Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2026

 

Άγιος Απόστολος Τίτος: Ο πρώτος Επίσκοπος Κρήτης

 

ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Ανάμεσα στους πιστούς μαθητές, συνοδούς και συνεργάτες του αποστόλου Παύλου ήταν και ο απόστολος Τίτος, ο πρώτος Επίσκοπος Κρήτης.

     Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του. Τα περισσότερα τα αντλούμε από την Καινή Διαθήκη. Ήταν ελληνικής καταγωγής και καταγόταν από την Αντιόχεια. Σύμφωνα με μεταγενέστερη τοπική παράδοση της Κρήτης, ο Τίτος ήταν Κρητικός, από γένος επισημότατο, που ανήγε την αρχή του στο μυθικό βασιλιά της Κνωσού, το Μίνωα και αναφέρεται ως συγγενής του Ρωμαίου ανθυπάτου της νήσου Ρουστίλλου (Ρουστούλου).

      Γεννήθηκε περί το 20 μ. Χ. από ευκατάστατη οικογένεια, για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτε και η οποία έχοντας την οικονομική δυνατότητα και του έδωσε σοβαρή παιδεία. Καταγόταν από ειδωλολάτρες γονείς και ο ίδιος ήταν συνεπής λάτρης της θρησκείας των γονέων του. Σπούδασε την ελληνική φιλοσοφία και την ποίηση.

      Έφηβος βρέθηκε, για άγνωστο λόγο, στα Ιεροσόλυμα, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έγινε αυτόπτης μάρτυρας των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου, τα οποία τον συγκλόνισαν και γι’ αυτό ζητούσε να μάθει για τη νέα πίστη. Προφανώς γνωρίστηκε με τον απόστολο Παύλο, στον οποίο άσκησε μεγάλη επιρροή η προσωπικότητα του μεγάλου αποστόλου και από τον οποίο κατηχήθηκε και βαπτίστηκε. Έκτοτε προσκολλήθηκε  σε αυτόν και τον υπηρέτησε πιστά ως γραμματέας και διερμηνέας του και γενικά ως υποστηρικτής του ιεραποστολικού του έργου

       Για πρώτη φορά αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, ακολουθώντας τον Παύλο και τον Βαρνάβα στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων, η οποία πραγματοποιήθηκε το 49 μ. Χ. και είχε ως θέμα την εισδοχή των εθνικών (ειδωλολατρών μη Ιουδαίων) στην Εκκλησία, κατά την οποία επικράτησε η θέση του Παύλου, ότι δεν χρειαζόταν να γίνει κάποιος ειδωλολάτρης πρώτα ιουδαίος, δηλαδή να περιτμηθεί και κατόπιν να βαπτιστεί.

      Κατόπιν τον βλέπουμε να ακολουθεί πιστά και αφοσιωμένα τον Παύλο στις μεγάλες αποστολικές του περιοδείες, στη Μικρά Ασία, την Μακεδονία, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Φαίνεται πως ο σύνδεσμος των δύο ανδρών ήταν στενός και γι’ αυτό ο Παύλος του ανέθετε εμπιστευτικές αποστολές και υπηρεσίες. Προς το τέλος του έτους 56 μ. Χ ο Παύλος, καθώς ο ίδιος αναχώρησε από την Ασία, έστειλε τον Τίτο από την Έφεσο στην Κόρινθο, κομίζοντας επιστολή και προφορικές εντολές του για τη διευθέτηση προβλημάτων στη τοπική Εκκλησία και  για να συγκεντρώσει χρήματα για τους φτωχούς της Ιερουσαλήμ.

       Αρχαία παράδοση αναφέρει πως ο Παύλος μετά την απελευθέρωσή του στη Ρώμη, περί το 62-63 μ. Χ., πέρασε από την Κρήτη και στάθηκε στο νησί, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Είχε μια σύντομη παραμονή και συνάντησε πολλές δυσχέρειες, διότι οι Κρήτες είχαν αποδειχτεί εν πολλοίς αμετάπειστοι. Για το λόγο αυτό άφησε τον Τίτο στο νησί για να συνεχίσει το έργο του. Μάλιστα του έστειλε και μια σημαντική ποιμαντική επιστολή, στην οποία τόνισε: «τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τίτ.1,5). Είχε μάλιστα ως πολύτιμους συνεργάτες τον νομικό Ζηνά και τον περίφημο Απολλώ τον φιλόσοφο. Στην Επιστολή του ζητά ο Παύλος να μεταβεί στην Νικόπολη (πιθανότατα της Ηπείρου), για να τον συναντήσει, όπου σκόπευε να ξεχειμωνιάσει ο Παύλος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Τίτος συνέχισε το ταξίδι του στη Δαλματία, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο και κατόπιν επέστρεψε στην επισκοπή του στην Γόρτυνα της Κρήτης.     

       Η δράση του Τίτου, ως Επισκόπου, στην Κρήτη δεν μας είναι αρκετά γνωστή, διότι δεν μας διασώθηκαν οι καταγραμμένες πληροφορίες για την πρώιμη περίοδο της Εκκλησίας στη μεγαλόνησο. Από το περιεχόμενο της προς Τίτον Επιστολής συμπεραίνουμε ότι ο ένθερμος μαθητής του Παύλου Τίτος εργάστηκε δραστήρια και εδραίωσε την Εκκλησία του Χριστού στη νήσο.

      Σύμφωνα με την εντολή του Παύλου, γύριζε στις πόλεις και τα χωριά, όπου κήρυττε και ίδρυε χριστιανικές κοινότητες, στις οποίες χειροτονούσε και καθιστούσε πρεσβυτέρους. Η παράδοση αναφέρει πως ίδρυσε εννέα επισκοπές στο νησί, στην Κνωσό, την Ιεράπυτνα, την Κυδωνία, τη Χερσόνησο, την Ελεύθερνα, τη Λάμπη, την Κίσαμο, την Κάντανο, και τη Γόρτυνα. Φαίνεται ότι όρισε ως κέντρο της ποιμαντικής και ιεραποστολικής του δράσεως τη Γόρτυνα, η οποία είχε εξελιχθεί σε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο στο νησί. Μάλιστα εκεί αργότερα, ανεγέρθηκε μεγαλοπρεπής ναός, ρυθμού βασιλικής, προς τιμήν του αγίου αποστόλου.

     Κατόρθωσε, με τη βοήθεια των φιλοσοφικών του γνώσεων και τη γνώση της αρχαιοελληνικής γραμματείας, να αντιμετωπίσει τις αντιρρήσεις των μορφωμένων ειδωλολατρών του νησιού, καταρρίπτοντας τις ανόητες σοφιστείες τους, για την δήθεν σύνδεση της φιλοσοφίας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την ειδωλολατρική θρησκεία. Τους απέδειξε ότι η αληθινή σοφία προέρχεται από το Θεό και πως η κατά κόσμον σοφία έχει σχετική αξία, διότι είναι προϊόν του νου, του πεπερασμένου ανθρώπου.

      Δεν γνωρίζουμε για το τέλος του. Πιθανόν να βρήκε μαρτυρικό θάνατο, περί το τέλος του 1ου μ. Χ. αιώνα. Σύμφωνα με άλλη αρχαία παράδοση ο Τίτος κοιμήθηκε ειρηνικά σε ηλικία 94 ετών περί το 105 μ. Χ.        

      Τα λείψανα του φυλάσσονταν στον περικαλλή αυτόν ναό στη Γόρτυνα και είχε γίνει, με το πέρασμα του χρόνο, παγκρήτιο κέντρο προσκυνήσεως. Για τους μετέπειτα χρόνους, ιδιαίτερα την αραβοκρατία, δεν έχουμε πληροφορίες για την Εκκλησία στην Κρήτη. Γνωρίζουμε όμως πως μετά την απελευθέρωση του νησιού από τον Νικηφόρο Φωκά στα 961, το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της Κρήτης μεταφέρθηκε στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, όπου και κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν του. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στη Βενετία, στη βασιλική του Αγίου Μάρκου. Το 1966 μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου φυλάσσονται και θαυματουργούν στον περικαλλή ναό του Αγίου Τίτου.

      Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου.

      Όπως προαναφέραμε, ο απόστολος Παύλος έγραψε και μια σύντομη, αλλά περιεκτική σε νοήματα και ποιμαντική αξία επιστολή προς τον άγιο Τίτο. Περιέχει τρία κεφάλαια, στα οποία ο μεγάλος απόστολος δίνει πολύτιμες συμβουλές στον αγαπημένο μαθητή του, πως να ασκήσει το ποιμαντικό του έργο στην Κρήτη, όπου η ειδωλολατρία είχε ακόμη ισχυρές ρίζες και κανόνιζε την καθημερινή ζωή των Κρητών. Του παραγγέλλει να χειροτονεί και να εγκαθιστά Πρεσβυτέρους και Επισκόπους στο νησί, ορίζοντας τις προϋποθέσεις των προσώπων αυτών. Επίσης τον συμβουλεύει πως θα αντιμετωπίσει τους ψευδοδιδασκάλους οι ποίοι χαρακτηρίζονται ως «ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς, οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τιτ,1,10-11). Προτρέπει τους χριστιανούς της Κρήτης «μὴ προσέχοντες ᾿Ιουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν» (Τιτ.1,14). Ακολούθως ορίζει την χριστιανική ζωή, πώς να ζουν και να πολιτεύονται κατά Χριστόν, οι πιστοί. Τονίζει επίσης το γεγονός ότι η παρουσία του Χριστού στον κόσμο έφερε μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα, διότι «᾿Επεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις» (Τιτ.23,11). Τώρα μπορούμε να

βιώνουμε « (τας) παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου, οὗ ἐξέχεεν ἐφ' ἡμᾶς πλουσίως διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ' ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (Τιτ.3,5-7). Η σημαντική αυτή επιστολή συγκαταλέγεται στις λεγόμενες «Ποιμαντικές Επιστολές» και είναι ενταγμένη στον κανόνα της Καινής Διαθήκης.



