Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

 

Ιερού Χρυσοστόμου – Λόγος εγκωμιαστικός στον άγιο Ιερομάρτυρα Φωκά και κατά αιρετικών.

23 Ιουλίου: Μνήμη της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του αγίου Ιερομάρτυρος Φωκά, επισκόπου Σινώπης

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΦΩΚΑ

ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

και στον ρμα΄Ψαλμό: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τον Θεόν ἐδεήθην (:Με όλες μου τις ψυχικές δυνάμεις κραύγασα προς τον Κύριο,  με φωνή που έβγαινε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου ικέτευσα τον Θεό)».

   Λαμπρή έγινε χθες η πόλη μας, λαμπρή και περίοπτη, όχι επειδή είχε μαρμάρινες κολώνες, αλλά επειδή έφθασε σε εμάς με πομπή μάρτυρας από τον Πόντο. Είδε την φιλοξενία σας και σας γέμισε με τις ευλογίες του. Επαίνεσε την προθυμία σας και ευλόγησε εκείνους που παραβρέθηκαν. Μακάρισα εκείνους που προσήλθαν και έλαβαν μέρος στην ευωδία αυτού, και λυπήθηκα για εκείνους που απουσίαζαν. Αλλά, για να μη γίνει ολοκληρωτική η πνευματική τους ζημία, και σήμερα πάλι απονέμομε τα εγκώμια σε αυτόν, ώστε και εκείνοι που απουσίασαν από οκνηρία να διπλασιάσουν με την προθυμία την ευλογία εκ μέρους του μάρτυρα. Διότι εκείνο που είπα πολλές φορές, δεν θα παύσω αυτό να το λέγω. Δεν ζητώ ευθύνες αμαρτημάτων, αλλά ετοιμάζω φάρμακα για τους ασθενείς. Απουσίασες χθες; Έλα έστω και σήμερα, για να δεις αυτόν μεταφερόμενο στον τόπο του. Είδες αυτόν μεταφερόμενο μέσω της αγοράς; Βλέπε αυτόν που ταξιδεύει μέσω του πελάγους, για να γεμίσουν και τα δύο στοιχεία από την ευλογία του.

    Κανένας να μην απουσιάσει από αυτήν την ιερή πανήγυρη. Να μη μείνει παρθένος στο σπίτι, να μην παραμείνει γυναίκα στο σπίτι, ας αδειάσομε την πόλη και ας τρέξομε όλοι μαζί στον τάφο του μάρτυρα· διότι και οι βασιλείς συμμετέχουν μαζί μας στην πανήγυρη. Ποια δικαιολογία, λοιπόν,  μπορεί να έχει ο απλός πολίτης, όταν οι ίδιοι οι βασιλείς αφήνουν τις βασιλικές αυλές και κάθονται μαζί μας κοντά στον τάφο του μάρτυρα; Διότι τέτοια είναι η δύναμη των μαρτύρων· σαγηνεύει όχι μόνο τους ιδιώτες, αλλά και εκείνους που φορούν τα βασιλικά στέμματα. Η δύναμη αυτή καταντροπιάζει τους εθνικούς, αυτή είναι ο εξευτελισμός της πλάνης τους, αυτή γίνεται αιτία της εξολόθρευσης των δαιμόνων, αυτή δείχνει την ευγενική καταγωγή μας και αποτελεί το στεφάνι της Εκκλησίας.

      Συμμετέχω κι εγώ στη χαρά των μαρτύρων και σκιρτώ από αγαλλίαση, βλέποντας αντί για ανθισμένα λιβάδια το τρόπαιο της νίκης τους· διότι αντί για πηγές νερού έρρεε το αίμα τους· τα οστά τους φθάρθηκαν, όμως η μνήμη τους γίνεται κάθε ημέρα νεότερη και λαμπρότερη. Διότι, όπως είναι αδύνατο να σβήσει ο ήλιος, έτσι είναι αδύνατο και η μνήμη των μαρτύρων να σβήσει. Ο ίδιος ο Χριστός διακήρυξε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν (:Ο ουρανός και η γη, που σας φαίνονται τόσο μόνιμα και στερεά, θα περάσουν και θα χαθούν, οι λόγοι μου, όμως, δεν θα περάσουν, αλλά θα επαληθευθούν επακριβώς)»[Μάρκ.13,31].

      Αλλά του μάρτυρα τα εγκώμια ας τα αφήσομε για τον κατάλληλο χρόνο· διότι και αυτά που είπαμε έως τώρα είναι αρκετά, για να διεγείρουν τον ζήλο εκείνων που πρέπει να συγκεντρωθούν και να καταστήσουν λαμπρή την ημέρα της εορτής. Διότι εκείνο που έλεγα χθες, και σήμερα πάλι θα το πω, ότι δηλαδή στον μάρτυρα δεν θα προστεθεί καμία δόξα από την παρουσία των πολλών, ενώ σε σας θα είναι περισσότερη η ευλογία επειδή θα προσέλθετε προς τον μάρτυρα. Διότι, όπως ακριβώς εκείνος που βλέπει προς τον ήλιο δεν κάνει βέβαια λαμπρότερο το άστρο, καταφωτίζει, όμως, τα μάτια του, έτσι λοιπόν και εκείνος που τιμά μάρτυρα, δεν κάνει εκείνον λαμπρότερο, αλλά ο ίδιος αποσπά την ευλογία του φωτός από εκείνον.

      Ας μεταβάλουμε πάλι τη θάλασσα σε εκκλησία, πηγαίνοντας εκεί με λαμπάδες, υγραίνοντας κατά κάποιον τρόπο τη φωτιά και γεμίζοντας το νερό με φωτιά (Εδώ ο Χρυσόστομος περιγράφει ποιητικά τη νυχτερινή θαλάσσια πομπή των πιστών με αναμμένες λαμπάδες). Κανένας να μη φοβάται το πέλαγος. Ο μάρτυρας δεν φοβήθηκε τον θάνατο, κι εσύ φοβάσαι το πέλαγος; Αλλά γι’ αυτό μιλήσαμε με το παραπάνω. Εμπρός, λοιπόν, ας σας παραθέσουμε και σήμερα τη συνηθισμένη πνευματική τράπεζα από τα λόγια που θα λεχθούν. Διότι, έστω κι αν τα σώματά μας ταλαιπωρούνται, ας παίρνει φτερά και ας ανυψώνεται ο νους μας· διότι δεν βλέπω την ταλαιπωρία σας, αλλά τον ζήλο και την προθυμία σας. Όπως είναι ευχάριστη για τον κυβερνήτη μια θάλασσα που κυματίζει, έτσι είναι ευχάριστη και για τον διδάσκαλο μια εκκλησία που κυματίζει σαν πέλαγος από πλήθος πιστών· διότι δεν υπάρχει στα ύδατα αυτά ούτε αλμύρα, ούτε σκόπελος, ούτε θηρία, αλλά θάλασσα και πέλαγος γεμάτο από ευωδία (Εννοεί την πνευματική ευωδία της εκκλησιαστικής συνάξεως.). Εδώ αραξοβολούν πλοία όχι από ένα μέρος της γης σε άλλο, αλλά από τη γη στον ουρανό, έχοντας όχι χρήματα, ούτε χρυσάφι, ούτε άργυρο, αλλά πίστη και αγάπη και ζήλο και σοφία.

      β΄. Εμπρός, λοιπόν, ας οδηγήσομε με προσοχή το πλοίο, χωρίς να υποστεί καμία καταστροφή, ούτε να υπομείνει ναυάγιο. Αλλά προσέχετε με όλη την προθυμία σας τα λεγόμενα· διότι ο Ψαλμός σήμερα μας οδηγεί σε σύγκρουση με τους αιρετικούς, όχι για να τους πολεμήσομε παραμένοντας αυτοί αδρανείς, αλλά για να τους σηκώσομε από την πτώση στην οποία βρίσκονται. Διότι τέτοιος είναι ο δικός μας πόλεμος· δεν καθιστά τους ζωντανούς νεκρούς, αλλά τους νεκρούς τους οδηγεί στη ζωή, γεμάτος από ημερότητα και πολλή επιείκεια. Διότι δεν πολεμώ με υλικά όπλα, αλλά με τον λόγο καταδιώκω, όχι τον αιρετικό, αλλά την αίρεση· δεν αποστρέφομαι τον άνθρωπο, αλλά μισώ την πλάνη και θέλω να τον αποσπάσω από αυτήν. Δεν κάνω πόλεμο προς ουσία –διότι η ουσία είναι έργο του Θεού- αλλά θέλω να διορθώσω την γνώμη, που τη διέφθειρε ο διάβολος. Το ίδιο και ο γιατρός, θεραπεύοντας άρρωστο, δεν πολεμεί το σώμα, αλλά απαλλάσσει το σώμα από την κάκωση. Και εγώ λοιπόν, εάν πολεμήσω τους αιρετικούς, δεν πολεμώ τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά θέλω να απομακρύνω την πλάνη και να καθαρίσω τη σαπίλα. Δική μου συνήθεια είναι να καταδιώκομαι και όχι να καταδιώκω, να πολεμούμαι και να μην πολεμώ.

       Έτσι και ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να σταυρώσει αυτόν, αλλά για να σταυρωθεί· όχι για να δώσει ράπισμα, αλλά να δεχθεί ράπισμα. Διότι λέγει: «Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;(: Εάν είπα κάτι κακό, απόδειξε ενώπιον του δικαστηρίου με κανονική μαρτυρία ποιο ήταν αυτό το κακό. Εάν όμως μίλησα καλά, γιατί με χτυπάς;)»[Ιω.18,23]. Ο Κύριος της οικουμένης απολογείται στον δούλο του αρχιερέα και δέχεται ράπισμα στο στόμα εκείνο από το οποίο βγήκε ο λόγος εκείνος που χαλιναγώγησε την θάλασσα, ο λόγος εκείνος που ανέστησε από τους νεκρούς τον τετραήμερο Λάζαρο· με το οποίο απομάκρυνε την κακία, με το οποίο ελευθέρωσε από νοσήματα και αμαρτήματα. Αυτό είναι το άξιο θαυμασμού Εκείνου που σταυρώθηκε. Ενώ δηλαδή μπορούσε να ρίξει κεραυνό, να σείσει τη γη και να ξηράνει το χέρι του δούλου, τίποτε από αυτά δεν έκαμε, αλλά και απολογείται και νικάει με την πραότητά του, διδάσκοντας εσένα που είσαι άνθρωπος να μην αγανακτείς ποτέ. Είτε σταυρωθείς, είτε δεχθείς ράπισμα, για να λες τα ίδια που είπε ο Κύριός σου: «Εάν μίλησα κακώς, πες ποιο είναι το κακό που είπα, εάν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;».

