἱερεὺς τὶς ἔλεγε κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ διάκονος ἔλεγε τὴν συναπτή, πάντως πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως».

γ) «“Μυστικῶς”, ὡς γνωστόν, λέγονται σήμερα ὅλες οἱ Εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀπισθάμβωνον [στὸ τέλος]».

δ) «Μυστικῶς λέγονται οἱ Εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνονται στόν Θεό». [Ὅλες οἱ Εὐχὲς ὅμως στὸν Θεὸν ἀπευθύνονται (!), ὄχι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, κλπ.].

 Οἱ φωναχτὲς Εὐχὲς προωθήθηκαν τὰ τελευταῖα 75+ περίπου χρόνια, καὶ ἰδιαίτερα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ἀπὸ Θεολόγους, Λειτουργιολόγους καὶ Κληρικοὺς ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδο, καὶ αὐτοὶ παρέσυραν πόσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκούς.

Δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας, πολλοί εὐκαίρως-ἀκαίρως ὑποστηρίζουν τὴν νεωτεριστικὴ ἔκφωνη Προσευχὴ τῶν Ἱερέων στὴν Θεία Λειτουργία.

 Λένε: Ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ προσεύχεται φωναχτά, καὶ νὰ τὸν ἀκοῦνε οἱ πιστοί.

 Σὲ προηγούμενα ἄρθρα μας ἔχουμε ἀπαντήσει στὸ θέμα μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στὴν Ἱερὰ Παράδοση, στὰ Χειρόγραφα, στοὺς Ἁγίους καὶ στὶς Ἱερὲς Συνόδους. Ἐδὼ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε περιληπτικά, κυρίως ἐμπειρικά.

 Α. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως:

Δὲν τεκμηριώνεται στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει τὶς Εὐχὲς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ἀπεναντίας μάλιστα τονίζεται ἡ μυστικὴ ἀνάγνωση ῥητῶς ἢ ἐμμέσως,2 μέχρι καὶ τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας πρό τοῦ 2002/2004 εἶχαν ρητῶς μυστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας. Ἡ δέ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποστείλει ὄχι μία ἀλλὰ τρεῖς (3) Συνοδικὲς Ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς νεωτεριστὲς παρηκόους: ἀρ. πρωτ. 499 / 16-2-1951, ἀρ. πρωτ. 1353 / 9-6-1956, ἀρ. πρωτ. 1137 / 13-3-1974 (εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων μηδὲ συνιέντων).3

Οἱ πιστοὶ ἄκουγαν τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ὅπως τὶς ἄκουγαν καὶ οἱ Ἱερεῖς, καὶ ἀνταποκρινόμενοι καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ ὁ Λαός,4 προσεύχονταν κατὰ διάνοιαν, μυστικῶς, (ὁ Ψάλτης μόνον ἐκφώνως, ὡς «ὁδηγός» τῶν Πιστῶν τρόπον τινα στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν Εὐχὴ τοῦ Διακόνου).

Ἀπὸ τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές, οἱ πιστοὶ ἄκουγαν μόνον τὴν «νεωτέραν» ὀπισθάμβωνον Ἱερατικὴ Εὐχὴ στὸ τέλος,5 γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε λεγόταν καὶ ἐκφώνως στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦνε οἱ πιστοί, τότε δὲν ὑπῆρχαν μικρόφωνα, μεγάφωνα) πάντοτε πρὸς ἀνατολάς στραμμένος ὁ Ἱερεύς, μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ποὺ τότε ἦταν στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (ἢ ὄπισθεν τοῦ ἄμβωνος, ὀπισθάμβωνος, ἂν «βλέπεις» τὸν ἄμβωνα ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Ἱεροῦ).

Ἐπίσης καὶ οἱ Ἱερεῖς δὲν ἀκοῦνε τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, οὔτε καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια, οὔτε καὶ κανεὶς Ὀρθόδοξος πιστὸς εὔχεται στὴν Ἐκκλησία εἰς ἐπήκοον τοῦ διπλανοῦ του πιστοῦ. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Διάκονος προσφωνεῖ, δὲν λέει Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητι πάτερ! Καὶ ἐσεῖς πιστὲ Λαέ ἀκούετε τὸν πάτερ νὰ προσεύχεται ἐκφώνως! Οὔτε λέει, Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητε πιστοί! Ἀλλά, τί προσφωνεῖ; Προσφωνεῖ: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν! Ὁ Διάκονος σὲ ποιοὺς λέει τὸ δεηθῶμεν; Φυσικά, στὸν Ἱερέα, καὶ στὸν πιστὸ Λαό. 6, 7, 8

 Β. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Πιστῶν (καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια)

Λένε οἱ νεωτεριστές, ὅτι πρέπει νὰ ἀκοῦνε οἱ πιστοὶ - κατ’ ἐπέκτασιν καὶ οἱ μοναχοὶ στὰ μοναστήρια - τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως.

Ἂν παραθεωρήσουμε τὸν νεωτερισμὸ τῆς θέσης αὐτῆς, δὲν διευκρινίζουν τί ἀκριβῶς καλοῦνται νὰ κάνουν οἱ πιστοὶ (καὶ οἱ μοναχοί) ὅταν ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει δυνατὰ τὴν μυστική Ἱερατικὴ Εὐχή. Τὸν ἀκοῦνε ἐνεργῶς (στοχάζονται διανοητικῶς ἢ πῶς ὁρίζεται τὸ ἐνεργῶς; ), παθητικῶς, ἢ παρακολουθοῦν ἀναγνωστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές ἀπὸ τὰ ἔσχατα μοντερνιστικὰ Ἱερατικὰ τῶν Πιστῶν; Ἂν φύγει ὁ νοῦς τους (ἂν χαζέψουν) γιὰ λίγο, καὶ δὲν ἀκούσουν ἢ δὲν διαβάσουν μιὰ-δυὸ-δέκα προτάσεις ἀπὸ τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως (ἢ καὶ ὁλόκληρη τὴν Εὐχή) τί γίνεται ἡ «συμμετοχή» τους;

Μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ ὁ πιστὸς ἀκούγοντας τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως ἢ μεταβάλλεται σὲ στοχαστὴ ἢ ἀκροατή, καὶ ἴσως κατόπιν σὲ ἀδιάφορο θεατή;9

Ἡ Προσευχὴ δὲν εἶναι ἀκρόαση ἢ κατανόηση ἢ ἐρμηνεία Εὐχῶν, οὔτε θεατρικὴ παρακολούθηση. Ἡ Λειτουργικὴ Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸ νὰ παρίσταται ὡς ἀκροατὴς ἢ κατανοητὴς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν οὔτε ὡς θεατὴς τῶν Ἱερέων, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει προσευχητικῶς στὴν κοινὴ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ προσευχηθεῖ ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ κοινοῦ ὑπακούοντας καὶ ἀνταποκρινόμενοι, μυστικὰ προσευχόμενοι ἕκαστος, στὶς κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου («αἱ τοῦ πλήθους Εὐχαί» καὶ «αἱ τῶν ἱερέων Εὐχαί» λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, βλ. καὶ τὸν Ἅγιο Πορφύριο).10 Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ κοινὴ Προσευχή! Οἱ μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως καὶ τῶν Πιστῶν δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὲς οὔτε ἀσύνδετες μεταξύ τους προσευχές, ἀλλὰ μία κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Προσευχή, χάριτι Θεοῦ, ποὺ ἀνεβαίνει στὸν Θεό.

Ὅταν ὅμως ἡ ἀκρόαση, ἡ ἀπαγγελία, γίνεται συνεχής, θεολογικὴ καὶ νοηματικὰ πυκνή, καὶ δεσμευτική, ἐμποδίζει τὴν νοερὰ Προσευχή τοῦ πιστοῦ, καὶ μεταβάλλει τὸν πιστὸ σὲ παρακολουθοῦντα ἀκροατή. Ὅμως ὁ Διάκονος εἶπε τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ὄχι δεήθητι Πάτερ! Καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ (συμ)προσευχηθεῖ μυστικῶς καὶ ὁ ἐκφώνως προσευχόμενος Ἱερεὺς δυσχεραίνει τὴν νοερὰ προσευχή του (ἐν γνώσει, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, ἰδιαίτερα μὲ τὰ μικρόφωνα). Γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ μεγάλος ἐργάτης τῆς προσευχῆς, ἀπαθὴς καὶ νηπτικὸς Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής φώναξε στὸν ἱερομόναχο: «Μὴ φωνάζῃς, παπᾶ, πές τις σιγανά, ὅπως ἀναφέρεται μέσα στὸ Ἱερατικό, ὅτι μυστικῶς λέγονται».11, 12

Τὸ ἴδιο παθαίνουν ἀπὸ τὸν ἐκφώνως προσευχόμενον Ἱερέα ὄχι μόνον οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ ὅσοι συλλειτουργοῦντες Πρεσβύτεροι θέλουν νὰ συμπροσευχηθοῦν. Παλαιότερα ἡ Παράδοση τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου εἶχε ὁ κάθε Ἱερεὺς (καὶ ὁ κάθε Ἐπίσκοπος) νὰ προσεύχεται κατ’ ἰδίαν τὶς μυστικὲς Ἰερατικὲς Εὐχές,13 ὅπως καὶ ὁ κάθε πιστός (καὶ μοναχὸς) κατ’ ἰδίαν προσεύχεται, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου: «κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου».

Ὅμως ἂν καὶ κατ’ ἰδίαν προσευχόμενοι ὅλοι στὴν Ἐκκλησία (Ἱερεῖς καὶ πιστοί) ἀνταποκρινόμενοι στὶς διὰ Προσφωνήσεως Κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ἐν τούτοις Μία Προσευχή, μία Δύναμις πηγαίνει στὸν Θεό (ὑποσ. 10)!

«Ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμοθυμαδὸν ἀναπέμπῃ τὴν δέησιν μιᾷ φωνῇ, Ἱερέων παρόντων, καὶ τὰς Εὐχὰς τοῦ κοινοῦ πλήθους ἀναφερόντων», Χρυσόστομος [PG 56, 182], πρβλ. [PG 48, 725], δηλ. «ἀναπέμπεται [ἡ Δέηση] ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μίαν ψυχήν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν Ἱερέων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν εἰς τὸν Θεὸν τὰς προσευχὰς τοῦ Ἐκκλησιάσματος»,14 γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ πληθυντικὸς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν ποὺ παρερμηνεύουν οἱ νεωτεριστές. Ὁ πληθυντικὸς σημαίνει ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναφέρει καὶ τὶς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, ὄχι ὄτι πρέπει νὰ ἀκούγονται οἱ μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχές στοὺς πιστούς.15

Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς θέλει ἢ προσπαθήσει νὰ προσευχηθεῖ ἀκούγοντας τὴν μυστικὴ Προσευχὴ τοῦ Ἱερέα (ὅπου λέγεται ἐκφώνως), ἀποσπᾶται ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν προσευχή του, γιὰ νὰ παρακολουθήσει, νὰ κατανοήσει, ἂν καὶ ὅσο μπορέσει, καὶ ὅσο κυρίως ἡ θεολογική καὶ πνευματική του στάθμη τὸ ἐπιτρέπει, τὸ ἀκροώμενο. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς κρατάει μπροστά του τὸ κείμενο τῆς μυστικῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἢ τὴν διαβάζει σὲ νεοελληνική ἀπόδοση,16 καὶ πάλι ἐνδέχεται νὰ πέσει στοὺς αὐτοὺς καὶ περισσότερους περισπασμούς: προσπαθεῖ νὰ διαβάζει, νὰ ἀκούει, νὰ μὴ χάνει τὰ λόγια, νὰ μελετᾶ, νὰ στοχάζεται, νὰ προσπαθεῖ ἐγκεφαλικὰ νὰ ἐννοήσει τὰ θεολογικὰ νοήματα, νὰ προσέχει τυχὸν λάθη τοῦ Ἱερέως ἢ καὶ τοῦ κειμένου, ἢ ἂν διαβάζει σωστὰ ὁ Ἱερεύς ἀποδίδοντας τὸ νόημα, καὶ συγχρόνως προσπαθεῖ νὰ ...προσεύχεται (ἂν διαβάζει καὶ ἀπὸ τὸ κινητό, τότε ἀκόμη χειρότερα). Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι Προσευχή, ἀλλὰ κἂν ἀκουστικὴ ἢ καὶ διανοητικὴ παρακολούθηση.

Στὴν οὐσία οἱ νεωτεριστές «δεσμεύουσιν γὰρ φορτία βαρέα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων».

Τί εἶναι Προσευχή; «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἢ αἴτησις τῶν προσηκόντων παρὰ Θεοῦ», Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [PG 94, 1089C-D, κεφ. ΞΔʹ].17 Ἡ αἴτησις στὴν Λειτουργία εἶναι προσωπικὴ προσευχητικὴ ἀνταπόκριση (πρὸς τὸν Θεόν) στὴν Κοινὴ Εὐχὴ ὑπὸ τοῦ Διακόνου (ἢ τὰ κατ’ ἰδίαν αἰτήματα ἑκάστου), δὲν εἶναι ἀκρόαση τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἱερέως. Καὶ «ἀνάβασις νοῦ18 πρὸς Θεὸν» εἶναι ἡ ὁμιλία τοῦ νοῦ μας πρὸς τὸν Θεόν, διότι «ἡ Προσευχή, ὁμιλία ἐστὶ νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1168C, κεφ. Γʹ]. Βέβαια ὑπάρχει καὶ ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἄνευ ὁμιλίας.19 Ἂν σὲ τυχὸν ὁμιλία μας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸ ἢ κάποιον Ἄρχοντα ἢ κάποιον ποὺ ἔχουμε «ψηλά», λαμβάνουμε τὸ ἀνάλογο «σχῆμα», πολὺ περισσότερο στὴν ὁμιλία μας (προσευχή μας) πρὸς τὸν Θεόν.

Λέει ὁ Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος: «οὐσιαστικὰ οἱ Ἅγιοι δὲν σκέφτονται, προσεύχονται,20 δηλ. καταργεῖται ἡ σκέψις καὶ παραμένει ἡ προσευχὴ ἡ ὁποῖα εἶναι ἐρώτησις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, οἱ ἐν Χριστῷ ἄνθρωποι».21

Ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ὁ πιστὸς καὶ ὁ νέος (συνήθως) ποὺ χρησιμοποιεῖ νεωτεριστικὸ «Ἱερατικὸν τῶν πιστῶν» στὴν Λειτουργία. Παρίσταται τόσο χρόνο στὴν Ἀκολουθία, καὶ στὴν οὐσία λόγῳ τῶν περισπασμῶν εἶναι δύσκολο νὰ προσευχηθεῖ ἀληθινά.

Πιὸ πολὺ καὶ πιὸ ὀρθὰ θὰ κατανοήσεις Χάριτι Θεοῦ τὴν Λειτουργία, συμμετέχοντας μὲ τὴν μυστικὴ προσευχή σου στὴν Λειτουργία, παρὰ μὲ τὸ διάβασμα (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι καλὸ, ὅταν τὸ βιβλίο δὲν ἔχει πλάνες, ἐκτὸς ὅμως τῆς Ἀκολουθίας, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας). «Ἡ Προσευχὴ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ὁ ἄνθρωπος προσευχηθεῖ τότε θὰ λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεόν».22 Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐργαζόμαστε καὶ τὴν ἀρετή γιὰ νὰ ἔχει δύναμη ἡ προσευχή.

Βέβαια, οἱ ἐκφωνήσεις τῶν Ἱερέων, οἱ εὐλογίες, οἱ ἀνήκουσες στὴν Παράδοση προτροπές (ὄχι τὰ μοντερνιστικὰ «ὅλοι μαζί»), τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ σοφὰ τὰ ἔχει βάλει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴν τάξιν τῆς Λειτουργίας, καὶ ποὺ εἶναι δοξολογία, κατήχηση, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ πνευματικὴ ἐνδυνάμωση χάριτι Θεοῦ γιὰ προσεκτικωτέρα προσευχή, αὐτὰ παραδοσιακῶς ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς.

 Γ. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Ἱερέων

Ἡ ἔκφωνη προσευχή τοῦ Ἱερέως στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι μόνον ἀντιπαραδοσιακή,23 ἀντικανονική,24 δὲν περισπᾶ μόνο τοὺς προσευχόμενους πιστούς ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή τους, ἀλλὰ περισπᾶ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Ἱερέα. Ἡ «[ἔκφωνη] ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀπαιτεῖ στόμφον, χρωματισμὸν τῆς φωνῆς καὶ πολλάκις πομπῶδες ὕφος καὶ ἄλλας «ὑποκριτικὰς» ἱκανότητας, στοιχεῖα ἐρχόμενα εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ κατανυκτικὴν ἀτμόσφαιραν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας».25 Ἡ ἐπὶ τούτου ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν δύναται νὰ μεταβάλει τὴν Προσευχὴ σὲ ἔγνοια ἀκρόασης, ρητορικὴ ἐπίδειξη ἢ λειτουργικὴ παρουσίαση. Ὁ Ἱερεὺς κινδυνεύει ἀπὸ προσευχόμενος Λειτουργὸς νὰ γίνει ἀναγνώστης.

Ὡς προσευχόμενος Λειτουργὸς ὅμως, προχωρεῖ «μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ», [PG 98, 429A].26 Γιὰ τὸ Ἱερατικὸ Συλλείτουργο ἀναφερθήκαμε στὴν ἐνότητα §Β.

Ἔτσι ὁ ἐκφωνὼν τὶς μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας Ἱερεύς, ἐπὶ τούτου, γιὰ νὰ τὶς ἀκούει ὁ Λαός, ἀδικεῖ πρῶτα τὸν ἑαυτό του, ἀδικεῖ τοὺς πιστοὺς στερῶντας τους τὴν ἀληθινὴ Προσευχὴ καθιστῶντας τους ἑκόντας ἄκοντας ἀκροατές τῶν μυστικῶν Εὐχῶν του (πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ θεωροῦσαν ἄτακτο - καὶ σωστά - ἂν τὸ ἔπρατταν οἱ πιστοὶ ἢ οἱ μοναχοὶ φωνάζοντας τὶς μυστικὲς εὐχές τους), ἀλλὰ τὸ κυριώτερο ἀδικεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μειώνοντας τὴν δύναμη τῆς Προσευχῆς της.

Συνάμα, ἡ ἐκφώνηση τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας κρύβει Κληρικαλισμό. Κληρικαλισμὸς δὲν εἶναι ἡ μυστικὴ Προσευχὴ τῶν Ἱερέων (καὶ ὁ Λαὸς μυστικῶς προσεύχεται), ἀλλὰ ἀπεναντίας εἶναι ἡ ἀντιπαραδοσιακῶς ἐπὶ τούτου ἔκφωνη πολλάκις ἐπιτετηδευμένη Προσευχή τους, ὅταν γίνεται γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἀφήνουν τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν ἀληθινά.

Τέλος, καὶ τῷ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν.

 Υποσημειώσεις

1 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 201, Τόμος Βʹ (1994), #235, σ. 229, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 192, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #558, σ. 222.

2 Παν. Παπαδημητρίου, Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, 30/10/2022.

3 Τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγιναν ἐπανειλημμένες Συνοδικὲς αὐστηρὲς παρεμβάσεις φανερώνει ὅτι ἡ νεωτεριστικὴ πρακτικὴ δὲν ἦταν ἕνα τυχαῖο μεμονωμένο φαινόμενο, ἀλλὰ ἦταν ὀργανωμένη ἐπίμονη λειτουργικὴ παρέκκλιση.

4 Καὶ πάντες οἱ πιστοὶ κατὰ διάνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν προσευχέσθωσαν, λέγοντες· Κύριε ἐλέησον, [PG 1, 1076-1077]. Ἅγιοι Ἀποστόλοι: «ἑστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ προσευχομένου ἡσύχως». [PG 1, 737]. Τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος: «καὶ ἡμεῖς οὖν ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναχθέντες, τῇ συνειδήσει ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος βοήσωμεν πρὸς Αὐτὸν ἐκτενῶς, εἰς τὸ μετόχους ἡμᾶς γενέσθαι τῶν μεγάλων καὶ ἐνδόξων ἐπαγγελιῶν Αὐτοῦ», [PG 1, 277]. —Περαιτέρω, βλέπε στὸ ἄρθρο μας τοῦ ΙΘʹ Κανόνος τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, τὶς ὑποσημειώσεις 11 καί 15, διὰ τὸ κατὰ διάνοιαν.

5 Αὐτὴ ἡ Εὐχὴ προστέθηκε στὴν Λειτουργία λόγῳ τῶν περίεργων γνωσιμαχούντων [Ἅγ. Γερμανὸς Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως (640-740 μ.Χ.) [PG 98, 452C], ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψαν νὰ ὑπάρχουν στὴν Ἐκκλησία ἀνὰ τοὺς αἰώνες. Βλ. ἐπίσης, Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, Εἰσήγηση στὴν ἡμερίδα τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν: Στὸν ἀπόηχο τῆς Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης - Ἀναταράξεις στὴ Θεία Λατρεία, 11/6/2023.

6 Παν. Παπαδημητρίου, Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε, γʹ ἔκδοσις, 15/5/2026.

7 «Τό γάρ, Δεηθῶμεν, οὐ τοῖς Ἱερεῦσι λέγεται μόνον, ἀλλά καί τοῖς εἰς τόν Λαόν συντελοῦσιν» [PG 61, 399].

8 «Αὐτὸ τὸ “δεηθῶμεν” ὡς καὶ τὸ “στῶμεν καλῶς” ποὺ ἀκούομεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἀπευθύνονται μόνον εἰς τοὺς Ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἐκκλησίασμα, τὸν λαόν», Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 34.

9 Εἶπε ἕνας ἀνώνυμος Ἱερεύς σὲ σχόλιό του σὲ μιὰ ἀνάρτηση στὸ Ἰστολόγιο Ἀναστάσιος: «Τὸ ἂν οἱ Εὐχὲς βοηθοῦν στὴν κατανόηση τῆς λατρείας καὶ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ, φαίνεται ξεκάθαρα ἀπ΄τον τρόπο συμμετοχῆς τῶν χριστιανῶν στὰ Μυστήρια τῆς Βάπτισης, τοῦ Γάμου καὶ στὶς Κηδεῖες ποὺ τὰ ἀκοῦν ὅλα ἐκφώνως. Καμία συγκίνηση, καμία αἴσθηση, τοῦ χώρου, γιὰ νὰ μὴν πῶ μηδενικὴ συμμετοχὴ καὶ ἀσέβεια χειρίστης μορφῆς! Καὶ δὲν τολμᾶς νὰ πεῖς μισὴ κουβέντα γιατί θὰ σοῦ κάνουν μήνυση! Μόνο καὶ μόνο ἀπὸ τὸ ντύσιμο καὶ τὴ στάση τους, κατανοεῖς ὅτι δὲν τοὺς ἀγγίζει τίποτα! Κανεὶς σχεδὸν δὲν παρακολουθεῖ! Τί φταίει στὴν περίπτωση αὐτή;» (πρόσβαση 27/5/2026).

