Παρασκευή, Ιουλίου 03, 2026

 

Τι σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι «Αποστολική»;

  

π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών

Η αποστολικότητα της Εκκλησίας: θεολογική θεμελίωση και εκκλησιολογική σημασία

  Η αποστολικότητα αποτελεί ένα από τα τέσσερα θεμελιώδη γνωρίσματα της Εκκλησίας, όπως αυτά διατυπώνονται στο Σύμβολο της Πίστεως: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ο όρος «Αποστολική» δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην ιστορική προέλευση της Εκκλησίας από τους Αποστόλους, αλλά εκφράζει τη διαχρονική και οργανική συνέχειά της με τον αποστολικό Σύλλογο, τόσο ως προς τη θεσμική της συγκρότηση όσο και ως προς την πιστή διαφύλαξη της αποστολικής πίστεως. Η αποστολικότητα αποτελεί, συνεπώς, ουσιώδες εκκλησιολογικό γνώρισμα, το οποίο διασφαλίζει την ταυτότητα, τη γνησιότητα και τη συνέχεια της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία.

1. Η βιβλική θεμελίωση της αποστολικότητας

Η αποστολικότητα της Εκκλησίας εδράζεται πρωτίστως στη βιβλική μαρτυρία. Ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως οικοδόμημα «ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Εφεσ. 2, 20). Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τον Χριστό ως τον ακρογωνιαίο λίθο της Εκκλησίας, ενώ οι Απόστολοι αποτελούν το θεμέλιο επί του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα.

Παράλληλα, ο απόστολος Πέτρος περιγράφει τους πιστούς ως «λίθους ζῶντας», οι οποίοι ενσωματώνονται στην πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας (1 Πέτρ. 2, 5). Η αποστολικότητα, επομένως, δεν συνιστά απλώς ιστορική αναφορά στους πρώτους μαθητές του Χριστού, αλλά εκφράζει τη συνεχή ένταξη της εκκλησιαστικής ζωής στο θεμέλιο που αυτοί έθεσαν με τη διδασκαλία και τη μαρτυρία τους.

2. Η «αποστολική διαδοχή» ως έκφραση της ιστορικής συνέχειας

Η ιστορική διάσταση της αποστολικότητας εκφράζεται μέσω του θεσμού της αποστολικής διαδοχής. Με τον όρο αυτό νοείται η αδιάκοπη και συνεχής μετάδοση της τελετουργικής των μυστηρίων Θ. Χάριτος μέσω της διαδοχικής χειροτονίας των επισκόπων, η οποία ανάγεται τελικά στους ίδιους τους Αποστόλους.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, οι Απόστολοι, κατ’ εντολή του Κυρίου, εγκατέστησαν τους πρώτους επισκόπους, μεταδίδοντάς τους τη χάρη και την ευθύνη της ποιμαντικής διακονίας. Οι επίσκοποι αυτοί χειροτόνησαν τους διαδόχους τους, οι οποίοι με τη σειρά τους συνέχισαν την ίδια αποστολή. Έτσι συγκροτείται μία αδιάσπαστη αλυσίδα χειροτονιών, η οποία εκτείνεται από την αποστολική έως τη σημερινή εποχή.

Συνεπώς η αποστολική διαδοχή λειτουργεί ως έκφραση της ιστορικής συνέχειας της Εκκλησίας και ως εξωτερική μαρτυρία της οργανικής της σχέσης με την αποστολική κοινότητα.

3. Η αποστολικότητα της πίστεως και της διδασκαλίας

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία, ωστόσο, δεν εξαντλεί την αποστολικότητα στη διαδοχή των χειροτονιών. Εξίσου ουσιώδης είναι η αδιάλειπτη διατήρηση της αποστολικής πίστεως και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως.

Η Εκκλησία καλείται να διαφυλάσσει αναλλοίωτη την πίστη που παρέλαβε από τους Αποστόλους (Ιουδ. 4) απορρίπτοντας κάθε δογματική καινοτομία που αλλοιώνει το περιεχόμενο της αποκαλυφθείσας αλήθειας. Η αποστολικότητα, συνεπώς, είναι συγχρόνως ιστορική και δογματική: αφορά τόσο τη συνέχεια της ιεραρχικής δομής όσο και τη συνέχεια της ορθής πίστεως.

Στο πλαίσιο αυτό, για την ορθόδοξη εκκλησιολογία η ιστορική διαδοχή των επισκόπων δεν επαρκεί από μόνη της για τη διατήρηση της αποστολικότητας, εφόσον αυτή δεν συνοδεύεται από τη διαφύλαξη της αποστολικής διδασκαλίας. Η εισαγωγή δογματικών αποκλίσεων συνιστά διακοπή της συνέχειας με την αποστολική Παράδοση, ακόμη και όταν διατηρείται η κανονική διαδοχή της επισκοπής.

Αντιστοίχως, η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι η απώλεια της αποστολικής διαδοχής συνεπάγεται διακοπή της ιστορικής συνέχειας με την αρχαία Εκκλησία. Υπό αυτή την εκκλησιολογική προϋπόθεση ερμηνεύεται η θέση της έναντι των προτεσταντικών κοινοτήτων, οι οποίες, σύμφωνα με την ορθόδοξη θεώρηση, δεν διατήρησαν την αποστολική διαδοχή, καθώς και έναντι της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, στην οποία αναγνωρίζεται μεν ιστορική επισκοπική διαδοχή, πλην όμως διατυπώνεται η θέση ότι δογματικές εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε απόκλιση από την αποστολική Παράδοση.

Η αποστολικότητα αποτελεί θεμελιώδη εκκλησιολογική κατηγορία, η οποία εκφράζει τη διαχρονική ταυτότητα της Εκκλησίας ως του Σώματος του Χριστού μέσα στην ιστορία. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει δύο αλληλένδετες διαστάσεις: αφενός τη θεσμική και ιστορική συνέχεια μέσω της αποστολικής διαδοχής και αφετέρου τη δογματική συνέχεια μέσω της απαρέγκλιτης διαφύλαξης της αποστολικής πίστεως. Οι δύο αυτές όψεις δεν λειτουργούν αυτοτελώς αλλά συμπληρωματικά, καθώς η αυθεντικότητα της εκκλησιαστικής ζωής προϋποθέτει τόσο τη νόμιμη συνέχεια της αποστολικής διακονίας όσο και την ακεραιότητα της αποστολικής διδασκαλίας.

Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται εύστοχα από τον Ανδρέα Θεοδώρου, ο οποίος υπογραμμίζει ότι η γνησιότητα της Εκκλησίας δεν διασφαλίζεται μόνο από τη διαδοχή των χειροτονιών, αλλά και από την αδιάλειπτη διαφύλαξη της αποκαλυφθείσας αλήθειας, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους και διατηρείται στη ζωή της Εκκλησίας (Ανδρ. Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 2η έκδ., 1977, σσ. 144–145).

eeod.gr



Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2026

 

Άγιος οσιομάρτυς Γεράσιμος ο Μεγαλοχωρίτης

ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙΤΗΣ
        Τα Άγραφα έγιναν στα χρόνια της τουρκοκρατίας κοιτίδα καλλιέργειας της ελευθερίας και της χριστιανικής πίστεως, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους. Στην ευρύτερη περιοχή αναδείχτηκαν πολλοί άγιοι και Νεομάρτυρες. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος οσιομάρτυρας Γεράσιμος ο Ευρυτάνας.
       Γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο Μεγάλο Χωριό της Ευρυτανίας από ευσεβείς γονείς και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Λόγω της φτώχιας τον πήρε ο αδελφός του Αθανάσιος, όταν ήταν 11 ετών, στην Κωνσταντινούπολη και τον έβαλε υπάλληλο σε παντοπωλείο κάποιου συντοπίτη του. Κάποια μέρα το αφεντικό του τον έστειλε να πουλήσει γιαούρτια σε πήλινα δοχεία, τα οποία είχε βάλλει σε ένα ταψί. Όμως, από συνεργία του πονηρού, όπως περπατούσε και διαλαλούσε την πραμάτεια του, σκόνταψε σε μια πέτρα, του έπεσε το ταψί, έσπασαν όλα τα πήλινα δοχεία και χύθηκε το γιαούρτι. Ο μικρός Γεώργιος κάθισε σε μια άκρη και έκλαιε γοερά, φοβούμενος τις συνέπειες από το δύστροπο αφεντικό του. Από ένα αντικρινό παράθυρο τον είδε μια τουρκάλα, σύζυγος ονομαστού αγά, η οποία τον μάζεψε στο σπίτι της, τον παρηγόρησε και του υποσχέθηκε πως αν ήθελε θα τον έκανε σαν ένα από τα παιδιά της.

      Στο τουρκικό σπίτι ο Γεώργιος εντυπωσιάστηκε από την πολυτέλεια και τις ανέσεις και μετά από δύο μήνες δέχτηκε να του κάμουν περιτομή, που σημαίνει ότι εξισλαμίστηκε. Ζούσε πλέον ως μουσουλμάνος και απολάμβανε τις ανέσεις του πλουσιόσπιτου. Μάλιστα είχε αποκτήσει την αγάπη και την εύνοια του αγά, ο οποίος, ύστερα από δύο χρόνια τον παρέδωσε σε άλλον ανώτατο αξιωματούχο, ο οποίος, λόγω της υπηρεσίας του, ταξίδευε σε όλα τα Βαλκάνια, έχοντα μαζί του ως πιστό βοηθό του το Γεώργιο.
      Μετά από μια μεγάλη περιοδεία γύρισαν στην Πόλη και κάποια στιγμή, κατά θαυμαστό τρόπο, συναισθάνθηκε το μεγάλο λάθος του να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό και να ασπασθεί τη θρησκεία των κατακτητών. Γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει κρυφά για την πατρίδα του, όπου με συντριβή και μετάνοια, εξομολογήθηκε στον ιερέα του χωριού του και επανήλθε στην Εκκλησία. Σύχναζε σε ένα ερειπωμένο εξωκκλήσι, του Αγίου Γεωργίου, μισή ώρα έξω από το χωριό, όπου προσευχόταν με τις ώρες και έκλαιε ασταμάτητα. Πολλές νύχτες τις περνούσε προσευχόμενος και οδυρόμενος στο εξωκκλήσι.
         Αφού πέρασαν τρία χρόνια απόλυτης συντριβής και μετάνοιας, αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος, στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος και υποτάχτηκε σε κάποιο ενάρετο γέροντα, τον Κύριλλο, ο οποίος τον συμβούλευε και τον παρηγορούσε. Του έμαθε και λίγα γράμματα για να διαβάζει ψυχωφελή αναγνώσματα. Τον συνάρπαζε ιδίως το «Νέον Μαρτυρολόγιον», όπου περιέχονταν τα ηρωικά μαρτύρια των Νεομαρτύρων. Μετά από ένα χρόνο, ζήτησε από τον Κύριλλο να καρεί μοναχός. Ο γέροντας είχε τους ενδοιασμούς του διότι ήταν σύντομος ο χρόνος δοκιμασίας. Τρεις μήνες τον παρακαλούσε με δάκρυα. Τελικά του επέτρεψε και έλαβε το μοναχικό σχήμα και το όνομα Γεράσιμος.
       Μετά από τρεις μήνες γνωστοποίησε στο γέροντα την απόφασή του να  πάει να μαρτυρήσει, για να ξεπλύνει το μεγάλο αμάρτημά του. Ο γέροντας φοβήθηκε ότι ήταν δαιμονικός πειρασμός  και τον αποθάρρυνε, παρουσιάζοντας του τις δυσκολίες του μαρτυρίου και το φόβο ενός νέου εξισλαμισμού. Το ίδιο τον αποθάρρυναν και οι άλλοι πατέρες της Σκήτης. Ο Γεράσιμος επανερχόταν κατά καιρούς, αλλά έπαιρνε αρνητική απάντηση. Αυτό κράτησε τρία χρόνια. Κάποια μέρα ο Γεράσιμος ζήτησε την ευχή τους να πάει στην πατρίδα του. Αυτοί κατάλαβαν ότι ζητούσε να πάει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά αυτός εννοούσε την Άνω Ιερουσαλήμ. Έτσι του έδωσαν την ευχή τους.
      Βάδισε ολοταχώς για την Κωνσταντινούπολη και πήγε στο σπίτι του αγά, όπου στάθηκε μπροστά του και ομολόγησε ότι ήταν παιδικό λάθος του που εξισλαμίστηκε και πως τώρα που μεγάλωσε μεταστράφηκε ξανά στην πίστη στο Χριστό, στον αληθινό Θεό. Ότι άφησε το σκοτάδι και βρήκε το φως. Ο αγάς σαστισμένος, άρχισε να τον συμβουλεύει ότι είναι επικίνδυνο γι’ αυτή του την πράξη και πως αν γινόταν ξανά μουσουλμάνος τον περίμεναν τιμές, αξιώματα και πλούτη. Τρεις ημέρες προσπαθούσε ο αγάς να τον μεταπείσει. Όμως μάταια, ο Γεράσιμος είχε πάρει την απόφασή του, να χύσει το αίμα του για το Χριστό. Ο αγάς, αγαθών διαθέσεων άνθρωπος και επειδή τον αγαπούσε, τον συμβούλεψε να φύγει κρυφά σε ξένον τόπο και να σωθεί. Αλλά ο Γεράσιμος έμεινε αμετάπειστος. Τότε ο αγάς τον παρέδωσε σε σεΐχη να τον αναλάβει εκείνος να τον πείσει. Όμως και πάλι ο Γεράσιμος έμενε σταθερός στη γνώμη του και γι’ αυτό τον παρέδωσε στον τούρκο δικαστή, στον οποίο ομολόγησε και πάλι την πίστη του στο Χριστό.
      Οι παριστάμενοι όρμισαν σαν αιμοβόρα θηρία και τον ξυλοκόπησαν άγρια. Κατόπιν τον έκλεισαν σε φυλακή και του έθεσαν στο στήθος έναν βράχο. Έμεινε εκεί δέκα ημέρες, χωρίς να πάθει τίποτα! Κατόπιν τον ανέκριναν για δεύτερη φορά, αλλά ο Γεράσιμος δήλωσε φωναχτά, με όλη τη δύναμη της φωνής του, ότι «Τον δε γλυκύτατο μου Ιησού Χριστό ουδέποτε Τον αρνούμαι , ακόμα κι αν με καταδικάσεις σε χιλιάδες θανάτους»! Ο δικαστής οργισμένος  έβγαλε την απόφαση: θάνατος διά αποκεφαλισμού!  

        Τον παρέλαβαν οι δήμιοι και τον οδηγούσαν στο Μπαμπά Χουμπάι, κοντά στην Αγιά Σοφιά. Στο δρόμο τον παρακινούσαν να εξισλαμισθεί για να σωθεί, αλλά ο άγιος δεν τους έδινε σημασία. Ζητούσε συγχώρεση από τους περαστικούς  Χριστιανούς. Τη στιγμή της εκτέλεσης του ζητήθηκε από να γονατίσει. Ο Μάρτυρας αναφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε» και ο δήμιος του έκοψε το κεφάλι, το οποίο έμεινε για μια ώρα γελαστό, ενώ το σώμα του για ένα τέταρτο γονατιστό! Ένα ουράνιο φως έλαμψε πάνω από το ιερό λείψανο! Ήταν 3 Ιουλίου 1815. Εκεινος μόλις 25 ετών. Το σώμα του το αγόρασαν οι Χριστιανοί και το έθαψαν με τιμές. Λίγο καιρό μετά το μετέφερε ο ευρυτάνας λόγιος κληρικός Κύριλλος Καστανοφύλλης στην Ιερά Μονή Προυσού. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Ιουλίου


Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2026

 

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Σχετική εικόνα
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
      Η ρωσική Ορθοδοξία έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο νέφος αγίων, το οποίο κοσμεί το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα ανάδειξη αγίων έχουμε στα νεώτερα χρόνια, όταν η Ρωσική Εκκλησία είχε εισέλθει στις γνωστές ιστορικές της περιπέτειες. Ένα από τους σύγχρονους επιφανείς Ρώσους αγίους είναι και ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, της ορθοδόξου ρωσικής διασποράς.
      Γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ στη Νότια Ρωσία. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα και ήταν απόγονοι της ονομαστής αριστοκρατικής και ευσεβούς οικογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας, ο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, υπήρξε ονομαστός Ιεράρχης, Επίσκοπος Τομπόλσκ, ο οποίος έγινε άγιος (εορτάζει στις 10 Ιουνίου) και το τίμιο λείψανό του, παραμένει άφθορο στην πόλη  Τομπόλσκ.
        Οι ευσεβείς γονείς του τον  μεγάλωσαν με την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια στην Ορθοδοξία. Αλλά και ο ίδιος έδειχνε από μικρός μια ασυνήθιστη αγάπη για το Θεό και ισχυρή ροπή να ζει την εκκλησιαστική ζωή. Αν και φιλάσθενος, έτρωγε λίγο και τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Του άρεσε να συχνάζει στην Εκκλησία και όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του τα έντυνε μοναχούς. Προσευχόταν με κατάνυξη πολλές ώρες, στεκούμενος όρθιος. Του άρεσε να συλλέγει εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και να διαβάζει βίους αγίων. Φρόντιζε δε να τους διηγείται στα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και εφάρμοζε με ακρίβεια τις εκκλησιαστικές και εθνικές παραδόσεις. Η παιδαγωγός του Γαλλίδα, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη βίωση της Ορθοδοξίας του μαθητή της, του Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί και να βαπτιστεί ορθόδοξη!   
      Στα 1907, σε ηλικία έντεκα ετών, οι γονείς του έστειλαν τον Μιχαήλ να σπουδάσει στην Στρατιωτική Σχολή της πόλης Πολτάβα. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε μαζί του τον σεβάσμιο Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ο οποίος ενθουσίασε τον Μιχαήλ και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ψυχή του. Του ενέπνευσε ισχυρή πίστη στο Θεό. Σε κάποια στρατιωτική παρέλαση, ενώ περνούσε μπροστά από τον Καθεδρικό ναό της πόλεως, ο νεαρός Μιχαήλ έκαμε το σταυρό του, κάτι που απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο την ώρα της παρέλασης. Οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν και οι καθηγητές αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν. Όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που ήταν έφορος της σχολής πρότεινε να μην τιμωρηθεί, διότι διέγνωσε σ’ αυτόν βαθειά θρησκευτική πίστη.
      Στα 1914 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, εξεδήλωσε την επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Οι γονείς του αντέδρασαν και έτσι αναγκάστηκε να σπουδάσει νομικά και έτσι γράφηκε στη Νομική Σχολή.
       Το 1917 ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η χώρα κατελήφθη από τους αθέους μαρξιστές. Στα 1921 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε πολλούς Ρώσους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Μαζί με αυτούς, έφυγε και η οικογένεια του Μιχαήλ και εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλ γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ενώ παράλληλα πωλούσε εφημερίδες για να ζήσει.
      Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει κληρικός και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι το 1924 χειροθετήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αντώνιο της Ρωσικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, το 1926, χειροτονήθηκε διάκονος και εκάρη μοναχός, με το όνομα Ιωάννης, στην Ιερά Μονή Μίλκοβ και εν συνεχεία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
      Το 1934 διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή  στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Επίσκοπος Σαγκάης. Στην αρχή αρνήθηκε, λόγω κάποιου προβλήματος στην ομιλία του. Όμως τελικά πείστηκε, διότι αυτό το θεώρησε κλήση από το Θεό, να εργαστεί για τον ευαγγελισμό της αχανούς ειδωλολατρικής χώρας της Κίνας.  Στις 21 Νοεμβρίου του 1934 έφτασε στην Σαγκάη, βρίσκοντας έναν ημιτελή ναό και ένα μικρό ποίμνιο διχασμένο από εθνικές έριδες. Ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατόρθωσε να μονιάσει τους πιστούς, αποτέλειωσε το ναό και  ίδρυσε ορφανοτροφείο, στο όνομα του Αγίου Τύχωνα του Ζαντίσκο, για τα ορφανά της περιοχής τα οποία δυστυχούσαν και πέθαιναν από εγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα από 3.500!  Λειτουργούσε, κήρυττε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος ανθρώπων.
     Όμως ξέσπασε η κομμουνιστική επανάσταση και άρχισε ένας απηνής διωγμός κατά της θρησκείας. Ο άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει, παίρνοντας μαζί του και τα ορφανά στις Φιλιππίνες και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία. Το 1951 βρίσκεται εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. Οι εκεί Ρώσοι Επίσκοποι τον έστειλαν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Ο Ιωάννης δέχτηκε. Εκεί σημείωσε ένα αξιόλογο ποιμαντικό έργο, κάνοντας γνωστή την Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες και να συγγράψει τους βίους των Αγίων, πριν την απόσχιση του παπισμού από την Εκκλησία. Για πρώτη φορά γνώρισαν οι ευρωπαίοι τους αγίους της Ορθόδοξης Ανατολής και την ορθόδοξη πνευματικότητα.
     Το 1962 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και εξελέγη Επίσκοπος του Σαν Φρανσίσκο, της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. Εκεί επιτέλεσε ένα αξιοθαύμαστο ποιμαντικό έργο και έγιναν γνωστές οι αρετές του και η αγιότητά του. Στις 2 Ιουλίου 1966, συνόδευσε στο Σιάτλ των Η.Π.Α. τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έμεινε στο Ιερό Βήμα προσευχόμενος για τρεις ώρες. Κατόπιν αποσύρθηκε στο δωμάτιό του να αναπαυθεί. Κάθισε σε μια πολυθρόνα. Εκεί τον άφησε ήρεμα την τελευταία του πνοή. Η αγιασμένη ψυχή του πέταξε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, που τόσο αγάπησε και πόθησε στην επίγεια ζωή του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ο άγιος είχε προγνώσει το θάνατό του. Λίγες μέρες πριν είχε στείλει επιστολή στις μοναχές της Λέσνα στη Γαλλία, στέλνοντας τις στερνές ευλογίες του. Το ιερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Έγινε ολονυκτία, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Κατόπιν έγινε λιτανεία του Λειψάνου, το οποίο το σήκωσαν τα ορφανά που είχε φέρει από τη Σαγκάη. Ετάφη στο παρεκκλήσιο του υπογείου του Ναού, κάτω από το Ιερό Βήμα, στις 7 Ιουλίου το απόγευμα.
     Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής, υπό τον Αρχιεπίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο Αντώνιο, έκαμαν την εκταφή και βρήκαν το ιερό λείψανό του σε θαυμαστή αφθαρσία! Στις 2 Ιουλίου του 1994 έγινε η αγιοκατάταξή του και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του στης 2 Ιουλίου.
    Ο άγιος Ιωάννης, επειδή ταξίδευε συχνά με αεροπλάνα, ανακηρύχτηκε προστάτης όσων ταξιδεύουν αεροπορικώς.


 

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (2 Ιουλίου)

῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς

(2  ̉ Ιουλίου)                        

̒Ο ῞Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς γεννήθηκε στὶς 4 ̉Ιουνίου τοῦ 1896 στὸ χωριὸ  ̉Αντάμοβκα τῆς Νότιας Ρω­σίας. Τὸ βα­πτιστικὸ του ὄνο­μα ἦταν Μιχαήλ. Οἱ γονεῖς του, Μπόρις καὶ Γλαφύ­ρα, τὸν μεγάλωσαν μὲ τὴν πί­στη στὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐλάβεια στὴν  ̉Ορθοδοξία. ̉Αλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔ­δειχνε ἀπὸ μικρὸς μία ἀσυνήθιστη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἰσχυρὴ ροπὴ νὰ ζεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. ̉Αν καὶ φιλά­σθενος, ἔτρωγε λίγο καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς νηστεί­ες τῆς ̉Εκκλησίας.

 Στὰ 1907 οἱ γονεῖς του τὸν ἔστειλαν νὰ σπουδάσει στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῆς πόλης Πολτάβα.  ̉Εκεῖ γνώρισε τὸν ̉Επίσκοπο Πολτά­βας Θεοφάνη, ὁ ὁ­ποῖος ἐνθουσίασε τὸν Μιχα­ήλ. Μετὰ τὴν ἀποφοί­τησή του ἀπὸ τὴ σχολὴ σπούδασε νομικά. Τὸ 1921 ἡ οἰκογένειά του ἐ­γκαταστάθηκε στὴ Γιουγκοσλαβία κι ἐκεὶ γράφηκε στὴ Θε­ολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου.

 Τὸ 1926 χειροτονήθηκε διάκο­νος καὶ πρεσβύτερος καὶ τὸ 1934 ἐκλέχτηκε  ̉Επίσκο­πος Σαγκά­ης ὅπου ρίχτηκε μὲ πάθος στὸν ἀγώνα νὰ ὀρ­γανώσει τὴν  ̉Ορθόδοξη  ̉Εκκλησία. ῞Ιδρυσε ὀρφανοτροφεῖ­ο ὅπου περιμά­ζεψε περὶ τὰ 3.500 παιδιά. Λειτουργοῦσε, κή­ρυττε καὶ μετέστρε­φε στὴν  ̉Ορ­θοδοξία πλῆθος ἀνθρώ­πων.  ̉Αργότερα μετετέθει στὴν  ̉Επι­σκοπὴ τοῦ Παρισιοῦ. Τέλος ἐξελέγει μητρο­πολίτης τοῦ Σὰν Φραντσίσκο τῶν ΗΠΑ, ὅπου ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση.

 Τὸ 1962 ἁγιασμένη ψυχὴ του πέταξε στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴν ἐπίγεια ζωὴ του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1993 ἔγινε ἡ ἐκταφὴ του καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιον  ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) κα τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὸν  ̉Αρχιποίμενα ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς˙* ῥῦσαι τοὺς προ­στρέχο­ντας,*  ̉Ιωάννη Θεόφρων,* πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λι­ταῖς σου, Θαυ­μαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην* καὶ φύλα­κα ἔχο­μεν. 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ἀπολυτίκιον.  Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόε­δρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγι­ον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πι­στοὶ* τὸν νέ­ον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχο­ντα ἰά­σεις πα­ντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζου­σι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσα­ντι.* Δό­ξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ  σοῦ˙* σοὺς  γὰρ  δούλους σώζεις αε* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρὸς σε  ̉Αρχι­θύτα καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος πα­ράσχου,  ̉Ι­ωάννη,* ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ καὶ τάλανι.  

Βοήθει θεράποντας ἰατροὺς* ποιεῖν διαγνώσεις εὐ­στόχους καὶ ἀκριβεῖς* εἰς δὲ τοὺς νοσοῦντας χορη­γῆσαι* ἰατρικὴν ἀγωγὴν τὴν κατάλληλον.

Νεότητα δέομαι ταπεινῶς* προστάτευσον, μά­καρ *  ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ἐξ ἐθισμῶν ποικί­λων τε καὶ νόσων* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου ταύ­την διάσω­σον.

Θεοτοκίον.

Τὰ γόνατα κλίνω ἱκετικῶς* καὶ χείρας μου αἴ­ρω, Θε­οτόκε, δεητικῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦ­μαι,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος...

Τὴν νεότητα, πάτερ,* σὺ πατρικῶς φρούρησον* καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου* ταύτην ὁδήγησον,* ἵνα προθύμως τηρῇ* τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου* καὶ Αὐ­τοῦ τὸ πρόσωπον ἰδεῖν ἀξίωσον.

Τὴν ῾Αγίαν Τριάδαν,* θαυματουργὲ ῞Αγιε,* καὶ τὴν Θε­οτόκον Μαρίαν* σὺ καθικέτευε,* ἵνα πά­ντες ταχὺ* ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῶμεν* καὶ ἐκ τῆς κο­λάσεως,* ὦ θαυματόβρυτε. 

Παραδείσου πολίτης,* θαυματουργέ, γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμι­λος* διὸ σε, θαυμαστέ,* καθικετεύομεν πάντες* ἡ­μᾶς τοὺς προ­σπίπτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων. 

Θεοτοκίον.

̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.  

̉Ε πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ

Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς*  καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον·* ἐ­λέους πηγὴ καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτενῶς βοῶ­μεν σοί,* ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς, πρόφθασον˙* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς* ταῖς πρὸς σε πίστει καταφεύγοντας.

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε…

Τοὺς ποιμένας προστάτευσον,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ ὑγείαν αὐτοῖς δώρησον* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Κύριον.

Τὰ λοιμώδη νοσήματα* καὶ τοὺς ὄγκους θεραπεύ­ει ὁ ῞Υψιστος*  ταῖς πρεσβείαις σου,  ̉Ιωάννη,* τῶν πι­στῶν ἰατρὸς ὁ ἀνάργυρος.

̉Ορθοδόξους προστάτευσον* καὶ ἐκ χειρῶν λαοπλά­νου διάσωσον,* ̉Ιωάννη Θεοδόξαστε,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Πανάχραντε,* ὃν ἐκυοφόρησας καταπρά­ϋνον* καὶ εὐμένισον σοῦ δεόμεθα,* ἵνα φύγω­μεν τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Παῦσον τὰς ὁρμὰς* τῶν παθῶν μου, Θεοδόξα­στε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι, Πανάριστε.

Δέομαι θερμῶς,* ̉Ιωάννη ἱερώτατε,* σὺ τὴν μανί­αν  τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς  τὸν Κύ­ριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.

Τέκνα, θαυμαστέ,* τοῖς ποθοῦσι δίδου τάχυον* καὶ ἀξίωσον, ̉Ιωάννη σεμνέ,* αὐξηθῆναι* τοῖς Χρι­στοῦ θείοις διδάγμασι.

Θεοτοκίον.

Δέσποινα, θερμῶς* ἱκετεύω σὲ ὁ ἄθλιος*  ὁμόνοι­αν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἶκοις πάντων ἡ­μῶν* πα­ράσχου, Θεόνυμφε.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Προστάτην σε τῶν πιστῶν ἐπίσταμαι* καὶ φρου­ρόν,  ̉Αρχιθύτα  ̉Ιωάννη,* τοὺς πειρασμοὺς διαλύ­εις τα­χέως* σὺ καὶ τὰ ἄλγη διώκεις, πανάριστε,* σοῦ δέο­μαι ἐκ τοῦ πυρὸς* τοῦ ἀσβέστου λιταῖς σου διάσω­σον.

Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ῥῦσαι με* καὶ μετάνοι­αν πα­ράσχου λιταῖς σου,* ἵνα σωθῶ ὁ ἀχρεῖος ἱκέ­της* καὶ παραδείσου τὴν πύλην σοῦ δέομαι* ἀξίωσον, θαυμα­τουργέ,* διαβεῖναι ὁ τάλας καὶ ἄθλιος.

Προστάτην τῶν ὀρφανῶν καλοῦμεν σε* καὶ χη­ρῶν ἀπροσμάχητον τεῖχος* τῶν δὲ ποθούντων ὑγείαν καὶ ῥώμην* ἰατρὸν ἀλάνθαστον καὶ ἀνάργυ­ρον,*  ̉Ιω­άννη θαυματουργέ,* ̉ Ορθοδόξων φρου­ρὸς ὁ ἀκοίμη­τος. 

Θεοτοκίον.

̉Ορθὀδοξοι σὲ προστάτιν ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀ­κοίμητον, Θεοτόκε,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ στίφη δι­ώκεις* σὺ καὶ ἰώσεις ἰᾶ, Θεοδόξαστε,* διὸ τῶν πι­στῶν οἱ χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σὲ, ῎Αχραντε. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉ Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ

Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία τῶν χριστιανῶν.

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος˙* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉ Ιωάννη, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθοδό­ξων καταφύγιον.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Ο Χορός: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ. (δίς)

Στίχ.: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Εἰρήνη πᾶσι.

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

̉῾Ο ῾Ιερεύς: Εκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνά­γνωσμα. Πρόσχωμεν (Κεφ. ιʹ 9–16).

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος˙ ἐγὼ εἰμι ἡ θύρα˙ δι᾽ ἐμοῦ ἐὰν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξε­λεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχε­ται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ˙ ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός˙ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων˙ ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεω­ρεῖ τὸν λύκον ἐρ­χόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύ­κος ἀρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.῾Ο δὲ μι­σθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐ­στιν καὶ οὐ μέλει αὐ­τῷ περὶ τῶν προβάτων. ̉Εγὼ εἰ­μι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γι­νώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώ­σκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν˙ κα­θὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέ­ρα˙ καὶ τὴν ψυχήν μου τί­θημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύ­της˙ κἀκεῖνα δεῖ με ἀ­γαγεῖν καὶ  τῆς φωνῆς  μου  ἀ­κού­σουσιν  καὶ γενή­σονται  μία ποίμνη, εἷς  ποιμήν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Κα νῦν κα ἀε

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με  ὁ  Θεός, κατὰ τὸ  μέγα  ἔλεός  σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀ­νόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι…

Μή ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστά­τα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλίψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐ­δὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, ̉Ιωάννη* Μαξίμοβιτς, προ­στάτα καὶ φρου­ρὲ* τῶν δεομένων σοι, ἔνδοξε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρω­σον.  

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον. (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός: ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων* θερμῶς πάντες δεόμε­θα, Θεοδόξαστε,* ἱκέτευε εἰρήνην* παράσχει καὶ ὑ­γεί­αν* τοῖς ἐν πίστει κραυγάζουσι˙* ῾Ο τῶν Πατέ­ρων ἡ­μῶν* Θεὸς, εὐλογητός εἷ. 

Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καὶ Σωτήρα ἀνθρώπων σὺ καθικέτευε,* παμμάκαρ  ̉Ιωάννη,* μετάνοι­αν πα­ράσχει* τούς ἐν πόθῳ κραυγάζοντας˙* ὦ  ̉Αρχι­θύ­τα Χριστοῦ* σέ ῎Αγγελοι ὑμνοῦσιν.

῾Υγιείαν παρέχει* ὁ Σωτήρας καὶ Κτίστης λι­ταῖς σου, ἔνδοξε,* Θεόφρων ̉Ιωάννη,* τοὺς πίστει προσκυ­νοῦντας* τὴν  εἰκόνα  σου  ᾄδοντας˙* Σὺ  τῶν  πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν  ̉Αγγέλων.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχημα καὶ προ­πύργιον* μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις* εἰς χείρας τῶν δαι­μόνων,* ἵνα πόθω κραυγάζω σοι˙* Χαῖρε, ὦ Μῆτερ Θεοῦ,* πιστῶν χαρὰ καὶ κλέος.

ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...

Τὸν Βασιλέα* σὺ καθικέτευε πάντες* σοῦ δεόμε­θα, μάκαρ ̉Ιωάννη,* ὅπως καταπαύσῃ* τὴν τοῦ πυ­ρὸς μανίαν.

Τὴν ἀνεργία* ταῖς σαῖς λιταῖς,  ̉Αρχιθύτα,* ὁ Δε­σπότης τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς πα­ρέ­χει* ταχέως ἐργασίαν. 

Τὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν καὶ τῆς πλάνης* διαφύ­λαττε πάντες αἰτοῦμεν* καὶ ὁδήγησέ την* εἰς  τὰς αὐλὰς τοῦ Κτίστου.

Θεοτοκίον.

Σέ, Θεοτόκε,* καθικετεύομεν πάντες* ̉Ορθοδό­ξους φύλαττε λιταῖς σου* ἐξ ἰῶν ποικίλων*  καὶ πάσης ἄλλης νόσου.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

Λιταῖς σου ἐξαιτοῦμεν* πάντες, ̉Αρχιθύτα,* ὦ  ̉Ιω­άννη Μαξίμοβιτς ἔνδοξε,* ὅπως ῥυσθῶ­μεν ἱκέται* ἐκ πάσης θλίψεως.

̉Εργάτας τοῦ Κυρίου* μὴ ἐγκαταλείπεις* ἀλλὰ πα­ράσχου ὑγείαν καὶ σύνεσιν,* ἵνα Χριστόν,  ̉Αρχιθύτα,* πάντες δοξάζωμεν.

Τὸ πῦρ τὸ κατακαίον* δάση καὶ οἰκίας,* σὺ  ̉Αρχι­θύ­τα, λιταῖς σου κατάσβεσον* καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπά­ντων* τάχος εὐμένισον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε Παρθένε,* φύλαττε ἐκ πλάνης καὶ ἐκ παντοίων κινδύνων ἱκέτας Σου* καὶ τὸν Υἱ­ὸν Σου δυσώπει,* θερμῶς δεόμεθα.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέ­ραν τῶν Χερου­βεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λόγον τεκοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Τοὺς πόθῳ  προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκαταλεί­πεις εἰς τὰς χείρας τοῦ πτερνιστοῦ,* ἀλλὰ σὺ πα­ράσχου ἀκλόνητον  ὑγείαν, ἀγάπην,  ̉Ιωάννη,*    ὡς καὶ μετάνοιαν.

῾Ρωσίας ἐδείχθης ἄστρον λαμπρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀ­νάγκαις* ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός,* τῶν δὲ ἀσθε­νοῦντων* ἀνάργυρος θεράπων,* ̉Ιωάννη μά­καρ,* καὶ κατάφύγιον. 

Μὴ ἐγκαταλείπεις πάντας ἡμᾶς*  ̉Ιωάννη δόξα  ̉Ο­ρθοδόξων Χριστιανῶν* ἀλλὰ σὺ λιταῖς σου* πα­ράσχου σοῦ ἱκέτας* χριστιανὰ τὰ τέλη καὶ ἀνεπαί­σχυντα.

Χαίροις, τῆς ῾Ρωσίας γόνος λαμπρὸς* καὶ τῶν  ̉Ορ­θοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καὶ ἐν στενοχωρίᾳ* ἀκοίμητος προ­στάτης καὶ καταφύγιον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ..., Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν...

Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον  Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόε­δρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν κα­ταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πι­στοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχο­ντα ἰά­σεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζου­σι˙* Δόξα τῷ  σὲ  δοξάσαντι  Χριστῷ.* Δόξα  τῷ  σὲ  στεφανώσα­ντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δεήσεις,* ὦ  ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ πα­θῶν ἐ­μπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμε­θα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε ̉Ιωάννη, σπεῦσον,* καὶ ῥῦ­σαι ἱ­κέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλί­ψεως.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δ ι̉  εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν,* Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,* ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν.


[1].  Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…,  Καὶ νῦν…