     Και πρόσεχε την φιλανθρωπία Του, πώς δηλαδή υπερασπίζεται τα των δούλων, ενώ τα δικά Του τα παρατρέχει. Υπήρχε κάποτε κάποιος προφήτης, που ήλεγχε βασιλιά που ασεβούσε, και αφού προσήλθε σε αυτόν, του είπε: «Θυσιαστήριον θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος (:Θυσιαστήριο, θυσιαστήριο, άκουσε, αυτά λέγει ο Κύριος)»[Γ΄Βασ.13,2]. Επειδή δηλαδή ο βασιλιάς Ιεροβοάμ στεκόταν μπροστά στο θυσιαστήριο προσφέροντας θυσία, ερχόμενος ο προφήτης συνομιλεί με το θυσιαστήριο. «Τι κάνεις, προφήτη; Άφησες τον άνθρωπο και συνομιλείς με το θυσιαστήριο;». -«Ναι», λέγει. -«Γιατί;».  -«Επειδή ο άνθρωπος έγινε πιο αναίσθητος από λίθο, αφήνω εκείνον και συνομιλώ με αυτό, για να μάθεις ότι ο λίθος ακούει, ενώ ο άνθρωπος δεν ακούει: Άκουσε θυσιαστήριο, άκουσε» και αμέσως εξερράγη το θυσιαστήριο. Άπλωσε το χέρι του ο βασιλιάς θέλοντας να πιάσει τον προφήτη, και δεν μπορούσε να το μαζέψει (επειδή ξεράθηκε επί τόπου). Βλέπεις ότι περισσότερο το θυσιαστήριο άκουσε, παρά ο βασιλιάς; Βλέπεις ότι άφησε τον λογικό και συνομιλεί με το άλογο, ώστε με την υπακοή αυτού να διορθώσει την αναισθησία και κακία εκείνου; Εξερράγη το θυσιαστήριο και η κακία του βασιλιά δεν εξερράγη.

      Αλλά πρόσεχε αυτό που συνέβη. Άπλωσε το χέρι ο βασιλιάς να χτυπήσει τον προφήτη και αμέσως ξεράθηκε το χέρι του. Επειδή με την τιμωρία του θυσιαστηρίου δεν έγινε καλύτερος, με την τιμωρία του διδάσκεται να υπακούει στον Θεό: «Εγώ, βέβαια, δείχνοντας ευσπλαχνία προς εσένα θέλησα να αφήσω την οργή μου να πέσει στον λίθο, επειδή, όμως, ο λίθος δεν σου έγινε διδάσκαλος, δέξου εσύ την τιμωρία». Και άπλωσε το χέρι του και αμέσως ξεράθηκε. Παρέμεινε, λοιπόν, στημένο το τρόπαιο του προφήτη και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να μαζέψει το χέρι του. Πού είναι το βασιλικό στέμμα; Πού τα βασιλικά ενδύματα; Πού οι θώρακες; Πού οι ασπίδες; Πού ο στρατός; Πού τα δόρατα; Ο Θεός πρόσταξε και όλα εκείνα έχασαν την δύναμή τους. Στέκονταν εκεί κοντά του οι διοικητές του, μην μπορώντας να τον βοηθήσουν, όντας μόνο θεατές του πλήγματος. Και άπλωσε το χέρι του ο βασιλιάς και ξεράθηκε· όταν έγινε ξηρό, τότε παρήγαγε καρπό. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, το παράδειγμα του ξύλου του παραδείσου και του ξύλου του Σταυρού. Όπως ακριβώς δηλαδή το ξύλο εκείνο όντας χλωρό γέννησε τον θάνατο, ενώ το ξύλο του Σταυρού όντας ξερό γέννησε ζωή, το ίδιο συνέβηκε και με το χέρι του βασιλιά· όταν ήταν χλωρό (υγιές) τότε γεννούσε ασέβεια, όταν έγινε ξερό τότε πρόσφερε την υπακοή. Πρόσεξε τα παράδοξα έργα του Θεού.

    Αλλά όπως έλεγα, όταν Αυτός δεχόταν ραπίσματα, δεν προξενούσε κανένα κακό σε εκείνον που τον ράπιζε· όταν, όμως, επρόκειτο ο δούλος να υβρισθεί, τιμώρησε τον βασιλιά, για να σε διδάξει τα του Θεού να τα υπερασπίζεσαι, ενώ τα δικά σου να τα παραβλέπεις. Διότι, όπως ακριβώς παραβλέπω τα δικά μου, αλλά υπερασπίζομαι τα δικά σου, έτσι και τα δικά μου να τα υπερασπίζεσαι, ενώ τα δικά σου να τα παραβλέπεις. Αλλά, παρακαλώ, εντείνατε την ακοή σας –διότι, όπου καιρός αγώνων, χρειάζονται ακροατές που να έχουν τεταμένη την ακοή- για να γνωρίσετε με ακρίβεια πώς δένω και πώς λύνω τα αμαρτήματα των αντιδίκων, πώς παλεύω και πώς ρίχνω τον αντίπαλο. Εάν δηλαδή εκείνοι που παρακολουθούν αγώνες στο θέατρο όταν παλεύουν δύο, κλίνοντας το σώμα τους προς τα εμπρός, μεγαλώνουν την προσοχή και την ηλικία, για να δουν παλαίσματα γεμάτα από ντροπή, πολύ περισσότερο πρέπει εμείς να προσέχομε την ακρόαση των θείων Γραφών. Διότι, εάν επαινείς τον αθλητή, γιατί δεν γίνεσαι αθλητής; Και αν ντρέπεσαι να γίνεις αθλητής, γιατί μιμείσαι τον έπαινο αυτών;

     Εδώ, όμως, δεν είναι τέτοια τα παλαίσματα, αλλά είναι τα ίδια για όλους και ωφέλιμα και σε εκείνους που ομιλούν και σε εκείνους που ακούν. Διότι παλεύω με τον αιρετικό, για να κάνω και σας αθλητές, ώστε να ράβετε την γλώσσα αυτών όχι μόνο ψάλλοντας, αλλά και συζητώντας μαζί τους. Τι λέγει, λοιπόν, ο προφήτης; «Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με τη φωνή μου ικέτευσα τον Θεό» [Ψαλμ.141,2]. Πρόσεξε· μήπως σου φαίνεται ότι αυτό που ειπώθηκε αποτελεί αφορμή για αγώνες και πάλη; Δες πώς υφαίνω το στεφάνι της νίκης και πώς διαμορφώνω το θέμα του αγώνα. «Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με τη φωνή μου ικέτευσα τον Θεό». Με αυτά, σε παρακαλώ, φώναξε προς τον αιρετικό, είτε είναι παρών, είτε δεν είναι παρών. Διότι, εάν είναι παρών, ας διδάσκεται από τα δικά μας λόγια· και αν δεν είναι παρών, ας ωφελείται μέσω της δικής σας ακρόασης. Αλλά, όπως είπα, δεν διώχνω εγώ τον αιρετικό όταν είναι παρών· αντιθέτως τον δέχομαι, ενώ εκείνος διώκεται όχι από εμάς, αλλά από τη δική του συνείδηση, σύμφωνα με εκείνον που λέγει: «Φεύγει ἀσεβὴς μηδενὸς διώκοντος (:Φεύγει πανικόβλητος ο ασεβής και ένοχος, χωρίς να υπάρχει κανένας που να τον καταδιώκει – διότι τον ελέγχει αυστηρά η συνείδησή του)» [Παροιμ.28,1].

      Η Εκκλησία είναι μητέρα των τέκνων της· τα δέχεται και συγχρόνως ανοίγει την αγκαλιά της και στους ξένους. Η κιβωτός του Νώε ήταν ένα κοινό καταφύγιο για όλους· η Εκκλησία όμως είναι ανώτερη ακόμη και από εκείνη. Εκείνη δεχόταν άλογα ζώα και τα διατηρούσε άλογα· η Εκκλησία όμως δέχεται άλογους ανθρώπους και τους μεταμορφώνει. Εννοώ το εξής με αυτό που λέγω. Εάν μπει εδώ μέσα αιρετικός, πανούργος σαν την αλεπού, τον κάνω πρόβατο· εάν μπει κάποιος ως λύκος, τον κάνω, όσο εξαρτάται από μένα, αρνί. Αν όμως δεν θελήσει να αλλάξει, η ευθύνη δεν είναι δική μου, αλλά της δικής του αχαριστίας και κακής διαθέσεως. Διότι και ο Χριστός είχε δώδεκα μαθητές, αλλά ο ένας έγινε προδότης· όχι εξαιτίας του Χριστού, αλλά εξαιτίας της διεφθαρμένης διαθέσεως του ίδιου.

     Επίσης και ο Ελισσαίος είχε μαθητή φιλάργυρο, όχι όμως εξαιτίας της αδυναμίας του διδασκάλου, αλλά εξαιτίας της αμέλειας του μαθητή. Εγώ σπέρνω τα σπέρματα· Αν είσαι γόνιμη γη και δεχθείς τους σπόρους, θα αποδώσεις και τον στάχυ, τον καρπό· εάν είσαι πέτρα άγονη, δεν ευθύνομαι καθόλου εγώ· και αν τα ακούσεις τα λόγια μου, και αν δεν τα ακούσεις, εγώ δεν θα σταματήσω να σου απευθύνω ωδή πνευματική, περιποιούμενος τα τραύματά σου, για να μην ακούσω κατά την ημέρα εκείνη: «Πονηρὲ δοῦλε, ἔδει σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις (:Πονηρέ δούλε, έπρεπε εσύ να καταθέσεις τα χρήματά μου στους τραπεζίτες, κι όταν θα ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα με τόκο αυτό που μου ανήκει)» [Ματθ.25,27].

      γ΄. «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τόν Θεόν ἐδεήθην (:Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου φώναξα προς τον Κύριο , με θερμή δέηση παρακάλεσα τον Θεό)». Τι λες, αιρετικέ; Σε ποιον τα λέγει αυτά ο προφήτης και ποιον ονομάζει «Κύριο» και «Θεό»; Ο λόγος είναι για το ίδιο πρόσωπο. Διότι εκείνοι, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας τις Γραφές, εις βάρος του ίδιου τους του εαυτού, και αναζητώντας πάντοτε επιχειρήματα που στρέφονται εναντίον της δικής τους σωτηρίας, δεν αντιλαμβάνονται ότι σπρώχνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε βάραθρο απώλειας. Διότι τον Υιό του Θεού ούτε εκείνος που Τον εξυμνεί Τον κάνει ενδοξότερο, ούτε εκείνος που βλασφημεί εναντίον Του, Τον βλάπτει· διότι η ασώματη θεία ουσία δεν έχει ανάγκη της δικής μας εξυμνήσεως, αλλά όπως ακριβώς εκείνος που λέγει τον ήλιο «λαμπρό», δεν προσθέτει με αυτό κάτι στο φως του, ούτε εκείνος που τον λέγει «σκοτεινό», μειώνει την ουσία αυτού, αλλά η διατύπωση της γνώμης του δείχνει την δική του πνευματική τυφλότητα· έτσι εκείνος που δεν ονομάζει «Υιό» τον Υιό του Θεού, αλλά «κτίσμα», δείχνει την δική του πνευματική παραφροσύνη, ενώ εκείνος που αναγνωρίζει την ουσία και την Θεία φύση Αυτού, φανερώνει τη δική του ευγνωμοσύνη και ορθή διάθεση. Και ούτε ο ένας Τον ωφελεί, ούτε ο άλλος Τον βλάπτει., αλλά ο πρώτος από αυτούς αγωνίζεται εναντίον της δικής του σωτηρίας, ενώ ο δεύτερος υπέρ της δικής του σωτηρίας. Αλλά, όπως έλεγα, παραποιώντας τις Γραφές, παραβλέπουν όλα τα άλλα και αναζητούν μήπως βρουν κάποιο χωρίο που φαίνεται να συμφωνεί με την νοσηρή πλάνη τους.

    Και μη μου λες ότι η αιτία είναι η Γραφή. Δεν είναι αιτία η Γραφή, αλλά η δική τους κακή διάθεση και αχαριστία. Διότι και το μέλι είναι γλυκό, αλλά ο ασθενής νομίζει ότι αυτό είναι πικρό· όμως, η κατηγορία δεν ανήκει στο μέλι, αλλά στην αρρώστια. Έτσι και οι παράφρονες δεν βλέπουν σωστά τα πράγματα που έχουν μπροστά τους, η ευθύνη, όμως, δεν βρίσκεται στα αντικείμενα που βλέπουν, αλλά στη διαστρεβλωμένη σκέψη του παράφρονα. Δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό για να δούμε το έργο Του και να προσκυνήσομε τον Δημιουργό, αλλά οι ειδωλολάτρες θεοποίησαν το έργο Του· αιτία όμως δεν είναι το δημιούργημα, αλλά η δική τους πνευματική τύφλωση και αχαριστία. Και όπως ο αχάριστος και κακόβουλος άνθρωπος δεν ωφελείται από κανέναν, έτσι ο ευγνώμων άνθρωπος ωφελείται ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό. Τι υπάρχει ανώτερο ή ίσο με τον Χριστό; Κι όμως δεν ωφελήθηκε ο Ιούδας. Τι υπάρχει πονηρότερο από τον διάβολο; Κι όμως ο Ιώβ στεφανώθηκε με νίκη. Και ούτε τον Ιούδα ωφέλησε ο Χριστός, επειδή εκείνος ήταν αχάριστος και κακοπροαίρετος, ούτε τον Ιώβ τον έβλαψε ο διάβολος, επειδή ήταν ευγνώμονας και πιστός στον Θεό.

     Αυτά τα λέγω, για να μην κατηγορεί κανένας τις Γραφές, αλλά την κακή διάθεση εκείνων που ερμηνεύουν λανθασμένα όσα έχουν λεχθεί σωστά. Διότι και ο διάβολος συζητούσε με τον Χριστό, χρησιμοποιώντας χωρία από τις Γραφές. Δεν είναι αιτία όμως η Γραφή, αλλά ο νους που διαστρέφει και παρερμηνεύει όσα έχουν λεχθεί σωστά. Διότι, θέλοντας να παρουσιάσουν τον Υιό κατώτερο από τον Πατέρα, περιφέρονται εξετάζοντας και διαστρεβλώνοντας λέξεις και ονομασίες και ισχυρίζονται ότι, όπου αναφέρονται τα ονόματα «Θεός» και «Κύριος», το πρώτο ανήκει στον Πατέρα και το δεύτερο στον Υιό. Έτσι χωρίζουν τα ονόματα και αποδίδουν το «Θεός» στον Πατέρα και το «Κύριος» στον Υιό, σαν να μοιράζουν τη θεότητα και να διανέμουν κληρονομικά τις θείες ιδιότητες.

    Λέγει άραγε η Γραφή το όνομα «Κύριος» μόνο για τον Υιό; Αυτό πράγματι διδάσκει; Πώς δεν άκουσες τον σημερινό Ψαλμό, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο πρόσωπο λέγοντας: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τόν Θεόν ἐδεήθην (:Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με θερμή δέηση ικέτευσα τον Θεό)»; Άρα τον ίδιο τον ονομάζει και Κύριο και Θεό.  Ποιον θέλεις να θεωρήσεις Θεό; Τον Υιό ή τον Πατέρα; Ασφαλώς θα πεις ότι αυτά τα ονόματα αναφέρονται στον Πατέρα. Τότε λοιπόν ο Υιός είναι Θεός και ο Πατέρας είναι Κύριος. Γιατί, λοιπόν, χωρίζεις τα ονόματα και αλλού τα αποδίδεις με έναν τρόπο, ενώ εδώ τα διαχωρίζεις;

    Και ο Παύλος λέγει –μακάρι να άκουες τον Παύλο και τότε θα ήσουν μακάριος-: «Ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι’ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ(:Για μας, όμως, υπάρχει ένας Θεός, ο Πατήρ, από τον Οποίο έγιναν τα πάντα, και γι’ Αυτόν οφείλουμε να ζούμε και σε Αυτόν οφείλουμε να αποβλέπουμε κι εμείς ως τελικό σκοπό της ζωής μας˙ και ένας Κύριος υπάρχει, ο Ιησούς Χριστός, διαμέσου του Οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα, κι εμείς διαμέσου Αυτού αναγεννηθήκαμε)» [Α΄Κορ. 8,6] . Δεν αποκάλεσε τον Υιό Θεό; Τι τον αποκάλεσε; «Κύριο». Πες μου λοιπόν: είναι το όνομα «Θεός» ανώτερο από το «Κύριος» και το «Κύριος» κατώτερο από το «Θεός»; Συγκεντρώστε, παρακαλώ, όλη την προσοχή σας. Αν, λοιπόν, αποδείξω ότι το «Κύριος» και το «Θεός» έχουν την ίδια σημασία, τι θα απαντήσεις;

       Ισχυρίζεσαι ότι το «Θεός» είναι ανώτερο και το «Κύριος» κατώτερο; Άκουσε τον προφήτη που λέγει: «Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν (:Ο Κύριος που δημιούργησε τον ουρανό, Αυτός ο Θεός που κατασκεύασε την γη)» [ βλ. Ησ. 45,18: «Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν, αὐτὸς διώρισεν αὐτήν, οὐκ εἰς κενὸν ἐποίησεν αὐτήν, ἀλλὰ κατοικεῖσθαι ἔπλασεν αὐτὴν - ἐγώ εἰμι Κύριος, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι (: Να τι λέει ο Κύριος που δημιούργησε τον ουρανό, ο Θεός αυτός που έφτιαξε την γη και αποκάλυψε την στεριά διαχωρίζοντας τα νερά της θάλασσας και διαμορφώνοντας τα όριά της. Δεν την έπλασε χωρίς σκοπό, για να μένει έρημη και ακατοίκητη, αλλά τη διαμόρφωσε για να κατοικείται. Αυτός λοιπόν είναι που λέει: ‘’Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει πλέον άλλος εκτός από Εμένα’’)»]. Αποκαλεί το ίδιο πρόσωπο και «Κύριο» και «Θεό»· τον Κύριο ως δημιουργό του ουρανού και τον Θεό ως δημιουργό της γης.

      Και πάλι: «Ἄκουε, Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστιν (:Άκουε, λαέ του Ισραήλ· ο Κύριος και Θεός μας είναι ο ένας και μοναδικός Κύριος)» [Δευτ.6,4].   Δύο φορές αναφέρεται το «Κύριος» και μία φορά το «Θεός»· πρώτα το «Κύριος», έπειτα το «Θεός» και πάλι το «Κύριος». Αν, λοιπόν, το ένα ήταν κατώτερο και το άλλο ανώτερο, δεν θα έβαζε πρώτο το κατώτερο όταν μιλά για τη μεγαλειότητα της θείας ουσίας. Θα αρκούνταν να αναφέρει μόνο το ανώτερο και δεν θα πρόσθετε το υποτιθέμενο κατώτερο.   Άραγε, κατανοήσατε αυτό που είπα; Πάλι σας διδάσκω· διότι εδώ δεν πρόκειται για θέαμα προς επίδειξη, αλλά για διδασκαλία που οδηγεί σε πνευματική κατάνυξη, όχι για να φύγετε από εδώ άοπλοι, αλλά για να αναχωρήσετε πνευματικά οπλισμένοι.