 

Ο Άγιος Διονύσιος Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης  

Ο θαυματουργός πολιούχος και προστάτης της Ζακύνθου και της Αιγίνης

Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον,

τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv,

Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί,

βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς·

Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι·

Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι·

δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.

  Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. (Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο )

Σε ηλικία 21 ετών μένει ορφανός και αποφασίζει να απαρνηθεί τα εγκόσμια και να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό κείρεται μο­ναχός λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ και εγγράφεται στη μονή της Μεταμορφώσεως Σωτήρος των Στροφάδων Νήσων, ενώ το 1570 καθίσταται ισόβιος ηγούμενος της ιστορικής μονής της Παναγίας Αναφωνήτριας στη Ζάκυνθο, η οποία ανεγέρθηκε το 1381. Ο Άγιος ακτινοβολεί με την πνευματικότητα και τις αναρίθμητες αρετές του και γίνεται πρότυπο μοναχού και πόλος έλξης για εκατοντάδες ψυχές, που βρίσκουν την παρηγοριά, την ανακούφιση και τη γαλήνη κοντά του.

Το 1577 αναχωρεί από τη Ζάκυνθο για να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα. Στο ταξίδι του αυτό περνά από την Αθήνα και επισκέπτεται τον Μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα, ο οποίος τον παρακινεί να χειροτονηθεί επίσκοπος και να αναλάβει την επί 40 έτη χη­ρεύουσα Αρχιεπισκοπή της Αίγι­νας. Ο Δανιήλ αρνείται την πρόταση, αλλά μετά από πίεση χει­ροτονείται επίσκοπος Αιγίνης λαμ­βάνοντας το όνομα Διονύσιος προς τιμήν του πολιούχου των Αθηνών Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Στην Αίγινα ο Άγιος αναδεικνύεται φιλόστοργος ποι­μένας των κατοίκων της επαρχίας του, προσφέροντας σε όλους ως λύχνος Χριστού την πνευματική του καθοδήγηση. Ο ταπεινός όμως ιεράρχης νοσταλγεί την κατά Θεόν ησυχία και άσκηση. Γι’ αυτό και το 1578 παραιτείται από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αίγινας και επιστρέφει στη Ζάκυνθο και στο μοναστήρι της Παναγίας Αναφωνήτριας. Εκεί διορίζεται από τον Πα­τριάρχη Ιερεμία Β’ χωρεπίσκοπος και πρόεδρος της Ζακύνθου. Στο νησί αναπτύσσει αφιλοκερδώς πλούσια ποιμαντική δραστηριότητα, η οποία όμως ενοχλεί τον αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Φιλόθεο Λοβέρδο. Τότε ο Άγιος αποφασίζει να αποτραβηχτεί στο μοναστήρι του, προτιμώντας την ησυχία και την προσευχή. Έτσι αποφεύγει με αυτό τον τρόπο την αντιπαράθεση με τον Φιλόθεο και τη διατάραξη της ειρήνης μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας.

Το 1580 ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου, ο Κωνσταντίνος, δολοφονείται. Ο φονιάς, που καταζητείται από τις αρχές, βρίσκει καταφύ­γιο και προστασία στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου εξομολογείται το βαρύτατο αμάρτημά του στον Άγιο, χωρίς να γνωρίζει, ότι είναι ο αδελφός του θύματος. Ο Άγιος υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση και αναδεικνύεται γνήσιος μιμη­τής Ιησού Χριστού προσφέροντας σε όλους μας ένα ζωντανό και φωτεινό παράδειγμα χριστιανικής αγάπης και συγχωρητικότητος. Έτσι κρύβει τον φονιά από αυτούς, που τον ψάχνουν για να τον συλλάβουν. Στη συνέχεια τον συγχωρεί, τον καθοδηγεί πνευμα­τικά και τον φυγαδεύει με μία βάρκα.

Το 1581 βά­ζει ανεπιτυχώς υποψηφιότητα για τον θρόνο της Αρχιεπισκοπής Ζακύνθου και Κεφαλληνίας και το 1583 εκλέγεται εφημέριος στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Όμως ο πόθος του για ησυχία και άσκηση τον οδηγεί και πάλι στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου θα παραμείνει τα τελευ­ταία χρόνια της ζωής του μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου του 1622, ημέρα κατά την οποία ο Άγιος καταβε­βλημένος από τα γηρατειά και τις ασθένειες, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή.

Την επόμενη ημέρα το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στο μοναστή­ρι των Στροφάδων και λίγα χρόνια αργότερα κατά την ανακομιδή βρέθηκε ακέραιο και ευωδιάζον.

Το 1645 το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο εξαιτίας του βενετοτουρκικού πολέμου, αλλά αργότερα θα επιστρέψει και πάλι στις Στροφάδες.

Το 1703 ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γαβριήλ διεκήρυξε με επίσημη πατριαρχική και συνοδική πράξη την αγιότητα του Αγίου και ορίστηκε η 17η Δεκεμβρίου ως η ημέρα εορτασμού της μνήμης του.

Το 1717 πειρατές λεηλάτησαν τη μονή των Στροφάδων και οι διασωθέντες μοναχοί πήραν το λείψανο και το μετέφεραν στις 24 Αυγούστου του 1717 στη Ζάκυνθο, ημέρα του κατ’ έτος πανηγυρικού εορτασμού της ανακομιδής του ιερού λειψάνου.

Αναρίθμητα είναι τα θαύματα, που έχει τελέσει ο Άγιος με τη χάρη του Θεού και χιλιάδες είναι οι προσκυνητές, που καταφθάνουν στη Ζάκυνθο για να προσκυνήσουν το εδώ και τέσσερις αιώνες άφθαρτο λείψανο του Αγίου, που φυλάσσεται μέσα στην αριστουργηματική αργυρόγλυπτη λάρνακα του 1829 στον ομώνυμο περικαλλή ναό.

Ο μεγαλοπρεπής και ευρύχωρος ναός του πολιούχου της Ζακύνθου Αγίου Διονυσίου κτίσθηκε σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής με σχέδια του καθηγητού και ακαδημαϊκού Αναστασίου Ορλάνδου. Θεμελιώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1925 και εγκαινιάσθηκε στις 22 Αυγούστου 1948, κοσμείται δε με πυργοειδές κωδωνοστάσιο ύψους 37 μέτρων, το οποίο αποτελεί σύμβολο και σημείο αναφοράς για τους απανταχού της Γης Ζακυνθινούς.

Αλλά και στην Αίγινα ο Άγιος Διονύσιος τιμάται επισήμως ως πολιούχος με νομοθετικό διάταγμα από τα μέσα του 20ού αιώνα, αφού η παλαιά και πλήρης ονομασία του μητροπολιτικού ναού του νησιού είναι «ιερός ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Διονυσίου».

Μεγάλη είναι και η ευλάβεια των εν Αθήναις διαβιούντων Ζακυνθίων και Αιγινητών προς τον προστάτη τους άγιο, η οποία αποδεικνύεται από τον κατ’ έτος λαμπρό εορτασμό της μνήμης του στους ιστορικούς ιερούς ναούς της Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου και του Αγίου Γεωργίου Καρύτση αντίστοιχα.

Η τιμή και η θαυματουργική χάρη του Αγίου Διονυσίου δεν περιο­ρίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια της Ζακύνθου και της Αίγινας. Έτσι η Πάτρα τιμά τον άγιο με περικαλλή ιερό ναό επ’ ονόματί του, ο οποίος ανεγέρθηκε το 1927, ενώ η Λευκάδα τον τιμά με λιτανεία της «Λάρνακος» στους δρόμους της πόλης, που ξεκινά από τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την ευγνωμοσύνη της προς τον Άγιο, που με τη θαυματουργική του επέμβαση έσωσε τους κατοίκους από τον κατα­στροφικό σεισμό της 16ης Δεκεμβρίου του 1869. Πλούσια είναι και η υμνογραφία του Αγίου, αφού προς τιμήν του έχουν συνταχθεί τέσσερις πλήρεις ασματικές ακολουθίες, καθώς και παρακλητικοί και λιτανευτικοί κανόνες, εγκώμια, ευλογητάρια και χαιρετισμοί.

Άγιος Διονύσιος: ο ζωντανός και άφθορος Άγιος της Εκκλησίας, που προσφέρει πλούσια τη θαυματουργική του χάρη και αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα χριστιανικής πίστης και αγάπης, υπομονής και ευσπλαχνίας, ασκητικής ζωής και ταπει­νοφροσύνης.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός
Βιβλιογραφία

· Κονόμου Ντίνου, Άγιος Διονύσιος –Ο πολιούχος της Ζακύνθου, Έκδοση Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονύσιου Ζακύνθου, 1996.

