Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2026

 

Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, Κατά πασών των αιρέσεων: Ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

           ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ΄:

Ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται

    Γι’ αυτό φανερό είναι ότι ένα είναι και το θείο Πνεύμα από τον ένα Πατέρα. Ένα το Πνεύμα, επειδή εκπορεύεται από Αυτόν, όπως ένας και ο Κύριος και Μονογενής Υιός είναι εκ Πατρός γεννητός. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατό το ένα και το αυτό να έχει δύο αρχές, όπως ισχυρίζονται οι Λατίνοι· επειδή και ο Μονογενής ένας είναι εξ ενός Πατρός, και μόνος εκ μόνου γεννητός, όπως και το θείο Πνεύμα ένα είναι και μόνο, εκ μόνου του Πατρός εκπορεύεται. Και ένας από Αυτούς είναι ο αίτιος, επειδή προς Αυτόν τα εξ Αυτού αναφέρονται και γι’ αυτό μοναρχία είναι Αυτό που προσκυνείται από εμάς, επειδή προς τον Πατέρα ως ένα και μόνο αίτιο αναφέρεται το μόνο γεννητό και εντελώς αναλλοίωτο, ο Υιός, και το μόνο εκπορευτό Άγιο Πνεύμα, και αυτό όμοια μη αλλοιούμενο καθόλου.

    Δεν δηλώνει φύση το γεννητό και εκπορευτό, όπως λέγουν οι Πατέρες, αλλά ιδιότητα μόνο· διότι μία φύσις είναι σε τρία πρόσωπα και φυλάγει κάθε ένα τα δικά Του γνωρίσματα, διότι και ένας ο αίτιος του μονογενούς Υιού και του εκπορευτού Πνεύματος, ο Πατήρ αυτού, ο Οποίος γεννά τον Υιό αφράστως και ασωμάτως και εκπορεύει το Πνεύμα. Γι’ αυτό και μία ενότητα εν Τριάδι και η Τριάς αδιαίρετη· διότι «ἒνωσις Υἱοῦ καὶ Πνεύματος ὁ Πατήρ», λέγει η θεολόγος φωνή· του δε  Αγίου Πνεύματος διάφοροι είναι οι καρποί, που είναι ενέργειες και δυνάμεις.

     Αυτό λέγει και ο Παύλος: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης(:Ο καρπός που παράγει το Άγιο Πνεύμα με τον φωτισμό και τη χάρη που χορηγεί στις ψυχές μας, είναι η αγάπη, η χαρά που προέρχεται από την  αγαθή συνείδηση, η ειρήνη που είναι αχώριστη απ’ αυτήν, η ανοχή και η πλατιά καρδιά στις αδικίες που μας κάνουν οι άλλοι, η αγαθή διάθεση και καλοσύνη)» [Γαλ. 5,22] και τα λοιπά, τα οποία συμμαρτυρούν και οι λοιποί Απόστολοι, ο Ιωάννης λέγοντας: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν (: Ο Θεός είναι αγάπη)» [Α΄ επιστ. Ιω. 4,8] και ο Παύλος πάλι λέγοντας: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ (:Να χαίρεστε με τη χαρά που προέρχεται από την ένωση και την κοινωνία μας με τον Κύριο)»[Φιλιπ. 4,4] και «Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν (: Ο Χριστός είναι η ειρήνη μας»[Εφ.2,14].

      Και ο Δαβίδ: «Σύ, Κύριε χρηστὸς πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε(: Εσύ, Κύριε, είσαι καλοκάγαθος και επιεικής και πολυέλεος προς όλους εκείνους που καταφεύγουν σε σένα και ζητούν την βοήθειά Σου))» [Ψαλμ. 85,5]· και: «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος(: Δοκιμάστε με την πείρα σας και διαπιστώστε έμπρακτα ότι ο Κύριος είναι καλός και ευεργετικός και προστάτης όσων Τον επικαλούνται)» [Ψαλμ. 33,9] και «ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός (:Δοξολογείτε με βαθιά ευγνωμοσύνη τον Κύριο, διότι είναι πανάγαθος)» [Ψαλμ. 135,1] για την αγαθοσύνη· και: «Πιστὸς ὁ Κύριος ἐν πᾶσι τοῖς  ἔργοις αὐτοῦ (: Ο Κύριος είναι αξιόπιστος τηρητής όλων των υποσχέσεών Του σε όλα τα έργα Του)» [Ψαλμ. 144,13]· και ο Σωτήρ: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι (: μάθετε από μένα ότι είμαι πράος)» [Ματθ. 11,29] και: «Καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἡ πρᾳότης (:Ο καρπός που παράγει το Άγιο Πνεύμα με τον φωτισμό και τη χάρη που χορηγεί στις ψυχές μας είναι η πραότητα)»[Γαλ. 5,22-23]. Και ακόμη ο Δαβίδ πάλι λέγει «μακρόθυμος και πολυέλεος» [Ψαλμ. 85,13], και: «Ὃσοι πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ(:Όσοι κυβερνώνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί του Θεού)» [Ρωμ. 8,14] για την εγκράτεια.

      Ώστε και οι καρποί του Πνεύματος ἐν τῷ Πατρὶ θεωρούνται καὶ τῷ Υἱῷ και η υιοθεσία ἐν Πνεύματι γίνεται, επειδή τα χαρίσματα της Τριάδος είναι κοινά, όπως είναι κοινή και μία η δύναμίς της και η ενέργεια. Γι’ αυτό άθεοι είναι όσοι δεν δοξάζουν τις ενέργειες της Αγίας Τριάδος ή τις ομολογούν μεν, αλλά τις ονομάζουν κτίσματα. Εάν είναι για εμάς κτίσματα, τι περισσότερο έχουμε; Εάν, όμως, έχουμε φύσιν Θεού, όπως αυτοί φλυαρούν, λοιπόν και θεοϋπόστατοι άνθρωποι είμαστε και άλλοι θεάνθρωποι, όπως ο Χριστός, και δεν θα έχουμε χάρη, αλλά την υπόσταση ή του Υιού ή του Πατρός ή του Αγίου Πνεύματος. Ποια άλλη μεγαλύτερη βλασφημία από αυτήν μπορεί να δοθεί;

      Εάν, όμως, έχουμε κτίσμα στον εαυτό μας, άρα δεν έχουμε τον Θεό. Και πώς, λοιπόν, είναι ο Θεός «μεθ’ ἡμῶν», πώς λάβαμε το Πνεύμα το οποίο προέρχεται από τον Θεό; Πώς Πνεύμα Χριστού έχουμε; Πώς λάβαμε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος και ποια λοιπόν είναι για εμάς η επαγγελία του Αγίου Πνεύματος; Ποια η δύναμις που επήλθε στους Αποστόλους εξ ύψους; Τι είναι, λοιπόν, το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο επήλθε στον Κορνήλιο και στους συντρόφους του; Ποιο είναι εκείνο, που λάμβαναν οι βαπτιζόμενοι από τον Φίλιππο· ποιο λάμβαναν με την επίθεση των χειρών του Πέτρου και του Ιωάννου; Ποιο είναι ακόμη εκείνο, το οποίο έλαβαν οι βαπτιζόμενοι από τον Παύλο, οι οποίοι ούτε γνώριζαν, ούτε άκουσαν προηγουμένως τι είναι ή γενικά, εάν υπάρχει Πνεύμα Άγιο; Τι είναι τα ενεργήματα των δυνάμεων; Τι τα χαρίσματα των ιαμάτων και τα χαρίσματα τα ανώτερα; Ποία είναι ακόμη η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού; Και το «χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ Πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ(:Σας εύχομαι να είναι μαζί σας η χάρις και η ειρήνη από τον Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό)» [Α΄ Κορ. 1,3]; Και γιατί γίνεται η επίκλησις της θείας χάριτος στις χειροτονίες; Άραγε άδικα λέγονται;

       Αλίμονο στην απάτη και βλασφημία εκείνων, οι οποίοι ως στερημένοι της χάριτος, κινούνται εναντίον της χάριτος του Θεού! Ποία είναι ακόμη η δωρεά του Αγίου Πνεύματος;  Άραγε η τρισυπόστατος φύσις; Μη γένοιτο! Διότι δεν μπορεί κανείς να υποδεχθεί Θεού φύση. Τι λοιπόν; Κτίσμα είναι; Και πώς έχουμε, λοιπόν, τον Θεό στους εαυτούς μας; Πώς φορούμε τον Χριστό και πώς ελάβαμε όντως το Πνεύμα το Άγιο στις καρδιές μας, εάν είναι κτίσμα;

     Λοιπόν η χάρις της Αγίας Τριάδος είναι σε εμάς, και μάς χαρίζεται «ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Γι'αυτό και διαφορετικά ενεργεί σε εμάς, και άλλον τον κάνει τέλειο και τον αναγεννά δια του βαπτίσματος· άλλον πάλι τον χρίει και σφραγίζει με το μύρο· άλλον χειροτονεί ιερέα, και αυτόν διαφόρως, επειδή άλλος είναι αναγνώστης στον ναό, άλλος υπουργός, άλλος ιερουργός, άλλος αρχιερέας, που είναι το τελειότατο· άλλος είναι Απόστολος, άλλος Προφήτης· άλλος διδάσκαλος, άλλος έχει δυνάμεις ή χαρίσματα ιαμάτων, και τα λοιπά. «ᾯ μὲν διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας (:Σ’ άλλον δίνεται από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα του λόγου που εξηγεί βαθιά και με σοφία τις μυστηριώδεις βουλές και  σωτηριώδεις αλήθειες του Θεού)», λέγει ο Παύλος, «ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα (:ενώ σε άλλον δίνεται το χάρισμα του λόγου που εξηγεί στους πιστούς όσα ο λόγος της σοφίας αποκαλύπτει, και μεταδίδει σε αυτούς τη σωτηριώδη γνώση. Και δίνεται σύμφωνα με τη χορηγία του ίδιου Αγίου Πνεύματος)» [Α΄ Κορ. 12,8], κ.τ.λ.

     Ώστε δεν είναι σε εμάς η υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, αλλά στο Άγιο Πνεύμα η κοινή χάρις της Αγίας Τριάδος και τα διάφορα ενεργήματα. Γι’ αυτό και δεν είναι αμέσως ιερέας εκείνος, που αξιώνεται το βάπτισμα, ούτε εκείνος, που γίνεται διάκονος λαμβάνει και την δύναμη του πρεσβυτέρου, ούτε εκείνος που χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, έχει την χάρη του επισκόπου· αλλά κάθε ένας, ό,τι έλαβε, έλαβε· και άλλος μεν έχει δύναμη κατώτερη, άλλος υψηλότερη. Ο διάκονος υπηρετεί· ο ιερέας ιερουργεί· ο αρχιερεύς χειροτονεί και μεταδίδει τα χαρίσματα του Θεού, και έχει την εξουσία του «λύειν καί δεσμεῖν»  τα πταίσματα. Ποια είναι άραγε αυτή η εξουσία; Ποια η δύναμις της χειροτονίας; Τι είναι αυτή η χειροτονία; Άραγε κτίσμα είναι σε εμάς; Και αν είναι κτίσμα, ποια δύναμη έχει το κτίσμα; Πώς είμαστε θεοί; Πώς καθαίρει ο ιερέας από αμαρτίες; Πώς αποκαθιστά τελείους τους ανθρώπους; Τι είναι η επίκλησις της χάριτος του Θεού; Άρα δεν ισχύει τίποτε αυτή; Λοιπόν δεν είναι σε εμάς το Πνεύμα της χάριτος; Βαβαί της βλασφημίας!

     Απομακρυσμένος είναι από την Χάρη του Θεού όποιος δεν κηρύττει την Χάρη του Θεού· είναι αλλότριος του Πνεύματος του Θεού αυτός και χωρίς χάρη και στερημένος από την κοινωνία του θείου Πνεύματος, και γεμάτος μάλιστα του εναντίου πνεύματος, της πονηρής δυνάμεως του δαίμονος, από την μιαρή και σκοτεινή ενέργεια του οποίου, αφού μωράνθηκε ο άθλιος ως ανόητος και μελετήσας κενά, αρνήθηκε την χάρη της Τριάδος και δεν γνώρισε το φως του Θεού, επειδή το αθέτησε, και μη θέλοντας αυτός τον Θεό, αποχώρησε και ο Θεός από αυτόν και ούτε έμαθε να ψάλλει με τον Δαβίδ: «Καὶ ἔστω ἡ λαμπρότης Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐφ’ ἡμᾶς(:Ας είναι πάνω μας λαμπρή η δόξα της εύνοιας, της χάριτος και της καλοσύνης του Κυρίου και Θεού μας)» [Ψαλμ. 89,17]· και: «Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον (:Φώτισε τα μάτια μου, που είναι βυθισμένα στο σκοτάδι των θλίψεων και των συμφορών· απ΄το σκοτάδι αυτό κινδυνεύω να βυθισθώ στον θανατηφόρο ύπνο της απογνώσεως και της αμαρτίας)» [Ψαλμ. 12,4]· ούτε θέλησε να φανεί κληρονόμος της Βασιλείας του Θεού, μιμούμενος εκείνους, για τους οποίους λέχθηκε: «Οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει (:οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο προτού να δουν μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος να καταλύεται η παλαιά θεία τάξη και διαθήκη με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού της και με τον διασκορπισμό του Ισραήλ˙ για να θεμελιωθεί με δύναμη ακαταγώνιστη και υπερφυσική η νέα θεία τάξη στον κόσμο, την οποία θα εκπροσωπεί η Εκκλησία ως άλλη Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη)» [Μάρκ. 9,1].

      Αυτήν είδαν και στο όρος, επειδή μπορούσαν, όπως είδαν και το φως το ανέσπερο, δια του οποίου και οι δίκαιοι τότε θα εκλάμψουν, όπως ο ήλιος, όπως δίδαξε Αυτός της δικαιοσύνης ο Ήλιος. Γι’ αυτήν την λαμπρότητα και ο «Υιός της Βροντής», ο ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος είδε το φως εκείνο, γράφει: «Οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι (:Δεν μας έχει φανερωθεί ακόμη τι πρόκειται να γίνουμε στο μέλλον. Γνωρίζουμε, όμως, ότι όταν φανερωθεί ο Χριστός στη δευτέρα Του Παρουσία, θα γίνουμε όμοιοι με Αυτόν στη δόξα, διότι θα Τον δούμε όπως είναι, στην κατάσταση της θείας Του δόξας, η οποία θα καθρεπτισθεί και θα λάμψει και σε μας σαν να είμαστε πνευματικοί καθρέπτες)» [Α΄ Ιω. 3,2].

      Και ο Παύλος, ο οποίος δεν ήταν προηγουμένως καθαρός, αφού αξιώθηκε και είδε το φως εκείνο και έπεσε, καθάρθηκε και αναστήθηκε δείχνοντας με αυτό την έγερση από την πτώση του, και τον φωτισμό από το σκότος, και προσέτι μέσω αυτού τον φωτισμό όλης της οικουμένης· και ύστερα όταν αρπάχθηκε στον ουρανό ως καθαρμένος, τότε το είδε λαμπρότερα και φωνάζοντας έλεγε: «Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις (:Διότι με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού φανερώθηκε η χάρις του Θεού, η οποία σώζει όλους τους ανθρώπους)» [Τίτ. 2,11]. Και: «Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον (:Διότι τώρα βλέπουμε σαν μέσα από μεταλλικό καθρέφτη θαμπά και με τόση ατέλεια, ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα που δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Τότε, όμως, θα δούμε φανερά και καθαρά, διότι θα δούμε κατευθείαν πρόσωπο με πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Τότε, όμως, θα λάβω τόσο τέλεια γνώση, όσο τέλεια με γνώριζε ο παντογνώστης Κύριος, όταν ενεργούσε την επιστροφή μου και με καλούσε στο αποστολικό αξίωμα.)» [Α΄ Κορ. 13,12].

       Αυτού του φωτός τους αρραβώνες έλαβε και ο Μωυσής στο όρος, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν οι υιοί Ισραήλ να βλέπουν το πρόσωπό του. Και ο Στέφανος είδε λαμπρότερα τούτο το φως, και όταν φωτίσθηκε έλαμπε το πρόσωπό του ως πρόσωπο Αγγέλου, όπως αναφέρεται· επειδή με το κάλλος εκείνο παρομοίαζε και η λαμπρότητα που μεταδιδόταν από το σώμα του, και η θεϊκή και άυλη του Πνεύματος αστραπή που εκχύθηκε στην ψυχή · και χάρις άστραφτε και λάμπρυνε το σώμα του, όπως και του Μωυσέως. Το φως, όμως, αυτό δεν φαινόταν όπως είναι, σε όσους το είδαν, όπως και στους προφήτες δεν φαινόταν όπως είναι, αλλά σύμφωνα με την δύναμη εκείνων, που έβλεπαν και τους περιέστραπτε και τους λάμπρυνε.

      Αλλά γιατί να πολυλογούμε για την θεία, εκείνη, λαμπρότητα, αφού ο Ίδιος ο Χριστός είπε ότι με αυτήν θα λάμψουν, όπως ο ήλιος, κατά την παρουσία του Πατρός, μετέχοντας αυτών των ακτίνων του αδύτου ηλίου. Ο δε Ιωάννης λέγει: «Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον (:Ως Λόγος και ως δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος ήταν πάντοτε ο Χριστός το απολύτως τέλειο Φως, η μοναδική πηγή του Φωτός, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο)» [Ιω. 1,9].

     Και στην «Αποκάλυψη» γράφεται ότι «οὐκ ἔσται τοῖς δικαίοις ἡλίου ἔλλαμψις, ἀλλὰ τὸ ἀρνίον ἔσται φῶς αὐτοῖς μὴ δυόμενον (:στη μέλλουσα Βασιλεία δεν θα υπάρχει ανάγκη του αισθητού ηλίου, διότι το Ἀρνίον, δηλαδή ο Χριστός, θα είναι το ανέσπερο και άδυτο φως των δικαίων)» [πρβ. Αποκ. 7,16-17: «Οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι, οὐδ᾿ οὐ μὴ πέσῃ ἐπ᾿ αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα, ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνὰ μέσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ αὐτούς, καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν (:Δεν θα πεινάσουν πια, ούτε θα διψάσουν, ούτε θα πέσει επάνω τους καυστικός ο ήλιος, ούτε οποιοσδήποτε καύσωνας. Δεν θα δοκιμάσουν δηλαδή στο εξής καμία στέρηση ή στενοχώρια ή θλίψη. Διότι το Αρνίον που είναι στη μέση του θρόνου του Θεού θα τους ποιμάνει ως λογικά πρόβατα και θα τους οδηγήσει σε πηγές νερών που μεταγγίζουν ζωή. Και θα εξαλείψει από τα μάτια τους κάθε δάκρυ. Έτσι η ζωή τους θα είναι χωρίς λύπες και γεμάτη με πνευματικές αναπαύσεις και απολαύσεις)»]. «Ἀρνίον» είναι ο Αμνός του Θεού ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος είναι και Κύριος της δόξης· και ο Δαβίδ λέγει γι’ αυτό: «Ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησεν(: Ο μεγάλος και ένδοξος Θεός εξαπέλυσε βροντές)» [Ψαλμ. 28,3]· και ο Παύλος: «Οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν (:την σοφία αυτή κανένας από τους άρχοντες του πρόσκαιρου αυτού κόσμου δεν την έχει γνωρίσει. Διότι εάν την είχαν γνωρίσει δεν θα κάρφωναν τον  σταυρό της ατιμίας τον Κύριο, που είναι χορηγός της δόξας)» [Α΄ Κορ. 2,8]. Γι’ αυτό γράφεται στο Ευαγγέλιο: «Καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατρός (:Κι εμείς χορτάσαμε να βλέπουμε με τα μάτια μας την υπέρλαμπρη και θεοπρεπή δόξα Του, η οποία φανερωνόταν με τα θαύματά Του και τη διδασκαλία Του και τη λαμπρότητα της αναμάρτητης και ολοκληρωτικά αγίας ζωής Του. Ήταν δόξα που δεν πήρε ως χάρισμα και δωρεά, όπως την παίρνουν τα λογικά δημιουργήματα, αλλά την είχε φυσική από τον Πατέρα Του, ως Υιός μονάκριβος που ήταν)» [Ιω. 1,14].

    Αυτή την δόξα την είδαν όχι ως υπόσταση από τρεις υποστάσεις, αλλά ως χάρη, διότι λέγει: «Πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας(:Υιός γεμάτος Χάρη, με την οποία τότε θαυματουργούσε και τώρα μας αναγεννά, και γεμάτος Αλήθεια, με την οποία μας φωτίζει και μας διδάσκει)» [Ιω. 1,14]. Ο Απόστολος Πέτρος σαφέστατα το μαρτυρεί αυτό λέγοντας: «Οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἐξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἀλλ’ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητας(:Πρέπει να θυμάστε πάντοτε τις αλήθειες αυτές. Διότι εγώ και οι άλλοι Απόστολοι δεν βασιστήκαμε σε μύθους φτιαγμένους με φαινομενική σοφία, αλλά σας γνωστοποιήσαμε τη δύναμη και τη μελλοντική ένδοξη παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, επειδή είδαμε με τα μάτια μας τη μεγαλειότητα Εκείνου στη Μεταμόρφωσή Του)» [Β΄ Πέτρ. 1,16]· και δόξα και τιμή το ονομάζει στα επόμενα· λέγει: «Λαβὼν παρὰ Θεοῦ Πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν, φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιάσδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς αὐτῷ δόξης (:Διότι εκεί στη Μεταμόρφωση ο Κύριος πήρε από τον Θεό Πατέρα τιμή και δόξα, όταν ακούστηκε γι’ Αυτόν από την ένδοξη μεγαλοπρέπεια του Θεού Πατρός μια τέτοια φωνή: ‘’Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον Οποίο Εγώ ευαρεστήθηκα’’)» [Β΄ Πέτρ. 1,17].

      Βλέπεις ότι και τον Πατέρα τον ονομάζει «δόξα» ως πηγή και αρχή της δόξης, και τον Υιό «Βασιλέα της δόξης», αλλά και ο Απόστολος Παύλος «απαύγασμα της δόξης» τον ονομάζει: «Ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης(:Αυτός υπήρχε πριν από τη δημιουργία και ήταν λαμπρή ακτινοβολία της ένδοξης φύσεως του Πατρός. Ήταν φως εκ φωτός και συνάναρχος με τον Πατέρα, αφού ο Πατήρ πάντοτε ακτινοβολούσε και ποτέ δεν υπήρξε σβησμένος ήλιος)» [Εβρ. 1,3]. Και τούς ονομάζει με το ίδιο όνομα της Χάριτος και την υπόσταση, όπως και τα διάφορα ενεργήματα του Πνεύματος «Πνεύμα» τα ονομάζει, και πνεύμα και την υπόσταση αυτού του θείου Πνεύματος, από την οποία πηγάζουν τα χαρίσματα.

    Κοινή, λοιπόν, είναι η δόξα της Τριάδος, επειδή και «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ (:Άγιος, Άγιος, Άγιος είναι ο Παντοκράτωρ Κύριος, γεμάτη είναι όλη η γη από την δόξα Του)» [Ησαΐας 6,3]· μία και η θεότης της Τριάδος, επειδή θεοί είναι όσοι από αυτήν θεούνται. Γι’ αυτό και λέγεται: «Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν (: Ο Θεός στάθηκε μέσα σε σύναξη κριτών και αρχόντων, τους οποίους εγκατέστησε ως αντιπροσώπους Του και τους περιέβαλε με το θείο κύρος στην απονομή της δικαιοσύνης)» [Ψαλμ. 81,1]· μία και η λαμπρότητα της Τριάδος, για την οποία εύχεται ο Δαβίδ: «Καὶ ἔστω ἡ λαμπρότης Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐφ’ ἡμᾶς (: Ας είναι πάνω μας λαμπρή η δόξα της εύνοιας, της χάριτος και της καλοσύνης του Κυρίου και Θεού μας)» [Ψαλμ. 89,17]· και «ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου (:μέσα στη λαμπρότητα των αγίων Σου)» [Ψαλμ. 109,3].

    Βλέπε, λοιπόν, ότι και στον Θεό υπάρχει λαμπρότητα και στους αγίους. «Ἐκάλεσε γὰρ ὑμᾶς πρὸς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς (:Διότι σας κάλεσε από το σκοτάδι της πλάνης και της αμαρτίας στη νέα φωτεινή και θαυμαστή πνευματική ζωή Του)» [Α΄ Πέτρ. 2,9], λέγει ο Απόστολος Πέτρος. Και άλλος θεολόγος διδάσκει γι’ αυτήν λέγοντας: «Λαμπρότητα Θεοῦ καὶ ἰδὼν αὐτὸς καὶ παθών (:Αφού είδε ο ίδιος τη λαμπρότητα (:τη δόξα) του Θεού και αφού ο ίδιος την βίωσε εμπειρικά)». Και οι ποιμένες πριν από αυτόν τον είδαν· λέγει: «Δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς (:Και τους περικύκλωσε ένα φως λαμπρό, θείο και υπερφυσικό που άστραφτε και λαμποκοπούσε)» [Λουκ. 2,9]. Αυτή και τους Αγγέλους τους κάνει φωτεινούς. Λέγει: «Ὁ ποιῶν τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα (:Εσύ που έπλασες τους αγγέλους Σου τόσο ταχείς και αιθέριους σαν τους ανέμους· και τους άυλους λειτουργούς Σου, που σε υπηρετούν, δραστήριους και λαμπερούς σαν την πύρινη φλόγα)» [Ψαλμ. 103,4]. Και: «Ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπή, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών (:Το εξωτερικό Του σχήμα και το πρόσωπό Του ήταν λαμπερό σαν αστραπή, και το ένδυμά Του ολόλευκο σαν το χιόνι)» [Ματθ. 28,3].

      Αυτός, όμως, πολύ περισσότερο εξέλαμψε, αφού έλαβε σάρκα και όσο ήταν δυνατό να Τον ιδούν οι μαθητές, έτσι εφάνηκε επάνω στο όρος. Λέγει: «Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ λίαν ὡς χιών (:Και έγινε το πρόσωπό Του λαμπρό σαν τον ήλιο, και τα ενδύματά Του λευκά σαν το φως)» [Ματθ. 17,2]. Άλλος πάλι Ευαγγελιστής λέγει: «τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς»[Ματθ.17,2]· διότι είπαμε, όχι όπως ήταν, αλλά όπως μπορούσαν να Τον ιδούν, τους εμφανίσθηκε. Και τους Αγγέλους στο μνήμα πάλι φωτεινούς τους είδαν οι θείες γυναίκες, όμοια και ο Πέτρος στην φυλακή.

      Αλλά στους μεν Αγγέλους κατά μετοχή είναι το φως, γι’ αυτό και «δεύτερα φώτα» λέγονται και «λειτουργοί της πρώτης λαμπρότητας», όπως είπε κάποιος από τους θεολόγους· ο Κύριος όμως, όντας φως αληθινό, είχε την λάμψη εκ φύσεως, για την οποία και ο Δαβίδ εύχεται λέγοντας: «Ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου (:Στείλε μου το χαρμόσυνο φως Σου να με επισκεφθεί, να με βοηθήσει και να με βγάλει από το σκοτάδι της δυστυχίας μου. Δείξε μου πόσο αληθινά είναι τα λόγια Σου, τηρώντας αδιάψευστα όσα μου υποσχέθηκες)» [Ψαλμ. 42,3]· και αλλού το ονομάζει και «φωτισμό του προσώπου του Θεού». Για τον φωτισμό στους δικαίους λέγει: «Ἐξανέτειλεν ἐν σκότει φῶς τοῖς εὐθέσιν (: Στους ειλικρινείς και δίκαιους ανθρώπους, ακόμη κι αν ζουν μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας ή των θλίψεων, φως θα ανατείλει και θα λάμψει στη ζωή τους, το φως της γνώσεως και της παρηγοριάς του Θεού)» [Ψαλμ. 111,4]. Γι’ αυτό το φως και γι’ αυτήν την θεία και αΐδια λαμπρότητα όλος ο χορός των αγίων αγωνίσθηκε και απόλαυσε και εδώ, όσο ήταν δυνατό, τους αρραβώνες αυτού του φωτισμού και της ελλαμψέως.

     Γνώριζαν και αυτοί να εύχονται με τον Δαβίδ: «Σὺ φωτιεῖς λύχνον μου, Κύριε ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τὸ σκότος μου (:Εσύ, Κύριε, θα φωτίζεις το λυχνάρι της υπάρξεώς μου με το λάδι των ευλογιών Σου, της ευημερίας και της χαράς. Εσύ θα φωτίζεις και θα διώχνεις από τον δρόμο της ζωής μου το σκοτάδι της συμφοράς, της πλάνης και του θανάτου)» [Ψαλμ. 17,29], ο οποίος, αφού φωτίσθηκε από αυτό και γέμισε από ευφροσύνη, έλεγε: «Φῶς ἀνέτειλε τῷ δικαίῳ, καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ εὐφροσύνη (:Με την έλευση του Θεού φως ανέτειλε στη ζωή των δικαίων· φως χαριτωμένης και ευτυχισμένης ζωής. Και ευφροσύνη ήρθε σε αυτούς που έχουν ειλικρινή καρδιά)» [Ψαλμ. 96,11], από την οποία, όπως έλεγε, «χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου (:θα χορταίνω όταν ακατάπαυστα θα βλέπω και ακόρεστα θα απολαμβάνω την δόξα του θείου προσώπου Σου)» [Ψαλμ. 16,15]. Μάλιστα επειδή έλαβε ως θεοπάτορας τους αρραβώνες, προκήρυττε για την δόξα και λαμπρότητα του Χριστού, δια της οποίας και εμείς αξιωθήκαμε να γινόμαστε υιοί φωτός και τέκνα φωτός. Γι’ αυτό «υιούς φωτός» οι θεολόγοι μας αποκαλούν αυτό το φως και παράκληση και χάρη και βασιλεία και αρραβώνα και απαρχή του μέλλοντος αιώνος ονόμασαν αυτό το Φως.

     Δεν απόλαυσαν, όμως, αισθητά αυτό το Φως, επειδή δεν είναι αίσθησις η θεία εκείνη λάμψις, αλλά επειδή εμείς είμαστε διπλοί και είναι αληθινή η λάμψη εκείνη, η οποία προέρχεται από τον Ήλιο της δικαιοσύνης και η αστραπή της θεότητος είναι νοητή, και νοητά εκλάμπει σε εμάς εκ Πνεύματος Αγίου, γι’ αυτό δεν λαμπρύνει μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα. Και αυτό το έδειξε αρχικά ο Μωυσής, όπως είπαμε, κατόπιν και αυτή η αλήθεια, η πηγή εκείνη της λάμψεως, ο Ιησούς Χριστός ο Θεός μας, έπειτα ο πρώτος, ο οποίος άθλησε γι’ αυτό, ο μέγιστος Στέφανος.

     Μετά από αυτόν και ο θειότατος Παύλος, ο οποίος, όσο δεν ήταν ακόμη καθαρός, βλέποντας αυτό, τυφλώθηκε, έως ότου καθαρίσθηκε με το βάπτισμα· από τότε έχοντας αυτό το θείο φως στον εαυτό του, διαθερμαινόταν και έλεγε: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; (:Ποιος, λοιπόν, θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη αυτή που μας έχει ο Χριστός;)» [Ρωμ. 8,35] και «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν (:επειδή είμαστε υιοί του επουρανίου Πατρός, γι’ αυτό απέστειλε ο Θεός στις καρδιές μας το Πνεύμα του Υιού Του)» [Γαλ. 4,6] και: «εἴ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (:Ο άνθρωπος που δεν έχει μέσα του Πνεύμα Χριστού, δεν ανήκει στον Χριστό)» [Ρωμ. 8,9], εννοώντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι κοινή της Τριάδος.

      Και ο  Απόστολος Πέτρος βλέποντας αυτό το φως στην φυλακή ενισχύθηκε και έπεσαν οι αλυσίδες από αυτόν. Όμοια και πολλοί άλλοι από τους θείους μαθητές απόλαυσαν αυτόν τον φωτισμό· και ο Λουκάς και ο Κλεόπας έλαβαν την θέρμη του φωτός εκείνου και «ἡ καρδία αὐτῶν ἦν καιομένη ἐν αὐτοῖς»[βλ. Λουκά 24,32: «Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς; (:Είπαν τότε ο ένας στον άλλο: ‘’Η καρδιά μας δεν αισθανόταν μέσα μας την πνευματική φλόγα του θείου ζήλου και της αγάπης προς τον Χριστό και δεν ζεσταινόταν από τη θερμότητα του φωτός της θείας αλήθειας, όταν μας μιλούσε στον δρόμο και μας εξηγούσε τις Γραφές; Πώς δεν μπορέσαμε, λοιπόν, να Τον αναγνωρίσουμε αμέσως;’’)»], επειδή το αληθινό Φως, αυτό το Ίδιο, πυρ ήλθε να βάλει στην γη, για το οποίο και έλεγε: «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη; (:Ο καιρός αυτός δεν είναι καιρός για ασύδοτη ζωή και για ύπνο, και για να περνούν οι δούλοι μου ξένοιαστα τις ημέρες τους. Ήλθα να βάλω φωτιά στη γη. Ήλθα, δηλαδή, να ανάψω την πυρκαγιά, που μέσα στις καλοπροαίρετες καρδιές θα δημιουργήσει φλογερή αγάπη και ζήλο για τον Θεό˙ στους κακοπροαίρετους, όμως, και δύστροπους ανθρώπους θα διεγείρει φανατικό μίσος. Κι έτσι θα χωριστούν οι πιστοί από τους απίστους. Τη φωτιά του πνευματικού, αυτού, πολέμου ήλθα να ρίξω απ’ τον ουρανό στη γη. Και τι άλλο περισσότερο θέλω, εάν τώρα άναψε κιόλας η φωτιά αυτή;)» [Λουκ. 12,49].

     Και ο Δαβίδ από αυτό το φως θερμαινόμενος έλεγε: «Ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ (:Πυρακτώθηκε μέσα μου η καρδιά και άναψε φωτιά στα σωθικά μου, καθώς σκεφτόμουν τη φαινομενική εγκατάλειψη των δικαίων και την ευημερία των ασεβών. Και οι φλόγες της φωτιάς αυτής θέριεψαν και οι απορίες που βασάνιζαν την καρδιά μου πολλαπλασιάστηκαν)» [Ψαλμ. 38,4].

       Ο Μέγας Αντώνιος πάλι όταν είδε αυτό το φως, παρηγορήθηκε στο μνήμα και φώναζε προς τον Θεό: «Και πού ήσουν προηγουμένως;», όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος στον βίο του. Και πολλοί άλλοι από τους αγίους, που ήσαν ασφαλισμένοι στο σκότος των φυλακών, αξιώθηκαν αυτής της χάριτος, ως υιοί φωτός, που ήσαν και ως θεούμενοι εκ Θεού, βλέποντας πάντοτε τον Θεό στις προσευχές και γινόμενοι θεοί κατά χάριν, επειδή όλοι τους μετέχουν από την θεία χάρη, επειδή τους υποσχέθηκε ο Χριστός να κατοικήσει μέσα τους· και το πνεύμα αυτού ενοικεί σε εμάς[πρβ Ρωμ.8,9: «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν»]. Λέγει και ο  Απόστολος Παύλος: «Οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὑμῖν ἐστιν; εἰ μὴ τι ἀδόκιμοί ἐστε (:Δεν γνωρίζετε καλά τους εαυτούς σας, ώστε να ξέρετε ότι, όταν βρίσκεστε στην πίστη, είναι ο Χριστός μέσα σας; Εκτός εάν δεν ζήσατε μέσα σας τον Χριστό κι είστε γι’ αυτό άξιοι αποδοκιμασίας)» [Β΄ Κορ. 13,5] και «Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν, κρᾶζον Ἀββᾶ ὁ Πατήρ (:Απέστειλε ο Θεός στις καρδιές σας το Πνεύμα του Υιού του, το Οποίο σας δίνει την πληροφορία και την παρρησία να απευθύνεστε στον Θεό με την κραυγή και την επίκληση ‘’Αββά’’, δηλαδή, ‘’Πατέρα’’)» [Γαλ. 4,6].

    Κατοικεί, όμως, ο Χριστός μαζί με τον Πατέρα και με το Άγιο Πνεύμα και μένει σε εμάς όχι καθ’ υπόστασιν, αλλά κατά χάριν και ο  Απόστολος Παύλος φωνάζει: «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (:Η χάρις που δίνει ο Κύριος Ιησούς Χριστός και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η συμμετοχή στις δωρεές του Αγίου Πνεύματος)» [Β΄ Κορ. 13,13]· και σχεδόν σε κάθε επιστολή λέγει: «Χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ Πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ (:Η χάρις και η ειρήνη που προέρχεται από αυτήν να σας δοθούν από τον Θεό Πατέρα και τον Κύριο Ιησού Χριστό)» [Β΄ Κορ. 1,2], και: «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ’ ὑμῶν (:Σας εύχομαι η χάρις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας)» [Α΄ Κορ. 16,23]. Και στις «Πράξεις» λέγει: «Καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (: Και θα λάβετε τη δικαίωση και τον αγιασμό, τα οποία παρέχει το Άγιο Πνεύμα ως δωρεά σε αυτούς που βαπτίζονται)» [Πράξ. 2,38].

     Λοιπόν δωρεά και χάρη της Αγίας Τριάδος λαμβάνουμε και όχι φύση, ούτε τις υποστάσεις, ούτε μία από τις τρεις υποστάσεις, αλλά μόνο το θείο πρόσλημμα, το σώμα δηλαδή το ανθρώπινο, το οποίο προσέλαβε ο Χριστός· μόνον αυτό, λέγω, ενώθηκε υποστατικά με τον Θεό Λόγο και αδιαιρέτως και ασυγχύτως και  «ἐν αὐτῷ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς (:μέσα στον Χριστό κατοικεί ολόκληρη η θεότητα σωματικώς, δηλαδή μέσα στο σώμα και την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε με τη σάρκωσή Του)»[Κολ.2,9]· και ημείς εκ του πληρώματος λαμβάνουμε χάρη ανάλογα με την αξία μας.

     Από αυτό το θείο πλήρωμα, σαν από μία πηγή, ποτίζονται όλοι οι του Χριστού και μάλιστα από αυτήν την λαμπηδόνα παρηγορούνται εκείνοι, οι οποίοι αγωνίζονται γι’ Αυτόν και πάσχουν, και βρίσκονται σε φυλακές και σκότη· γι’ αυτό και ο Δαβίδ λέγει: «Κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν μου ἐν τῇ καρδίᾳ μου αἱ παρακλήσεις σου εὔφραναν τὴν ψυχήν μου (: Κύριε, ανάλογες με τις θλίψεις μου ήταν και οι παρηγοριές που μου χάρισες. Ανάλογες με το πλήθος των πόνων που έσχιζαν την καρδιά μου ήταν και οι παρηγοριές Σου, που γέμισαν με ευφροσύνη την ψυχή μου)»[Ψαλμ.93,19]. Όλοι όσοι μιμούνται στην ζωή τον Χριστό ως καθαροί στην καρδία, βλέπουν τον Θεό, όχι όπως είναι στην φύση Του -διότι «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε (:τον Θεό δεν Τον έχει δει κανείς ποτέ)»[Ιω.1,18]- αλλά κατά χάριν.

     Βλέπεις την κοινή χάρη της Αγίας Τριάδος; «Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ (:Απέστειλε ο Θεός στις καρδιές σας το Πνεύμα του Υιού Του)» [Γαλ. 4,6], και «ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν (:από τον ανεξάντλητο πλούτο της τελειότητος και των δωρεών Του πήραμε όλοι εμείς)»[Ιω. 1,16]. Και τι ελάβαμε; «Χάριν ἀντὶ χάριτος(:Πήραμε τη μία χάρη πάνω στην άλλη. Μετά τη χάρη της αφέσεως των αμαρτιών μας, λάβαμε και τη χάρη της υιοθεσίας και της μακαρίας ζωής. Και ολοένα δεχόμαστε νέα υπεράφθονη χάρη πάνω σε εκείνη που προηγουμένως λάβαμε)» [Ιω. 1,16]. Λέγει: «Ἐπὶ τὰ ἔθνη ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκέχυται (:Στους εθνικούς πλούσια η δωρεά του Αγίου Πνεύματος έχει εκχυθεί)» [Πράξ. 10,45] και: «Ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν Ἀββᾶ ὁ Πατήρ (:Λάβατε από το Άγιο Πνεύμα φρόνημα και διάθεση κατά χάριν υιών του Θεού. Με το θάρρος μάλιστα που μας εμπνέει το φρόνημα αυτό φωνάζουμε στον Θεό με πόθο και παρρησία: ‘’Αββά, Πατέρα μου’’)» [Ρωμ. 8,15].

     Αυτό, λοιπόν, το «Ἀββᾶ» σημαίνει «Πατέρα», επειδή γεννηθήκαμε εμείς υιοί κατά χάριν, υιοθετηθήκαμε από τον Πατέρα δια του μονογενούς Αυτού Λόγου, ο Οποίος έλαβε σάρκα «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Σε κάθε, λοιπόν, μέρος της Παλαιάς και της νέας Γραφής γίνεται λόγος έτσι για την χάρη του Θεού, η οποία αφού εκχύθηκε πλουσίως με την οικονομία του Λόγου, γέμισε όλο τον κόσμο· γι’ αυτό και η οικονομία του Λόγου Χάρις ονομάζεται.

      Αλλά αυτοί που είναι στερημένοι της χάριτος, ως ανάξιοι αυτής, αθετούν την δωρεά και την ενέργεια του Πνεύματος, όντες σκοτεινοί και στερημένοι του φωτός, και άγευστοι της θείας γλυκύτητος του φωτισμού· γι’ αυτό και απιστούν μη γνωρίζοντας αυτό και βλασφημούν ως αντίθεοι. Και ποιος θα τους αναγγείλει την γλυκύτητα του θείου φωτός, αφού δεν την δοκίμασαν ή, για να το πούμε καλύτερα, είναι πλανεμένοι και βρίσκονται στο σκότος και συζούν με τους ζοφερούς και πονηρούς δαίμονες και είναι προσκολλημένοι όλους δι’ όλου σε αυτήν την αισθητή και μάταιη ζωή και ματαιοπονούν στην θεωρία των φαινομένων και αλλοιουμένων κτισμάτων, «καὶ ἐλάτρευσαν –όπως είπε ο Απόστολος Παύλος- τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα (:απέδωσαν τον σεβασμό της καρδιάς τους και την εξωτερική λατρεία τους στην κτίση, αντί να σέβονται και να λατρεύουν Εκείνον που την δημιούργησε)» [Ρωμ. 1,25].

      Και θεωρώντας μεγάλο πράγμα την θεωρία των κτισμάτων, λέγουν ότι δεν έχει κάτι θείο η πίστις, αλλά βασίζονται μόνο στην γνώση της ματαιότητος και φρονούν ανόητα ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο ανώτερο και υψηλότερο από την αίσθηση και από τον ανθρώπινο νου, μιμούμενοι τους ανόητους δαίμονες, οι οποίοι είναι χωρισμένοι από την νοητή ακτίνα του Θεού και από την ανέκφραστη θεία λαμπρότητα και σκοτεινοί και περιφέρονται μόνο γύρω από τον αέρα και την γη ανόητα και υπερήφανα.

     Γι’ αυτό κινούμενοι μόνο στα φαινόμενα αυτά και περιγραπτά και κινούμενα τοπικά ή φανταστικά με τα μαθήματα, δεν νομίζουν οι άθλιοι ότι υπάρχει κάτι άλλο υψηλότερο από αυτόν τον περιγραπτό νου μας και από την αίσθηση και δογματίζουν ως μία έντεχνη μαθηματική, την υπέρλογη και σύμφωνα με την πίστη ευσέβεια, που προέρχεται μόνο με την χάρη του Θεού· και όποιον δεν γνωρίζει κινήσεις αστέρων και λογικές μεθόδους και αριθμούς και θέσεις σχημάτων, λέγουν ότι δεν γνωρίζει Θεό, αθετώντας γενικά οι μάταιοι την απλότητα του κηρύγματος, με το οποίο μώρανε ο Θεός την σοφία αυτού του κόσμου.

      Αλλά εμείς πιστεύουμε ότι όλο το σύστημα των αγίων με την πίστη τελειώθηκε και σώθηκε· ο Άβελ με την πίστη άθλησε· ο Ενώχ με την πίστη μετατέθηκε· ο Νώε με την πίστη έκανε την Κιβωτό και με αυτή σώθηκε· ο Αβραάμ πίστευσε στον Θεό και με την πίστη είδε τον Θεό· όμοια ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, ο οποίος μάλιστα και καθαρότερα είδε τον Θεό, όταν είδε την κλίμακα στην οποία στηριζόταν ο Κύριος και πάλευε με τον Άγγελο, ο οποίος έλεγε ότι είναι Θεός των πατέρων του. Και Αυτός ήταν ο Λόγος, ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής, για την ιδική μας σωτηρία. Και ο Μωυσής είδε τον Θεό στο πυρ της Βάτου και στον γνόφο και με το φως στο Σιναίο όρος και κατελάμπετο. Και ο Ησαΐας επάνω στον θρόνο της δόξας είδε τον Θεό, όμοια και ο Ιεζεκιήλ και ο Δανιήλ και μαζί με αυτούς και οι υπόλοιποι με την πίστη είδαν τον Θεό.

      Οι δε Απόστολοι είναι φανερό ότι με την πίστη υπηρέτησαν τον σαρκωθέντα Θεό, και αφού ονομάσθηκαν «φως του κόσμου» από το αληθινό φως, είδαν με πίστη το φως Αυτού αρχικά στο όρος το άγιο, ύστερα και σε γλώσσες πύρινες στο ανώγειο και το περιέφεραν μαζί τους σε κάθε μέρος. Όμοια και όλοι οι χοροί των αγίων το είδε καθένας, όσο ήταν δυνατό σε κάθε ένα από αυτούς. Αφήνω για να αναφέρω ξεχωριστά τους αγίους διδασκάλους και τους Πατέρες, για να μην προξενήσω κόπο και βάρος σε αυτόν τον λόγο. Είναι αρκετά τα των Προφητών και Αποστόλων ως θεμέλια της ευσεβείας, για να αποδείξουν φανερά την αλήθεια.

    Γι’ αυτό και εμείς μπορούμε να πούμε, σύμφωνα με τον Παύλο, ότι «ἐν πίστει περιπατοῦμεν (:τη ζωή αυτήν την διανύουμε με πίστη, χωρίς να βλέπουμε κατά πρόσωπον τον Κύριο)» [Β΄Κορ. 5,7] και ότι «τὰ τῆς πίστεως ἐν ἀρραβῶνι λαμβάνομεν (:όσα απορρέουν από την πίστη τα λαμβάνουμε στην παρούσα ζωή ως προκαταβολή και εγγύηση)»· λέγει πάλι ο Παύλος: «Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον (:Διότι τώρα βλέπουμε σαν μέσα από μεταλλικό καθρέφτη θαμπά και με τόση ατέλεια, ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα που δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Τότε, όμως, θα δούμε φανερά και καθαρά, διότι θα δούμε κατευθείαν πρόσωπο με πρόσωπο)» [Α΄ Κορ. 13,12].

      Λοιπόν,  ας καταισχυνθούν και ας γεμίσουν από σκότος, όσοι δεν δέχονται το φως, ούτε αισθάνονται την χάρη, επειδή είναι αδόκιμοι· εμείς, όμως, επειδή λάβαμε από το θείο πλήρωμα «χάριν αντί χάριτος», ανυμνούμε τον Ιησού τον Χριστό, το φως το αληθινό, «ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον (:το απολύτως τέλειο φως, η μοναδική πηγή του φωτός, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο)»[Ιω.1,9], όπως έχει γραφεί: «ᾧ πρέπει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας(:στον Οποίο αρμόζει η δόξα στους αιώνες)». Αμήν.

       ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

         επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Τα Άπαντα, έκδοσις Συνοδεία Σπυρίδωνος ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη-Άγιο Όρος, 2022, σελίδες 85 - 93.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.



 

Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, Κατά πασών των αιρέσεων: Περί των Λατίνων

AΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

       ΚΑΤΑ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ  (επιλεγμένα αποσπάσματα)

ΚΛΗΡ. […] Αρκετά διδαχθήκαμε, άγιε δέσποτα, και τον λόγο γι’ αυτό· υπολείπεται τώρα να μάθουμε και ποια άραγε αίρεσις αναβλάστησε στην εκκλησία, ύστερα από την Ζ΄ (:εβδόμη) Οικουμενική  Σύνοδο, και ποια φθορά προξένησε και πώς πρέπει να απολογούμαστε στους κυριευομένους από αυτήν την αίρεση.

ΑΡΧ. Και τους προηγουμένους λόγους, αδελφέ, δεν τους είπαμε από τον εαυτό μας, αλλά από όσα είχαμε ακούσει από Αγίους Πατέρες και από αυτούς μερικά, διότι ούτε σκοπό έχουμε να πούμε για όλα, ούτε δύναμη έχουμε ικανή γι’ αυτό· θαρρώντας, όμως, στον Θεό, για να αναπαύσουμε το ζήτημά σας ερχόμαστε να μιλήσουμε και γι’ αυτό το οποίο είναι πάνω από τη δύναμή μας.

               ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ

    ΑΡΧ. Ύστερα, λοιπόν, από την έβδομη Σύνοδο δεν έγινε καμία άλλη Οικουμενική εκτός της λεγομένης ογδόης, την οποία και οι Λατίνοι αναφέρουν και τα πρακτικά αυτής της Συνόδου εν μέρει είναι φανερά και παραδεδομένα, στα οποία μπορεί να μάθει κανείς ακριβέστερα και για τον νεωτερισμό των Λατίνων και πώς η Σύνοδος αυτή αναθεμάτισε εκείνους, που τολμούν να πουν, ότι το θείο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, και μας παρέδωσε να φυλάγουμε με κάθε τρόπο απαρασάλευτα τα του ιερού συμβόλου.

    Αλλά δεν γνωρίζω πώς οι Λατίνοι τα περιφρόνησαν αυτά. Νομίζω ότι αυτό το έπαθαν από υπερηφάνεια και αλαζονεία, τα οποία προηγουμένως ετάραξαν και εκείνους που πριν ήσαν Άγγελοι και έγινε αυτό πρόξενος αιτίας θανάτου στους αρχηγούς των προγόνων μας. Αυτά, λοιπόν, έγιναν αιτία του σχίσματος στην των Λατίνων εκκλησία, η οποία προηγουμένως μεν δόξαζε και ακολουθούσε καλά το Ιερό Σύμβολο (της Πίστεως) και τις παραδόσεις των Αποστόλων και Πατέρων και ήταν η πρώτη· διότι δεν κρύβουμε την αλήθεια, αλλά ιδιαιτέρως επιθυμούμε πάλι να έχουμε αυτήν πρώτη, εάν μόνον φύλαγε καθαρό και ακηλίδωτο τον χαρακτήρα της ορθοδόξου πίστεως· τώρα, όμως, αφού καταφρόνησαν τα πάντα, ούτε το «Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος(:Αν κανείς θέλει να είναι πρώτος στην τιμή, οφείλει με την ταπείνωσή του προς τους άλλους να γίνει τελευταίος απ’  όλους και υπηρέτης όλων με την άσκηση της αγάπης)» [Μάρκ. 9,35] στοχάζονται, ούτε το «Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται (:Όποιος υψώνει μόνος του τον εαυτό του θα ταπεινωθεί)» [Λουκ. 14,11], αλλ’ αυτοί οι πιστοί του Χριστού, αφού πόθησαν και αναζήτησαν τα των Ελλήνων, επειδή θεώρησαν τους εαυτούς τους σοφούς και νόμισαν ότι είναι σοφότεροι από τους άλλους αδελφούς, όπως λέγει ο Παύλος, θεωρώντας τον εαυτό τους σοφό, έπεσαν «πτῶμα χαλεπόν».

     Και βρίσκονται σε χαλεπό πτώμα (αλίμονο!) πάσχοντες από αλαζονεία, που είναι νόσος ανίατος και πολύ δύσκολη, ώστε ούτε με την μετάνοια να θεραπευθούν, ούτε να πεισθούν και να υποταχθούν στο θείο Σύμβολο, το οποίο το συνέθεσαν οι Πατέρες δια του θείου Πνεύματος, αλλά θέλουν και προθυμοποιούνται να ελκύσουν και εμάς στην γνώμη τους και, ενώ καυχώνται στην εξουσία του μεγάλου αποστόλου Πέτρου, βαίνουν εναντίον της μετανοίας του Πέτρου, ο οποίος, όπως φαίνεται, γι’ αυτό προπάντων έγινε διδάσκαλος στην Ρώμη και πρώτος ποιμένας, για να διδάξει την επιστροφή και την μετάνοια, δίνοντας τον εαυτό του παράδειγμα· επειδή και αυτός ο ίδιος, αφού πολύ υψώθηκε από την καύχηση και την αλαζονεία, γι’ αυτό εξέπεσε και αθέτησε την ομολογία την οποία προηγουμένως ομολόγησε, και δεν βρήκε με άλλον τρόπο την διόρθωση, αλλά με την μετάνοια.

    Και σκέπτομαι ότι προφητικά λέχθηκε προς αυτόν, και το «Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον, ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ, ἵνα μὴ ἐκλείπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου (:Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς, όπως άλλοτε για τον Ιώβ, έτσι και για σας τώρα ζήτησε να σας ταράξει και να σας κλονίσει,  όπως κοσκινίζει και σείεται το σιτάρι μέσα στο κόσκινο. Εγώ όμως προσευχήθηκα για σένα και παρακάλεσα να μη χάσεις την πίστη σου. Κι εσύ, όταν κάποτε επιστρέψεις με τη μετάνοια και αποκατασταθείς στο αξίωμά σου, γίνε στους αδελφούς σου υπόδειγμα μετανοίας και πίστεως, ώστε κι αυτοί να στηρίζονται και να παρηγορούνται τόσο με τα λόγια σου, όσο και με το παράδειγμά σου)» [Λουκ. 22,32], το οποίο και τότε συνέβη σε αυτόν, διότι μετά την άρνηση επέστρεψε και με την επιστροφή του πολλούς στήριξε. Εύχομαι και σήμερα να συμβεί αυτό με την φιλανθρωπία του Χριστού και με τις ευχές του Πέτρου· και όπως ο Πέτρος, έτσι και οι δυτικοί αυτοί να επιστρέψουν με την ταπείνωση και με την θερμή ομολογία στην Ορθοδοξία και σύμφωνα με την αγάπη και την θερμή πίστη του Πέτρου να στηρίζουν τους αδελφούς με ειρήνη και αγάπη και με την καλή ομολογία του ορθοδόξου Συμβόλου των Πατέρων.

    Αλλά ο μεν Πέτρος με την μετάνοια, με τα δάκρυα, όπως είπαμε και με την τριττή ομολογία της αγάπης του προς τον Χριστό, όχι μόνον στον χορό των Αποστόλων πάλι συναριθμήθηκε, αλλά και κορυφή τους αποδείχθηκε και ποιμένας της ποίμνης του Χριστού χειροτονήθηκε. Οι Λατίνοι, όμως, επαιρόμενοι ότι έχουν ως κορυφή τον Πέτρο και κομπάζοντες, έγιναν αίτιοι βλάβης εναντίον των άλλων και του εαυτού των στην Εκκλησία του Χριστού, με την αποστασία των ορθών δογμάτων. Γι’ αυτό και έγιναν αίτιοι βλάβης στην Εκκλησία του Χριστού, περισσότερο από όλους εκείνους, που κατά καιρούς κινήθηκαν εναντίον της· διότι έσχισαν και διαίρεσαν τα μέλη του Χριστού, και έδωσαν τώρα τόσα χρόνια μυρίες αφορμές σκανδάλων σε όλους τους αδελφούς, που είναι αγορασμένοι με το Θείο Αίμα του Χριστού.

                          KΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄

  ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΑ, ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΥΝ ΟΙ ΛΑΤΙΝΟΙ

ΚΛΗΡ. Ποια είναι τα κυριότερα στα οποία συνίσταται η καινοτομία των Δυτικών, για τα οποία αποσχίσθηκαν από την καθολική του Χριστού Εκκλησία;

ΑΡΧ. Πρώτα είναι τούτο, ότι έβαλαν προσθήκη στο Ιερότατο Σύμβολο, το οποίο οι Πατέρες το εξασφάλισαν, ώστε ούτε να προσθέσει κανείς σε αυτό, ούτε να αφαιρέσει. Στην συνέχεια, όμως, καινοτόμησαν και άλλα πολλά εκτός της αρχαίας συνήθειας της Εκκλησίας, επειδή προσφέρουν στα Μυστήρια άζυμα για θυσία, πράγμα που κάνουν οι Ιουδαίοι, καταλύουν, όπως ακούμε, τις νηστείες τις παραδεδομένες από τους Αποστόλους και τους Πατέρες, της Τετράδος δηλαδή και των δύο πρώτων ημερών της Αγίας Τεσσαρακοστής, όμοια και μερικές άλλες παραδεδομένες νηστείες, έξω από την τάξη την χριστιανική, και αντίθετα με τον λόγο των Αγίων Πατέρων μας, για τις οποίες νηστείες και ο Αποστολικός Κανών παραγγέλλει και όλος ο χορός των αγίων τις δίδαξε.

      Νηστεύουν ακόμη κάθε Σάββατο παρά τον Κανόνα και τούτο τον Αποστολικό και παρά τις νομοθεσίες των Πατέρων. Επειδή αυτοί σε ένα μόνο Σάββατο, το Μέγα δηλαδή, παραγγέλλουν να νηστεύουμε και σε κανένα άλλο· διότι αυτό είναι ημέρα ευχαριστίας προς τον Θεό για την δημιουργία, όπως η Κυριακή είναι της Αναστάσεως και είναι και προοίμιο όντως της Αναστάσεως το Σάββατο, επειδή κατέβηκε αυτή την ημέρα με την ψυχή ο Σωτήρας μας κάτω στον άδη και μας χάρισε την ελευθερία και την ανάσταση, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνοντας και η Εκκλησία επιτελεί κάθε Σάββατο τα υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων ψυχωφελή μνημόσυνα. Νεωτερίζουν και στις χειροτονίες και δεν ακολουθούν ούτε σε αυτές τις παραδόσεις των Αποστόλων και των Πατέρων· διότι αυτοί μάς παρέδωσαν να χειροτονούμε όχι δια χρίσματος, αλλά δια της επιθέσεως των χειρών, όπως και ο διάδοχος των Αποστόλων, ο πολύς περί τα θεία Διονύσιος(:ο Αρεοπαγίτης), διαλαμβάνει γι’ αυτό.

    Αλλά ούτε αυτή την ιερουργία διαφυλάσσουν αμώμητη, αλλά την εκτελούν και αυτήν αντίθετα με την παράδοση. Πρώτον μεν, διότι προσφέρουν άζυμα, όπως και οι Ιουδαίοι πρόσφεραν και εόρταζαν· σε εμάς, όμως, τα πάντα είναι καινά, και η παράδοση μάς διδάσκει να προσφέρεται τέλειος άρτος· επειδή και ο Άρτος της ζωής μας, ο του Θεού Λόγος, τέλειος χαρίζεται, αφού ενωθεί με αυτό το μίγμα του σώματός μας, όντας τέλειος Θεός και γενόμενος τέλειος άνθρωπος. Γι’ αυτό και παρομοιάζει ο Σωτήρας την Βασιλεία Του και οικονομία με ζύμη λέγοντας: «Ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ζύμῃ(:Η Βασιλεία των Ουρανών και το κήρυγμά της μοιάζει με προζύμι)» [Ματθ. 13,33].

     Δεύτερον δε, επειδή ούτε συλλειτουργούν οι Λατίνοι, ούτε από το ίδιο ποτήριο και άρτο κοινωνούν τους λαϊκούς, όπως κάνει η Εκκλησία μας όπως παρέλαβε, αλλά σύμφωνα με άλλη συνήθεια.

     Νεωτερίζουν ακόμη και στο Βάπτισμα· διότι δεν βαπτίζουν σε τρεις καταδύσεις και αναδύσεις, αλλά με επιχύσεις και ραντίσματα και χωρίς μύρο· ούτε κοινωνούν τα βαπτιζόμενα βρέφη, ούτε τα παιδιά μέχρι σε μία ορισμένη ηλικία, και τα περισσότερα βρέφη μένουν ασφράγιστα. Και τα περισσότερα από αυτά πεθαίνουν μη έχοντας το εφόδιο της αιωνίας ζωής, χωρίς την κοινωνία των μυστηρίων.

      Αλλά ούτε στο Θυσιαστήριο κάνουν τις χειροτονίες των επισκόπων τους με την επίθεση των χειρών, σύμφωνα με την άνωθεν παράδοση Χριστού του Θεού μας και των Αποστόλων Του· λέγει: «Καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς (:Και αφού ύψωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε)»[Λουκ. 24,50] και το Πνεύμα το Άγιο στις κεφαλές των Αποστόλων κάθισε και «διὰ τῆς ἐπιθέσεως», λέγει ο Παύλος, «τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου» και όχι με μύρο και χρίσμα. Και «μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χαρίσματος, ὃ ἐδόθη σοι», λέγει στον Τιμόθεο, «διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου (:Μην παραμελείς το θείο χάρισμα που έχεις μέσα σου και σου δόθηκε με την τοποθέτηση των χεριών του σώματος των πρεσβυτέρων πάνω στο κεφάλι σου, μετά από την εκλογή στην οποία οδηγηθήκαμε με προφητική αποκάλυψη)»[Α΄Τιμ. 4,14].Και οι Επτά δε Διάκονοι και ο Βαρνάβας και ο Παύλος αυτός και όλοι δέχθηκαν την επίθεση των χειρών, το οποίο και λέγεται χειροτονία αληθινή.

     Επιπλέον ούτε με πολλούς επισκόπους χειροτονούν ένα επίσκοπο, όπως λέγει ο αποστολικός Κανόνας, ούτε με την επίθεση του Ευαγγελίου ανοικτού, όπως διδάσκει ο μέγας Διονύσιος, αλλά ένας επίσκοπος πολλές φορές σε αυτούς χειροτονεί επίσκοπο με το χρίσμα παρά την παράδοση των Αποστόλων. Και αν τυχόν παραβρεθούν παρόντες και πολλοί επίσκοποι, δεν συλλειτουργούν αυτοί με τον πρώτο, και αφού δεν συλλειτουργούν, ούτε συγχειροτονούν, λοιπόν, τον χειροτονούμενο· και αυτό, το να μη συλλειτουργούν ποτέ πολλοί, γίνεται, επειδή δεν είναι δυνατό να κόβεται το ιερουργούμενο άζυμο και να μεταδίδεται στους πολλούς, όπως μάς παρέδωσε ο Σωτήρ, όταν ιερούργησε και έκοψε τον άρτο και τον μετέδωσε στους μαθητές Του.

     Γι’ αυτήν την αιτία, λοιπόν, ούτε συνηθίζουν οι Λατίνοι να συλλειτουργούν μαζί πολλοί πρεσβύτεροι ή επίσκοποι, ούτε να μετέχουν εκ του ενός άρτου και ποτηρίου, όπως παρέλαβε ο Παύλος από τον Κύριο και παρέδωσε και σε εμάς τους ευσεβείς να κάνουμε. Γι’ αυτό ούτε συλλειτουργούν ποτέ με τον Πάπα άλλοι επίσκοποι, εκτός από τον διάκονο μόνο, κάνοντάς τα όλα καινότερα, αντίθετα με την παράδοση των Αποστόλων και του Σωτήρος ημών και των διαδόχων των Αποστόλων, Αγίων Πατέρων.

     Ακόμη και το σχήμα των μοναχών, ενώ είναι ένα, το διαίρεσαν και αυτό σε πολλά τάγματα, και έκαναν πολλά και διάφορα σχήματα, αυτό το οποίο κανένας από τους Πατέρες δεν νομοθέτησε, αλλ’ όλοι από κοινού λέγουν ότι ένα και μόνο είναι το σχήμα του μοναχού, όπως το βάπτισμα, για το οποίο νομοθετεί ο θεοφόρος Διονύσιος(ο Αρεοπαγίτης).

     Εάν, όμως, πουν ότι και σε εμάς αναφέρεται μικρό και μέγα σχήμα, απαντούμε ότι δεν είναι δύο, αλλά ένα και μόνο, το μέγα και τέλειο, το άλλο το λεγόμενο μικρό, είναι αρραβώνας του μεγάλου και απαρχή αυτού και προοίμιο, το οποίο επινοήθηκε ύστερα από μερικούς Πατέρες για την ασθένεια της ανθρωπότητας και δίδεται ως αρραβώνας του πρώτου και ύστερα τελειώνεται σε αυτό το μέγα και ένα, που παραδόθηκε από τους θεοφόρους Πατέρες. Γι’ αυτό και «αρραβώνας» ονομάζεται του αγίου και μεγάλου σχήματος, όπως ομιλεί γι’ αυτό αναλυτικά ο μέγας ἐν θεολόγοις καὶ ὁμολογηταῖς Άγιος Πατήρ Θεόδωρος ο Στουδίτης. Και όχι μόνον αυτά κάνουν, αλλά και πολλά άλλα αντίθετα με την εκκλησιαστική συνήθεια και ανάρμοστα στους Χριστιανούς (βλέπε PG 55, 104-105).

    Ακόμη και το να γευθούμε ζώα ακάθαρτα και ρυπαρά και μάλιστα πνικτά, δεν είναι καλό, αλλά μάλιστα απαγορευμένο από τον νόμο, τα οποία δεν εμποδίζονται ως μολυσμένα, επειδή «πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν(:Πραγματικά είναι πλάνη να αποφεύγει κανείς ορισμένα φαγητά ως δήθεν ακάθαρτα. Διότι καθετί που έκανε ο Θεός είναι καλό)», όπως λέγει ο Παύλος, «καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετ’ εὐχαριστίας λαμβανόμενον(:και τίποτε δεν πρέπει να πετάμε ως ακάθαρτο και απορριπτέο, αρκεί να το χρησιμοποιούμε με ευγνωμοσύνη και ευχαριστία προς τον Θεό που μας το έδωσε)» [Α΄Τιμ. 4,4]· αλλ’ όμως «μετ’ εὐχαριστίας», λέγει, και όχι με αδιαφορία, και ότι αγιάζεται με τον λόγο του Θεού και με την προσευχή· ο Απόστολος μάς διδάσκει να είμαστε ευλαβείς και εγκρατείς σε όλα· διότι λέγει: «Πᾶς ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται (:Και καθένας που αγωνίζεται κάνει εγκράτεια σε όλα, ακόμα και στην τροφή και στο ποτό)» [Α΄ Κορ. 9,25]. Και: «Εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα (:Γι’ αυτό λοιπόν, εάν αυτό που τρώω γίνεται αιτία σκανδάλου και αμαρτίας στον αδελφό μου, δεν θα φάω ποτέ οποιοδήποτε είδος κρεάτων, για να μη σκανδαλίσω τον αδελφό μου)» [Α΄ Κορ. 8,13].

     Και ότι πρέπει να εγκρατευόμαστε και να απέχουμε από κρέας, αυτός ο ίδιος ο Παύλος πάλι νηστεύοντας μάς διδάσκει, λέγοντας «ἐν νηστείαις πολλάκις(:με νηστείες πολλές φορές)»[Β΄Κορ. 11,27] και «ὑπωπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ(:ταλαιπωρώ το σώμα μου και το μεταχειρίζομαι ως δούλο)»[Α΄ Κορ. 9,27]. Όμοια και ο Πέτρος ετρέφετο με «θερμία» (είδος οσπρίου) ενός ασσαρίου, και όλοι κατόπιν οι λοιποί μαθητές καταγίνονταν με τις νηστείες και μάς παρέδωσαν την νηστεία του Σωτήρος, και την Τετάρτη και την Παρασκευή, τις οποίες ημέρες νομοθέτησαν να απέχουμε από κρέατα, αυγά και γάλα, όπως παραλάβαμε εξαρχής από αυτούς τους Αποστόλους και Πατέρες μας.

                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’

   [……] Η διδασκαλία πάλι για το «καθαρτήριο πυρ» είναι αναιρετική των λόγων του Κυρίου, οι οποίοι αποφαίνονται αιώνια την κόλαση και αιώνια την ζωή·  αναιρετική και των ρητών του θεοπνεύστου Παύλου, που λέγει για τους αγίους που τελειώθηκαν εν πίστει, ότι αυτοί δεν έλαβαν ακόμη το τέλος της επαγγελίας, «ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσιν(:ώστε αυτοί να μη λάβουν σε βαθμό τέλειο τη σωτηρία τους χωρίς εμάς, αλλά να τη λάβουμε όλοι μαζί)» [Εβρ. 11,40], επειδή τότε θα είναι το τέλειο, όταν αναστηθούμε εμείς, και τότε θα απολαύσει έκαστος σύμφωνα με τα έργα του, μαζί με το σώμα, ως συνεργό της αρετής ή της κακίας. Αυτή είναι η γνώμη όλων των αγίων και κανένας από αυτούς δεν διδάσκει προηγουμένη κόλαση, εκτός του ότι οι μεν ψυχές των αμαρτωλών θα είναι απαρηγόρητες σε τόπους οδύνης και σαν σε φυλακή, διαμένοντας την τιμωρία, ενώ οι ψυχές των δικαίων σε τόπους φωτός και ανέσεως, αναμένοντας την μακαρία απόλαυση που θα είναι μαζί με τα σώματα.

      Δίνεται βέβαια κάποια άνεση ατελής της λύπης ή του φόβου σε εκείνους που απέθαναν εν μετανοία, όχι όμως ότι κάποιο πυρ κολαστήριο τούς καθαίρει, αλλά οι ιερές προσευχές και θυσίες οι προσφερόμενες στον Θεό γι’ αυτούς, τούς προξενούν την άνεση, εάν μόνον με ορθόδοξη πίστη παρέδωσαν την ψυχή και με μετάνοια έστω στο τέλος· βοηθούν ακόμη και οι λοιπές ευεργεσίες, που γίνονται γι’ αυτούς και οι λοιπές αγαθοεργίες. Εάν, όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, υπάρχει πυρ καθαρτήριο, παρά την διδασκαλία της Εκκλησίας, και τελειώνει η οδύνη, λοιπόν θα υπάρχει και τέλος της κολάσεως· ο Σωτήρας όμως δεν λέγει έτσι, αλλά μάλιστα ονομάζει αιώνια την κόλαση, καθώς και την Βασιλεία· εκείνο δε, το οποίο λέγει για τον πλούσιο, εννοεί την απαρχή της οδύνης της αιωνίας κολάσεως, για εκείνους που έφυγαν από την ζωή αμετανόητα· αυτής της οδύνης δοκίμαζε και αυτός ο πλούσιος τις απαρχές, φλεγόμενος από την συνείδησή του, όχι όμως τελείως κολαζόμενος ή προκαθαιρόμενος, διότι ακόμη δεν εκδόθηκε η απόφαση: «Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον(:Και θα οδηγηθούν αυτοί σε κόλαση που δεν θα έχει τέλος, αλλά θα είναι αιώνια˙ ενώ οι δίκαιοι θα πάνε για να απολαύσουν ζωή αιώνια)» [Ματθ. 25,46].

     Πολλοί από τους δικούς μας αγαθοί και ενάρετοι και δυνατοί στον λόγο και στον νου αγγελικοί, ένας από τους οποίους είναι και ο μακάριος Θεσσαλονίκης Νείλος, όντως και αναντίρρητα δίδαξαν γι’ αυτό· πριν από αυτόν και ο μέγας εν Ιεράρχαις θαυματουργός Γρηγόριος, ο οποίος κατατρόπιασε και ανασκεύασε την πλάνη του δυσσεβούς Βαρλαάμ και του Ακινδύνου και πολλοί άλλοι επίσης εκλεκτοί από τον Θεό συνέγραψαν επάξια του εαυτού των και με λόγο θείο για την καινοτομία στα δόγματα και στο ιερότατο Σύμβολο, και είναι αρκετά για την απόδειξη της αλήθειας. Γι’ αυτό και εμείς προς εκείνα μόνο αποβλέπουμε και προσέχουμε ως αποστολικά και των Πατέρων και θα μπορέσουμε να καταπατήσουμε τα των εναντίων, εάν περιφυλάξουμε μόνο στον εαυτό μας την λάμψη της αλήθειας.

    Για να δώσουμε, όμως, και εμείς κάποια μικρή γνώση λέγουμε και εδώ, κατά την δύναμή μας, ακολουθώντας εκείνα, που είπαν οι Πατέρες. Το να λέγουν οι δυτικοί δια τον Πάπα Ρώμης ότι είναι ο πρώτος και η κεφαλή της Εκκλησίας, ούτε την Εκκλησία παραβλάπτει, ούτε αναγκαίο είναι ως προς αυτό να τους αντιλέγουμε. Μόνον ας μας δείξουν ότι αυτό υπάρχει στην πίστη του Πέτρου και των διαδόχων του Πέτρου και ας έχει όλα τα φρονήματα του Πέτρου, ας είναι και πρώτος και κορυφή και κεφαλή όλων και απόλυτος αρχιερεύς· επειδή και αυτό αναφέρεται για τους κατά καιρούς πατριάρχες της Ρώμης και επειδή αποστολικός είναι εκείνος ο θρόνος, και ο αρχιερέας που εδρεύει, όταν ακολουθεί τα δόγματα της Ορθοδοξίας, διάδοχος λέγεται του Πέτρου και κανένας δεν εναντιώνεται, ούτε αντιλέγει από όσους έχουν ορθό το φρόνημα και τον λόγο.

      Μάλιστα η δευτέρα Σύνοδος, αποδίδοντας την ίδια τιμή στον Κωνσταντινουπόλεως, ονομάζει, όμως, πρώτον τον Ρώμης και λέγει ότι ο Κωνσταντινουπόλεως έχει την ίση δύναμη με τον Ρώμης, αλλά ως προς την τάξη είναι δεύτερος· όμοια και η Δ΄ των 630 πατέρων, επαναλαμβάνοντας τον ίδιο κανόνα, λέγει τα ίδια για τα πρεσβεία του Ρώμης και του Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα αυτόν τον Λέοντα Ρώμης, που έγραψε την επιστολή στην Σύνοδο, τον ονομάζουν οι της συνόδου εκείνης πατέρες αποστολικό, και ότι από το στόμα του ιδίου του Πέτρου δέχονται τις φωνές του και στήλη ορθοδοξίας την επιστολή του κατονόμασαν. Στην συνέχεια και η έκτη, η έβδομη και οι λοιπές Σύνοδοι «αποστολικό θρόνο» τον ονομάζουν και εμείς δεν αναιρούμε τους Όρους των Πατέρων.

     Ας είναι μόνον ο Ρώμης διάδοχος της ορθοδοξίας του Σιλβέστρου και του Αγάθωνος, του Λέοντα και του Λιβερίου και του Μαρτίνου και του Γρηγορίου και εμείς πρόθυμα θα τον πούμε αποστολικό και πρώτο των άλλων αρχιερέων και θα του αποδώσουμε την υποταγή, όχι όπως στον Πέτρο, αλλά όπως σε αυτόν τον Σωτήρα. Εάν, όμως, δεν είναι διάδοχος των αγίων εκείνων κατά την πίστη, δεν είναι ούτε του θρόνου διάδοχος και όχι μόνον δεν θα είναι αποστολικός και πρώτος αρχιερεύς ή πατέρας, αλλά θα είναι εναντίος και φθορεύς και εχθρός των Αποστόλων.

        Λοιπόν ενθυμούμαι, αδελφοί, ότι είπα κάτι παρόμοιο στην Κωνσταντινούπολη προς ένα ετερόδοξο. Αυτός με πλησίασε για να διαλεχθούμε, του αποκρίθηκα στα προβλήματά του και του είπα όσα ο Θεός με φώτισε και με δυνάμωσε να ειπώ τότε από τους Αγίους Πατέρες γι’ αυτόν και για τα δικά του δόγματα. Στο τέλος, λοιπόν, με ρώτησε γιατί με τους ανατολικούς ιεράρχες, τους λεγομένους Πατριάρχες, κοινωνούμε και τους μνημονεύουμε στις Εκκλησίες, εφόσον είναι βάρβαροι αυτοί και ούτε γνωρίζουν τι είναι Χριστιανισμός, τον δε Πάπα, που είναι σοφός και όσους μαζί του είναι ελλόγιμοι, δεν τους αποδεχόμαστε.

     Του αποκρίθηκα τότε προς αυτό, ότι εμείς δεν αποστρεφόμαστε γενικά τον Πάπα και ότι δεν είμαστε με αυτόν ακοινώνητοι, αλλά μάλιστα είμαστε ένα με αυτόν, όπως με τον Χριστό και τον θεωρούμε πατέρα και ποιμένα μας· επειδή όμως εκείνος απορούσε γι’ αυτό, και ρωτούσε, πώς γίνεται, εφόσον ούτε τον Πάπα δεν τον έχουμε κοινωνό, του έλυσα εγώ την απορία αποκρινόμενος ότι εμείς με τον Πάπα, τον Πέτρο, τον Λίνο, τον Κλήμεντα, τον Στέφανο και τον Ιππόλυτο και τον Σιλβέστρο, τον Ιννοκέντιο και τον Λέοντα και τον Αγαπητό, τον Μαρτίνο και τον Αγάθωνα και με τους ομοίους τους Πάπες και Πατριάρχες έχουμε εν Χριστώ κοινωνία και ένωση αχώριστη και κανένας λόγος δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει από αυτούς. Είναι αυτό φανερό, επειδή τους εορτάζουμε όλους αυτούς και την ιερή τους μνήμη τιμούμε, δοξάζοντας και ονομάζοντάς τους διδασκάλους και Πατριάρχες και πατέρες, επειδή περιφέρουμε και εμείς αμόλυντο το Σύμβολο της πίστεώς τους και βαπτισθήκαμε, όπως ιερώθηκαν, ιερωθήκαμε και καθώς εκείνοι παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Χριστό, έτσι και εμείς τις παραδίνουμε.

      Όποιος λοιπόν, είναι όμοιος με εκείνους στο Σύμβολο της Πίστεως, στον βίο και στα έθιμα της Ορθοδοξίας, αυτός ο πατέρας είναι κοινωνός και ενωμένος με εμάς και τον έχουμε όπως τον Πέτρο και η ένωσή μας για πολύ χρόνο θα είναι και αιωνίως· επειδή και η Ορθοδοξία έως το χιλιοστό έτος διέμεινε στους αγίους εκείνους και η ορθόδοξη πίστη τους σε εμάς· διότι είναι φανερό πως εκείνοι ομολόγησαν, όπως και εμείς, το θειότατο Σύμβολο, και το μαρτυρούν με τους όρους απλά κάθε Συνόδου, καθαρότερα όμως και σαφέστερα η έκτη και έβδομη οικουμενικές Σύνοδοι.

   Ο Κύριος λέγει: «Τίς οἶδε τὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; Καὶ οὐδεὶς οἶδεν τὰ τοῦ Θεοῦ, εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐν αὐτῷ(: Ποιος γνωρίζει τα ιδιαίτερα μυστικά του ανθρώπου, παρά μόνο η ψυχή του ανθρώπου που είναι μέσα του; Έτσι και τα μυστικά του Θεού κανείς άλλος δεν τα γνωρίζει παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού)»[Α΄ Κορ. 2,11]. Ποιος, λοιπόν, θα καυχηθεί, ότι εννόησε κάτι υψηλότερο του Πνεύματος; Του Πνεύματος είναι οι Πατέρες και τα όσα περιέχονται στις θείες Γραφές, επειδή το μαρτυρεί ο Ίδιος λέγοντας: «Ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ (:Εσείς εξετάζετε με προσκόλληση στο εξωτερικό γράμμα τις Άγιες Γραφές, διότι νομίζετε ότι μόνο με την ανάγνωση και την εξέταση αυτή θα έχετε ζωή αιώνια. Κι όμως εκείνες είναι που μαρτυρούν για Εμένα)» [Ιω. 5,39].

      Ποιος άραγε θα τολμήσει να φρονήσει κάτι περισσότερο από τις Γραφές και να ομιλήσει υψηλότερα από τους πνευματοφόρους Πατέρες, αφού ο Κύριος λέγει: «Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς»  και ο Παύλος: «ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς Γραφάς(:με την προφορική διδασκαλία σάς παρέδωσα πρώτα εκείνο που κι εγώ παρέλαβα, ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας, σύμφωνα με όσα προφητεύθηκαν στις Γραφές)» [Α΄ Κορ. 15,3], «καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς(:και ότι ενταφιάστηκε και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε σύμφωνα με τις Γραφές)» [Α΄ Κορ. 15,4]. Και ο Κύριος πάλι: «Ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευεν ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ(:Και αφού άρχισε από τις προφητείες και τις προεικονίσεις που περιέχονται στα βιβλία του Μωυσή, κατόπιν τους ανέφερε απ’ όλους τους προφήτες τα χωρία που μιλούν για τον Μεσσία. Και στη συνέχεια τους εξηγούσε τις προφητείες που αναφέρονταν στον εαυτό Του)» [Λουκ. 24,27].

     Όμοια δε, αφού κανείς από τους Αποστόλους και Πατέρες δεν πρόβαλε αμάρτυρη από αγιογραφικές αποδείξεις την διδασκαλία του, ποιος θα είναι τόσο ασύνετος να τολμήσει να εκθέσει άλλη πίστη διαφορετική από τους πνευματοφόρους Πατέρες και να ανασκευάσει εκείνη, η οποία με το Άγιο Πνεύμα αποκαλύφθηκε στους Πατέρες και στον Απόστολο Πέτρο; Ή τάχα οι θείοι Πατέρες, αφού αγωνίσθηκαν τόσο και τόσο υπέρ του  Αγίου Πνεύματος, δεν εξέδωσαν και με το  Άγιο Πνεύμα την ομολογία του Αγίου Πνεύματος;

          ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

         επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Τα Άπαντα, έκδοσις Συνοδεία Σπυρίδωνος ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη-Άγιο Όρος, 2022, σελίδες 52-56 και 60-64.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.



 

Ψήφισμα συμπαράστασης τῆς γενικῆς συνέλευσης τῆς Πανελλήνιας Κίνησης «Ἔξοδος»

Ἡ Γενικὴ Συνέλευση τῆς Πανελλήνιας Κίνησης κατὰ τοῦ Ψηφιακοῦ Ὁλοκληρωτισμοῦ «ΕΞΟΔΟΣ», ποὺ συνῆλθε στὶς 23 Ἰουλίου 2026, ἐκφράζει τὴν ἀμέριστη συμπαράστασή της πρὸς τὰ στελέχη τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ παραλάβουν τὰ νέα δελτία ὑπηρεσιακῆς ταυτότητας μὲ ἀναγραφὴ τοῦ Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ. 

Ἡ ἀναγραφὴ τοῦ Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ σὲ ἕνα καθαρὰ ὑπηρεσιακὸ δελτίο δὲν προκύπτει ὅτι εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ ὑπηρεσιακοῦ σκοποῦ τῆς ταυτότητας. Ἀντίθετα, εἰσάγει ἕναν ἑνιαῖο καὶ μόνιμο ἀναγνωριστικὸ ἀριθμὸ σὲ ἀκόμη ἕνα κρίσιμο κρατικὸ ἔγγραφο, διευρύνοντας τὴν ὁριζόντια διασύνδεση μητρώων καὶ τὴν ἐπεξεργασία προσωπικῶν δεδομένων χωρὶς νὰ ἔχει τεκμηριωθεῖ ἡ ἀναγκαιότητα καὶ ἡ ἀναλογικότητα τοῦ μέτρου. 
Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δημιουργεῖ σοβαρὰ ζητήματα συμβατότητας μὲ τὶς θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς προστασίας προσωπικῶν δεδομένων, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν... ἀρχὴ τῆς ἐλαχιστοποίησης τῶν δεδομένων, τῆς ἀναγκαιότητας καὶ τῆς ἀναλογικότητας, ἐνῷ ἐγείρει καὶ εὐρύτερα ζητήματα σεβασμοῦ τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς καὶ τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν καὶ τῶν στελεχῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. 
Ἡ «ΕΞΟΔΟΣ» καλεῖ τὴν Πολιτεία νὰ ἀναστείλει ἄμεσα τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου καὶ νὰ προχωρήσει σὲ οὐσιαστικὸ δημόσιο διάλογο μὲ τὴ συμμετοχὴ τῶν ἁρμόδιων ἀνεξάρτητων ἀρχῶν, τῶν ἐπιστημονικῶν φορέων καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν ἐνστόλων, ὥστε νὰ ἐξεταστεῖ ἂν ἡ ἀναγραφὴ τοῦ Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ εἶναι πράγματι νόμιμη, ἀναγκαία καὶ σύμφωνη μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ εὐρωπαϊκὸ δίκαιο. 
Παράλληλα, καλοῦμε τὰ στελέχη τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, μέσα στὸ πλαίσιο τῆς νομιμότητας, τῆς ὑπηρεσιακῆς τους ἰδιότητας καὶ τῶν δικαιωμάτων ποὺ τοὺς ἀναγνωρίζει ἡ ἔννομη τάξη, νὰ ἐκφράσουν συλλογικὰ καὶ συντεταγμένα τὴν ἀντίθεσή τους, διεκδικῶντας τὴν ἄρση ἤ, τοὐλάχιστον, τὴν προσωρινὴ ἀναστολὴ ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου μέχρι νὰ ὑπάρξει πλήρης νομικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἀξιολόγησή του. 
Ἡ προστασία τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰδιωτικότητας καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας ἀφορᾶ ὅλους τοὺς πολῖτες. Οἱ ἔνστολοι, ποὺ καθημερινὰ ὑπηρετοῦν τὴν πατρίδα καὶ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς, δικαιοῦνται τὸν ἴδιο σεβασμὸ στὰ συνταγματικά τους δικαιώματα. 
Ἡ «ΕΞΟΔΟΣ» δηλώνει ὅτι θὰ σταθεῖ ἔμπρακτα στὸ πλευρὸ κάθε νόμιμης καὶ εἰρηνικῆς προσπάθειας γιὰ τὴν προάσπιση τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐνστόλων καὶ καλεῖ κάθε δημοκρατικὸ πολίτη νὰ στηρίξει τὸ αἴτημα γιὰ ἐλευθερία, ἀναλογικότητα καὶ σεβασμὸ τῆς προσωπικότητας ἔναντι κάθε περιττῆς ἐπέκτασης τοῦ ψηφιακοῦ ἐλέγχου.