Πέμπτη, Μαΐου 21, 2026

 

Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἑνότητα χωρὶς τὴν Ἀλήθεια;

 

Λέων Μπράνγκ, Δρ. Θεολογίας

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ

Στὴν ἀνάκριση ποὺ ἔκανε ὁ Πιλάτος στὸν Χριστό, ὁ Κύριος τοῦ φανέρωσε, ὅτι σκοπὸς τῆς ἔλευσής Του στὸν κόσμο ἦταν: «ἵνα μαρτυρήση τῇ ἀληθείᾳ». [1]  Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ φανέρωση τοῦ Χριστοῦ ὁ Πιλάτος ἔθεσε ἐπιφανειακὰ τὴν ἐρώτηση: «καὶ τί ἐστιν ἀλήθεια;» Στὴν οὐσία δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρώτηση. Ἐξέφρασε μὲ τὰ λόγια αὐτά, καὶ κυρίως μὲ τὸν τρόπο ἐκφορᾶς τῶν λόγων του, τὴν πεποίθηση, ὅτι ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει. Τὸ εἶπε ἐνώπιον Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι δὲν εἶχε αἴσθηση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τοῦτο παρ' ὅτι τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ γυναῖκα του τὴ σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ κατηγορημένου καὶ παρ' ὅτι εἶχε συνειδητοποιήσει τὸ δόλο τῶν Ἰουδαίων. Ἀντίθετα ὁ εὐγνώμων ληστὴς ἀνταποκρίθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Εἶχε αἴσθηση τοῦ Χριστοῦ. Κατάλαβε, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Ὄχι φυσικὰ μιὰ ἀποστεωμένη ἐκδοχὴ τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια βουτηγμένη στὴν ἀγάπη καὶ συνενωμένη ἀπόλυτα μὲ αὐτήν . [2] Ὁ Πιλάτος, παρ' ὅτι ὁ ἴδιος ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσει τὴν δικαιοσύνη, ἄρα καὶ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιμετώπισε δὲν ἔλαβε ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Χριστό, ἔχοντας διαμορφώσει τὴ ζωή του μὲ ἕναν προφανῶς ἄθεο τρόπο χωρὶς βαθύτερη ἀναζήτηση.

Α) Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του

Σὲ ἕναν κόσμο ἄνευ τῆς ἀληθείας ἐπικρατεῖ τὸ χάος, ὁ νόμος τοῦ ἰσχυροτέρου. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σὲ ἕναν τέτοιο κόσμο μπορεῖ νὰ εὐδοκημήσει ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὴν ζοῦμε στὴν πλούσια εὐλογία ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς μὲ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ τῶν Ἁγίων καὶ στὴ σημερινή, τὴ δική μας ἐποχή. Αὐτοί μας φανερώνουν τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἐξομοίωσή τους μὲ τὸν Χριστὸ μᾶς κάνουν κατανοητὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». [3]  Γιὰ νὰ προσεγγίζουμε ὅμως τὶς προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» ἐπιβάλλεται ἀρχικὰ νὰ δοῦμε σύντομα «τί εἶναι Ἐκκλησία». Εἶναι, ὅπως εἴπαμε ἤδη, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἡ ὀρθόδοξη ὑμνολογία μᾶς ἐξηγεῖ πολὺ συμπυκνωμένα στὸ Θεοτοκάριο τῆς Θ΄ ὠδῆς τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς μᾶς διαβεβαιώνει: «Ὡς ἄνθρωπος ὑπάρχω οὐσίᾳ, οὐ φαντασίᾳ, οὕτω Θεὸς τῷ τρὸπῳ τῆς ἀντιδόσεως ἡ φύσις ἡ ἑνωθεῖσα μοι. Χριστὸν ἕνα δι' ὃ μὲ γνῶτε, τὰ ἐξ ὧν, ἐν οἷς, ἅπερ πέφυκα, σώζοντα». Γιὰ νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὸ τὸ κείμενο παραθέτω τὴν μετάφραση τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου: «(Λέγει ἀκόμη ὁ Κύριος περὶ τοῦ Ἑαυτοῦ Του) Ὅπως οὐσιαστικῶς καὶ πραγματικῶς καὶ ὄχι κατὰ φαντασίαν εἶμαι ἄνθρωπος, τοιουτοτρόπως (δηλαδὴ ἐξ ἴσου πραγματικῶς) ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἡ (ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως) ἑνωθεῖσα εἰς ἐμέ, ἐθεώθη κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀμοιβαίας δόσεως. (ἤτοι προσέλαβον ἐγώ, ὁ ἄκτιστος καὶ ἀπαθὴς Θεός, τὸ κτιστὸν καὶ παθητὸν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀντέδωκα δὲ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν θέωσιν). διὰ τοῦτο μάθετε ὅτι ἐγὼ ὁ Χριστὸς εἶμαι εἷς (κατὰ τὴν ὑπόστασιν καὶ τὸ πρόσωπον, μὴ διαιρούμενος εἰς δύο Υἱούς), διασώζω δὲ καὶ διατηρῶ (εἰς τὸ ἀκέραιον) ἐκεῖνα ἐκ τῶν ὁποίων ἀπετελέσθη τὸ (θεανδρικὸν) πρόσωπόν μου καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ὑπάρχω καὶ τὰ ὁποῖα ἔχω (δηλαδὴ διασώζω ἀμεταβλήτους τὰς δύο φύσεις, θείαν καὶ ἀνθρωπίνην, μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐνεργείας καὶ ἰδιότητας)». [4]  Ἡ θεία φύση, βεβαίως, ὅπως καὶ τὸ θεῖο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, εἶναι ἀπρόσιτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο . [5] Μὲ τὸ βάπτισμα ἐνδύεται τὴν ἐξ ἄκρας συλλήψεως θεωθεῖσα ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως ἑνωμένη μὲ τὴ θεία φύση στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἀνωτέρω ὕμνος, δὲν ἐμπίπτει στὸ φανταστικό, στὸ ὁποῖο στόχευσε ἡ ἀνθρωπότητα μὲ τὴν παρακοή της στὸν Θεό, εὑρισκόμενη ἀκόμα στὸν παράδεισο. Ἀντὶ οἱ πρωτόπλαστοι νὰ ἔχουν τὴν προσοχή τους στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀντὶ νὰ ἀτενίζουν μόνο Ἐκεῖνον, προκειμένου νὰ φθάσουν στὸ καθ’ ὁμοίωσιν, στὴ θέωση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι στράφηκαν μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ φιδιοῦ-διαβόλου στὸ φανταστικό. Θέλησαν νὰ γίνουν θεοί, νὰ γίνουν σὰν τὸν Θεὸ ἄνευ τοῦ Θεοῦ, δηλ. ἐξ ἰδίων δυνάμεων .[6] Ἀντὶ ὅμως ἡ ἀνθρωπότητα νὰ πάρει τὸ μάθημά της ἀπὸ τὴν πτώση ποὺ ἀκολούθησε, ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο ποὺ εἰσῆλθε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνη στὴ μεγάλη της πλειοψηφία συνεχίζει τὸ κυνήγι τοῦ φανταστικοῦ. Δημιούργησε καὶ δημιουργεῖ ψευδόθεους καὶ ἰδεολογίες μέχρι τὸν σημερινὸ ὑπερανθρωπισμό, προκειμένου νὰ ὑπερβεῖ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μέχρι τὶς μέρες μας δὲν ἔχει αἴσθηση τοῦ μόνου καινοῦ ὑπὸ τὸν ἥλιο, τοῦ μόνου μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια πραγματικοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου»[7] , ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Μὲ τὸν λυτρωτικὸ Του Θάνατο, τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψή Του ἐγκαινιάζει τὴ νέα ἀνθρωπότητα, δὲν ποιεῖ ὑπερανθρώπους, ἀλλὰ θεανθρώπους κατὰ Χάριν, ἀνταποκρίνεται στὴν ἀληθινὴ ἀνθρώπινη προσδοκία ποὺ βιώθηκε σὲ τέλειο βαθμὸ στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μόνο ὁ «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς» μποροῦσε νὰ ἀνυψώσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοῦ παρέχει πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς κτιστῆς του φύσης τὴ συμμετοχὴ στὴν κατὰ χάριν ἄκτιστη καὶ θεωμένη δική Του καινὴ ἀνθρώπινη φύση, στὴν ὁποία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ γεύεται ὅλο τὸν πλοῦτο τῶν ἄκτιστων θείων ἐνεργειῶν.

Ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἔδωσε ποικιλοτρόπως τὴ μαρτυρία αὐτῆς τῆς Ἀνάστασης[8] , ἐνῷ μαρτυρεῖται διαχρονικῶς μέσῳ τῶν Ἁγίων μυστηρίων στὴν Ἐκκλησία, ἐνῷ φανερώνεται διαχρονικὰ στὴν ἱστορία μέσῳ τῶν Ἁγίων Του μὲ πραγματικὲς ἐνέργειες[9] , διαβάλλεται ὅμως μόνιμα ὡς "κάτι" τὸ φανταστικό. Ἀπὸ τὴ φανταστικὴ θεωρία τῆς κλοπῆς τοῦ σώματός Του ἐκ μέρους τῆς ἑβραϊκῆς ἡγεσίας τῆς ἐποχῆς μέχρι καὶ ὅλη τὴ λεγόμενη "θεολογία" τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ . [10]

Αὐτὸς ὁ θεανθρώπινος ὀργανισμός, τὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, εἶναι ἀδύνατο νὰ περιγραφεῖ μὲ πληρότητα, ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἀντίδωσης τῶν ἰδιωμάτων ἀνάμεσα στὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση στὸ ἕνα καὶ αὐτὸ Θεῖο Πρόσωπο, συγκεντρώνει ὅλα τὰ ἰδιώματα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ .[11] Μιὰ θαυμάσια γεύση ὡστόσο μᾶς παρέχει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς στὴ Δογματική του, περιγράφοντας στὴν Ἐκκλησιολογία του τὴν Ἐκκλησία ὡς «Τὸ Πᾶν-Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» καὶ στὴν Πνευματολογία του «ὡς Ἀδιάλειπτο Πεντηκοστή»[12] . Μόνο σὲ ἕνα σημεῖο θὰ ἤθελα σύντομα νὰ σταθοῦμε πρὶν περάσουμε στὰ ἰδιώματα τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Σὲ μία ἀπὸ τὶς πάμπολλες ἐπὶ μέρους ἑνότητες μὲ τίτλο «Δὲν ὑπάρχει Χριστιανισμὸς ἐκτὸς Ἐκκλησίας» μᾶς ἀνοίγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος τὸ νοῦ γιὰ τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ἐρώτηση «ποιά ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν Χριστό;» δίνει τὶς ἑξῆς πελώριες διαστάσεις: «Ἡ μεταξύ τους σχέση συνιστᾶ ″τὸ μέγα μυστήριον″, τὸ μεγαλύτερο ὅλων τῶν κόσμων μας. Τὸ ἀνθρώπινο γένος στερεῖται τῆς διανοίας καὶ τῶν λέξεων, οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, νὰ ἐκφράσουν τοῦτο τὸ πανάγιο καὶ παμμέγιστο μυστήριο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ταυτοχρόνως Θεὸς Λόγος καὶ ἄνθρωπος, Θεὸς Λόγος καὶ Ἐκκλησία, Θεὸς Λόγος μὲ τὸ σῶμα Του στὸν Οὐρανὸ καὶ Θεὸς Λόγος στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, στὴν γῆ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἕνωσε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του ″τὰ πάντα, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς″ (Ἐφ. 1, 10). Ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς συνενώθηκαν σὲ ἕνα μυστήριο, καὶ ἔτσι ἔγινε τό ″μέγα μυστήριον″, τὸ πᾶν-μυστήριο, ἡ Ἐκκλησία». [13]

Τὰ ἰδιώματα αὐτοῦ τοῦ πᾶν-μυστηρίου οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὰ συμπύκνωσαν σὲ τέσσερα: «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική».

α) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ

Ὅ ἕνας καὶ μοναδικὸς Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ πηγὴ σωτηρίας γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, εἶναι θεανθρώπινα, ἀφοῦ ταυτίζεται μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ . [14]

Οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα δὲν μποροῦν νὰ διασποῦν τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο Σῶμα τοῦ Δεσπότη, ἁπλῶς ἀποκόπτονται ἀπὸ αὐτὸν τὸν θεανθρώπινο ὀργανισμό. Ταυτόχρονα, βέβαια, διασώζει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου. Ἡ Ὑπεραγία Τριὰς ἔχει τρία Θεῖα Πρόσωπα, ἀλλὰ μέσῳ τῆς μίας κοινῆς θείας οὐσίας καὶ τῶν κοινῶν θείων ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἐκφράζεται ἡ ἑνότητα τῶν τριῶν Προσώπων. Τὸ ἴδιο ὀφείλει νὰ συμβαίνει καὶ στὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Μέσῳ τῆς μίας καὶ κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ἐντάσσονται οἱ πιστοὶ μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, τὰ μύρια πρόσωπα τῶν ἀναγεννημένων ἀνθρώπων καλοῦνται νὰ ἐκδηλώνουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κοινὲς ἐνέργειες, ταυτιζόμενοι μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα. Ὅπως ὁ Χριστὸς ἐκτέλεσε ἀπόλυτα πιστὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς[15] καὶ τὰ μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν πιστὰ νὰ ἐκτελοῦν τὸ δικό Του θέλημα .[16] Ἐκεῖνος εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ Κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ Σώματος. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς.

Μία καὶ μοναδικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, μία καὶ μοναδικὴ ἡ λατρεία της, ὅπως καὶ ἕνα μόνο καὶ μοναδικὸ τὸ βάπτισμά της.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΓΙΑ

Ὅπως τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὸ προαιώνιο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου ὡς κεφαλή, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ αὐτὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα. Ἑπομένως καὶ αὐτὴ εἶναι ὀντολογικὰ Ἁγία. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἠθικὴ κατάσταση τῶν μελῶν της ἡ Ἐκκλησία, μὲ κεφαλή της τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ καρδιά της τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ἄσπιλη καὶ ἄμωμος. Ἀποτελεῖ πηγὴ ἁγιασμοῦ. Μὲ τὴ θεία διδασκαλία της καὶ τὰ ἅγια μυστήρια καταρτίζει τὰ μέλη της καὶ τοὺς παρέχει ἁγιασμό, ἀποβλέποντας στὴ μετάνοια καὶ πνευματικὴ θεραπεία τους. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀποκάλεσε τὴν Ἐκκλησία, ὅπου ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση καὶ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, «ἰατρεῖον πνευματικόν» [17].

γ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΚΑΘΟΛΙΚΗ

Ὁ Θεὸς Λόγος, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, «ἐν ἀρχῇ ἦν» καὶ «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο»[18] . Ἄρα καὶ ἡ ἐνανθρώπισή Του στοχεύει στὴν καθολικὴ ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔτσι ἡ καθολικότητα ὡς ἰδίωμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τόσο γεωγραφική-ἱστορικὴ ὅσο καὶ κυρίως πνευματικὴ διάσταση. Στὴν τελευταία ἔννοια τονίζεται ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἀλήθειας, ἡ καθ’ ὅλου ἀλήθεια, ἡ ὁποία ὅπως εἴδαμε παραπάνω, ταυτίζεται μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπὶ πλέον, ἐφόσον ἔχουμε τὴν ἀσύγχυτη καὶ ἀχώριστη ἕνωση τῆς κτιστῆς ἀνθρώπινης φύσης μὲ τὴν ἄκτιστη θεία φύση στὸ ἕνα Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐφόσον δηλ. ἔχουμε τὴν ἐνυπόστατη ἕνωση τῶν δύο φύσεων, αὐτὴ ἡ ἕνωση ἐκφράζει τὴν πληρέστερη δυνατὴ σύνδεση ὁλόκληρης τῆς κτίσης μὲ τὸν Θεό, ἰδίως δὲ τοῦ ἀνθρώπου ὡς διαχειριστοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.

Καθολικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ τοπικὸ στοιχεῖο δὲν ἀναιρεῖ τὴν «καθολικότητα» τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς κεφαλῆς της. Ἀντίθετα, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαίτερα εὔστοχη παρατήρηση τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὁλόκληρος προσφέρεται σὲ κάθε Ἁγία Τράπεζα ὡς τροφὴ γιὰ ὅλο τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, οἱ «τοπικὲς Ἐκκλησίες εἶναι οἱ ἐπιφανειακὲς πηγές, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἕνα ὑπόγειο ποτάμι». [19]

Φυσικὰ ἡ ἔννοια τῆς καθολικότητας ἀναφέρεται καὶ στὴν ἑνότητα καὶ ὁλότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Χαρακτηριστικά, ἐπισημαίνοντας τὴν ἀλληλοεπίδραση τόσο τῶν μελῶν μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὴν Κεφαλή, τὸν Χριστό, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος: «Ὅλα αὐτὰ τὰ πολυάριθμα μέρη τοῦ σώματος, ὅλα αὐτὰ τὰ ὄργανα, ὅλα τὰ μέλη, ὅλες οἱ αἰσθήσεις, ὅλα τὰ κύτταρα τὰ ἑνώνει σὲ ἕνα ἀείζωο θεανθρώπινο σῶμα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐναρμονίζοντας τὴ δραστηριότητα ἑκάστου μέρους μὲ ὁλόκληρη τὴν καθολικὴ ζωὴ τοῦ σώματος. Κάθε μέρος λειτουργεῖ ″κατὰ τὸ μέτρον″ τῶν δυνάμεών του» . [20] Ὅλοι μας μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἀξιοποιώντας τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές, τὴν κοινὴ πίστη, τὰ θεῖα μυστήρια, «μετέχουμε στὸν ἕνα θεανθρώπινο βίο τῆς Ἐκκλησίας, καθένας ἀπὸ τὴ θέση τὴν ὁποία ὁ Κύριος, ἡ Κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώματος, τοῦ ὅρισε ...». [21]  Καὶ ἡ μετοχὴ αὐτὴ πραγματοποιεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

δ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ

Πρῶτος καὶ μέγιστος ″ἀπόστολος″ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὃ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον «ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν», νὰ γεννηθεῖ «ἐκ γυναικὸς» καὶ «ὑπὸ νόμον» . [22] Ἔπειτα ἔχουμε τὸ σῶμα τῶν 12 ἀποστόλων, τῶν πρώτων κατὰ Χάριν θεανθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὸ Πανάγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν[23] . Ἔτσι ἡ ἀποστολικότητα τοῦ Χριστοῦ προεκτείνεται τρόπον τινὰ στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν στοὺς διαδόχους τους στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Μέχρι πρό τινος γνωρίζαμε, ὅτι αὐτοὶ ἀποκλειστικὰ ἦταν ἄνδρες. Τώρα ἀκόμα καὶ στοὺς Ἀγγλικανούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς οἱ πιὸ παραδοσιακοὶ ἀνάμεσα στοὺς Προτεστάντες, θεωροῦνται οἱ πλησιέστεροι πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους[24] , εἰσχώρησαν δυναμικὰ καὶ γυναῖκες. Τὸ βιώσαμε πρόσφατα στὶς 25 Μαρτίου 2026 μὲ τὴν Sarah Mullally, ἡ ὁποία ἐνθρονίστηκε ὡς 106η «Ἀρχιεπισκόπος» του Καντέρμπουρι. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία μιὰ γυναῖκα κατέχει τὴν τιμητικὰ πρώτη ἕδρα τῆς Ἀγγλικανικῆς Κοινωνίας. Ἤδη μὲ τὴν ἐνθρόνισή της δημιουργήθηκε σχίσμα στὸν Ἀγγλικανισμό . [25]

Τὸ θεμέλιο, στὸ ὁποῖο θεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ ἀκρογωνιαῖο λίθο τὸν Ἴδιο[26] , εἶναι οἱ θεοφόροι Ἀπόστολοι μὲ ὅλες τὶς ἅγιες ἀρετές τους, μὲ τὶς ἅγιες θεανθρώπινες δυνάμεις τους καὶ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία τους, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος Θεάνθρωπος λέγει, ὅτι σὲ αὐτὴν τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὀμόψυχη καὶ ὁμόφωνη μαρτυρία τῆς πίστεώς τους θὰ στηρίξει τὴν Ἐκκλησία Του . [27] Ὅπως μαρτύρησε ὁ Χριστὸς περὶ τοῦ Ἑαυτοῦ Του, ὅτι δὲν ἔπραξε οὔτε εἶπε κάτι δικό Του, ἀλλὰ μόνο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ λέγει[28] , ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες στὴ συνέχεια δὲν ἐξέφραζαν δικό τους λόγο, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνον τῆς θεανθρώπινης Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς ἐπεκτείνεται αὐθεντικὰ ὡς θεανθρώπινος ὀργανισμὸς σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ ἡ ἁγία παράδοση ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ θεμελιώνεται αἰωνίως στὸν Θεάνθρωπο ὡς Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἀποστολικότητα, ὡς ἀποστολικὴ κληρονομιά, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία διδασκαλία, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἐπεκτεινόμενος στοὺς αἰῶνες. «Στὸν ἐπίγειο κόσμο», ἀποφαίνεται ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πάποβιτς, «οἱ Ἀπόστολοι εἶναι πιὸ σημαντικοὶ καὶ πιὸ ἀξιόπιστοι μάρτυρες τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ,τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρὰ οἱ Ἄγγελοι». [29]                 Μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό του, καταθέτει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». [30]  Καὶ αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ ὁμιλεῖ, ἐκεῖ ὁμιλεῖ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, Ἐκεῖνος «ὁμιλεῖ διὰ τοῦ Παύλου» . [31]Ἀπὸ τὴν πρώιμη Ἐκκλησία ἴσχυε ἡ πεποίθηση, ὅτι ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ τοὺς θεοφόρους ἀποστόλους, ἀπορρίπτει τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό. Ἔτσι μέσῳ αὐτῶν μεταδίδεται ἡ Χάρις καὶ ἡ πίστη. Ἡ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας διαπερνάει ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ θεανθρώπινου ὀργανισμοῦ. Μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων οἱ θεῖοι Πατέρες ἀγωνίζονται γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, στὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ προστεθεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἀφαιρεθεῖ κάτι . [32] Ἔτσι μὲ τὴν πιστὴ τήρηση τοῦ ἀποστολικοῦ πνεύματος ἐξασφαλίζεται ἡ μετάδοση τῆς χάριτος καὶ τῆς πίστεως ἐντὸς τοῦ θεανθρώπινου σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Κεντρικῆς σημασίας ἐδῶ εἶναι καὶ ἡ προσήλωση στὴν γνήσια λατρεία μὲ τὴν πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν χειροτονιῶν.

Ἑπομένως, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὸ ἀλάθητο στὴν Ἐκκλησία, αὐτὸ ἐρείδεται στὸν Χριστὸ ὡς Κεφαλή της καὶ ἐκφράζεται μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς αὐθεντικῆς ἔκφρασης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Τὸ ἀλάθητο ἑνὸς προσώπου, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ Πάπα στὴν Α΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1870), θεωρεῖται παντελῶς παράλογο καὶ ἀνόητο ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Β) Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ παραλογισμὸς τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν»

Μὲ βάση τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας ὡς «μίας» ἀναδεικνύεται ἡ ταυτόχρονη παρουσία της στὸν κόσμο μὲ ποικιλία πολιτιστικῶν ἐκφάνσεων ὡς τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ καθεμία ὅμως ἐξ αὐτῶν ἀποτελεῖ τὴν «μία» Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδὴ ἡ ἑνότητα ὑφίσταται ὡς ἑνότητα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὡς ἑνότητα μέσα στὴ θεία Χάρη.

Ἔχουμε ἤδη ἐπισημάνει ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν διαπραγμάτευση τῶν ἰδιωμάτων της. Ἐρείδεται στὴν ἴδια τή θεανθρώπινη φύση της, ποὺ ἔχει κεφαλὴ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι ὅμως καὶ τριαδολογικὴ αὐτὴ ἡ ἑνότητα. Διότι, ὅπως τονίσαμε ἀνωτέρω, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ διαφορετικότητα τῶν μελῶν της, μὲ τὰ ἰδιάζοντα στοιχεῖα τοῦ κάθε πιστοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀπόλυτα ἐν Χριστῷ ἑνότητά τους μᾶς παρέχει μιὰ εἰκόνα τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς. Αὐτὴ ἡ σύμπνοια, ἡ ἐναρμόνιση μὲ τὴν Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν μυρίων μελῶν της, θεμελιώνεται στὸ δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτεξούσιο τῶν ἀνθρώπων, στὴν ἐκ μέρους τους βίωση τῆς θεανθρώπινης ἀγάπης ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ αὐτὴ τὴν ἁρμονία. Μέσα στὴν κατάσταση αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι ἀληθινὰ βιώνουν τὴν ἐλευθερία ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς χάρισε. [33] Ἄλλωστε, ὅ,τι ζοῦν οἱ πιστοὶ στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς πρωτοβουλίας τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ τὰ πάντα συμβαίνουν «ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Μέσῳ αὐτῆς τῆς κοινῆς ἄκτιστης ἐνέργειας καὶ τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος «πραγματώνεται», ὅπως ὑπογραμμίζει πάλι ὁ μέγας Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, «ἡ τριαδοποίηση ὅλων τῶν πιστῶν μέσῳ τῆς θεανθρωποποιήσεως, μέσῳ τῆς χριστοποιήσεως». [34]

Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὕψιστη σημασία καὶ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου στὴν Ἀρχιερατικὴ Τοῦ Προσευχὴ ὑπὲρ τῶν μαθητῶν Του: «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ὁὓς δέδωκάς μοί, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.[35] Τὸ χωρίο αὐτὸ χρησιμοποιεῖται πολὺ συχνὰ σὲ συμπροσευχὲς ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Π.χ. ἀναγνώστηκε αὐτὸ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴ Συνάντηση τῆς Νίκαιας στὶς 28 Νοεμβρίου τοῦ 2025 μπροστὰ στοὺς ἐκπροσώπους διαφόρων ὁμολογιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄. Δυστυχῶς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀπογυμνώνεται τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἀπὸ τὸ βαθύτερο περιεχόμενό του. Ὁ Χριστός, μὲ τὰ λόγια αὐτὰ πρὸς τὸν Ἐπουράνιο Πατέρα δὲν παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα ὁμάδων κάθε λογῆς ἀποκλίσεων ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα του, ἀπὸ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ἀντίθετα, θέλει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἑνότητα τοῦ ἰδίου σώματος, μάλιστα σὲ ὕψιστο βαθμό, θέτοντας ὡς πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν τὴ σχέση τῶν Προσώπων τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος. Ἐνῷ ἀκόμα καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀποδέχονται, ὅτι οἱ διάφορες «χριστιανικὲς» ὁμολογίες δὲν ἀποτελοῦν τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως [36], πῶς χρησιμοποιοῦν παραπλανητικὰ αὐτὰ τὰ ἱερὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀλλοιώνουν τὸ περιεχόμενό τους;

Ὁ ὅρος «ἕνωσις» τῶν ἐκκλησιῶν προϋποθέτει τὴ διάσπαση, ἐπὶ μέρους στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὅπως σὲ θραύσματα ἑνὸς καθρέπτη, πιστεύεται ὅτι μὲ τὴ συγκόλλησή τους θὰ μπορέσουν νὰ ἀποτελέσουν ἕνα ὅλο. Πρόκειται γιὰ θέση ἀπορριπτέα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καθαρὰ προτεσταντικῆς ἔμπνευσης σύμφωνα μὲ τὸ ἰδεολόγημα τῆς ἀόρατης ἐκκλησίας. Ἡ σωτηρία ἐν Χριστῷ στερεῖται κάθε τι τὸ θεῖο καὶ παρουσιάζεται ἐγκλωβισμένη σὲ μιὰ ἀνθρωποκεντρικὴ θεώρηση, στὰ γήινα. Οὐσιαστικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἀποτελεῖ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1948 ἀπὸ ἀντιπροσώπους 147 ἐκκλησιῶν (μεταξὺ αὐτῶν τὸ Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως καὶ οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου). Σήμερα φθάνουν στὸν ἀριθμὸ 352. Στὸ Συμβούλιο αὐτὸ στὸ προσκήνιο δὲν βρίσκεται ἡ ταυτότητα τῆς πίστης, ἡ κοινὴ παράδοση καὶ ἡ ἑνότητα στὰ δόγματα, ἀλλὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα τῶν χριστιανικῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ ἡ Θεωρία, ὅτι ὅλες μαζὶ εἶναι κληρονόμοι τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κάθε μία στὸ συνονθύλευμα ὅλων αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν, ἀποτελεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν κυρίαρχη προτεσταντικὴ ἀντίληψη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τὸ κλαδὶ ἑνὸς δένδρου. Αὐτὴ ἡ θεωρία τῶν κλάδων δικαιολογεῖ καὶ ἑρμηνεύει τὴν πανσπερμία τῶν Προτεσταντισμῶν. Θεωρεῖ τὸν κορμὸ τῆς ἐκκλησίας μὲ πολλὰ κλαδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ κάθε ἕνα ἀντιστοιχεῖ σὲ ἕνα τμῆμα τῆς ἐκκλησίας καὶ ὅλα μαζί, παρὰ τὶς διαφορὲς μεταξύ τους, ἀποτελοῦν ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, τὴν ἀόρατη ἐκκλησία. Ἐπίσης οὐδένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τμήματα μπορεῖ νὰ διεκδικήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅλη τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ λειτουργοῦν συμπληρωματικά. [37]

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ‘70, προτίμησε μὲ συνέπεια νὰ προβάλλει τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.[38] Ἔπειτα, ἄρχισε νὰ ὑποχωρεῖ πρὸς τὴν προτεσταντικὴ πλειοψηφία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, χωρίς, ὅμως, νὰ ἀποδέχεται ἐπίσημα τὴν προτεσταντικὴ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας .

Γ) Ἡ «ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν» καταστρατηγεὶ τὴν ἐπίκληση «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»

Τὸ αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας μας «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἀποτελεῖ μέρος τῆς δέησης «Ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Προφανῶς μὲ τὶς ἅγιες τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίες μπορεῖ νὰ ἐννοεῖται ἐδῶ μόνο ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Μόνο αὐτὴ εἶναι ἁγία καὶ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἄρα καὶ μόνο μὲ τοὺς προσδιορισμοὺς «ἅγιες» καὶ «τοῦ Θεοῦ» Ἐκκλησίες, κάθε ἀπόπειρα ποὺ θέλει νὰ περικλείει τὰ ἀνθρώπινα κατασκευάσματα τῶν λεγομένων « χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» τῆς Δύσης ἀποδεικνύεται παραφροσύνη. Ἑπομένως, ἄλλες εἶναι οἱ λεγόμενες «ἐκκλησίες» ποὺ ἐννοοῦνται μὲ τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν, καὶ ἄλλες οἱ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίες.

Ἄλλωστε, θὰ φανέρωνε λογικὴ σύγχυση νὰ εὔχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἕνωση ἑνὸς ἑτερόκλητου-κοκτέϊλ στοιχείων ἰδιότροπης θεώρησης τοῦ κόσμου ἀπὸ διάφορες ὁμάδες ἀνθρώπων ποὺ ἐπιμένουν σὲ παλαιὰ χριστιανικὰ ὀνόματα. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι παρὰ τὰ ὡραῖα τους ὀνόματα, οἱ φορεῖς αὐτῶν τῶν ὀνομάτων συχνὰ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν χριστιανισμὸ καὶ μὲ τὸν Χριστό. Ἔχουν σχηματίσει μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καθ’ ὁμοίωσίν τους, γιὰ νὰ αἰσθάνονται ἀναπαυμένοι στὶς αἱρετικές τους πεποιθήσεις.

Ἄρα τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἐπίκλησης «ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησιῶν» ἐκφράζει τὴν ἐγκάρδια δέηση ὅλων τῶν πιστῶν ὑπὲρ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστότητας καὶ κατὰ συνέπειαν σταθερότητας τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσμο. Μὲ τὸ δεύτερο μέρος τῆς ἐπίκλησης «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ ἐννοεῖται ἡ «ἕνωσις» αὐτῶν τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Αὐτὲς εἶναι ἑνωμένες στὴν μία οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Πολὺ περισσότερο ἀποκλείεται νὰ ἐννοοῦνται οἱ διάφορες κατακερματισμένες ὀντότητες ποὺ θέλουν νὰ ὀνομάζονται Ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχουν καμία σχέση. Μὲ τὴν ἐπίκληση «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἐννοεῖται ἡ κατάργηση τῶν ἰδιοτροπιῶν καὶ ἡ συνάντηση πάντων στὴν πιστὴ τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἕνωσις ὅλων στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, ἀποτελεῖ ἄλλωστε τὸν προορισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μόνο ὅταν συμπίπτουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὴν πραγματοποίηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπόλυτα τὸ αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανὸ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Ὁ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἰδιότροπος χειρισμὸς τοῦ ἑαυτοῦ τους σαφῶς εἶναι καταστροφικός. Ἤδη μὲ ἀρχὴ τοὺς πρωτοπλάστους αὐτὴ ἡ ὀδυνηρὴ ἐμπειρία διαπέρασε, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πνευματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίζεται μόνο μὲ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐγκαταλείποντας ὁ ἄνθρωπος τὸν ἰδιότροπο χειρισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἀντικαθιστώντας αὐτὸν διά του θεότροπου, ἐπιστρέφει στὸ κατὰ φύσιν. Μόνο μέσῳ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ, μὲ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν ἁγιασμό, στὸ ὑπὲρ φύσιν, κατὰ τὸ ὁποῖο τοῦ δωρίζεται ἡ ἐνοίκηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. [39] Αὐτὴ ἡ τριαδοποίηση, θεανθρωποίηση ἢ χριστοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μὲ τὴν πλήρη ἔννοια ἡ ἕνωση τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἕνωση στὴν Καινὴ Κτίση, στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία δέεται.

Ἐν κατακλεῖδι, ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν» προϋποθέτει τὸν κατακερματισμὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἑπομένως ὄχι μόνο δὲν συμβάλλει στὴν «ἕνωση τῶν πάντων», ἀλλὰ δικαιολογεῖ καὶ θεμελιώνει τὴν πολυδιάσπαση.

Δ) Ὅταν ἡ φανταχτερὴ ἀπάτη τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν» ἀποπειρᾶται νὰ κατισχύσει τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἱστορικὰ ἰδιαίτερα μεγάλες προσπάθειες ἀποπλάνησης τῆς Ὀρθοδοξίας μποροῦν νὰ ἐντοπιστοῦν στὶς Συνόδους τῆς Λυών (1274) καὶ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/1439), τὶς δύο μεγάλες ἑνωτικὲς Συνόδους πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως[40] , ὅπως καὶ τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965). Οἱ δύο πρῶτες ἀπόπειρες στοὺς μηχανισμοὺς ποὺ ἀνέπτυξαν ὁμοιάζουν μεταξύ τους. Τὸ ζήτημα ἦταν ἡ ἐπιβίωση τῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἐξασφάλιση στρατιωτικῆς στήριξης ἀπὸ τὴ Δύση. Ἐντάσσονται στὴ τακτικὴ τῆς Δύσης νὰ κατακτήσει πνευματικά, στὴν οὐσία νὰ ὑποδουλώσει τὴν Ὀρθοδοξία στὸν Παπισμὸ καὶ στὴν ἐξουσιαστικὴ δίψα της Φράγκων. Τὰ βασικὰ ζητήματα τῆς παπικῆς ἐπιβολῆς ἦταν τὸ Φιλιόκβε, τὸ γνωστὸ πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ ἐπέκταση τῆς ἐξουσίας του ἀκόμη καὶ στὴν οὐράνια σφαῖρα μὲ ἐργαλεῖο τὸ Καθαρτήριο Πῦρ. Μὲ τὸ χειρισμὸ τῶν συγχωροχαρτιῶν ὁ ποντίφικας τῆς Ρώμης ἔλεγχε καὶ τὴ τύχη τῶν ψυχῶν μετὰ θάνατον. Καὶ στὶς δύο συνόδους ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ποὺ συμμετεῖχε (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν βράχο τῆς πίστεως, τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ) ὑπέκυψε στὶς πιέσεις τῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα ἀντιστάθηκε σ’ αὐτὴν τὴν ὑποτέλεια.

Μὲ τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ὅμως ὁ Παπισμὸς ἄλλαξε τακτική. Ἐνῷ στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνα τήρησε μιὰ ἀσυμβίβαστη στάση ὡς πρὸς τὸ κίνημα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, αὐτὴ ἄλλαξε ριζικὰ μὲ τὸ διάταγμα τῆς Β΄Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ» στὸ τέλος τοῦ 1964. Ἐνῷ μέχρι τότε γνώρισε μόνο μιὰ μορφὴ ἕνωσης, τὴν ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφὴ στοὺς κόλπους τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, τώρα τί ἔκανε; Ἄλλαξε τὴν ἐκκλησιολογία του. Ὁ π. Πέτρος Χὶρς μὲ τὴν ἐξαιρετική του διατριβὴ «Τὸ Βάπτισμα τῶν Χριστιανῶν κατὰ τὸ Unitatis Redintegratio τῆς Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο»[41] φώτισε μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐκκλησιολογίας. Σημειώνει, ὅτι μὲ τὸ διάταγμα αὐτὸ «ἀποδέχεται, στὴ βάση τοῦ κοινοῦ βαπτίσματος, τὴν ἐκκλησιαστικὴ φύση ἢ «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν μή-ρωμαιοκαθολικῶν κοινωνιῶν», «χαρακτηρίζει «ἀδελφοὺς» τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς καὶ ἀναφέρει πὼς αὐτὴ ἡ ἀδελφοσύνη ἔχει μυστηριακὸ χαρακτῆρα» λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔχουν «ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό» . [42] Εἰσάγεται μὲν ἕνας διαχωρισμὸς ἀνάμεσα στὴν πληρότητα τῆς Χάριτος ποὺ ὑπάρχει μόνο στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ τὴν ἀτελὴς παρουσία της στὶς ἐκτὸς αὐτῆς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες[43] , ἀλλά, ὅπως ἦταν φυσικό, αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ στάσης τοῦ παπισμοῦ προκάλεσε ἐνθουσιασμὸ στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Καὶ τί ἔκανε ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας; Ἔπεσε στὴν ἀγκάλη τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄.[44] Σύμφωνα μὲ τὸν Πατριάρχη «Πνεῦμα μέγα ἀγάπης ἐξαπλώνεται ὑπὲρ τοὺς Χριστιανοὺς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Ἤδη ἀγαπώμεθα». [45]

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος χαρακτήρισε αὐτὸ τὸ ξεχείλισμα ἀγάπης σὲ ἀνοιχτὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα «ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων» καὶ ἀναρωτήθηκε: «πῶς δὲν διατίθενται ὀλίγαι σταγόνες ἀγάπης καὶ διὰ τοὺς ταλαιπώρους Ὀρθοδόξους;»[46] Ὁ δὲ Ἅγιος Παΐσιος σημείωσε: «Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναῖκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή» . [47]

Καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὅπως βλέπουμε ὅλοι μας, κρατάει ἀμείωτη μέχρι σήμερα. Μάλιστα στὴν τελευταία ἐπίσκεψή του στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄ ἐνέπαιξε κυριολεκτικὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο. Στὴ συνάντηση τῆς Νίκαιας στὶς 28/11/2025, μὲ ἀφορμὴ τὴν Ἐπέτειο τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325 μ.Χ.), ὁ Πάπας μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους παρόντες ἀπήγγειλε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὰ Ἀγγλικὰ χωρὶς τὸ φιλιόκβε. Μία μέρα ἀργότερα, στὶς 29 Νοεμβρίου, σὲ τέλεση ρωμαιοκαθολικῆς λειτουργίας στὴ Volkswagenarena στὴν Κωνσταντινούπολη ἐκ μέρους τοῦ Πάπα, ἀπαγγέλλεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως παρουσία τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαῖο στὰ Λατινικὰ μὲ τὴν αἱρετικὴ προσθήκη του φιλιόκβε. Καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα κατὰ τὴ Θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ «ἀγάπη» τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου σκέπασε τὰ πάντα. Ὄχι ἁπλῶς παρέστη ὁ Πάπας, ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης του παρεῖχε ἀκόμα καὶ συμμετοχὴ στὴ Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία μὲ τὴν ἀπαγγελία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, ἀθετῶντας μὲ τὴν πλήρη ἔννοια τὸν 45ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων . [48]

Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας!

………………………………………………………………………………………..

[1] Ἰω. 18, 37.

[2] Βλ. χαρακτηριστικὰ τὸν Ὕμνο τῆς Ἀγάπης τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου στὸ 13ο κεφάλαιο τῆς Α΄ Ἐπιστολῆς πρὸς Κορινθίους.

[3] Ματθ. 28, 20.

[4] Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς. Μετὰ ἑρμηνείας ὑπὸ Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου Ἀρχιμανδρίτου, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1978, σ. 199 καὶ 201.

[5] Μὲ θαυμάσια γλῶσσα τὸ ἀποδίδει ὁ ἑξῆς ὕμνος τῆς Γ΄Ωδής τῆς Παρασκευῆς τοῦ Θωμᾶ: «Ἐν τάφῳ περικλεισθείς, τῇ περιγράπτῳ σαρκί σου, ὁ ἀπερίγραπτος, Χριστὲ ἀνέστης, θυρῶν κεκλεισμένων δὲ ἐπέστης, σοῦ τοῖς Μαθηταῖς, παντοδύναμε.»

[6] Μέσῳ τῆς φαντασίας ὁ καρπὸς φάνηκε στὰ μάτια τῶν πρωτοπλάστων τόσο ἐπιθυμητὸς ὥστε νὰ τὸν δοκιμάσουν.

[7] Ἰω. 3, 13.

[8] Βλ. τὶς ποικίλες περιγραφὲς τῶν ἐμφανίσεων τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, κατὰ τὶς ὁποῖες τοὺς ἔδειξε τὰ σημάδια τῆς σταύρωσης. Ἔφαγε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι πρόκειται γιὰ πνεῦμα. Ἱκανοποίησε ἀκόμα καὶ τὴν ἐρευνητικὴ διάθεση τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος μακαρίζεται καὶ ὑμνεῖται γιὰ τὴν ἄπιστη πίστη καὶ τὴν πιστὴ ἀπιστία του.

[9] Ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ἔχοντας ὡς Κεφαλὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, μὲ μύριους τρόπους ἔχει δώσει καὶ δίνει τὴ μαρτυρία τῆς παρουσίας Του: Βλ. τὰ ἑκατομμύρια μαρτύρων, τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, τὴ θαυμαστὴ ἑνότητα τῶν Ἁγίων διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Χαρακτηριστικὰ μετὰ τὸ Πάσχα ἀναγιγνώσκονται οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

[10] Χαρακτηριστικὰ σημειώνει τὸ 2010 ὁ διεθνοῦς φήμης εἰδικὸς στὴν ἑρμηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης Klaus Berger (1940-2020), ἀναφερόμενος στὰ χρόνια τῆς πανεπιστημιακῆς καριέρας τοῦ (1970-2006): «Σὲ κάθε γραφεῖο συναδέλφου μου δεξιὰ τῆς θέσης ἐργασίας του κρεμόταν μιὰ φωτογραφία τοῦ Rudolf Bultmann» (Klaus Berger, Der Wundertäter. Die Wahrheit über Jesus. Herder, Freiburg i. Br. 2010, σ. 169. Πρβλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Klaus Berger (Theologe)#%E2%80%9EDritter Weg%E2%80%9C zwischen Liberalismus und Fundamentalismus). Αὐτὸ βέβαια φανερώνει τὴ λατρεία των καινοδιαθηκολόγων στὴ Δύση πρὸς τὸν Bultmann, τὸν κατἐξοχὴν διαφημιστὴ τῆς ἀπομυθοποίησης τοῦ Ἱεροῦ Κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτοὶ οἱ θαυμαστές τοῦ Μπούλτμαν δὲν ἄφηναν σχεδὸν τίποτα ὄρθιο στὴν Καινὴ Διαθήκη.

[11] Τὸ Κατὰ Ἰωάννην Ἅγιον Εὐαγγέλιον κλείνει μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ πρόταση, ὁποία ἐπιβεβαιώνει πλήρως αὐτὴ τὴν ἀδυναμία: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πὸλλὰ ὅσα ἐποίησεν Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν

[12] Ἁγίου Ἰουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Δογματική. Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀληθείας, Ἔκδοση Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδείου, Ἅγιον Ὅρος 2019.

[13] Στὸ ἴδιο, σ. 66-67.

[14] Στὸ ἴδιο, σ. 158-160.

[15] Ἰω. 6, 38.

[16] Ἰω. 14, 23.

[17] Ε.Π. 59,36

[18] Ἰω. 1, 1-3.

[19] Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Ἐκκλησία (Ἱστορικό-θεολογικὴ καὶ κοινωνιολογικὴ θεώρηση), Ἐκδόσεις «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1980, σ. 26.

[20] Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὅ.π., σ. 290.

[21] Στὸ ἴδιο, σ. 291.

[22] Γαλ. 4, 4. Πρβλ. Ἔβρ. 3, 1.

[23] Πράξ. 2, 3.

[24] Ἐπειδὴ οἱ Ἀγγλικανοὶ διατήρησαν πολλὰ ἀπὸ τὰ παλαιοκαθολικὰ στοιχεῖα, ὑπῆρξαν στὸ παρελθὸν 14 σημαντικὲς προσπάθειες προσέγγισης τῆς Ὀρθοδοξίας (βλ. π.Γ. Μετάλληνος, ὄπ.παρ. σ. 71-72). Ἡ γυναικεία ὅμως ἱεροσύνη καὶ ἀρχιεροσύνη ὅπως καὶ ἡ στάση ἔναντι τῆς ὁμοφυλοφιλίας δημιούργησαν τελευταία μεγάλα ἐμπόδια.

[25] Ἡ ἀντίδραση στὴν ἐπιλογὴ μιᾶς γυναίκας ὡς Ἀρχιεπισκόπου Καντέρμπουρι ὑπῆρξε μεγάλη. Παραπάνω ἀπὸ τὸ ἕνα τρίτο τῆς ἀγγλικανικῆς κοινωνίας, οἱ 16 ἀπὸ τὶς 42 ἐπαρχίες - κυρίως τοῦ ἀγγλικανικοῦ νότου, δηλ. οἱ ἀφρικανικὲς ἐπαρχίες - ἔχοντας διατηρήσει τὴν αἴσθηση τῆς πιστότητας στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν παράδοση, ἀγνόησαν τὴν ἐνθρόνιση τῆς Mullally. Ἔτσι ἡ ἀγγλικανικὴ κοινωνία ἤδη ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει σχίσμα (γιὰ περισσότερες πληροφορίες βλ. τὸ σχόλιο τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν παραθρησκειὼν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς τῆς 20ης Ἀπριλίου 2026 στὸ «Πρόσφατο προκληθὲν σχίσμα στὸν Ἀγγλικανισμό»: https://imp.gr/52011-2/).

[26] Ἔφεσ. 2, 20.

[27] Ματθ. 16, 18

[28] Ἰω. 12, 49: 14, 38.

[29] Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὄπ. Παρ., σ. 322

[30] Γαλ. 2, 20

[31] Εἰς τὸ «ἐν ποιά ἐξουσία ταῦτα ποιεῖς;» 6, PG 56, 423 (25). Πρβλ. Ἅγιος Ἰουστῖνος 329.

[32] Βλ. χαρακτηριστικὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (879-880), τὴν τελευταία γενικὴ σύνοδο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας μὲ τὴ συμμετοχὴ 383 Πατέρων ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση. Στὸν ὅρο ποὺ ἐκδίδει στὴν ἕκτη συνεδρία της τὸν Μάρτιο τοῦ 880 καταδικάζει κάθε παραχάραξη τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «μὲ νόθες λέξεις, ἢ προσθῆκες, ἢ ἀφαιρέσεις».

[33] Τῇ ἐλευθερὶᾳ οὖν, ᾗ Χρὶστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζὺγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. 5, 1).

[34] Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὅ.π., σ. 298.

[35] Ἰω. 17, 11.

[36] Στὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ κειμένου τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης 2016 «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» ἐπισημαίνεται: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησὶᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου.» (βλ. https://www.holycouncil.org/rest-of-christian-world el).

[37] Περισσότερα βλ. Χρήστου Ἀνδρούτσου, Συμβολικὴ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου, Θεσσαλονίκη 19633, σ. 103-104 καὶ http://www.oodegr.com/oode/protestant/kladoi1.htm. Βλ. τὴν ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ διατύπωση τῆς Ζ΄ Γενικῆς Συνέλευσης τοῦ ΠΣΕ στὴν Καμπέρα 1991: «Ὁ στόχος τῆς ἀναζήτησης πλήρους κοινότητας ἔχει ἐπιτευχθεῖ ὅταν ὅλες οἱ ἐκκλησίες μποροῦν νὰ ἀναγνωρίσουν στὶς ἄλλες τὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία στὴν πληρότητά της... Σὲ μιὰ τέτοια κοινότητα, οἱ ἐκκλησίες συνδέονται μεταξύ τους σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τους σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, στὴν ὁμολογία τῆς μίας πίστης καὶ στὴ σύμπραξη στὴ λατρεία καὶ τὴ μαρτυρία, στὴ συμβουλευτικὴ καὶ στὴ δράση» (ἔκθεση Καμπέρα, σελ. 174).

[38] Σχετικὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν βλ. «Ὑπόμνημα περὶ τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὅρος 2007.

[39] Ἰω. 14, 23.

[40] Βλ. σχετικὰ τὴ μελέτη του π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ «Ἑνωτικὲς προσπάθειες μετὰ τὸ σχίσμα καὶ ὁ σημερινὸς διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Λατινικὴ Ἐκκλησία» στό: π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Γιὰ τὴν πίστη, τὴν γλῶσσα καὶ τὴν ἱστορία μας, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2011, σ. 23-58.

[41] Ἐκδόθηκε στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 2011.

[42] Στὸ ἴδιο, σ. 21.

[43] Στὸ ἴδιο, σ. 23.

[44] Ἡ πρώτη συνάντηση τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄ μὲ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α΄ πραγματοποιήθηκε περίπου 10 μῆνες πρὶν τὴ δημοσίευση τοῦ διατάγματος τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ» στὶς ἀρχὲς Ἰανουαρίου 1964 στὴν Ἱερουσαλήμ. Περιγράφεται ἀπὸ τὸν Πατριάρχη μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Κι ὅταν εἶδε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, αἱ χεῖρες μας ἤνοιξαν αὐτομάτως. Ὁ ἕνας ἐρρίφθη εἰς τὴν ἀγκάλην τοῦ ἄλλου...» (Ἡ προσλαλιὰ τοῦ Ἀθηναγόρου, Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖον [Ἀνάτυπο ἐκ τοῦ περιοδικοῦ Παρακαταθήκη], σελ. 4).

[45] Στὸ ἴδιο, σ. 4-5.

[46] Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος ἐπισημαίνει μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Παναγιώτατε· ψάλλετε καὶ Ὑμεῖς καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες Ὑμῖν, εἰς πάντας τοὺς ἤχους τὸ τροπάριον τῆς „Ἀγάπης" ... „Ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων" ... Ἐφ’ ὅσον ἡ καρδία Ὑμῶν ἐκχειλίζει ἐξ ἀγάπης καὶ ἐξ αὐτῆς πηγάζουσι πολύρροα ρεύματα, φθάνοντα μέχρι τῶν ἐσχάτων τῆς Δύσεως καὶ δημιουργοῦντα πελάγη, εἰς α ἀνέτως καὶ μετ’ εὐφροσύνης κολυμβῶσι πασῶν των ἀποχρώσεων οἱ αἱρετικοί, πῶς δὲν διατίθενται ὀλίγαι σταγόνες ἀγάπης καὶ διὰ τοὺς ταλαιπώρους Ὀρθοδόξους; Δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων, οἵτινες σκανδαλίζονται, βλέποντες τὸν Ὀρθόδοξον Πατριάρχην Κων/πόλεως νὰ ἀθετῇ – ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης! ἱεροὺς Κανόνας, νὰ ἀνατρέπη αἰωνοβίους Παραδόσεις, νὰ κρημνίζη τείχη ἀσφαλείας, νὰ μεταίρη ὅρια α ἔθεντο ἁγιώτατοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ ἀγάπη Ὑμῶν, δὲν εἶναι γνησία, ἀλλὰ ἐπιφανειακὴ καὶ ἐπίπλαστος· δὲν εἶναι ἄνωθεν κατερχομένη, ἀλλ' ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης ...» (Ἄρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Τὰ δύο ἄκρα· Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός, Ἐν Ἀθήναις 1986, σ. 19-20).

[47] Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου πρὸς τὸν Ἀρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο στὶς 23 Ἰανουαρίου 1969 (ἐφημ. Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλου 2054, 23 Ἰανουαρίου 2015).

[48] «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέστω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τί, καθαιρείσθω».

orthros.eu

Δείτε σχετικά και

-Ἐκκλησιολογική προσέγγιση στόν θεολογικό διάλογο ὀρθοδόξων καί ἀντιχαλκηδονίων

-Τό «μοναρχιανικό» πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου ὡς κατ’ἐξοχήν διασπαστικό στοιχεῖο στήν ἑνότητα τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας

-Χαιρετισμός Μητροπολίτου Κυθήρων & Ἀντικυθήρων Σεραφείμ στην Ημερίδα με θέμα : Ενότητα της Εκκλησίας και ένωση των εκκλησιών

-Βίντεο Ημερίδας με θέμα : Ενότητα της Εκκλησίας και ένωση των εκκλησιών

-ΗΜΕΡΙΔΑ 3 ΜΑΪΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ



 

Ἐκκλησιολογικὴ προσέγγισις στὸν θεολογικὸ διάλογο Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων

Ἱερομονάχου Λουκᾶ Γρηγοριάτου
Εἰσήγησις στὴν ἡμερίδα μὲ θέμα: «Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας καὶ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν». 
Πολεμικὸ Μουσεῖο - Κυριακὴ 3 Μαΐου 2026
Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν
Μέ τό γενικό θέμα τῆς Ἡμερίδος μας προσεγγίζουμε καί ἤδη ψηλαφοῦμε τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νά ὁμολογήσουμε μαζί μέ τόν προφήτη Μωυσῆ: «Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος [ἡ Ἐκκλησία]· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ’ ἤ οἶκος Θεοῦ καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ»[1] καί ὀφείλουμε νά λύσουμε τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων μας, ὅπως τό ἔλυσε τότε ἐκεῖνος πρό τῆς καιομένης καί μή καταφλεγομένης βάτου[2].
Ἔχοντας προσκληθῆ νά μιλήσουμε γιά τό πιό σοβαρό ζήτημα πού διαχρονικά ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία, τήν ἑνότητά της, αἰσθανόμαστε ζωηρό στά αὐτιά μας τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «ἵνα τί σύ ἐκδιηγῇ τά δικαιώματά μου καί ἀναλαμβάνῃς τήν διαθήκην μου διά στόματός σου;»[3] Προσωπικά, ἀναπτύσσοντας τήν εἰσήγησή μου, θά λύσω τόν ἱμάντα τῶν δικῶν μου συλλογισμῶν καί... ἀπόψεων ἐμπιστευόμενος τούς λόγους τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου μας Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), ὁ ὁποῖος εἰδικῶς καί ἐπισταμένως εἶχε ἀσχοληθῆ μέ τό θέμα πού ἀνέλαβα νά παρουσιάσω.

Εὐχαριστῶ τόν σεβαστό π. Ἰωάννη Φωτόπουλο γιά τήν πρόσκληση, καθώς καί τόν σεβαστό μας Καθηγούμενο, Ἀρχιμ. Χριστοφόρο, γιά τήν εὐλογία του νά βρίσκομαι κοντά σας.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει χαρακτηριστικά: «τὰ πάντα δι' αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται, καὶ αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»[4]. Tά πάντα δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Θεό, γιά νά ἀποτελέσουν Ἐκκλησία. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς ἑρμηνεύει τόν ἀπόστολο Παῦλο γράφοντας: «Ὁλόκληρος ἡ κτίσις ἐδημιουργήθη ὡς Ἐκκλησία, καί ἀποτελεῖ τήν Ἐκκλησίαν, “καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας” (Κολ. 1, 18). Πρόκειται περί ἐλλόγου παν-ενότητος τῆς κτίσεως καί περί ἐλλόγου παν-τελεολογίας τῆς κτίσεως. Ἡ ἁμαρτία ἀπέκοψε ἕν μέρος τῆς κτίσεως ἀπ’ αὐτήν τήν ἔλλογον παν-ενότητα καί παν-τελεολογίαν, καί ἐβύθισεν αὐτό εἰς ἄλογον ἀστοχίαν, δηλαδή εἰς τόν θάνατον, εἰς τήν κόλασιν, εἰς τά βάσανα»[5]. Μέ τήν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ Ἐκκλησία φανερώθηκε ὡς σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου. Μιλώντας ἐκκλησιολογικά, ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα ἀπέκοψαν καί ἀποκόπτουν πρόσωπα καί λαούς ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ[6].

Ἐδῶ ἀγγίζουμε μέ πόνο τόν τραγικό τραυματισμό πού ἡ αἵρεση προκαλεῖ στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αἱρετικοί ἦσαν κάποτε μέλη τῆς Ἐκκλησίας· ἀπό αὐτήν προῆλθαν, ἀλλά τώρα δέν εἶναι· ὅπως ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ἔργων των δέν εἶχαν τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας: «Ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν», γράφει περί τῶν πρώτων αἱρετικῶν ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. 2, 19).

Ἐνόσῳ οἱ αἱρετικοί παραμένουν στήν Ἐκκλησία, τό σῶμα τραυματίζεται, ἡ ἑνότητα χάνεται. Ὅταν ὁ Ἄρειος διέσπειρε τήν ἀρειανική αἵρεση, ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Πέτρος Ἀλεξανδρείας στό γνωστό ὄραμά του ἐρώτησε: «Τίς σου τόν χιτῶνα, Χριστέ, διεῖλε;». Ὅταν οἱ αἱρετικοί ἀποβλήθηκαν, τότε τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπόλαυσε τήν ἑνότητα καί ὁλοκληρία του. Πρόκειται γιά παράδοξη ἀλλά ἀληθινή ἐκκλησιολογική πραγματικότητα. Δέν μπορεῖ νά ἡσυχάζουμε, ὅταν μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν αἱρετικές διδα­σκαλίες. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δέν ἡσύχαζαν μέχρι νά ἀποβληθῇ κάθε ἀναφυό­μενη αἵρεση. Διαφορετική εἶναι ἡ σύγχρονη προτεσταντική θεωρία τῆς περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν ὅλοι οἱ χριστιανοί ἑνωθοῦν (ἀσχέτως τῶν δογματικῶν διαφορῶν τους), τότε ἡ Ἐκκλησία ἀποκαθίστα­ται στήν ὁλοκληρία της!

Ἡ Ἐκκλησία ἐν τούτοις δέν ἐγκαταλείπει τόν ἐκτός Αὐτῆς ἄνθρωπο στήν ἄγνοια ἤ στήν πτώση του. Ξανοίγεται γι’ αὐτό στήν ἱεραποστολή. Σπλαχνίζεται τήν ἄγνοια, δείχνει κατανόηση στήν πτώση, ὅπως ἡ θεία Κεφαλή της «ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη» στήν ἐσχατιά τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Ἀποστρέφεται τήν ἀνταρσία του, ὄχι ὅμως τήν φύση του. Φέρεται μέ εὐγένεια καί ἀρχοντιά ἀπέναντί του, διότι βλέπει ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἁμαυρώθηκε, ἀλλά δέν ἀκυρώθηκε. Μιμεῖται τόν Καλό Σαμαρείτη. Προσεγγίζει τόν πεπτωκότα, γιά νά ἐκχύσει «ἔλαιον καί οἶνον» στίς πυορροοῦσες πληγές του. Δέν δικαιώνει τήν ἄγνοια ἤ τήν πλάνη, ὅπως ὁ Κύριος ἐνανθρωπήσας δέν προσέλαβε τήν ἁμαρτία. Προσφέρει εὐκαιρίες διαλόγου, ὄχι γιά ἀλληλοκατανόηση δῆθεν καί ἀντίδοση χαρισμάτων, ἀλλά γιά νά τόν ἀνακαλέσει στήν πρώτη του τάξη, νά τόν ἀποκαταστήσει στήν ἔνδοξη ἑνότητά του μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Νά τόν ἀνασύρει ἀπό τόν ἀθέλητο ἤ ἠθελημένο χωρισμό του ἀπό τό σῶμα της καί νά τόν ὁδηγήσει «στήν ἔλλογη παν-ενότητα» μέ τόν Θεό Λόγο. Ὁ διάλογος δέν εἶναι πάντοτε μέ τήν μορφή τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Μπορεῖ νά εἶναι μόνον ἡ παρουσία της ἀνάμεσα στόν ἑτερόδοξο κόσμο, ἀρκεῖ νά εἶναι ὑγιής παρουσία. Αὐτήν τήν ὑγιῆ παρουσία ἀσφαλίζουν οἱ θεῖοι καί ἱεροί Κανόνες, ὥστε νά μείνει ἀκεραία ἡ Ἀλήθειά της, ἀκόμη καί ὅταν διαλέγεται μαζί του. Ἀπαγορεύουν τόν λατρευτικό συγχρωτισμό μαζί του, γιά νά μή ἀλλοιωθῇ τό βίωμά της, γιά νά μή νοθευθῇ ὁ ἄκρατος οἶνος τῆς δογματικῆς της διδασκαλίας, γιά νά μή φθαρεῖ ἡ αἰώνια παρθενία της, τήν ὁποία ἀγαπᾷ ὁ οὐράνιος Νυμφίος της.

Ταυτόχρονα ἡ Ἐκκλησία καλεῖ καί ἐμᾶς, πού Χάριτι Χριστοῦ ὀρθοτομοῦμε τήν Ἀλήθεια, νά ἔχουμε ταπεινό φρόνημα, ὥστε, ὅταν δοκιμάζεται ἡ ἐνότης τῆς Ἐκκλησίας, νά καλλιεργοῦμε τήν μεταξύ μας ἀγάπη, νά μή δίνουμε χῶρο στόν διάβολο καί στά πάθη μας νά μᾶς χωρίζουν. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, εὑρισκόμενος τήν Λῆμνο, ὅπου τόν εἶχαν περιορίσει οἱ λατινοφρονοῦσες ἀρχές τῆς Κων/πόλεως, δίνει πολύ ὡραία συμβουλή περί ὁμονοίας στούς βατοπεδινούς μοναχούς τῆς ἐποχῆς του: «Δέν εἶναι σωστό μέ ψυχρές ὑπόνοιες [σ.σ. ὅτι κάποιοι στήν Μονή δέν κρατοῦν ἀκέραιη τήν Πίστη] νά ἐρίζετε ὑπέρμετρα πρός τούς ἀδελφούς καί νά δείχνετε οὐ κατ’ ἐπίγνωση ζῆλο. Διότι ἔτσι, μέ πρόφαση τήν Πίστη, δημιουργοῦμε ταραχή καί ἐχθρότητες. Κανένα δέν θά ὠφελήσει ἡ ὀρθή Πίστις χωρίς τήν ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς. Νά ἔχετε καί τίς δύο, καί τήν Πίστη καί τήν ἀγάπη, καί νά τίς ἔχετε πάντοτε, πατέρες καί ἀδελφοί σεβάσμιοι. Ἐγώ μόνο ἀπό χρέος ἀγάπης σᾶς ὑπενθύμισα μερικά πράγματα. Ἐσεῖς ἔχοντας καί τίς δύο ἀρετές, μέ αὐτές νά παρασταθῆτε στόν Δεσπότη Χριστό καί νά λάμψετε ὅπως ὁ ἥλιος στήν Βασιλεία τοῦ Πατρός μας»[7]. Γίνεται φανερό ὅτι μέ ὅση δύναμη προσευχόμαστε καί ἀγωνιζόμαστε γιά νά μή γίνει μία ἕνωση, κατά τήν ὁποία δέν θά ἐπιστρέψουν οἱ ἑτερόδοξοι στήν Ὀρθόδοξη Πίστη, μέ ἄλλη τόση δύναμη πρέπει νά προσευχόμαστε καί νά φροντίζουμε γιά νά μή χάσουμε τήν μεταξύ μας ἐκκλησιαστική κοινωνία καί ζημιώσουμε ἔτσι τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψιν, θά ἀναπτύξω στήν συνέχεια τό θέμα μου, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στόν Θεολογικό Διάλογο μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἀντιχαλκηδονίων χριστιανῶν, ἕναν Διάλογο πού ἔγινε πρίν ἀπό σαράντα χρόνια. Ἡ εἰσήγησή μου ἔχει ἕνα κεντρικό στόχο: νά δείξει ὅτι ὁ Θεολογικός αὐτός Διάλογος θά μποροῦσε νά εἶχε φέρει τούς ἀντιχαλκηδονίους χριστιανούς στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά εἴχαμε χαρεῖ ὅλοι χαράν ἀνεκλάλητον. Ὅμως κάτι δέν ἔγινε σωστά καί φθάσαμε μπροστά στό ἐπικίνδυνο σημεῖο νά ἑνωθοῦν οἱ Ὀρθόδοξες καί οἱ ἀντιχαλκηδόνιες ἐκκλησίες μέ μία ἐπίπλαστη ἑνότητα, πού πάντως δέν θά ἦταν ἡ ἁγιοπνευματική ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν κάποιες ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τηρηθοῦν σέ ἕνα μελλοντικό Θεολογικό Διάλογο, θά ἀποδώσουν πράγματι τήν ἀληθινή ἑνότητα, τήν ἔλλογη παν-ενότητα τῶν ἀξιαγάπητων λαῶν τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Μέχρι νά γίνει ἕνας τέτοιος Διάλογος, ἡ λειτουργική προσευχή μας θά εἶναι συνεχής: «Κύριε, τούς πεπλανη­μένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ» (Θ. Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου).

Ἡ φράση τοῦ τίτλου τῆς εἰσηγήσεώς μας «ἐκκλησιολογική προσέγγιση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου» σημαίνει ὅτι θά ἀναζητήσουμε στήν συνέχεια τούς λόγους, γιά τούς ὁποίους ὁ περατωθείς πρίν ἀπό 33 χρόνια Θεολογικός Διάλογος μέ τά πορίσματά του ὡδήγησε στό νά θεωρηθῇ ἡ ἀντιχαλκηδονική αἵρεση ἐξίσου Ὀρθόδοξη μέ τήν ἀποστολική καί ἁγιοπατερική Πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Διότι λέγεται στό συμπέρασμα τοῦ Διαλόγου: «ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τήν αὐτήν αὐθεντικήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν καί τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως» (Β΄ Κοινή Δήλωσις, παρ. 9). Δέν θά καταθέσω δικές μου ἐπινοήσεις, ἀλλά θά χρησιμοποιήσω τά κείμενα πού μᾶς ἄφησε ὁ μακαριστός Γέροντας καί Καθηγούμενος τῆς Μονῆς μας, ὁ π. Γεώργιος Καψάνης. Τό ὑλικό ὑπάρχει στήν πολυσέλιδη ἔκδοση τῆς Μονῆς μας, πού ἔχει τίτλο «Ὁ Θεολογικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων (παρελθόν-παρόν-μέλλον). Μία ἁγιορειτική συμβολή», Ἅγιον Ὄρος 2018.

***

Θά δώσω κατ’ ἀρχήν ἐνημερωτικῶς μερικά βασικά δεδομένα, ὥστε ὁ λόγος μας κατόπιν νά εἶναι εὐκολότερα κατανοητός.

α΄. Ὁ Θεολογικός αὐτός Διάλογος ἦταν μία πολυετής καί συστηματική συζήτηση ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τούς ἐκπροσώπους τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν περί τοῦ πῶς θά μποροῦσαν ἀρθοῦν ἐκ μέσου οἱ παράγοντες πού ἐχώρισαν τίς ἐκκλησιαστικές κοινότητες τοῦ 5ου καί 6ου αἰῶνα σέ Ὀρθόδοξες καί ἀντιχαλκηδόνιες. Δηλαδή οἱ θεολόγοι μελέτησαν τούς ἱστορικούς, θεολογικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς καί πολιτισμικούς λόγους πού ἐπέφεραν τήν διαίρεση τῶν χριστιανῶν. Αὐτή ἡ διαίρεση εἶχε γίνει μέσα σέ μία μακρά περίοδο διακοσίων περίπου ἐτῶν, ἀπό τό 451 (ἔτος συγκλήσεως τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου) μέχρι τό 650 περίπου, ὁπότε ἡ χριστιανική Μέση Ἀνατολή κατακτήθηκε ἀπό τούς Ἄραβες (τό Ἰσλάμ). Ὅταν μιλᾶμε γιά Ἀντιχαλκηδονίους χριστιανούς, ἐννοοῦμε τούς Κόπτες τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Αἰθιοπίας, τούς Συροϊακωβίτες τῆς Συρίας, τούς Ἀρμενίους καί τούς Χριστιανούς τοῦ Μαλαμπάρ τῆς Ἰνδίας. Λόγῳ τῶν ἱστορικῶν δοκιμασιῶν αὐτῶν τῶν λαῶν, ἀντιχαλκηδόνιοι χριστιανοί σέ ἀκμαῖες κοινότητες ὑπάρχουν σήμερα σέ ὅλη τήν Δύση.

β΄. Ἡ κύρια θεολογική παράμετρος, πού ἐπέφερε τήν ἀποκοπή τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἦταν ὁ μονοφυσιτισμός, μία διδασκαλία πού ἔλεγε ὅτι στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρώπινη, ἀλλά μόνο μία σύνθετη θεανθρώπινη φύση. Αὐτή ἡ διδασκαλία ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν ἐπίσκοπο τῆς Ἀντιοχείας Σεβῆρο, ὠνομάσθηκε ἀπό τήν σύγχρονη θεολογική ἐπιστήμη σεβηριανισμός ἤ μετριοπαθής μονοφυσιτισμός, ἀλλά γιά τήν Ἐκκλησία (τήν κατήχηση, τήν ὑμνολογία, τήν ἐπισκοπική ὁμολογία κατά τήν χειροτονία) ἀποτελεῖ τόν καθαυτό μονοφυσιτισμό πού καταδικάσθηκε ἀπό τοπικές καί οἰκουμενικές συνόδους ὡς μονοφυσιτική αἵρεση. Ἡ ἀρχικῶς (τό 447) διατυπωμένη αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς, ὅτι στόν Χριστό ὑπάρχει μία μόνο φύση, ἡ θεία, πολύ νωρίς κατανοήθηκε καί καταδικάσθηκε ἀπό Ὀρθοδόξους καί Σεβηριανούς. Γιά νά εἴμαστε ὅμως θεολογικῶς ἀκριβεῖς, πρέπει νά ποῦμε ὅτι τόσο ὁ εὐτυχιανισμός ὅσο καί ὁ σεβηριανισμός εἶναι μονοφυσιτισμός.

γ΄. Οἱ πολιτικοί καί πολιτισμικοί παράγοντες συνεπικουροῦσαν στήν ἐπέλευση τοῦ διχασμοῦ, ἐπειδή οἱ ἀνατολικές ἐπαρχίες τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους δέν εἶχαν πάντοτε ἰδανικές σχέσεις μέ τό αὐτοκρατορικό κέντρο στήν Κωνσταντινού­πολη. Πρέπει ὅμως νά ὁμολογήσουμε ὅτι αὐτοί οἱ παράγοντες, παρότι ἰσχυροί, δέν ἦσαν τό κυρίαρχο κίνητρο διχασμοῦ. Ἡ διαφοροποίηση στήν Πίστη ἦταν ἡ κυρία καί καθοριστική αἰτία τῆς ἀποσπάσεως τῶν μονοφυσιτικῶν ὁμάδων ἀπό τόν κορμό τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

δ΄. Ὁ Θεολογικός Διάλογος, γιά τόν ὁποῖον θά μιλήσουμε, ἄρχισε ἀνεπίσημα τό 1964 μεταξύ Ὀρθοδόξων καί ἀντιχαλκηδονίων Θεολόγων μέ πρωτοβουλία τοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. στήν Γενεύη, καί κράτησε μέχρι τό 1971. Σέ αὐτόν μετεῖχαν κορυφαῖοι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί οἱ καθηγηταί Κονιδάρης, Νησιώτης καί Καρμίρης. Ὁ Διάλογος συνεχίσθηκε τό 1985, μέ ἐπίσημη πλέον καί πανορθόδοξη ἐκκλησιαστική ἀπόφαση, καί διεξήχθη μέ τήν συμμετοχή ἐκπροσώπων ἀπό τό σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν. Ὁλοκληρώθηκε τό 1993, ἀφοῦ ἐκπονήθηκαν τρία ἐπίσημα κείμενα πού ὀνομάσθηκαν Κοινές Δηλώσεις (1989, 1990 καί 1993).

ε΄. Εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε ὅτι αὐτός ὁ Θεολογικός Διάλογος, στόν ὁποῖον ἀναφερόμαστε, δέν εἶναι οὔτε ὁ μοναδικός οὔτε ὁ πρῶτος στίς σχέσεις Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων κατά τά 1500 χρόνια τοῦ διχασμοῦ. Ἕνας καρποφόρος διάλογος εἶχε γίνει τόν 9ον αἰῶνα ἀπό τόν Μέγα Φώτιο καί εἶχε φέρει στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἕνα μέρος τῶν δυτικῶν ἀρμενικῶν ἐπαρχιῶν. Ἕνας ἄλλος διάλογος τόν 12ον αἰῶνα ἐπί αὐτοκράτορος Μανουήλ Κομνηνοῦ, ἄν καί δέν καρποφόρησε κάποια ἑνότητα λόγῳ τῆς προελάσεως τῶν Σελτζούκων Τούρκων, ἄφησε ἐξαιρετικά ἀξιόλογο θεολογικό ὑλικό, ὅπως εἶναι ἡ Διάλεξις Θεωριανοῦ μετά τοῦ Ἀρμενίου Καθολικοῦ Νερσῆ τοῦ Χαρίεντος. Πολλές ἀκόμη ζυμώσεις ἔλαβαν χώραν, γνωστές στήν ἱστορική ἐπιστήμη. Τά ζητήματα εἶχαν πολλαπλῶς μελετηθῆ στό παρελθόν. Γι’ αὐτό -ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς- ἦταν παράτολμο, ἦταν λάθος πού ἡ Μικτή Ἐπιτροπή αὐτοσχεδίασε λέγοντας ὅτι ἐμεῖς σήμερα (στό τέλος τοῦ 20οῦ αἰῶνος) ἀνακαλύψαμε πώς Ὀρθόδοξοι καί Ἀντιχαλκηδόνιοι ἔχουμε τήν ἴδια Πίστη καί Παράδοση.

στ΄. Τά συμπεράσματα τοῦ προσφάτου Θεολογικοῦ Διαλόγου δέν ἔμειναν μόνον ὡς ἔγγραφα στά συρτάρια τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἐπιτροπῶν ἤ τῶν Ἱερῶν Συνόδων· οὔτε ἐπίσης περιορίσθηκαν στά σπουδαστήρια τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν γιά θεολογικό στοχασμό. Ἔγιναν ἰσχυρός μοχλός στήν καθημερινή ἐκκλησιαστική πρακτική στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀμερική, ἔγιναν κίνητρο γιά νά προσφέρεται σέ ἀντιχαλκηδονίους πιστούς ἡ Ὀρθόδοξη Θεία Εὐχαριστία, γεγονός ἐπικίνδυνο γιά τήν ἑνότητα τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων κοινωνιῶν (ἐνοριῶν καί ἐπισκοπῶν)[8]. Εἶμαι σέ θέση ὅμως νά διαβεβαιώσω ὅτι ἀρκετές φορές αὐτό ἔγινε ἀπό ἄγνοια. Μόλις οἱ ἱερεῖς ἐπληροφοροῦντο ὅτι ἡ Πίστη μας δέν εἶναι ἡ ἴδια μέ ἐκείνη τῶν Κοπτῶν, τῶν Αἰθιόπων, τῶν Σύρων ἤ τῶν Ἀρμενίων, ὑπανα­χωροῦσαν καί δέν μετέδιδαν πλέον τήν Θ. Κοινωνία σέ Ἀντιχαλκηδονίους.

ζ΄. Κάποιες ἐντελῶς πρόσφατες κινήσεις γιά νά ἐπανασυγκληθῇ ἡ Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ ἐκείνου Διαλόγου καί νά ἐπαναπροτείνει τήν ἐφαρμογή τῶν προτάσεών της γιά ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν, δέν εὐοδώθηκαν, ἐξ ὅσων γνωρίζω.

η΄. Τά τελευταῖα 4 χρόνια ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας διεξάγει διμερῆ διάλογο μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους. Μποροῦμε βάσιμα νά ὑποστηρίξουμε ὅτι ἡ διεξαγωγή αὐτοῦ τοῦ διμεροῦς Διαλόγου ἀκολουθεῖ τά λανθασμένα μονοπάτια τοῦ πολυμεροῦς ἐπισήμου Διαλόγου (1985-1993).

***

Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν αὐτά τά προκαταρκτικά δεδομένα, ἄς δοῦμε στήν συνέχεια τά ἐκκλησιολογικά στοιχεῖα πού δέν πρόσεξε ἡ Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου καί ὡδηγήθηκε στό λανθασμένο συμπέρασμα νά ταυτίσει τήν σεβηριανή Χριστολογία μέ τήν Ὀρθόδοξη ἀποστολική Πίστη. Ὁ ρόλος τῆς περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Π.Σ.Ε.

Ὁ Μέγας Φώτιος εἶχε κάνει ἕναν σωστό διάλογο μέ τούς Ἀρμενίους κατά τόν 9ον αἰῶνα, μέ βάση τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, δηλαδή τήν πεποίθηση ὅτι διαλέγεται μέ χριστιανικές κοινότητες, οἱ ὁποῖες λόγῳ ἑτεροδοξίας δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία. Αὐτό συμπεραίνεται ἀπό τήν σαφέστατη διατύπωσή του ὅταν ἔληξε ὁ Διάλογος: «καί λατρεύει σήμερον καθαρῶς καί ὀρθοδόξως ἡ τῶν Ἀρμενίων λῆξις... ὡς ἡ Καθολική Ἐκκλησία»[9].

Ἀντίθετα, τίς ἀπαρχές τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῶν ἡμερῶν μας ἐπηρέασε καθοριστικά ἡ προτεσταντική περιεκτική ἐκκλησιολογία. Στόν ἀπόηχο τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐν Ρόδῳ Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1961) θεολόγοι πού εἶχαν καίριες θέσεις στήν Γενεύη ὠργάνωσαν τέσσερις ἀνεπίσημες Διασκέψεις (Aarhus 1964, Bristol 1967, Geneva 1970, Addis Ababa 1971). Τό προτεσταντικό ἐκκλησιολογικό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε. εἶχε διαμορφώσει δυστυχῶς τούς κανόνες τοῦ ἀνεπισήμου ἐκείνου Θεολογικοῦ Διαλόγου, γιά τόν ὁποῖο ὁ William Lazareth, κορυφαῖο στέλεχος τοῦ Π.Σ.Ε., ἔγραφε: «Ἐμπνευσμένοι ἀπό τήν τόσο πλούσια καί βαθυστόχαστη ἰδέα τῆς ‘conciliar fellowship’ (ἀδελφικῆς συμπόρευσης), Ὀρθόδοξοι καί Ἀντιχαλκηδόνιοι θεολόγοι συναντήθηκαν σέ τακτά διαστήματα γιά νά προσπαθήσουν ‘νά δώσουν μαρτυρία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως’, προκειμένου νά θεραπεύσουν τό θλιβερό τους σχίσμα. Μέ τήν ὑποστήριξι τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστις καί Τάξις τοῦ Π.Σ.Ε. ἔλαβε χώραν σέ τέσσερις ἀνεπίσημες συνελεύσεις μεταξύ τῶν ἐτῶν 1964-1971 ἡ πιό μακρᾶς διαρκείας πρόσφατη προσπάθεια»[10].

Οἱ ἄνθρωποι πού πρωτοπορειακά εἶχαν ἐργασθεῖ γιά τήν διοργάνωση τῶν ἀνεπισήμων Διασκέψεων ἔγραφαν ἐπίσης: «Ἀρχίσαμε τίς ἀπό κοινοῦ προσπάθειές μας τό 1962 γιά νά ὀργανώσουμε τήν Διάσκεψι τοῦ Aarhus. Στήν ἀρχή ὑπῆρχε πολύς σκεπτικισμός... Ὅμως ὁ αἰώνας μας [ὁ 20ός] εἶναι αἰώνας συχνῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν, καί οἱ ἄτυπες συναντήσεις μας στίς διάφορες συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε. μᾶς ἔδωσαν νέα ἐλπίδα. Εἴμασταν ἐκείνη τήν ἐποχή καί οἱ δύο στήν Γενεύη, ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος [σ.σ. τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Μαλαμπάρ] (τότε π. Paul Verghese) στήν Γενική Γραμματεία τοῦ Π.Σ.Ε., καί ὁ καθηγητής Νίκος Νησιώτης στό Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Bossey. Εἴμαστε βαθειά ὑποχρεωμένοι στήν Ἐπιτροπή Πίστις καί Τάξις...»[11].

Ὁ Θεολογικός Διάλογος τῶν Ρώσων θεολόγων μέ Μαλαμπαρηνούς θεολόγους στό Kottayam τῆς Ἰνδίας λίγα χρόνια ἐνωρίτερα (1953-1954)[12] ἦταν ἕνα χαρακτηριστικό δεῖγμα γιά τό ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ἔναρξη καί στήν διεκπεραίωση τῶν ἀνεπισήμων Διαλόγων. Ἡ «Κοινή Ἔκθεσις» τῆς συναντήσεως τοῦ Kottayam εἶναι ἀποκαλυπτική τῆς οἰκουμενιστικῆς νοοτροπίας τῶν μελῶν τῆς ὁμάδος τῶν θεολόγων πού τήν πραγματοποίησαν. Ὁ Μητροπ. Μύρων (ἔπειτα Ἐφέσου) Χρυσόστομος Κωνσταντινί­δης εἶχε παρατηρήσει: «Ἐν τῇ Ἐκθέσει διαπιστοῦται καί ἕτερόν τι στοιχεῖον: ἡ, οὕτως εἰπεῖν, “οἰκουμενιστική πεῖρα”, ἥτις διαφαίνεται ἰδίως εἰς τόν τρόπον συντάξεως τοῦ κειμένου τῆς ἐκθέσεως καί δή εἰς τά σημεῖα τῶν συστάσεων ταῖς ἐκκλησίαις ἑκατέρωθεν, αἵτινες ἐνθυμίζουσιν ἐν πολλοῖς τά τελευταῖα κείμενα ἐκθέσεων τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Ἐπιτραπείτω ἡμῖν νά θεωρήσωμεν τό στοιχεῖον τοῦτο ὡς ἀποτελοῦν ἔνδειξιν τῆς ὄχι πάντως τυχαίας ἐπεκτάσεως τοῦ “οἰκουμενιστικοῦ πνεύματος” καί κυρίως τῆς “οἰκουμενιστικῆς γλώσσης” καί εἰς τάς ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, τάς συνεργαζο­μένας ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει»[13].

Ἀναμφίβολα οἱ κορυφαῖοι θεολόγοι μας εἶχαν ἐργασθῆ φιλότιμα. Τό μαρτυ­ροῦν τά τηρηθέντα Πρακτικά. Ὅμως εἶχαν γίνει λάθη, ἀπό τά ὁποῖα συμπεραίνεται ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα εἶχε ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν περιεκτική ἐκκλησιολογία τοῦ Π.Σ.Ε. Τό πιό ἁπλό καί κατανοητό παράδειγμα εἶναι ἡ ὀνομασία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, οἱ ὁποῖοι - παρότι κατά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Μονοφυσίτες- ἐπέμειναν καί πέτυχαν νά τούς ὀνομάσουμε καί νά τούς ἀποδεχθοῦμε ὡς «Ἀνατο­λικούς Ὀρθοδόξους», πού δέν διαφέρουν ἀπό ἐμᾶς σέ τίποτε πού ἀφορᾶ τήν χριστολογική Πίστη. Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς αὐθεντίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Κατά τήν ἀνεπίσημη ἀκόμη Διάσκεψη στήν Γενεύη τό 1970 ὑπῆρξε μία ὀδυνηρή ἔκπληξη. Ἀμφισβητήθηκε αὐτή ἡ ἴδια ἡ αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Σέ κοινό Ἀνακοινωθέν γράφθηκε ὅτι: «Ὅλοι μας συμφωνοῦμε ὅτι οἱ Σύνοδοι πρέπει νά θεωροῦνται μᾶλλον ὡς χαρισματικά γεγονότα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὡς μία αὐθεντία ἐπί τῆς Ἐκκλησίας»[14]. Αὐτό τό φρόνημα διατυπώθηκε καί ὡς ἑξῆς: «Εἶναι ἐσφαλμένο νά κατανοοῦμε ἔναν ἀναθεματισμό, ἀκόμη καί δογματικό, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι κανονικός, σάν μία πρότασι πνευματικοῦ θανάτου, πλήρους χωρισμοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία»[15].

Ὁ σχετικισμός πού εἰσάγεται μέ τήν ἰδέα αὐτή, τόσο γιά τήν σημασία μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί γιά τίς συνέπειες τῶν ἀποφάσεών της, φθάνει στά ὅριά του. Ὁ σχετικισμός αὐτός ὡδήγησε στήν τολμηρή πρόταση γιά ἄρση τῶν ἀναθεμάτων κατά τῶν αἱρεσιαρχῶν Διοσκόρου καί Σεβήρου. Αὐτός κάνει συγχρόνους θεολόγους νά διατυπώνουν ἐρωτήματα τοῦ τύπου: «ἔχουν τά ἀναθέματα ‘ὀντολογικό’ ἀντίκρυσμα στόν οὐρανό;», «σβήνουν τό ὄνομα τοῦ ἀναθεματιζομένου ἀπό τό Βιβλίο τῆς Ζωῆς;», «εἶναι γνωστό ποιός ἀνήκει καί ποιός ὄχι στήν ‘κοινωνία τῶν Ἁγίων’;»[16]

Αὐτά τά ἐρωτήματα θέτουν ὑπό ἀμφισβήτηση τήν ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν Ἁγίων. Αὐτά τά ἐρωτήματα δέν φανερώνουν ἔλλειμμα θεολογικῶν γνώσεων ἀλλά ἔλλειμμα Πίστεως, ὅπως κάποτε εἶχε πεῖ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι τά ἀναθέματα, πού ἐπιβλήθηκαν ἀπό Οἰκουμενικές συνόδους σέ αἱρεσιάρχες, δέν ἐπιδέχονται ἀνάκληση οὔτε καί ἀπό σύνοδο πού μεταγενέστερα συγκαλεῖται ὡς οἰκουμενική, ἐάν φυσικά θέλει ἡ τελευταία σύνοδος νά βρίσκεται στήν σειρά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ διδάσκαλοι πού ἀναθεματίσθηκαν ὡς αἱρετικοί ἀπό τίς Οἰκουμενικές συνόδους δέν μπορεῖ νά ἀμνηστευθοῦν μέ μία ἑνωτική συμφωνία. Ἄν μέ ἕναν μελλοντικό διάλογο ἀποφασίσουν οἱ Ἀντιχαλκηδόνοι νά ἐπιστρέψουν στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν νά παύσουν νά τιμοῦν ὡς ἁγίους τούς μέχρι τότε διδασκάλους των Διόσκορο, Σεβῆρο καί τούς λοιπούς. Ἡ ἀμνήστευση τῆς σεβηριανῆς χριστολογίας.

Ὅπως εἴδαμε στό ἐνθουσιῶδες ἀπόσπασμα τοῦ William Lazareth, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἀντιχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν προσῆλθαν στόν Θεολογικό Διάλογο «γιά νά προσπαθήσουν ‘νά δώσουν μαρτυρία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως’». Κάθησαν στά ἕδρανα τῶν συνελεύσεων μέ τήν βεβαιότητα ὅτι ἦσαν ὀρθόδοξοι κατά τό χριστολογικό δόγμα. Οἱ ἡμέτεροι θεολόγοι τελικά τό ἀποδέχθηκαν. Πῶς ἔγινε αὐτό;

Κατά τόν ἀνεπίσημο Διάλογο στό Aarhus ἔγινε τό θεμελιῶδες θεολογικό σφάλμα, τό ὁποῖο συνετέλεσε ὥστε νά ἐξισωθῇ ἡ Ὀρθόδοξη μέ τήν σεβηριανή χριστολογική διδασκαλία. Φαίνεται πώς ἦταν ἀβλεψία τοῦ καθηγητῆ Καρμίρη, ὁ ὁποῖος, παρότι σέ προγενέστερη μελέτη του σαφῶς εἶχε χαρακτηρίσει ἀντορθόδοξη τήν σεβηριανή «μία σύνθετη φύση» στόν Χριστό, στό Aarhus ἔδωσε τό μήνυμα ὅτι εἶναι μία Ὀρθόδοξη ἔννοια, λεκτικά μόνον διαφοροποιημένη ἀπό τόν ὀρθόδοξο ὅρο «δύο φύσεις». Τό ὑποστήριξε ὑπό τήν λανθασμένη προϋπόθεση, ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος στήν Χριστολογική του διδασκαλία ταυτίζει ἐννοιολογικῶς τούς ὅρους “φύσις” καί “ὑπόστασις”. Εἶχε παραναγνώσει ὁ σοφός καθηγητής ἕνα κείμενο τοῦ Λεοντίου Βυζαντίου, ὅπως ἀναλυτικά ἀναφέρουμε στόν τόμο μας Ὁ Θεολογικός Διάλογος...[17]. Πάντως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀνακεφαλαιώνοντας τήν Ὀρθόδοξη Χριστολογία γράφει: «Τοῦτο ἐστί τό ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τήν πλάνην, τό ταυτόν λέγειν τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν»[18].

Οἱ θεολόγοι μας κατά τίς ἀνεπίσημες Διαλέξεις ἦσαν πραγματικά κορυφαῖοι ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης. Ὅμως εἶχε ἀναπτυχθῇ ἕνας πρώιμος ἐνθουσιασμός γιά ἕνωση, ἔτσι ὥστε ἡ δογματική διαφορά πού χωρίζει τίς δύο πλευρές νά θεωρηθῇ ἀσήμαντη χάριν τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνώσεως. Ἀπό τόν καθηγητή Καρμίρη, ὅπως εἴδαμε, διατυπώθηκε ἡ ἄποψη ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας ἦταν μία ὀρθή χριστολογική διδασκαλία. Ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε ἀκολούθησε τήν ἄποψη τοῦ Καρμίρη χωρίς νά τήν πολυεξετάσει. Ἀργότερα, ὅταν ὁ πρώιμος ἐνθουσιασμός εἶχε δώσει τήν θέση του στήν συνετή περίσκεψη, ὁ π. Στανιλοάε εἶπε μεταμελημένος: «Ἡμεῖς ὡς Ρουμανική Ἐκκλησία ἀπεδώσαμεν μεγάλην σημασίαν καί ἐμπιστοσύνην εἰς ὅσα οἱ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι ἔκαμον εἰς τάς ἀνεπι­σήμους ἐπαφάς τοῦ Ἄαρους καί τοῦ Μπρίστολ, καθώς καί εἰς τά αἰσιό­δο­ξα ἀνακοινωθέντα, τά ὁποῖα ἐξέδωσαν. Ἐδώκαμεν δέ μεγάλην ἐμπιστοσύ­νην ἰδιαιτέρως εἰς τήν δήλωσιν τοῦ μεγάλου Ὀρθο­δόξου θεο­λό­γου Καρ­μίρη, εἰπόντος, ὅτι οὐδεμία οὐσιώδης διαφορά ὑφί­σταται με­ταξύ ἡμῶν καί τῶν Ἀντιχαλκηδονίων εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τό Χριστο­λο­γικόν Δόγμα ... Διερωτῶμαι: Διατί οἱ θεολόγοι ἡμῶν δέν ἐπληροφό­ρη­σαν τάς Ἐκκλη­σίας ἡμῶν, ὅτι δέν ὑπάρχει πλήρης συμφωνία ἐπί τοῦ Δό­­γματος τού­του...;»[19].

Τό πρόβλημα τῆς ἀμνηστεύσεως τῆς σεβηριανῆς χριστολογίας, πέραν τῆς δογματικῆς του πλευρᾶς, εἶναι καί βαθειά ἐκκλησιολογικό. Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζεται ὀρθοδοξία ἐκτός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καταλύεται τό περί Ἐκκλησίας δόγμα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Εἶναι γνωστό ὅτι τό ἀποστολικόν «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα», ὁμολογήθηκε διαχρονικῶς κάθε φορά πού χρειάσθηκε νά ἀποβληθῇ ἡ οἱαδήποτε δογματική παρέκκλιση[20].

Ὅταν ἀπό τό 1985 ἄρχισε ὁ ἐπίσημος Θεολογικός Διάλογος, τό χριστολογικό πρόβλημα ἀντιμετωπίσθηκε ἀνεπαρκῶς. Δέν καταβλήθηκε ὁ ἀπαραίτητος κόπος, ὥστε νά δειχθῇ ὅτι ὁ σεβηριανισμός εἶναι μονοφυσιτισμός. Ἔτσι προῆλθε τό πόρι­σμα τοῦ Διαλόγου ὅτι Ὀρθόδοξοι καί Ἀντιχαλκηδόνιοι ἔχουμε τήν ἴδια Πίστη. Ἔτσι γεννήθηκε καί ὁ νεόκοπος ἀκαδημαϊκός ὅρος Μιαφυσιτισμός. Σήμερα βρισκόμαστε στήν ἀνάγκη νά γράφουμε καί νά ἐπιχειρηματολογοῦμε ὅτι ὁ ὅρος Μιαφυσιτισμός δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τόν κλασικό μονοφυσιτισμό τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας πού πλειστάκις καταδικάσθηκε ὡς μονοφυσιτική αἵρεση. Ἡ κάθαρση τῶν λειτουργικῶν κειμένων.

Ἄλλη μία, ἐπίσης ἐσφαλμένη, συνέπεια τῆς ἐκκλησιολογίας πού ἐπηρέασε τίς θεολογικές συζητήσεις ἦταν ἡ πρόταση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς γιά κάθαρση τῶν λειτουργικῶν κειμένων ἀπό ὑμνογραφικές ἐκφράσεις πού χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικούς τούς ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους. Ὅμως αὐτό εἶναι ἕνα φρόνημα ἐντελῶς ξένο πρός τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ὑμνολογία της λατρεύει τόν Θεό καί τιμᾶ τούς Ἁγίους της, πέραν τούτου ὅμως καί διδάσκει τόν λαό αὐτό ἀκριβῶς πού πιστεύει καί βιώνει, εἴτε πρόκειται γιά τόν Ἄρειο καί τόν Νεστόριο εἴτε γιά τόν Διόσκορο, τόν Σεβῆρο, τούς εἰκονομάχους καί τούς λατίνους. Ὁ κανών τῆς λατρείας δέν μπορεῖ νά χωρισθῇ ἀπό τόν κανόνα τῆς πίστεως. Ἡ στάση τοῦ Γέροντος Γεωργίου Καψάνη.

Θά τελειώσω διαβάζοντας μερικά ἀποσπάσματα πού δείχνουν τήν στάση τοῦ Γέροντος Γεωργίου Καψάνη ἔναντι τοῦ Θεολογικοῦ αὐτοῦ Διαλόγου. Ὁ π. Γεώργιος μέ τόν ὀξύ ἐκκλησιολογικό του αἰσθητήριο εἶχε παρατηρήσει γενικῶς ὅτι «ὑπό τήν ἐπίδρασι τῆς ἐκκοσμικεύσεως παραθεωροῦνται τό δόγμα καί ἡ παραδοθεῖσα ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία καί ἐπιδιώκεται ἡ ἕνωσις τῶν “Ἐκκλησιῶν” ἐπί πρακτικοῦ καί πραγματιστικοῦ ἐπιπέδου, χωρίς νά θεωρῆται ἀναγκαία ἡ ἑνότης τῆς πίστεως»[21].

Στήν βάση αὐτῆς τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιολογικῆς του εὐαισθησίας ὁ Γέροντας εἶχε διερωτηθῆ: «Ἐάν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι πιστεύουν διά τόν ἑαυτόν των ὅτι εἶναι πλήρως ὀρθόδοξοι καί ἄρα δέν διακυβεύεται ἡ σωτηρία των, τότε διατί θέλουν τήν ἕνωσιν μετά τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν δέν ἀποδέχονται ὁλόκληρον καί πρός τήν ὁποίαν δέν ἔρχονται μέ ταπείνωσιν καί μετάνοιαν; Καί τί ἀναγκάζει ἡμᾶς νά τούς δεχθῶμεν ἀποδεχόμενοι τούς ὅρους των ἐπί ἀθετήσει θεμελιωδῶν ἐκκλησιολογι­κῶν μας ἀρχῶν;»[22] Εἶχε δημοσιεύσει ἐπίσης τήν διαπίστωσή του: «Βλέπομεν εἰς τόν μετά τῶν Ἀντιχαλκηδονίων διάλογον νά ἰσχύουν δύο βασικαί κατευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουν καί τόν μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν διάλογον. Ἤτοι: α) Ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἑτέρας αἱρετικῆς ἐκκλησίας εἴτε ὡς “ἀδελφῆς” ἐκκλησίας εἴτε ὡς ὁμοτίμου “οἰκογενείας”, ἐπί παραιτήσει τῆς ἀξιώσεώς μας ὅτι ἡ Μία, ῾Αγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι μόνον ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Καί, β) Ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἑνώσεως παρακαμπτομένων τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι εἴτε παρασιωπῶνται εἴτε καί ἐλαχιστοποιοῦνται»[23].

Ἡ στάση του δέν ἦταν ἀντιδραστική οὔτε ἰδεολογικά φορτισμένη. Ἦταν νηφάλια ἔκφραση τῆς ἐκκλησιολογίας πού τόν χαρακτήριζε. Μέ αὐτό τό πνεῦμα εἶχε γράψει γιά τόν ἐν λόγῳ Θεολογικό Διάλογο:

«Παρεμβαίνουμε στόν ἐνδο-ορθόδοξο διάλογο περί τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδό­ξων καί Ἀντιχαλκηδονίων μέ φόβο Θεοῦ, ὄχι γιά νά ἐμποδίσουμε τήν ἐπιστροφή καί ἕνωσι τῶν Ἀντιχαλκηδονίων μέ τήν μόνη Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία μας, ἀλλά γιά νά συντελέσουμε ταπεινά ὥστε ἡ ἕνωσις νά γίνῃ ἐν ἀληθείᾳ, νά εἶναι θεοσυνέργητος, γνησία καί μόνιμος [...] Αἰσθανόμεθα τήν ἀνάγκη, πρό τοῦ ὑπαρκτοῦ κινδύνου νά νοθευθῆ ἡ καθαρά καί ἀμώμητος πίστις τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα στό κέντρο της πού εἶναι ἡ Κεφαλή της, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, νά ὁμολογήσουμε τήν ὀρθόδοξο πίστι ἀκαινοτόμητο, ἀνόθευτο, ἀκεραία, “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι” [...] Ἐνῶ ἡ αἵρεσις τῶν Ἀντιχαλκηδονίων δέν μᾶς εἶναι καθόλου ἀγαπητή καί ἀποδεκτή, οἱ ἴδιοι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μᾶς εἶναι πολύ ἀγαπητοί [...] Οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι λαοί ἔχουν ἀνάγκη καί τῆς ἰδικῆς μας μερίμνης, συμπαθείας, στοργῆς καί φροντίδος. Καί τό σπουδαιότερο, ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τόν φωτιστικό λόγο τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ζωοποιό Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα ἐπί χίλια πεντακόσια ἔτη στεροῦνται ἐξ αἰτίας τοῦ χωρισμοῦ τους ἀπό τήν κοινωνία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»[24].

Θά κλείσω τήν εἰσήγησή μου μέ τήν αἰσιόδοξη προοπτική πού χαρακτήριζε τήν κριτική στάση τοῦ Γέροντος Γεωργίου ἀπέναντι στόν ἐν λόγῳ Θεολογικό Διάλογο. Πίστευε ὁ Γέροντας ὅτι θά μποροῦσε νά γίνει ἕνας νέος Διάλογος, ἐπί ὀρθῶν ἐκκλησιολογικῶν βάσεων, ὁ ὁποῖος θά καρποφορήσει μέ τήν ἐπίπνοια τοῦ Παρακλήτου τήν ἐπανάκαμψη τῶν ἀντιχαλκηδονίων λαῶν στήν Ἐκκλησία.

Τό εὐχόμαστε καί προσευχόμαστε γι’ αὐτό.
Σᾶς εὐχαριστῶ.

[1] Γέν. 28, 17.

[2] Ἔξοδ. 3, 2-3.

[3] Ψαλμ. 49, 16-17.

[4] Κολ. 1, 16-18.

[5] Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἀρχιμ., Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 23.

[6] Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 25.

[7] Βλ. Νεκταρίου Δ. Καρσιώτη, ἀρχιμ., Ἡ Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας ἀπό τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὅρου ἑνώσεως ἕως καί τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 2023, σελ. 183-184.

[8] Βλ. Ὁ Θεολογικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων (παρελθόν-παρόν-μέλλον). Μία ἁγιορειτική συμβολή», ἔκδ. Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2018, σελ. 36.

[9] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. Ι, Ἀθῆναι 1960, σελ. 322.

[10] Ὁ William H. Lazareth στόν Πρόλογό του στήν ἔκδοση Does Chalcedon divide or unite? Towards convergence in Orthodox Christology, ed. by Paulos Gregorios – William H. Lazareth – Nikos Nissiotis, W.C.C. Geneva 1981.

[11] Αὐτά σημειώνουν οἱ Paulos Gregorios καί Νίκος Νησιώτης στήν εἰσαγωγή τους στήν ἔκδοσι Does Chalcedon divide or unite?..., σελ. xi.

[12] Μητροπ. Μύρων Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδη, Αἱ ἐν Kottayam τῶν Ἰνδιῶν θεολογικαί συνομιλίαι μεταξύ “Συρορθοδόξων” τοῦ Μαλαμπάρ καί ὀρθοδόξων θεολόγων καί ἡ ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ δημοσιευ­θεῖσα Κοινή Ἔκθεσις, στό ἔργο τοῦ ἰδίου Ὀρθόδοξοι Κατόψεις, τόμ. Γ΄, ἐκδ. Τέρτιος 1991, σελ. 105-129.

[13] Ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 120.

[14] Does Chalcedon..., ἔνθ’ἀνωτ. σελ. 10.

[15] Vitaly Borovoy, Recognition of Saints and Problems of Anathemas, GOTR 16 (1971), σελ. 257.

[16] Will Cohen, Ecclesiology and the Dialogues Between Eastern Orthodox and Oriental Ortho­dox Churches. Βλ. στό Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., ἔνθ’ἀνωτ. σελ. 79.

[17] Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 40-43.

[18] Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, κεφ. 47.

[19] Μητροπ. Ἀξώμης Μεθοδίου, Τό ἔργον τῆς Διορθοδόξου Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς διά τόν Διάλογον τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, περιοδ. Abba Salama VII (1976), σελ.205-206.

[20] Μεγ. Ἀθανασίου, Περί τῶν ἐν Ἀριμήνῳ καί Σελευκείᾳ συνόδων, κεφ. 54.

[21] Ἀρχιμ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος, 1998, σελ. 43.

[22] Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 134.

[23] Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 135.

[24] Ὁ Θεολογικός Διάλογος..., σελ. 115-118.