Σάββατο, Μαΐου 30, 2026

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς διαρκής Πεντηκοστή

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ποιὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός; Ποιὸς εἶναι σὲ Αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ ποιὸς ὁ ἄνθρωπος; Πῶς γνωρίζεται ὁ Θεὸς στὸν Θεάνθρωπο καὶ πῶς ὁ ἄνθρωπος; Τί ἐδώρησε σέ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Θεὸς ἐν τῷ Θεανθρώπῳ; Ὅλα αὐτὰ τὰ φανερώνει σέ μᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Μᾶς ἀποκαλύπτει δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ Αὐτόν, γιὰ τὸν Θεὸ ἐν Αὐτῷ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὸ τί χάρισε σ’ ἐμᾶς μ’ ὅλα αὐτά. Αὐτὸ ἐπίσης ἀπείρως ξεπερνᾷ κάθε τί ποὺ οἱ ἀνθρώπινοι ὀφθαλμοὶ εἶδαν καὶ τοῖς ὠσίν αὐτῶν ἠκούσθη καὶ ἡ καρδία αὐτῶν κάποτε αἰσθάνθηκε.
Μὲ τὴν ἔνσαρκη ζωή του στὴ γῆ ὁ Θεάνθρωπος ἐγκαθίδρυσε τὸ Θεανθρώπινό του Σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, καὶ μὲ αὐτὴν προετοιμάζει τὸν γήινο κόσμο γιὰ τὴν ἔλευση καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Σῶμα... τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ψυχῆς Αὐτοῦ τοῦ Σώματος.
Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ πάντα παρέμεινε σὲ Αὐτὸ σὰν Πᾶν-Ζωοποιὸς ψυχὴ Αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ ὁρατὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συγκροτοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὴν πίστη των στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ ὡς τέλειου Θεοῦ καὶ ὡς τέλειου ἀνθρώπου. Καὶ ἡ κάθοδος καὶ ἡ σύνολη δρατηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο καὶ ἐξαιτίας τοῦ Θεανθρώπου.

Κάθε τί στὴν Θεανθρώπινη Οἰκονομία τῆς σωτηρίας προῆλθε ἀπὸ τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τέλος, ἀκόμη ὅλα συνοψίζονται καὶ ὑπάρχουν στὴν κατηγορία τῆς θεανθρωπότητας ἀκόμη καὶ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε ἐνεργητικότητα Αὐτοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο ἀνδραγάθημα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἡ Πεντηκοστὴ μὲ ὅλες τὶς αἰώνιες δωρεὲς τῆς Τριαδικῆς Θεότητος καὶ Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσδιόριζε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων δηλαδὴ τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς πίστης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς ἱεραρχίας, ἀκόμη καὶ κάθε τί Ἀποστολικοῦ ποὺ εἶναι θεανθρώπινο.

Ἡ Ἁγία πνευματικὴ ἡμέρα ἡ ὁποία ἄρχισε μὲ τὴν Ἁγία Πεντηκοστὴ ἀδιάκοπα συνεχίζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἀνείπωτη πληρότητα ὅλων τῶν θεϊκῶν δωρεῶν καὶ ζωοποιῶν δυνάμεων. Κάθε τί στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πολὺ μικρὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὑπερμέγεθες. Ὅταν ὁ ἱερεύς θυμιάζοντας στὴν Ἐκκλησία παρακαλεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καταπέμψει τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ ἀνέκφραστο θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἡ Ἁγία Πεντηκοστὴ πρὶν ἀπὸ τὴν χειροτονία τοῦ ἐπισκόπου ἐπαναλαμβάνεται καὶ δίδει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος καὶ μὲ αὐτὸ πασιφανῶς μαρτυρεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖται ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα της καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἤδη τῆς θεανθρώπινης οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συνδέθηκε μὲ τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδὴ μὲ τὸ θεμέλιο τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ « τοῦ Λόγου κτίσας τὴν σάρκωσιν».

Στὴν πραγματικότητα κάθε ἅγιο μυστήριο καὶ ὅλες οἱ θεῖες ἀρετὲς εἶναι μία Ἁγιοπνευματικότης. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διὰ μέσου αὐτῶν ἔρχεται σὲ ἐμᾶς καὶ ἐντὸς ἡμῶν. Αὐτὸ κατέρχεται οὐσιωδῶς ποὺ σημαίνει ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μὲ ὅλες τὶς θεϊκές του σημαντικὲς ἐνέργειες. Αὐτὸ – ὁ πλοῦτος τῆς θεότητος. Αὐτὸ – τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος. Αὐτὸ – ἡ χάρις καὶ ἡ ζωὴ κάθε ὑπάρξεως. Εἶναι αἰώνιο καὶ Διαθηκικὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ σέ μᾶς καὶ ἐμεῖς σ’ Αὐτόν. Αὐτὸ καὶ μόνο μαρτυρεῖ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ μᾶς. Ἐμεῖς μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ Αὐτὸς σέ μᾶς. Μάλιστα αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε « ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν»( Α΄ Ἰω.3,24).

Μὲ μία λέξη ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅλες τὶς δικὲς τις ἀναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες ὁδηγεῖται καὶ χειραγωγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸ ὁποῖο πάντοτε εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ (Γαλ.4,6). Γι’ αὐτὸ ἔχει γραφτεῖ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο «εἰ δὲ τὶς Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν Αὐτοῦ» (Ρωμ. 8,9).

Ὁ χερουβικὰ μυηθείς στὸ θεανθρώπινο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας σὰν τὸ πιὸ ἀγαπητὸ πᾶν-μυστήριο τοῦ Θεοῦ ὁ Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει τὸ παναληθὲς καὶ χαρμόσυνο μήνυμα «Τὸ πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησία Θεοῦ».


 

Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής

«ΕΚΧΕΩ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΟΥ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ»
(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής)
  ΛΑΜΠΡΟΥ  ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
        Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι ένας ξεχωριστός σταθμός στον εορτολογικό κύκλο του ενιαυτού για την Εκκλησία μας. Αυτή μαζί με το Πάσχα αποτελούν τις αρχαιότερες εορτές, οι οποίες ανάγονται ως τους αποστολικούς χρόνους. 

