Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026

 

«ΡΕΪΚΙ: Μία ανορθόδοξη και ανορθολογική «Ενεργειακή Θεραπευτική». (Ιστορική προέλευση, θεωρητικές βάσεις, επιστημονική αξιολόγηση και ορθόδοξη θεολογική αποτίμηση)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 10η Ιουλίου 2026

ΡΕΪΚΙ: ΜΙΑ ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ «ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ»

(Ιστορική προέλευση, θεωρητικές βάσεις, επιστημονική αξιολόγηση και ορθόδοξη θεολογική αποτίμηση)

     Όπως έχουμε επανειλημμένως επισημάνει στις ανακοινώσεις μας, ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει μια πρωτοφανή πνευματική σύγχυση. Παρά τον καταιγισμό πληροφοριών που του προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να παραμένει πνευματικά αποπροσανατολισμένος, γεγονός που δεν συνάδει με τις πραγματικές δυνατότητες και τα επιτεύγματα της εποχής μας.

    Έχοντας απομακρυνθεί από τις πνευματικές, θρησκευτικές και ηθικές αρχές που δοκιμάστηκαν και καταξιώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, υιοθετεί συχνά αντιλήψεις και πρακτικές που η ιστορική εμπειρία έχει προ πολλού απορρίψει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναβίωση αρχαίων μορφών θρησκευτικότητας, κυρίως ειδωλολατρικού χαρακτήρα, οι οποίες, ενώ είχαν περιπέσει στη λήθη επί αιώνες, επανέρχονται σήμερα ως δήθεν απάντηση στην πνευματική αναζήτηση του σύγχρονου ανθρώπου.

      Παράλληλα, δεν περιορίζεται μόνο στην αναβίωση παρωχημένων θρησκευτικών σχημάτων, αλλά υιοθετεί ολοένα και περισσότερο έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται σε ανορθολογικές αντιλήψεις και πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η διάδοση των λεγόμενων «εναλλακτικών θεραπειών», δηλαδή θεραπευτικών μεθόδων εμπειρικού χαρακτήρα, οι οποίες προέρχονται είτε από πανάρχαιες δοξασίες είτε από τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής. Οι περισσότερες από αυτές διαπνέονται από μαγικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις και βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. Η αποτελεσματικότητά τους δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και, σε αρκετές περιπτώσεις, η εφαρμογή τους μπορεί να αποβεί επιζήμια για την ανθρώπινη υγεία.

      Πέρα όμως από την επιστημονική τους ανεπάρκεια, οι πρακτικές αυτές βρίσκονται, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, σε πλήρη αντίθεση και προς την Ορθόδοξη πίστη. Δεν αποτελούν απλώς εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, αλλά ενσωματώνουν συγκεκριμένες θρησκευτικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις, λειτουργώντας ως δίοδοι εισαγωγής του αποκρυφισμού στις σύγχρονες κοινωνίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εντάσσονται στο ιδεολογικό και πνευματικό πλαίσιο της λεγόμενης «Νέας Εποχής του Υδροχόου», μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και εκφράζεται το σύγχρονο αποκρυφιστικό φαινόμενο.

      Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική η σχετική επισήμανση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Γεωργόπουλου: «Βασικός τρόπος έκφρασης και παρουσίας του άκρως αντιχριστιανικού φαινομένου της “Νέας Εποχής” στον χώρο της υγείας αποτελούν οι λεγόμενες ανορθόδοξες ή ενεργειακές “θεραπείες”, οι οποίες στερούνται επιστημονικού χαρακτήρα»[1].

     Μία από τις πλέον διαδεδομένες μορφές αυτών των «ενεργειακών θεραπειών» είναι το Ρέικι (Reiki), το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας μελέτης.

      Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν οι μορφές εναλλακτικής θεραπείας και πνευματικότητας, οι οποίες συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερες τεχνικές χαλάρωσης ή ως μέθοδοι ενεργειακής εξισορρόπησης. Ανάμεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει το Ρέικι. Παρότι προβάλλεται ως μία απλή μέθοδος ευεξίας, η ιστορική του προέλευση, η φιλοσοφική του θεμελίωση και η πρακτική εφαρμογή του αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα με σαφές αποκρυφιστικό υπόβαθρο, ασυμβίβαστο προς την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη.

Τι είναι το Ρέικι;

     Το Ρέικι ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Ιάπωνα Μικάο Ουσούι (Mikao Usui). Η ονομασία του αποτελείται από δύο ιαπωνικά ιδεογράμματα: το Rei, που αποδίδεται ως «παγκόσμιο», «πνευματικό» ή «υπέρτατο», και το Ki, που σημαίνει «ζωτική ενέργεια».

Οι βασικές δογματικές αρχές του συστήματος είναι οι εξής:

  • η ύπαρξη μιας απρόσωπης συμπαντικής ζωτικής ενέργειας,
  • η θεωρία των ενεργειακών κέντρων (τσάκρα),
  • η εξισορρόπηση των ενεργειακών πεδίων,
  • η μύηση μέσω μεταδόσεως πνευματικής δύναμης,
  • η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου μέσω ενεργειακών πρακτικών.

     Επομένως, το Ρέικι δεν αποτελεί απλώς μια θεραπευτική μέθοδο. Προϋποθέτει συγκεκριμένη κοσμολογική, ανθρωπολογική και πνευματική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου. Εκφράζει βασικές αρχές του νεοεποχίτικου αποκρυφισμού και λειτουργεί ως δίαυλος διάδοσης αποκρυφιστικών αντιλήψεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπό την έννοια αυτή συνιστά ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αντλεί τις αντιλήψεις του κυρίως από τον βουδισμό, τον ινδουισμό, τον ταοϊσμό και το ευρύτερο κίνημα της Νέας Εποχής (New Age).

     Διαφωτιστική είναι αναφορά του χώρου: «Το Ρέικι έχει σκοπό να περιβάλλει με την θεική του ουσία τα μπλοκαρισμένα μας ενεργειακά κέντρα και να μας αφυπνίσει σταδιακά, ώστε να διευρύνουμε τη συνειδητότητά μας, πέρα από ό,τι εμείς θεωρούμε φυσιολογικό (…) να εμπιστευόμαστε την εσωτερική μας καθοδήγηση, αυτήν την εσωτερική μας φωνή που δεν προέρχεται από την προσωπικότητα, αλλά από τον Ανώτερο εαυτό μας και μας οδηγεί στην επίγνωση του ποιοι ακριβώς είμαστε»[2] Διαπιστώνουμε ξεκάθαρα μία κλασική νεοεποχίτικη ορολογία και θέσεις που βρίσκουμε στον ευρύτερο αποκρυφιστικό χώρο.

     Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξη της λεγόμενης «απρόσωπης συμπαντικής ενέργειας». Η σύγχρονη φυσική αναγνωρίζει και μελετά συγκεκριμένες μορφές ενέργειας, χωρίς να τεκμηριώνει την ύπαρξη κάποιας άγνωστης πνευματικής ή κοσμικής δύναμης, όπως αυτή περιγράφεται στο Ρέικι. Ομοίως, δεν υφίσταται επιστημονική τεκμηρίωση για την ύπαρξη «ενεργειακών κέντρων» (τσάκρα) ούτε για τη θεραπευτική δράση της υποτιθέμενης «εξισορρόπησης» της ροής μιας τέτοιας ενέργειας.

     Κατά συνέπεια, οι θεμελιώδεις αρχές του Ρέικι δεν στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, αλλά προέρχονται από θρησκευτικές και μεταφυσικές αντιλήψεις των ανατολικών θρησκευμάτων, οι οποίες συνδέονται με μαγικές και αποκρυφιστικές πρακτικές.

Η θεραπευτική πρακτική του Ρέικι

     Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ρέικι, οι ασθένειες οφείλονται στη διαταραχή της ομαλής ροής της λεγόμενης «συμπαντικής ζωτικής ενέργειας» μέσα στον άνθρωπο. Σκοπός της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η αποκατάσταση της υποτιθέμενης ενεργειακής ισορροπίας, ώστε ο οργανισμός να ενεργοποιήσει τις φυσικές του θεραπευτικές δυνατότητες.

      Με άλλα λόγια, το Ρέικι επιδιώκει να «εναρμονίσει» τον άνθρωπο με μια απρόσωπη κοσμική δύναμη, η οποία, κατά τη σχετική διδασκαλία, παύει να ρέει ομαλά εξαιτίας σωματικών, ψυχικών ή πνευματικών διαταραχών. Η θεραπεία θεωρείται ότι επιτυγχάνεται μέσω της επαναφοράς της ομαλής ροής αυτής της ενέργειας.

      Για την πραγματοποίηση της θεραπείας απαιτείται ο λεγόμενος «θεραπευτής Ρέικι», ο οποίος, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του συστήματος, δεν θεραπεύει με δική του δύναμη, αλλά λειτουργεί ως αγωγός της συμπαντικής ενέργειας. Η ενέργεια αυτή υποτίθεται ότι διοχετεύεται στον θεραπευόμενο μέσω της επιθέσεως των χεριών.

     Κατά τη συνεδρία, ο θεραπευτής τοποθετεί τα χέρια του ελαφρά πάνω ή λίγο πάνω από το σώμα του δέκτη, σε συγκεκριμένα σημεία που αντιστοιχούν στα λεγόμενα «ενεργειακά κέντρα» (τσάκρα). Σκοπός είναι η μετάδοση της «ζωτικής ενέργειας», ώστε να επιτευχθεί βαθιά χαλάρωση, μείωση του άγχους και ενεργοποίηση της φυσικής ικανότητας του οργανισμού για αυτοΐαση.

Η μύηση στο Ρέικι

     Η συμμετοχή στο Ρέικι δεν περιορίζεται στην εκμάθηση ορισμένων τεχνικών. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ειδική τελετή της μύησης (attunement), κατά την οποία ο δάσκαλος θεωρείται ότι «ανοίγει» τα «ενεργειακά κανάλια» του μαθητή, ώστε αυτός να μπορεί πλέον να δέχεται και να μεταδίδει τη συμπαντική ενέργεια.

     Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και ο έντονα θρησκευτικός χαρακτήρας του συστήματος. Η μύηση δεν αποτελεί μια απλή εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά τελετουργική πράξη, μέσω της οποίας ο μυούμενος εισάγεται σε μία νέα πνευματική πραγματικότητα.

     Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ρέικι, ο δάσκαλος:

  • ανοίγει τα ενεργειακά κανάλια του μαθητή,
  • μεταδίδει ιδιαίτερη πνευματική δύναμη,
  • ενεργοποιεί συγκεκριμένα μυστικά σύμβολα,
  • εισάγει τον μυούμενο σε «νέα κατάσταση πνευματικής συνείδησης».

     Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η μύηση έχει σαφώς θρησκευτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή διαδικασία εκπαίδευσης ή προσωπικής ανάπτυξης.

     Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του χώρου προβάλλουν διαφορετική εικόνα. Σε σχετικό έντυπο αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το Ρέικι είναι μία καθαρή θεραπευτική ενέργεια και δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε θρησκεία ή κοσμοθεωρία, ούτε ανταγωνίζεται άλλης μορφής θεραπευτικές αγωγές»[3].

     Η διαβεβαίωση αυτή, όμως, δεν ανταποκρίνεται στα ίδια τα χαρακτηριστικά του συστήματος. Η ύπαρξη μύησης, μυστικών συμβόλων, ειδικής τελετουργίας και συγκεκριμένης διδασκαλίας περί πνευματικών δυνάμεων αποκαλύπτει ότι το Ρέικι υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας ουδέτερης «θεραπευτικής» τεχνικής.

      Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η σχετική παρατήρηση του καθηγητή π. Βασιλείου Γεωργόπουλου, ο οποίος επισημαίνει ότι η γένεση του Ρέικι συνδέεται άμεσα με μία διαδικασία έντονης θρησκευτικής αναζήτησης του ιδρυτή του, Mikao Usui. Η διαδικασία αυτή περιλάμβανε διαλογισμό, νηστεία, προσευχή, μελέτη ιερών κειμένων ανατολικών θρησκειών, παραμονή σε βουδιστικό μοναστήρι και ασκητική απομόνωση στο ιερό όρος Κουριγιάμα της Ιαπωνίας, όπου, σύμφωνα με την παράδοση του ίδιου του συστήματος, ο Usui έλαβε αποκαλυπτική εμπειρία κατά την οποία του φανερώθηκαν ιερά σανσκριτικά σύμβολα[4].

     Η ίδια η ιστορική προέλευση του Ρέικι καταδεικνύει ότι πρόκειται για ένα σύστημα με έντονο θρησκευτικό και αποκρυφιστικό υπόβαθρο και όχι για μία ουδέτερη μέθοδο ευεξίας.

Η μυστικότητα των μυήσεων

     Οι ίδιες οι εκδόσεις του Ρέικι αναγνωρίζουν ότι η μύηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της πρακτικής. Σε σχετικό εγχειρίδιο αναφέρεται: «Η ενέργεια Ρέικι διοχετεύεται από το Σύμπαν και περνά μέσα από τον διοχετευτή που λειτουργεί σαν κανάλι. Για να γίνει κανείς “κανάλι” της ενέργειας Ρέικι πρέπει να έχει λάβει τις αντίστοιχες μυήσεις από κάποιον μυημένο “Ρέικι Μάστερ”».

     Εξίσου αποκαλυπτικές είναι και οι αναφορές στη μυστικότητα των συμβόλων: «Οι μυήσεις στο Ρέικι είναι μυστικές. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στις μυήσεις είναι μυστικά και μόνο οι μυημένοι μπορούν να τα χρησιμοποιούν σωστά».

    Η ύπαρξη μυστικών συμβόλων, αποκλειστικής γνώσης και τελετουργικής μετάδοσης πνευματικής δύναμης αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μυητικών θρησκειών και των αποκρυφιστικών συστημάτων.

    Αξιοσημείωτη είναι και η παρατήρηση γνωστού δασκάλου του Ρέικι ότι τα σύμβολα του δεύτερου βαθμού απαντούν ήδη στον αρχαίο Σιντοϊσμό και στον Βουδισμό, γεγονός που επιβεβαιώνει την άμεση σύνδεσή τους με τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής.

    Όταν, μάλιστα, ερωτήθηκε γιατί επικρατεί τόση μυστικότητα γύρω από το Ρέικι, απάντησε χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί ανοιχτά με ανθρώπους που δεν είναι μυημένοι».

    Η παραδοχή αυτή αποκαλύπτει ότι το Ρέικι δεν λειτουργεί ως ανοικτή θεραπευτική μέθοδος, αλλά ως κλειστό μυητικό σύστημα με διαβαθμίσεις γνώσης και πνευματικής εξουσιοδότησης, στοιχείο που το διαφοροποιεί ουσιωδώς από κάθε επιστημονική θεραπευτική πρακτική

Τα λεγόμενα «ενεργειακά φαινόμενα»

     Στη σχετική βιβλιογραφία του Ρέικι γίνεται συχνά λόγος για διάφορα φαινόμενα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια ή μετά τη μύηση. Οι υποστηρικτές του συστήματος τα χαρακτηρίζουν ως «ενεργειακές εμπειρίες» ή «παρενέργειες της ενεργοποίησης της ενέργειας».

     Ο καθηγητής π. Βασίλειος Γεωργόπουλος παραθέτει χαρακτηριστικό απόσπασμα από εγχειρίδιο του Ρέικι, στο οποίο αναφέρεται: «Μετά τη μύηση μπορεί τα χέρια μας, η σπονδυλική στήλη ή τα τσάκρα μας να αρχίσουν να ζεσταίνονται ή να καίνε. Μπορεί να αρχίσουμε να νιώθουμε πράγματα που ποτέ δεν είχαμε αισθανθεί πριν. Μερικοί μπορεί να αρχίσουν να διακρίνουν αύρες, να ακούν νέους ήχους ή να αντιλαμβάνονται άγνωστες οσμές»[5].

     Οι συγγραφείς των σχετικών εγχειριδίων αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα αυτά ως φυσιολογική συνέπεια της μύησης και προτρέπουν τους μαθητές να μην ανησυχούν, θεωρώντας τα απλές εκδηλώσεις της ενεργοποίησης της «συμπαντικής ενέργειας».

      Ωστόσο, από ορθόδοξη θεολογική σκοπιά, οι εμπειρίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητα θετικές ή πνευματικά ασφαλείς. Η Εκκλησία αντιμετώπισε διαχρονικά με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε εμπειρία που υπόσχεται υπεραισθητές αντιλήψεις ή ασυνήθιστες πνευματικές καταστάσεις έξω από τη μυστηριακή της ζωή. Η ορθόδοξη ασκητική παράδοση διδάσκει ότι οι αισθητές ή υπερφυσικές εμπειρίες δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο της παρουσίας της θείας χάριτος και απαιτούν πάντοτε διάκριση.

      Η πνευματική ζωή, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν στηρίζεται στην αναζήτηση εντυπωσιακών εμπειριών ούτε στην επιδίωξη ιδιαίτερων πνευματικών αισθήσεων, αλλά στην ταπείνωση, τη μετάνοια, την προσευχή και τη συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Οι μαρτυρίες περί «πνευμάτων θεραπείας»

     Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλούν ορισμένες μαρτυρίες που δημοσιεύονται από ανθρώπους οι οποίοι ασχολήθηκαν με το Ρέικι. Ο π. Βασίλειος Γεωργόπουλος παραθέτει τη μαρτυρία γυναίκας η οποία, μετά από συστηματική ενασχόληση με το Ρέικι, άρχισε να βιώνει μία ιδιόμορφη εσωτερική εμπειρία. Όπως η ίδια αναφέρει, αισθανόταν ότι μέσα της μιλούσε μία φωνή την οποία δεν μπορούσε να ελέγξει. Όταν επικοινώνησε με τον θεραπευτή της, εκείνος φέρεται να της απάντησε: «Αυτό είναι θαυμάσιο. Έχετε επιλεγεί από τα πνεύματα θεραπείας του Ρέικι. Θα είναι πλέον οι σύντροφοί σας»[6]!

      Η συγκεκριμένη μαρτυρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποκαλύπτει ότι, σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους του Ρέικι, γίνεται λόγος όχι απλώς για κάποια απρόσωπη ενέργεια, αλλά και για πνευματικές οντότητες που συνοδεύουν ή καθοδηγούν τον θεραπευτή.

      Η αναφορά αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον συχνά επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι το Ρέικι αποτελεί απλώς μία ουδέτερη τεχνική χαλάρωσης ή φυσικής θεραπείας. Αντίθετα, αναδεικνύει την ύπαρξη στοιχείων που παραπέμπουν σε ευρύτερες αποκρυφιστικές αντιλήψεις περί επικοινωνίας με πνευματικές δυνάμεις.

      Ασφαλώς, η Εκκλησία δεν αποφαίνεται για κάθε προσωπική εμπειρία ούτε αποδίδει αυτομάτως κάθε ασυνήθιστο φαινόμενο σε δαιμονική ενέργεια. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι κάθε πνευματική πρακτική η οποία επιδιώκει την επικοινωνία με άγνωστες πνευματικές δυνάμεις ή υπόσχεται υπερφυσικές δυνατότητες ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού εγκυμονεί σοβαρούς πνευματικούς κινδύνους.

     Για τον λόγο αυτό η ορθόδοξη πνευματική παράδοση αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε μορφή μυστικής μύησης ή επίκλησης πνευματικών δυνάμεων που δεν έχει ως κέντρο το πρόσωπο του Τριαδικού Θεού και τη ζωή της Εκκλησίας και οι οποίες, σύμφωνα με την διδασκαλία της, είναι δαιμονικές.

Η ορθόδοξη θεολογική αξιολόγηση

     Από όσα προηγήθηκαν καθίσταται σαφές ότι το Ρέικι δεν αποτελεί απλώς μία εναλλακτική θεραπευτική μέθοδο. Οι θεωρητικές του προϋποθέσεις, η διαδικασία της μύησης, η χρήση μυστικών συμβόλων και η επίκληση μιας απρόσωπης πνευματικής ενέργειας αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα.

     Ως εκ τούτου, η αξιολόγησή του δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στην εξέταση της ενδεχόμενης θεραπευτικής αποτελεσματικότητας των πρακτικών του. Το ουσιώδες ζήτημα αφορά το θεολογικό του υπόβαθρο και τις πνευματικές προϋποθέσεις που αυτό εισάγει.

     Από ορθόδοξη σκοπιά, κάθε διδασκαλία που θεμελιώνει τη σωτηρία, τη θεραπεία ή την πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου σε απρόσωπες κοσμικές ενέργειες, σε μυητικές τελετές ή σε τεχνικές ενεργοποίησης υπερφυσικών δυνάμεων βρίσκεται εκτός του εκκλησιαστικού βιώματος και της αποκαλυφθείσας αλήθειας της Εκκλησίας.

      Για τον λόγο αυτό, το Ρέικι δεν μπορεί να θεωρηθεί πνευματικά ουδέτερο ούτε συμβατό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Η συμμετοχή σε αυτό συνεπάγεται, σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά, την αποδοχή βασικών αντιλήψεων οι οποίες προέρχονται από θρησκευτικά και αποκρυφιστικά συστήματα ξένα προς την παράδοση της Εκκλησίας.

Συμπεράσματα

     Η εξέταση της ιστορικής προέλευσης, των βασικών διδασκαλιών και της πρακτικής εφαρμογής του Ρέικι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μία απλή μέθοδο χαλάρωσης ή συμπληρωματικής θεραπείας, αλλά για ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό και κοσμοθεωρητικό σύστημα.

     Η διδασκαλία του θεμελιώνεται στην ύπαρξη μιας απρόσωπης «συμπαντικής ενέργειας», η οποία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, μπορεί να διοχετεύεται μέσω ειδικής μύησης και συγκεκριμένων τεχνικών. Η αντίληψη αυτή προέρχεται από τις ανατολικές θρησκείες και τον σύγχρονο εσωτερισμό και δεν έχει καμία σχέση με τη χριστιανική διδασκαλία περί του Θεού, της θείας χάριτος και της σωτηρίας.

      Παράλληλα, η διαδικασία της μύησης, η χρήση συμβόλων, οι πρακτικές ενεργειακής θεραπείας και οι αναφορές σε πνευματικούς οδηγούς ή «θεραπευτικά πνεύματα» φανερώνουν ότι το Ρέικι δεν αποτελεί μία ουδέτερη τεχνική, αλλά εισάγει τον άνθρωπο σε μία διαφορετική πνευματική θεώρηση της πραγματικότητας.

     Από επιστημονικής πλευράς, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της υποτιθέμενης «συμπαντικής θεραπευτικής ενέργειας» ούτε να τεκμηριώνουν ότι το Ρέικι δρα πέρα από τους γνωστούς ψυχολογικούς μηχανισμούς, όπως η χαλάρωση, η προσδοκία του θεραπευτικού αποτελέσματος (placebo) και η υποστηρικτική σχέση θεραπευτή και θεραπευομένου.

     Από ορθόδοξη θεολογική άποψη, η θεραπεία του ανθρώπου δεν αποτελεί αποτέλεσμα χειρισμού κάποιας κοσμικής ενέργειας ούτε προϊόν μυστικών τεχνικών. Η θεραπεία νοείται ως καρπός της χάριτος του Θεού, η οποία ενεργεί ελεύθερα μέσα στη ζωή της Εκκλησίας και συνδέεται με τη μετάνοια, τη συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια, την προσευχή και την ασκητική ζωή.

     Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την επιστημονική ιατρική ούτε αρνείται κάθε μορφή συμπληρωματικής φροντίδας που έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα και δεν συγκρούεται με την πίστη της. Αντιθέτως, διακρίνει με σαφήνεια ανάμεσα στις επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές πρακτικές και στις μεθόδους που στηρίζονται σε θρησκευτικές ή αποκρυφιστικές αντιλήψεις.

     Για τον λόγο αυτό, η ενασχόληση με το Ρέικι δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την ορθόδοξη χριστιανική ζωή. Η συμμετοχή στις μυητικές του διαδικασίες προϋποθέτει, άμεσα ή έμμεσα, την αποδοχή μιας κοσμοθεωρίας διαφορετικής από εκείνη που αποκαλύπτει η Αγία Γραφή και βιώνει η Εκκλησία.

     Η ποιμαντική αντιμετώπιση των ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί με το Ρέικι οφείλει να χαρακτηρίζεται από διάκριση, αγάπη και σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο. Σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι η καταδίκη των προσώπων αλλά η κατάδειξη της πλάνης, η μαρτυρία της αλήθειας και η πρόσκληση κάθε ανθρώπου στην εν Χριστώ ζωή, η οποία προσφέρει την αυθεντική θεραπεία και την αληθινή κοινωνία με τον Θεό.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[5] Όπου ανωτέρω

 

Ἡ καλουμένη «ἐκκλησιολογικὴ βάση» λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε.

  

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Σὲ κείμενο ποὺ δημοσιεύτηκε στὴ Romfea.gr (3/12/2021), τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Μεσσηνίας: «Ὁ οἰκουμενικὸς ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ ΠΣΕ», ἀναφέρονται μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤδη γιὰ μία δεκαετία (1938-1948), εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἕνα οὐσιαστικὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἐτίθετο κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους – μέλη, καὶ τὸ ὁποῖο ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Τὸ 1950, στὴ Δήλωση τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, στὸ Τορόντο τοῦ Καναδᾶ, δόθηκε ἡ ἀπάντηση, μὲ τὸ κείμενο: «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα ἀποτελεῖ τὸ πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐνῷ ἡ Α΄ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ἄμστερταμ (1948) τὸ εἶχε θέσει ἐπίσημα ὡς ἐρώτημα».

Στὴ Δήλωση τοῦ Τορόντο, δόθηκε ὅμως ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ ἐκκλησιολογικὴ βάση; Καὶ μόνη ἡ ὀνομασία «ἐκκλησιολογικὴ βάση» στὰ πλαίσια τοῦ συνονθυλεύματος τοῦ Π.Σ.Ε., μὲ τὴν πνιγηρὴ παρουσία τόσων αἱρετικῶν κοινοτήτων καὶ ὁμάδων, ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικῆ στρέβλωση. Ἀποτελεῖ ὄντως ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο, τὸ πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ “ἐκκλησιολογικὴ ταυτότητα” τοῦ Π.Σ.Ε.;

Αὐτὰ ποὺ καταγράφουν οἱ κληθεῖσες “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο”, δίνουν τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτά. Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», τιτλοφορεῖται «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», μὲ τίτλο ποὺ δεικνύει ὅτι ἄλλο ἡ Ἐκκλησία καὶ ἄλλο οἱ Ἐκκλησίες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.

Ἂν αὐτὸ τὸ συσχετίσει κανεὶς μὲ τὴν καλούμενη “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση” τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο” ἡ ὁποία τονίζει ὅτι, “οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεὶ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας”*, αὐτόματα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὸ μέγεθος τῆς ἐκκλησιολογικῆς στρέβλωσης.

Ἡ προϋπόθεση αὐτὴ ὑποδεικνύει καθοδηγητικὰ μὲ τὸν τονισμὸ “περιεκτικότερο”, σὲ ποιὰ Ἐκκλησία ἔχει μεγαλύτερη σημασία νὰ ἀνήκουν τὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. Ὑπογράφοντας καὶ ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ὅτι δὲν ἔχει τόση σημασία νὰ ἀνήκομε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι περιεκτικότερο νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἀναιρεῖ ἢ δὲν ἀναιρεῖ αὐτὴ ἡ προϋπόθεση – παραδοχή, τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων; Μπορεῖ νὰ προβληθεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δόθηκε ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Αυτό ποὺ ἐπισημαίνεται μὲ τὸ «περιεκτικότερο» στὴ Δήλωση, αὐτόματα ὑποβαθμίζει τὸ γεγονὸς νὰ ἀνήκεις στὴν ἴδια σου τὴν ἐκκλησία.

Στὴν παράγραφο 5 τῆς Δήλωσης αὐτῆς ἀναφέρεται ὅτι, “Οἱ ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας”*. Ποιὰ ἀναγνώριση στοιχείων ἀληθοῦς ἐκκλησίας μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε γιὰ παράδειγμα στὶς αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες τῶν Πεντηκοστιανῶν, τῶν Λουθηρανῶν, τῶν Μεθοδιστῶν καὶ λοιπῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων τοῦ Π.Σ.Ε.;

Στὴν παράγραφο 8 τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ἀναφέρεται ὅτι “οἱ ἐκκλησίες – μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωή τῶν ἐκκλησιῶν”*. Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὶς “πνευματικὲς” σχέσεις μὲ αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., ὄπως γιὰ παράδειγμα μὲ τὶς καλούμενες “ἐκκλησίες” τῶν Μεννονιτῶν σὲ Γερμανία καὶ Ὁλλανδία, τὶς ποικίλες “ἐκκλησίες” τῶν Μεθοδιστῶν, τὶς λεγόμενες “Ἀναμορφωμένες Χριστιανικὲς ἐκκλησίες” στὴ Σερβία, Μαυροβούνιο καὶ Σλοβακία μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε.;

“Διὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι φθάνουν εἰς τὸν τελικὸν σκοπὸν καὶ τὸ τελικὸν νόημα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως σὲ ὅλους τούς κόσμους»** παρατηρεῖ μεταξὺ ἄλλων ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Μέχρι καταντήσωμεν…εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4,13).

Συνεπῶς τὸ κείμενο τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, δὲν ἀποτελεῖ ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς “ἐκκλησιολογικῆς” ταυτότητας τοῦ καλούμενου Π.Σ.Ε. Ἀποτελεῖ ἁπλὰ ἕνα κείμενο, τὸ ὁποῖο καταγράφει τὶς μάταιες προσπάθειες συνύπαρξης στὸ συνονθύλευμα τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.

Τέτοιες προϋποθέσεις σχετικοποιοῦν τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων, ὅτι δηλαδὴ “ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία”. Πρόκειται γιὰ ἐκκλησιολογικὲς στρεβλώσεις καὶ ὄχι “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις.

Σημειώσεις:

*«Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη).

**Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος – Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας».



Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2026

 

῞Αγιος Μεγαλομάρτυς Προκόπιος (̉Εορτάζει στὶς 8 ̉Ιουλίου)

῞Αγιος Μεγαλομάρτυς Προκόπιος

(̉Εορτάζει στὶς 8 ̉Ιουλίου)

Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Προκόπιος καταγόταν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Ὁ πατέρας του ἦταν Χριστιανός καί ὀνομαζόταν Χριστόφορος, καί ἡ μητέρα του Θεοδοσία, εἰδωλολάτρισσα. Ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.).

Ὅταν μεγάλωσε, ἡ μητέρα του τόν ἔφερε στήν Ἀντιόχεια καί πέτυχε ἀπό τόν Διοκλητιανό, πού βρισκόταν ἐκεῖ, τόν διορισμό τοῦ Προκοπίου ὡς δούκα τῆς Ἀλεξάνδρειας. Συγχρόνως ἀνατέθηκε σέ αὐτόν ἡ ἐποπτεία τοῦ διωγμοῦ τῶν Χριστιανῶν πού ζοῦσαν στήν πόλη. Καθ’ ὁδόν ὅμως πρός τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν νύχτα, ὁραματίσθηκε σταυρό μέ μορφή κρυστάλλου καί ἄκουσε φωνή νά τοῦ λέγει: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Ἐσταυρωμένος, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ». Ἔκπληκτος ἀπό τό ὅραμα καί τήν Θεία φωνή, ὁ Προκόπιος μεταστράφηκε, διέκοψε τήν πορεία του, μετέβη στήν Σκυθούπολη καί ἀπό ἐκεῖ ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἀποκάλυψε στήν μητέρα του ὅσα εἶχαν διαδραματισθεῖ καί τήν μεταστροφή του στήν Χριστιανική πίστη. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή τάραξε τήν μητέρα του, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἀπέτειχε νά τόν μεταπείσει τόν κατήγγειλε τόν στόν ἡγεμόνα Καισαρείας Οὐΐλκιο. Αὐτός, ἀφοῦ τόν ἀνέκρινε καί διαπίστωσε τήν ἀκλόνητη ἐμμονή του  στήν Χριστιανική πίστη, διέταξε τόν σκληρό βασανισμό του. Κατ’ αὐτό τόν τρόπο, ἀφοῦ τοῦ καταξέσχισαν τίς σάρκες μέ σιδερένια νύχια καί ὑπέμεινε καί ἄλλα βασανιστήρια, ἡμιθανής ἐγκλείσθηκε στήν φυλακή. Τήν νύχτα ἐμφανίσθηκε σέ αὐτόν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος, ἀφοῦ θεράπευσε τίς πληγές του, τόν ἐνεθάρρυνε καί τόν ἐνίσχυσε στόν ἀγῶνα του. Ὁ Προκόπιος ἄρχισε τότε νά ὑμνεῖ μεγαλοφώνως τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου, γεγονός τό ὁποῖο προκάλεσε τήν περιέργεια τῶν φρουρῶν καί τοῦ δεσμοφύλακος. 

Αὐτοί, ἀφοῦ προσέτρεξαν, εἶδαν κατάπληκτοι ὑγιῆ τόν Προκόπιο καί, μπροστά στό θαῦμα, παρακάλεσαν τόν Μάρτυρα νά ὁδηγήσει καί αὐτούς στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τήν ἑπομένη, ἀφοῦ ὁδηγήθηκε ἐκ νέου ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου, ἔλαβε τήν διαταγή νά μεταβεῖ στόν εἰδωλολατρικό ναό, γιά νά προσφέρει θυσία στά εἴδωλα. Ὁ Προκόπιος δέχθηκε, ὅταν ὅμως μπῆκε στό ναό, ἅπλωσε τά χέρια καί προσευχήθηκε, καί ἀμέσως τά εἴδωλα πού βρίσκονταν σέ αὐτόν ἔπεσαν στήν γῆ καί συνετρίβησαν. Ὁ Οὐΐλκιος, ἔξαλλος ἀπό ὀργή, διέταξε τήν μεταφορά τοῦ Προκοπίου στήν φυλακή, ἀλλά ἀπό τό θαῦμα πού ἐπιτελέσθηκε πολλοί ἀπό τούς στρατιῶτες καί τό πλῆθος μεταστράφηκαν, μεταξύ τῶν ὁποίων ἡ μητέρα τοῦ Προκοπίου Θεοδοσία, δύο τριβοῦνοι, ὁ Νικόστρατος καί ὁ Ἀντίοχος καί δώδεκα γυναῖκες συγκλητικές. Αὐτούς, ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ τούς τιμώρησε σκληρά μέ κάθε εἴδους βασανιστήρια, τούς θανάτωσε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ.

Ὅταν πέθανε αἰφνιδίως ὁ ἔπαρχος, ὁ διάδοχός του Φλαβιανός ὑπέβαλε ἐκ νέου τόν Προκόπιο σέ σκληρά βασανιστήρια. Τόν κρύπησαν μέ βούνευρα (νεῦρα βοδιοῦ), κατέκαψαν τίς πληγές μέ πυρωμένα σίδερα καί τοποθέτησαν στίς παλάμες του ἀναμμένα κάρβουνα καί λιβάνι. Ἀλλά ὁ Προκόπιος παρέμεινε ἀκλόνητος στήν Χριστιανική ὁμολογία του. Τότε ὁ Φλαβιανός διέταξε τόν ἀποκεφαλισμό τοῦ Μεγαλομάρτυρος, τό 303 μ.Χ., τόν ὁποῖο καί ὑπέμεινε προσευχόμενος καί δοξολογώντας τόν Θεό.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιο Μεγαλομάρτυρα Προκόπιο

Ποίημα Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀρχόμεθα ἀναγινώσκοντες τὸν ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν. Κύριε εἰσάκουσον... καὶ εἶτα τὸ Θεὸς Κύριος, (τετράκις) καί τά Τροπάρια.

Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τὸν ἀγαπήσαντα θερμῶς τὸν Δεσπότην* καὶ μαρτυρίου ἐνδύθεντα τὴν χλαῖναν* δεῦτε πιστοὶ βοήσωμεν ἐκ βάθους ψυχῆς˙* φύλαττε Προκόπιε,* Στρατηλάτα Κυρίου,* πάντας τοὺς προστρέχοντας* ἐκ καρκίνου καὶ πλάνης* καὶ ἐκ κινδύνων ῥῦσαι, θαυμαστὲ* καὶ ἐξ ὀδόντων* τοῦ δράκοντος, πάντιμε.

Δόξα Πατρί ... Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

̉Αγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν,* κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ,* τῶν Μαρτύρων καλλονὴ, Μάρτυς Προκόπιε,* ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ* ἀριστεύσας εὐκλεῶς* κατήσχυνας τὸν Βελίαρ* οὐ τῆς κακίας ἄτρωτους* σῷζε τοὺς πόθῳ σὲ γεραίροντας.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι* εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα* τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τίς δὲ διεφύλαξεν*  ἕως  νῦν  ἐλευθέρους;*  Οὐκ  ἀποστῶμεν  Δέσποινα ἐκ Σοῦ,* Σοὺς    γὰρ δούλους σώζεις ἀεί,* ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός καὶ εἶτα ὁ Κανών[1].

ᾨδὴ α´. Ἦχος πλ. δ´. Ὑγρὰν διοδεύσας.

Προστάτευσον πάντας θαυματουργέ,* ἐκ νόσων ποικίλω*, καὶ κινδύνων παντοειδῶν,* ὑγείαν παράσχου, θεηγόρε,* καὶ προκοπὴν βίου, μάρτυς Προκόπιε.

Εἰρήνευσον, Μάρτυς θαυματουργέ,* ψυχὴν τὴν ἀθλίαν,* ἣν ἐμόλυνα περισσῶς·* διὸ καταφεύγω σοι, τρισμάκαρ,* καὶ ἐξαιτοῦμαι βοήθειαν, ῞Αγιε.

Δόξα Πατρί

Νοσήσας ἐκ πάντων ὀδυνηρῶς,* πρὸς σὲ καταφεύγω,* τὸν ἀλάνθαστον ἰατρὸν,* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι·* μάρτυς Κυρίου καὶ θεῖε Προκόπιε.

Καί νῦν … Θεοτοκίον.

Ν οῦν καί καρδίαν πάντων ἡμῶν* λιταῖς σου, Παρθένε,* ἐναρμόνησον ταπεινῶς* δεόμεθα πόθῳ οἱ ἱκέται* ταῖς τοῦ Υἱοῦ Σου ἐντεύξεισι, ῎Αχραντε.

ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας ἁψῖδος ...

῾Ικετεύω σε Μάρτυς, καὶ θεῖε Προκόπιε,* παράσχου ἡμῖν θεοφόρε,* πᾶσαν βοήθειαν,* τοῖς εὐφημοῦσι, φωστήρ,* καὶ καταφεύγουσι πόθῳ,* πειρασμῶν ἀπάλλαξον,* τῇ μεσιτείᾳ σου.

̉Απὸ πάσης ἀνάγκης,* καὶ τῶν δεινῶν λύτρωσαι*, τοὺς πρὸς σὲ προσπίπτοντας πίστει,* μάκαρ Προκόπιε·* παράσχου πᾶσι σοφὲ,* ἁμαρτημάτων τὴν γνῶσιν,* καὶ ἐκ πλάνης δαιμόνων,* τάχος ἐξάρπασον.

Προστασίαν καὶ σκέπην,* ψυχῆς τε καὶ σώματος,* αἰτοῦμαι παμμάκαρ καὶ θεῖε, ὄντως Προκόπιε·* ἐκκάθαρόν με σοφὲ,* ἐκ τῶν παθῶν ταῖς λιταῖς σου* καὶ ἐκ παντοίων θλίψεων,* σῶσον ἱκέτην σου.

Θεοτοκίον.

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν,* καταστέλεις, ῎Αχραντε,* καὶ τοὺς κινδυνεύοντας τάχος* σώζεις, Παντά­νασ­­σα,* διὸ πίστει πιστοὶ* σοι καταφεύγουσι πό­θῳ* καὶ αἰτοῦσι ἅπαντες* τὴν προστασία Σου. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου Θεοφόρε,* ὅτι πάντες σεμνοπρεπῶς πρὸς σὲ καταφεύγομεν,* ὡς ἄγρυπνον φύλακά τε καὶ ῥύστην.

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. ῏Ηχος β΄. Πρεσβεία Θερμὴ ...

Πλεόντων σωτήρ,* ὁδοιπορούντων σύμμαχος,* πενθούντων χαρά,* νοσούντων ἰατήριον,* ἐδείχθης Προκόπιε.* Διό σοι προσπίπτομεν, ῞Αγιε,* αἰτοῦντες χάριν τὴν σὴν δαψιλὴν,* ἐν πάσαις τοῦ βίου περιστάσεσιν.

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε ...

Μολυσμῶν ἀποκάθαρον,* τὰς ψυχᾶς ἡμῶν Μάρτυς, σεμνὲ Προκόπιε,* καὶ παντοίας νόσου καὶ βλάβης* ῥῦσαι θαυμαστέ,* τοὺς ἱκέτας σου.

Τῆς κολάσεως ἄξιος,* ἀληθῶς ὁ τάλας θεόφρον γέγονα,* διὸ τρέμω ὁ ἀνάξιος* καὶ προστρέχω, θαυμαστέ, τῇ σκέπῃ σου.

̉Ιατρὸς ὁ ἀλάνθαστος,* ἀνεδείχθης Μάρτυς Χριστοῦ Προκόπιε,* σὺ τοὺς πόνους κα­ταπράϋνον,* καὶ ὑγείαν δώρησαί μοι Ἅγιε.

Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέσποι­να Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ καταφεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε.

ᾨδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς ...

Φρούρησον ἡμᾶς* ταῖς πρεσβείαις σου μακάριε,* καὶ τοὺς ἱκέτας σκέπε Μάρτυς σεμνέ* καὶ ἐξ ὀδόντων τοῦ ἐχθροῦ,* τάχος ἐξάρπασον.

Νόσων ἰατρός* ἀνεδείχθης μέγας ῞Αγιε,* καὶ πάντων τῶν Χριστιανῶν,* σὺ φρουρός, ἀσπὶς καὶ τεῖχος ἀπόρθητον,* σεμνὲ Προκόπιε.

῾Ρῦσαί με δεινῶν* καὶ στενώσεως Προκόπιε,* ἐκ νόσων καὶ θλίψεων καὶ συμφορῶν,* τῇ μεσιτείᾳ σου μάκαρ,* ταχύ ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.

῎Εμπλησον χαρᾶς εὐεργέτας τοῦ ἱκέτους Σου* καὶ διαφύλαττε αὐτούς, Μαριάμ,* ἐκ πάσης βλά­βης* καὶ στενώσεως σοῦ δέομαι.

ᾨδὴ στ´. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ ...

̉Εν κλίνῃ, νῦν ἀσθενῶν κατάκειμαι,* ὁ πανάθλιος ἱκέτης σου Μάρτυς,* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν, μάκαρ, αἰτοῦμαι,* ἣν δώρισαί μοι ταχέως, Προκόπιε,* καὶ πᾶσαν λύπην τῆς ψυχῆς,* ἀπ᾿ ἐμοῦ ἀποδίωξον Ἅγιε.

Σωμάτων, θεραπευτὴν καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδόξων ἡ πληθὺς θεοφόρε,* καὶ τῶν ψυχῶν ἰατρὸν καὶ προστάτην,* καὶ τῶν ἐν θλίψεσι καὶ ζάλαις προπύργιον,* Προκόπιε θαυματουργέ,* τῶν πιστῶν σὺ στεῤῥὸν καταφύγιον.

̉Εκ καρκίνου καὶ αἰφνιδίου θανάτου,* διαφύλαττέ συ Στρατηλάτα,* καὶ ἐκ παθῶν καὶ δεινῶν ἀλγηδόνων,* ῥῦσαι ἱκέτην σου, μάκαρ Προκόπιε,* καὶ σῶσον τοὺς Χριστιανοὺς,* ἐκ παγίδων τοῦ ὄφεως, ῞Αγιε.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πᾶντες δεόμεθα* τοὺς δὲ ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Διάσωσον,* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου θεοφόρε,* ὅτι πάντες σεμνοπρεπῶς πρὸς σὲ καταφεύγομεν,* ὡς ἄγρυπνον φύλακά τε καὶ ῥύστην.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως,* ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ὁ Χορὸς μεθ΄ ἑ­κά­στην αἴ­τη­σιν ψάλ­λει τὸ Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον (γ΄) καὶ εἶτα τὸ Κοντάκιον.

Ἦχος β´. Προστασία τῶν Χριστιανῶν ...

Προστάτης πτωχῶν ἀνεδείχθης, μακάριε,* καὶ νοσούντων ἰατρὸς ἀλάνθαστος ῞Αγιε,* μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ φύλαξον, θαυματουργέ,* ἐκ τῶν παγίδων τοῦ ἐχθροῦ,* ἡμᾶς τοὺς σοὶ προστρέχοντας.* Τάχυνον εἰς πρεσβείαν* καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν* ὁ ἑτοιμότατος φρουρός,* παναοίδιμε Προκόπιε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Δ ίκαιος ὡς φοίνιξ ἀνθήσει καί ὡσεί κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. (δίς)

Στίχος. Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσιν.

Δίκαιος ὡς φοίνιξ ἀνθήσει καί ὡσεί κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀ­κροά­σεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου …

῾Ο χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν ἁγίου Εὐαγγελί­ου, τὸ ἀ­νάγνωσμα. Πρόσχωμεν. (Κεφ. ιβ΄ 8 – 12) 

῾Ο χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς˙ πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ˙ ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ˙ τῷ δὲ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι, οὐκ ἀφεθήσεται. ῞Οταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγάς καὶ τὰς ἀρχάς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἤ τι ἀπολογήσησθε, ἤ τι εἴπητε˙ τὸ γὰρ ῞Αγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.

῾Ο Χορός. Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρί ...

Ταῖς τοῦ  ̉Αθλοφόρου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἑξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καί ἀεί ...

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἑξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός…

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστά­τα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐ­δὲ ποῦ πρσφύγω, Προκόπιε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, Στρατηλάτα,* καὶ γίνου σὺ προ­στάτης καὶ φρουρὸς* καὶ βακτηρία ἀκλόνητος,* πάντων τῶν τι­μῶντων σε.

 Ὁ Ἱ­ε­ρεύς.  Σῶ­σον ὁ Θε­ὸς

Ὁ χο­ρός· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (ιβ΄).

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Ἐ­λέ­ει, καὶ οἰ­κτιρ­μοῖς,...

Ὁ χο­ρός· ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.

Νικητὴς ἀνεδεὶχθης* καὶ κατέλυσας Μάρτυς πάντα τὰ εἴδωλα,* διὸ σὲ ἱκετεύω,* καὶ δέομαι Ἅγιε,* τὴν νεότητα φύλαξον* καὶ ἐκ τῶν παρεκτροπῶν* διάσωσον εὐχαῖς σου.

̉Ισχυρὸς ἀνεδείχθης,* τοῦ Σταυροῦ τῇ δυνάμει, σεμνὲ Προκόπιε,* καὶ πᾶσι τοῖς νο­σοῦσι,* ὑγείαν σὺ παρέχεις,* διὸ ἅπαντες ᾄδομεν,* ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν* Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

Τοῦ Σταυροῦ τῇ δυνάμει* τῶν εἰδώλων τὰ ξόανα ἐθρυμμάτισας* καὶ νίκην ἐδωρίσω,* ἡμῖν τοῖς  ̉Ορθοδόξοις,* διὸ ᾄδοντας λέγομεν˙* ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν,* Θεὸς εὐλογη­τὸς εἶ.

Θεοτοκίον.

Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανία* καταπαύει ὁ Πλάστης, Παρθένε ἕνδοξε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ  γονυκλινῶς σοῦ  δέονται,* τὸν  Σὸν Υἱόν, Μαριάμ,* εὐμένισον λιταῖς Σου.

ᾨδὴ η´. Τὸν Βασιλέα.

Τοὺς ἐν τῇ κλὶνῃ* τοῦ πόνου πάντας κειμένους,* σὺ παράσχου τήν  ὑγείαν, Τρισμάκαρ,* ἵνα σὲ ὑμνοῦμεν,* εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Τοὺς προσελθόντας,* ἐν τῷ σεπτῷ σου τεμένει,* μὴ παρίδῃς, θεόφρον, ὑμνοῦντας* καὶ ὑπερυψοῦντας* εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Τ ῶν ἰαμάτων* κρουνὸς, σοφὲ, ἀνεδείχθης* καὶ πτωχοὺς, Προκόπιε, μὴ παρίδῃς,* ἵνα σέ ὑμνοῦμεν* εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Θεοτοκίον.

̉̉Εκ τῶν ἀνθρώπων* τὴν ἀνασφάλειαν τάχος* ἐκδι­ώκεις,  Παρθένε  Μαρία,*  καὶ  εἰς  τὰς  ψυχὰς  μας* ἐλπίδαν ἐμφυτεύεις.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.

Χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης* ἔμπλησον, παμμάκαρ,* τοὺς ἐξαιτοῦντας ἐν πίστει τὴν σὴν ἀῤῥωγήν* καὶ τοὺς ἐν θλίψεσιν ὄντας* τάχος ἐπίσκεψαι.

Προκόπιε Θεόφρον,* φύλαττε, τρισμάκαρ,* ἐκ πάσης νόσου, ἀνάγκης καὶ θλίψεως* τοὺς εὐσεβῶς Στρατηλάτα* σὲ μεγαλύνοντας.

῏Ω μέγα Στρατηλάτα,* φάλαγγος Κυρίου,* τοὺς στρατευομένους καλῶς διαφύλαξον* καὶ ἁμαρτάδων μου λύσιν,* εὐχαῖς σου δώρησαι.

Θεοτοκίον.

Σοὶ Δέσποινα προσπίπτω* καὶ καθικετεύω* τοὺς  ̉Ὀρθοδόξους ἐκ πλάνης διάσωσον* καὶ κεκοιμη­μένοις λιταῖς σου* δίδου ἀνάπαυσιν.

Καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς,* μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ πα­ναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ* καὶ ἐνδο­ξοτέραν* ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον* Σέ μεγαλύνομεν.

Χαίροις, Ὀρθοδόξων ἡ καλλονή˙ χαίροις, διωχθέντων, καταφύγιον ἰσχυρόν˙ χαίροις, τῶν ἐν θλίψει* καὶ τῶν ἐν ἐξορίᾳ,* Προκόπιε θεόφρον,* τὸ παραμύθιον.

Μάρτυς τοῦ Κυρίου θαυματουργέ,* φύλαττε ἱκέτας* ἀπὸ βλάβης τε καὶ φθορᾶς,* ἐκ νόσων παντοίων* καὶ θλίψεων ποικίλων* καὶ τοῖς ἐν μετανοίᾳ,* δάκρυα δώρησαι.

Σκέπαζε, Προκόπιε θαυμαστέ,* πάντας τοὺς συζύγους* καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν σοφέ.* Φύλαττε ἐκ νόσων,* σατανικῶν παγίδων* καὶ ὀλιγοπιστίας* ἱκέτας, ἔνδοξε.

῎Εχοντες προστάτην, θαυματουργὲ,* σὲ τὸν Στρατηλάτην,* Ἐκκλησίας τὴν κορυ­φήν,* χαίρομεν ἀσμένως,* κηρύττομεν δεόντως,* Χριστοῦ τὰ μεγαλεῖα,* Μάρτυς Προκόπιε.

Πᾶσαι τῶν  ̉Αγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου,*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Α­γιοι Πάντες* μετά τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ..., Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν... καὶ τὸ ̉Απολυτίκιον τοῦ ῾Αγίου.

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

̉Αγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ, τῶν Μαρτύρων καλλονὴ Μάρτυς Προκόπιε, ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀριστεύσας εὐκλεῶς, κατήσχυνας τὸν Βελίαρ, οὐ τῆς κακίας ἄτρωτους, σῷζε τοὺς πόθω σὲ γεραίροντας.

Πά­λιν Δέησις  καὶ εἶτα ὁ ῾Ι­ε­ρεὺς ποι­εῖ τὴν ἀ­πό­λυ­σιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς ἱεράς εἰκόνας ψάλ­λομεν τά ἑξῆς:

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας θερμῶς,* τῇ σῇ κραταιᾷ προστασίᾳ* καὶ ἀντιλήψει, σοφέ,* φύλαττε πρεσβείαις σου καὶ σῶσον, ῞Αγιε,* τὰς αἰτήσεις ἐκπλήρωσον,* καὶ ἐξ ὁλεθρίων,* πειρασμῶν τοῦ ὄφεως,* ῥῦσαι, θεόφρον, ἀεί.* Λύχνε τοῦ Χριστοῦ, φωτοφόρε,* εὔχου ὦ Προκόπιε ἔτι* καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀνυμνούντων σε.

Δέσποινα πρόσδεξαι,* τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς Σέ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με* ὑπό τήν σκέπην Σου.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν. Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν έλέησον ἡμᾶς.

 Αμήν.


[1] Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…,  Καὶ νῦν…