Κυριακή, Απριλίου 26, 2026

 

Οι επτά Διάκονοι και ο Κοινωνισμός της Εκκλησίας μας

Picture 

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η Κυριακή των Μυροφόρων είναι αφιερωμένη, εκτός από τους αγίους και τις αγίες Μυροφόρους, οι οποίοι επιμελήθηκαν για την θεόσωμη αποκαθήλωση και ταφή του Κυρίου μας, και στους  επτά Διακόνους της πρώτης Εκκλησίας.

      Σύμφωνα με το Βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, η νεαρά Εκκλησία των Ιεροσολύμων αύξανε αλματωδώς. Πλήθος ανθρώπων, Ιουδαίων, αλλά και Ελληνιστών, δηλαδή Ιουδαίων, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό τρόπο ζωής, ή πρώην εθνικών, οι οποίοι είχαν προσηλυτισθεί στον Ιουδαϊσμό, πίστευαν στο κήρυγμα των αποστόλων, βαπτίζονταν και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία άλλαζε η ζωή τους, διότι εντάσσονταν στη χριστιανική αδελφότητα, όπου όλα τα μέλη θεωρούσαν όλους τους άλλους αδελφούς εν Χριστώ, υιοθετημένους από το Θεό εν τω Χριστώ (Γαλ.4,7). Δεν ήταν η Εκκλησία μια άλλη διαφορετική θρησκεία από τον Ιουδαϊσμό ή τον παγανιστικό εθνισμό, αλλά κάτι ασύγκριτα ανώτερο από την έννοια της θρησκείας. Η Εκκλησία είναι η «καινή κτίση» (Β΄Κορ.5,17), ο καινούριος κόσμος του Θεού, η βασιλεία Του επί της γης, η οποία ήρθε να αντικαταστήσει τον παλιό πτωτικό και γερασμένο από την αμαρτία και τη φθορά κόσμο.

      Έτσι και στην αρχαία Εκκλησία δεν εξαντλούνταν οι δραστηριότητες των μελών της μόνο στη λατρεία, αλλά επεκτείνονταν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους. Το ιερό κείμενο αναφέρει πως «του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μια, και ουδὲ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ᾿ ην αυτοίς άπαντα κοινά… ουδὲ γαρ ενδεής τις υπηρχεν εν αυτοίς· όσοι γαρ κτήτορες χωρίων ή οικιών υπήρχον, πωλούντες έφερον τὰς τιμὰς των πιπρασκομένων και ετίθουν παρὰ τοὺς πόδας των αποστόλων· διεδίδετο δὲ εκάστῳ καθότι αν τις χρείαν είχεν» (Πραξ.4,32-35). Εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η περιπόθητη κοινοκτημοσύνη των αγαθών. Ορατό δε σημείο της συναδελφώσεως των μελών της Εκκλησίας ήταν οι περίφημες «αγάπες», δηλαδή τα καθημερινά κοινά δείπνα, όπου έτρωγαν αδελφωμένοι, χωρίς διακρίσεις.

      Κάποιοι χριστιανοί, οι οποίοι προέρχονταν από την αίρεση των φαρισαίων, οι οποίοι συνέχιζαν να αποστρέφονται τους εθνικούς ως ακάθαρτους, όπως τους θεωρούσαν οι Ιουδαίοι, έκαναν κάποιες διακρίσεις στις «αγάπες» σε όσους χριστιανούς προέρχονταν από τους εθνικούς, κυρίως στις χήρες και τα ορφανά. Αυτό βεβαίως θεωρήθηκε απαράδεκτο, διότι όλοι τους με το άγιο Βάπτισμα είχαν αποβάλλει τον παλαιό άνθρωπο, μαζί με τις πράξεις, τις επιθυμίες και τις καταβολές του, και ενδύθηκαν το Χριστό (Γαλ.3,27). Ουδεμία διάκριση επιτρέπονταν μέσα στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό επενέβηκαν οι απόστολοι και αποκατέστησαν την αταξία αυτή με την προσωπική τους εργασία.

      Η απασχόληση των αποστόλων να τηρούν την τάξη, να μοιράζουν, χωρίς διακρίσεις, τις τροφές και να εφαρμόζουν την ισότητα των μελών, τους αποσπούσε από το κυρίως έργο τους, το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό λοιπόν «προσκαλεσάμενοι οι δώδεκα το πλήθος των μαθητών είπον· ουκ αρεστόν εστιν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού διακονείν τραπέζαις. επισκέψασθε ουν, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, ους καταστήσομεν επὶ της χρείας ταύτης· ημείς δε τη προσευχή και τη διακονίᾳ του λόγου προσκαρτερήσομεν. και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον παντός του πλήθους· και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου, και Φίλιππον και Πρόχορον και Νικάνορα και Τίμωνα και Παρμενάν και Νικόλαον προσήλυτον Αντιοχέα, ους έστησαν ενώπιον των αποστόλων, και προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας» (Πραξ.6,2-7).

       Η εκλογή, και ο τρόπος εκλογής των Επτά Διακόνων έχει πολλή μεγάλη σημασία για την Εκκλησία μας. Ο θεσμός των διακόνων έρχεται να υλοποιήσει την εντολή του Χριστού για την αλληλοδιακονία των ανθρώπων: «ος εὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εὰν θέλῃ υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιὸς του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλὰ διακονήσαι, καὶ δούναι την ψυχὴν αυτού λύτρον αντὶ πολλών» (Μαρκ.10,43-45). Όπως ο Χριστός ήρθε να διακονήσει τον άνθρωπο, έτσι και όσοι θέλουν να είναι γνήσιοι μαθητές Του, οφείλουν να διακονούν αλλήλους. Η όποια διακονία στον άνθρωπο που την έχει ανάγκη, είναι σαν να γίνεται στον Ίδιο το Χριστό, «αμὴν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενὶ τούτων τωνν αδελφών μου των ελαχίστων, εμοὶ εποιήσατε» (Ματθ.25,39). 

      Αλλά και ο τρόπος της εκλογής είναι σημαντικός. Δεν τους όρισαν οι απόστολοι, αλλά σύστησαν στους πιστούς να εκλέξουν αυτούς που θέλουν να τους υπηρετούν, χωρίς καμιά διάκριση αριστοκρατών ή άσημων, πλουσίων ή φτωχών, ανδρών ή γυναικών. Ιδού η καθολική δημοκρατία της Εκκλησίας μας, η οποία εφαρμόστηκε δύο χιλιάδες χρόνια πριν εφαρμοστεί στην πολιτική!

       Οι Επτά Διάκονοι είχαν σαφώς κοινωνικό ρόλο στην αρχαία Εκκλησία. Την ίδια εποχή είχε καθιερωθεί και ο θεσμών των διακονισσών, με ύψιστες κοινωνικές αρμοδιότητες. Αλλά με τον καιρό ατόνησε ο θεσμός των διακόνων, όταν σταμάτησαν οι «αγάπες». Ο θεσμός των διακονισσών εξέλειπε εντελώς και ο θεσμός των ανδρών διακόνων περιορίστηκε στη διακονία της λατρείας και αποτέλεσε τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης.

       Ευχής μας είναι να δοθούν στους σύγχρονους διακόνους, πέρα από τη διακονία τους στη λατρεία, τα καθήκοντα που είχαν στην αρχαία Εκκλησία, να διακονούν ουσιαστικά το σημερινό κουρασμένο και ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Είναι επίσης ανάγκη να δει η Εκκλησία μας και την ανασύσταση του θεσμού των διακονισσών, προκειμένου να έχει και η γυναίκα ουσιαστική συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή. 



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή των Μυροφόρων

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη  Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ -ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (25-04-2026)



 

Τί μᾶς προσφέρει ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ;

   

   Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μοναδικὸ γεγονὸς στὴν Ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ποὺ πρόσφερε τὴν Ζωήν, Σωτηρίαν καὶ Ἀθανασίαν στὸν ἄνθρωπον.

Διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του, καταργήθηκε ἡ δύναμις τοῦ ἐχθροῦ Διαβόλου.

Ἔσπασαν οἱ πυλωροὶ τοῦ Ἅδου.

Ὁ Ἅδης ἄδειασε καὶ οἱ ψυχὲς ποὺ ἦταν αἰχμαλωτισμένες ἀπὸ αἰῶνος  ἀπελευθερώθηκαν.

Οἱ Προπάτορες Ἀδὰμ καὶ Εὔα, ὡς γενάρχες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀπελευθερώθηκαν καὶ εἰσῆλθαν πρῶτοι στὸν Παράδεισον.

Ὁ ληστὴς ὁμολόγησε καὶ σώθηκε.

Ὁ Θάνατος καταργήθηκε καὶ ἐμεῖς, ὅσοι πιστεύουν στὸν Ἀναστάντα Χριστό, θὰ ἀπολαύσουμε Ζωὴν Αἰώνιον.

Διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του, βεβαιώνεται καὶ ἡ δική μας ἀνάσταση, διότι ὅπως διὰ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος, ἔτσι καὶ διὰ τοῦ δεύτερου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ,  ἐμεῖς συμμετέχουμε στὴ Ζωὴ καὶ στὴν Γενικὴ Ἀνάσταση τῶν πάντων.

Ἔτσι, ἀξιωνόμαστε νὰ γίνουμε κατὰ χάριν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἂς ὁμολογήσουμε ὅλοι μαζὶ μὲ εὐγνωμοσύνη  καὶ μὲ μία βροντερὴ φωνὴ τό:

Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!

† Ο Μητροπολίτης Ἀντινόης Παντελεήμων



 

Ἡ Διακονία τῶν «ΕΠΤΑ», «...διακονεῖν τραπέζαις...»

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ πατρός Γεωργίου Μεταλληνοῦ «ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ», σελ. 101, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη». 

Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα (Πράξ. στ΄ 1-7)
Ἡ αὔξηση τῶν μελῶν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας ἐπέφερε ἀναπόφευκτα καί αὔξηση τῶν ἀναγκῶν. Οἱ Ἀπόστολοι διαπίστωσαν κάποτε ὅτι δέν ἐπαρκοῦσαν σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Νά διακονοῦν δηλαδή καί τίς δύο διαστάσεις τῆς ζωῆς των, τήν πνευματική καί τήν βιοτική.
Δέν ἀρνήθηκαν, λοιπόν, οὔτε ὑποτίμησαν οἱ Ἀπόστολοι τήν «διακονία τῶν τραπεζῶν», ἀλλά ἀναγκαστικά προέβησαν σέ καταμερισμό τῶν διακονημάτων, κρατῶντας αὐτοί τό ἔργο τῆς δικῆς τους ἀποστολῆς, τήν προσευχή (μυστήρια, λατρεία) καί τή διακονία τοῦ λόγου (κήρυγμα), τήν πνευματική διακονία.
Ἡ Ἐκκλησία θά ἔχει πάντα ὡς μοναδικό σκοπό τήν θέωση τῶν μελῶν της, τόν ἁγιοπνευματικό φωτισμό τους. Ὁ σκοπός ὅμως αὐτός θά ἔμενε... ἀπραγματοποίητος, ἄν δέν ἀνῆκε στόν Χριστό ΟΛΗ ἡ ζωή τους, καί στήν ὑλική - βιοτική διάστασή της. Ἡ Ἐκκλησία τούς προσέφερε πληρότητα ζωῆς, διακονώντας ὅλη τή ζωή τους.
Δέν προσέφερε ὅμως μόνο πρότυπο κοινωνικῆς διαρθρώσεως ἡ πρώτη Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὑπόδειγμα «πολιτικῆς» δεοντολογίας. Τοῦτο φαίνεται στόν τρόπο ἐνεργείας τῶν Ἀποστόλων. Δέν ὑποδεικνύουν αὐτοί τά πρόσωπα, ἀλλά μόνο τά προσόντα τους. Γίνεται ἐκλογή, ἡ ὁποία ἀνατίθεται στό πλῆθος τῶν πιστῶν, σ’ ὁλόκληρο τόν Λαό τοῦ Θεοῦ. Τούς ἐκλέγουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καί πρόκειται νά δεχθοῦν τήν διακονία τους. Πῶς θά μποροῦσε, ἄλλωστε, ποτέ νά διακονήσει σωστά τόν Λαό ἐκεῖνος, πού εἶναι ἀπό τόν Λαό ἀνεπιθύμητος, γιά ὁποιοδήποτε λόγο, ἤ ἀκατἀλληλος γιά ἕνα τέτοιο ἔργο; Ἔτσι θεμελειώνεται ἁγιοπνευματικά ὁ μόνος γνήσιος τρόπος ἀναδείξεως τῶν ὁποιωνδήποτε διακόνων (ἀρχόντων, ὅπως συνηθίσαμε νά λέμε) τοῦ Λαοῦ.
Μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ Ἀπόστολοι καθόρισαν νά βρίσκονται καί τά πνευματικά καί τά ὑλικά προβλήματα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ στά χέρια Ἁγίων καί Πνευματοφόρων, γιά νά βρίσκουν καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν λύση τους.

--------------------------------------
Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς
Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός


 

Κυριακή των Μυροφόρων Τα πρότυπα των γυναικών. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

Τὰ πρότυπα τῶν γυναικῶν.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ Κυριακὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν Μυροφόρων. Οἱ Μυροφόρες ἦταν ἕνας ὅμιλος ἐκλεκτῶν, ὑπερόχων γυναικῶν, ποὺ εἶχαν ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἀκολουθοῦσαν (βλ. Μάρκ. 15,41) καὶ «διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). Καὶ τὸ κυριώτερο· κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν δὲν ἔλειψαν οὔτε λεπτὸ ἀπὸ κοντά του στὴν πορεία τοῦ μαρτυρίου. Γι ̓ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκαν, πρῶτες αὐτές, ν ̓ ἀκούσουν τὸ κοσμοχαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Δὲν εἶνε τυχαῖο ὅτι· τὸ μὲν «Χριστὸς γεννᾶται» δὲν τὸ ἄκουσαν φιλόσοφοι ἀλλὰ βοσκοὶ τῆς Βηθλεέμ, τὸ δὲ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν τὸ ἄκουσαν μεγάλοι τῆς γῆς ἀλλὰ ἁπλοϊκὲς γυναῖκες.

* * *

Ἂς μεταφερθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νοερῶς στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Εἶνε «ὥρα τρίτη καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Μάρκ. 15,25). Κατὰ τὸ ἑβραϊκὸ ὡρολόγιο ἡ τρίτη ὥρα ποὺ ἀκοῦμε ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴ δική μας ἐνάτη πρωινή, 9 τὸ πρωί. Τὴ νύχτα τὸν δίκασαν, τὸ πρωὶ μὲ τὴν ἔγκρισι τοῦ Πιλάτου βγῆκε ἡ ἀπόφασι. Τὸν ἔδεσαν μ ̓ ἕνα σχοινί, σὰν τὰ ὑποζύγια, τὸν ἔσυραν μέσ ̓ ἀπ ̓ τὰ καλντερίμια τῆς Ἰερουσαλήμ, τὸν ἀνέβασαν στὸ Γολγοθᾶ, καὶ στὶς 9 τὸν σταύρωσαν. Οἱ ἅγιες γυναῖκες τὸν συνώδευαν.

Ἡ σταύρωσις εἶνε ἕνας βραδὺς ἐπώδυνος βασανισμὸς μέσα σὲ σπασμούς, σφαδασμοὺς καὶ πόνους φρικτούς. Ἦταν ἀτιμωτικὴ ποινὴ τοῦ ̔Ρωμαϊκοῦ καθεστῶτος, στὴν ὁποία καταδικάζονταν ἀποφώλια (=ἀπαίσια) τέρατα τῆς κοινωνίας. Οἱ κακοῦργοι ποὺ σταυρώνονταν, λόγῳ τῆς σκληρῆς ἰδιοσυγκρασίας τους, ἔμεναν ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἀρκετά. Ὁ Ἰώσηπος καὶ ἄλλοι ἱστορικοὶ λένε, ὅτι ἄντεχαν μέχρι καὶ τρεῖς ἢ τέσσερις μέρες, γιατὶ τὰ τραύματά τους δὲν ἦταν θανάσιμα. Ὅταν πλέον ἔφτανε ὁ θάνατος, ἀκολουθοῦσε κάτι μακάβριο· ἔρχονταν ἀπὸ ψηλὰ ὄρνεα καὶ καταβρόχθιζαν τὶς σάρκες τῶν πτωμάτων, ἐνῷ ἀπὸ κάτω σκυλιὰ μὲ πηδήματα ἅρπαζαν ὅποιο κομμάτι μποροῦσαν. Τί ἔμενε; ἕνας γυμνὸς σκελετὸς ποὺ κατέρρεε στὴ γῆ. Τέτοιο ἦταν τὸ τέλος τῶν μεγάλων ἐγκληματιῶν.

Ὁ Ἰησοῦς πόσο ἔζησε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ μετέωρος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς; Λεπτοφυὴς καὶ εὐγενὴς ὅσο κανείς ἄλλος, δὲν ἄντεξε πολὺ καὶ σύντομα ἐξέπνευσε – ἀλλὰ τί εἶπα; ὄχι, ἥμαρτον! Δὲν τελείωσε ἔτσι. Μποροῦσε νὰ μείνῃ πολὺ περισσότερο. Ἔμεινε στὴ ζωὴ ὅσο ἤθελε, καὶ ὅταν ἔκρινε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα, τότε ὁ ἴδιος κάλεσε τὸ θάνατο νὰ ἔλθῃ· καὶ ὁ θάνατος σὰν ὑπηρέτης, ὑπακούοντας σ ̓ Αὐτόν, ἦλθε (βλ. Παρακλ., ἦχ. πλ. β ́, Κυρ. Καν. Ἀν. ᾠδ. α ́, τρ. 3ο). Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου μας, δὲν εἴμαστε κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου· ὁ Χριστὸς ὅμως, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, ἀφοῦ ἔλαβε καὶ τὸ ὄξος, «εἶπε, Τετέλεσται , καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. 19,30).

Ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἔμεινε 6 ὧρες, ἀπὸ 9 πρωὶ μέχρι 3 ἀπόγευμα· «ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. 27,45)· 3 ὧρες φῶς, 3 ὧρες σκότος· 3 ὧρες φῶς γιὰ τοὺς πιστούς, 3 ὧρες σκότος γιὰ τοὺς ἀπίστους «ἐφ ̓ ὅλην τὴν γῆν» (Μάρκ. 15,33).

Σὲ λίγο πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος. Τί θὰ γινόταν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Ἡ ἑβραϊκὴ ἡμέρα ἄρχιζε ὄχι μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου ἀλλὰ μὲ τὴ δύσι. Συνεπῶς, μόλις ἔδυε ὁ ἥλιος θὰ ἄρχιζε τὸ Σάββατο καὶ θ ̓ ἀνέτελλε τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα· καὶ κατὰ τὸ πάσχα δὲν ἐπιτρεπόταν πάνω στοὺς σταυροὺς νὰ ὑπάρχουν πτώματα νεκρῶν. Γι ̓ αὐτὸ ἕνα στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα μὲ τσεκούρια – μπαλτάδες ἀνέβηκε στὸ Γολγοθᾶ νὰ σπάσῃ τὰ χοντρὰ κόκκαλα ὅσων ἀνέπνεαν ἀκόμα καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ θάνατό τους. Ἔτσι ἔγινε μὲ τοὺς δύο λῃστάς. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει· «οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη» (Ἰω. 19,32), καὶ ἔμεινε τὸ σῶμα του ἐκεῖ μετέωρο.

Ποιός θὰ τὸν ἔθαπτε; Οἱ ὧρες περνοῦσαν. Καν- είς δὲν φαινόταν. Ποῦ τὰ πλήθη ποὺ εὐεργέτησε! Τρόμος καὶ φόβος· ποιός νὰ πλησιάσῃ; Οἱ σημερινοὶ νέοι δὲν γνώρισαν παρόμοιες σκηνές. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω καλὰ τὸ ἑξῆς. Σ ̓ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν οἱ Γερμανοὶ καταδίκασαν στὸν δι ̓ ἀσιτίας θάνατον μιὰ ὑπέροχη γυναῖκα, γιατὶ αὐτὴ βοήθησε τοὺς στρατιῶτες τῆς ἀντιστάσεως. Τὴν ἔβαλαν μέσα σ ̓ ἕνα λάκκο καὶ κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ τὴν πλησιάσῃ…

Παρόμοιος τρόμος ἐπικρατοῦσε στὸ Γολγοθᾶ. Χρειαζόταν τόλμη, θάρρος, καὶ ἐπίσημη ἀπόφασι, γιὰ νὰ ξεκρεμάσῃ κανεὶς ἕνα κατάδικο. Ἐνῷ λοιπὸν κανείς ἄλλος δὲν τολμᾷ, νά κάποιος ἔρχεται. Ποιός εἶνε; Ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου, ψυχὴ ἐκλεκτὴ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Ἰησοῦ. Πῆγε στὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα του. Ὁ Πιλᾶτος θαύμασε, πῶς ὁ Ἰησοῦς ἐξέπνευσε τόσο σύντομα (Μάρκ. 15,44), κι ἀφοῦ βεβαιώθηκε ἀπὸ τὸν κεντυρίωνα, τοῦ χάρισε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ποιά τώρα γλῶσσα, ποιός ζωγράφος, ποιός ποιητὴς θὰ περιγράψῃ τὴ σκηνὴ τῆς ἀποκαθηλώσεως τοῦ Κυρίου; Μᾶλλον ἂς τὴν καλύψουμε μὲ πέπλο ἱερᾶς σιωπῆς. Ὦ χέρια εὐλογημένα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ὦ σινδόνη καθαρά, ὦ τάφε ἁγιασμένε ποὺ δέχθηκες τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ! Μακάριος ὁ Ἰωσήφ, μακάριες καὶ οἱ γυναῖκες!

Ἀλλ ̓ ἐὰν αὐτοὶ εἶνε μακάριοι, πολὺ πιὸ μακάριοι εἶνε – ποιοί; ὅσοι κοινωνοῦν ἀξίως τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Γιατὶ ἐκεῖνοι ἄγγιξαν μόνο τὸ τεθεωμένο σῶμα, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ κοινωνεῖ δὲν ἀγγίζει μόνο ἀλλὰ δέχεται ἐντός του ὁλόκληρο τὸν Χριστό.

* * *

Οἱ Μυροφόρες, ἀδελφοί μου, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν κυρίαν Θεοτόκον, ἀποτελοῦν ἕναν ἀστερισμὸ μὲ λαμπρότερο ἀστέρα του τὴν Παναγία, ἡ ὁποία μνημονεύεται κάπως διαφορετικὰ σὲ καταλόγους τῶν ὀνομάτων τους.

Σήμερα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, τιμώντας τὸν ὅμιλο τῶν ἡρωίδων ἐκείνων γυναικῶν, ποὺ εἶνε τὰ πρότυπα τοῦ γυναικείου κόσμου, στὸ πρόσωπό τους τιμᾷ καὶ κάθε γυναῖκα.

Ὁ γυναικεῖος κόσμος παρουσιάζει ἀναμφισβητήτως καὶ ἐλαττώματα. Σήμερα ὅμως ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ὑμνογράφους της ψάλλει ὕμνους στὶς γυναῖκες. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω μερικὰ πορτραῖτα, μερικὰ στιγμιότυπα ἀπὸ τοὺς ἡρωισμούς, τὶς ὑπέροχες ἀρετές των; Νά λοιπόν· οἱ μυροφόρες δὲν πέθαναν, ζοῦν καὶ στὴν κατηραμένη ἐποχή μας.

•Ἡ πρώτη εἶνε ἡ δασκάλα στὰ σύνορα. Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειο καὶ πῆγε ἐκεῖ ὄχι γιὰ τὸ μισθό, ἀλλὰ ἐκτελώντας μιὰ ἱεραποστολή. Γνώρισα πολλὲς τέτοιες. Τὴ βλέπεις ἀνάμεσα στὶς ἀγράμματες ἐκεῖ γυναῖκες, ταπεινή, φρόνιμη· νὰ χτυπάῃ τὸ κουδούνι τοῦ σχολείου στὸ ἀκριτικὸ χωριό, νὰ μαζεύῃ τὰ παιδιὰ τῶν χωρικῶν καὶ μὲ ἀγάπη καὶ στοργὴ νὰ σταλάζῃ στὶς καρδιές τους τὰ ὡραῖα διδάγματα τῆς πατρίδος καὶ τῆς θρησκείας μας. Εἶνε μιὰ μυροφόρος στὴ σύγχρονη ἐποχή.

•Θέλετε ἄλλη; Εἶνε ἡ νοσοκόμος, μὲ τὴ λευκὴ στολή της. Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ Μυροφόρες εἶδαν ἀγγέλους «ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις», μὲ ἀστραφτερὲς φορεσιές (Λουκ. 24,4). Καὶ ὅταν λοιπὸν πηγαίνῃ κανεὶς στὸ νοσοκομεῖο καὶ βλέπῃ τὰ μεσάνυχτα νὰ διασχίζουν τοὺς διαδρόμους οἱ νοσοκόμες μὲ τὶς ἄσπρες μπλοῦζες, ἐγὼ νομίζω ὅτι βλέπω ἀγγέλους ἐπὶ τῆς γῆς. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνάξια γυναικάρια σὲ ἁμαρτωλὰ κέντρα πουλοῦν τὴ σάρκα τους, βλέπεις αὐτὲς δίπλα στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου νὰ γίνωνται μητέρες καὶ ἀδελφές, νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ σταλάζουν τὸ βάλσαμο τῆς ἁγίας μας πίστεως, ἢ καὶ νὰ προετοιμάζουν ἀσθενεῖς γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

•Θέλετε παράδειγμα ἄλλης μυροφόρου; Εἶνε ἡ ἀδελφὴ τοῦ σπιτιοῦ ἐκείνου ποὺ οἱ γονεῖς πέθαναν καὶ αὐτή, ὡς μεγαλύτερη, ἔμεινε προστάτις τῶν μικρῶν ἀδελφῶν της. Ἀντὶ νὰ διασκεδάζῃ δεξιὰ κι ἀριστερά, ἐργάζεται σὲ ἐργοστάσιο φθείροντας τὴν ὑγεία της καὶ ῥάβει προσπαθώντας νὰ θρέψῃ τὰ μικρά, νὰ σπουδάσῃ τὸν ἀδελφό, νὰ συμπληρώσῃ τὴν προῖκα τῆς ἀδελφῆς της.

•Θέλετε καὶ ἄλλη; Εἶνε ἡ γιαγιὰ ἡ ἁπλοϊκή, ποὺ παίρνει μὲ στοργὴ στὴν ἀγκαλιὰ τὸ ἐγγονάκι, τὸ γονατίζει μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα καὶ τὸ μαθαίνει τὶς πρῶτες προσευχές· εἶνε μία ἱερὰ ὕπαρξις ἡ γιαγιὰ μέσα στὸν παιδικὸ κόσμο.

•Θέλετε ἀκόμη μία ἄλλη; Ἔφτασα πλέον στὸ ὕψος. Ἐδῶ σταματῶ, δάκρυα μᾶς ἔρχονται. Εἶνε μία λέξι ποὺ μᾶς συγκινεῖ καὶ ἡ ὁποία μόνο ὅταν ἀτενίζουμε τὴν Παναγία μας βρίσκουμε τὸ ἰδεῶδες πρότυπό της. Εἶνε ἡ μάνα ἡ γλυκυτάτη. Ποιός τὴν θυμᾶται καὶ δὲν θρηνεῖ στὴν ἀνάμνησι τῶν παιδικῶν χρόνων, τότε ποὺ μιὰ μητέρα τὸν θήλαζε στὸ στῆθος της; Μόνο τέρατα ἀνάξια νὰ ζοῦν σηκώνουν τώρα χέρι καὶ τὴν πληγώνουν. Μοῦ ̓λεγε κάποια μητέρα· –Πάτερ μου, βάσανα πολλὰ πέρασα. Τὸ μεγαλύτερο ποὺ μὲ βρῆκε καὶ κλαίω εἶνε, ὅτι τὸ παιδί μου, φοιτητής, μοῦ βλαστήμησε χθὲς τὴν Παναγία μου. Δὲν θέλω νὰ ζῶ στὸν κόσμο…

Χθὲς τὸ βράδυ πρὶν νὰ κοιμηθῶ διάβασα τὴ βιογραφία ἑνὸς ἐκλεκτοῦ ἱεράρχου, τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου πρώην Νευροκοπίου Γεωργίου Παπαγεωργιάδου, τὴν ὁποία συνέγραψε ὁ ἴδιος ἕνα ἔτος προτοῦ ν ̓ ἀποθάνῃ. Ἐκεῖ εἶδα τὸ ἑξῆς. Ὁ ἱεράρχης αὐτός, φτωχὸ παιδὶ τῆς ἀλησμονήτου Θρᾴκης πρὸς τὰ Δαρδανέλλια, μικρὸς εἶχε αὐστηρὸ πατέρα ποὺ κάποτε τὸν μάλωσε πέρα τοῦ δέοντος. Ὁ μικρὸς Γεώργιος, ἡλικίας 10 ἐτῶν, πείσμωσε τόσο πολύ, ὥστε δὲν ἤθελε πλέον νὰ πάῃ στὸ σχολεῖο. Μάταια ὁ πατέρας τὸν ἀπειλοῦσε. Αὐτὸς ἔλεγε· –Ὄχι, δὲν θὰ μάθω γράμματα. Μὲ ἔβρισες καὶ δὲν θέλω πιὰ νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Θὰ πάω νὰ βόσκω γίδια, πρόβατα καὶ βόδια… Καὶ ποιός τὸν νίκησε καὶ τὸν ἔκανε νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ σχολεῖο καὶ νὰ σπουδάσῃ; Τὰ δάκρυα τῆς μάνας του. Τὸν κυνήγησε μέσ ̓ στὸ λόγγο, τὸν ἔφτασε καὶ τοῦ μιλοῦσε. Ἐπὶ τέλους, ὕστερα ἀπὸ δυὸ ὧρες, τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά, τὸν ἔφερε πίσω καὶ τὸν πῆγε στὸ σχολειὸ νὰ μάθη γράμματα. Τὸ ἐ- πεισόδιο αὐτὸ μνημονεύει μὲ συγκίνησι ὁ ἱεράρχης λέγοντας· Στὴ μητέρα μου ὀφείλω τὸ πᾶν.

•Νά λοιπὸν οἱ μυροφόρες. Ὅλες αὐτὲς ποὺ ἀνέφερα καὶ ἀκόμα ἡ παρθένος ἡ ἀφιερωμένη στὸ Θεό, ποὺ λειτουργεῖ εἴτε σὲ μοναστήρι εἴτε σὲ ἀδελφότητα, εἶνε οἱ μυροφόρες τῶν ἡμερῶν μας.

Πρὶν τελειώσω, ἀπευθύνω τὸν λόγο πρὸς τὶς γυναῖκες καὶ λέγω σ ̓ αὐτές·

Γυναῖκες τοῦ νῦν αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος, πρότυπά σας δὲν εἶνε τὸ Χόλλυγουντ καὶ τὸ Παρίσι· πρότυπά σας εἶνε οἱ Ἑλληνίδες προμήτορές σας καὶ οἱ Μυροφόρες τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνώδευσαν τὸν Κύριο μέχρι ἀποκαθηλώσεως. Σεῖς γεννᾶτε τέκνα, σεῖς παρηγορεῖτε τὸν σύζυγο, σεῖς μᾶς συνοδεύετε ἀπὸ τὸ λίκνο μέχρι τὸν τάφο, σεῖς εἶστε ἐκεῖνες ποὺ πλάθουν χαρακτῆρες, σεῖς δημιουργεῖτε τὸ μέλλον, σεῖς εἶστε οἱ βασίλισσες τῶν κατ ̓ οἴκων ἐκκλησιῶν. Βαδίστε τὸ δρόμο σας ἀνεπηρέαστες ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶνε γεμᾶτοι τραύματα. Πολλοὶ εἶνε οἱ ἐσταυρωμένοι. Στὸ Γολγοθᾶ ἦταν Ἕνας, ἀλλὰ στὸν κόσμο σήμερα εἶνε πολλοί, σταυρωμένοι καὶ τὰ καρφιὰ τῆς συκοφαντίας καὶ διαβολῆς, τῶν ποικίλων περιπετειῶν, τῆς φτώχειας, τῆς χηρείας, τῆς θυσίας… Οἱ σταυρωμένοι περιμένουν ἀποκαθήλωσι. Ἐμπρός, γυναῖκες, σπεύσατε ὅπου βρῆτε τὸν σταυρωμένο συνάνθρωπο, εἴτε στὰ νοσοκομεῖα, εἴτε στὰ ὑπόγεια, εἴτε σὲ κελλιὰ κρατουμένων, ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει ἀκτίνα ἥλιου. Ὦ ἀγάπη γυναικῶν, κατεβῆτε τὰ σκαλοπάτια τῶν κατέργων, τῶν φυλακῶν, καὶ φέρτε ἐκεῖ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, καὶ κάνετε τὶς ἀπογοητευμένες ψυχὲς νὰ ποῦν κι αὐτὲς «Χριστὸς ἀνέστη»!

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀθανασίου Ἄνω Κυψέλης - Ἀθηνῶν τὴν 27-4-1969 πρωὶ μετὰ χειροκροτήματος. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις μὲ νέο τώρα τίτλο 13-3-2026.



Σάββατο, Απριλίου 25, 2026

 

Κυριακή των Μυροφόρων – Ερμηνεία της Ευαγγελικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ[:Μάρκ.15,43-16,8]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ,

ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

       [υπομνηματισμός των χωρίων: Ματθ.27,57-66 και Ματθ.28,1-10]

   «Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ· οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶμα. καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν(: όταν προχώρησε το δειλινό, ήλθε κάποιος άνθρωπος πλούσιος που καταγόταν από την Αριμαθαία και ονομαζόταν Ιωσήφ, που κι αυτός υπήρξε μαθητής του Ιησού. Αυτός πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί το σώμα. Κι αφού ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό και αμεταχείριστο σεντόνι και το έβαλε στο δικό του καινούριο μνημείο, το οποίο είχε σκαλίσει στον βράχο. Κι αφού κύλισε ένα μεγάλο λίθο στη θύρα του μνημείου, την έκλεισε με τον λίθο αυτόν κι έφυγε)»[Ματθ. 27, 57-60].

   Αυτός είναι ο Ιωσήφ, ο οποίος προηγουμένως κρυβόταν. Τώρα όμως, μετά τον θάνατο του Χριστού, έδειξε μεγάλη τόλμη. Διότι ούτε ασήμαντος ήταν, ούτε από εκείνους που μένουν απαρατήρητοι, αλλά ένας από τα μέλη του Συνεδρίου[πρβλ. Λουκ.23,51: «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος·οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν- ἀπὸ Ἀριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:και ιδού, παρουσιάζεται τότε ένας άνθρωπος που λεγόταν Ιωσήφ και ήταν βουλευτής, δηλαδή μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου,άνθρωπος καλοκάγαθος και ενάρετος. Αυτός δεν είχε συμφωνήσει με την απόφαση που πήραν τα μέλη του συνεδρίου εναντίον του Ιησού, ούτε με τα μέτρα και τις πράξεις που έκαναν για να εξασφαλίσουν την επικύρωση και την εκτέλεση της αποφάσεως. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν ήταν από την πόλη των Ιουδαίων Αριμαθαία. Είχε πιστέψει στο κήρυγμα του Ιησού για τη βασιλεία του Θεού και περίμενε κι αυτός μαζί  με τόσους άλλους μαθητές τη βασιλεία αυτή)»], και πολύ επιφανής.

    Από αυτό μάλιστα φαίνεται καθαρά η ανδρεία του. Διότι ουσιαστικά καταδίκασε σε θάνατο τον εαυτό του, τη στιγμή που διακήρυξε την απέχθειά του προς όλους, με την έκφραση-ομολογία της συμπάθειάς του προς τον Ιησού, και τόλμησε να ζητήσει το σώμα Του, και δεν απομακρύνθηκε παρά μόνο αφού πέτυχε αυτό που ήθελε. Την αγάπη μάλιστα και την ανδρεία του την δείχνει όχι μόνο με το ότι παρέλαβε το σώμα του Χριστού και το έθαψε με πολυτέλεια, αλλά και με το ότι Τον έθαψε στο δικό του καινούριο μνημείο. Και αυτό δεν έγινε έτσι στην τύχη, αλλά για να μην υπάρξει ούτε η παραμικρή υποψία ότι αναστήθηκε άλλος αντί άλλου.

     «Ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, καθήμεναι ἀπέναντι τοῦ τάφου(:ήταν μάλιστα εκεί η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, οι οποίες κάθονταν απέναντι από τον τάφο)»[Ματθ.27,61]Γιατί αυτές κάθονται πλησίον του τάφου; Τίποτε ακόμη μεγάλο και υψηλό δεν γνώριζαν, όπως έπρεπε, περί Αυτού· γι’ αυτόν τον λόγο και μύρα έφεραν και παρέμεναν με καρτερία κοντά στον τάφο, ώστε, εάν κατασίγαζε η μανία των Ιουδαίων, να προσέρχονταν και να αλείψουν το Σώμα του Ιησού με αυτά.

     Είδες την ανδρεία των γυναικών; Είδες την αγάπη; Είδες τη μεγαλοψυχία την έμπρακτη, η οποία φτάνει μέχρι θανάτου; Ας μιμηθούμε τις γυναίκες αυτές όλοι μας· ας μην εγκαταλείψουμε τον Ιησού στις δοκιμασίες Του· διότι εκείνες μεν, και όταν Εκείνος πέθανε, ξόδεψαν τόσα πολλά και έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Ενώ εμείς( πάλι τα ίδια θα επαναλάβω), ούτε όταν πεινά Τον τρέφουμε, ούτε όταν είναι γυμνός Τον ντύνουμε, αλλά αντιθέτως και όταν Τον βλέπουμε να ζητιανεύει, Τον προσπερνούμε. Είμαι βέβαιος ότι εάν βλέπατε τον ίδιο τον Κύριο, θα έδινε ο καθένας σας όλα τα υπάρχοντά Του. Αλλά και τώρα ο ίδιος είναι. Άλλωστε και Αυτός είπε ότι «Εγώ είμαι».

   «Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλᾶτον λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης(:Την άλλη τώρα ημέρα, η οποία είναι μετά την Παρασκευή, δηλαδή το Σάββατο, μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και πήγαν όλοι μαζί στον Πιλάτο  και του είπαν: ‘’Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο λαοπλάνος είχε πει όταν ακόμη ζούσε: «Τρεις ημέρες μετά τον θάνατό μου θα αναστηθώ». Γι’ αυτό δώσε διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως έλθουν οι μαθητές του μέσα στη νύχτα και τον κλέψουν, και πουν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και θα είναι η τελευταία αυτή πλάνη του λαού χειρότερη από την πρώτη, που τον πίστεψαν ως Μεσσία’’. Ο Πιλάτος τότε τους είπε: ‘’Πάρτε φρουρά. Πηγαίνετε και ασφαλίστε μόνοι σας τον τάφο, όπως εσείς ξέρετε’’. Κι αυτοί πήγαν και ασφάλισαν τον τάφο. Έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στον λίθο που σκέπαζε το μνημείο. Και τοποθέτησαν εκεί τη φρουρά)»[Ματθ.27,62-66].

     Παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και άθελά της συνηγορεί υπέρ της αλήθειας. Πρόσεξε όμως. Έπρεπε να πιστευτεί ότι πέθανε, ότι ενταφιάστηκε και ότι αναστήθηκε. Και όλα αυτά γίνονται από τους εχθρούς. Κοίταξε λοιπόν ότι τα λόγια αυτά βεβαιώνουν όλα αυτά. «Θυμηθήκαμε», λέγει, «ότι εκείνος ο λαοπλάνος είχε πει όταν ακόμη ζούσε»· άρα πέθανε· «’’Τρεις ημέρες μετά τον θάνατό μου, θα αναστηθώ’’. Γι’ αυτό δώσε διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα»· άρα ενταφιάστηκε· «μήπως έλθουν οι μαθητές του μέσα στη νύχτα και τον κλέψουν, και πουν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς». Άρα, εάν ο τάφος σφραγιστεί, δεν θα γίνει καμία απάτηΔεν έγινε λοιπόν. Επομένως η απόδειξη της αναστάσεως, με όσα προτείνατε εσείς, έγινε αναντίρρητη. Διότι αφού σφραγίστηκε, δεν συνέβη καμία απάτη. Εάν επίσης δεν έγινε καμία απάτη, βρέθηκε όμως κενός ο τάφος, είναι φανερό ότι αναστήθηκε σαφώς και αναντίρρητα.

     Είδες ότι και χωρίς να το θέλουν, υποστηρίζουν την απόδειξη της αλήθειας; Εσύ πάλι κάνε μου τη χάρη να προσέξεις τη φιλαλήθεια των μαθητών· ότι δεν αποκρύπτουν τίποτε από όσα λένε οι εχθροί, και όταν ακόμη λένε πράγματα υβριστικά. Να που τον ονομάζουν και πλάνο και αυτοί δεν το αποσιωπούν. Αυτά λοιπόν δείχνουν και τη σκληρότητα εκείνων, αφού ούτε με τον θάνατο απέβαλαν την οργή, και αυτών την απλότητα και φιλαλήθεια.

     Αξίζει μάλιστα να αναζητήσουμε και αυτό, δηλαδή το ότι είπε ότι «μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ». Διότι δεν θα το βρει κανείς πουθενά να λέγεται με τόση σαφήνεια, εκτός από το παράδειγμα του ΙωνάΏστε λοιπόν γνώριζαν αυτά που έλεγαν και ηθελημένα τα παραποιούσαν.

      Και τι απαντά ο Πιλάτος; «‘’Πάρτε φρουρά. Πηγαίνετε και ασφαλίστε μόνοι σας τον τάφο, όπως εσείς ξέρετε’’. Και αυτοί πήγαν και ασφάλισαν τον τάφο. Έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στο λίθο που σκέπαζε το μνημείο. Και τοποθέτησαν εκεί τη φρουρά»[Ματθ.27,65-66]. Δεν αφήνει μόνους τους στρατιώτες να τον σφραγίσουν· διότι επειδή είχε μάθει σχετικά με Αυτόν, δεν ήθελε πλέον να συμπράξει με αυτούς. Αλλά για να απαλλαγεί από αυτά, ανέχεται και τούτο και λέγει: «Σφραγίστε τον τάφο όπως θέλετε εσείς, για να μην μπορείτε να κατηγορείτε άλλους». Διότι εάν τον σφράγιζαν μόνοι τους οι στρατιώτες, θα μπορούσαν να πουν(αν και θα ήσαν απίθανα και ψευδή όσα θα έλεγαν, αλλά όμως, όπως στα άλλα έδειχναν αναισχυντία, έτσι θα μπορούσαν να πουν και στην περίπτωση αυτή), ότι οι στρατιώτες, αφού επέτρεψαν να κλαπεί το σώμα, έδωσαν το δικαίωμα στους μαθητές να πλάσουν το κήρυγμα της αναστάσεως. Τώρα όμως που οι ίδιοι σφράγισαν τον τάφο, ούτε αυτό μπορούν να πουν.

     Είδες πώς πασχίζουν άθελά τους υπέρ της αλήθειας; Διότι αυτοί προσήλθαν στον Πιλάτο, αυτοί ζήτησαν να ασφαλιστεί ο τάφος, αυτοί τον σφράγισαν μαζί με τη φρουρά, ώστε να είναι κατήγοροι και ελεγκτές των εαυτών τους. Αν και πότε θα μπορούσαν να τον κλέψουν; Το Σάββατο; Και με ποιον τρόπο, αφού ούτε να εξέλθουν από το σπίτι τους δεν ήταν δυνατόν; Εάν πάλι παρέβαιναν τον μωσαϊκό νόμο, πώς θα τολμούσαν να εξέλθουν από το σπίτι τους οι μαθητές, αυτοί οι τόσο δειλοί; Πώς ακόμη θα μπορούσαν να πείσουν το πλήθος; Τι θα έλεγαν; Τι θα έκαναν; Με ποια διάθεση θα τάσσονταν με το μέρος του νεκρού; Ποια επιτέλους αντιμισθία θα περίμεναν; Ποια ανταμοιβή; Ενώ ακόμη ήταν ζωντανός, και μόνο όταν τον είδαν να συλλαμβάνεται, έφυγαν. Και θα μιλούσαν με θάρρος μετά τον θάνατό Του για Εκείνον, εάν δεν είχε αναστηθεί;

     Και πώς θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν; Διότι ότι ούτε σκέφτηκαν, ούτε μπορούσαν να πλάσουν μία ανάσταση η οποία δεν έγινε, είναι φανερό από τα εξής: Πολλά τους είχε πει και συνεχώς τους έλεγε περί της αναστάσεως, όπως είπαν και αυτοί οι ίδιοι ότι «μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ». Εάν όμως δεν ανασταινόταν, είναι ολοφάνερο ότι επειδή αυτοί είχαν απατηθεί και είχαν παρασυρθεί εξαιτίας του σε πόλεμο με ολόκληρο το έθνος,  και είχαν μείνει χωρίς οικογένεια και χωρίς πατρίδα, θα τον αποστρέφονταν και δεν θα ήθελαν να του παραδώσουν τέτοια δόξα, καθόσον είχαν απατηθεί και είχαν περιέλθει σε έσχατο κίνδυνο εξαιτίας του.

       Ότι δε δεν θα μπορούσαν εάν η ανάσταση δεν ήταν αληθινή, να την πλάσουν, αυτό δεν χρειάζεται ούτε απόδειξη. Διότι σε τι θα βασίζονταν; Στη δεινότητα των λόγων; Αλλά αυτοί ήσαν πιο αμαθείς από όλους. Μήπως στα πολλά τους χρήματα; Αλλά αυτοί δεν είχαν ούτε ράβδο, ούτε υποδήματα. Μήπως στην ευγενική καταγωγή τους; Αλλά αυτοί ήσαν άσημοι και κατάγονταν από άσημους γονείς. Μήπως στη μεγάλη πατρίδα τους; Αλλά κατάγονταν από άσημα χωριά. Μήπως στον μεγάλο αριθμό τους; Αλλά δεν ήσαν περισσότεροι από έντεκα και αυτοί μάλιστα διασκορπισμένοι. Μήπως στις υποσχέσεις του διδασκάλου τους; Ποιες; Διότι εάν δεν ανασταινόταν, ούτε εκείνες δεν θα ήσαν γι’ αυτούς αξιόπιστες.

    Και πώς θα υπέφεραν τον μαινόμενο όχλο; Διότι εάν ο κορυφαίος από αυτούς δεν άντεξε τον λόγο της θυρωρού που ήταν γυναίκα, και όλοι οι υπόλοιποι όταν Τον είδαν δεμένο, διασκορπίστηκαν, πώς θα διανοούνταν να τρέξουν στα πέρατα της οικουμένης και να σπείρουν το φανταστικό κήρυγμα της αναστάσεως; Διότι, εάν ο μεν πρώτος δεν αντιστάθηκε στην απειλή της γυναίκας, οι δε άλλοι ούτε στη θέα των δεσμών, πώς μπορούσαν να αντισταθούν σε βασιλιάδες και άρχοντες και πλήθη, όπου υπήρχαν ξίφη και τηγάνια και κάμινοι και μυρίου είδους θανατώσεις καθημερινά, εάν δεν δέχονταν τη δύναμη και την τόνωση του Αναστάντος; Τόσα και τέτοιου είδους θαύματα είχαν γίνει και τίποτε από αυτά δεν σεβάστηκαν οι Ιουδαίοι, αλλά σταύρωσαν Αυτόν που τα έκανε· και θα έλεγαν σε αυτούς απλά να πιστέψουν στην Ανάσταση. Δεν είναι δυνατόν αυτά, δεν είναι· αλλά μόνο η δύναμη του Αναστάντος τα έκανε.

    Κάνε μου τη χάρη να προσέξεις την καταγέλαστη απάτη τους. «Θυμηθήκαμε», λέγει, «ότι εκείνος ο πλάνος είπε όταν ακόμη ζούσε, ότι μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ». Και εφόσον ήταν πλάνος και καυχιόνταν ψευδώς, γιατί φοβηθήκατε και τρέχετε τριγύρω και δείχνετε τόση βιασύνη; «Φοβόμαστε», λένε, «μήπως Τον κλέψουν οι μαθητές και εξαπατήσουν τα πλήθη». Αν και βεβαίως αποδείχτηκε ότι ο φόβος τους αυτός δεν είχε κανένα λόγο, αλλά η κακία είναι πράγμα φιλόνικο και αναιδές και επιχειρεί και τα παράλογα. Έτσι παρακαλούν να ασφαλιστεί ο τάφος για τρεις μέρες, σαν να αγωνίζονταν για προφάσεις, και  θέλοντας να δείξουν ότι και πριν από αυτό ότι είναι πλάνος, γι΄αυτό επεκτείνουν την κακία τους μέχρι τον τάφο.

    Γι΄αυτό ακριβώς αναστήθηκε νωρίτερα, για να μην λένε ότι διαψεύστηκε και ότι κλάπηκε· διότι αυτό μεν, το να αναστηθεί νωρίτερα, δεν επέτρεπε κατηγορία, ενώ  το να αναστηθεί αργότερα, ήταν γεμάτο υποψίες. Διότι, εάν δεν ανασταινόταν τότε, όταν κάθονταν αυτοί εκεί και φύλασσαν τον τάφο, αλλά όταν θα αναχωρούσαν μετά από τρεις ημέρες, θα είχαν κάτι να ισχυριστούν και να αντιτάξουν, έστω και ανόητα. Γι΄αυτό λοιπόν τους πρόλαβε· διότι έπρεπε, καθώς κάθονταν κοντά στον τάφο και τον φύλασσαν, να γίνει η ανάσταση. Επίσης έπρεπε να γίνει εντός των τριών ημερών, διότι εάν γινόταν όταν παρέρχονταν αυτές και αναχωρούσαν, θα θεωρείτο ύποπτο το πράγμα. Γι'αυτό τον λόγο και επέτρεψε να σφραγίσουν τον τάφο όπως ήθελαν και στρατιώτες φύλασσαν.

    Και δεν τους έμελε που έκαναν αυτά σε ημέρα Σαββάτου και ότι εργάζονταν, αλλά μόνο σε ένα πράγμα απέβλεπαν, την πονηρία τους, πώς θα επικρατήσουν με αυτήν, πράγμα το οποίο ήταν δείγμα εσχάτης μωρίας και φόβου, ο οποίος τους τάρασσε δυνατά· διότι αυτοί οι οποίοι Τον συνέλαβαν ζωντανόν, Τον φοβούνταν νεκρό. Αν και, εάν ήταν απλός άνθρωπος, έπρεπε να έχουν θάρρος. Αλλά για να μάθουν ότι και όταν ήταν ζωντανός, με τη θέλησή Του έπαθε αυτά τα οποία έπαθε, τοποθετήθηκε και η σφραγίδα και ο λίθος και η φρουρά, και δεν μπόρεσαν να Τον κρατήσουν. Με όλα αυτά ένα πράγμα μόνο επιτυγχάνεται, να γίνει γνωστή δημοσία η ταφή και έτσι να πιστευτεί η ανάσταση· διότι και στρατιώτες φύλασσαν και οι Ιουδαίοι κάθονταν κοντά.

     «Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφονκαὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί (:αργά λοιπόν τη νύχτα του Σαββάτου, την ώρα που ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, ήλθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία για να δουν τον τάφο. Και ξαφνικά, έγινε σεισμός μεγάλος· διότι ένας άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε απ’ τον ουρανό και ήλθε στο μνημείο, κύλισε την πέτρα από την είσοδο και καθόταν πάνω σε αυτήν. Το εξωτερικό του σχήμα και το πρόσωπό του ήταν λαμπερό σαν αστραπή, και το ένδυμά του ολόλευκο σαν το χιόνι Από το φόβο μάλιστα που προκάλεσε, συγκλονίστηκαν οι φρουροί κι έγιναν σαν νεκροί)» [Ματθ.28,1-4].

     Μετά την Ανάσταση ήλθε ο άγγελος. Για ποιο λόγο λοιπόν ήλθε και σήκωσε τον λίθο; Προς χάριν των γυναικών· διότι αυτές τον άγγελο είδαν τότε μέσα στον τάφοΓια να πιστέψουν λοιπόν ότι αναστήθηκε, βλέπουν τον τάφο να είναι άδειος από το σώμα. Γι’ αυτό σήκωσε τον λίθο, γι' αυτό έγινε και σεισμός, για να ξυπνήσουν και να σηκωθούν. Διότι είχαν έλθει για να αλείψουν το σώμα με έλαιο και αυτά συνέβαιναν κατά τη διάρκεια της νύκτας και ήταν φυσικό μερικές να νυστάξουν και να αποκοιμηθούν.

     «Αλλά για ποιο λόγο και γιατί», θα ρωτήσει κάποιος, «είπε ο άγγελος προς αυτές: «μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς(:μη φοβάστε εσείς);». Πρώτα τις απαλλάσσει από τον φόβο και έπειτα ομιλεί σε αυτές για την Ανάσταση. Και το «εσείς» περιέχει πολύ μεγάλη τιμή και δείχνει ότι η εσχάτη τιμωρία αναμένει εκείνους που διέπραξαν όσα αποτόλμησαν, εάν δεν μετανοήσουν. Λέγει, δηλαδή, «δεν πρέπει εσείς να φοβάστε, αλλά εκείνοι που Τον σταύρωσαν». Αφού τις απάλλαξε λοιπόν από τον φόβο, και με τα λόγια και με την εμφάνισή του(διότι και η εμφάνισή του ήταν χαρωπή, εφόσον έφερνε τέτοια χαρμόσυνη αγγελία),πρόσθεσε λέγοντας: «οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε(:διότι γνωρίζω ότι ζητάτε με πόθο και ευλάβεια τον Ιησού τον Εσταυρωμένο)».Και δεν ντρέπεται να Τον αποκαλεί Εσταυρωμένο, διότι αυτό ήταν η απαρχή των αγαθών. «Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ»(:δεν είναι εδώ · διότι αναστήθηκε)». Από πού είναι φανερό; «Καθὼς εἶπε(:όπως είπε)». «Επομένως», λέγει, «και αν ακόμη δεν έχετε εμπιστοσύνη σε εμένα, θυμηθείτε τα λόγια Εκείνου, και τότε ούτε σε εμένα θα δυσπιστήσετε».

     Έπειτα, ακολουθεί και άλλη απόδειξη: «Δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος(:Ελάτε να δείτε τον τόπο όπου είχε τεθεί ο Κύριος)»[Ματθ. 28,10].Για τον λόγο αυτό κύλισε τον λίθο ο άγγελος, ώστε και από αυτό να πάρουν αυτές την απόδειξη. «Καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν(:πηγαίνετε όμως γρήγορα και πείτε στους μαθητές Του ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και ιδού, πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία˙ εκεί θα Τον δείτε. Να λοιπόν, σας είπα αυτά που είχα εντολή να σας πω)»[Ματθ. 28,7]. Και σε άλλους επίσης τις προετοιμάζει να διαδώσουν το χαρμόσυνο μήνυμα, πράγμα το οποίο τις κάνει να πιστέψουν καλύτερα. Και καλώς είπε: «στη Γαλιλαία», απαλλάσσοντάς τις από ενοχλήσεις και κινδύνους, ώστε να μην παρεμποδίσει ο φόβος την πίστη τους.

     «Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ(:και οι γυναίκες, αφού βγήκαν γρήγορα από το μνημείο με φόβο εξαιτίας της αγγελικής οπτασία, αλλά και με χαρά μεγάλη εξαιτίας του χαρμόσυνου αγγέλματος, έτρεξαν να τα πουν όλα αυτά στους μαθητές)». Γιατί άραγε με φόβο και με χαρά; Διότι είδαν ένα καταπληκτικό και παράδοξο πράγμα, κενό τον τάφο, όπου προηγουμένως Τον είχαν δει να τοποθετείται.  Γι' αυτό και τις οδήγησε να δουν, για να γίνουν μάρτυρες και οι δύο, και του ενταφιασμού και της Αναστάσεως. Διότι κατανοούσαν ότι κανείς δεν μπορούσε να Τον μετακινήσει από εκείεφόσον τόσοι στρατιώτες κάθονταν εκεί κοντά φρουροί, εάν δεν ανέσταινε ο Ίδιος τον εαυτό Του.  Γι' αυτό και χαίρονται και απορούν και αμείβονται για την τόση παραμονή τους εκεί πλησίον του τάφου, με το να δουν πρώτες και να διακηρύξουν ευαγγελιζόμενες όχι μόνο όσα ειπώθηκαν προς αυτές, αλλά και όσα είδαν.

     Αφού λοιπόν εξήλθαν με φόβο και με χαρά, «ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων·χαίρετε(:Καθώς όμως πήγαιναν να τα πουν στους μαθητές Του, ξαφνικά ο Ιησούς τις συνάντησε και είπε: ‘’Χαίρετε’’)». Και αφού έτρεξαν πλησίον Του με μεγάλη χαρά, έλαβαν δια της αισθήσεως της αφής απόδειξη και διαβεβαίωση της Αναστάσεως. «Αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ(:Αυτές τότε, αφού πλησίασαν, δεν τόλμησαν να Τον αγγίξουν στο σώμα, αλλά με ευλάβεια πολλή έπιασαν μόνο τα πόδια Του και Τον προσκύνησαν)».

    Τι τους λέγει, λοιπόν, Εκείνος; «Μὴ φοβεῖσθε». Και Αυτός δηλαδή εκδιώκει τον φόβο τους και προετοιμάζει την οδό για την πίστη. «Ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται(:Μη φοβάστε. Πηγαίνετε να αναγγείλετε στους αδελφούς μου να πάνε στη Γαλιλαία και εκεί θα με δουν)». Πρόσεξε ότι και Αυτός διαμέσου των μυροφόρων γυναικών κηρύσσει στους μαθητές το χαρμόσυνο άγγελμα, πράγμα το οποίο ανέφερα πολλές φορές, τιμώντας και οδηγώντας σε χρηστές ελπίδες το γυναικείο φύλο, που κατεξοχήν είχε περιφρονηθεί και θεραπεύοντάς το αυτό το ασθενές και καταπονημένο φύλο.

   Μήπως κανείς από σας θα ήθελε να βρισκόταν στη θέση τους και να κρατούσε τα πόδια του Ιησού; Μπορείτε και τώρα όσοι θέλετε, όχι μόνο τα πόδια και τα χέρια, αλλά ακόμη και την ιερή εκείνη κεφαλή να αγκαλιάσετε, συμμετέχοντας στα φρικτά μυστήρια με καθαρή συνείδηση. Και όχι μόνο εδώ, αλλά και εκείνη την ημέρα θα Τον δείτε να έρχεται με την απερίγραπτη εκείνη δόξα και με το πλήθος των αγγέλων, εάν θελήσετε να γίνετε φιλάνθρωποι. Και θα ακούσετε όχι μόνο τα λόγια αυτά, όπως το «Χαίρετε», αλλά και τα άλλα: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου(:Ελάτε εσείς που είστε ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιωνόταν ο κόσμος)»[Ματθ.25,34].                                                                

           ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

          επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

       ·          https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

       ·          Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιονομιλίες ΠΗ΄ και ΠΘ΄ (επιλεγμένα αποσπάσματα που αφορούν την ερμηνεία της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής),πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 353-355 και 367-381 αντίστοιχα.

·       Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ. 176-177 και σελ.190-193:

http://users.sch.gr/aiasgr/Paterika_keimena/Eurethrio/Agios_Iwannhs_o_Xrusostomos_Apanta.htm

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία,εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

·       http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm



 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ταφή ή καύσις των νεκρών; (Κυριακή των Μυροφόρων)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ[:Μάρκ.15,43-16,8]

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΤΑΦΗ  Η΄ ΚΑΥΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ;»

    [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 28-4-1996]  (Β334)                                     

     Προς τιμήν όλων εκείνων των προσώπων, ανδρών και γυναικών, που συνετέλεσαν στην φροντίδα του νεκρού σώματος του Χριστού, είναι αφιερωμένη τούτη η Κυριακή, αγαπητοί μου. Και ονομάζεται Κυριακή των Μυροφόρων. Όπως της Μαρίας της Μαγδαληνής, της Μαρίας του Ιωσή, της Μαρίας του Ιακώβου και άλλων γυναικών, αλλά και ανδρών, όπως ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, και μάλιστα ευσχήμων βουλευτής και ο Νικόδημος, ένας πλούσιος άνθρωπος, που είχε εν καιρώ νυκτός επισκεφθεί τον Κύριον και τον ερώτησε πώς μπορεί να αναγεννηθεί ο άνθρωπος. Αυτοί που απεκαθήλωσαν το σώμα του Ιησού και το ενεταφίασαν.

       Μάλιστα δια τον Ιωσήφ, μας πληροφορεί ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής ότι: «Τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Προσέξτε. Ήτο βουλευτής. Και ήτο εὐσχήμων. Ήταν σπουδαίος, σοβαρός άνθρωπος. Το να ζητήσεις δε εσύ, ο βουλευτής, το σώμα ενός καταδίκου από τον Ρωμαίον διοικητή ήταν πράγματι θέμα τόλμης. Γι'αυτό λέγει εδώ ο Μάρκος: «Τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο», «και εζήτησε το σώμα του Ιησού». Και αφού εκείνος του το παρεχώρησε, λέγει στη συνέχεια: «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν (:αγόρασε καινούριο σεντόνι, Τον αποκαθήλωσε, τον ξεκάρφωσε από τον Σταυρόν) ἐνείλησε τῇ σινδόνι (:τον τύλιξε με το σεντόνι) καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν τῷ μνημείῳ (:τον έβαλε… προσέξτε ενάρθρως: ἐν τῷ μνημείῳ· ήταν δικό του), ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου». Ήταν οικογενειακός τάφος, στον οποίον όμως, όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, κανείς ποτέ δεν είχε εκεί ενταφιαστεί. Ήταν καινούριος τάφος.

      Η πράξις αυτή των δύο αντρών, όπως και των Μυροφόρων γυναικών, θεωρείται πράξις τιμής και σεβασμού προς το νεκρό σώμα του Ιησού, αλλά και προς πάντα άλλον νεκρόν άνθρωπον.

     Στις μέρες μας όμως ανακινείται το θέμα και θα το έχετε ασφαλώς ακούσει, το θέμα αν πρέπει να υπάρχει η ταφή ή η καύσις των νεκρών. Θα το έχετε σίγουρα ακούσει. Δεν είναι δε η πρώτη φορά που το θέμα αυτό ανακινείται. Αλλά και αυτές τις μέρες πάλι ανακινείται. Ωστόσο η Ιστορία και το παρελθόν θα μας βοηθήσουν, με την ευκαιρία της ευαγγελικής περικοπής, να απαντήσομε.

    Η ταφή των νεκρών, δηλαδή στη γη, σκάβομε έναν λάκκο και θάπτομε το νεκρό σώμα, αυτό λέγεται ταφή, η ταφή των νεκρών είναι η πρώτη και αρχαιοτάτη πράξις της ανθρωπότητοςΣε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Όλων των εποχών ευρέθησαν τάφοι με σκελετούς ανθρώπους. Δηλαδή εγίνετο ταφή. Και πολιτισμένοι και απολίτιστοι λαοί εχρησιμοποίουν την ταφήν. Όπως οι Σκύθοι - ήτανε άγριοι άνθρωποι, βορείως της Ελλάδος-  οι Σκύθοι, οι αρχαίοι Σλάβοι, οι Ινδοί, οι Πέρσαι, οι Έλληνες, οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι και βέβαια οι Ιουδαίοι. Όλοι αυτοί χρησιμοποιούσαν την ταφήν. Εξάλλου έχομε την μαρτυρία των ταφικών μνημείων. Εκ των οποίων τα σπουδαιότερα είναι τα ταφικά μνημεία της Αιγύπτου, οι γνωστές μας πυραμίδες. Κάτω από την κάθε πυραμίδα υπήρχε ένας τάφος. Εννοείται βασιλικός.

     Και θεωρείτο πολύ μεγάλη προσβολή του νεκρού αν έμενε άταφος. Ας θυμηθούμε εδώ στην πατρίδα μας την Ελλάδα, ας θυμηθούμε την πράξη της Αντιγόνης, όπως ο Σοφοκλής μας διασώζει την υπόθεση σε ένα θεατρικό του έργο, παρά την απαγόρευση να μην ταφεί ένας αδελφός της που θεωρήθηκε ότι ήτο ο επαναστάτης κατά του θείου, του Κρέοντος δηλαδή, εκείνη πήγε να θάψει τον αδελφό της. Και όταν συνελήφθη είπε ότι πρέπει κανείς μάλλον να προσέχει στους θείους νόμους παρά εις τους ανθρωπίνους. Και είχε διαταχθεί από τον Κρέοντα να μην ταφεί ο αδελφός της Αντιγόνης μόνο και μόνο για να προσβληθεί. Σας είπα, εθεωρείτο μεγάλη προσβολή το να μείνει ένα σώμα άταφο.

     Ακόμη θυμηθείτε μια ναυμαχία που είχαν κάνει οι Αθηναίοι και δεν περισυνέλεξαν οι αξιωματικοί τους ανθρώπους που επνίγηκαν στην θάλασσα, δέκα στρατηγοί, και κατεδικάσθησαν εις θάνατον δια την ασέβειαν που έδειξαν, το να μην περισυλλεγούν οι ναυαγοί. Πάντως το θέμα είναι ότι άταφος έμενε μόνον εκείνος που είχε πράξει αντικοινωνικές πράξεις. Ακριβώς δια να διαπομπευθεί, για τιμωρία του. Μάλιστα βρίσκομε την περίπτωση στο Λευιτικό, στο 20ό κεφάλαιο, 14ος στίχος, εάν κάποιος άνθρωπος έκανε μία πολύ σοβαρή σαρκική αμαρτία, δηλαδή συγκεκριμένα εάν είχε, συνήρχετο και με την γυναίκα του και με την μητέρα της γυναίκας του, την πεθερά του, η ποινή ήταν να καεί. Καύσις. Μάλιστα με μία διάκριση. Όχι να φονευθεί και να καεί. Να καεί ζωντανός. Πάντως καύσις.

     Στην Ελλάδα ήταν γνωστή μόνον η ταφή. Δηλαδή έθαπτον τους νεκρούς. Αργότερα όμως, μετά από την κάθοδο των Δωριέων εδώ στον ελλαδικό μας χώρο, κάπου στα 1100 π.Χ. όταν τελείωνε πια η Μυκηναϊκή εποχή, τότε αυτοί, οι Δωριείς, χρησιμοποιούν και την ταφήν και την καύσιν. Έκτοτε εδώ στην Ελλάδα έχομε και τους δύο αυτούς τρόπους· και της ταφής και της καύσεως. Η καύσις δε είναι γνωστή εις τον Όμηρο που έζησε τον 8ον αιώνα προ Χριστού.

    Στον χριστιανικόν όμως κόσμον ουδέποτε έγινε διανοητή η καύσις των νεκρών. Ουδέποτε.Όπως και εις τους Εβραίους, απ΄ όπου και παρελάβαμεν την συνήθειαν αυτήν. Γι'αυτό ο Ιησούς δεν καίγεται, αλλά θάπτεται. Μάλιστα όταν η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, ευγνωμονούσα δια την ανάστασιν του αδελφού της του Λαζάρου, αγόρασε μεγάλη ποσότητα μύρου και ήλθε και άλειψε τα πόδια του Ιησού Χριστού.  Κάπου εκεί ο Ιούδας διεμαρτυρήθη, την ιστορία την ξέρετε, γιατί τόση δηλαδή σπατάλη. Και ο Ιησούς είπε εις τον Ιούδα, τον Ισκαριώτην: «Ἄφες αὐτήν(:Άφησέ την, άστην να κάνει αυτό που κάνει), εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό». Το εφύλαξε για την ημέρα του ενταφιασμού μου. Όταν δηλαδή θα με θάψουν. Και τότε που εσυνηθίζετο να χρησιμοποιούν αυτά τα μύρα, όπως χρησιμοποίησε και ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, αλλά δεν θα προλάβαινε όμως η Μαρία ή οι άλλες γυναίκες, δεν θα προλάβαιναν να αλείψουν το σώμα του Ιησού, διότι όταν πήγαν, επειδή το Σάββατο, λέγει, ησύχασαν, δηλαδή ήταν αργία και δεν μπορούσαν να πάνε, πήγαν πολύ πρωί την τρίτη ημέρα. Ο Χριστός είχε αναστηθεί. Έτσι η πράξη της Μαρίας, της αδελφής του Λαζάρου, έγινε εκ των προτέρων, α priori.  Γι΄αυτό ο Κύριος είπε ότι: «Άφησέ την, το φυλάττει το μύρον αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου. Αλλά το χρησιμοποιεί τώρα, πριν ακόμη εγώ πεθάνω επί του Σταυρού». Είδατε; «Την ημέρα του ενταφιασμού μου». Δηλαδή ταφή.

     Βέβαια, αν υποτεθεί, εδώ θέλω να το προσέξετε και να το θυμόσαστε, σας είπα είναι ένα θέμα που ανακινείται πάλι, αν υποτεθεί ότι έχομε καύση νεκρών, ας πούμε ότι θα καθιερωθεί, δεν σημαίνει αυτό ότι γίνεται κώλυμα, δηλαδή εμπόδιο στην ανάσταση των σωμάτων. Όχι. Όποιος κι αν είναι ο τρόπος τύχης ενός νεκρού σώματος, είτε καεί είτε θαφτεί, αυτό θα αναστηθεί. Δεν είναι εμποδιστικό λοιπόν της μελλούσης κοινής αναστάσεως των πάντων. Αυτήν την αλήθειαν την βρίσκομε στην Αποκάλυψη, είναι στο 20ό κεφάλαιο, 13ος στίχος, που λέγει εκεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Καὶ ἔδωκεν ἡ θάλασσα τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτῇ(:έδωσε η θάλασσα τους νεκρούς της. Δηλαδή όσοι πνίγηκαν εις την θάλασσαν, τους έφαγαν βεβαίως τα ψάρια. Αυτοί δεν ετάφησαν), καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἔδωκαν τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτοῖς». Έχομε λοιπόν μία διαφοροποίηση. Αυτοί που θάφτηκαν κι αυτοί που δεν θάφτηκαν. Είδατε; Και βάζει την θάλασσα. Μπορούσε να βάλει το πυρ, ότι μπορούσαν να καούν οι άνθρωποι. «Όλοι», λέει, «αυτοί», «ἐκρίθησαν ἕκαστος κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν». Δηλαδή αναστήθηκαν και κρίθηκαν σύμφωνα με τα έργα τους. Δεν έχει λοιπόν σημασία ποιος θα είναι ο τρόπος ταφής, διότι η ανάστασις δεν εμποδίζεται από τίποτεΗ μη καύσις, δηλαδή η ταφή απλώς εκφράζει σαν σύμβολο την ανάσταση των νεκρών, σαν σύμβολο. Χωρίς να καθορίζει βεβαίως και την ανάσταση. Δεν την καθορίζει. Είναι ένα σύμβολον και μόνο ένα σύμβολον η ταφή. Ότι θα αναστηθεί ο άνθρωπος.

     Ωστόσο είναι κάτι ακόμη. Αν είχαμε την καύση, δεν θα είχαμε τα λείψανα των αγίων· που μας είναι τόσο πολύτιμα. Δεν προχωρώ πιο πολύ. Πάνω σ’ αυτό θα είχα πάρα πολλά να πω. Αλλά και λόγοι ψυχολογικοί, αλλά και συναισθηματικοί το επιβάλλουν να μην υπάρχει η καύσις. Αισθάνεσαι άσχημα να δεις να βάζουν το αγαπημένο σου πρόσωπο μέσα εις τον φούρνον, στα γνωστά μας κρεματόρια, ειδικοί φούρνοι και να σου δίνουν μετά μια φούχτα στάχτη, που την βάζουν μέσα σε μια λήκυθο, όπως έκαναν και οι αρχαίοι, σε ένα σταμνί κ.λπ. ή να σκορπιστεί στο Αιγαίον -κάποιοι, δυο δικοί μας το ζήτησαν αυτό, η Κάλλας η τραγουδίστρια και ο Μητρόπουλος, διευθυντής ορχήστρας· ζήτησαν να σκορπιστεί η τέφρα των εις το Αιγαίον. Ε, ρομαντισμοί και τίποτε περισσότερον. Πάντως δεν αισθάνεσαι καλά, είναι κάτι…δεν αισθάνεσαι καλά, πώς να σας το πω;

      Νομίζω ότι εις τον θόρυβον που γίνεται για την καύση, με διάφορα επιχειρήματα, δεν πρέπει να καθιερωθεί. Πρέπει να αντιδράσομε. Εγώ πιστεύω εις την ταφήν των νεκρών. Θα επαναλάβω για δεύτερη και τρίτη φορά. Δεν εμποδίζεται όμως η ανάστασις των νεκρών. Η καύση απλώς είναι κι αυτή ένα σύμβολον. Σύμβολον εκμηδενισμού του ανθρώπου. Κάηκε. Έγινε στάχτη. Οπτικώς τουλάχιστον. Ενώ λοιπόν η ταφή, παραμένει το σώμα, σύμβολον της αναστάσεως, η καύσις σύμβολον της εξαφανίσεως του ανθρώπου. Σύμβολα και τα δύο, ε; Και πόσο θα το επιθυμούσαν αυτό ομολογουμένως πολλοί αμαρτωλοί, να μην αναστηθούν για να μην κριθούν…

    Ακόμη και γιατί είναι συνήθεια, δεν θα έπρεπε να γίνεται η καύσις, γιατί είναι συνήθεια και ειδωλολατρική. Αν και όχι βεβαίως ολοκλήρου του εθνικού κόσμου, όπως σας είπα και προηγουμένως. Παρότι δεν αποδεικνύει την ταφή εκείνο το αγιογραφικόν που είπε ο Θεός και που το λέμε σε κάθε κηδεία: «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει (:Είσαι χωματένιος και στο χώμα ξαναγυρνάς)». Παρότι αυτό, σας ξαναλέγω, δεν αποδεικνύει ότι πρέπει να θάπτομε τον νεκρόν, όμως μας δίνει μια πολύ ωραία παραστατική εικόνα, ότι ο άνθρωπος επλάσθη από το χώμα, από την γη. Δηλαδή από τα συστατικά του υλικού κόσμου. Ασβέστιο, σίδηρος, τούτο, εκείνο. Και ένεκα της πτώσεώς του βεβαίως, τώρα τι; Επιστρέφει στην γη. Θυμίζει ότι από κει πλαστήκαμε, εκεί γυρνάμε, για να έρθει η ανάστασις των νεκρών εν Χριστώ Ιησού. Όλα αυτά πάντοτε σαν μία εικόνα.

      Αλλά, ας ξαναγυρίσομε στην ευαγγελική περικοπή. Τα πρόσωπα που σήμερα τιμούμε, είχαν φροντίσει το νεκρό σώμα του Ιησού και την ταφή Του. Έτσι δημιουργείται σαν έσχατο καθήκον η φροντίδα μας για έναν νεκρόν άνθρωπον. Είναι η τελευταία φροντίδα. Ήταν αυτό και στους αρχαίους Έλληνες και στον αρχαίο εθνικό κόσμο γενικότερα, αλλά προπαντός εις τους Ιουδαίους. Και συνεπώς και εις τους Χριστιανούς, όπως ήδη σας ανέφερα. Εξάλλου το ρήμα «κηδεύω» αυτό σημαίνει. Από το κήδομαι, που θα πει φροντίζω. Λέμε «κήδομαι», «κηδεμών», «Φέρε τον κηδεμόνα σου», λέμε στο σχολείο, λέει ο καθηγητής. Είναι από το φροντίζω. Ακηδία με το στερητικόν α, που θα πει δεν φροντίζω. Ακηδία. Κήδομαι λοιπόν θα πει φροντίζω, επιμελούμαι. Όπως και η λέξη κηδεία, είναι από την λέξιν «κῆδος».  «Κήδομαι», «κῆδος»«Κῆδος» σημαίνει φροντίδα.

      Ο Τωβίτ - για να πάρομε κάποια παραδείγματα από την Αγίαν Γραφήν- εζήτησε από τον Τωβία, τον γιο του, να τον θάψει, αυτόν και την μητέρα του. Και μετά να φύγει από την Νινευί· διότι εδέχετο την προφητεία του Ιωνά, παρότι θα περνούσαν, πέρασαν εκατόν είκοσι χρόνια ότι η Νινευί οπωσδήποτε θα κατεστρέφετο. Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον, λέει στο παιδί του τον Τωβία: «Παιδίον, ἐὰν ἀποθάνω, θάψον με -κοιτάξτε: Θάψον με. Δεν λέει: «Κάψε με»-, καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν μητέρα σου (:μην περιφρονήσεις την μητέρα σου)Ὅταν ἀποθάνῃ, θάψον αὐτὴν παρ᾿ ἐμοὶ ἐν ἑνὶ τάφῳ (:όταν κι αυτή πεθάνει, βάλε την στον ίδιο τάφο)». Ξέρετε εδώ… πόσην ώρα θα μπορούσαμε να μιλάμε γι'αυτό… Ένας συναισθηματισμός. Παρότι, ξέρετε, ο Τωβίτ, πέρασε άσχημα με την γυναίκα του. Ήτανε σκληρή γυναίκα. Ήταν αγαθός ο Τωβίτ. Και τώρα τι ζητάει; Ζητάει εκείνο που κάποιος άλλος αν θα υπέφερε από την γυναίκα του, θα έλεγε: «Να μην με θάψετε με την μάνα σας, με την γυναίκα μου. Να την βάλετε χωριστά».  «Θα με βάλετε στον ίδιο τάφο!».

     Εξάλλου, η περιπέτεια του Τωβίτ, η περιπέτεια της τυφλώσεώς του, οφείλεται σ’ αυτή του την προσπάθεια να θάπτει τους νεκρούς. Ήταν κάτοικος της Νινευί. Ήτανε το βόρειο βασίλειο, ήταν αιχμάλωτο εις τους Ασσυρίους. Κι επειδή, κάπου επαναστατούσαν οι Εβραίοι, είχε θυμώσει ο Σενναχηρίμ, ο βασιλιάς της Ασσυρίας, και τότε σε μία τέτοια περίπτωση είχε δώσει εντολή να αρπάζουν Εβραίους μέσα από την πόλη και να τους πετούν από το τείχος. Πέφτοντας βέβαια, εσκοτώνοντο. Αλλά είχε δώσει εντολή και να μένουν άταφοι. Ήταν ημέρα της Πεντηκοστής, έρχεται ο γιος του, έπρεπε να φάνε το τραπέζι της Πεντηκοστής και λέει: «Πατέρα, ξέρεις, το και το». Σηκώνεται αμέσως, άφησε το τραπέζι του και πήγε κρυφά να πάρει τα πτώματα των πεθαμένων Εβραίων να τα θάψει. Γιατί, σας είπα, ήτανε μεγάλη προσβολή να μείνουν άταφα τα σώματα. Γι’ αυτό εξάλλου το έκανε και ο Σενναχηρίμ. Να προσβληθούν, σαν επαναστάται.

     Βεβαίως γύρισε πίσω σπίτι, εθεωρείτο ακάθαρτος, δεν έφαγε το τραπέζι της Πεντηκοστής, κοιμήθηκε απέξω, έπεσε μια κουτσουλιά ενός πουλιού στα μάτια, έτριψε τα μάτια του, τυφλώθηκε. Αλλά πριν απ’ αυτό όμως λέγει: «Πορευθεὶς δὲ εἷς–σημειώνει στο α΄κεφάλαιο- τῶν ἐν Νινευῆ (:ένας άνθρωπος πήγε εκεί, κάτοικος της Νινευί), ὑπέδειξε τῷ βασιλεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι θάπτω αὐτούς -και είπε ότι ο Τωβίτ θάπτει τους νεκρούς-, καὶ ἐκρύβην(:κρύφτηκα) · ἐπιγνοὺς δὲ ὅτι ζητοῦμαι ἀποθανεῖν(:έμαθα ότι με ζητούν να με φονεύσουν), φοβηθεὶς ἀνεχώρησα(:αφού φοβήθηκα, έφυγα από την Νινευί). Καὶ διηρπάγη πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου –συνήθεια της εποχής: Μου άρπαξαν όλα τα υπάρχοντα-, καὶ οὐ κατελείφθη μοι οὐδὲν πλὴν ῎Αννας τῆς γυναικός μου καὶ Τωβίου τοῦ υἱοῦ μου (:και δεν σώθηκε παρά η γυναίκα μου και το παιδί μου. Όλα τα υπάρχοντά μου τα αρπάξανε. Γιατί με γύρευαν να με φονεύσουν)»Υπέστη όλη αυτή την ταλαιπωρία ακριβώς για να μην παραβεί την εντολήν της ταφής.

     Ακόμη, η Σοφία Σειράχ μας λέγει πολλά, αλλά παίρνω μόνον έναν στίχο. «Τέκνον, ἐπὶ νεκρῷ, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ περίστειλον(:ανάλογα με την αξία του να τον σαβανώσεις) τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν ταφὴν αὐτοῦ». «Μην περιφρονήσεις την ταφήν τουΕίτε σπουδαίος είναι, είτε άσημος είναι. Φρόντισε, παιδί μου», λέγει, «να θάψεις το νεκρό σώμα. Να το περιποιηθείς και να το θάψεις».

     Βέβαια μέσα στα καθήκοντα για έναν νεκρόν, έχουν παρεισφρήσει πολλά απαράδεκτα στην φροντίδα την νεκρική. Και κάθε τόπος έχει τα δικά του. Είναι τόσο πολλά εκείνα που παρείσφρησαν, που δεν μετριούνται. Και που βέβαια όλα αυτά δεν είναι παρά έξω από τον Χριστιανισμόν. Είναι κατάλοιπα ειδωλολατρικά.  Ωστόσο, μπορούμε να αναφέρομε μερικά, μόνο κα μόνο, τουλάχιστον αν ξέρομε πέντε δέκα, για να τα αποφεύγομε σαν ειδωλολατρικά και μη έχοντα σχέσιν με τον Χριστιανισμόν.

     Πρώτον. Θέτουν χρήματα μέσα εις το φέρετρο, σε άλλους τόπους… εδώ στο στόμα ένα νόμισμα, για να μπορεί ο νεκρός να πληρώσει τον Χάρο! Για να περάσει απέναντι. Δεν σας θυμίζει τον αρχαίον Κέρβερον; Ήταν ένα σκυλί, λέει, το πλήρωνε η κάθε εισερχομένη ψυχή στον Άδη, για να μπορεί να μπει μέσα. Άλλοι βάζουν φρούτα εις το φέρετρο και ξηρούς καρπούς. Όταν τον αλλάζουν τον νεκρόν, όπως είναι γνωστό, τον σαβανώνουν, δεν κουμπώνουν όπου υπάρχει κουμπί και κουμπότρυπα, για να μπορεί, λέει, να πετά στον ουρανό! Του φορούν καινούρια παπούτσια, χωρίς καρφιά. Θα ήμουν περίεργος να πάω να ρωτήσω εις τα γραφεία τελετών, έτσι τώρα λέγονται, τα παπούτσια που βάζουν στους νεκρούς έχουν καρφιά άραγε; Θα ‘θελα να ρωτήσω. Για να μην έχει βάρος, λέει, το σώμα, να μπορεί να φύγει...

      Σε κηδεία ιερέως, είναι πασίγνωστο, θέτουν στο φέρετρο ένα μπουκάλι κρασί ή μπουκάλι νερό. Μένει τρία χρόνια, το βγάζουν από κει, το μπουκάλι και τα μάτια τους μάλιστα, είναι το γνωστό μας φρυξονέρι. Όταν λέει, πάθεις φρύξη, σου δίνουν απ’ αυτό το νερό ή ακόμη από το κρασί, δίκην, σαν δηλαδή Θεία Ευχαριστία, σαν θεία κοινωνία. Φρικτά πράγματα. Ακόμη θέτουν στο τραπέζι του σπιτιού, αυτό είναι κοινότατο που σας λέγω, για 40 ημέρες, ένα πιάτο φαΐ, κάθε μέρα βάζουν ένα πιάτο φαΐ κι ένα ποτήρι νερό, για να έχει να πίνει και να τρώγει ο αγαπημένος που πέθανε στο σπίτι μας. Ακόμη ανάβουν και ξεχωριστό καντήλι, έξω από εκείνο που έχομε στις εικόνες μας, γιατί λέτε; Για να έχει φως εις τον Άδη! Ακούστε· να ΄χει φως εις τον Άδη. Σάμπως το φως να φθάνει εκεί. Το φως που βάζομε εις τον τάφον είναι προς τιμήν, όπως και τα κεριά που βάζομε στον νεκρό ή τον θυμιάζουμε, είναι προς τιμήν της εικόνος του Χριστού. Δεν παύει να είναι εικόνα του Χριστού ο νεκρός. Όχι όμως για να μπορεί να περπατάει, να κινείται εις τον Άδην.

        Ακόμη με τους καρπούς που σας είπα, που βάζουν στο φέρετρο, στέλνουν και χαιρετίσματα σε προγενεστέρους νεκρούς, συγγενείς ή φίλους: «Πες στον τάδε που έχει πεθάνει προ πολλού, πες του χαιρετίσματα». Για να μη βρυκολακιάσει ο νεκρός, του θέτουν  βαμβάκι στο στόμα. Όταν βγάλουν το φέρετρο από το σπίτι, σπάζουν κάποιο πιάτο ή ποτήρι, κυρίως πιάτο. Αλλού αφήνουν, στην Νάξο αυτό, αφήνουν το σπίτι τρεις μέρες ασκούπιστο, ακούστε, ακούστε, γιατί, λέει η ψυχή του πεθαμένου τριγυρνάει εκεί και μπορεί η ψυχή με το σκούπισμα να πεταχτεί στα σκουπίδια... Σκεφτείτε τι αντίληψη περί ψυχής έχουν οι άνθρωποι! Και ακόμη το χειρότερο, για να τιμήσουν τον νεκρό, προπαντός η σύζυγος παρακαλώ, τρία ή επτά χρόνια δεν πηγαίνει στην Εκκλησία. Να την σκοτώνεις, δεν πάει στην Εκκλησία... Θεωρούν ότι οι ψυχές με την ανάσταση του Χριστού, κάθε χρόνο που γιορτάζομε το Πάσχα, ανεβαίνουν στη Γη και επιστρέφουν το Σάββατο της Πεντηκοστής. Όλα αυτά είναι λαϊκές αντιλήψεις.

      Αγαπητοί, αριθμός δεν υπάρχει... Σας είπα μόνον μερικά  περιστατικά από όσα κάνουν, σε όσα κάνουν οι άνθρωποι για να τιμήσουν τον αγαπημένο τους νεκρό. Σχεδόν όλα είναι κατάλοιπα ειδωλολατρικά. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι η ψυχή του ανθρώπου πηγαίνει εις τον οικείον τόπον. Ούτε περιφέρεται στο σπίτι, ούτε εις το μνήμα, ούτε πουθενά. Πηγαίνει εις τον οικείον τόπον. Εκεί που πρέπει να πάει. Και δεν τριγυρνά λοιπόν δώθε κείθε. Θα τιμήσομε τον νεκρόν, όπως ετίμησαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και οι Μυροφόρες γυναίκες, που τίμησαν το σώμα του Χριστού. Θα το τιμήσομε όπως πρέπει. Θα κάνομε τα μνημόσυνά του, θα κάνομε ελεημοσύνες για να την ψυχή του και θα τον μνημονεύομε στις κατ΄ιδίαν προσευχές μας. Ακόμη, και προπαντός, το πρόσφορό μας με το όνομά του στην Εκκλησία να μνημονευτεί. Αν προσέξομε αυτά τα πραγματάκια, είναι πολύ σπουδαία. Αλλιώτικα βαραίνομε την ψυχή του. Προσέξτε, βαραίνομε την ψυχή του.

      Τα νεκρικά δείπνα που καλούμε ή στην κηδεία ή στα σαράντα δεν είναι απαραίτητο να γίνουν. Προσέξτε. Έκαναν και οι Εβραίοι. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να γίνουν, το ξανατονίζω. Να φροντίσομε, πριν πεθάνει ο άνθρωπός μας να εξομολογηθεί, να συμφιλιωθεί με τον Χριστόν και να κοινωνήσει. Αυτό είναι το μέγιστο που έχομε να προσφέρομε στο πρόσωπο που αγαπάμε. Θα τιμηθεί ο άνθρωπός μας ως νεκρός, σαν εικόνα του Χριστού, όπως σας είπα. Κι εδώ όλα συμπεριλαμβάνονται πραγματικά. Για να λεγόμαστε Χριστιανοί κι όχι ειδωλολάτραι παρακαλώ. Και να μην λησμονούμε ότι οι νεκροί θα αναστηθούν. Μην το ξεχνούμε. Το λέμε κάθε μέρα στην προσευχή μας, στο Πιστεύω: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν».

                 ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_674.mp3