Η μεγάλη αυτή εορτή προβάλλει ως ανακεφαλαίωση του λυτρωτικού επί γης έργου του Σωτήρος μας Χριστού και ως νέα δυναμική αφετηρία της υλοποιήσεως και ολοκληρώσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας.
       Η εορτή της Πεντηκοστής συστήθηκε από την Εκκλησία μας, μαζί με πολλές άλλες εορτές, υπό την επίδραση αντίστοιχης εορτής του Ιουδαϊσμού, φυσικά με εντελώς άλλο νόημα και περιεχόμενο, όπως τονίζει ο άγιος Αυγουστίνος (Epist.55). Οι Εβραίοι πράγματι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή, η οποία απείχε πενήντα ημέρες από την εορτή του νομικού Πάσχα. Ονομάζονταν «Εορτή των Εβδομάδων» (Εξ.34,22 και Δευτ.16,10) και ποιούνταν κατ’ αυτήν η μνεία της χορηγήσεως του Νόμου στον Μωυσή, πενήντα ημέρες από τον εορτασμό του πρώτου Πάσχα στην έρημο του Σινά (Εξ.19,1). Διαρκούσε μία ημέρα και προσφέρονταν οι απαρχές της νέας συγκομιδής των καρπών της γης, τα  «πρωτογεννήματα» στο ναό της Ιερουσαλήμ, ως ευχαριστία στο χορηγό των αγαθών Θεό.
      Με την εορτή της νομικής αυτής εορτής συνέπεσε το μεγάλο γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, πενήντα ημέρες μετά την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όπως μας εξιστορεί με ακρίβεια ο θεόπνευστος συγγραφέας των «Πράξεων των Αποστόλων», ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της πεντηκοστής ήσαν άπαντες (οι απόστολοι) ομοθυμαδόν επί τω αυτό. Και άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πεύματος  Αγίου, και ήρξατο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2,1-4).
       Το μέγα και θαυμαστό γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος είναι μια από τις σπάνιες θεοφάνιες της ιστορίας. Ο Θεός Παράκλητος, υπό ορατή μορφή «γλωσσών ωσεί πυρός», κατήλθε στη γη, για να αποτελειώσει το έργο της σωτηρίας μας, ως συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Δε θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι θαυμαστή η χαρμόσυνη κάθοδός Του. Έπρεπε οι άγιοι απόστολοι να νοιώσουν αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, προκειμένου ολόκληρη η ψυχοσωματική τους υπόσταση να πλημμυρίσει από την θεία ενέργεια, ώστε να μην μείνει σ΄ αυτούς η παραμικρή αμφιβολία ότι η αποστολή τους ήταν θεόσταλτη. Να αποβάλλουν από μέσα τους όλους εκείνους τους ενδοιασμούς που είχαν ως τότε, σχετικά με το θείο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα Χριστού και να απαγκιστρωθούν πλήρως από τις κοντόφθαλμες μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις περί του Μεσσία. Μόνο με αυτή την οντολογική τους βάπτιση με την ενέργεια και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητας.
        Ο Κύριος πριν το εκούσιο πάθος Του είχε προαναγγείλει στους μαθητές Του για την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος και τα θαυμάσια αποτελέσματά της στην ανθρωπότητα.. «Καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ’  ύψους» (Λουκ.24,48) τους παρήγγειλε. Κατά την διάρκεια της δραματικής ομιλίας
Του, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, μετά το μυστικό δείπνο, τους έδωσε τη μεγάλη και ελπιδοφόρα υπόσχεση πως όταν Αυτός απέλθει από τον κόσμο θα στείλει τον Παράκλητο να είναι μαζί τους ενδυναμωτής, φωτιστής, παρήγορος και οδηγός έως τη συντέλεια του κόσμου, «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμπψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,26). Είναι χαρακτηριστική μια ακόμη φράση Του: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι. Όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,12-13). Η κατανόηση του θείου λόγου του Χριστού θα είναι έργο του Παρακλήτου. Το κριτήριο αλήθειας της Εκκλησίας θα είναι η εσαεί παρουσία Του σ’ Αυτήν. Αυτή είναι μια ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους οι οποίοι «διαπιστώνουν» πλάνες στην αγία Εκκλησία, ως ευθεία βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο ενυπάρχει στην Εκκλησία για να την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»!
      Είναι επίσης αξιοπαρατήρητο το γεγονός ότι ο Κύριος υποσχέθηκε μεταμορφωτική ενδυνάμωση στους μαθητές Του «λήψασθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος» (Πράξ.1,8). Όντως, Το μεγάλο θαύμα συντελέσθηκε ευθύς, αφότου «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ.2,4). Οι πρώην φοβισμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν.20,19) απόστολοι, μεταμορφώθηκαν σε ισχυρές προσωπικότητες, σε χαλύβδινους χαρακτήρες, σε άκαμπτους τύπους, σε άφοβους και διαπρύσιους κήρυκες του νέου θείου μηνύματος. Άνοιξαν αμέσως τα ερμητικά ολόκλειστα πορτοπαράθυρα του υπερώου και από το άδυτο κρησφύγετό τους εμφανίστηκαν στους εξώστες κηρύττοντας με πρωτοφανές θάρρος στα πλήθη τον Αναστάντα Κύριο!
       Ο επικεφαλής των αποστόλων Πέτρος κήρυξε στους εκστατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη από διάφορα μέρη του κόσμου, εξηγώντας τους το εξαίσιο θαύμα της ημέρας και κύρια το θαυμαστό φαινόμενο της γλωσσολαλιάς, το οποίο δεν ήταν προϊόν μέθης, όπως υποστήριζαν κάποιοι, αλλά πλήρωση των δωρεών του Θεού. Τόνισε ιδιαίτερα πως αυτό είναι εκπλήρωση επαγγελιών Του, δια των προφητών Του και ιδίως του Ιωήλ, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε μεταφέρει τα λόγια του Θεού ως εξής: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται΄ και επί τους δούλους μου και τας δούλας μου  εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του Πνεύματός μου… και έσται πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ιωήλ3,1-3). Ο θεόπνευστος προφήτης, αφού είχε προφητεύσει με τρόπο αλληγορικό, μα αξιοθαύμαστο την κακοδαιμονία της μεταπτωτικής προχριστιανικής εποχής, αναγγέλλει τον ερχομό του Παρακλήτου, ο Οποίος εγκαινιάζει μια νέα εποχή, πλημμυρισμένη από τις σωτήριες χάρες και δωρεές του Θεού. Από εκείνη την ευλογημένη ημέρα αρχίζει η νέα εσχατολογική περίοδος της ιστορίας, η οριζόμενη στη θεολογία μας ως «Ογδόη Ημέρα», οποία με έναν ασήμαντο σταθμό, το σωματικό θάνατο των πιστών, εκτείνεται στους ατελεύτητος αιώνες.
      Η ημέρα της Πεντηκοστής θεωρείται ως η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας. Όντως, το πύρινο και εμπνευσμένο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου καρποφόρησε στις ψυχές των χιλιάδων ακροατών του. Σαν τα φρυγμένα από τη δίψα ελάφια, σύμφωνα με έκφραση του Ψαλμωδού (Ψαλμ.41,1), προσέλαβαν τη σωτήρια ομιλία, ως ουράνιο βάλσαμο. «Ακούσαντες κατενύγησαν τη καρδία» (Πράξ.2,37». Πίστεψαν και βαπτίσθηκαν αυθημερόν. «Ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πραξ.2,41), αφού «έλαβον την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος» (Πραξ.2,39). Είναι
επίσης σημαντικό ότι ο απόστολος Πέτρος τους επισήμανε πως «υμίν γαρ εστιν η επαγγελία και τοις τέκνοις υμών και πάσι τοις εις μακράν» (Πράξ.2,39), θέλοντας να τονίσει τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της εν Χριστώ σωτηρίας.
       Το γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής αποτελεί για την Εκκλησία μας πρωταρχική αφετηρία για την μετέπειτα πορεία Της στους αιώνες. Ο Θεός Παράκλητος είναι πια ο κύριος της Εκκλησίας από εκείνη την ευλογημένη ημέρα και οδηγεί το σωτήριο σκάφος ασφαλώς στη σωστική του πλεύση. Αυτός δίνει ζωή στους πιστούς και δύναμη να πορεύονται προς τη σωτηρία. «Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, τονίζει ο απόστολος Παύλος, ούτοι εισίν υιοί Θεού. Ου γαρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν΄ αββά ο πατήρ. Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ.8,114-17). Αυτός ο περίφημος περιεκτικός αποστολικός λόγος εκφράζει με τον καλλίτερο τρόπο την άφατη ευλογία, που λάβαμε την αγία ημέρα της Πεντηκοστής. Χάρις στην έλευση του Θεού Παρακλήτου, από δούλοι της αμαρτίας, γίναμε όχι απλά ελεύθεροι, αλλά τέκνα και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Κυρίου Ιησού Χριστού. Απολαμβάνουμε πια τη θεία υιοθεσία (Γαλ.4,5). Μεγαλύτερη ευεργεσία από αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει!
     Η παρουσία του Παναγίου Πνεύματος είναι εμφανής στην Εκκλησία και την ιστορία. Αντικειμενική μελέτη της πορείας του κόσμου στο χρόνο και το χώρο αποδεικνύει περίτρανα, πως αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον της προ της Πεντηκοστής περιόδου. Ο Θεός είναι πια μαζί μας και οι ακένωτες χάριτές Του πλημμυρίζουν τον κόσμο και ολάκερη την πλάση Του. Η αξιολογικά κατιούσα πορεία της προχριστιανικής περιόδου όχι μόνο σταμάτησε, αλλά, χάρις στην αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου, παραμερίζεται σταδιακά και σταθερά η κακοδαιμονία του κόσμου και ξαναβρίσκει αυτός τη σωστή του θέση στη θεία πλάση. Το ανθρώπινο γένος ξαναβρήκε την αυθεντική του φύση, όπως αυτή βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του. Η αγία Εκκλησία είναι πια το θείο εργαστήριο όπου τελεσιουργείται η σωτηρία και η θέωση των ανθρωπίνων προσώπων. Το ενδημούν σε Αυτή Άγιο Πνεύμα αγιάζει και κεχαριτώνει όλους όσους ελεύθερα αποφασίσουν να σωθούν. Η δική τους απόφαση και προσπάθεια μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνονται σε σωστική πορεία, χάρις στις ακένωτες δωρεές και τα χαρίσματα Εκείνου. Στη θεολογική γλώσσα η σωτηρία μας απορρέει από την απολυτρωτική θυσία του Χριστού, ενεργοποιημένη από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατανόησαν νωρίς τη μεγάλη σημασία του γεγονότος της Πεντηκοστής. Τρανό παράδειγμα, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η αρχαιότητα της μεγάλης εορτής και η βάπτιση των κατηχουμένων κατ’ αυτήν. Ο ιερός Χρυσόστομος, σε μια υπέρμετρη ενθουσιαστική του έξαρση για τη σπουδαιότητα της εορτής, τόνισε πως «δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν» (P.G.50,454)! Πρέπει η ζωή μας να είναι μια διαρκής Πεντηκοστή. Να ζούμε αδιάκοπα το μυστήριο των δωρεών και χαρίτων του Παναγίου Πνεύματος. Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ, επισημαίνοντας τον ζωοδότη ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία του Θεού τονίζει: «ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία΄ ει δε συνίσταται η Εκκλησία, εύδηλον ότι Πνεύμα πάρεστιν» (P.G.50,459). Με άλλα λόγια το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τόνισε ιδιαζόντως τον σωστικό ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία και ύμνησε με την άφθαστη ποιητική του γραφίδα την θεσπέσια εορτή της Πεντηκοστής. Σε έναν από τους πολλούς ποιητικούς του λόγους έγραψε:
«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν… Τούτο το Πνεύμα συνδημιουργεί μεν Υιώ και την κτίσιν και την ανάστασιν…» (P.G.36,436)!
       Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι λοιπόν για τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα μας τους Ορθοδόξους πιστούς, οι οποίοι αποτελούμε την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, ένας σημαντικός σταθμός εορταστικής ευωχίας και πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού. Κατά την λαμπρή ακολουθία της γονυκλισίας, η οποία τελείται με ευλάβεια στους ναούς αυτή τη μεγάλη ημέρα, κλίνουμε ταπεινά τα γόνατά μας, προκειμένου να προσκυνήσουμε τον ουράνιο Βασιλέα, το Θεό Παράκλητο, να μας αγιάσει. Να έλθει να σκηνώσει στις ψυχοσωματικές μας υπάρξεις και να μας καθαρίσει από όλες τις βρωμερές κηλίδες, που λερώνουν την αυθεντική θεοδημιούργητη φύση μας. Τον παρακαλούμε ευλαβικά να φωτίσει τη σκοτισμένη από την αμαρτία και τις αμαρτωλές μας έξεις διάνοιά μας και να μας πληρώσει με θείο φωτισμό γνώσεως και επίγνωσης του μόνου αληθινού Θεού. Τον ικετεύουμε να μας πλημμυρίσει με τα ακένωτα θεία χαρίσματά Του και να μας γεμίσει με τις ουράνιες θεόσταλτες δωρεές Του, ώστε η ύπαρξή μας να μεταβληθεί σε θεοειδές έσοπτρο της δικής Του καθαρότητας και αγιότητας. Έχουμε απόλυτη ανάγκη της διαρκούς παρουσίας Του στη ζωή μας για να μπορούμε, χάρις σ’ Αυτόν, να πορευόμαστε στον επίγειο και εφήμερο βίο μας με ασφάλεια, να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, ο οποίος «όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄Ιωάν.5,19) νικηφόρα και να σωζόμαστε από «της γενεάς της σκολιάς ταύτης» (Πράξ.2,41), ασφαλώς, όπως τρανώς διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος την αγία ημέρα της Πεντηκοστής.      


 

π. Ἀνανίας Κουστένης: Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας!

Πηγή: “Λόγοι γιὰ τὴ Ἅλωση τῆς Πόλης”, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, τόμ. Α΄, σελ. 32-34. 

Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας – ἐδῶ κάνουμε ἀργία καὶ ἀπεργία γιὰ τὸ τίποτε – καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας. Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε ὅλες οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη καὶ μέχρι τὰ Γιάννενα καὶ μέχρι τὴ Ζάκυνθο καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ; Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε πένθιμα;
Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα. Τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀρχόντων της. Καὶ τοῦ λαοῦ της. Εἶχε συμβεῖ ἡ μέσα ἅλωση πρῶτα. Τῆς ψυχῆς ἡ ἅλωση. Ὅταν ἐγκαθιδρύθηκε στὶς ψυχὲς τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας, στὶς περισσότερες, τουλάχιστον, τὸ κράτος τῆς φιλαυτίας, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἦταν εὔκολο νὰ πέσει ἡ Βασιλεύουσα ἐξωτερικά. Ναί, ἀδελφοί μου. Κλείστηκαν μέσα στὴ Θεοφρούρητη Πόλη, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει. Μερικὲς χιλιάδες. Οἱ ὑπερασπιστές της δὲν ἔφταναν τὶς πέντε χιλιάδες. Δέκα χιλιάδες ἦσαν καλογεροπαίδια στὰ μοναστήρια, παρακαλῶ! Τὰ λέει κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γλυτώσουν, νὰ μὴν πολεμήσουν, νὰ μὴν ὑπερασπιστοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ στὸ τέλος... κατεσφάγησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, μέσα στὰ ἴδια τους τὰ μοναστήρια. Κι ὁ λαὸς εἶχε φύγει τελείως πιά, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες, μὲ τὶς ἴντριγκες, τὶς φατρίες, τὶς αἱρέσεις, τὶς διαιρέσεις, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τόσα, εἶχε ἀπελπιστεῖ τελείως. Ὅπως καὶ σήμερα. Ποιόν νὰ πιστέψεις; Ποιόν νὰ ἀκούσεις; Ποῦ ν’ ἀκουμπήσεις; Ποῦ νὰ σταθεῖς;

Καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ νέες περισσότερο, ἠσχολοῦντο, λέει ὁ ἱστορικός, περὶ τὸν καλλωπισμὸν κτλ. Καλὸ εἶν’ αὐτό. Ἀλλὰ νὰ ’χουμε κι ἄλλον καλλωπισμό. Νὰ πηγαίνουμε καὶ βαθύτερα. «Ἴσθι φιλόκαλος ἀλλὰ μή καλλωπιστής», ποὺ θὰ ’λεγαν κι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι. Κι ὅταν τὸ ξημέρωμα τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, τῆς Τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, ὅπως τὴ λέει καὶ τὸ λαϊκὸ ἄσμα, ἔμπαιναν οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς Βυζαντινὲς φτιαγμένες καὶ στολισμένες πήγαιναν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, γιὰ τὸ πανηγύρι. Ἦσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὰ πανηγύρια, λίγο. Καὶ τὶς πρόλαβαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὶς ἐφρόντισαν. Ἀκόμη, εἴχαμε μαύρη ἀγορὰ στὰ τρόφιμα. Ἄλλοι πέθαιναν ἀπ’ τὴν πεῖνα καὶ πολεμοῦσαν νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, κι ἄλλοι ἔκρυβαν τὰ τρόφιμα, γιὰ νὰ ’κονομίσουν περισσότερα. Μαύρη ἀγορά!

Εἶχε φύγει, λοιπόν, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὸ «Χρονικό» τοῦ Ρώσου Νέστορος, τοῦ μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἐξῆς φοβερό, ὅτι λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση ἔγινε κρότος φοβερὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ θόρυβος μεγάλος, καὶ μάλιστα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Κι εἶδαν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὸν τροῦλο τῆς ἐκκλησίας μιὰ λάμψη μεγάλη καὶ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἐγκαταλείποντας τὴν ἐκκλησιά, τὴ Μεγάλη ἐκκλησιά, στὸ σκοτάδι. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! Γιατὶς ἁμαρτίες τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀρχόντων θὰ παρέδιδε ὁ Θεὸς τὴ Βασιλεύουσα στοὺς μωαμεθανούς. Γιατὶ «εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει».

Ἡ μέσα Ἅλωση ἔφερε τὴν ἔξω Ἅλωση, ἡ ὁποία, ὅμως γιὰ τοὺς περισσότερους τῶν Ἑλλήνων, στάθηκε εὐεργετική. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης «στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν». Ὁ λαὸς πιά ἄφησε τὰ μίση, τὶς ἔχθρες, τὶς ματαιότητες, τὶς μικροψυχίες κι ἀγκάλιασε τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Καὶ αἰσθάνθηκε τὴ θλιμμένη Παναγιά. Ταπεινώθηκε θεληματικὰ καὶ ἐπήρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λέει ἡ Θεία Γραφή «Ὁ Θεὸς ταπεινοῖς δίδωσι χάριν». Καὶ βγῆκαν ἀναρίθμητοι Νεομάρτυρες καὶ Ἅγιοι, ποὺ ἐστόλισαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἁγίασαν μὲ τὰ αἵματά των τὸ σκλαβωμένο καὶ μαρτυρικὸ τοῦτο τόπο. Κι ἐκεῖνα τὰ αἵματα ἔγιναν θεμέλιο κι ἐστήριξαν τὸ Γένος τὸ σκλαβωμένο.

Γιατὶ οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ἐναντίον τῶν μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν τονίζεται ἐπαρκῶς καὶ δεόντως. Οἱ Νεομάρτυρες! Που δὲν ἐσήκωσαν συμβατικὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου, ὅπως οἱ κλεφταρματωλοί, ἀλλὰ ἐσήκωσαν τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά. Τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς τους. Τὰ ὅπλα τῆς καρδιᾶς τους. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Τῆς ἀγάπης. Τῆς ἐλπίδος. Τοῦ μεγαλείου τῆς θρησκείας μας. Κι αὐτοὺς φοβήθηκαν περισσότερο οἱ Μουσουλμάνοι. Καὶ μάλιστα πιό πολύ ἀπ’ ὅλους, φοβήθηκαν τὸν Ἅγιο τῶν σκλάβων, τὸν μεγάλο διδάχο, τὸν ἰσαπόστολο καὶ ἱερομάρτυρα καὶ ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ξέρω σήμερα ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο Ὀρθόδοξος.


 

Αντικανονικές συνοδικές καθαιρέσεις και εκκλησιαστική συνείδηση: Πατερικά προηγούμενα από τον Μέγα Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο έως τη σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Αντικανονικές συνοδικές καθαιρέσεις και εκκλησιαστική συνείδηση: Πατερικά προηγούμενα από τον Μέγα Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο έως τη σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Εισαγωγή

Η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μαρτυρεί επανειλημμένως ότι η κανονική αλήθεια και η εκκλησιαστική δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις αποφάσεις ορισμένων τοπικών συνόδων ή με ενέργειες που λαμβάνονται υπό πολιτικές, προσωπικές ή αιρετικές πιέσεις. Πολλοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας υπέστησαν καθαιρέσεις, εκπτώσεις από τον θρόνο τους, εξορίες ή διωγμούς, χωρίς όμως η Εκκλησία να αποδεχθεί τελικώς τις εις βάρος τους αποφάσεις ως κανονικώς έγκυρες.

Οι Πατέρες αυτοί, έχοντας επίγνωση της κανονικής και αποστολικής ευθύνης τους, συνέχισαν σε πολλές περιπτώσεις να λειτουργούν, να κηρύττουν, να ποιμαίνουν και να ασκούν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα, θεωρώντας ότι η αντικανονική καταδίκη δεν δύναται αυτομάτως να καταλύσει τη χάρη της αρχιεροσύνης ούτε να ακυρώσει την κανονική αποστολή τους.

Η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει ότι ακόμη και σύνοδοι δύνανται να σφάλλουν, όταν δεν ενεργούν συμφώνως προς την αποστολική παράδοση, τους ιερούς κανόνες και το ορθόδοξο φρόνημα της Εκκλησίας. Η τελική αποτίμηση των συνοδικών πράξεων πραγματοποιείται μέσα από τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας.

………………………………………

Ο Μέγας Αθανάσιος και οι αρειανικές σύνοδοι

Ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική μορφή επισκόπου που υπέστη επανειλημμένες αντικανονικές καθαιρέσεις. Οι αρειανίζουσες σύνοδοι, σε συνεργασία με την αυτοκρατορική εξουσία, επιχείρησαν πολλές φορές να τον εκθρονίσουν από τον πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας.

Εξορίστηκε πέντε φορές και κατηγορήθηκε με ψευδείς και πολιτικά κατασκευασμένες κατηγορίες. Παρ’ όλα αυτά:

•συνέχισε να θεωρεί εαυτόν κανονικό Πατριάρχη Αλεξανδρείας,

•διατηρούσε εκκλησιαστική κοινωνία με τους ορθοδόξους επισκόπους,

•έγραφε ποιμαντικές και δογματικές επιστολές,

•ασκούσε εκκλησιαστική διοίκηση,τελούσε τη θεία λατρεία όπου αυτό ήταν δυνατό.

Η Εκκλησία τελικώς απέρριψε τις αρειανικές αποφάσεις και ανεγνώρισε τον Αθανάσιο ως στύλο της Ορθοδοξίας και αυθεντικό εκφραστή της πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

……………………………………………

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και η Σύνοδος της Δρυός

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε το 403 μ.Χ. από τη λεγόμενη «Σύνοδο της Δρυός», η οποία συγκροτήθηκε υπό την επιρροή προσωπικών αντιπαθειών, πολιτικών πιέσεων και εκκλησιαστικών σκοπιμοτήτων.

Ο Χρυσόστομος δεν αποδέχθηκε ποτέ ότι η καθαίρεσή του ήταν κανονικώς έγκυρη. Αντιθέτως:

•συνέχισε να θεωρεί εαυτόν κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, •συνέχισε το ποιμαντικό και διδακτικό του έργο,

•διατηρούσε σε κοινωνία μαζί του πλήθος πιστών και επισκόπων,

•παρέμεινε λειτουργικά ενεργός μέχρι τη βίαιη απομάκρυνση και εξορία του.

Η μεταγενέστερη εκκλησιαστική αποκατάστασή του και η αναγνώρισή του ως Οικουμενικού Διδασκάλου αποτελούν σαφή απόδειξη ότι η τότε καταδίκη του δεν θεωρήθηκε έγκυρη από τη συνείδηση της Εκκλησίας.

………………………………………………….

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Κατά τον 14ο αιώνα, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπέστη διωγμούς, φυλακίσεις και προσωρινές συνοδικές καταδίκες κατά τη διάρκεια των ησυχαστικών ερίδων.

Οι αντίπαλοί του, επηρεασμένοι από τη θεολογία του Βαρλαάμ και του Ακινδύνου, επεδίωξαν να παρουσιάσουν τη διδασκαλία του ως κακόδοξη.

 Παρά ταύτα, ο Παλαμάς:

•δεν αποδέχθηκε ότι είχε αποκοπεί από την Εκκλησία,

•συνέχισε να υπερασπίζεται δημοσίως την ορθόδοξη θεολογία,

•παρέμεινε ποιμαντικά και λειτουργικά ενεργός,

•τελικώς δικαιώθηκε πανηγυρικώς από τις συνόδους του 1347 και του 1351.

Η Εκκλησία τον ανεγνώρισε ως άγιο και ως αυθεντικό εκφραστή της ορθόδοξης εμπειρίας της θεώσεως.

…………………………………………………….

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι εκκλησιαστικές αντιδράσεις

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις για την ανάληψη του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Πολλοί αμφισβητούσαν τη μετάθεσή του και επιχειρούσαν να τον εκδιώξουν από την πόλη.

Παρά τις αντιδράσεις:

•λειτουργούσε κανονικά,

•κήρυττε ακαταπαύστως την ορθόδοξη πίστη,

•διοικούσε την Εκκλησία της Αναστάσεως,

•αγωνιζόταν κατά του αρειανισμού.

Η παραίτησή του δεν υπήρξε αναγνώριση αντικανονικότητας, αλλά θυσία χάριν της ειρήνης της Εκκλησίας.

……………………………………………..

Ο Μέγας Βασίλειος

Ο Μέγας Βασίλειος δεν υπέστη επίσημη καθαίρεση, όμως βρέθηκε υπό συνεχή πίεση από αρειανούς επισκόπους και την αυτοκρατορική εξουσία.

Μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό εκκλησιαστικό περιβάλλον:

•συνέχισε να ασκεί κανονικά τα επισκοπικά του καθήκοντα,

•χειροτονούσε επισκόπους,

•διατηρούσε ακέραιη την εκκλησιαστική διοίκηση,

•ενίσχυε τη συνοχή της Ορθοδοξίας.

…………………………………………….

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής καταδικάστηκε από μονοθελητικές συνόδους και υπέστη εξορία και βασανιστήρια.

Παρά τις καταδίκες:

•δεν αναγνώρισε την εγκυρότητα των αιρετικών αποφάσεων,

•συνέχισε να ομολογεί την πίστη,

•παρέμεινε σταθερός στην εκκλησιαστική αλήθεια μέχρι θανάτου.

Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος δικαίωσε πλήρως τη θεολογία του.

……………………………………………….

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές και πατριαρχικές παρεμβάσεις που θεωρούσε αντικανονικές.

Κατά τις περιόδους διωγμών και εξορίας:

συνέχισε τη λειτουργική ζωή,διατήρησε την πνευματική καθοδήγηση των μοναχών,υπερασπίσθηκε τους ιερούς κανόνες,δεν αποδέχθηκε αντικανονικές επιβολές.

…………………………………………………

Ο Μάρκος ο Ευγενικός

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός υπήρξε η κεντρική μορφή αντιστάσεως κατά της ψευδοένωσης Φερράρας–Φλωρεντίας.

Παρά τη συνοδική πίεση:

•συνέχισε να κηρύττει την Ορθοδοξία,

•δεν αποδέχθηκε αποφάσεις που θεωρούσε αντικανονικές και αντιπατερικές, •παρέμεινε σημείο αναφοράς της εκκλησιαστικής συνειδήσεως.

Η μεταγενέστερη ιστορική πορεία της Εκκλησίας δικαίωσε πλήρως τη στάση του.

……………………………………………………………..

Η κανονική και εκκλησιολογική αρχή

Τα παραδείγματα των Αγίων Πατέρων αποδεικνύουν ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία η κανονικότητα δεν ταυτίζεται μηχανικώς με κάθε συνοδική πράξη ή διοικητική απόφαση. Όταν μια καταδίκη πραγματοποιείται:

•χωρίς ορθή κανονική διαδικασία,

•χωρίς αληθή και αποδεδειγμένα κατηγορητήρια,

•υπό πολιτικές ή προσωπικές πιέσεις,

•ή σε αντίθεση προς το ορθόδοξο φρόνημα,

τότε η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι τέτοιες αποφάσεις δύνανται να αμφισβητηθούν και τελικώς να απορριφθούν από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος.

Για τον λόγο αυτό πολλοί άγιοι συνέχισαν να λειτουργούν, να ποιμαίνουν και να ασκούν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα, θεωρώντας ότι παρέμεναν κανονικοί επίσκοποι της Εκκλησίας έως την τελική εκκλησιαστική κρίση.

………………………………………………………….

Η σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Η πρόσφατη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού έχει προκαλέσει έντονο θεολογικό και κανονικό προβληματισμό στην Εκκλησία της Κύπρου και στον ευρύτερο ορθόδοξο χώρο.

Κατά την άποψη πολλών κληρικών, θεολόγων και πιστών, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα ως προς:

•την κανονική διαδικασία που ακολουθήθηκε,την ύπαρξη σαφών και αποδεδειγμένων κατηγοριών,

•τη νομιμότητα της απομακρύνσεώς του από τον θρόνο

•και τη συμφωνία των ενεργειών αυτών με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζεται από υποστηρικτές του ότι ο Μητροπολίτης Τυχικός παραμένει ο κανονικός και νόμιμος Μητροπολίτης Πάφου μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη και αναμφισβήτητα κανονική εκκλησιαστική κρίση, συμφώνως προς την ακρίβεια των ιερών κανόνων και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.

Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι σε περιόδους εκκλησιαστικών κρίσεων απαιτείται ιδιαίτερη διάκριση, κανονική ακρίβεια και αποφυγή βεβιασμένων ενεργειών, ώστε να διαφυλάσσεται η ενότητα της Εκκλησίας και η αλήθεια της κανονικής παραδόσεως.

…………………………………….

Συμπέρασμα

Η ιστορική εμπειρία της Ορθοδοξίας αποδεικνύει ότι πολλοί άγιοι Πατέρες υπέστησαν άδικες και αντικανονικές καθαιρέσεις, χωρίς όμως να παύσουν να θεωρούν εαυτούς κανονικούς επισκόπους της Εκκλησίας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης και άλλοι μεγάλοι Πατέρες συνέχισαν να αγωνίζονται υπέρ της Ορθοδοξίας, να λειτουργούν, να ποιμαίνουν και να υπερασπίζονται την εκκλησιαστική αλήθεια ακόμη και υπό διωγμό.

Η εκκλησιαστική ιστορία υπενθυμίζει ότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν εξαντλείται σε διοικητικές πράξεις, αλλά φανερώνεται μέσα από τη συμφωνία με την αποστολική παράδοση, τους ιερούς κανόνες και τη διαχρονική συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος.

Ομάδα Θεολόγων και Κληρικών Κύπρου

29/05/2026



Παρασκευή, Μαΐου 29, 2026

 

π. Εὐμένιος Σαριδάκης: Ὁ ταπεινὸς καὶ ὁ ὑπερήφανος...

π. Εὐμένιος Σαριδάκης
Ὁ ταπεινὸς ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἑαυτόν του, ὁ ὑπερήφανος ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους.
Ὁ ταπεινὸς γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του. Ὁ ὑπερήφανος δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του.
Ὁ ταπεινὸς δέχεται μὲ ὑπομονὴ ὅ,τι δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει καὶ περιμένει. Ὁ ὑπερήφανος θέλει νὰ γίνονται ὅλα ὅπως τὰ θέλει καὶ ὅταν τὰ θέλει.
Ὁ ταπεινὸς ἀναπαύεται καὶ ἀναπαύει. Ὁ ὑπερήφανος ἀναστατώνεται καὶ ἀναστατώνει.
Ὁ ταπεινὸς παίρνει ὅλα τὰ σφάλματα πάνω του. Ὁ ὑπερήφανος τὰ μεταβιβάζει στοὺς ἄλλους.
Ὁ ταπεινὸς δοξάζει καὶ εὐγνωμονεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα. Ὁ ὑπερήφανος δὲν εἶναι ποτὲ εὐχαριστημένος καὶ ὅλα τὸν ἐνοχλοῦν.
Ὁ ταπεινὸς θὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ὑπερήφανος θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἂν ἀγαπήσεις τὴν ταπεινοφροσύνη, θὰ γίνεις μερίδα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἀγαπήσεις τὴν ὑπερηφάνεια, θὰ γίνεις μερίδα τῶν δαιμόνων.
Ἡ ταπείνωση κάνει τὸν ἄνθρωπο θεό. Ἡ ὑπερηφάνεια ἔκανε τοὺς ἀγγέλους δαίμονες.
Ἡ ταπείνωση θὰ σοῦ ἀνοίξει τὶς πόρτες τοῦ Οὐρανοῦ, ἐνῶ ἡ ὑπερηφάνεια θὰ τὶς κλείσει.


 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ 29η Μαΐου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα σημαντική. Ἐὰν ἀνοίξουμε τὸ συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δοῦμε ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται ἡ μνήμη δύο ἁγίων γυναικῶν οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ἴδιο ὄνομα· Θεοδοσία λέγεται ἡ μία, Θεοδοσία λέγεται καὶ ἡ ἄλλη.

* * *

Ἡ ἁγία παρθενομάρτυς Θεοδοσία ἡ ἐν Καισαρείᾳ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν τὴν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ τὴν ἔδεσαν. Μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τὴν ἔφεραν ἐμπρὸς στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὴν ἐπρόσταξε νὰ θυσιάσῃ στὰ εἴδωλα. Ἡ Θεοδοσία ἀρνήθηκε, καὶ τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ τὴ χτυπήσουν. Τὴν πλήγωσαν στὰ πλευρὰ καὶ τοὺς μαστοὺς καὶ ξέσχισαν ὅλο τὸ σῶμα της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέφερε σιωπηλὴ καὶ μὲ καρτερία ἡ νεαρὴ Θεοδοσία. Ὁ Οὐρβανὸς ἐπανέλαβε τὴν προσταγή, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε πάλι ἄκαμπτη. Τότε πλέον διέταξε νὰ τὴ ῥίξουν στὸ βυθὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔτσι τερμάτισε τὸ μαρτύριό της νικήτρια.

* * *

Ἡ ἄλλη Θεοδοσία εἶνε ἡ ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα. Αὐτὴ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Βασιλεύουσα σὲ ἄλλη ἐποχή, τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραμυττινοῦ (714 μ.Χ.). Ἦταν κόρη εὐσεβῶν καὶ πλουσίων γονέων. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας της ἡ μητέρα ὡδήγησε τὴν κόρη, ἡλικίας τότε 7 ἐτῶν, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μοναχή. Μετὰ τὸ θάνατο καὶ τῆς μητέρας της ἡ Θεοδοσία, ἀπὸ τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, ἔφτειαξε τρεῖς εἰκόνες κοσμημένες μὲ χρυσὸ καὶ ἄργυρο· μία τοῦ Χριστοῦ, μία τῆς Παναγίας, καὶ μία τῆς ἁγίας Ἀναστασίας. Μοίρασε κατόπιν ὅλη τὴν περιουσία της σὲ φτωχοὺς καὶ ὀρφανά, καὶ ἄρχισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες της σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν τοποθεσία «Σκοτεινὸ Φρέαρ» καὶ στὴν λεγομένη «Ἄσπαρο Στέρνα».

Εἶχε συμπληρώσει ἐκεῖ 10 χρόνα ἀσκήσεως ὅταν, τὸ 716, ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔδιωξε ἀπὸ τὸ θρόνο βιαίως, μὲ ῥαβδιὰ καὶ μαχαίρια, τὸν ἅγιο πατριάρχη Γερμανό, ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε στὶς διαταγές του κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καὶ ἀνέβασε στὸ θρόνο τὸν σύγκελλο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, κάποιον Ἀναστάσιο, ποὺ συμφώνησε μὲ τὸν Ἴσαυρο καὶ πρόδωσε σὰν ἄλλος Ἰούδας τὸ γέροντά του. Προσπάθησε μάλιστα ὁ Λέων μὲ ἀπεσταλμένους του νὰ κατεβάσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴ λεγομένη Χαλκῆ Πύλη τοῦ τείχους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Τὰ κατάφερε, τὴν ξεκρέμασε; Ὄχι. Γιατί; Διότι ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν εἰκόνα! Ποιός φώναξε; ἱερεύς, ἱεροκήρυκας, θεολόγος, πατριάρχης; Ὄχι. Μιὰ γυναίκα! Ἦταν ἡ ἁγία Θεοδοσία, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες τόλμησε καὶ πῆγε ἐκεῖ, φώναξε καὶ διαμαρτυρήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔπιασαν τὴ σκάλα, ὅπου εἶχε ἀνεβῆ ἕνας σπαθάριος γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν εἰκόνα, τὴν ἔρριξαν κάτω μαζὶ μ ̓ αὐτόν, καὶ πέφτοντας ὁ σπαθάριος σκοτώθηκε. Ἐν συνεχείᾳ ἦρθαν στὸ πατριαρχεῖο καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο, τὸν ἀνάξιο διάδοχο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ. Τότε κάποιος, ποὺ τὶς εἶχε δεῖ στὴ Χαλκῆ Πύλη, τὶς ἀναγνώρισε, τὶς ὑπέδειξε, καὶ ἔτσι τὶς συνέλαβαν. Καὶ οἱ μὲν ἄλλες γυναῖκες ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως. Τὴν ὁσία Θεοδοσία ὅμως τὴ θανάτωσε ἕνας ἄγριος δήμιος μὲ πρωτοφανῆ τρόπο· πῆρε τὸ κέρατο ἀπὸ ἕνα κριάρι ἢ βόδι, τῆς τὸ ἔμπηξε καὶ διαπέρασε μ ̓ αὐτὸ τὸ λαιμό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα, 29 Μαΐου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Θεοδοσιῶν, ἔχουμε καὶ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο ἑνὸς ἄλλου γεγονότος τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.

29 Μαΐου 1453. Ἂν πιάσῃς παιδιὰ τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ λυκείου καὶ τὰ ρωτήσῃς «τί ἔγινε στὶς 29 Μαΐου;», δὲν θὰ ξέρουν νὰ σοῦ ποῦν. Ἂν τὰ ῥωτήσῃς γιὰ ἄλλα πράγματα, εἶνε πολὺ κατατοπισμένα, τὰ ξέρουν ὅλα. Ἄλλοτε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑωρταζόταν πένθιμα. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ ἄρχοντες, πήγαιναν στοὺς ναοὺς καὶ τελοῦσαν μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

29 Μαΐου 1453, ἡμέρα ἀποφράδα, θλιβερή, καταραμένη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασίλισσα τῶν πόλεων, ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Μωάμεθ καὶ τῶν Τούρκων. Τὴν πολιόρκησαν πολύ, καὶ τέλος μπῆκαν μέσα, πρωὶ – πρωὶ σὰν σήμερα. Δὲν εἶχε ἀκόμα τελειώσει ἡ λειτουργία γιὰ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδοσίας. Σὲ κάποιο ναὸ τῆς Πόλεως ἑώρταζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἑορτὴ τῆς παρθενομάρτυρος καὶ τῆς ὁσιομάρτυρος. Καὶ τότε ὁ Μωάμεθ μπῆκε μέσα.

Τὸ τί ἐπακολούθησε εἶνε ἀπερίγραπτο. Ἔβαλε φωτιά, ἔκαψε σπίτια, λήστεψε, λεηλάτησε, ξεκοίλιασε γυναῖκες, ἀτίμασε παρθένες, σκότωσε μικρὰ παιδιά. Προχώρησε, πῆγε στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἔσπασε τὶς σιδερένιες πόρτες, μπῆκε μέσα, σκότωσε ὅσους εἶχαν καταφύγει στὴ μεγάλη ἐκκλησία, βάφτηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ αἷμα, πλημμύρησε τὸ δάπεδο. Μουτζούρωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἔβγαλαν τὰ μάτια τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, κατούρησαν –μὲ συγχωρεῖτε– στὶς κολυμβῆθρες. Τόλμησαν ἀκόμη κι ἀνέβηκαν πάνω στὴν ἁγία τράπεζα καὶ χόρευαν! Πέταξαν τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα! Ἀνέβηκαν σὰν καλικάντζαροι πάνω στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καὶ ξερρίζωσαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Ὄργιο, φοβερὸ ὄργιο!…

29 Μαΐου ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀποφράδα ἐκείνη μέρα, πέρασαν χρόνια. Ἦταν ἡ συμφορὰ αὐτὴ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ γένους μας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ μόνη συμφορά. Ἦρθε ὕστερα καὶ μιὰ δεύτερη συμφορά, μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἄλλη συμφορὰ ποιά ἦταν· ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή. Λένε –συμφωνῶ κ ̓ ἐγώ–, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μεγάλη καταστροφή. Πάλι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ τώρα; Τώρα… Δὲν τολμῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἔρθῃ νέα συμφορά, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές. Θεέ μου Θεέ μου!

Καὶ οἱ Ἕλληνες; Ἀδιάφοροι… Τί θὰ μᾶς σώσῃ; Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οὔτε οἱ πολιτικοὶ οὔτε τὰ κόμματα οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ θεωροῦμε ἄξιο ἐμπιστοσύνης. Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ. Τὸ εἶπα, τὸ λέω, καὶ τὸ φωνάζω κατ ̓ ἐπανάληψιν· Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ· ἡ μετάνοια! Διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ ἄρχοντες, ἔχουμε ἁμαρτήσει, καὶ γι ̓ αὐτὸ ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ἐὰν μετανοήσουμε, θὰ κάνῃ πάλι ὁ Θεὸς τὸ θαῦμα του· ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, τότε πρέπει νὰ περιμένουμε κάποια νέα μεγαλύτερη συμφορά.

Αὐτὰ ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου. Τὴν παρθενομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, τὴν ὁσιομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, καὶ τὴν ἐπέτειο τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλεως. Γι ̓ αὐτὸ τέτοια μέρα ἔπρεπε νὰ τελοῦνται μνημόσυνα σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ μεγάλου ἥρωος καὶ πατριώτου καὶ Χριστιανοῦ, τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν τελευταία ἡμέρα, τὴν προγουμένη τί ἔκανε; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς σήμερα. Πῆγε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὴ θεία λειτουργία ξυπόλητος· γονάτισε, ἔκλαψε, παρακάλεσε τὸ Θεό· ζήτησε συγγνώμη ἀπ ̓ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα –ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του–, μὲ δάκρυα κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὰ τείχη. Καὶ ἐκεῖ, σὰν λιοντάρι, ἀγωνίστηκε μέχρι τὴν τελευταία πνοή του. Αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὅλων τῶν χιλιάδων ἐκείνων Χριστιανῶν ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴν Ἅλωσι. Καὶ αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν κατὰ τὴν φοβερὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἀπὸ ἕνα χειρότερο Μωάμεθ, νεώτερο τύραννο καὶ μισέλληνα, τὸν Κεμάλ.

Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα τὸ Θεό, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Θεοδοσίας καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας, νὰ ἐλεήσῃ τὸ γένος μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἀγρυπνία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 29-5-1985 μὲ ἄλλο τίτλο.Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2003, ἐπανέκδοσις 19-4-2026.

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής. Η ανάσταση των νεκρών

 

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ»

[Από τη σειρά: «Ομιλίες εις προσκυνητάς Θεσσαλονικείς» Δ97Α’]

 [Εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-6-1992]

       Αν ο θάνατος, αγαπητοί μου, έθετε την τελική του σφραγίδα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, τότε, θα λέγαμε, ας αρχίσομε να θρηνούμε γι΄ αυτήν την φοβερή αιχμαλωσία μας εις τον κόσμον αυτόν. Τότε μόνιμο τραγούδι μας, μόνιμο, μάλλον, ελεγείο μας, ας είναι το «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Και μάλιστα όταν σήμερα, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής, μάς ζωντανεύει αυτή η θέσις του θανάτου, η πραγματικότητα του θανάτου για να τα πούμε αυτά, τότε θα λέγαμε: «Γιατί να έρχονται νέοι άνθρωποι στον κόσμον αυτόν αφού θα πεθάνουν;».

      «Γιατί να γεννιώνται άνθρωποι;». Ή, ακόμη, τότε μία γέννηση θα μπορούσε να είναι ένα προκαταβολικόν πένθος. Μάλιστα μεταφορικώς λέγεται ότι το παιδί μόλις γεννιέται, κλαίει και αυτό σημαίνει ότι μπαίνει μέσα στα βάσανα αυτού του κόσμου. Τότε… γιατί ο ήλιος λάμπει; Ή ακόμη γιατί τα πουλιά κελαηδούν; Δεν θα υπήρχε λόγος. Τότε η Δημιουργία στο βάθος της, παρά την επιφανειακή ομορφιά της κρύβει την πιο απαίσια αντίφαση, την υπαρξιακή ανυπαρξία της. Και είναι μία, τότε η Δημιουργία, μία εξοργιστική κωμωδία. Αν βέβαια όλα αυτά, τον τελικό λόγο, τον έχει ο θάνατος. Έτσι, ύπαρξις και ανυπαρξία, ζωή και θάνατος, είναι η πιο ακραία αντίφασις.

    Αλλά ο Θεός που εδημιούργησε τα πάντα με τόση σοφία, με τόση δύναμη και με τόση αγάπη, αντιφάσκει εις εαυτόν; Δημιουργεί μάταια πράγματα ο Θεός; Βεβαίως όχι. Μη γένοιτο να υποστηρίξομε μία τέτοια θέση. Τότε; Ε, απλώς ο θάνατος είναι ένας μεγάλος παρείσακτος. Και πρέπει να δούμε πώς μπήκε αυτός ο θάνατος ως παρείσακτος μέσα στην πολύ ωραία Δημιουργία του Θεού. Όπως κάπου στην «Σοφία Σολομώντος» λέγει ότι «Είσαι φιλόζωος, Κύριε, και δεν έκανες κανένα δημιούργημά Σου να υποφέρει και κανένα δημιούργημά Σου δεν βδελύσσεσαι, δεν σιχαίνεσαι, και όλα είναι πολύ ωραία». Πώς, λοιπόν, υπάρχει ο θάνατος; Που είναι ο θάνατος πάντοτε, η πιο χτυπητή αντινομία, όπως ήδη σημειώσαμε, και η πιο απαίσια ασχημία.

       Ο θάνατος, αγαπητοί μου, είναι ο καρπός της παρακοής των Πρωτοπλάστων. Και το σημαντικόν είναι ότι ο Θεός ειδοποίησε για την περίπτωσιν αυτήν, λέγοντας: «Μην παραβείτε την εντολή μου· «ἐν ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». «Θα πεθάνετε με θάνατο εάν θα φάτε από τον καρπόν αυτόν». Όχι βεβαίως ότι ο καρπός της γνώσεως ήταν καρπός δηλητηριώδης, ήταν κάτι άλλο, είχε μεταφυσικά στοιχεία. Όχι, τίποτε απ’ όλα αυτά. Ένα φυσικόν δέντρον ήτο. Αλλά ετέθη επάνω εις το καρπόν του δέντρου αυτού, ετέθη η εντολή της υπακοής. Και εφόσον οι Πρωτόπλαστοι παρέβησαν την εντολή της υπακοής, εισήλθε ο θάνατος.

    Λέγει το βιβλίον της «Σοφίας Σολομώντος» στο 2ο κεφάλαιο: «ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ (:τον έκανε να είναι άφθαρτος)  καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν· φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον».

       Πράγματι ο Θεός δεν εδημιούργησε τον θάνατον. Θα ήτο βλασφημία αυτό να το πούμε. Μάλιστα στην καθημερινότητά μας λέμε τα εξής: «Ε, τι να κάνομε; Φυσικά πράγματα είναι αυτά». Τι «φυσικά»; «Το ότι πεθαίνει κανείς. Ε, ο Θεός, έτσι θέλει, να πεθαίνομε». Δεν θέλει ο Θεός να πεθαίνομε. Και ο θάνατος είναι το πιο αντιφυσιολογικόν στοιχείον, η μεγαλυτέρα, σας είπα, ασχημία μέσα στην Δημιουργία· που δίνει μία εικόνα σαν να μην έχει σκοπόν η Δημιουργία. Σαν να είναι κάτι που να λέει κανείς: «Γιατί ζω; Αφού υπάρχει ο θάνατος. Γιατί ζω;». Σαν να αφαιρεί την έννοια του σκοπού της Δημιουργίας. Δεν έκανε ο Θεός τον θάνατον. Πολύ σωστά λέγει, λοιπόν, ο λόγος του Θεού ότι ο Θεός δεν έκανε τον θάνατον. Αλλά εισήλθε από τον φθόνο του διαβόλου. Επειδή επεκράτησε ο φθόνος του διαβόλου. Πώς; Εφθόνησε τους Πρωτοπλάστους, γιατί να είναι δημιουργήματα λογικά και να έχουν την στοργή του Θεού, κατάφερε, εννοείται… κατάφερε, εξηπάτησε ώστε να παραβούν την εντολήν του Θεού και έτσι να εισέλθει ο θάνατος.

         Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι η φιλανθρωπία του Θεού εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, της Ενανθρωπήσεως. Διότι θα έλεγε κανένας: «Να, ο Θεός επιτρέπει, επέτρεψε». Ήταν το κατά παραχώρησιν θέλημά Του να εισέλθει ο θάνατος. Και τώρα εδώ ο Θεός δημιουργεί το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, ακριβώς για να σώσει τον άνθρωπο, να τον επαναφέρει εις την κατάστασιν του αρχικού θελήματος του Θεού, δηλαδή του κατ’ ευδοκίαν θελήματος του Θεού, που είναι η αφθαρσία και η αθανασία και η μακαριότης.

       Λέγει ένα τροπάριο των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, ένα από το «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ».  Λέγει κάτι έτσι πάρα πολύ ωραίο και συγκινητικό: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες (:Συ, ω Θεέ Λόγε που έγινες άνθρωπος, στη Γη κατέβηκες), ἵνα σώσῃς Ἀδάμ (:γιατί ο Αδάμ ήτο στη Γη) καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκὼς τοῦτον, Δέσποτα (:και αυτόν –λέει- αφού δεν τον βρήκες), μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν», «κατέβηκες μέχρι τον Άδη για να ψάχνεις να τον βρεις». Τι ωραίο που είναι αυτό πραγματικά!

      Κι έτσι βλέπομε ότι ο Θεός εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας για να σώσει τον άνθρωπο και για να καταπατήσει τον θάνατον. Έτσι έγινε με μας όμοιος, απέθανε επί του Σταυρού ο Κύριος, αλλά ανεστήθη. Ακριβώς για να αναστήσει τον άνθρωπον την εσχάτη ημέρα. Και ανελήφθη εις τον ουρανό, ακριβώς για να ανεβάσει τον όλον άνθρωπον στον ουρανό και, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τον στήσει στα δεξιά του Θεού Πατρός. Διότι εκεί ανέβηκε η ανθρωπίνη φύσις. Διότι ως Θεός Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά. Αυτό αναφέρεται εις την ανθρωπίνη φύση· και η ανθρωπίνη φύσις είναι εκείνη που ανήλθε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός, όπως ακριβώς το είδε και ο άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, ομολογώντας το μέσα εις το συνέδριο.

         Έτσι, ο Κύριος μάς άνοιξε τον δρόμο υπερνικώντας την αμαρτωλότητα του ανθρώπου ως αναμάρτητος, υπερνικώντας την θνητότητα, γιατί ο άνθρωπος πέθαινε, πώς θα μπορούσε ποτέ να ανεβεί στον ουρανό; Ως αμαρτωλός μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Ως θνητός, μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Και την υλικότητα. Πώς θα μπορούσε να ανεβεί ο άνθρωπος, υλικός υπάρχων; Πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ; Κι όμως, γι'αυτό ξέρετε, εκπλήσσονται οι άγγελοι. Ω, αν είχαμε τον Πλάτωνα εδώ και μας άκουγε ότι άνθρωπος με την υλικότητά του ανέβηκε επάνω εις τον ουρανό, εις τον ουρανό των ιδεών, εκεί που δεν χωράει τίποτα, παρά μόνον είναι ο κόσμος των πνευμάτων και των ιδεών και των προτύπων και των αρχετύπων, θα τρόμαζε, θα χλώμιαζε. Και αν του λέγαμε ότι αυτό έγινε, το έχομε ως δεδομένον, από το γεγονός ότι ο Χριστός ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν, κυριολεκτικά θα ετρόμαζε, κυριολεκτικά, θα έλεγε ότι «κάτι καινούριο εδώ υπάρχει, κάτι καινούριο που δεν το σκέφτηκα». Ναι, πράγματι ήταν και είναι όλα αυτά που εργάστηκε ο Χριστός για μας ανοίγοντάς μας τον δρόμο, μία πραγματικότης, ένα γεγονός.

       Ενθυμείσθε, όταν ο άνθρωπος εβγήκε από τον υλικόν Παράδεισον, επίγειος ήτο, ενθυμείσθε ότι ο Θεός έταξε τα Χερουβείμ να φυλάσσουν την είσοδον του Παραδείσου και να κινούν την περιστρεφομένην εκείνην πυρίνην ρομφαία. Το ενθυμείσθε; Τι ήτο αυτή η «πυρίνη ρομφαία»; Δηλαδή ένα πράγμα που να γυρίζει, ένα σπαθί, αντί που να έχει λάμα, να έχει φλόγα και να περιστρέφεται. Πώς να μπεις μέσα σε μία είσοδο, όταν υπάρχει μία τέτοια, ένας τέτοιος φραγμός; Ξέρετε τι ήτο αυτό; Αυτά τα τρία που σας είπα. Αυτό ήτο που έφραξε τον δρόμον. Η αμαρτωλότης της ανθρωπότητος, η υλικότης της ανθρωπότητος και η θνητότης της ανθρωπότητος. Κι αυτά τώρα τα υπενικά ο Κύριος ανερχόμενος εις τον ουρανόν με την ανθρωπίνη Το φύση. Και μας οδοποίησε, μας άνοιξε τον δρόμο, έφτιαξε δρόμο για να ξαναγυρίσομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού.

         Ας δούμε όμως πώς ο Απόστολος Παύλος, για να μείνομε και στη σημερινή περικοπή την αποστολική, που αναφέρεται εις το θέμα της αναστάσεως των νεκρών, ως Ψυχοσάββατο, όπως σας είπα, πώς ο Απόστολος Παύλος μας περιγράφει τα πράγματα, τον καρπόν, θα λέγαμε καλύτερα, της Αναστάσεως του Χριστού. Βέβαια έχει γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το 15ο κεφάλαιο στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν του, που είναι ένας ύμνος στην ανάσταση. Ύμνος στην ανάσταση –προσέξτε- των νεκρών! Όχι ύμνος εις την ανάσταση του Χριστού.

      Εδώ, λοιπόν, στους Θεσσαλονικείς, λέγει: -Τι χαριτωμένο πράγμα, ξέρετε, και να έχομε ακροατάς Θεσσαλονικείς και να μιλά κανείς από τις δύο, αυτές, επιστολές. Έχει κάτι το πιο ιδιαίτερο, πιο ξεχωριστό. Αισθάνεται κανένας ότι αυτό που τώρα ακούει είναι για μένα. Όχι γιατί είναι ο λόγος του Θεού, αλλά και γιατί είμαι Θεσσαλονικεύς. Και αποτείνεται εκεί ο Παύλος. Έχει κάτι το πιο ιδιάζον-. Λοιπόν, γράφει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος:

     «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα». «Δεν θέλομε», λέγει, «να αγνοείτε, αδελφοί, για τους κεκοιμημένους, για να μη λυπόσαστε, όπως και οι υπόλοιποι που λυπώνται υπερβολικά, μη έχοντες την ελπίδα της αναστάσεως». Ώστε, λοιπόν, ομιλεί περί κεκοιμημένων. Προσέξτε, είναι χαρακτηριστικό. Δεν ομιλεί περί νεκρών. Ομιλεί περί κεκοιμημένων. Κι αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθήσει εγρήγορσις, όπως λέγει ο Οικουμένιος. Και συμπληρώνει ο Θεοδώρητος και λέγει: «Τῷ γὰρ ὕπνῳ ἐγρήγορσις ἕπεται». «Ένας που κοιμάται, βεβαίως θα ξυπνήσει. Αφού κοιμάται».

      Ενθυμείσθε, γιατί καινούργια πράγματα μπαίνουνε στον κόσμο. Ο Χριστός μάς έφερε καινούρια πράγματα, με διαστάσεις καταπληκτικές. Φθάνει μήνυμα στον Κύριο, ήτο πολύ μακριά από την Βηθανία, ότι ο φίλος ο Λάζαρος απέθανε. Και λέγει στους μαθητάς Του: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος εκοιμήθη». Είχαν μάθει όμως ότι ήτο άρρωστος. Και είπαν οι μαθηταί… πώς μίλησαν; Τοποθετημένοι στις διαστάσεις της καθημερινότητος, της πραγματικότητος. Και λέγουν: Αφού τον πήρε ο ύπνος, μπόρεσε να κοιμηθεί, αυτό σημαίνει ότι τώρα θα πάρει την πάνω βόλτα στην υγεία του, θα γίνει καλύτερα. Όπως το λέμε κι εμείς: «Α, ένας ασθενής κοιμάται, φυσιολογικά, ωραία κοιμάται, ε, θα γίνει καλά! Παίρνει την πάνω βόλτα». Δεν κατάλαβαν όμως. Πού να συλλάβει το μυαλό τους τι θα επεκολούθει κ.λπ. κ.λπ. Και λέει ο Κύριος καθαρά στην γλώσσα τους: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος απέθανε». Προσέξτε· στην γλώσσα τους. Άλλη γλώσσα έχει ο Κύριος. Ο Κύριος είπε «ἐκοιμήθη». Γιατί; Διότι απλούστατα θα επηκολούθει η ανάστασις. Δεν υπάρχει λοιπόν θέμα εδώ γι'αυτό, ότι δηλαδή ο θάνατος είναι ένας ύπνος. Πολύ σωστά, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος θεοπνεύστως βάζει: «δια τους κεκοιμημένους δεν θέλω να λυπείσθε» κ.λπ. κ.λπ. Και μη λυπούμεθα; Ναι, αλλά με μέτρο. Εδώ κόβει τι; Την άμετρον λύπην ο Απόστολος. Και η άμετρος λύπη είναι άρνησις της ελπίδος της αναστάσεως των νεκρών.

        Σας υπενθυμίζω ότι η λύπη, όταν περάσει κάποια όρια, είναι πάθος. Και ίσως δεν έχετε αντιληφθεί, αγαπητοί μου, ότι είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα η λύπη. Είναι φοβερό. Καταπίνει τον άνθρωπον. Εκεί κάπου η «Σοφία Σειράχ» λέγει, στο 38ο κεφάλαιο αν ενθυμούμαι καλά: «Μη λυπάσαι υπερβολικά, γιατί», λέγει, «θα αρρωστήσεις». Και πράγματι η λύπη καταπίνει τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά. Δεν έχω καιρό να επεκτεινόμουν σ’ αυτό, εξάλλου δεν είναι και θέμα μας· αλλά προσοχή στο θέμα της λύπης.

     Είναι, λοιπόν, αμαρτία το υπέρμετρον, η υπέρμετρη λύπη. Ποιοι λυπούνται; Εκείνοι που δεν έχουν την ελπίδα της αναστάσεως των νεκρών. Τι κρίμα! Ξέρετε πόσες φορές ο διπλανός μας να κλαίει και να οδύρεται και να μην θέλει να παρηγορηθεί. Κι όμως μπροστά του είναι το θέμα ότι ο Χριστός ανεστήθη. Και οι νεκροί θα αναστηθούν. Και συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, πάντα στους Θεσσαλονικείς αποτεινόμενος: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». «Διότι», λέγει, «αν πιστεύομε ότι ο Ιησούς και πέθανε και ανέστη…-Γιατί βάζει το «απέθανε»; Μα δεν μπορεί να φανεί η ανάστασις εάν δεν υπάρξει ο θάνατος. Και στους Κορινθίους το λέγει αυτό. Ότι «ἀπέθανε κατά τάς Γραφάς και ἀνέστη κατά τάς Γραφάς». Βασική προϋπόθεση της αναστάσεως είναι ο θάνατος. Απέθανε πραγματικά. Γι΄αυτό φροντίζουν και οι ιεροί ευαγγελισταί να δείξουν ότι ο Χριστός πραγματικά απέθανε, για να φανεί η πραγματική Του ανάστασις. Έτσι, λέγει εδώ στη συνέχεια ότι «όπως ο Πατήρ ανέστησε τον Υιόν, έτσι και ο Θεός Πατήρ θα αναστήσει τους κεκοιμημένους ανθρώπους, τους νεκρούς δηλαδή και θα τους οδηγήσει μαζί με τον Ιησούν εις την Βασιλείαν Του».

      Πρέπει εδώ να κάνω μία μικρή παρατήρηση. Ότι, όταν στους Θεσσαλονικείς ομιλεί για το θέμα των νεκρών, ομιλεί δια τους ευσεβείς νεκρούς, δια τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Δεν τον ενδιαφέρουν εκείνη τη στιγμή, δεν τον ενδιαφέρουν οι ασεβείς κεκοιμημένοι. Όλοι θα αναστηθούν. Μα όλοι θα αναστηθούν. Όπως ακριβώς όταν γεννιόμαστε, δεν ερωτώμεθα για να κουβαλήσομε αυτό που λέγεται «ανθρωπίνη φύσις», δηλαδή λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με ελευθερία κ.ο.κ., κατά τον ίδιο τρόπο, θέλω δεν θέλω θα αναστηθώ, είτε ευσεβής είμαι είτε ασεβής είμαι. Είναι δεδομένο που ανήκει στον Θεό. Θέλω δεν θέλω! Εδώ, λοιπόν, ο Απόστολος δεν ομιλεί για τους ασεβείς. Ομιλεί για τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Και για να δούμε τι γράφει στους Κορινθίους, να δούμε λιγάκι πιο κοντά τα πράγματα, γιατί δεν γράφει πιο πολλά εκεί στους Θεσσαλονικείς παρά μόνον λίγα για να παρηγορηθούν.

