Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2026

 

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Σχετική εικόνα
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
      Η ρωσική Ορθοδοξία έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο νέφος αγίων, το οποίο κοσμεί το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα ανάδειξη αγίων έχουμε στα νεώτερα χρόνια, όταν η Ρωσική Εκκλησία είχε εισέλθει στις γνωστές ιστορικές της περιπέτειες. Ένα από τους σύγχρονους επιφανείς Ρώσους αγίους είναι και ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, της ορθοδόξου ρωσικής διασποράς.
      Γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ στη Νότια Ρωσία. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα και ήταν απόγονοι της ονομαστής αριστοκρατικής και ευσεβούς οικογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας, ο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, υπήρξε ονομαστός Ιεράρχης, Επίσκοπος Τομπόλσκ, ο οποίος έγινε άγιος (εορτάζει στις 10 Ιουνίου) και το τίμιο λείψανό του, παραμένει άφθορο στην πόλη  Τομπόλσκ.
        Οι ευσεβείς γονείς του τον  μεγάλωσαν με την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια στην Ορθοδοξία. Αλλά και ο ίδιος έδειχνε από μικρός μια ασυνήθιστη αγάπη για το Θεό και ισχυρή ροπή να ζει την εκκλησιαστική ζωή. Αν και φιλάσθενος, έτρωγε λίγο και τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Του άρεσε να συχνάζει στην Εκκλησία και όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του τα έντυνε μοναχούς. Προσευχόταν με κατάνυξη πολλές ώρες, στεκούμενος όρθιος. Του άρεσε να συλλέγει εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και να διαβάζει βίους αγίων. Φρόντιζε δε να τους διηγείται στα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και εφάρμοζε με ακρίβεια τις εκκλησιαστικές και εθνικές παραδόσεις. Η παιδαγωγός του Γαλλίδα, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη βίωση της Ορθοδοξίας του μαθητή της, του Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί και να βαπτιστεί ορθόδοξη!   
      Στα 1907, σε ηλικία έντεκα ετών, οι γονείς του έστειλαν τον Μιχαήλ να σπουδάσει στην Στρατιωτική Σχολή της πόλης Πολτάβα. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε μαζί του τον σεβάσμιο Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ο οποίος ενθουσίασε τον Μιχαήλ και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ψυχή του. Του ενέπνευσε ισχυρή πίστη στο Θεό. Σε κάποια στρατιωτική παρέλαση, ενώ περνούσε μπροστά από τον Καθεδρικό ναό της πόλεως, ο νεαρός Μιχαήλ έκαμε το σταυρό του, κάτι που απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο την ώρα της παρέλασης. Οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν και οι καθηγητές αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν. Όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που ήταν έφορος της σχολής πρότεινε να μην τιμωρηθεί, διότι διέγνωσε σ’ αυτόν βαθειά θρησκευτική πίστη.
      Στα 1914 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, εξεδήλωσε την επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Οι γονείς του αντέδρασαν και έτσι αναγκάστηκε να σπουδάσει νομικά και έτσι γράφηκε στη Νομική Σχολή.
       Το 1917 ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η χώρα κατελήφθη από τους αθέους μαρξιστές. Στα 1921 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε πολλούς Ρώσους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Μαζί με αυτούς, έφυγε και η οικογένεια του Μιχαήλ και εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλ γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ενώ παράλληλα πωλούσε εφημερίδες για να ζήσει.
      Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει κληρικός και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι το 1924 χειροθετήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αντώνιο της Ρωσικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, το 1926, χειροτονήθηκε διάκονος και εκάρη μοναχός, με το όνομα Ιωάννης, στην Ιερά Μονή Μίλκοβ και εν συνεχεία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
      Το 1934 διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή  στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Επίσκοπος Σαγκάης. Στην αρχή αρνήθηκε, λόγω κάποιου προβλήματος στην ομιλία του. Όμως τελικά πείστηκε, διότι αυτό το θεώρησε κλήση από το Θεό, να εργαστεί για τον ευαγγελισμό της αχανούς ειδωλολατρικής χώρας της Κίνας.  Στις 21 Νοεμβρίου του 1934 έφτασε στην Σαγκάη, βρίσκοντας έναν ημιτελή ναό και ένα μικρό ποίμνιο διχασμένο από εθνικές έριδες. Ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατόρθωσε να μονιάσει τους πιστούς, αποτέλειωσε το ναό και  ίδρυσε ορφανοτροφείο, στο όνομα του Αγίου Τύχωνα του Ζαντίσκο, για τα ορφανά της περιοχής τα οποία δυστυχούσαν και πέθαιναν από εγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα από 3.500!  Λειτουργούσε, κήρυττε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος ανθρώπων.
     Όμως ξέσπασε η κομμουνιστική επανάσταση και άρχισε ένας απηνής διωγμός κατά της θρησκείας. Ο άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει, παίρνοντας μαζί του και τα ορφανά στις Φιλιππίνες και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία. Το 1951 βρίσκεται εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. Οι εκεί Ρώσοι Επίσκοποι τον έστειλαν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Ο Ιωάννης δέχτηκε. Εκεί σημείωσε ένα αξιόλογο ποιμαντικό έργο, κάνοντας γνωστή την Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες και να συγγράψει τους βίους των Αγίων, πριν την απόσχιση του παπισμού από την Εκκλησία. Για πρώτη φορά γνώρισαν οι ευρωπαίοι τους αγίους της Ορθόδοξης Ανατολής και την ορθόδοξη πνευματικότητα.
     Το 1962 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και εξελέγη Επίσκοπος του Σαν Φρανσίσκο, της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. Εκεί επιτέλεσε ένα αξιοθαύμαστο ποιμαντικό έργο και έγιναν γνωστές οι αρετές του και η αγιότητά του. Στις 2 Ιουλίου 1966, συνόδευσε στο Σιάτλ των Η.Π.Α. τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έμεινε στο Ιερό Βήμα προσευχόμενος για τρεις ώρες. Κατόπιν αποσύρθηκε στο δωμάτιό του να αναπαυθεί. Κάθισε σε μια πολυθρόνα. Εκεί τον άφησε ήρεμα την τελευταία του πνοή. Η αγιασμένη ψυχή του πέταξε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, που τόσο αγάπησε και πόθησε στην επίγεια ζωή του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ο άγιος είχε προγνώσει το θάνατό του. Λίγες μέρες πριν είχε στείλει επιστολή στις μοναχές της Λέσνα στη Γαλλία, στέλνοντας τις στερνές ευλογίες του. Το ιερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Έγινε ολονυκτία, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Κατόπιν έγινε λιτανεία του Λειψάνου, το οποίο το σήκωσαν τα ορφανά που είχε φέρει από τη Σαγκάη. Ετάφη στο παρεκκλήσιο του υπογείου του Ναού, κάτω από το Ιερό Βήμα, στις 7 Ιουλίου το απόγευμα.
     Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής, υπό τον Αρχιεπίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο Αντώνιο, έκαμαν την εκταφή και βρήκαν το ιερό λείψανό του σε θαυμαστή αφθαρσία! Στις 2 Ιουλίου του 1994 έγινε η αγιοκατάταξή του και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του στης 2 Ιουλίου.
    Ο άγιος Ιωάννης, επειδή ταξίδευε συχνά με αεροπλάνα, ανακηρύχτηκε προστάτης όσων ταξιδεύουν αεροπορικώς.


 

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (2 Ιουλίου)

῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς

(2  ̉ Ιουλίου)                        

̒Ο ῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς γεννήθηκε στὶς 4 ̉Ιουνίου τοῦ 1896 στὸ χωριὸ  ̉Αντάμοβκα τῆς Νότιας Ρω­σίας. Τὸ βα­πτιστικὸ του ὄνο­μα ἦταν Μιχαήλ. Οἱ γονεῖς του, Μπόρις καὶ Γλαφύ­ρα, τὸν μεγάλωσαν μὲ τὴν πί­στη στὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐλάβεια στὴν  ̉Ορθοδοξία. ̉Αλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔ­δειχνε ἀπὸ μικρὸς μία ἀσυνήθιστη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἰσχυρὴ ροπὴ νὰ ζεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. ̉Αν καὶ φιλά­σθενος, ἔτρωγε λίγο καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς νηστεί­ες τῆς ̉Εκκλησίας.

 Στὰ 1907 οἱ γονεῖς του τὸν ἔστειλαν νὰ σπουδάσει στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῆς πόλης Πολτάβα.  ̉Εκεῖ γνώρισε τὸν ̉Επίσκοπο Πολτά­βας Θεοφάνη, ὁ ὁ­ποῖος ἐνθουσίασε τὸν Μιχα­ήλ. Μετὰ τὴν ἀποφοί­τησή του ἀπὸ τὴ σχολὴ σπούδασε νομικά. Τὸ 1921 ἡ οἰκογένειά του ἐ­γκαταστάθηκε στὴ Γιουγκοσλαβία κι ἐκεὶ γράφηκε στὴ Θε­ολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου.

 Τὸ 1926 χειροτονήθηκε διάκο­νος καὶ πρεσβύτερος καὶ τὸ 1934 ἐκλέχτηκε  ̉Επίσκο­πος Σαγκά­ης ὅπου ρίχτηκε μὲ πάθος στὸν ἀγώνα νὰ ὀρ­γανώσει τὴν  ̉Ορθόδοξη  ̉Εκκλησία. ῞Ιδρυσε ὀρφανοτροφεῖ­ο ὅπου περιμά­ζεψε περὶ τὰ 3.500 παιδιά. Λειτουργοῦσε, κή­ρυττε καὶ μετέστρε­φε στὴν  ̉Ορ­θοδοξία πλῆθος ἀνθρώ­πων.  ̉Αργότερα μετετέθει στὴν  ̉Επι­σκοπὴ τοῦ Παρισιοῦ. Τέλος ἐξελέγει μητρο­πολίτης τοῦ Σὰν Φραντσίσκο τῶν ΗΠΑ, ὅπου ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση.

 Τὸ 1962 ἁγιασμένη ψυχὴ του πέταξε στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴν ἐπίγεια ζωὴ του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1993 ἔγινε ἡ ἐκταφὴ του καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιον  ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) κα τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὸν  ̉Αρχιποίμενα ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς˙* ῥῦσαι τοὺς προ­στρέχο­ντας,*  ̉Ιωάννη Θεόφρων,* πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λι­ταῖς σου, Θαυ­μαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην* καὶ φύλα­κα ἔχο­μεν. 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ἀπολυτίκιον.  Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόε­δρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγι­ον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πι­στοὶ* τὸν νέ­ον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχο­ντα ἰά­σεις πα­ντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζου­σι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσα­ντι.* Δό­ξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ  σοῦ˙* σοὺς  γὰρ  δούλους σώζεις αε* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρὸς σε  ̉Αρχι­θύτα καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος πα­ράσχου,  ̉Ι­ωάννη,* ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ καὶ τάλανι.  

Βοήθει θεράποντας ἰατροὺς* ποιεῖν διαγνώσεις εὐ­στόχους καὶ ἀκριβεῖς* εἰς δὲ τοὺς νοσοῦντας χορη­γῆσαι* ἰατρικὴν ἀγωγὴν τὴν κατάλληλον.

Νεότητα δέομαι ταπεινῶς* προστάτευσον, μά­καρ *  ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ἐξ ἐθισμῶν ποικί­λων τε καὶ νόσων* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου ταύ­την διάσω­σον.

Θεοτοκίον.

Τὰ γόνατα κλίνω ἱκετικῶς* καὶ χείρας μου αἴ­ρω, Θε­οτόκε, δεητικῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦ­μαι,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος...

Τὴν νεότητα, πάτερ,* σὺ πατρικῶς φρούρησον* καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου* ταύτην ὁδήγησον,* ἵνα προθύμως τηρῇ* τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου* καὶ Αὐ­τοῦ τὸ πρόσωπον ἰδεῖν ἀξίωσον.

Τὴν ῾Αγίαν Τριάδαν,* θαυματουργὲ ῞Αγιε,* καὶ τὴν Θε­οτόκον Μαρίαν* σὺ καθικέτευε,* ἵνα πά­ντες ταχὺ* ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῶμεν* καὶ ἐκ τῆς κο­λάσεως,* ὦ θαυματόβρυτε. 

Παραδείσου πολίτης,* θαυματουργέ, γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμι­λος* διὸ σε, θαυμαστέ,* καθικετεύομεν πάντες* ἡ­μᾶς τοὺς προ­σπίπτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων. 

Θεοτοκίον.

̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.  

̉Ε πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ

Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς*  καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον·* ἐ­λέους πηγὴ καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτενῶς βοῶ­μεν σοί,* ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς, πρόφθασον˙* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς* ταῖς πρὸς σε πίστει καταφεύγοντας.

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε…

Τοὺς ποιμένας προστάτευσον,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ ὑγείαν αὐτοῖς δώρησον* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Κύριον.

Τὰ λοιμώδη νοσήματα* καὶ τοὺς ὄγκους θεραπεύ­ει ὁ ῞Υψιστος*  ταῖς πρεσβείαις σου,  ̉Ιωάννη,* τῶν πι­στῶν ἰατρὸς ὁ ἀνάργυρος.

̉Ορθοδόξους προστάτευσον* καὶ ἐκ χειρῶν λαοπλά­νου διάσωσον,* ̉Ιωάννη Θεοδόξαστε,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Πανάχραντε,* ὃν ἐκυοφόρησας καταπρά­ϋνον* καὶ εὐμένισον σοῦ δεόμεθα,* ἵνα φύγω­μεν τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Παῦσον τὰς ὁρμὰς* τῶν παθῶν μου, Θεοδόξα­στε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι, Πανάριστε.

Δέομαι θερμῶς,* ̉Ιωάννη ἱερώτατε,* σὺ τὴν μανί­αν  τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς  τὸν Κύ­ριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.

Τέκνα, θαυμαστέ,* τοῖς ποθοῦσι δίδου τάχυον* καὶ ἀξίωσον, ̉Ιωάννη σεμνέ,* αὐξηθῆναι* τοῖς Χρι­στοῦ θείοις διδάγμασι.

Θεοτοκίον.

Δέσποινα, θερμῶς* ἱκετεύω σὲ ὁ ἄθλιος*  ὁμόνοι­αν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἶκοις πάντων ἡ­μῶν* πα­ράσχου, Θεόνυμφε.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Προστάτην σε τῶν πιστῶν ἐπίσταμαι* καὶ φρου­ρόν,  ̉Αρχιθύτα  ̉Ιωάννη,* τοὺς πειρασμοὺς διαλύ­εις τα­χέως* σὺ καὶ τὰ ἄλγη διώκεις, πανάριστε,* σοῦ δέο­μαι ἐκ τοῦ πυρὸς* τοῦ ἀσβέστου λιταῖς σου διάσω­σον.

Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ῥῦσαι με* καὶ μετάνοι­αν πα­ράσχου λιταῖς σου,* ἵνα σωθῶ ὁ ἀχρεῖος ἱκέ­της* καὶ παραδείσου τὴν πύλην σοῦ δέομαι* ἀξίωσον, θαυμα­τουργέ,* διαβεῖναι ὁ τάλας καὶ ἄθλιος.

Προστάτην τῶν ὀρφανῶν καλοῦμεν σε* καὶ χη­ρῶν ἀπροσμάχητον τεῖχος* τῶν δὲ ποθούντων ὑγείαν καὶ ῥώμην* ἰατρὸν ἀλάνθαστον καὶ ἀνάργυ­ρον,*  ̉Ιω­άννη θαυματουργέ,* ̉ Ορθοδόξων φρου­ρὸς ὁ ἀκοίμη­τος. 

Θεοτοκίον.

̉Ορθὀδοξοι σὲ προστάτιν ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀ­κοίμητον, Θεοτόκε,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ στίφη δι­ώκεις* σὺ καὶ ἰώσεις ἰᾶ, Θεοδόξαστε,* διὸ τῶν πι­στῶν οἱ χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σὲ, ῎Αχραντε. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉ Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ

Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία τῶν χριστιανῶν.

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος˙* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉ Ιωάννη, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθοδό­ξων καταφύγιον.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Ο Χορός: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ. (δίς)

Στίχ.: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Εἰρήνη πᾶσι.

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

̉῾Ο ῾Ιερεύς: Εκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνά­γνωσμα. Πρόσχωμεν (Κεφ. ιʹ 9–16).

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος˙ ἐγὼ εἰμι ἡ θύρα˙ δι᾽ ἐμοῦ ἐὰν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξε­λεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχε­ται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ˙ ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός˙ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων˙ ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεω­ρεῖ τὸν λύκον ἐρ­χόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύ­κος ἀρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.῾Ο δὲ μι­σθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐ­στιν καὶ οὐ μέλει αὐ­τῷ περὶ τῶν προβάτων. ̉Εγὼ εἰ­μι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γι­νώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώ­σκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν˙ κα­θὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέ­ρα˙ καὶ τὴν ψυχήν μου τί­θημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύ­της˙ κἀκεῖνα δεῖ με ἀ­γαγεῖν καὶ  τῆς φωνῆς  μου  ἀ­κού­σουσιν  καὶ γενή­σονται  μία ποίμνη, εἷς  ποιμήν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Κα νῦν κα ἀε

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με  ὁ  Θεός, κατὰ τὸ  μέγα  ἔλεός  σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀ­νόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι…

Μή ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστά­τα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλίψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐ­δὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, ̉Ιωάννη* Μαξίμοβιτς, προ­στάτα καὶ φρου­ρὲ* τῶν δεομένων σοι, ἔνδοξε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρω­σον.  

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον. (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός: ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων* θερμῶς πάντες δεόμε­θα, Θεοδόξαστε,* ἱκέτευε εἰρήνην* παράσχει καὶ ὑ­γεί­αν* τοῖς ἐν πίστει κραυγάζουσι˙* ῾Ο τῶν Πατέ­ρων ἡ­μῶν* Θεὸς, εὐλογητός εἷ. 

Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καὶ Σωτήρα ἀνθρώπων σὺ καθικέτευε,* παμμάκαρ  ̉Ιωάννη,* μετάνοι­αν πα­ράσχει* τούς ἐν πόθῳ κραυγάζοντας˙* ὦ  ̉Αρχι­θύ­τα Χριστοῦ* σέ ῎Αγγελοι ὑμνοῦσιν.

῾Υγιείαν παρέχει* ὁ Σωτήρας καὶ Κτίστης λι­ταῖς σου, ἔνδοξε,* Θεόφρων ̉Ιωάννη,* τοὺς πίστει προσκυ­νοῦντας* τὴν  εἰκόνα  σου  ᾄδοντας˙* Σὺ  τῶν  πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν  ̉Αγγέλων.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχημα καὶ προ­πύργιον* μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις* εἰς χείρας τῶν δαι­μόνων,* ἵνα πόθω κραυγάζω σοι˙* Χαῖρε, ὦ Μῆτερ Θεοῦ,* πιστῶν χαρὰ καὶ κλέος.

ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...

Τὸν Βασιλέα* σὺ καθικέτευε πάντες* σοῦ δεόμε­θα, μάκαρ ̉Ιωάννη,* ὅπως καταπαύσῃ* τὴν τοῦ πυ­ρὸς μανίαν.

Τὴν ἀνεργία* ταῖς σαῖς λιταῖς,  ̉Αρχιθύτα,* ὁ Δε­σπότης τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς πα­ρέ­χει* ταχέως ἐργασίαν. 

Τὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν καὶ τῆς πλάνης* διαφύ­λαττε πάντες αἰτοῦμεν* καὶ ὁδήγησέ την* εἰς  τὰς αὐλὰς τοῦ Κτίστου.

Θεοτοκίον.

Σέ, Θεοτόκε,* καθικετεύομεν πάντες* ̉Ορθοδό­ξους φύλαττε λιταῖς σου* ἐξ ἰῶν ποικίλων*  καὶ πάσης ἄλλης νόσου.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

Λιταῖς σου ἐξαιτοῦμεν* πάντες, ̉Αρχιθύτα,* ὦ  ̉Ιω­άννη Μαξίμοβιτς ἔνδοξε,* ὅπως ῥυσθῶ­μεν ἱκέται* ἐκ πάσης θλίψεως.

̉Εργάτας τοῦ Κυρίου* μὴ ἐγκαταλείπεις* ἀλλὰ πα­ράσχου ὑγείαν καὶ σύνεσιν,* ἵνα Χριστόν,  ̉Αρχιθύτα,* πάντες δοξάζωμεν.

Τὸ πῦρ τὸ κατακαίον* δάση καὶ οἰκίας,* σὺ  ̉Αρχι­θύ­τα, λιταῖς σου κατάσβεσον* καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπά­ντων* τάχος εὐμένισον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε Παρθένε,* φύλαττε ἐκ πλάνης καὶ ἐκ παντοίων κινδύνων ἱκέτας Σου* καὶ τὸν Υἱ­ὸν Σου δυσώπει,* θερμῶς δεόμεθα.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέ­ραν τῶν Χερου­βεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λόγον τεκοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Τοὺς πόθῳ  προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκαταλεί­πεις εἰς τὰς χείρας τοῦ πτερνιστοῦ,* ἀλλὰ σὺ πα­ράσχου ἀκλόνητον  ὑγείαν, ἀγάπην,  ̉Ιωάννη,*    ὡς καὶ μετάνοιαν.

῾Ρωσίας ἐδείχθης ἄστρον λαμπρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀ­νάγκαις* ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός,* τῶν δὲ ἀσθε­νοῦντων* ἀνάργυρος θεράπων,* ̉Ιωάννη μά­καρ,* καὶ κατάφύγιον. 

Μὴ ἐγκαταλείπεις πάντας ἡμᾶς*  ̉Ιωάννη δόξα  ̉Ο­ρθοδόξων Χριστιανῶν* ἀλλὰ σὺ λιταῖς σου* πα­ράσχου σοῦ ἱκέτας* χριστιανὰ τὰ τέλη καὶ ἀνεπαί­σχυντα.

Χαίροις, τῆς ῾Ρωσίας γόνος λαμπρὸς* καὶ τῶν  ̉Ορ­θοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καὶ ἐν στενοχωρίᾳ* ἀκοίμητος προ­στάτης καὶ καταφύγιον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ..., Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν...

Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον  Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόε­δρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν κα­ταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πι­στοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχο­ντα ἰά­σεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζου­σι˙* Δόξα τῷ  σὲ  δοξάσαντι  Χριστῷ.* Δόξα  τῷ  σὲ  στεφανώσα­ντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δεήσεις,* ὦ  ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ πα­θῶν ἐ­μπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμε­θα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε ̉Ιωάννη, σπεῦσον,* καὶ ῥῦ­σαι ἱ­κέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλί­ψεως.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δ ι̉  εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν,* Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,* ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν.


[1].  Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…,  Καὶ νῦν…



 

Παναγία η Μεσίτρια (2 Ιουλίου)

Παναγία ἡ Μεσίτρια

Στίς 2 Ιουλίου ἡ ἁγία μας Εκκλησία ἐορτάζει τήν Κατάθεση τῆς Τιμίας ̉Εσθῆτος (τοῦ Μαφορίου) τῆς ̒Υπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἡμέρα αὐτή ἐορτάζει καί πανηγυρίζει η νεοιδρυθείσα ῾Ι. Μ. Παναγία ἡ Μεσίτρια – ῞Αγιος Νικόλαος, Αὔρας Τρικάλων, Γυναικεῖο Μετόχι τῆς ῾Ι. Μ. ῾Αγίων Πάντων (Βαρλαάμ) ῾Αγίων Μετεώρων.

   Στή συνείδηση τῶν  ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν ἡ Παναγία ἔχει καθιερωθεῖ ὡς μεσίτρια πού ἑνώνει τή γῆ μέ τόν οὐρανό, τόν αἰσθητό κόσμο μέ τή νοητή ὠραιότητα.

   Στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μεσίτριας καθημερινά πολυάριθμοι πιστοί γονυκλινεῖς καταθέτουν τά αἰτήματά τους ψάλλοντας τά: «Καί Σέ μεσίτρια ἔχω πρός τόν φιλάνθρωπο Θεὀ...» ἤ «Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ...» καί μέ πίστι περιμένουν τήν ἐκπλήρωσή τους.

   ̒Η Παναγία ἡ Μεσίτρια, πάντα δίνει στόν καθένα πού καταφεύγει στή Χάρι Της καί ζητάει τή βοήθειά της, αὐτό πού εἶναι γιά τό ψυχικό του συμφέρον.

   Τοιχογραφία τῆς Παναγίας τῆς Μεσίτριας, ὑπάρχει στό καθολικό τῆς ῾Ι. Μ. ῾Αγίων Πάντων (Βαρλαάμ) ῾Αγίων Μετεώρων καί εἶναι ἔργο τοῦ διάσημου Θηβαίου ἁγιογράφου Φράγκου Κατελάνου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν ῾Υπεραγίαν Θεοτόκον τὴν Μεσίτριαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου. 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀναγιγνώσκε­ται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος), Κύριε εἰ- σάκουσον…, μεθ̉   τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

̉Εν τῇ Μονῇ τοῦ Βαρλαάμ πάντες προσέλθωμεν* καὶ τῇ εἰκόνι τῆς Μεσιτρίας, προσπέσω­μεν* ἐν μετανοίᾳ κράζο­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς,* Πάναγνε, θερά­πευσον* τοὺς νοσοῦντας ἱκέτας,* σπεῦσον καὶ βοή­θησον* τοὺς θερμῶς ἐκζητοῦντας* τὴν προστασίαν Σου, Μῆτερ Θεοῦ,* Σὺ γὰρ ὑπάρχεις πιστῶν καταφύγιον.

Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Μῆτερ ῎Ασπιλε, Βαρλαὰμ κλέος,* καὶ ἀκοίμητε φρουρὲ ἁπάντων* σοὶ προσπίπτομεν γονυκλινῶς ἅπαντες* καί ἐξαιτοῦμεν θερμῶς σὴν ἀντίληψιν* ἥν σύ ταχέως παρέχεις Μεσίτρια.* Κόρη ἔνδοξε,* τὸν Σὸν Υἱὸν ἐξευμένισον* καὶ αἴτει πταισμάτων ἡμῶν τὴν ἄφεσιν.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αε* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Τὰ πάθη ἐκύκλωσαν τὴν ψυχὴν* ἐμοῦ τοῦ ἀθλίου καὶ ἀχρείου, Μῆτερ Θεοῦ,* διὸ σοι προστρέχω ὡς ἱκέτης* καὶ ταπεινῶς ἐξαιτῶ σὴν βοήθεια.

̉ Εκ νόσων ποικίλων καὶ συμφορῶν* προφύλαττε τάχως τοὺς ἱκέτας Σου, Μαριάμ,* δεόμεθα πίστει οἱ ἀχρείοι* γονυκλινῶς, Θεοτόκε Μεσίτρια.

Προστρέχομεν πάντες ἐν Βαρλαάμ,* Μεσίτρια, μῆτερ τοῦ Δεσπότου καὶ Λυτωτοῦ* καὶ   παρὰ  σοῦ  πίστει  ἐκζητοῦμεν* τὴν  τοῦ Υἱοῦ Σου εἰρήνην Πανάχραντε.

῾Ημέραν καὶ νύκτα, ὦ Θαυμαστή,* Δεσπότου ἡ Μήτηρ,* ἱκετεύω σὲ ταπεινῶς* δυσώπει Υἱὸν Σου, Θεοτόκε,* ἵνα ῥυσθῶμεν ἐκ  νόσων  καὶ  θλίψε­ων.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατά­σβε­σον,* ἀ­γρούς, δάση καὶ τὰς οἰκίας* σὺ διαφύλαττε,* ἵνα ὑμνοῦμεν σε,* Θεοχαρίτωτε Κόρη,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγ­μα* καὶ καταφύγιον.

 ̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,* σὺ διαφύλαττε* πά­ντας τοὺς προστρέχοντας πό­θῳ* πρὸ τῆς εἰ­κό­νος Σου* καὶ ἐξαιτοῦ­ντας, ῾Α­γνή,* τὴν σὴν βοή­θειαν πί­στει,* ἣν παράσχου, Δέσποινα,* πάντων Μεσίτρια.

Ταῖς λιταῖς σου, Παρθένε,* ὁ Ποιητὴς τάχυον* εἰρηνεύει πάντα τὰ ἔθνη,* Κόρη Μεσίτρια* καὶ τὴν ἀγάπην ἀεὶ* καὶ τὴν ὁμόνοιαν πᾶσι* τοῖς ἀν­θρώποις δίδωσι,* ὁ Πολυέσπλαχνος.

῎Ω Πανάχραντε κόρη,* Χριστιανῶν καύχημα* καὶ τῶν ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος,* σὺ μὲ προστάτευσον* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἐχθροῦ* καὶ ἐκ δολίων ἀνθρώπων* καὶ παθῶν, Μεσίτρια,* ψυχῆς ἁπάλλαξον.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Μεσίτρια, σοῦ ἱκέτας,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσ­α τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

 ̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θε­οτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ εἶτα τὸ: Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* κα τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δείχθης, σεμνή,* καὶ κό­σμου καταφύγιον,* ἐ­κτε­νῶς βοῶμεν σοί,* Θεοτόκε Μεσίτρια, πρό­φθα­σον* καὶ ἐκ κιν­­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* Μονῆς Βαρλαάμ κλέος καὶ καύχημα.

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα Κύριε...

Σὲ ἐλπίδα καὶ ἄγκυρα* ὡς καὶ ἰατρὸν ἀνάργυρον ἔχομεν,* διὸ πίστει κατα­φεύγομεν* τῇ εἰκόνι σου, πάντων Μεσίτρια.

Τὴν Μονὴν Σου ἀνάδειξον* τῆς  ̉Ορθοδοξίας τεῖ­χος ἀπόρθητον* κα τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσκουμέ­νους* μετὰ Σου οἰκίσαι καταξίω­σον.

 ̉Ορθοδόξους προστάτευσον* ἐκ ποικίλων νόσων καὶ περιστάσεων* καὶ βοήθει, Θεοδόξαστε, * εἰσὶ τὰ τέλη ἡμῶν ἀνώδυνα.

Τοὺς οἰκέτας Σου φύλαττε,* ἐκ τῆς πλάνης Θεοτόκε Μεσίτρια,* καὶ ταπείνωσιν παράσχου σύ* ἡμῖν τοὺς ἐν τῇ Μονῇ Σου προστρέχοντας. 

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς...

Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ὁμόνοιαν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἴκοις πάντων ἡμῶν* παράσχου, Μεσίτρια.

Σκέπασον ἡμᾶς* τοὺς ἱκέτας σου, Μεσίτρια,* καὶ διαφύλαττε ἀεί, Μαριάμ,* ἐκ  πάσης  βλάβης* καὶ στενώσεως δεόμεθα.

῎Αχραντε, θερμῶς* Σε ἱκετεύομεν ἅπαντες* ἐκ τῶν παγίδων ἀρχεκάκου ἐχθροῦ* τοὺς  ἱκέτας Σου* ἀπαύστως, Σεμνή, προστάτευσον.

Δώρησον θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* πνεῦ­μα συνέσεως καὶ φόβον Θε­οῦ,* ἵνα ὑμνῶ σὲ ἀ­παύ­στως, Μεσίτρια Δέ­σποινα.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Μεσίτρια, Χριστιανῶν ἡ προστάτις* σοὶ προ­σέρ­χομαι ἐν πόθω καὶ πίστει* καὶ ἐκζητῶ σὴν βο­ήθειαν, Μῆτερ,* ἵνα ρυσθῶ ἐκ τῶν θλίψεων τάχυον,* ἐκ νόσων τε καὶ πειρασμῶν* καὶ ποι­κίλων παγίδων τοῦ ὄφεως.

Τὰ τέκνα τῶν  ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ Βελίαρ, Παρθένε,* καὶ σαῖς πρεσβείαις, Μεσίτρια μῆτερ,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σε πίστει προσφεύγοντες.

Μεσίτρια,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλλοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 

῾Ηλίου τοῦ νοητοῦ, Μεσίτρια,* ἀνε­δεί­χθης Σύ τροφὸς καὶ μητέρα,* ῝Ον καθικέ­τευε, κόρη, ἀ­παύ­στως* καὶ  ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐξευμένισον* δεόμεθά Σου γονυκλινῶς,* ἵνα λάβωμεν χάριν καὶ ἔλεος.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Μεσίτρια, σοῦ ἱκέτας,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσ­α τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀ­νερ­μη­νεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμε­ρῶν τε­κοῦσα  δυσώ­πησον,* ὡς  ἔ­χουσα  μητρικὴν παῤῥησίαν.

Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον. Ἦχος β´. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσῖτις πρὸς Θεὸν, Παρθένε, ταχύτατος,* μὴ πα­ρί­δῃς ἁμαρτω­λῶν ἱκέτιδας φωνᾶς,* ἀλλὰ πρόφθα­σον, ὦ Μα­ριάμ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν θερμῶς δεομένων σοι.* Λῦσον σὺ τὰς στειρώσεις* καὶ τέκνα πιστοῖς παρά­σχου,* Μο­νῆς Βαρλαὰμ ἡ φρουρὸς* καὶ πιστῶν δόξα καὶ καύχημα.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δ’.

Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πά­σῃ γε­νεᾷ καὶ γενεᾷ. (δίς)

Στίχος: ῎Ακουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε, καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου, καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου,...

Τοῦ ὀνόματός σου μνη­σθήσομαι ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γε­νεᾷ.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι...

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Ἐκ τοῦ  κατὰ Λουκᾶν  ἁγίου... 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.

 ̉Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μα­ριὰμ ἐπο­ρεύ­θη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πό­λιν Ἰ­ούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπά­σατο τήν Ἐλισάβετ˙ καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισά­βετ τὸν ἀ­σπασμὸν τῆς Μα­ρίας, ἐ­σκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐ­τῆς, καὶ ἐπλήσθη Πνεύμα­τος ῾Αγίου ἡ Ἐλισά­βετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγά­λῃ, καὶ εἶ­πεν˙ Εὐλογημέ­νη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλο­γημένος ὁ καρ­πὸς τῆς κοιλίας σου, καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μή­τηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς με; ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένε­το ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπα­σμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐ­σκίρτη­σεν ἐν ἀ­γαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου, καὶ μα­καρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλη­μένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαρι­άμ˙ Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύρι­ον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν τα­πείνω­σιν τῆς δούλης αὐ-τοῦ˙ ἰ­δοὺ γάρ, ἀ­πὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶ­σαι αἱ γενε­αί, ὅτι ἐ­ποίησέ μοι με­γα­λεῖα ὁ δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐ­τοῦ. Ἔμει­νε δὲ Μα­ριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ  μῆνας  τρεῖς, καὶ  ὑ­πέστρεψεν  εἰς  τὸν οἶκον αὐτῆς.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ… Ἦχος β´.

Τ αῖς τῆς Μεσιτρίας, πρεσβείαις Ἐλε­ῆμον, ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν  ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Τ αῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆ­μον, ἐξά­λει­ψων τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: ̉Ελέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέ­γα ἔλεός σου καὶ  κατὰ  τὸ  πλῆθος  τῶν  οἰκτιρμῶν σου ἑξά­λειψον τὸ ἀνόμη­μά μου.

Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι…

Μὴ ἐγκαταλείπης μέ,* Μονῆς Βαρλαὰμ ἡ προστάτις* καὶ πιστῶν τὸ στήριγ­μα,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέ­ρειν οὐ δύνα­μαι ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέ­πην οὐ κέκτη­μαι,* οὐδὲ ποὺ προσφύγω, Μεσίτρια,* πά­ντοθεν πολεμού­μενος* καὶ παραμυ­θίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, Θεοτόκε,* ἀνάργυρε ἁπάντων ἰατρέ* τῶν δεομένων σοί, εὔ­ση­με,* καὶ εὐχὰς ἐκπλή­ρωσον.

Ὁ Ἱερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου …

Ὁ Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις).

Ὁ Ἱερεύς: Ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς…

Καὶ αἱ λοιπαὶ δαὶ τοῦ Κανόνος

δὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας…

Θελιτὴν τοῦ ἐλέους* ὃν ἐγέννησας, Μῆτερ ἁγνή, ἱκέτευε,* ὅπως ἡμῖν παράσχῃ* ἀκλόνητον ὑγείαν˙* ἵνα πίστει βοῶμεν σοι˙* Χαῖρε, Μονῆς  Βαρλαάμ,* ἡ δόξα, Θεοτόκε.

 ̉Ατεκνία συζύγων* θεραπεύεις ταχέως, Κόρη Μεσίτρια,* διὸ καὶ οἱ πο­θοῦντες* υἱοὺς καὶ θυγα­τέ­ρας* γονυκλινῶς Σοῦ δέονται*  τέκνα  παράσχου  ἡμῖν,*  Πανάχραντε Μαρία.

 ̉Εκ παντίων κινδύνων* σὺ προστάτευσον τάχος,  ̉Α­ειμακάριστε* καὶ πᾶσι τοῖς αἰτοῦσι* μετάνοι­αν παράσχου,* ἵνα πίστει κραυγάζωμεν˙* Χαῖρε Παρθένε ῾Αγνή,* βροτῶν χαρὰ καὶ κλέος.

 ̉Εργατῶν τοῦ Κυρίου* ἀνεδείχθης προστάτις καὶ φύλαξ, ῎Αχραντε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις* ὑ­γείαν καὶ σοφίαν,* ἵνα  πᾶσι  κηρύττουσι* τὰ  με­γαλεία  Χριστοῦ,* Μεσίτρια Παρθένε.

ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...

Τὴν νεολαία* σὲ ἱκετεύομεν πάντες* μὴ παρίδῃς, Μεσίτρια κόρη,* ἀλλὰ σὺ παράσχου* μετάνοιαν καὶ πίστιν.

Τὴν ἀκηδίαν* ἐκ τῶν πιστῶν ἀπελαύνει* ὁ Υἱὸς Σου, Μεσίτρια μῆτερ,* διὸ ἐξαιτοῦμεν πρεσβεῖες Σου ἀπαύστως.

Τοὺς ἀσθενοῦντας* καὶ ἐν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* ὄντας τάχος παράσχου ὑγείαν,* ἵνα σε ὑμνοῦμεν, Μεσίτρια Παρθένε.

Σέ, Θεομήτωρ,* τῶν ̉Ορθοδόξων χορείαι* σὺν τοῖς  ̉Αγγέλοις πόθῳ ὑμνοῦσι* καὶ δοξολογοῦσι,* Μεσίτρια, ἀ­παύ­στως.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Μεσίτρια Παρθένε* Μοναχῶν τὸ κλέος* σὺ καταφεύγω ὁ τάλας  καὶ  ἄθλιος* καὶ  ἐκζητῶ προστασίαν* ἣν σὺ παράσχου μοι.

 ̉Απάνεμος λιμένας γέγονας, Παρθένε,* τῶν ἐκζητοῦντων ἐν πίστει τῇ σκέπῃ Σου* καὶ  ̉Ορθοδόξων ἐδείχθης* τὸ καταφύγιον.

Εἰρήνην σὺ παράσχου* οἴκοις ἱκετῶν σου* σοῦ δεόμεθα πάντες, Μεσίτρια,* καὶ ἐξαιτοῦμεν ἀπαύστως τὴν μεσιτείαν Σου.

 ̉Αξίωσον ἱκέτην,* Δέσποινα τοῦ κό­σμου,* ἀκα­τα­κρίτως λαβεῖν τὴν Μετά­ληψιν* τῶν μυστη­ρίων τῶν Θείων,* ἵνα γεραὶρω σε.

Καὶ εὐ­θὺς τά Μεγαλυνάρια

­῎Αξιόν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς,* μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­οτό­κον,* τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ παναμώμη­τον* καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν.* Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ,* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως* Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄντως, Θεοτό­κον,* σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

῎Εφορος, προστάτις καὶ βοηθὸς* καὶ Βαρλαὰμ τὸ κλέος* ἀνεδείχθης σύ, Μα­ριάμ,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* προσέρχο­νται ἐκεῖσε* καὶ  πό­θῳ  ἀνυμνοῦσι* Σὲ τὴν Μεσίτρια.

Πάντων τῶν νοσοῦντων ἡ ἰατρὸς* καὶ τῶν ἐν ἀ­νάγκαις ἡ προστάτις καὶ βοη­θός˙* χηρῶν τε καὶ  πενήτων*  ἀνύστακτος  τροφέας* καὶ  Βαρλαάμ ἡ δό­ξα,* σὺ εἶ, Μεσίτρια.

 ̉Εκτενῶς ἱκέτευε τὸν Θεὸν* ὑπὲρ τῆς Ἑλ­λά­δος* εἰ­ρηναίαν αὐτὴν τηρεῖν* καὶ λυτροῦσθαι πά­ντων* δεινῶν τε καὶ κινδύ­νων,* τοῦ Βαρλαὰμ τὸ κλέος,* Μα­ρία ἔνδοξε.

 ̉Ατεκνίαν λύεις, Μῆτερ, ταχύ,* Μεσίτρια κόρη,* διὸ πάντες γονυκλι­νῶς,* πρὸ τῆς σοῦ εἰκόνος* προσέρχονται αἰτοῦντες,* ὅπως αὐτοῖς παρά­σχῃς* τέκνα, σὺ Θεοδόξαστε.

Δέσποινα καὶ Μῆτερ τοῦ ̉Ιησοῦ* πά­ντων πα­ρα­κλή­σεις* σὺ προσάγαγε σῷ Υἱῷ* καὶ ἐκ τῶν κιν­δύνων* διάσωσον σὴν μάνδραν* τὴν ἐν Μετεώροις * οὖσα, Μεσίτρια.

Μονήν Σου, Μεσίτρια Μαριάμ,* φύλαττε ἀπαύστως* ἐκ παντίων ἐπιβουλῶν* καὶ ταῖς ἀσκουμέναις ἐν ταύτῃ Θεοτόκε,* ἀγάπην καὶ εἰρήνην παράσχου Δέσποινα.

Μάνδραν τὴν τιμῶσα σε, Μαριάμ,* σὺν τῷ Νεκταρίῳ* καὶ Θεοφάνῃ τῷ θαυμαστῷ* φυλάττετε πάντες* δεόμεθα ἀπαύστως* ἐκ τῆς διχογνωμίας* καὶ πλάνης πάντιμοι.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρό­δρομε Κυ­ρίου,*  ̉Αποστόλων ἡ δωδε­κάς,* οἱ ἅγιοι Πάντες* μετὰ τῆς Θεοτό­κου,* ποιήσατε πρεσβεί­αν* εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

Εἶτα τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν..., ῞Οτι σοῦ… καὶ τὸ  ̉̉̉Απολυτίκιον.

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Μῆτερ ῎Ασπιλε, Βαρλαὰμ κλέος,* καὶ ἀκοίμητε φρουρὲ ἁπάντων* σοὶ προσπίπτομεν γονυκλινῶς ἅπαντες* καί ἐξαιτοῦμεν θερμῶς σὴν ἀντίληψιν* ἥν σύ ταχέως παρέχεις Μεσίτρια.* Κόρη ἔνδοξε,* τὸν Σὸν Υἱὸν ἐξευμένισον* καὶ αἴτει πταισμάτων ἡμῶν τὴν ἄφεσιν.

Δέησις,  ̉Απόλυσις καὶ ἐνῶ οἱ πιστοὶ ἀσπάζονται τὰς εἰκόνας ὁ Χορὸς ψάλλει τὰ κάτωθι:

Ἦχος β’. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Δέχου ἱκεσίας τῶν πιστῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δεήσεις,* ὦ Θεοτόκε ἁγνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν ἀ­ρωγόν,* οἱ πα­θῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀό­κνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱ­κετεύομεν˙* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ ῾Υψί­στου* ῥῦσαι  τοὺς  σοι  προστρέχοντας πίστει* ἐκ πά­σης περιστάσεως, Μεσίτρια.

Ἦχος πλ. δ΄.

Δέσποινα προσδεξαι,* τὰς δεήσεις τῶν δού­λων σου,* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς,* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Ἦχος β΄.

Τὴν πάσαν ἐλπίδα μου,* εἰς σὲ ἀνατίθη­μι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέ­πην σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δί ̉̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέη­σον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν.


[1].Εἰς τούς δύο πρώτους ὕμνους ἑκάστης ᾠδῆς λέγο-μεν: ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, εἰς δὲ τούς δύο τελευ­ταίους: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…