Παρασκευή, Μαΐου 29, 2026

 

π. Εὐμένιος Σαριδάκης: Ὁ ταπεινὸς καὶ ὁ ὑπερήφανος...

π. Εὐμένιος Σαριδάκης
Ὁ ταπεινὸς ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἑαυτόν του, ὁ ὑπερήφανος ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους.
Ὁ ταπεινὸς γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του. Ὁ ὑπερήφανος δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του.
Ὁ ταπεινὸς δέχεται μὲ ὑπομονὴ ὅ,τι δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει καὶ περιμένει. Ὁ ὑπερήφανος θέλει νὰ γίνονται ὅλα ὅπως τὰ θέλει καὶ ὅταν τὰ θέλει.
Ὁ ταπεινὸς ἀναπαύεται καὶ ἀναπαύει. Ὁ ὑπερήφανος ἀναστατώνεται καὶ ἀναστατώνει.
Ὁ ταπεινὸς παίρνει ὅλα τὰ σφάλματα πάνω του. Ὁ ὑπερήφανος τὰ μεταβιβάζει στοὺς ἄλλους.
Ὁ ταπεινὸς δοξάζει καὶ εὐγνωμονεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα. Ὁ ὑπερήφανος δὲν εἶναι ποτὲ εὐχαριστημένος καὶ ὅλα τὸν ἐνοχλοῦν.
Ὁ ταπεινὸς θὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ὑπερήφανος θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἂν ἀγαπήσεις τὴν ταπεινοφροσύνη, θὰ γίνεις μερίδα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἀγαπήσεις τὴν ὑπερηφάνεια, θὰ γίνεις μερίδα τῶν δαιμόνων.
Ἡ ταπείνωση κάνει τὸν ἄνθρωπο θεό. Ἡ ὑπερηφάνεια ἔκανε τοὺς ἀγγέλους δαίμονες.
Ἡ ταπείνωση θὰ σοῦ ἀνοίξει τὶς πόρτες τοῦ Οὐρανοῦ, ἐνῶ ἡ ὑπερηφάνεια θὰ τὶς κλείσει.


 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ 29η Μαΐου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα σημαντική. Ἐὰν ἀνοίξουμε τὸ συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δοῦμε ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται ἡ μνήμη δύο ἁγίων γυναικῶν οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ἴδιο ὄνομα· Θεοδοσία λέγεται ἡ μία, Θεοδοσία λέγεται καὶ ἡ ἄλλη.

* * *

Ἡ ἁγία παρθενομάρτυς Θεοδοσία ἡ ἐν Καισαρείᾳ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν τὴν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ τὴν ἔδεσαν. Μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τὴν ἔφεραν ἐμπρὸς στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὴν ἐπρόσταξε νὰ θυσιάσῃ στὰ εἴδωλα. Ἡ Θεοδοσία ἀρνήθηκε, καὶ τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ τὴ χτυπήσουν. Τὴν πλήγωσαν στὰ πλευρὰ καὶ τοὺς μαστοὺς καὶ ξέσχισαν ὅλο τὸ σῶμα της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέφερε σιωπηλὴ καὶ μὲ καρτερία ἡ νεαρὴ Θεοδοσία. Ὁ Οὐρβανὸς ἐπανέλαβε τὴν προσταγή, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε πάλι ἄκαμπτη. Τότε πλέον διέταξε νὰ τὴ ῥίξουν στὸ βυθὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔτσι τερμάτισε τὸ μαρτύριό της νικήτρια.

* * *

Ἡ ἄλλη Θεοδοσία εἶνε ἡ ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα. Αὐτὴ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Βασιλεύουσα σὲ ἄλλη ἐποχή, τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραμυττινοῦ (714 μ.Χ.). Ἦταν κόρη εὐσεβῶν καὶ πλουσίων γονέων. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας της ἡ μητέρα ὡδήγησε τὴν κόρη, ἡλικίας τότε 7 ἐτῶν, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μοναχή. Μετὰ τὸ θάνατο καὶ τῆς μητέρας της ἡ Θεοδοσία, ἀπὸ τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, ἔφτειαξε τρεῖς εἰκόνες κοσμημένες μὲ χρυσὸ καὶ ἄργυρο· μία τοῦ Χριστοῦ, μία τῆς Παναγίας, καὶ μία τῆς ἁγίας Ἀναστασίας. Μοίρασε κατόπιν ὅλη τὴν περιουσία της σὲ φτωχοὺς καὶ ὀρφανά, καὶ ἄρχισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες της σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν τοποθεσία «Σκοτεινὸ Φρέαρ» καὶ στὴν λεγομένη «Ἄσπαρο Στέρνα».

Εἶχε συμπληρώσει ἐκεῖ 10 χρόνα ἀσκήσεως ὅταν, τὸ 716, ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔδιωξε ἀπὸ τὸ θρόνο βιαίως, μὲ ῥαβδιὰ καὶ μαχαίρια, τὸν ἅγιο πατριάρχη Γερμανό, ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε στὶς διαταγές του κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καὶ ἀνέβασε στὸ θρόνο τὸν σύγκελλο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, κάποιον Ἀναστάσιο, ποὺ συμφώνησε μὲ τὸν Ἴσαυρο καὶ πρόδωσε σὰν ἄλλος Ἰούδας τὸ γέροντά του. Προσπάθησε μάλιστα ὁ Λέων μὲ ἀπεσταλμένους του νὰ κατεβάσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴ λεγομένη Χαλκῆ Πύλη τοῦ τείχους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Τὰ κατάφερε, τὴν ξεκρέμασε; Ὄχι. Γιατί; Διότι ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν εἰκόνα! Ποιός φώναξε; ἱερεύς, ἱεροκήρυκας, θεολόγος, πατριάρχης; Ὄχι. Μιὰ γυναίκα! Ἦταν ἡ ἁγία Θεοδοσία, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες τόλμησε καὶ πῆγε ἐκεῖ, φώναξε καὶ διαμαρτυρήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔπιασαν τὴ σκάλα, ὅπου εἶχε ἀνεβῆ ἕνας σπαθάριος γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν εἰκόνα, τὴν ἔρριξαν κάτω μαζὶ μ ̓ αὐτόν, καὶ πέφτοντας ὁ σπαθάριος σκοτώθηκε. Ἐν συνεχείᾳ ἦρθαν στὸ πατριαρχεῖο καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο, τὸν ἀνάξιο διάδοχο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ. Τότε κάποιος, ποὺ τὶς εἶχε δεῖ στὴ Χαλκῆ Πύλη, τὶς ἀναγνώρισε, τὶς ὑπέδειξε, καὶ ἔτσι τὶς συνέλαβαν. Καὶ οἱ μὲν ἄλλες γυναῖκες ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως. Τὴν ὁσία Θεοδοσία ὅμως τὴ θανάτωσε ἕνας ἄγριος δήμιος μὲ πρωτοφανῆ τρόπο· πῆρε τὸ κέρατο ἀπὸ ἕνα κριάρι ἢ βόδι, τῆς τὸ ἔμπηξε καὶ διαπέρασε μ ̓ αὐτὸ τὸ λαιμό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα, 29 Μαΐου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Θεοδοσιῶν, ἔχουμε καὶ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο ἑνὸς ἄλλου γεγονότος τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.

29 Μαΐου 1453. Ἂν πιάσῃς παιδιὰ τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ λυκείου καὶ τὰ ρωτήσῃς «τί ἔγινε στὶς 29 Μαΐου;», δὲν θὰ ξέρουν νὰ σοῦ ποῦν. Ἂν τὰ ῥωτήσῃς γιὰ ἄλλα πράγματα, εἶνε πολὺ κατατοπισμένα, τὰ ξέρουν ὅλα. Ἄλλοτε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑωρταζόταν πένθιμα. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ ἄρχοντες, πήγαιναν στοὺς ναοὺς καὶ τελοῦσαν μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

29 Μαΐου 1453, ἡμέρα ἀποφράδα, θλιβερή, καταραμένη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασίλισσα τῶν πόλεων, ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Μωάμεθ καὶ τῶν Τούρκων. Τὴν πολιόρκησαν πολύ, καὶ τέλος μπῆκαν μέσα, πρωὶ – πρωὶ σὰν σήμερα. Δὲν εἶχε ἀκόμα τελειώσει ἡ λειτουργία γιὰ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδοσίας. Σὲ κάποιο ναὸ τῆς Πόλεως ἑώρταζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἑορτὴ τῆς παρθενομάρτυρος καὶ τῆς ὁσιομάρτυρος. Καὶ τότε ὁ Μωάμεθ μπῆκε μέσα.

Τὸ τί ἐπακολούθησε εἶνε ἀπερίγραπτο. Ἔβαλε φωτιά, ἔκαψε σπίτια, λήστεψε, λεηλάτησε, ξεκοίλιασε γυναῖκες, ἀτίμασε παρθένες, σκότωσε μικρὰ παιδιά. Προχώρησε, πῆγε στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἔσπασε τὶς σιδερένιες πόρτες, μπῆκε μέσα, σκότωσε ὅσους εἶχαν καταφύγει στὴ μεγάλη ἐκκλησία, βάφτηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ αἷμα, πλημμύρησε τὸ δάπεδο. Μουτζούρωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἔβγαλαν τὰ μάτια τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, κατούρησαν –μὲ συγχωρεῖτε– στὶς κολυμβῆθρες. Τόλμησαν ἀκόμη κι ἀνέβηκαν πάνω στὴν ἁγία τράπεζα καὶ χόρευαν! Πέταξαν τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα! Ἀνέβηκαν σὰν καλικάντζαροι πάνω στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καὶ ξερρίζωσαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Ὄργιο, φοβερὸ ὄργιο!…

29 Μαΐου ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀποφράδα ἐκείνη μέρα, πέρασαν χρόνια. Ἦταν ἡ συμφορὰ αὐτὴ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ γένους μας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ μόνη συμφορά. Ἦρθε ὕστερα καὶ μιὰ δεύτερη συμφορά, μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἄλλη συμφορὰ ποιά ἦταν· ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή. Λένε –συμφωνῶ κ ̓ ἐγώ–, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μεγάλη καταστροφή. Πάλι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ τώρα; Τώρα… Δὲν τολμῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἔρθῃ νέα συμφορά, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές. Θεέ μου Θεέ μου!

Καὶ οἱ Ἕλληνες; Ἀδιάφοροι… Τί θὰ μᾶς σώσῃ; Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οὔτε οἱ πολιτικοὶ οὔτε τὰ κόμματα οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ θεωροῦμε ἄξιο ἐμπιστοσύνης. Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ. Τὸ εἶπα, τὸ λέω, καὶ τὸ φωνάζω κατ ̓ ἐπανάληψιν· Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ· ἡ μετάνοια! Διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ ἄρχοντες, ἔχουμε ἁμαρτήσει, καὶ γι ̓ αὐτὸ ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ἐὰν μετανοήσουμε, θὰ κάνῃ πάλι ὁ Θεὸς τὸ θαῦμα του· ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, τότε πρέπει νὰ περιμένουμε κάποια νέα μεγαλύτερη συμφορά.

Αὐτὰ ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου. Τὴν παρθενομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, τὴν ὁσιομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, καὶ τὴν ἐπέτειο τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλεως. Γι ̓ αὐτὸ τέτοια μέρα ἔπρεπε νὰ τελοῦνται μνημόσυνα σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ μεγάλου ἥρωος καὶ πατριώτου καὶ Χριστιανοῦ, τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν τελευταία ἡμέρα, τὴν προγουμένη τί ἔκανε; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς σήμερα. Πῆγε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὴ θεία λειτουργία ξυπόλητος· γονάτισε, ἔκλαψε, παρακάλεσε τὸ Θεό· ζήτησε συγγνώμη ἀπ ̓ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα –ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του–, μὲ δάκρυα κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὰ τείχη. Καὶ ἐκεῖ, σὰν λιοντάρι, ἀγωνίστηκε μέχρι τὴν τελευταία πνοή του. Αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὅλων τῶν χιλιάδων ἐκείνων Χριστιανῶν ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴν Ἅλωσι. Καὶ αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν κατὰ τὴν φοβερὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἀπὸ ἕνα χειρότερο Μωάμεθ, νεώτερο τύραννο καὶ μισέλληνα, τὸν Κεμάλ.

Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα τὸ Θεό, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Θεοδοσίας καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας, νὰ ἐλεήσῃ τὸ γένος μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἀγρυπνία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 29-5-1985 μὲ ἄλλο τίτλο.Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2003, ἐπανέκδοσις 19-4-2026.

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής. Η ανάσταση των νεκρών

 

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ»

[Από τη σειρά: «Ομιλίες εις προσκυνητάς Θεσσαλονικείς» Δ97Α’]

 [Εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-6-1992]

       Αν ο θάνατος, αγαπητοί μου, έθετε την τελική του σφραγίδα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, τότε, θα λέγαμε, ας αρχίσομε να θρηνούμε γι΄ αυτήν την φοβερή αιχμαλωσία μας εις τον κόσμον αυτόν. Τότε μόνιμο τραγούδι μας, μόνιμο, μάλλον, ελεγείο μας, ας είναι το «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Και μάλιστα όταν σήμερα, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής, μάς ζωντανεύει αυτή η θέσις του θανάτου, η πραγματικότητα του θανάτου για να τα πούμε αυτά, τότε θα λέγαμε: «Γιατί να έρχονται νέοι άνθρωποι στον κόσμον αυτόν αφού θα πεθάνουν;».

