Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2026

 

Η Εκκλησία του Χριστού και η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία

  

  Με αφορμή την υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού: Η αλήθεια της πίστεως απέναντι στην αντίληψη ότι η Εκκλησία ταυτίζεται αποκλειστικά με την διοικητική εξουσία

Πρόλογος

Στις ημέρες μας επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση ένα από τα σπουδαιότερα θεολογικά ερωτήματα όλων των αιώνων: Τι είναι η Εκκλησία του Χριστού;

Είναι άραγε η Εκκλησία μία ανθρώπινη διοικητική δομή, ένας οργανισμός που ορίζεται αποκλειστικά από την ιεραρχική εξουσία και την αριθμητική πλειοψηφία μιας Συνόδου; Ή είναι πρωτίστως το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, του οποίου η ενότητα στηρίζεται στην αμετάβλητη αλήθεια της αποκαλύψεως του Θεού;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι καινούριο. Από τους αποστολικούς χρόνους μέχρι τις μεγάλες αιρέσεις των πρώτων αιώνων, μέχρι την εικονομαχία και τη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας, η Εκκλησία πάντοτε αντιμετώπιζε το ίδιο κρίσιμο ζήτημα: είναι η αλήθεια αποτέλεσμα εξουσίας ή είναι η εξουσία αυθεντική μόνο όταν υπηρετεί την αλήθεια του Χριστού;

  Η περίπτωση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού έχει αναδείξει ξανά αυτό το διαχρονικό εκκλησιολογικό ζήτημα. Πολλοί πιστοί και κληρικοί που τον στηρίζουν θεωρούν ότι εκφράζει ακρίβεια πίστεως, προσήλωση στην πατερική παράδοση και συνέχεια με το φρόνημα των Αγίων. Άλλοι εκκλησιαστικοί φορείς διατυπώνουν διαφορετικές κρίσεις για την υπόθεσή του. Πέρα όμως από την αξιολόγηση ενός συγκεκριμένου προσώπου, το ουσιαστικό θεολογικό ερώτημα παραμένει: με ποια κριτήρια αναγνωρίζεται η αληθινή εκκλησιαστική ζωή;

Η απάντηση της Ορθόδοξης Παραδόσεως είναι σαφής: η Εκκλησία είναι εκεί όπου διαφυλάσσεται η αποστολική πίστη, τελείται η ζωή των μυστηρίων και υπάρχει η κοινωνία του Σώματος του Χριστού μέσα στην αλήθεια.

ΜΕΡΟΣ Α ´

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Ο Χριστός είναι ο Ιδρυτής και η μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας

Η Εκκλησία δεν δημιουργήθηκε από ανθρώπινη βούληση ούτε αποτελεί ανθρώπινο ίδρυμα. Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε στον Απόστολο Πέτρο:

«Καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾍδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»

(Ματθ. 16:18)

Δεν είπε «την Εκκλησία των ανθρώπων», αλλά «την δική μου Εκκλησία». Η Εκκλησία ανήκει στον Χριστό και παραμένει δική Του μέχρι το τέλος των αιώνων.

Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει:

«Καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας»

(Κολ. 1:18)

Και αλλού:

«Καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ»

(Εφεσ. 1:22-23)

Επομένως, κανένας επίσκοπος, πατριάρχης, αρχιεπίσκοπος ή σύνοδος δεν είναι η κεφαλή της Εκκλησίας. Όλοι, από τον τελευταίο πιστό μέχρι τον ανώτερο εκκλησιαστικό άρχοντα, είναι μέλη του Σώματος του Χριστού και υπόκεινται στην αλήθεια του Ευαγγελίου.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας την εικόνα του σώματος και της κεφαλής, διδάσκει ότι όπως το σώμα λαμβάνει ζωή και καθοδήγηση από την κεφαλή, έτσι και η Εκκλησία λαμβάνει ζωή από τον Χριστό.

Γι’ αυτό η εξουσία μέσα στην Εκκλησία δεν είναι δεσποτεία αλλά διακονία. Ο ίδιος ο Κύριος είπε στους Αποστόλους:

«Οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν… οὐχ οὕτως δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἂν θέλῃ μέγας γενέσθαι ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος»

(Ματθ. 20:25-26)

Η εκκλησιαστική εξουσία, επομένως, δεν είναι δικαίωμα επιβολής προσωπικής βουλήσεως αλλά ευθύνη διακονίας της αλήθειας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού – Η στρατευομένη και η θριαμβεύουσα Εκκλησία

Η Εκκλησία είναι μία και αδιαίρετη στους ουρανούς και στη γη. Δεν υπάρχουν δύο Εκκλησίες, αλλά μία Εκκλησία που βρίσκεται σε δύο καταστάσεις: την στρατευομένη και την θριαμβεύουσα.

Η στρατευομένη Εκκλησία είναι οι πιστοί που βρίσκονται ακόμη στον κόσμο, κλήρος και λαός, και αγωνίζονται τον πνευματικό αγώνα:

«Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως»

(Α΄ Τιμ. 6:12)

Η θριαμβεύουσα Εκκλησία είναι οι Άγιοι που νίκησαν τον κόσμο, ολοκλήρωσαν τον αγώνα τους και βρίσκονται ενώπιον του Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος μιλά για:

«νέφος μαρτύρων»

(Εβρ. 12:1)

που περιβάλλει τους αγωνιζομένους πιστούς.

Γι’ αυτό ο Άγιος του πρώτου αιώνος, ο Άγιος του τετάρτου, ο Άγιος του δεκάτου πέμπτου και ο Άγιος κάθε εποχής δεν έχουν διαφορετική πίστη. Έχουν το ίδιο Άγιο Πνεύμα και την ίδια αλήθεια.

Ο Απόστολος Παύλος ομολογεί:

«Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»

(Εφεσ. 4:5)

Ο Άγιος Βικέντιος Λερίνης εξέφρασε αυτό το διαχρονικό κριτήριο της Εκκλησίας με τα γνωστά λόγια:

«Quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est»

δηλαδή:

«Αυτό που πιστεύθηκε παντού, πάντοτε και από όλους».

Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν αλλάζει με το πέρασμα των αιώνων, διότι:

«Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»

(Εβρ. 13:8)

ΜΕΡΟΣ Β΄

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Η Εκκλησία ως κοινωνία της αληθείας – «Ὅπου εἰσίν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα»

Ένα από τα πιο παρεξηγημένα χωρία της Αγίας Γραφής είναι ο λόγος του Κυρίου:

«Οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»

(Ματθ. 18:20)

Ο λόγος αυτός δεν σημαίνει ότι κάθε ομάδα ανθρώπων που επικαλείται το όνομα του Χριστού αποτελεί αυτομάτως την αληθινή Εκκλησία. Διότι η Εκκλησία δεν είναι απλή συνάθροιση προσώπων, αλλά κοινωνία μέσα στην αλήθεια του Χριστού.

Ο ίδιος ο Κύριος προειδοποιεί:

«Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι· Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου»

(Ματθ. 7:21)

Και αλλού:

«Εἰς μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων»

(Ματθ. 15:9)

Επομένως, η επίκληση του ονόματος του Χριστού χωρίς την αληθινή πίστη και την τήρηση της αποστολικής διδασκαλίας δεν αρκεί.

Η Εκκλησία είναι ενότητα όχι απλώς συναισθηματική ή εξωτερική, αλλά ενότητα στην ορθή πίστη.

Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει:

«Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»

(Εφεσ. 4:5)

Και αλλού:

«Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα»

(Α΄ Κορ. 1:10)

Η ενότητα της Εκκλησίας είναι ενότητα φρονήματος, δόγματος και ζωής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

Η Αποστολική Παράδοση – Η πίστη που δεν αλλάζει στους αιώνες

Η Εκκλησία δεν έχει την εξουσία να εφευρίσκει νέες αλήθειες ούτε να αλλοιώνει την πίστη που παρέλαβε.

Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει:

«Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν»

(Β΄ Θεσ. 2:15)

Και ο Απόστολος Ιούδας προτρέπει τους πιστούς:

«Ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει»

(Ιούδα 1:3)

Η πίστη παραδόθηκε μία φορά και παραμένει η ίδια μέχρι τη συντέλεια των αιώνων.

Γι’ αυτό ο Άγιος Βικέντιος Λερίνης έθεσε τον περίφημο κανόνα:

«Quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est»

δηλαδή: «Εκείνο το οποίο πιστεύθηκε παντού, πάντοτε και από όλους».

Αυτό σημαίνει ότι η αληθινή διδασκαλία της Εκκλησίας έχει συνέχεια στον χρόνο. Ο Άγιος του πρώτου αιώνα, ο Άγιος του τετάρτου, ο Άγιος του δέκατου πέμπτου και ο Άγιος των ημερών μας δεν έχουν διαφορετική πίστη, διότι δεν έχουν διαφορετικό Χριστό ούτε διαφορετικό Άγιο Πνεύμα.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει:

«Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»

(Εβρ. 13:8)

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι οφείλουμε να κρατούμε την παράδοση της Εκκλησίας και να μην μετακινούμε τα όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

Οι Άγιοι Πατέρες ως φωνή του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία

Η Εκκλησία δεν στηρίζεται στις προσωπικές γνώμες των ανθρώπων αλλά στην εμπειρία των θεοφόρων Πατέρων.

Οι Άγιοι, παρότι έζησαν σε διαφορετικούς τόπους και διαφορετικές εποχές, παρουσιάζουν μία θαυμαστή ενότητα στην πίστη. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης συμφωνίας, αλλά καρπός της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.

Ο Κύριος υποσχέθηκε στους Αποστόλους:

«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»

(Ιω. 16:13)

Γι’ αυτό η φωνή των Αγίων Πατέρων δεν αποτελεί μια σειρά προσωπικών φιλοσοφικών απόψεων, αλλά τη μαρτυρία της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες.

Ο Μέγας Αθανάσιος, όταν σχεδόν ολόκληρη η αυτοκρατορία συγκλονιζόταν από την αρειανική πλάνη, δεν ακολούθησε τον αριθμό ούτε την κοσμική δύναμη, αλλά κράτησε ανόθευτη την πίστη της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής προτίμησε εξορίες, διωγμούς και ακρωτηριασμό παρά να υπογράψει μία διδασκαλία που θεωρούσε αντίθετη προς την ορθόδοξη πίστη.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης δίδαξε ότι σε ζητήματα πίστεως δεν αρκεί το αξίωμα ενός επισκόπου, αλλά κριτήριο είναι η συμφωνία με την παράδοση της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός στη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας δεν ακολούθησε την πίεση της πλειοψηφίας, αλλά παρέμεινε στην πατροπαράδοτη διδασκαλία και αργότερα η συνείδηση της Εκκλησίας αναγνώρισε την ομολογία του.

Η ιστορία λοιπόν αποδεικνύει ότι πολλές φορές στην Εκκλησία η αλήθεια δεν ταυτίστηκε απλώς με την αριθμητική πλειοψηφία, αλλά αναγνωρίστηκε από τη συμφωνία με την αποστολική παράδοση.

Η Εκκλησία είναι «στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. 3:15). Η αποστολή της δεν είναι να προσαρμόζει την αλήθεια στις απαιτήσεις κάθε εποχής, αλλά να διαφυλάσσει αλώβητο τον θησαυρό που παρέλαβε από τον Χριστό και τους Αποστόλους.

ΜΕΡΟΣ Γ΄

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

Η συνοδικότητα στην Εκκλησία – Η Σύνοδος ως όργανο της αληθείας και όχι ως πηγή νέας αλήθειας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κατεξοχήν συνοδική. Από την αποστολική εποχή, τα μεγάλα ζητήματα λύνονταν συνοδικά. Το πρώτο παράδειγμα αποτελεί η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων, όπου οι Απόστολοι διακήρυξαν:

«Ἔδοξεν γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν»

(Πράξ. 15:28)

Η φράση αυτή αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημα της συνοδικότητας: η Σύνοδος δεν εκφράζει απλώς ανθρώπινες αποφάσεις, αλλά καλείται να γίνει όργανο της φανερώσεως της αληθείας του Αγίου Πνεύματος.

Όμως η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει επίσης ότι δεν είναι κάθε συγκέντρωση επισκόπων αυτομάτως φορέας της αλήθειας. Η αυθεντία μιας Συνόδου δεν προέρχεται μόνο από τον αριθμό των συμμετεχόντων ή από την εκκλησιαστική ισχύ της, αλλά από τη συμφωνία της με την Αγία Γραφή, την αποστολική Παράδοση και τη διαχρονική πίστη της Εκκλησίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

Όταν Σύνοδοι πλανήθηκαν – Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής ιστορίας

Η ιστορία παρέχει πολλά παραδείγματα όπου σύνοδοι ή μεγάλες ομάδες επισκόπων εξέφρασαν διδασκαλίες που αργότερα απορρίφθηκαν από την Εκκλησία.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγόμενη Ληστρική Σύνοδος της Εφέσου (449 μ.Χ.). Συγκροτήθηκε με πολλούς επισκόπους και με την υποστήριξη ισχυρών πολιτικών προσώπων της εποχής. Παρ’ όλα αυτά απορρίφθηκε από την εκκλησιαστική συνείδηση και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.) καταδίκασε τις αποφάσεις της.

Αργότερα, κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, πραγματοποιήθηκαν σύνοδοι που απέρριψαν την τιμή των ιερών εικόνων. Παρά το γεγονός ότι είχαν επισκόπους και αυτοκρατορική στήριξη, οι αποφάσεις τους απορρίφθηκαν από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.), η οποία αποκατέστησε την ορθόδοξη διδασκαλία περί των εικόνων.

Αυτά τα γεγονότα δείχνουν ένα πολύ σημαντικό εκκλησιολογικό συμπέρασμα: δεν είναι η αλήθεια που γίνεται αληθινή επειδή την ψήφισε μία σύνοδος, αλλά μία σύνοδος αναγνωρίζεται ως αληθινή όταν εκφράζει την αλήθεια που παρέλαβε η Εκκλησία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄

Η υπακοή στην Εκκλησία και τα όριά της

Η υπακοή αποτελεί θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Ο ίδιος ο Χριστός «ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλ. 2:8), και οι πιστοί καλούνται να ζουν μέσα στο πνεύμα της ταπεινώσεως και της υπακοής.

Οι Άγιοι Πατέρες δίδαξαν πάντοτε την αξία της υπακοής προς τους κανονικούς ποιμένες της Εκκλησίας. Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει:

«Ὅπου ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω· ὥσπερ ὅπου ἂν ᾖ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖ ἡ καθολική Ἐκκλησία».

Η φράση αυτή δείχνει την κεντρική θέση του επισκόπου ως σημείου ενότητας της τοπικής Εκκλησίας.

Όμως η ίδια η Αγία Γραφή θέτει ένα υπέρτατο κριτήριο:

«Πειθαρχείν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις»

(Πράξεις 5:29)

Η υπακοή λοιπόν στην Εκκλησία δεν μπορεί να νοηθεί ως υπακοή σε κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με το Ευαγγέλιο και την αποστολική παράδοση.

Ο Απόστολος Παύλος είναι απόλυτος:

«Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»

(Γαλ. 1:8)

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η υψηλότερη ανθρώπινη εκκλησιαστική εξουσία δεν έχει δικαίωμα να αλλοιώσει το περιεχόμενο της πίστεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου και η διάκριση μεταξύ σχίσματος και απομακρύνσεως λόγω αιρέσεως

Ιδιαίτερη θέση στην ορθόδοξη κανονική παράδοση κατέχει ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 861 μ.Χ.).

Ο Κανόνας αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ένας επίσκοπος κηρύττει δημοσίως και γυμνή τη κεφαλή μία αίρεση ήδη καταδικασμένη από την Εκκλησία. Σε μια τέτοια περίπτωση, όσοι διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με αυτόν πριν από συνοδική καταδίκη του δεν καταδικάζονται ως σχισματικοί.

Ο Κανόνας αναφέρει ότι αυτοί:

«οὐ μόνον οὐχὶ τῇ ἐπιτιμίᾳ τῶν Κανόνων ὑπόκεινται, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς ἀξιωθήσονται»

διότι δεν διέσπασαν την Εκκλησία, αλλά προσπάθησαν να προστατεύσουν την Εκκλησία από σχίσματα και διαιρέσεις.

Εδώ απαιτείται μεγάλη διάκριση. Ο κανόνας αυτός δεν δίνει άδεια στον καθένα να διακόπτει την εκκλησιαστική κοινωνία για κάθε διαφωνία, προσωπική κρίση ή διοικητικό ζήτημα. Αναφέρεται ειδικά σε δημόσια κήρυξη αιρέσεως κατά της παραδεδομένης πίστεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄

Η ομολογία της αλήθειας και οι Άγιοι που αντιστάθηκαν στην πλάνη

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από παραδείγματα Αγίων οι οποίοι υπέμειναν διωγμούς, καθαιρέσεις, εξορίες και κατηγορίες επειδή επέλεξαν να παραμείνουν πιστοί σε αυτό που πίστευαν ότι ήταν η αποστολική αλήθεια.

Ο Μέγας Αθανάσιος εξορίστηκε επανειλημμένα επειδή αντιστάθηκε στον Αρειανισμό, παρότι πολλοί ισχυροί επίσκοποι και άρχοντες της εποχής είχαν δεχθεί την πλάνη.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υπέμεινε φυλακίσεις, εξορία και ακρωτηριασμό επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί τον Μονοθελητισμό.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης συγκρούστηκε με αυτοκράτορες και εκκλησιαστικούς άρχοντες όταν θεωρούσε ότι παραβιαζόταν η κανονική τάξη και η ορθόδοξη παράδοση.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός έμεινε σχεδόν μόνος μεταξύ των επισκόπων που συμμετείχαν στη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας και αρνήθηκε να υπογράψει την ένωση με τη Ρώμη, διότι θεωρούσε ότι περιείχε δογματικές αποκλίσεις.

Η μεταγενέστερη αποδοχή των αγώνων αυτών των Αγίων δείχνει ότι στην ιστορία της Εκκλησίας η αλήθεια δεν ταυτίστηκε πάντοτε με την εκάστοτε πλειοψηφία.

Συμπερασματικά, η ορθόδοξη εκκλησιολογία κρατά δύο αλήθειες ταυτόχρονα:


δεν υπάρχει Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς επισκοπή, συνοδικότητα και κανονική τάξη·
αλλά ούτε η εκκλησιαστική εξουσία νοείται ανεξάρτητα από την αλήθεια της πίστεως που παρέδωσαν ο Χριστός, οι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες.

ΜΕΡΟΣ Δ΄

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄

Η Εκκλησία ως «στύλος και εδραίωμα της αληθείας»

Ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει την Εκκλησία:

«Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»

(Α΄ Τιμ. 3:15)

Η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένας ιστορικός θεσμός ή ένας ανθρώπινος οργανισμός. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο φυλάσσεται η αποκεκαλυμμένη αλήθεια του Θεού και μεταδίδεται η ζωή του Αγίου Πνεύματος.

Γι’ αυτό και το κριτήριο της εκκλησιαστικότητας δεν μπορεί να είναι μόνο μια εξωτερική διοικητική σχέση, αλλά η κοινωνία με το Σώμα του Χριστού μέσα στην ορθή πίστη, τη ζωή της μετανοίας και τη συνέχεια της αποστολικής Παραδόσεως.

Ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος, αγωνιζόμενος εναντίον των γνωστικών αιρέσεων, τόνισε ότι η αληθινή διδασκαλία διατηρείται στην Εκκλησία μέσω της αποστολικής διαδοχής και της παραδόσεως που παρέλαβαν οι επίσκοποι από τους Αποστόλους.

Η αποστολική διαδοχή όμως δεν νοείται ως απλή αλυσίδα χειροτονιών χωρίς ορθόδοξη πίστη. Η διαδοχή είναι διατήρηση όχι μόνο της ιεροσύνης αλλά και του αποστολικού φρονήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄

Το πλήρωμα της Εκκλησίας και η ευθύνη όλων για τη διαφύλαξη της πίστεως

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η φύλαξη της πίστεως δεν είναι υπόθεση μόνο των επισκόπων, αλλά ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος: επισκόπων, πρεσβυτέρων, μοναχών και λαϊκών.

Ο Απόστολος Πέτρος αποκαλεί όλους τους πιστούς:

«γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον»

(Α΄ Πέτρ. 2:9)

Η ευθύνη της ομολογίας της αλήθειας ανήκει σε κάθε μέλος του Σώματος του Χριστού.

Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι πολλές φορές το ευσεβές πλήρωμα συνέβαλε στη διαφύλαξη της ορθόδοξης πίστεως απέναντι σε λανθασμένες αποφάσεις ή πιέσεις της εποχής.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν του υπενθύμισαν ότι πολλοί επίσκοποι είχαν δεχθεί τη μονοθελητική διδασκαλία, απάντησε ότι το κριτήριο της αλήθειας δεν είναι το πλήθος αλλά η ορθή πίστη που παρέδωσε η Εκκλησία.

Επίσης, η περίφημη Εγκύκλιος των Ανατολικών Πατριαρχών του 1848 διακηρύσσει:

«Παρά τῷ λαῷ αὐτῷ, ὅς ἐστι τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, φυλάσσεται ἡ θρησκεία»

Δηλαδή η φύλαξη της πίστεως ανήκει σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα και όχι αποκλειστικά σε μία ομάδα προσώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄

Η αληθινή ενότητα και η ψευδής ειρήνη

Ο Χριστός προσευχήθηκε:

«Ἵνα πάντες ἓν ὦσι»

(Ιω. 17:21)

Η ενότητα είναι δώρο και εντολή του Θεού. Όμως η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι μια απλή διοικητική ή εξωτερική συμφωνία.

Ο Απόστολος Παύλος ζητά:

«Ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες»

(Α΄ Κορ. 1:10)

και μιλά για:

«μία πίστις»

(Εφ. 4:5)

Η αληθινή ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί με παραχώρηση της αλήθειας.

Ο Μέγας Αθανάσιος διδάσκει ότι δεν υπάρχει κοινωνία φωτός και σκότους όταν αλλοιώνεται η πίστη.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όταν αντιμετώπισε την ένωση της Φλωρεντίας, έδειξε ότι η ενότητα χωρίς κοινή ορθόδοξη ομολογία δεν αποτελεί αληθινή ενότητα.

Η ιστορία της Εκκλησίας φανερώνει ότι η αλήθεια πολλές φορές απαιτεί αγώνα, θυσία και ακόμη και απομόνωση. Η εξωτερική ειρήνη χωρίς την αλήθεια μπορεί να αποδειχθεί ψευδής ειρήνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄

Η υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού ως σύγχρονος εκκλησιολογικός προβληματισμός

  Η περίπτωση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού ανέδειξε έντονα το διαχρονικό ερώτημα περί των ορίων της εκκλησιαστικής υπακοής και της σχέσεως μεταξύ συνοδικών αποφάσεων και πιστότητας στην παράδοση.

  Πολλοί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί που τον στηρίζουν θεωρούν ότι ο ίδιος εκφράζει ακρίβεια ορθόδοξου φρονήματος, σεβασμό προς τους Ιερούς Κανόνες και προσήλωση στην πατερική παράδοση. Από την άλλη πλευρά, οι εκκλησιαστικές αρχές που έλαβαν αποφάσεις εις βάρος του επικαλούνται τη συνοδική τάξη και τη δική τους εκτίμηση των γεγονότων.

Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι η τελική αξιολόγηση τέτοιων εκκλησιαστικών συγκρούσεων δεν γίνεται μέσα από το πρίσμα της κοσμικής εξουσίας ή της αριθμητικής υπεροχής, αλλά μέσα από τη μακροχρόνια μαρτυρία της Εκκλησίας, την πιστότητα στην αποστολική παράδοση, την ορθότητα της πίστεως και τους καρπούς που παράγει κάθε στάση.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

  Το αμετάθετο κριτήριο της Εκκλησίας

  Η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι δημοκρατικό σχήμα όπου η αλήθεια καθορίζεται από πλειοψηφίες. Ούτε είναι μία ανθρώπινη εξουσία που μπορεί να αλλάζει το περιεχόμενο της πίστεως κατά τις απαιτήσεις των εποχών.

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, έχει Κεφαλή τον Χριστό και παραμένει η ίδια σε όλους τους αιώνες.

Η αληθινή ενότητα της Εκκλησίας είναι ενότητα:


στην ίδια αποστολική πίστη,
στην ίδια πατερική παράδοση,
στα ίδια ιερά δόγματα,
στην ίδια μυστηριακή ζωή,
στην κοινή πορεία προς τη θέωση.

Γι’ αυτό η μεγαλύτερη υποχρέωση κάθε επισκόπου, κληρικού και λαϊκού είναι να φυλάσσει αλώβητη την παρακαταθήκη της πίστεως.

Όπως παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο:

«Τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν»

(Β΄ Τιμ. 1:14)

Η Εκκλησία δεν ανήκει σε ανθρώπους. Ανήκει στον Χριστό.

Και ο Χριστός είναι:

«ὁ αὐτὸς χθές καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»

(Εβρ. 13:8)

Επομένως, η αληθινή εκκλησιαστική ζωή δεν μετριέται πρωτίστως από την εξωτερική ισχύ ή την ανθρώπινη εξουσία, αλλά από την πιστότητα στην αλήθεια που ο Χριστός παρέδωσε στους Αποστόλους, οι Απόστολοι στους Πατέρες και οι Πατέρες στην Εκκλησία όλων των αιώνων.

Με τα τέσσερα αυτά μέρη έχει πλέον σχηματιστεί μία πλήρης εκκλησιολογική πραγματεία, με βιβλική, πατερική και κανονική τεκμηρίωση. Θα μπορούσε ακόμη να εμπλουτιστεί σε επόμενη έκδοση με ένα ειδικό παράρτημα αποκλειστικά για τους Ιερούς Κανόνες, όπου θα παρατεθούν αναλυτικά ο 15ος της Πρωτοδευτέρας, Αποστολικοί Κανόνες, κανόνες Οικουμενικών Συνόδων και πατερικές μαρτυρίες περί αιρέσεως και εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Δρ.Σέργιος Ντόριτς

Καθηγητής Ορθόδοξης Δογματικής Θεολογίας



 

Περὶ τοῦ μεγαλείου τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῆς πνευματικῆς Ἀδιαφορίας

Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης
«Τί πιὸ μεγαλειῶδες, πιὸ συγκλονιστικό, πιὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σφαγιάζεται ἀναίμακτα καὶ προσφέρεται στὸ πλάσμα Του; Κι ὅμως πολλοὶ χριστιανοὶ περιφρονοῦν αὐτὴ τὴν οὐράνια μυσταγωγία καὶ δὲν προσέρχονται στὸν ναὸ ὅταν τελεῖται. Ἄλλοι πάλιν ἔρχονται μόνον ἀπὸ συνήθεια καὶ στέκονται ῥάθυμοι, ψυχροί, περιπλανώμενοι μὲ τὴ σκέψη καὶ τὸ βλέμμα. Γιατί; Διότι ἴσως κατὰ βάθος δὲν πιστεύουν στὸ μυστήριο, δὲν συλλαμβάνουν τὸ μεγαλεῖό του, τὴ θεουργὸ δύναμή του, τοὺς σωτηρίους καρποὺς του. Διότι δὲν ἔχουν ἀναγεννηθεῖ ἀπὸ τὴν πλουσίως προσφερομένη χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ὕπνος τῆς πνευματικῆς ἀδιαφορίας ἔχει βαρύνει τὰ βλέφαρα τῆς ψυχῆς τους».


 

Τί σημαίνει βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Διάβασες στὸ Εὐαγγέλιο τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ: «Πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις… οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. 12,31-32). Καὶ ρωτᾶς τί σημαίνει βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄπιστος ποὺ μισεῖ καὶ διώκει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ αὐτόχειρας ποὺ μισεῖ καὶ ἀφαιρεῖ τὴ ζωή του, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐφόσον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς.
Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη γράφεται ὅτι ὁ Χριστὸς τρεῖς φορὲς ἐπικαλέσθηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ σημασία τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας: «Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὃ πέμψει ὁ Πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν…» (Ἰωάν. 14,26)... – «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας…» (Ἰωάν. 15,26) – «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16,13). Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας.
Ρωτᾶς γιατί αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα δὲν συγχωρεῖται ἐνῶ κάθε ἄλλο ἁμάρτημα συγχωρεῖται. Κοίταξε, στὸν Ζακχαῖο συγχωρέθηκε τὸ ἁμάρτημα τῆς φιλαργυρίας, σὲ ἁμαρτωλὲς γυναῖκες τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, τοῦ λῃστῆ στὸ σταυρὸ οἱ λῃστεῖες καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους πολλὰ ἄλλα ἁμαρτήματα. Γιατί, λοιπόν, νὰ μὴ συγχωρεῖται καὶ ἡ ἄρνηση, ἡ ἀπιστία, ὁ χλευασμὸς κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Ἐπειδὴ στὰ μὲν πρῶτα ὑπάρχει ντροπὴ καὶ μετάνοια, ἐνῶ στὸ δεύτερο δὲν ὑπάρχει. Στὰ μὲν πρῶτα, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, ἂν καὶ ἁμαρτάνει, διαθέτει ντροπὴ καὶ φόβο ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ στὸ δεύτερο ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ διακόπτεται καὶ ὁ ἀσεβὴς ἄνθρωπος ἀνεπιστρέπτως καὶ ἐντελῶς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Στὰ μὲν ὑπάρχει ἀδυναμία, στὸ δὲ ἐμμονή. Στὰ μὲν ἡ ψυχὴ ταξιδεύει στὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλεῖ τὸ σκοτάδι φῶς. Στὸ δὲ συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἔχει τὴν παραμικρὴ διάθεση νὰ σωθεῖ καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν σώζει μὲ τὴ βία.
Μία ἄλλη βλασφημία πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἔχθρα πρὸς τὴ ζωή καὶ ἡ ἀφαίρεση τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ χορηγὸς τῆς ζωῆς, δωρητὴς τῆς ζωῆς. Ἔτσι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀλλὰ ἀγνοεῖ ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τοῦτο τὸ δῶρο μὴ εὐχαριστῶντας τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρηθεῖ. Ἀκόμη καὶ κάποιος ποὺ γνωρίζει ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τὸ πολύτιμο αὐτὸ δῶρο καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρηθεῖ. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ περιφρόνηση τὴν πετᾷ, αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ συγχωρηθεῖ.
Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ πρέπει πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει συγχώρεση. Συγχώρεση τοῦ ἁμαρτωλοῦ σημαίνει νὰ τοῦ ἐπιστραφεῖ πλήρως ἡ ζωή. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος δὲν θέλει τὴ ζωή, πολὺ δὲ περισσότερο τὴ μισεῖ καὶ τὴν ἀρνεῖται, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τί ἄλλο νὰ τοῦ δώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν διαγράφει ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς.
Προσευχήσου στὸν Θεὸ νὰ φυλάει ἐσένα καὶ τοὺς οἰκείους σου ἀπὸ ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματα καὶ νὰ σταματᾷ τὸν ἀνόητο ξεσηκωμὸ τοῦ δημιουργήματος ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ του.


 

Τό «Ἒκκλητον» ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου: Ἐγγύηση Δικαιοσύνης ἢ Ἐπιβράβευση Ἀδικίας;

Τό «Ἒκκλητον» ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου: Ἐγγύηση Δικαιοσύνης ἢ Ἐπιβράβευση Ἀδικίας;

Ἡ "ὑπόθεση Τυχικοῦ" καταδεικνύει ὅτι τὸ ἔκκλητο αὐτοακυρώνεται ὅταν ἐργαλειοποιεῖται ἀντὶ νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη.

Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, Πρεσβύτερος

Τὸ «ἔκκλητον» ἢ ἔκκλητος προσφυγὴ εἶναι τὸ δικαίωμα προσφυγῆς (ἐφέσεως) σὲ ἀνώτερο ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο (βλ. Ν. 590/1977 ἄρθρ. 160). Ἔχει ὅμως ἐπικρατήσει ὡς «ἔκκλητο» νὰ ὀνομάζεται τὸ κανονικὸ δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου νὰ ἐκδικάζει ὑποθέσεις κληρικῶν ποὺ ὑπάγονται στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καὶ αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν ἀδικηθεῖ ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων. 

Προσεγγίζοντας ἱστορικὰ τὸ θεσμὸ τοῦ ἐκκλήτου τὸν πρωτοσυναντοῦμε στὸν 3ο καὶ 5ο Κανόνα τῆς ἐν Σαρδικῇ (Σόφια, 343) Συνόδου, ὅπου ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ προστατεύσει τὸν Μ. Ἀθανάσιο καὶ τοὺς ὁμόφρονές του ἐπισκόπους ποὺ εἶχαν καθαιρεθεῖ ἀπὸ πολλὲς Συνόδους (ναί! πολυμελεῖς σύνοδοι ἐπισκόπων ἔχουν καθαιρέσει ἀκόμα καὶ Μεγάλους Ἁγίους!) παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσή του πρὸς κρίση στὸν πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο (ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν Ὀρθόδοξος). Ἡ Σύνοδος ἐπέτρεψε στὸν πάπα νὰ συγκροτεῖ αὐτὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο (ἐπέλεγε τὰ μέλη) ποὺ θὰ ἐκδίκαζε τὴν ὑπόθεση. Οὐσιαστικὰ μὲ τὸν Κανόνα αὐτὸ ὁ πάπας ἀπέκτησε ἀπλὸ δικονομικὸ δικαίωμα καὶ ὄχι τὸ δικαίωμα νὰ δικάζει αὐτὸς ὁ ἲδιος τὶς ἐκκλήτους προσφυγές. 

Ὅμως ἡ διάταξη αὐτὴ εἶχε περιορισμένη χρονικὰ ἰσχύ, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν ἄρνηση ἐφαρμογῆς της στὴ Λατινικὴ Ἐκκλησία τῆς Β. Ἀφρικῆς, ἡ ὁποία σὲ ἐπανειλημμένες Συνόδους στὴν Καρθαγένη (419) ἀρνήθηκε στὸν πάπα τὸ δικαίωμα κρίσεως τῶν ἀποφάσεών της καὶ ἀπαγόρευσε στους κληρικοὺς της νὰ προσφεύγουν «ἐν τοῖς περατικοῖς μέρεσι»¹ (στὴ Ῥώμη).

Ἀργότερα ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μὲ τοὺς 9ο καὶ 17ο Κανόνες ἔδωσε τὸ δικαίωμα κρίσεως τοῦ ἐκκλήτου στὸν Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ ἐρμηνευταὶ διαφωνοῦν ὡς πρὸς τὴν ἔκταση ἐφαρμογῆς τῶν ἀνωτέρω ἱερῶν Κανόνων: ἐφαρμόζονται σὲ ὅλους τοὺς κληρικοὺς τῆς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνολικὰ ἢ μόνο στοὺς κληρικοὺς ποὺ ὑπάγονται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως;

Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης αὐτὸς ὁ προβληματισμός. Προσωπικὰ υἱοθετοῦμε τὴν ἄποψη τοῦ μεγάλου κανονολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος συγκεφαλαιώνοντας τὴν πατερικὴ καὶ κανονικὴ παράδοση τῶν πρὸ αὐτοῦ Πατέρων καὶ κανονολόγων μὲ ἀκαταμάχητη ἐπιχειρηματολογία συγκλίνει πρὸς τὴν δεύτερη ἄποψη, ὅτι «ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τὰς Διοικήσεις καὶ ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτὸν ἐδόθη ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦτον [Δ-9] ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ» (Πηδάλιον, ἐκδ. Παπαδημητρίου 1976, σ. 192 ὑποσ. 1, βλ. καὶ σ. 120). 

Ὅμως πέραν τῶν ἱερῶν Κανόνων, σὲ Καταστατικοὺς Χάρτας ὁρισμένων Ἐκκλησιῶν προβλέπεται ἡ ἔκκλητος προσφυγὴ στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο καί ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν -ποὺ δὲν ὑπάγονται στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ποὺ παρέχουν στούς ἀρχιερεῖς τους αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (Καταστατικὸς Χάρτης, Ν. 590/1977 ἄρθρ. 44 παρ. 2) καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου (Καταστατικὸς Χάρτης, ἄρθρον 81). Ἡ δυνατότητα αὐτὴ ποὺ παρέχεται ἀπὸ τοὺς Καταστατικοὺς Χάρτας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν δὲν εἶναι ἀντίθετη πρὸς τοὺς ἱεροὺς Κανόνες. Συνεπῶς οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἐκκλησιῶν Ἑλλάδος καὶ Κύπρου ἔχουν τὴ δυνατότητα ἐκκλήτου προσφυγῆς στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο ὄχι βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων (Δ-9 και Δ-17), ἀλλά βάσει τῶν ἄρθρων 44 παρ. 2 καὶ 81 τῶν ἀντιστοίχων Καταστατικῶν τους Χαρτῶν. 

Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα ποὺ τοῦ παρέχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου (ἄρθρον 81 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη) ἂσκησε καὶ ὁ Μητροπολίτης Πάφου Τυχικὸς προσφεύγοντας στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὴν ἔκκλητο ἀναφορὰ τῆς 5ης Ἰουλίου 2025 προσβάλλοντας τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κύπρου τῆς 22.5.25 μὲ τὴν ὁποία ἐκθρονίσθηκε. 

Πατριαρχικὴ Σύνοδος μὲ τὴν ἀπόφασή της στὶς 17-10-25 ἔκανε δεκτὴ ἐν μέρει τὴν ἔκκλητο προσφυγή, διαπίστωσε πράγματι κακοδικία ἢ ὅπως κομψὰ τὸ γράφει «κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ φακέλλου τοῦ θέματος, διεπιστώθησαν παραλείψεις κατὰ τὴν ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ ὡς πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου αὐτῆς». Ὅμως, συμφώνως μὲ τὸ ἀνακοινωθέν, ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου «ἐπεκύρωσαν ὁμοφώνως τὴν συνοδικὴν ἀπόφασιν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας Κύπρου», ἀπόφαση ἡ ὁποία -ὅπως διεπίστωσαν- εἶναι προϊόν κακοδικίας!

Ἔτσι ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος ἀναγνωρίζει ἀπεριφράστως τὴν παρανομία καί τήν ἀδικία ἀλλὰ ταυτοχρόνως δικαιώνει αὐτὸν ποὺ τὴν διαπράττει καὶ ὄχι τὸν ἀδικούμενον!

Ἀξίζει, στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ ἀναφέρουμε τὴν ἀπόφαση 1983/1979 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τὰ Κυριακὰ λόγια ὅτι «οἱ υἱοί τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπέρ τούς υἱούς τοῦ φωτός εἰς τὴν γενεάν τὴν ἑαυτῶν εἰσι» (Λουκ. 16,8): τό ΣτΕ ἐξετάζοντας αἴτηση ἀκυρώσεως κατὰ πράξεως τῆς Ἱ. Συνόδου μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπὶ ἐκκλήτου προσφυγῆς, ἔκρινε ὅτι «τὸ ἁρμόδιο Ἐκκλησιαστικὸ Δικαστήριο δεσμίως ἐξετάζει ἐκ νέου τὴν ὑπόθεση… ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸν ἔλεγχο τῆς νομιμότητας τῆς προσβαλλομένης μὲ τὸ ἔκκλητο ἀποφάσεως, διαπιστωθεῖ οἱασδήποτε μορφῆς πλημμέλεια, ἡ ὑπόθεση ἀναπέμπεται πρὸς θεραπεία τῆς πλημμέλειας αὐτῆς. Συμπερασματικά, πράξη μὲ τὴν ὁποία ἐπιβλήθηκε ποινὴ καθαιρέσεως ἢ ἐκπτώσεως ἀπὸ τὸν Μητροπολιτικὸ Θρόνο ἀκυρώνεται ἐφ’ ὅσον διαπιστωθεῖ κατὰ τὴν ἐξέταση τοῦ ἐκκλήτου οἱασδήποτε μορφῆς (τυπικὴ ἢ οὐσιαστική) παρανομία. Μετὰ τὴν ἀκύρωσή της, ἡ ὑπόθεση ἀναπέμπεται ὑποχρεωτικῶς στὸ ἁρμόδιο ὄργανο, πρὸς νέα, ἀλλὰ καὶ σύμφωνη μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποφάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κρίση», σύμφωνα μὲ τὸν Καθηγητὴ Παν. Λαζαράτο².

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἔκβαση τοῦ ἐκκλήτου τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ, ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε κάποιες Πατριαρχικὲς ἀποφάσεις σὲ ἐκκλήτους προσφυγὲς ποὺ ἔχουν σοβαρὸ ἀντίκτυπο στὴν ἀξιοπιστία τοῦ θεσμοῦ.


Α. Ὑπόθεση τέως Μητροπολίτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ κατεδικάσθηκε γιὰ κακούργημα καὶ καθαιρέθηκε³.

Πρὸ εἰκοσαετίας συντάραξε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μεγάλο σκάνδαλο (σοβαρότατες καταγγελίες γιὰ ἠθικὰ, οἰκονομικὰ, κανονικὰ καὶ ποινικὰ ἀδικήματα) μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν Π.Μ. πρώην Μητροπολίτη μεγάλης Μητροπόλεως (ἐπειδὴ ἔχει ἤδη ἀποβιώσει καὶ εὑρίσκεται πλέον στὸ ἔλεος τοῦ Δικαιοκρίτου, δὲν ἀναφέρουμε τὸ ὄνομά του). Ὁ ἐν λόγῳ πρώην ἐπίσκοπος ἐνεπλάκη σὲ σοβαρὰ σκάνδαλα: α) σὲ λογαριασμό του σὲ offshore βρέθηκε ποσὸ ἄνω τοῦ 1.500.000 €, τὸ ὁποῖο παραδέχθηκε ὅτι ἦταν δικό του «γιὰ ὥρα ἀνάγκης, γιὰ τὰ γεράματα», ὅπως εἶπε, β) κατηγορήθηκε γιὰ σοβαρὰ κωλυτικὰ τῆς ἱερωσύνης ἠθικὰ παραπτώματα, ἃ αἰσχρὸν ἐστὶ καὶ λέγειν. Μάλιστα εἶχαν δημοσιευθεῖ καὶ τηλεφωνικοί του διάλογοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετάστηκαν, διότι ἦταν προϊόν ὑποκλοπῆς(!) γ) καταδικάστηκε ἀπὸ τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖο Κακουργημάτων σὲ 6ετὴ κάθειρξη γιὰ τὸ κακούργημα τῆς ὑπεξαιρέσεως ποσoῦ 56.000.000 δρχ ἀπὸ Ἱ. Μονή. Ἐξέτισε μέρος τῆς ποινῆς του, ἀποφυλακίστηκε ὑπὸ ὅρους γιὰ λόγους ὑγείας καὶ βρέθηκε πνιγμένος στὴ θάλασσα κατόπιν ἰσχαιμικοῦ ἐπεισοδίου ποὺ ὑπέστη.

Λόγῳ τῆς εὐρύτατης δημοσιότητος καὶ τοῦ μεγάλου σκανδαλισμοῦ ποὺ προξένησε στὸ λαό, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐφαρμόζοντας τὸ ἄρθρο 34 παρ. 8 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου (ὅπως διαμορφώθηκε μὲ τὸν Ν. 1351/1983 ἄρθρ. 15), ἔθεσε ἀρχικὰ σὲ 6μηνη διαθεσιμότητα τὸν Μητροπολίτη καὶ στη συνέχεια τὸν κήρυξε ἔκπτωτο τοῦ θρόνου χωρὶς νὰ τηρήσει τὴν προβλεπομένη διαδικασία τοῦ Ν. 5383/1932 περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἔκπτωτος Μητροπολίτης ἄσκησε ἔκκλητο ἀναφορὰ κατὰ τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐξέτασε τὸ ἔκκλητό του καὶ, ἐλέγχοντας μόνο τὰ σχετικά ἔγγραφα, χωρὶς νὰ ζητήσει παράσταση τοῦ ἐκκαλοῦντος ἀρχιερέως, προχώρησε στὴν Συνοδικὴ ἀπόφαση: ἐθεώρησε παραδεκτὴ καὶ βάσιμη τὴν ἔκκλητο προσφυγή, διότι δὲν τηρήθηκε ἡ προβλεπομένη διαδικασία (ἐκκλησιαστικὴ δίκη) καὶ δικαίωσε τὸν ἔκπτωτο ἀρχιερέα, ἀπαιτώντας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ προχωρήσει σὲ κανονικὴ δίκη. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος δὲν προχώρησε στὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέταση τῆς ὑποθέσεως. Μάλιστα, στὴν ὑπ’ ἀριθμ. 1203/2005 ἐπιστολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σημειώνεται ἐπὶ λέξει: «Κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχεῖου θὰ ἔδει ὅπως ἡ ὑπόθεσις τοῦ Μητροπολίτου […] ἐκδικασθῇ ὑπὸ τῶν ἀρμοδίων ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων, διὸ καὶ μὴ εἰσερχόμενοι τὸ γε νῦν ἔχον εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, προτρεπόμεθα ἀδελφικῶς ὑμᾶς ὅπως παραπέμψητε ταύτην εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια, ὧν τὰς ἀποφάσεις ἀναμένει ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ἵνα τοποθετηθῇ καὶ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος».

Ἀκολούθως τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖο Ἀθηνῶν, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, καταδίκασε τὸν Μητροπολίτη σὲ 6ετὴ κάθειρξη γιὰ τὸ ἀδίκημα τῆς κακουργηματικῆς ὑπεξαιρέσεως 56.000.000 δρχ ἀπὸ Ἱ. Μονή, ἀπόφαση ἡ ὁποία κατέστη ἀμετάκλητη μὲ τὴν 778/2009 ἀπόφαση τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κοινοποιήθηκε ἡ ἀπόφαση στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ Πρωτοβάθμιο δι’ Ἀρχιερεῖς Δικαστήριο, ἐφαρμόζοντας τὸν Ν. 5383/1932 ἄρθρ. 160,  «περὶ Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων», προχώρησε σὲ καθαίρεση τοῦ ἀρχιερέα.

Ὁ καθαιρεθεὶς προχώρησε σὲ δεύτερη ἔκκλητο ἀναφορὰ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος καὶ πάλι τὸν δικαίωσε διὰ δεύτερη φορά γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, χωρὶς νὰ ὑπεισέλθει στὴν οὐσία τῆς ὑποθέσεως! Καὶ πάλιν ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος «νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ προβλεπομένη διαδικασία». Γράφει ἐπὶ λέξει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στὸ ὑπ’ ἀριθμ. 877/2009 Πατριαρχικὸ Γράμμα πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος: «Ἡ Μήτηρ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, τηροῦσα μετ’ εὐλαβείας τοὺς ἱεροὺς Κανόνας ἀποτελοῦντας ἀσφαλῆ ὁδηγὸν εἰς τὸν χειρισμὸν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων… διεπίστωσε ὅτι τὸ Δευτεροβάθμιο δι’ ἀρχιερεῖς Συνοδικὸν Δικαστήριον τῆς καθ’ Ὑμᾶς Ἐκκλησίας δὲν ἐξεδίκασεν εἰσέτι τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐν λόγῳ… Ἱεράρχου» καὶ συνεχίζει: «Πρὸ τῆς ἐξετάσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἐκκλήτου δέον ὅπως ὁλοκληρωθῇ ἡ παρὰ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τοῦ ἐν ἰσχύι Νόμου 5383/1932 περὶ ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης προβλεπομένη διαδικασία δευτεροβαθμίου κρίσεως, μεθ’ ἣν ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ἐπιληφθήσεται ταύτης τελεσιδίκως καὶ ὁριστικῶς».

Οὐσιαστικὰ ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος δικαίωσε γιὰ δεύτερη φορά τὸν προσφεύγοντα καθηρημένο πρώην ἀρχιερέα, ἀποδεχομένη τὸ λόγο τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς καὶ στηριζομένη στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν προχώρησε σὲ κανονικὴ δίκη, ὅπως ἐπιτάσσουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες καὶ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης.

Σέ ἐφαρμογή τῆς πατριαρχικῆς «προτροπῆς» ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συγκάλεσε τὸ Δευτεροβάθμιο δι’ Ἀρχιερεῖς Δικαστήριο, καὶ ἐξετάζοντας τὴν ἔφεση τοῦ πρώην ἀρχιερέως Π.Μ. τὴν ἔκρινε ἀπαράδεκτη χωρὶς νὰ ὑπεισέλθῃ στήν οὐσία. Ὁ Π.Μ. ἄσκησε καὶ τρίτο ἔκκλητο, καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ τὴν περὶ Αὐτὸν Πατριαρχικὴ Σύνοδο τὸν δικαίωσε γιὰ τρίτη φορά! Στὸ μὲ ἀριθμ. 258/21.5.2010 Πατριαρχικό Γράμμα ἐπιτάσσει μὲ ἰδιαίτερα αὐστηρὴ διατύπωση τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκδικάσει τὴν ὑπόθεση κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ νὰ ἐπιστρέψει τὸν φάκελο στὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν τελικὴ κρίση!

Συμπερασματικά:

1. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος τρεῖς φορές ἀπαίτησε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ προβεῖ σὲ κανονικὴ δίκη, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας καὶ τὶς ἰσχύουσες διατάξεις περὶ ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης, ἱκανοποιῶντας καὶ τὶς τρεῖς ἐκκλήτους προσφυγὲς καὶ δικαιώνοντας πλήρως τὸν τέως Μητροπολίτη.

2. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος α) παρέβλεψε ἐντελῶς τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ Πενταμελοῦς Ἐφετείου Κακουργημάτων γιὰ τὴν κακουργηματικὴ ὑπεξαίρεση ποὺ διέπραξε, β) παρέβλεψε τὴν ὕπαρξη τοῦ ἰλλιγγιώδους καὶ ἀδιανόητου γιὰ κληρικὸ ποσoῦ τῶν 1.500.000 € ποὺ κατεῖχε στὴν offshore, γ) παρέβλεψε  – ἢ μᾶλλον… «παρήκουσε» –  τὶς αἰσχρὲς συνομιλίες του μὲ νεαρὸ ποὺ εἶχαν κυκλοφορήσει στὸ διαδίκτυο, καὶ δ) τὸ πιό σοβαρό, παρέβλεψε ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος τὸ σοβαρότατο σκανδαλισμὸ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μεγάλη ἀναστάτωση ποὺ προξένησε ἐπί μακρόν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κρατώντας σὲ ἐκκρεμότητα τὴν ὑπόθεση τοῦ καθαιρεθέντος Π.Μ.

3. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος σὲ καμία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀποφάσεις της δὲν συνέστησε στὸν πιό πάνω τέως Μητροπολίτη «νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἴδιον αὐτοῦ πνευματικὸν συμφέρον καὶ διὰ τὴν εἰρήνην καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως συνέστησε στὸν Μητροπολίτη Πάφου Τυχικὸν!

4. Τέλος, δυστυχῶς, ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος δὲν θέλησε νὰ κρίνει κατ’ οὐσίαν τὴν ὑπόθεση Π.Μ. καὶ νὰ κλείσει ἄμεσα τὸ θλιβερὸ αὐτὸ κεφάλαιο ποὺ ἐπὶ 5ετία καὶ πλέον, τόσο πολὺ ταλαιπώρησε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τόσο στὴν Ἡγεσία Της ὅσο καὶ στὸν πιστὸ λαό «καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἴδιον αὐτοῦ [τοῦ Π.Μ.] πνευματικὸν συμφέρον καὶ διὰ τὴν εἰρήνην καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας [τῆς Ἑλλάδος]»…

 Β. Ἡ ὑπόθεσις τῶν καθηρημένων, ἀφορισμένων καὶ ἀχειροτονήτων σχισματικῶν Οὐκρανῶν.

Ἰδιαίτερη αἴσθηση καὶ μὲ σοβαρότατες συνέπειες στὴν πανορθόδοξη κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν προκάλεσε ἡ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῆς 11.10.2018 νὰ ἀποδεχθῇ τὸ ἔκκλητο τῶν σχισματικῶν πρώην Μητροπολίτου Φιλαρέτου Ντενισένκο καὶ τοῦ ἀχειροτονήτου Μακαρίου Μάλετιτς.

Περὶ τοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο: Ὁ πρώην Μητροπολίτης Κιέβου Φιλάρετος καθαιρέθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας στὶς 11.6.1992 γιὰ σωρεία κανονικῶν παραπτωμάτων. Ἀμέσως μετὰ τὴν καθαίρεση μετέβη ὁ ἴδιος προσωπικὰ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅπου κατέθεσε ἔκκλητο ἀναφορὰ κατὰ τῆς καθαιρετικῆς ἀποφάσεως. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐξετάζοντας τὸ ἔκκλητο τοῦ Φιλαρέτου, ἀπέστειλε στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἀντιπροσωπεία ὑπὸ τὸν Περγάμου Ἰωάννη (Ζηζιούλα) «ἐπὶ σκοπῷ ὅπως ἐκ τοῦ σύνεγγυς πληροφορηθῶμεν τὰ διατρέξαντα ἐκ πρώτης χειρὸς καὶ πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἐν προκειμένῳ παρερμηνείας». Ἐν τέλει ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος ἀπέρριψε τὴν ἔκκλητον ἀναφορὰ τοῦ Φιλαρέτου ἐπικυρώνοντας τὴν καθαίρεσή του. Σε Πατριαρχικὸ Γράμμα του (ἀρ. πρωτ. 1203/26.8.1992) πρὸς τὸν Πατριάρχη Μόσχας ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τονίζει: «Ἡ Ἁγία μας Μεγάλη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀναγνωρίζουσα εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν … ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὑφ’ Ὑμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας ἀποδέχεται τὰ συνοδικῶς ἀποφασισθέντα περὶ τοῦ ἐν λόγῳ, μὴ ἐπιθυμοῦσα τὸ παράπαν ἵνα παρέξῃ οἱανδήτινα δυσχέρειαν εἰς τὴν καθ’ Ὑμᾶς ἀδελφὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιὰ τὴν καθαίρεση ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες χωρὶς καμία ἐξαίρεση, χωρὶς καμία ἐπιφύλαξη.

Ὁ Φιλάρετος ὅμως δὲν τὴν ἀποδέχθηκε καὶ συνέχιζε νὰ «ἱερουργεῖ» καὶ νὰ «χειροτονεῖ» (ψευτο)ἐπισκόπους, ἐπιτείνοντας καὶ ἑδραιώνοντας τὸ σχίσμα. Γιά τόν λόγο αὐτό τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας προβαίνει τὸ 1997 σὲ ἀναθεματισμό–ἀφορισμό του, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀποδεκτός καὶ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως (Πατριαρχικὸ Γράμμα μὲ ἀρ. πρωτ. 282/7.4.1997) καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν Πανορθόδοξη Κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τὴν σύνολη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Περὶ τοῦ Μακαρίου Μάλετιτς: Ὁ Μακάριος Μάλετιτς οὐδέποτε καθαιρέθηκε ἀπὸ τὴν (κανονικήν) Οὐκρανικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, οὔτε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, οὔτε ἀπὸ ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, διότι, σύμφωνα μὲ τὴν (μέχρι τὸ 2018!) ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οὐδέποτε ἦταν ἀρχιερεύς, διότι δὲν χειροτονήθηκε κανονικά. Ἓλκει τὴν «ἀρχιερωσύνη» του ἀπὸ ψευτο–ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶχαν ἀποστολικὴ διαδοχή, διότι «χειροτονήθηκαν» ἀπὸ καθηρημένον πρώην ἐπίσκοπο καὶ ἀπὸ τὸν τσαρλατάνο καὶ αὐτοχειροτόνητο ἀπατεῶνα Βίκτωρα Τσεκάλιν (ἀναλυτικὰ βλ. Ἀναστ. Γκοτσόπουλου, Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο, Συμβολὴ στὸν διάλογο, ἐκδ. Τὸ Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 119–143).

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Μακάριος Μάλετιτς οὐδέποτε δικάστηκε καὶ εἰς βάρος του οὐδέποτε ἐκδόθηκε καταδικαστικὴ ἀπόφαση ἐκπτώσεως ἢ καθαιρέσεως, διότι πολὺ ἁπλά δὲν ἦταν ποτέ ἀρχιερέας.

Ἀφοῦ λοιπόν οὐδέποτε δικάστηκε οὔτε καταδικάστηκε ὁ Μακάριος, ἐννοεῖται ὅτι δὲν ὑφίσταται καταδικαστικὴ ἀπόφαση ἐναντίον του· δὲν ἔχει κανένα νόημα τὸ ἔκκλητο γι’ αὐτόν· δὲν μπορεῖ νὰ προσφύγει μὲ ἔκκλητον ἀναφορὰ στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο! Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κανονικὴ παράδοση, ἡ ἔκκλητος προσφυγὴ προσβάλλει συγκεκριμένη ἄδικη καταδικαστικὴ ἀπόφαση ποὺ ἔχει ἐκδοθεῖ, ἢ, ὅπως ἐπιγραμματικὰ τονίζει ὁ μέγας ἑρμηνευτὴς τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὁ πολύς Βαλσαμών: «παντὶ καταδικαζομένῳ καὶ οἰομένῳ ἀδικεῖσθαι ἡ τοῦ ἐκκλήτου ἐδόθη βοήθεια». Συνεπῶς, γιὰ τὸν Μακάριον Μάλετιτς δὲν ὑφίσταται ἀντικείμενον ἐκκλήτου προσφυγῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν κατεδικάσθηκε καὶ συνεπῶς δὲν νομιμοποιεῖται νὰ ἀσκήσει ἔκκλητο. Ὅση σοβαρότητα μπορεῖ νὰ ἔχῃ μία ἔφεση κάποιου ποὺ δὲν κατεδικάσθηκε διότι οὐδέποτε δικάσθηκε, ἄλλη τόση σοβαρότητα ἔχει καὶ τὸ ἔκκλητο τοῦ Μακαρίου Μάλετιτς, διότι δὲν ὑπάρχει καταδικαστικὴ ἀπόφαση!

Καὶ ὅμως, ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος ἀσχολήθηκε μὲ τέτοιο «ἔκκλητο» καὶ μάλιστα ἐξέδωσε καὶ ἀπόφαση!

Καὶ ὅμως, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀντίθετα μὲ τὴν ἐπὶ δεκαετίες παγιωμένη Πανορθόδοξη Ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, στὶς 11.10.2018 μὲ Συνοδικὴ Πράξη κάνει δεκτὲς τὶς «αἰτήσεις» ἐκκλήτου τοῦ καθηρημένου καὶ ἀφορισμένου «Φιλαρέτου Ντενισένκο καὶ τοῦ [σ.συντ. ἀχειροτονήτου] Μακαρίου Μάλετιτς καὶ τῶν σύν αὐτοῖς» καὶ τοὺς «ἀποκαθιστᾷ εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν ἢ ἱερατικὸν αὐτῶν βαθμόν».

Τὰ ἐρωτήματα εἶναι καίρια:

1. Ποιό τὸ περιεχόμενο τῶν ἐκκλήτων προσφυγῶν τοῦ Ὀκτωβρίου 2018 τῶν Φιλαρέτου, Μακαρίου «καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς»; Διὰ τί δὲν ἔχουν δοθεῖ στὴ δημοσιότητα;

2. Ὁ Φιλάρετος δὲν εἶχε ὑποβάλει ἔκκλητο πρὶν ἀπὸ 33 χρόνια, ἀπὸ τὸν Ἰούνιο 1992, τὸ ὁποῖο κατόπιν ἐξετάσεως ἀπερρίφθη ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο στὶς 26.8.1992;

3. Προβλέπεται μήπως ἔκκλητο κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου;

4. Ὁ Μακάριος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καταδικασθεῖ, κατὰ ποίας ἀποφάσεως ἄσκησε ἔκκλητο; Προβλέπεται ἔκκλητο ὅταν δὲν ὑπάρχει καταδίκη; Ποῖο τὸ ἀντικείμενον τοῦ ἐκκλήτου;

5. Ποιοί εἶναι οἱ «σὺν τῷ Μακαρίῳ Μάλετιτς» ἀσκήσαντες ἔκκλητο; Κατὰ ποίας ἀποφάσεως τὸ ἄσκησαν ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν καταδικασθεῖ ὡς μηδέποτε κανονικῶς χειροτονηθέντες;

6. Εἰς ποῖον «ἀρχιερατικὸν ἢ ἱερατικὸν βαθμόν» «ἀπεκατεστάθησαν» οἱ ἄνευ ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ ἀχειροτόνητοι Μάλετιτς καὶ οἱ «σὺν αὐτῷ» «χειροτονηθέντες» ὑπ’ αὐτοῦ ψευτο-ἱερεῖς καὶ ψευτο-δεσποτάδες; Μπορεῖ νὰ ἐνοηθεῖ «ἀποκατάστασις» εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν βαθμόν ὅταν δὲν ὑπῆρξε ποτέ ἀρχιερωσύνη; Ἓνας ἀχειροτόνητος καὶ ἄνευ ἀποστολικῆς διαδοχῆς μπορεῖ νὰ χειροτονεῖ ἱερεῖς;

Δυστυχῶς στὰ ἀνωτέρω καίρια ἐρωτήματα δὲν ἔχει δοθεῖ ἡ παραμικρή ἀπάντηση.

Πάντως ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος, μὲ τὴν ἀπόφασή της τῆς 11.10.2018, ἔκανε δεκτὲς τὶς ἐκκλήτους ἀναφορὲς καὶ ἐδικαίωσε πλήρως τοὺς καθηρημένους, ἀφορισμένους, ἀχειροτονήτους καὶ σχισματικούς «Φιλάρετον Ντενισένκο, Μακάριον Μάλετιτς καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς», μὲ καταστροφικὲς συνέπειες γιὰ τὴν Πανορθόδοξη ἑνότητα καὶ τὴν ἑνότητα καὶ εἰρήνευση τοῦ Οὐκρανικοῦ λαοῦ.

Δυστυχῶς ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος οὔτε καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση συνέστησε εἰς ἕνα ἕκαστον αὐτῶν «νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἴδιον αὐτοῦ πνευματικὸν συμφέρον καὶ διὰ τὴν εἰρήνην καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως συνέστησε στὸν Μητροπολίτη Πάφου Τυχικόν!


Γ. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ.

Ὡς γνωστόν, ὁ Μητροπολίτης Πάφου Τυχικὸς ἂσκησε τὴν ἀπὸ 5.6.2025 ἔκκλητο προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὅπως τοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα τὸ ἄρθρο 81 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καί προσέφυγε κατὰ τῆς ἀπὸ 22.5.2025 ἀποφάσεως τῆς Συνόδου τῆς Κύπρου, μὲ τὴν ὁποία κηρύχθηκε ἔκπτωτος τοῦ Θρόνου τῆς Πάφου μὲ μία μεσαιωνικὴ διαδικασία ποὺ προσβάλλει κάθε ἔννοια νομικοῦ πολιτισμοῦ καὶ προπαντὸς τὴν ἴδια τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὁ Μητροπολίτης Τυχικὸς κατεδικάσθηκε χωρὶς νὰ ἔχει ὑπάρξει οὔτε Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, οὔτε Ἀνακριτής, οὔτε ἀνακρίσεις, οὔτε ἔλεγχος τῶν καταγγελιῶν, οὔτε πόρισμα Ἀνακριτοῦ, οὔτε Ἐκκλησιαστικὸς Εἰσαγγελεύς, οὔτε ἀπόφαση γιὰ ἄσκηση διώξεως, οὔτε κατηγορητήριο οὔτε μάρτυρες κατηγορίας, οὔτε μάρτυρες ὑπερασπίσεως, οὔτε κλήση σέ κατηγορούμενο, οὔτε πρόταση ἐνοχῆς, οὔτε πρόταση ἐπὶ τῆς ποινῆς ἀπὸ τὸν Ἐκκλησιαστικὸ Εἰσαγγελέα! Δὲν τηρήθηκε οὔτε ἕνα ἄρθρο ἀπὸ ὅσα προβλέπει ὁ Καταστατικὸς Χάρτης καί οἱ ἱεροί Κανόνες!

Ἀλλὰ τότε, τί συνέβη;

Οὐσιαστικῶς ἓνας καὶ μόνον ἄνθρωπος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, ἐνεργῶν ὡς κατήγορος, ἀνακριτής, ἐκκλησιαστικὸς εἰσαγγελέας, μάρτυρας κατηγορίας, δικαστής, πρόεδρος δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ ἐκπρόσωπος Τύπου, κατώρθωσε -μὲ τρόπους ποὺ ὅλοι γνωρίζουν, ἀλλά…- νὰ ἐξασφαλίσει μία εὐκαιριακὴ συνοδικὴ πλειοψηφία, καὶ παραβιάζοντας ὅλους τοὺς σχετικοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ὁλόκληρο τὸν Καταστατικὸ Χάρτη, καὶ τίς πλέον στοιχειώδεις διατάξεις περὶ δίκαιης δίκης τοῦ νομικὰ πολιτισμένου κόσμου, κατώρθωσε νὰ κηρύξει ἕνα Μητροπολίτη ἔκπτωτο!

Οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα Συνοδικοὶ ποὺ προσυπέγραψαν τὴν ἔκπτωση⁴ δὲν ἐρεύνησαν τὴν «κατάθεσιν» τοῦ ἑνός· δὲν ἔλαβαν εἰς τὰ χέρια τους τὰ τεκμήρια ποὺ ἐπικαλέσθηκε ὁ ἓνας· δὲν ἐξέτασαν οὔτε ἕνα μάρτυρα· δὲν ἐπέτρεψαν στὸν κατηγορούμενο νὰ ἔχει συνήγορο· δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἐξετάσει μάρτυρα ὑπερασπίσεως· δὲν τοῦ ἔδωσαν νὰ ἐρευνήσει τὰ τεκμήρια· δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν, οὐσιαστικῶς, νὰ ἀπολογηθεί.

Ἀποφάνθηκαν ὅμως ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ: ΕΝΟΧΟΣ καὶ ΕΚΠΤΩΤΟΣ!

Ὅλοι γνωρίζουν -καὶ ἂς μὴ τολμοῦν νὰ τὸ ὁμολογήσουν δημοσίως- ὅτι ἡ «δίκη» τῆς 22.5.2025 ἦταν ἀπαράδεκτη, ὂχι μόνον ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν, ἀλλὰ καὶ στὴν οὐσία της. Καμία ἀπὸ τὶς κατηγορίας δὲν ἐξετάσθηκε, καὶ φυσικὰ δὲν ἀποδείχθηκε. Μάλιστα, προϊόντος τοῦ χρόνου ἀπὸ τὴν 22.5.25 μέχρι σήμερα, ὅλες οἱ κατηγορίες κατέπεσαν, καὶ ἒγινε ἀντιληπτὸ ὅτι ἦσαν ἀπολύτως συκοφαντικές. Γι’ αὐτό καὶ δὲν τόλμησαν νὰ τηρήσουν τὴν προβλεπομένη διαδικασία, διότι θὰ ἀποκαλυπτόταν ἡ ἀλήθεια.

Πιο συγκεκριμένα:

Κατέπεσε ἡ πρώτη κατηγορία: Δὲν ἀποδείχθηκε καμία συνεργασία μὲ «ἀποτειχιστές». Ἀντιθέτως, ὁ Μητροπολίτης Τυχικὸς στάθηκε ἀπέναντι σέ ὅσους παρερμήνευσαν τὸν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Κατέπεσε καὶ ἡ δεύτερη κατηγορία: Δὲν ἀποδείχθηκε ὅτι ὁ Μητροπολίτης Τυχικὸς ἀρνεῖτο νὰ τελέσει μεικτοὺς γάμους. Ἀντιθέτως, τηρώντας τὴν κανονικὴ ἀκρίβεια, πρότεινε -μὲ ἰδιαίτερη ἐπιτυχία- στοὺς προσερχομένους ἑτεροδόξους νὰ βαπτισθοῦν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (κατά τὴν διετία τῆς ἀρχιερατείας του τέλεσε πάνω ἀπό 30 βαπτίσεις ἐνηλίκων!)· καὶ γιὰ ὅσους δὲν ἤθελαν, ἐξέδιδε κατ’ οἰκονομία ἄδεια γιὰ τέλεση μεικτοῦ γάμου (κατά τὴν διετία 2023–2025 τελέσθησαν 36 μεικτοὶ γάμοι)! Καὶ ὅμως κατεδικάσθηκε διότι -τάχα- ἀπαγόρευε μεικτοὺς γάμους!

Κατέπεσε καὶ ἡ τρίτη κατηγορία: Δὲν ἀποδείχθηκε ὅτι ὁ καθαγιασμὸς μικροῦ παρεκκλησίου πρὸς τιμὴν δύο Ἁγίων (Ἐπιφανίου καὶ Νεκταρίου Πενταπόλεως) καὶ ἑνὸς ὁσίας βιοτῆς Γέροντος, ἦταν κανονικὸ ἀδίκημα ἐπισύρον τέτοια ποινή. Ἀντιθέτως, ἀποδείχθηκε ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ κατήγορός του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γεώργιος, εἶχε τελέσει ἐγκαίνια, ὂχι μικροῦ παρεκκλησίου, ἀλλὰ μεγαλοπρεποῦς ἐνοριακοῦ Ναοῦ ἐπ’ ὀνόματι Ἁγίου, τρία ἔτη πρὸ τῆς ἁγιοκατατάξεώς του! Καὶ τὸ χειρότερο: ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, σέ τηλεοπτικὴ του ἐμφάνιση, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν δυσκολία, κατέφυγε στὸ ψεῦδος, ἀρνούμενος τὸ γεγονὸς αὐτό!

Κατέπεσε καὶ ἡ τελευταία μομφὴ κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ:
Δὲν ἀποδείχθηκε ὅτι ὑπῆρχαν «σοβαραὶ ἀδυναμίαι εἰς τὴν διοίκησιν καὶ διαποίμανσιν τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας Πάφου» ἐκ μέρους τοῦ Ποιμενάρχου Τυχικοῦ. Ἀντιθέτως, τὸ λατρευτικόν, κατηχητικὸν καὶ ποιμαντικὸν ἔργον ποὺ ἐπιτελέσθηκε ἐντός μόλις δύο ἐτῶν τῆς ποιμαντορίας Τυχικοῦ ἦταν ἀξιοζήλευτο (βλ. «Τὸ Ποιμαντικὸ Ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ (2023–2025)»).

Ἄκρως ἐντυπωσιακὰ εἶναι καὶ τὰ δεδομένα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως Τυχικοῦ στὴν Μητρόπολη Πάφου, σύμφωνα μὲ τίς ἐπίσημες Ἐτήσιες Οἰκονομικές Ἐκθέσεις (ἐγκεκριμένες ἀπὸ τήν Κεντρική Οἰκονομική Ὑπηρεσία τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Κύπρου):

2020:    820.760 €                       (ἀρχιερατεία Γεωργίου, νῦν Ἀρχιεπισκόπου)

2021:    607.411 €  μειωμένα κατά  213.349 €  (ἀρχιερατεία Γεωργίου, νῦν Ἀρχιεπισκόπου)

2022:    509.312 €  μειωμένα κατά    98.099 €  (ἀρχιερατεία Γεωργίου, νῦν Ἀρχιεπισκόπου)

2023:  1.100.698 €  ΑΥΞΗΜΕΝΑ  κατὰ  591.386 €  (πρῶτο ἔτος ἀρχιερατείας Τυχικοῦ)!

2024: 2.000.000 € κατ’ ἐκτίμησιν, διότι ὁ Τοποτηρητὴς Ἀρχιεπίσκοπος Γεώργιος δὲν ἔχει δημοσιεύσει τὰ στοιχεῖα... Γιατί ἄραγε; Μήπως γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τῆς διαχειρίσεως Τυχικοῦ κατὰ τὸ ἔτος 2024 καὶ στὰ οἰκονομικὰ τῆς Μητροπόλεως;

Κατὰ τὸ πρῶτο ἔτος (2023) τῆς Ἀρχιερατείας Τυχικοῦ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Μητροπόλεως ὑπερδιπλασιάσθηκαν (ἄνω τοῦ 116%), ἐνῶ τὰ προηγούμενα δύο ἔτη (2021 καὶ 2022 – Ἀρχιερατεία Γεωργίου) ὑπῆρξε μείωση τῆς τάξεως τοῦ 16% καὶ 25%.

Δὲν θὰ πρέπει ὁ “τοποτηρητὴς” τῆς Μητροπόλεως καί Ἀρχιεπίσκοπος Γεώργιος ὑπευθύνως καὶ μὲ συγκεκριμένα στοιχεῖα νὰ ἐξηγήσει στὸν πιστὸ λαὸ τί συμβαίνει μὲ τὸν ὀβολὸ του; Ποῦ ὀφείλεται ἡ μείωση ἐπὶ διαχειρίσεως Γεωργίου καὶ πῶς ἐξηγεῖται ἡ μέσα σὲ μόλις δύο χρόνια ἐκθετικὴ αὔξηση ἐπὶ Τυχικοῦ; Πάντως, στήν Ἑλλάδα, ἐὰν εἶχαν δημοσιευθεῖ τέτοια στοιχεῖα, σίγουρα θὰ εἶχε ἐπιληφθεῖ ὁ οἰκονομικὸς εἰσαγγελέας…

Συνεπῶς, ἕνα εἶναι σίγουρο καὶ ἀδιαμφισβήτητο: Ἡ Μητρόπολη Πάφου στὴ διετία Τυχικοῦ (2023–2025) γνώρισε ἀπίστευτη ἄνθηση καὶ στὸν πνευματικὸ τομέα καὶ στὰ οἰκονομικά.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ζήλεψε ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά του καὶ μεθόδευσαν τὴν ἔκπτωσίν του…


Ἡ ἐξέταση τοῦ ἐκκλήτου ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο.

Καὶ ὅμως μία τέτοια ἀπόφαση προδήλως ἀντικανονική, ἀντικαταστατική, παράνομη, ἄδικη, ἐν πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τοῦ νομικὰ πολιτισμένου κόσμου, ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν «φύλακα τῆς κανονικῆς τάξεως» ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ!

Ἀκόμα πιό θλιβερὰ ἐντυπωσιακό: ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος ἀποδέχθηκε μεν τὸ ἔκκλητον τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ, ἀφοῦ διεπίστωσε καὶ ἐδήλωσε ὅτι πράγματι ὑπῆρξε κακοδικία, ἀλλὰ ἀντιφάσκουσα εἰς ἑαυτήν ἀποδέχθηκε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κακοδίκου δίκης!

Βεβαίως λέει πολὺ… κομψὰ ὅτι «διεπιστώθησαν παραλείψεις κατὰ τὴν ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ ὡς πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου αὐτῆς».

Τόσον ἁπλά: «διεπιστώθησαν παραλείψεις»!

Παναγιώτατε, Σεβασμιώτατοι, 

ἡ περιφρόνηση τῆς Ἀρχιερατικῆς Τιμῆς καὶ Ἀξίας, ἡ καταστρατήγηση ὅλης τῆς δικονομίας τήν ὁποία προβλέπουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες, ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, τὸ κοσμικὸ Δίκαιο, οἱ Διεθνεῖς Συμβάσεις περὶ δικαίας δίκης, ὁ πανανθρώπινος σεβασμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ κατηγορουμένου, θεμελιωμένος στήν Παλαιά Διαθήκη καὶ κατακτημένος ἀπὸ τὸν νομικὸ πολιτισμό, μὲ μίαν λέξιν: τὸ ὅτι ἡ Κυπριακὴ Σύνοδος δὲν ἄφησε τίποτε ὄρθιο, γιὰ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο εἶναι ἁπλές «παραλείψεις», οἱ ὁποῖες ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ μποροῦν νὰ προσπεραστοῦν;

Δυσκολεύομαι νὰ σχολιάσω τὴν ἑπόμενην φράση τῆς ἀπὸ 17.10.25 Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ: «οὐχ ἧττον ὅμως ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπὶ τῆς οὐσίας κρίνοντα, ἐπεκύρωσαν ὁμοφώνως τὴν συνοδικὴν ἀπόφασιν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας Κύπρου».

Διερωτῶμαι καὶ ἐρωτῶ: τί σημαίνει τὸ «ἐπὶ τῆς οὐσίας κρίνοντα»; Ἔκριναν -δηλαδὴ δίκασαν- «ἐπὶ τῆς οὐσίας» τὴν ὑπόθεσιν, καὶ αὐτό θεωρεῖται ἐκκλησιαστικὴ δικαιοσύνη; Πραγματοποιήθηκε ἄραγε ἡ προφητικὴ ἀπαίτηση «ποιεῖτε κρίσιν καὶ δικαιοσύνην καὶ ἐξαιρεῖσθε διηρπασμένον ἐκ χειρὸς ἀδικοῦντος αὐτόν»; Δὲν τολμῶ νὰ ἀπαντήσω…

Ὁ σχολιασμὸς αὐτῆς τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἀπαιτεῖ πολυσέλιδη μελέτη. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἂς προβληματισθοῦμε: πῶς θὰ αἰσθανόμαστε γιὰ τὸ Κράτος Δικαίου τῆς χώρας μας ἐὰν ἀκριβῶς αὐτή  ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία ἀκολουθήθηκε στό Φανάρι στίς 17.10.25 γιά τήν ἐκδίκαση τοῦ ἐκκλήτου, ἐφαρμοζόταν καί στήν ἐκδίκαση τῶν ἐφέσεων καί ἀναιρέσεων στά ποινικά δικαστήρια τῆς χώρας μας; Θὰ ἦταν τοῦτο τιμητικὸ γιά τή χώρα; Θὰ ἀνεχόμαστε νὰ δικασθοῦμε σέ τέτοιες συνθῆκες; Οὔτε κατὰ διάνοιαν! Πῶς ὅμως τὸ ἀνεχόμαστε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ σιωποῦμε μοιρολατρικά; Γιατί, ἄραγε, ἀπαιτοῦμε ἢ μᾶλλον θεωροῦμε φυσικὸ καὶ αὐτονόητο ὅτι ἡ κοσμικὴ δικαιοσύνη πρέπει νὰ εἶναι πιὸ δίκαιη ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική; Δὲν εἶναι αὐτὸ κατάντημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς προσωπικὰ καὶ συλλογικά; Δὲν εἶναι αὐτὸ ἔκπτωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ Σῶμα Χριστοῦ σὲ μεσαιωνικὸ φέουδο ὑπὸ ἀνεξέλεγκτο ἡγεμόνα;

Καὶ δυστυχῶς, τὰ ἐρωτήματα πολλαπλασιάζονται ὅταν συγκρίνουμε τὴν ὑπόθεση Τυχικοῦ μὲ τὶς ἄλλες δύο περιπτώσεις ἐκκλήτου ποὺ εἴδαμε πιὸ πάνω.

Πῶς γίνεται σὲ δύο παρόμοιες ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἐκκλήτου ὑποθέσεις νὰ ἔχουμε ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀποφάσεις τοῦ ἰδίου Ὀργάνου;

Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ καταδικασμένου Π.Μ. τέως Μητροπολίτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτη Πάφου Τυχικοῦ τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἐκκλήτου ἦταν παρόμοιο: ἡ ἄρνηση καὶ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν (Ἑλλάδος καὶ Κύπρου) νὰ προχωρήσουν σὲ κανονικὴ δίκη μὲ βάση τοὺς ἱεροὺς Κανόνες καὶ τὶς ἰσχύουσες κατὰ περίπτωση διατάξεις τῶν Καταστατικῶν τους Χαρτῶν, καὶ τὸ αἴτημα καὶ στὰ δύο ἔκκλητα ἦταν τὸ ἴδιο: «δικάστε με ὅπως προβλέπεται»!

Στὴ μία περίπτωση τοῦ τέως Μητροπολίτη Π.Μ., ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος ἔκανε πλήρως δεκτὸ τὸ αἴτημα τοῦ ἐκκαλοῦντος, δὲν εἰσῆλθε στὴν οὐσία καὶ ἀνέπεμψε τὴν ὑπόθεση πάλι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γιὰ νὰ τὴν εἰσαγάγει σὲ κανονικὴ δίκη, δικαιώνοντας τὸν τέως Μητροπολίτη. Καὶ αὐτὸ ἔγινε τρεῖς φορές· καὶ στὰ τρία ἔκκλητα ποὺ κατέθεσε ὁ τέως Μητροπολίτης δικαιώθηκε ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο!

Ἀντίθετα, στὴν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτη Τυχικοῦ ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος διαπίστωσε ὅτι δὲν ἔγινε κανονικὴ δίκη ἀλλὰ δὲν ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά του, οὔτε ἀνέπεμψε τὴν ὑπόθεση πίσω στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου γιὰ νὰ προχωρήσει σὲ κανονικὴ καὶ δίκαιη δίκη, ἀλλὰ -ὡς μὴ ὄφειλε, διότι δὲν εἶχε τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα (π.χ. μάρτυρες κατηγορίας καὶ ὑπερασπίσεως)- ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπικύρωσε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση καταδικάζοντας τὸν Μητροπολίτη!

Πῶς γιὰ τὴν ἴδια ὑπόθεση τὸ ἴδιο δικαστικὸ Ὄργανο ἐκδίδει ἐντελῶς ἀντίθετη ἀπόφαση; Ποῦ ὀφείλεται;

Μήπως στὰ πρόσωπα τῶν ἐκκαλούντων; Δὲν θέλω νὰ τὸ πιστέψω! Γιατί ὁ δικαιωθεὶς ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο τέως Μητροπολίτης εἶχε καταδικαστεῖ σὲ 6ετὴ φυλάκιση γιὰ κακούργημα, εἶχε καταθέσεις ἄνω τοῦ 1.500.000 € σὲ offshore καὶ κυκλοφοροῦσαν κασέτες μὲ αἰσχρὲς συνομιλίες του, ἐνῶ ὁ καταδικασθεὶς ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μητροπολίτης Πάφου Τυχικός εἶναι πάμπτωχος καὶ, δόξα τῷ Θεῷ, ἀνεπίληπτος στὴ διαχείριση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρήματος καὶ ἰδιαίτερα αὐστηρὸς στὴν προσωπική του ζωή.

Μήπως οἱ Πατριαρχικὲς ἀποφάσεις ἐξαρτῶνται ὄχι ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν προσφευγόντων διὰ τοῦ ἐκκλήτου ἀλλὰ ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν Προέδρων τῶν τοπικῶν Συνόδων τῶν ἀντιστοίχων Ἐκκλησιῶν; Δὲν μπορῶ νὰ τὸ γνωρίζω.

Ὀφείλω ὅμως νὰ σημειώσω ὅτι α) στὴν περίπτωση τοῦ δικαιωθέντος ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο τέως Μητροπολίτη, τὸ Πατριαρχεῖο ἀκύρωσε τὴ Συνοδικὴ ἀπόφαση ποὺ ἐκδόθηκε ἀρχικά ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χριστοδούλου, δημιουργώντας σοβαρὸ πρόβλημα στὸν ἀείμνηστο Χριστόδουλο καὶ γενικότερα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος… 

β) Ἡ καταδικαστικὴ γιὰ τὸν Μητροπολίτη Τυχικὸ ἀπόφαση μήπως ὀφείλεται σὲ ὅσα κυκλοφόρησαν πολὺ ἔντονα στὴν Κύπρο; Εἰπώθηκε δημοσίως καί ἐπωνύμως⁵ σὲ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς ὅτι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὸ ἄδικο τῆς ἀποφάσεως ἐναντίον τοῦ Τυχικοῦ, ἐν τούτοις ἡ ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐπικύρωση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου καὶ τῆς ἔκπτωσης τοῦ Μητροπολίτη Τυχικοῦ, γιὰ δύο λόγους:

i) διότι τὸ Πατριαρχεῖο ἔχει ἀνάγκη τὴν ὑποστήριξη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου στὸ Οὐκρανικὸ Αὐτοκέφαλο, ἀφοῦ μόνο τρεῖς ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες τὸ ἀναγνωρίζουν. Μάλιστα εἶχε κυκλοφορήσει καὶ ἀπὸ ἀρχιερατικὰ χείλη, καὶ εἶχε δημοσιευθεῖ στὸ διαδίκτυο, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γεώργιος εἶχε διαμηνύσει ὅτι ἂν τὸ Πατριαρχεῖο δὲν τὸν δικαιώσει, αὐτὸς θὰ πάψει νὰ μνημονεύει τὸν «Μητροπολίτη» Κιέβου Ἐπιφάνιο τῆς αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας!

ii) τὸ Πατριαρχεῖο δὲν μπορεῖ παρά νὰ δικαιώσει τόν Γεώργιο καί τὴν Κυπριακή Σύνοδο, διότι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου τὸ χρηματοδοτεῖ γενναῖα!

Καὶ οἱ δύο αὐτοὶ λόγοι εἶχαν ὑποστηριχθεῖ καὶ ἀπὸ τηλεοράσεως, ἀπὸ θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ποὺ γνωρίζει πολὺ καλά τὰ ἐκκλησιαστικὰ παρασκήνια. Ἀσφαλῶς ἐγὼ δὲν υἱοθετῶ τέτοιες προσεγγίσεις, οὔτε (θέλω νὰ) γνωρίζω οὔτε μπορῶ νὰ σχολιάσω… Πάντως τέτοιες φῆμες εἶναι ἂκρως προσβλητικὲς καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καὶ γιὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ γιὰ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία! Ἂν τώρα ὑπάρχει καὶ κάποια δόσις ἀληθείας, τότε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήσει!

Ἀναφορικὰ μὲ τὴ σύγκριση τῆς Πατριαρχικῆς Ἀποφάσεως γιὰ δικαίωση τῶν ἐκκλήτων ἀναφορῶν τῶν Οὐκρανῶν καὶ ἀντίστροφα τῆς καταδίκης τοῦ Τυχικοῦ, ὅλοι ἀντιλαμβάνονται ὅτι τὰ μέτρα δὲν συγκρίνονται. Φυσικὰ καὶ δὲν ἀποροῦμε γιατί δικαιώθηκαν οἱ καθηρημένοι, ἀφορισμένοι, ἀχειροτόνητοι καὶ σχισματικοὶ Οὐκρανοί! Πάνω σὲ αὐτὴ τὴ “δικαίωση” θεμελιώθηκε τὸ -σαθρὸ- οἰκοδόμημα τοῦ Οὐκρανικοῦ Αὐτοκεφάλου γιὰ τὴν ὑλοποίηση τῶν γνωστῶν γεωπολιτικῶν σχεδιασμῶν.

Ἀντίθετα, ὁ νέος στὴν ἡλικία καὶ στὴν Ἀρχιερωσύνη Μητροπολίτης Τυχικός μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του, τὴν παράξενη -γιὰ ὁρισμένους- ἐμμονή του στὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση καὶ τὴν καθαρότητα καὶ διαφάνεια τῆς βιωτῆς του, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ γίνει ἀντικείμενο ἐκβιασμοῦ, ἂν δικαιωθεῖ εἶναι ἐν δυνάμει πολὺ ἐπικίνδυνος γιὰ πνευματικοὺς–ἐκκλησιαστικοὺς λόγους, ποὺ ὅμως ἔχουν ἄμεσο ἀντίκτυπο καὶ στὴν γεωπολιτική!  Ὁ νοῶν νοείτω!

Ἔτσι, στὶς 17 Ὀκτωβρίου 2025 ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐπικύρωσε τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κύπρου καὶ μαζί μέ αὐτὴ ἐπικύρωσε τὴν κακοδικία καὶ ὅλο τὸ ἦθος καὶ τὸ ὕφος ποὺ τόσο ἔντονα καὶ προκλητικὰ ἐμφάνισε ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἡγεσία τῆς Κύπρου.

Παράλληλα, ἡ Πατριαρχικὴ Ἀπόφαση καταδίκασε τὸν Μητροπολίτη Πάφου Τυχικὸ καὶ μαζί μ’ αὐτόν κατεδίκασε τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, τὴν κανονικὴ παράδοση καὶ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.

Πρωτίστως καὶ κυρίως καταδίκασε καὶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ ὑποστεῖ τὴν ὀρφάνια ἀπὸ τὸν φυσικὸ πνευματικὸ του Πατέρα καὶ νὰ ἀποδεχθεῖ σὲ λίγο καιρὸ ὡς πατριὸ ἕνα «μοιχεπιβάτη», τάχα, «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ»! Γιά νὰ ἐπικαλεστῶ τὸν Ἰ. Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ὅταν ἐκθρονίστηκε ἀπὸ τὴ μανία ἑνὸς ἄλλου «θηρίου», τοῦ Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, ἔγραψε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Κυριακὸ ἀναφερόμενος στὸν διάδοχό του Ἀρσάκιο: «Ἤκουσα γὰρ κἀγὼ περὶ τοῦ λήρου (φλύαρου) ἐκείνου τοῦ Ἀρσακίου,… ὅτι ἔθλιψε τοὺς ἀδελφοὺς ὅλους μὴ θέλοντας αὐτῷ κοινωνῆσαι· πολλοὶ δὲ αὐτῶν δι’ ἐμέ καὶ ἐν τῇ φυλακῇ ἀπέθανον [Μακαριώτατε Κύπρου, βλέπετε καί κάποιοι ἂλλοι παλαιότερα εἶχαν ἀρνηθεῖ τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, εἶχαν ἀποτειχίσει (!) τόν «λῆρο ἐκεῖνον Ἀρσάκιον», πού τούς ἐπέβαλαν γιά ἐπίσκοπο, ὡς διάδοχο τοῦ ἀδίκως ἐκθρονισθέντος Χρυσοστόμου⁶!] Ὁ γὰρ προβατόσχημος ἐκεῖνος λύκος, ὁ σχῆμα μὲν ἔχων ἐπισκόπου, μοιχὸς δὲ ὑπάρχων· ὡς γὰρ ἡ γυνὴ μοιχαλίς χρηματίζει, ἧ ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς ἑτέρῳ συναφθεῖσα, οὕτω καὶ οὗτος μοιχός ἐστιν, οὐ σαρκὸς ἀλλὰ πνεύματος· ζῶντος γὰρ ἐμοῦ ἥρπασε μοι τὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας» (Ἰ. Χρυσόστομος, ἐπιστολή ρκε΄, «Πρός Κυριακόν ἐπίσκοπον ἐν ἐξορία ὂντα καί αὐτόν», ΕΠΕ 36, 240-242).  Καὶ σέ  ἄλλη ἐπιστολή γράφει : «Ὅταν ἀκούσεις τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ μὲν κατέδυ (βυθίστηκε), ἡ δὲ σαλεύεται, ἑτέρα χαλεποῖς περιαντλεῖται κύμασιν (ταράσσεται ἀπό φοβερά κύματα), ἡ μὲν λύκον ἀντὶ ποιμένος λαβοῦσα, ἡ δὲ πειρατὴν ἀντὶ κυβερνήτου, ἡ δὲ δήμιον ἀντὶ ἰατροῦ, ἄλγει» (Ἰ. Χρυσοστόμου, «πρός Ὀλυμπιάδαν», ἐπιστολή η΄, ΕΠΕ 37, 386). 

Δυστυχῶς, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται στὶς μέρες μας στὴν Κύπρο. Καὶ ἡ Πάφος καλεῖται νὰ ζήσει τὴν μετὰ–Τυχικὸ ἐποχή, ὅπως ἡ Κωνσταντινούπολη τὴ μετὰ–Χρυσόστομον περίοδο μὲ «λύκον ἀντὶ ποιμένος, πειρατὴν ἀντὶ κυβερνήτου, δήμιον ἀντὶ ἰατροῦ». Στὴν Πάφο, μετὰ τὴν ἄδικη ἐκθρόνιση τοῦ Τυχικοῦ, θὰ ἐγκατασταθεῖ, κατὰ τὸν Ἰ. Χρυσόστομο: «προβατόσχημος λύκος, ὁ σχῆμα μὲν ἔχων ἐπισκόπου, μοιχὸς δὲ ὑπάρχων… μοιχὸς ἐστίν, οὐ σαρκὸς ἀλλὰ πνεύματος· ζῶντος γὰρ τοῦ κανονικοῦ ἐπισκόπου Τυχικού ἥρπασε τὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας»!

Τέλος, ἡ Πατριαρχικὴ ἀπόφαση τῆς 17.10.2025 ἀποτελεῖ τὸ πλέον καίριο πλήγμα κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐκκλήτου ἀναφορᾶς στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο! Ἀλήθεια, ποῖος κληρικὸς θὰ τολμήσει πάλι νὰ ἀναζητήσει τὸ δίκαιό του ἔχοντας κατὰ νοῦν τὴν «ὑπόθεση Τυχικού»; Ἐκτὸς ἐὰν ὁμοιάζει ὡς πρὸς τὸ ἦθος καὶ τὶς δυνατότητες πρὸς τὸν συγχωρεμένο Π.Μ., τὸν τέως Μητροπολίτη, ἢ τοὺς καθηρημένους, ἀφορισμένους καὶ ἀχειροτόνητους Οὐκρανούς! Τότε, σίγουρα θὰ δικαιωθεῖ!

Ποῖος ἀμφιβάλλει ὅτι ὅταν στὸ ἑξῆς κάποιοι ἐνώπιον τῆς Πανορθοδόξου Κοινωνίας τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐπικαλοῦνται σθεναρά καὶ θὰ ὑποστηρίζουν λόγῳ καὶ γραφίδι τὸ «κανονικὸ δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου», πολλοὶ πιστοὶ θὰ μειδιοῦν ἢ θὰ γελοῦν, διότι θὰ τὸ ἐκλαμβάνουν ὡς ἀνέκδοτο; Ἀς ἀναλογιστοῦμε, τότε, ποῖος θὰ ἔχει τὴν εὐθύνη ἔναντι τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἱστορίας.

Μέ πολλή θλίψη καί ὀδύνη γιά τόν θεσμό ὁ ὁποῖος ἀπό ἐγγύηση δικαιοσύνης κατάντησε ἐπιβράβευση ἀδικίας…

Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Πρεσβύτερος

Υποσημειώσεις:
1)
Ἀναλυτικά βλ. π. Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί ὁ ἐπίσκοπός της στά Πρακτικά καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οικουμενικῶν Συνόδων, 22025, σ. 303-324.

2) Παν. Λαζαράτου, «Τό “ἒκκλητον”  ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας», Νομοκανονικά 2(2018), σ. 22.

3) Ἀναλυτικά βλ. Ἰω. Καστανάς, Τό ἒκκλητον ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἐκδ. Hippasus 2022, σ. 64-70.

4) Σύμφωνα μέ δημοσιογραφικές πληροφορίες, διότι δέν ἒχει δημοσιευθεῖ ἡ ἀπόφαση, οἱ δέκα Ἀρχιερεῖς πού ψήφισαν τήν ἒκπτωση τοῦ Μητροπολίτη Πάφου Τυχικοῦ εἶναι: Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, Κιτίου Νεκτάριος, Κυρηνείας Χρυσόστομος, Κωνσταντίας–Ἀμμοχώστου Βασίλειος, Κύκκου καί Τηλλυρίας Νικηφόρος, Ταμασοῦ καί  Ὀρεινῆς Ἠσαΐας,  Τριμυθοῦντος καί Λευκάρων Βαρνάβας, Καρπασίας Χριστόφορος, Μεσαορίας Γρηγόριος, ἐνῶ οἱ ἕξι μειοψηφίσαντες εἶναι: Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, Μόρφου Νεόφυτος, Ἀρσινόης Παγκράτιος, Ἀμαθοῦντος Νικόλαος, Λήδρας Ἐπιφάνιος, Νεαπόλεως Πορφύριος.
5) Γ. Αναστασίου-ΕΟΔ, «Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, τα ευρώ και το Φανάρι»
6) Ὁ Ἰω. Χρυσόστομος ἐπαινεῖ τοὺς πιστοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως οἱ ὁποῖοι ὑπέφεραν τά πάνδεινα ἐπειδή ἀρνήθηκαν τὴν κοινωνία μὲ τὸν διάδοχό του,  ἡ δὲ Ἐκκλησία τοὺς ἔχει κατατάξει στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων (π.χ. τὴ Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα), (βλ. Ἀν. Γκοτσόπουλος, «Ὁ Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος καὶ τὸ “σχίσμα” τῶν Ἰωαννιτῶν», 27.1.2023)