Σάββατο, Απριλίου 18, 2026

 

                       Πρώτη ἡ Θεοτόκος εἶδε τὸν Ἀναστάντα

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Κύριο μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατὰ τὴν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καὶ φρόντισαν νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι\’ ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Πιλᾶτο τὸ δεσποτικὸ σῶμα, τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὸ σταυρό, τὸ περιέβαλαν σὲ σινδόνια μαζὶ μὲ ἐκλεκτὰ ἀρώματα, τὸ τοποθέτησαν σὲ λαξευτὸ μνημεῖο κι\’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στὴ θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ποὺ καθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τὴ Θεομήτορα. Δὲν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Λουκᾶς.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἀνάπλαση καὶ ἐπάνοδος πρὸς τὴν ἀθάνατη ζωὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ ποὺ καταβροχθίσθηκε... ἀπὸ τὸ θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ τοῦ θανάτου ἐπανῆλθε πρὸς τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία πλάσθηκε.

Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνον στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς ἄνθρωπος νὰ πλάττεται καὶ νὰ παίρνει ζωή, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄνθρωπος ἐκείνη τὴν ὥρα, μετὰ δὲ τὴ λήψη τῆς πνοῆς ζωῆς μὲ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν εἶδε μιά γυναίκα, γιατί μετὰ ἀπὸ αὐτὸν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα. Ἔτσι τὸν δεύτερο Ἀδάμ, δηλαδὴ τὸ Κύριο, ὅταν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, κανεὶς ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ἀφοῦ δὲν παρευρισκόταν κανεὶς δικός του καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ φύλαγαν τὸ μνῆμα ταραγμένοι ἀπὸ τὸ φόβο, εἶχαν γίνει σὰν νεκροί, μετὰ δὲ τὴν ἀνάσταση πρώτη ἀπ\’ ὅλους τὸν εἶδε μία γυναίκα.

Ὑπάρχει κάτι συνεσκιασμένο ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, τὸ ὁποῖο θὰ ἀποκαλύψω στὴν ἀγάπη σας. Πραγματικὰ πρώτη ἀπ\’ ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστὸ καὶ δίκαιο, εἶδε τὸν ἀναστάντα καὶ ἀπόλαυσε τὴν ὁμιλία του καὶ ἄγγισε τὰ ἄχραντα πόδια του, ἔστω καὶ ἂν οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν τὰ λέγουν φανερά, μὴ θέλοντας νὰ φέρουν ὡς μάρτυρες τὴ μητέρα, γιὰ νὰ μὴ δώσουν ἀφορμὴ ὑποψίας στοὺς ἀπίστους. Ἐπειδὴ τώρα ὁμιλῶ πρὸς πιστοὺς θὰ διευκρινήσω τὰ σχετικά.

Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ μυροφόρες ἑτοίμασαν τὰ μύρα καὶ τὰ ἀρώματα, κατὰ τὴν ἐντολή, τὸ Σάββατο ἡσύχασαν. Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει: «Τὴ πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ, ἦρθαν στὸ μνῆμα, ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ τοῦ Ἰακώβου, ἡ Ἰωάννα καὶ ἄλλες μαζί τους.» Ὁ Ματθαῖος λέγει: «ἀργὰ τὸ Σάββατο, ξημερώνοντας τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος καὶ δυὸ μυροφόρες προσῆλθαν.» Ὁ Ἰωάννης λέγει: «Τὸ πρωϊ, ἐνῶ ἦταν σκοτεινὰ καὶ ἦταν μόνο ἡ Μαρία Μαγδαληνή». Ἐνῶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρει: «Πολὺ πρωϊ τῆς πρώτης ἑβδομάδος καὶ ἦταν τρεῖς οἱ προσερχόμενες μυροφόρες.»

Πρώτη τῆς ἑβδομάδος ποὺ ἀναφέρουν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς εἶναι ἡ Κυριακή. Ἀργὰ τὸ βράδυ, ὄρθρο βαθύ, πολὺ πρωϊ καὶ πρωϊ σκοτεινὰ ἀκόμη, ὀνομάζουν τὸ χρόνο γύρω ἀπὸ τὸν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπὸ φῶς καὶ σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια νὰ διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελιστὲς μεταξὺ τους τόσο γιὰ τὴν ὥρα, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν.

Οἱ μυροφόρες ἦταν πολλὲς καὶ ἦλθαν στὸν τάφο ὄχι μία φορά, ἀλλὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς φορές, συντροφιὰ μέν, ἀλλ\’ ὄχι οἱ ἴδιες. Κατὰ τὸν ὄρθρο μὲν ὅλες, ἀλλ\’ ὄχι τὸν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς.

Ὅπως ἐγὼ ὑπολογίζω καὶ συνάγω ἀπὸ ὅλους τούς εὐαγγελιστές, πρώτη ἀπ\’ ὅλους ἦλθε στὸν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί της τή Μαγδαληνὴ Μαρία. Τὸ συμπεραίνω ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο. Γιατί λέγει, «ἦλθε ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ ἄλλη Μαρία», ποὺ ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο. Καὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, γιατί ἄγγελος Κυρίου ἦλθε, σήκωσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ κάθησε πάνω της. Ἦταν ἡ μορφή του σὰν ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμά του λευκὸ σὰν χιόνι καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους ταράχθηκαν οἱ φύλακες καὶ ἔγιναν σὰν νεκροί».

Νομίζω ὅτι γιὰ τὴ Θεοτόκο ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος τάφος (γιατί γι\’ αὐτὴ πρώτη καὶ μέσω αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθεῖ σ\’ ἐμᾶς ὅλα, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ) γι\’ αὐτὴν ἄστραψε ὁ ἄγγελος νὰ δεῖ τὸν ἄδειο τάφο καὶ τὸ μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων χωρὶς τὸν ἀναστάντα Κύριο. Καὶ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστὴς αὐτὸς ἄγγελος ἦταν ὁ Γαβριήλ, ποὺ ἀνάφερε τὴν ἀνάσταση δείχνοντας τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ λέγοντας στὶς μυροφόρες νὰ τὴν ἀναγγείλουν στοὺς μαθητές. Καὶ τότε «ἐξῆλθαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη».

Ἐγὼ νομίζω καὶ πάλι ὅτι τὸν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τὴ μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τὰ χαρμόσυνα λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου τὰ ὁποῖα πίστευσε καὶ ἀπὸ τὰ τόσα ἀξιόπιστα γεγονότα, τοῦ σεισμοῦ, τῆς μετάθεσης τοῦ λίθου, τοῦ ἄδειου τάφου, τῶν ἄλυτων ἐνταφίων, ἀδειανῶν ἀπὸ τὸ σῶμα.

Καὶ τέλος πρώτη ἡ Θεοτόκος ἀναγνώρισε τὸν ἀναστάντα καὶ προσέπεσε στὰ πόδια του καὶ ἔγινε ἀπόστολος πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰησοῦς στὶς μυροφόρες, λέγοντας τό: «Χαίρετε».

(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ)


Παρασκευή, Απριλίου 17, 2026

 

Ο Επίσκοπος Καρπασίας Χριστόφορος καταγγέλλει τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου για τις σχέσεις του με τους Λάιονς.

  

Ο Επίσκοπος Καρπασίας Χριστόφορος καταγγέλλει τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου για τις σχέσεις του με τους Λάιονς.

Έγραψε κάποτε ο τότε αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Τσιάκκας στο λεξικό του:“Κριτική Χριστιανική θεώρηση τῶν Λάϊονς:

Ἡ ὀργάνωση αὐτή ἀποτελεῖ ἕνα καθαρά διεθνιστικό ανθρωποκεντρικό σύστημα, που θέτει ὡς ύψιστο σκοπό τη δόξα τῶν Λάϊονς. Αυτό τονίζεται σαφέστατα ἀπό τήν ἴδια τήν ὀργάνωση βλ.The Lion, 130, Μάρτιος, Απρίλιος 97.

Από αυτή την άποψη κινεῖται σε ἐντελῶς ἀντίθετη γραμμή ἀπό τήν Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη που κέντρο της δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἐνδοκοσμικῶν του ἀναγκῶν, ἀλλά ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς καί ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου με Αυτόν, δηλαδή ή θέωση τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ Θεανθρώπου […] Σέ έκδοση ἐντύπου με προσευχές για τούς Λάϊονς, στον πρόλογό του σημειώνεται ὅτι αὐτές γράφηκαν «μέ κάποιο φιλοσοφικό ὑπόβαθρο» ἀντικαθιστώντας το Βιβλικό κείμενο με «ἕνα ἄλλο προσαρμοσμένο και φιλοσοφημένο κείμενο, πάνω σέ ἔννοιες Χριστιανικές και ανάλογα πάλι μέ τήν περίπτωση καί τήν περίσταση» γιά νά χρησιμοποιοῦνται ἀπό τούς «ἀδελφούς Λάϊονς στις δικές τους συνεστιάσεις». Από αὐτό καί μόνο οἱ Λάϊονς διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν Ἐκκλησία, αλλάζουν το περιεχόμενο τῆς πίστεως, ἀπό Χριστοκεντρικό, Πατερικό και ἐκκλησιαστικό, καί τό μετατρέπουν σε φιλοσοφικό μέ τήν χρήση Χριστιανικῶν ὅρων, που όμως δεν έχουν να κάνουν τίποτα μέ τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική Πίστη. Αὐτό συμπεραίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ Λάϊονς διακηρύττουν ὅτι εἶναι «μία μεγάλη οικογένεια ἀνθρώπων καλῆς θέλησης στερουμένων προκαταλήψεων ἀπέναντι στό χρῶμα δέρματος, στη θρησκεία, στη γλῶσσα…», διαθέτουν δική τους Φιλοσοφία καί Κώδικα Ηθικῆς, τελετουργικό μύησης καί εἰσδοχῆς μέ ὁμολογία και αναδόχους (=κατά τό πρότυπο τοῦ Βαπτίσματος) καί ὅτι ἔρχονται να συμπληρώσουν τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἀφήνοντας να ὑπονοηθεῖ ὅτι αὐτό εἶτε εἶναι ἐλλιπές, εἴτε ὅτι ἡ ἴδια ἀδυνατεῖ νά τό ἐκληρώσει πλήρως κ.τ.λ.

Συνεπώς, κάποιος πού εισέρχεται στήν ὀργάνωση σημαίνει ότι πνευματικά, ηθικά, κοινωνικά δέν τόν καλύπτει ἡ ζωή καί διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί ἐντάσσεται σ΄ αὐτή γιά νά βρεῖ την ὁλοκλήρωση και καταξίωσή του!”

Με πολύ χαρά διαβάσαμε την παραπάνω τοποθέτηση του Επισκόπου Καρπασίας και θα θέλαμε να ελπίζουμε πως συνεχίζει να πιστεύει αυτά που έχει γράψει στο λεξικό από το οποίο έγινε γνωστός, και θα θέλαμε να ελπίζουμε πώς θα πάρει επίσημα πλέον θέση κατά του Αρχιεπίσκοπου Κύπρου και στα απαράδεκτά του ανοίγματα. Συκοφαντίες φαίνεται θα είναι οι φήμες περί επιθυμίας του Καρπασίας για Μοιχεπιβασεία στην Πάφο, γιατί με τέτοιες ξεκάθαρες δημόσιες Ορθοδοξότατές του θέσεις, δεν μπορεί να ισχύουν αυτά που ακούγονται. Ευελπιστούμε πώς ο Επίσκοπος Καρπασίας θα κάνει και ειδικό υπόμνημα για τις ατασθαλίες του Αρχιεπισκόπου και να προσπαθήσει να πείσει τον Αρχιεπίσκοπο πώς μόνο με επιστροφή του Τυχικού στην Πάφο θα ξαναδεί άσπρη μέρα η Εκκλησία της Κύπρου.

Παρομοίως θα μπορούσε να κινηθεί ταυτόχρονα και ο Μητροπολίτης Ταμασού ύστερα από την επίσημη τοποθέτησή του, σχετικά με το ασύμβατο της Μασονίας και της Ορθόδοξης Πίστης μας:

ΣΧΟΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΤΑΜΑΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΡΟΔΟΣΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΜΑΣΩΝΙΑ – 15/4/2026

Με αφορμή τις κατά καιρούς αναφορές και συζητήσεις που αναπτύσσονται και στην Κύπρο σχετικά με ομάδες όπως ο Τεκτονισμός και ο Ροδοσταυρισμός, η Ορθόδοξη θεολογία διατηρεί σαφή και διαχρονική θέση. ΒΑΣΙΚΑ έχουν τα στοιχεία που τις χαρακτηρίζουν ως άλλες θρησκείες αντίθετες με την αυθεντική πίστη της Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας αυτήν που εκπροσωπεί μόνο η Ανατολική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία στην οποία ανήκει και η Εκκλησία της Κύπρου.

Η Εκκλησία τονίζει ότι η αλήθεια του Χριστού δεν αποτελεί «μυστική γνώση» για λίγους, αλλά αποκαλύπτεται φανερά σε όλους τους ανθρώπους. Αντιθέτως, οργανώσεις που βασίζονται σε κλειστές δομές, βαθμίδες μύησης και εσωτερικές διδασκαλίες κινούνται σε διαφορετική πνευματική κατεύθυνση, ξένη προς το εκκλησιαστικό ήθος.

Ιδιαίτερη επισήμανση γίνεται στο γεγονός ότι τέτοιες κινήσεις προβάλλουν συχνά μια γενική και απρόσωπη έννοια του Θεού, καθώς και στοιχεία θρησκευτικού συγκρητισμού, τα οποία δεν ταυτίζονται με την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Τριαδικό Θεό και στη σωτηρία διά της χάριτος.

Ήδη από το 1933, η Εκκλησία της Ελλάδος έχει διακηρύξει επισήμως το ασυμβίβαστο της Μασονίας με την Ορθοδοξία. Αντίστοιχη στάση έχει εκφραστεί και από την Εκκλησία της Κύπρου, η οποία, ιδίως κατά την περίοδο του Αρχιεπίσκοπου Χρυσόστομου Α΄ προχώρησε σε συνοδικές τοποθετήσεις που επιβεβαιώνουν την ασυμβατότητα της Μασονίας με την ορθόδοξη πίστη.

Η Ορθόδοξη προσέγγιση δεν εστιάζει σε θεωρίες ή φήμες περί επιρροών που σίγουρα υπάρχουν για αλλότριους από το ευαγγελικό μήνυμα σκοπούς , αλλά στη διάκριση των πνευματικών κριτηρίων. Το ζητούμενο για τον πιστό παραμένει η ζωή μέσα στην Εκκλησία, η συμμετοχή στα Μυστήρια και η πορεία μετανοίας και ταπείνωσης.

Συνοψίζοντας, η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετωπίζει τα φαινόμενα αυτά όχι ως κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα, αλλά κυρίως ως θεολογικά, επισημαίνοντας την ουσιαστική ασυμβατότητά τους με την πίστη και την εμπειρία της Εκκλησίας. Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πρέπει να εμπλέκονται σε τέτοιου είδους θρησκείες οι οποίες συνήθως για να αλιεύσουν μέλη τους προβάλλουν ένα φιλανθρωπικό χαρακτήρα και δεν τους ενοχλεί αν κάποιος είναι ορθόδοξος χριστιανός

Θεωρούμε πώς θα στριμώξουν στην γωνιά τον Αρχιεπίσκοπο και θα τον απειλήσουν πώς θα ξεκινήσουν διαδικασία καθαίρεσής του εάν δεν δείξει διάθεση μετάνοιας για το πόσο άδικα και εκδικητικά χειρίστηκε τον Μητροπολίτη Πάφου και αν δεν καταθέσει λίβελο πίστεως για το ασύμβατο των Λάιονς και της Μασονίας…

Λαός της Πάφου



 

Πατήρ Σαράντης Σαράντος – Ὁμιλία: «Μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ» (28-03-2010)



 

Η Ζωοδόχος Πηγή και ο ομώνυμος ναός της Κωνσταντινούπολης

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ ΚΑΙ Ο ΟΜΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ: Η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής είναι γιορτή της Παναγίας μας. Γράφει το συναξάρι της ημέρας: Την Παρασκευή της Διακαινησίμου εορτάζουμε τα εγκαίνια του ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Θεομήτορος, της Ζωηφόρου Πηγής. Ακόμη ενθυμούμαστε και τα υπερφυή θαύματα που έγιναν στον Ναό αυτό από την Μητέρα του Θεού. Ένα από τα πολλά ονόματα της Θεοτόκου είναι και το Παναγία Ζωοδόχος Πηγή, αφού γέννησε την Ζωή, που είναι ο Χριστός. Το όνομα αυτό αποδόθηκε πρώτη φορά στην Παναγία από τον Ιωσήφ τον Υμνογράφο (9ος αι.).
Η γιορτή αναφέρεται στα εγκαίνια του Ιερού Ναού της Παναγίας, γνωστού ως Η Ζωοδόχος Πηγή στο Μπαλουκλί, έξω από τα θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινούπολης, κοντά στη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα "παλάτια των πηγών", θέρετρα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Εκεί υπήρχε πηγή αγιάσματος που επιτελούσε και επιτελεί πολλά θαύματα.
Ο ΟΜΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής στην Πόλη ανεγέρθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Θράκα, που, πριν ακόμη γίνει αυτοκράτορας ως απλός στρατιώτης, συνάντησε έναν τυφλό έξω από την Χρυσή Πύλη της Κωνσταντινούπολης. Ο τυφλός του ζήτησε νερό να πιει και ο Λέων αναζήτησε την πηγή του νερού στην περιοχή, η οποία ήταν κατάφυτη από δένδρα, αλλά δεν μπόρεσε να την ανακαλύψει. Η διήγηση προσθέτει πως ο Λέων λυπήθηκε που δεν βρήκε νερό να δώση στον τυφλό. Άκουσε τότε φωνή να του λέγη: Βασιλιά Λέοντα, ενώ ακόμη ήταν στρατιώτης, “να εισέλθεις βαθύτερα στο δάσος, και αφού λάβεις με τις χούφτες σου το θολερό αυτό νερό, να ξεδιψάσεις τον τυφλό και να του πλύνεις τα μάτια, και τότε θα γνωρίσεις ποια είμαι εγώ που κατοικώ στο μέρος αυτό”.
Ο Λέων έκανε αμέσως όπως τον διέταξε η φωνή και ο τυφλός είδε το φως του. Η φωνή εκείνη ήταν της Παναγίας. Όταν ο Λέων έγινε αυτοκράτορας (457-474), με ευγνωμοσύνη έκτισε στο μέρος εκείνο του αγιάσματος Ιερό Ναό προς τιμήν της Παναγίας, της Ζωοδόχου Πηγής. Όταν κατέρρευσε ο Ναός από τον χρόνο, ο Ιουστινιανός, χρησιμοποιώντας υλικά που περίσσεψαν από την Αγία Σοφία, ανοικοδόμησε τη Ζωοδόχο Πηγή καθιστώντας το ναό πιο μεγαλοπρεπή από τον παλαιότερο, ενώ αργότερα ο Βασίλειος Α΄ο Μακεδών, μετά από σεισμό, ανέλαβε την ανακαίνισή του(869). Το 536 μ.Χ. στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά 536 - 552 μ.Χ.), λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος του Οίκου της αγίας ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή. Ο Ναός αυτός κατέρρευσε τον 15ο αιώνα. Ο Pierre Gylles σημειώνει ότι εκείνο το έτος η εκκλησία δεν υπήρχε πια, αλλά οι ασθενείς εξακολουθούν να επισκέπτονται την Πηγή. Το 1825 το αγίασμα καταστράφηκε από γενιτσάρους κατά την εξέγερσή τους. Το 1833 ο Πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄ μέ άδεια του Σουλτάνου ξαναέκτισε τον Ναό πάνω στα ερείπια του παλαιού. Τα επίσημα εγκαίνια έγινανστις 2 Φεβρουαρίου του 1835 από τον ίδιο τον Πατριάρχη στο Μπαλουκλί. Μπαλουκλί σημαίνει τόπος με ψάρια, αφού στην δεξαμενή της Πηγής υπάρχουν ψάρια. Σήμερα, εκτός από τη μεγάλη εκκλησία, λατρευτικό κέντρο του κτιριακού συγκροτήματος αποτελεί ο υπόγειος ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπου βρίσκονται η δεξαμένη με το αγίασμα και τα ψάρια.
Aκόμη και Tούρκοι και Tουρκάλες πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1955 ο ναός βεβηλώθηκε από άτακτα στίφη Τούρκων που όρμησαν διαλύοντας τα πάντα κατά την περίοδο των λεγόμενων Σεπτεμβριανών, του ξεσπάσματος δηλαδή των βαρβάρων κατά κάθε τι χριστιανικού και ελληνικού που υπήρχε στην Πόλη.
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ Ζ. ΠΗΓΗΣ ΣΕ ΕΠΩΝΥΜΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ: Στον ναό αυτό επιτελούνταν πολλά θαύματα με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της λύσεως της στειρώσεως της αυτοκράτειρας Ζωής. Εκεί θεραπεύθηκαν επίσης οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός, Λέοντας ο Σοφός, Ρωμανός Λεκαπηνός, ο Ανδρόνικος Γ, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης, πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, αλλά και κληρικοί, μοναχοί, απλοί Χριστιανοί. Τον 14ο αιώνα ο Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει έναν κατάλογο 63 θαυμάτων.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Η πρωτότυπη εικόνα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής παρουσιάζει την Παναγία μέσα σε ένα συντριβάνι από το οποίο χύνεται άφθονο νερό, να κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό που ευλογεί. Δύο άγγελοι την στεφανώνουν κρατώντας ειλητάριο που γράφει: Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον Βαστάζοντα πάντα. Γύρω από το συντριβάνι εικονίζονται πολλοί ασθενείς με ποικίλες ασθένειες. Δέχονται το αγίασμα με το οποίο τους ραντίζουν οι υγιείς. Στην άκρη ζωγραφίζεται μια δεξαμενή με ψάρια.
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΖΩΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ: Η σημερινή εορτή είναι α΄ Κινητή εορτή, διότι εξαρτάται από την ημέρα του Πάσχα και συνεπώς δεν εορτάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, όπως και άλλες μεγάλες εορτές (Ανάληψη, Πεντηκοστή, κ.ά.) Εορτάζεται ην Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Mετά την Aνάσταση είναι η πρώτη εορτή του Πεντηκοσταρίου. Β΄ Είναι Θεομητορική εορτή γιατί είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. H εορτή αυτή, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Θεομητορικές, έχει σχέση με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστη. “H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ωρισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνηση κάθε Έλληνος.” (Επ. Αυγουστίνος Καντιώτης). Όπως στο Mπαλουκλί εορτάζουν την ημέρα της Zωοδόχου Πηγής και ο ναός εκείνος της Θεοτόκου είναι πηγή θείων δωρεών, έτσι και κάθε εκκλησία που έχει ορθόδοξο παπά και λειτουργεί και τελούνται τα άγια μυστήρια, είναι μία ζωοδόχος πηγή. Και προσθέτει ο Μακαριστός Αυγουστίνος: “Στήν Eκκλησία τρέχει το νερό το αθάνατο της διδασκαλίας του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό που ξεδιψά πηγάζει από την υπερτάτη θυσία του Kυρίου. Tο νερό αυτό θεραπεύει. Δίνει την υγεία στις ανάπηρες και τραυματισμένες ψυχές, διά πρεσβειών της Παναγίας.”
“Ύδωρ το ζωήρυτον της Πηγής, μάννα το προχέον, τον αθάνατον δροσισμόν το νέκταρ το Θείον την ξένην άμβροσίαν το μέλι το εκ πέτρας, πίστει τιμήσωμεν.”


 

Νεομάρτυς ̉Ιωάννης ὁ ἐξ ̉Ιωαννίνων καί ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσας. (18 Απριλίου)

Νεομάρτυς ̉Ιωάννης ὁ ἐξ ̉Ιωαννίνων

καί ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσας.

Ο ῞Αγιος ̉Ιωάννης  ράπτης γεννήθηκε στό χωριό Τέροβο τῶν  ̉Ιωαννίνων ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς.  ̉Εγκαταστάθηκε στά  ̉Ιωάννινα καί ἔκανε τό ἐπάγγελμα τοῦ ράπτη.  ̉Αργότερα πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη ἐπί Πατριάρχου ̒Ιερεμίου Α' (1525 - 1545 μ.Χ.) ̉̉Επειδή ἦταν πιστός Χριστιανός κίνησε τόν φθόνο μερικῶν Τούρκων, πού τόν πίεζαν νά γίνει μουσουλμάνος. ̒Ο ̉Ιωάννης ὄχι μόνον ἀπέρριψε τίς δελεαστικές προτάσεις τους ἀλλά ἀποφάσισε νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. Δύο φορές προσπάθησε νά ἐκπληρώσει αὐτή του τήν ἐπιθυμία, ἀλλά τόν ἀπέτρεψε ὁ πνευματικός του. Τήν τρίτη φορά ὅμως, Μεγάλη Παρασκευή, εἶπε πῶς εἶδε σέ ὅραμα νά χορεύει μέσα στίς φλόγες κι ἔτσι πέτυχε τήν ποθούμενη εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του. ῞Οταν πῆγε στό ραφεῖο του, εἶδε νά ἔρχονται οἱ Τούρκοι πού τόν προέτρεπαν νά ἀλλαξοπιστήσει . Αυτή τή φορά ὅμως τόν συκοφαντοῦσαν ὅτι δῆθεν, ὅταν ἦταν στά Τρίκαλα ἀρνήθηκε τόν Χριστό. ̒Ο  ̉Ιωάννης τούς ἀπάντησε ὅτι αὐτό δέν ἔγινε ποτέ, ἀλλά καί οὖτε πρόκειται νά γίνει στό μέλλον. Συγχρόνως δέ μέ τά λόγια του, περιφρόνησε τή θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Οἱ Τούρκοι θυμωμένοι ὅρμησαν, τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στόν κριτή, ὅπου μέ θάρρος ὁμολόγησε τήν πίστη του στόν Χριστό. ̒Η ἀπόφαση τοῦ κριτῆ ἦταν νά βασανιστεῖ καί νά ρίχτεῖ στή φυλακή. Τέλος καταδικάστηκε νά καεῖ ζωντανός. ̒Ο Πατριάρχης Κων/πολης κατόρθωσε μέ πολλά χρήματα νά ἀναβάλει γιά λίγο τήν ἐκτέλεση του, ἀλλ̉  ὅταν ὁ  ̉Ιωάννης ρωτήθηκε καί πάλι ἄν ἀρνεῖται τόν Χριστό, ἀπάντησε μέ θάρρος ὅτι ποτέ δέν θά τόν ἀρνηθεῖ κι ἔψαλε μπροστά στούς Τούρκους τό «Χριστός  ̉Ανέστη». Τελικά οἱ Τούρκοι ἄναψαν φωτιά ἔξω ἀπό τήν πόλη, μέσα στήν ὁποία μόνος του ἀναπήδησε ὁ ̉Ιωάννης, ψάλλοντας. ̒Ορισμένοι ὅμως Χριστιανοί, γιά ν̉ ἀπαλλάξουν τόν Νεομάρτυρα ἀπό τούς φρικτούς πόνους τῆς φωτιᾶς, πλήρωσαν τούς δήμιους καί τόν ἀποκεφάλισαν στίς 18  ̉Απριλίου 1526 μ.Χ.

Τά διασωθέντα λείψανα του, ἀγοράστηκαν ἀπό τούς πιστούς καί διαφυλάχθηκαν στόν Πατριαρχικό ναό.

   ̒Ο Πατριάρχης  ̉Ιερεμίας Αʹ, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκαν οἱ συμπατριῶτες του ὅσιοι Θεοφάνης καί Νεκτάριος, κτίτορες τῆς ̒Ιερᾶς Μονῆς Βαρλαάμ, τούς δώρισε τήν ἁγία κάρα τοῦ Νεομάρτυρα ἡ ὁποία φυλάσσεται μέχρι σήμερα στήν Μονή Βαρλαάμ  ̒Αγίων Μετεώρων ἐπιτελοῦσα πλῆθος θαυμάτων.  ̉Απότμημα τοῦ ἱεροῦ του Λειψάνου φυλάσσεται στήν Μονή Δουσίκου Τρικάλων. 

   Τό μαρτύριο τοῦ  ̉Αγίου συνέγραψε ὁ λόγιος ἱερέας Νικόλαος Μαλαξός Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (+ 1594 μ.Χ.).

   ̒Η μνήμη του ἐορτάζεται στίς 18 Απριλίου, ἐνῶ στά  ̉Ιωάννινα τελείται τήν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου στόν ̒Ιερό Ναό τῆς ̒Αγίας Μαρίνας.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιο Νεομάρτυρα ̉Ιωάννην τὸν ἐξ ̉Ιωαννίνων

καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσαντα

Ποίημα Γεωργίου Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα άναγινώσκοντες τόν Ψαλμόν ΡΜΒ’ (142). Εἶτα τὸΘεός Κύριος,...(τετράκις) καὶ τά Τροπάρια.

Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῷ Νεομάρτυρι Χριστοῦ Ἰωάννῃ,* εὐσεβοφρόνως οἱ πιστοὶ δεῦτε πάντες,* ἐν κατανύξει κράξωμεν ἐκ βάθους ψυχῆς,* ῥῦσαι τοὺς προστρέχοντας,* λοιμικῆς ἀσθενείας,* πάσης περιστάσεως καὶ ποικίλων κινδύνων,* ταῖς πρὸς  Χριστὸν λιταῖς σου θαυμαστέ,* Ἰωαννίνων προστάτα ἀκοίμητε.

Δόξα Πατρί....  τό Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Νέον καύχημα, Ἰωαννίνων,* καὶ κραταίωμα, τῶν Ὀρθοδόξων,* ἀνεδείχθης Ἰωάννη τρισένδοξε,* σὺ γὰρ ἐν Πόλει τοῦ Βύζαντος ἤθλησας,* καὶ μαρτυρίου τὴν χλαῖναν κατέκτησας,* Μάρτυς ἔνδοξε,* Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,* δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι,* εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,* τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τίς δὲ διεφύλαξε ἕως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ·* Σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός καὶ  Κανών οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Ἰωάννη, Χριστῷ σύναψον νοῦν μου Γεώργιος.

ᾨδὴ α΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.

ώσεις ποικίλας θαυματουργέ, ταχὺ ἀπελαύνεις, καὶ δαιμόνων ἐπιβουλάς· διό σοι προσέρχονται ἀσμένως, Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη τρισένδοξε.

δάς σοι προσάγωμεν Ἀθλητά, καὶ σοῦ ἐξαιτοῦμεν, προστασίαν καὶ ἀῤῥωγήν, ἣν τάχος παράσχου Ἰωάννη, τοῖς Ὀρθοδόξοις πιστοῖς τρισμακάριστε.

ρχὴν μετανοίας θαυματουργέ, λιταῖς σου παράσχου, τῷ ποθοῦντι διακαῶς, ἰδεῖν Ἰωάννῃ Νεομάρτυς, τοῦ Παραδείσου τὰ κάλλη, θεόζηλε.

Θεοτοκίον.

Νεότητα Μῆτερ τοῦ Λυτρωτοῦ, προστάτευσον τάχος, ἐκ κινδύνων καὶ ἐθισμῶν, καὶ ἐκ χειρῶν ἀνθρώπων δολίων, Σὺ διαφύλαξον Κόρη Πανύμνητε. 

ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας ἁψῖδος.

Νῦν προστρέχω ὁ τάλας, ἱκετικῶς ἔνδοξε, καὶ σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι, ἀξιομίμητε, ἣν τῷ ἀθλίῳ ταχύ, σὺ Ἰωάννη παράσχου,  ἵνα μὴ ἀπόλωμαι, ὦ πανευφρόσυνε.

 ἁγία σου κάρα, ἐν Βαρλαὰμ Ἅγιε, λιμὴν ἀνεδείχθη ἐσχάτως, καὶ καταφύγιον, τῶν ἀσθενούντων σοφέ, καὶ τῶν θελόντων σωθῆναι· διὸ οἱ Ὀρθόδοξοι, πίστει προσέρχονται.

Χριστομάρτυς σὲ πόθῳ, ἱκετικῶς δέομαι, ἐκ τῆς μοχθηρίας ἱκέτην, τάχος διάσωσον, ἵνα ὑμνῶ τὸν Θεόν, καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων, Ἰωάννη ἔνδοξε, Ἡπείρου κλέϊσμα.

Θεοτοκίον.

ᾳθυμίας κατέστην, ἐργάτης ὁ ἄθλιος, διὸ πρὸς Σὲ καταφεύγω, καὶ πόθῳ δέομαι, σπεῦσον ταχὺ Μαριάμ, καὶ σῶσον Κόρη ἱκέτην, καὶ Υἱὸν Σου Ἄχραντε, Σὺ ἐξευμένισον.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου Ἰωάννη, ὅτι πάντες ἱκετικῶς πρὸς σὲ καταφεύγομεν, Νεομαρτύρων τὸ κλέος καὶ δόξα.

πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι, τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος β´. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Πρεσβείαν τὴν σήν, ποθοῦμεν ἀξιάγαστε, διὸ τῶν πιστῶν, τὰ πλήθη εἰς σὲ σπεύδουσι, καὶ θερμῶς βοῶσί σε, Ἰωάννη σκέπασον ἅπαντας, καὶ ἐκ τροχαίου φύλαξον ἡμᾶς, Βαρλαὰμ καὶ Ἠπείρου τὸ καύχημα.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.

ατρὸν ὀνομάζομεν, σὲ ὦ Ἰωάννη, Ἠπείρου καύχημα, καὶ δεόμεθα ἱκέται σου, ἐκ παντοίων νόσων διαφύλαξον.

Σωφροσύνην παράσχου μοι, καὶ ταπείνωσιν Ἰωάννη ἔνδοξε, καὶ τὸν νοῦν μου ἀποκάθαρον, ἐκ τῶν φαύλων σκέψεων, θεόφιλε.

Τὴν ψυχήν μου διάσωσον, ἐκ τῶν παθῶν Ἰωάννη μακάριε, καὶ τὸ σῶμά μου προστάτευσον, ἐκ ποικίλων νόσων ἀκατάβλητε.

Θεοτοκίον.

Παρθένε θεόνυμφε, τὸν Υἱόν Σου σκέπε καὶ διαφύλαττε, καὶ τὸ στόμα μου διάνοιξον, τοῦ δοξάζειν Σε Θεοκοινώνητε.

ᾨδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς.

Σὲ παρακαλῶ, Ἰωάννη παμμακάριστε, τοὺς Ὀρθοδόξους ἐκ πλάνης θαυμαστέ, καὶ ἐκ κινδύνων, ταχὺ λιταῖς σου φύλαξον.

μνους καὶ ᾠδάς, σοί προσφέρομεν Ὀρθόδοξοι, καὶ σοὶ προσπίπτομεν θαυματουργέ, ἐκ τῶν ποικίλων, παθῶν ἡμᾶς ἐλευθέρωσον.

Νέος ἀθλητής, ἀνεδείχθης Μάρτυς ἔνδοξε, καὶ Ὀρθοδόξων πιστῶν καταφυγή, ὦ Ἰωάννη, Ἡπείρου δόξα καὶ σέμνωμα.

Θεοτοκίον.

χραντε θερμῶς, ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος, ἐκ τῶν παγίδων ἀρχαικάκου ἐχθροῦ, τὸν Σὸν ἱκέτην, ἀπαύστως Μαριάμ, προστάτευσον.

ᾨδὴ στ´. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.

Ψυχήν μου σοῦ, Ἰωάννη δέομαι, ὁ ἀνάξιος διάσωσον τάχος, ἐκ τῶν χειρῶν, τοῦ ἀλάστορος Μάρτυς, καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων τοῦ ὄφεως, καὶ ῥῦσαί με διαπαντός, ἐκ ποικίλων παθῶν, ἀξιάγαστε.

 τάλας σέ, ἱκετεύω ἔνδοξε, καὶ αἰτῶ τὴν σὴν θερμὴν μεσιτείαν, πάντας ἡμᾶς τοὺς προσπίπτοντας πίστει, πρὸ τῆς ἁγίας σου κάρας διάσωσον, ἐκ πάντων τῶν διαβολῶν, ἅς κακότροποι Μάρτυς ὑφαίνουσι.

Νῦν πάντες, ἱκετικῶς προσφεύγομεν, καὶ δεόμεθα θερμῶς Ἰωάννη, ἐκ τοῦ καρκίνου διάσωσον πάντας, καὶ ἐξ ἐχθρῶν ἀοράτων προστάτευσον, καὶ φύλαξον ἐκ συμφορῶν, τοὺς ἱκέτας σου Μάρτυς τρισένδοξε.

Θεοτοκίον.

Νευρώσεις Σύ, ἀπελαύνεις Ἄχραντε, καὶ τὰς νόσους θεραπεύεις Σῶν δούλων, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἱκετῶν Σου παρέχεις, ἀκαταπαύστως βοήθειαν ἔνδοξε· Σοῦ δέομαι ὁ δυσμενής, τῆς ψυχῆς μου τὰ ὄμματα ἄνοιξον.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου Ἰωάννη, ὅτι πάντες ἱκετικῶς πρὸς σὲ καταφεύγομεν, Νεομαρτύρων τὸ κλέος καὶ δόξα.

χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα, μητρικὴν παῤῥησίαν.

Δέησις καί τὸ Κοντάκιον. Ἦχος β´. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος, καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Λυτρωτὴν ἀμετάθετος, μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν ἱκέτιδας φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον θαυματουργέ, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν θερμῶς κραυγαζόντων σοι, δέχου ἡμῶν πρεσβείας, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, τῶν Ὀρθοδόξων ἰσχυρόν, Ἰωάννη καταφύγιον.

Προκείμενον: Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. (δίς)

Στίχος. πομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καί εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου.

Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.

Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κεφ. ιβ΄ 8 – 12).

Εἶπεν ὁ κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι, οὐκ ἀφεθήσεται. Ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγάς, καὶ τὰς ἀρχάς, καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἤ τι ἀπολογήσησθε, ἤ τι εἴπητε· τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.

Δόξα....

Ταῖς τοῦ Ἰωάννου πρεσβείαις,  ̉Ελεήμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν...

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις,  ̉Ελεήμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με…. καὶ τὸ Προσόμοιον.

Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Μὴ ἐγκαταλείπῃς με, ὦ τοῦ Χριστοῦ Νεομάρτυς, τὸν πρὸς σὲ προστρέχοντα, καὶ καθικετεύοντα, ἀξιάγαστε· θλῖψις γὰρ ἔχει με, φέρειν οὐ δύναμαι, ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα, σκέπην οὐ κέκτημαι, οὐδὲ καταφύγιον πάντιμε, πάντοθεν εἰμὶ δέσμιος, ἐκ ποικίλων παθῶν ὁ τρισάθλιος, μάκαρ Ἰωάννη, θησαύρισμα καὶ δόξα Βαρλαάμ, μὴ παραβλέπῃς τὴν δέησιν, τοῦ ἀχρείου δούλου σου.

̒Ο Ιερεύς. Σῶσον ὀ Θεός τὸν λαό σου…

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας...

Οὐρανῶν Κυβερνήτην, Ἰωάννη θεόφρων σφοδρῶς ἠγάπησας· διὸ καὶ τὴν ζωήν σου, ὡς ἄκακον ἀρνίον, Αὐτῷ προσενήνοχας· ὦ Νεομάρτυς Χριστοῦ, προστάτευσον ἱκέτας.

πηρέτης κατέστην, τῆς σαρκὸς Ἰωάννη θεοκοινώνητε· διό σοι καταφεύγω, ὁ τάλας καὶ ἀχρεῖος, καὶ μετὰ πόθου δέομαι, βοήθησόν μοι ταχύ, ἵνα μὴ ἀπολλοῦμαι.

Νικητὴς ἀνεδείχθης, τῶν παθῶν Ἰωάννη ἀξιοθαύμαστε, καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ῎Αγαρ, οὐδόλως ἐφοβήθης, διὸ πάντες κραυγάζομεν· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον.

Μὴ παρίδῃς ἱκέτας, Θεοδόξαστε κόρη, πιστῶν τὸ καύχημα, ἀλλὰ ταῖς εὐχαῖς Σου, ἐκ νόσου τοῦ καρκίνου, πάντας Μῆτερ διάσωσον, ἵνα ὑμνῶμεν ἀεί, τὸν Λόγον Θεοτόκε.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα...

Οὐρανοδρόμε, τὸν Βασιλέα καὶ Κτίστην, καθικέτευε δεόμεθα πάντες, ὅπως ῥυσθῶμεν, πυρὸς τοῦ αἰωνίου.

μνους προσάγουν, ἐν κατανύξει βαθείᾳ, πρὸς σὲ τοῦ Βαρλαὰμ οἱ Πατέρες, καὶ προσκυνοῦσι, τὴν κάρα σου φωσφόρε.

Τὴν γῆν τῆς Ἠπείρου, σὺ καθηγίασας Μάρτυς, καὶ κατέστης αὐτῆς ὁ προστάτης, διὸ Ἰωάννη, δοξάζομέν σε πάντες.

Θεοτοκίον.

λλήνων Κόρη, καταφυγὴ ἀνεδείχθης, καὶ ἀκοίμητος πάντων προστάτης· διὸ Θεοτόκε, ἀπαύστως Σὲ ὑμνοῦμεν.

ᾨδὴ θ´. Κυρίως Θεοτόκον...

Μάρτυς Ἰωάννη, μὴ ἐγκαταλείπης, τοὺς Ὀρθοδόξους εἰς χεῖρας τοῦ ὄφεως, ἀλλὰ παράσχου ἡμῖν, ἀνώδυνα τὰ τέλη.

απίσματα ἐδέχθης, Μάρτυς Ἰωάννη, καὶ μαρτυρίου τὴν χλαῖναν κατέκτησας· διὸ σὲ πάντες ἐν πίστει, μάκαρ δοξάζουσι.

Γαλήνην σὺ παράσχου, ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ, καὶ τῆς πικρὰς τυραννίδος τοῦ ὄφεως, τὸν σὸν ἱκέτην θεόφρον, τάχος ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.

λέωσαι Υἱόν Σου, Κεχαριτωμένη, τὸν ἐπ ἐμοὶ ὀργισθέντα δικαίως Ἁγνή, καὶ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου, τάχος μὲ λύτρωσε.

Εἶτα τὰ Μεγαλυνάρια.

ξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί  παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί  ἐνδοξοτέραν  ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ· τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν  ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς,  μακαρίζειν σε ὦ Νεομάρτυς, τὸν ἀειμακάριστον καὶ θεοδόξαστον, τὸν προστάτην καὶ φρουρὸν ἡμῶν. Τὸν διὰ ἀγάπην τοῦ Ἰησοῦ, μαρτυρίου χλαῖναν, ἐνδυθέντα περιχαρῶς, καὶ νῦν σὺν τοῖς Ἀγγέλοις, ὑμνεῖ ἐν Παραδείσου, Χριστὸν τὸν ζωοδότην, καὶ πάντων Κύριον.

Χαίροις τῆς Ἠπείρου θεῖος βλαστός, καὶ Ἰωαννίνων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· χαίροις Ἰωάννη, τῶν Ὀρθοδόξων δόξα, καὶ τῶν πιστῶν τὸ κλέος, ἀξιοτίμητε.

κτενῶς ἱκέτευε τὸν Θεόν, ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, εἰρηναίαν αὐτὴν τηρεῖν, καὶ λυτροῦσθαι πάντων, δεινῶν τε καὶ κινδύνων, ὦ Ἰωάννη κλέος, δόξα καὶ καύχημα.

Χαίρουσιν Πατέρες τοῦ Βαρλαάμ, ἔχοντες ἐν μέσῳ, σοῦ τὴν κάραν θαυματουργέ, ἥτις ἀπελαύνει, δαιμόνων ἐπιθέσεις, καὶ τοῖς πιστοῖς παρέχει, ῥώμην καὶ δύναμιν.

Μάνδραν τὴν τιμῶσάν σε εὐλαβῶς, φύλαττε ἀπαύστως, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς, μάκαρ Ἰωάννη, σὺν τῷ Νεκταρίῳ, καὶ θείῳ Θεοφάνῃ, Χριστὸν πρεσβεύοντες.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Ἅγιος ὁ Θεός,... (Τρίς), Δόξα Πατρί, καί νῦν...,· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί… Παναγία Τριάς,... Κύριε, ἐλέησον· (τρίς), Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ...  Ὅτι σοῦ ἐστιν...

Εἶτα τό Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Νέον καύχημα, Ἰωαννίνων,* καὶ κραταίωμα, τῶν Ὀρθοδόξων,* ἀνεδείχθης Ἰωάννη τρισένδοξε,* σὺ γὰρ ἐν Πόλει τοῦ Βύζαντος ἤθλησας,* καὶ μαρτυρίου τὴν χλαῖναν κατέκτησας,* Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,* δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως, Απόλυσις καὶ τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν τὰ ἑξῆς: Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Χαῖρε Ἰωάννη θαυμαστέ, χαῖρε τῆς Ἠπείρου τὸ κλέος, καὶ Βαρλαὰμ θησαυρέ, ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν πρεσβευτὴν πρὸς Θεόν, οἱ ποθοῦντες Παράδεισον, ἀλλὰ δειλιῶντες, ὡς κατατρυχόμενοι ὑπὸ ποικίλων παθῶν, Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἀθληφόρε, ὅθεν σοι προσπίπτομεν πόθῳ, πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι ἀτίμητε.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι, ὦ Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δί ̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς.      Ἀμήν.



 

Άγιος Μακάριος Νοταράς: Ο πρωτεργάτης του Κολλυβαδικού Κινήματος.

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ: Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑΔΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού 

         Το Κολλυβαδικό Κίνημα είναι η συνέχεια του Ησυχαστικού Κινήματος και αποτελεί μια από τις πλέον γνήσιες εκφάνσεις της ορθοδόξου πνευματικότητας. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και μια ισχυρή πνευματική αναγέννηση, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την Εκκλησία μας, κατά την οποία απειλούνταν το εκκλησιαστικό πλήρωμα από τους εξισλαμισμούς και η  σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας μας από την άλωση της κακόδοξης δυτικής παράδοσης. Ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος υπήρξε  και ο άγιος Μακάριος Νοταράς, μια μεγάλη πνευματική και εκκλησιαστική μορφή του 18ου αιώνα.

      Γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας στα 1731και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του Γεώργιος ή Γεωργαντάς Νοταράς και μητέρα του Αναστασία, ανήκαν στους άρχοντες της περιοχής, έλκοντας την καταγωγή τους από την σπουδαία και επιφανή βυζαντινή οικογένεια των Νοταράδων, της οποίας πολλοί ασκούσαν το επάγγελμα του νοτάριου, δηλ. του ταχυγράφου. Ως αρχηγός της οικογένειας αναφέρεται ο Νικόλαος Νοταράς, ο οποίος υπηρέτησε στο περιβάλλον του βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου (1391-1425). Η οικογένεια των Νοταράδων ανέδειξε και πολλούς επιφανείς ιεράρχες, όπως ο Χρύσανθος Νοταράς.

     Οι εύποροι γονείς του του έδωσαν τη μεγαλύτερη δυνατή μόρφωση. Αφού αποφοίτησε από τα σχολεία της περιοχής του, και σε ηλικία 15 ετών, μετέβη στην Κεφαλονιά, ανάμεσα στα έτη 1746-1750, για να μαθητεύσει στον εκεί ονομαστό  δάσκαλο Ευστάθιο.

      Από μικρός έδειξε κλήση για τη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό κάποια στιγμή, ανάμεσα στα έτη 1758-1764, έφυγε κρυφά και πήγε στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Όμως ο πατέρας του τον ανακάλυψε και τον γύρισε στο σπίτι του. Ο Μιχαήλ μελετούσε και προσευχόταν αδιάκοπα.

      Την εποχή εκείνη υπήρχε έλλειψη διδασκάλου στην Κόρινθο. Ο Μιχαήλ ανάλαβε διδακτικά καθήκοντα, χωρίς αμοιβή, γενόμενος πολύ αγαπητός στους μαθητές τους για την απλότητά του, την αγάπη του και το σεβασμό του προς αυτούς. Παράλληλα έγινε ευρύτερα γνωστή στους Κορινθίους η φήμη του, ως σώφρονα και πνευματικού ανθρώπου, ώστε όταν κοιμήθηκε ο Μητροπολίτης Παρθένιος (1764), οι κάτοικοι ζήτησαν από τον Πατριάρχη Σαμουήλ, να τον διαδεχθεί εκείνος, παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμη λαϊκός. Εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Μακάριος, κατόπιν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και στη συνέχεια Επίσκοπος και Μητροπολίτης του Αποστολικού Θρόνου της Κορίνθου.

      Ως Επίσκοπος άσκησε αξιόλογη ποιμαντική, κοινωνική και εθνική δράση. Με το ξέσπασμα της επανάστασης των Ορλωφικών (1770) τάχτηκε υπέρ των επαναστατών και παρέσχε αξιόλογη βοήθεια. Ρωσικό έντυπο αναφέρει γι’ αυτόν: «ως άλλος απόστολος Παύλος, όχι με το ξίφος αρματωμένος, αλλά με την αρετήν κεκοσμημένος, διοικεί και κρατύνει την εκκλησίαν».  Μετά όμως την αποτυχία και τις σφαγές που ακολούθησαν, κάτεστη στόχος των Οθωμανών και για τούτο αναγκάστηκε να καταφύγει στη Ζάκυνθο με την οικογένειά του. Εκεί συνάντησε τον ονομαστό δάσκαλο του Γένους και κληρικό Νικηφόρο Θεοτόκη, με τον οποίο συνεργάστηκε, καταστρώνοντας σχέδιο για την πνευματική βοήθεια του υπόδουλου Γένους.

      Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά από απαίτηση της Υψηλής Πύλης, ζήτησε από όλους τους φυγάδες Επισκόπους των επαναστατημένων περιοχών να παραιτηθούν και να εκλεγούν άλλοι στη θέση τους. Όμως ο Μακάριος αρνήθηκε.

Τελικά εξελέγη στη θέση του άλλος Επίσκοπος, και του ιδίου του αποδόθηκε ο τίτλος του πρώην Κορίνθου.

      Στη Ζάκυνθο και με την παρότρυνση του Νικηφόρου Θεοτόκη, κατέστρωσε ένα φιλόδοξο σχέδιο, πνευματικής αφύπνισης του υπόδουλου Γένους και την ανάταση του εκκλησιαστικού φρονήματος. Γι’ αυτό το λόγο περιόδευσε, ανάμεσα στα έτη 1773-1774, στην Κεφαλονιά, ξανά στη Ζάκυνθο και κατόπιν στην Ύδρα, όπου συνάντησε και γνώρισε τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και ησύχασε σε κάποια Μονή. Από εκεί μετέβη στη Χίο και στα 1777, έφτασε στον Άγιον Όρος, εκπληρώνοντας διακαή του επιθυμία να ζήσει στην αθωνική πολιτεία. Εγκαταστάθηκε στο Κελλίο «Άγιος Αντώνιος», όπου συγκατοίκησε με τον συμπατριώτη του Γέροντα Δαβίδ. Εκεί συναντήθηκε και πάλι με τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη.

     Σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν ήρεμα τα πράγματα στο αγιώνυμο Όρος. Οι μοναχοί βρισκόταν σε σφοδρή διαμάχη, σχετικά με την ημέρα τελέσεων των μνημοσύνων και τα κόλλυβα. Η μια μερίδα ακολουθούσε την αρχέγονη παράδοση της Εκκλησίας, τελώντας τα μνημόσυνα το Σάββατο, οι δε επηρεασμένοι από την δυτική παράδοση, τα τελούσε την Κυριακή. Δεν ήταν μόνο τα μνημόσυνα το πρόβλημα, αλλά και μια σειρά ζητημάτων, τα οποία αλλοίωναν την παράδοση και παρέκλιναν σε δυτικά πρότυπα. Άλλωστε βρισκόμαστε σε μια εποχή έντονης δράσης των δυτικών μισιοναρίων (ιεραποστόλων) στον ελλαδικό χώρο, ασκώντας έντονη διαβρωτική δράση, με την αφειδώς στήριξη του Βατικανού και Προτεσταντικών Ομολογιών και την ανοχή της Υψηλής Πύλης.  

     Ο Μακάριος τάχτηκε με την μερίδα των παραδοσιακών μοναχών. Στη Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου αρνήθηκε να τελέσει μνημόσυνο ημέρα Κυριακή, δίνοντας την αφορμή να ξεκινήσει το Κολλυβαδικό Κίνημα. Ακολουθώντας ο Μακάριος την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, θεωρούσε λάθος την τέλεση των Ιερών Μνημοσύνων  κατά την χαρμόσυνη ημέρα της Κυριακής, τη στιγμή που η Εκκλησία είχε θεσπίσει το Σάββατο ως ημέρα των ψυχών και την τέλεση των Μνημοσύνων. Όμως η άρνηση αυτή είχε ως συνέπεια να εγερθούν εναντίον του οι υπέρμαχοι της τελέσεως των την Κυριακή. Τον κατήγγειλαν στον Οικουμενικό Πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄ (1771-1780), ως «ταραξία και υπεύθυνο εισαγωγής νεωτερισμών στην Εκκλησία»!

      Ο Μακάριος, ως μια χαρισματική μορφή και καλλιεργημένη προσωπικότητα, δεν ήθελε να δημιουργήσει διχαστικές τάσεις στους μοναχούς του Αγίου Όρους και γι’ αυτό, γεμάτος απογοήτευση και φοβούμενος ακόμα και για τη ζωή του, έφυγε, στα μέσα του 1776, για τη Χίο. Εκεί έλαβε και την πατριαρχική επιστολή, η οποία με δριμύ  χαρακτήρα, καταδίκαζε τη διαγωγή του στο Άγιον Όρος, ως «φατριαστική». Παρά ταύτα όμως οι Χιώτες τον υποδέχτηκαν και εκδήλωσαν τη στήριξή τους στο πρόσωπό του. Επιφανείς και ισχυροί κάτοικοι του νησιού, με επικεφαλής τον άρχοντα της Κωνσταντινουπόλεως Σκαναβή, μεσολάβησαν στο Πατριαρχείο και σταμάτησαν οι διώξεις του.

     Στη συνέχεια ανάλαβε και πάλι περιοδεία στην Πάτμο, την Ύδρα και την Κορινθία. Όταν επήρθε κάποια ηρεμία, επέστρεψε στο χωριό του, τα Τρίκαλα, για να ησυχάσει. Όμως ο θάνατος του αδελφού του από του Τούρκους τον ανάγκασε να φύγει ξανά.   

     Μετά από λίγο καιρό κοιμήθηκε ο πατέρας του και περιήλθαν στην κατοχή του χρεωστικοί τίτλοι της πατρικής του περιουσίας. Σε αυτούς καταλογίζονταν χρεοφειλέτες του πατέρα του. Τότε εκείνος χάρισε τα χρέη και έφυγε ξανά για το Άγιον Όρος. Αλλά δυστυχώς συνάντησε την αντιπαλότητα και εχθρότητα των  αντικολλυβάδων και δεν μπόρεσε να βρει ησυχία. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να αφήσει και πάλι το Περιβόλι της Παναγίας και να καταφύγει στην Πάτμο, όπου σύστησε το

Ησυχαστήριο των Αγίων Πάντων. Τελικά, στα 1790, κατέληξε στην Χίο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα, στο «κάθισμα», των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στις βόρειες - βορειοδυτικές παρυφές του Βροντάδου, στις υπώρειες του όρους Αίπου, ασχολούμενος με την άσκηση, την προσευχή, τη νηστεία, τη μελέτη και την συγγραφή. Είχε μάλιστα συνδεθεί, με αδελφική φιλία, με τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Ιερομόναχο Νικηφόρο. Εκεί έμεινε ησυχάζων δώδεκα χρόνια. Με επιστολές του απέτρεψε χιλιάδες εξισλαμισμούς και διέδωσε τις αρχές του Κολλυβαδικού Κινήματος.

     Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 17 Απριλίου του 1805. Το σκήνωμά του ενταφιάσθηκε στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη νότια πλευρά του. Τη βιογραφία του έγραψε ο φίλος του άγιος Αθανάσιος Πάριος. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το 1808.

     Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Απριλίου, την ημέρα της οσιακής  του κοίμησης. Στην κοινότητα Μύλοι της Σάμου εορτάζεται πανηγυρικά η μνήμη του στις 16 Μαΐου.

    Η προσωπικότητα του αγίου Μακαρίου Νοταρά είναι πολύ σημαντική, καθότι διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην ταραγμένη, για την Εκκλησία και το Έθνος μας, εκείνη εποχή, ως εκκλησιαστικός άνδρας και διδάσκαλος του Γένους. Υπήρξε πρωτοπόρος στο Κολλυβαδικό Κίνημα, μαζί με τους εξίσου σημαντικούς εκκλησιαστικούς άνδρες της εποχής, μοναχό Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτηάγιο Νικόδημο Αγιορείτη, άγιο Αθανάσιο Πάριο και άλλους πολλούς, οι οποίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην αλλοίωση των ορθοδόξων παραδόσεων και του ελληνορθοδόξου ήθους από την επέλαση των κακοδόξων δυτικών χριστιανικών παραδόσεων. Το Κολλυβαδικό Κίνημα, παρά την κατασυκοφάντησή του, (και δυστυχώς ως τις μέρες μας), αποτέλεσε μια ισχυρή πνευματική αφύπνιση – επιστροφή στις ορθόδοξες πατερικές ρίζες, διασώζοντας την σώζουσα ορθόδοξη πίστη, το ορθόδοξο ήθος και τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και πολιτείας από τις φράγκικες καινοτομίες. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός πως, ό, τι γνήσιο ορθόδοξο κατέχουμε στις μέρες μας, το οφείλουμε στο Κολλυβαδικό Κίνημα και τους συνεχιστές του.



Πέμπτη, Απριλίου 16, 2026

 

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καταρρίπτει τά ἐπιχειρήματα τῶν ἐχθρῶν της Ἀνάστασης

Ἕνα πρωινό συζητᾶ ὁ γέροντας μέ δύο-τρεῖς ἐπισκέπτες στό σπίτι του. Ὁ ἕνας εἶναι ἰδεολόγος κομμουνιστής...
Ὅλο τό οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στηρίζεται στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό δέν τό λέω ἐγώ. Τό λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαῖα ἤ πίστις ἠμῶν» (Α' Κορ. ιε' 17). "Ἄν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τότε ὅλα καταρρέουν. Ὁ Χριστός ὅμως ἀνέστη, πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἄρα Θεός.
- Ἐσεῖς τά εἴδατε ὅλα αὐτά; Πῶς τά πιστεύετε;
- Ὄχι, ἐγώ δέν τά εἶδα. Τά εἶδαν ὅμως ἄλλοι, οἱ Ἀπόστολοι. Αὐτοί στή συνέχεια τά γνωστοποίησαν καί μάλιστα προσυπέγραψαν τή μαρτυρία τους μέ τό αἷμα τους. Κι ὅπως ὅλοι δέχονται, ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑψίστη μαρτυρία.
Μέ βάση ἕναν πολύ ὡραῖο συλλογισμό τοῦ Πασκάλ λέμε ὅτι μέ τούς Ἀποστόλους συνέβη ἕνα ἀπό τά τρία: Ἤ ἀπατήθηκαν... ἤ μᾶς ἐξαπάτησαν ἤ μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.
"Ἄς πάρουμε τήν πρώτη ἐκδοχή. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπατήθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι ὅσα ἀναφέρουν δέν τά ἔμαθαν ἀπό ἄλλους. Αὐτοί οἱ ίδιοι ἦσαν αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες ὅλων αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου δέν ἦσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι οὔτε εἶχαν καμμιά ψυχολογική προδιάθεση γιά τήν ἀποδοχή τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντιθέτως ἦσαν τρομερά δύσπιστοι. Τά Εὐαγγέλια εἶναι πλήρως ἀποκαλυπτικά αὐτῶν τῶν ψυχικῶν τους διαθέσεων: δυσπιστοῦσαν στίς διαβεβαιώσεις ὅτι κάποιοι Τόν εἶχαν δεῖ ἀναστάντα.

Καί κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρίν τούς καλέσει ὁ Χριστός; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ἤ ὁραματιστές φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν συστημάτων, πού περίμεναν νά κατακτήσουν τήν ἀνθρωπότητα καί νά ἱκανοποιήσουν ἔτσι τίς φαντασιώσεις τους; Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν. Καί τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν νά πιάσουν κανένα ψάρι νά θρέψουν τίς οἰκογένειές τους.

Φέρε μου καί σύ κάποιον νά μοῦ πῆ πώς ὁ Μάρξ ἀπέθανε καί ἀνέστη καί νά θυσιάση τή ζωή του γιά τή μαρτυρία αὐτή κι ἐγώ θά τόν πιστεύσω ὡς τίμιος ἄνθρωπος.

- Νά σᾶς πῶ. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν καί πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Γιατί δέν ἀσπάζεσθε καί τόν κομμουνισμό;

- Τό εἶπες καί μόνος σου. Οἱ κομμουνιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μία ἰδεολογία ὅμως εἶναι πολύ εὔκολο νά ὑπεισέλθη πλάνη. Ἐπειδή δέ εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς νά θυσιάζεται γιά κάτι στό ὁποῖο πιστεύει, ἐξηγεῖται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Αὐτό ὅμως δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά τήν δεχθοῦμε καί ὡς σωστή.

Εἶναι ἄλλο πράγμα νά πεθαίνης γιά ἰδέες κι ἄλλο γιά γεγονότα. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως δέν πέθαναν γιά ἰδέες. Οὔτε γιά τό «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» οὔτε γιά τίς ἄλλες ἠθικές διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι πέθαναν μαρτυροῦντες ὑπερφυσικά γεγονότα. Κι ὅταν λέμε γεγονός, ἐννοοῦμε ὅ,τι ὑποπίπτει στίς αἰσθήσεις μας καί γίνεται ἀντιληπτό ἀπό αὐτές. Οἱ Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν δι' «ὅ ἀκήκοασι, ὅ ἐωράκασι τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν, ὅ ἐθεάσαντο καί αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν»(Α' Ἰωαν. α' 1-4). Γι' αὐτό καί μετά τή Σταύρωση τοῦ Κυρίου, παρά τά ὅσα εἶχαν ἀκούσει καί δεῖ, ἐπέστρεψαν στά πλοιάρια καί στά δίχτυά τους. Δέν ὑπῆρχε δήλ. σ' αὐτούς, ὅπως ἀναφέραμε, οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως γιά ὅσα ἐπρόκειτο νά ἐπακολουθήσουν. Καί μόνο μετά τήν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης.

Ἡ δεύτερη ἐκδοχή: Μήπως μᾶς ἐξαπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέματα; Ἄλλα γιατί νά μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θά κέρδιζαν μέ τά ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως ἀξιώματα, μήπως δόξα; Γιά νά πῆ κάποιος ἕνα ψέμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως, κηρύσσοντες Χριστόν καί Τοῦτον ἐσταυρωμένον καί Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τά μόνα τά ὁποῖα ἐξασφάλισαν ἦσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι ἀπό ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις καί τέλος ὁ θάνατος. Καί ὅλα αὐτά γιά ἕνα ψέμα; Εἶναι ἐντελῶς ἀνόητο καί νά τό σκεφθῆ κάποιος.

Συνεπῶς οὔτε ἐξαπατήθηκαν οὔτε μᾶς ἐξαπάτησαν οἱ Ἀπόστολοι. Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή ὅτι μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.

Θά πρέπει μάλιστα νά σοῦ τονίσω καί τό ἑξῆς: Οἱ Εὐαγγελιστές εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν πραγματική ἱστορία. Διηγοῦνται τά γεγονότα καί μόνον αὐτά. Δέν προβαίνουν σέ καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δέν ἐπαινοῦν, κανένα δέν κατακρίνουν. Δέν κάνουν καμμία προσπάθεια νά διογκώσουν κάποιο γεγονός ἤ νά ἐξαφανίσουν ἤ νά ὑποτιμήσουν κάποιο ἄλλο. Ἀφήνουν τά γεγονότα νά μιλοῦν μόνα τους.

- Ἀποκλείεται νά ἔγινε στήν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ νεκροφάνεια; Τίς προάλλες ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες γιά κάποιον Ἰνδό, τόν ὁποῖο ἔθαψαν καί μετά ἀπό τρεῖς μέρες τόν ξέθαψαν καί ἦταν ζωντανός.

- "Ἄχ, παιδάκι μου. Θά θυμηθῶ καί πάλι τό λόγο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἄπιστοι, δέν εἶσθε δύσπιστοι. Εἶσθε οἱ πλέον εὔπιστοι. Δέχεσθε τά πιό ἀπίθανα, τά πιό παράλογα , τά πιό ἀντιφατικά, γιά νά ἀρνηθῆτε τό θαῦμα!».

Ὄχι, παιδί μου. Δέν ἔχουμε νεκροφάνεια στόν Χριστό. Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τή μαρτυρία τοῦ Ρωμαίου κεντυρίωνος, ὁ ὁποῖος βεβαίωσε τόν Πιλάτο ὅτι ὁ θάνατος εἶχε ἐπέλθει.

"Ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος κατά τήν Ἴδια τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας μέ δύο μαθητές Του πρός Ἐμμαούς, πού ἀπεῖχε πάνω ἀπό δέκα χιλιόμετρα ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον νά ἔχη ὑποστῆ ὅσα ὑπέστη ὁ Χριστός καί τρεῖς μέρες μετά τό «θάνατό» του νά τοῦ συνέβαινε νεκροφάνεια; "Ἄν μή τί ἄλλο θά 'πρεπε γιά σαράντα μέρες νά τόν ποτίζουν κοτόζουμο γιά νά μπορῆ νά ἀνοίγη τά μάτια του, κι ὄχι νά περπατᾶ καί νά συζητᾶ σάν νά μή συνέβη τίποτα.

Ὅσο γιά τόν Ἰνδό, φέρε τόν ἐδῶ νά τόν μαστιγώσουμε μέ φραγγέλιο — καί ξέρεις τί ἐστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στά ἄκρα τοῦ ὁποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ἤ σπασμένα κόκκαλα ἤ μυτερά καρφιά—, φέρε τόν, λοιπόν, νά τόν φραγγελώσουμε, νά τοῦ φορέσουμε ἀκάνθινο στεφάνι, νά τόν σταυρώσουμε, νά τοῦ δώσουμε χολή καί ξύδι, νά τόν λογχίσουμε, νά τόν βάλουμε στόν τάφο, κι ἄν ἀναστηθῆ, τότε τά λέμε.

- Παρά ταϋτα ὅλες οἱ μαρτυρίες, τίς ὁποῖες ἐπικαλεσθήκατε, προέρχονται ἀπό Μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάποια μαρτυρία περί αὐτοῦ, πού νά μήν προέρχεται ἀπό τόν κύκλο τῶν Μαθητῶν του; Ὑπάρχουν δήλ. ἱστορικοί, πού νά πιστοποιοῦν τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ; "Ἄν ναί, τότε θά πιστέψω κι ἐγώ.

- Ταλαίπωρο παιδί! Δέν ξέρεις τί ζητᾶς! "Ἄν ὑπῆρχαν τέτοιοι ἱστορικοί πού νά εἶχαν δεῖ τόν Χριστό ἀναστημένο, τότε ἀναγκαστικά θά πίστευαν στήν Ἀνάστασή Του καί θά τήν ἀνέφεραν πλέον ὡς πιστοί, ὁπότε καί πάλι θά ἀρνιόσουν τή μαρτυρία τους, ὅπως ἀκριβῶς ἀπορρίπτεις τή μαρτυρία τοῦ Πέτρου, τοῦ Ἰωάννου κ.λπ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά βεβαιώνη κάποιος τήν Ἀνάστασι καί ταυτόχρονα νά μή γίνεται Χριστιανός; Μᾶς ζητᾶς «πέρδικα ψητή σέ κέρινο σουβλί καί νά λαλῆ»! Αἴ, δέν γίνεται!

Σοῦ θυμίζω πάντως, ἔφ' ὅσον ζητᾶς ἱστορικούς, αὐτό τό ὁποῖο σοῦ ἀνέφερα καί προηγουμένως: ὅτι δηλ. οἱ μόνοι πραγματικοί ἱστορικοί εἶναι οἱ Ἀπόστολοι.

Παρ' ὅλα αὐτά ὅμως ἔχουμε καί μαρτυρία τέτοια ὅπως τήν θέλεις: ἀπό κάποιον δήλ. πού δέν ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του. Τοῦ Παύλου. Ὁ Παῦλος ὄχι μόνο δέν ἦταν Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ἐδίωκε μετά μανίας τήν Ἐκκλησία Του.

- Γι' αὐτόν ὅμως λένε ὅτι ἔπαθε ἡλίαση καί ἐξ αἰτίας της εἶχε παραίσθηση.

- Βρέ παιδάκι μου, ἄν εἶχε παραίσθηση ὁ Παῦλος, αὐτό πού θά ἀνεδύετο θά ἦταν τό ὑποσυνείδητό του. Καί στό ὑποσυνείδητο τοῦ Παύλου θέσι ὑψηλή κατεῖχαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προφῆτες. Τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰακώβ καί τόν Μωυσῆ ἔπρεπε νά δῆ κι ὄχι τόν Ἰησοῦ, τόν ὁποῖο θεωροῦσε λαοπλάνο καί ἀπατεώνα!

Φαντάζεσαι καμμιά πιστή γριούλα στό ὄνειρό της ἤ στό παραλήρημά της νά βλέπη τόν Βούδδα ἤ τόν Δία;

Τόν "Ἄϊ Νικόλα θά δῆ καί τήν Ἁγία Βαρβάρα. Διότι αὐτούς πιστεύει.

Καί κάτι ἀκόμη. Στόν Παῦλο, ὅπως σημειώνει ὁ Παπίνι, ὑπάρχουν καί τά ἑξῆς θαυμαστά: Πρῶτον, τό αἰφνίδιο τῆς μεταστροφῆς. Κατ' εὐθείαν ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη. Δέν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, τό ἰσχυρόν τῆς πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις καί ἀμφιβολίες. Καί τρίτον, πίστη διά βίου. Πιστεύεις ὅτι αὐτά μπορεῖ νά λάβουν χώρα μετά ἀπό μία ἡλίαση; Δέν ἐξηγοῦνται αὐτά μέ τέτοιους τρόπους. "Ἄν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. "Ἄν δέν μπορῆς, παραδέξου τό θαῦμα. Καί πρέπει νά ξέρης ὅτι ὁ Παῦλος μέ τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του ἦταν ἄνδρας ἐξόχως πεπαιδευμένος. Δέν ἦταν κανένα ἀνθρωπάκι νά μήν ξέρη τί τοῦ γίνεται.

Θά προσθέσω ὅμως καί κάτι ἐπί πλέον. Ἐμεῖς, παιδί μου, ζοῦμε σήμερα σέ ἐξαιρετική ἐποχή. Ζοῦμε τό θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε γιά τήν Ἐκκλησία Του ὅτι «καί πῦλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Μάτθ. ις' 18), οἱ ὀπαδοί Του ἀριθμοῦσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα Ἔκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αὐτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀκλόνητη παρά τούς συνεχεῖς καί φοβερούς διωγμούς ἐναντίον της. Αὐτό δέν εἶναι ἕνα θαῦμα;