      «Γιατί να γεννιώνται άνθρωποι;». Ή, ακόμη, τότε μία γέννηση θα μπορούσε να είναι ένα προκαταβολικόν πένθος. Μάλιστα μεταφορικώς λέγεται ότι το παιδί μόλις γεννιέται, κλαίει και αυτό σημαίνει ότι μπαίνει μέσα στα βάσανα αυτού του κόσμου. Τότε… γιατί ο ήλιος λάμπει; Ή ακόμη γιατί τα πουλιά κελαηδούν; Δεν θα υπήρχε λόγος. Τότε η Δημιουργία στο βάθος της, παρά την επιφανειακή ομορφιά της κρύβει την πιο απαίσια αντίφαση, την υπαρξιακή ανυπαρξία της. Και είναι μία, τότε η Δημιουργία, μία εξοργιστική κωμωδία. Αν βέβαια όλα αυτά, τον τελικό λόγο, τον έχει ο θάνατος. Έτσι, ύπαρξις και ανυπαρξία, ζωή και θάνατος, είναι η πιο ακραία αντίφασις.

    Αλλά ο Θεός που εδημιούργησε τα πάντα με τόση σοφία, με τόση δύναμη και με τόση αγάπη, αντιφάσκει εις εαυτόν; Δημιουργεί μάταια πράγματα ο Θεός; Βεβαίως όχι. Μη γένοιτο να υποστηρίξομε μία τέτοια θέση. Τότε; Ε, απλώς ο θάνατος είναι ένας μεγάλος παρείσακτος. Και πρέπει να δούμε πώς μπήκε αυτός ο θάνατος ως παρείσακτος μέσα στην πολύ ωραία Δημιουργία του Θεού. Όπως κάπου στην «Σοφία Σολομώντος» λέγει ότι «Είσαι φιλόζωος, Κύριε, και δεν έκανες κανένα δημιούργημά Σου να υποφέρει και κανένα δημιούργημά Σου δεν βδελύσσεσαι, δεν σιχαίνεσαι, και όλα είναι πολύ ωραία». Πώς, λοιπόν, υπάρχει ο θάνατος; Που είναι ο θάνατος πάντοτε, η πιο χτυπητή αντινομία, όπως ήδη σημειώσαμε, και η πιο απαίσια ασχημία.

       Ο θάνατος, αγαπητοί μου, είναι ο καρπός της παρακοής των Πρωτοπλάστων. Και το σημαντικόν είναι ότι ο Θεός ειδοποίησε για την περίπτωσιν αυτήν, λέγοντας: «Μην παραβείτε την εντολή μου· «ἐν ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». «Θα πεθάνετε με θάνατο εάν θα φάτε από τον καρπόν αυτόν». Όχι βεβαίως ότι ο καρπός της γνώσεως ήταν καρπός δηλητηριώδης, ήταν κάτι άλλο, είχε μεταφυσικά στοιχεία. Όχι, τίποτε απ’ όλα αυτά. Ένα φυσικόν δέντρον ήτο. Αλλά ετέθη επάνω εις το καρπόν του δέντρου αυτού, ετέθη η εντολή της υπακοής. Και εφόσον οι Πρωτόπλαστοι παρέβησαν την εντολή της υπακοής, εισήλθε ο θάνατος.

    Λέγει το βιβλίον της «Σοφίας Σολομώντος» στο 2ο κεφάλαιο: «ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ (:τον έκανε να είναι άφθαρτος)  καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν· φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον».

       Πράγματι ο Θεός δεν εδημιούργησε τον θάνατον. Θα ήτο βλασφημία αυτό να το πούμε. Μάλιστα στην καθημερινότητά μας λέμε τα εξής: «Ε, τι να κάνομε; Φυσικά πράγματα είναι αυτά». Τι «φυσικά»; «Το ότι πεθαίνει κανείς. Ε, ο Θεός, έτσι θέλει, να πεθαίνομε». Δεν θέλει ο Θεός να πεθαίνομε. Και ο θάνατος είναι το πιο αντιφυσιολογικόν στοιχείον, η μεγαλυτέρα, σας είπα, ασχημία μέσα στην Δημιουργία· που δίνει μία εικόνα σαν να μην έχει σκοπόν η Δημιουργία. Σαν να είναι κάτι που να λέει κανείς: «Γιατί ζω; Αφού υπάρχει ο θάνατος. Γιατί ζω;». Σαν να αφαιρεί την έννοια του σκοπού της Δημιουργίας. Δεν έκανε ο Θεός τον θάνατον. Πολύ σωστά λέγει, λοιπόν, ο λόγος του Θεού ότι ο Θεός δεν έκανε τον θάνατον. Αλλά εισήλθε από τον φθόνο του διαβόλου. Επειδή επεκράτησε ο φθόνος του διαβόλου. Πώς; Εφθόνησε τους Πρωτοπλάστους, γιατί να είναι δημιουργήματα λογικά και να έχουν την στοργή του Θεού, κατάφερε, εννοείται… κατάφερε, εξηπάτησε ώστε να παραβούν την εντολήν του Θεού και έτσι να εισέλθει ο θάνατος.

         Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι η φιλανθρωπία του Θεού εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, της Ενανθρωπήσεως. Διότι θα έλεγε κανένας: «Να, ο Θεός επιτρέπει, επέτρεψε». Ήταν το κατά παραχώρησιν θέλημά Του να εισέλθει ο θάνατος. Και τώρα εδώ ο Θεός δημιουργεί το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, ακριβώς για να σώσει τον άνθρωπο, να τον επαναφέρει εις την κατάστασιν του αρχικού θελήματος του Θεού, δηλαδή του κατ’ ευδοκίαν θελήματος του Θεού, που είναι η αφθαρσία και η αθανασία και η μακαριότης.

       Λέγει ένα τροπάριο των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, ένα από το «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ».  Λέγει κάτι έτσι πάρα πολύ ωραίο και συγκινητικό: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες (:Συ, ω Θεέ Λόγε που έγινες άνθρωπος, στη Γη κατέβηκες), ἵνα σώσῃς Ἀδάμ (:γιατί ο Αδάμ ήτο στη Γη) καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκὼς τοῦτον, Δέσποτα (:και αυτόν –λέει- αφού δεν τον βρήκες), μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν», «κατέβηκες μέχρι τον Άδη για να ψάχνεις να τον βρεις». Τι ωραίο που είναι αυτό πραγματικά!

      Κι έτσι βλέπομε ότι ο Θεός εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας για να σώσει τον άνθρωπο και για να καταπατήσει τον θάνατον. Έτσι έγινε με μας όμοιος, απέθανε επί του Σταυρού ο Κύριος, αλλά ανεστήθη. Ακριβώς για να αναστήσει τον άνθρωπον την εσχάτη ημέρα. Και ανελήφθη εις τον ουρανό, ακριβώς για να ανεβάσει τον όλον άνθρωπον στον ουρανό και, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τον στήσει στα δεξιά του Θεού Πατρός. Διότι εκεί ανέβηκε η ανθρωπίνη φύσις. Διότι ως Θεός Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά. Αυτό αναφέρεται εις την ανθρωπίνη φύση· και η ανθρωπίνη φύσις είναι εκείνη που ανήλθε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός, όπως ακριβώς το είδε και ο άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, ομολογώντας το μέσα εις το συνέδριο.

         Έτσι, ο Κύριος μάς άνοιξε τον δρόμο υπερνικώντας την αμαρτωλότητα του ανθρώπου ως αναμάρτητος, υπερνικώντας την θνητότητα, γιατί ο άνθρωπος πέθαινε, πώς θα μπορούσε ποτέ να ανεβεί στον ουρανό; Ως αμαρτωλός μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Ως θνητός, μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Και την υλικότητα. Πώς θα μπορούσε να ανεβεί ο άνθρωπος, υλικός υπάρχων; Πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ; Κι όμως, γι'αυτό ξέρετε, εκπλήσσονται οι άγγελοι. Ω, αν είχαμε τον Πλάτωνα εδώ και μας άκουγε ότι άνθρωπος με την υλικότητά του ανέβηκε επάνω εις τον ουρανό, εις τον ουρανό των ιδεών, εκεί που δεν χωράει τίποτα, παρά μόνον είναι ο κόσμος των πνευμάτων και των ιδεών και των προτύπων και των αρχετύπων, θα τρόμαζε, θα χλώμιαζε. Και αν του λέγαμε ότι αυτό έγινε, το έχομε ως δεδομένον, από το γεγονός ότι ο Χριστός ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν, κυριολεκτικά θα ετρόμαζε, κυριολεκτικά, θα έλεγε ότι «κάτι καινούριο εδώ υπάρχει, κάτι καινούριο που δεν το σκέφτηκα». Ναι, πράγματι ήταν και είναι όλα αυτά που εργάστηκε ο Χριστός για μας ανοίγοντάς μας τον δρόμο, μία πραγματικότης, ένα γεγονός.

       Ενθυμείσθε, όταν ο άνθρωπος εβγήκε από τον υλικόν Παράδεισον, επίγειος ήτο, ενθυμείσθε ότι ο Θεός έταξε τα Χερουβείμ να φυλάσσουν την είσοδον του Παραδείσου και να κινούν την περιστρεφομένην εκείνην πυρίνην ρομφαία. Το ενθυμείσθε; Τι ήτο αυτή η «πυρίνη ρομφαία»; Δηλαδή ένα πράγμα που να γυρίζει, ένα σπαθί, αντί που να έχει λάμα, να έχει φλόγα και να περιστρέφεται. Πώς να μπεις μέσα σε μία είσοδο, όταν υπάρχει μία τέτοια, ένας τέτοιος φραγμός; Ξέρετε τι ήτο αυτό; Αυτά τα τρία που σας είπα. Αυτό ήτο που έφραξε τον δρόμον. Η αμαρτωλότης της ανθρωπότητος, η υλικότης της ανθρωπότητος και η θνητότης της ανθρωπότητος. Κι αυτά τώρα τα υπενικά ο Κύριος ανερχόμενος εις τον ουρανόν με την ανθρωπίνη Το φύση. Και μας οδοποίησε, μας άνοιξε τον δρόμο, έφτιαξε δρόμο για να ξαναγυρίσομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού.

         Ας δούμε όμως πώς ο Απόστολος Παύλος, για να μείνομε και στη σημερινή περικοπή την αποστολική, που αναφέρεται εις το θέμα της αναστάσεως των νεκρών, ως Ψυχοσάββατο, όπως σας είπα, πώς ο Απόστολος Παύλος μας περιγράφει τα πράγματα, τον καρπόν, θα λέγαμε καλύτερα, της Αναστάσεως του Χριστού. Βέβαια έχει γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το 15ο κεφάλαιο στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν του, που είναι ένας ύμνος στην ανάσταση. Ύμνος στην ανάσταση –προσέξτε- των νεκρών! Όχι ύμνος εις την ανάσταση του Χριστού.

      Εδώ, λοιπόν, στους Θεσσαλονικείς, λέγει: -Τι χαριτωμένο πράγμα, ξέρετε, και να έχομε ακροατάς Θεσσαλονικείς και να μιλά κανείς από τις δύο, αυτές, επιστολές. Έχει κάτι το πιο ιδιαίτερο, πιο ξεχωριστό. Αισθάνεται κανένας ότι αυτό που τώρα ακούει είναι για μένα. Όχι γιατί είναι ο λόγος του Θεού, αλλά και γιατί είμαι Θεσσαλονικεύς. Και αποτείνεται εκεί ο Παύλος. Έχει κάτι το πιο ιδιάζον-. Λοιπόν, γράφει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος:

     «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα». «Δεν θέλομε», λέγει, «να αγνοείτε, αδελφοί, για τους κεκοιμημένους, για να μη λυπόσαστε, όπως και οι υπόλοιποι που λυπώνται υπερβολικά, μη έχοντες την ελπίδα της αναστάσεως». Ώστε, λοιπόν, ομιλεί περί κεκοιμημένων. Προσέξτε, είναι χαρακτηριστικό. Δεν ομιλεί περί νεκρών. Ομιλεί περί κεκοιμημένων. Κι αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθήσει εγρήγορσις, όπως λέγει ο Οικουμένιος. Και συμπληρώνει ο Θεοδώρητος και λέγει: «Τῷ γὰρ ὕπνῳ ἐγρήγορσις ἕπεται». «Ένας που κοιμάται, βεβαίως θα ξυπνήσει. Αφού κοιμάται».

      Ενθυμείσθε, γιατί καινούργια πράγματα μπαίνουνε στον κόσμο. Ο Χριστός μάς έφερε καινούρια πράγματα, με διαστάσεις καταπληκτικές. Φθάνει μήνυμα στον Κύριο, ήτο πολύ μακριά από την Βηθανία, ότι ο φίλος ο Λάζαρος απέθανε. Και λέγει στους μαθητάς Του: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος εκοιμήθη». Είχαν μάθει όμως ότι ήτο άρρωστος. Και είπαν οι μαθηταί… πώς μίλησαν; Τοποθετημένοι στις διαστάσεις της καθημερινότητος, της πραγματικότητος. Και λέγουν: Αφού τον πήρε ο ύπνος, μπόρεσε να κοιμηθεί, αυτό σημαίνει ότι τώρα θα πάρει την πάνω βόλτα στην υγεία του, θα γίνει καλύτερα. Όπως το λέμε κι εμείς: «Α, ένας ασθενής κοιμάται, φυσιολογικά, ωραία κοιμάται, ε, θα γίνει καλά! Παίρνει την πάνω βόλτα». Δεν κατάλαβαν όμως. Πού να συλλάβει το μυαλό τους τι θα επεκολούθει κ.λπ. κ.λπ. Και λέει ο Κύριος καθαρά στην γλώσσα τους: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος απέθανε». Προσέξτε· στην γλώσσα τους. Άλλη γλώσσα έχει ο Κύριος. Ο Κύριος είπε «ἐκοιμήθη». Γιατί; Διότι απλούστατα θα επηκολούθει η ανάστασις. Δεν υπάρχει λοιπόν θέμα εδώ γι'αυτό, ότι δηλαδή ο θάνατος είναι ένας ύπνος. Πολύ σωστά, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος θεοπνεύστως βάζει: «δια τους κεκοιμημένους δεν θέλω να λυπείσθε» κ.λπ. κ.λπ. Και μη λυπούμεθα; Ναι, αλλά με μέτρο. Εδώ κόβει τι; Την άμετρον λύπην ο Απόστολος. Και η άμετρος λύπη είναι άρνησις της ελπίδος της αναστάσεως των νεκρών.

        Σας υπενθυμίζω ότι η λύπη, όταν περάσει κάποια όρια, είναι πάθος. Και ίσως δεν έχετε αντιληφθεί, αγαπητοί μου, ότι είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα η λύπη. Είναι φοβερό. Καταπίνει τον άνθρωπον. Εκεί κάπου η «Σοφία Σειράχ» λέγει, στο 38ο κεφάλαιο αν ενθυμούμαι καλά: «Μη λυπάσαι υπερβολικά, γιατί», λέγει, «θα αρρωστήσεις». Και πράγματι η λύπη καταπίνει τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά. Δεν έχω καιρό να επεκτεινόμουν σ’ αυτό, εξάλλου δεν είναι και θέμα μας· αλλά προσοχή στο θέμα της λύπης.

     Είναι, λοιπόν, αμαρτία το υπέρμετρον, η υπέρμετρη λύπη. Ποιοι λυπούνται; Εκείνοι που δεν έχουν την ελπίδα της αναστάσεως των νεκρών. Τι κρίμα! Ξέρετε πόσες φορές ο διπλανός μας να κλαίει και να οδύρεται και να μην θέλει να παρηγορηθεί. Κι όμως μπροστά του είναι το θέμα ότι ο Χριστός ανεστήθη. Και οι νεκροί θα αναστηθούν. Και συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, πάντα στους Θεσσαλονικείς αποτεινόμενος: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». «Διότι», λέγει, «αν πιστεύομε ότι ο Ιησούς και πέθανε και ανέστη…-Γιατί βάζει το «απέθανε»; Μα δεν μπορεί να φανεί η ανάστασις εάν δεν υπάρξει ο θάνατος. Και στους Κορινθίους το λέγει αυτό. Ότι «ἀπέθανε κατά τάς Γραφάς και ἀνέστη κατά τάς Γραφάς». Βασική προϋπόθεση της αναστάσεως είναι ο θάνατος. Απέθανε πραγματικά. Γι΄αυτό φροντίζουν και οι ιεροί ευαγγελισταί να δείξουν ότι ο Χριστός πραγματικά απέθανε, για να φανεί η πραγματική Του ανάστασις. Έτσι, λέγει εδώ στη συνέχεια ότι «όπως ο Πατήρ ανέστησε τον Υιόν, έτσι και ο Θεός Πατήρ θα αναστήσει τους κεκοιμημένους ανθρώπους, τους νεκρούς δηλαδή και θα τους οδηγήσει μαζί με τον Ιησούν εις την Βασιλείαν Του».

      Πρέπει εδώ να κάνω μία μικρή παρατήρηση. Ότι, όταν στους Θεσσαλονικείς ομιλεί για το θέμα των νεκρών, ομιλεί δια τους ευσεβείς νεκρούς, δια τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Δεν τον ενδιαφέρουν εκείνη τη στιγμή, δεν τον ενδιαφέρουν οι ασεβείς κεκοιμημένοι. Όλοι θα αναστηθούν. Μα όλοι θα αναστηθούν. Όπως ακριβώς όταν γεννιόμαστε, δεν ερωτώμεθα για να κουβαλήσομε αυτό που λέγεται «ανθρωπίνη φύσις», δηλαδή λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με ελευθερία κ.ο.κ., κατά τον ίδιο τρόπο, θέλω δεν θέλω θα αναστηθώ, είτε ευσεβής είμαι είτε ασεβής είμαι. Είναι δεδομένο που ανήκει στον Θεό. Θέλω δεν θέλω! Εδώ, λοιπόν, ο Απόστολος δεν ομιλεί για τους ασεβείς. Ομιλεί για τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Και για να δούμε τι γράφει στους Κορινθίους, να δούμε λιγάκι πιο κοντά τα πράγματα, γιατί δεν γράφει πιο πολλά εκεί στους Θεσσαλονικείς παρά μόνον λίγα για να παρηγορηθούν.

       Και λέγει: «Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν;(:Εάν –λέγει- ότι ο Χριστός κηρύσσεται ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, πώς μερικοί λένε ότι οι νεκροί δεν αναστήνονται;) Εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται (:Αν –λέγει- δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός ανεστήθη. Τι αποτελεί αυτό, η Ανάστασις του Χριστού; Το θεολογικόν υπόβαθρον της αναστάσεως των νεκρών) · εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν (: Αν, λέγει, ο Χριστός δεν ανεστήθη, τότε και το κήρυγμά μας και η δική σας πίστις πέφτουν στο κενό. Είναι κούφια πράγματα. Δεν έχουν αντίκρυσμα. -Αλήθεια, το σκεφθήκαμε ποτέ; Ότι αν δεν πιστεύομε στην ανάσταση των νεκρών, δεν είναι δυνατόν ποτέ να λεγόμεθα ότι ορθοδοξούμε. Η πίστις μας πέφτει στο κενό).Νυνί δε Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο(: Τώρα δα, επί λέξει. Το θυμάμαι από τα Αρχαία του σχολείου. Νυνί. Τώρα δα. Δηλαδή τώρα πλέον, ας το πούμε έτσι, ο Χριστός ανεστήθη από τους νεκρούς και έγινε η απαρχή, το ξεκίνημα των κεκοιμημένων ως προς την ανάστασή τους). Ἒσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος(: Ο τελευταίος εχθρός καταργείται ο θάνατος, πραγματικά. Μπαίνει εκτός ενεργείας. Αυτό θα πει ‘’καταργείται’’)».

       Και έτσι βλέπομε εδώ να ομιλεί ο Παύλος με τον τρόπον αυτόν δια τους κεκοιμημένους. Και συνεχίζει τώρα στους Θεσσαλονικείς:

     «Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας(: Αυτό σας λέγω, ἐν λόγῳ Κυρίου, ότι εμείς οι ζωντανοί που έχομε μείνει, δεν θα φθάσομε στην παρουσία του Κυρίου. Δηλαδή δεν θα φθάσομε στον θάνατον, όταν θα έρθει ο Κύριος)». Εννοεί δηλαδή ότι όταν θα έρθει ο Κύριος, θα βρει ανθρώπους επάνω στη γη. Ε, αυτοί που θα ζουν τότε, «δεν θα φθάσομε τους κεκοιμημένους, δηλαδή δεν θα έχομε πεθάνει. Θα μας βρει ζωντανούς». Όποτε θα έρθει ο Κύριος. Προσέξτε τι είπε: «Ἐν λόγῳ Κυρίου». Τι σημαίνει αυτό; Η αυθεντία του λόγου του Θεού, του λόγου του Χριστού. Ούτε εγώ το επινοώ να το πω, ούτε ο Παύλος το επινοεί για να παρηγορήσει, αλλά είναι μία πραγματικότης. Εν λόγω Κυρίου. Τι βεβαιώνει; Ότι οι τότε ζώντες δεν θα πεθάνουν, αλλά θα, θα, θα αλλαχθούν.

       Να τι λέγει πάλι στους Κορινθίους- Εναλλάσσω τα δύο κείμενα, παίρνοντας ό,τι θα εξυπηρετούσε: «Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω - Πράγματι είναι μυστήριον. «Να, μυστήριο», λέει, «σας λέγω»-· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα(: όλοι δεν θα πεθάνομε), πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα(: αλλά όλοι θα αλλαχθούμε. Τι θα πει ‘’θα αλλαχθώ’’; Θα περάσω από την φθορά στην αφθαρσία. Τι λέγεται «φθορά»; Αυτό που λέμε… τρώγω, πίνω, μεγαλώνω, κοιμάμαι. Αυτά αποτελούν το στοιχείο της φθοράς. Τι λέγεται «αθανασία»; Αυτό που δεν πεθαίνει πια. Έτσι θα περάσει η ύπαρξίς μου μέσα από την αφθαρσία και την αθανασία. Και συνεπώς στην Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει γάμος, όπως θα γνωρίζετε, δεν υπάρχει κοιλία. Ο Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. «Καί πάντες δέ ἀλλαγησόμεθα (:και όλοι θα αλλαχθούμε) ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ (:’’ἐν ἀτόμῳ’’ θα πει ‘’πάρα πολύ γρήγορα, σε χρόνο που δεν κόβεται πιο πολύ, σε άτμητον άτομον, άτμητον χρόνον’’. Και για να φέρει και μία εικόνα από την φύση, να γίνει κατανοητός, λέγει αυτό: «ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ». Επειδή βέβαια η ριπή οφθαλμού είναι πάρα πολύ μεγάλος χρόνος, αλλά μία φυσική εικόνα. Πόσο κρατά το ανοιγόκλειμα των ματιών; Θα γίνει αυτή η αλλαγή, η ανάστασις και η αλλαγή. Και συνεχίζει και λέγει ότι «ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι». Αυτά θα γίνουν τότε. Πάλι εικόνα στρατοπέδου εδώ. Πώς σαλπίζει ο σαλπιγκτής και όλοι οι στρατιώτες σηκώνονται από το στρατόπεδο κ.λπ.) σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι (:θα αναστηθούν άφθαρτοι). Καὶ ἡμεῖς (που θα ζούμε) ἀλλαγησόμεθα(:θα αλλαχθούμε. Είναι εκπληκτικόν!).

      Στους Θεσσαλονικείς, λέει κάτι πιο λεπτομερές εδώ): «Ὃτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι (:με εντολή του Κυρίου, δηλαδή διαταγή), ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ -Έτσι δεν είπαν οι άγγελοι κατά την ημέρα της Αναλήψεως; ‘’Όπως τον είδατε να φεύγει, έτσι θα κατεβαίνει’’) καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον – Είναι εκπληκτικό. Και συνεχίζει:-, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς(:συγχρόνως, μαζί με αυτούς) ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα». Γιατί κατεβαίνει; Για να ανεβούμε εμείς. Κι εμείς θα αναληφθούμε, υπολαμβανόμενοι από σύννεφα. Ποια σύννεφα; Αυτά τα μετεωρολογικά; Όχι. Είναι το θείον όχημα, είναι η θεία δόξα. Θα μας πάρει αυτή. Κατεβαίνει ο Κύριος, ανεβαίνομε εμείς. Και θα γίνει η συνάντησις κάπου στο σύμπαν, ο Θεός το γνωρίζει. Δηλαδή έρχεται να μας προϋπαντήσει. Μα είναι εκπληκτικόν! Μα η αγάπη Του είναι εκπληκτική! «Και τότε θα μας πάρει να μας οδηγήσει εις την Βασιλεία Του- καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα(:και ότι πάντοτε θα είμεθα μαζί Του. Πού; Εις τους αιώνας των αιώνων εις την δική Του την Βασιλεία)».

      Αγαπητοί μου, έχομε καλά αντιληφθεί την ανάσταση των νεκρών; Ότι θα είναι ανάστασις σωμάτων; Το έχομε αυτό καλά αντιληφθεί; Πολλοί πιστεύουν ότι θα είναι ανάστασις ψυχών. Μα οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Το σώμα διαλύεται. Η ψυχή φυλάσσεται, για να επανενωθεί, προσέξτε, με το παλαιόν σώμα. Το λέγει αλλού ο Απόστολος Παύλος. Για να δώσομε λόγο στον Θεό εκείνα που πράξαμε και με το σώμα και με την ψυχή. Και οι Πατέρες το λέγουν. Κ.λπ. κ.λπ.

       Λοιπόν, πιστεύομε ότι θα αναστηθούν τα σώματά μας; Τα σώματά μας. Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Εις δε το «Ἱεροσολυμιτικὸν Σύμβολον», μας διασώζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, λέγει: «Καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν». . Είναι το 11ον άρθρον. «Καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν». Είδατε; «Σαρκός». Το δε λεγόμενον «Ἀθανασιανόν Σύμβολον» λέγει: «Οὗ(:του οποίου) τῇ παρουσίᾳ - του Χριστού δηλαδή-  πάντες ἄνθρωποι ἀναστήσονται σὺν τοῖς ἑαυτῶν σώμασιν (:μαζί με τα σώματά τους), ἀποδώσοντες περὶ τῶν ἰδίων ἔργων λόγον. Αὕτη ἐστὶν ἡ καθολικὴ πίστις, ἣν (:την οποίαν)  εἰ μὴ τις πιστῶς τε καὶ βεβαίως πιστεύσῃ, σωθῆναι οὐ δυνήσεται».

       Θέτει εδώ θέμα πίστεως, θέμα σωτηρίας. Δεν πιστεύεις; Πρόσεξε, δεν θα σωθείς. Διότι πρώτα θα πιστεύσω στα δόγματα της πίστεως που προβάλλομε και μετά θα είναι η αρετή, οι καλές πράξεις και ό,τι άλλο. Για να μην φθάσομε να ανήκομε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως.

      Ας προσέξομε δε το συμπέρασμα του Παύλου στους Θεσσαλονικείς. Όταν τους είπε «Μὴ λυπεῖσθε· μὴ λυπεῖσθε», λέγει, «ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». «Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». «Ὥστε παρακαλεῖτε (: Να παρηγορείτε –λέγει- ο ένας τον άλλον, με αυτούς τους λόγους». Αλήθεια, πάμε πολλές φορές να παρηγορήσομε σε ένα σπίτι που πενθούν. Τι τους λέμε; Τους λέμε: «Α, έτσι ο Θεός τα θεσμοθέτησε, έτσι γίνηκαν…». Όχι, αγαπητοί. Θα μιλήσομε για την ανάσταση των νεκρών, στηρίζοντες αυτήν στην ανάσταση του Χριστού. Πράγματι, η μεγαλύτερη παρηγορία που έχει ο άνθρωπος είναι η ανάστασις των νεκρών. Και η μεγαλυτέρα εγγύησις με γεγονότα, όχι κατ’ επινόησιν, είναι η ανάσταση του Χριστού.

      Γι΄αυτό, αγαπητοί, ας κλείσομε, ευχαριστούντες την παρουσία σας, ,ας κλείσομε με εκείνους τους λόγους του Ιερού Χρυσοστόμου από τον Κατηχητικό του λόγο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο».   Ευχαριστώ που με ακούσατε.   

           ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/proskynhtvn/proskynhtvn_069.mp3


Πέμπτη, Μαΐου 28, 2026

 

Μάρτυς Αγία Θεοδοσία (29 Μαΐου)

῾Η ῾Αγία Θεοδοσία

῾Η ̒Αγία Θεοδοσία καταγόταν ἀπό τήν Τύρο τῆς Φοινίκης ἡ ὁποία δέν εἶχε μόνον παρθενικό σῶμα, ἀλλά καί παρθενική ψυχή.  ̉Από τήν ἡλι­κία τῶν 18 χρονῶν εἶχε ζῆλο καί θερμή πίστη, ἀνάμεσα στίς νεαρές εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες. Αὐτό καταγγέλθηκε στόν ἄρχοντα Οὐρβανό, πού μέ κάθε δελεαστικό τρόπο προσπάθησε νά τήν πείσει νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. ῞Ομως ἡ Θεοδο­σία ἔμεινε ἀμετακίνητη στήν πίστι της. ῾Ο Οὐρ­βανός, βλέποντας τήν ἐπιμονή της, ἐξοργίστηκε καί μέ θηριώδη τρόπο ἔσπασε τά κόκκαλά της καί πριόνισε τίς σάρκες της. ῎Επειτα, τήν πλη­σίασε καί τῆς πρότεινε νά ἀλλαξοπιστήσει, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, κι αὐτός θά θεράπευε ἀμέσως τίς πληγές της. ῾Η Θεοδοσία μισοπεθα­μένη ἀπάντησε: «Εἶμαι χριστιανή». Τότε ὁ τύ­ραννος διέταξε καί τήν ἔριξαν στή θάλασσα, ὅ­που καί παρέδωσε τό πνεῦμα της.

   ῾Η ̉Εκκλησία ἐορτάζει τήν μνήμη της στίς 29 Μαΐου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν Μάρτυρα ῾Αγίαν Θεοδοσίαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀναγιγνώσκεται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος) εὐθὺς ὁ χορὸς σὲ  Ἦχον δ´ λέγει τὸ Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν,… (τετράκις) καὶ εἴτα τὰ παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τὴν Θεοδόξαστον ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶ­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσαι τοὺς προστρέχο­ντας,* Θεοδοσία μάρτυς,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χρι­στὸν λιταῖς σου, θαυμα­στή,* σὲ γὰρ προστάτιν* ἀκοίμητον ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

῾Ως δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν,* ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή,* τῷ Λό­γῳ προσήγαγες˙* ὅθεν πρὸς ἀθανάτους, μετα­στᾶσα νυμφῶνας,* πρέσβευε  ̉Αθληφόρε,* τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅλων,* ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡ­μᾶς συμπτώσεων.

Καὶ νῦν  … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι˙* εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στασο πρε­σβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σούτων κινδύ­νων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού˙* σοὺς γὰρ δούλους σώ­ζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δει­νῶν.

Εἶτα τὸν Νʹ (50ος) Ψαλμόν (χύμα) καὶ ἀκολουθοῦν αἱ

ᾨδαὶ τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. Ὑγρὰν διοδεύσας…

Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς* πρὸς σὲ κα­ταφεύγω* σὴν βοήθειαν ἐκζητῶν˙* ἣν σὺ πα­ράσχου, Θεοδοσία,* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου διάσωσον. 

Κρίνω, κατακρίνω, κακολογῶ* καὶ τὴν γλώσ­σαν μου, Μάρτυς, δαμάσαι ἀδυνατῶ˙* διὸ σοι προσφεύγων ἐξαιτοῦμαι* λιταῖς σου, Θεοδοσία πανύμνητε.

̉Εχθροῖς καὶ προστάταις σῶν ἱκετῶν* παρά­σχου ὑ­γείαν καὶ μετάνοιαν ἀληθήν.* Θεοδο­σία, πιστῶν τὸ κλέος* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις σκέ­πη, πανένδοξε.

Θεοτοκίον.

Πανάσπηλε Κόρη τῆς Ναζαρέτ,* πρὸς σε κατά­φεύγω ὁ ἀχρεῖος γονυκλινῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι,* ὅπως ῥυσθῶ τοῦ πυρὀς τῆς κολάσεως. 

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

̉Ορφανῶν ἀνεδείχθης* καταφυγή, ἔνδοξε,* καὶ τῆς νεολαίας προστάτης  ἀκαταμάχητος,*  διὸ  σοι προ­σέρχονται* τῶν  ̉Ορθοδόξων χορείαι*  καὶ  αἰ­τοῦσιν ἅπαντες* τὴν προστασίαν σου. 

Παραδείσου πολίτης,* Παμμάκαρ, σὺ γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμι­λος,* διὸ σέ, θαυ­μαστή,* καθικετεύομεν πάντες* ἡ­μᾶς τοὺς προσπί­πτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων. 

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἅπαντες* σὲ καθικετεύομεν πίστει* καὶ σοῦ δεόμεθα,* Τοῦτον εὐμένησόν συ,* Θεοδοσία τρι­σμάκαρ,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύ­γιον.  

Θεοτοκίον.

̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Θεοδοσία, σοῦ ἱκέ­τας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία…

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος τὸ ἀπόρθητον,* ἐλέ­ους πηγὴ* καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ἐκτε­νῶς βοῶ­μεν σοι,* Θεοδοσία μάρτυς Χριστοῦ, πρόφθα­σον* καὶ παράσχου ἀκλινὴν* ὑγείαν τοῖς σοι πί­στει προ­σφέγουσι.

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον,* Θεοδοσία μάρ­τυς, σὺ τάχος κατάπαυσον* καὶ τὸν κλύδω­να κατεύνασον* τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξα­στε.

Τοὺς πολέμους κατάπαυσον,* λιταῖς σου, Θεοδοσί­α πανύμνητε,* καὶ εἰρήνην ταῖς ἱκέταις σου*  παράσχου, μάρτυς πανευωδέστατε.

̉Ε κ τροχαίου διάσωσον* τοὺς πιστῶς ὑμνοῦντας σε, Καλλιπάρθενε,* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύ­να­σον* τῶν παθῶν μου, κόρη Θεοδόξαστε.

Θεοτοκίον.

Παναγία πανάχραντε,* τὴν ῾Ελλάδαν σπεῦσον καὶ διαφύλαξον* ἐξ ἐχθρῶν ποικίλων, ἔνθεε,* οἱ πι­στοὶ ἀπαύστως* σοῦ δεόμεθα.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Δίδου τοῖς πιστοῖς* ὑγιείαν, Θεοδόξαστε,* καὶ τοῖς νοσοῦσι γίνου θεραπευτής,* μαρτύρων κλέος* καὶ τῶν πιστῶν καταφύγιον. 

Κύριον θερμῶς* Θεοδοσία ἱκέτευε,* ὅπως παρά­σχῃ ἡμῖν ὑπομονήν,* ὡς καὶ εἰρήνην τοῖς οἴ­κοις ἡμῶν, ἀήττητε. 

῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.  

Θεοτοκίον.

Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ὁμόνοι­αν, εἰρήνην καὶ χαράν,* τοῖς οἴκοις πάντων ἡ­μῶν* παράσχου, ̉Αμόλυντε.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, πιστῶν σὺ τὸ κλέος,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυ­ρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* Θεοδο­σία, πιστῶν κατα­φύγιον.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Θεοδοσί­α, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων πα­γίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Φωτοφόρε, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

῾Ως τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδό­ξων οἱ χοροί, θεοφόρε, καὶ ἰατρὸν ἐν τοῖς νό­σοις παμμάκαρ,* σὲ ὀνομάζομεν, μάρτυς πανύ­μνητε, δεόμεθά σου ἀγαθή, ἐκ τῶν παθῶν ἱκέ­τας διάσωσον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Θεοδοσία, σοῦ ἱκέ­τας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμη­νεύ­τως*  ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν  ̉Ορθοδόξων ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Πλαστουργὸν ἀ­μετάθε­τος,* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς˙* ἀλ­λὰ πρό­φθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν* τῶν πιστῶς δεομένων σοι˙* δέχου τὰς παρακλήσεις*  καὶ  σπεῦσον εἰς ἱκεσί­αν,* σὺ εἶ ἀκοίμητος φρουρός,* Θεοδοσία μάρτυς, τῶν τιμῶντών σε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοί. (δίς)

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (Κεφ. εʹ. 24-34) 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐ­τῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μά­στι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυτῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστρα­φεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱμα­τίων; Καὶ ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέ­πεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγο­νεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶ­πεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐ­τή: Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕ­πα­γε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μά­στιγός σου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ....

Ταῖς τῆς Θεοδοσίας πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. ῞Ολην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπεις με τῶν ̉Ορθοδόξων προστά­τα* τὸν θερμῶς προστρέχοντα* καὶ γονυκλι­νῶς αἰ­τοῦντα βοήθειαν˙* νόσοι κατέβαλον ὅλον μου τὸ σῶ­μα* καὶ τὴν ψυχὴν μου κατεράκωσαν πάθη δυ­σίατα* ὡς καὶ πειρασμοὶ ἀκατάβλητοι,* πάντοθεν πε­ρικέ­κλεισμαι καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔ­χω πλὴν σου,* Θεοδοσία μάρτυς,* προπύργιον ἁ­πάντων τῶν πιστῶν* καὶ καταφύγιον, ἔνδοξε,* ἡμῶν τῶν ὑμνοῦντων σε.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς  ᾨδὰς τοῦ Κανό­νος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉ Ιησοῦν τὸν Σωτήρα* ὃν ἠγάπησας, μάρτυς, τα­χὺ δυσώπησον* ῥυσθῆναι τῶν πτασμάτων* ψυχῆς τε μολυσμάτων* τοὺς ἐν πίστει κραυγά­ζοντας˙* χαῖρε, πιστῶν ὁ φρουρὸς* καὶ πάντων ὁ προστάτης.

̉ Ορθοδόξων κατέστης* ἰατρὸς ὁ ἀλάνθαστος καὶ ἀ­νάργυρος,* Θεοδοσία μάκαρ* καὶ πάντων ὁ­δοδείκτης* ἀκλινὴς καὶ ἀλάνθαστος* τῶν δὲ πι­στῶν σὺ φρουρὸς* ἀκοίμητος καὶ ῥύστης. 

Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμεθα ἁπαύστως* διὸ σοι καταφεύγομεν,* Θε­οδοσία σεμνή,* πιστῶν ἡ βακτηρία. 

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χει­ρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Μάρτυς, βοῶμεν,* ἵνα ἀπαλλάξῃ* πι­στοὺς ἐκ τοῦ καρκίνου.

̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θε­ρα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέ­ας* χα­ρὰν παρέχει, μάρτυς.

Τὴν ἀνεργίαν,* Θεοδοσία, λιταῖς σου* ὁ Δεσπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν. 

Θεοτοκίον.

Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυρὸς τοῦ αἰωνίου.  

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Σεμνὴ Θεοδοσία,* σοι πόθω προσφεύγω* καὶ ἐκ­ζητῶ σὴν βοήθειαν, πάντιμε* ἣν σοι παρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι.

Εἰρήνην καὶ ἀγάπην,* πίστιν καὶ ἐλπίδα* ὑπο­μονὴν καὶ πραότητα, ἔνθεε,* παράσχου τάχος ἱκέταις,* μάρτυς πανένδοξε.

Μετάνοιαν οὐκ ἔχω* διὸ καὶ πτοοῦμαι* καὶ σοι προσπίπτω δεόμενος, εὔσημε,* ἣν σοι  παρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι. 

Θεοτοκίον.

῾Ημᾶς τοὺς ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν Θεοτόκε, οἱ ἀχρείοι,* πιστῶν τὸ καύχημα.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμι­ωτέραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυ­γκρίτως τῶν Σερα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν   Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγα­λύνομεν.

Χαίροις, τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή,* τῶν δὲ  ̉Ορ­θοδόξων, Θεοδοσία, καταφυγὴ* καὶ τῶν ἐν ἀνά­γκαις ἀκοίμητος προστάτις* καὶ πάντων τῶν ἐν θλί­ψει* τὸ καταφύγιον.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκα­τα­λείπεις,* ἀλλὰ δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καὶ ἀ­γά­πην,* ὑγείαν, σωφροσύνην* καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δό­ξαν* ἰδεῖν ἀξίωσον.

Τὴν Θεοδοσίαν πανευλαβῶς* ὑμνήσωμεν πόθῳ  ̉Ορθοδόξων τε οἱ χοροὶ* καὶ πρὸ τῆς εἰκόνος* αὐ­τῆς ἀκαταπαύστως* προσπέσωμεν  αἰτοῦ­ντες,* Χρι­στοῦ, τὸ ἔλεος. 

Χαίροις, τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή,* Θεοδοσία μάκαρ,  ̉Ορθοδόξων καταφυγὴ* καὶ τῶν ἐν ἀ­νά­γκαις ἀκοίμητος προστάτις* καὶ πάντων τῶν ἐν θλί­ψει* τὸ καταφύγιον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν…῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

῾Ως δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν,* ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή,* τῷ Λό­γῳ προσήγαγες˙* ὅθεν πρὸς ἀθανάτους,* μετα­στᾶσα νυμφῶνας,* πρέσβευε Ἀθληφόρε,* τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅλων,* ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡ­μᾶς συμπτώσεων.

῾Ο ῾Ιερεύς ποιεῖ Δέησιν, καὶ ποιεῖ μικρὰν ἀπόλυσιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλο­μεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Πάντας τούς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,* Θεοδοσία, πιστῶν χαρμο­νή,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ τα­πείνωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀ­κοίμη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ.* Κόρη,  ̉Εκκλησίας τὸ κλέ­ος* ἀ­σθενῶν ἐδείχθης θερά­πων* καὶ τῶν ̉Ορ­θοδόξων κα­τάφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς: Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉Αμήν.


[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…