      Λες, αιρετικέ, ότι το «Θεός» είναι ανώτερο και το «Κύριος» κατώτερο; Σου έδειξα τον προφήτη που λέγει: «Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὴν γῆν (:Κύριος είναι Αυτός που δημιούργησε τον ουρανό, Θεός είναι Αυτός που κατασκεύασε τη γη)». Σου δείχνω πάλι τον Μωυσή που λέγει: «Ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι (:Άκουε,  λαέ του Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου, Κύριος ένας είναι)». Πώς είναι ένας, αν τα δύο ονόματα αντιστοιχούν σε άνισες ουσίες, το ένα σε κατώτερη και το άλλο σε ανώτερη; Διότι ασφαλώς η ίδια η ουσία δεν μπορεί να είναι συγχρόνως μεγαλύτερη και μικρότερη από τον εαυτό της· είναι μία και αδιαίρετη: «Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι (:Κύριος ο Θεός σου, Κύριος ένας είναι)»· και σου αποδεικνύω ότι το όνομα «Κύριος» σημαίνει ακριβώς «Θεός».

     Αν, λοιπόν, το «Κύριος» ήταν κατώτερο και το «Θεός» ανώτερο, ποιο θα έπρεπε να θεωρείται το κύριο όνομά Του; Το «Κύριος», που υποτίθεται ότι είναι κατώτερο, ή το «Θεός», που υποτίθεται ότι είναι ανώτερο; Αν σε ρωτούσε: «Ποιο είναι το όνομά μου;», τι θα απαντούσες, αιρετικέ; Μήπως λες ότι το «Κύριος» ανήκει στον Υιό ενώ το «Θεός» είναι περισσότερο ίδιο και οικείο στον Πατέρα;

     Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι το «Κύριος», το οποίο θεωρείς κατώτερο, είναι το κατεξοχήν γνώρισμά Του, τι θα απαντήσεις; «Καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος (:Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος)» [Ψαλμ.82,19], λέγει ο προφήτης. Μήπως είπε: «το όνομά Σου είναι Θεός»; Και όμως, αν το «Θεός» ήταν ανώτερο, γιατί ο προφήτης δεν είπε: «Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Θεός»; Διότι αν το «Θεός» ήταν το κυρίως και ιδιαίτερο όνομά Του, ενώ το «Κύριος» κάτι ξένο και κατώτερο, γιατί είπε: «Ας γνωρίσουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος», δηλαδή — σύμφωνα με τη δική σας θεωρία — το μικρότερο και κατώτερο όνομα; Και γιατί δεν χρησιμοποιεί εκείνο το μεγάλο και υψηλό όνομα, που θα ταίριαζε δήθεν περισσότερο στη θεία ουσία; Και για να μάθετε, ότι αυτό δεν είναι κατώτερο, ούτε υποδεέστερο, αλλά έχει την ίδια ακριβώς δύναμη, προσθέτει: «Καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος· σὺ μόνος Ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν (:Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος·  Συ είσαι ο μόνος Ύψιστος σε ολόκληρη τη γη)».

       δ΄. Αλλά ακόμη δεν εγκαταλείπεις τη διαμάχη και εξακολουθείς να λες ότι το «Θεός» είναι ανώτερο, ενώ το «Κύριος» κατώτερο. Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι ο Υιός ονομάζεται με το όνομα που εσύ θεωρείς ανώτερο, τι θα πεις; Θα σταματήσεις την διαμάχη; Θα εγκαταλείψεις την αντιλογία; Θα αναγνωρίσεις την αλήθεια που οδηγεί στη σωτηρία σου; Θα απαλλαγείς από την πλάνη σου; Θα κατανοήσεις και θα συμφωνήσεις με αυτό που είπα; Διότι αποδίδουν το όνομα «Κύριος» στον Υιό, ενώ το όνομα «Θεός» στον Πατέρα ως δήθεν ανώτερο. Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι ο Υιός ονομάζεται με το όνομα «Θεός», που εσύ θεωρείς ανώτερο, τότε η διαμάχη έχει λυθεί· διότι σε αιχμαλωτίζω με τα δικά σου όπλα και σε υπερνικώ με τα δικά σου επιχειρήματα.

     Συ είπες ότι το «Θεός» είναι ανώτερο, ενώ το «Κύριος» κατώτερο· Θέλω να σου δείξω ότι το κατώτερο όνομα δεν θα ταίριαζε στον Πατέρα, αν πράγματι ήταν ανώτερος και το ανώτερο όνομα δεν θα ταίριαζε στον Υιό, αν πράγματι ο Υιός ήταν κατώτερος. Άκουσε τον προφήτη που λέγει: «Οὗτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν· ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης· μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (:Αυτός είναι ο Θεός μας και κανένας άλλος δεν μπορεί να συγκριθεί με Αυτόν. Αυτός γνωρίζει όλους τους δρόμους της επιστήμης και της σοφίας. Κι έπειτα από όλα αυτά, φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους)» [Βαρούχ 3,36-37]. Τι έχεις να πεις γι'αυτό; Μπορείς να αντιμιλήσεις προς τα λόγια αυτά; Αλλά δεν μπορείς· διότι παραμένει η αλήθεια εκπέμποντας την δική της ακτινοβολία και τυφλώνοντας τα όμματα των αιρετικών, που δεν θέλουν να πιστέψουν σε αυτήν.

     Αν και οι αγώνες είναι δύσκολοι και ο καύσωνας μεγάλος, εντούτοις ο λόγος του Θεού είναι ισχυρότερος από την κόπωση των ακροατών και με τη δροσιά της διδασκαλίας απαλύνει τη ζέστη. Και αν ακόμη συγκεντρωνόμαστε μία ή δύο φορές την εβδομάδα, δεν πρέπει ο ακροατής να είναι αμελής. Διότι εάν βγεις από εδώ και σου πει κάποιος: «Για ποιο θέμα μίλησε ο διδάσκαλος;», πες: «Μίλησε εναντίον των αιρετικών». Εάν σε ξαναρωτήσει: «Και τι ακριβώς είπε;» και δεν μπορέσεις να απαντήσεις, αυτό είναι μεγάλη ντροπή για σένα· αν όμως μπορέσεις να εξηγήσεις τι ειπώθηκε, τον ελέγχεις και τον κεντρίζεις πνευματικά και αν είναι αιρετικός, τον διορθώνεις· και αν είναι φίλος αμελής, τον προσελκύεις και τον παρακινείς. Και αν είναι γυναίκα απρόσεκτη και ασυγκράτητη, τη βοηθείς να γίνει  σωφρονέστερη· διότι έχεις ευθύνη και απέναντι στη σύζυγό σου· διότι λέγει: «Αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν(:Σύμφωνα με την τάξη και την ειρήνη που επικρατεί σ’ όλες τις Εκκλησίες των Χριστιανών, οι γυναίκες σας στις συνάξεις των πιστών ας σιωπούν˙ διότι δεν τους επιτρέπεται να μιλούν, αλλά πρέπει να υποτάσσονται, όπως και ο νόμος λέει στο βιβλίο της Γενέσεως. Εάν πάλι θέλουν να μάθουν καλύτερα κάτι που ακούστηκε στη σύναξη και δεν τα κατάλαβαν, ας ρωτούν γι’ αυτό στο σπίτι τους άνδρες τους. Διότι είναι άπρεπο και άσχημο στις γυναίκες να μιλούν στη σύναξη των πιστών)» [Α΄Κορ. 14,34-35].

      Εάν μπεις στο σπίτι και σε ερωτήσει η γυναίκα: «Τι μου έφερες από την εκκλησία;», πες της: «Δεν σου έφερα κρέας ούτε οίνο, ούτε χρυσάφι, ούτε κοσμήματα που καλλωπίζουν το σώμα, αλλά λόγο που σοφίζει και φωτίζει τον νου». Όταν επιστρέψεις στη σύζυγό σου,  παράθεσε την τράπεζα την πνευματική. Πες πρώτα, όσο ακόμη ηχούν ζωηρά στη μνήμη: «Ας απολαύσομε πρώτα τα πνευματικά αγαθά, και έπειτα ας απολαύσομε το υλικό τραπέζι της τροφής». Διότι αν έτσι τακτοποιούμε και ρυθμίζουμε τη ζωή μας, θα έχουμε τον ίδιο τον Θεό ανάμεσά μας να ευλογεί το τραπέζι μας και να στεφανώνει και εμάς με τα βραβεία της αρετής και της σωτηρίας.

      Για όλα, λοιπόν, αυτά ας ευχαριστήσουμε τον ίδιο τον Πατέρα, μαζί με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                     ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

             επιμέλεια κειμένου και μετάφρασης: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/de-sancto-hieromartyre-phoca.pdf

·       Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Λόγοι εγκωμιαστικοί, ομιλία ΙΕ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1989, τόμος 37, σελίδες 292-311.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

·       https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

·       Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html



 

25 Ιουλίου, μνήμη της αγίας Ολυμπιάδας της διακόνισσας: Ιερού Χρυσοστόμου, επιστολή Α΄ προς Ολυμπιάδα την διακόνισσα

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑΣ

                   ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

          ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ 1

       Στην δέσποινά μου, την πλέον αξιοσέβαστη και θεοφιλέστατη, την  διακόνισσα Ολυμπιάδα, ο επίσκοπος Ιωάννης εύχεται να χαίρεται εν Κυρίῳ.

      Όσο εντείνονται οι πειρασμοί και αυξάνονται οι δοκιμασίες, τόσο αυξάνεται και η θεία παρηγοριά προς εμάς και τόσο πιο αισιόδοξες γίνονται οι ελπίδες μας για το μέλλον. Και τώρα όλα μάς έρχονται ευνοϊκά και ταξιδεύουμε με ούριο άνεμο2. Ποιος είδε ποτέ κάτι τέτοιο; Ποιος άκουσε κάτι παρόμοιο; Ύφαλοι και απότομα, κοφτερά βράχια, ανεμοστρόβιλοι και καταιγίδες ξεσπούν με τρομερή ορμή παντού γύρω μας· νύχτα χωρίς καθόλου φως φεγγαριού, βαθύ σκοτάδι,  γκρεμοί απόκρημνοι και βράχοι ύπουλοι και απειλητικοί. Κι όμως, ενώ πλέουμε μέσα σε τέτοια θάλασσα, δεν βρισκόμαστε σε χειρότερη κατάσταση από εκείνους που κλυδωνίζονται ενώ βρίσκονται στο λιμάνι3.

