Τρίτη, Ιουλίου 21, 2026

 

Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, η Μυροφόρος και Ισαπόστολος


ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ, Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
        Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η γυναίκα, για πρώτη φορά στην ιστορία της, βρήκε καταξίωση από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκτός από την Παναγία μας, η οποία υπήρξε το μοναδικό σκεύος της θείας χάριτος, μια πλειάδα αγίων γυναικών βρισκόταν κοντά στον Κύριο, καθ’ όλη την επί γης παρουσία Του, οι οποίες τον υπηρετούσαν και πλαισίωναν στο σωτήριο έργο του. Μία από αυτές ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η μυροφόρος και ισαπόστολος, η πλέον αφοσιωμένη μαθήτριά Του. 
      Καταγόταν από την πόλη Μάγδαλα, η οποία βρισκόταν στην περιοχή της Γαλιλαίας στη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας, και γι’ αυτό πήρε την προσωνυμία Μαγδαληνή. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι, ευγενείς και ευσεβείς Ιουδαίοι, ονομάζονταν Σύρος και Ευχαριστία. Μεγάλωσαν τη Μαρία με ευσέβεια και φόβο Θεού. Φρόντισαν δε να της δώσουν σοβαρή μόρφωση, όπως αναφέρει ο βιογράφος της Κάλλιστος Ξανθόπουλος. Μελέτησε την Παλαιά Διαθήκη και εντρύφησε στις προφητείες για τον Μεσσία. Μετά το θάνατο των γονέων της αρνήθηκε να παντρευτεί και αφιερώθηκε στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Παράλληλα ασκούσε φιλανθρωπία. Μοίρασε τη μεγάλη περιουσία της στους φτωχούς και ζούσε η ίδια με νηστεία, παρθενία και εγκράτεια.

       Ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε τη σεμνή και πιστή Μαρία και θέλησε να την καταστρέψει. Έστειλε επτά φοβερά δαιμόνια να την καταλάβουν. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στην προχριστιανική εποχή, όταν δεν υπήρχε το Άγιο Βάπτισμα και τα άλλα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, ως ισχυρά ελιξίρια κατά των δαιμονικών δυνάμεων, οι άνθρωποι, ακόμα και οι δίκαιοι, μπορούσαν να καταληφτούν από τους δαίμονες. Αυτό έπαθε και η Μαρία.
       Κάποτε πέρασε από την περιοχή της ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Η Μαρία, παρ’ όλα τα φρικτά προβλήματα που της δημιουργούσαν τα ακάθαρτα πνεύματα, έτρεξε να ακούσει το φημισμένο ραβίνο, τον οποίο ακολουθούσαν τα πλήθη και σαγηνεύονταν από το πρωτάκουστο κήρυγμά Του. Ο Χριστός διέγνωσε ως Θεός την αγαθή ψυχή της και το ρόλο που θα διαδραμάτιζε στο έργο Του. Τη θεράπευσε, διώχνοντας τα δαιμόνια (Λουκ.8,1-3) και εκείνη από ευγνωμοσύνη εντάχτηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της στην ομάδα των μαθητριών Του. Αναγνώρισε στο πρόσωπό Του τον αναμενόμενο Μεσσία και για τούτο υπήρξε η πιο αφοσιωμένη μαθήτριά Του. Μαζί με τις άλλες μαθήτριες (Σουσάνα, Μαρία τη μητέρα του Ιακώβου, Μαρία του Κλωπά, Ιωάννα του Χουζά, τη μητέρα των υιών Ζεβεδαίου, κλπ) υπηρετούσαν τον Κύριο και τους αποστόλους.
      Κάποιοι θέλουν να την ταυτίσουν με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία ένιψε τα πόδια του Ιησού, λίγο πριν το πάθος Του (Λουκ.7,36-50). Αυτό δεν ευσταθεί, διότι ο ιερός ευαγγελιστής την αμαρτωλό γυναίκα την αναφέρει ανώνυμα. Η αιρετική δυτική χριστιανοσύνη έπλασε αυτόν τον μύθο στα χρόνια του σκοτεινού μεσαίωνα.
       Η Μαρία άκουγε με προσοχή τους λόγους του Κυρίου και έβλεπε με θαυμασμό τα θαύματά Του. Όλα αυτά την οδηγούσαν στη βεβαιότητα ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού, που προφήτευσαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Σύγκρινε αυτά που είχε διαβάσει στις αρχαίες Γραφές με αυτά που άκουγε και έβλεπε και σχημάτισε τη βεβαιότητα ότι ζούσε στην ευλογημένη μεσσιανική εποχή. Διέθεσε στο έργο του Κυρίου την εναπομείνασα περιουσία της και η ίδια διακονούσε χειρονακτικά.
       Συνδέθηκε με αδελφική φιλία, όχι μόνο με τις άλλες μαθήτριες του Χριστού, αλλά και με τη Θεοτόκο, την οποία σέβονταν και υπολήπτονταν, ως Θεού Μητέρα. Κατά το σωτήριο πάθος του Κυρίου έδειξε απίστευτη αφοσίωση και ηρωισμό. Από
τη νύχτα της προδοσίας ως τον ενταφιασμό Του δεν απομακρύνθηκε από κοντά Του, αλλά μαζί με τη Θεοτόκο σπάραζαν από τον πόνο και την αγωνία. Ενώ οι άνδρες μαθητές Του διασκορπίστηκαν και κρύφτηκαν για να μη συλληφθούν και οι ίδιοι, να μη θεωρηθούν συνεργοί του Ιησού και πάθουν τα ίδια με Εκείνον, οι άγιες γυναίκες μαθήτριες του, μαζί με τη Θεοτόκο, στεκόταν παράμερα στον Γολγοθά και παρακολουθούσαν θρηνώντας το Θείο Πάθος (Ματθ.27,55-56). Η Μαρία η Μαγδαληνή, μαζί με τη Θεοτόκο και τη  Μαρία του Κλωπά, στάθηκαν κάτω από το σταυρό (Ιωάν.19,25) και έδιναν κουράγιο στη Μητέρα του Κυρίου. Έζησαν ολόκληρο το Θείο Δράμα!   
      Κατά την Αποκαθήλωση, μαζί με τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, με θρήνους και οδυρμούς μύρωσαν το Άχραντο Σώμα του Κυρίου και το ενταφίασαν. Αλλά, όπως αναφέρουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, λόγω της επικείμενης εορτής του Πάσχα, η ταφή έγινε βεβιασμένα και δεν μυρώθηκε το Σώμα του Χριστού αρκούντως. Γι’ αυτό αποφάσισαν οι αφοσιωμένες μαθήτριές Του να μεταβούν «ούσης οψίας τη μια των Σαββάτων» στο μνημείο του Διδασκάλου τους για να αλείψουν το ακήρατο Σώμα Του με πολύτιμα μύρα. Μαζί τους η Μαρία η Μαγδαληνή. Αλλά εκεί τους περίμενε το μεγάλο θαύμα. Πληροφορήθηκαν από τον άγγελο την ανάσταση του Κυρίου. Αξιώθηκαν οι ηρωικές αυτές γυναίκες να μάθουν πρώτες το υπέρτατο γεγονός της αναστάσεως. Η Μαρία η Μαγδαληνή είχε την ύψιστη ευλογία να δει πρώτη, μαζί με τη Θεοτόκο, τον Κύριο αναστάντα, Τον οποίο αρχικά εξέλαβε ως κηπουρό.
       Μετά από αυτό δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για το βίο και τη δράση της αγίας Μαρίας. Εικάζουμε ότι έγινε ένα από τα σημαίνοντα μέλη της ιεροσολυμίτικης  Εκκλησίας. Οι παραδόσεις ότι μετέβη στη Δύση και πέθανε στη Μασσαλία είναι παπικά μυθεύματα, τα οποία στερούνται πηγών. Βλάσφημη επίσης είναι η θεωρία ότι υπήρξε σύζυγος του Ιησού. Ευσεβής παράδοση αναφέρει ότι, μετά την κοίμηση της Θεοτόκου, ακολούθησε τον Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο, όπου κήρυξε με θέρμη το Ευαγγέλιο και κοιμήθηκε ειρηνικά. Η τίμια χείρα της βρίσκεται άφθαρτη και με ιδιότητες ζωντανού σώματος (ευκαμψία, θερμοκρασία, κλπ) στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους. Η μνήμη της τιμάται στις 22 Ιουλίου.


 

Αγία Παρθενομάρτυς Μαρκέλλα, η Χιοπολίτης

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγία Μαρκέλλα
ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΕΛΛΑ Η ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
       Η Χίος ανάδειξε μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας. Το πανέμορφο και μυροβόλο αυτό νησί του Αιγαίου το στολίζουν πολλά από τα νοητά και μυρίπνοα άνθη της ευλάβειας. Ένα από αυτά είναι και η ένδοξη Παρθενομάρτυς Μαρκέλλα, η οποία προτίμησε το θάνατο από την ατίμωση.
      Γεννήθηκε στο ιστορικό χωριό Βολυσσός, της βορειοδυτικής Χίου. Ως προς το χρόνο που έζησε υπάρχει σύγχυση. Ο βιογράφος της άγιος Νικηφόρος ο Χίος αναφέρει ότι έζησε περί το 1500 μ. Χ.  Όμως τα γεγονότα και τα πρόσωπα, που αναφέρονται στο ιερό της συναξάρι παραπέμπουν σαφώς στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες. Το πιο πιθανό είναι να έζησε τον 3ο ή τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Τότε που έσβηνε η ειδωλολατρία και γινόταν, σαν το πληγωμένο θηρίο, επικίνδυνη για τους πιστούς του Χριστού. Τότε που οι ειδωλολάτρες, πλημμυρισμένοι από δαιμονική ενέργεια, ήθελαν να αφανίσουν τους Χριστιανούς, μη λογαριάζοντας αν αυτοί είναι συγγενικά τους πρόσωπα, ακόμα και παιδιά τους.
      Οι πατέρας της Μαρκέλλας ήταν ένας φανατικός ειδωλολάτρης και ανήθικος άνθρωπος, ο οποίος είχε καταρρίψει κάθε ίχνος ηθικής αναστολής από πάνω του. Αντίθετα η μητέρα της ήταν πιστή Χριστιανή και μεγάλωσε την αγαπημένη της κορούλα με την πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό. Στάλαξε στην παιδική της ψυχή την ευλάβεια και την αρετή, η οποία απουσίαζε από τον ειδωλολατρικό κόσμο. Της δίδαξε τη σεμνότητα και την αιδώ, ως τα πιο σημαντικά προσόντα της γυναικείας φύσης. Η Μαρκέλλα μεγάλωνε και διακρινόταν για την ευγένεια της ψυχής της, την καλοσύνη της, αλλά και για την σπάνια σωματική ομορφιά της. Παράλληλα τη διέκρινε μια πρωτοφανής πνευματική ωριμότητα.
     Όταν έγινε δεκαοκτώ χρονών η μητέρα της αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε, αφήνοντας την Μαρκέλλα μόνη της με τον ειδωλολάτρη πατέρα της. Τότε ο πλάνος και μισάνθρωπος διάβολος βρήκε την ευκαιρία να πλήξει καίρια τη σεμνή και πιστή στο Χριστό κόρη. Προκάλεσε σφοδρό αισχρό έρωτα του πατέρα της προς αυτήν. Ας σημειωθεί πως τέτοια είδους εκφυλιστικά και ανατριχιαστικά φαινόμενα ήταν συνηθισμένα στους ειδωλολάτρες. Δεν είναι τυχαίο πως οι διάφοροι πολυπληθείς «θεοί» τους πιστεύονταν ότι είχαν αιμομικτικές σχέσεις μεταξύ τους και άρα έδιναν το δικαίωμα και στους λατρευτές τους να τους μιμούνται στα δαιμονικά τους πάθη. Όλα τα αμαρτωλά τους πάθη τα ανήγαγαν στους «θεούς» τους και μάλιστα τα θεωρούσαν ως απόδοση τιμής και λατρείας προς εκείνους, όπως λ.χ. η «Ιερή Πορνεία», θεωρούνταν απόδοση λατρείας προς την ακόλαστη «θεά» Αφροδίτη, ή η κραιπάλη και η μέθη προς τον Διόνυσο.
     Ο πατέρας της λοιπόν καταλήφτηκε από δαιμονικό μανιακό έρωτα προς την κόρη του Μαρκέλλα και προσπαθούσε να την πείσει να ενδώσει στην αισχρή αιμομικτική του επιθυμία. Η Μαρκέλλα διαπίστωσε με βδελυγμία την ερωτική ορμή του πατέρα της και αντιστάθηκε με σθένος. Όταν είδε ότι δε θα ξέφευγε από τα χέρια του έφυγε κρυφά από το σπίτι και άρχισε να περιπλανιέται στα βουνά του νησιού. Αλλά ο σαρκολάτρης πατέρας της, φλεγόμενος από τις κτηνώδεις ορέξεις του, την έψαχνε παντού. Κινούμενος από απερίγραπτη μανία, την αναζητούσε μέρα και νύχτα, ώσπου την εντόπισε σε κάποιο βουνό.
     Η Μαρκέλλα όταν τον είδε, άρχισε να τρέχει, για να προστατέψει την τιμή της και τον ίδιο τον πατέρα της από την άτιμη και αισχρή πράξη, που ήταν διατεθειμένος να διαπράξει. Βρέθηκε μπροστά σε μια πυκνή βάτο, γεμάτη αγκάθια. Χωρίς να λογαριάσει τις πληγές και το μαρτύριο των αγκαθιών, χώθηκε σε αυτή και παρέμεινε μέχρι να φύγει ο μανιακός πατέρας της.
      Αλλά δυστυχώς έτυχε να τη δει κάποιος βοσκός της περιοχής, ο οποίος την κατήγγειλε στον πατέρα της, υποδεικνύοντας την βάτο που ήταν κρυμμένη. Προσπάθησε να μπει στη βάτο, αλλά δεν το κατάφερε και για να την αναγκάσει να βγει, έβαλε φωτιά στο θάμνο. Όμως η Μαρκέλλα, καταματωμένη από τα αγκάθια, πρόλαβε και βγήκε από άλλο σημείο και έτρεξε να κρυφτεί. Έτρεχε ανάμεσα στις τραχιές πέτρες και τα κοφτερά βράχια να μην την προλάβει ο αδίστακτος, ανελέητος και έκφυλος πατέρας της. Εκείνος την ακολουθούσε, αλλά δεν μπορούσε να τη φτάσει. Τότε έβγαλε ένα βέλος από το θηκάρι του και το έριξε εναντίον της. Καρφώθηκε στο νεανικό και παρθενικό της κορμί και το αγνό της αίμα πότισε την χιακή γη και έβαψε τα βράχια. Εκείνη όμως βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει να τρέχει για να αποφύγει την αισχρή αιμομικτική ατίμωση.
      Όμως οι σωματικές της δυνάμεις σύντομα την εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε πια να τρέξει και έπεσε στο έδαφος αιμόφυρτη και ημιθανής. Δεν της έμεινε άλλη ελπίδα από το Χριστό. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και παρεκάλεσε τον Νυμφίο της ψυχής της να προστατέψει την τιμή της και τον πατέρα της από μια τέτοια αποτρόπαια πράξη. Η αγνή και άδολη προσευχή της εισακούστηκε και έγινε το θαύμα. Ο βράχος, που ήταν ακουμπισμένο το πληγωμένο σώμα της άνοιξε και το κατάπιε, ως το στήθος. Ο μανιακός πατέρας της φτάνοντας, οργίστηκε περισσότερο και προσπάθησε να την ανασύρει από τη σχισμή του βράχου. Όταν δεν τα κατάφερε άρχισε να τη διαμελίζει. Πρώτα έκοψε τους μαστούς της και τους πέταξε στο βουνό. Κατόπιν της έκοψε το κεφάλι και το πέταξε στη θάλασσα.
      Μια ουράνια λάμψη έλουσε το βράχο, δείγμα ότι ο Χριστός πήρε κοντά του την αγνή και άδολη Παρθενομάρτυρα. Οι Χριστιανοί περιμάζεψαν το υπόλοιπο ιερό σκήνωμα και το έθαψαν με τιμές, που αρμόζουν στους αθλητές του Χριστού. Το δε σημείο του μαρτυρίου της έγινε τόπος προσκυνήματος στους αιώνες που ακολούθησαν. Μέχρι σήμερα οι πιστοί μεταβαίνουν εκεί για να πάρουν την ευλογία της και να τύχουν των προσευχών της στο θρόνο του Θεού. Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι πηγαίνουν με πίστη, και βλέπουν το βράχο να αχνίζει και να χρωματίζεται κόκκινος, όπως είχε βαφτεί από το αίμα της αγίας. Δεν είναι λίγα τα θαύματα που έχουν γίνει στον αγιασμένο εκείνον τόπο και συνεχίζουν να γίνονται.
       Η μνήμη της εορτάζεται στις 22 Ιουλίου. Κέντρο του εορτασμού της η Χίος, όπου έχει κτιστεί μεγαλοπρεπής ναός στον όρμο της Βολυσσού. Αλλά τιμάται και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδος και του εξωτερικού. Στην Αθήνα υπάρχει ναός της, στην περιοχή του Βοτανικού. Επίσης και στη Κηφισιά.  Παρεκκλήσια της έχουν χτιστεί στις Σπέτσες, την Άνδρο, τη Μήλο, τη Σαντορίνη και τη Σάμο. Τεμάχιο του ιερού της λειψάνου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Νταού Πεντέλης.


 

Νεοσαμανισμός: Μία σύγχρονη πνευματική πλάνη

  

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 20η Ιουλίου 2026

ΝΕΟΣΑΜΑΝΙΣΜΟΣ: ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΛΑΝΗ

(Θεολογική προσέγγιση σύγχρονων μορφών «πνευματικότητας» υπό το φως της Ορθοδόξου Πίστεως)

     Συνεχίζουμε τις αναφορές μας σε σύγχρονες πλάνες. Μία από αυτές είναι και ο «Νεοσαμανισμός». Μια ακόμα σύγχρονη πνευματική διαστροφή της γνήσιας αγιοπνευματικής Πνευματικότητας, η οποία εντάσσεται στο γενικότερο αποκρυφιστικό χώρο των δοξασιών της «Νέας Εποχής του Υδροχόου» (New Age).

  1. Εισαγωγή: η πνευματική κατάσταση της εποχής

     Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή πρόοδο των επιστημών και της τεχνολογίας, καθώς και από την επικράτηση του ορθολογικού τρόπου σκέψης σε πολλούς τομείς του δημόσιου βίου. Παρά ταύτα, παρατηρείται παράλληλα μια έντονη πνευματική αναζήτηση, η οποία συχνά δεν εκφράζεται εντός του πλαισίου της εκκλησιαστικής εμπειρίας, αλλά στρέφεται προς εναλλακτικές και συγκρητιστικές μορφές θρησκευτικότητας.

     Η αναζήτηση νοήματος, θεραπείας και υπαρξιακής πληρότητας οδηγεί αρκετούς σύγχρονους ανθρώπους σε κινήματα και πρακτικές που αντλούν στοιχεία από προχριστιανικές ή μη χριστιανικές παραδόσεις, τα οποία εντάσσονται συχνά στον ευρύτερο χώρο του λεγόμενου «Νεοπαγανισμού» και της «Νέας Εποχής».

  1. Ο σαμανισμός ως ιστορικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο

     Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ο σαμανισμός, ο οποίος, σύμφωνα με την ανθρωπολογική επιστήμη, αποτελεί ένα σύνθετο σύστημα θρησκευτικών αντιλήψεων και πρακτικών που συνδέεται με τεχνικές έκστασης, θεραπείας και επικοινωνίας με τον αόρατο κόσμο.

    Με αυτό το σύγχρονο πνευματιστικό φαινόμενο θα ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωσή μας, καθότι και αυτή η πλάνη έχει τη δική της θέση στην σύγχρονη τραγική πραγματικότητα.

    Πρόκειται για μια από τις πλέον πρωτόγονες μορφές θρησκευτικότητας, νοσηρής πνευματικότητας και άσκηση του παραλόγου είναι και ο Σαμανισμός, ο οποίος αναβιώνει και αυτός στις μέρες μας. «Με τον γενικό όρο Σαμανισμός εννοείται ένα πολύπλοκο λατρευτικό και μαγικο-θρησκευτικό κίνημα που διαμορφώνεται γύρω από την τεχνική της έκστασης. Θεωρείται μυστικιστική εμπειρία και δεν είναι θρησκεία ή φιλοσοφία καθώς εμφανίζεται πριν από αυτές»[1], διαβάζουμε στην διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια.

     Ο σαμανισμός είναι ένα πανάρχαιο, πνευματικό σύστημα πρακτικών και όχι οργανωμένη θρησκεία. Βασίζεται στην επικοινωνία με τον κόσμο των πνευμάτων μέσω της έκστασης.

    Όπως αναφέρουν ειδικοί μελετητές, ούτε η αρχαία Ελλάδα δεν έμεινε έξω από την επήρεια του Σαμανισμού. Είναι γνωστή η δράση πολυάριθμων περιφερόμενων μάγων, μάντεων, θεραπευτών μιασμάτων, ορφεοτελεστών, πυθαϊστών, κλπ, οι οποίοι ασκούσαν τεράστια επίδραση τις λαϊκές μάζες. Πολλοί απ’ αυτούς διενεργούσαν, με μαγγανείες και  άλλες απάτες, «θαύματα» για να εξαπατούν τους αφελείς. Αναφέρουμε ως παράδειγμα τον περιπλανόμενο διαβόητο μάγο, θαυματοποιό και «θεραπευτή» Απολλώνιο Τυανέα (1ος μ. Χ. αιώνας), ο οποίος επέχει θέση «Χριστού» στους κύκλους των νεοπαγανιστών. Αξίζει να αναφέρουμε επίσης και τους μάγους – θεραπευτές των «Ασκληπιείων», όπου διαδραματίζονταν ακραίες πρακτικές -μαγικού τύπου- «θεραπειών». Μια από αυτές ήταν η εγκοίμηση των ασθενών σε φρεσκογδαρμένα δέρματα ζώων, που θυσιάζονταν στον «θεό» Ασκληπιό, για να λάβουν από εκείνον «θεραπεία»! Παρά ταύτα οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές, όχι απλά επιχειρούν να δικαιολογήσουν αυτόν τον πρωτογονισμό και τις απάτες, αλλά πασχίζουν να τις «ντύνουν» με επιστημονικό «μανδύα»!

     Κεντρικό πρόσωπο είναι ο σαμάνος, εμφανίζεται ως διαμεσολαβητικό πρόσωπο, το οποίο λειτουργεί ως θεραπευτής, μάντης και πνευματικός καθοδηγητής μέσα σε παραδοσιακές κοινωνίες. Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία (π.χ. Μ. Ελιάντε), πρόκειται για μορφή θρησκευτικής εμπειρίας που συνδυάζει στοιχεία μυστικισμού, τελετουργίας και κοσμολογικών αντιλήψεων, ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον υλικό και τον πνευματικό κόσμο.

    Να επισημάνουμε επίσης την τεράστια επιρροή που ασκούσαν οι σαμάνοι στις αρχαίας κοινωνίες. «Πέραν της θρησκευτικής, ο σαμάνος συμμετείχε στις οικονομικές λειτουργίες της κοινότητας. Χρησιμοποιώντας τον φόβο, το δέος -βάση κάθε θρησκευτικού ενστίκτου σύμφωνα με τη θεώρηση άλλων ανθρωπολόγων- με τις κατάλληλες συμμαχίες και τα δώρα για τις υπηρεσίες του αύξανε τις πηγές του πλούτου, διατηρώντας μονοπώλιο σε συγκεκριμένα ιερά αντικείμενα και υλικά, όπως τα φτερά. Μετατοπίζει, ωστόσο, την έννοια του φόβου στη γήινη δύναμη του αρχηγού της κοινότητας και την υπερφυσική δύναμη του σαμάνου και όχι στον φόβο των πνευμάτων αφ’ εαυτού»[2].

    Κεντρικά στοιχεία του νεοσαμανισμού είναι η έμφαση στην προσωπική «πνευματική εμπειρία», η ιδέα της ένωσης με τη φύση ως ανώτερη πνευματική πραγματικότητα και ο εκλεκτικισμός διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων. Οι πρακτικές αυτές, αν και παρουσιάζονται ως μέθοδοι εσωτερικής ισορροπίας, ενέχουν τον κίνδυνο πνευματικής σύγχυσης και απομάκρυνσης από την αλήθεια της Εκκλησίας.

      Τα κύρια χαρακτηριστικά του περιλαμβάνουν:

      Τελετουργική Έκσταση: Ο σαμάνος εισέρχεται σε κατάσταση τροποποιημένης συνείδησης (συχνά με τη χρήση τυμπάνων, χορού ή ψυχοτρόπων φυτών) για να “ταξιδέψει” στον αόρατο κόσμο.

      Πνευματικοί Σύμμαχοι: Πιστεύεται ότι συνεργάζεται με πνεύματα-οδηγούς (π.χ. ζώα δύναμης) για να λάβει απαντήσεις.

      Θεραπεία: Σκοπός είναι η αποκατάσταση της σωματικής και πνευματικής ισορροπίας, καθώς και η «ανάκτηση» χαμένων τμημάτων της ψυχής του ασθενούς.

      Άμεση Αποκάλυψη: Βασίζεται στην προσωπική εμπειρία του ατόμου και όχι σε αυστηρά δόγματα ή ιερές γραφές. Έχει τις ρίζες του σε αυτόχθονες πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο (Βόρεια/Νότια Αμερική, Σιβηρία, Αφρική, Αυστραλία) και οι βασικές αρχές του προσαρμόζονται συχνά στη σύγχρονη εποχή για εναλλακτική πνευματική αναζήτηση.

       Ανεξαρτήτως των επιμέρους επιστημονικών ερμηνειών, ο σαμανισμός ανήκει σε προχριστιανικά θρησκευτικά συστήματα, τα οποία δεν γνωρίζουν την αποκάλυψη του προσωπικού Θεού και της εν Χριστώ σωτηρίας.

  1. Η σύγχρονη αναβίωση: Νεοσαμανισμός

    Ο Σαμανισμός έχει και αυτός τη θέση του στις σύγχρονες κοινωνίες, σε μια πλειάδα σύγχρονων ανθρώπων. Ο σημερινός άνθρωπος, εξουθενωμένος από την έλλειψη υγιούς πνευματικότητας και αληθούς πίστεως στον Θεό, καταφεύγει σε τοιούτου είδους πνευματικά υποκατάστατα, για να γεμίσει τα πνευματικά του κενά. Έχει ανάγκη από κάποιον «ειδικό», ο οποίος θα τον μυήσει σε απόκρυφη γνώση και θα του δώσει απάντηση στις μεταφυσικές του αναζητήσεις. Έχει επίσης ανάγκη από εμπειρία «θαύματος», την οποία του δίνει η εκστατική ικανότητα του σαμάνου.

    Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί ενιαίο θρησκευτικό σύστημα, αλλά ένα εκλεκτικιστικό πνευματικό ρεύμα που συνδυάζει στοιχεία από παραδοσιακές σαμανικές πρακτικές, ανατολικές θρησκείες, ψυχολογικές θεωρίες και αντιλήψεις της «Νέας Εποχής».

    Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλονται πρακτικές όπως διαλογιστικές τεχνικές, «πνευματικά ταξίδια», χρήση συμβολικών αντικειμένων και προσπάθειες αλλοιώσεως της συνείδησης, με σκοπό την προσωπική «αφύπνιση» ή «θεραπεία».

    Κεντρική θέση κατέχει η αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε ανώτερη γνώση ή πνευματική εμπειρία μέσω εσωτερικών τεχνικών και ατομικής προσπάθειας. Ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί τους πιστούς: «Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν» (Κολ.2,8). Αναφέρεται σε κατώτερες δυνάμεις, πνευματικές οντότητες ή τις προχριστιανικές θρησκευτικές πρακτικές. Πριν την έλευση του Χριστού, οι άνθρωποι βρίσκονταν «υπό τα στοιχεία» αυτά, δηλαδή ήταν δέσμιοι των κοσμικών κανόνων, της ειδωλολατρίας και των νομικών τύπων. Και το πλέον τραγικό είναι πως ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικού βίου, η επιστροφή σε τέτοιες δαιμονικές καταστάσεις.

  1. 4. Θεολογική θεώρηση του φαινομένου

     Από την οπτική της Ορθόδοξης θεολογίας, ο Νεοσαμανισμός εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των αποκρυφιστικών και συγκρητιστικών πνευματικών αναζητήσεων, οι οποίες δεν στηρίζονται στην αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ. Αντίθετα, έργο τους έχουν να αποπροσανατολίζουν πνευματικά ανύποπτους ανθρώπους και να τους οδηγούν εκτός της σωστικής χάριτος του Θεού.

        Η Εκκλησία αναγνωρίζει την ύπαρξη του πνευματικού κόσμου, πλην όμως διακρίνει σαφώς μεταξύ κτιστών πνευματικών όντων (αγγέλων και δαιμόνων) και απορρίπτει κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με άγνωστες ή απρόσωπες πνευματικές δυνάμεις εκτός της θείας αποκαλύψεως.

     Η Αγία Γραφή είναι σαφής ως προς την αποφυγή πρακτικών μαντείας, μαγείας και επικλήσεως πνευμάτων, όχι ως περιορισμό, αλλά ως προστασία του ανθρώπου από πνευματική πλάνη (πρβλ. Δευτ. 18,10–12). Ο Απόστολος Παύλος επεσήμανε πως «Πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Β΄Τιμ.3,12-13), άνθρωποι, τραγικά όργανα του «απ’ αρχής ανθρωποκτόνου» (Ιωάν.8,44) διαβόλου, βρίσκονται σε πλάνη, πλανούν και καταστρέφουν και άλλους. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι σαμάνοι.

     Η απομάκρυνση από την πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό, ή η πλημμελής πίστη σ’ Αυτόν, όπως την βιώνουν οι πολυάριθμες αιρετικές παραφθορές του Χριστιανισμού, οδηγούν τον σύγχρονο άνθρωπο να αναζητά σε λάθος θρησκευτικότητες την αλήθεια και την απολύτρωση από τα καθημερινά προβλήματά του και τις υπαρξιακές του ανησυχίες και εν προκειμένω στον Σαμανισμό, στην σύγχρονη μορφή του, στον Νεοσαμανισμό.

  1. 5. Σωτηριολογικές προεκτάσεις

    Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η ανθρωπολογία και η σωτηριολογία του Νεοσαμανισμού. Σε αντίθεση με την ορθόδοξη πίστη, δεν υφίσταται η έννοια της αμαρτίας ως ρήξης της κοινωνίας με τον Θεό, ούτε η έννοια της σωτηρίας ως εν Χριστώ αποκατάστασης του ανθρώπου.

     Ο άνθρωπος προσεγγίζεται κυρίως ως ψυχοσωματική ύπαρξη που χρειάζεται «ισορροπία» με τη φύση ή «εσωτερική ενεργειακή εναρμόνιση». Η προοπτική αυτή διαφοροποιείται ριζικά από την ορθόδοξη διδασκαλία περί θεώσεως, η οποία δεν αποτελεί αυτοεξέλιξη, αλλά δωρεά της θείας χάριτος και καρπό κοινωνίας με τον Χριστό.

  1. Ποιμαντική διάσταση και πνευματική διάκριση

     Η Εκκλησία προσεγγίζει το φαινόμενο όχι με διάθεση απόρριψης του ανθρώπου, αλλά με ποιμαντική ευαισθησία και διάκριση. Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά στρέφεται σε τέτοιες πρακτικές από υπαρξιακή κόπωση, ψυχική αναζήτηση ή ανάγκη νοήματος.

    Ωστόσο, η ορθόδοξη παράδοση επιμένει ότι η αληθινή θεραπεία του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται μέσω τεχνικών ή εμπειριών, αλλά μέσω της εν Χριστώ ζωής: της μετανοίας, της μυστηριακής συμμετοχής, της προσευχής και της αγάπης.

    Οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι η αναζήτηση πνευματικών εμπειριών ως αυτοσκοπός μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη, ενώ η ασφαλέστερη οδός είναι η ταπείνωση και η διάκριση των πνευμάτων.

  1. Συμπέρασμα

     Ο Νεοσαμανισμός εμφανίζεται ως εναλλακτική πνευματική πρόταση σε έναν κόσμο που διψά για νόημα. Πίσω όμως από τη γοητεία του μυστικισμού του αποκρύπτεται μια αντίληψη ασύμβατη με την ορθόδοξη πίστη. Μια σοβαρή και επικίνδυνη πλάνη, η οποία επιχειρεί να αποσπάσει τον άνθρωπο από την σωστική πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό και να τον ωθήσει σε μια ακόμα ολισθηρή και αδιέξοδη ατραπό του σύγχρονου αποκρυφιστικού φαινομένου.

      Ο Νεοσαμανισμός, ως σύγχρονη μορφή εκλεκτικιστικής πνευματικότητας, αντανακλά την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά δεν παρέχει απάντηση εντός της αλήθειας της Εκκλησίας. Αντιθέτως, εισάγει ανθρωποκεντρικές και εμπειρικές προσεγγίσεις του θείου, οι οποίες αποκλίνουν από την αποκεκαλυμμένη χριστιανική πίστη, εναρμονισμένες με το σύγχρονο πολύπλοκο και πολυδαίδαλο φαινόμενο του αποκρυφισμού, έχοντας ως στόχο να απομακρύνει τον άνθρωπο από την πίστη και την κοινωνία με το Θεό, να τον προσδέσει σε αντίθεες δυνάμεις και καταστάσεις και να του στερήσει την σωτηρία, δηλαδή να πραγματοποιήσει την αρχέγονη θέληση του Σατανά να ματαιώσει τη σωτηρία του κόσμου.

    Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο όχι σε αναζήτηση απρόσωπων πνευματικών εμπειριών, αλλά σε προσωπική κοινωνία με τον ζώντα Θεό. Η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα τεχνικής ή εσωτερικής μεθόδου, αλλά καρπός της χάριτος του Θεού εν τη Εκκλησία.

     Εν κατακλείδι, η αυθεντική πνευματικότητα θεμελιώνεται όχι στην εμπειρική αυτονομία του ανθρώπου, αλλά στη σχέση του με τον Χριστό, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2,4). Δεν υπάρχει αυτοσωτηρία, αλλά μόνον «πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξ.2,21). Η σωτηρία είναι δώρο του Θεού, δια του Κυρίου και Λυτρωτή μας Χριστού, καθότι «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ιωάν.1,17) και «οὗτός ἐστιν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενηθεὶς ὑφ᾿ ὑμῶν (σ.σ. των σταυρωτών Ιουδαίων) τῶν οἰκοδομούντων, ὁ γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας. καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ.4,11-12). Αυτός, κατά τον Μ. Αθανάσιο, «αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν»[3].

     Εκτός της σωστικής χάριτος του Σωτήρα μας Χριστού κυριαρχεί το σκοτάδι, η απόγνωση και ο όλεθρος. Αντίθετα η όντως ζωή βρίσκεται στην συνειδητή και οντολογική ένωσή μας με τον Λυτρωτή μας Χριστό, καθότι, όπως τονίζει ο θείος Παύλος: «τὴν περισσείαν τῆς χάριτος καὶ τῆς δωρεᾶς τῆς δικαιοσύνης λαμβάνοντες ἐν ζωῇ βασιλεύσουσι διὰ τοῦ ἑνὸς ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ.5,12-17).

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

[1]https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

[2] Όπου ανωτέρω

[3] Μ. Αθανασίου, Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου 54, PG 25, 192Β).



Κυριακή, Ιουλίου 19, 2026

 

Οἱ Ἅγιοι Βασιλοπαθοφόροι Ρομανώφ: Τὸ μαρτύριο τῆς πίστεως καὶ τῆς χριστιανικῆς ὑπομονῆς

Ἐπιμέλεια ἄρθρου ὑπὸ τοῦ Κωνσταντίνου Χασόγια, Θεολόγου Ε.Κ.Π.Α 

17η Ἰουλίου, Τῶν Ἁγίων Ἐνδόξων Βασιλοπαθοφόρων Νικολάου Β΄, Ἀλεξάνδρας, Ὄλγας, Τατιανῆς, Μαρίας, Ἀναστασίας καὶ Ἀλεξίου τῶν Ρομανώφ. 
Ἡ 17η Ἰουλίου ἀποτελεῖ ἡμέρα ἰδιαίτερης τιμῆς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, καθὼς κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ μνημονεύονται οἱ Ἅγιοι Βασιλοπαθοφόροι Ρομανώφ, ὁ τελευταῖος Αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας Ἅγιος Νικόλαος Β΄, ἡ σύζυγός του Ἁγία Ἀλεξάνδρα Θεοδώροβνα, ὁ διάδοχος Ἀλέξιος καὶ οἱ τέσσερις θυγατέρες τους, Ὄλγα, Τατιανή, Μαρία καὶ Ἀναστασία. Μαζὶ τοὺς τιμῶνται ἐπίσης οἱ πιστοὶ συνοδοί τους, οἱ ὁποῖοι συμμερίσθηκαν μέχρι τέλους τὴ δοκιμασία καὶ τὸν μαρτυρικό τους θάνατο .Κατὰ τὴ νύκτα τῆς 17ης Ἰουλίου 1918, ἡ αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια ἐκτελέστηκε ἀπὸ τὶς μπολσεβικικὲς ἀρχὲς στὸ Αἰκατερίνενμπουργκ, γεγονὸς ποὺ σφράγισε ὁριστικὰ τὸ τέλος τῆς δυναστείας τῶν Ρομανὼφ καὶ σηματοδότησε μία ἀπὸ τὶς πλέον τραγικὲς στιγμὲς τῆς ρωσικῆς ἱστορίας τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ἡ αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια κρατοῦνταν ὑπὸ φρούρηση ἀπὸ τὶς μπολσεβικικὲς ἀρχὲς στὸ Αἰκατερίνενμπουργκ, ἐνῷ ἀρχικὰ ὑπῆρχε ἡ πρόθεση νὰ παραπεμφθοῦν σὲ δίκη. Ὡστόσο, ἡ ἐξέλιξη τοῦ Ρωσικοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου καὶ ἡ προέλαση τῶν δυνάμεων τοῦ Λευκοῦ Στρατοῦ πρὸς τὴν πόλη δημιούργησαν ἔντονη ἀνησυχία στοὺς Μπολσεβίκους... γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο ἀπελευθέρωσης τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας. 

Ἡ βασιλικὴ αὐτὴ οἰκογένεια δὲν τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν πολιτική της ἰδιότητα οὔτε γιὰ τὸ αὐτοκρατορικό της ἀξίωμα, ἀλλὰ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπισε τὶς θλίψεις, τὶς συκοφαντίες, τὴν αἰχμαλωσία καὶ τελικῶς τὸν θάνατο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τους ἀποκαλεῖ Βασιλοπαθοφόρους καὶ ὄχι ἁπλῶς Βασιλομάρτυρες. Ὁ ὅρος «Παθοφόρος» δηλώνει ἐκεῖνον ποὺ ὑπομένει τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατο κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, μὲ πραότητα, συγχωρητικότητα, ταπείνωση καὶ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Β΄ γεννήθηκε στὶς 18 Μαΐου 1868 στὴν Ἁγία Πετρούπολη καὶ ἀνῆλθε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τὸ 1894. Ἡ περίοδος τῆς βασιλείας του συνέπεσε μὲ μία ἀπὸ τὶς δυσκολότερες ἐποχὲς τῆς ρωσικῆς ἱστορίας. Οἱ κοινωνικὲς ἀναταραχές, οἱ πολιτικὲς συγκρούσεις, ὁ Ρωσοϊαπωνικὸς Πόλεμος, ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1905 καί, τέλος, ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησαν συνθῆκες ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1917 καὶ στὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο. 

Μετὰ τὴν παραίτησή του, ὁ Αὐτοκράτορας καὶ ἡ οἰκογένειά του τέθηκαν ὑπὸ περιορισμὸ ἀπὸ τὴν Προσωρινὴ Κυβέρνηση καὶ ἀργότερα μεταφέρθηκαν στὸ Τομπόλσκ της Σιβηρίας. Μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν Μπολσεβίκων μεταφέρθηκαν στὸ Αἰκατερίνενμπουργκ, ὅπου κρατήθηκαν ὑπὸ ἰδιαίτερα σκληρὲς συνθῆκες στὴν οἰκία Ἰπατίεφ. Παρὰ τὶς στερήσεις καὶ τὶς ταπεινώσεις, οἱ μαρτυρίες ὅσων τοὺς γνώρισαν περιγράφουν μία οἰκογένεια ποὺ δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν προσευχή, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη της στὸν Θεό. 

Ἡ νύκτα τῆς 17ης Ἰουλίου 1918 σφράγισε τὴν ἐπίγεια πορεία τους. Ὁ Νικόλαος, ἡ Ἀλεξάνδρα, τὰ πέντε παιδιά τους, ὁ ἰατρὸς Εὐγένιος Μπότκιν καὶ οἱ πιστοὶ ὑπηρέτες τους ὁδηγήθηκαν στὸ ὑπόγειο τῆς οἰκίας Ἰπατίεφ, ὅπου ἐκτελέστηκαν χωρὶς δίκη. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἑστιάζει στὴ βιαιότητα τῆς δολοφονίας τους, ἀλλὰ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο προσῆλθαν στὸν θάνατο. Δὲν ἀντέταξαν μῖσος οὔτε ἐπιδίωξαν ἐκδίκηση· ἀντίθετα, ὑπέμειναν τὴ δοκιμασία μὲ χριστιανικὴ καρτερία καὶ εἰρήνη ψυχῆς. 

Ἰδιαίτερη θέση στὴ ζωὴ τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας κατεῖχε ἡ προσευχή. Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ὑπῆρξε ἄνθρωπος βαθιᾶς πίστεως, ἐνῷ ὁ Ἅγιος Νικόλαος θεωροῦσε τὴν εὐθύνη τῆς διακυβέρνησης διακόνημα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἰκογένεια συμμετεῖχε συστηματικὰ στὴ θεία λατρεία, μελετοῦσε τις Ἀγίες Γραφὲς καὶ ἀντιμετώπιζε τὶς καθημερινὲς δυσκολίες μὲ πνεῦμα χριστιανικῆς ταπεινώσεως. Ἡ αἰχμαλωσία τους μεταβλήθηκε σὲ σχολεῖο προσευχῆς, συγχωρήσεως καὶ ὁλοκληρωτικῆς παραδόσεως στὸ θεῖο θέλημα. 

Τὸ παράδειγμά τους ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία καὶ γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Σὲ μία ἐποχὴ ὅπου κυριαρχοῦν ἡ σύγχυση, ἡ πόλωση καὶ ἡ ἀνασφάλεια, οἱ Ἅγιοι Βασιλοπαθοφόροι ὑπενθυμίζουν ὅτι ἡ πραγματικὴ νίκη τοῦ χριστιανοῦ δὲν βρίσκεται στὴν κοσμικὴ ἐπιτυχία οὔτε στὴ διατήρηση τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ στὴν πιστότητα πρὸς τὸν Χριστὸ μέχρι τέλους. Ἡ ἱστορία ἀπέδειξε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη δύναμη εἶναι πρόσκαιρη, ἐνῷ ἡ δύναμη τῆς πίστεως παραμένει ἀκατάλυτη. 

Ἀρχικά, ἡ ἁγιοκατάταξή τους πραγματοποιήθηκε τὸ 1981 ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς, ἐνῷ τὴν 15η Αὐγούστου 2000, ἀκολούθησε καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, τὸ ὁποῖο τοὺς κατέταξε στὸ ἁγιολόγιο ὡς Ἁγίους Βασιλοπαθοφόρους. 

Ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προχώρησε στὴν ἁγιοκατάταξη τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας Ρομάνοφ, ἀναγνωρίζοντας ὡς βασικὲς ἀρετές τους τὴν ταπείνωση, τὴν καρτερία καὶ τὴν πραότητα. Προβάλλει τὴν πνευματικὴ διάσταση τῆς ζωῆς τους καὶ καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ μιμηθοῦν τὴν ὑπομονή, τὴν ἀνεξικακία καὶ τὴν ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη τους στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωὴ καὶ τὸ τέλος τῶν Ἁγίων Βασιλοπαθοφόρων ἀποτελοῦν διαχρονικὴ μαρτυρία ὅτι ἡ ἁγιότητα μπορεῖ νὰ ἀναδειχθεῖ ἀκόμη καὶ μέσα στὶς πιὸ τραγικὲς ἱστορικὲς περιστάσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ μνήμη τους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἀνάμνηση ἑνὸς ἱστορικοῦ γεγονότος, ἀλλὰ ζωντανὴ ὑπενθύμιση ὅτι «ὁ Θὲὸς θαυμαστὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ», ἀναδεικνύοντας ὡς νικητὲς ἐκείνους ποὺ παρέμειναν πιστοὶ σὲ Αὐτὸν μέχρι τέλους. 

Ἡ Ἁγία Τσαρικὴ Οἰκογένεια τῶν Ρομανώφ, Νικολάου Β΄, Ἀλεξάνδρας, Ὄλγας, Τατιανῆς, Μαρίας, Ἀναστασίας καὶ Ἀλεξίου 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
1.Συλλογικό ἔργο, Ἅγιοι Βασιλομάρτυρες Ρομάνοφ: Ὅσα δὲν μπόρεσε νὰ κρύψει ἡ σιωπή, 2η ἀναθ. ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἄθως, 2021), 
2.Μητροπολίτης Τύχων (Σεβκούνωφ) 
«Προδομένος ἀπὸ ὅλους καὶ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ» (Betrayed by All and Blessed by God), http://www.orthochristian.com 
3. Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαὴλ Πολσκυ (Michael Polsky) 
 


 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι ιεροί Κανόνες και η θεανθρώπινη πίστη

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

  ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ  ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΙΣΤΗ

      Οι ιεροί Κανόνες είναι οι ιεροί φρουροί των αγίων δογμάτων, οι ιεροί φρουροί των θεανθρωπίνων αγιασμάτων της θεανθρώπινης ορθοδόξου πίστεως. Είναι απαραίτητο και υποχρεωτικό να υπάρχουν στη θεανθρώπινη οντότητα και στη ζωή της Εκκλησίας. Τούτο επιμαρτυρούν και διαβεβαιώνουν όλες οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι, όλοι οι Άγιοι Πατέρες.

     Ο 1ος Κανόνας της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι ο εξής: «Τοὺς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων καθ’ ἑκάστην Σύνοδον ἄχρι τοῦ νῦν ἐκτεθέντας Κανόνας κρατεῖν ἐδικαιώσαμεν(: Αποφασίσαμε να τηρούνται οι Κανόνες που θεσπίστηκαν σε κάθε Σύνοδο από τους Αγίους Πατέρες μέχρι σήμερα)»1. Μόνον έτσι μπορεί να διαφυλαχθεί αλώβητη η αληθινή, θεανθρώπινη και ορθόδοξη πίστη.

       Οι Άγιοι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου στον 1ο Κανόνα εντέλλονται: «Ὁρίζομεν ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον ὑπάρχειν τὴν παραδοθεῖσαν πίστιν ἡμῖν [...] Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν κατὰ τὰ προορισθέντα παντελῶς διεγνώκαμεν(:Ορίζουμε ότι η πίστη που μας παραδόθηκε πρέπει να παραμένει χωρίς καμία καινοτομία και χωρίς καμία αλλοίωση [...] Διότι εμείς έχουμε αποφασίσει οριστικά και κατηγορηματικά ούτε να προσθέσουμε κάτι, ούτε βέβαια να αφαιρέσουμε κάτι από όσα έχουν προκαθορισθεί)»2

Στον 2ο Κανόνα οι ίδιοι Πατέρες ορίζουν: «Ἐπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς Κανόνας τοὺς ὑπὸ τῶν Ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας ... [καὶ ὁρίζομεν] μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἢ ἀθετεῖν ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων (:Επικυρώνουμε δε ως έγκυρους και όλους τους υπόλοιπους ιερούς Κανόνες που θεσπίσθηκαν από τους Αγίους και μακαρίους Πατέρες μας ... [και ορίζουμε] να μην επιτρέπεται σε κανέναν να παραχαράσσει τους προαναφερθέντες Κανόνες ή να τους καταργεί ή να αποδέχεται άλλους Κανόνες εκτός από αυτούς που έχουν τεθεί και οι οποίοι άλλοι Κανόνες έχουν συνταχθεί ψευδεπιγράφως από ορισμένους, οι οποίοι επιχείρησαν να νοθεύσουν [ή: να εμπορευθούν δολίως] την αλήθεια)»3.

      Οι Άγιοι Πατέρες στον 21ο Κανόνα της ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου λέγουν: «Καὶ πάντα συνελόντως εἰπεῖν, τὰ παραδοθέντα ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ Ἀποστολικῶν Παραδόσεων, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ γίνεσθαι φυλαττόμενα(:Και, για να τα συνοψίσουμε όλα, να διαφυλάσσονται και να τηρούνται μέσα στην Εκκλησία όλα όσα έχουν παραδοθεί από τις θείες Γραφές και τις Αποστολικές Παραδόσεις)»4.

    Στην Α΄ Κανονική επιστολή του [oνομάζεται «Κανονική» επειδή περιέχει κανόνες και εκκλησιαστικές αποφάσεις που αργότερα αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία ως αυθεντικές κανονικές διατάξεις. Είναι μία από τις σημαντικότερες επιστολές του Μεγάλου Βασιλείου, η 188η, η οποία έχει ιδιαίτερο κανονικό κύρος στην Ορθόδοξη Εκκλησία] προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, ο Άγιος Βασίλειος αναφέρει: «Οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκέτι ἔχον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτοῖς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν(:Εκείνοι όμως που αποστάτησαν[:αποσχίσθηκαν, αποσκίρτησαν] από την Εκκλησία, δεν έχουν πλέον επάνω τους τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· διότι η μετάδοση [της χάρης] σταμάτησε, επειδή διακόπηκε η διαδοχή)»5.

      Οι άγιοι Πατέρες, στον 1ο Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, εντέλλονται: «ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν (:να καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με ανάθεμα κάθε αίρεση)»6. Ο 33ος Κανόνας της ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ορίζει: «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι(:Ότι δεν πρέπει να συμπροσεύχεται κανείς με αιρετικούς ή σχισματικούς)»7.

        Ο 45ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων εντέλλεται: «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω(:Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος, αν μόνο συμπροσευχήθηκε με αιρετικούς, να αφορίζεται [:να του απαγορεύεται η συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας για όσο διαρκεί ο αφορισμός]· αν όμως τους επέτρεψε να ενεργήσουν κάτι ως Κληρικοί [:να τελέσουν κάποια ιεροπραξία, αναγνωρίζοντάς τους έμπρακτα ως κληρικούς], να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»8. Ο 10ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω(:Εάν κάποιος συμπροσευχηθεί με αφορισμένο πρόσωπο [:με κάποιον που έχει αποκοπεί από την εκκλησιαστική κοινωνία], έστω και μέσα σε ιδιωτική οικία, να υποβάλλεται και ο ίδιος σε αφορισμό[: να τίθεται και ο ίδιος εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας]»9. Ο 46ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων έχει ως εξής: «Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους Βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν(:Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο που δέχτηκε ως έγκυρο το βάπτισμα ή την αναίμακτη θυσία [:τη θεία Ευχαριστία] αιρετικών, διατάσσουμε να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»10.

      Ο Μέγας Βασίλειος στην Πρώτη Κανονική Επιστολή του προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, λέγει: «Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν [βάπτισμα] παντελῶς ἀθετῆσαι· τὸ δὲ τῶν ἀποσχισάντων, ὡς ἔτι τῆς Ἐκκλησίας ὄντων, παραδέξασθαι (:Αποφασίσθηκε, λοιπόν, από τους αρχαίους Πατέρες να απορρίπτεται εντελώς ως άκυρο το βάπτισμα των αιρετικών, ενώ το βάπτισμα των αποσχισθέντων να γίνεται δεκτό, επειδή αυτοί εξακολουθούν να ανήκουν στην Εκκλησία)»11 [Στο συγκεκριμένο χωρίο του Μεγάλου Βασιλείου, οι «ἀποσχισθέντες» είναι οι σχισματικοί, δηλαδή όσοι έχουν απομακρυνθεί από την εκκλησιαστική κοινωνία όχι εξαιτίας διαφορετικού δόγματος (όπως οι αιρετικοί), αλλά για λόγους εκκλησιαστικής τάξεως, διοικήσεως ή πειθαρχίας.

    Ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος, στην Α΄ Κανονική Επιστολή προς τον Αμφιλόχιο, διακρίνει τρεις κατηγορίες: α) «Αἱρετικοί»: Όσοι έχουν αλλοιώσει την ίδια την πίστη και το δόγμα. β) «Σχισματικοί»: Όσοι έχουν χωριστεί από την Εκκλησία για εκκλησιαστικά ζητήματα, χωρίς να έχουν απαραίτητα αλλοιώσει το δόγμα. γ) «Παρασυναγωγαί»: αντικανονικές συναθροίσεις που δημιουργούνται από ανυπάκουους κληρικούς ή λαϊκούς].

    Η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, την θεανθρώπινη αγιότητα, την θεανθρώπινη ενότητα. Και επιπλέον από την θεανθρώπινη πίστη μας, την θεανθρώπινη αγάπη μας, τον θεανθρώπινο βίο μας, την θεανθρώπινη προσευχή μας, την θεανθρώπινη αρετή μας, την θεανθρώπινη χριστοποίηση μας. Με μία λέξη: η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό: «Τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)»[Κολ.3,11], «πάντες γὰρ εἷς…ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:Διότι όλοι γινόμαστε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή μας με τον Ιησού Χριστό)»[Γαλ.3,28]. «Ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα …τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται … καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων(:Γεννήθηκε πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος· διότι διαμέσου Αυτού δημιουργήθηκαν όλα, όσα δηλαδή υπάρχουν στους ουρανούς και όσα είναι πάνω στη γη˙ εκείνα που φαίνονται με τα σωματικά μας μάτια και εκείνα που δεν φαίνονται και είναι αόρατα…. Όλα γενικώς τα ουράνια τάγματα των αγγέλων διαμέσου Αυτού και γι’ Αυτόν έχουν δημιουργηθεί…. Και Αυτός, από τον Οποίο τα πάντα συγκρατούνται, είναι η κεφαλή του σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας… για να γίνει Αυτός και ως προς την ανθρώπινη φύση Του πρώτος σε όλα˙ πρώτος δηλαδή και στην Εκκλησία και στην Ανάσταση)»[Κολ. 1,16 και Κολ. 1,18]. Η Εκκλησία «ἐστί τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου(:είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου˙ συμπλήρωμα του Χριστού, ο οποίος ως Θεός γεμίζει τα πάντα ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες τους, και παρέχει σε κάθε δημιούργημά Του ό,τι του χρειάζεται)»[Εφ.1,23].

     Στην Εκκλησία του Χριστού, η οποία είναι το σώμα Του, όλα έχουν την δική τους θεανθρώπινη θέση, τα πάντα είναι θεανθρωπίνως εναρμονισμένα, θεανθρωπίνως οχυρωμένα και αλληλοπεριχωρούμενα. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας, διατηρεί την θεανθρώπινη καθολικότητα σε όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην πραγματικότητα, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι όλο το βάθος, όλο το ύψος και όλο το πλάτος της καθολικότητος. Είναι τα πάντα μέσα μας και τα πάντα σε ό,τι δικό μας, τα πάντα στην πίστη, στην αγάπη, σε κάθε αρετή μας, σε κάθε ιερό μυστήριό μας. Δι’ Αυτού και συν Αυτώ κάθε αρετή μας γίνεται θεανθρωπίνως καθολική, θεανθρωπίνως αποστολική και αγιοπατερική. Με τον Κύριο Ιησού Χριστό είμαστε όντα ουρανογήινα· παρότι βρισκόμαστε ακόμη στην γη, «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει (:η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς)»[Φιλιπ.3,20].

       Ό,τι μας ανήκει το καθολικοποιεί ο Χριστός με την θεανθρώπινη δύναμή Του. Στην Εκκλησία, στο σώμα του Χριστού ζούμε πάντοτε καθολικώς, «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[Εφεσ. 3,18]. Η κάθε ευχητική πνοή μας, Χάριτι Χριστού, μεταμορφώνεται σε καθολική πνοή, κάθε αρετή μας σε καθολική, θεανθρώπινη αρετή· ό,τι μάς ανήκει, στο θεανθρώπινο, καθολικό σώμα της Εκκλησίας μεταμορφώνεται σε αποστολικό-αγιοπατερικό βίο. Τα πάντα, με την βοήθεια των ζωοποιών θεανθρωπίνων δυνάμεων, ενχριστώνονται και χριστοποιούνται, θεανθρωπίζονται και θεοποιούνται. Στην Εκκλησία, ο κάθε Χριστιανός γίνεται θεανθρώπινο καθολικό ον· γίνεται κεχαριτωμένος παν-άνθρωπος, θεανθρώπινος παν-άνθρωπος. Με άλλα λόγια, γίνεται κατά Χάριν Θεάνθρωπος. Στο θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, ολόκληρη η κτίση βιώνεται σε όλες τις θεανθρώπινες διαστάσεις της. Και σε όλη αυτήν την καθολική πραγματικότητα περί θεανθρωποποιήσεως βιώνεται η ευ-αγγελία, ο ευαγγελικός παν -ευαγγελισμός: ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο πρώτος και ο έσχατος, ο Παντοκράτωρ»[ πρβ. Αποκ.1,8: «Ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ(: ‘’Εγώ είμαι το Α και το Ω, η αρχή που δημιούργησε τα πάντα, και το τέλος στο οποίο θα καταλήξουν όλα, έχοντας Εμένα ως ύψιστο σκοπό τους’’, λέει ο Κύριος και Θεός. Εγώ υπάρχω από μόνος Μου χωρίς να Με έχει δημιουργήσει άλλος, υπήρχα προαιώνια και θα υπάρχω διαρκώς και στο μέλλον, ο Θεός ο παντοκράτωρ)»· επίσης πρβ Αποκ. 1, 17· Αποκ. 21,6·  Αποκ. 22,13].

    Με Αυτόν, τον Θεάνθρωπο «Παντοκράτορα», εντός και δια της Εκκλησίας, πραγματοποιείται η θεανθρώπινη καθολικότητά της. Πραγματοποιείται με τις δυνάμεις της Ιεράς Παραδόσεως, τις αποστολικο- αγιοπατερικές δυνάμεις, πρωτίστως, όμως, μέσω της θαυμαστότερης και τελειότερης Προσωπικότητος αυτού του πλανήτη, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού. Εξ αυτού και η σωτηριώδης συμβουλή του αγίου Αποστόλου: «Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν (:Έχοντας, λοιπόν, κι εμείς τριγύρω μας ένα τόσο μεγάλο και πυκνό σύννεφο αγίων ανθρώπων που μαρτύρησαν για την αλήθεια της πίστεως, ας πετάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο βιοτικών πραγμάτων και φροντίδων, επιπλέον μάλιστα και την αμαρτία, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται. Κι ας τρέχουμε με υπομονή τον αγώνα που προβάλλει μπροστά μας. Και πουθενά αλλού ας μην στρέφουμε τα βλέμματά μας και την προσοχή μας παρά μόνο στον Ιησού, που είναι ο αρχηγός και θεμελιωτής της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σ’ αυτήν. Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε τη ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)»[ Εβρ. 12,1-2].Και έτσι πραγμάτωσε την θεανθρώπινη καθολικότητα όλων των θεανθρωπίνων ευαγγελισμών και όλων των θεανθρωπίνων πραγματικοτήτων του σώματός Του, της Εκκλησίας.

     Ο Θεάνθρωπος είναι εκείνη η πανίσχυρη και παν-τελεία δύναμη η οποία ενοποιεί ολόκληρη την κτίση και τον Κτίσαντα διά του σώματός Του, δια της Εκκλησίας. Επιπλέον, Εκείνος, με τον ίδιο τρόπο, ενοποιεί και όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην ουσία, η τελειότερη καθολικότητα στον ανθρώπινο κόσμο μας έχει πραγματοποιηθεί ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, στο θεανθρώπινο σώμα Του, στην Εκκλησία. Και η ψυχή αυτής της καθολικότητος είναι η ιερά Παράδοση, η αποστολική και αγιοπατερική Παράδοση. Ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ συγκεφαλαιώνεται ολόκληρη η κτίση και, συνεκδοχικά, ολόκληρο το μυστήριο της κτίσεως, όπως και ολόκληρο το μυστήριο του Θεού. Αναμφιβόλως, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος δια του Θεανθρώπου, αλλά και ο Θεός είναι Θεός δια του Θεανθρώπου. Έτσι, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ βρίσκουμε την μοναδική πραγματική ανθρωποδικία, όπως και την μοναδική πραγματική θεοδικία. Εν Αυτώ, και μόνον ἐν Αὐτῷ, βρίσκεται ο τέλειος Θεός και ο τέλειος άνθρωπος. Εκτός Αυτού, του Θεανθρώπου, δεν υπάρχει ούτε αληθινός Θεός, ούτε αληθινός άνθρωπος.

----------------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.  1.   Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδόσεις «Αστήρ», Αθήναι, 1957, σελίδα 185

2.   2.  ό. π. σελίδες 217-218

3.    3. ό. π. σελίδα 220

4.    4.  ό. π. σελίδα 405

5.    5.  ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον, 188, 1, PG 32, 668C-669A.

6.    6.  Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1957, σ. 155

7.    7.  ό. π. σελίδα 433

8.    8.  ό. π. σελίδα 50

9.    9.  ό. π. σελίδα 13

1     10.  ό. π. σελίδα 51

11  11.ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον 188, 1, PG 32, 665BC-668A

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 308-312.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.