10 Ἐνότητες §Β, §Γ τοῦ ἄρθρου: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε, γʹ ἔκδοσις, 15/5/2026.

11 Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσὴφ ὁ Ἠσυχαστῆς καὶ Σπηλαιώτης (1897-1959), Γέροντος Ἐφραῖμ Φιλοθεΐτου, ἔκδ. Ἱ.Μ. Ἁγίου Ἀντωνίου Ἀριζόνας, USA, ἔκδοσις θʹ 2019, σ. 160.

12 Παν. Παπαδημητρίου, Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές, 8/2/2022· Ὀρθόδοξος Τύπος, 13/1/2023-27/1/2023, ἀρ. φύλλων 2431-2433.

13 Παν. Παπαδημητρίου, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, 21/12/ 2022.

14 Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 31.

15 Δηλαδὴ μὲ τὴν παρερμηνεία τῶν νεωτεριστῶν, ἂν οἱ πιστοὶ προσεύχονται Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον τὸν Ἱερέα, ἢ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον ἡμᾶς, πρέπει νὰ ἀκούγονται στὸν Ἱερέα καὶ στοὺς διπλανοὺς πιστοὺς ἐπειδὴ προσεύχονται στὸν πληθυντικό; Ἢ ἀπουσίᾳ μικροφώνου γιὰ τοὺς πιστούς, πρέπει νὰ πᾶνε στὸν Ἱερέα νὰ τοῦ ποῦν στὸ αὐτὶ ὅτι τώρα προσεύχομαι γιὰ σένα;

16 Ἄλλο θέμα εἶναι ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση, ποὺ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἀποδώσουν καὶ ὑπάρχουν τόσες μεταφρασμένες ἐκδόσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἄλλη μετάφραση ἡ ΖΩΗ, ἄλλη ὁ ΣΩΤΗΡ, ἄλλη ὁ ΣΤΑΥΡΟΣ, ἄλλη ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κλπ.). Ἂν πάει κάποιος στὶς Ἀγγλικὲς ἐκδεδομένες μεταφράσεις καὶ παραφράσεις (αἰσίως κοντὰ στὸν ἀριθμό 900), ἐκεῖ στὰ Ἀγγλικὰ οὔτε ἐπίσημη Ὀρθόδοξη μετάφραση δὲν ὑπάρχει ἀκόμη.

17 Ἐπίσης, «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1173, κεφ. ΛΕʹ].

18 «ὀφθαλμὸς γὰρ καὶ τὸ καθαρώτατον τῆς ψυχῆς ἐστιν ὁ νοῦς», [PG 95, 144B]. «Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ' οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ' ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον (ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς), αὐτεξούσιος, θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ κτιστή, πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι εἴληφεν», [PG 94, 924B].

19 Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τ. Αʹ, Βʹ ἔκδ. 2011, Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, σ. 109.

20 «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς» (Αʹ Θεσ. εʹ 17). Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἰδιαίτερα στὶς Ἀκολουθίες.

21 Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’38’’ (1η σειρά - ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία).

22 Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’29’’ (1η σειρά - ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία).

23 Ἰωάννης Φουντούλης: «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».

24 Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, 3/4/2022.

25 Πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Κ. Καραπαναγοπούλου, Ἡ Θεία Λειτουργία (Εἰσαγωγή – Κείμενον – Ἑρμηνεία), Ἀθῆναι 1975, σ. 12.

26 Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας ..., Κεφ. 53, 65.

27 analogion.gr/typikon/liturgy-articles.

28 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.

8 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.