· Ο Άγιος Διονύσιος ο θαυματουργός, Εκδόσεις Κάλαμος, Αθήνα 2000

(Πηγές: Ορθόδοξος Συναξαριστής saint.gr και Ιερά Μητρόπολις Χίου Ψαρών και Οινουσσών  imchiou.gr)

Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας.



 

Σεβ.Μητροπολίτης Αντινόης Παντελεήμων – Ομιλία τής Κυριακής   

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2026

 

Διατριβή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας περί του πρωτείου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως

  

Ο Ηγούμενος Διονύσιος (Σλιόνοφ) έλαβε διδακτορικό στη θεολογία για μια μελέτη που υποστήριζε ότι οι αξιώσεις του Φαναρίου για εξουσία είναι ασυμβίβαστες με τη συνοδική δομή της Εκκλησίας.

Η Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας διοργάνωσε την υπεράσπιση διδακτορικής διατριβής του Ηγούμενου Διονυσίου (Σλένοφ), ηγούμενου της Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Ανδρέα της Μόσχας και επικεφαλής του μεταπτυχιακού προγράμματος της Ακαδημίας.

Η διατριβή έχει τίτλο «Υπερασπιζόμενοι τη Συνοδική Δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Η Θεωρία του Πρωτείου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και η Κριτική της».

Στη μελέτη του, ο Ηγούμενος Διονύσιος υποστηρίζει ότι η σύγχρονη «θεωρία του πρωτείου» του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως – δηλαδή, ο ισχυρισμός ότι κατέχει ειδική υπερδικαιοδοτική εξουσία σε ολόκληρη την ορθόδοξη διασπορά και το δικαίωμα να εκδικάζει προσφυγές από κληρικούς άλλων Εκκλησιών – δεν έχει κανονική, θεολογική ή ιστορική βάση και έρχεται σε άμεση αντίθεση με την συνοδική εκκλησιολογία που παραδοσιακά υποστηρίζεται στην Ορθοδοξία.

Μεταξύ των βασικών συμπερασμάτων της διατριβής είναι τα εξής:

Η θεωρία περί του πρωτείου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως έρχεται σε βαθιά σύγκρουση με την συνοδική εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας: μόνο ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, ενώ οι Τοπικές Εκκλησίες είναι ισότιμα ​​μέλη ενός σώματος. Συνεπώς, κανένας Προκαθήμενος δεν μπορεί να κατέχει εξουσία ανώτερη από αυτή των άλλων.

Η θεωρία, σύμφωνα με τον συγγραφέα, βασίζεται σε αυθαίρετες ερμηνείες κανόνων, θεολογικών όρων και μεμονωμένων ιστορικών προηγούμενων που το Φανάρι παρουσιάζει ως παγκοσμίως δεσμευτικούς κανόνες. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ο Κανόνας 28 της Συνόδου της Χαλκηδόνας, σχετικά με την εξουσία «μεταξύ των βαρβάρων», αρχικά ίσχυε μόνο για τρεις βυζαντινές επισκοπές και όχι για ολόκληρη την παγκόσμια διασπορά, ενώ ο τίτλος «Οικουμενική» ήταν ιστορικά τιμητικός και δεν παρείχε κυβερνητική εξουσία.

Η «οικονομία» που επεκτάθηκε από το Φανάρι στα μέλη της UOC-KP και της UAOC το 2018, χωρίς μετάνοια εκ μέρους τους, δεν θεράπευσε το σχίσμα, υποστηρίζει η διατριβή, αλλά αντίθετα έθεσε τις βάσεις για ανοιχτό διωγμό της κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας – συμπεριλαμβανομένης νομοθεσίας που ουσιαστικά απαγορεύει την UOC, δικαστικών διαδικασιών κατά ιεραρχών και βίαιων κατασχέσεων εκκλησιών.

Η εφαρμογή της θεωρίας του πρωτείου, καταλήγει ο συγγραφέας, είναι η κύρια αιτία της σημερινής εκκλησιαστικής διαίρεσης, συγκρίσιμης σε κλίμακα με το σχίσμα του 1054, ενώ η υπεράσπιση των αρχών της συνοδικότητας είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια Ορθοδοξία στο σύνολό της.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι η διατριβή δεν ισχυρίζεται ότι εξαντλεί το θέμα και σκιαγραφεί τομείς για περαιτέρω έρευνα – συμπεριλαμβανομένης μιας λεπτομερούς ανάλυσης προηγούμενων αυτοκεφαλίας, μιας βαθύτερης μελέτης της σλαβικής εκκλησιαστικής ιστορίας και της συνεχιζόμενης επιστημονικής και θεολογικής συζήτησης για την υπεράσπιση της συνοδικής δομής της Εκκλησίας.

spzh.eu



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ -ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΧΡΑΝΤΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ & ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ (23-08-2026)



 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Περί Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Α΄Κορ. 15,1-11]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 17-8-980][ Β33]                                                

       Εάν έπρεπε, αγαπητοί μου, να ερωτήσουμε τι είναι το Ευαγγέλιον, θα μπορούσαμε με συντομία να απαντήσουμε: «Η παράδοσις της αληθείας». Αλλά τι είναι αλήθεια; Η αλήθεια είναι ο Χριστός και ο λόγος Του. Όχι ο λόγος Του, αλλά και ο λόγος Του. Διότι ο ίδιος είπε: «Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια». Συνεπώς η αλήθεια είναι τα λόγια Του. Αλλά η πηγή των λόγων Του είναι ο Ίδιος. Συνεπώς η πηγή της αληθείας είναι το πρόσωπό Του.

     Επανερχόμενοι λοιπόν εις την ερώτηση, εάν θα πρέπει να ρωτήσουμε τι είναι Ευαγγέλιον, θα απαντούσαμε: «Η Αλήθεια, η Παράδοσις της αληθείας». Δηλαδή ο Χριστός και ο λόγος Του. Αλλ’ όμως πολλές φορές, αγαπητοί μου, ξεχνάμε αυτήν την Παράδοσιν της αληθείας, που είναι το Ευαγγέλιον. Ο Απόστολος Παύλος θα βρεθεί σε μία πολύ δύσκολη θέση, δυσάρεστη, όταν θα γράψει την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του εις την εκκλησία της Κορίνθου και θα τους πει: «Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε,  δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύσατε. Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς» κ.λπ. Δηλαδή μερικοί Κορίνθιοι αμφισβητούσαν την ανάστασιν των νεκρών.

      Και φυσικά, όπως λέγει ευστοχότατα κάποιος Πατήρ ότι «εάν αμφισβητείς την ανάστασιν των νεκρών, τότε μην μιλάς πια για το Ευαγγέλιο, δεν έχεις τίποτα». Και συνεπώς ο Απόστολος Παύλος βλέποντας πόσο ακριβώς μεγάλο είναι το θέμα αυτό, αφιερώνει ένα ολόκληρο και μακρότατο κεφάλαιον υπέρ της αναστάσεως των νεκρών, αφού βεβαίως η κατοχύρωσις θα γίνει επάνω στην Ανάσταση του Χριστού. Και θα τους πει: «Γνωρίζω δέ ὑμῖν ἀδελφοί», δηλαδή το «γνωρίζω» εδώ έχει την έννοια «Σας υπενθυμίζω. Γιατί το ξέρετε. Αλλά, το ξεχάσατε;». Δεν τους θίγει. Να τους πει: «Το αμφισβητήσατε; Σας υπενθυμίζω, λοιπόν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον. Εκείνο που εγώ ευαγγελίστηκα σε σας. Εκείνο το οποίον εσείς παραλάβατε και επάνω στο οποίο σεις σταθήκατε, δια του οποίου Ευαγγελίου σεις σώζεσθε, εἰ κατέχετε, εάν βεβαίως το κρατάτε».

      Εδώ βλέπομε, σ’ αυτήν την έκφρασή του, αγαπητοί μου, όλη εκείνη την διαδικασία της παραδόσεως της αληθείας. Γιατί είναι μεγάλο θέμα η παράδοσις της αληθείας. Είναι αυτό που πήρα εγώ, να το δώσω στον άλλον. Αλλά αυτό που θα δώσω στον άλλον, πώς θα το δώσω; Και αυτός που θα το πάρει από μένα και θα το δώσει στην επόμενη γενεά, πώς θα το δώσει; Θα το δώσει ακέραιο, σωστό, όπως ακριβώς βγήκε από την πηγήν; Ή θα είναι διαφορετικό; Έτσι προκύπτει, αγαπητοί μου, ένα πρόβλημα. Φυσικά αυτό που λέγει εδώ ο Απόστολος ότι «εγώ σας έδωκα το Ευαγγέλιον -εὐηγγελισάμην ὑμῖν τό Εὐαγγέλιον- το οποίον εσείς πήρατε και επάνω στο οποίο σταθήκατε», θέμα δεν ετίθετο τόσο τότε εις τον Απόστολον και την γενεά στην οποία υπάρχει, διότι είναι ο ίδιος εκείνος ο οποίος πήρε απευθείας από την πηγήν τον λόγο του Θεού, όπως και οι άγιοι Απόστολοι. Μάλιστα θα πει λίγο πιο κάτω, που ακούσαμε την αποστολικήν περικοπήν, ότι «εἴτε ἐγώ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτῳ κηρύσσομεν καί οὕτως ἐπιστεύσατε». «Έτσι κηρύσσομε και έτσι πιστεύετε. Αλλά το θέμα είναι ότι εκείνο που εγώ σας έδωκα, εσείς πώς το παραλάβατε;  Και ακόμη, όταν εσείς θα το δώσετε λίγο πιο κάτω, οι άλλοι οι επιγενέστεροι, πώς θα το παραλάβουν;».