     Γι’ αυτό κι εσύ, δέσποινά4 μου θεοφιλεστάτη, συλλογιζόμενη όλα αυτά, στάσου πάνω από αυτούς τους θορύβους και τους κλυδωνισμούς και αξίωσέ με να μάθω νέα για την κατάσταση της υγείας σου. Διότι εμείς ζούμε με υγεία και καλή ψυχική και πνευματική διάθεση (:χωρίς αθυμία). Γιατί πράγματι και το σώμα μας έχει γίνει πιο δυνατό και αναπνέουμε καθαρό αέρα. Και οι αξιωματούχοι των επαρχιών που ταξιδεύουν μαζί μας5, μας περιποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν μας αφήνουν να νιώσουμε ούτε την έλλειψη  υπηρετών6, αφού εκτελούν οι ίδιοι τα καθήκοντα των υπηρετών· γιατί πράγματι άρπαξαν7 με λαχτάρα αυτή την υποχρέωση (της διακονίας), εξαιτίας της μεγάλης αγάπης που τρέφουν για εμάς. Και παντού σχηματίζονται τιμητικές συνοδείες (γύρω μας), καθώς ο καθένας τούς μακαρίζει (: τους θεωρεί ευλογημένους) γι΄ αυτήν ακριβώς τη διακονία που μας προσφέρουν.

     Ένα μόνο πράγμα είναι εκείνο που μας στενοχωρεί: το ότι δεν έχουμε τη βεβαιότητα πως κι εσύ η ίδια ζεις χωρίς αθυμία8. Φανέρωσέ μας με επιστολή, λοιπόν, καθαρά αυτό το πράγμα, για να απολαύσουμε κι εμείς9 τη χαρά που θα προέλθει από αυτήν την είδηση και έτσι στον κύριό μου και εξαιρετικά αγαπημένο μας πνευματικό παιδί, τον Περγάμιο10, θα είμαστε βαθύτατα υπόχρεοι. Και αν θέλεις να μας στέλνεις γράμματα, να χρησιμοποιείς αυτόν για τον σκοπό αυτό, επειδή είναι άνθρωπος ειλικρινής και γνήσιος, πολύ αφοσιωμένος σε εμάς, και τρέφει απέραντο σεβασμό για την κοσμιότητα και την ευσέβειά σου.

1.     1.   Το ιστορικό πλαίσιο της συγκεκριμένης επιστολής εντοπίζεται στην επώδυνη περίοδο της οριστικής εξορίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (404–407 μ.Χ.). Την επιστολή αυτήν την απέστειλε μάλλον από τον πρώτο σταθμό της εξορίας του, την Νίκαια, τον Ιούνιο του 404 μ.Χ.  προς την πνευματική του κόρη, την Ολυμπιάδα την Διακόνισσα. Τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το ιστορικό και ψυχολογικό πλαίσιο της αλληλογραφίας είναι τα εξής:

    Ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε έρθει σε σφοδρή ρήξη με την αυτοκράτειρα Ευδοξία και την πολιτική και εκκλησιαστική ελίτ της εποχής, λόγω των αυστηρών ελέγχων που ασκούσε ενάντια στην πολυτέλεια, τη διαφθορά και την αδικία. Το αποτέλεσμα ήταν η καθαίρεση και η οριστική καταδίκη του σε εξορία το 404 μ.Χ., αρχικά στην Κουκουσό της Αρμενίας και αργότερα προς την Πιτυούντα.

    Η Ολυμπιάδα ήταν μια εξαιρετικά πλούσια χήρα της βυζαντινής αριστοκρατίας, η οποία είχε χειροτονηθεί διακόνισσα και είχε αφιερώσει τη ζωή και την τεράστια περιουσία της σε φιλανθρωπίες. Ήταν η πιο πιστή συνεργάτιδα και υποστηρίκτρια του Ιερού Χρυσοστόμου. Μετά την απομάκρυνσή του, η ίδια υπέστη άγριες διώξεις, δικαστικές ταλαιπωρίες και βαριά πρόστιμα από τους εχθρούς του Αγίου, επειδή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον νέο Αρχιεπίσκοπο. Η Ολυμπιάδα, τότε, απομονωμένη, διωκόμενη και στερημένη από τον πνευματικό της πατέρα, βυθίστηκε σε βαθιά κατάθλιψη, απελπισία και σωματική ασθένεια. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί ο Θεός επέτρεπε να υποφέρουν τόσο σκληρά οι δίκαιοι άνθρωποι, ενώ οι άδικοι επικρατούσαν.

    Αν και ο ίδιος ο Χρυσόστομος βίωνε μια δραματική εξορία, με άθλιες καιρικές συνθήκες, κακή υγεία και συνεχείς μετακινήσεις, βρήκε τη δύναμη να γίνει ο παρηγορητής της. Της έγραψε για να αναπτερώσει το ηθικό της και να νικήσει την «αθυμία» της. Με την επιστολή αυτή, ο Άγιος της εξηγεί τον πνευματικό νόμο των δοκιμασιών: ο Θεός δεν αφήνει ποτέ τον άνθρωπο να δοκιμάζεται παραπάνω από όσο αντέχει· όσο μεγαλώνει η θλίψη, τόσο περισσότερο καταφθάνει και η θεϊκή παρηγοριά, η οποία γεννά τη βεβαιότητα ότι το μέλλον θα είναι πνευματικά καρποφόρο.

  1.      Όταν ο Άγιος γράφει αυτά τα λόγια, η πραγματική του κατάσταση είναι άθλια. Ταξιδεύει κάτω από εξαντλητικές συνθήκες, η υγεία του είναι εκ φύσεως εξαιρετικά ασθενική, υποφέρει από το κρύο, τη ζέστη και τις κακουχίες της διαδρομής, και πηγαίνει προς έναν άγνωστο και επικίνδυνο τόπο (την Κουκουσό). Επιλέγει συνειδητά, ωστόσο, να υποβαθμίσει τα δικά του βάσανα προκειμένου να μη χειροτερέψει η αθυμία του πνευματικού του τέκνου για όσα συμβαίνουν. Πέρα, όμως, από την προσπάθεια να την παρηγορήσει, η φράση αυτή είναι αληθινή σε πνευματικό επίπεδο. Για τον Ιερό Χρυσόστομο η «ευθυμία» δεν εξαρτάται από τις ανέσεις αλλά από την καθαρή συνείδηση και την πίστη. Επειδή νιώθει ότι υποφέρει για το δίκαιο και τον Χριστό, η ψυχή του είναι γεμάτη χαρά, ακόμη και μέσα στην καταδρομή.

3.      3.   Με αυτήν τη φράση, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφού πρώτα παραδέχεται ότι η κατάσταση γύρω τους είναι τρομακτική (σκοτάδι, γκρεμοί, τρικυμία), αμέσως μετά λέει στην Ολυμπιάδα να κάνει υπομονή διότι η εσωτερική γαλήνη υπερνικά τις εξωτερικές συνθήκες. Εκείνος που έχει την πίστη του στον Θεό, ακόμα και αν βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα (στην εξορία και τις διώξεις), νιώθει την ίδια ασφάλεια και γαλήνη με κάποιον που κάθεται ήσυχος στο απάνεμο λιμάνι του. Επίσης την διδάσκει ότι το πραγματικό «λιμάνι» για τον πιστό δεν είναι ένας ασφαλής γεωγραφικός τόπος ή η έλλειψη προβλημάτων, αλλά η ίδια η παρουσία του Χριστού στην ψυχή του.

4.    4.    Ο όρος «δέσποινα» είναι τίτλος τιμής και σεβασμού προς την αριστοκρατική της καταγωγή, αλλά και την πνευματική της αρχοντιά.

5.     5.   Το γεγονός ότι αυτοί οι «επαρχικοί», τοπικοί αξιωματούχοι, παρόλο που δεν είχαν καμία επίσημη υποχρέωση και ταξίδευαν για δικές τους δουλειές, επέλεξαν να τεθούν στην προσωπική υπηρεσία ενός «καταδικασμένου» και υπό φρούρηση πρώην Αρχιεπισκόπου, δείχνει το μέγεθος του σεβασμού που του είχαν. Αντί να κρατήσουν αποστάσεις για να μην προκαλέσουν την οργή της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, αποφάσισαν να τεθούν παντοιοτρόπως στη διακονία του εξόριστου Αρχιεπισκόπου τους, κάτι που δείχνει την τεράστια ηθική ακτινοβολία που είχε παντού ο Ιερός Χρυσόστομος. Αντί να τον αντιμετωπίζουν σαν κατάδικο, τον αντιμετώπιζαν σαν ζωντανό άγιο.

6.     6.     Ο Ιερός Χρυσόστομος δεν είχε προσωπικούς υπηρέτες στην υπηρεσία του. Ως μοναχός αλλά και αργότερα ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ζούσε πάρα πολύ λιτά και ασκητικά. Μόλις ανέλαβε τον θρόνο της πρωτεύουσας, κατήργησε όλες τις πολυτέλειες της αρχιεπισκοπής, πούλησε τα πολύτιμα σκεύη και έπιπλα για να θρέψει τους φτωχούς και αρνήθηκε να έχει προσωπικούς υπηρέτες. Έτρωγε πάντα μόνος του ένα απλό γεύμα και φρόντιζε ο ίδιος τον εαυτό του. Στο ταξίδι της εξορίας τη στοιχειώδη φροντίδα του Αγίου, καθώς ήταν βαριά άρρωστος- την είχαν αναλάβει ελάχιστοι πιστοί κληρικοί και διάκονοι που τον ακολούθησαν κρυφά ή φανερά. Αυτοί οι άνθρωποι όμως δεν ήταν υπηρέτες, αλλά αφοσιωμένα πνευματικά του παιδιά.

7.    7.     Ο  Άγιος Πατέρας χρησιμοποιεί το ρήμα «ἥρπασαν» για να δείξει ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι δεν τον υπηρέτησαν από οίκτο, ούτε επειδή τους ανάγκασε κάποιος. Αντίθετα, θεωρούσαν ύψιστη τιμή και προνόμιο το να προλάβουν να κάνουν κάτι για εκείνον. Αντιμετώπισαν την υπηρεσία του Αγίου σαν ένα «δώρο» που έπρεπε να αρπάξουν. Ακόμη και καθαιρεμένος, κυνηγημένος, εξορισμένος και συνοδευόμενος από στρατιώτες, ο Άγιος εξέπεμπε τέτοια πνευματικότητα που μαγνήτιζε τους ανθρώπους. Η βαθιά πνευματική έλξη και ο σεβασμός που ένιωθαν γι' αυτόν οι ξένοι αξιωματούχοι, τους έκανε να ξεχάσουν τα αξιώματά τους και να τον περιβάλλουν με τόση τιμή που έμοιαζε με βασιλική πομπή η συνοδεία του.

8.          Με αυτήν την φράση, ο  Ιερός Χρυσόστομος κάνει μια συγκλονιστική εξομολόγηση που αλλάζει εντελώς την κατεύθυνση της επιστολής: Αφού πρώτα καθησύχασε την Ολυμπιάδα ότι οι δικές του συνθήκες είναι εξαιρετικές (έχει υγεία, καθαρό αέρα, ανθρώπους να τον υπηρετούν σαν βασιλιά), τώρα της λέει την αλήθεια για το τι πραγματικά τον βασανίζει. Τα δικά του βάσανα, η εξορία και οι στρατιώτες δεν του προκαλούν καμία λύπη. Η μόνη του πληγή είναι η δική της κατάθλιψη. Ως αληθινός πνευματικός πατέρας, ο Άγιος δείχνει ότι η δική του ευτυχία εξαρτάται απόλυτα από την πνευματική κατάσταση του παιδιού του. Αν η Ολυμπιάδα βιώνει μελαγχολία, απόγνωση και κατάθλιψη, τότε ούτε ο ίδιος μπορεί να χαρεί την ελευθερία της ψυχής του στην εξορία.

9.       9.   Ο Άγιος χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό (ἀπολαύσωμεν - να απολαύσουμε εμείς), συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό του και τη μικρή του συνοδεία. Δείχνει έτσι ότι η πνευματική ανάρρωση της Ολυμπιάδας δεν αφορά μόνο την ίδια, αλλά είναι ένα γεγονός που θα φέρει χαρά σε ολόκληρη τη χρυσοστομική κοινότητα που υποφέρει στην εξορία.

10.      Ο Περγάμιος, επίσκοπος και αφοσιωμένο πνευματικό τέκνο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον συνόδευσε κατά τα πρώτα χρόνια της εξορίας του και υπήρξε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του. Συχνά, με κίνδυνο της ζωής και της ελευθερίας του, σε μια εποχή διώξεων, αναλάμβανε τη μεταφορά της αλληλογραφίας και τη διατήρηση της πνευματικής επικοινωνίας μεταξύ του εξόριστου ιεράρχη και του κύκλου των υποστηρικτών του στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του πνευματικού του πατέρα, έχοντας τη συνδρομή και μελών της οικογένειάς του, όπως των αδελφών του και του γαμβρού του Σωπάτρου, ο οποίος φαίνεται ότι κατείχε διοικητική θέση στην Αρμενία.

   ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

ερμηνευτική απόδοση και προσέγγιση κειμένου Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/epistulae-ad-olympiadem.pdf

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       π. Θεοφάνους Σαϊνίδη, Οι επιστολές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου προς την Διακόνισσα Ολυμπιάδα (Ιστορικά –Προσωπογραφικά – Ποιμαντικά), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, σελ.32-34: https://ikee.lib.auth.gr/record/136410

·       Ιεραποστολικό συναξάρι- Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Όλα για την δόξα του Χριστού: https://ierapostoles.gr/2019/01/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%8C%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7/



 

Κυριακή Η΄ Ματθαίου-«...δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.»

ΚΥΡΙΑΚΗ Η’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

«...δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.»

Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἄρτος, ὁ καταβάς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. Ἐξῆλθε ἐκ τούς «κόλπους» τοῦ οὐρανοῦ, ἐνηνθρώπησε καί ἔδωσε τροφή, τόν ἑαυτό Του, τό πανάχραντό Σῶμά Του καί τό Τίμιο Αἷμά Του, ὥστε νά τραφεῖ καί νά ζήσει ὁ κόσμος. Βλέπουμε καί σήμερα ὡς τέλειος ἄνθρωπος -χωρίς ἁμαρτία- ἐβγῆκε ἀπό τό ἐρημικό καταφύγιό του, εἶδε ἐμπρός Του πολύν λαόν, τόν εὐσπλαχνίσθη καί τόν ἠγάπησε εἰς τέλος. Ἐθεράπευσε κατ’ ἀρχήν τούς ἀσθενεῖς καί συμπάθησε τούς ἀναγκεμένους καί ἐνδεεῖς. Δίδαξε τό θέλημα τοῦ Πατρός καί φανέρωσε στούς Ἁγίους Ἀποστόλους ὅτι ὁ Μεσσίας ἔχει δύο τέλειες φύσεις στήν μίαν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἑνωμένες, «ἀτρέπτως καί ἀναλλοιώτως» (Ὀρθόδοξη Θ.Λειτουργία).

Ἑπομένως ἀδελφοί μου, οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, δέν εἴμαστε μονοφυσίτες, ἀλλά χρειαζόμαστε κοντά στήν πνευματική τροφή καί τήν ὑλική· ἄρτο, στέγη, ἔνδυμα, ὑγεία. Ἔτσι θεράπευσε πρῶτα τούς ἀσθενεῖς ὥστε νά πάψουν νά φωνάζουν ἀπό πόνο· μερίμνησε δέ στή συνέχεια τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας καί γιά τήν τροφή τοῦ σώματος, γιά νά μήν ἀποκάμουν·  νά εἶναι τά πάντα πληρωμένα χάριτος, εὐσπλαχνίας καί ἀγάπης.

Πρός ἐπιβεβαίωση αὐτοῦ τοῦ πράγματος καί σήμερα, ἑορτή τῆς Ἁγίας, Ὁσίας, Παρθένου καί Μάρτυρος Παρασκευῆς,  ἔψαλε ἡ Ἐκκλησία τό: «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».

Ἡ ἁγία Παρασκευή, σεβαστή γερόντισσα, ἀκολουθῶντας τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν», καθώς καί τό παράδειγμα καί τήν πίστιν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἔθεσε τόν ἑαυτό της στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τόν ἔκανε κατοικία της καί ἔγινε ξακουστή μέ τήν θυσία καί τήν προσφορά της, δίδοντας τροφή ὑλική, διανέμοντας τήν περιουσία της  στούς πάσχοντας καί διωκομένους γιά τήν Ὀρθόδοξον πίστιν, καί πνευματική, τήν διδασκαλία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ.

Τοιουτοτρόπως, μέ ἀκλόνητη ὁμολογία χωρίς ἀμφιταλαντεύσεις, κατενόησε καί ἐκήρυξε ὡς Ἰσαπόστολος, πώς ὅπου Χριστός ἐκεῖ δέν ὑπάρχει ἐρημία ἀλλά πληρότητα ἀκτίστου Χάριτος καί θαυματουργίας. Ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικά στούς ἐνδεεῖς καί πάσχοντας, ἐν μέσῳ διωγμῶν, ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ.

Πώλησε τά ὑπάρχοντα πού τῆς κληροδότησαν οἱ γονεῖς της, ἐνεδύθη τό μοναχικόν σχῆμα καί ὡς Παρθένος καί Μάρτυς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπηλλαγμένη ἀπό τά βαρίδια τῆς ὕλης διήρχετο ἀπό πόλεως εἰς πόλιν κηρύττων τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας, ἐνώπιον Βασιλέων καί Ἡγεμόνων.

Κατήγγειλε μέ ἀνδρεία τήν εἰδωλολατρεία καί τήν ἀσχημοσύνη καί ἀσέβεια καί πλάνη τῶν ἀρχόντων καί βασιλέων τῆς τότε ἐποχῆς τῶν φριχτῶν διωγμῶν.

Ἐνίοτε μέσα ἀπό φριχτά μαρτύρια, φυλακίσεις, ὅπου μέ θαυμαστό τρόπο καί σημεῖα φοβερά, τήν ἔσωζε ὁ Ἰησοῦς ὁ Θεός ἡμῶν.Καί, ὦ τοῦ θαύματος!, ἡ μεγαλώνυμος ἁγία μέ τήν δύναμη τῆς πίστεως καί τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ παναγίου Πνεύματος, μετέστρεψε καί ἔφερε στήν Ὀρθόδοξον πίστιν, πλήθη ἀνδρῶν καί γυναικῶν, πτωχῶν καί πλουσίων· Βασιλεῖς καί Ἡγεμόνες.

Ὑπῆρξε ἐποχή, πού μέ τούς ἀγῶνες της καί τήν ὁμολογία της, ἡ Ἐκκλησία καί οἱ πιστοί χριστιανοί νά βρίσκουν πνευματική δροσιά καί ἀνακούφιση μέσα στούς φοβερούς διωγμούς τῶν πρώτων αἰώνων· ἡ δέ Ὀρθοδοξία νά ἀναπνέει ἔστω καί γιά κάποια χρόνια πνευματική ἐλευθερία, ἀποτέλεσμα τῶν πνευματικῶν της ἀγώνων καί «σημείων».

«...δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν».

Τήν ἐντολή αὐτή, χριστιανοί μου, τήρησαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἀποστολικοί Πατέρες, οἱ Μάρτυρες, ἡ ἁγία Παρασκευή· καί συνεχίζει ἕως σήμερα καί ἄχρι Δευτέρας Παρουσίας, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, νά ἐκπληρώνει τήν ἐντολή αὐτή. Τά πάντα στήν Ὀρθοδοξία εἶναι οὐρανογήινα, θεανθρώπινα. Ὅλα ἑνώνουν τόν Θεό μέ τόν ἄνθρωπο, τόν οὐρανό μέ τή γῆ, τήν αἰωνιότητα μέ τόν χρόνο. Ὁ Ἰησοῦς ἦλθε, συμπάθησε τόν κάθε πονεμένο, ἀσθενῆ καί ἐμπερίστατο καί μετέτρεψε τήν ἔρημο -τήν ἐρημιά τοῦ κόσμου- σέ Παράδεισο. Ὁ,τιδήποτε γήινο ζεῖ διά τοῦ οὐρανοῦ, ὁ,τιδήποτε τό χρονικό τρέφεται μέ τό αἰώνιο, ὅλος ὁ ἄνθρωπος ζεῖ διά τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ, ἀρκεῖ νά μήν ξεχνάει τήν ἐντολή. 

«...δότε αὐτοῖς, ὑμεῖς φαγεῖν».

Ἔτσι ἐκτυλίσσεται τό χαρισματικό, ἐνάρετο, ἀσκητικό κατόρθωμα τῆς σωτηρίας, τῆς θεώσεως, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ὁ Παράδεισος ἐπί τῆς γῆς. Μάρτυρες ἀψευδεῖς οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Ὅσιοι, οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι, ἡ ὁσία μάρτυς καί παρθένος Ἁγία Παρασκευή.

Ἡ ἁγία Παρασκευή, ὅπως καί κάθε ἅγιος τῆς γλυκυτάτης Ὀρθοδοξίας εἶναι συνυφασμένος μέ τίς ἅγιες ἀρετές.Ὁ κάθε ἕνας Ἅγιος, οἰκοδόμησε τόν ἑαυτό του κάνοντας σπίτι του τόν Τίμιον Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί σημαῖα σωτηρίας τά Πάθη καί τό μυστηριῶδες μυστικό μήνυμα τῆς Μεγάλης καί Ἁγίας Παρασκευῆς, δηλαδή τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ, πού ὁδηγεῖ στήν νίκη ἐπί τοῦ θανάτου , στήν λαμπροφόρο Ἀνάσταση.

Αὐτό ἰσχύει ἀδελφοί, ὅπως προαναφέραμε γιά ὅλους γενικά τούς Ἁγίους καί γιά τήν Ἁγία μας Παρασκευή πού ἑορτάζουμε σήμερα. Σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως εἶναι παροῦσες οἱ ἅγιες ἀρετές, μέ κεφαλή τους τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί Παράδοσιν. Τρέφονται ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη καί ζωοποιοῦνται ἐν τῷ ὀνόματι τῷ φοβερῷ καί ἐνδόξῳ τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, εἰς Τόν Ὁποῖον ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία  εἰς αἰῶνας  αἰώνων. Ἀμήν.



 

Άγιος Θεόφιλος ο Νεομάρτυς έκ Ζακύνθου


ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
      Οι Νεομάρτυρες αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ιστορίας της Εκκλησίας μας. Ονομάζονται Νεομάρτυρες όσοι ομολόγησαν το Χριστό και την πίστη τους στην Ορθοδοξία και υπέστησαν μαρτύρια και θάνατο, από το 1453 μέχρι σήμερα. Ιδιαιτέρως στα μαύρα χρόνια της τουρκικής δουλείας, όπου οι υπόδουλοι Χριστιανοί είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στον βίαιο εξισλαμισμό και το μαρτυρικό θάνατο. Χιλιάδες Ορθόδοξοι Χριστιανοί προστέθηκαν στα εκατομμύρια των Μαρτύρων των αρχαίων και μέσων χρόνων. 
      Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Νεομάρτυς Θεόφιλος. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1615 από φτωχιά οικογένεια. Δε γνωρίζουμε πολλά για την παιδική του ηλικία. Γνωρίζουμε όμως την τυραννία, τις ταπεινώσεις και τις πιέσεις για να απαρνηθούν οι Ορθόδοξοι Επτανήσιοι την πίστη τους και να ασπασθούν τον αιρετικό παπισμό. Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν πως η εκκλησιαστική κατάσταση στα υπόδουλα στους Ενετούς Επτάνησα ήταν χειρότερη από την υπόλοιπη Ελλάδα, όπου στοιχειωδώς γινόταν ανεκτή η ορθόδοξη πίστη από τους κατακτητές Οθωμανούς. Φαίνεται πως ο μικρός Θεόφιλος ανήκε σε οικογένεια συνειδητών Ορθοδόξων Ζακυνθινών, όπου γαλουχήθηκε με τα νάματα της αληθινής πίστης.

       Έφηβος ακόμη αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του ναυτικού. Σε ένα από τα ταξίδια του βρέθηκε στη Χίο. Φαίνεται πως είχε καλή φήμη, όλοι τον αγαπούσαν διότι ήταν φιλεργατικός και συνεργάσιμος. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί την αγάπη και την ομόνοια, έσπειρε στο καράβι διχόνοια. Για άγνωστη αιτία ο νεαρός Θεόφιλος μάλωσε άγρια με τον καπετάνιο, με αποτέλεσμα εγκαταλείψει το καράβι.
        Το γεγονός φαίνεται ότι μαθεύτηκε στο λιμάνι και κάποιος τούρκος καπετάνιος ζήτησε από τον Θεόφιλο να εργαστεί στο δικό του καράβι. Προφανώς έμαθε για τον άριστο χαρακτήρα του και θεώρησε συμφέρον του να τον πάρει στη δούλεψή του. Όμως ο Θεόφιλος αρνήθηκε κατηγορηματικά να εργαστεί σε εργοδότη αλλόθρησκο και μάλιστα μουσουλμάνο. Έμαθε από μικρός για τη συμφορά που προξενούσαν οι κατακτητές αλλόθρησκοι τούρκοι στην Ορθόδοξη πατρίδα μας και γι’ αυτό δεν ήθελε κανένα αλισβερίσι μαζί τους.
      Αυτή ήταν και η αρχή των περιπετειών του Θεόφιλου. Ο τούρκος καπετάνιος προσβλήθηκε από την άρνηση του νεαρού ναυτικού να αποδεχτεί την πρόσκλησή του. Και ζητούσε αφορμή να τον εκδικηθεί. Σκέφτηκε να τον συκοφαντήσει. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός ότι οι τούρκοι μουσουλμάνοι τις περισσότερες φορές για να εκδικηθούν και να τιμωρήσουν  τους υπόδουλους Ορθοδόξους Έλληνες κατασκεύαζαν συκοφαντικές δυσφημίσεις. Κυριότερη συκοφαντία ήταν αυτή της άρνησης της μουσουλμανικής θρησκείας. Κατηγορούσαν τους Χριστιανούς ότι είχαν ασπασθεί το Ισλάμ και κατόπιν το αρνούνταν. Σε αυτή την περίπτωση ο ισλαμικός νόμος προέβλεπε την ποινή του θανάτου, αν δεν ομολογούσε ο Χριστιανός πίστη στο Ισλάμ.
      Αυτό έγινε και με το Θεόφιλο. Φρόντισε ο τούρκος καπετάνιος και βρήκε ψευδομάρτυρες οι οποίοι κατάγγειλαν ότι ο Θεόφιλος φορούσε δήθεν τουρκικό φέσι, που σημαίνει ότι δήθεν είχε ασπασθεί το Ισλάμ. Έτσι τον κατάγγειλε στις αρχές και ο Θεόφιλος οδηγήθηκε για ανακρίσεις στον τούρκο κατή, δηλαδή τον δικαστή. Ο κατής αφού άκουσε τους ψευδομάρτυρες πείσθηκε για την ενοχή του Ρωμιού ναυτικού και τον συμβούλεψε, πως αν θέλει να γλυτώσει τη ζωή του να ασπασθεί το Ισλάμ. Πως ήταν ο μόνος τρόπος να σωθεί. Μάλιστα άρχισε ο κατής και οι συνεργάτες του να του τάζουν τιμές, αξιώματα, πλούτη και ζωή γεμάτη άνεση και απολαύσεις αν τούρκευε. Τότε εκείνος, χωρίς να σκεφτεί ούτε στιγμή τα ταξίματα των τούρκων, άρχισε να φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του: «Εγώ δεν αρνούμαι το Χριστό μου. Ποτέ δε θα τον αρνηθώ. Αυτόν πιστεύω, Αυτόν ομολογώ για Θεό αληθινό»! Μετά άρχισαν οι φοβέρες, ότι θα υποστεί μαρτύρια και θα χάσει τα νιάτα του και τη ζωή του. Αλλά ο Θεόφιλος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του.
     Οι τούρκοι πήραν την απόφαση να τον εξισλαμίσουν με το ζόρι και γι’ αυτό του έκαμαν περιτομή και επειδή ήταν όμορφος νέος αποφάσισαν να στον στείλουν πεσκέσι στο Σουλτάνο, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, εκτός από χαρέμι γυναικών, διατηρούσε και χαρέμι νεαρών αγοριών! Ο Θεόφιλος προσευχόταν αδιάκοπα να τον βοηθήσει ο Θεός από αυτή την αισχρότητα και να ξεφύγει από τα χέρια τους. Κάποια νύχτα, ενώ οι δεσμοφύλακες πήγαν σε κάποιο τζαμί να προσευχηθούν, έκαμε το σταυρό του άρπαξε τα άρματά τους και έφυγε. Κρύφτηκε καλά να μην τον βρουν. Τρεις μέρες έμεινε κρυμμένος και πεινασμένος. Κατόπιν έτρεξε στον πρώην καπετάνιο του να βρει τροφή και καταφύγιο. Κάποια στιγμή βρήκε ευκαιρία και έφυγε για τη Σάμο, αλλά επειδή δε μπόρεσε να βρει εργασία και ξαναγύρισε στη Χίο, παρακαλώντας τον καπετάνιο να τον πάρει μαζί του. Όμως τον είδαν κάποιοι τούρκοι, οι οποίοι τον έπιασαν και τον οδήγησαν ξανά στον τούρκο δικαστή. Τώρα, μετά την περιτομή, δε μπορούσε να αρνηθεί ότι δεν είχε ασπασθεί το Ισλάμ. Ο ίδιος φώναζε: «Είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω». Ο Κατής έβγαλε την απόφαση: θάνατος διά της πυράς!
     Τον φόρτωσαν ένα δεμάτι ξύλα και τον διαπόμπευσαν μέσα στους δρόμους και τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης. Για μια ακόμα φορά θέλησαν να τον μεταπείσουν, αλλά ο άγιος φώναζε: «Δεν αρνούμαι τον Χριστό μου, είμαι Χριστιανός, θέλω να πεθάνω ως Χριστιανός. Γιατί καθυστερείτε;». Τότε ξεφόρτωσαν από την πλάτη του τα ξύλα και άναψαν μεγάλη φωτιά. Ο άγιος προσευχήθηκε, έκανε το σημείο του σταυρού και είπε: «Σε Σένα Χριστέ μου παραδίνω την ψυχή μου» και όρμισε μόνος του στις τεράστιες φλόγες, οι οποίες κατέφαγαν σε ελάχιστα λεπτά το νεανικό σώμα του μάρτυρα. Η ψυχή του φτερούγησε στα ουράνια να ενταχθεί στη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ήταν μόλις 18 χρονών, μαρτύρησε το έτος 1635.
      Οι Χριστιανοί της Χίου πληρώνοντας αρκετά χρήματα πήραν όσα από τα ιερά λείψανα του Μάρτυρα σώθηκαν από τη θανατερή θράκα και τα κατέθεσαν στο ναό του Αγίου Γεωργίου της πόλεως. Η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Ιουλίου.         


 

Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς


ΑΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ
     Μεγαλομάρτυρες της Εκκλησίας μας δεν υπήρξαν μόνον άνδρες, αλλά και γυναίκες, οι οποίες τους συναγωνίστηκαν επάξια σε ηρωισμό και ομολογιακό φρόνιμα. Πολλές από αυτές υπέστησαν τα μαρτύρια από τους φανατικούς ειδωλολάτρες γονείς τους. Μια από αυτές υπήρξε και η αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς.
       Καταγόταν από την πόλη Τύρο της Συρίας. Γεννήθηκε περί το 200 και ήταν κόρη του στρατηγού Ουρβανού, ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης. Έκτισε μάλιστα έναν πύργο, τον οποίο γέμισε με ειδωλολατρικά αγάλματα. Σε αυτόν έκλεισε την κόρη του, την οποία υποχρέωνε να θυσιάζει καθημερινά στους ανύπαρκτους και γελοίους ειδωλολατρικούς «θεούς». Εκείνη όμως αρνιόταν, διότι ήταν  συνειδητή Χριστιανή. Όταν πιέστηκε πολύ από τον πατέρα της γκρέμισε και κομμάτιασε τα αγάλματα. Ο θρησκομανής πατέρας της οργίστηκε πάρα πολύ, άρπαξε την κόρη του από τα μαλλιά, την κτύπησε αλύπητα και την υπέβαλε σε επώδυνα βασανιστήρια. Κατόπιν την έριξε σε σκοτεινή και υγρή φυλακή. Έδωσε μάλιστα διαταγή να μην της δώσει κανείς τροφή και νερό, ώστε να πεθάνει από την πείνα και τη δίψα. Για πολλές ημέρες δεν την πλησίασε κανένας από το φόβο των αντίποινων του Ουρβανού.

       Όλοι είχαν πιστέψει ότι η Χριστίνα είχε πεθάνει. Αλλά το πρώτο κιόλας βράδυ την επισκέφτηκε άγγελος Κυρίου, της οποίας θεράπευσε τις πληγές και της έφερνε καθημερινά τροφή και νερό. Όταν πήγαν να πάρουν το πτώμα της, νομίζοντάς την νεκρή, την βρήκαν απόλυτα υγιή, η οποία προσεύχονταν και δοξολογούσε το Θεό. Ανήγγειλαν στον πατέρα της το γεγονός και εκείνος περισσότερο οργισμένος, έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να την οδηγήσουν στη θάλασσα και να την πνίξουν. Την έριξαν στο πιο βαθύ σημείο, πιστεύοντας ότι είχε καταποντιστεί. Όμως και πάλι άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε και την έσωσε. Μάλιστα αναφέρει η βιογραφία της, πως δεν είχε βαπτιστεί ως εκείνη τη στιγμή και έλαβε το άγιο Βάπτισμα στη θάλασσα από τον Ίδιο το Χριστό. Ο άγγελος την πήρε και την έβγαλε στη στεριά.  
       Ο Ουρβανός έγινε και πάλι θηρίο από το θυμό του για τη νέα διάσωση της κόρης του. Έδωσε εκ νέου διαταγή να την κλείσουν ξανά στη φυλακή, αφού την μαστιγώσουν άγρια και να την αφήσουν να πεθάνει από την πείνα, τη δίψα και τις πληγές της. Όμως συνέβη το απροσδόκητο. Το ίδιο βράδυ πέθανε ξαφνικά ο Ουρβανός. Τον διαδέχτηκε κάποιος Δίων, το ίδιο φανατικός ειδωλολάτρης με εκείνον και εξίσου θηριώδης και απάνθρωπος. Μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς και έδειχνε υπέρμετρο ζήλο για την εξόντωσή τους. Πληροφορήθηκε για την ηρωική Χριστίνα και ανάλαβε ο ίδιος να την μεταστρέψει στην λατρεία των ειδώλων. Διέταξε να την οδηγήσουν μπροστά του και να την ανακρίνει ο ίδιος.
        Οι άνθρωποί του έβγαλαν την Χριστίνα από τη σκοτεινή και υγρή φυλακή και την οδήγησαν ενώπιον του στρατηγού Δίωνα. Στάθηκε με θάρρος απέναντί του και απολογήθηκε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό για την πίστη της στο Χριστό, τον μόνο αληθινό Θεό. Παράλληλα στηλίτευσε με ηρωισμό την ειδωλολατρία ως την χειρότερη πνευματική κατάπτωση της ανθρωπότητας. Η λατρεία των ψεύτικων «θεών» δεν είναι απλά μια πλάνη, αλλά πραγματική λατρεία στον πατέρα του ψεύδους και της πλάνης διάβολο, αφού, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «οι θεοί των εθνών (είναι) δαιμόνια» (Ψαλμ.95,5). Κατόπιν αυτού απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο να δεχτεί να θυσιάσει στους ψευτοθεούς της αυτοκρατορίας και να εκτελέσει την αυτοκρατορική διαταγή.
       Ο Δίων οργίστηκε και έγινε σωστό θηρίο από την θαρραλέα ομολογία της Μάρτυρος. Διέταξε να την υποβάλλουν σε φρικτά βασανιστήρια, ελπίζοντας ότι ο φόβος των φρικτών πόνων και η απειλή του θανάτου θα την μετέστρεφαν στην
ειδωλολατρία. Όμως παρ’ όλα αυτά η αγία έμεινε αταλάντευτη στην πίστη της. Πολλοί από τους βασανιστές της και από τους παρισταμένους ειδωλολάτρες, βλέποντας τον ηρωισμό της, μεταστρέφονταν στον Χριστιανισμό.  
      Μετά τον Δίωνα, ανάλαβε τους βασανισμούς της Χριστίνας κάποιος Ιουλιανός, πραγματικά δαιμόνιος για τις επιλογές του κατά των Χριστιανών. Την άρπαξε και την έριξε σε πυρακτωμένο καμίνι, αλλά διασώθηκε θαυματουργικά. Κατόπιν γέμισε ένα κλουβί με φαρμακερά φίδια, στο οποίο την έριξε, πιστεύοντας ότι θα ξεμπέρδευε με αυτή. Όμως και πάλι διασώθηκε με τη χάρη του Θεού. Τα δηλητηριώδη ερπετά, αντί να την δαγκώσουν, της έγλυφαν τα πόδια! Μετά έδωσε  διαταγή να της κόψουν τους μαστούς. Αλλά αντί για αίμα έτρεξε γάλα! Μετά της έκοψαν τη γλώσσα.
        Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν για μέρες. Η αγία υπέμεινε με καρτερία τα μαρτύρια, χωρίς να διαμαρτυρηθεί, χωρίς να βγάλει ούτε ένα στεναγμό! Ο Ιουλιανός βλέποντας ότι δεν ήταν δυνατόν να μεταστραφεί η Χριστίνα, έδωσε διαταγή σους δημίους να της τρυπήσουν το κορμί με κοντάρια. Έτσι τέλειωσε την επίγεια ζωή της, ανταλλάσσοντάς την με την ουράνια ατελεύτητη όντως ζωή.
       Το ιερό της λείψανο το παρέλαβαν κρυφά κάποιοι θαρραλέοι Χριστιανοί, το οποίο έθαψαν με τιμές. Μετά τη λήξη των διωγμών έγινε η εκταφή και βρέθηκε άφθορο να ευωδιάζει! Αργότερα, άγνωστο πότε ακριβώς, μεταφέρθηκε από τη Συρία στην Κωνσταντινούπολη σε ναό του Ιερού Παλατίου, ο οποίος χτίστηκε επ’ ονόματί της. Το 1204 το άρπαξαν οι αιρετικοί φραγκολατίνοι και το μετέφεραν στη Βενετία. Το 1252 τοποθετήθηκε στη Μονή του Αγίου Μάρκου Τορσέλλου και το 1340 μεταφέρθηκε  στο ναό του Αγίου Αθανασίου στο Μουράνο. Το 1435 ο πάπας Ευγένιος το μετέφερε στο ναό του Αγίου Αντωνίου Τορσέλλου. Το 1793 τοποθετήθηκε στη Μονή της αγίας Ιουστίνης στη Βενετία. Τέλος το 1810 τοποθετήθηκε στο ναό του αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε κρυστάλλινη λάρνακα. Η μνήμη της τιμάται στις 24 Ιουλίου. Πολλές Χριστιανές φέρουν με καμάρι το σεπτό της όνομα.