Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2026

 

Ιταλία - Υπεγράφη στο Μπάρι το πρώτο Οικουμενιστικό Σύμφωνο για μια                                      κοινή πορεία μαρτυρίας.

Υπεγράφη στο Μπάρι το πρώτο Οικουμενικό Σύμφωνο μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών στην Ιταλία. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης, κ.κ. Πολύκαρπος, ήταν ο δεύτερος μεταξύ των 18 υπογραφόντων...

Στις 23 Ιανουαρίου 2026, στον καθεδρικό ναό του Μπάρι, με την ευκαιρία του πρώτου Συμποσίου των Χριστιανικών Εκκλησιών, υπεγράφη με κάθε επισημότητα ένα ιστορικό κείμενο: το πρώτο εθνικό Οικουμενικό Σύμφωνο μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών που βρίσκονται στην Ιταλία.

Το κείμενο, με τίτλο «Σύμφωνο για μια κοινή πορεία μαρτυρίας», αποτελείται από έξι άρθρα και αντιπροσωπεύει ένα θεμελιώδη σταθμό για την αποκαλούμενη «ιταλική οδό διαλόγου».

Μεταξύ των υπογραφόντων συγκαταλέγονται:

1. Ο καρδινάλιος Ματτέο Μαρία Τσούππι, αρχιεπίσκοπος της Μπολόνια και πρόεδρος της Ιταλικής Επισκοπικής Συνόδου (CEI),

2. Ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος για τη Σεβασμία Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως),

3. Ο Μητροπολίτης Σιλουανός για την Ορθόδοξη Ρουμανική Επισκοπή,

4. Ο Ντανιέλε Γκαρρόνε, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ευαγγελικών Εκκλησιών στην Ιταλία,

5. Εκπρόσωποι της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξης Βουλγαρικής Εκκλησίας, της Βαλδεσιανής Εκκλησίας, της Ευαγγελικής Βαπτιστικής Χριστιανικής Ένωσης, καθώς και ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ιταλία.

Συνολικά: 18 υπογραφές, οι οποίες μαρτυρούν ευρεία οικουμενική συμμετοχή.

________________________________________

Περιεχόμενα και πνεύμα του Συμφώνου

Οι Εκκλησίες που υπέγραψαν υπογραμμίζουν ότι η σημασία του Συμφώνου δεν έγκειται σε μια απλή τυπική πράξη, αλλά αναδύεται από μία κοινή, ώριμη και βαθιά πορεία, που έχει τραφεί από τη συνάντηση, τον διάλογο και τη διάκριση, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Παρουσιάζονται ενωμένες ως υπεύθυνοι φορείς στην ιταλική κοινωνία, δεσμευόμενες:

1. για το κοινό καλό,

2. για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη,

3. για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου,

4. για τη θρησκευτική ελευθερία,

5. για τη φροντίδα της δημιουργίας (του περιβάλλοντος).

Σε μια εκκοσμικευμένη και πλουραλιστική κοινωνία, το Σύμφωνο επιδιώκει να προσφέρει μια ορατή, αξιόπιστη χριστιανική μαρτυρία, σε διάλογο με το Κράτος και με σεβασμό προς τη λαϊκότητα.

________________________________________

Κοινές προκλήσεις και χριστιανική κλήση

Οι Εκκλησίες αναγνωρίζουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν την κοινή δημόσια μαρτυρία:

η κοινή αντιμετώπιση ευαίσθητων θεμάτων όπως η ειρήνη, οι μεταναστεύσεις, οι θρησκευτικές διακρίσεις και η σχέση θρησκείας-πολιτικής, εκθέτει σε κριτικές και παρεξηγήσεις.

Ωστόσο, η παραίτηση από αυτή τη διάσταση θα σήμαινε προδοσία της χριστιανικής κλήσεως.

Για τον λόγο αυτό, δεσμεύονται:

• να προωθούν το Ευαγγέλιο μέσα στην εκκοσμικευμένη κοινωνία,

• να ενισχύουν την ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας,

• να προάγουν την ισοτιμία κάθε ομολογίας και θρησκείας έναντι του Κράτους,

• να καλλιεργούν τον κριτικό και εποικοδομητικό διάλογο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας, λαϊκότητας και πολιτικής.

________________________________________


ΤΑ ΕΞΙ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ

1. Ενότητα και συμφιλίωση

Οι διαιρέσεις μεταξύ των Εκκλησιών αναγνωρίζονται ως πληγές στο Σώμα του Χριστού και σημεία της αμαρτίας.

Γίνεται επίκληση της χάριτος για συγχώρηση και αμοιβαία συμφιλίωση.

2. Επιλογή του διαλόγου ακόμη και στις συγκρούσεις

Ο διάλογος αποτελεί οδό που πρέπει να ακολουθείται με σταθερότητα, ακόμη και μπροστά σε διαφωνίες ή πιέσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν ρήξεις.

3. Κοινές δράσεις για δικαιοσύνη και αλληλεγγύη

Οι Εκκλησίες δεσμεύονται να συνεργάζονται για:

• την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, πλασμένου κατ’ εικόνα Θεού,

• την προώθηση της ειρήνης μεταξύ λαών, πολιτισμών και θρησκειών,

• τη φιλοξενία των φτωχών, των μεταναστών και των περιθωριοποιημένων,

• τη φροντίδα της δημιουργίας,

• την καταπολέμηση του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας και κάθε μορφής θρησκευτικής διάκρισης.

4. Ενιαία και δημόσια μαρτυρία

Μόνον μία συντονισμένη μαρτυρία εντός της ποικιλομορφίας μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη έκφραση της αγάπης του Χριστού.

Οι Εκκλησίες δεσμεύονται να συμμετέχουν σε δημόσιες παρεμβάσεις με σεβασμό προς τη λαϊκότητα και σε διάλογο με την κοινωνία.

5. Σταθερός αδελφικός διάλογος

Προβλέπονται τακτικές συναντήσεις προσευχής, διάκρισης και συγκεκριμένης συνεργασίας.

Κάθε Εκκλησία θα προωθήσει πρωτοβουλίες για την αμοιβαία γνωριμία και εκτίμηση μεταξύ των πιστών των διαφόρων ομολογιών.

6. Τελική επίκληση

Το Σύμφωνο παραδίδεται στο έλεος του Θεού, ώστε να το ευλογήσει και να το καταστήσει καρποφόρο.

Επικαλείται το Άγιο Πνεύμα για την ανακαίνιση των καρδιών και την πορεία προς την πλήρη ενότητα:

«ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ιω. 17,21).

________________________________________

Προς μία πλήρη κοινωνία

Στην παρέμβασή του, ο καρδινάλιος Τζούπι υπογράμμισε:

«Δεν πρόκειται για έναν κανονισμό συγκατοίκησης, αλλά για την πλήρη κοινωνία: μόνο αυτή είναι ενότητα».

Επεσήμανε επίσης ότι μια σοβαρή οικουμενική πορεία μπορεί να καταστεί ζύμη κοινωνικής συνοχής και ειρήνης.

Τέλος, οι Εκκλησίες δεσμεύονται να καταρτίζουν ετήσιο πρόγραμμα εργασίας, με τη συμμετοχή όλων των τοπικών κοινοτήτων.

Το Σύμφωνο αυτό αντιπροσωπεύει ένα ιστορικό γεγονός άνευ προηγουμένου και θέτει τα θεμέλια για ένα μέλλον συνεργασίας, σεβασμού και κοινής χριστιανικής μαρτυρίας στο πλαίσιο της σύγχρονης ιταλικής κοινωνίας.

Fonte: Vatican News Video: Tele Dehon

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ


«ΩΣ Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ ΗΛΘΟΝ ΚΑΓΩ ΟΙΚΤΙΡΜΩΝ»
(θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Ασώτου)
      Οι άγιοι Πατέρες όρισαν τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου να είναι αφιερωμένη στην καταπληκτική και διδακτική παραβολή του ασώτου υιού (Λουκ.15,13-32). Σκοπός τους ήταν να τονισθεί στους πιστούς η απύθμενη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο και το πλούσιο έλεος της συγχώρεσης, που δίνει στους μετανοούντες ανθρώπους. Να διδάξει, σε όσους είναι απελπισμένοι, ότι ο Θεός παραμένει με ανοιχτές αγκάλες να δεχτεί τον κάθε μετανοημένο αμαρτωλό, όσο αμαρτωλός και αν είναι. 
    Αν η προηγούμενη Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου είναι αφιερωμένη στη στηλίτευση της παθολογικής εγωιστικής αυτάρκειας και την κατάδειξη των δεινών συνεπειών της, η δεύτερη Κυριακή είναι αφιερωμένη στην ταπείνωση, τη μετάνοια και στα ευλογημένα παρεπόμενά της. Αν η καταραμένη εγωπάθεια κλείνει ερμητικά την πόρτα της σωτηρίας, η μετάνοια την ανοίγει διάπλατα και ενώνει ξανά τον άνθρωπο με το Θεό.  
     Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: Υπήρχε κάποιος πατέρας που είχε δυο γιους. Ο δεύτερος, κάποια στιγμή, ζήτησε το μερίδιο της κληρονομιάς του και έφυγε σε μακρινές χώρες, όπου σπατάλησε την περιουσία του σε ασωτίες. Τα χρήματα κάποτε τελείωσαν και στην περιοχή έπεσε μέγας λιμός. Αναγκάστηκε να γίνει χοιροβοσκός και να προσπαθεί να χορτάσει από τις βρωμερές και ευτελείς τροφές των χοίρων. Μέσα στη δίνη του θυμήθηκε την αρχοντική ζωή στο πατρικό σπίτι. Θυμήθηκε πως ακόμα και οι δούλοι του πατέρα του ζούσαν ασύγκριτα καλλίτερη ζωή από τη δική του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση να γυρίσει στο σπίτι του και να ζητήσει από τον πατέρα του να τον συγχωρήσει και να τον προσλάβει ως δούλο του. Όμως ο στοργικός πατέρας του τον δέχτηκε ως γιο του και τον περιποιήθηκε δεόντως, παρά τις διαμαρτυρίες του μεγάλου γιου του, διότι «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη» (Λουκ.15,32).
     Κάποιοι υποστηρίζουν δικαιολογημένα πως και αν ακόμη είχε χαθεί ολόκληρο το Ευαγγέλιο και είχε σωθεί μόνο αυτή παραβολή, θα μπορούσε αυτή να αποτελέσει κείμενο ελπίδας και σωτηρίας για το ανθρώπινο γένος. Σε καμιά θρησκεία του κόσμου δε παρουσιάζεται ο Θεός τόσο συμπονετικός, ως στοργικός άνθρωπος πατέρας. Αντίθετα πρεσβεύουν αλλόκοτους μοχθηρούς «θεούς», οι οποίοι μισούν τους ανθρώπους. Στην αρχαιοελληνική θρησκευτική παράδοση οι «θεοί» ζήλευαν και μισούσαν θανάσιμα τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να κάνουν ασταμάτητα θυσίες και άλλες τελετουργίες για τον εξευμενισμό τους. Ως και ανθρωποθυσίες έκαναν οι αρχαίοι προκειμένου να τους κατευνάσουν την μήνη και γλυτώσουν από την αναίτια τιμωρία των ψευδοθεών τους. Αλλά και οι Εβραίοι δεν είχαν καλλίτερη αντίληψη για το Θεό. Απομακρυσμένοι από το κήρυγμα των προφητών, φαντάζονταν το Θεό φοβερό και απόκοσμο τιμωρό, ο Οποίος υπάρχει για να κατασκοπεύει τους ανθρώπους, παρ’ όλο που Θεός τους διευκρίνισε πως «ως απέχει ο ουρανός από της γης, ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών, και τα διανοήματα υμών από της διανοίας μου» (Ησ.55,9). Τους ειδοποιούσε, μέσω των αγίων προφητών ότι έχουν απόλυτα λανθασμένη άποψη για Εκείνον.
       Ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Οποίος έφερε την αλήθεια και το φως στον κόσμο, αφού «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ιωάν.1,18), φανέρωσε στους ανθρώπους και την αληθινή σχέση του Θεού με τα πλάσματά Του. Αποκαλύπτοντας τον αληθινό Τριαδικό Θεό (Α΄ Ιωάν.2,23), αποκάλυψε και τον τρόπο υπάρξεώς Του, πως «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν.4,16), που σημαίνει ότι ο τρόπος υπάρξεως των Θείων Προσώπων είναι αγαπητικός. Η αγάπη του Θεού εκτείνεται και προς τα πλάσματά Του. Η στάση του Θεού προς αυτά είναι ομοίως αγαπητική, η οποία εκδηλώνεται ως άκτιστη ενέργεια. 
        Κύριος αποδέκτης της αγάπης του Θεού είναι ο άνθρωπος, το κορυφαίο δημιούργημά Του, η εικόνα Του (Γεν.1,26). Αγαπά τον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα σέβεται απόλυτα την ελευθερία και τις επιλογές του, ως πρωταρχικό στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας. Πνίγει μέσα στα φιλάνθρωπα σπλάχνα Του τον πόνο Του για την αποστασία του καθενός και περιμένει καρτερικά την επιστροφή του. Μόλις αυτή υπάρξει σβήνει με μια μονοκονδυλιά όλες τις άνομες πράξεις του και τον αποκαθιστά στην πρότερη θέση του.
      Μετάνοια σημαίνει κατά γράμμα μεταστροφή, αλλαγή νου. Στην ουσία σημαίνει την οντολογική μετάλλαξη του ανθρώπου από την κατάσταση της εγωπαθούς αυτάρκειας στην κατάσταση της συναίσθησης της αμαρτωλότητας. Είναι η μετάβαση στο πνεύμα της ταπείνωσης και της συντριβής μπροστά στον απόλυτα αγαθό Θεό, του Οποίου το φως φανερώνει άπλετα το σκοτεινό μας εαυτό. Η συνειδητοποίηση της πτωτικής μας καταστάσεως, της επώδυνης τραυματικής εμπειρίας μας και της απουσίας διαύλων της χάριτος του Θεού στον εαυτό μας είναι το πρώτο βήμα για την οντολογική μας αποκατάσταση. Έπεται η υλοποίηση της μεγάλης μας απόφασης για την έμπρακτη αλλαγή της νοοτροπίας μας και τη διόρθωση της πορείας μας προς το Θεό.
     Η μετάνοια απαιτεί ιδιαίτερο ηρωισμό και αγωνιστική διάθεση, όπως αποτυπώνεται θαυμάσια στην ευαγγελική περικοπή του ασώτου υιού. Όπως όλα τα αγαθά, έτσι και η σωτηρία μας, είναι αποτέλεσμα ηρωισμού, ασυμβίβαστης αυταπάρνησης και σκληρού αγώνα. Ο αντίδικος διάβολος επιτίθεται «ως λέων ωρυόμενος» (Α΄Πετρ.5,8) κατά του ανθρώπου, τον πολεμά με λύσσα και δεν τον αφήνει να έρθει «εις εαυτόν». Του βάζει άπειρα εμπόδια, για να του εκριζώσει κάθε διάθεση μετάνοιας. Το χειρότερο και πλέον αποτελεσματικό εμπόδιο, που του βάζει, είναι η απελπισία. Βάζει στο μυαλό του αμαρτωλού απαισιόδοξες σκέψεις και ιδέες, ότι δήθεν ο Θεός τον μισεί και δεν θα τον συγχωρήσει για την αμαρτωλότητά του, κρατώντας τον δέσμιο της αμαρτίας και του κακού. Όμως ο αμαρτωλός, το πρώτο πράγμα που έχει να σκεφτεί, είναι ότι ο Θεός ποτέ δεν έπαψε να τον αγαπά και τον προσμένει εναγωνίως να επιστρέψει στις στοργικές του αγκάλες. Να στηρίξει τις ελπίδες του στο απύθμενο θείο έλεος, το οποίο μπορεί να σβήσει ακόμα και το μεγαλύτερο κρίμα. Ο Κύριος μας διαβεβαίωνε πως «χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενι αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ.15,7), που σημαίνει πως ο φιλάνθρωπος Θεός και Πατέρας μας, μαζί με όλο τον ουράνιο πνευματικό κόσμο, περιμένουν τη μετάνοιά μας, για να πανηγυρίσουν! Ακόμη εγκωμιάζονται οι μετανοούντες ως «μακάριοι, ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων απεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι. Μακάριος ανήρ, ω ου μη λογίζεται Κύριος αμαρτίαν» (Ψλμ.31,1-2). Τόσο σπουδαία υπόθεση είναι για τον αμαρτωλό άνθρωπο η μετάνοια, την οποία ζητά ο διάβολος να ματαιώσει!                 
      Ένα θαυμάσιο τροπάριο της ημέρας εκφράζει απόλυτα τα υψηλά νοήματα της παραβολής του ασώτου, ως εξής: «Της πατρικής δωρεάς διασκορπήσας τον πλούτον, αλόγοις συνεβοσκόμην ο τάλας κτήνεσι, και τοις αυτών ορεγόμενος τροφής, ελίμωττον μη χορταζόμενος΄ άλλ’ υποστρέψας προς τον εύσπλαχνον Πατέρα, κραυγάζω συν δάκρυσι΄ Δέξαι με ως μισθίον, προσπίπτοντα τη φιλανθρωπία Σου, και σώσον με». Ο καθένας μας είναι και ένας άσωτος μπροστά στα μάτια του Θεού, που σπαταλήσαμε, σαν τον άσωτο της παραβολής, τον πνευματικό πλούτο του ουράνιου Πατέρα μας. Μακριά από Αυτόν υποβιβαστήκαμε στην κατηγορία των κτηνών. Αφήσαμε τις πολυτελείς πνευματικές τροφές του βασιλικού τραπεζιού και συρόμαστε στα βρωμερά και δυσώδη αποφάγια του κόσμου, τα οποία μοιάζουν με τις τροφές των κτηνών, χωρίς και αυτές να μπορούν να μας χορτάσουν.
      Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο φανερώνει περίτρανα την εκτροπή μας σε αλλότριους και επικίνδυνους δρόμους απώλειας, είναι και η συνήθεια κάποιων συγχρόνων μας την Κυριακή του Ασώτου να την «εορτάζουν»! Να «εορτάζουν» την ασωτία τους και να τη «γλεντάνε»! Να διαλαλούν με καμάρι και κομπασμό ότι είναι άσωτοι. Να γυρίζουν στις ταβέρνες και σε άλλους τόπους διασκέδασης και να ασωτεύουν, τιμώντας τον Άσωτο της παραβολής, για την ασωτία του και όχι για τη μετάνοιά του, την οποία τιμάμε εμείς οι πιστοί αυτή την ημέρα! Απόλυτος παραλογισμός και υποδούλωση στην αμαρτία!    
      Όμως η Αγία μας Εκκλησία, αυτή την ευλογημένη περίοδο, μας καλεί να έρθουμε «εις εαυτόν». Να συνειδητοποιήσουμε τη δεινή μας κατάσταση και να σταματήσουμε τον κατηφορικό δρόμο, που οδηγεί στην απώλεια. Να αναλογιστούμε την βασιλική μας καταγωγή, ότι είμαστε τα παιδιά του υπέρτατου Βασιλέα Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας Του. Να κατανοήσουμε ότι ο Θεός Πατέρας μας είναι στοργικός και μας περιμένει να κάνουμε την εμφάνισή μας για να τρέξει να μας προϋπαντήσει. Να μας βγάλει τα βρωμερά κουρέλια της αμαρτίας και της φθοράς από πάνω μας, διότι έτσι καταντήσαμε τη λαμπρή στολή της ψυχής μας, και να μας ντύσει και πάλι τα ενδύματα της λαμπρότητας. Να μας βάλει στο χέρι το πολύτιμο δακτυλίδι των αρραβώνων μας με την αιώνια ζωή. Να μας παραθέσει το πλούσιο τραπέζι της χρηστότητάς Του, προκειμένου να εορτάσουμε όλοι μαζί το γυρισμό μας στον πατρικό μας σπίτι, ότι νεκροί ήμασταν και ξαναζήσαμε, χαμένοι ήμασταν και βρεθήκαμε!     


 

ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 8η Φεβρουαρίου 2026

    Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, είναι η Κυριακή του ασώτου, επειδή ακριβώς η Εκκλησία μας αναγινώσκει την ημέρα αυτή την γνωστή σε όλους μας παραβολή του ασώτου. 

Η παραβολή αυτή, μπορούμε να πούμε ότι είναι συνέχεια της προηγουμένης, της παραβολής του Τελώνου και του Φαρισαίου, που ακούσαμε την προηγούμενη Κυριακή, διότι σ’ εκείνη μεν η Εκκλησία μας εισάγει στην συντριβή της καρδιάς και την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, που είχε ο τελώνης, ως δύο απαραίτητα γνωρίσματα της αληθινής μετάνοιας, ενώ στη σημερινή μας παρουσιάζει την δύναμη της μετανοίας και το μέγεθος της ευσπλαγχνίας του Δεσπότου Χριστού. Αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την τραγωδία του κάθε ανθρώπου, που απομακρύνεται από τον Θεό και παραδίδεται στα πάθη και στις επιθυμίες του. Κορυφαίοι ερμηνευτές της Εκκλησίας μας παρατηρούν ότι πουθενά, σε καμιά άλλη παραβολή δεν παρουσιάζεται με τόση ένταση η κατάντια της αμαρτίας. Αλλά και σε καμιά άλλη δεν αποκαλύπτεται τόσο παραστατικά το μεγαλείο της άπειρης αγάπης του Θεού, ο Οποίος συγχωρεί τον αμαρτωλό, όσο πολλές και μεγάλες και αν είναι οι αμαρτίες του, αρκεί να μετανοήσει ειλικρινά και να επιστρέψει στον ουράνιο πατέρα.

    Στη διήγηση της παραβολής περιγράφονται με τον πιο γλαφυρό και παραστατικό τρόπο όλα τα γνωρίσματα της αληθινής μετανοίας. Ας τα δούμε με πολλή συντομία. Ο νεώτερος υιός, αφού έφυγε από το σπίτι και δαπάνησε όλη την πατρικη περιουσία, γλεντώντας και διασκεδάζοντας, έφθασε σε ένα τραγικό κατάντημα. Πεινάει, βόσκει γουρούνια, νοιώθει ότι χάνεται, προσπαθεί να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που τρώγανε τα γουρούνια, βρωμάει ολόκληρος, μοιάζει με ένα ζωντανό νεκρό. Αυτό είναι το τίμημα της αμαρτίας. Εκεί μας καταντάει η ζωή της ασωτίας. Ο άσωτος νόμισε ότι φεύγοντας από το σπίτι του πατέρα, θα απελευθερωθεί, θα γλεντήσει τη ζωή του, θα βρεί το νόημα της ζωής. Τελικά όμως έγινε δούλος, ένα ερείπιο σωματικό και ψυχικό, έχασε τον εαυτό του, νεκρώθηκε.

    Όμως κάποια στιγμή ήρθε στα καλά του. Όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής: «εις εαυτόν δε ελθών είπε, πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι».  Μέχρι τότε ζούσε σε κατάσταση τρέλας και παραφροσύνης. Δεν ήξερε ούτε τι έλεγε, ούτε τι έπραττε, διότι τέτοια είναι η φύση της αμαρτίας. Σκοτίζει την ψυχή, ενώ παράλληλα την αιχμαλωτίζει στην πρόσκαιρη απόλαυση των ηδονών. Όταν ο άσωτος έφθασε σε έσχατο βάθος κακών, τότε θυμήθηκε πόσο ευχάριστα ζούσε στο σπίτι του πατέρα του, χωρίς να του λείπει τίποτε, ενώ τώρα κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα. Άρχισε να συναισθάνεται το κατάντημά του, αυτή δε η συναίσθηση, μπορούμε να πούμε, ότι είναι το πρώτο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Και τούτο διότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να μετανοήσει αληθινά, αν προηγουμένως δεν συναισθανθεί την αμαρτωλότητά του, δεν νοιώσει το κατάντημά του. Εν όσω ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση πωρώσεως και αναισθησίας, εν όσω δηλαδή δικαιώνει τον εαυτό του, είναι αδύνατον να μετανοήσει. Και αν κάποιος του πεί: Πήγαινε να εξομολογηθείς, απαντάει: Γιατί να εξομολογηθώ, αφού δεν έχω αμαρτίες;

    Ο άσωτος καθώς συναισθάνεται το βάθος των κακών, στο οποίο έφθασε, είχε δύο επιλογές μπροστά του: Είτε να ταπεινωθεί και να επιστρέψει στον πατέρα του, είτε να βυθιστεί στην απόγνωση, μη μπορώντας να πιστεύσει ότι ο πατέρας θα τον συγχωρούσε. Εδώ και πάλι θα πρέπει να τονίσουμε, πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος της απογνώσεως. Ο διάβολος, ο οποίος συνεχώς εργάζεται την καταστροφή μας, εκείνη την ώρα βάζει μέσα στο νου μας λογισμούς απελπισίας. Μας λέει: Τώρα εσύ έφθασες σε μεγάλο βάθος κακών. Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία. Δεν πρόκειται να σε συγχωρήσει ο Θεός. Είναι όμως έτσι; Η ίδια η παραβολή μας διδάσκει, ότι ο Θεός μας δέχεται και μας συγχωρεί, όσο πολλές και όσο μεγάλες και αν είναι οι αμαρτίες μας, αρκεί να μετανοήσουμε ειλικρινά. Η ευσπλαχνία του Θεού είναι άπειρη και δεν υπάρχει αμαρτία που να υπερβαίνει την αγάπη του Θεού.    

    Στη συνέχεια ο άσωτος παίρνει την μεγάλη απόφαση. Είπε: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω, πατέρα μου, αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν σου. Θυμήθηκε ο άσωτος ότι έχει έναν ευσπλαγχνικό πατέρα, που τον αγαπάει και ότι εάν επιστρέψει, δεν θα τον διώξει, αλλά και πάλι θα τον δεχθεί, έστω και σαν μισθωτό και όχι σαν υιό του. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει, αλλά παράλληλα και να ομολογήσει την ενοχή του. Αυτή δε η απόφαση της επιστροφής, μπορούμε να πούμε, είναι το δεύτερο μεγάλο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Ο άσωτος δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί, ούτε να αυτοδικαιωθεί. Δεν προσπαθεί να καλύψει την ενοχή του και να αρχίσει να φέρνει επιχειρήματα, ότι τάχα φταίει το ένα, ή ότι φταίει το άλλο. Να πει για παράδειγμα: Πατέρα, μπορεί και εγώ σαν άνθρωπος να έκανα κάποια λαθάκια στη ζωή μου. Τι να κάνουμε, όλοι μας κάνουμε λάθη. Έλα τώρα να ξεχάσουμε τα παλιά και ό,τι έγινε, έγινε! Ο άσωτος δεν μιλάει έτσι, δεν μιλάει με θράσος και αυθάδεια, αλλά είναι βαθιά - βαθιά συντετριμμένος. Ρίχνει όλο το βάρος της ενοχής επάνω του. Αυτή δε ομολογία της ενοχής είναι το τρίτο μεγάλο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Το λέμε αυτό, διότι και εμείς σε πάμπολλες περιπτώσεις, όταν πάμε να εξομολογηθούμε στον πνευματικό, προσπαθούμε με χίλιους δυό τρόπους να καλύψουμε τις αμαρτίες μας και να ρίξουμε την ενοχή μας σε άλλους. 

    Ο άσωτος αφού πήρε πλέον την απόφαση της επιστροφής, την έβαλε σε πράξη. Διότι όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής παρακάτω: «και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Δεν έμεινε μόνο στις καλές σκέψεις και στις καλές αποφάσεις. Όταν οι καλές σκέψεις δεν γίνονται πράξεις, δεν έχουν καμιά αξία ενώπιον του Θεού. Μ’ άλλα λόγια ο Θεός ζητάει από μας την έμπρακτη μετάνοια και όχι την μετάνοια που εκφράζεται μόνο με λόγια. Αυτή δε η έμπρακτη μετάνοια είναι ένα ακόμη μεγάλο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Μια μετάνοια που περιορίζεται μόνο σε λόγια δεν μπορεί να είναι αληθινή. Είναι ψεύτική και υποκριτική. Πολλοί χριστιανοί σήμερα, καθώς συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους, έρχονται βέβαια στην εξομολόγηση και ομολογούν τα σφάλματά τους, αλλά δεν αγωνίζονται στη συνέχεια να αλλάξουν ζωή και να αποβάλουν τα πάθη τους. Βλέπετε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο άσωτος αφού γύρισε στο σπίτι του πατέρα, γύρισε πλέον οριστικά και αμετάκλητα, χωρίς να παλινδρομήσει και πάλι πίσω την προηγούμενη άσωτη ζωή του. Το πάθημα του έγινε μάθημα.

    Αντίθετα εμείς θέλουμε να σωθούμε χωρίς κόπους και χωρίς αγώνα πνευματικό, ερωτοτροπώντας μάλιστα με την αμαρτία. Προσπαθούμε να συνδυάσουμε την κοσμική ζωή με τη ζωή της μετανοίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η όλη σχέση μας με τον Θεό γίνεται επιφανειακή, περιορίζεται σε μερικούς θρησκευτικούς τύπους, αλλά δεν αγγίζει το βάθος της καρδιάς μας. Κάνουμε κάποιες καλές πράξεις, τηρούμε κάποια θρησκευτικά καθήκοντα, ίσα - ίσα για να νομίζουμε ότι είμαστε καλοί χριστιανοί, ενώ κατά βάθος η καρδιά μας είναι προσκολλημένη σε άλλα πράγματα του παρόντος κόσμου και όχι στον Χριστό.

    Στη συνέχεια βλέπουμε το υπέροχο μεγαλείο της αγάπης και της ευσπλαγχνίας του Θεού Πατέρα, ο οποίος μόλις είδε το παραστρατημένο παιδί του να επιστρέφει συντετριμμένος με ειλικρινή μετάνοια, τρέχει και το σφίγγει στην αγκαλιά του. Δεν σιχαίνεται τις ακαθαρσίες που έχει πάνω του. Δεν το επιπλήττει, δεν το ελέγχει, αλλά σκύβει και το φιλάει. Και όχι μόνο το συγχωρεί, αλλά και το αποκαθιστά στη θέση του υιού, πράγμα που δείχνει το μέγεθος της αγάπης του. Από αγάπη ήρθε στον κόσμο και φόρεσε τη φύση μας. Ήρθε, όχι για να καλέσει τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια, όπως ο ίδιος το διεκήρυξε. Ήρθε για να ανοίξει την αγκαλιά του πάνω στον σταυρό και να δεχθεί τον κάθε αμαρτωλό, που μετανοεί. Όμως η αγάπη αυτή του Θεού λειτουργεί λυτρωτικά και σώζει τον άνθρωπο μόνο με μια προϋπόθεση, την προϋπόθεση της αληθινής μετανοίας. Η πόρτα του παραδείσου έχει μια κλειδαριά, που ανοίγει με δύο κλειδιά. Το ένα το κρατάει ο Θεός και είναι το κλειδί της αγάπης. Το άλλο το κρατάει ο άνθρωπος και είναι το κλειδί της μετανοίας. Κανένα κλειδί από μόνο του δεν μας ανοίγει την πόρτα του παραδείσου. Χρειάζεται να λειτουργήσουν και τα δύο κλειδιά ταυτόχρονα.

    Ας φροντίσουμε αδελφοί μου, εν όσω ακόμη ζούμε στην παρούσα ζωή και αναπνέουμε, να μετανοήσουμε ειλικρινά, πριν έρθει η ώρα του θανάτου, διότι μετά θάνατον ο Θεός δεν δέχεται την μετάνοιά μας. Το κλειδί της μετανοίας λειτουργεί μόνο στην παρούσα ζωή, όχι στην μέλλουσα. Καλούμαστε όλοι μας, καθώς ακούσαμε σήμερα την παραβολή αυτή, να βάλουμε στη θέση του ασώτου υιού τον ίδιο τον εαυτό μας. Και όπως μιμηθήκαμε τον άσωτο στη ζωή της ασωτείας, έτσι τώρα ας τον μιμηθούμε και στην μετάνοια. Πράγμα το οποίο εύχομαι να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων. Αμήν. 



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2026

 

Μήνυμα Τριωδίου γιὰ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς ἐν τῷ κόσμῳ διαβιοῦντες.                         (Γέροντος Γαβριὴλ μοναχοῦ Ἁγιορείτου)

Μήνυμα Τριωδίου

γιὰ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς ἐν τῷ κόσμῳ διαβιοῦντες.

Γέροντος Γαβριὴλ μοναχοῦ Ἁγιορείτου,

Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Χριστοδούλου τοῦ ἐν Πάτμῳ, Ἅγιον Ὄρος.

Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 21.1//3.2.2026

Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ.

Νὰ παρακαλᾶμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἁγία γλῶσσα, ἅγιο στόμα, νὰ μὴν πληγώνουμε, νὰ μὴν στεναχωροῦμε ἀνθρώπους. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέει: «Ἔχε τὸ στόμα σου γλυκό, τὴ γλῶσσα σου γλυκιάγιὰ νὰ ἔχεις φίλους ὅλους τοὺς ἀνθρώπους».

Πολλὰ διαζύγια μὲ τὴ γλῶσσα, πολλὲς φιλίες χαλοῦνε μὲ τὴ γλῶσσα. Νὰ παρακαλᾶμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἁγία γλῶσσα, ἅγιο στόμα. Πρὶν μιλήσουμε ὅλοι μας νὰ μὴν ξεχνοῦμε τρία πράγματα. Πρῶτον, πιὸ καλὰ κερδίζουμε κάτι μὲ τὴν καλοσύνη παρὰ μὲ τὴ βία, τὴ διπλωματία καὶ ἄλλα μέσα. Ἡ καλοσύνη εἶναι τὸ χρυσὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγουν ὅλες οἱ σκουριασμένες κλειδαριές. Δεύτερον, πρὶν μιλήσουμε...να μὴν ξεχνοῦμε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἑλληνικὸς λόγος:

«Πιὸ καλὰ κερδίζουμε κάτι μὲ τὸ χαμόγελο παρὰ μὲ τὸ σπαθί». Τὸ σπαθὶ κόπτει τὰ πάντα, δὲν εἶναι τίποτα. Τὸ χαμόγελο εἶναι μιὰ μικρὴ καμπύλη, διορθώνει ὅμως χίλια δυὸ στραβὰ πράγματα. Τρίτον, πρὶν μιλήσουμε, νὰ μὴν ξεχνοῦμε αὐτὸ ποὺ λέει μιὰ ἀραβικὴ παροιμία: «Ὁ γλυκομίλητος μπορεῖ νὰ θηλάσει καὶ λέαινα». Ἔχει μεγάλη δύναμη ὁ καλὸς ὁ λόγος.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ἔζησε στὴν Ἀθήνα. Περνοῦσε πολλὲς φορὲς μπροστὰ ἀπὸ ἕνα κατάστημα, ὅπου ἦταν τσαγκάρης καὶ ἦταν κομμουνιστὴς καὶ αὐτοὶ εἶχαν σκοπὸ νὰ ἐπικρατήσουν τὸ 1946-48 στὴν Ἀθήνα, νὰ σφάξουν ὅλους τοὺς Ἕλληνες. Πέρναγε ὁ Ἅγιος :

«Καλημέρα παιδί μου». Λυσσοροοῦσε αὐτός, τίποτα, ἄλλη φορὰ «καλημέρα παιδί μου, τί κάνεις; τί ;». Πέρασε, κάποτε νικήθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, πῆγε τοῦ ἔβαλε μετάνοια, ἦταν αὐτὸς κομμουνιστὴς ἄθεος καὶ λέει : «ἅμα σφάξουν τοὺς ἱερεῖς στὴν Ἀθήνα, αὐτόν τον παππούλη δὲν θὰ τὸν ἀφήσω νὰ τὸν πειράξουν».

Ἕνας μοῦ εἶπε : «ζοῦσα μιὰ ἄστατη ζωή, ἔκανα ἁμαρτίες, γύριζα νύχτες. Κάποτε πῆρα τὰ χρήματα ποὺ εἶχα, τὰ ἔπαιξα, πῆγα καὶ τὰ ἔχασα». Λέω στὴ γυναῖκα μου : «ἔχασα τὰ χρήματα ὅλα». Αὐτή μου λέει : «εἶσαι καλά;» λέει ὁ ἄνθρωπος : «εἶμαι καλά, ἀλλὰ ἔχασα τὰ χρήματα».

Καὶ αὐτή μου λέει: «μὴ στενοχωριέσαι, ἂς τὰ ἔχασες. Μοῦ φτάνει ποὺ εἶσαι καλὰ ἐσύ». Μόλις τὰ ἄκουσα αὐτά, μοῦ λέει ὁ ἄνθρωπος, διαλύθηκα. Καὶ πῆρα ἀπόφαση νὰ διορθωθῶ. Καὶ ἔγινε πρώτη οἰκογένεια, ἀπὸ μιὰ κουβέντα. Ἔχει δύναμη ὁ λόγος, ὁ καλός.

Μία αἰτία διαζυγίου εἶναι ἡ γλῶσσα. Ἄλλη αἰτία διαζυγίου εἶναι ἡ ἀφέλειά μας. Τί θὰ πεῖ αὐτό; Ἔχεις ἕνα παράπονο μὲ τὴ γυναῖκα σου; Πᾶς τὸ λὲς στὸν κουμπάρο, στὸν φίλο, ποὺ δὲν ἔχει ἐχεμύθεια καὶ πάει καὶ τὰ λέει καὶ μεγαλώνει τὸ χάσμα. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει αὐτὰ ποὺ ἄκουσε ὅπως ἀκριβῶς τὰ ἄκουσε. Θὰ βάλει δικά του. Γι' αὐτὸ ἕνας σοφὸς εἶπε: «Αὐτὸ ποὺ εἶπες ἔγινε. Ὅπως ὅμως τὸ εἶπες δὲν ἔγινε ποτέ».

Ὁ λαός, νὰ μᾶς προφυλάξει νὰ μὴν εἴμαστε ἀφελεῖς καὶ λέμε τὰ μυστικά μας στὸν καθένα, λέει τρία πράγματα : πρῶτον, «κανεὶς δὲν κρατάει καλύτερα ἕνα μυστικὸ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸ ξέρει παντελῶς. Ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ξέρουν τρεῖς γιὰ νὰ μείνει μυστικὸ πρέπει νὰ πεθάνουν δύο. Φεύγει ἀπὸ τὰ χείλη καὶ τὸ μάθαν χίλιοι». Πολλὰ διαζύγια…

Ἕνας ἄλλος λόγος διαζυγίου εἶναι ὅτι σήμερα στὴν οἰκογένεια ὑπάρχουν νόμοι πνευματικοὶ, ποὺ ἂν δὲν τηρηθοῦν θὰ διαλυθεῖ ἡ οἰκογένεια. Ὅπως καὶ στὴ φύση ὑπάρχουν νόμοι. Παραδείγματος χάρη, ὁ νόμος τῆς φυγοκέντρου δυνάμεως. Ὁδηγεῖς, φτάνεις σὲ μιὰ στροφή, ἂν δὲν κόψεις τὴν ταχύτητα θὰ σὲ πετάξει ἔξω. Λειτουργεῖ ὁ νόμος. Καὶ στὴν οἰκογένεια ὑπάρχουν νόμοι. Γιὰ τὸν ἄντρα, ἡ γυναῖκα του πρέπει νὰ ἔχει τὴν πιὸ ὑψηλὴ κορυφή. Καὶ μετὰ οἱ γονεῖς, τὰ ἀδέρφια του καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Γιὰ τὴν γυναῖκα, ὁ ἄντρας της πρέπει νὰ ἔχει τὴν πιὸ ὑψηλὴ κορυφὴ καὶ μετὰ οἱ γονεῖς της, τὰ ἀδέρφια καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι.

Ὑπάρχουν ἱεραρχίες, ἅμα δὲν τηρηθοῦν αὐτὰ τελειώνει ἡ οἰκογένεια, ἔχουμε ἕνα πρόβλημα στὴν οἰκογένεια καὶ ἂν ἡ γυναῖκα λέει : «ἐγὼ θὰ πάω νὰ ρωτήσω τὸν πατέρα μου τί θὰ κάνουμε, θὰ πάω νὰ ρωτήσω τοὺς ἀδερφούς»… Τί λές;…

Εὔχομαι σὲ ὅλους τοὺς δικούς σας ἐν τὸν νῦν αἰῶνα καὶ ἐν τόν μέλλοντι.

Εὔχομαι νὰ ἐλέει ὁ Θεὸς ὅλο τὸν κόσμο.

Ὁ Κύριος ποὺ εἶναι ὁ Μέγιστος καὶ Ὕψιστος,

ὁ Μοναδικὸς καὶ Ἀνεπανάληπτος,

Εἰρηνάρχης, Εἰρηνόδωρος καὶ Εἰρηνοποιός,

νὰ χαρίσει εἰρήνη σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

Ἀμήν.

Γέροντας Γαβριὴλ μοναχός Ἁγιορείτης.



 


Αποτέλεσμα εικόνας για Μ. Φώτιος: Μια μεγάλη πνευματική μορφή της Εκκλησίας μας

Μ. ΦΩΤΙΟΣ: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
     Στις 6 Φεβρουαρίου εορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη του Μεγάλου Φωτίου. Πρόκειται για μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα, ο οποίος έχει λάβει δικαίως τον σπάνιο τίτλο του μεγάλου. Επίσης δεν θεωρείται μεγάλος μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από την ιστορία, διότι συγκαταλέγεται στους ξεχωριστούς πνευματικούς φάρους της ανθρωπότητας.
    Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 810 μ. Χ. από πλούσιους και ευσεβείς γονείς, τον Σέργιο και την Ειρήνη, οι οποίοι ανήκαν στις τάξεις των ορθοδόξων υπερασπιστών των Αγίων Εικόνων. Έλαβε σπουδαία κλασική και θεολογική μόρφωση στα ονομαστά πανεπιστήμια της Βασιλεύουσας. Μάλιστα μετά τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, την αναστήλωση των Ιερών Εικόνων από την αγία Θεοδώρα την Αυγούστα και τον υιό της Μιχαήλ Γ΄ (842-867), το 842 ο Φώτιος ανήλθε με την αξία του σε υψηλά πολιτικά αξιώματα. Το 858 μετά την απομάκρυνση του πατριάρχη Ιγνατίου από τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο αυτοκράτορας πρότεινε να ανέβει ο Φώτιος, ο οποίος είχε αναδειχθεί ως ενάρετος και συνετός άνδρας. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του δέχτηκε να εισέρθει στον ιερό κλήρο. Σε μια εβδομάδα έλαβε και τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Η χειροτονία του ως επίσκοπος και η ενθρόνισή του στον πατριαρχικό θρόνο έγινε τα Χριστούγεννα του 858.

     Ο Φώτιος από τις πρώτες κιόλας μέρες άρχισε την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας και το κλείσιμο των πληγών της που είχε ανοίξει η εκατονταετής εικονομαχική έριδα (726-842). Καλώντας άξιους συνεργάτες αγωνίστηκε για την πνευματική ανόρθωση των πιστών και την ιεραποστολική αποστολή της Εκκλησίας, η οποία είχε αναστείλει η λαίλαπα της εικονομαχίας.  Άρχισε από τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων, τους οποίους μετέβαλε ταυτόχρονα και σε φίλους του βυζαντινού κράτους. Ανέθεσε στους δύο σπουδαίους θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο να μεταβούν στην Ευρώπη και να εκχριστιανίσουν τους λαούς της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι ήταν ακόμη ειδωλολάτρες. Αυτό σημαίνει πως πραγματικός φωτιστής της Ευρώπης είναι ο Μέγας Φώτιος!
       Στον μορφωτικό και παιδευτικό τομέα υπήρξε πρωτοπόρος για την εποχή του. Πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του ότι η παιδεία και η μόρφωση είναι απαραίτητα στοιχεία του ανθρώπου για να μεταστοιχειωθεί σε πνευματική οντότητα. Μάλιστα θεωρούσε ότι η χριστιανική πίστη και ευσέβεια θα πρέπει να επικουρούνται από τη μόρφωση και τη γνώση ώστε να ο χριστιανός να μην υστερεί έναντι του μη χριστιανού. Η χριστιανική πίστη συνδυασμένη με την «θύραθεν» παιδεία δημιουργεί άρτιες προσωπικότητας και υψηλά πολιτισμικά ιδεώδη. Γι’ αυτό και ίδρυε παντού σχολεία, στα οποία διδάσκονταν όλες οι γνώσεις και οι επιστήμες. Το πιο ονομαστό σχολείο που ίδρυσε είναι το περίφημο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας στην Κωνσταντινούπολη, όπου κλήθηκαν να διδάξουν οι πιο ονομαστοί δάσκαλοι της οικουμένης. Ο Φώτιος ήταν ένας από αυτούς ο οποίος δίδασκε φιλοσοφία σε αυτό για πολλά χρόνια, παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα.
      Ο Φώτιος έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα κλασικά γράμματα και εκτίμηση για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και συγγραφείς και γι’ αυτό είχε βάλλει ως στόχο να διασώσει την αρχαιοελληνική πνευματική κληρονομία, την οποία θεωρούσε και δική του κληρονομιά. Ανέθεσε σε μοναχούς καλλιγράφους να αντιγράφουν και να διαδίδουν τα αρχαία συγγράμματα και να εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες. Ο ίδιος ανέλαβε το τιτάνιο έργο να διασώσει σε επιτομή τα σπουδαιότερα έργα των αρχαίων στο περίφημο και μοναδικό στην ιστορία, έργο του: «Μυριόβιβλος». Στο έργο αυτό
έχουν διασωθεί τα πιο σπάνια έργα των αρχαίων. Μάλιστα βεβαιώνουν οι ειδικοί πως αν ο Φώτιος δεν μας άφηνε την «Μυριόβιβλό» του η γνώσεις μας για τους αρχαίους συγγραφείς θα ήταν φτωχή. Δε θα γνωρίζαμε καν την ύπαρξη κλασικών έργων, ούτε καν τους συγγραφείς τους χωρίς αυτή!
     Όμως οι μεγάλοι άνδρες αντιμετωπίζουν και μεγάλες προκλήσεις και έχθρες. Έτσι και ο Φώτιος πέρασε μια ταραγμένη ζωή. Οι «ιγνατιανοί» κατέφυγαν στον πάπα της Ρώμης Νικόλαο για να καταγγείλουν τον Φώτιο για αντικανονικές ενέργειες. Ο πάπας (ο οποίος ήταν ακόμη ορθόδοξος) βρήκε αφορμή για να επέμβει στα πράγματα της Ανατολής απαίτησε να του αποδοθούν κτήσεις που του είχαν αφαιρεθεί. Ζήτησε να καθιερωθεί υποχρεωτικά η λατινική γλώσσα στη λατρεία των εκκλησιών που ίδρυσαν οι βυζαντινοί ιεραπόστολοι στην Ευρώπη και φυσικά απαίτησε την αποκατάσταση του Ιγνατίου. Ο Φώτιος κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν προσχήματα και γι’ αυτό προχώρησε στην καταδίκη της αιρέσεως του filioque (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού) και κατάγγειλε τις αντιεκκλησιαστικές ενέργειες του πάπα. Τελικά ο πάπας αφόρισε τον Φώτιο το 863 και ο Φώτιος αναγκάστηκε να κάμει το ίδιο, συγκάλεσε σύνοδο το 867, με την οποία αναθεμάτισε και καθαίρεσε τον πάπα Νικόλαο. Αυτό είναι το πρώτο λεγόμενο «σχίσμα επί Φωτίου».
     Το 867 από το νέο αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ απομακρύνθηκε από το θρόνο και εξορίστηκε. Επανήλθε το 879 στο θρόνο για να απομακρυνθεί και πάλι το 886. Κοιμήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 893, αφού είχε συμφιλιωθεί με τον Ιγνάτιο και είχε αποκατασταθεί το σχίσμα με την Εκκλησία της Ρώμης. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και μέγα για το μεγάλο έργο του. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον θεωρεί προστάτη της και εορτάζει με λαμπρότητα την ημέρα της μνήμης του.
      Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Μέγας Φώτιος και το έργο του είναι εξαιρετικά επίκαιρο για την εποχή μας. Ο σύγχρονος οικουμενιστικός οίστρος τείνει να ισοπεδώσει την ορθόδοξη παράδοσή μας και να νοθεύσει την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Ο οικουμενισμός κατόρθωσε να περάσει την αιρετική εκκλησιολογική κακοδοξία ότι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας δεν είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, αλλά μέρος της, αφού, κατ’ αυτόν, «εκκλησία» είναι και η πανσπερμία των αιρετικών ομάδων, από τον παπισμό, έως και τις εσχατιές του προτεσταντισμού! Μελετώντας το έργο του Μεγάλου Φωτίου, δεν αφήνονται τέτοια περιθώρια από τον θεοφόρο άνδρα! Η Εκκλησία, κατ’ εκείνον, είναι μία και αδιαίρετη, όπως το Σώμα του Χριστού. Οι σχισματικοί και οι αιρετικοί είναι εκτός της Μιας Εκκλησίας. Ο σύγχρονος όρος «Εκκλησίες» και «ένωση Εκκλησιών» είναι ορολογία άγνωστη στον άγιο Φώτιο, αλλά κυριαρχεί ο όρος «επιστροφή στην Εκκλησία». Ιδιαιτέρως ο Μ. Φώτιος, εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, κατανόησε την αποστασία της δυτικής χριστιανοσύνης και προείδε τα σπέρματα της παπικής κατάπτωσης. Και γι’ αυτό αγωνίστηκε σφοδρά για τη διάσωση της Ορθοδοξίας της Εκκλησίας και ο αγώνας του είναι αποτυπωμένος στο έργο και τις αποφάσεις της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (879-880). Ο αγώνας του και η ιστορία τον δικαίωσε. Οι φόβοι του δυστυχώς επαληθεύτηκαν, αφού η δυτική χριστιανοσύνη οδηγήθηκε τελικά εκτός της Εκκλησίας και παραμένει εκτός ως τα σήμερα. Τρανή απόδειξη το μίσος των δυτικών κατά του Μεγάλου Φωτίου, τον οποίο, όχι μόνο δεν τον τιμούν ως άγιο, αλλά του προσάπτουν απίστευτες συκοφαντίες εδώ και δέκα αιώνες! Για μας τους Ορθοδόξους είναι (θα πρέπει να είναι) ο Μέγας Φώτιος, μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες της εποχής του και μετέπειτα (Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Γεώργιο Σχολάριο, Κοσμά Αιτωλό, Ιουστίνο Πόποβιτς, κλπ), τα φωτεινά ορόσημα της Ορθόδοξης πίστης μας και της εκκλησιαστικής μας αυτοσυνειδησίας!


 

Με αφορμή τις οικουμενιστικές συμπροσευχές για την ενότητα των χριστιανών.Σχολιασμός εσφαλμένων ερμηνειών των Ιερών Κανόνων που                αφορούν τις συμπροσευχές με αιρετικούς.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.

Σχολιασμός εσφαλμένων ερμηνειών των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές με αιρετικούς.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 5η Φεβρουαρίου 2026

    Οι συμπροσευχές Ορθοδόξων με αιρετικούς δυστυχώς έχουν καταστεί πλέον θεσμός, ένα σύνηθες φαινόμενο μέσα στο χώρο και της Ορθοδοξίας παρά την σαφή απαγόρευση πλήθους Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας.

 Ο Ιανουάριος μήνας, με αποκορύφωμα την προτελευταία εβδομάδα, (από 18 έως 25 Ιανουαρίου), έχει καθιερωθεί, ως γνωστόν, εδώ και πολλές δεκαετίες παγκοσμίως ως ο μήνας των συμπροσευχών. Όλες οι αιρετικές χριστιανικές παρασυναγωγές, (δυστυχώς μεταξύ αυτών και εμείς οι Ορθοδόξοι), με πολύ ζήλο και θερμή προαίρεση συνεργάζονται μεταξύ τους και συνδιοργανώνουν από κοινού τέτοιες εκδηλώσεις σχεδόν παντού, σε όλον τον πλανήτη. Μια ματιά στο διαδίκτυο αρκεί για να μας πείσει γι’ αυτή την τραγική πραγματικότητα. Και παλαιότερα είχαμε σχολιάσει με ανακοινώσεις μας το θλιβερό αυτό φαινόμενο. Στην παρούσα ανακοίνωσή μας θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε κάποιες εσφαλμένες και αυθαίρετες ερμηνείες των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές, τις οποίες διαπιστώσαμε σε οικουμενιστικούς κύκλους και όχι μόνον. 

    Πιό συγκεκριμένα κάποιοι, (μεταξύ αυτών δυστυχώς και επίσκοποι), προσπάθησαν να δώσουν μια δική τους αυθαίρετη ερμηνεία στον 45ο Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποστόλων. Ο εν λόγω  Ιερός Κανών λέγει  επί λέξει: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Ισχυρίζονται ότι για να υπάρξει όντως συμπροσευχή πρέπει  απαραιτήτως ο αιρετικός να φοράει άμφια. Ωστόσο ο εν λόγω Ιερός Κανόνας είναι έτσι διατυπωμένος, ώστε δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας και δεν μας επιτρέπει να βγάλουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Ισχυρίσθηκαν επίσης ότι η μετοχή «συνευξάμενος» υποδηλώνει και διαγορεύει δήθεν την διά της φωνής, απεύθυνση προς τον Θεόν ευχών ταυτόχρονα από τον Ορθόδοξο κληρικό και τον αιρετικό. Και ότι επομένως δεν αφορά στην ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), συμπροσευχή, αλλά την συμπροσευχή που γίνεται «εις επήκοον πάντων». Η μετοχή «συνευξάμενος» είναι μετοχή αορίστου του ρήματος συνεύχομαι, το δε ρήμα «συνεύχομαι», προερχόμενο από την πρόθεση «συν» και το ρήμα «εύχομαι», σημαίνει την από κοινού προσευχή μαζί με κάποιον άλλον και τίποτε πέραν τούτου. Στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Ιωάννου Σταματάκου,[1] διαβάζουμε: «συνεύχομαι: εύχομαι, (προσεύχομαι) από κοινού μετά τινος, ενώνω τας ευχάς μου με τας ιδικάς του». Το λεξικό μας δίνει ξεκάθαρο το νόημα του ρήματος «συνεύχομαι», τονίζοντας το στοιχείο της «από κοινού μετά τινος» προσευχής, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες περαιτέρω επεξηγήσεις. Μ’ άλλα λόγια το λεξικό δεν μας δίδει καμία περαιτέρω ερμηνεία ότι το εν λόγω ρήμα μπορεί να σημαίνει εκτός από την «από κοινού μετά τινος» προσευχή και την «εις επήκοον πάντων» συμπροσευχή. Το ότι δε είναι δυνατόν κάποιος να συμπροσεύχεται με κάποιον άλλον και με την ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), συμπροσευχή, αυτό μπορεί να το κατανοήσει ακόμη και ένας απλοϊκός πιστός. Ας φέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε πιο κατανοητοί. Διαβάζουμε πολλές φορές στο διαδίκτυο ότι στην τάδε Ιερά Μητρόπολη, στην τάδε πανήγυρη συλλειτούργησαν οι τάδε αρχιερείς, ενώ συμμετείχαν σ’ αυτήν συμπροσευχόμενοι στο ιερό, (προφανώς μυστικώς), οι ταδε αρχιερείς.      

    Επεχείρησαν επίσης να στηρίξουν την παραπάνω αυθαίρετη ερμηνεία του ρήματος «συνεύχομαι», επικαλούμενοι το δεύτερο τμήμα του ως άνω Ιερού Κανόνος: «Ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Μ’ άλλα λόγια ισχυρίζονται ότι το δεύτερο τμήμα επεξηγεί το πρώτο, αποκλείοντας την τυχόν ενδιάθετη συμπροσευχή. Ωστόσο το δεύτερο τμήμα εξετάζει μία τελείως διαφορετική περίπτωση συμπροσευχής. Την περίπτωση εκείνη στην οποία ο Ορθόδοξος κληρικός όχι μόνο θα συμπροσευχηθεί με τον αιρετικό, αλλά επί πλέον θα του επιτρέψει «ενεργήσαι τι», να πράξει δηλαδή κάτι, να προχωρήσει, για παράδειγμα, σε μια ιεροπραξία. Το ότι τα δύο τμήματα του ως άνω Ιερού Κανόνος σαφώς διακρίνονται απ’ αλλήλων και εξετάζουν δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις συμπροσευχής, φαίνεται και από το γεγονός ότι επιβάλλουν στους παραβάτες δύο διαφορετικές ποινές: Στην πρώτη περίπτωση την ποινή του αφορισμού και στη δεύτερη αυτή της καθαιρέσεως. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε απλή συμπροσευχή, γι’ αυτό και η ποινή είναι ελαφρότερη, (αυτή του αφορισμού), ενώ στη δεύτερη την ποινή της καθαιρέσεως, που είναι σαφώς βαρύτερη από τον αφορισμό. Το ότι τα δύο τμήματα του ως άνω Ιερού Κανόνος εξετάζουν δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις συμπροσευχής φαίνεται και από το γεγονός, ότι  στο πρώτο τμήμα ο συντάκτης του Κανόνος χρησιμοποιεί τη μετοχή «συνευξάμενος» ενώ στο δεύτερο το απαρέμφατο «ενεργήσαι», θέλοντας ακριβώς να δηλώσει δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις.

    Κάποιοι άλλοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να δώσουν μία ακόμη, εξ’ ίσου αυθαίρετη ερμηνεία στο νόημα του ως άνω Ιερού Κανόνος. Προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι συμπροσευχή με αιρετικούς σημαίνει μόνον την «εις επήκοον πάντων» συμπροσευχή και να αποκλείσουν την ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), επικαλούνται τον 10ον Ιερόν Κανόνα των αγίων Αποστόλων. Σύμφωνα με τον εν λόγω Ιερό Κανόνα: «Ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω». Ο παραπάνω Ιερός Κανόνας σαφέστατα αναφέρεται σε μια ειδική περίπτωση συμπροσευχής. Στην περίπτωση εκείνη που ο Ορθόδοξος και ο αιρετικός θα συμπροσευχηθούν «εν οίκω», (δηλαδή σε σπίτι και όχι σε κάποιο ναό), με προσευχές, είτε εκφώνως, είτε όχι. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ιερός Κανόνας προσδιορίζει μόνο  τον τόπο και όχι τον τρόπο της συμπροσευχής, εάν δηλαδή η συμπροσευχή θα γίνεται  «εις επήκοον πάντων», ή μυστικώς. Επίσης η χρησιμοποίηση της λέξεως «καν» που σημαίνει «και αν ακόμη», από τον συντάκτη του Ι. κανόνος υποδηλώνει τον συμπληρωματικό χαρακτήρα του εν λόγω Ιερού Κανόνος σε σχέση με τους άλλους, που αναφέρονται σε συμπροσευχές και ιδίως του 45ου των Αγίων Αποστόλων, για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως.

    Ωστόσο η εν οίκω συμπροσευχή σε καμιά περίπτωση δεν  μπορεί να ταυτισθεί με την συμπροευχή μέσα στο ναό, διότι στο ναό έχουμε συμπροσευχή κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Κατά την ώρα της κοινής λατρείας εντός του ιερού ναού έχουμε κατ’ αρχήν τον ιερέα, ο ποίος απαγγέλει εκφωνήσεις και ευχές, τους ψάλτες που ψάλλουν τροπάρια και τον λαό που συμπροσεύχεται μυστικά με την ενδιάθετη προσευχή. Μέσα στον ναό δηλαδή έχουμε συνδυασμό τόσον της εις επήκοον πάντων συμπροσευχής, (ιερέας, ψάλτες), όσον και της μυστικής τοιαύτης, (ο λαός). Επομένως είναι μεγάλο ερμηνευτικό λάθος να ταυτίζουμε την εν οίκω συμπροσευχή με την εν τω ναώ τοιαύτη, με σκοπό να αποκλείουμε την μυστικώς γινομένη. Εξ άλλου πουθενά σε κανένα Ιερό Κανόνα που αφορά τις συμπροσευχές δεν συναντούμε την φράση «εις επήκοον πάντων».

    Κλείνοντας, πιστεύουμε ότι το εξόχως τραγικό δεν τόσο οι συμπροσευχές με αιρετικούς, ούτε οι λανθασμένες ερμηνείες που αναπτύξαμε προηγουμένως, όσο το γεγονός ότι η Διοικούσα Εκκλησία δυστυχώς προ πολλού έχει παύσει να ασχολείται με τις παραβάσεις των Ιερών Κανόνων που τις απαγορεύουν, χωρίς ωστόσο να τολμάει να τους καταργήσει με επίσημη συνοδική πράξη. Το αποτέλεσμα είναι το θλιβερό αυτό φαινόμενο να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην περαιτέρω εξάπλωση του Οικουμενισμού, δεδομένου ότι αυτές ως γνωστόν αποτελούν ένα εργαλείο στα χέρια των οικουμενιστών για την προώθηση της ενώσεως όλων των χριστιανικών ομολογιών και στη συνέχεια όλων των θρησκειών με τελικό στόχο την πανθρησκεία. Η Διοικούσα Εκκλησία δυστυχώς φαίνεται να ζή σ’ ένα δικό της κόσμο, διότι δυνατεί να αφουγκρασθεί τη φωνή του ποιμνίου της. Ας ευχηθούμε κάποτε να αφυπνιστεί και να πράξει το αυτονόητο καθήκον της.


[1]Εκδ. «Βιβλιοπρομηθευτική», Αθήνα 1994, σελ. 950.  



Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2026

 

Οικουμενισμός-Συντελείται προδοσία

 


                      Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

 

Τοῦ Μ. Φωτίου πατριάρχου Κων/λεως

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἐπέτειο τῆς ἐκδημίας πρὸς Κύριον τοῦ ἱεροῦ Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (820-893 μ.Χ.).

Εἶπαν, ὅτι ἡ ἱστορία εἶναι μιὰ πινακοθήκη, στὴν ὁποία ὁ χρόνος ἀναρτᾷ ἑκάστοτε εἰ­κό­νες μεγάλων μορφῶν. Καὶ στὴν χριστιανικὴ ἱ­στο­ρία ὑ­πάρχουν μεγάλες μορφές, ποὺ συν­ετέλε­σαν στὴν ἐξάπλωσι καὶ ἑδραίωσι τῆς ἁγί­ας μας πίστεως. Μετὰ τὴν ἄχραν­τη εἰκό­να τοῦ Κυρίου ἡ­μῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν ἄλ­λες μορφές. Ἀπὸ πλευρᾶς ἀγώνων γιὰ τὴν δι­ατήρησι τῆς πα­ρακαταθήκης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγώνων νὰ κρα­τηθῇ ἁγνὸ τὸ εὐαγγέ­λιο, ξεχωρίζουν τρεῖς μορ­φές· πρῶτος ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δεύτερος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, καὶ τρίτος ὁ σημερινὸς ἅγιος.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀγωνίστηκε ἐναν­τί­ον τῆς τάσεως ἰουδαϊκῶν κύκλων νὰ νοθεύσουν τὸν χριστιανισμὸ ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ὡς μία παραφυάδα τοῦ ἰουδαϊσμοῦ. Ἀντιστάθηκε σ᾽ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ στὸν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶχε βέβαια τὸ ἴδιο φρόνημα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ἀλλ᾽ ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ φάνηκε γιὰ λίγο κάπως ὑποχωρητικός. Ὁ Παῦλος διακήρυξε, ὅτι στὴ νέα πίστι, τὴν πίστι τῆς χάριτος, δὲν ἰσχύουν πλέον οἱ τύποι, ἡ ἰουδαϊκὴ λατρεία, οἱ θυσίες καὶ ἡ περιτομή, ἀλλὰ «καινὴ κτίσις» (Γαλ. 6,15). Στὸν Παῦ­λο ὀφείλουμε τὸν διαχωρισμὸ τοῦ χριστι­ανισμοῦ ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὴν αὐτοτέλεια τῆς χριστιανικῆς μας Ἐκκλησίας.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν τάσεων τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐναν­τί­ον δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ ἤθελαν νὰ ποῦν ὅτι, ὅ­πως οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν τοὺς ἡμιθέους, ἔ­τσι στὴ νέα πίστι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕ­να εἶδος ἡμιθέ­ου, ποὺ ποτέ δὲν μπορεῖ νὰ φτά­σῃ τὸν Θεὸ Πα­τέρα. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς τάσε­ως ὑπεστήριξε, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τὸ ἕ­να ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς τρισηλίου Θεότητος, τῆς ἁγίας Τριάδος.

Καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος, ποὺ ἑορτάζουμε σήμε­ρα, ἀγωνίστηκε πολὺ σὲ ἕνα ἄλλο σπουδαιότατο ἀγῶνα, ἐναντίον τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ κράτους στὴν ἐκκλησία· ὑποστήριξε ἐκεῖ­νο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος· «Ἀπόδοτε τὰ καίσαρος καί­σαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22,21). Ἀγωνίστηκε ἐναν­τί­ον τῆς τάσεως τοῦ παπισμοῦ νὰ ὑποτάξῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσία του τὴν Ὀρθοδοξία. Ἀγωνίστηκε ἐ­ναντίον τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα, ποὺ ἔκανε τότε τὴν ἐμφάνισί του μὲ ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀγωνίστηκε κυρίως –καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερο– ἐ­ναντίον τῶν καινοτομιῶν, ποὺ ἔρχονταν νὰ ἀλ­λοιώσουν τὸ περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐναντίον τῆς «ἀθέου» προσθήκης στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς πίστεως τοῦ λεγομένου Φιλιόκβε (Filioque), μὲ τὸ ὁποῖο καταλύεται τὸ τριαδικὸ δόγμα, τὸ ἁγιώτερο καὶ μυστηριωδέστερο δό­γμα τῆς πίστεώς μας. Καὶ οἱ τρεῖς ὑπέστησαν πολλὲς δοκιμασίες γιὰ τοὺς ἀγῶνες τους.

* * *

Ὁ ἱερὸς Φώτιος ὑπέστη πολλὲς θλίψεις. Συκοφαντήθηκε ἀπὸ φθο­νεροὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του· τὸν παρουσίασαν ὅτι κατέχεται ἀπὸ πνεῦμα φιλαρχί­ας, διάθεσι νὰ καταλάβῃ τὸ θρόνο, ἐνῷ εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀποποιεῖτο τὸ ἱερὸ ἀξίωμα καὶ τὴν παραμονὴ τῆς ἐκλογῆς του μετὰ δακρύων πα­ρακαλοῦσε ν᾽ ἀποφύγῃ τὸ ποτήριο τῆς δοκιμα­σίας αὐτῆς. Ὑβρίσθηκε ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πα­πικούς, ποὺ οἱ ὕβρεις τους συνεχίζονται μέχρι σήμερα ἐναντίον του· καὶ μόνο τὸ ὄνομά του τοὺς ἐξοργίζει. Διώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτο­ρες καὶ ἄλλους ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς του. Δύο φορὲς ἐξωρίσθηκε· ἦταν καὶ σ᾽ αὐτὸ ἄξι­ος μιμητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου.

Καὶ τὸ τέλος του ἦταν ἡρωικό. Φυλακίστηκε σὲ μοναστήρι, καὶ ἐκεῖ οἱ ἄσπονδοι ἐχθροί του ἐπέβαλαν σ᾽ αὐτόν, ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μελετηροὺς ἀνθρώπους, τὸ χειρότε­ρο εἶδος τιμωρίας· καὶ αὐτὸ ἦταν ἡ στέρησι ὄχι τῆς τροφῆς ἢ τοῦ νεροῦ ἢ τοῦ ἀέρος, ἀλλὰ ἐκείνου ποὺ γι᾽ αὐτόν, ἀπ᾽ τὰ μικρά του χρόνια μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἦταν ἡ ἀναπνοή του· τοῦ στέρησαν τὰ ἱερὰ βιβλία. Κανείς ἄλλος δὲν ἀγάπησε τὰ βιβλία καὶ τὴ μελέτη, τόσο τῆς θύραθεν σοφίας ὅσο καὶ τῆς θείας Γραφῆς, ὅπως ὁ ἱερὸς Φώτιος. Σὲ ἡ­λικία 20 ἐτῶν συνέγραψε σπουδαιότατο Λεξικό, τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς θέλησε ν᾽ ἀνακαλυφθῇ στὶς ἡμέρες μας στὴν ἱ. μονὴ Ζάβορ­δας (Γρεβενῶν), ὁ περίφημος ἐκεῖνος κώδικας, ποὺ ἡ ἔκδοσί του προκαλεῖ παγκόσμιο ἐπιστη­μονι­κὸ ἐν­­διαφέρον· διότι μέχρι πρότινος ἦταν ἄ­γνωστο, μόνο μερικὲς σελίδες του ἦ­ταν γνωστές. Σ᾽ αὐτὸν λοιπόν, ποὺ ἀγάπησε τόσο τὰ βιβλία, ἐπεβλήθη ὡς τιμωρία νὰ μὴν ἔχῃ κοντά του κανένα βιβλίο. Καὶ ἔμεινε χω­ρὶς τὰ βιβλία, τοὺς ἀγαπητούς του «φίλους».

Μέσα σὲ τέτοιους περιορισμοὺς καὶ μέσα σὲ τέτοια στέρησι φίλων καὶ συγγενῶν καὶ πρὸ παντὸς τῶν βιβλίων, ἐξεδήμησε πρὸς τὸν Κύριο σὰν σήμερα, 6 Φεβρουαρίου τοῦ 893, καὶ αὐτὴ τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε τώρα.

* * *

Ὁ ἱερὸς Φώτιος ἀνεδείχθη, ὅπως λέει ἡ ση­μερινὴ ἀκολουθία, «θεοπαγὴς προμαχών», προμαχώνας τὸν ὁποῖον ἔστησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μὴ κατακλύσῃ τὴν Ἀνατολὴ τὸ παπικὸ κῦ­μα· ἀνεδείχθη «ἀκρόπολις», φρούριο Ὀρθοδο­ξίας· ἀνεδείχθη «Ἑώας τὸ σέλας», τὸ φῶς δηλαδὴ τῆς Ἀνατολῆς, «καλονὴ τῶν πατέρων» τῆς Ἐκκλησίας. Ἑνὸς τέτοιου ἀνδρὸς τὴ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοί μου. Φυσικά, στὰ λίγα αὐτὰ λόγια ποὺ λέμε γι᾽ αὐτόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ἀ­πέραντο θέμα τοῦ ἱεροῦ Φωτίου. Περιοριζόμεθα νὰ θίξουμε μόνο τὴν ἑξῆς σημαντικὴ πλευρά.

Ἑορτάζουμε σήμερα τὴ μνήμη του. Τὴν ἑ­ορτά­ζουμε σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία πο­λὺς λόγος γίνεται γιὰ τὴν οἰκουμενικὴ κίνησι καὶ τὴν ἕνωσι τῶν «ἐκκλησιῶν»· σὲ ἐποχὴ ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ –ἐγὼ τὸ θεωρῶ αὐτὸ «σημεῖον τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3)– ὀρθόδοξοι ἄρχοντες πηγαίνουν στὴ ῾Ρώμη καὶ σκύ­βουν ἐμπρὸς στὸν πάπα! Φρίττουν ἀπὸ τὸν τά­φο τὰ ἱερά του ὀστᾶ βλέποντας ἀρ­χιερεῖς καὶ ἄλλους κληρικοὺς καὶ θεολόγους νὰ παιρνοῦν ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη καὶ νὰ ἀσπάζωνται τὸν πάπα, βλέποντας νὰ καταβάλλωνται τόσες προσπάθειες γιὰ τὴν «συμφιλίωσι» Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως καὶ νὰ γίνωνται συνέδρια ἐπὶ συνεδρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴ δική μου ταπεινὴ ἀντίληψι εἶναι παγίδες, στὶς ὁποῖες ζητοῦν νὰ παρασύρουν τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Σὲ μία τέτοια ἐποχὴ τὸ ὄνομα τοῦ ἱεροῦ Φωτίου δὲν εἶναι ἀρεστό· ζητοῦν νὰ τὸ λησμονήσουν, διότι θεωροῦν ὅτι ἡ ἀνάμνησίς του εἶναι βλαβερὰ γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν». Ἀλλὰ ἐμεῖς, τὰ παιδιὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅσοι ἀκόμη αἰσθανόμεθα μέσα στὴν ψυχή μας ἕνα σπινθῆρα ἀγάπης, τῆς μεγάλης καὶ φλογερᾶς ἀγάπης τὴν ὁποίαν αἰσθάνετο ὁ ἱερὸς Φώτιος πρὸς τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ὁποία ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε καὶ θυσιάστηκε καὶ πέθανε ἐξόριστος καὶ στερημένος ὅλων, ἐ­μεῖς τὰ παιδιὰ τῆς Ὀρθοδοξί­ας πρέπει στὴν ἐποχὴ αὐτὴ νὰ φανοῦμε ἀντάξιοι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας.

Πρὸ παντὸς χρειάζεται προσοχή· νὰ μὴ δίδουμε μεγάλη σημασία σὲ ὅσα λέγονται περὶ ἑνώσεως. Ἐάν ποτε γίνῃ ἡ ἕνωσις, θὰ γίνῃ ὄχι διὰ τῆς ὑποταγῆς τῆς Ὀρ­θοδοξίας στὰ κελεύσματα τοῦ πάπα καὶ στὶς ἰδιοτροπίες τῶν προτεσταντῶν· ἄν ποτε ἔρθῃ ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεως –καὶ εἴθε νὰ ἔρθῃ–, αὐτὴ θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἐπιστροφῆς ὅλων στὸ ἀρ­χέγονο κάλλος τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

Ἂς εἴμεθα λοιπὸν σὲ ἐπιφυλακή. Ζοῦμε σὲ ἡμέρες ποὺ συντελεῖται μία προδοσία τῆς ὀρ­θοδόξου πίστεως μέσα στοὺς κόλπους τῆς ἰ­δίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκ μέρους ἐπισκόπων ἱεροκηρύκων καὶ θεολόγων, ἐκείνων ποὺ ἔ­πρεπε νὰ εἶναι οἱ πρῶτοι φύλακες τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης. Καὶ ἂν παραστῇ ἀνάγκη σκληροτέρων ἀγώνων –διότι τώρα ἁπλῶς εἶναι τὰ προοίμια μιᾶς τέτοιας συγκρούσεως καὶ δὲν ξέρουμε τί μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός–, εἴ­θε ὁ Κύριος ν᾽ ἀναδείξῃ νέους ἀγωνιστὰς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Εἴθε ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καὶ ἰδίως οἱ νεώτεροι νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι, μικροὶ Φώτιοι, μικροὶ Μᾶρκοι Εὐ­γενικοί, ἕτοιμοι νὰ σηκώσουμε ψηλὰ τὴ σημαία καὶ τὸ λάβαρο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Τοῦτο νομίζω θὰ εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο τοῦ σήμερα ἑορταζομένου ἁγίου, ὁ ὁποῖ­ος θὰ εὐφραίνεται καὶ θὰ ἀγάλλεται στοὺς οὐ­ρανοὺς ὅταν βλέπῃ ὅτι ἡ παράταξις τῶν ὀρ­θοδόξων δὲν στερεῖται μαχητῶν, δὲν στερεῖται ἀνδρῶν, δὲν στερεῖται ἡρώων, δὲν στε­ρεῖται ἀνθρώπων ποὺ εἶναι ἕτοιμοι καὶ τὸν χρόνο καὶ τὰ νιᾶτα καὶ τὰ πάντα νὰ θυσιάσουν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν ὁποία ἔζησε καὶ ἀπέθανε ὁ ἱερὸς Φώτιος.

Διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Φωτίου, καθὼς καὶ τοῦ ἁγίου Βουκόλου, ποὺ συνεορτάζει μα­ζί του σήμερα, καὶ πάντων τῶν μαρτύρων, εἴθε ὁ Κύ­ριος νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Εις το ἱ. ναΰδριον Ἱδρύματος Παλαμηδίου 76 – Ἀθηνων 6-2-1961)