      Όταν λέμε, αγαπητοί μου, «Παράδοση», τι ακριβώς εννοούμε; Είναι ό,τι λέγει η λέξις σε μία πρώτη διάσταση. Δηλαδή αυτό το οποίο παίρνω και δίδω. «Ὃ παρέλαβον -λέγει ο Απόστολος- ὃ καί παρέδωκα ὑμῖν». Τι; Ότι ο Χριστός απέθανε και την τρίτη ημέρα ανέστη. Αυτό πήρα, αυτό σας έδωκα. Αυτό βασικά είναι Παράδοσις. Αλλά το θέμα είναι όταν γραφτεί αυτή η Παράδοσις, κι αυτή η Παράδοσις εγράφη, είναι το Ευαγγέλιον - φερ’ ειπείν, αυτά που γράφει στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος, αυτά αγαπητοί είναι κατατεθειμένα, έγιναν βιβλίο. Έτσι λοιπόν τίθεται το ερώτημα: Οι επόμενες γενεές, όταν θα διαβάσουν αυτό, πώς θα το καταλάβουν; Δηλαδή πώς θα το ερμηνεύσουν το Ευαγγέλιο; Διότι αν δεν υπήρχε πρόβλημα ερμηνείας, τότε δεν υπήρχε θέμα παραδόσεως. Εάν υπήρχε ένας τρόπος που όλες οι γενεές να καταλαβαίνουν το Ευαγγέλιο σωστά, όπως ακριβώς παρεδόθη από τον Κύριον στους μαθητάς Του, επαναλαμβάνω, δεν θα υπήρχε ανάγκη παραδόσεως.

     Η Παράδοσις λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά το φρόνημα της Εκκλησίας, πώς ακριβώς βλέπει τις Γραφές. Πώς η Εκκλησία, πάντοτε η Εκκλησία, από την εποχή των Αποστόλων, από την Αποστολικήν Εκκλησίαν μέχρι σήμερα, πώς η Εκκλησία βλέπει τις Γραφές και τι φρονεί γι’ αυτές. Δηλαδή, πώς ερμηνεύει τις γραφές. Και έτσι το κλειδί της ερμηνείας βρίσκεται μέσα εις αυτό το φρόνημα της Εκκλησίας, δηλαδή μέσα εις αυτήν την Παράδοση της Εκκλησίας. Είναι γνωστό ότι είναι θεμελιωδέστατο αυτό, από τα πιο θεμελιώδη. Γιατί αν αυτό δεν το κρατώ στα χέρια μου, τότε πώς θα καταλάβω την Γραφή; Και μην νομίσετε ότι αυτό είναι μια κουβέντα με την οποία μπορούμε τώρα να απασχολούμεθα και ανήκει σε κάποιους άλλους κύκλους θεωρητικούς. Όχι, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Το πείραμα έγινε. Έγινε στους Προτεστάντες. Επήραν την Γραφή και άρχισαν να την μελετούν. Και επειδή ήθελαν να αντιδράσουν εις την ρωμαϊκήν Εκκλησίαν, την Δυτικήν, την Εκκλησίαν της Ρώμης, γι΄αυτό τον λόγο άρχισαν να λέγουν ότι… «Μελετάτε την Γραφήν κι όπως την καταλαβαίνετε». Κι έτσι ο κάθε ένας μελετητής έγινε μία αυθεντία ερμηνείας. Το αποτέλεσμα; Επειδή δεν δέχτηκαν την Παράδοσιν, το φρόνημα της Εκκλησίας, πώς ερμηνεύει η Εκκλησία, το αποτέλεσμα είναι να διασπαστούν σε χίλια κομμάτια. Και η πίστις να διασπαστεί και να εισαχθούν πλήθος αναρίθμητο αιρέσεων. Επόμενο ήταν. Διότι όταν ο καθένας ερμηνεύει όπως θέλει, δεν θα εισαχθούν αιρέσεις;

      Κατηγορούν την Εκκλησία μας ότι κρατούμε την Παράδοση. Προσέξτε. Όχι τας Παραδόσεις· την Παράδοσιν. Προσέξτε. Όχι τας Παραδόσεις· την Παράδοσιν(Το Π με κεφαλαίο και ενάρθρως). Την Παράδοσιν. Όχι «Παράδοσιν», την Παράδοσιν. Συγκεκριμένο στοιχείο. Την Παράδοσιν. Μας κατηγορούν. Ή ακόμη αν θέλετε και η εποχή μας είναι τέτοια, που εμείς οι ίδιοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί να στεκόμεθα εναντίον της Παραδόσεως και να λέμε: «Και πού τα βρήκες αυτά; Και τι είναι αυτά;». Και πολλοί που θα’ θελαν ίσως να ζήσουν μία πνευματική ζωή, έξω όμως από την Εκκλησία, έξω από την Παράδοση της Εκκλησίας, όπως πολλές φορές έχομε λογίους ανθρώπους, που παίρνουν την Γραφή την μελετούν, την θαυμάζουν αλλά την καταλαβαίνουν όπως θέλουν αυτοί. Τότε αυτό δεν έχει καμία αξία. Γιατί απλούστατα η Γραφή κατανοείται μόνο μέσα εις την Εκκλησίαν. Μόνον. Δεν μπορώ ποτέ να βρω τον Χριστό, εάν δεν μελετήσω την Γραφή μες την Εκκλησία· που θα πει μέσα στο φρόνημα, με το φρόνημα της Εκκλησίας. Αυτή όμως η Παράδοσις είναι μέσα εις αυτήν την ουσίαν του Χριστιανισμού.

       Θα μπορούσαμε να απαντήσομε λοιπόν το εξής: Όταν ο Χριστός παρέδωκε στους Αποστόλους την αλήθειαν, τι είπε; Είπε το εξής: «Εγώ δεν ελάλησα τίποτε απ’ ό,τι ήκουσα από τον Πατέρα. Τίποτα δεν ελάλησα παραπάνω ή παρακάτω απ’ ό,τι ήκουσα από τον Πατέρα. Κι εκείνο που ήκουσα από τον Πατέρα, τούτο λαλώ». Αλλά αυτό που ο Χριστός λαλεί επιβεβαιούται από το Πνεύμα το Άγιον την ημέρα της Πεντηκοστής. Συνεπώς παρατηρούμε ότι μέσα εις τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος να υπάρχει μία ιδιότυπος παράδοσις. Λέγω «ιδιότυπος» διότι ο Θεός είναι εις. Η ουσία του Θεού είναι μία. Παρά ταύτα, επειδή «ο Χριστιανισμός είναι μίμησις της Αγίας Τριάδος», όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γι΄αυτό και εις το σημείο αυτό η Εκκλησία μιμείται την Αγία Τριάδα. Σε τι; Στην Παράδοση. Αφού ο Υιός τίποτα δεν λέγει απ’ ό,τι δεν ήκουσε από τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον επιβεβαιοί παν ό,τι ο Υιός είπε την ημέρα της Πεντηκοστής, διότι τότε κατενοήθη, αλλά και το σπουδαίον είναι ότι δεν θα ήρχετο ποτέ η Πεντηκοστή εάν ο άνθρωπος Ιησούς, όπως τον έβλεπαν οι άνθρωποι, δεν ήτο αληθής. Συνεπώς το Πνεύμα το Άγιον απέδειξε την ημέρα της Πεντηκοστής ότι ο Ιησούς είναι αληθής, συνεπώς είναι Θεάνθρωπος. Ώστε αυτή η Παράδοσις μέσα στη ζωή της Αγίας Τριάδος, που δείχνει μια πειθαρχία, η οποία μας καταπλήσσει, γίνεται μοντέλο, γίνεται πρότυπον για μας μες την Εκκλησία.

     Έτσι τώρα πηγή είναι ο Ιησούς Χριστός. Διδάσκει. Οι μαθηταί ακούν. Κατόπιν εκείνοι παίρνουν την εντολή ότι «Πορευθέντες εἰς πάντα τά ἔθνη, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». «Αφού τους διδάξετε να τηρούν όσα εγώ σας παρήγγειλα». Προσέξτε: Πάντα. Ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Και η αξία, αγαπητοί μου, του Αποστόλου είναι η πιστότητα. Ο Απόστολος δεν πρωτοτυπεί. Η αξία του δεν είναι στην πρωτοτυπίαν. Η αξία του είναι εις την πιστότητα. Εάν παρέδωκε επακριβώς εκείνο το οποίον έχει πάρει.

