Σάββατο, Μαΐου 23, 2026

 

Άγιος Νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ

(23 Μαΐου 1996)

εικόνα άρθρου: Άγιος Νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ (23 Μαΐου 1996)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

“Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι”


Παιδικά χρόνια

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 στο χωριό Κουρίλοβο του Παντόλσκ κοντά στη Μόσχα. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία.

 

Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ Βασίλιεβνα. Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δε φορούσε Σταυρό και στη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο Ευγένιος δεν έβγαλε ποτέ από πάνω του. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελούσαν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε και συνέχισε να τον φορά. Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός.

Στο μέτωπο

Στις 25/6/1995 παρουσιάστηκε στο Στρατό και στις 13/1/1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ιγκουερίνας. Ένα μήνα μετά, στις 13/2/1996, αιχμαλωτίστηκε. Η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από έναν δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει σχετική οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από το δρόμο περνούσαν συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα (3.00) εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο.

Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν δέκα πάνοπλοι Τσετσένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Στις 4π.μ. όταν ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι πρόκειται για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην πόλη Χαγκάλα της Τσετσενίας, για να βρει το παιδί της. Εκεί ήρθε σε επαφή με αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθειγια την τύχη του Ευγένιου. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000 (!). Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα κέρδιζαν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού ψάχνοντάς τον, διέσχισε χωριά, ναρκοθετημένους δρόμους, μέτωπα συγκρούσεων, και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

Αιχμαλωσία και μαρτύριο Αγίου Ευγενίου Ροντιόνωφ

Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν, ώστε να καταφέρουν, ει δυνατόν, να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του και να γίνει μουσουλμάνος και δήμιος άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει, έστω, το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν. Αργότερα, οι ίδιοι κάποιοι πολέμαρχοι των ισλαμιστών ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δε θα τον αδικούσαμε». Στις 23 Μαΐου του 1996, την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν και τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του.

Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.

Το άγιο λείψανο

Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Οι Τσετσένοι ζήτησαν 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια. Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε, για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κ.ά. Στις 20/11/1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Σε λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του. Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού

Ένα κορίτσι Ορθόδοξου ορφανοτροφείου διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι λέγεται Ευγένιος και την οδήγησε από το χέρι στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν τέτοιο μανδύα». Πολλοί έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα να βοηθάει αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες. Σε νοσοκομείο τραυματιών πολέμου, νοσηλευόμενοι πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα Αγίου Ευγενίου Ροντιόνωφ αναγνωρίζοντας αυτόν που τους βοήθησε.
Το στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και πολλοί φυλακισμένοι. Βοηθάει τους ψυχικά συντετριμμένους λόγω της φυλακίσεως τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα

Το τέλος των δημίων

Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο συγκεκριμένος αρχηγός των Τσετσένων και η ομάδα του, οι σφαγείς του Αγίου Ευγένιου Ροντιόνωφ, σκοτώθηκαν από ομοφύλους του σε εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ.α. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Συλληφθεῖς ὑπ’ ἀθέων, Μάρτυς Εὐγένιε, τήν ὀρθόδοξον πίστην καθομολόγησας, τοῦ Σωτῆρος τόν Σταυρόν ἐγκολπωσάμενος τήν κοπήν τῆς κεφαλῆς ἐπροτίμησας στερρῶς, καί χαίρεις μετά Μαρτύρων, γόνε λαμπρέ της Ρωσίας καί στρατιώτα τοῦ Χριστοῦ εὐκλεῆ.

Κοντάκιον. Τη Υπερμάχω.

Τον εκ Ρωσίας ευγενώς νυν ανατείλαντα και παιδιόθεν προς Θεόν ταχέως δράμοντα, ανυμνήσωμεν, ω φίλοι, μετά δακρύων. Ημερών γαρ εκατόν βασάνους έλαβεν, κεφαλήν δε τω Χριστώ θερμώς προσέφερε, ώ κραυγάσωμεν, Χαίροις, μάρτυς Ευγένιε.

Μεγαλυνάριον.

Τόν σφαγιασθέντα ὥσπερ ἀμνόν, Ὑπό μισοχρίστων, εὐφημήσωμεν ἐν χορῷ, Κεφαλήν τμηθέντα, ὑπέρ Ἐσταυρωμένου, Εὐγένιον τόν Νέον, Ρωσίας Μάρτυρα.



 

Άγιος Ιωακείμ (Παπουλάκης) ο Ιθακήσιος


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ (ΠΑΠΟΥΛΑΚΗΣ) Ο ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ
      Στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας αναδείχτηκαν σπουδαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, οι οποίες βοήθησαν το υπόδουλο Γένος μας να κρατήσει την πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό και την εθνική του ταυτότητα. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Ιωακείμ ο Ιθακήσιος, ο αποκαλούμενος Παπουλάκης.
      Γεννήθηκε στο μικρό χωριό Καλύβια του τότε δήμου Πολυκτορίων Ιθάκης, στα 1786 και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Πατέρας του ήταν ο Άγγελος Πατρίκιος, ιθακήσιος πλοίαρχος, και η μητέρα του η Αγνή από την Πρέβεζα. Ήταν ευσεβείς άνθρωποι, με ορθόδοξο φρόνημα. Λίγο μετά τη γέννησή του, η μητέρα του πέθανε και ο πατέρας του έκαμε δεύτερο γάμο.
      Όμως η νέα σύζυγος του πατέρα του και μητριά του, μισούσε το μικρό Ιωάννη και τον κακομεταχειρίζονταν. Εκείνος, παρ’ όλο το μίσος και την απόρριψη, υπόμεινε τις προσβολές και τις τιμωρίες και δεν ανταπέδιδε κακία προς αυτή. Μάλιστα φάνηκαν ενωρίς τα χαρίσματά του και οι αρετές του. Αν και παιδί, είχε δυνατή και ακλόνητη πίστη στο Χριστό. Σύχναζε στην Εκκλησία, νήστευε, προσευχόταν και σκορπούσε γύρω του καλοσύνη και αγάπη. Μεγάλη του αγάπη η μελέτη πνευματικών βιβλίων και ιδιαιτέρως της Αγίας Γραφής.  
Αυτό εξόργιζε περισσότερο την άσπλαχνη μητριά, η οποία έπεισε τον άντρα της να διακόψει το σχολείο και να τον στείλει ναύκληρο σε ξένο καράβι, με την συκοφαντία ότι δήθεν το παιδί παραμελούσε το σχολείο του. Αλλά και στο ξένο καράβι ο Ιωάννης έδειξε ασυνήθιστο ήθος και δεν παραμελούσε την πνευματική του ζωή. Όταν δεν είχε υπηρεσία αποσύρονταν στην καμπίνα του και προσεύχονταν.
       Όταν έγινε δεκαεπτά ετών, στα 1803, το καράβι αγκυροβόλησε στον Άθωνα, στη Μονή Βατοπεδίου. Ο Ιωάννης βγήκε από το πλοίο και πήγε να προσκυνήσει και να συζητήσει με τους μοναχούς. Η σύντομη επαφή με την  πνευματικότητα των αγιορειτών πατέρων, ήταν αρκετή να πάρει τη μεγάλη απόφαση να μείνει στη Μονή και να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο ηγούμενος είχε τις αντιρρήσεις του λόγω της εφηβικής του ηλικίας. Τελικά κάμφθηκε από την επιμονή του ευσεβούς νέου.
      Ο πατέρας του όταν έμαθε το νέο στεναχωρήθηκε πολύ. Αντίθετα η άσπλαχνη και κακιά μητριά του χάρηκε που τον ξεφορτώθηκε. Έγινε η μοναχική του κουρά και έλαβε το όνομα Ιωακείμ. Δεν άργησαν να φανούν τα προτερήματά του και οι αρετές του. Εκτελούσε με μεγάλη προθυμία τις πιο επίπονες διακονίες της Μονής και πρόκοβε καθημερινά στην αρετή και την αγιότητα. Αργότερα έλαβε το Μεγάλο Σχήμα και έγινε σύμβουλος στη διοίκηση της Μονής. Ταυτόχρονα φοιτούσε στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή, η οποία λειτουργούσε στην Μονή του, λαμβάνοντας σημαντική μόρφωση. 
        Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821, με τις ευλογίες της Μονής, ζήτησε να βγει στον κόσμο και να στηρίξει τους δοκιμαζομένους Ορθοδόξους Έλληνες. Κατέβηκε στην Πελοπόννησο και προσέφερε ανεκτίμητο πνευματικό και κοινωνικό έργο στους αγωνιστές και στον άμαχο πληθυσμό, διδάσκοντας, στηρίζοντας και ανεβάζοντας το ηθικό των Ρωμηών. Με δικές του ενέργειες και έχοντας την βοήθεια του Παπαγιάννη Μακρή από την Πύλαρο της Κεφαλονιάς έδιωξε χιλιάδες γυναικόπαιδα στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, σώζοντάς του τη ζωή από τις σφαγές των Τούρκων. Ο ίδιος βρισκόταν σε συνεχή κίνδυνο από την πνευματική και εθνική του δράση.  
       Όταν ήλθε η απελευθέρωση και είχε εκπληρώσει το υψηλό καθήκον του, αποφάσισε να αποσυρθεί στην ησυχία της ερήμου. Δεν γύρισε στον Άθωνα, αλλά, εμπνεόμενος από κάποια εσωτερική φωνή, προτίμησε να πάει στο νησί του, την Ιθάκη. Αποσύρθηκε στο ερημικό  δάσος «Αφεντικός Λόγγος», όπου άρχισε να
ασκείται, μισόγυμνος, με νηστεία, προσευχή, αγρυπνία και αστείρευτες ροές δακρύων. Καθάρθηκε από τα πάθη του και άρχισαν να είναι εμφανή τα σημάδια της Θείας Χάριτος και της αγιότητας στο πρόσωπό του.
      Όμως δεν τον ανάπαυε η δική του πνευματική αυτάρκεια. Άφηνε συχνά το ερημητήριό του και γύριζε στα χωριά του νησιού και δίδασκε την Ορθοδοξία και βοηθούσε πνευματικά και υλικά όσους είχαν ανάγκη.  Οι Ιθακήσιοι τον αγαπούσαν και τον αποκαλούσαν «Παπουλάκη». Μάλιστα του δόθηκε από το Θεό και το χάρισμα της θαυματουργίας. Πήγαινε, όπου μάθαινε ότι υπήρξε πρόβλημα και με την προσευχή του θαυματουργούσε. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια γύριζε από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι και βοηθούσε υλικά και πνευματικά τους κατοίκους του νησιού. Τα χρήματα που του έδιναν οι πιστοί τα έδινε όλα στους φτωχούς. Στα 1848 έσωσε από λιμό το νησί θαυματουργικά! Επίσης του δόθηκε το χάρισμα της προφητείας. Καυτηρίαζε την έκλυση των ηθών, που επέβαλαν οι δυτικοί κατακτητές.
     Αγωνίστηκε με σθένος να κρατήσει την Ορθοδοξία στις ψυχές των Ιθακήσιων, από την δράση των παπικών και προτεσταντών. Γι’ αυτό έγινε στόχος τους. Κάποτε τον κατηγόρησαν στον άγγλο διοικητή ότι δήθεν πρόβλεψε έναν μεγάλο σεισμό και έσπειρε στο λαό αναστάτωση. Κλήθηκε από τον διοικητή, έδωσε τις εξηγήσεις του, ότι πρόκειται για σκευωρία. Ο άγγλος δεν τον πίστεψε και άρχισε να απειλεί το Γέροντα και να βρίζει τον ορθόδοξο μοναχισμό. Τότε έγινε το απροσδόκητο. Η πολυθρόνα του έγινε κομμάτια και εκείνος έπεσε στο έδαφος αναίσθητος. Όταν συνήλθε έπεσε στα πόδια του Γέροντα και του ζήτησε συγνώμη!
       Με τη βοήθεια των κατοίκων έκτισε πολλούς ναούς στη νησί, για να εκκλησιάζονται οι Ορθόδοξοι σ’ αυτούς και όχι στους παπικούς. Κάποτε είχε ξεσπάσει επιδημία πανώλης. Ο άγιος παρακίνησε τους κατοίκους του χωριού Ανωγή και έκτισαν ναό στον Άγιο Αθανάσιο, αμέσως η επιδημία εξαφανίστηκε!  
       Όταν η στεριανή Ελλάδα απελευθερώθηκε από τους Τούρκους αναπτέρωνε τις ελπίδες και των σκλαβωμένων Ιθακήσιων στους Άγγλους ότι έφτανε και η δική τους ελευθερία, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1864. Για την εθνική του αυτή δράση κακοποιούνταν και γελοιοποιούνταν από εγκάθετους των κατακτητών. Τον έφτυναν δημόσια σε κάθε εκδήλωση!  

      Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του πέρασε στο σπίτι του ευσεβούς Χ. Παΐζη (Λιανού), ασθενής και υπέργηρος. Αφού εξομολογήθηκε και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, κοιμήθηκε ειρηνικά στις 3 Μαρτίου του 1868, αφού ήδη είχε προβλέψει το θάνατό του. Η αγιοκατάταξή του έγινε στις 19-3-1998 και ορίστηκε να εορτάζεται η μνήμη του στις 3 Μαρτίου, ημέρα της εκδημίας του και στις 23 Μαΐου την ημέρα της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του. 


 

Άγιος Ευμένιος ο Νέος (Σαριδάκης)

Ευμένιος Σαριδάκης: Εντός του Μαρτίου η αγιοκατάταξη του διορατικού  γέροντος της Κρήτης | Rethemnos News 

ΑΓΙΟΣ ΕΥΜΕΝΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ (ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η ανάδειξη αγίων  είναι το διαρκές θαύμα στη ζωή της Εκκλησίας μας, καθότι άλλωστε αυτό είναι το έργο της, να μεταποιεί αμαρτωλούς σε αγίους.  Δεν υπάρχει εποχή, στην δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία, που να μην έχουν αναδειχτεί άγιοι. Ιδιαίτερο θαύμα είναι η ανάδειξη πληθώρας αγίων και στην εποχή μας, όπου έχει περισσέψει το κακό, γιγαντώθηκε η αμαρτία, και ο κόσμος βρίσκεται σε πρωτοφανή ηθική και πνευματική κατάπτωση. Αλλά, «ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις (Ρωμ.5,20), σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο. Στον ταραγμένο 20ο αιώνα έχει αναδειχτεί μία πλειάδα αγίων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο άγιος Ευμένιος ο Νέος (Σαριδάκης), μία πραγματικά οσιακή και αγιασμένη μορφή, ο οποίος έχει καταταχτεί πρόσφατα στους αγιολογικούς δέλτους της Εκκλησίας μας.   

      Ο αγιασμένος Γέροντας γεννήθηκε την πρωτοχρονιά του 1931 στο χωριό Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Καταγόταν από πολυμελή και φτωχή οικογένεια. Οι γονείς του ήταν απλοϊκοί και φτωχοί, αλλά πιστοί άνθρωποι. Ο πατέρας του ονομάζονταν Γεώργιος και η μητέρα του Σοφία και ήταν το όγδοο παιδί της οικογένειας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος.

     Τα παιδικά του χρόνια υπήρξαν πολύ δύσκολα, βιώνοντας τη φτώχεια και την ορφάνια. Ο πατέρας του, όταν ήταν αυτός δύο ετών, ασθένησε και πέθανε, αφήνοντας χήρα σύζυγο και οκτώ παιδιά ορφανά και απροστάτευτα, να μεγαλώνουν μέσα σε απερίγραπτη φτώχεια. Η ηρωική και πιστή εκείνη γυναίκα, με εφόδιο την πίστη της στην πρόνοια του Θεού και τις προσευχές της στην Παναγία,  και τον υπεράνθρωπο αγώνα της κατόρθωσε να ζήσει και να μεγαλώσει τα παιδιά της, μεταδίδοντάς τους παράλληλα την ευσέβεια και εδραιώνοντάς τους βαθιά πίστη στο Θεό.

      Ο Κωνσταντίνος έδειξε από μικρό παιδί τις ιδιαίτερες χάρες του, την άδολη πίστη του στο Θεό και τον σεβασμό του στην αγαπημένη του μητέρα.  Σύχναζε στην εκκλησία του χωριού, βοηθώντας τον εφημέριο, προσευχόταν με θέρμη και ευλάβεια και τηρούσε αγόγγυστα, σαν μεγάλος, όλες τις νηστείες του έτους. Έδειχνε μία ξεχωριστή πνευματική ωριμότητα και παράλληλα μια παράδοξη και θερμή αγάπη για τον μοναχισμό. Ως έφηβος μάλιστα εκδήλωσε την επιθυμία του να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Σε ανύποπτο χρόνο αποκάλυψε: «Εγώ, δεκαεπτά χρόνων πήγα στο μοναστήρι. Ήμουν δεκαέξι χρόνια στο χωριό μου. Αγαπούσα τον Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλές φορές να γίνω καλόγερος. Μια μέρα μου λέει ο παπάς: “Έλα να σε κάνω νεωκόρο”. Πήγα κι εγώ. Άναβα τα καντήλια πρωί-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ό, τι βιβλία έβλεπα τα διάβαζα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 1944, το απόγευμα, πήγα, άναψα τα καντήλια στην εκκλησία και, μετά, πήγα στο σπίτι μας. Ήταν εκεί η αδελφή μου η Ευγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες και μακαρόνες. Εκεί που τρώγαμε, ήρθε μια λάμψη και με τύφλωσε και μπήκε μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Κι αμέσως, την ίδια στιγμή, φώναξα της Ευγενίας: “Ευγενία, θα γίνω καλόγέρος”».

       Σε ηλικία μόλις 17 ετών πραγματοποίησε την σφοδρή νεανική του επιθυμία. Κατέφυγε στη Ιερά Μονή Αγίου Νικήτα, στα νότια της Κρήτης, όπου έγινε δεκτός ως δόκιμος μοναχός, δείχνοντας υπερβάλλοντα ζήλο για την αγγελική μοναχική ζωή και ακολουθώντας με ακρίβεια τους κανόνες της Μονής. Μετά την τριετή επιτυχή  δοκιμασία, γύρω στα είκοσι χρόνια του, εκάρη μοναχός και ονομάστηκε Σωφρόνιος. Με την άδεια του ηγουμένου πήγαινε τα καλοκαίρια, στο Άγιο Όρος, για να γνωρίσει τον αγιορείτικο μοναχισμό και να συναντήσει πνευματικούς ανθρώπους.

      Στις 24 Ιανουαρίου 1954 κλήθηκε να υπηρετήσει την  στρατιωτικής του θητεία. Παρουσιάστηκε Μεγάλο Πεύκο Αττικής, αποβάλλοντας με πολλή λύπη προσωρινά  την μοναχική περιβολή. Σύντομα έδειξε τον καλοκάγαθο χαρακτήρα του, αποκτώντας την συμπάθεια και τον σεβασμό των ανωτέρων του και των συναδέλφων του.

      Αλλά δυστυχώς, κατά τη διάρκεια της θητείας του, εκδηλώθηκε σ’ αυτόν η λοιμώδης νόσος της λέπρας, η νόσος του Χάνσεν, όπως είναι επιστημονικά γνωστή, η οποία ήταν ακόμη, για την εποχή εκείνη, δύσκολα ιάσιμη και ταλαιπωρούσε πολύ κόσμο. Πέρα από τους πόνους και τους φοβερούς κνησμούς, νεκρώνει τους ιστούς και παραμορφώνει φρικτά τους ασθενείς. Επί πλέον έχει μεγάλη μεταδοτικότητα. Γι’ αυτό απολύθηκε από το στρατό και εισήχθηκε  στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Αθηνών, στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω Αττικής, για θεραπεία και αναγκαστική παραμονή στο Ίδρυμα, μαζί με τους υπόλοιπους χανσενικούς ασθενείς, για την μη διασπορά της νόσου.

      Ο Σωφρόνιος υπέμεινε με αξιοθαύμαστη καρτερία και πίστη στο Θεό, την επώδυνη δοκιμασία του και έδειξε υπομονή για την υποχρεωτική απομόνωσή του στο Ίδρυμα, αποκομμένος από το συγγενικό και κοινωνικό περιβάλλον. Όμως οι θερμές προσευχές του και η επιτυχής νοσηλεία είχαν αίσιο αποτέλεσμα, θεραπεύτηκε εντελώς από την νόσο, χωρίς να του αφήσει κανένα σωματικό ελάττωμα ή σημάδι.

       Η παραμονή του στο Αντιλεπρικό Νοσοκομείο και η επαφή του με τον ανθρώπινο πόνο, του γέννησε την επιθυμία να παραμείνει στο Ίδρυμα, για να υπηρετήσει, όσο μπορούσε, τους συνανθρώπους του, που έπασχαν από την φοβερή νόσο.  Να προσφέρει τις διακονίες του στους ασθενείς λεπρούς, ως   «δικούς του ανθρώπους και φίλους», όπως συνήθιζε να λέει και να εννοεί, καθότι, οι ατυχείς αυτοί άνθρωποι, πέρα από την επώδυνη ασθένειάς του, βίωναν και την κοινωνική απόρριψη. Οι οικείοι τους τους εγκατέλειπαν εκεί, εξαιτίας του φόβου μετάδοσης του επικίνδυνου ιού, αλλά και των φρικτών σωματικών παραμορφώσεών τους. Ο άνθρωπος αυτός του Θεού, έβλεπε τους ασθενείς συνανθρώπους του ως εικόνες του Θεού, τους οποίους έχουμε υποχρέωση να τιμάμε και να υπηρετούμε. Επί πλέον αισθανόταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει τους δυστυχείς αυτούς ανθρώπους, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης στο Θεό για την δική του θεραπεία.

      Η διοίκηση του Ιδρύματος δέχτηκε το αίτημά του και του παραχώρησε ένα μικρό κελί, δίπλα στο εκκλησάκι του νοσοκομείου, των Αγίων Αναργύρων. Εκεί ζούσε  μοναχικά, προσευχόμενος και υπηρετώντας και παρηγορώντας τους τροφίμους.  

       Όταν έκλεισε το Λεπροκομείο της Χίου, ήρθε στο Λεπροκομείο Αθηνών ο λεπροπαθής συμπατριώτης του μοναχός Νικηφόρος Τζανακάκης, ο μετέπειτα άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός, τυφλός, σχεδόν παράλυτος και παραμορφωμένος, αλλά έμπλεος βαθιάς πίστης στο Θεό και σπάνιων αρετών. Ο Σωφρόνιος τον συμπάθησε, τον αγάπησε και έθεσε τον εαυτό του στις υπηρεσίες του. Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με σπάνια αδελφική φιλία, και ο Σωφρόνιος όρισε τον Νικηφόρο πνευματικό του πατέρα και οδηγό του, ως την κοίμηση του δευτέρου (4 Ιανουαρίου 1964).    

       Το 1975, σε ηλικία 44 ετών, ο Σωφρόνιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, λαμβάνοντας το όνομα Ευμένιος και διορίστηκε εφημέριος του Νοσοκομείου Λοιμωδών Αθηνών. Η είσοδός του στην ιεροσύνη υπήρξε μια ξεχωριστή εμπειρία και ευλογία για εκείνον. Ως ιερέας κατέστη ο πνευματικός και εξομολόγος των ασθενών, αλλά και χιλιάδων πιστών, οι οποίοι, πληροφορούμενοι για την πνευματική του ωριμότητα, τον επισκέπτονταν στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου και στο ταπεινό κελί του.  Με τον καιρό ο χαρισματικός Γέροντας γινόταν όλο και πιο γνωστός, τόσο στο λεκανοπέδιο Αττικής, όσο και αλλαχού, στο οποίο έσπευδαν κατά χιλιάδες για να εξομολογηθούν, να ακούσουν λόγους παρηγοριάς και να ωφεληθούν πνευματικά. Ιδιαίτερα τους έθελγε η ταπείνωσή του, η καλοσύνη του, η πραότητά του  και το γεμάτο από θυσιαστική διάθεση παράδειγμα του βίου του. Έτσι το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων του Νοσοκομείου Λοιμωδών είχε γίνει ένα σπουδαίο κέντρο πνευματικού, ποιμαντικού, κατηχητικού, εξομολογητικού και ιεραποστολικού έργου στην Δυτική Αττική.  

      Ο αγιασμένος Γέροντας δέχονταν με καλοσύνη και αγάπη όλους, συζητώντας ακούραστα, με τις ώρες, νουθετώντας και στηρίζοντας. Χιλιάδες άνθρωποι, κληρικοί και λαϊκοί, ασθενείς και υγιείς, είχαν βρει κοντά του μια πνευματική όαση, ένα στέρεο απάγκιο. Βρήκαν τον κατάλληλο καλοκάγαθο πνευματικό, ο οποίος τους παρηγορούσε και τους ελάφρωνε από τα βαριά φορτία της ζωής.

      Και μετά τις πολύωρες επισκέψεις συνέχιζε στο ταπεινό κελί του να προσεύχεται με θέρμη για τη σωτηρία και την βοήθεια των ασθενών, των επισκεπτών του και όλων των ανθρώπων, αισθανόμενος ως βασική του υποχρέωσή του να εύχεται για όλη την ανθρωπότητα και ειδικά τους αναξιοπαθούντες. Οι προσευχές του εκτείνονταν ως τις πρώτες πρωινές ώρες, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις ώρες ανάπαυσης και ύπνου.  

      Ταυτόχρονα ο ίδιος ζούσε ως ασκητής, τηρώντας με ακρίβεια τους μοναχικούς κανόνες, την αδιάλειπτη προσευχή, τις νηστείες και υποβάλλοντας τον εαυτό του σε αυστηρό ασκητικό πρόγραμμα, από το οποίο δεν παρέκλινε και δεν αμελούσε ποτέ τον προσωπικό του αγώνα. Ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, ο οποίος υπηρετούσε και αυτός ως εφημέριος στο Νοσοκομείο Πολυκλινική Αθηνών, έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο:  «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια»! 

 Θαύμα του Γέροντα Ευμενίου Σαριδάκη – Τι βίωσε γνωστός τραγουδιστής

       Ο αυστηρός ασκητισμός του και η κοπιώδης πνευματική και χειρονακτική διακονία του στο Ίδρυμα τον κατέβαλλαν σωματικά. Ασθένησε και εισήχθη στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός των Αθηνών για μακρά και επίπονη νοσηλεία. Για δύο χρόνια έμεινε έγκλειστος στον θάλαμο 653, στον 6ο όροφο του νοσοκομείου. Το δωμάτιο του πόνου του το μετέτρεψε σε καλογερικό κελί, όπου, παρά τα επώδυνα προβλήματά του και συχνά ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, εκτελούσε με ακρίβεια τον μοναχικό του κανόνα, τις προσευχές και τις ακολουθίες του 24ώρου. Το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό τον αγκάλιασε με αγάπη και σεβασμό, διαβλέποντας στο πρόσωπό του έναν ενάρετο και άγιο άνθρωπο. Πολλοί ασθενείς πληροφορούνταν για την εκεί παρουσία του και τον επισκέπτονταν, για να πάρουν την ευλογία του και να στηριχτούν για τη δική τους περιπέτεια. Ο θάλαμός του είχε γίνει μέρος συνάξεως πολύ κόσμου, ώστε να προκαλούνται προβλήματα συνωστισμού στον όροφο. Όμως το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν ανεκτικό, γνωρίζοντας πως η συνάντηση των ασθενών με τον άγιο Γέροντα είχε θετική επίδραση στην θεραπεία τους.

        Τις τελευταίες είκοσι δύο μέρες της επίγειας ζωής του άρχισε να επιδεινώνεται η υγεία του και όλα έδειχναν την οσονούπω κοίμησή του. Είχε πέσει σε κώμα και δεν μπορούσε πια να μιλά και να κινείται. Όλα τα ζωτικά όργανά του έπαψαν να λειτουργούν, όπως τα νεφρά, η καρδιά και το συκώτι. Οι γιατροί τον υπέβαλλαν σε αιμοκαθάρσεις με τεχνητό νεφρό, αλλά δυστυχώς ο οργανισμός του δεν ανταποκρινόταν, το αίμα του μολύνονταν κάθε δύο ώρες και έτσι έπεσε σε σηψαιμικό κώμα.

       Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 23 Μαΐου του 1999, ημέρα Κυριακή, προκαλώντας θλίψη στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, το οποίο είχε αγαπήσει τον αγιασμένο ασθενή. Το τίμιο σκήνωμά εξέπεμπε μια σπάνια γαλήνη και φωτεινότητα, αποδεικνύοντας την αγιότητά του. 

      Μεταφέρθηκε στον ναό των Αγίων Αναργύρων του Νοσοκομείο Λοιμωδών, όπου εψάλλει τρισάγιο και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Η εκδημία του έγινε γνωστή στους χιλιάδες κατοίκους του λεκανοπεδίου, που τον είχαν γνωρίσει, οι οποίοι έσπευσαν, την νύχτα της 23ης Μαΐου, για να προσκυνήσουν το τίμιο σκήνωμά του, να λάβουν την τελευταία ευλογία του και να τον αποχαιρετήσουν. Το σώμα του ήταν ζεστό, φωτεινό, μαλακό και ελαστικό, δίνοντας την εντύπωση ότι κοιμόταν και έτσι διατηρήθηκε μέχρι τέλους. Ήταν ένα θαύμα, μια επιπλέον απόδειξη αγιότητάς του.

      Την εξόδιο ακολουθία τέλεσε ο Μητροπολίτης Νικαίας κ. Αλέξιος, πλαισιωμένος από δεκάδες ιερείς και την συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Μεταφέρθηκε για ταφή, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε, στην Εθιά Ηρακλείου.

      Ο πιστός λαός του Θεού, κλήρος και λαός, ο οποίος αποτελεί την συλλογική μνήμη και την έκφραση της πνοής του Αγίου Πνεύματος, θεωρούσε εξ’ αρχής ως άγιο τον Γέροντα Ευμένιο και τον τιμούσε ωσαύτως, ενώ ακόμα ζούσε. Η πίστη στην αγιότητά του συνεχίστηκε και μετά την αναχώρησή του από τον μάταιο ετούτο κόσμο. Η Εκκλησία μας έσπευσε να ικανοποιήσει την λαϊκή απαίτηση για την κατάταξή του στη χορεία των αγίων. Έτσι η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης, αφού εξέτασε με ακρίβεια την οσιακή ζωή του,  ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αναγραφή του στο Αγιολόγιο της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας.

       Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφού μελέτησε το σχετικό φάκελο και διαπίστωσε την αγιότητά του, με πράξη της, στις 14 Απριλίου 2022, τον κατέταξε στους Δέλτους των Αγίων, ορίζοντας να τιμάται η μνήμη του στις 23 Μαΐου εκάστου έτους, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.

      Οι άγιοι είναι για μας τους πιστούς τα πρότυπά μας, οι πνευματικοί μας φάροι, οι ζωντανές εικόνες του Θεού στον κόσμο. Ο νεοφανής άγιος Ευμένιος υπήρξε όντως ένας φωτεινός πυρσός στην πνευματική σκοτία της πολύβουης και πολυτάραχης Αθήνας, βιώνοντας την αγιότητα και ακτινοβολώντας την σε όσους είχαν την ευλογία να τον γνωρίσουν. Ας έχουμε τις αέναες προσευχές του στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού!



Παρασκευή, Μαΐου 22, 2026

 

Θεολογικό Σχόλιο στην Κυριακή των Αγίων Πατέρων

ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
(Θεολογικό Σχόλιο στην Κυριακή των Αγίων Πατέρων)
     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού 
      Η έβδομη Κυριακή από του Πάσχα, αποκαλείται Κυριακή των Αγίων Πατέρων και είναι αφιερωμένη στους 318 θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως είναι γνωστό, η αγία και μεγάλη αυτή Σύνοδος συγκλήθηκε το 325, στη Νίκαια της Βηθυνίας, από τον πρώτο χριστιανό αυτοκράτορα, Μ. Κωνσταντίνο, για να αντιμετωπίσει τον Αρειανισμό, μια από τις πλέον δαιμονικές αιρέσεις, η οποία συντάραξε την Εκκλησία τον 4ο μ. Χ. αιώνα και απείλησε αυτή την ίδια την ύπαρξή της.  

      Ιθύνων νουν της ένας επιφανής κληρικός της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, ο διαβόητος Άρειος, ο οποίος κατείχε τη θύραθεν παιδεία και κόμπαζε ότι ήταν μέγας θεολόγος και φιλόσοφος.  Καταλήφτηκε από εωσφορικό εγωισμό, όπως όλοι οι αιρεσιάρχες και πίστεψε ότι μόνο αυτός κατανόησε το μυστήριο της Εκκλησίας. Επηρεασμένος από την αριστοτελική φιλοσοφία, αρνούνταν να δεχτεί ότι μείχτηκαν  δύο διαφορετικές φύσεις, του Θεού και του ανθρώπου στο πρόσωπο του Λόγου. Για τον αρχαίο σταγιρείτη φιλόσοφο αυτό είναι αδύνατο και γι’ αυτό αρνήθηκε τη θεότητα του Λόγου, θεωρώντας Τον ως κτίσμα, το πρώτο κτίσμα του Θεού. Με την άρνησή του αυτή χτύπησε στην καρδιά της χριστιανικής πίστεως. Πρόσβαλε το θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής πίστεως, το τριαδικό δόγμα και ταυτόχρονα προσπάθησε να κατεδαφίσει το όλο οικοδόμημα της θείας οικονομίας. Αρνούμενος τη θεότητα του Ιησού Χριστού αναιρεί το επί γης απολυτρωτικό Του έργο, διότι ο Χριστός σώζει ως Θεάνθρωπος, ως αληθινός και τέλειος Θεός και συνάμα ως αληθινός και τέλειος άνθρωπος. Η υποβίβασή Του στην κατηγορία των κτισμάτων Του αφαιρεί τη δύναμη να σώσει το ανθρώπινο γένος από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο, διότι το κτίσμα δε μπορεί να σώσει άλλο κτίσμα.
       Αλλά αυτός, που εξ αρχής θέλησε να καταστρέψει τον άνθρωπο και τον παρέσυρε στην αμαρτία, είναι ο διάβολος. Αυτός πασχίζει να ματαιωθεί το απολυτρωτικό σχέδιο του Θεού. Είναι λοιπόν ευνόητο ότι ο Άρειος έγινε, με την εωσφορική έπαρση, έγινε το πλέον πειθήνιο όργανο του σατανά, για τη ματαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου! Η ολέθρια πλάνη του αρειανισμού σύγκειται στο να εξοβελιστεί ο Χριστός από τον κόσμο, ώστε να μη συντελεστεί η σωτηρία του. 
       Οι άγιοι Πατέρες συγκεντρώθηκαν από τα πέρατα της οικουμένης να διασαφηνίσουν, εν Αγίω Πνεύματι, το ορθόδοξο δόγμα και να καταδικάσουν τις δαιμονικές αρειανικές πλάνες. Η αγία μας Εκκλησία επέλεξε αυτή την χαρμόσυνη πασχάλια περίοδο να τους τιμήσει και να θυμίζει σε μας το συνοδικό πολίτευμά της. Αυτή η θύμηση στις μέρες μας είναι επιτακτική, διότι ο οικουμενισμός, με όλα τα παρακλάδια του θρησκευτικού συγκρητισμού, πασχίζει να υποβαθμίζει τη συνοδικότητα, με την ύπουλη προέλαση της δυτικής θρησκευτικής απολυταρχίας στον ορθόδοξο χώρο. Δυστυχώς υπάρχουν σημάδια τα τελευταία χρόνια, πως το άγιο συνοδικό  πολίτευμα της Εκκλησίας μας προσβάλλεται συχνά και κλονίζεται από ανεπίτρεπτες καινοτόμες πράξεις από εκκλησιαστικά πρόσωπα.    
       Η απολυταρχία είναι ολέθρια όπου και αν εφαρμόστηκε, είτε ως κρατική εξουσία, είτε ως πνευματική, είτε ως θρησκευτική. Ας μην ξεχνάμε πως τα μύρια δεινά που προκάλεσε ο θρησκευτικός απολυταρχισμός στη Δύση, από το μεσαίωνα και ως τις μέρες μας, απορρέουν ακριβώς από την στρέβλωση του γνησίου και αληθινού πολιτεύματος της Εκκλησίας μας. Ο φραγκικός βαρβαρικός απολυταρχισμός και το φεουδαρχικό σύστημα, εκτόπισαν από την Εκκλησία της
Δύσης το αρχέγονο συνοδικό σύστημα και εγκαθίδρυσαν ένα στυγνό εγκόσμιο σύστημα, το οποίο έφερε την εκκοσμίκευση, τη βία, τον καταναγκασμό, την Ιερή Εξέταση, την αποικιοκρατία, την ιεροκρατία, την οικονομική εκμετάλλευση, και το χειρότερο απ’ όλα, την μετάλλαξη της Εκκλησίας σε εγκόσμιο κρατικό οργανισμό, με την  αποθέωση του «πάπα» της Ρώμης ως «θεού επί της γης», ο οποίος σφετερίζεται του ιδιότητες του Χριστού, με το «πρωτείο» επί πάσης της γης και το «αλάθητο». Φυσικά η κατάσταση παραμένει η ίδια ή και χειρότερη στον κατακερματισμένο προτεσταντισμό, όπου η κάθε ομάδα είναι μικρογραφία του Βατικανού.
        Όσο και αν προσπαθούμε να βρούμε ίχνη εκκλησιαστικής γνησιότητας στον αλλοιωμένο  δυτικό χριστιανισμό δυστυχώς δε μπορούμε να βρούμε. Κι αυτό διότι απεμπόλησε τον συνοδικό χαρακτήρα της Εκκλησίας με την απολυτοποίηση ανθρώπινων «αυθεντιών», όπως ο «αλάθητος» πάπας στον Παπισμό και οι πολυάριθμοι «αλάθητοι» πάστορες στον Προτεσταντισμό.
       Η Εκκλησία είναι πατερική, διότι εκφράζεται μέσω των θεωμένων αγίων Πατέρων, οι οποίοι δεν διεκδίκησε κανένας τους ποτέ κάποιο «αλάθητο», αλλά με ταπείνωση εξέφρασαν την εμπειρία της Εκκλησίας συνοδικά. Ο προσωπικός τους λόγος έγινε εκκλησιαστικός, αφού φιλτραρίστηκε από την συλλογικότητα, δηλαδή τη συνοδικότητα και κατέστη διδασκαλία της Εκκλησίας. Για τούτο αποκαλείται η Εκκλησία μας (και) πατερική, διότι οι άγιοι Πατέρες, δια μέσω των αιώνων, είναι τα στόματα του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο οδηγεί το εκκλησιαστικό σώμα «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν16,23). Αντίθετα, οι αιρέσεις, έπαψαν να είναι Εκκλησία, διότι έχασαν την πατερικότητα. Χωρίς τους Πατέρες, τα στόματα του Αγίου Πνεύματος, δεν υπάρχει Εκκλησία.
       Ευτυχώς με τη χάρη του Θεού η αγία μας Ορθοδοξία, αληθινή και μοναδική Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, ακολουθεί, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια το συνοδικό σύστημα, όπως το καθιέρωσαν οι άγιοι Απόστολοι στην Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ, η οποία έγινε το 49 μ. Χ. και όπου πάρθηκαν οι μεγάλες αποφάσεις με κοινή απόφαση. Έτσι λειτούργησαν όλες οι κατοπινές άγιες Σύνοδοι, Τοπικές και Οικουμενικές, με τη συμμετοχή όλων των Επισκόπων ή και κληρικών άλλων βαθμών, όπου συζητούνταν και λαμβάνονταν αποφάσεις και ορίζονταν όροι και κανόνες, από κοινού, με προσευχή. Οι άγιοι Πατέρες είχαν ως πάγια αρχή το «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν», δηλαδή ό, τι μας υπαγορεύει το Άγιο Πνεύμα στην κοινή σύναξή μας, διακηρύσσουμε και εμείς. Δεν έλεγαν δικά τους πράγματα, αλλά εξέφραζαν την εμπειρία της Εκκλησίας, την αλάνθαστη εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος. Και κάτι πολύ σημαντικό: οι αποφάσεις των Συνόδων τίθεντο στην κρίση του εκκλησιαστικού σώματος. Εν τέλει ο λαός του Θεού αποφαίνονταν για την γνησιότητα των αποφάσεων, αφού, όπως ορίζει μια σημαντική απόφαση των Ορθοδόξων Πατριαρχών του 1848, ο λαός του Θεού είναι ο τελικός κριτής και ο θεματοφύλακας της ορθοδόξου πίστεως.
      Αυτό ήταν εν ολίγοις το έργο των αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό έχουμε όλοι μας χρέος να τους τιμάμε και να τους χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την τεράστια προσφορά τους προς την Εκκλησία. Και κάτι τελευταίο: Να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή, πως η σωτηρία μας είναι ταυτισμένη με την αλήθεια και η αλήθεια, η οποία σώζει, βρίσκεται μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και πουθενά. Δε βρίσκεται στις αιρέσεις, στις πλάνες και τις κακοδοξίες. Δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, παρά μονάχα μία, η ορθοδοξία μας, η οποία ταυτίζεται απόλυτα και αποκλειστικά με την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την οποία ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Η σωτηρία μας συντελείται, με τη χάρη του Θεού και τη δική μας θέληση και προσπάθεια, μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και πουθενά αλλού.
Στην αίρεση δεν υπάρχει σωτηρία, καθότι ο άγιος Κυπριανός, ένας από τους κορυφαίους πατέρες και διδασκάλους της αρχαίας Εκκλησίας αποφάνθηκε πως «εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία».
    Ο ρόλος των αγίων και θεοφόρων Πατέρων, ιδιαίτερα στους δύστηνους εσχατολογικούς και αποκαλυπτικούς καιρούς μας, είναι σημαντικός και αναντικατάστατος, όπου η σώζουσα πίστη μας τίθεται εν αμφιβόλω από εκκλησιαστικούς παράγοντες οι οποίοι πασχίζουν να υπερβούν τους αγίους Πατέρες, με «νεοπατερικά» και «μεταπατερικά» «θεολογικά» σχήματα, γεγονός το οποίο δεν προσβάλλει απλά τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες, αλλά καταφέρεται κατά του Αγίου Πνεύματος, του Εμπνευστή τους.  Σε μας απομένει να  είμαστε «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι», δηλαδή να είμαστε ακόλουθοί τους, για να βαδίζουμε ασφαλώς την δύσκολη ατραπό της σωτηρίας μας. Αυτή είναι η καλλίτερη τιμή μας προς αυτούς!     


 

Πιστεύουμε σ ̓ αὐτὸν ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

0025555566663333

Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως

Πιστεύουμε σ ̓ αὐτὸν ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

«Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.)

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, πάντοτε θρησκεύει. Εἶνε ἔμφυτη στὴν καρδιά του ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ, καὶ κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξερριζώσῃ. Ὅπως ἀγαπάει τὸ παιδὶ τὴ μάνα καὶ ἡ μάνα τὸ παιδί, ἔτσι μέσα μας, πιὸ ἰσχυρὸ κι ἀπὸ τὸ μητρικὸ φίλτρο, εἶνε τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα. Ὁ ἄνθρωπος πάντοτε θρησκεύει. Τί θὰ πῇ θρησκεύει; Πιστεύει. Καὶ τί πιστεύει; Ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅπως ἄλλωστε εἶνε καὶ λογικό. Σὲ ὅλους ὑπάρχει ἡ πίστι σὲ Πλάστη ποὺ δημιούργησε τὰ σύμπαντα.

Διαφέρουν βέβαια οἱ ἄνθρωποι ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψι περὶ Θεοῦ. Ὑπάρχουν ποικίλες πίστεις καὶ δόγματα, πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ ̓ ἐὰν μὲ ῥωτήσετε, ποιά ἀπ ̓ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, θὰ σᾶς ἀπαντήσω· ἀληθινὴ εἶνε μία καὶ μόνο, ἡ δική μας πίστις, ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Γιατί μόνο ἡ δική μας πίστι εἶνε ἀληθινή, καὶ δὲν εἶνε καὶ τῶν Τούρκων ἢ τῶν Ἑβραίων ἢ τῶν ἄλλων; Διότι τὴ δική μας πίστι δὲν τὴ θεμελίωσε ἄνθρωπος· τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τὴν ἵδρυσε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶνε ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶνε Θεάνθρωπος.

Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Ἔχετε ἀποδείξεις; θὰ μᾶς ῥωτήσουν. Μάλιστα. Εἶνε Θεός· τὸ φωνάζει ἡ διδασκαλία του, ὁ ἅγιος βίος του, οἱ προφητεῖες του, τὰ θαύματά του. Ἀπὸ τὰ θαύματά του τὸ μεγαλύτερο εἶνε ἡ Ἀνάστασις, τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε· μετὰ ἀκολουθεῖ, δεύτερο θαῦμα, αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἡ ἀνάληψίς του· καὶ τρίτο θαῦμα εἶνε ἡ Πεντηκοστή, ποὺ θὰ ἑορτάσουμε σὲ δέκα μέρες.

Ὁ Χριστός, ὅταν ἀναστήθηκε, ἐπὶ σαράντα μέρες περπατοῦσε ἐπάνω στὴ γῆ καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ φανερώθηκε κατ ̓ ἐπανάληψιν σὲ δικούς του ἀνθρώπους. Προτοῦ νὰ φύγῃ καὶ ν ̓ ἀναληφθῇ στὸν οὐρανό, ἔδωσε στοὺς μαθητάς του ἐντολὴ νὰ μαζευτοῦν σὲ κάποιο ὕψωμα, στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν ὅλοι, ἄντρες – γυναῖκες, καὶ ἄκουγαν τὰ λόγια του, τὶς τελευταῖες παραγγελίες τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ἔγινε τὸ θαῦμα. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε. Τί ἔγινε; Τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ, τὰ πόδια ποὺ τρία ὁλόκληρα χρόνια ὤργωσαν τὴν Παλαιστίνη, τὰ πόδια ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καρφώσαμε στὸ σταυρό, ἔπαυσαν πλέον νὰ πατοῦν ἐπάνω στὴ γῆ. Ὁ Χριστὸς ἄρχισε νὰ ὑψώνεται στοὺς οὐρανούς! Φαίνεται αὐτὸ ἀπίστευτο; Ἀλλὰ γιατί; «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18,27). Ὁ Χριστός, ποὺ ἔδωσε στὸν ἀετὸ τὴ δύναμι νὰ πετάῃ, δὲν εἶχε τὴ δύναμι ν ̓ ἀνεβῇ ὁ ἴδιος ψηλά;

Προτοῦ ν ̓ ἀναχωρήσῃ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἁγίους ἀποστόλους νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα· νὰ μείνουν ἐκεῖ καὶ νὰ περιμένουν νὰ ἔλθῃ τὸ πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ τοὺς ἔδινε μιὰ ἐξαιρετικὴ δύναμι γιὰ νὰ διδάξουν τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ πράγματι κάθισαν στὴν Ἰερουσαλήμ, καὶ δέκα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάληψι ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ τοὺς ὥπλισε μὲ τὴ δύναμί του γιὰ τὸ ἔργο τους.

* * *

Δύο πράγματα θέλω ἐδῶ νὰ ὑπογραμμίσω.

Τὸ πρῶτο. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα δείχνει, ὅτι αὐτὸς ποὺ πιστεύουμε ζῇ καὶ βασιλεύει. Δὲν πέθανε ὅπως πεθαίνουν καὶ λησμονοῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ὁ Χριστὸς καὶ μετὰ ἑκατὸ χρόνια καὶ μετὰ διακόσα χρόνια καὶ μετὰ τριακόσα χρόνια καὶ μετὰ χίλια χρόνια, καὶ πάντοτε θὰ ζῇ. Εἶνε Θεός, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ κυβερνᾷ τὴν Ἐκκλησία του.

Γι ̓ αὐτὸ ὅποιος πάει κόντρα στὸ Χριστό –ὅποιος καὶ νά ̓νε αὐτός, εἴτε μικρὸς εἴτε μεγάλος, εἴτε γυναίκα εἴτε ἄντρας, εἴτε ἁπλὸς ἄνθρωπος εἴτε κυβερνήτης ἢ πρόεδρος δημοκρατίας ἢ ὁσοδήποτε ἰσχυρὸς κι ἂν εἶνε–, ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Χριστὸ θὰ γίνῃ στάχτη. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· Ποιός ἄνθρωπος μὲ γυμνὰ πόδια δίνει κλωτσιὲς στὰ καρφιά; Ἂν τὸ κάνῃ, θὰ εἶνε τρελλός. Τὰ καρφιὰ δὲν θὰ πάθουν τίποτε· αὐτὸς θὰ πονέσῃ καὶ θὰ πληγωθῇ, θὰ ματώσουν οἱ σάρκες του. Εἶνε ὁ λόγος ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν ἀπόστολο Παῦλο ὅταν ἐκεῖνος τὸν καταδίωκε ἀκόμη πηγαίνοντας πρὸς τὴ Δαμασκό· «Σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. 26,14). Εἶνε πολὺ σκληρὸ καὶ μάταιο νὰ δίνῃς κλωτσιὲς ἐπάνω στὰ καρφιά. Εἶνε λοιπὸν ἀήττητος ὁ Χριστός. Ἡ τελικὴ νίκη ἀνήκει σ ̓ αὐτόν, ἀσχέτως ἂν στὴν παροῦσα ζωὴ δὲν φαίνεται νὰ ἐπικρατῇ ἀμέσως καὶ παντοῦ τὸ θέλημά του. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὄχι στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα»· ἐμεῖς πιστεύουμε στὸ «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἐδῶ βρίσκεται ἡ διαφορά· αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας. Ὅλοι θὰ πεθάνουμε, ἐκεῖνος «μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 8,35· 12,34. Ἑβρ. 7,24). Σᾶς ἐρωτῶ· πρὶν ἑκατὸ χρόνια ποιός κυβερνοῦσε τὴν Ἑλλάδα; Τότε γινόταν θόρυβος μεγάλος γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του, τώρα πρέπει ν ̓ ἀνοίξῃς τὴν ἱστορία γιὰ νὰ τὸ βρῇς κάπου γραμμένο μὲ ψιλὰ γράμματα.

•Τὸ ἕνα ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ἀνάληψις εἶνε αὐτό. Τὸ ἄλλο εἶνε, ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς θείας Ἀναλήψεως οἱ μαθηταὶ καὶ ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Χριστοῦ τὸν ἔβλεπαν ν ̓ ἀνεβαίνῃ συνεχῶς στὰ ὕψη, νὰ πετάῃ στὰ οὐράνια σὰν χρυσάετος, καὶ ἔμειναν ἔτσι, νὰ κοιτάζουν ἔκθαμβοι ψηλὰ στὸν οὐρανό· συνεχῶς ἐκεῖ, καὶ μόνο ἐκεῖ. Τί μᾶς λέει αὐτό; Ὅπως ἐκεῖνοι, ποὺ ἀποτελοῦσαν τότε τὴν πρώτη Ἐκκλησία, εἶχαν τὰ μάτια τους καρφωμένα ἐπάνω ψηλά, ἔτσι κ ̓ ἐμεῖς ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία, ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, πρέπει νά ̓χουμε τὰ μάτια μας στὸν οὐρανό. Ἡ πατρίδα μας εἶνε ὁ οὐρανός. Ρώτησαν κάποτε ἕνα φιλόσοφο· –Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου; Αὐτὸς δὲν ἀπαντοῦσε. Τὸν ῥωτοῦν πάλι· –Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου, ποῦ γεννήθηκες; –Θέλετε νὰ μάθετε ποιά εἶνε ἡ πατρίδα μου; Περιμένετε, τοὺς λέει. Ἦταν πρωί· ἔγινε μεσημέρι, βράδιασε. Ὅταν ἔγινε νύχτα καὶ βγῆκαν τὰ ἄστρα, τότε σήκωσε τὸ χέρι, ἔδειξε τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς λέει· –Νά ἡ πατρίδα μου· ὁ οὐρανός, αὐτὴ εἶνε ἡ πατρίδα μου… Ὁ οὐρανός! μεγάλο δίδαγμα μᾶς δίνει ἡ σημερινὴ ἡμέρα.

Δὲν εἶνε ἡ γῆ ἡ πατρίδα μας. Αὐτὴ ἡ γῆ, πάνω στὴν ὁποία καθόμαστε καὶ πάνω στὴν ὁποία φιλονικοῦμε καὶ γλεντοῦμε καὶ διασκεδάζουμε καὶ ὀργιάζουμε γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα ζωῆς, αὐτὴ ἡ γῆ τί εἶνε; Ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἄστρα, μὲ τοὺς γαλαξίες, μὲ τὸ ἀπέραντο σύμπαν, εἶνε ἕνα κουκκὶ ἄμμου – τί νομίζετε; Ὅ,τι εἶνε ἕνα κουκκὶ τῆς ἄμμου, αὐτὸ εἶνε ὁλόκληρη ἡ γῆ, μὲ τὰ βουνά, μὲ τοὺς κάμπους, μὲ τὰ δάση, μὲ τοὺς ὠκεανούς, μὲ τὰ πλούτη, μὲ τοὺς θρόνους, μὲ τὶς βασιλεῖες, μὲ τοὺς ἔρωτες, μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τὰ ὄργια· ἕνα κουκκὶ ἄμμου. Τί θὰ λέγατε, ἀγαπητοί μου, ἐὰν βλέπατε δυὸ ἀνθρώπους νὰ σκοτώνωνται μὲ τὰ μαχαίρια, τοὺς πλησιάζατε καὶ ῥωτούσατε, Γιατί σκοτώνεστε; κι αὐτοὶ σᾶς ἀπαντοῦσαν· Νά, μαλώνουμε γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμο… Δὲν θὰ λέγατε ὅτι εἶνε τρελλοί; Καὶ πράγματι τρελλὸς εἶνε ὅποιος μαλώνει γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμο, καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητος ποὺ τὸν περιμένει.

* * *

Αὐτὰ τὰ δυὸ μεγάλα μηνύματα σαλπίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Τὸ πρῶτο, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, σημαίνει ὅτι, ὅσο κι ἂν πολεμήσουν τὴν Ἐκκλησία οἱ σπεῖρες τῶν ἀθέων ποὺ βάλθηκαν νὰ τὴν ξερριζώσουν, δὲν θὰ πετύχουν τίποτα. Μιὰ θρησκεία ποὺ ἔζησε στὸ ξεκίνημά της τρεῖς αἰῶνες διωγμῶν ἀπὸ Ῥωμαίους αὐτοκράτορες, πέρασε ἔπειτα τετρακόσα καὶ πεντακόσα χρόνια σκλαβιᾶς κάτω ἀπὸ σουλτάνους, ἔζησε τὴ δοκιμασία τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τῶν ἀθέων καθεστώτων, ἀλλὰ καὶ τὸν ξερριζωμὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, θὰ ξεπεράσῃ καὶ κάθε ἄλλη δοκιμασία. Οἱ πρόγονοί μας κράτησαν τὴν πίστι τῶν πατέρων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ δὲν ξερριζώνεται. Θὰ μείνῃ αἰωνίως. Κι ὅποιος τὰ βάλῃ μαζί της, θὰ γίνῃ στάχτη· εἶνε νᾶνος, πολὺ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος μπροστὰ στὸ Χριστό, τὸν αἰώνιο βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ τὸ δεύτερο μήνυμα, τὸ νὰ ἔχουμε τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά μας προσηλωμένα στὸ Θεό, σημαίνει, νὰ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμί μας. Νὰ μὴ ζοῦμε σὰν τὰ κτήνη, σὰν τὰ ζῷα, ἀλλὰ νὰ ὑψωνώμαστε σὲ ζωὴ πνευματική. Μὴ σερνώμαστε στὸ χῶμα σὰν σαῦρες καὶ σκουλήκια, ἀλλὰ σὰν ἀετοὶ νὰ πετοῦμε σὲ ὕψη. Ἀετὸς ἦταν κάποτε ἡ πατρίδα μας, καὶ ἀετοὶ πρέπει νὰ γίνουμε πάλι ὅλοι. Νὰ πετοῦμε ψηλά, πολὺ ψηλά.

Παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, παιδιὰ τοῦ Πόντου, παιδιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Μείνατε κοντὰ στὸ Χριστό καὶ θὰ εἶστε εὐλογημένοι.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου Πελαργοῦ - Ἀμυνταίου τὴν 28-5-1987 μὲ ἄλλο τίτλο.  Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 1-6-2006, ἐπανέκδοσις 20-4-2026.



 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Η ενότητα των πιστών και η αίρεση του οικουμενισμού. (Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ΟΙΚΟΥΜ.ΣΥΝΟΔΟΥ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΕΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΤΩΝ ΠΙ­ΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 19-5-1991] 

    Σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἀ­γα­πη­τοί μου, τι­μᾶ τήν μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων τρι­α­κο­σί­ων δεκαο­κτώ Πα­τέ­ρων τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Νι­καί­ᾳ. Καί τήν τι­μᾶ ἀ­φε­νός μέν γιά νά δο­ξά­σει τόν Ἅ­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πάν­το­τε δι­α­σώ­ζει τήν ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α Του –δι­ό­τι οἱ Σύ­νο­δοι πάν­το­τε δι­έ­σω­ζαν τήν ἀ­λή­θεια τήν δογ­μα­τι­κή– καί ἀφετέρου δέ γιά νά τι­μή­σει τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες πού συγ­κρο­τοῦ­σαν αὐ­τές τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.

     Ἀλ­λά ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­μοί­ως θέ­λει νά προ­βάλ­λει –ἔ­τσι του­λά­χι­στον φαί­νε­ται στή ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή–[ Ἰωάν. 17, 1-13] τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν «ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ». Προ­σέξ­τε: τήν ἑνότητα «ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ»!

     Αὐ­τό τό ἴ­διο πρό­βλη­μα φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ, ἀ­κρι­βῶς γιατί κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο δέν εἶ­ναι λί­γοι ἐ­κεῖ­νοι πού διατα­ράσ­σουν αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πάν­το­τε, φυ­σι­κά μέ­χρι σή­με­ρα, ἀλ­λά καί μέ­χρι πού νά τε­λει­ώ­σει ἡ Ἱ­στο­ρί­α. 

     Τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ­δη εἶ­χε τε­θεῖ καί με­τά τόν κα­τα­κλυ­σμό τοῦ Νῶε. Θά θυ­μᾶ­στε, ὅ­ταν ἔ­γι­ναν πολ­λοί οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ Νῶ­ε, θέ­λη­σαν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα, πρίν ἀ­κό­μη δι­α­σπα­ροῦν στά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης, καί ἄν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα καί με­τά τήν δι­α­σπο­ρά τους. Γι’ αὐ­τό θέ­λη­σαν νά ἀ­φή­σουν ἕ­να μνη­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τός τους, πού θά ἦ­ταν ἕ­να ὑ­λι­κό μνη­μεῖ­ο, ἕ­νας πλίνθι­νος πύρ­γος, ὁ ὁποῖος θά ἔ­φθα­νε ἕ­ως τόν οὐ­ρα­νό –του­λά­χι­στον τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη μπο­ροῦ­σαν νά ἔχουν πε­ρί οὐ­ρα­νοῦ! Ἦταν ὁ γνω­στός μας πύρ­γος τῆς Βα­βέλ. Ὁ Θε­ός ὅ­μως, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἀ­πό τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, συ­νέ­χε­ε τίς γλῶσ­σες τους, μπέρ­δε­ψε τίς γλῶσ­σες τους, γιά νά μήν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ αὐ­τό τό μνη­μεῖ­ο.[ Γέν. 11, 1-9].

    Αὐ­τό βε­βαί­ως γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν δεῖγ­μα μιᾶς ἑ­νό­τη­τος, ὅ­πως ἤ­δη σᾶς εἶ­πα, ἀλ­λά ἑ­νό­τη­τος ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κῆς, δη­λα­δή ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πρα­πα­το­ρι­κοῦ ἁ­μαρ­τή­μα­τος. Δι­ό­τι ποι­ό ἦ­ταν τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα; Ἦ­ταν ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός· δη­λα­δή «ἐ­γώ, ὁ Ἀ­δάμ, νά γί­νω θε­ός». Μά στό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν νά γί­νει ὁ Ἀ­δάμ κα­τά χά­ριν θε­ός. «Ὄχι· ἐ­γώ νά γί­νω θε­ός, ἀλ­λά χω­ρίς τόν Θε­ό». Αὐ­τή ἡ αὐ­το­νο­μί­α, αὐ­τός ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός.

    Τό ἴδιο ἀ­κρι­βῶς γί­νε­ται καί μέ τούς πλα­νῆ­τες, πού γυ­ρί­ζουν γύ­ρω ἀ­πό τόν ἥ­λιο καί φω­τί­ζον­ται, παίρ­νο­ντας ὅ­μως τό φῶς ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Ἄν οἱ πλα­νῆ­τες, ἄς ποῦμε, ἔ­λε­γαν κά­ποι­α στιγ­μή «Δέν χρει­α­ζό­μα­στε τό φῶς τοῦ ἥ­λιου· θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τό δι­κό μας τό φῶς», θά τούς λέγαμε: «Ποι­ό δι­κό σας φῶς;... Ἐ­σεῖς οἱ πλα­νῆ­τες δέν εἶ­στε αὐ­τό­φω­τοι». Τό ἴ­διο θά λέ­γα­με καί στούς πρω­το­πλά­στους: «Ὤ ἄν­θρω­ποι, δέν εἴ­σα­στε αὐ­τό­φω­τοι, δέν μπο­ρεῖ­τε νά αὐ­το­θε­ω­θεῖ­τε· τήν θέ­ω­ση θά τήν πά­ρε­τε ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, καί συ­νε­πῶς τόν χρει­ά­ζε­στε τόν Θε­ό». Δέν μπο­ροῦ­με λοι­πόν νά γί­νου­με ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κοί, δη­λα­δή τό κέν­τρο γύ­ρω ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο θά γυ­ρί­ζουν τά πάν­τα· ὁ Θε­ός θά εἶ­ναι τό κέν­τρο καί ὄ­χι ὁ ἄν­θρω­πος.

    Ἡ πο­λυ­γλωσ­σί­α τό­τε στά­θη­κε ἕ­να ση­μά­δι τῆς δι­α­σπά­σε­ως τῶν ἀν­θρώ­πων. Τί εἶ­πε ὁ Θε­ός; «δεῦ­τε καὶ καταβάντες συγ­χέ­ω­μεν αὐ­τῶν ἐ­κεῖ τὴν γλῶσ­σαν», «νά μπερ­δέ­ψου­με τή γλώσ­σα τους». Αὐ­τό ὅμως ἔ­πρε­πε νά δι­ορ­θω­θεῖ. Καί δι­ορ­θώ­θη­κε μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­δῶ στή γῆ, καί μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Γι’ αὐ­τό ἐμ­φα­νί­στη­κε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο μέ τήν μορ­φή πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν. Καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μι­λοῦ­σαν κα­τά τέ­τοι­ον τρό­πο, πού ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πού εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα –κι ὁ κα­θέ­νας ἦ­ταν ἀ­πό κά­ποι­ο μέ­ρος: ἀ­πό τήν Περ­σί­α, Παρ­θί­α, Μι­κρά Ἀ­σί­α, Κρή­τη, Ἑλ­λά­δα, Ἀ­ρα­βί­α, Αἴ­γυ­πτο, Κυρ­ρή­νη καί λοιπά καί λοιπά– ὁ κα­θέ­νας, λέει, ἄ­κου­γε τό κή­ρυγ­μα τοῦ Πέ­τρου στή γλώσ­σα τή δι­κή του. Ἑ­νώ­θη­καν λοι­πόν, ἤ μᾶλ­λον δι­α­λύ­θη­κε ἐ­κεί­νη ἡ σύγ­χυ­ση, καί ἐ­πῆλ­θε ἕ­να χεῖ­λος, ὅ­πως λέ­ει ἐ­κεῖ τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, μί­α γλώσ­σα, μί­α φω­νή, ὅπως ἦ­ταν στήν ἐ­πο­χή τοῦ Νῶ­ε. Ἐ­πα­νέρ­χε­ται αὐτ­ή ἡ ὁ­μο­φω­νί­α, ἀλ­λά ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, μέ τή δι­α­φο­ρά πώς δέν ὑ­πάρ­χει πιά τό μνη­μεῖ­ο τοῦ πύρ­γου τῆς Βα­βέλ. Πλέ­ον δέ μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ὁ πύρ­γος τῆς Βα­βέλ· τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ἐ­φε­ξῆς θά εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

     Εἶ­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κό αὐ­τό πού σᾶς λέ­ω, πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό· ἀ­πο­τε­λεῖ τήν καρ­δί­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς Πεν­τη­κο­στῆς. Πρέ­πει νά τό ἀν­τι­λη­φθοῦ­με ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, εἶ­ναι ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

     Ὁ Χρι­στός ἔ­τσι τό εἶ­πε. Γι’ αὐ­τό ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν εἶ­ναι σέ κο­σμι­κά πράγ­μα­τα, σέ πράγ­μα­τα μέ κο­σμι­κές δι­α­στά­σεις. Ὁ Κύ­ριος, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, στήν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Του προ­σευ­χή εἶ­πε:«Πά­τερ, ἐ­γὼ πε­ρὶ αὐ­τῶν ἐ­ρω­τῶ», «Πα­τέ­ρα μου, ἐ­γώ γι’ αὐ­τούς πού πί­στε­ψαν σ’ ἐμέ­να πα­ρα­κα­λῶ»· «οὐ πε­ρὶ τοῦ κό­σμου ἐ­ρω­τῶ», «δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο», «ἀλ­λὰ πε­ρὶ ὧν δέ­δω­κάς μοι», «ἀλ­λά μό­νο γιά ’κεί­νους πού μοῦ ἔ­δω­σες».[ Ἰωάν. 17, 9]. Θά ξα­να­πῶ τή φρά­ση, για­τί με­ρι­κοί νο­μί­ζουν ὅ,τι νο­μί­ζουν: «Δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο». Θά μοῦ πεῖ­τε ὅτι κάνει δι­ά­κρι­ση. Ναί. Καί τί κά­νει ἐδῶ ὁ Κύ­ριος; Ἀν­τι­δι­α­στέλ­λει τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος· ἐ­κεῖ­νο πού Ἐ­κεῖ­νος θέ­τει, καί εἶ­ναι τό πρό­σω­πό Του ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ κό­σμου, πού εἶ­ναι πιά ἕ­νας νο­η­τός πύρ­γος Βα­βέλ.

    Φε­ρ’ εἰ­πεῖν, γιά νά τό κά­νου­με ἔ­τσι ὑ­λο­ποι­η­μέ­νο νά τό κα­τα­λά­βου­με: Δέν μπο­ρεῖ ἡ Ε.Ο.Κ.[:η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση] νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Εὐ­ρω­παί­ων· δέν μπο­ρεῖ ὁ Ο.Η.Ε. νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Ἐ­θνῶν. Ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ. Για­τί; Δι­ό­τι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι ση­μεῖ­α ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κά, καί εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λη ἡ ἑ­νό­τη­τα πού ὑ­πό­σχο­νται, εὔκολα σπά­ζει. Θυμηθεῖτε τά πό­δια τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος πού εἶ­χε δεῖ σέ ὄνειρό του ὁ Να­βου­χο­δο­νό­σορ, στή Βα­βυ­λώ­να, πού ἦ­ταν ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό πού ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να, ἀ­πό ὄ­στρα­κο, λέ­ει, δη­λα­δή κε­ρα­μύ­δι, καί σί­δη­ρο. Ἔ­σπα­σε... ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό.[ Δαν. 2, 1-45] .Σπά­ζουν αὐ­τά τά πράγ­μα­τα... σπά­ζουν. Καί σπά­ζουν για­τί δέν εἶ­ναι ἐν Θε­ῷ στη­μέ­να. Ὁ Κύ­ριος εἶ­χε πεῖ: «ὁ μὴ συ­νά­γων με­τ’ ἐ­μοῦ σκορ­πί­ζει»[ Ματθ. 12, 30 και Λουκᾶ 11, 23.], «αὐ­τός πού δέν μα­ζεύ­ει μα­ζί μου, οὐ­σι­α­στι­κά σκορ­πί­ζει».

    Ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά νο­η­θεῖ, πρῶ­τα-πρῶ­τα καί βα­σι­κά, ὀν­το­λο­γι­κή. Ὅ­ταν λέ­με ὀν­το­λο­γι­κή, τί ἐν­νο­οῦ­με; Ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι μᾶς ἑ­νώ­νει ὅ­λους πραγ­μα­τι­κά τό Σῶ­μα καί Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό ἡ ἕ­νω­ση λέ­γε­ται ὀν­το­λο­γι­κή · εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή. Πῶς; Τί μᾶς ἑ­νώ­νει τώ­ρα αὐ­τή τή στιγ­μή ἐ­δῶ; Ὅ­σοι κοι­νω­νή­σα­με, κοι­νω­νή­σα­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος, καί μά­λι­στα, σᾶς εἶ­πα, θε­με­λι­ώ­δους ση­μα­σί­ας. Αὐ­τή ἡ ὀν­το­λο­γι­κή ἕ­νω­ση ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό Μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας καί φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α μέ τή σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο, μ’ αὐ­τό πού λέ­με ἐ­κλη­σια­σμό. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν δέν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ὁ ἐκ­κλη­σια­σμός, σπά­ζει αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό καί οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ ἀ­φο­ρί­ζουν, δη­λα­δή μέ ξε­χω­ρί­ζουν, ὅ­ταν δέν ἐκ­κλη­σι­ά­ζο­μαι τα­κτι­κά. Μοῦ λέ­νε: «Ἀ­φοῦ πε­ρι­φρο­νεῖς τόν ἐκ­κλη­σι­α­σμό, πού εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ Χριστοῦ, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἑ­νό­τη­τος, ὄ­χι μέ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Κι αὐτό γίνεται ὅ­ταν λεί­ψω ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς ἀ­πο­χρῶν­τα λό­γο, ἀδι­και­ο­λό­γη­τα, τρεῖς Κυ­ρια­κές. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο.

    Ἀ­κό­μη, γι­νόμαστε ὅ­λοι σύσ­σω­μοι καί σύ­ναι­μοι, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, καί ἀποτελοῦμε μέ­λη τοῦ ἑ­νός καί μό­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Καί εἴ­μα­στε μέ­λη ὀν­το­λο­γι­κά, πραγ­μα­τι­κά, για­τί τό ἴ­διο Αἷ­μα ρέ­ει μέ­σα στίς φλέ­βες μας. Εἴ­τε εἶ­μαι στήν Εὐ­ρώ­πη καί ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι στήν Ἀ­σί­α, εἴ­τε εἶ­μαι στήν Αὐ­στρα­λί­α κι ὁ ἄλλος στήν Ἀ­με­ρι­κή, στήν Ἀ­λά­σκα ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦ­με τό ἕ­να καί μό­νο καί ἀ­δι­αί­ρε­το Σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

    Δεύ­τε­ρον, ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κό­μη πρέ­πει νά νο­η­θεῖ καί ὡς ἑ­νό­τη­τα ἠ­θι­κή. Βέβαια, δέν θά μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ αὐ­τή ἡ λέ­ξη· θά τήν ἔ­λε­γα «πνευ­μα­τι­κή»· ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἡ λέ­ξη «ἠ­θι­κή» εἶ­ναι μί­α τρέ­χου­σα λέ­ξη, γι’ αὐ­τό τήν χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Δη­λα­δή ἀ­νά­με­σα στά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει τό ἦ­θος, νά ὑ­πάρ­χει ἡ πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό βί­ω­μα τό πνευ­μα­τι­κό, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἀ­γά­πη. Καί ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἔρ­γο τῶν πι­στῶν· ἐ­νῶ ἡ ἑ­νό­τη­τα ἀ­πορρ­έ­ει ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὅ,τι σᾶς εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως. Τό ἔρ­γο τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι ἡ με­τα­ξύ τους ἀ­γά­πη, πού θά ἐκ­φρά­σει τώ­ρα καί θά πα­ρου­σιά­σει στά μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

    Ἡ ἠ­θι­κή ἑ­νό­τη­τα φαί­νε­ται σέ ὅ­σα γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στήν Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους : «Ἔ­ρι­δες ἐν ὑ­μῖν εἰ­σι». «Μα­λώ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­νά­με­σά σας», λέει στούς Κο­ριν­θί­ους. «Ἔ­ρι­δες, μα­λώ­μα­τα, μα­λώ­νε­τε!»· «ὅ­τι ἕ­κα­στος ὑ­μῶν λέ­γει· ἐ­γὼ μέν εἰ­μι Παύ­λου, ἐ­γὼ Ἀ­πολ­λώ, ἐ­γὼ δὲ Κη­φᾶ, ἐ­γὼ δὲ Χρι­στοῦ»: «Ὁ ἕ­νας λέ­ει ἐ­γώ ἀ­νή­κω στόν Χρι­στό, ἄλ­λος λέ­ει ἀ­νή­κω στόν Παῦ­λο, ὁ ἄλ­λος ἀ­νή­κω στόν Πέ­τρο, ὁ ἄλ­λος στόν Ἀ­πολ­λώ, τόν δι­ά­ση­μο ρή­το­ρα Χρι­στια­νό ἀπό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α». Καί ρω­τά­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος: «Με­μέ­ρι­σται Χρι­στός;». Ἔ­χει κομ­μα­τια­στεῖ ὁ Χρι­στός; «Πα­ρα­κα­λῶ δὲ ὑ­μᾶς, ἀ­δελ­φοί, διὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἵ­να τὸ αὐ­τὸ λέ­γη­τε πάν­τες», ‘’ὅ­λοι τό ἴ­διο νά λέ­τε’’, «καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑ­μῖν σχί­σμα­τα», ‘’καί νά μήν ὑ­πάρ­χουν ἀ­νά­με­σά σας δι­αι­ρέ­σεις καί σχί­σμα­τα’’, «ἦ­τε δὲ κα­τηρ­τι­σμέ­νοι ἐν τῷ αὐ­τῷ νο­ῒ καὶ ἐν τῇ αὐ­τῇ γνώ­μη»[ Α΄ Κορ. 1, 10-13.], ‘’νά βρί­σκε­στε κά­τω ἀ­πό τήν ἴ­δια νο­ο­τρο­πί­α, τήν ἴ­δια σκέ­ψη καί τήν ἴ­δια γνώ­μη’’.

     Βλέ­πε­τε, ἀ­γα­πη­τοί;...

    Αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τήν κα­τα­στρέ­φουν τά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν προ­βάλ­λουν ἐ­γω­ι­σμούς, ὑ­πε­ρη­φά­νει­ες, ἰ­δι­ο­τέ­λει­ες, καί γε­νι­κά ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει ἡ ἁ­μαρ­τί­α· αὐ­τή κα­τα­ξε­σχί­ζει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος Ἀν­τι­ο­χεί­ας: «Τὴν ἕ­νω­σιν ἀ­γα­πᾶ­τε, τοὺς με­ρι­σμοὺς φεύ­γε­τε».[ Φιλαδελφεῦσιν Ἰγνάτιος, VII, 2]. ‘’Νά ἀ­γα­πᾶ­τε τήν ἕ­νω­ση, νά εἶ­στε ἑ­νω­μέ­νοι· τούς με­ρι­σμούς, τά κόμ­μα­τα, τά κομ­μα­τι­ά­σμα­τα, νά τά ἀ­πο­φεύ­γε­τε’’.

    Ἀ­κό­μη, ἕνα τρί­το ση­μεῖ­ο, πῶς μπο­ροῦ­με νά ἐν­νο­ή­σου­με τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α; Μπο­ροῦ­με νά τήν ἐν­νο­ή­σου­με καί ὡς δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα. Τί ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα; Εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α· εἶ­ναι ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅμως ἐ­κεί­νη πού κα­τα­στρέ­φει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἡ αἵ­ρε­ση.

    Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε τό­τε στή Σα­μα­ρεί­τι­δα ὅ­τι τόν Θε­ό πρέ­πει νά Τόν προ­σκυ­νοῦ­με «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»[ Βλ. Ἰωάν. 4, 23-24.]. Εἴδατε; «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»! Καί ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει αὐτό τό ἐκ­πλη­κτι­κό, ὅ­τι «ἡ ἀ­γά­πη πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ».[ Βλ. Β΄ Ἰωάν. 1-3 και Γ΄ Ἰωάν. 1.] Παρακαλῶ πά­ρα πο­λύ προ­σέξτε αὐ­τό ἐ­δῶ τό ση­μεῖ­ο· εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο ὅ­σο πο­τέ ἄλ­λο­τε. Δι­ό­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός αὐ­τή τήν στιγ­μή –πού δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα ὅ­λων τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα, πραγ­μα­τι­κό ἀ­να­κά­τω­μα– σοῦ λέ­ει: θά ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα ἐν ἀ­γά­πῃ.

    Ὄ­χι, κύ­ριοι· ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν θά εἶ­ναι μόνο ἐν ἀ­γά­πῃ, ἀλ­λά θά εἶ­ναι ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Καί τό «ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ» ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὀρ­θο­δο­ξό­τητα. Δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά ἔ­χω ἑ­νό­τη­τα μ’ ἐσέ­να, ὅ­ταν ἐσύ δέν πι­στεύ­εις τοῦ­το ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἡ πί­στη σου εἶ­ναι παρ­δα­λή. Δέν μπο­ρῶ νά ἔ­χω μαζί σου ἑ­νό­τη­τα. Ἐ­ξάλ­λου, για­τί ἀ­γω­νί­στη­καν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Για­τί τούς προ­βάλ­λει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α –του­λά­χι­στον τούς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου– καί τούς τι­μᾶ; Γιά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.

    Βεβαίως ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔχει δύ­ο δι­α­στά­σεις. Ἡ πρώ­τη δι­ά­στα­ση εἶ­ναι ἡ κα­τά φύ­σιν, ἡ φύ­ση μας· εἴ­μα­στε παι­διά τοῦ Ἀ­δάμ, ὅ­λοι ἔ­χου­με αὐ­τό πού λέ­με ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση. Μπο­ρεῖ ὁ ἄλ­λος νά εἶ­ναι ἑ­τε­ρό­δο­ξος, νά εἶ­ναι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἄλ­λης θρη­σκεί­ας καί τά λοι­πά. Ἔ, καλά· ὡς ἄν­θρω­πο, τόν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ἄν­θρω­πος, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος, καί συ­νε­πῶς τόν ἀ­γα­πῶ ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἴ­δι­ας φύ­σε­ως. Ὅ­μως ἔ­χουμε καί μιά ἄλ­λη ἑ­νό­τη­τα, αὐ­τήν πού λέ­με ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά τήν ὁποία μι­λᾶ­με τό­ση ὥ­ρα. Ἐ­κεῖ, ἐ­άν ὁ ἄλλος δέν πι­στεύ­ει, ἐ­άν δέν εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ καί δέν δέ­χε­ται ἀ­πο­λύ­τως ὅ­λες τίς θέ­σεις τῆς Πί­στε­ως, δη­λα­δή ὅ­λα τά δόγ­μα­τα, δέν μπο­ρῶ νά ἑ­νω­θῶ μα­ζί του. Δι­ό­τι τί θά μᾶς ἑ­νώ­σει; Τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­μως τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ δέν μπο­ρεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν δι­α­φο­ρετική πίστη καί ἀν­τί­λη­ψη. Ἐδῶ ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν στήν θε­αν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅπως τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ὑ­πῆρ­χαν αἱ­ρε­τι­κοί πού ἀρ­νοῦ­νταν τή θε­ό­τη­τα τοῦ Ἰησοῦ, οἱ Ἀ­ρεια­νοί, τούς ὁποίους ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ἔ­τσι καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι Θε­ός. Αὐ­τό ὅμως εἶ­ναι μέ­γι­στη βλα­σφη­μί­α. Πῶς λοιπόν θά ἑ­νω­θῶ ἐ­γώ μα­ζί τους;... Καί πῶς θά τούς δε­χθεῖ αὐ­τούς ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, πού Τόν βλα­σφη­μοῦν, μέ τό νά μή δέ­χο­νται τή θεί­α Του φύ­ση;...

     Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­στε λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί «ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ». Τό κα­τα­λά­βα­τε;

   Ἕ­νας ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός συγ­γρα­φέας, ὁ πο­λύς Ὠ­ρι­γέ­νης, λέ­ει τό ἑ­ξῆς: «Ἡ ἑ­νό­της γί­νε­ται δι’ ἀ­γά­πης καί ἀ­λη­θεί­ας καί προ­αι­ρέ­σε­ως ἀ­γα­θῆς»[Origenes, Fragmenta in Jeremiam, 00234.] Τί θά πεῖ αὐ­τό; Τρί­α στοι­χεῖ­α πρέ­πει νά συν­τρέ­χουν γι’ αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα. Πρῶ­τα, ἡ ἀ­λή­θεια· ὅ,τι τό­σην ὥ­ρα σᾶς λέω. Ὅ­λοι νά πι­στεύ­ου­με τό ἴ­διο· νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, τήν ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη. Κα­τό­πιν, ἡ ἀ­γά­πη· νά ἀ­γα­πά­ει ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο. Δι­ό­τι μπο­ρεῖ νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, ἀλ­λά νά μήν ἔ­χου­με με­τα­ξύ μας ἀ­γά­πη, για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί... Ναί, οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί! Θέ­λει ὁ ἄλ­λος νά προ­βάλ­λε­ται, νά κά­νει τό δι­κό του, καί τά λοιπά καί τά λοιπά, καί ἐ­νῶ ἔ­χου­με ἴδια πί­στη, νά σπά­ζει ἡ ἑ­νό­τη­τα, για­τί λεί­πει ἡ ἀ­γά­πη. Καί με­τά, λέ­ει, εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση. Ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ δό­λου. Μέ­σα σου αὐ­τό πού λές νά τό πι­στεύ­εις. Αὐ­τό πού λέ­νε τά χεί­λη σου νά τό πι­στεύ­εις. Δέν ὑ­πάρ­χει ὁ δό­λος· ὑ­πάρ­χει τα­πεί­νω­ση. Ἄν σοῦ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι ἔ­χεις κά­που ἕ­να ση­μεῖ­ο πλά­νης, νά τό ἀ­πο­δε­χθεῖς καί ἀ­μέ­σως νά δε­χθεῖς τήν ἀ­λή­θεια.

    Στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, κά­θε φο­ρά πού λει­τουρ­γοῦ­με, λέ­με τό ἑ­ξῆς: «Τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ τὴν κοι­νω­νί­αν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος αἰ­τη­σά­με­νοι», ἀ­φοῦ ζη­τή­σα­με, λέ­ει, τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καί τήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους», τούς ἑ­αυ­τούς μας καί τούς ἄλ­λους, «καὶ πᾶ­σαν τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν», καί ὅλη τή ζωή μας, ὅ­λο τό εἶ­ναι μας, «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με, ἄς τό βά­λου­με στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ.

    Ἐ­δῶ, σ’ αὐ­τό τό χω­ρί­ο, τό λει­τουρ­γι­κό χω­ρί­ο, πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅ­λο τό ποι­μαν­τι­κό ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δι­ό­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τί θέ­λει; Μέ τά κη­ρύγ­μα­τα, μέ τά Μυ­στή­ρια καί τά λοιπά, τί ἐ­πι­δι­ώ­κει; Ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως, νά ἔ­χου­με ὅ­λοι τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Λέ­με «Πι­στεύ­ω εἰς ἕ­να Θε­όν...», τ’ ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λοι λοι­πόν νά ἔ­χου­με τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Κι ἔτσι, αὐ­τό τό ἴ­διο πι­στεύ­ω γί­νε­ται ὁ­δός πού ὁ­δη­γεῖ στόν κύ­ριο σκο­πό μας, στήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τί θά πεῖ κοι­νω­νί­α; Με­το­χή. Γιά νά εἴ­μα­στε ὅ­λοι μέ­το­χοι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί μήν ξε­χνᾶ­με, ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ἡ κο­ρυ­φή, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός σκο­πός κά­θε πνευ­μα­τι­κῆς φρον­τί­δος.

     Μέ­νει ἕ­να τρί­το ση­μεῖ­ο, σ’ αὐ­τό πού μόλις σᾶς δι­ά­βα­σα· εἶ­ναι ἡ πα­ρά­θε­ση τῶν ἑ­αυ­τῶν μας, τῆς ζω­ῆς μας, καί τῶν ἄλ­λων στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ. «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με. Δη­λα­δή;

    Δη­λα­δή: Πη­γαί­νει, κυ­ρί­α μου ὁ σύ­ζυ­γός σου στή δου­λειά καί τά παι­διά σου σχο­λεῖ­ο; Μήν περ­νᾶς λα­χτά­ρα μέ­χρι τό με­ση­μέ­ρι πού θά ἐ­πι­στρέ­ψουν, μπάς καί τούς πά­τη­σε κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το! Ἔ­φυ­γαν; Κά­νε τήν προ­σευ­χή σου· Κύ­ρι­ε, στά χέ­ρια Σου εἶ­ναι ὁ σύ­ζυ­γός μου καί τά παι­διά μου. Καί κά­νε τίς δου­λει­ές σου ἤ­ρε­μα καί ἥ­συ­χα· ἔ­βα­λες στό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, στό χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­βα­λες τήν ἀ­σφά­λεια τῶν δι­κῶν σου. Αὐ­τό θά πεῖ ἄς πα­ρα­θέ­σου­με. Με­γά­λο πράγ­μα ὅ­ταν τούς οἰ­κεί­ους μας, καί τήν πα­τρί­δα μας, τούς πα­ρα­θέ­του­με στόν Χρι­στό. Κύ­ρι­ε, ἐ­μεῖς τί μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με;... «Ἐ­ὰν μὴ Κύ­ριος φυ­λά­ξῃ πό­λιν, εἰς μά­την ἠ­γρύ­πνη­σεν ὁ φυ­λάσ­σων»[ Ψαλμ. 126, 1.]. Ἐ­άν ὁ Κύ­ριος δέν φυ­λά­ξει τήν πό­λη, μά­ται­α ἀ­γρύ­πνη­σαν οἱ σκο­ποί της, αὐτοί πού φυ­λᾶ­νε τήν πό­λη.

     Τό λέ­ω αὐ­τό για­τί ἔ­χου­με τούς Τούρ­κους ἀ­πό ’δῶ, τούς πα­ρα­τούρ­κους ἀ­πό ’κεῖ... τούς πα­ρα­πά­νω καί τούς πα­ρα­κά­τω... Ὅ­λους αὐ­τούς, ἄν μᾶς ἐ­πι­τε­θοῦν, δέν θά μπο­ρέ­σου­με νά κά­νου­με τί­πο­τα γιά νά τούς βγά­λου­με ἀ­πό τήν πα­τρί­δα μας, ἐ­άν τήν πα­τρί­δα μας δέν τήν φυ­λά­ει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τό βε­βαί­ως δέν κα­ταρ­γεῖ τήν ἄ­μυ­να. Προ­σέξ­τε: δέν κα­ταρ­γεῖ τήν φύλαξη τῶν συνόρων. Μή­πως καί οἱ Ἑ­βραῖ­οι δέν ἔ­κα­ναν πο­λέ­μους; Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Θε­ός εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν τρο­παι­ο­φό­ροι στόν πό­λε­μο· ὅ­ταν δέν τήν εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν κά­τι φο­βε­ρό!

    Νά σᾶς πῶ πῶς τό λέ­ει ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός: «Ἐ­άν ἔ­χε­τε τή δι­κή μου τήν εὐ­λο­γί­α, ἑ­κα­τό ἀ­πό σᾶς θά κα­τα­τρο­πώ­νουν δέ­κα χι­λιά­δες, μυ­ρί­ους. Καί ἐ­άν, λέει, εἴ­σα­στε ἐ­σεῖς μύ­ριοι, ἄν δέν ἔ­χε­τε τήν εὐ­λο­γί­α μου, ἑ­κα­τό ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς σας θά σᾶς κα­τα­τρο­πώ­νουν»[ Λευιτ. 26, 7-17]. Αὐ­τό θά πεῖ πα­ρα­θέ­τω τόν ἑ­αυ­τό μου στόν Θε­ό · ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα μας. Ὕ­στε­ρα ἐ­μεῖς, ὡς χώ­ρα, οἱ μι­κροί, –πάν­τα μι­κροί ἤ­μα­στε, σέ ὄγ­κο, σέ ἔ­κτα­ση, σέ ἀ­ριθ­μό– πό­σες φο­ρές νι­κού­σα­με! Για­τί; Πα­ρα­κα­λού­σα­με τόν Θε­ό. Δέν ξέ­ρω ὅ­μως, ἄν κά­τι μᾶς συμ­βεῖ, ἐάν πα­ρα­κα­λέ­σου­με πά­λι τόν Θε­ό. Καί τό λέω αὐτό για­τί ἤ­δη μπῆ­κε ἀρ­κε­τή δό­ση ἀ­θε­ΐ­ας μέ­σα στόν λα­ό μας, καί αὐ­τό τό γνω­ρί­ζουμε ὅ­λοι μας.

    Ἀ­γα­πη­τοί, οἱ ἡ­μέ­ρες πού περ­νᾶ­με εἶ­ναι δι­α­σπα­στι­κές. Αὐ­τό βέ­βαι­α συμ­φέ­ρει στούς ἐ­χθρούς, ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους, στόν Δι­ά­βο­λο καί στούς ἄλ­λους ἐ­χθρούς, για­τί ἐ­πι­τυγ­χά­νουν τά σχέ­διά τους. «Μέ­σα στήν ἀ­ναμ­πουμ­πού­λα», λέ­ει μί­α λα­ϊ­κή πα­ροι­μί­α, «χαί­ρε­ται ὁ λύ­κος», δη­λα­δή μέ­σα σέ μί­α δι­α­σπα­στι­κό­τη­τα χαί­ρον­ται οἱ ἐ­χθροί.

    Γιά μᾶς τούς Ὀρ­θό­δο­ξους Χρι­στια­νούς γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Εἰ ἀλ­λή­λους δά­κνε­τε καὶ κα­τε­σθί­ε­τε, βλέ­πε­τε μὴ ὑ­π’ ἀλ­λή­λων ἀ­να­λω­θῆ­τε»[ Γαλ. 5, 15]. Ἐ­άν ὁ ἕ­νας δαγ­κώ­νει τόν ἄλ­λο, προ­σέξ­τε μή­πως με­τα­ξύ σας κα­τα­να­λω­θεῖ­τε, κα­τα­στρα­φεῖ­τε.

    Ὄ­χι ἔτσι. Ὁ ἴ­διος Ἀ­πό­στο­λος λέ­ει γιά μᾶς στήν Πρός Ἑ­βραί­ους: «Κα­τα­νο­ῶ­μεν ἀλ­λή­λους εἰς πα­ρο­ξυ­σμὸν ἀ­γά­πης καὶ κα­λῶν ἔρ­γων»[ Ἑβρ. 10, 24]. Ἄς προ­σέ­χουμε ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, ὥ­στε νά πα­ρα­κι­νού­μα­στε σέ ὀ­ξεῖ­ες ἐκ­δη­λώ­σεις ἀ­γά­πης, σέ πυ­ρε­τό ἀ­γά­πης, καί κα­λῶν ἔρ­γων!

    Τό­τε ἀκριβῶς, ἀ­γα­πη­τοί μου, θά μπο­ροῦ­με νά δι­α­σώ­ζου­με τήν ἑ­νό­τη­τα, τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ποι­οι βρί­σκον­ται μέ­σα σ’ αὐτή, κι ὅ­ποι­οι εἶ­ναι αὐ­τοί, «ἕ­κα­στος ἐ­φ’ ­ᾧ ἐ­τά­χθη»[ Βλ. Α΄ Κορ. 4, 17-24] πού λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος, «ὁ κα­θέ­νας ἐ­κεῖ πού τά­χθη­κε». Αὐτό ση­μαί­νει ὅτι ὁ μο­να­χός, ὁ ἄ­γα­μος, ὁ ἔγ­γα­μος, ὁ χει­ρώ­να­κτας, ὁ ἐ­πι­στή­μο­νας, ὁ μορ­φω­μέ­νος, ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ὁ κα­τέ­χων ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ὁ ἰ­δι­ώ­της, ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί, ἕ­να Σῶ­μα. Αὐ­τή ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά εἶ­ναι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

    Νά πῶ καί κά­τι, μέ τήν εὐ­και­ρί­α τοῦ σημερινοῦ Μνη­μο­σύ­νου; Καί ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή δέν ξε­χω­ρί­στη­καν· εἶ­ναι στό ἴ­διο Σῶ­μα. Γι’ αὐ­τό στό ἅ­γιο Δι­σκά­ριο βά­ζου­με τίς με­ρί­δες καί ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων. Οἱ κε­κοι­μη­μέ­νοι ἁ­πλῶς ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τά μά­τια μας· ὅ­μως εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό μήν τό ξε­χνᾶ­με πο­τέ!

    Καί ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πρέ­πει νά εἶ­ναι καί τό τεκ­μή­ριο, ἡ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ζων­τά­νιας τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ πρός τούς ἔ­ξω, σ’ ἐ­κεί­νους πού δέν εἶ­ναι Χρι­στια­νοί.

     Ὁ Κύ­ριος μᾶς εἶ­πε: «Ἐν τού­τῳ γνώ­σο­νται πά­ντες ὅ­τι ἐ­μοὶ μα­θη­ταί ἐ­στε, ἐὰν ἀ­γά­πην ἔ­χη­τε ἐν ἀλ­λή­λοις»[ Ἰωάν. 13, 35]. Τό­τε θά γνω­ρί­σει ὁ κό­σμος ὅ­τι εἶ­στε δι­κοί μου μα­θη­τές, ὅ­ταν ἀ­νά­με­σά σας ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη καί ἑ­νό­τη­τα