       Και λέγει: «Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν;(:Εάν –λέγει- ότι ο Χριστός κηρύσσεται ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, πώς μερικοί λένε ότι οι νεκροί δεν αναστήνονται;) Εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται (:Αν –λέγει- δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός ανεστήθη. Τι αποτελεί αυτό, η Ανάστασις του Χριστού; Το θεολογικόν υπόβαθρον της αναστάσεως των νεκρών) · εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν (: Αν, λέγει, ο Χριστός δεν ανεστήθη, τότε και το κήρυγμά μας και η δική σας πίστις πέφτουν στο κενό. Είναι κούφια πράγματα. Δεν έχουν αντίκρυσμα. -Αλήθεια, το σκεφθήκαμε ποτέ; Ότι αν δεν πιστεύομε στην ανάσταση των νεκρών, δεν είναι δυνατόν ποτέ να λεγόμεθα ότι ορθοδοξούμε. Η πίστις μας πέφτει στο κενό).Νυνί δε Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο(: Τώρα δα, επί λέξει. Το θυμάμαι από τα Αρχαία του σχολείου. Νυνί. Τώρα δα. Δηλαδή τώρα πλέον, ας το πούμε έτσι, ο Χριστός ανεστήθη από τους νεκρούς και έγινε η απαρχή, το ξεκίνημα των κεκοιμημένων ως προς την ανάστασή τους). Ἒσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος(: Ο τελευταίος εχθρός καταργείται ο θάνατος, πραγματικά. Μπαίνει εκτός ενεργείας. Αυτό θα πει ‘’καταργείται’’)».

       Και έτσι βλέπομε εδώ να ομιλεί ο Παύλος με τον τρόπον αυτόν δια τους κεκοιμημένους. Και συνεχίζει τώρα στους Θεσσαλονικείς:

     «Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας(: Αυτό σας λέγω, ἐν λόγῳ Κυρίου, ότι εμείς οι ζωντανοί που έχομε μείνει, δεν θα φθάσομε στην παρουσία του Κυρίου. Δηλαδή δεν θα φθάσομε στον θάνατον, όταν θα έρθει ο Κύριος)». Εννοεί δηλαδή ότι όταν θα έρθει ο Κύριος, θα βρει ανθρώπους επάνω στη γη. Ε, αυτοί που θα ζουν τότε, «δεν θα φθάσομε τους κεκοιμημένους, δηλαδή δεν θα έχομε πεθάνει. Θα μας βρει ζωντανούς». Όποτε θα έρθει ο Κύριος. Προσέξτε τι είπε: «Ἐν λόγῳ Κυρίου». Τι σημαίνει αυτό; Η αυθεντία του λόγου του Θεού, του λόγου του Χριστού. Ούτε εγώ το επινοώ να το πω, ούτε ο Παύλος το επινοεί για να παρηγορήσει, αλλά είναι μία πραγματικότης. Εν λόγω Κυρίου. Τι βεβαιώνει; Ότι οι τότε ζώντες δεν θα πεθάνουν, αλλά θα, θα, θα αλλαχθούν.

       Να τι λέγει πάλι στους Κορινθίους- Εναλλάσσω τα δύο κείμενα, παίρνοντας ό,τι θα εξυπηρετούσε: «Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω - Πράγματι είναι μυστήριον. «Να, μυστήριο», λέει, «σας λέγω»-· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα(: όλοι δεν θα πεθάνομε), πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα(: αλλά όλοι θα αλλαχθούμε. Τι θα πει ‘’θα αλλαχθώ’’; Θα περάσω από την φθορά στην αφθαρσία. Τι λέγεται «φθορά»; Αυτό που λέμε… τρώγω, πίνω, μεγαλώνω, κοιμάμαι. Αυτά αποτελούν το στοιχείο της φθοράς. Τι λέγεται «αθανασία»; Αυτό που δεν πεθαίνει πια. Έτσι θα περάσει η ύπαρξίς μου μέσα από την αφθαρσία και την αθανασία. Και συνεπώς στην Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει γάμος, όπως θα γνωρίζετε, δεν υπάρχει κοιλία. Ο Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. «Καί πάντες δέ ἀλλαγησόμεθα (:και όλοι θα αλλαχθούμε) ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ (:’’ἐν ἀτόμῳ’’ θα πει ‘’πάρα πολύ γρήγορα, σε χρόνο που δεν κόβεται πιο πολύ, σε άτμητον άτομον, άτμητον χρόνον’’. Και για να φέρει και μία εικόνα από την φύση, να γίνει κατανοητός, λέγει αυτό: «ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ». Επειδή βέβαια η ριπή οφθαλμού είναι πάρα πολύ μεγάλος χρόνος, αλλά μία φυσική εικόνα. Πόσο κρατά το ανοιγόκλειμα των ματιών; Θα γίνει αυτή η αλλαγή, η ανάστασις και η αλλαγή. Και συνεχίζει και λέγει ότι «ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι». Αυτά θα γίνουν τότε. Πάλι εικόνα στρατοπέδου εδώ. Πώς σαλπίζει ο σαλπιγκτής και όλοι οι στρατιώτες σηκώνονται από το στρατόπεδο κ.λπ.) σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι (:θα αναστηθούν άφθαρτοι). Καὶ ἡμεῖς (που θα ζούμε) ἀλλαγησόμεθα(:θα αλλαχθούμε. Είναι εκπληκτικόν!).

      Στους Θεσσαλονικείς, λέει κάτι πιο λεπτομερές εδώ): «Ὃτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι (:με εντολή του Κυρίου, δηλαδή διαταγή), ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ -Έτσι δεν είπαν οι άγγελοι κατά την ημέρα της Αναλήψεως; ‘’Όπως τον είδατε να φεύγει, έτσι θα κατεβαίνει’’) καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον – Είναι εκπληκτικό. Και συνεχίζει:-, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς(:συγχρόνως, μαζί με αυτούς) ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα». Γιατί κατεβαίνει; Για να ανεβούμε εμείς. Κι εμείς θα αναληφθούμε, υπολαμβανόμενοι από σύννεφα. Ποια σύννεφα; Αυτά τα μετεωρολογικά; Όχι. Είναι το θείον όχημα, είναι η θεία δόξα. Θα μας πάρει αυτή. Κατεβαίνει ο Κύριος, ανεβαίνομε εμείς. Και θα γίνει η συνάντησις κάπου στο σύμπαν, ο Θεός το γνωρίζει. Δηλαδή έρχεται να μας προϋπαντήσει. Μα είναι εκπληκτικόν! Μα η αγάπη Του είναι εκπληκτική! «Και τότε θα μας πάρει να μας οδηγήσει εις την Βασιλεία Του- καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα(:και ότι πάντοτε θα είμεθα μαζί Του. Πού; Εις τους αιώνας των αιώνων εις την δική Του την Βασιλεία)».

      Αγαπητοί μου, έχομε καλά αντιληφθεί την ανάσταση των νεκρών; Ότι θα είναι ανάστασις σωμάτων; Το έχομε αυτό καλά αντιληφθεί; Πολλοί πιστεύουν ότι θα είναι ανάστασις ψυχών. Μα οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Το σώμα διαλύεται. Η ψυχή φυλάσσεται, για να επανενωθεί, προσέξτε, με το παλαιόν σώμα. Το λέγει αλλού ο Απόστολος Παύλος. Για να δώσομε λόγο στον Θεό εκείνα που πράξαμε και με το σώμα και με την ψυχή. Και οι Πατέρες το λέγουν. Κ.λπ. κ.λπ.

       Λοιπόν, πιστεύομε ότι θα αναστηθούν τα σώματά μας; Τα σώματά μας. Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Εις δε το «Ἱεροσολυμιτικὸν Σύμβολον», μας διασώζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, λέγει: «Καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν». . Είναι το 11ον άρθρον. «Καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν». Είδατε; «Σαρκός». Το δε λεγόμενον «Ἀθανασιανόν Σύμβολον» λέγει: «Οὗ(:του οποίου) τῇ παρουσίᾳ - του Χριστού δηλαδή-  πάντες ἄνθρωποι ἀναστήσονται σὺν τοῖς ἑαυτῶν σώμασιν (:μαζί με τα σώματά τους), ἀποδώσοντες περὶ τῶν ἰδίων ἔργων λόγον. Αὕτη ἐστὶν ἡ καθολικὴ πίστις, ἣν (:την οποίαν)  εἰ μὴ τις πιστῶς τε καὶ βεβαίως πιστεύσῃ, σωθῆναι οὐ δυνήσεται».

       Θέτει εδώ θέμα πίστεως, θέμα σωτηρίας. Δεν πιστεύεις; Πρόσεξε, δεν θα σωθείς. Διότι πρώτα θα πιστεύσω στα δόγματα της πίστεως που προβάλλομε και μετά θα είναι η αρετή, οι καλές πράξεις και ό,τι άλλο. Για να μην φθάσομε να ανήκομε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως.

      Ας προσέξομε δε το συμπέρασμα του Παύλου στους Θεσσαλονικείς. Όταν τους είπε «Μὴ λυπεῖσθε· μὴ λυπεῖσθε», λέγει, «ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». «Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». «Ὥστε παρακαλεῖτε (: Να παρηγορείτε –λέγει- ο ένας τον άλλον, με αυτούς τους λόγους». Αλήθεια, πάμε πολλές φορές να παρηγορήσομε σε ένα σπίτι που πενθούν. Τι τους λέμε; Τους λέμε: «Α, έτσι ο Θεός τα θεσμοθέτησε, έτσι γίνηκαν…». Όχι, αγαπητοί. Θα μιλήσομε για την ανάσταση των νεκρών, στηρίζοντες αυτήν στην ανάσταση του Χριστού. Πράγματι, η μεγαλύτερη παρηγορία που έχει ο άνθρωπος είναι η ανάστασις των νεκρών. Και η μεγαλυτέρα εγγύησις με γεγονότα, όχι κατ’ επινόησιν, είναι η ανάσταση του Χριστού.

      Γι΄αυτό, αγαπητοί, ας κλείσομε, ευχαριστούντες την παρουσία σας, ,ας κλείσομε με εκείνους τους λόγους του Ιερού Χρυσοστόμου από τον Κατηχητικό του λόγο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο».   Ευχαριστώ που με ακούσατε.   

           ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/proskynhtvn/proskynhtvn_069.mp3