     Και κατόπιν, η Παράδοση αυτή περνάει στους αγίους της Εκκλησίας μας, στους Πατέρες. Και συνεπώς η Αποστολική Παράδοσις γίνεται Πατερική Παράδοσις. Και είναι το φρόνημα της Εκκλησίας. Είναι το κλειδί της ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηριστικότατα εις την Α΄ του επιστολή. Δια πολλών, εγώ σας λέω μόνον τρεις λέξεις. Το λέγει κατ’ επανάληψιν συνωνύμους λέξεις: «Ὃ ἑωράκαμεν, ὃ ἀκηκόαμεν ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». «Εκείνο που είδαμε και εκείνο που ακούσαμε, αυτό σας λέμε. Τίποτα παραπάνω από εκείνο που είδαμε και ακούσαμε και τα χέρια μας», λέγει παρακάτω, «εψηλάφησαν περί του λόγου της ζωής. Και σας τα λέμε όχι για να κάνομε τον έξυπνο, αλλά για να έχετε κι εσείς την ζωή, όπως την έχομε και εμείς». Είναι καταπληκτικό, αγαπητοί μου. Αυτή ακριβώς η πιστότης. Θα μας πει δε αργότερα ο Μέγας Αθανάσιος το εξής θαυμάσιον: «Εἴδομεν καί αὐτήν τήν ἐξ ἀρχῆς Παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί πίστιν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥν (:την οποίαν) ὁ μέν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ Ἀπόστολοι ἐκήρυξαν καί οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν». «Καί οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν».  Συνεπώς το ταμείον της αληθείας είναι σ’ αυτό που εφύλαξαν οι Πατέρες, που επήραν από κείνο που εδίδαξαν οι Απόστολοι, οι οποίοι ήκουσαν από το στόμα του Χριστού. «Ἐν ταύτῃ γάρ τῇ παραδόσει ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται». «Εδώ είναι», λέγει, «θεμελιωμένη, έχει θεμελιωθεί η Εκκλησία. Επάνω εις αυτήν την Παράδοσιν».

     Έτσι, αγαπητοί, βλέπομε ότι δεν μπορούμε να λέμε ότι θα παίρνομε την Γραφή να την διαβάζομε, για να παίρνομε συνθήματα ζωής και να την εξηγούμε όπως εμείς την θέλομε και μας συμφέρει. Ή ακόμη να βλέπομε κάποια που να νομίζομε ότι μας αρέσουν και κάποια άλλα να τα βάζομε στην άκρη. Η Γραφή ολόκληρη είναι η αλήθεια.

    Θα ΄θελα όμως ακόμη να σας τονίσω και κάτι άλλο. Πολλές φορές, όταν μελετούμε την Γραφή, νομίζομε ότι είναι ένα γράμμα η Γραφή. Όπως ακριβώς θα ήταν ένας που μας στέλνει ένα γράμμα, μια επιστολή, και ξεχνάμε για μια στιγμή τον αποστολέα και μένομε μόνο στο γράμμα. Έτσι θέλομε πολλές φορές να μείνομε σε ένα ρητό, το οποίο θα θέλαμε να το εφαρμόσομε. Σωστό. Δεν αντιλέγει κανείς.  Ξεχνάμε όμως κάτι που είναι πολύ ουσιώδες. Ότι δεν είναι αρκετό να πεις «Θα βάλω μπροστά να εφαρμόσω το Ευαγγέλιον, με άσκηση φυσικά». Δεν πρέπει να ξεχνώ ότι πίσω από εκείνο που διαβάζω, πίσω από εκείνο το οποίον με πάσαν προσπάθειαν προσπαθώ να το οικειωθώ, είναι ένα πρόσωπο. Δεν είναι ένας λόγος. Είναι ένα πρόσωπο. Και το πρόσωπο αυτό είναι ο Ιησούς Χριστός. Γι΄αυτό η Παράδοσις δεν είναι ένα γράμμα. Είναι μία ζωντανή πραγματικότης. Και η τελειοτάτη έκφρασις αυτής της Παραδόσεως, όχι σαν γράμμα, αλλά σαν ζωή, είναι η Θεία Λειτουργία. Την νύχτα που παρεδίδετο ο Υιός Σου, ω Πάτερ, πήρε στα χέρια Του το ψωμί και το κρασί και είπε: «Αυτό είναι το Σώμα μου και αυτό είναι το Αίμα μου· γιατί είμαι Εγώ σ’ αυτό που τώρα Εγώ σας παραδίδω». Και η Εκκλησία εκράτησε την υψίστην Παράδοσιν, την Θεία Λειτουργία. Τον ανεκτίμητον αυτόν θησαυρόν. Και δεν έχομε πια μια παράδοση γράμματος, αλλά μια Παράδοση προσώπου. Αυτόν τον Ίδιον τον Χριστό· ο Οποίος είναι… το Σώμα Του, η Εκκλησία. Έτσι, ο Χριστός και η Εκκλησία είναι Ένα. Ό,τι η κεφαλή με το σώμα. «Και το σώμα του Χριστού», λέει ο Απόστολος Παύλος, «είναι η Εκκλησία». Όταν κοινωνούμε σωστά, όπως πρέπει, το σώμα και το αίμα του Χριστού, κρατάμε την Παράδοση, την ζώσα Παράδοση. Γι’ αυτόν τον λόγο λέγει ο Απόστολος Παύλος ότι θα τελείται το μυστήριον αυτό ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ, έως ότου έλθει ο Χριστός. Δεν έχει σημασία, αγαπητοί μου, αν λίγοι άνθρωποι τηρούν αυτό. Έστω κι αν αποτελεστεί ένα λείμμα. Πάντα δε, θα είναι η Ορθοδοξία.

      Μην το ταυτίζομε, θέλω να ξυπνήσομε λίγο, να ξυπνήσομε. Μην το ταυτίζομε, «ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ». Κάποτε θα δραπετεύσει η Ορθοδοξία από την Ελλάδα. Θα δραπετεύσει. Δεν ξέρω πού θα πάει. Στην Κίνα θα πάει; Στην Ουγκάντα θα πάει; Στον Βόρειο Πόλο θα πάει; Δεν ξέρω. Στους Εσκιμώους; Δεν ξέρω. Ένα μόνο. Η Ορθοδοξία θα μείνει ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ ο Χριστός. Μας το είπε ο Απόστολος Παύλος. Βεβαίως, εάν δεν μείνει η Ορθοδοξία στην Ελλάδα, εδώ που κηρύχτηκε κι από δω που ξεκίνησαν οι ιεραπόστολοι, πραγματικά θα ήταν κάτι πολύ λυπηρό για μας. Πάρα πολύ λυπηρό για μας. Αλλά, όπως πηγαίνομε και όπως σκεφτόμαστε και όπως κινούμεθα εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, φοβάμαι ότι γρήγορα θα χάσομε αυτήν μας την μεγάλη δόξα και τιμή. Όπως την έχασαν και οι Εβραίοι· την τιμή να γνωρίσουν τον Χριστό. Μην νομίζετε, ο Θεός δεν μεροληπτεί. Ο Θεός δεν περιορίζεται από συναισθηματισμούς. Όχι. «Τήρησες; Θα σε ανεβάσω και θα σε δοξάσω. Δεν ετήρησες; Θα σε απορρίψω»... Δεν εδίστασε, λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, «να απορρίψει τον Ισραήλ. Εσύ ποιος είσαι; Εσύ είσαι αγριέλαιος. Θα σε απορρίψει. Εάν λέει την φύσει καλλιέλαιον απέρριψε, εσύ που είσαι αγριέλαιος και σε εκέντρισε δηλαδή σε μπόλιασε, πολύ παραπάνω θα σε απορρίψει».

      Γι’ αυτόν τον λόγο αν αγαπάμε και την πατρίδα μας, την Ελλάδα, ας προσέξομε.  Η Ελλάς υπάρχει γιατί υπάρχει Ορθοδοξία. Ή καλύτερα, η δόξα της Ελλάδος είναι η Ορθοδοξία. Και η Ορθοδοξία είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, είναι η Παράδοση των Αποστόλων, είναι η Παράδοση των Πατέρων. Και εμείς είμεθα η ζώσα παρακαταθήκη. Αλλά ακόμη κάτι να μην ξεχνάμε. Οι Πατέρες, όπως και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και ο Θαλής ο Μιλήσιος και ο Σωκράτης και ει τις έτερος σοφός και σπουδαίος, όπως και οι μεγάλοι καλλιτέχνες, δεν ανήκουν στην Ελλάδα αλλά σε όλον τον κόσμο. Είναι κληρονομιά όλου του κόσμου. Βεβαίως οι Πατέρες είναι Έλληνες, αλλά δεν ανήκουν παρά σε ολόκληρο τον κόσμο. Μην, λοιπόν, εμείς καυχόμαστε και λέμε ότι οι Πατέρες ήσαν Έλληνες. Είδατε τι σας διάβασα; Την γνώμη του Μεγάλου Αθανασίου. Και όμως οι Πατέρες θα πουν: «Ανήκομε σ’ όλο τον κόσμο. Όπου υπάρχει Ορθοδοξία. Και σας σάς αγνοούμε». Μη μείνομε, δηλαδή, μόνο με το όνομα. Με ψιλό όνομα ότι οι Πατέρες είναι Έλληνες. Αλλά να κρατήσομε την πίστιν μας. Λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Κρατάτε τάς παραδόσεις». Να κρατάτε τις παραδόσεις που εγώ σας παρέδωσα. Θα πει να κρατούμε ,να φυλάττουμε. Και τι λέγει ο Κύριος στην Αποκάλυψη σε μια Του επιστολή σε μία Του Εκκλησία. «Κράτει ὃ ἔχεις ἕως οὗ ἄν ἔλθω». «Κράτησε αυτό που έχεις, έως ότου έλθω». Και θέλετε; Αυτή η Εκκλησία της Μικράς Ασίας… -αν και οι επτά Εκκλησίες της Μικράς Ασίας είναι τύπος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με επτά πτυχές, με επτά πλευρές, μία η Εκκλησία. Αυτές οι τοπικές Εκκλησίες αποτελούν τύπον. Αυτή η Εκκλησία που πήρε την εντολή να κρατήσει εκείνο που έχει έως ότου έλθει ο Χριστός, δεν το κράτησε. Η λυχνία της έσβησε. Οριστικά το 1922. Έσβησε. Πάει. Βλέπετε δεν εκράτησε την λυχνίαν έως ότου έλθει ο Χριστός. Τι δυστύχημα… Λοιπόν η φωνή του Χριστού μάς ειδοποιεί: «Κράτει ὃ ἔχεις ἕως οὗ ἄν ἔλθω».

         ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

    και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

 ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_069.mp3



 

Άγιος Ειρηναίος, Λουγδούνου: Ο οικουμενικός πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας

ΑΓΙΟΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΟΥΓΔΟΥΝΟΥ: Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
       Ορισμένοι από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας έλαβαν τον τίτλο του Οικουμενικού Διδασκάλου, διότι η προσφορά τους σε Αυτή υπήρξε καθοριστική για την διατύπωση της διδασκαλίας Της. Η δράση τους ξεπέρασε τα στενά γεωγραφικά όρια και την εποχή, που έζησαν και έδρασαν, επιδρώντας καταλυτικά στην διαμόρφωση της οικουμενικής διαστάσεως της Εκκλησίας. Ένας από αυτούς τους μεγάλους Πατέρες και οικουμενικούς διδασκάλους υπήρξε και ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου.
       Καταγόταν από την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης της Μ. Ασίας. Ο χρόνος γέννησής του δεν είναι γνωστός με ακρίβεια. Το ότι υπήρξε μαθητής του αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης (+167), εικάζεται ότι γεννήθηκε περί το 130 από χριστιανούς γονείς. Σύμφωνα με μαρτυρία του αγίου Ιερωνύμου υπήρξε μαθητής και του σημαντικού Αποστολικού Πατέρα Παπία, επισκόπου Ιεραπόλεως. Φαίνεται ότι έλαβε σπουδαία θεολογική και θύραθεν παιδεία. Είναι βεβαιωμένο ότι σπούδασε την δεύτερη σοφιστική, ως ρητορική τέχνη. Κοντά σε σπουδαίους θεολόγους και ποιμένες διδάχτηκε και παρέλαβε την γνήσια αποστολική παράδοση, η οποία διέκρινε τους επισκόπους της Ασίας.

       Περί το 160 μετακόμισε στη Ρώμη, όπου γνωρίστηκε με τον άγιο Ιουστίνο. Εκεί ο Χριστιανός Φιλόσοφος λειτουργούσε θεολογική και φιλοσοφική σχολή. Φαίνεται πως ο Ειρηναίος μαθήτευσε στην φημισμένη σχολή του Ιουστίνου και συμπλήρωσε τις θεολογικές και φιλοσοφικές του γνώσεις. Αυτό αποδεικνύεται από τον απολογητικό τρόπο που αντιμετωπίζει τις αιρέσεις στο έργο του, διότι μοιάζει με την απολογητική του Ιουστίνου. Η παραμονή του στη Ρώμη του έδωσε την ευκαιρία να γνωριστεί με πολλούς ομολογητές της εκεί ακμάζουσας εκκλησίας.
      Περί το 170 αναχώρησε για την μεγάλη πόλη Λούγδουνο (Λυών) της νοτίου Γαλλίας, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα. Η μετάβασή του εκεί δεν ήταν τυχαία, διότι η Γαλατία είχε καταστεί τόπος μετανάστευσης μεγάλου ελληνόφωνου χριστιανικού στοιχείου Μικρασιατών, εξαιτίας των σκληρών διωγμών, οι οποίοι ήταν συχνοί στην Μ. Ασία. Σύμφωνα με μαρτυρία του Γρηγορίου Τουρώνης είχε σταλεί στην Λυών από τον άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης για να υπηρετήσει πνευματικά τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Αυτό βεβαιώνει και η πληροφορία ότι με την άφιξή του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από ομάδα προσφύγων Φρυγών Χριστιανών, οι οποίοι όμως έκλειναν προς την αίρεση του Μοντανισμού. Μάλιστα κάποιοι από τους «προφήτες» της ομάδας, «επαγγέλονταν» την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ότι θα γινόταν στη Λυών, όπου θα εγκαθιδρύονταν η επίγεια χιλιετής βασιλεία Του, όπως πίστευαν οι μοντανιστές. Αλλά δε γνώριζαν πως ο ορθόδοξος Ειρηναίος βρισκόταν στη Λυών, ως απεσταλμένος του πάπα Ελεύθερου για να αγωνιστεί κατά της αιρέσεως αυτής, η οποία είχε πάρει ανησυχητικές διαστάσεις στην περιοχή και την οποία είχαν φέρει οι μετανάστες Φρύγες από τη Μ. Ασία, την κοιτίδα της. Ο πάπας Ελεύθερος αποζητούσε την ριζική αντιμετώπιση της αιρέσεως και θεώρησε πως ο Ειρηναίος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο.
       Το 177 υπέστη μαρτυρικό θάνατο ο επίσκοπος της Λυώνος Ποθεινός, μαζί με πολλούς άλλους Χριστιανούς της περιοχής, όταν ο Ειρηναίος έλειπε στη Ρώμη, καλεσμένος του πάπα Ελεύθερου, για την οργάνωση της αιρέσεως του Μοντανισμού. Όταν επέστρεψε στη Λυών, ο λαός τον εξέλεξε επίσκοπο στη θέση του Μάρτυρα Ποθεινού. Ο Ειρηναίος άρχισε ένα τιτάνιο έργο διοργάνωσης της τοπικής εκκλησίας, ιεραποστολής και καταπολέμησης των αιρέσεων. Εκείνη την εποχή ήταν σε πλήρη
εξέλιξη ένας από τους πλέον φοβερούς διωγμούς κατά των Χριστιανών, τον οποίο είχε κηρύξει με διάταγμά του ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (161-180). Η φιλοσοφική του ιδιότητα (ήταν στωικός φιλόσοφος) δεν τον εμπόδισε να διατάξει έναν από τους πλέον φονικούς διωγμούς κατά των αδίκως διωκομένων Χριστιανών. Παρ’ όλες τις διώξεις ο Ειρηναίος άσκησε ένα αξιοθαύμαστο έργο. Διοργάνωσε ένα σπουδαίο ιεραποστολικό δίκτυο στους ελληνόφωνους, λατινόφωνους και Κέλτες κατοίκους της Ευρώπης. Καταπολέμησε τις αιρέσεις, οι οποίες πληθύνονταν στην Εκκλησία. Στόχος του η χειρότερη και πιο επικίνδυνη αίρεση: ο Γνωστικισμός. Επρόκειτο για ένα θρησκειοφιλοσοφικό κίνημα, το οποίο διέστρεφε σε απόλυτο βαθμό την διδασκαλία της Εκκλησίας και καλλιεργούσε έναν απίστευτα νοσηρό μυστικισμό. Είναι ο πρώτος μεγάλος εκκλησιαστικός άνδρας και θεολόγος, ο οποίος κατάφερε να θέσει στο περιθώριο τον Γνωστικισμό και να τον εκμηδενίσει!
       Ο Ειρηναίος κλήθηκε να αντιμετωπίσει και ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα, το οποίο ταλαιπώρησε σοβαρά την Εκκλησία το δεύτερο μισό του 3ου μ. Χ. αιώνα. Την έριδα για τον εορτασμό του Πάσχα, η οποία είχε διχάσει την Εκκλησία. Είχε επικρατήσει η συνήθεια στους Χριστιανούς της Μ. Ασίας να εορτάζουν το Πάσχα μαζί με τους Εβραίους στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισάν, σε αντίθεση με τους δυτικούς, οι οποίοι το εόρταζαν την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία. Ο Ειρηναίος στάθηκε διαλλακτικός, νουθετώντας τον οργίλο πάπα Ρώμης Βίκτωρα, ο οποίος σκόπευε να δημιουργήσει σχίσμα στην Εκκλησία. Κλήθηκε επίσης να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα των μετανοούντων, καθότι επικρατούσαν τάσεις ακραίες στην Εκκλησία, για όσους ήθελαν να επιστρέψουν σ’ Αυτή.
          Ο άγιος Ειρηναίος υπήρξε μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας, ο οποίος αποφάνθηκε για ύψιστες αλήθειες Της. Παράλληλα υπήρξε και μεγάλος συγγραφέας, ο οποίος άφησε στην Εκκλησία ένα σπουδαίο συγγραφικό έργο. Υπήρξε ιδιοφυία στον αντιρρητικό και απολογητικό έργο. Τα πιο γνωστά του συγγράμματα είναι: «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», και «Επίδειξη του αποστολικού κηρύγματος». Μας άφησε επίσης πληθώρα επιστολών του.      
        Το 193 είχε ξεσπάσει νέος σκληρός διωγμός από τον Σεπτίμιο Σεβήρο (193-211). Ο Ειρηναίος είχε γίνει στόχος των ειδωλολατρών για το σπουδαίο έργο του. Συνελήφθη, μαζί με πλήθος άλλων πιστών και υπέστη μαρτυρικό θάνατο το 202. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Αυγούστου


Κυριακή, Αυγούστου 16, 2026

 

Ἅγιος Ἰωσὴφ Ἡσυχαστής: "Σὲ καιρὸ πειρασμοῦ μὴν ἀφήνεις τὴ θέση σου"

Καὶ τώρα ποὺ νικήθηκες καὶ ἔπεσες μία φορὰ νὰ εἶσαι ἄγρυπνος στὸ ἑξῆς σὲ αὐτὸ τὸ πάθος. Διότι ὁ πειρασμὸς πάντοτε στέκει πλάϊ σου· καὶ σ’ ὅποιον πόλεμο νικήθηκε μία φορὰ -καὶ ἑκατὸ χρόνια νὰ περάσουν- μόλις ἔλθει ὁ ἄνθρωπος σ’ ἐκεῖνο τὸ πράγμα, ποὺ νικήθηκε τὴν πρώτη φορά, ἀμέσως τὸν ρίχνει καὶ πάλι.

