"ΑΝΟΙΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ"
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Πέμπτη, Μαΐου 14, 2026
Άγιος Παχώμιος ο Μέγας: Ο ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού

Περί το 320 και μετά την κοίμηση του αγίου γέροντος πνευματικού του, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε μια έρημη νησίδα του Νείλου ποταμού, την Ταβέννη, στην Άνω Θηβαΐδα. Τον ακολούθησε ένας ευλαβής και πιστός μοναχός, ονόματι Ιωάννης, με τη βοήθεια του οποίου ίδρυσε μια μικρή μονή. Εκεί απομονωμένος από τον κόσμο ο Παχώμιος αγωνιζόταν για την προσωπική του κάθαρση με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αδιάκοπη άσκηση αποκοπής των παθών. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του Θεού έγινε θεοφόρο σκεύος αγιότητας. Η φήμη του δεν άργησε να γίνει γνωστή στη γύρω περιοχή και να προσελκύσει πλήθος ερημιτών, οι οποίοι συνέρρεαν στην απομονωμένη νησίδα για να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τις πνευματικές του νουθεσίες. Πολλοί από αυτούς δήλωναν ότι ήθελαν να εγκαταβιώσουν πλησίον του. Έτσι σε σύντομο χρόνο η νησίδα Ταβέννη αριθμούσε περισσότερος από 14.000 μοναχούς! Αξιώθηκε ο Παχώμιος να είναι ο μεγαλύτερος οικιστής μοναχών στην ιστορία της Εκκλησίας.
Άγιος Αχίλλειος Λαρίσης ο θαυματουργός

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2026
13 Μαΐου: Των Οσίων Ιβηριτών
μοναχών υπό του λατινόφρονος Βέκκου μαρτυρησάντων
Ἅγιοι Ἰβηρίτες Μοναχοί οἱ Ὁσιομάρτυρες [13 Μαΐου]
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ μοναχοὶ Ὁσιομάρτυρες Ἰβηρῖται, οἱ τοὺς λατινόφρονας
ἐλέγξαντες, τὸν βασιλέα, φημί, Μιχαήλ, καὶ τὸν πατριάρχην Βέκκον, ἐν τῇ θαλάσσῃ
βληθέντες τελειοῦνται.
Στίχοι
Ὑπὲρ πατρῴων ἐπνίγητε δογμάτων
Καὶ πρὸς γαληνοὺς ὡρμίσασθε λιμένας.
Τό Ἅγιον Ὄρος,
ἐκτός ἀπό Ὁσίους καί ἀσκητές Ἁγίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνέδειξε καί
πλῆθος Ὁσιομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Ἡ ὑπεράσπιση μέχρι θανάτου τῆς Ὀρθοδόξου
Πίστεως, χωρίς καμμία ὑποχώρηση καί παραχώρηση, συνόδευε πάντοτε τούς
ἀσκητικούς καί νηπτικούς ἀγώνες τους, ἀφοῦ «οὐδέν ὠφελεῖ βίος ὀρθός
δογμάτων διεστραμμένων» ( Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).
Ἔτσι, ὅταν τό 1274, στή Σύνοδο τῆς Λυών ὁ Αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος
(1261-1282) ὑπέγραψε ψευδοένωση μέ τούς Λατίνους, προκειμένου νά ἐξασφαλίσει
τήν πολιτική ὑποστήριξη τοῦ Πάπα καί νά μπορέσει νά ἀνασυγκροτήσει τήν
ἀποδιοργανωμένη ἀπό τήν λατινική κατοχή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, οἱ Ἁγιορεῖτες
ἀντέδρασαν, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ πλειοψηφία τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.
Ὁ αὐτοκράτορας
ἤθελε νὰ ἀποφύγει νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τοῦ Βυζαντίου, καὶ
θέλησε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν φιλία του Πάπα. Σύμμαχο στὴν προσπάθειά του εἴχε τὸ
λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννη Βέκκο, ἀφού περιόρισε τὸν ἀνθενωτικό πατριάρχη
Ἰωσήφ ὁ ὁποίος καὶ ἐμπόδιζε τὰ σχέδιά του. Γιὰ νὰ ἐδραιωθεί ἡ ἔνωση, ἐξόρισε,
φυλάκισε καὶ βασάνισε μὲ πολλούς τρόπους τοὺς ὀρθοδόξους ἀνθενωτικούς. Πίεζε
πρὸς πάσα κατεύθυνση ὤστε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πολυπόθητος ἔνωση, μὲ τίμημα
φυσικά τὴν ὀρθοδοξία. Κυρίως, ὅμως, πίεζε τοὺς μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ
δεχθούν τὴ μνημόμευση τοῦ πάπα στὴ Θεία Λειτουργία.
Κατ’ ἀρχήν
ἔστειλαν γενναία ὁμολογιακή ἐπιστολή πρός τόν Αὐτοκράτορα καί τήν Σύνοδο τῶν
Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ εἶχε, ἐν τῷ μεταξύ, ἐξοριστεῖ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ἅγιος Ἰωσήφ.
Σ’ αὐτήν ἐπικρίνουν μέ παρρησία τίς παπικές καινοτομίες, χαρακτηρίζουν τόν πάπα
«αἰρετικό» καί «ἀπόστολο τοῦ σατανᾶ», τούς δέ Λατίνους «ἄθεους», ἐνῶ ἐκδηλώνουν
τήν ἀπορία τους «πῶς ἄρα καί προσδεκτέοι καί ἑνωτέοι τῷ ἀμωμήτῳ καί ὀρθοδόξῳ
σώματι τῆς ἁγίας καθολικῦς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Οἱ ἀγῶνες
τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ‘Ἅγιον
Ὄρος, 2003).
Μεταξύ τῶν ἄλλων ἔγραφαν:
«Ὀ γὰρ αἰρετικόν δεχόμενος, τοῖς αὐτού ὑπόκειται ἐγκλήμασι.»
«Ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητος ἐστίν, ὡς συγχέων τὸν Κανόνα τῆς
Ἐκκλησίας.»
Ταυτόχρονα διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους ἑνώθηκαν καί
ἀποδέχτηκαν τούς Λατίνους.
Ὁ Μιχαήλ Η’,
ἀποφασισμένος νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση μέ κάθε τρόπο, σέ συνεργασία μέ τόν
Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ’ Βέκκο (1275-1282) στράφηκε μέ μανία ἐναντίον
τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ δύο λατινόφρονες ἡγέτες Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μετέβησαν
στό Ἅγιον Ὄρος μέ παπική ἐπικουρία γιά νά ἀναγκάσουν τούς Ἁγιορεῖτες νά δεχθοῦν
τήν ἕνωση.
Οἱ Μονές Μεγίστης Λαύρας καί Ξηροποτάμου ὑπέκυψαν πρός στιγμήν στήν βία τῶν
Λατινοφρόνων καί ἀποδέχτηκαν τήν βδελυρή ψευδοένωση.
Οἱ Μοναχοί, τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων ἀντιστάθηκαν μέ ἄκαμπτο καί
ἀδιάλλακτο φρόνημα.
Ἤλεγξαν μέ αὐστηρότητα καί παρρησία τόν δυσσεβῆ βασιλέα καί τούς ὁμόφρονές
του ὡς αἰρετικούς καί παράνομους. Ὁ Μιχαήλ ἐξοργισμένος ἔδωσε ἐντολή στούς
στρατιώτες του νά βάλουν σ’ ἕνα πλοῖο τούς μοναχούς πού κατάγονταν ἀπό τήν
Ἰβηρία καί ἀφοῦ ξανοιχτοῦν στό πέλαγος νά τό βυθίσουν μαζί μέ τούς ἐπιβάτες του.
Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἐπισφραγίζοντας μέ
τή θυσία τους τήν ὅλη ὁσιακή βιωτή τους. Τούς Ἅγίους Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες
ἑορτάζουμε στίς 13 Μαΐου.
Οἱ λατινόφρονες συνεχίζοντας τήν καταστροφική ἐπιδρομή τους ἔφθασαν στή Μονή
Βατοπαιδίου, ἀλλά καί ἐκεῖ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρή ἀντίδραση. Ἀφοῦ κατάλαβαν πώς
δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λυγίσουν τούς μοναχούς πού ἀντίκρυσαν ὡς ἀκλόνητους
βράχους τῆς Πίστεως, ἄρχισαν νά τούς κακοποιοῦν. Τέλος ἔσυραν ἔξω τόν ἁγιώτατο
προηγούμενο Ὅσιο Εὐθύμιο καί δώδεκα ἀπό τούς μοναχούς καί τούς ἀπηγχόνισαν. Ἡ
μνήμη αὐτῶν τῶν Βατοπαιδινῶν ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 4 Ἰανουαρίου.
Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά καί ἐνῶ οἱ Λατινόφρονες συνέχιζαν νά λεηλατοῦν τά πάντα στό
πέρσμά τους, ἔφθασαν στή Μονή τοῦ Ζωγράφου.
Οἱ μοναχοί τῆς
Μονῆς Ζωγράφου, εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπό ὅραμα τῆς Παναγίας γιά τόν ἐπερχόμενο
κίνδυνο. Ἕνας μοναχός πού ἀσκήτευε σέ κοντινό κελλί, τήν ὥρα πού διάβαζε τούς
Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἄκουσε τή φωνή τῆς Θεομήτορος ἐπιτακτική:
«Ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν
Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν
ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ
πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ.
Ἄπελθε λοιπόν ταχέως.»
Κάποιοι ἀπό
τούς μοναχούς φοβισμένοι κατέφυγαν στά γύρω βουνά. Οἱ ὑπόλοιποι κλείσθηκαν μέσα
στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀπό ἐκεῖ ἤλεγξαν μέ παρρησία τούς Λατινόφρονες ὡς
αἱρετικούς καί παράνομους. Τότε ὁ βασιλέας ἐξοργισμένος διέταξε καί τούς ἔκαψαν
ζωντανούς μαζί μέ τόν πύργο πού χρησίμεψε σάν ὀχυρό τους. Ἔτσι κέρδισαν καί
αὐτοί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τά ὀνόματά τους εἶναι Θωμᾶς, ἡγούμενος τῆς
Μονῆς, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαήλ, Σίμων, Ἰλαρίων, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας,
Ἰάκωβος, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος,
Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομετιανός, Παρθένιος. Μαζί τους μαρτύρησαν καί τέσσερεις
λαϊκοί, τῶν ὁποίων δέν διεσώθηκαν τά ὀνόματα. Ἡ μνήμη τῶν Ζωγραφιτῶν
Ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 22 Σεπτεμβρίου.
Ἀφοῦ ὁ Μιχαήλ
ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἔφθασε στήν κελλιώτικη Λαύρα τῶν Καρεῶν, στήν ὁποία εἶναι
ἐγκατεστημένη καί ἡ ἔδρα τοῦ Πρῶτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ δέ Πρῶτος, ὁ Κοσμᾶς καί
οἱ συνασκητές του ἐναντιώθηκαν στόν βασιλέα μέ γενναιότητα, ἐλέγχοντάς τον ὅπως
καί οἱ προηγούμενοι Πατέρες. Ὁ βασιλέας ἔκανε ἐπίμονες προσπάθειες νά τούς
μεταπείσει. Ὅλες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καθώς καί ἐδῶ οἱ μοναχοί ἀποδείχθηκαν
σταθεροί, καί ἀμετάπειστοι. Τά βασανιστήρια πήραν τή θέση τῶν λόγων ἀλλά οἱ
εὐλογημένοι μοναχοί μέ ὅλο καί περισσότερη δύναμη ὁμολογοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη
Πίστη ὡς μόνη ἀληθινή καί σωτήρια.
Ἔτσι διατάχθηκε καί γι’ αὐτούς ὁ θάνατος. Ἀγχόνη γιά τόν Πρῶτο Ὅσιο Κοσμᾶ καί
σφαγή γιά τούς μοναχούς. Τό αἷμα τῶν Ἁγίων σφράγισε καί ἐδῶ τήν ὁμολογία τους
καί μαζί μέ τις ψυχές τους ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ἡ ὕστατη αἱματηρή
θυσία τους.
Ἡ ἀνακομιδή
τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου ἔγινε στίς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1981. Τότε
ἑορτάστηκε καί γιά πρώτη φορά ἡ μνήμη τῶν Καρεωτῶν Ὁσιομαρτύρων καί ἔκτοτε
καθιερώθηκε.
Οἱ Ἅγιοι
Ὁσιομάρτυρες πού μαρτύρησαν ὑπό τῶν Λατινοφρόνων ἀποτελοῦν μιά συνέχεια στήν
ἁλυσίδα τοῦ μαρτυρικοῦ καί ἀσκητικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμολογία καί
μαρτυρία ὑπέρ τῆς πίστεως εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένα μέ τό μοναδικό ἀγγελικό
πολίτευμα καί ἀποδεικνύουν τήν εἰλικρίνεια τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί τήν
πιστότητα στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ θυσία τῶν
Ὁσιομαρτύρων ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά τήν πορεία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες μοναχῶν καί
κυρίως τῶν Ἁγιορειτῶν, πού ὀφείλουν νά μή συμβιβαστοῦν ποτέ μέ ὁποιαδήποτε
ἔκπτωση ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐάν θέλουν νά εἶναι πραγματικά συνεχιστές
τῆς Παραδόσεώς τους.
(Πηγή: ἀπό τό περιοδικό «Ἅγιον Ὄρος, Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὑπέρ
τῆς πίστεως», Ἔκδοση Ἁγιορειτῶν Πατέρων – Ἅγιον Ὄρος 2014)
Ἀπολυτίκιον Ἁγιορειτῶν Ὁσιομαρτύρων Ἦχος πλ.δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Κοσμᾶν «Πρῶτον» μέλψωμεν, σὺν Ζωγραφίταις στεῤῥοῖς, πατέρας θεόφρονας,
Βατοπεδίου Μονῆς, Ἰβήρων προμάχους τε. Οὗτοι γὰρ ὁπλισθέντες, τῷ Σταυρῷ τοῦ
Κυρίου, ἀντέστησαν τῇ τοῦ Βέκκου, λατινόφρονι πλάνῃ, ὁπλῖται Ὄρους τοῦ Ἄθω,
ὀφθέντες καὶ μάρτυρες.
Κοντάκιον Ὁσιομαρτύρων Ἦχος πλ.δ’. Τῇ ‘Ὑπερμάχῳ.
Λατινοφρόνων καθαιρέτας εὐφημήσωμεν, Κοσμᾶν τόν «Πρῶτον», Ὄρους Ἄθω τό
προτείχισμα, πυρικαύστους τε Ζωγράφου Χριστοῦ ὁπλίτας, Βατοπαιδίου συνοδίαν τήν
ἀήττητον, καί Ἰβήρων οὐρανόσθενον ὁμήγυριν· τούτοις κράζοντες· χαίρετε στῦλοι
τῆς πίστεως.
Ὁ Οἶκος
Τῆς Θεοτόκου τῆς φωνῆς καλῶς ἀκούσαντες, ἐναπομεῖναι ἐν ταῖς ἱεραῖς Ὑμῶν
Μοναῖς προείλετε Ὅσιοι, καὶ μὴ εἰς τὰ ὄρη τοῦ Ἄθωνος κρυβῆναι· μὴ πεισθέντες δὲ
Μιχαὴλ τῷ Ὀγδόῳ τῷ οὐνιτίσαντι, καὶ πατριάρχῃ Βέκκῳ τῷ περὶ τὴν πίστιν
ἁμαρτήσαντι, μέχρις αἵματος τῇ δυσσεβείᾳ ἀντέστητε Ζωγραφίται, Καρεῶται,
Ἰβηρίται τε καὶ Βατοπαιδινοὶ πατέρες, ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες δειχθέντες
ἀκαταμάχητοι. Ὅθεν τιμῶντες τοὺς ἱεροὺς Ὑμῶν ἀγῶνας, τὴν θείαν Ὑμῶν ἀρωγὴν
αἰτούμεθα ἐν χρόνοις ὁμοίως ἀστάτοις τε καὶ πονηροῖς, ὡς ἂν ἀντάξιοι διάδοχοι
καὶ τέκνα Ὑμῶν δειχθῶμεν, Ὀρθοδοξίας στεῤῥῶς ἐχόμενοι καὶ εὐσθενῶς ὑπὲρ αὐτῆς
ἀγωνιζόμενοι. Διὸ καὶ τὴν ἱερὰν Ὑμῶν ἁπάντων μνήμην τιμῶντες, εὐλαβῶς ἡμῖν
ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες πατέρες, ἀναβοῶμεν· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.
Αγία Γλυκερία η Μάρτυς (13ῃ Μαΐου)
῾Αγία Γλυκερία ἡ Μάρτυς
῾Η ̒Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στήν Τραϊανούπολη τό 2ον μ.Χ. αἰ., ἐπί αὐτοκράτορα ̉Αντωνίνου. Μικρή ἔγινε Χριστιανή καί ἀνέπτυξε ἔντονη χριστιανική καί κατηχητική δράση.
῞Οταν ὁ ἡγεμόνας Σαββίνος, τήν κάλεσε νά παρουσιασθεῖ μπροστά του ἡ ἁγία ἐμφανίσθηκε, ἔχοντας σημειώσει στό μέτωπό της τόν Τίμιο Σταυρό καί ὁμολόγησε μέ παρρησία την πίστη της στόν ̉Ιησοῦ Χριστό. ̉Εκεῖνος ἔξαλλος τήν ὁδήγησε σέ εἰδωλολατρικό ναό γιά νά θυσιάσει στά εἴδωλα. ̉Εκεῖ ἡ Γλυκερία ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, συνέτριψε τό ἄγαλμα τοῦ Δία. ̉Εξοργισμένοι οἱ εἰδωλολάτρες, τήν ἔσυραν ἔξω καί τή λιθοβόλησαν μέ μανία. ῞Ομως οὖτε μία πέτρα δέν ἄγγιξε τήν ῾Αγία, μέ ἀποτέλεσμα πολλοί νά πιστεύσουν στό Χριστό. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ὑπέστη διάφορα βασανιστήρια ρίχθηκε στή φυλακή, ὅπου κατήχησε καί ἔφερε στή χριστιανική πίστη τό δεσμοφύλακά της ὁ ὁποῖος ἐν συνεχεία ὁμολόγησε μέ θάρρος τήν πίστη του μαρτύρησε γιά τό Χριστό. Τότε ὁ Σαββίνος διέταξε νά βασανίσουν ξανά τή Γλυκερία καί ἔπειτα νά τή ρίξουν στά ἄγρια θηρία ἀπό τά ὁποία ἕνα τή δάγκωσε (χωρίς νά τήν πληγώσει) μέ ἀποτέλεσμα ἡ ῾Αγία νά παραδώσει τό πνεῦμα της στόν ἀθλοθέτη Κύριο.
Τό λείψανό της παρέλαβε ὁ ̉Επίσκοπος τῆς ῾Ηρακλείας Δομίτιος καί τό τοποθέτησε σέ εὐπρεπή τόπο.
῾Η ῾Αγία ἔκανε πολλά θαύματα, ἰάσεων καί θεραπεῖες δαιμονισμένων σέ ὅσους μέ πίστη κατέφευγαν στή χάρι της.
Παρακλητικὸς Κανὼν
εἰς τὴν Μάρτυρα ῾Αγίαν Γλυκερίαν
Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου
Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:
Ἦχος δ´. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…
Τῆς ̉Εκκλησίας τὸ μυρίπνοον ἄνθος* γονυκλινῶς καθικετεύσομεν πάντες* καὶ ταπεινῶς βοήσομεν ἐκ μέσης ψυχῆς* ῥῦσαι, τοὺς ἱκέτας σου,* Γλυκερία παμμάκαρ,* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ πάσης ἀνάγκης* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου, θαυμαστή,* σὺ εἶ τῶν πιστῶν φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.
Δόξα Πατρί… Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν,* τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως* καὶ ἀσθένεια τῆς σαρκός* τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν* πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος* τῶν βασάνων τὴν ἕφοδον,* παρ̉ οὐδὲν ἠγήσατο* καὶ θεόθεν δεδόξασται* πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες* χαίροις θεόφρον Γλυκερία.
Καὶ νῦν… Θεοτόκιον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν
῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμός καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]
ᾨδὴ α’. ῾Υγρὰν διοδεύσας...
Τὰ γόνατα κλίνω δεητικῶς* πρὸς σε, Γλυκερία* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παράσχου σῷ ἱκέτῃ* τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτις καὶ πρόμαχος.
Παθῶν με ταράττουσι προσβολαὶ* πολλῆς ἀθυμίας* ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν˙* εἰρήνευσον Μάρτυς τὴν ζωήν μου* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Κύριον.
̉Οσφύος τὰ ἄλγη σῶν ἱκετῶν* ταχὺ θεραπεύεις* διὸ πάντες γονυκλινῶς* προσφεύγουσι πίστει τῇ σῇ σκέπῃ* καὶ ἐξαιτοῦσι τὴν ἴασιν, Πάντιμε.
Θεοτοκίον.
῾Ικέτας ἀξίωσον, Μαριάμ,* μελετᾶν ἡδέως τοῦ Υἱοῦ Σου τὰς ἐντολᾶς* καὶ ταῦτας ἀξίωσον τηρεῖσαι,* ἵνα τὸ πῦρ τῆς κολάσεως φύγωμεν.
ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος.
῾Ικετεύω σέ, μάρτυς,* τὸν ψυχικὸν τάραχον* καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην* ταχὺ ἐκδίωξον* σὺ γάρ, Γλυκερία,* τὸν Λυτρωτὴν καὶ Σωτήραν,* ἐκ παιδὸς ἠγάπησας* Θεοκοινώνητε.
̉Οφθαλμοὺς ἀλλοδόξων, Γλυκερία, διάνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγησον* καὶ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν ἡμῖν, Μάρτυς, ὑμνεῖσαι* καὶ λατρεύσαι δέομαι* σὺ καταξίωσον.
Τοὺς ἐν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου τάχος ἐπίσκεψαι* καὶ αὐτοῖς ὑγιείαν παράσχου λιταῖς σου, ἔνδοξε,* ἵνα δοξάζωμέν σε καὶ Παναγίαν Τριάδαν,* Γλυκερία ἔνδοξε, πάντων τὸ καύχημα.
Θεοτοκίον.
Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, Παρθένε πανάσπυλε,* καὶ τὸν Ποιητὴν τῶν ἁπάντων σὺ ἐξευμένισον,* ἵνα διάγωσι εἰρηνικῶς σοῦ ἱκέται* Θεοτόκε Δέσποινα, πιστῶν τὸ στήριγμα.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Γλυκερία,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία.
̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμὴ.
Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐδείχθης, σεμνή,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐκτενῶς βοῶμεν σοί,* Γλυκερία ἔνδοξε, πρόφθασον* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς σοι πόθῳ καὶ πίστει προσφεύγοντας.
ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε...
Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Γλυκερία πανάριστε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.
Σὲ προστάτην καὶ στήριγμα* καὶ φρουρὸν ἀκοίμητον οἱ ̉Ορθόδοξοι,* Γλυκερία μάρτυς, ἔχοντες* οὐ πτοούμεθα, Θεοκοινώνιτε.
Τοὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* Γυκερία ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποιεῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε.
Θεοτοκίον.
̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέσποινα Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατάφεύγοντας* ὑγιείαν δίδου, Παναμώμητε.
ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς.
῎Ιασαι ταχύ, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν,* σύ, Γλυκερία Θεοδόξαστε,* καὶ ὑγιείαν διὰ λιτῶν σου* παράσχου μοι.
Κύριον θερμῶς,* Γλυκερία, καθικέτευε,* ὅπως παράσχῃ ἡμῖν ὑπομονήν,* ὡς καὶ εἰρήνην τοῖς οἴκοις ἡμῶν, πανάριστε.
Δέομαι θερμῶς,* Γλυκερία ἀξιάγαστε,* σὺ τὴν μανίαν τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.
Θεοτοκίον.
Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν ταῖς Γραφαῖς, Πανάμωμε Μαριάμ,* καὶ βιώσαι τοῖς τοῦ Υἱοῦ Σου* λόγοις καὶ προστάγμασι.
ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…
Τὰ τέκνα τῶν ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοιμοῦ τῆς ἁμαρτίας, θεόφρων,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, Γλυκερία μάκαρ,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγησον* δεόμεθά σου ταπεινῶς* οἱ ἀχρείοι ἱκέτες σου, εὔσημε.
̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Γλυκερία, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων λιταῖς σου* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμεθα γονυκλινῶς,* Μάρτυς Χριστοῦ, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.
̉Απαύστως σὲ ἱκετεύομεν πάντες* μὴ παρίδης σοῦ ἱκέτας, Φωσφόρε,* ἀλλὰ παράσχου ἡμῖν, Γλυκερία,* ὑπομονὴν καὶ ταπείνωσιν, ἔνδοξε* καὶ ἀξίωσον ἡμᾶς εὐθυπορεῖν* πρὸς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, Πανύμνητε.
Θεοτοκίον.
Πανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλλοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδειξον.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, Γλυκερία* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησία.
῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ Κοντάκιον. Ἦχος β´. Προστασία.
Σὺ προστάτις τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος·* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦσον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πιστῶς δεομένων σου·* Τάχυνον εἰς πρεσβείαν* καὶ ῥῦσε ἐκ τῶν κινδύνων,* τοὺς κατάφεύγοντας εἰς σέ,* Γλυκερία Θεοδόξαστε.
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δ´.
Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ. (δίς)
Στίχος: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ.
῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …
῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)
῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου…
῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κέφ. 21: 12-19)…
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἐπιβαλοῦσιν ἐφ̉ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου˙ ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. θέτε οὖν εἰς τὰς καρδίαις ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι˙ ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου˙ καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται˙ ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Δόξα Πατρί ...
Ταῖς τῆς ̉Αθλοφόρου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν …
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Εἷτα τὸ Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι
Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ…
Μὴ ἐγκαταλείπῃς με* εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χείρας,* Γλυκερία ἔνδοξε,* ἀλλὰ διαφύλαττε τὸν ἱκέτην σου˙* θλῖψις συνέχει με,* φέρειν οὐ δύναμαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα,* πόρου οὐ κέκτημαι,* οὐδὲ ἀνθρωπίνην βοήθειαν˙* διὸ καταφεύγω σοι,* καὶ γονυκλινῶς ἱκετεύω σε˙* φύλακα γὰρ πάντων,* προστάτην καὶ ἀκοίμητον φρουρὸν* καὶ βακτηρίαν ἀκλόνητον,* Σέ, Χριστὸς, ἀνέδειξε.
῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου…
῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς…
῾Ο Χορός: ̉Αμήν.
Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.
ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...
Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καὶ πάντων τῶν ποθούντων* υἱοὺς καὶ θυγατέρας* ἀρωγός, διὸ κράζωσι,* Γλυκερία σεμνή,* πιστῶν ἡ βακτηρία.
Θελητὴν τοῦ ἐλέους,* ὃν ἠγάπησας, Μάρτυς ἁγνή, δυσώπησον˙* ῥυσθῆναι τῶν πταισμάτων,* ψυχῆς τέ μολυσμάτων* τοὺς μετὰ πόθου ᾄδωντας˙* Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν* Θεός, εὐλογητὸς εἶ.
Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμεθα ἁπαύστως,* ἵνα πόθῳ κραυγάζωμεν,* Γλυκερία θαυμαστή,* χαρὰ πιστῶν καὶ δόξα.
Θεοτοκίον.
Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀνακράζω,* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πειραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.
Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθικέτευε, Μάρτυς Γλυκερία,* ὅπως σοῦ ἱκέτας* μετάνοιαν παράσχῃ.
Τὴν ἀνεργίαν ταῖς σαῖς λιταῖς, Γλυκερία,* ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέχει* ταχέως ἐργασίαν.
Σὺ τὰς ἰώσεις σῶν ἱκετῶν θεραπεύεις* καὶ αὐτοῖς ὑγιείαν, Γλυκερία,* διὰ τῶν λιτῶν σου* παρέχεις Χριστοδρόμε.
Θεοτοκίον.
Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυρὸς τοῦ αἰωνίου.
ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.
̉Αξίωσον ἱκέτην,* μάρτυς Γλυκερία,* ἀκατακρίτως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα δοξάζω σε.
̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπομονὴν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀσφῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.
Χαρὰν καὶ εὐφροσύνην* πίστιν καὶ ἀγάπην* τοῖς σοῖς ἱκέταις παράσχου, μακάριε,* ἵνα ἀπαύστως πιστοὶ* δοξάζουσι τὸν Κτίστην.
Θεοτοκίον.
̉Εξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Παρθένε,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.
Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια
῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς,* μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ,* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως* Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως, Θεοτόκον,* σὲ μεγαλύνομεν.
Πάντων τῶν νοσοῦντων σὲ ἰατρὸν* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις* προστάτην καὶ βοηθόν,* χηρῶν τε καὶ πενήτων* φρουρὸν σε καὶ τροφέα,* Γλυκερία μάρτυς,* Χριστὸς ἀνέδειξε.
Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή,* μάρτυς, ἀνεδείχθης* καὶ προπύργιον τῶν πιστῶν* καὶ τῆς νεολαίας,* φρουρὸς τε καὶ προστάτης,* Γλυκερία μάκαρ,* Χριστὸς ἀνέδειξε.
Τὴν ῾Ελλάδαν σκέπε, θαυματουργέ,* Γλυκερία μάρτυς,* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς* καί ἐκ τῶν κυκλοῦντων* αὐτὴν ἐχθρῶν, φωσφόρε,* διάσωσον λιταῖς σου* ταῖς πρὸς τὸν ῞Υψιστον.
Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώσιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλλη* ἰδεῖν ἀξίωσον.
Χαίροις, Γλυκερία θαυματουργέ,* ̉Ορθοδόξων δόξα καὶ ῾Ελλήνων ἡ χαρμονή˙* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καί ἐν στεναχωρίᾳ* ἀκοίμητος προστάτης καὶ καταφύγιον.
Σπεῦσον εἰς τὰς κλίνας τῶν ἀσθενῶν* καὶ τούτοις παράσχου,* Γλυκερία θαυματουργή,* ἀκλόνητον ὑγείαν,* μετάνοιαν καὶ πίστιν* καὶ Κύριον ἁπάντων* αἰνεῖν ἀξίωσον.
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι Πάντες,* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν… ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ
Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν,* τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως* καὶ ἀσθένεια τῆς σαρκός* τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν* πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος* τῶν βασάνων τὴν ἕφοδον,* παρ̉ οὐδὲν ἠγήσατο* καὶ θεόθεν δεδόξασται* πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες* χαίροις θεόφρον Γλυκερία.
Δέησις ὑπὸ ῾Ιερέως καὶ ἐν συνεχείᾳ μικρὰ ἀπόλυσις.
Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:
῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.
Δέχου παρακλήσεις ἱκετῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων δεήσεις* σὺ Γλυκερία σεμνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῾Αγία, τῆς ῾Ελλάδος ἡ δόξα* ῥῦσαι τοὺς σοι προστρέχοντας τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλίψεως.
῏Ηχος πλ. δʹ.
Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
῏Ηχος βʹ.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε ̉Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
̉Αμήν.


