Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2026

 

                 Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ μὲ κοσμικὸ φρόνημα...

Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου 
«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ μὲ κοσμικὸ φρόνημα καὶ δὲν φυλάσσει τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν εἶναι νηφάλιος καὶ τοῦ ὁποίου τὸ πνεῦμα δὲν ἀγρυπνεῖ γιὰ τὸν Θεόν, κατὰ θείαν συγκατάβασι, πρόνοια καὶ ἀγάπη, περιπίπτει σὲ μία κατάστασι ὄχι ἐξ Ἰησοῦ συνισταμένην ἀλλὰ ἀργαλέαν, ἀνυπόφορη.
Πέφτει σὲ στενοχώρια, σὲ ἀγωνία, σὲ λήθαργο, σὲ κόπωση• δὲν μπορεῖ νὰ σηκώση τὰ χέρια του, δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει μετάνοιες, δὲν μπορεῖ νὰ χαμογελάσει.
Βλέπει τὸν Γέροντά του ὁ μοναχὸς καὶ λέγει μέσα του• "Αραγε, θὰ μοῦ κάνει πάλι παρατήρηση; Βλέπει ὁ ἄνδρας τὴν γυναῖκα καὶ ἀλλάζει δρόμο, πάει στὸ καφενεῖο.
Βλέπει ἡ γυναίκα τὸν ἄνδρα καὶ ἀναρωτιέται μὲ ἀγωνία: Τί θὰ μοῦ πει πάλι;
Ὅταν εἴμαστε ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ σηκώσωμε οὔτε τὸν ἑαυτό μας οὔτε τὸν ἄλλον, πολλῷ μᾶλλον τὸν Θεόν.»


 

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς - Εἰς τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς 
Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.
Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή... εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως. Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82]

Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας.

Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]

Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο;

Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Ποιός μᾶς τήν κλέβει; Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι.

Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Ἐκεῖνοι εἶναι πού κλέβουν τήν ψυχή μας, πού σωρεύουν ἁμαρτίες στήν ψυχή μας καί κατακαλύπτουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα μας. Μέ τό μαῦρο κατράμι τῆς ἁμαρτίας ἀλοίφουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ ἀμετανόητος μέσα στήν ἁμαρτία, ὅταν δέν πολεμᾶ κατά τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅταν μένει σέ αὐτές, ὅταν δέν τίς ἐξομολογῆται, τί ἀπομένει ἀπό τήν ψυχή του; Ἀπομένει ἡ θεία Εἰκόνα πασαλειμένη μέ τό μαῦρο πῦον τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!

Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;

Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:

Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά ὁ νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.

Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς εἴμαστε ὡσάν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἀθάνατες, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.

Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.
[σελ. 87]

Ἄς μᾶς καθαρίσῃ Αὐτός ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἀπό κάθε θάνατο. Ἄς μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε διάβολο, γιά νά μποροῦμε νά εἴμαστε πραγματικά ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἐπί τῆς γῆς ἕνα θεῖο μεγαλεῖο.

Ἄνθρωπε! Ἀδελφέ! Ποτέ μήν ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι μικρός Θεός μέσα στήν λάσπη! Μέσα στήν λάσπη τοῦ σώματός σου ἐσύ ἔχεις τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχε πῶς ζῆς.

Πρόσεχε τί κάνεις μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σου. Πρόσεχε, –ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! Διότι ἡ ζωή μας ξεκινᾶ ἀπό τήν γῆ καί καταλήγει στό πάμφωτο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσουμε ἐκεῖ ἀπολογία τί κάναμε μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο ἤμασταν σέ αὐτόν τόν κόσμο.

Εὔχομαι ὁ Ἀγαθός Κύριος νά χαρίσῃ στήν καρδιά τοῦ καθενός μας ὅλα τά οὐράνια δῶρα, ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές: τήν πίστι καί τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή καί τήν νηστεία καί τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσι, ὥστε νά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε ὅλο αὐτόν τό φοβερό ἐπίγειο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν θεία μορφή καί νά μετατεθοῦμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό πρός τόν Ἀναστάντα Κύριο σέ ἐκεῖνο τόν κόσμο.

Ἀλλά μέχρι τότε ἡ ἁγία νηστεία ἄς μᾶς ὁδηγῇ πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τήν Ἁγία Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά προσκυνήσουμε, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη μέ τό σῶμα μας, Αὐτόν, τόν Ἀναστάντα Κύριο, τόν Νικητή τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου, Αὐτόν πού ἐξασφάλισε τήν Αἰώνιο Ζωή γιά τό σῶμα μας καί γιά τήν ψυχή μας.

Σέ Αὐτόν, μόνο σέ Αὐτόν, ἀποκλειστικά σέ Αὐτόν, ἀνήκει αἰώνιος δόξα καί τιμή, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


 

Ο Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης της Αριζόνας για τις αιρέσεις και την τήρηση της Ορθοδόξου Πίστεως.

Δεν θα πρέπει σε καμμιά περίπτωση να υποχωρήσουμε και να δεχθούμε πράγματα μή Ορθόδοξα. Οι Πατέρες οι μεγάλοι της Εκκλησίας μας, όπως γνωρίζουμε, έκαμαν μεγάλους αγώνες. Εκοπίασαν μεγάλως για να κρατήσουν την Εκκλησία εις το ύψος Της. Η Εκκλησία η Ορθόδοξος εσφραγήσθη. Ούτε αφαίρεσις ούτε πρόσθεσις χωράει. Ούτε μετάθεσις μίας κεραίας, μίας οξείας από την μία συλλαβή στην άλλη, διότι αλλάζει εντελώς το νόημα και το νόημα επάνω σε Ορθόδοξες θέσεις είναι εγκληματικό.

Οι αιρέσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Ό,τι είναι έξω από τον κύκλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι λάθος. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν έφυγε από την θέση Της, γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη υποχωρήσεως. Σήμερα λέγουν οι αιρετικοί, οι οποίοι φροντίζουν κατά την δική τους προσπάθεια να ενωθούν με την Ορθοδοξία, ζητώντες και απαιτούντες να εγκαταλείψει η Ορθοδοξία ορισμένες θέσεις, να εγκαταλείψουν και αυτοί, και έτσι να γίνει η «πολυπόθητος», κατ’ αυτούς, «ένωση».

Δεν έφυγε το φως από την θέση του για να ξαναζητήσει να επανέλθει. Εάν αυτοί έφυγαν από το φως, να το αναζητήσουν. Το φως υπάρχει, λάμπει ανά τον κόσμο και θα πρέπει να επιστρέψουν εν μετανοία. Να ζητήσουν συγγνώμη από τον Θεό και από την Εκκλησία και να επανέλθουν στην πρώτη θέση όπου είχαν στην Εκκλησία. Αν ήτανε σωστοί και αν τα φρονήματά τους ήταν σωτήρια, οι άνθρωποι που συλλειτούργησαν με τον Βέκκο δεν θα γινόντουσαν δαιμόνια.

Επομένως πρέπει να φυλαχθούμε από τον παπισμό που δεν είναι τίποτε άλλο παρά όχι αίρεσις αλλά κάτι περισσότερο, που δεν άφησαν μήτε παράδοση, μήτε μυστήρια, μήτε δόγματα όρθια και σωστά. Και οι άλλες δοξασίες βέβαια και οι άλλες ομολογίες είναι τρομακτικά λανθασμένες.

Εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, με τις μαρτυρίες τις αδιάσειστες, πρέπει να κρατήσουμε γερά και ανυποχώρητα την Ορθοδοξία μας.

Αυτοί οι ασκητές οι μεγάλοι που μιλούσαν με τον Θεό, μας δίνουν τέτοιες νουθεσίες και παραγγελίες. Εμείς, μπορούμε με το φτηνό μυαλό και με την τιποτένια κατάσταση, την πνευματική μας, να πούμε γιατί το ένα και γιατί το άλλο; Είναι πάρα πολύ περήφανο να το σκεφθούμε αυτό το πράγμα. Ενώ με την ταπείνωση ακολουθούμε τους Πατέρες που ήλεγξαν τόσο όμορφα τα πράγματα και τα έβαλαν στην θέση τους. Εμείς δεν πρέπει να βάλουμε δικές μας θέσεις, γιατί οπωσδήποτε θα βγούμε από τις θέσεις τις σωστές.

Και να μην δώσουμε ακοή σε ό,τι λέγεται από πλευράς των, των αιρετικών, ότι θα πετύχουν την «ένωση» με υποχώρηση της Ορθοδοξίας.

Μα δεν άφησαν και τίποτε όρθιο. Δεν έχουν καμμία χάρη. Ούτε οι λειτουργίες τους, ούτε τα μυστήριά τους που δεν είναι μυστήρια. Δεν έχουνε τίποτα, ενώ η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι γεμάτη χάρη.

Το να κατεβάσουμε τα καντήλια… δεν είναι τίποτε !

Το να αφαιρέσουμε εκείνο από την Λειτουργία, εκείνο από τον Αγιασμό, εκείνο από το Ευχέλαιο, εκείνο από την Βάπτιση, εκείνο το άλλο… Δεν χαλάει η Ορθοδοξία με το να μειώσουμε και να αφαιρέσουμε και να εκκοσμικεύσουμε λίγο την Εκκλησία; Ναι, έτσι λέγεται και έτσι φαίνεται. Κι όμως, εάν λέμε ότι πάνω σε ένα περιστέρι τι είναι το να βγάλουμε ένα πούπουλο, το να βγάλουμε δύο, μα δεν βγάζουμε κρέας. Το κρέας είναι ακέραιο το πουλί. Και μη αφαιρώντας κρέας από το σώμα του περιστεριού, το περιστέρι δεν θα ζήσει διότι καλύπτεται και ζει όχι μόνο με την σάρκα αλλά και με το ό,τι περιβάλεται. Έτσι και η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι μόνο το Ευαγγέλιο. Έχουμε και την Παράδοση. Έχουμε και τας Οικουμενικάς Συνόδους. Έχουμε και τις κορυφές των Πατέρων. Έχουμε την αυθεντία των μεγάλων ιεραρχών. Έχουμε τις απτές μαρτυρίες της χάριτος. Ακόμα και ένας απλός Αγιασμός δίνει την Ορθόδοξη μαρτυρία. Μιλάει για την Ορθόδοξον Εκκλησία, την αγιαστική χάρη που έχει. Ενώ ένας αγιασμός αιρετικού μετά από λίγο βρωμά.

Ας ευχόμεθα στην προσευχή μας η Ορθοδοξία μας να στέκει πάντα εις το ύψος της και να ευχόμεθα για τους ανθρώπους που ηγούνται της Ορθοδοξίας να κρατήσουν την Ορθοδοξία ανυποχώρητα..

Απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ



 

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ» ΚΑΙ Η ΠΑΠΙΚΗ «ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ» ΟΛΕΘΡΙΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΚΟΥ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΣΜΟΥ (Σχολιασμός σε πρόσφατο «Κονσιστόριο» στο Βατικανό)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 2α Μαρτίου 2026

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ» ΚΑΙ Η ΠΑΠΙΚΗ «ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ» ΟΛΕΘΡΙΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΚΟΥ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΣΜΟΥ

(Σχολιασμός σε πρόσφατο «Κονσιστόριο» στο Βατικανό) 

     Έχουμε επανειλημμένως επισημάνει και τεκμηριώσει ότι ο Παπισμός, υπό την πίεση των σύγχρονων εξελίξεων αλλά και της ορθόδοξης κριτικής για τον απολυταρχικό τρόπο διοίκησής του, επιχειρεί να προβάλλει μια νόθα εκδοχή «συνοδικότητας». Πρόκειται για μια μορφή συνοδικότητας που όχι μόνο δεν περιορίζει την παπική απολυταρχία, αλλά, αντιθέτως, την ενισχύει και τη θωρακίζει θεσμικά.

     Το γνήσιο Συνοδικό Πολίτευμα της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού, της αληθινής και γνήσιας Εκκλησίας, της Ορθοδοξίας, είναι ο αρχέγονος και θεοδίδακτος τρόπος δημοκρατικής – συλλογικής διοίκησής της. Οι Άγιοι Απόστολοι, στην Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ, λειτούργησαν με την αρχή: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξεις,15,28), εγκαινιάζοντας τον τρόπο διοίκησης στην Εκκλησία. Αυτό το Αποστολικό Συνοδικό Σύστημα ακολουθεί στην δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία ως τα σήμερα, η Αγίας μας Ορθόδοξη Εκκλησία, με την ισότιμη και αποφασιστική ψήφο όλων των επισκόπων ή των αντιπροσώπων τους, στις Συνόδους, όπου τα ζητήματα πίστεως, προβλημάτων και λοιπών θεμάτων, παίρνονται κατά πλειοψηφία, «ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος κρατείτω» (η άποψη της πλειοψηφίας πρέπει να υπερισχύει), χωρίς καμιά παρέκκλιση, χωρίς καμιά επίσημη έγκριση από κάποια πρόσωπα (Πάπες, Πατριάρχες, κλπ).  Ύπατη και αλάθητη αυθεντία δεν είναι κάποιο πρόσωπο, αλλά οι Άγιες Σύνοδοι. Οι αποφάσεις των Συνόδων δεν απαιτείται να επικυρώνονται από κάποιον Πάπα ή Πατριάρχη, αλλά τίθενται στην κρίση του εκκλησιαστικού πληρώματος, το οποίο είναι εν τέλει και ο τελικός κριτής της γνησιότητάς τους, καθότι, «Ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός...»[1], όπως αποφάνθηκε η Σύνοδος των Ορθοδόξων Πατριαρχών του 1848.

     Η προτεινόμενη  παπική «συνοδικότητα» βρίσκεται στον αντίποδα της γνήσιας αποστολικής και αγιοπατερικής Συνοδικότητας της Εκκλησίας! Σε αυτή δεν είναι κεφαλή της Εκκλησίας ο Χριστός (Κολ.1,18), αλλά ο «Πάπας», ο «διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου», ο οποίος εξόρισε το Χριστό στον ουρανό, παίρνοντας τη θέση του στην Εκκλησία, ως ο «επί γης αντιπρόσωπός του». Είναι ευνόητο πως ο αντιπρόσωπος παίρνει τη θέση του απόντος εκπροσωπουμένου! Δεν είναι η Σύνοδος η ύπατη και αλάθητη αυθεντία της Εκκλησίας, αλλά η «αλάθητη κεφαλή της», ο «Πάπας», ο οποίος ίσταται υπεράνω των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτός αποφασίζει πότε και πως θα συγκαλούνται αυτές, για την θεματολογία τους και την έγκριση των αποφάσεών τους. Οι Σύνοδοι λειτουργούν ως συμβουλευτικά όργανα του «Πάπα». Η προτεινόμενη παπική «συνοδικότητα» είναι κάποιες «εισηγητικές επιτροπές» του «Πάπα», οι οποίες του εισηγούνται διάφορα θέματα και προβλήματα, για να τα «λύσει» εκείνος χωρίς να θίγεται στο ελάχιστο το παπικό «πρωτείο» και «αλάθητο», ο απολυταρχικός χαρακτήρας της διοίκησης της παπικής «εκκλησίας», το θλιβερό κατάλοιπο της φράγκικης φεουδαρχίας. Είναι χαρακτηριστικός ο χαρακτηρισμός της παπικής «συνοδικότητας» …«ως συνοδοιπορία», «βαδίζουμε μαζί»!  

      Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από δημοσίευμα της εφημερίδος των εν Ελλάδι παπικών «ΚΑΘΟΛΙΚΗ» (αρ. φύλλου 372, 14-1-2026), με θέμα: «Νέο Κονσιστόριο τον Ιούνιο. “Θα πραγματοποιούμε ένα κάθε χρόνο”». Αφού μελετήσαμε με προσοχή το άρθρο, αποφασίσαμε να σχολιάσουμε τα λεγόμενα στο παπικό «Κονσιστόριο», τα οποία φανερώνουν τις πραγματικές προθέσεις του Παπισμού, για την υιοθέτηση αυτού του είδους, την κάλπικη «συνοδικότητα» και όχι την γνήσια της εκκλησιαστική.

     Καταρχήν να διευκρινίσουμε τι είναι το «Κονσιστόριο» και πως λειτουργεί. Σημαίνει  ιερό συνέδριο, από το λατινικό «consistere», «συζητώ ένα θέμα» και συγκαλείται από τον «Πάπα». «Τα Κονσιστόρια είναι συνεπώς συναντήσεις του Κολλεγίου των Καρδιναλίων και χωρίζονται σε τακτικά και έκτακτα: τα πρώτα με τους καρδιναλίους που διαμένουν στη Ρώμη, στα δεύτερα οφείλουν να συμμετέχουν όλοι οι καρδινάλιοι»[2].

       Ποιος είναι ο σκοπός των «Κονσιστόριων» και έχουν σχέση με το Συνοδικό Πολίτευμα της Εκκλησίας; Ασφαλώς όχι. Η προσφώνηση του πρώην «Πάπα» Φραγκίσκου το 2015, με την οποία υπενθύμισε στους νέους καρδιναλίους φανερώνει ότι αυτό είναι ξεκάθρα συμβουλευτικό όργανο του «Πάπα»:  «η Εκκλησία σας χρειάζεται, χρειάζεται τη συνεργασία σας, και πριν από αυτό την κοινωνία σας, με εμένα και ανάμεσά σας». Το 2013 είχε θεσπίσει «ένα Συμβούλιο Καρδιναλίων, κοινώς αποκαλούμενο C9, για να τον συμβουλεύει στην διακυβέρνηση της καθολικής Εκκλησίας»[3]! Και φυσικά, όταν αναφέρονται οι παπικοί στην «Εκκλησία», αναφέρονται στον «Πάπα» και στους «έχοντες κοινωνία με τον υπέρτατο ποντίφικα», ο οποίος, σύμφωνα με την παπική «εκλλησιολογία», θεωρείται η «ορατή κεφαλή της Εκκλησίας», το «ορατό θεμέλιο της Εκκλησίας»[4]! Όπως ο Χριστός παλαιώνονταν από τους Αποστόλους, έτσι και ο «επί γης αντιπρόσωπός του» πλαισιώνεται από τους καρδιναλίους του, οι οποίοι τον βοηθούν στο έργο του!

      Στο κλείσιμο της τελευταίας συνόδου του πρόσφατου Κονσιστορίου, ο «Πάπας» Λέων ΙΔ΄ έκανε κάποιες δηλώσεις, οι οποίες φανερώνουν ξεκάθαρα τις αντιλήψεις της «εκκλησίας» του, όσον αφορά το μεγάλο «αγκάθι» των σχέσεων με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, την υφή και λειτουργία της «συνοδικότητας». Δεν αφήνει κανένα περιθώριο να επανέλθει στο γνήσιο και συνοδικά θεσμοποιημένο Συνοδικό Πολίτευμα. Αντίθετα επιχειρεί να ισχυροποιήσει τον απολυταρχικό – φεουδαρχικό τρόπο διοίκησης της «εκκλησίας» του. Ακολουθεί με ακρίβεια την παπική «κατήχηση», ότι «Ο επίσκοπος της Εκκλησίας της Ρώμης είναι διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και σ’ αυτόν διαμένει το αξίωμα που εδόθη με ιδιαίτερο τρόπο από τον Κύριο στον Πέτρο, τον πρώτο των Αποστόλων, για να μεταφέρεται στους διαδόχους του»[5]. Δεν έχει την παραμικρή σκέψη  και διάθεση να εγκαταλείψει το δαιμονικής εμπνεύσεως «πρωτείο». 

       Μεταξύ των άλλων αναφέρεται στο δημοσίευμα: «Ο Πάπας μίλησε για μια “μη τεχνική συνοδικότητα” που βίωσε χθες και σήμερα, μια “βαθιά σύμπνοια και κοινωνία”, με μια μεθοδολογία σχεδιασμένη ώστε να ευνοεί την αμοιβαία γνωριμία, δεδομένης της ποικιλομορφίας καταβολών και εμπειριών του καθενός»[6].

     Και συνέχισε το δημοσίευμα: «Η συνοδικότητα, η βίωσή της ως “συνοδοιπορία”, η ανάγκη να αντανακλάται στην άσκηση της εξουσίας, στη διαμόρφωση και στο έργο των αποστολικών νουντσίων, να βιώνεται στην Κούρια με “μεγαλύτερη διεθνοποίηση”»[7].

      Σε άλλη πρόσφατη ομιλία του ο «Πάπας» υπήρξε ξεκάθαρος για το πώς βλέπει την «Συνοδικότητα»: Είπε ότι, «οι Ποντικές Σύνοδοι», δεν λειτουργούν στα πλαίσια του Συνοδικού Πολιτεύματος της Μίας και αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού, αλλά είναι «αφιερωμένες στην επικοινωνία, στη γενική διακυβέρνηση του Κράτους του Βατικανού, στην προώθηση της ολοκληρωμένης ανθρώπινης ανάπτυξης, στη ζωή, στην οικογένεια και στους λαϊκούς, ή στην προώθηση των θρησκευτικών χαρισμάτων και των εταιρειών αποστολικής ζωής, διευθύνονται από ικανά πρόσωπα, λαϊκά ή μοναχικά, με χάρισμα αναγνωρισμένο από την Ανώτατη Αρχή, δεν μειώνει την αξία της διακονίας τους λόγω έλλειψης της εξουσίας της Τάξεως»[8]!

      Η κατάλυση του αρχέγονου και ευλογημένου Συνοδικού Πολιτεύματος της Μιας και Αδιαιρέτου Εκκλησίας από τον φραγκισμό, ο οποίος κατέλαβε τον σεβάσμιο πατριαρχικό θρόνο της Δύσεως, τον 11ο αιώνα, αποτελεί τον κύριο εκτροχιασμό του δυτικού Χριστιανισμού. Ο μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός είχε γράψει πως  το παπικό «πρωτείο», το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από την επιβολή του μεσαιωνικού φραγκικού και απάνθρωπου φεουδαρχισμού, «είναι η πηγή όλων των άλλων καινοτομιών» του[9].

       Η παπική απολυταρχία (Papal Supremacy) και η κατάργηση της Συνοδικότητας εξαφάνισε κάθε ίχνος εκκλησιαστικότητας του Παπισμού.  Και τούτο διότι την αλάθητη αυθεντία της Εκκλησίας, η οποία στηρίζεται στην αέναη καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος (Ιωάν.16,17), αντικατέστησε η υποκειμενική κρίση του ανθρώπου «Πάπα», η οποία ανυψώθηκε σε «δόγμα», του «αλαθήτου» από την Α΄ Βατικανή «Σύνοδο» το 1870.  Κατά τον αείμνηστο π. Γεώργιο: «Η ανύψωση του Πάπα πάνω από τους άλλους επισκόπους, οδήγησε στην έξαρσή του και πάνω από τις Οικουμενικές Συνόδους, συνεπώς δε και πάνω από την Εκκλησία. Η μέσω δε του πρωτείου διαμόρφωση του Παπισμού οδήγησε την Δύση στην “ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αλήθειας”, σε ένα “διαφορετικό χριστιανισμό, στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου”»[10]. Όντως απέβη δυστυχώς ο Πάπας» «επί γης Εωσφόρος», θέτων τον θρόνο του υπεράνω των Συνεπισκόπων του! 

     Αξίζει να αναφέρουμε και το γεγονός ότι η παπική απολυταρχία, το «πρωτείο» και το «αλάθητο» του «Πάπα» και γενικά η «αποθέωσή» του, στηρίζονται σε πλαστογραφημένα και χαλκευμένα μεσαιωνικά κείμενα, όπως η Ψευδο-Κωνσταντίνειος Δωρεά», τα «Ψευδοκλημέντια», η «Ψευδοπιπίνειος Δωρεά», κλπ)! Ένα από αυτά οι «Ισιδώρειες Διατάξεις» (False Decretals ή Pseudo-Isidorian Decretals - μέσα 9ου αι.) είναι μια τεράστια συλλογή εκκλησιαστικών κανόνων που εμφανίστηκε στη Γαλλία. Ο δημιουργός χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Ισίδωρος Μερκάτωρ». Η συλλογή περιλαμβάνει πάνω από 90 πλαστά παπικά διατάγματα (decretals) από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, τα οποία παρουσιάζουν τον Πάπα ως απόλυτο μονάρχη της Εκκλησίας, υπεράνω όλων των επισκόπων και των Συνόδων. Παρά την πανηγυρική απόδειξη της πλαστότητάς τους, τον 15ο αιώνα και τον λόγιο Lorenzo Valla και εφ’ εξής και παρά τον αντιχριστιανικό τους χαρακτήρα, οι παπικοί συνεχίζουν τα μεταχειρίζονται και τα προβάλλουν σ’ αυτά για να στηρίξουν τις κοσμοκρατορικές αξιώσεις του Παπισμού και την απόλυτη κυριαρχία του «Πάπα»[11]!

      Οι παπικοί προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι το παπικό «πρωτείο» λειτουργεί ως αποτελεσματικός θεσμός για την ενότητα της Εκκλησίας και συχνά ψέγουν την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ότι «το Συνοδικό Σύστημα δεν καθίσταται ικανό να προστατέψει την ενότητά της». Προφανώς έχουν λαθεμένη αντίληψη για το τι είναι η ενότητα της Εκκλησίας, την οποία ταυτίζουν με την διοίκησή της.

       Η ενότητα της Εκκλησίας έγκειται ουσιαστικά στην μυστηριακή ενότητα. Εφόσον οι Τοπικές Εκκλησίες βιώνουν την αυτή πίστη η ενότητά τους δεν διαταράσσεται, έστω και αν υπάρξει διάσταση σε θέματα διοίκησης. Κατά τον αοίδιμο π. Γ. Μεταλληνό και πάλι, «Οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες εκφράζουν την “μυστική” ενότητά τους στο ένα σώμα του Χριστού, μέσω του ανωτάτου εκκλησιαστικού οργάνου τους, που είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Κάθε αποστασιοποίηση από τις θεμελιακές αυτές προϋποθέσεις και αναγκαιότητες για την διασφάλιση της εκκλησιαστικής ενότητας επιφέρει σχισματικές καταστάσεις, με την απόσχιση της καινοτομίας και πλάνης από το ένα σώμα»[12].

      Ο μακαριστός Αρχ. π. Αυγουστίνος Μύρου, δόκιμος αντιαιρετικός συγγραφέας, είχε εύστοχα τονίσει πως, «Η επιμονή του Παπισμού τόσο στο πρωτείο, όσο και στο αλάθητο του πάπα, φανερώνει την αγωνιώδη προσπάθεια των αιρετικών να βρουν λύση στο επιτακτικό πρόβλημα της ενότητος. Και επειδή απορρίπτουν εκείνη που αποκάλυψε ο Θεός και εφήρμοσε η αγία Του Εκκλησία, εφευρίσκουν αυταρχικά μορφώματα, που υποβαθμίζουν την καθοδηγητική παρουσία του Αγίου Πνεύματος»[13].

      Δεν χρειάζεται νομίζουμε να παραθέσουμε περισσότερα στοιχεία για να αποδείξουμε ότι ανάμεσα στην παπική «εκκλησία» και την Μία και αεί αδιαίρετη Εκκλησία υπάρχει χάσμα μέγα και όσον αφορά την Συνοδικότητα, η οποία συνιστά και την πεμπτουσία της λειτουργικότητά της. Αντίθετα, κάθε απόκλιση από αυτόν τον θεόσδoτο θεσμό, αποτελεί σοβαρή εκτροπή από την δισχιλιόχρονη εκκλησιαστική παράδοση.

     Κλείνουμε την ανακοίνωσή μας με μια σοβαρή «παρενέργεια» του αντιχριστιανικού θεσμού του παπικού «πρωτείου» και στην καθ’ ημάς Ορθόδοξη Ανατολή. Οι εδώ και μισό αιώνα ατέρμονοι θεολογική διάλογοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας με τον Παπισμό, όσον αφορά και το «πρωτείο του επισκόπου Ρώμης», όχι μόνον δεν έφεραν θετικά αποτελέσματα, δεν πείστηκαν οι παπικοί (και) γι’ αυτή την κακοδοξία, αλλά έμειναν απόλυτα αμετακίνητοι. Πολιός σοφός πανεπιστημιακός Καθηγητής δίδασκε πως, ο Παπισμός είναι ενδεχόμενο να αποβάλλει όλες τις άλλες πλάνες του, εκτός από το «πρωτείο», το οποίο αποτελεί την ουσία του, διότι με την άρνησή του, θα κατέρρεε  ως χάρτινος πύργος ολόκληρο το παπικό οικοδόμημα!  

     Μπροστά στην πεισματική άρνηση των παπικών, οι ορθόδοξοι συζητητές τους, (πολλοί από αυτούς), προσπαθούν να το «ερμηνεύσουν ορθοδόξως». Ο μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός είχε τονίσει πως: «Η μεγαλύτερη αυταπάτη είναι η επιδίωξη επανερμηνείας του πρωτείου, το οποίο, όπως και αν χαρακτηρισθεί, παραμένει πρωτείο αντιεκκλησιαστικό και πατερικά απαράδεκτο, ως φορτισμένο με την πολιτική-κοσμική σημασία του. Η πρόταση, Παπικών και Οικουμενιστών, να γίνει δεκτό το παπικό πρωτείο ως “πρωτείον διακονίας”, αποδεικνύεται απατηλό πυροτέχνημα. Διότι η μεγαλύτερη έκφραση ειλικρινείας, διακονίας και φιλαληθείας θα ήταν η επίσημη άρνηση εκ μέρους του Παπισμού όλων των παπικών καινοτομιών, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται τα ειδικά περί Πάπα δόγματα»[14]! Τέλος, η αναφορά της «Κατήχησης» της παπικής «εκκλησίας», σύμφωνα με την οποία, «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου»[15], είναι δηλωτική της κάλπικης παπικής «συνοδικότητας»!

      Συμπερασματικά, η προβαλλόμενη παπική «συνοδικότητα» δεν συνιστά επιστροφή στο αποστολικό συνοδικό έθος και ήθος, αλλά αναδιατύπωση της ήδη υφιστάμενης συγκεντρωτικής δομής, φρικτό κληροδότημα του βάρβαρου φραγκικού φεουδαρχισμού. Κάθε απόκλιση από το θεοπαράδοτο Συνοδικό Πολίτευμα συνιστά, κατά την ορθόδοξη θεώρηση, ουσιώδη εκκλησιολογική διαφοροποίηση. Γι’ αυτό πρέπει να εμμένουμε στην ομολογητική απάντηση της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1895, προς τον «Πάπα» Λέοντα ΙΓ΄: «Η φυσικωτέρα οδός προς την ένωσίν εστιν η επάνοδος της Δυτικής Εκκλησίας εις το αρχαίον δογματικόν και διοικητικόν καθεστώς»[16]. Εμείς θα προσθέταμε: η μοναδική!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[1] Απάντησις των Ορθοδόξων Πατριαρχών (Ιω. Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά..., II, σ. 920)

[3] Όπου ανωτέρω

[4] Κατήχηση § 936, LG § 22

[5] Κατήχηση § 882, LG § 22

[7] Όπου ανωτέρω

[10] Όπου ανωτέρω

[12] Όπου ανωτέρω

[14] Όπου ανωτέρω

[15] Βασιλείου Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστ. σ. 293.

 

Άγιος Νικόλαος Πλανάς: Ο εκφραστής του ελληνορθοδόξου ιδεώδους και ο φορέας του κολλυβαδικού πνεύματος,

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νικόλαος Πλανάς
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ: Ο ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΔΕΩΔΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΡΕΑΣ ΤΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑΔΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
        Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς είναι ένας μεγάλος άγιος της Εκκλησίας μας, ένα πρότυπο ολοκληρωμένου ανθρώπου, ο οποίος, μπορεί να γίνει οδηγός μας στους ασέληνους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Θα προσπαθήσω στις γραμμές που ακολουθούν, να παρουσιάσω τις πτυχές εκείνες του μεγάλου άνδρα, που τον καθιστούν γνήσιο φορέα του ελληνορθοδόξου ιδεώδους και ακόμα φορέα του ησυχαστικού και κολλυβαδικού πνεύματος, τα οποία οριοθετούν την γνήσια ορθόδοξη πνευματικότητα. Ιδιαίτερα το κολλυβαδικό κίνημα, όπως είναι γνωστό, μας επανέφερε στις γνήσιες πηγές της Ορθοδοξίας μας και μας απάλλαξε από τις παρείσακτες δυτικές επιδράσεις του σχολαστικισμού, του δικανικού και ευσεβιστικού πνεύματος, που είχαν παρεισφρήσει στην Ορθόδοξη Ανατολή και είχαν αλλοιώσει ως ένα σημείο την ορθόδοξη παράδοσή μας. 
 Ας αρχίσουμε όμως με το βίο του αγίου. Γεννήθηκε στην αγιοτόκο Νάξο στα 1851. Γονείς του ο Καπετάν Γιάννης και η υπέροχη Αυγουστίνα, εύποροι και ευσεβείς. Είχαν ιδιόκτητο καΐκι, το οποίο πήγαινε στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και ως την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ενέπνευσαν στον Νικόλαο την άδολη και απλοϊκή ορθόδοξη πίστη, η οποία έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από όλες τις ακαδημαϊκές περγαμηνές και τίτλους. Το μικρό ιδιόκτητο εκκλησάκι του αγίου Νικολάου στο κτήμα τους είχε γίνει το δεύτερο σπίτι για τον μικρό Νικόλαο. Του άρεσε να παίζει τον παπά. Έβαζε ένα σεντόνι για φελόνι και έκανε λειτουργία. Έψελνε τόσο κατανυκτικά και μελωδικά που σταματούσαν οι διαβάτες να τον ακούσουν και να ευφρανθούν! 

Πρότυπό του και πρώτος του δάσκαλος ο παππούς του, πατέρας της μητέρας του, σεβάσμιος και ευσεβής ιερέας Γεώργιος Μελισσουργός. Πρώτο του αναγνωστικό το Ψαλτήρι και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Από μικρός βοηθούσε τον ιερέα παππού του στα ιερατικά του καθήκοντα. Εκείνος τον μύησε στην ευλάβεια και το δέος του Ιερού Βήματος. Εκείνος του ενέπνευσε την αγάπη για το Θεό, το αίσθημα της αφοσίωσης σε Εκείνον, την ιερότητα της προσευχής, την υποχρέωση της ακρίβειας τελέσεως των Ιερών Μυστηρίων και των ιερών ακολουθιών. Του ενέπνευσε επίσης την απλότητα και την ταπείνωση, όπως και την αγάπη και το σεβασμό προς όλους  ανεξάρτητα τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα τον έμαθε να αγαπά τους ενδεείς και όσους βρίσκονται σε θλίψεις.

       Σε ηλικία δεκατεσσάρων  ετών πέθανε ο πατέρας του. Η χήρα μητέρα του πήρε το Νικόλαο και την αδελφή του και ήρθαν να ζήσουν στην Αθήνα στην περιοχή του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες. Μοιράστηκε με την αδελφή του την πατρική περιουσία, αλλά ο ίδιος είχε βάλλει ενέχυρο το μερίδιό του και για τούτο έμεινε φτωχός σε όλη του τη ζωή. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών νυμφεύτηκε τη σεμνή νέα Ελένη Προβελέγγιου από τα Κύθηρα, κατόπιν πιέσεως της μητέρας του. Από αυτόν τον γάμο απέκτησε έναν γιο, ονόματι Ιωάννη. Αλλά σύντομα αρρώστησε και πέθανε η σύζυγός του. Διακατέχονταν από σφοδρό πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Ο Θεός τον αξίωσε να εισέλθει στο Άγιο Θυσιαστήριο. Στις 28 Ιουλίου του 1879 χειροτονήθηκε διάκονος στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πλάκας και στις 2 Μαρτίου 1885 πρεσβύτερος στο ναό του Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου τοποθετήθηκε εφημέριος, και να εξυπηρετεί και το ναό του Αγίου Ιωάννου Κυνηγού, της οδού Βουλιαγμένης, όπου την εποχή εκείνη η περιοχή ήταν αμπέλια και στάνες και όπου ζούσαν μόνο οκτώ οικογένειες βοσκών. Παράλληλα εξυπηρετούσε και το μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου στο σημερινό Μοναστηράκι, όπου λειτουργούσε καθημερινά και με περισσή ευλάβεια και θείο ζήλο, έχοντας ως ψάλτες τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. 
       Ο Παπα-Νικόλας Πλανάς δεν άργησε να φημισθεί ως ένας από τους πλέον ενάρετους κληρικούς της Αττικής. Η ευλάβειά του, η καλοσύνη του, η ταπεινοφροσύνη του, η ανεξικακία του, η συχγωρητικότητά του, η απλότητά του, ο γλυκύς και πράος λόγος του, η συμπόνια του για τους υποφέροντες, η αφιλαργυρία του, το ακτινοβόλο πρόσωπό του έκανε τους Αθηναίους να τον αγαπήσουν και να τον σέβονται. Προπάντων όμως τους ενθουσίαζε η αγάπη του για το Θεό και η σχολαστικότητά του και η ιεροπρέπειά του στη Θεία Λατρεία. Όταν λειτουργούσε έχανε την αίσθηση ότι βρισκόταν στη γη, αλλά ότι βρισκόταν στο ουράνιο θυσιαστήριο του Υψίστου και λειτουργούσε με τους αγίους και τους αγγέλους. Ήταν τόσο μεταρσιωμένος που δεν μπορούσε πολλές φορές να συνεννοηθεί με τους βοηθούς του κατά την ώρα της Θείας Λατρείας!
       Ήταν ολιγογράμματος, έκανε φραστικά λάθη στα αναγνώσματα, αλλά όχι και στις ευχές που τις είχε μάθει σωστά από μνήμης. Τα ακούσια φραστικά του λάθη όχι μόνο τα συγχωρούσε το εκκλησίασμα, αλλά τους ευχαριστούσαν κιόλας, διότι τα είχαν συνδυάσει με τον άδολο  και απλοϊκό χαρακτήρα του. Η μεγαλύτερή του ευχαρίστηση ήταν οι ολονυχτίες, οι οποίες εκτείνονταν ως τις πρώτες πρωινές ώρες, όπου σπάνια καθόταν, αλλά στέκονταν όρθιος μπροστά στην Αγία Τράπεζα προσευχόμενος. Ζούσε για να λειτουργεί. Ο ναός ήταν το πραγματικό του σπίτι. Τις  ιερές ακολουθίες τις θεωρούσε ως πρώτιστη υποχρέωσή του για την αέναη δοξολογία του Θεού, διότι ζούσε ο μακάριος εκείνος άνδρας την συνεχή παρουσία Του στη ζωή του και γεύονταν ακατάπαυστα τις θείες δωρεές Του! Αλλά τις ιερές ακολουθίες του ναού τις συνέχιζε και στο φτωχικό του σπίτι. Η προσωπική προσευχή του ήταν ατέλειωτη. Ολόκληρη η ζωή του ήταν προσευχή και δοξολογία στο Θεό. Δεν υπήρχε χρόνος κενός στην καθημερινότητά του, που να μην μνημονεύει το όνομα του Θεού, να μην δοξολογεί το άγιο όνομά Του, να μην Τον ευχαριστεί και να μην δέεται για όλους τους ανθρώπους και τελευταία για τον εαυτό του.
       Παράλληλα προσπαθούσε να απαλύνει τον πόνο, τα βάσανα, τις θλίψεις και τη φτώχεια των βασανισμένων, αρρώστων και ενδεών ανθρώπων. Ο ασθενικός και αφιλοχρήματος εκείνος άνδρας έβρισκε το σθένος μα και τα υλικά μέσα, για να ανακουφίσει όσους υποφέρουν. Ό, τι του έδιναν για να επιβιώσει ο ίδιος, διότι την εποχή εκείνη δεν μισθοδοτούνταν οι κληρικοί, εκείνος το έδινε στους φτωχούς. Είναι βεβαιωμένο πως μισθοδοτούσε έντεκα οικογένειες χηρών και ορφανών. Τους βοηθούσε μέχρι να γίνουν τα ορφανά δεκατεσσάρων ετών. Ο ίδιος ήταν λιτός και ασκητικός. Νήστευε όλες τις σαρακοστές της Εκκλησίας, ακόμη και όταν ήταν άρρωστος δεν κατάλυε το λάδι. Το περίσσευμα από τις νηστείες του το εξοικονομούσε για τους φτωχούς. Η μεγαλύτερή του χαρά ήταν όταν ελεούσε και έβλεπε χαρά στα πρόσωπα των φτωχών.
       Ο παπα- Νικόλας Πλανάς αξιώθηκε από το Θεό να φέρει τα σημεία της αγιότητας και ενώ όσου ζούσε, για τα οποία ποτέ του δεν καυχήθηκε. Υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες για θαύματα που έκανε εν τη ζωή. Θεράπευσε ασθενείς, έβγαλε δαιμόνια από δαιμονισμένους, προφήτευε τα μέλλοντα. Ήταν ολοφάνερο πως η χάρις του Θεού δρούσε μέσω του αγιασμένου του προσώπου. Αλλά είχε και το χάρισμα του παρηγορητή. Χιλιάδες άνθρωποι μορφωμένοι και αμόρφωτοι, επιστήμονες και αγράμματοι έτρεχαν να πάρουν τη σοφή συμβουλή του σε δύσκολα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Ο έχων τη θεία φώτιση παπα- Νικόλας έδινε τη λύση και καθοδηγούσε κάθε απελπισμένο και πονεμένο από τα χτυπήματα της ζωής. Ο ίδιος δεν σπούδασε σε πανεπιστήμια και ανώτερα σχολεία, ή Γυμνάσια, Λύκεια και Εκκλησιαστικές Σχολές για να αποκομίσει κοσμική σοφία. Δε γνωρίζουμε αν φοίτησε καν στο Ελληνικό λεγόμενο Σχολείο της εποχής του. Ήταν όπως προαναφέραμε ολιγογράμματος, αλλά του δωρίθηκε, από τον Πατέρα των Φώτων, η θεία σοφία, η οποία είναι ασύγκριτα ανώτερη από την ανθρώπινη σοφία. Διέθετε ως εκλεκτό δοχείο της χάριτος του Θεού, τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος.   
       Για πενήντα και πλέον χρόνια υπηρέτησε με συνέπεια, ευλάβεια και φόβο Θεού το Ιερό Θυσιαστήριο και ταυτόχρονα το λαό του Θεού. Ο προσωπικός του αγώνας, οι θυσίες και οι κόποι του ιερατικού και ποιμαντικού του έργου έφθειραν το λεπτοκαμωμένο σώμα του αγίου κληρικού. Η φυσική φθορά της ανθρώπινης φύσης έφερε τον παπα- Νικόλα στο τέρμα του επί γης βίου του. Ήταν Κυριακή του Ασώτου, 28 Φεβρουαρίου 1932 όταν τέλεσε τη Θεία Λειτουργία για τελευταία φορά. Λίγο πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, ένοιωσε αδιαθεσία και έπεσε λιπόθυμος. Έντρομοι οι πιστοί τον σήκωσαν, τον συνέφεραν και τον μετέφεραν στο φτωχικό του σπίτι. Αλλά παρ’ όλες τις φροντίδες των αφοσιωμένων σε εκείνον πιστών άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Μαρτίου του ιδίου έτους. Πριν παραδώσει την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο που τόσο αγάπησε στη ζωή του και υπηρέτησε πιστά, έκαμε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και ψιθύρισε το λόγιο του αποστόλου Παύλου: «τον δρόμον τετέλεκα» και ακόμη: «Δόξα σοι ο Θεός». Ευλόγησε με το ασθενικό και αγιασμένο χέρι του τους παρισταμένους ψελλίζοντας: «η Θεία Χάρη να σας ευλογεί» και έκλεισε τα κουρασμένα σωματικά του μάτια για πάντα, ενώ η ψυχή του φτερούγησε στον ουρανό για να τελεί εκεί αέναα την αγαπημένη του Λειτουργία στον Ύψιστο, αντάμα με τους αγγέλους και τους αγίους. Άφησε την Στρατευομένη Εκκλησία, την οποία υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή και συντάχτηκε στην Θριαμβεύουσα!
     Το θλιβερό μαντάτο της κοιμήσεως του αγαπημένου στους Αθηναίους ιερέα, τους γέμισε θλίψη, διότι αισθάνθηκαν το μεγάλο πνευματικό κενό, που άφησε η αναχώρησή του στους ουρανούς. Το τίμιο σκήνωμά του τέθηκε για λαϊκό προσκύνημα στον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννη Βουλιαγμένης, όπου εφημέρευε. Αναρίθμητα πλήθη πιστών από όλη την Αττική, και όχι μόνο, στεκόταν ώρες στη σειρά, με δάκρυα στα μάτια, για να ασπασθούν την αγιασμένη δεξιά του χείρα, να πάρουν την ευχή του και να αγιαστούν. Σύσσωμο το ιερατείο, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, και τα αναρίθμητα πλήθη των πιστών, έγινε πάνδημη κηδεία.
      Η μνήμη του πιστού λαού δεν έσβησε ποτέ για τον παπα- Νικόλα Πλανά, τον οποίο θεωρούσε άγιο εξ’ αρχής. Κορυφαίοι λογοτέχνες αναμόχλευσαν την ιερή του μνήμη, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Κωστής Μπαστιάς και ο Φώτης Κόντογλου. Το 1992 η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ύστερα από πρόταση του επιχώριου επισκόπου κ. Αμβροσίου, έκαμε την επίσημη αγιοκατάταξή του, κατ’ απαίτηση και φανέρωση του εκκλησιαστικού αισθήματος. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η πράξη αγιοκατάταξης εκφράζει την αυτοσυνειδησία του λαού του Θεού. Εν προκειμένω: ο λαός ζήτησε και η Μητέρα Εκκλησία αποφάνθηκε για την αγιότητα του παπα- Νικόλα. Κατατάχτηκε στο αγιολόγιο ως Άγιος Νικόλαος Πλανάς και η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης. Την ίδια χρονιά στις 29 Αυγούστου του 1992 έγινε εκταφή των ιερών του λειψάνων, τα οποία τοποθετήθηκαν σε αργυρή λάρνακα και τοποθετήθηκαν στο δεξιό κλίτος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Βουλιαγμένης, για την προσκύνηση των πιστών και τον αγιασμό τους, και τα οποία θαυματουργούν. Ο μακαριστός δε μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλινδράς, υμνογράφος και μουσουργός, συνέθεσε την ασματική του ακολουθία.
      Αυτός υπήρξε ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς, το αγιασμένο τέκνο της αγιοτόκου νήσου Νάξου. Ο γνήσιος εργάτης της νοητού αμπέλου του Θεού. Ο άδολος άνθρωπος, ο οποίος, όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, «διέσωσε το κατ’ εικόνα». Το ζωντανό παράδειγμα για μας τους σύγχρονους ορθοδόξους Έλληνες, ο ζωντανός οδοδείκτης για την πνευματική μας πορεία.
      Είδαμε εν συντομία τον αγιασμένο βίο του Αγίου Νικολάου Πλανά. Ας δούμε τώρα τις πνευματικές του καταβολές, τις οποίες ενστερνίστηκε και αξιώθηκε μιας τέτοιας αγίας ζωής και μιας υποδειγματικής ποιμαντικής διακονίας, εφάμιλλη των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας.
      Αναφέραμε και παραπάνω ότι ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς υπήρξε ο ενσαρκωτής του κολυβαδικού κινήματος. Για να καταλάβουμε σε ποιο σημείο τον επηρέασε, καλό είναι να αναφέρουμε λίγα στοιχεία γι’ αυτό. Ας μη λησμονούμε ότι ένας από τους πρωτεργάτες αυτού του σημαντικού πνευματικού κινήματος υπήρξε ο επίσης μεγάλος Ναξιώτης Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τον οποίο σέβονταν και ευλαβούνταν ιδιαιτέρως ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς. 
       Κολλυβαδικό κίνημα ονομάζεται η μεγάλη πνευματική αναγέννηση που συντελέστηκε στο χώρο της Ορθόδοξης Ελλάδας κατά τον 18ο και συνεχίστηκε και το 19ο αιώνα. Κολλυβάδες αποκαλούσαν ειρωνικά τους πρωτεργάτες αυτού του κινήματος, οι αντίπαλοί του, το οποίο ξεκίνησε από την αντίδρασή τους να μην τελούνται τα ιερά μνημόσυνα την χαρμόσυνη ημέρα της Κυριακής, αλλά το Σάββατο, που είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους. Σύντομα πήρε μεγάλη έκταση. Συνοδεύτηκε με την επιστροφή στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, με την έκδοση των έργων τους. Με την επιστροφή στη γνήσια ορθόδοξη λατρεία. Με την προτροπή για συχνή Θεία Κοινωνία των λαϊκών. Κι όλα αυτά διότι η Εκκλησία μας τη σκοτεινή εκείνη εποχή βρισκόταν υπό τριπλή κατοχή, ήτοι: τη βάρβαρη και απάνθρωπη ισλαμική εξουσία των κατακτητών Οθωμανών, την απίστευτη εισβολή των δυτικών μισιοναρίων (παπικών και προτεσταντών), οι οποίοι με την ανοχή των τούρκων και διαθέτοντας τεράστια ποσά, εκλατίνιζαν και εκπροτεστάντιζαν συστηματικά τους Ορθοδόξους ραγιάδες, και τέλος, η εισβολή των άθεων γραμμάτων, του ορθολογισμού και γενικά του άθεου ουμανισμού, από τους φραγκοσπουδαγμένους Έλληνες, οι οποίοι επιχειρούσαν να αφαιρέσουν το Θεό, την ευλάβεια και την ορθόδοξη πίστη από τις ψυχές των υποδούλων Ορθοδόξων. Οι Κολλυβάδες, με επικεφαλής τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον Άγιο Μακάριο Νοταρά, τον Άγιο Αθανάσιο Πάριο, τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, πρόβαλαν ισχυρή αντίσταση προς αυτές τις προκλήσεις και πρόβαλαν την γνήσια ορθόδοξη παράδοση. Αυτή η παράδοση πέρασε στον κλήρο και το λαό και διέσωσε την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία μας. Το κολλυβαδικό κίνημα είχε βαθύτατες ελληνορθόδοξες ρίζες κι’ αυτό φαίνεται στα έργα των κολλυβάδων, προωθώντας το τρίπτυχο α) γνήσια ορθόδοξη πίστη, β) ελληνορθόδοξη παιδεία, γ) ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής.
       Οι αρχές και οι επιδιώξεις του κολλυβαδικού κινήματος έγιναν δεκτές από τον ελληνικό ορθόδοξο λαό. και στους αγωνιστές της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Αυτές τις αρχές εξέφραζε ο Μακρυγιάννης, ο Κολοκοτρώνης, ο Κανάρης, ο Καραϊσκάκης, ο Παπαφλέσσας, η Μπουμπουλίνα, κ.α. Αυτές τις αρχές ενστερνίστηκαν οι πρωτεργάτες της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας» (Κοσμάς Φλαμιάτος, Κωνσταντίνος Οικονόμου, Χριστόφορος Παπουλάκος, κ.α.), οι οποίοι αγωνίστηκαν κατά της νέας μορφής σκλαβιάς του λαού μας, που προωθούσαν οι άθεοι «διαβασμένοι» της Εσπερίας και είχαν ταυτιστεί με την βαυαροκρατία, η οποία επιχειρούσε να αφαιρέσει και τα τελευταία ψήγματα της ορθοδόξου παραδόσεώς μας. Αυτές τις αρχές εξέφρασαν αργότερα και οι μεγάλοι λογοτέχνες μας Α. Παπαδιαμάντης και Α. Μωραϊτίδης.
       Αυτές τις αρχές ενστερνίστηκε και ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς. Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι είχαν κοινή καταγωγή μαζί με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο μεγάλος αυτός άνδρας είχε ισχυρούς δεσμούς με τη Νάξο, όπου διοχέτευσε και εκεί το κολλυβαδικό πνεύμα. Προφανώς ο σεβάσμιος ιερέας Γεώργιος Μελισσουργός, παππούς του παπα- Νικόλα Πλανά, είχε γνωρίσει και διδαχθεί από ανθρώπους που είχαν γνωρίσει τον άγιο Νικόδημο και διδαχθεί από αυτόν. Είναι σίγουρο, πως ο σεβάσμιος και ευλαβής εκείνος κληρικός, είχε μιλήσει στον εγγονό του, τον μετέπειτα παπα- Νικόλα,  για τον Άγιο Νικόδημο και το ανανεωτικό κίνημα που ήρθε από το Άγιο Όρος, για να εκτοπίσει  το παρείσακτο δυτικό πνεύμα από την Εκκλησία και να επαναφέρει την ορθόδοξη πατερική παράδοση. Φαίνεται πως ο ιερέας, ακολουθούσε την ανανέωση αυτή και τη μετέδωσε, μαζί με την υπόλοιπη στοιχειώδη εκπαίδευση στον εγγονό του Νικόλαο. Η εμμονή του μικρού του εγγονού να παίζει τον ιερέα και να ψάλλει στο ιδιωτικό τους παρεκκλήσι, φανερώνει τη μύησή του στην ορθόδοξη πνευματικότητα και ιδιαίτερα στην αξία της θείας λατρείας, η οποία, όπως ήδη προαναφέραμε, ήταν βασικό στοιχείο της κολλυβαδικής ανανέωσης.
       Μελετώντας με προσοχή το βίο του αγίου Νικολάου Πλανά, είναι εύκολο να διαπιστώσει ο οιοσδήποτε ότι ο απλοϊκός εκείνος λειτουργός ζούσε κυριολεκτικά να λειτουργεί! Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως από τα πενήντα και πλέον χρόνια της ιερατικής του διακονίας το μισό τουλάχιστον χρόνο τον πέρασε μπροστά στην Αγία Τράπεζα λειτουργώντας! Αν προσθέσουμε και τις κατ’ ιδίαν προσευχές του, τότε ολόκληρος ο βίος του ήταν λειτουργικός! Ό, τι δηλαδή υπαγόρευε και πρέσβευε η κολλυβαδική παράδοση, η οποία έθεσε στο περιθώριο το δυτικοφερμένο λειτουργικό τυπικό, το φορμαρισμένο με συγκεκριμένους τύπους, απογυμνωμένο από τη δροσιά της ορθόδοξης πνευματικότητας. Η μεγάλη χαρά του ήταν οι ολονυχτίες, οι οποίες εκτείνονταν ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Εκείνος πάντα όρθιος και δεόμενος μπροστά από το Ιερό Θυσιαστήριο, για 8, 9 ή και 10 ώρες! Η καρέκλα ήταν έπιπλο άχρηστο γι’ αυτόν. Απορούσε το εκκλησίασμα για την αντοχή του αυτή, η οποία δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί με ορθολογικά κριτήρια. Ο μακαριστός π. Φιλόθεος Ζερβάκος είχε πει «Τον παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος». Αλλά και μετά το πέρας της ολονυχτίας πήγαινε για ολιγόωρο ύπνο και το πρωί της επομένης λειτουργούσε ξανά, ως το μεσημέρι ή και το απόγευμα! Καμιά κόπωση δε διακρίνονταν στο πρόσωπό του, αλλά μια ευδιάκριτη γλυκιά ιλαρότητα και γλυκύτητα. Αξίζει να αναφέρουμε το γεγονός ότι μνημόνευε όλους τους πιστούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους σε κάθε Θεία Λατρεία. Κάθε έναν που γνώριζε τον συμπλήρωνε στα δίπτυχά του, για να τον μνημονεύει εσαεί, κάνοντας ποτέ του διακρίσεις. Τα πολυάριθμα χαρτάκια του τα αποκαλούσε «συμβόλαια γραμμάτια και γραμμάτια» και τα έφερε πάντα μαζί του στις τσέπες του τριμμένου ράσου του. 
       Αλλά και μετά την μακρόσυρτη ακολουθία δεν πήγαινε στο φτωχικό του να αναπαυθεί, αλλά τον περίμεναν ομάδες πιστών από όλη την Αττική και όχι μόνο, να εξομολογηθούν ή να τον συμβουλευτούν. Μαζί τους, όχι μόνον αγράμματοι ή ολιγογράμματοι πιστοί, αλλά και εγγράμματοι, ακόμα και επιστήμονες ερχόταν να φωτιστούν από τον ολιγογράμματο μεν, αλλά φωτισμένο από το Θεό ιερέα. Και στην εξομολόγηση ακολουθούσε το κολλυβαδικό πνεύμα. Στην εποχή του είχε κυριαρχήσει το δυτικό νομικίστικο και δικανικό πνεύμα, για την έννοια της αμαρτίας και της αφέσεως. Η αμαρτία θεωρούνταν, και θεωρείται στη δυτική χριστιανική παράδοση, παράβαση συγκεκριμένης νομικής διάταξης, η οποία διαταράσσει τη θεία δικαιοσύνη, και η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί με συγκεκριμένη ποινή για να λάβει έτσι την άφεση ο εξομολογούμενος. Αυτά όμως ήταν άγνωστα για τον παπα- Νικόλα Πλανά. Ως φορέας της γνήσιας πατερικής παραδόσεως, την οποία, όπως είπαμε είχαν επαναφέρει οι κολλυβάδες, έβλεπε την αμαρτία, όχι δικανικά, ως παράβαση νόμου, αλλά ως αποτυχία του ανθρωπίνου προσώπου να αυτοπραγματωθεί με τις δικές του δυνατότητες, αυτονομημένος από το Χριστό και το εκκλησιαστικό σώμα. Θεωρούσε τον αμαρτωλό ως πνευματικά ασθενή, ως αποτυχημένο, και έτσι τον αντιμετώπιζε. Όποια αμαρτία, μικρή ή μεγάλη, και αν άκουγε, ουδέποτε ταράσσονταν, πολλώ δε μάλλον θύμωνε, διότι είχε προικισθεί ο ολιγογράμματος εξομολόγος από το Θεό να ανατέμνει με ακρίβεια την ανθρώπινη ψυχή και να βρίσκει το κατάλληλο φάρμακο να τη θεραπεύσει από την ασθένεια της αμαρτίας. Με πατρική στοργή, για το άρρωστο πνευματικά παιδί του, προσπαθούσε να του δείξει την αστοχία του, την αποτυχία του, το λάθος του, το οποίο αν δε δεχόταν τα φάρμακα που του πρότεινε, ίσως αυτό του  στοίχιζε την σωτηρία του. Δεν αποθάρρυνε κανέναν, όσο μεγάλος αμαρτωλός και να ήταν, αλλά έδινε στον καθένα την ελπίδα της σωτηρίας δια της ειλικρινούς μετανοίας, που είναι χάρισμα από το Θεό και ουδέποτε ατομική  κατάκτηση του καθενός. Σύστηνε την ταπείνωση, την προσευχή, τη συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια και την αγαθοεργία ως μέσα σωτηρίας και ουδέποτε ως αυτοσκοπό για τη σωτηρία. Ουδέποτε έδωσε ελπίδα ότι τα «επιτίμια» είναι ποινές, οι οποίες εξιλεώνουν τον αμαρτωλό, αλλά παιδαγωγικά μέσα, για να αποδεχτεί ο αμαρτωλός της θεία σώζουσα χάρη. Άλλωστε ο ίδιος έβαζε τέτοια «επιτίμια», τα οποία όχι μόνο μπορούσαν να τηρηθούν, αλλά και να συνεφέρουν τον αμαρτωλό. Με διάθεση συμπόνιας και καλοσύνης εικόνιζε τον πατέρα του ασώτου της γνωστής ευαγγελικής παραβολής, στην ψυχή του οποίου δεν υπήρχε χώρος για θυμό και αποκατάσταση κάποιας τρωθείσας αξιοπρέπειας. Άκουγε με προσοχή την εξαγόρευση, προσευχόταν ταυτόχρονα για την πνευματική θεραπεία του εξομολογουμένου και συμβούλευε συνεχώς. Ο κάθε εξομολογούμενος ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση και ως εκ τούτου τον αντιμετώπιζε ανάλογα. Ένα αστεφάνωτο ζευγάρι το οδήγησε στη μετάνοια και στο ιερό μυστήριο. Δε δεχόταν πρόσφορα από γυναίκες που ενέμεναν στην αμαρτία, για να τις συνετίσει, με τον τρόπο αυτό, και σχεδόν πάντα το κατόρθωνε.
      Στους πονεμένους και πεφορτισμένους από τις δοκιμασίες του βίου ήταν ο συμπονετικός παρηγορητής και ο σοφός συμβουλάτορας. Η γνώμη του θεωρούνταν σημαίνουσας αξίας και γι’ αυτό έτρεχε πλήθος κόσμου να τον συμβουλευτεί και να εναποθέσει στο ασθενικό και μικροσκοπικό του κορμί και στη μεγάλη καρδιά του τα προβλήματά του, διότι είχε παγιωθεί στη συνείδησή του ότι ο ταπεινός εκείνος κληρικός είχε χώρο στην καρδιά του για τον κάθε έναν πιστό.
      Για τον εαυτό του ήταν αυστηρός, για τους άλλους όμως ανεκτικός και επιεικής. Συγχωρούσε του πάντες. Συγχώρεσε το νεωκόρο του ναού, ο οποίος είχε την κακή συνήθεια να τον μουντζώνει συχνά. Δε δίσταζε να ζητά συγνώμη από τους συνεργάτες του όταν τους κούραζε από την επιμονή του στις μακρόσυρτες ακολουθίες «σας παιδεύω, παιδιά μου, να με συγχωρέσετε», «να με συγχωρέσεις… είμαι λιγάκι παράξενος!» έλεγε! Το μόνο που δεν συγχωρούσε ήταν την εμμονή όσων δεν συγχωρούσαν τους άλλους. Αναφέρεται πως θεωρούσε ένοχο δια παντός έναν κληρικό που είχε αφορίσει μια γυναίκα και πέθαναν και οι δύο ασυγχώρητοι. Σύστηνε την αγάπη και την υπομονή, ως βασικά εφόδια για την πορεία της επίγειας ζωής. «Να είστε αγαπημένοι παιδιά μου» , «κάντε υπομονή και ο Θεός θα δώσει τη λύση» έλεγε.  
      Στην προσωπική του ζωή ζούσε ασκητικά, σαν μοναχός στον κόσμο. Έτρωγε ελάχιστο και λιτότατο φαγητό, που αποτελούνταν κυρίως από χόρτα, τα οποία μάζευε ο ίδιος πέριξ του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου στο σημερινό Νέο Κόσμο των Αθηνών, όπου τότε ήταν αγροτική περιοχή. Όταν δε νήστευε έτρωγε και λίγο γάλα, που του έδιναν οι βοσκοί της περιοχής. Πολλοί πιστοί του προσέφεραν φαγητό, αλλά αυτός το προσέφερε κρυφά σε άλλους φτωχούς. Νήστευε με ακρίβεια όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ξηροφαγούσε. Τη μεγάλη Εβδομάδα ήταν σχεδόν νηστικός, συντηρούνταν με ελάχιστα μουσκεμένα παξιμάδια και νερό. Από το βράδυ της Μ. Πέμπτης μέχρι την Ανάσταση δεν έβαζε τίποτε στο στόμα του, παρά λίγο νερό!
         Συνδύαζε με συνέπεια την τριπλή μοναχική ησυχαστική άσκηση: της αδιάλειπτης προσευχής, της νηστείας και της αγρυπνίας. Ο Παπα- Νικόλας, χωρίς να έχει ιδιαίτερες γνώσεις για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας μας, τη βίωνε ο ίδιος με ακρίβεια! Γι’ αυτό αξιώθηκε από το Θεό να θαυματουργεί ενώ ακόμη ζούσε. Η ευσεβής παράδοση των Αθηναίων διέσωσε πολλά θαύματα που επιτέλεσε. Ένα από τα πολλά θαύματά του υπήρξε το, κατόπιν θερμής προσευχής του, θαύμα της ανεξήγητης προμήθειας προσφόρου για τη Θεία Λειτουργία. Αξιώθηκε επίσης να έχει και προορατικό χάρισμα, το χάρισμα της προφητείας. Είχε προαναγγέλλει το θάνατο αρρώστου παιδιού «Ο Ηλίας θα πεθάνει, μού το είπαν ο άγ. Ιωάννης και ο άγ. Παντελεήμων», όπως και έγινε! Φυσικά ο ίδιος, μέσα στην ταπεινότητά του δε δεχόταν ότι θαυματουργούσε τα ζωντανά θαύματα, που έβλεπε ο λαός, τα ονόμαζε «σημεία από το Θεό» και όχι δικά του κατορθώματα. Θεωρούσε απόλυτα φυσιολογική τη θαυμαστή επέμβαση του Θεού στη ζωή. Το προορατικό του χάρισμα ουδέποτε το διαφήμισε και φρόντιζε να μην το μαθαίνει ο κόσμος. Είναι γνωστό πως πολλά παιδιά τον έβλεπαν την ώρα της Θείας Λειτουργίας να ίπταται στον αέρα, να μην πατά στη γη, να στέκεται σε ένα σύννεφο! Το αγαπούσαν άλλωστε τα παιδιά, τα οποία τον αποκαλούσαν «Παππού» και εκείνος ανταπέδιδε μια υπέρμετρη αγάπη για εκείνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ουδέποτε δυσανασχετούσαν κατά την ώρα της Λατρείας, δεν έκλαιγαν, δε φώναζαν και δεν έπαιζαν, όπως συνήθως κάνουν. Συνωστίζονταν ποιο παιδί θα ντυθεί «παπαδάκι» στο Ιερό Βήμα. Αυτά τα παιδιά τον έβλεπαν κατά την ώρα της Θείας Λειτουργία να μην πατά στη γη και έντρομα έτρεχαν και το έλεγαν στους γονείς τους! Αλλά και οι μεγάλοι είχαν την αίσθηση της αγιότητάς του. Τον σέβονταν και τον αγαπούσαν όλοι οι Αθηναίοι. Όταν τον συναντούσαν στο δρόμο, έβγαζαν τα καπέλα τους, του φιλούσαν το χέρι και ζητούσαν την ευλογία του. Οι γυναίκες τον πλησίαζαν φορώντας τα μαντίλια τους, όπως έμπαιναν στην εκκλησία. Οι αμαξάδες σταματούσαν τις άμαξες για να προσπεράσει. Όταν ερχόταν στην εκκλησία φρόντιζαν να τον περιμένουν πολλοί πιστοί, οι οποίοι του μιλούσαν και προσπαθούσαν να τον πλησιάσουν και να τον αγγίξουν. Τον διέκρινε μια σπάνια ευγένεια και καλοσύνη. Είχε για όλους έναν καλό λόγο και ποτέ δεν κακολογούσε κανέναν. Μια απίστευτη και πρωτόγνωρη γαλήνη ήταν μόνιμα φωλιασμένη στην καρδιά του. Ο θυμός ήταν άγνωστο συναίσθημα γ’ αυτόν, πολλώ δε μάλλον η κακία και η εκδίκηση. Δεν άφηνε κανένα περιθώριο αντιπάθειάς του στον κόσμο και γι’ αυτό εκείνος τον αγαπούσε και τον υπολήπτονταν. Σε κάποια αυθάδη κοπέλα της είχε πει: «Λες να μην μπορώ και εγώ να βρίσω; Δεν το κάνω όμως διότι αυτό θα με βλάψει!». Ήταν ανεξίκακος. Έκανε πως δεν καταλάβαινε που τον έκλεβε συστηματικά ο μέθυσος ψάλτης του ονόματι Αλέκος, τον οποίο παρατηρούσε με αγάπη: «ήσυχα Αλέκο, ήσυχα»! Ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος σημείωσε: «Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών». 
         Όμως αυτή η αγάπη και η εκτίμηση του κόσμου δεν το οδήγησε στην ιδέα ότι είναι σπουδαίος. Αντίθετα μάλιστα καλλιεργούσε στο πρόσωπό του την άκρα ταπείνωση. Πίστευε και μιλούσε για τη δική του αναξιότητα και αμαρτωλότητα. Φρόντιζε να κρύβει επιμελώς τις αρετές του. Δε θα ήταν υπερβολικό να ισχυρισθούμε ότι ο παπα- Νικόλας Πλανάς αξιώθηκε να γίνει μιμητής παλαιών αγίων σαλών της Εκκλησίας μας. Των θαυμάσιων εκείνων αγίων, οι οποίοι προσποιούνταν τους διανοητικά αναπήρους, «τα περικαθάρματα του κόσμου», κατά τον απόστολο Παύλο, ασκώντας με αυτόν τον τρόπο την ύψιστη αρετή της ταπείνωσης και υποδηλώνοντας την κοσμική μηδαμινότητα. Με τη δική τους υποτιθέμενη «παραλογία» αποδείκνυαν την παραλογία του πτωτικού κόσμου. Ο παπα- Νικόλας Πλανάς άσκησε και την εν Χριστώ σαλότητα. Από σωματική διάπλαση ήταν πολύ κοντός. Μιλούσε ψευδά. Λόγω της ολιγογραμματοσύνης του έκανε, όπως προαναφέραμε, σοβαρά λεκτικά λάθη, όταν διάβαζε αναγνώσματα και ευχές στην εκκλησία. Μόνο στη Θεία Λειτουργία δεν έκανε λάθη, διότι τα είχε μάθει σωστά και τα έλεγε από στήθους. Όμως ποτέ δεν προκαλούσε σχόλια και γέλια, αντίθετα μάλιστα είχαν συνηθίσει τα λεκτικά του λάθη και τους άρεσαν κιόλας. Είχε συναίσθηση ότι δεν ήταν εγγράμματος και γι’ αυτό μιλούσε για το πρόσωπό του απαξιωτικά, ήτοι: «αγράμματος», «χωρίς προσόντα», «ελάχιστος», κλπ.  Όταν μιλούσε για την αμαρτία και την ασέβεια, προέτασσε πάντοτε τον εαυτό του ως αμαρτωλό και ασεβή και μετά στιγμάτιζε τους άλλους. Όταν προέτρεπε για μετάνοια δεν έλεγε «μετανοήστε», αλλά «να μετανοήσουμε». Φορούσε ευτελή και τριμμένα ράσα και υποδήματα, τα ίδια για χρόνια. Το σπίτι του ήταν φτωχικό, από τα πλέον φτωχόσπιτα των Αθηνών. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για τη φτώχια του. Ο ίδιος, όπως και όλοι οι ιερείς την εποχή εκείνη, χωρίς μισθό, συντηρούνταν από τα φιλοδωρήματα των ενοριτών. Ήταν απίστευτα απλός «Αυτή η απλότητα, σημειώνει ο Σεβ. Μητροπλίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, ήταν και έκφραση τού χαρακτήρος του, αλλά κυρίως και προ παντός ήταν έκφραση της λειτουργικής και ασκητικής του εμπειρίας. Δεν επρόκειτο μόνο για μια εξωτερική απλότητα στους τρόπους, αλλά κυρίως για απλότητα πού προερχόταν από την ενότητα και την καθαρότητα τού εσωτερικού του κόσμου»
      Αλλά δεν έβλεπε τους πιστούς μόνο ως ψυχές, αλλά και ως σώματα, τα οποία έχουν υλικές ανάγκες. Έτσι φρόντιζε τα φιλοδωρήματά του να τα δίνει, όπως τα έπαιρνε, στους φτωχούς, αφού πρώτα τα σταύρωνε. Στην τσέπη του δεν είχε ποτέ δεκάρα! Ως γνήσιος Ορθόδοξος και Έλληνας, έχοντας στην ψυχοσύνθεσή του το ελληνορθόδοξο κοινοτικό ιδεώδες ζούσε για τους άλλους. Τη  ζωή των συνανθρώπων του τη θεωρούσε σημαντικότερη από τη δική του, διότι έβλεπε στο πρόσωπο του κάθε ενδεή, τον ίδιο το Χριστό. Έτσι ολόκληρη η ζωή του υπήρξε μια αδιάκοπη ελεημοσύνη. Το μερίδιο της μεγάλης πατρικής του περιουσίας, όπως αναφέραμε, το είχε βάλλει ενέχυρο για κάποιον φτωχό οφειλέτη, το οποίο ουδέποτε του το επέστρεψε. Έδινε κάθε μήνα επίδομα σε σπίτια χηρών και ορφανών. Ένα πάμφτωχο γεροντάκι για χρόνια έπαιρνε δυο φορές την εβδομάδα το επίδομά του, το οποίο τον συντηρούσε στη ζωή. Έτρεχε στα φτωχικά σοκάκια της Αθήνας για να συναντήσει δυστυχισμένους για να τους δώσει τον οβολό του. Επισκεπτόταν νεαρά ζευγάρια και τους έδινε τα πρώτα έξοδα του βίου τους. Είχε τους μυστικοσυμβούλους του να μαθαίνει ποιος είχε ανάγκη για να σπεύσει να τον βοηθήσει!
      Έχει αξία να αναφέρουμε ενδεικτικά τι είπαν για τον άγιο Νικόλαο Πλανά δύο μεγάλοι λογοτέχνες μας ο Α. Παπαδιαμάντης και ο Φώτης Κόντογλου. «Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος» έγραψε ο Παπαδιαμάντης και ο Φώτης Κόντογλου σημείωσε στον πρόλογο κειμένου του: «Μακάριος είναι ο ιστορικός του. Αλλά μακάριος είναι και όποιος το διαβάζει και χαίρεται από τη βλογημένη απλότητά του. Απλός στάθηκε ο ιστορούμενος, απλός ο ιστορικός του, απλοί πρέπει νά είναι κι’ εκείνοι πού θα το διαβάσουν… Καρδιά πονηρή και άπιστη ας μην απλώσει ν’ ανοίξει τούτο το βιβλίο. Γνώρισμα τής Ορθοδοξίας είναι η απλότητα τής καρδιάς πού φέρνει την πίστη. Όλη η βιογραφία τού αγίου Νικολάου Πλανά δείχνει αυτόν το απλό Κληρικό, πού ξέρει να ποιμαίνει, να ανέχεται, να αγαπά, να είναι μια καύση καρδίας υπέρ όλης της κτίσεως». Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως οι ευλαβικοί και απλοϊκοί ιερείς – ήρωες των άφθαστων διηγημάτων του Παπαδιαμάντη εικονίζουν τον Παπα – Νικόλα Πλανά! 
      Αυτός ήταν ο άγιος Νικόλαος Πλανάς. Ένας γνήσιος κληρικός και ένας αληθινός άγιος της Εκκλησίας μας. Υπήρξε γνήσιος και αληθινός, διότι δε βγήκε έξω από την ορθόδοξη εκκλησιαστική μας οριοθέτηση. Υπήρξε «Ο ποιμήν ο καλός» (Ιωάν.9,11) εις τύπον τους αρχιποίμενος Χριστού. Μέσα στην απλότητά του βίωσε με ακρίβεια την Ορθοδοξία και την ορθοπραξία. Έγινε άγιος διότι δεν γνώριζε και δεν αναγνώριζε άλλο Θεό, από τον Τριαδικό, ο Οποίος μας αποκαλύφτηκε από τον ένσαρκο Λόγο Του, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Δε γνώριζε και δεν αναγνώριζε άλλη Εκκλησία, από την Ορθοδοξία, την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Δε γνώριζε και δεν αναγνώριζε άλλη αλήθεια από την Ορθόδοξη Πίστη, την οποία μας παρέδωσαν απαραχάρακτη οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Δεν γνώριζε και δεν αναγνώριζε θεία χάρη, αγιασμό και σωτηρία εκτός της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, της Ορθοδοξίας. Δεν του πέρασε ποτέ από την απλοϊκή, μα θεοφώτιστη, σκέψη του ότι όλοι οι άνθρωποι λατρεύουν δήθεν τον ίδιο Θεό, με διαφορετικό τρόπο, όπως διατείνεται ο σύγχρονος διαχριστιανικός και διαθρησκειακός οικουμενισμός, ότι δήθεν όλες οι θρησκείες είναι διαφορετικοί δρόμοι για τη σωτηρία των ανθρώπων, διότι έτσι θα αναιρούσε τη μοναδικότητα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Με την απόλυτη προσήλωσή του στη λειτουργική και ευχαριστιακή βίωση της ορθοδόξου πνευματικότητας, απόδειξε ότι ο μοναδικός σωτήρας και λυτρωτής του κόσμου είναι ο Χριστός και το μέσον της σωτηρίας είναι η Αγία Του Εκκλησία. Ότι η σωτηρία μας χαρίζεται από το Θεό και εμείς αποδεχόμενοι αυτή τη θεία δωρεά ανταποδίδουμε με την ευχαριστήρια συμμετοχή μας στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας. Αυτή τη σημασία είχε ο αέναος λειτουργικός βίος του αγίου Νικολάου Πλανά. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δε λειτουργούσε ως θρησκεία στη συνείδηση του αγίου αυτού λειτουργού, αλλά ως τρόπος και στάση ζωής απέναντι στο Θεό.
     Τοιούτος λοιπόν ιερέας έλαχε στους ευσεβείς Αθηναίους στους δύσκολους εκείνους χρόνους. Τοιούτος ιερέας θα πρέπει να αποτελεί και το πρότυπο των σημερινών και μελλοντικών κληρικών. Τοιούτο παράδειγμα μας αφήνει ως πολύτιμη παρακαταθήκη για τη δική μας πνευματική πορεία. Ως νοητός οδοδείκτης, η ολόφωτη προσωπικότητά του και το παράδειγμά του, μπορεί να μας βγάλει από τα σημερινά προσωπικά και κοινωνικά μας αδιέξοδα.  Η λύση των σύγχρονων πολυποίκιλων προβλημάτων μας βρίσκεται στην εγκόλπωση των αξιών που ενστερνίστηκε και βίωσε ο άγιος Νικόλαος Πλανάς, στο ορθόδοξο ασκητικό ιδεώδες και στον ελληνορθόδοξο κοινοτικό τρόπο ζωής. Όσο γρηγορότερα κατανοήσουμε και υιοθετήσουμε αυτή την αλήθεια, τόσο γρηγορότερα θα φτάσουμε στη λύση των προβλημάτων μας. Όσο απεμπολούμε τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και αλληθωρίζουμε προς την ετερόδοξη Δύση, πολλώ δε μάλλον προς τον σύγχρονο θρησκευτικό συγκρητισμό, όχι μόνο λύτρωση να μην περιμένουμε, αλλά δραματική επιδείνωση των πρόβλημά των μας. Είθε οι αέναες προσευχές του αγίου Νικολάου Πλανά, στο ουράνιο θυσιαστήριο της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας να μας συντροφεύουν στον προσωπικό και τον κοινωνικό μας βίο. Τις έχουμε απόλυτη ανάγκη!   
(Εισήγηση στη Νάξο στις 10-7-2014, στα πλαίσια των εορταστικών εκδηλώσεων «Νικοδήμεια») http://aktines.blogspot.gr/