Γι’ αὐτὸ λέω σὲ σένα καὶ σ’ ὅλους τους ἀδελφούς, ὅτι σὲ κάθε πόλεμο τοῦ ἐχθροῦ πρέπει νὰ βγεῖς νικητής. Ἢ νὰ πεθάνεις στὸν ἀγώνα· ἢ μὲ τὸ Θεὸ νὰ νικήσεις. Ἄλλος δρόμος δὲν ὑπάρχει. 

Σὲ καιρὸ πειρασμοῦ μὴ ἀφήνεις τὴ θέση σου· μὴ λιποτακτήσεις· μὴ θελήσεις νὰ δείξεις τοῦ ἄλλου τὸ σφάλμα· μὴ ζητήσεις τὸ δίκαιο· ἀλλὰ σιωπώντας μέχρι θανάτου νὰ περάσεις τὸν πειρασμὸν...καὶ τὴν ταραχή.
Καί, ἀφοῦ περάσει ὁ πειρασμὸς καὶ γίνει τέλεια εἰρήνη – εἴτε Γέροντας εἶσαι, εἴτε ὑποτακτικὸς- τότε δεῖξε χωρὶς πάθος τὴ ζημία καὶ τὴν ὠφέλεια. Καὶ ἔτσι οἰκοδομεῖται ἡ ἀρετή.
Ὅλοι οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις θέλουν ὑπομονή, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ νίκη τους. Σημείωσε τὰ ὀνόματα ὅσων ὑπέμειναν ἕως θανάτου σὲ καιρὸ πειρασμοῦ, ποὺ γίνεται στὸ στόμα τὸ σάλιο τοὺς αἷμα γιὰ νὰ μὴ μιλήσουν. Αὐτοὺς νὰ τοὺς ἔχεις σὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ νὰ τοὺς τιμᾶς ὡς Μάρτυρες, ὡς Ὁμολογητές. Αὐτούς, ἐγὼ ἀγαπῶ, καὶ γι’ αὐτοὺς ὀφείλω νὰ χύνω κάθε ἡμέρα καὶ τὴν τελευταία ρανίδα μου ἓν ἀγάπη Χριστοῦ. Διότι τὸν βλέπεις ὅτι ὑπομένοντας προτιμᾶ μύριους θανάτους, παρὰ νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λόγο ψυχρό. Καί, ὅταν τὸν πνίγουν οἱ ἄνθρωποι, τὸν πνίγει τὸ δίκαιο, τὸν πνίγει καὶ ὁ ἐσωτερικὸς λογισμός· καὶ αὐτὸς μαχόμενος ἀτονεῖ καὶ πέφτει σὰν νεκρός· καὶ συνεχίζει νὰ μάχεται νοερὰ μὲ τὸν πειρασμὸν καὶ παίρνει ὅλα τὰ βάρη ἐπάνω του πονώντας καὶ στενάζοντας ὡς φταίχτης.

Λοιπὸν τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιθυμῶ καὶ τόσο πολὺ ἀγαπῶ, ὅσο νὰ ἀκούω ὅτι κάνετε ὑπομονὴ στοὺς πειρασμούς.

Ἐπειδὴ ὁ Θεός, ὡς Ὂν αὐτοδόξαστο, δὲν χρειάζεται τὴν ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρεται ὅμως καὶ ἀγαπᾶ, ὅταν γιὰ τὴν ἀγάπη Τοῦ μαρτυροῦμε καὶ πάσχουμε. Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς στεφανώνει ὡς ἀθλητές, μᾶς χαρίζει πλούσια τὴ χάρη Του.

Ἤθελα νὰ κάνω τρεῖς λόγους, ἢ καὶ βιβλία, ποὺ τὸ ἕνα νὰ περιέχει μόνον αὐτό: Ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μηδέν· καὶ διαρκῶς νὰ φωνάζω ὅτι εἶμαι μηδέν. Τὸ ἄλλο νὰ γράφει: Ὅτι σὲ ὅλα εἶναι ὁ Θεὸς αὐτοδόξαστος. Καὶ τὸ τρίτο: Νὰ ἔχεις σὲ ὅλα ὑπομονὴ μέχρι θανάτου. Κι ἂν εἶσαι νέος, κι ἂν γέρασες, κι ἂν ἀγωνίσθηκες πολλὰ χρόνια, ἐὰν δὲν κάνεις ὑπομονὴ μέχρι νὰ βγεῖ ἡ ψυχή σου, σὰν κουρέλι θεωροῦνται τὰ ἔργα σου ἐνώπιόν του Θεοῦ,

Λοιπὸν γνώριζε τὸν ἑαυτό σου ὅτι εἶσαι μηδέν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὕπαρξή σου· μηδέν. Ἡ καταγωγή σου εἶναι ὁ πηλός, καὶ ἡ ζωτικὴ δύναμή σου εἶναι ἡ πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅλα λοιπὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ. Γνώριζε τὸν ἑαυτό σου ὅτι εἶσαι μηδὲν καὶ ἔχε ὑπομονὴ στοὺς πειρασμούς, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπ’ αὐτούς, καὶ νὰ γίνεις θεὸς κατὰ χάριν· γιατί εἶσαι ἡ πνοή, τὸ ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ.

(Γέροντος Ἰωσήφ, «Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας», ἔκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, Ἄγ. Ὅρος, σ. 119-121- ἀπόσπασμα σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση.)


 

Ἐγκώμιο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο τὸ μέγα, ποὺ συντελεῖται γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου, ἱερὴ Μητέρα καὶ Παρθένε; «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου». Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι θὰ σὲ μακαρίζουν, γιατί μονάχα Σὺ εἶσαι ἄξια γιὰ μακαρισμό!

Καὶ νὰ ποὺ ὅλες οἱ γενιὲς Σὲ μακαρίζουν. Ἐσένα εἶδαν οἱ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ σὲ μακάρισαν οἱ βασίλισσες, δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων, καὶ θὰ σὲ ὑμνοῦν αἰώνια. Γιατί Σὺ εἶσαι ὁ θρόνος ὁ βασιλικός, στὸν...ὁποῖον παραστέκονται Ἄγγελοι κοιτάζοντας τὸν Βασιλέα καὶ Δημιουργὸ νὰ κάθεται ἐπάνω του.

Σὺ ἔγινες Ἐδὲμ νοητή, πιὸ ἱερὴ καὶ πιὸ θεϊκὴ ἀπὸ τὴν παλιά. Γιατί σὲ ἐκείνη τὴν Ἐδὲμ ἔμεινε ὁ Ἀδὰμ ὁ γήινος, ἐνῶ σ’ Ἐσένα ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐσένα προεικόνισε ἡ κιβωτός, γιατί Σὺ γέννησες τὸν Χριστό, τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ποὺ καταπόντισε τὴν ἁμαρτία καὶ κατασίγησε τὰ κύματά της.

Ἐσένα προεικόνισε ἡ βάτος, Ἐσένα εἶχαν ἐπιγράψει προφητικῶς οἱ θεοχάρακτες πλάκες, Ἐσένα προζωγράφισε ἡ κιβωτὸς τοῦ νόμου καὶ Σένα εἶχαν φανερὰ προτυπώσει ἡ στάμνα ἡ χρυσὴ καὶ ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών ποὺ ‘χε βλαστήσει.

Ἀπὸ Σένα προῆλθε ἡ φλόγα τῆς θεότητος, τὸ μέτρο καὶ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, τὸ γλυκύτατο καὶ οὐράνιο μάννα, τὸ ὄνομα τὸ ἀπερίγραπτο καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, τὸ φῶς τὸ αἰώνιο καὶ ἀπρόσιτο, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ οὐράνιος, ὁ καρπὸς ποὺ δὲν γεωργήθηκε, ἀλλὰ βλάστησε ἀπὸ Σένα μὲ σῶμα ἀνθρώπινο.

Ἐσένα δὲν προμηνοῦσε τὸ καμίνι ποὺ ἔβγαζε φωτιὰ καὶ ταυτόχρονα δρόσιζε ἀλλὰ καὶ ἔκαιγε κι ἦταν ἀντίτυπο τῆς θείας φωτιᾶς πού μέσα Σου κατοίκησε;

Παρὰ λίγο ὅμως θὰ ξεχνοῦσα τὴ σκάλα τοῦ Ἰακώβ. Τί δηλαδή; Δὲν εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους ὅτι Ἐσένα προεικόνιζε κι ἦταν προτύπωσή Σου; Ὅπως ὁ Ἰακὼβ εἶχε δεῖ τὶς ἄκρες της σκάλας νὰ ἑνώνουν τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γῆ καὶ νὰ ἀνεβοκατεβαίνουν σ’ αὐτὴν Ἄγγελοι, ἔτσι κι ἐσὺ ἕνωσες αὐτὰ ποὺ ἤσαν πρὶν χωρισμένα, ἀφοῦ μπῆκες στὴ μέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων κι ἔγινες σκάλα, γιὰ νὰ κατεβεῖ σὲ μᾶς ὁ Θεός, ποὺ πῆρε τὸ ἀδύναμο προζύμι μας καὶ τὸ ἔνωσε μὲ τὸν ἑαυτό Του κι ἔκανε τὸν ἀνθρώπινο νοῦ ποὺ βλέπει τὸν Θεό.

Ποῦ θὰ ἀποδώσουμε ἀκόμη τὰ κηρύγματα τῶν Προφητῶν; Σ’ Ἐσένα, ἂν θέλουμε νὰ δείξουμε ὅτι εἶναι ἀληθινά! Γιατί, ποιὸ εἶναι τὸ Δαβιτικὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου πού πάνω του ἔπεσε σὰν βροχὴ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα; Δὲν εἶσαι Σὺ ὁλοφάνερα;

Ποιὰ εἶναι ἐπίσης ἡ Παρθένος, ποὺ ὁ Ἠσαΐας προορατικῶς προφήτευσε ὅτι θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει Υἱὸν τὸν Θεό, πού εἶναι μαζί μας;

Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ βουνὸ τοῦ Δανιήλ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κόπηκε πέτρα, ἀγκωνάρι, ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ ὑποκύψει σὲ ἀνθρώπινο ἐργαλεῖο;

Ἂς ἔρθει ὁ Ἰεζεκιὴλ ὁ θεϊκότατος κι ἂς δείξει πύλη ποὺ ἔχει κλειστεῖ καὶ ποὺ πέρασε ἀπὸ μέσα της μόνο ὁ Κύριος καὶ παραμένει κλειστή.

Ἐσένα, λοιπόν, κηρύττουν οἱ Προφῆτες. Ἐσένα διακονοῦν οἱ Ἄγγελοι καὶ ὑπηρετοῦν οἱ Ἀπόστολοι. Ἐσένα σήμερα, καθὼς ἀναχωροῦσες πρὸς τὸν Υἱό Σου, περιτριγύριζαν ψυχὲς Δικαίων καὶ Πατριαρχῶν καὶ τὸ ἄπειρο πλῆθος τῶν θεοφόρων Πατέρων, ποὺ συγκεντρώθηκαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς, σὰν μέσα σὲ σύννεφο, ψάλλοντας ὕμνους ἱεροὺς σ’ Ἐσένα, τὴν πηγὴ τοῦ ζωαρχικοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, πλημμυρισμένοι ἀπὸ τὰ θεία συναισθήματα.

Ώ, πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς μεταφέρεται πρὸς τὴν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ θανάτου! Πῶς νὰ ὀνομάσουμε τὸ μυστήριο τοῦτο πού σχετίζεται μὲ Σένα; Θάνατο; Μά, ἂν καὶ ἡ πανίερη καὶ μακαρία ψυχή Σου χωρίζεται ἀπὸ τὸ ἀμίαντο σῶμα Σου καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα Σου παραδίδεται στὴν ταφή, ὅμως δὲν παραμένει στὸ θάνατο κι οὔτε διαλύεται ἀπὸ τὴ φθορά. Ὅπως ὁ ἥλιος, ὁ ὁλόλαμπρος καὶ πάντα φωτεινός, ὅταν σκεπαστεῖ γιὰ λίγο ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς σελήνης, φαίνεται σὰν νὰ χάνεται καὶ τὸ σκοτάδι νὰ παίρνει τὴ θέση τῆς λάμψης του, μὰ αὐτὸς δὲν χάνει τὸ φῶς του, ἀλλὰ ἔχει μέσα του τὴν πηγὴ τοῦ φωτός. Ἔτσι κι Ἐσύ, ἂν καὶ καλύπτεσαι σωματικὰ ἀπὸ τὸν θάνατο γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ἐντούτοις ἀναβλύζεις πλούσια, καθαρὰ κι ἀτέλειωτα τὰ νάματα τοῦ θείου φωτὸς καὶ τῆς ἀθάνατης ζωῆς, ποταμοὺς χάριτος καὶ πηγὲς ἰαμάτων.

Ἐσὺ ἄνθισες σὰν δένδρο γλυκύτατο κι εἶναι ὁ καρπός Σου εὐλογία στὸ στόμα τῶν πιστῶν! Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θὰ ὀνομάσω θάνατο τὴν ἱερὴ μετάστασή Σου, ἀλλὰ κοίμηση ἢ ἀποδημία ἢ ἐνδημία, γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ καλύτερα, ἀφοῦ, φεύγοντας ἀπὸ τὴν κατοικία τοῦ σώματος, πηγαίνεις νὰ κατοικήσεις στὰ καλύτερα, στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Υἱοῦ Σου.

Ἄγγελοι μαζὶ μὲ Ἀρχαγγέλους Σὲ μεταφέρουν ἀπὸ τὴ γῆ στοὺς οὐρανούς. Καθὼς περνᾶς εὐλογεῖται ὁ ἀέρας καὶ ὁ αἰθέρας καθαγιάζεται. Χαίροντας ὑποδέχεται ὁ οὐρανὸς τὴν ψυχή Σου. Σὲ προϋπαντοῦν οἱ οὐράνιες δυνάμεις μὲ ὕμνους ἱεροὺς καὶ τελετὴ χαρμόσυνη: «τὶς αὐτὴ ἡ ἀναβαίνουσα λελευκανθισμένη, ἐγκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος;». Εἶσαι ὡραία, λένε οἱ οὐράνιες δυνάμεις, σὰν τὸ φεγγάρι κι ὅλα τὰ Χερουβὶμ ἐκπλήσσονται καὶ τὰ Σεραφεὶμ Σὲ δοξάζουν, Ἐσένα ποὺ δὲν ἀνέβηκες μονάχα ὡς τὸν οὐρανό, σὰν τὸν Προφήτη Ἠλία, οὔτε μονάχα μέχρι τὸν τρίτο οὐρανό, σὰν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἀλλὰ ἔφτασες μέχρις αὐτὸν τὸν θρόνο τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ στέκεις κοντά Του μὲ πολλὴ κι ἀνείπωτη παρρησία.

Ἔγινες, λοιπόν, εὐλογία γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἁγιασμὸς γιὰ τὸ σύμπαν, ἄνεση γιὰ τοὺς κουρασμένους, παρηγοριὰ γιὰ τοὺς πενθοῦντες, θεραπεία γιὰ τοὺς ἀρρώστους, λιμάνι γιὰ τούς θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, παρηγοριὰ γιὰ τοὺς λυπημένους, πρόθυμη βοήθεια γιὰ ὅλους ποὺ σὲ ἐπικαλοῦνται, ἀρχὴ καὶ μέση καὶ τέλος ὅλων τῶν ἀγαθῶν ποὺ ξεπερνοῦν τὸν νοῦ μας.

Πῶς ὑποδέχθηκε ὁ οὐρανὸς αὐτὴν πού ἔγινε πλατύτερη ἀπ’ αὐτόν; Καὶ πῶς ὁ τάφος δέχθηκε Αὐτὴν πού δέχθηκε μέσα Της τὸν Θεόν; Ὢ μνῆμα ἱερὸ καὶ θαυμαστὸ καὶ σεβάσμιο καὶ προσκυνητό, ποὺ καὶ τώρα τὸ περιποιοῦνται Ἄγγελοι, παρευρισκόμενοι μὲ πολὺν σεβασμὸ καὶ φόβο, καὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται σ’ αὐτὸ μὲ πίστη, τιμώντας το, προσκυνώντας το, φιλώντας το μὲ μάτια καὶ χείλια καὶ μὲ πόθο ψυχῆς ἀντλώντας πλοῦτο ἀγαθῶν.

Ἐμπρός, λοιπόν, ἂς ταξιδέψουμε νοερὰ μακριὰ ἀπ’ τὴ ζωὴ αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν Παναγία, ποὺ φεύγει ἀπ’ τὴ γῆ αὐτή.

Ἐλᾶτε ὅλοι μὲ πόθο καρδιακό, ἂς κατεβοῦμε στὸν τάφο μαζὶ μὲ τὴν Παρθένο ποὺ κατέρχεται σ’ αὐτόν. Ἂς παρασταθοῦμε ὁλόγυρα στὸ ἱερότατο κρεβάτι της.

Ἂς ψάλλουμε ὕμνους ἱερούς, τέτοια περίπου λέγοντας μελωδικὰ ἄσματα: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Χαῖρε ἀμνὰς ποὺ γέννησες τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ. Χαῖρε σὺ ποὺ εἶσαι πιὸ πάνω ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις. Χαῖρε ἡ δούλη καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἀμὴν