Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2026

 

Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Απόκρεω- ερμηνευτική προσέγγιση                                 των κριτηρίων της Μεγάλης Κρίσεως

 

«ΠΙΣΤΙΣ ΔΙ’ ΑΓΑΠΗΣ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕΝΗ» (Γαλ.5,6)

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Απόκρεω- ερμηνευτική προσέγγιση των κριτηρίων της Μεγάλης Κρίσεως)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η Αγία μας Εκκλησία όρισε η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου να είναι αφιερωμένη στην ένδοξη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και στην Μεγάλη Κρίση. Σκοπός της να κατανοήσουμε ότι, μετά την διδαχή μας για το πάθος της υπερηφάνειας (Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου) και την ανάγκη της μετάνοιας (Κυριακή του Ασώτου), θα υπάρξει κρίση για τις όποιες επιλογές μας. Να συνειδητοποιήσουμε πως η επί γης ζωή μας δε θα μείνει άκριτη, αλλά θα δώσουμε λόγο για ό, τι κάναμε και για ό, τι δεν κάναμε, «εν ημέρα κρίσεως» (Ματθ.12,36).

      Στους ναούς διαβάζεται η σχετική περικοπή (Ματθ.25,31-46), μέσω της οποίας ο Κύριος μας περιγράφει, κατά τρόπο σαφή και δραματικό, την δεύτερη και μεγαλειώδη έλευσή Του στη γη και την επακολουθήσασα αδέκαστη και δικαία κρίση Του. Η Δευτέρα Παρουσία Του, θα είναι παρουσία άφατης δόξας, σε αντίθεση με την πρώτη παρουσία Του, που ήταν «κένωση» της θεότητάς Του. Στην πρώτη παρουσία Του ήρθε ως σωτήρας και λυτρωτής μας (Ιωάν.12,47), ως ταπεινός, πράος, συμπονετικός δάσκαλος, διδάσκοντάς μας τη σωτηρία δίνοντάς μας την δυνατότητα ελεύθερης αποδοχής της. Στην δεύτερη παρουσία Του θα έρθει ως ένδοξος και κραταιός κριτής, για να κρίνει την αποδοχή, ή όχι της σωτηρίας μας.

       Ο Θεός είναι Θεός αγάπης και οικτιρμών (Α΄ Ιωάν.4,7). Αγαπά όλα τα πλάσματά Του και πιο πολύ από όλα τον άνθρωπο, τον οποίο έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση δική Του (Γεν.1,26), με σκοπό να του χαρίσει μέρους της θείας μακαριότητάς Του και για τούτο, μετά την αποστασία του, έστειλε τον Υιό Του στη γη, να ταπεινωθεί, να γίνει άνθρωπος, να πάθει και να πεθάνει για χάρη του (Φιλπ.2,1), να το απολυτρώσει από τη δουλεία του διαβόλου, τη φθορά και το θάνατο.

     Ο Θεός όμως δεν είναι μόνο αγάπη, αλλά και δικαιοσύνη. Είναι φιλάνθρωπος και περιμένει την μετάνοια των αμαρτωλών, χωρίς να αναγκάζει κανέναν να σωθεί, αλλά η κλήση και η αναμονή για μετάνοια θα έχει κάποτε τέλος. Όσοι ακούν το κάλεσμά Του και δέχονται να είναι δικοί Του, θα εισέλθουν στην ατέρμονη Βασιλεία Του, να απολαύσουν την αιώνια ζωή, κατά την Μεγάλη Κρίση. Όσοι δεν αποδέχονται την πρόσκληση της σωτηρίας, και παρέμειναν αμετανόητοι και ξένοι Του, θα πορευτούν, μακριά από Αυτόν, σε μια φρικτή επιβίωση αιωνίων βασάνων. Η Μεγάλη Κρίση, θα είναι ένα μεγαλειώδες και συνάμα φοβερό γεγονός και θα σηματοδοτήσει μια νέα πραγματικότητα. Τότε θα «κάμψει παν γόνυ» (Ρωμ.14,11) ενώπιών Του, και οι ισχυροί της γης θα τρέμουν σαν τα ξερόχορτα από το φύσημα του ανέμου, κατανοώντας την μηδαμινότητά τους!

     Σύμφωνα με την σχετική ευαγγελική περικοπή, ο Κύριος έθεσε ως κριτήριο την θετική ή αρνητική στάση μας απέναντι στους συνανθρώπους μας  στην επίγεια ζωή μας. Όσοι συμπεριφέρθηκαν με αγάπη προς τους συνανθρώπους τους, έθρεψαν τους πεινασμένους, πότισαν τους διψασμένους, έντυσαν τους γυμνούς, φιλοξένησαν τους ξένους, περιέθαλψαν τους ασθενείς, συμπαραστάθηκαν στους φυλακισμένους και διωκόμενους, θα κριθούν ως οι ευλογημένοι του Ουράνιου Θεού Πατέρα και θα γίνουν κληρονόμοι της βασιλείας Του. Αντίθετα, όσοι έζησαν σκληρόκαρδοι και αρνήθηκαν να προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες, θα έχουν προορισμό την αιώνια καταδίκη. Για να δικαιολογήσει την κρίση Του, θα πει: «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.25,40).

      Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του, έγινε άνθρωπος, αδελφός των ανθρώπων, «κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι» (Εβρ.2,17). Παράλληλα, αδελφοποιεί και τους ανθρώπους μεταξύ τους, χάρις στην ένωσή τους στο Σώμα Του, την Εκκλησία. Αυτό μας υποχρεώνει να αγαπάμε και να διακονούμε τους αδελφούς μας, χωρίς καμιά διάκριση, σαν να διακονούμε τον Ίδιο. Η άσκηση της διακονίας μας θα κρίνει τη σωτηρία μας και η άρνησή της την καταδίκη μας, ως το βασικό κριτήριο στην Μεγάλη Κρίση.

      Υπάρχει όμως μια σοβαρή προβληματική επ’ αυτού. Τίθεται το ερώτημα: Η κρίση μας θα έχει αποκλειστικά κοινωνικά κριτήρια; Θα σωθούν όλοι, όσοι επέδειξαν κοινωνική ευαισθησία; Θα σωθούν και οι αλλόθρησκοι και οι άθεοι «ανθρωπιστές», όλοι όσοι έχουν στο ενεργητικό τους κοινωνική προσφορά; Κάποιοι, επηρεασμένοι από το σύγχρονο συγκρητιστικό «πνεύμα» και τα διδάγματα και τις επιδιώξεις του θρησκευτικού συγκρητισμού, στηρίζουν σε αυτή την περικοπή  τις οικουμενιστικές τους απόψεις, περί της δήθεν «καθολικής σωτηρίας των ανθρώπων», με βάση την κοινωνική τους δράση. Ότι δήθεν «ο κάθε άνθρωπος, καλής θελήσεως και κοινωνικής προσφοράς, θα κριθεί ως δίκαιος, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του θρησκευτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές κ.α. πίστεις και αρχές».

       Νομίζουμε πως δεν είναι επιτρεπτή τοιαύτη απλούστευση, διότι η κάθε αγιογραφική αναφορά πρέπει να προσεγγίζεται ερμηνευτικά σε συνάφεια με το όλο αγιογραφικό πνεύμα. Έτσι και η περικοπή της Μεγάλης Κρίσεως πρέπει να προσεγγιστεί ερμηνευτικά και συνδυαστικά με το όλο πνεύμα και γράμμα της Θείας Αποκαλύψεως. Και τούτο διότι ο «κοινωνικός» χαρακτήρας της σωτηρίας είναι μια από τις πολλές πτυχές της και έχει περιορισμένες αναφορές στις Άγιες Γραφές. Αντίθετα, παρατίθενται και άλλα κριτήρια και  παράγοντες, που θα κρίνουν την σωτηρία μας, τα οποία παραθέτουμε συνοπτικά. 

      Το πρώτιστο και βασικό κριτήριο της σωτηρίας είναι η οντολογική ένωσή μας με τον Ενανθρωπήσαντα Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο Οποίος ήρθε στον κόσμο να γίνει άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο κατά χάριν θεό, χάρις στην ενανθρώπησή Του. Ο Σατανάς μας απέσπασε από την κοινωνία του Θεού και ο Χριστός ήρθε να μας ενώσει και πάλι με Αυτόν. Ήρθε να  γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού (Εφ.2,14). Να μας αποσπάσει από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας και να μας λυτρώσει από τη φθορά και το θάνατο.

      Η οντολογική - οργανική ένωσή μας συντελείται δια των Ιερών Μυστηρίων, μέσα στην Εκκλησία Του και κύρια με τα Ιερά Μυστήρια της Βαπτίσεως και της Θείας Ευχαριστίας, δια των οποίων γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι του Χριστού, οργανικά και αναπόσπαστα μέλη του Σώματός Του. Ο Χριστός έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής, την κοινωνία του Αγίου Σώματός Του και του Τιμίου Αίματός Του: «ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν … ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Αντίθετα «ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ιωάν.6,51-54). Κατόπιν αυτών των ρητών διαβεβαιώσεων του Κυρίου, μπορεί κάποιος να κριθεί στην Μεγάλη Κρίση ως δίκαιος και να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού, χωρίς την ενότητα  με το Χριστό, χωρίς τη Θεία Κοινωνία; Τι χρειάζεται η οργανική μυστηριακή ένωση με το Χριστό, αν «σώζει» από μόνη της η κοινωνική προσφορά;

      Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο να κάμει «κοινωνική πολιτική», άλλωστε σοφούς, νομοθέτες, κοινωνικούς αναμορφωτές, είχε ο κόσμος και αυτό που του έλειπε ήταν ο αληθινός, ο αποτελεσματικός και καθολικός σωτήρας. Αυτός κατέστη ο μοναδικός και αποτελεσματικός σωτήρας της ανθρωπότητας. Μόνον Αυτός διακήρυξε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ο πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ιωάν.11,25-26). «Εγώ ειμί ή θύρα’ δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται»

(Ιωάν.10,9). Χρησιμοποιώντας τη λέξη «εγώ», δεν αφήνει κανένα περιθώριο σωτηρίας εκτός Αυτού. Ο απόστολος Πέτρος τόνισε «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί» η σωτηρία μας (Πραξ.4,12) και ο απόστολος Παύλος αποφάνθηκε ότι Αυτός είναι ο μοναδικός «σωτήρ του σώματος» (Εφ. 5.23) και κανένας άλλος. Αν η πίστη στην μοναδικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας είναι απαραίτητη, πως θα σωθούν, χωρίς αυτή, οι άπιστοι «φιλάνθρωποι», με μόνο κριτήριο την κοινωνική τους προσφορά;

       Άλλο κριτήριο θα είναι η αποδοχή της αποκαλυφθείσας εν Χριστώ αλήθειας, η οποία είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Ο Χριστός είπε: «τα ρήματα ά εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή εστίν» (Ιωάν.6,63), που σημαίνει ότι η διδασκαλία Του έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα. Επίσης διακήρυξε: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ιωάν.14,6), μη αφήνοντας κανένα περιθώριο σωτηρίας εκτός Αυτού και της ένσαρκης στο πρόσωπό Του σώζουσας αλήθειας. Μάλιστα, όποιος καταφρονήσει τη διδασκαλία Του και διδάξει διαφορετική, «ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν», ενώ, όποιος πιστεύει και διδάσκει ό, τι δίδαξε Εκείνος, «οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.5,19). Ο απόστολος Παύλος αναθεματίζει όποιους διδάσκουν «έτερον ευαγγέλιον» (Γαλ.1,8), παραγγέλλοντας στους πιστούς να φυλάγονται από τους ψευδοδιδασκάλους, διότι αυτοί οδηγούν στην απώλεια της σωτηρίας. Για τον απόστολο Ιούδα οι πλάνοι είναι «νεφέλαις ἄνυδροι ὑπὸ ἀνέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινά, ἄκαρπα, δίς ἀποθανόντα, ἐκριζωθέντα, κύματα ἄγρια θαλάσσης ἐπαφρίζοντα τὰς ἑαυτῶν αἰσχύνας, ἀστέρες πλανῆται, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς τὸν αἰῶνα τετήρηται» (Ιουδ.12-13).  Είναι δυνατόν αρνητές και διαστροφείς της διδασκαλίας του Χριστού (αιρετικοί, αλλόθρησκοι, βλάσφημοι, άθεοι, κλπ), έστω «φιλάνθρωποι», να συγκατατεθούν με τους δικαίους; 

      Η αγία ζωή είναι ένα άλλο κριτήριο. Ο Θεός μας έπλασε «κατ’ εικόνα και ομοίωσή» Του, δηλαδή, να είμαστε άγιες και άμωμες εικόνες Του, παροτρύνοντάς μας: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι» (Α΄Πέτρ.1,16). Μας καλεί να αποποιηθούμε τον «παλαιό άνθρωπο», τον δούλο της αμαρτίας (Ρωμ.6,6), να γίνουμε μιμητές του Χριστού (Α΄Κορ.11,1). Να αποβάλλουμε «τά ἔργα τοῦ σκότους» και να ενδυθούμε «τά ὅπλα τοῦ φωτός», ζώντας «μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὲ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ» (Ρωμ.13,13). Να οπλιστούμε με την «πανοπλίαν του Θεού» (Εφ.6,11,13), εντασσόμενοι στο «Σῶμα Χριστοῦ» (Α΄ Κορ.12,27), ενδεδυμένοι Αυτόν (Γαλ.3,27) και καθιστάμενοι «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ.4,11-13). Αντίθετα, οι εμμένοντες πεισματικά στην αμαρτία, μεταξύ αυτών και «φιλάνθρωποι», δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας, διότι η ανάστασή τους δεν θα είναι «ανάσταση ζωής», αλλά «ανάσταση κρίσεως» (Ιωάν.5,29). Άλλωστε, «οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄Κορ.6,9-10). Πως είναι δυνατόν να δεχτούμε ότι μόνον οι κοινωνικά ανάλγητοι θα κολασθούν; Πως είναι δυνατόν να κριθούν ως δίκαιοι μόνο με την κοινωνική τους δραστηριότητα, παρά το γεγονός ότι ήταν άπιστοι και αμετανόητοι αμαρτωλοί, μη αναγεννημένοι;

      Με βάση τα ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι  σωτηρία μας συνίσταται στην καθολική μεταμόρφωσή μας και όχι σε κάποια επί μέρους, ηθική, ή άλλη, αλλαγή μας. Αν ήταν μόνο η κοινωνική μας προσφορά μοναδικό κριτήριο της σωτηρίας μας, δεν θα χρειάζονταν να σαρκωθεί ο Υιός του Θεού, διότι θα αρκούσε ο Νόμος, ο οποίος κανονίζει σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές υποχρεώσεις, διότι, «ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ (του Χριστού) ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ιωάν.1,16-17). Ο απόστολος Παύλος τονίζει στις επιστολές του

ότι ο Νόμος υπήρξε απλά παιδαγωγός «εις Χριστόν» και τώρα που λάβαμε διά του Χριστού την χάρη και την σώζουσα πίστη,  «οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν» (Γαλ.3,24). Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται με την τήρηση των νομικών διατάξεων, αλλά είναι άνωθεν χορηγούμενη δωρεά, την οποία ο κάθε άνθρωπος καλείται να αποδεχτεί, να πιστέψει στο Χριστό, να ενωθεί μυστηριακά μαζί Του και να αγωνιστεί να απαλλαγεί από τα πάθη του και να αποκτήσει αρετές, ως καρπούς του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του. Μόνον τότε και έτσι, μπορεί να δει τον συνάνθρωπό του ως έναν εκ των «ελαχίστων αδελφών του Χριστού» (Ματθ.25,40) και δικό του αδελφό, σύσσωμο και σύναιμο μέλος του κοινού τους σώματος, του Σώματος του Χριστού, το οποίο συναποτελούμε όλοι μας στην αγία Του Εκκλησία.

     Ως εκ τούτου ποια μπορεί να είναι η ορθή ερμηνεία της ευαγγελικής περικοπής; Ποιοι φιλάνθρωποι θα κριθούν ως δίκαιοι στη Μεγάλη Κρίση, όλοι ανεξαιρέτως, πιστοί και άπιστοι; Την απάντηση μας τη δίνει ο απόστολος Παύλος: όσοι έχουν πίστη «δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ.5,6). Η πραγματική αγάπη είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος (Γαλ.5,22), προϊόν βαθειάς πίστης εκδηλωμένη  με έργα αγάπης. Αυτού του είδους η αγάπη είναι «ανυπόκριτη», θυσιαστική και «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α΄Κορ.13,4). Αυτή η αγάπη είναι γνήσια, ως ξεχείλισμα πίστεως,  διότι «ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ' ἑαυτήν» (Ιάκ.2,17). 

     Προφανώς αυτού του είδους η αγάπη θα είναι το ύψιστο κριτήριο στη Μεγάλη Κρίση και όχι η αγάπη, όπως την αντιλαμβάνεται ο κόσμος, έχει συχνά λειψό,  απατηλό χαρακτήρα, κρύβοντας υποκρισία και σκοπιμότητες. Η πείρα μας βεβαιώνει ότι, «κοινωνικά ευαίσθητοι» και με σημαντική κοινωνική προσφορά, είναι και άνθρωποι αιρετικοί, αλλόθρησκοι, άθεοι, εχθροί του Χριστού, ακόμα και συνειδητά εμμένοντας στην αμαρτία, ασκώντας «φιλανθρωπία» με ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος, προϊόν κλοπών, ληστειών, αδικίας, πορνείας κλπ. Επίσης ιδεολογικά και κοινωνικοπολιτικά συστήματα, με αθεϊστική και εχθρική προς την Εκκλησία κοσμοθεωρία, ασκούν ή δείχνουν να ασκούν, «κοινωνική πολιτική», (π.χ. μαρξισμός). Ομάδες αιρετικών ασκούν για τα μέλη τους σημαντική κοινωνική αλληλεγγύη και προσφορά, για λόγους προσηλυτισμού και συγκράτησή τους σε αυτές. Αλληλεγγύη ασκείται και ανάμεσα σε μέλη κακοποιών. Μπορεί να λογισθούν οι τέτοιου είδους κοινωνικές υπηρεσίες κριτήριο για την Μεγάλη Κρίση; 

      Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι ως δίκαιοι θα κριθούν στη Μεγάλη Κρίση, όσων η αγάπη και η κοινωνική προσφορά τους θα είναι προϊόν πίστης, μεταποιημένων εν Χριστώ ανθρώπων. Το τι θα γίνει με τους «καλούς» και «φιλάνθρωπους» των εκτός Εκκλησίας, τόσο η θεία αποκάλυψη, όσο και η πατερική παράδοση σιωπά. Αυτό πρέπει να κάμουμε και εμείς, αφήνοντας την «περιέργειά» μας αυτή στην μέριμνα του Θεού, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμ.2,4).

      Η ενθύμηση του μεγάλου και φοβερού γεγονότος της Μεγάλης Κρίσεως, θα πρέπει να είναι αδιάκοπη για όλους όσους αισθανόμαστε συνειδητοί πιστοί, διότι μας βοηθά να κρατάμε την πνευματική μας πορεία σταθερή στην εν Χριστώ σωτηρία και μας αποτρέπει να ξεστρατίζουμε σε ατραπούς απωλείας.  Ιδιαίτερα, αυτή την ιερή περίοδο, θα πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτή την ενθύμηση, εντείνοντας τον αγώνα μας, για προσωπική κάθαρση, απόκτηση αρετών και μεταποιώντας την πίστη μας σε έργα αγάπης. Μόνον έτσι θα αξιωθούμε να γίνουμε «συγκληρονόμοι Χριστού» (Ρωμ.8,17), μοιραζόμενοι τον πλούτο «τῆς δόξης τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις» (Εφ.1,18), στην ατέρμονη ετοιμασμένη, για μας, βασιλεία «από καταβολής κόσμου» (Ματθ.25,34)! 



Σάββατο, Φεβρουαρίου 14, 2026

 

«Ω, ΠΟΙΑ ΩΡΑ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑ ΦΟΒΕΡΑ», (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου


Εν Κυθήροις τη 15η Φεβρουαρίου 2026


    Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου,  η Κυριακή της Απόκρεω, όπως ονομάζεται και την ημέρα αυτή η αγία μας Εκκλησία καθιέρωσε να μνημονεύουμε στο ευαγγελικό ανάγνωσμα την περικοπή εκείνη, που αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, η οποία είναι μια περικοπή από το 25ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον ευαγγελίου. Όλα δε τα τροπάρια του Τριωδίου της ημέρας αυτής αναφέρονται ακριβώς στο φοβερό και φρικτό και συνταρακτικό αυτό γεγονός, το οποίο, όπως μας αποκαλύπτει η αγία Γραφή και ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες μας, θα πραγματοποιηθεί στο τέλος της ιστορίας της ανθρωπότητος, όταν δηλαδή θα έρθει η συντέλεια του κόσμου.

    Η Κυριακή αυτή, μπορούμε να πούμε, ότι βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση και συνάφεια με την προηγούμενη Κυριακή, αυτήν του ασώτου. Και τούτο διότι την προηγούμενη Κυριακή η Εκκλησία μας παρουσίασε όλη τη φιλανθρωπία και την αγάπη του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο που μετανοεί ειλικρινά και συγχωρεί όλες τις αμαρτίες του, όσο πολλές και μεγάλες και αν είναι αυτές. Στη σημερινή μας αποκαλύπτει την δικαιοσύνη του. Θέλει έτσι να μας διδάξει, ότι ο Θεός είναι μεν φιλάνθρωπος, αλλά είναι και δίκαιος. Και όσο μεγάλη είναι η αγάπη του, άλλο τόσο μεγάλη είναι και η δικαιοσύνη του, έτσι ώστε ούτε η αγάπη του να υπερβαίνει τη δικαιοσύνη του, ούτε η δικαιοσύνη του την αγάπη του. Και στη μεν παρούσα ζωή εξαντλεί όλα τα περιθώρια της μακροθυμίας του, περιμένοντας τη μετάνοια του αμαρτωλού, ενώ στην μέλλουσα θα λειτουργήσει η δικαιοσύνη του. Μας προειδοποιεί, τρόπον τινά, ότι δεν θα πρέπει, βλέποντας τη φιλανθρωπία του, να κάνουμε κατάχρηση της μαρκοθυμίας του αμαρτάνοντας, αλλά να έχουμε υπ’ όψη μας ότι η κάθε παρανομία και αδικία την οποία διαπράττουμε και δεν μετανοούμε, δεν θα μείνει ατιμώρητη. 

    Θα έρθει, λοιπόν, κάποτε να κρίνει την ανθρωπότητα. Και θα την κρίνει επί τη βάσει του απολυτρωτικού του έργου και της ενσάρκου του Θείας Οικονομίας. Θα την κρίνει δηλαδή με κριτήριο το κατά πόσον οι άνθρωποι ανταποκρίθηκαν στη σωτηρία που Αυτός μας χάρισε με τον σταυρό και την ανάστασή του. Κατά πόσον επίστευσαν στον Χριστό, τον αγάπησαν και τήρησαν τις εντολές του και μάλιστα την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Στην παρούσα ζωή πολλές φορές, ίσως τις περισσότερες, επικρατεί η αδικία και η παρανομία. Οι δικαστές του παρόντος κόσμου πολλές φορές δεν αποδίδουν δικαιοσύνη, είτε εν γνώσει τους, είτε εν αγνοία τους, παρασυρόμενοι από ιδιοτελή κίνητρα και παράνομες σκοπιμότητες. Αντίθετα στο παγκόσμιο δικαστήριο του Θεού θα αποδοθεί πλήρης και αμερόληπτη δικαιοσύνη, διότι ο Θεός ούτε δωροδοκείται, ούτε κολακεύεται, ούτε εξαπατάται.

    Αλλά πότε θα έρθει αυτή η φοβερά ημέρα της κρίσεως; Κανείς, απολύτως κανείς, δεν το γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι στον ουρανό, παρά μόνον ο Θεός. Τα μόνα που μας αποκάλυψε ο Θεός είναι τα λεγόμενα σημεία των καιρών, γεγονότα δηλαδή που θα προηγηθούν πριν από τη συντέλεια του κόσμου, όταν η ιστορία της ανθρωπότητος θα φθάσει στο τέρμα της. Εκείνα δε που θα συμβούν την ημέρα της Κρίσεως είναι γεγονότα που υπερβαίνουν κάθε περιγραφή, γεγονότα που οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και σκέψη ανθρώπου δεν τα συνέλαβε. Αν δε αυτά και μόνο λεγόμενα, γεμίζουν την ψυχή με φρίκη και δέος, ποιος είναι εκείνος, που θα αντέξει να τα δεί, τότε που θα πραγματοποιούνται; Όταν δε η αποστασία και οι αμαρτίες των ανθρώπων θα φθάσουν στο αποκορύφωμά τους, τότε θα εμφανιστεί ο Αντίχριστος, τον οποίο θα προσκυνήσει ως θεό η πλειονότητα των ανθρώπων, εγκαταλείποντας τον αληθινό Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Όταν θα αρχίσουν να πραγματοποιούνται όλα αυτά τα φρικτά γεγονότα, τότε σύμφωνα με τον προφητικό λόγο του Κυρίου μας, ο ήλιος θα σκοτιστεί, η σελήνη δεν θα δώσει το φως της, τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανό και οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευτούν. Τότε θα φανεί στον ουρανό ο σταυρός του Κυρίου μας, που θα προαναγγέλει την έλευση του Μεσσίου και τότε «θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης». Φυλές της γης εδώ ονομάζονται όλοι εκείνοι, που τώρα ζουν αμέριμνοι, που δαπανούν τη ζωή τους μέσα  στην απιστία, την αδικία και τη ραθυμία. Μας προειδοποιεί ακόμη ο Κύριος, ότι η ημέρα εκείνη της Κρίσεως θα έρθει σαν παγίδα, σε όλους όσοι κάθονται πάνω στο πρόσωπο της γης, δηλαδή σε όλους εκείνους που ζουν με κραιπάλη και μέθη, παραδομένοι σε κάθε είδους αμαρτία. Σ’ εκείνους που είναι προσηλωμένοι σε βιωτικές μέριμνες και φροντίδες, στον πλούτο, τη δόξα και τις ηδονές του παρόντος κόσμου. Αντίθετα όλοι εκείνοι που τώρα ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θα γεμίσουν με ανέκφραστη χαρά και παρρησία.

    Σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όταν θα έρθει να κρίνει τον κόσμο, θα εμφανιστεί με απερίγραπτη δόξα, περιστοιχιζόμενος από όλους τους αγγέλους του. Κατά την πρώτη του παρουσία ήρθε ταπεινός και άσημος, κρύβοντας τη δόξα της Θεότητός του πίσω από την ανθρώπινη φύση του, την οποία ανέλαβε για την σωτηρία μας. Τότε θα φανεί ολόλαμπρος, ακτινοβολώντας από την ανατολή μέχρι τη δύση, περιαυγάζοντας τα πέρατα της οικούμενης με τις ακτίνες της Θεότητός του, ενώ κάποια παγκόσμιος και ζωοποιός σάλπιγγα θα ηχεί παντού. Τότε οι νεκροί θα αναστηθούν από τους τάφους και θα λάβουν νέα, άφθαρτα και αθάνατα σώματα, τα οποία θα ενωθούν με τις ψυχές των, για να παρασταθούν μπροστά στο φοβερό βήμα του κριτού. Εκείνος δε τότε θα καθίσει πάνω σε θρόνο δόξης. Θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη, όλοι όσοι έζησαν στον κόσμο αυτό από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.  Και θα τους ξεχωρίσει όπως ο τσομπάνης χωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια. Πρόβατα ονομάζει τους δικαίους, αυτούς που βάδισαν τον δρόμο της αρετής, αυτούς που έγιναν όμοιοι με τον Χριστό, ο οποίος έγινε για μας το άκακο πρόβατο, που σήκωσε πάνω του τις αμαρτίες όλου του κόσμου, σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα. Κατσίκια ονομάζει τους αμαρτωλούς, εκείνους που δεν πίστεψαν στον Χριστό, που κατεφρόνησαν τις εντολές του και έζησαν μέχρι τέλους της ζωής τους αμετανόητοι. Τους πρώτους θα τοποθετήσει στα δεξιά του, ενώ τους άλλους στα αριστερά του.

    Τότε θα πεί σ’ αυτούς, που θα βρίσκονται στα δεξιά του: Ελάτε εσείς που είστε ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, να κληρονομήσετε την βασιλεία των ουρανών, που έχει ετοιμασθεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. Ελάτε, όσοι χρησιμοποιήσατε τα φθαρτά και πρόσκαιρα πράγματα του παρόντος κόσμου σύμφωνα με το θέλημά μου, να κληρονομήσετε τώρα και τα επουράνια και μόνιμα αγαθά της βασιλείας των ουρανών. Διότι επείνασα και μου δώστε να φάω, εδίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, ασθενής και με επισκεφθήκατε, ήμουν στη φυλακή και ήρθατε σε μένα.     

    Εδώ ο Κύριος φαίνεται να χαρίζει την βασιλεία του μόνο σε όσους έδειξαν έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον. Όμως αν προσέξουμε καλύτερα το ευαγγελικό ανάγνωσμα, θα δούμε ότι ο Κύριος δεν κάνει λόγο μόνο για τους ελεήμονες, διότι προηγουμένως ονόμασε πρόβατα τους εργάτες της αρετής, όλους δηλαδή εκείνους που έγιναν όμοιοι με τον Χριστό, με το να κάνουν κτήμα τους τις αρετές του Χριστού και με το να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμη για την αγάπη του Χριστού. Εδώ μνημονεύεται ιδιαίτερα η αγάπη προς τον πλησίον, επειδή είναι η κορωνίδα όλων των αρετών, είναι η οροφή που σκεπάζει όλο το οικοδόμημα των αρετών. Επομένως ο Κύριος προσφέρει την βασιλεία του σε όλους όσους έχουν επισφραγίσει τις άλλες αρετές με τα έργα της αγάπης.

    Τότε οι δίκαιοι θα αποκριθούν: Κύριε πότε σε είδαμε να πεινάς και σε εθρέψαμε, ή να διψάς και σε ποτίσαμε; Βλέπουμε εδώ, από την απάντηση που δίνουν οι δίκαιοι, να  αποδεικνύουν ότι έχουν και άλλη, σπουδαία και μεγάλη αρετή, αυτήν της ταπεινοφροσύνης. Διότι θεωρούν τους εαυτούς των αναξίους όλων αυτών των επαίνων, ωσάν να μην έπραξαν κανένα καλό στη ζωή τους. Τότε ό Κύριος θα τους απαντήσει, ότι η έμπρακτη αγάπη που έδειξαν προς τον πλησίον, είναι σαν να έγινε προς Αυτόν τον ίδιο. Στη συνέχεια θα πει και προς τους εξ’ αριστερών; Φύγετε από μένα οι καταραμένοι στο αιώνιο πυρ, που έχει ετοιμασθεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Η φωτιά αυτή, για την οποία ομιλεί εδώ ο Κύριος, δεν είναι κτιστή και υλική, διότι θα κατακαίει και θα βασανίζει όχι μόνο τα σώματα, αλλά και τις ψυχές, θα βασανίζει όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τους δαίμονες, που είναι άσαρκοι και επί πλέον δεν θα τελειώνει ποτέ, αλλά θα είναι αιώνια. Τότε οι εξ’ αριστερών θα απαντήσουν: Κύριε πότε σε είδαμε να πεινάς, ή να διψάς, ή ξένον, ή γυμνό, ή ασθενή, ή φυλακισμένο και δεν σε υπηρετήσαμε; Βλέπουμε εδώ, πάλι από την απάντηση, που δίνουν οι αμαρτωλοί και άπιστοι, να αποδεικνύουν, ότι είναι γεμάτοι από υπερηφάνεια και εγωϊσμό. Οι μεν δίκαιοι εγκωμιαζόμενοι για την φιλανθρωπία τους, ταπεινώνονται περισσότερο, δεν δικαιώνουν τους εαυτούς των. Οι υπερήφανοι αντίθετα, όταν κατηγορούνται για την ασπλαχνία τους, δεν προσπίπτουν ταπεινωμένοι, αλλά αντιλέγουν και προσπαθούν να δικαιώσουν τους εαυτούς των. Και κλείνει η περικοπή με τη φράση του Κυρίου μας: Ότι αυτοί μεν θα μεταβούν στην αιώνια κόλαση, οι δε δίκαιοι στην αιώνια ζωή.      

    Ας ελεήσωμε λοιπόν αδελφοί μου και εμείς τους εαυτούς μας, με το να δείξουμε έμπρακτη αγάπη προς τους αδελφούς μας, ας ευεργετήσουμε, για να ευεργετηθούμε. Ας αγοράσουμε τα αιώνια, δίνοντας τα πρόσκαιρα. Ας επιδείξωμε έργα αγάπης, ελεώντας τους πτωχούς, επιστρέφοντας τους πεπλανημένους στη ζωή της Εκκλησίας, καλλιεργώντας και τρέφοντας πνευματικά τις ψυχές των ανθρώπων με τον λόγο του Θεού, δικαιώνοντας τους αδικουμένους, βοηθώντας με κάθε τρόπο αυτούς που είναι ασθενείς, είτε σωματικά, είτε πνευματικά και συγχωρώντας αυτούς που μας επιβουλεύονται και θέλουν το κακό μας. Ας εργασθούμε τώρα, εν όσω ζούμε ακόμη στην παρούσα ζωή, διότι όταν φύγουμε από αυτό τον κόσμο, δεν θα υπάρχουν πλέον περιθώρια μετανοίας και εργασίας των εντολών.  Ας φοβηθούμε την φοβερή εκείνη απόφαση του Κριτού προς εκείνους που έμειναν άσπλαχνοι, για να μην κατακριθούμε μαζί μ’ αυτούς. Και γενικά ας επιδείξωμε την μεταξύ μας αγάπη με κάθε τρόπο και με κάθε έργο και λόγο, ώστε να επιτύχουμε την από τον Θεό αγάπη και κληρονομήσωμε την αιώνια βασιλεία του μαζί με όλους τους αγίους. Αμήν.



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2026

 

«Κραυγή αγωνίας από τον Συνοδικό μητροπολίτη Κυθήρων: “Κανονικό έγκλημα” το Ουκρανικό – Πώς κοιμούνται αυτοί που πρωτοστάτησαν;» Τι                                είπε για τον Ονούφριο

Σε μια συνέντευξη-ποταμό που θα συζητηθεί, ο Μητροπολίτης Κυθήρων κ. Σεραφείμ σπάει τη σιωπή του στο vimaorthodoxias.gr και εξαπολύει έναν πύρινο λόγο ενάντια στις φρικαλεότητες που εκτυλίσσονται στην Ουκρανία.

Συνέντευξη στον Γιώργο Θεοχάρη

Με γλώσσα αιχμηρή και «ιερή αγανάκτηση», ο Σεβασμιώτατος εν διστάζει να χαρακτηρίσει την απόδοση της αυτοκεφαλίας ως ένα «κανονικό έγκλημα», οι καρποί του οποίου είναι οι σημερινοί διωγμοί, οι λεηλασίες ναών και οι κακοποιήσεις πιστών που θυμίζουν το ολοκαύτωμα των πρώτων χριστιανικών αιώνων.

Ο Μητροπολίτης αποκαλύπτει το παρασκήνιο της επεισοδιακής Συνόδου της Ιεραρχίας το 2019, καταγγέλλοντας την απουσία ουσιαστικής ψηφοφορίας και τη μεθοδευμένη έκδοση δελτίου τύπου που εμφάνισε μια πλασματική ομοφωνία. Δηλώνοντας απερίφραστα πως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει τον Επιφάνιο και δεν συλλειτουργεί με όσους τον αποδέχονται, θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα προς τους πρωτεργάτες της ουκρανικής κρίσης: «Πώς κοιμούνται αυτοί οι άνθρωποι;». Μια αποκλειστική μαρτυρία που αναδεικνύει τον βαθύ πόνο μιας ψυχής που αρνείται να συμβιβαστεί με την αντικανονικότητα και τη βαρβαρότητα.

Δημοσιογράφος: Σεβασμιότατε ευλογείτε. Καταρχήν για τις καταιγιστικές εξελίξεις στην εκκλησία της Ουκρανίας, με τις λεηλασίες ναών, αρπαγή λειψάνων που μεταδίδουν ακόμα και τα διεθνή μεγάλα πρακτορεία ειδήσεων ανά τον κόσμο… Τι έχετε να σχολιάσετε εσείς; Εννοώ στην εκκλησία του Ονουφρίου, αυτά που γίνονται εις βάρους των μοναστηριών και ναών που ανήκουν στην Εκκλησία του Μητροπολίτη Ονουφρίου.

Μητροπολίτης Κυθήρων: Μάλιστα. Λοιπόν, αγαπητέ μου, λυπούμαι. Μαθαίνω, πληγώνεται η ψυχή μου και πληγώνεται και η καρδιά κάθε ορθοδόξου. Πρόκειται για βαρβαρότητες, πρόκειται για απαίσιες ενέργειες. Δεν είναι χριστιανοί αυτοί. Δεν είναι άνθρωποι. Δεν είναι τίποτε δηλαδή, οι οποίοι τόσο σκληρά φέρονται κατά των Ορθοδόξων, κατά της Ορθοδόξου Κανονικής Εκκλησίας της Ουκρανίας υπό τον Μακαριώτατο κύριο Ονούφριο.

 Έχω πάρει θέση για αυτό το θέμα από το 2018-19 που ήμουν συνοδικός μητροπολίτης και το συζητούσαμε αυτό τακτικά στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Λέγαμε τον προβληματισμό μας όλοι εκεί για αυτό το πράγμα που θα γινόταν· θα γινόταν η αυτοκεφαλία σε αχειροτόνητους, σε σχισματικούς, σε αναθεματισμένους και λοιπά. Αυτό το συζητούσαμε όλη τη χρονιά.

 Μητροπολίτης Κυθήρων: Το 2019 τον Οκτώβριο, μετά την τακτική σύνοδο που κάναμε, προσετέθη μία ημέρα έκτακτης συνόδου που δυστυχώς ο Μακαριότατος εισηγήθηκε για την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας υπό τον Επιφάνιο. Αντέδρασα τότε μέσα εκεί, και άλλοι αρχιερείς αντιδράσανε για αυτό το θέμα. Αλλά μετά, χωρίς να γίνει ψηφοφορία –ούτε φανερή, ούτε κρυφή, ούτε δια ανατάσεως χειρών– αλλά επειδή μίλησαν και αρκετοί υπέρ της αυτοκεφαλίας (μπορεί να μιλήσαμε όλοι μαζί 33 και όλοι οι υπόλοιποι δεν είχαν μιλήσει, δεν είχαν εκφραστεί), την ώρα που ήταν Σάββατο και έφευγαν –μερικοί είχανε φύγει– συνετάσσετο δελτίο τύπου. Εκεί στο δελτίο τύπου, σαν να γινόταν ψηφοφορία. Μα δεν είναι στο δελτίο τύπου, δεν κάνουμε ψηφοφορία. Απλώς καταγράφεται αυτό και κατεγράφη ότι αποφάσισε η Εκκλησία της Ελλάδος.

Αυτό λοιπόν μετεδόθη, ότι έλαβε απόφαση η Εκκλησία της Ελλάδος. Εγώ διαφώνησα και το έγραψα μετά και λέω: δεν ελήφθη κάποια απόφαση από την Ιεραρχία, δηλαδή με ψηφοφορία. Αυτό το είχε πει και ένας μητροπολίτης, είπε “αν θέλετε απόφαση να κάνουμε ψηφοφορία”. Δεν έγινε.

Δημοσιογράφος: Το μνημονεύουν όλοι οι αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας τον Επιφάνιο;

Μητροπολίτης Κυθήρων: Δεν το ξέρω. Δεν νομίζω. Εγώ δεν τον μνημονεύω πάντως. Νομίζω ότι αρκετοί δεν τον μνημονεύουν. Πέρασε στα δίπτυχα αλλά εγώ προσωπικά δεν το αποδέχομαι, δεν τον μνημονεύω και δεν επικοινωνώ και με εκείνους που έχουν συλλειτουργήσει. Δεν θέλω να συλλειτουργήσω, γιατί θεωρώ ότι αυτό το πράγμα είναι αντικανονικό και βλέπετε τα αποτελέσματα τώρα. Έχουμε γεγονότα πρωτοχριστιανικής εποχής, ολοκαύτωμα έχουμε των τριών αιώνων των διωγμών. Φοβερό.

Και αυτοί οι οποίοι πρωτοστάτησαν έχουν μεγάλη ευθύνη ενώπιον του Θεού.

Δημοσιογράφος: Ίσως να το μετάνιωσαν λέτε αυτοί που πήραν την απόφαση για την αυτοκεφαλία;

Μητροπολίτης Κυθήρων: Είχα ακούσει ανεπισήμως ότι το μετάνιωσαν, αλλά πρέπει αυτό το πράγμα να το πουν ευσταθώς και να άρουν όλο αυτόν τον διωγμό ο οποίος γίνεται εις βάρος του κανονικού μητροπολίτου και της κανονικής ιεραρχίας και του πιστού λαού που είναι εκατομμύρια.

Δημοσιογράφος: Βεβαίως, βλέπουμε εικόνες από το πρακτορείο Reuters που πραγματικά μας κάνουν να μείνουμε άναυδοι. Κακοποιούν πιστούς, κληρικούς. Πώς κοιμούνται αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι πρωτοστάτησαν;

Μητροπολίτης Κυθήρων: Σας το λέω με ιερή αγανάκτηση αυτό, σας το λέω από καρδιάς. Εγώ στις εγκυκλίους μου –Πρωτοχρονιάτικη, Χριστουγεννιάτικη– μνημονεύω πάντοτε αυτό το θέμα, ότι εδώ πρόκειται περί κανονικού εγκλήματος. Είναι φοβερό και βλέπουμε τα αποτελέσματα. «Εκ του καρπού το δένδρον γιγνώσκεται» δεν είπε ο Χριστός; Ορίστε, τα βλέπετε αυτά.

Δημοσιογράφος : Πάντως ο Μητροπολίτης Ονούφριος δεν έχει δημιουργήσει προβλήματα στην εκκλησία της Ουκρανίας. Είναι ένας φιλήσυχος μητροπολίτης

Μητροπολίτης Κυθήρων: Τον ευλαβούμε βαθύτατα και τον μνημονεύω με όλη μου την καρδιά.

Δημοσιογράφος:Ευχαριστώ πολύ Σεβασμιώτατε 

Μητροπολίτης Κυθήρων: Δεχτείτε αυτό τον πόνο της ψυχής μου γιατί πονάω πάρα πολύ. Να δώσει ο Θεός να λήξει αυτό το δράμα του ουκρανικού λαού. Το δράμα είναι φοβερό.

 Δημοσιογράφος: Σαφέστατα, θα μεταφερθεί στο «Βήμα Ορθοδοξίας». Ευχαριστώ πολύ.



   

Νέον οἰκουμενιστικὸν σκάνδαλον τοῦ Ἀρχ. Ἐλπιδοφόρου

 Στὶς 30 Ἰανουαρίου 2026, ἡ Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς (GOARCH), σὲ συνεργασία μὲ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, συμμετεῖχε γιὰ ἄλλη μία φορὰ σὲ μία βλάσφημη δημόσια   ἐπίδειξη   αἵρεσης, δι­εξάγοντας μία κοινὴ οἰκουμενικὴ προσευχὴ μέσα στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδας στὴ Νέα Ὑόρκη. Ἡ ἐκδήλωση πραγματοποιήθηκε ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ αἱρετίζοντος Ἐλπιδοφόρου, ἐπικεφαλῆς τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς. Ὅ­πως προκύπτει ἀπὸ τὸ δικό τους δημόσια δημοσιευμένο βίντεο στὸ YouTube, ἡ λειτουργία διήρκεσε πάνω ἀπὸ μία ὥρα καὶ συμμετεῖχε ὁ Ἐλπιδοφόρος, μαζὶ μὲ ἄλλους ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς, ποὺ ἀπάγγειλαν δημόσια τὸ Πάτερ ἡμῶν μαζὶ μὲ μία μεγάλη ποικιλία μὴ Ὀρθόδοξων αἱρετικῶν. *

  Μεταξὺ τῶν συμμετεχόντων σὲ αὐτὸ τὸ βλάσφημο γεγονὸς ἦταν ὁ Παπικὸς Καρδινάλιος Ντόλαν, προσωπικὸς φίλος τοῦ Ἐλπιδοφόρου, ἀρκετοὶ Μονοφυσίτες ἱεράρχες, Λουθηρανοί, Ἀγγλικανοὶ καὶ ἄλλοι Προτεστάντες σεκταριστές. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐκδήλωση, δόθηκε χρόνος στοὺς Παπικοὺς καὶ Μονοφυσίτες νὰ προΐστανται τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν μέσῳ μίας οἰκουμενικῆς προσευχῆς ποὺ δημιουργήθηκε εἰδικὰ γιὰ τὴν περίσταση καὶ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μὴ ὀρθόδοξες προσευχές. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι προΐσταντο τῶν προσευχῶν, αὐτοὶ οἱ αἱρετικοὶ εἶχαν ἐπίσης τὴ δυνατότητα νὰ ἐκφωνήσουν κηρύγματα στὸ κοινό, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων κήρυξαν ἀνοιχτὰ τὴν αἱρετικὴ οἰκουμενική τους θεολογία καὶ μάλιστα ἀντάλλαξαν τὸ λεγόμενο «φιλὶ τῆς εἰρήνης».

Σὲ αὐτὴ τὴν αἱρετικὴ ἐκδήλωση, τὸ πρόγραμμα περιελάμβανε προσευχὲς ἀπὸ τοὺς οἰκουμενικὰ καταδικασμένους Μονοφυσίτες, ἀκολουθούμενες ἀπὸ μία ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε ὁ Ἐλπιδοφόρος. Σὲ αὐτὴ τὴν ὁμιλία, κήρυξε ἀνοικτὰ καὶ ἀπροκάλυπτα ἀντορθόδοξα, ἀπορρίπτοντας ρητὰ τὴν ὀρθόδοξη δογματικὴ ἐκκλησιολογία. Δήλωσε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει «νὰ ξεπεράσουμε τὴν ἐκκλησιαστική μας ἀπομόνωση» καὶ ὅτι «πρέπει νὰ πασχίσουμε νὰ ἀγκαλιάσουμε τὴν ποικιλομορφία ποὺ ἤδη ὑπάρχει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ». Αὐτὴ ἡ λεγόμενη «ποικιλομορφία» δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ποικιλομορφία.  Στὴν  πρα­γματικότητα, ἡ Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς καὶ ὁ προκαθήμενός της προωθοῦν δημόσια τὴν αἱρετικὴ θεωρία τῆς ἐκκλησιολογίας τῶν κλάδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία λέγεται ὅτι ὑπάρχει ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί ὁ Ἐλπιδοφόρος ζητᾶ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀποκλειστικότητας – δηλαδή, τὴν ὁμολογία ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ στὴν πραγματικότητα ἡ μόνη Ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀπολύτως αἱρετικὸ καὶ βλάσφημο κήρυγμα καὶ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δόγματος, αὐτὸ τὸ γεγονὸς διέφερε ἀπὸ τὶς συνήθεις οἰκουμενικὲς συγκεντρώσεις τοῦ Ἐλπιδοφόρου, καθώς, σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, κάλεσε τρεῖς γυναῖκες «κληρικὲς» νὰ προΐστανται Ὀρθόδοξων ἐπισκόπων, ἱερέων καὶ λαϊκῶν στὴν προσευχή. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς γυναῖκες ἦταν κληρικὸς ἀπὸ τὴν Ἀγγλικανικὴ αἵρεση. Μία ἄλλη ἦταν μία λεγόμενη «ἐπίσκοπος», ἡ Ἐπίσκοπος Κατρίνα Φόστερ, Προεδρεύουσα Ἐπίσκοπος τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου τῆς Νέας Ὑόρκης τῆς ELCA (Εὐαγγελικῆς Λουθηρανικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἀμερική), ἕνας ἀνοιχτὰ ὁμοφυλόφιλος κληρικὸς αὐτῆς τῆς αἵρεσης, καὶ ἡ τρίτη ἦταν ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο δόγμα ντυμένο μὲ λατινικὰ ἱερατικὰ ἄμφια. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐκδήλωσης, ὁ Ἐλπιδοφόρος ἐπέτρεψε στὴ Δρ. Κίρστεν Γκουιντέρο, μία γυναίκα «πάστορα» τῆς Ἐπισκοπικῆς αἵρεσης, νὰ πάρει τὸ κεντρικὸ βῆμα καὶ νὰ προΐσταται σὲ κοινὴ προσ­ευχή, ἐνῶ στεκόταν στὸ κέντρο τοῦ ἄμβωνα, ἀκριβῶς μπροστὰ ἀπὸ τὸ τέμπλο λέγοντας:

Ὢ καταφύγιο καὶ ἀσφαλὲς λιμάνι, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κοίτα μὲ συμπόνια τοὺς πρόσφυγες σὲ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ ὑποφέρουν τὴν ἀγωνία τοῦ ἐκτοπισμοῦ καὶ τῆς ἀπώλειας τῶν σπιτιῶν τους. Ὁδήγησέ μας νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν κοινωνία μας μαζί Σου, μαζί τους καὶ μεταξὺ μας μέσῳ χειρονομιῶν φιλοξενίας καὶ στοργικῆς βοήθειας. [Οἱ παρευρισκόμενοι ἐπαναλαμβάνουν: Κύριε, ἐλέησον].

Χριστὲ Σωτήρα μας, προσευχόμαστε γιὰ τὸν λαὸ τῆς Ἀρμενίας καὶ τοῦ Ἀρτσάτσε καὶ τοὺς συγγενεῖς τους σὲ ὅλο τὸν κόσμο, οἱ ὁποῖοι πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρὸ στράφηκαν στὸ φῶς σου μέσῳ τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἀποστόλου Θάδδιου καὶ τῆς θαυματουργῆς μαρτυρίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Φωτιστῆ. [Οἱ παρευρισκόμενοι ἐπαναλαμβάνουν: Κύριε, ἐλέησον]. Λάμψε τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς σοφίας σου σὲ ὅλα τὰ πλάσματά σου. Κάνε μας παιδιὰ φωτὸς καὶ παιδιὰ τῆς ἡμέρας, ὥστε νὰ ζοῦμε πάντα μὲ εὐλάβεια καὶ νὰ γινόμαστε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ἄξιες λυχνίες γιὰ τὸ ζωογόνο φῶς σου. [Οἱ παρευρισκόμενοι ἐπαναλαμβάνουν: Κύριε, ἐλέησον].

Διότι σὺ εἶσαι ὁ Σωτήρας μας, καὶ σὲ σένα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ κυριαρχία καὶ ἡ τιμή, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Ἐδῶ, γιὰ ἄλλη μία φορά, βλέπουμε μία ἀπόλυτα σαφῆ εἰκόνα τῆς θέσης τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς σὲ σχέση μὲ τὸ Ὀρθόδοξο  δό­γμα, τὴν ἐκκλησιολογία καὶ τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Κρινόμενες σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία, οἱ ἐπαναλαμβανόμενες πράξεις τους δίνουν τὴν ἐντύπωση ἀδιαφορίας πρὸς τὴν ἴδια τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἀντ’ αὐτοῦ προωθοῦν ἕνα ὅραμα θρησκευτικῆς ἑνότητας ποὺ ὑποβιβάζει τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τὸ νὰ ἔρχεται σὲ κοινωνία μὲ αἱρέσεις καὶ σέκτες, ἀντανακλώντας τὶς προτεραιότητες καὶ τὶς ὑποθέσεις τῆς σύγχρονης κοσμικῆς καὶ «ἀφυπνισμένης» κοσμοθεωρίας.

Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτο σὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ Ἐλπιδοφόρος φαίνεται νὰ δοκιμάζει συν­εχῶς τὰ ὅρια τῶν δυνατοτήτων του χωρὶς νὰ προκαλεῖται σοβαρὴ ἀντίσταση ἀπὸ τοὺς λαϊκούς του. Αὐτὸς ὁ ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συμπροσ­εύχεται ἀνοικτὰ μὲ Μονοφυσίτες, Νεστοριανούς, Ἑβραίους, Μουσουλμάνους καὶ πιστοὺς ἄλλων παγκόσμιων θρησκειῶν, καὶ τώρα ἔχει προσ­θέσει σὲ αὐτὸν τὸν κατάλογο ὁμοφυλόφιλες γυναῖκες (κληρικοὺς) ἀπὸ μερικὲς ἀπὸ τὶς χειρότερες αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἔχει φθάσει στὸ σημεῖο νὰ ἐπιτρέψει σὲ αὐτὲς τὶς γυναῖκες ψευδοκληρικοὺς νὰ προΐστανται τῆς προσευχῆς μέσα στὶς ἴδιες τὶς Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες.

Θὰ μπορούσαμε, φυσικά, νὰ ἀπαριθμήσουμε τὶς πολυάριθμες κανονικὲς παραβιάσεις καὶ ἐκκλησιολογικὲς καταχρήσεις ποὺ ἔλαβαν χώρα σὲ αὐτὸ τὸ βλάσφημο καὶ ἀηδιαστικὸ γεγονός, ἀλλὰ πλέον οἱ περισσότεροι ἀναγνῶστες καταλαβαίνουν ὅτι αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ ρουτίνα, εἰδικὰ γιὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς. Θὰ ξεσηκωθοῦν οἱ λαϊκοί, θὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ θὰ διορθώσουν τοὺς ἐπισκόπους τους μὲ τὸν μόνο τρόπο ποὺ πραγματικὰ ἐνδιαφέρει τοὺς ἐπισκόπους – παρακρατώντας τὰ δέκατά τους καὶ ἀφήνοντας τὰ ἐπισκοπικὰ ταμεῖα νὰ στερεύουν; Φυσικὰ καὶ ὄχι. Θὰ παραμείνουν σιωπηλοὶ καὶ ὑπάκουοι.

* «Ζωντανὰ μὲ τὸ Restream», Ἀρχιεπισκοπικὸς Καθεδρικὸς Ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδας – Ἐπίσημο Κανάλι YouTube, πρόσβαση στὶς 31 Ἰανουαρίου 2026.

Πηγή: Ἑλληνοσκόπιο,



 

 

῾Οσιομάρτυς Δαμιανὸς ὁ ἐκ Μυριχόβου

(14 Φεβρουαρίου)

῾Ο ῞Αγιος καταγόταν ἀπὸ τὸ Μερί­χο­βο τῆς Καρδίτσας, τὴν σημε­ρινὴ ῾Αγία Τριάδα. Νεαρὸς πῆγε στὸ ῞Α­γιον ῎Ορος καὶ μόνασε στὴν ῾Ι. Μ. Φιλοθέου.  ̉Αφοῦ ἔζησε λίγο καιρὸ ἐκεῖ ὑποτάχθηκε στὸν ἀσκητή Δομέτιο ὅπου ἔμεινε τρία χρόνια ἀγωνιζό­μενος γιὰ τὴν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ του ἀξιώθηκε νὰ ἀκού­σει θεία φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Δαμιανέ, δὲν πρέπει νὰ ζη­τᾶς μόνο τὸ συμφέρον σου ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων». Τότε ἄ­φησε τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ ἦλθε στὴν περιο­χὴ τοῦ ̉Ολύμπου ὅπου περιόδευε τὰ χωριὰ καὶ κήρυττε στοὺς Χριστιανοὺς τὴ με­τάνοια καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντο­λῶν. ῾Ο μισόκαλος διάβο­λος παρακίνησε ἀσεβεῖς, νὰ τὸν κατηγορήσουν στὶς ἀρ­χές. ῾Ο ἅγιος τότε ἔφυγε γιὰ τὰ μέ­ρη τοῦ Κισσάβου, ὅ­που ἵδρυσε μονή. Πηγαίνοντας γιὰ δου­λειὲς τῆς μονῆς στὸ χω­ριό, Βουλγαρίνη, συνελήφθη ἀπό τοὺς Τούρκους, οἱ ὁ­ποίοι τὸν ὁδήγησαν στὸν πασὰ τῆς Λάρισας μὲ τὴν κα­τηγορία ὅτι ἐμποδίζει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ συμμετέχουν στὰ παζά­ρια τῆς Κυριακῆς. ῾Ο πασὰς διέ­ταξε νὰ τὸν βασα­νίσουν. Γιὰ δεκαπέντε μέρες τὸν βασάνι­ζαν μὲ διάφορους τρό­πους γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. ῾Ο ῞Αγιος ὅμως ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστι του. Τότε ὁ πασὰς διέταξε νὰ τὸν ἀπαγχονίσουν καὶ μετὰ νὰ κάψουν τὸ σῶμα του.  ̉Αφοῦ τὸν κρέμασαν ἀργότερα κά­ποιος, ἔκοψε τὸ σκοινὶ καὶ ἔπεσε κάτω ὁ μάρτυρας μισοπε­θαμένος. Τὸν σήκωσαν καὶ ζωντανὸ τὸν ἔριξαν στὴ φωτι­ά. ̉Αφοῦ κάηκε τὸ σῶμα του τὴ στάχτη του τὴν ἔριξαν στὸν Πηνειὸ ποταμό.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῾Οσιομάρτυρα Δαμιανὸν τὸν ἐκ Μυριχόβου

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉  τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής: 

Ἦχος δ´. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τ

ὸν Θεοδόξαστον, ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θοδό­ξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει κρά­ζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς* ῥῦσαι τοὺς προ­στρέχο­ντας,* Δα­μιανέ Νεομάρτυς,* πάσης περιστά­σε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λι­ταῖς σου, θαυ­μαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην ἀκοίμητον ἔ­χο­μεν. 

Δόξα Πατρὶ…

 ̉ ΑπολυτίκιονἮχος αʹ. Τῆς ἐρήμου.

Μ

υριχόβου τὸν γόνον* καὶ τοῦ ῎Αθωνος κλέϊσμα* καὶ τῶν πάλαι Μαρτύρων, μιμητὴν καὶ ὁμότρο­πον,* Δαμιανόν, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν μέγαν τοῦ Σωτῆ­ρος ἀθλητήν,* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδα­πὰς* τοὺς πίστει ἀνακράζοντας˙δόξα τῷ σὲ δοξάσα­ντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι˙* δόξα τῷ παρέ­χο­ντι διὰ σοῦ, ἡμῖν τὰ κρείττονα. 

Καὶ νῦν…  Θεοτόκιον.

Ο

ὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ˙* σοὺς  γὰρ δού­λους  σώ­ζεις ἀε* ἐκ  πα­ντοίων δεινῶν. 

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδή α´. ῾Υγράν διοδεύσας...

Π

ροσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρός σε, ἀθλοφό­ρε,* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος παρά­σχου σῷ ἱκέτῃ,* Δαμιανέ, τῶν πιστῶν καταφύγιον. 

Κ

αρδίαν σὺ νήφουσαν, θαυμαστέ,* παράσχου ἱκέ­ταις* ὡς καὶ σώφρονα λογισμόν,* ἵνα τὸν Σωτή­ρα τῶν ἀνθρώπων* ἐκ μέσης καρδίας πάντες δοξάζω­μεν  

Τ

ὸν νοῦν μου ἐσκότισεν ὁ ἐχθρὸς* διὸ καὶ στε­νάζω* καὶ ὀδύρομαι, θαυμαστέ,* καὶ πρὸ τῆς εἰ­κόνος σου προσπίπτω* καὶ ἐκζητῶ σὴν βοήθειαν, ἔν­δοξε. 

Θεοτοκίον.

Π

ανάχραντε Μῆτερ τοῦ Λυτρωτοῦ* πρὸς σὲ κα­ταφεύγω* ὁ ἀχρεῖος δεητικῶς* καὶ τὴν Σὴν βοή­θει­αν αἰτοῦμαι,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολά­σεως.

ᾨδή γʹ.  Οὐρανίας ἁψῖδος...

Τ

ὴν νεότητα σκέπε καὶ πατρικῶς φρούρησον* καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου* ταύτην ὁδήγησον,* ἵνα ἀπαύ­στως τηρῇ* τὰς ἐντολὰς τοῦ  Δεσπότου* καὶ  Χριστὸν τὸν Κύριον,* δοξάζει, δέομαι.

Τ

ῶν ῾Ελλήνων προστάτης,* Δαμιανέ, γέγοναςκαὶ τῶν ̉Ορθοδόξων μεσίτηςκαὶ καταφύγιον˙* διὸ σέ, Θαυμαστέ,πιστοὶ ἀπαύστως ὑμνοῦσινκαὶ Χρι­στὸν δοξάζουσιτὸν σε δοξάσαντα.

Τ

οῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* ἀ­γρούς, Νεομάρτυς, καὶ οἰκίας* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵνα  ὑμνοῦμεν  σὲ* τὸν  τοῦ  Χριστοῦ  στρατιώ­την* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύγιον.  

Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,* σὺ διαφύλαξον* πάντας τοὺς προστρέχοντας πόθῳ* πρὸ τῆς εἰκόνος Σου* καὶ ἐξαιτοῦντας, ῾Αγνή* τὴν σὴν βοήθειαν πί­στει* καὶ Χρι­στὸν δοξάζοντας,* Θεομακάριστε.

Δ

ιάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας ῾Οσιομάρτυς,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σὲ καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέγαν τῶν ̉ Ορθοδόξων προστάτην.

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι* τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ ...

Σ

ὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνέ,* καὶ κόσμου καταφύγιον,* ἐκτε­νῶς βο­ῶμεν σοί,* Δαμιανὲ πάντιμε, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κινδύ­νων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς σοι πό­θῳ καὶ πί­στει προ­σφεύγοντας.

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα, Κύριε...

Τ

έκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Δαμιανέ πα­νάριστε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

ὺ τὴν γλῶσσαν μου φύλαξον* ἐκ τῆς κατακρίσε­ως, τρισμακάριστε,* καὶ τὸ στόμα μου διάνοιξον* τοῦ δοξάζειν* Κτίστην τὸν τοῦ σύμπαντος.

̉Εκ τῶν ὄγκων θεράπευσον* ἡμᾶς τοὺς προσπίπτο­ντάς σοι, μακάριε,* καὶ εἰρήνης καταξίω­σον ̉Ορ­θοδό­ξους χώρας,* Χριστοφώτιστε

Θεοτοκίον.

῾Ολοψύχως σοῦ δέομαι* τὰ τέλη ἀνώδυνα πᾶσι δώ­ρησε* καὶ κατεύνασον τὸν τάραχον* τοῦ νοὸς μου, Κόρη Θεοδόξαστε.

ᾨδή εʹ. Φώτισον ἡμᾶς… 

Δ

ίδου τοῖς πιστοῖς* ὑγιείαν, Θεοδόξαστε,* καὶ τοῖς νοσοῦσιν γίνου θεραπευτὴς* μαρτύρων  κλέος* καὶ τῶν πιστῶν καταφύγιον.  

῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* πα­ράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λι­ταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον. 

Σ

τήριξον ἡμᾶς* ἐν τῇ πίστει, ἱερώτατε,* καὶ τεθλι­μέ­νους παραμύθησον* τοὺς  πρὸς σὲ πόθῳ  κα­ταφεύ­γοντας.

Θεοτοκίον.

Φ

όβον τοῦ Θεοῦ* τῇ καρδίᾳ μου ἐμφύτευσον* καὶ ὑ­γιείαν σὺ παράσχου μοι* τῷ ἀναξίῳ ἱκέ­τῃ σου, Θεο­μακάριστε. 

ᾨδή στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Ν

εότης σὺ καταφεύγει, ἔνδοξε,* καὶ θερμῶς σὲ ἱ­κε­τεύει ἀπαύστως˙* ῥῦσαι, Δαμιανὲ ἔνδοξε, τά­χος* ἐκ τῶν ποικίλων λοιμώξεων ἅπαντας* καὶ Κύ­ριον τῶν οὐρα­νῶν* καὶ τῆς γῆς καταπράϋνον δέομαι.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε* τὸν ἱκέτην σου, Δαμιανὲ μάρτυς,* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀπαύ­στως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον˙* σοῦ δέ­ομαι γονυκλινῶς* ὁ ἀχρεῖος καὶ δόλιος, πάντιμε.

Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ῥῦσαι με* καὶ μετάνοι­αν πα­ράσχου λιταῖς σου,* ἵνα σωθῶ ὁ ἀχρεῖος ἱκέ­της* καὶ παραδείσου τὴν πύλην σοῦ δέομαι* ἀξίωσον, θαυμα­τουργέ,* διαβῆναι ὁ τάλας καὶ ἄθλιος.

Θεοτοκίον.

̉Ορθόδοξοί σε προστάτην ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀ­κοί­μητον, Θεοτόκε,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ βέ­λη διώκεις,* σὺ καὶ τὰς νόσους ἰᾷ, Θεοδόξαστε,* διὸ  ̉Ορ­θοδόξων χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σέ, Δέσποι­να.  

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας, ῾Οσιομάρτυς,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέγαν τῶν ̉ Ορθοδόξων προστάτην.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τωςἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώ­πησον,* ὡς ἔ­χουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον Ἦχος β´. Προστασία.

Σὲ προστάτην τῶν Χριστιανῶν ὀνομάζομεν* καὶ ἀ­κοίμητον φρουρὸν ἁπάντων καλοῦμέν σε˙* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ πρό­φθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν θερμῶς δεο­μένων σου.* ῾Ρῦσαι ἡμᾶς ἐκ πλά­νης* καὶ σῶσον ἐκ τοῦ καρκίνου* τοὺς καταφεύγο­ντας πρὸς σε,* ῾Οσιομάρτυς πανένδοξε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. ῏Ηχος δ´.

αυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. (δίς)

Στίχος. Τοῖς ῾Αγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστω­σεν ὁ Κύριος.

Θ

αυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀ­κροά­σεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κεφ. κα’ 12-19) ἁγί­ου Εὐαγγελίου, τὸ ̉Ανάγνωσμα. Πρόσχωμεν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς˙ Προσέχετε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων˙ ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾽ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐ­τῶν καὶ διώξουσιν, παραδιδόντες εἰς τὰς συ­ναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀπαγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου˙ ἀποβήσεται ὑμῖν εἰς μαρτύριον. Θέτε οὖν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆ­ναι, ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν ᾗ οὐ δυνήσο­νται ἀντιστῆναι ἢ ἀ­ντειπεῖν ἅπαντες οἱ ἀντικείμενοι ὑ­μῖν. Παραδοθήσε­σθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν καὶ φίλων, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν καὶ ἔσε­σθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου. Καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται. Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑ­μῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ… Ἦχος βʹ.

Ταῖς τοῦ ̉Αθλοφόρου* πρεσβείες, ̉Ελεήμων,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ...

Ταῖς τῆς Θεοτόκου,* πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,* ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀ­νόμημά μου.

Ἦχος πλ. βʹ.  Ὅλην ἀποθέμενοι…

Μὴ ἐγκαταλείπῃς με* εἰς τῶν δαιμόνων τὰς χεί­ρας,* Δαμιανέ ἔνδοξε,* ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱ­κέ­τους σου·* νόσοι κατέλαβον ὅλον μου τὸ σῶ­μα* καὶ τὸ ἄγχος μὲ κατέστησεν* ἀξιοθρήνητον* ὡς καὶ τῶν ἀν­θρώπων πε­ρίγελων·* πάντοθεν πολεμούμε­νος* καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Μάρτυς τοῦ Κυ­ρίου,* ἀκοίμητος προ­στάτης καὶ φρου­ρός,* σύ ἀνε­δείχθης, θεσπέσιε,* καὶ πι­στῶν τὸ κλέϊσμα.

῾Ο ῾Ιερεύς. Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου … 

῾Ο Χορός. Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς. ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας…

Μοναζόντων κατέστης* ἀρωγὸς καὶ προστάτης, σύ, Θεοδόξαστε,* διὸ σε ἀνυμνοῦμεν ἀπαύστως οἱ ἀ­χρείοι* καὶ βοῶμεν προσπίπτοντες,* Δα­μιανέ   θαυμαστέ,* εὐμένησον τὸν Πλάστην.

̉Εργατῶν τοῦ Κυρίου* ἀνεδείχθης προστάτης καὶ φύ­λαξ, ἔνθεε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις* ὑγείαν καὶ σο­φίαν,* ἵνα πᾶσι κηρύττουσι* τὰ μεγαλεῖα Χρι­στοῦ,* Δα­μιανὲ φωσφόρε.  

῾Υγιείαν παρέχει* ὁ Σωτὴρ τε καὶ Κτίστης λι­ταῖς σου, ἔνδοξε,* Δαμιανέ παμμάκαρ,* τοὺς πίστει  προσκυνοῦντας* τὴν  εἰκόνα σου  ᾄδοντας˙* Σὺ τῶν πι­στῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν  ̉Αγγέλων.

Θεοτοκίον.

̉Ατεκνίαν γυναίων* θεραπεύεις ταχέως, Θεομα­κάρι­στε,* διὸ καὶ αἱ ποθοῦσαι* υἱοὺς καὶ θυγα­τέρας* ἱ­κετικῶς σοῦ δέονται˙* τέκνα παράσχου ἡ­μῖν,* ὦ Μῆτερ τοῦ ῾Υψίστου.

ᾨδὴ ηʹ.  Τὸν Βασιλέα...

Τὸν Βασιλέα, Δαμιανέ ἀθλοφόρε,* καθικέ­τευε πά­ντες αἰτοῦμεν,* ὅπως καταπέμψῃ ἡ­μῖν τὴν Θεί­αν Χάριν.

Τὴν νεολαίαν ἐξ ἐθισμῶν ἐφαρμάτων* σὺ διάσω­σον πόθῳ αἰτοῦμεν* καὶ ἐκ τῆς ἀπιστίας* ἐξάρ­πασον λι­ταῖς σου.

Τὸν Κυβερνήτην τῆς ̉ Εκκλησίας δυσώπει, Δαμι­ανὲ φωσφόρε, ἀπαύστως,* ὅπως καταστείλῃ αἰ­ρέσε­ων τὰς φλόγας. 

Θεοτοκίον.

Σὲ τῶν ῾Ελλήνων καὶ ̉Ορθοδόξων χορείαι* ἀνυ­μνοῦ­σι  ἀπαύστως, Παρθένε,* καὶ πόθῳ  αἰτοῦ­σιν* ἰδεῖν Υἱοῦ σου δόξαν.

ᾨδὴ θ´. Κυρίως Θεοτόκον…

῾Ημᾶς τοὺς  ̉Ορθοδόξους* φύλαττε ἐκ νόσων* καὶ ἐκ παντοίων σκολόπων καὶ θλίψεων,* Δαμιανὲ φωτοφόρε,* πιστῶν τὸ καύχημα.

Τοὺς ῾Ιεραποστόλους* φύλαττε λιταῖς σου* ἐκ τῶν βε­λῶν τοῦ ἀλάστορος δέομαι* καὶ τὴν  ̉Ορθόδο­ξον πί­στιν* παντοῦ στερέωσον.

̉Εξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Θεόφρων,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.

Θεοτοκίον.

῾Ημᾶς τοὺς ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν οἱ ἀχρείοι,* Θεοκοινώνητε.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς,* μακαρίζειν σε τὴν Θε­οτό­κον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον,* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερου­βείμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως  Θεὸν  Λόγον  τεκοῦ­σαν,* τὴν  ὄντως  Θεοτό­κον, σὲ μεγαλύνομεν.

Χαίροις, Μυριχόβου γόνος λαμπρός* καὶ τῆς Θεσ­σα­λίας ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, μονα­ζό­ντων πρότυπον καὶ κλέος* καὶ πάντων τῶν νοσοῦ­ντων* τὸ καταφύγιον. 

Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ,* Δαμιανὲ μάρ­τυς,* τα­πείνωσιν, ὑγείαν* καὶ τέλη τῆς ζωῆς μας,* σο­φέ, ἀνώδυνα.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σὲ* μὴ ἐγκατα­λεί­πεις* ἀλλὰ δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καὶ ἀγά­πην,*  ὑγείαν, σωφροσύνην* καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δόξαν* ἰδεῖν ἀ­ξίωσον.

Δαίμονας κατέβαλες, θαυμαστέ,* διὰ πολλῶν ἀ­γώ­νων* νηστειῶν τε καὶ προσευχῶν* καὶ γέγο­νας δο­χεῖον* Πνεύματος ῾Αγίου* ὡς καὶ συμπολίτης* τοῦ Πανοικτίρμονος. 

Στειρώσεις τῶν γυναίων, Θαυματουργέ,* ταχὺ δι­α­λύ­εις καὶ τὴν λύπην Σὺ ἀφαιρεῖς* διὸ πρὸς σέ, Μά­καρ,* προσέρχονται ἀσμένως* χοροὶ τῶν  ̉Ορθοδό­ξων* καὶ Σὲ δοξάζουσι. 

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι Πά­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

῞Αγιος ὁ Θεός, ῞Αγιος ἰσχυρός, ῞Αγιος  ̉Αθάνα­τος, ἐ­λέη­σον ἡμᾶς. (τρίς)

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ...  Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ ...

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. ῞Αγιε, ἐπίσκεψαι καὶ  ἴασαι τὰς  ἀ­σθε­νείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ ... Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ ...

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄ­νο­μά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλη­μά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφει­λήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίε­μεν τοῖς ὀφει­λέταις ἡ­μῶν, καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρα­σμόν, ἀλλὰ ῥῦ­σαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.  Ἀμήν.

῾Ο ῾Ιερεύς. ῞Οτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία …

̉ ΑπολυτίκιονἮχος αʹ. Τῆς ἐρήμου πολίτης...

Μυριχόβου τὸν γόνον* καὶ τοῦ ῎Αθωνος κλέϊσμα* καὶ τῶν πάλαι Μαρτύρων, μιμητὴν καὶ ὁμότρο­πον,* Δαμιανόν, τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν μέγαν τοῦ Σωτῆ­ρος ἀθλητήν,* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδα­πὰς* τοὺς πίστει ἀνακράζοντας˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσα­ντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σ ἁγιάσαντι˙* δόξα τῷ παρέχο­ντι διὰ σοῦ, ἡμῖν τὰ κρείττονα.

Δέησις  καὶ ὁ ῾Ιερεὺς ποιεῖ τὴν ἀπόλυσιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας τῶν ῾Αγί­ων ψάλλομεν τὰ ἑξῆς:

῏Ηχος πλ. β´. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Πάντας τοὺς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,* Δαμιανέ θαυμαστέ,* δίδου σὺ μετά­νοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ τα­πείνω­σιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀκοίμη­τον* καὶ ὁδη­γὸν ἀσφαλῆ.* Πάτερ τῶν νοσοῦντων προστά­τηςκαὶ τῆς νεολαίας ἐδείχθης* κλέος καὶ προπύρ­γιον, πανένδοξε.

῏Ηχος πλ. δ´.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου καὶ  λύτρωσαι  ἡμᾶς* ἀπὸ  πάσης  ἀνάγκης καὶ θλίψε­ως.

῏Ηχος β´.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεὺς ἢ ὁ Προεστώς.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν