Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2026

 

Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος: Ο ηρωικός διδάσκαλος της Ραψάνης

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΡΑΨΑΝΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Οι Νεομάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν τη ζωή τους για την αγάπη του Χριστού, προέρχονταν από όλες τις τάξεις και τα επαγγέλματα. Μια πλειάδα από αυτούς ήταν μορφωμένοι και είχαν ζηλευτά επαγγέλματα, τα οποία αντάλλαξαν με τη μαρτυρία της σώζουσας αλήθειας της Εκκλησίας και έχυσαν το αίμα τους για γι’ αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο ένδοξος άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος της Ραψάνης, γραμματοδιδάσκαλος στο επάγγελμα.

       Γεννήθηκε το 1798 στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, σε έναν σημαντικό συνοικισμό στον Κάτω Όλυμπο. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζηλάσκαρης ή Αναστάσιος Ψάλτης. Δεν είναι γνωστό όμως αν το Ψάλτης είναι επώνυμο ή ιδιότητα του Αναστασίου. Η μητέρα του Νεομάρτυρα είχε το όνομα Σμαράγδα και ήταν θυγατέρα του Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Τους διέκρινε βαθειά ευσέβεια, με την οποία γαλούχησαν το μικρό Γεώργιο.

     Η οικονομική τους ευχέρεια τους επέτρεψε να προσφέρουν την καλλίτερη δυνατή μόρφωση σ’ αυτόν. Μετά τη βασική του εκπαίδευση, στα 1816 τον έγραψαν στην ξακουστή Ανώτερη Σχολή της Ραψάνης, η οποία είχε ιδρυθεί το 1767 από τον δραστήριο Επίσκοπο Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονύσιο, για να συνεχίσει ανώτερες σπουδές.

      Κατά διάρκεια των σπουδών του ο Γεώργιος έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια και φιλομάθεια, αποκτώντας σοβαρή κατάρτιση. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε γραμματοδιδάσκαλος, δηλαδή δάσκαλος κατώτερου σχολείου στη Ραψάνη, επιδεικνύοντας μεγάλο ζήλο στα διδακτικά του καθήκοντα, τα οποία συνδύαζε με την βαθειά του πίστη στο Θεό και την απόλυτη προσήλωσή του στην Εκκλησία. Μαζί με τα εγκύκλια μαθήματα δίδασκε και τα εκκλησιαστικά γράμματα στους μαθητές του, τις αρχές της χριστιανικής πίστεως. Στο διδακτικό του έργο είχε εντάξει και τη διδασκαλία της πατριδογνωσίας, αφυπνίζοντας τους έλληνες μαθητές του και καλλιεργώντας την ιδέα της ελευθερίας. Γενικά ήταν καλοκάγαθος και μειλίχιος, κερδίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό των μαθητών του και την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των γονέων τους. 

       Η Ραψάνη στα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε μια σημαντική ακμή. Είχε γίνει κέντρο εμπορικής, βιοτεχνικής και εμπορικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής, λόγω της γεωγραφικής της θέσης της, στις παρυφές των Τεμπών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακμάζουν εκεί τα γράμματα, να καλλιεργείται η πνευματική άνθιση και να αναδεικνύονται ισχυρές προσωπικότητες. Ήταν δε όνειρο και καύχηση των εύπορων γονέων της Θεσσαλίας και άλλως περιοχών, να στείλουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στις ονομαστές σχολές της Ραψάνης. Ακόμα και πολλοί Οθωμανοί έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν εκεί.

      Αυτό έκαμε και κάποιος επιφανής τούρκος, από την κωμόπολη Δερελί (τους σημερινούς Γόνους). Αποφάσισε να στείλει το γιό του να σπουδάσει στο σχολείο που δίδασκε ο Γεώργιος, βάζοντάς τον οικότροφο σε κάποιο φιλικό του σπίτι. Το μικρό τουρκόπουλο φοιτούσε μαζί με τα ελληνόπουλα, και είχε προσαρμοσθεί στο κλίμα του ελληνικού σχολείου. Ο διδάσκαλος Γεώργιος δέχτηκε με καλοσύνη το τουρκόπουλο και το μεταχειρίζονταν όπως τα ελληνόπουλα. Αλλά και εκείνο γρήγορα κέρδισε την αγάπη και την εμπιστοσύνη του  προς τον ευγενή και καλοκάγαθο δάσκαλό του.

     Ο μικρός τούρκος μαθητής, με τον καιρό και εξαιτίας της αγάπης και αφοσίωσης που έτρεφε για το δάσκαλό του, άρχισε να αλλάζει νοοτροπία. Η ένθερμη και γεμάτη γλυκύτητα λόγου διδασκαλία του για τις αρχές της Ελληνοορθοδοξίας άσκησαν τεράστια επιρροή στο χαρακτήρα του και άλλαξαν άρδην τις διαθέσεις του. Έπαψε να τρέφει εχθρικά αισθήματα για τους Ρωμιούς, όπως του είχαν διδάξει οι γονείς του. Είχε γοητευθεί από όσα άκουγε από το δάσκαλό του για την χριστιανική πίστη και άρχισε να αμφιβάλλει για τα δικά του πιστεύω. Μάλιστα άρχισε να μιλάει, με συμπάθεια και δημόσια για την αξία της χριστιανικής πίστεως και τις όμορφες παραδόσεις των Ρωμιών. Να εκδηλώνει την εκτίμησή του προς αυτούς και τη δυσφορία του για τις ταπεινώσεις και εξουθενώσεις τους από τους εξουσιαστές Οθωμανούς ομοφύλους του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μιλούσε απαξιωτικά για την ισλαμική θρησκεία την οποία άρχισε να την περιφρονεί. Ήταν φανερό πως ο ένθερμος και ένθεος δάσκαλος Γεώργιος  είχε σπείρει στην τρυφερή παιδική του ψυχή την ευλογημένη πίστη στο Χριστό!

      Η μεγάλη και εμφανής αλλαγή συμπεριφοράς του τουρκόπουλου θορύβησε τους γονείς και το συγγενικό περιβάλλον του. Ήταν μια μεγάλη προσβολή γι’ αυτούς και τη θρησκείας τους, να αλλαξοπιστήσει το παιδί τους από έναν «γκιαούρη» (άπιστο) δάσκαλο. Να ασπασθεί τη θρησκεία των υποδούλων τους και να μιλά με συμπάθεια γι’ αυτούς. Μόλις έγινε γνωστό το συμβάν στους μουσουλμάνους της περιοχής,  ξύπνησε μέσα τους το άσβεστο μίσος τους εναντίον των Χριστιανών Ρωμιών και ζητούσαν επίμονα εκδίκηση!

      Μια ομάδα από αυτούς πήγαν στη Ραψάνη, αναζητώντας τον ελληνοδιδάσκαλο Γεώργιο. Εισέβαλαν στη σχολή, σαν άγρια θηρία και τον συνέλαβαν. Αφού τον ξυλοκόπησαν αλύπητα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν, σέρνοντας και δέρνοντας, στον Τύρναβο, όπου ήταν, από το 1811, η  έδρα του τούρκου σατράπη της Θεσσαλίας και του τουρκικού στρατοδικείου, στον αιμοβόρο και ανελέητο Βελή Πασά, γιο του επίσης αιμοδιψή Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η κατηγορία εναντίον του ήταν πολύ βαριά, εκχριστιανισμός μουσουλμάνου! Σύμφωνα με την «σαρία», τον ισλαμικό νόμο, η αποκήρυξη του Ισλάμ και η προσβολή του τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου. Όταν αυτός ήταν ανήλικος,  όπως το συγκεκριμένο τουρκόπουλο, θανατώνονταν οι αίτιος.

     Η σύλληψη του δάσκαλου Γεωργίου έριξε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε μεγάλη θλίψη την οικογένειά του και τους κατοίκους της Ραψάνης. Ήξεραν τι θα ακολουθούσε. Η φημισμένη σχολή έχασε έναν λαμπρό δάσκαλο και οι Ραψανιώτες ένα ηρωικό παλληκάρι.

     Δεν μας έχει διασωθεί η διαδικασία της ανάκρισης και της απολογίας του Μάρτυρα. Επίσης δεν γνωρίζουμε αν την υπόθεση χειρίστηκε ο ίδιος ο Βελή Πασάς, ή κάποιος τούρκος στρατοδίκης, ή κάποιος μουλάς δικαστής (κατής). Εικάζουμε ότι οι τούρκοι προσπάθησαν να τον τρομοκρατήσουν και να του τάξουν την αθώωσή του, αν δεχόταν να εξισλαμισθεί και να αποκτήσει πλούτη και αξιώματα. Αυτή ήταν μια πάγια αρχή των τουρκικών ανακριτικών και δικαστικών αρχών, η οποία προβλέπονταν και από τον ισλαμικό νόμο: όποιος ασπάζονταν το Ισλάμ του χαρίζονταν οποιαδήποτε ποινή και του παραχωρούνταν δικαιώματα και πλούσιες αμοιβές!

     Προφανώς ο Γεώργιος αρνήθηκε και παραδόθηκε στους άγριους και ανελέητους στρατιώτες για να βασανισθεί, έως ότου δεχτεί να αλλαξοπιστήσει. Αρχικά τον γύμνωσαν και τον έριξαν σε μπάνιο, με βραστό νερό. Μετά του τρυπούσαν όλο του το σώμα με μυτερά καρφιά και κοπίδια. Του έσκιζαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Του κάρφωσαν στα πόδια πέταλα αλόγου και τον περιέφεραν στην πόλη του Τυρνάβου για διαπόμπευση.  Κατόπιν τον κάρφωσαν σε τετράγωνο στύλο, ίσο στο ύψος του, τον τύλιξαν με σχοινιά και πανιά, εμποτισμένα με πίσσα και άλλα εύφλεκτα υλικά και του έβαλαν φωτιά. Αλλά ο Θεός τον προστάτεψε, ούτε μια τρίχα της κεφαλής του δεν κάηκε! Αυτό εξόργισε περισσότερο τους δημίους του, οι οποίοι, κατόπιν αποφάσεως της τουρκικής διοικήσεως, οδηγήθηκε στις όχθες του ποταμού Πηνειού, κοντά σε μια γέφυρα, εκεί που είχε μαρτυρήσει ο άλλος ηρωικός Νεομάρτυρας της περιοχής ο Γεδεών, όπου τον αποκεφάλισαν.

     Ήταν 5 Μαρτίου του έτους 1818, όταν η ψυχή του ηρωικού Μάρτυρα Γεωργίου φτερούγησε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, τον Οποίο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει στη σύντομη διδακτική του καριέρα. Ήταν μόλις 20 ετών παλληκάρι. Εκεί κοντά στη γέφυρα τον ενταφίασαν. Αλλά την πρώτη κιόλας νύχτα οι τούρκοι στρατιώτες σκοποί είδαν με έκπληξη ένα απίστευτο θέαμα. Μια φωτεινή στήλη να ενώνει τον ουρανό με τον τάφο του Μάρτυρα. Την άλλη νύχτα επαναλήφτηκε το παράδοξο φαινόμενο και οι στρατιώτες πήγαν και το ανέφεραν στον Βελή Πασά, ο οποίος θορυβήθηκε και παράγγειλε στους συγγενείς του στη Ραψάνη να έλθουν και να παραλάβουν το λείψανό του και με τιμές το μετέφεραν στη γενέτειρά του, όπου το ενταφίασαν με τιμές. Τα τίμια λείψανά του ευωδιάζουν και θαυματουργούν ως τα σήμερα.

    Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.

    Η πίστη, η ομολογία και το μαρτύριο των Νεομαρτύρων διέσωσε την ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα της ελευθερίας και της εθνικής μας αποκατάστασης. Το τιμημένο αίμα τους πότισε αρκούντος το δένδρο της λευτεριάς και κράτησε αναμμένη τη σπίθα της εθνικής και θρησκευτικής ιδιοπροσωπίας των υποδούλων προγόνων μας. Είναι χρέος μας να μην είμαστε επιλήσμονες για την υπέρτατη προσφορά τους στην Εκκλησία και το Γένος μας, διότι η ιστορική λήθη είναι συνώνυμη με τον εθνικό αφανισμό!



 

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ) ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
       Ουδέποτε υπήρξε στην Εκκλησία απουσία πατερικών μορφών. Όπως σε κάθε εποχή, και στους σύγχρονους χρόνους αναδείχνονται Πατέρες και διδάσκαλοι. Μια τέτοια σύγχρονη πατερική μορφή υπήρξε και ο Σέρβος νεοφανής άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία «ο Σέρβος Χρυσόστομος», λόγω της ρητορικής του δεινότητας και των αγώνων του για την μόνη σώζουσα ορθόδοξη πίστη.
       Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της Νότιας Σερβίας από φτωχούς, πολύτεκνους και ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Ιερά Μονή Τσέλιε. Από μικρό παιδί έδειξε μια ασυνήθιστη αγάπη για την Εκκλησία και κλίση για την αρετή και την προσευχή. Απομονώνονταν συχνά και προσεύχονταν με τις ώρες. Μετά την εγκύκλιο μόρφωσή του εισήχθη στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια στις σπουδές του, ώστε το Πατριαρχείο της Σερβίας, εκτιμώντας την φιλομάθειά του και το ήθος του, τον έστειλε με υποτροφία για ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την Αγγλία. Έμαθε επίσης άριστα επτά γλώσσες.

     Παράλληλα με τις σπουδές του καλλιέργησε και την πνευματική του πρόοδο. Πίστευε ακράδαντα στο Θεό και φλέγονταν από πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Μελετούσε με πάθος τους Πατέρες και την ορθόδοξη θεολογία. Το 1908 υπέβαλε το Πανεπιστήμιο της Βέρνης διδακτορική διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανά­σταση του Χριστού, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας». Ακολούθως σπούδασε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπέβαλε άλλη διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης σχετικά με τη φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ.
      Το 1909 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου όμως αρρώστησε βαριά από δυσεντερία και λίγο έλειψε να πεθάνει. Όταν ανάρρωσε πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός στη Ιερά Μονή Ρακόβιτσα και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και συνάμα ορίστηκε ιεροκήρυκας στην σερβική πρωτεύουσα. Εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, κατά τη διάρκεια του οποίου επέδειξε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο στον δοκιμαζόμενο σερβικό λαό. Στα 1915 στάλθηκε στην Αγγλία και στις Η.Π.Α. για να ζητήσει βοήθεια από τους Σέρβους μετανάστες για τους πεινασμένους της Σερβίας. 
     Το 1919 εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσης και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην ιστορική Επισκοπή της Αχρίδος. Η επισκοπική του διακονία σημαδεύτηκε από υποδειγματική ποιμανατορία. Λειτουργούσε με κατάνυξη και κήρυττε με φλογερό πάθος. Ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός ρήτορας, ο οποίος σαγήνευε τους πολυπληθείς ακροατές των κηρυγμάτων του. Εργάστηκε άοκνα για την πνευματική αφύπνιση του ιερού κλήρου και για την ανέγερση ναών και μοναστηριών. Παράλληλα άσκησε ένα αξιοθαύμαστο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, με την σύσταση ιδρυμάτων, όπως ορφανοτροφείων, όπου έβρισκαν καταφύγιο χιλιάδες ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά. Ήταν πολύ αγαπητός από το λαό του, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του πατέρα και προστάτη του.
      Παρ’ όλο τον φόρτο της ποιμαντικής του διακονίας ασκούνταν και ό ίδιος στην αρετή και την πνευματική πρόοδο, προσευχόταν, νήστευε, αγρυπνούσε. Θαύμαζε τον αγιορείτικο μοναχισμό και φρόντιζε να έρχεται συχνά στο Άγιο Όρος για πνευματικό ανεφοδιασμό. Επισκεπτόταν συνήθως την Ιερά Μονή Παντελεήμονος, όπου συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου θαύμαζε την αγία βιωτή. Εκεί γνώρισε και τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993). 
      Ο άγιος Νικόλαος υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας πληθώρας αξιόλογων έργων, τα οποία εξέδωσε σε είκοσι τόμους. Τα διακρίνει η βαθειά του ορθόδοξη θεολογική σκέψη, η ποιητικότητα, η γλαφυρότητα και ακρίβεια. Το σημαντικότερο σύγγραμμά του είναι ο «Πρόλογος της Αχρίδος», συνοπτικά συναξάρια αγίων όλων των ημερών του έτους, με σχόλια και πνευματικές νουθεσίες. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, εκκλησιαστικούς ύμνους και ακολουθίες. Ακόμα άφησε περισσότερες από τριακόσιες επιστολές – απαντήσεις σε δύσκολα ποιμαντικά προβλήματα, τα οποία του υπέβαλλαν οι πιστοί. Είναι δε τέτοια η συγγραφική του καλλιέπεια ώστε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είχε πει για τον άγιο Νικόλαο πως «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε»!  
      Ήταν ακραιφνής ορθόδοξος. Βαδίζοντας στα βήματα των αγίων Πατέρων της Ορθοδοξίας, είχε τη βεβαιότητα και διακήρυττε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική και αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και πως έξω από αυτή υπάρχει το σχίσμα και η αίρεση. Μελέτησε όσο ολίγοι τον δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τις πολυάριθμες ομάδες του κατακερματισμένου προτεσταντισμού και πείστηκε ότι αυτός βρίσκεται σε τρομερές πλάνες, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για να έχει την παραμικρή εκκλησιαστική υπόσταση Το 1930 έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, όπου εξέφρασε με σαφήνεια την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και διατράνωσε την  αντίθεσή του στα πρώιμα τότε ανοίγματα των ορθοδόξων προς τους αιρετικούς και το κοσμικό φρόνημα. Το 1937 κατάγγειλε με σφοδρότητα τη συμφωνία Γιουγκοσλαβίας και Βατικανού, με την οποία θα γινόταν η χώρα του πεδίο ιεραποστολής των αιρετικών παπικών. Κατόρθωσε να ματαιώσει την υπογραφή της, αλλά όχι και την γενοκτονία, η οποία επακολούθησε λίγα χρόνια μετά το (1941-45), περισσότεροι από 880.000 Σέρβοι ορθόδοξοι βρήκαν τραγικό θάνατο από τους παπικούς Κροάτες Ουστάσι, όταν αρνήθηκαν τον βίαιο εκλατινισμό τους, με την καθοδήγηση του παπικού «κλήρου» και κύρια του  «αρχιεπισκόπου» του Ζάγκρεμπ  Α. Στέπινατς (νυν παπικού αγίου!) και την προτροπή του Βατικανού!
      Ο άγιος Νικόλαος είχε μελετήσει σε βάθος και την ευρωπαϊκή φιλοσοφία και ιστορία, διαπιστώνοντας την πνευματική γύμνια του ευρωπαίου ανθρώπου, η οποία οφείλεται στην αλλοίωση του χριστιανικού μηνύματος από τον παπισμό και τον προτεσταντισμό. Παρατήρησε την ραγδαία και προκλητική αποβολή της χριστιανικής κληρονομιάς και την υιοθέτηση μιας παράδοξης ειδωλολατρίας, της λατρείας του ανθρώπου και ό, τι έχει σχέση με την υλιστική και ηδονιστική απόλαυσή του. Γι’ αυτό αποκάλεσε την Ευρώπη «Λευκή Δαιμονία». Πρόβλεψε δε πως η πανίσχυρη Ευρώπη σύντομα θα γίνει συντρίμμια, λόγω αυτών των επιλογών της. Διαπίστωσε πως «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».
      Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο δοκιμαζόμενο λαό του. Όρθωσε με ηρωισμό το ανάστημά του στους βαρβάρους και απάνθρωπους φασίστες και ναζιστές κατακτητές. Διαμαρτυρήθηκε με παρρησία εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο. Κατάγγειλε με σφοδρότητα την υποκρισία των δυτικών χριστιανικών (υποτίθεται) κρατών, ιδιαίτερα για την αδιαφορία και την δικαιολόγηση της φοβερής γενοκτονίας των 880.000 νεκρών Σέρβων Ορθοδόξων από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι. Είναι ο πρώτος που θα τους ανακηρύξει Νεομάρτυρες και θα συνθέσει υπέροχη Ακολουθία προς τιμήν τους.
     Για την πατριωτική και αντιστασιακή του δράση το 1941 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Νταχάου, μαζί με τον μαρτυρικό Σέρβο Πατριάρχη
Γαβριήλ, για τρία φρικτά χρόνια. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945 από τους συμμάχους.  Αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία και ελευθερία να ασκήσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Το άθεο και απάνθρωπο μαρξιστικό καθεστώς, που εγκαθιδρύθηκε στην Γιουγκοσλαβία, πρώτο του μέλημα ήταν ο διωγμός της Εκκλησίας και γενικά κάθε θρησκευτικής πίστεως και εκδήλωσης. Ο άγιος Νικόλαος στοχοποιήθηκε από τους κομμουνιστές, τον οποίο χαρακτήρισαν «εχθρό του λαού», αυτόν τον μεγάλο ανθρωπιστή, ο οποίος διέσωσε χιλιάδες ανθρώπους στα χρόνια της κατοχής και επέδειξε πρωτοφανή πατριωτικό φρόνημα!
       Έτσι εξαναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Το 1946 μετέβη στην Αμερική, όπου αναδείχθηκε σπουδαίος ποιμένας, διδάσκαλος, καθηγητής, κήρυκας, ομολογητής και όσιος στο Νέο Κόσμο. Απέβη ένας φλογερός απόστολος της Ορθοδοξίας στην αμερικανική ήπειρο, σε μια εποχή, που έκανε την εμφάνισή του ο πρώιμος οικουμενισμός, ο οποίος σχετικοποιεί την Ορθοδοξία μας. Διορίστηκε καθηγητής στην σερβική Ιερατική Σχολή  της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην Θεολο­γική Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία).
      Όντας καθηγητής στην Σχολή του Αγίου Τύχωνος, κοιμήθηκε ξαφνικά, ενώ ετοιμαζόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία στις 5 Μαρτίου 1956. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Σερβία το 1991 και τοποθετήθηκαν στην Ιερά Μονή Τσέλιε, δίπλα με τα ιερά λείψανα του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979). Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε το Μάιο του 2003 από τη Σερβική Εκκλησία και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.


Τρίτη, Μαρτίου 03, 2026

 

Ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι: σαρκικοί, ψυχικοὶ καὶ πνευματικοί...

Ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου
 
«Ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι: σαρκικοί, ψυχικοὶ καὶ πνευματικοί. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος θέλει ὅλα τὰ τῆς σαρκός -ζητεῖ τὴν ἀνάπαυση, ἀγαπᾶ τοὺς ἐπαίνους, δὲν θέλει νὰ τὸν ὑβρίσουν, δὲν δέχεται νὰ τοῦ κόψουν τὸ θέλημά του, ὑπερασπίζει τὸν ἑαυτό του καὶ ζητεῖ ὅλα ὅσα εἶναι πρὸς ἀνάπαυση τοῦ σαρκίου του. Ὁ ψυχικὸς πάλι δὲν θέλει νὰ ἀδικήσει, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν ἀδικήσουν. Δὲν κατηγορεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλει καὶ νὰ τὸν κατηγορήσουν ἐὰν τοῦ συμβεῖ μία ὕβρις ἢ ἀδικία, ἢ τὸν περιφρονήσουν, δὲν ὁμιλεῖ μέν, ἀλλὰ θλίβεται καὶ λυπᾶται πὼς νὰ τοῦ τὸ κάμουν· αὐτὸς εἶναι ὁ ψυχικός. Ὁ δὲ πνευματικὸς ἄνθρωπος σκέπτεται ὅλο τὰ τοῦ πνεύματος· ἂν ἀδικηθεῖ χαίρει· ἂν ὑβριστεῖ, εὐχαριστεῖται· ἂν τοῦ κόψουν τὸ θέλημά του, εὐφραίνεται· ὅ,τι καὶ ἂν τοῦ συμβεῖ λυπηρό, θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ὅτι τοῦ πρέπουν ὅλα αὐτά, καὶ θέλει ὅλο νὰ τὸν περιφρονοῦν καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζουν».


 

                 Τί εἶναι ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία;

† Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε ὅλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς νά τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.
Κατὰ τή Λειτουργίᾳ αὐτή δέν τελεῖται Θυσίᾳ, δὲ γίνεται δηλαδὴ μεταβολή τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος εἶναι ἕτοιμα, ἔχουν προαγιασθεῖ (γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων) κατὰ τὴν προηγηθεῖσα θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, εἶναι πλέον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ ἁπλῶς προσφέρονται πρὸς μεταλήψη στούς πιστούς.
Ὁ Ἱερέας καθ' ἑκάστη Κυριακὴ κόπτει ἀπὸ τὸ πρόσφορο τὸν λεγόμενο «Ἀμνόν», δηλαδὴ τὸ τετράγωνο ἐκεῖνο τεμάχιο τῆς σφραγῖδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στό ἱερὸ Δισκάριο. Μετ' ὀλίγο, κατὰ τή στιγμή τοῦ «Σὲ ὑμνοῦμεν...», τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἄρτου θὰ μεταβληθεῖ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἱερέως σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ οἶνος, ποὺ εἶναι στό ἱερὸ Ποτήριο, θὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου... 
Ὅταν ὅμως βρισκόμαστε στήν πένθιμο περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἱερέας, κατὰ τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, δέν θὰ κόψει ἔνα μόνο τεμάχιο ἐκ τῆς σφραγῖδας τοῦ προσφόρου, ὡσὰν αὐτό πού εἴπαμε ἀνωτέρω, ἀλλὰ περισσότερα (συνήθως τρία), ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν Λειτουργιῶν τῶν Προηγιασμένων πού θὰ τελέσει κατὰ τὴν ἑβδομάδα.

Τὰ τεμάχια αὐτά (πού δέν κόπτονται ὅλα ἀπὸ ἔνα πρόσφορο, ἀλλ' ἕνα ἀπὸ κάθε πρόσφορο), θὰ τὰ εὐλογήσει κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ αὐτὰ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα Χριστοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἕνα θὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν θείᾳ Μεταλήψη τῆς ἡμέρας ἐκείνης (Κυριακῆς), τὰ ἄλλα (συνήθως δύο) θὰ ἐμβαπτισθοῦν στό ἱερὸ Ποτήριο, ὅπου τὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ φυλαχθοῦν σὲ εἰδικὸ κιβωτίδιο, τὸ ἱερὸ Ἀρτοφόριο, γιά τὶς Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων πού θὰ γίνουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας. Κατ' αὐτές τίς Λειτουργίες ὁ Ἱερέας θὰ προσφέρει στούς πιστοὺς πρὸς μεταλήψη τὰ Προηγιασμένα αὐτὰ Δῶρα.

Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἐσπερινό, εἶναι δηλαδὴ βραδινή. Αὐτὸ ἔχει θεσπιστεῖ, διότι οἱ παλιοὶ Χριστιανοὶ κατά τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διετέλουν τελείως ἄσιτοι (νηστικοί) μέχρι τῶν ἐσπερινῶν ὡρῶν. Μπορούσαν λοιπὸν νά ἐκκλησιαστοῦν καὶ νά κοινωνήσουν κατά τίς ἑσπερινὲς ὦρες. Σήμερα ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα συνηθέστερα ὅμως τελεῖται κατά τίς πρωινὲς ὦρες πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν.

Ἡ Λειτουργία αὐτὴ δέν ἔχει τὸν πανηγυρικὸ καὶ θριαμβευτικὸ τόνο τῶν ἄλλων Λειτουργιῶν, ἀλλὰ δεσπόζει σὲ αὐτὴ τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ στοιχεῖο.Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται ὄλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τή Μεγάλῃ Ἑβδομάδα τελεῖται μόνο τίς τρεῖς πρῶτες μέρες αὐτῆς (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη καὶ Μ. Τετάρτη). Ἐπίσης τελεῖται καὶ κατά τίς ἡμέρες ἑορτῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστής. Δέν τελεῖται κατὰ τὰ Σάββατα καί τίς Κυριακὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Ἱερέας, καὶ ἂν κρατήσει τὰ ὀνόματα, δέν θὰ τὰ μνημονεύσει, στήν Πρόθεση, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀφήσει γιά τή Λειτουργίᾳ τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς. Ἐπίσης, κατὰ τή Λειτουργίᾳ τῶν Προηγιασμένων δὲν γίνονται μνημόσυνα.


 

Ἀντίρρησις καὶ ἀνατροπὴ τοῦ «Συμφώνου» τῶν ἐν Ἰταλίᾳ «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν»

Ἀντίρρησις καὶ ἀνατροπὴ τοῦ «Συμφώνου» τῶν ἐν Ἰταλίᾳ «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν»

Τοῦ κ. Nikolò Ghigi: Ὑποψηφίου διδάκτορος εἰς τάς Ἐπιστήμας τῆς Ἀρχαιότητος εἰς τό Πανεπιστήμιον Ca’ Foscari τῆς Βενετίας, μέ ἑστίασιν εἰς τήν θρησκευτικήν διαμάχην τοῦ Θ΄ αἰῶνος

  Στὶς 23 τοῦ περασμένου Ἰανουαρίου, στὸ Μπάρι, πόλι τῆς νότιας Ἰταλίας ἐπιφανὴς, διότι ὑπεδέχθη τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἔλαβε χώρα στὸ πλαίσιο τῆς λεγόμενης «ἑβδομάδας προσ­ευχῆς γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν» μιὰ οἰκουμενιστικὴ συνάντησι ὑπὸ τὴν ὀνομασία «Συμπόσιον τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν». 

Σὲ αὐτὴ συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς (παπικῆς) ὁμολογίας, τῆς Ἀγγλικανικῆς, Προτεστάντες διαφόρων δογμάτων, ἀκόμη καὶ Ὀρθόδοξοι. Μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν, ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν ἐκπροσώπων τῶν παρισταμένων ὁμολογιῶν ἕνα ἔγγραφο ποὺ ὀνομάστηκε «Σύμφωνον». Ἂν καὶ αὐτὸ τὸ κείμενο εἶναι πολὺ σύντομο καὶ ἐστερημένο ὑψηλοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου – οὔτε ἄλλωστε ἐπεδίωκε νὰ τὸ ἔχη, ἀφοῦ ὁ χαρακτήρας του εἶναι καθαρῶς πρακτικός, διπλωματικὸς καὶ πολιτικός – ἐντούτοις περιέχει θέσεις λίαν ἐπικίνδυνες καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν ὀρθὴ διδασκαλία, πρὸς ἐντροπὴ τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ συνυπέγραψαν αὐτὸ.

  Στὸ πρῶτο ἄρθρο διακηρύσσεται ὅτι «ἡ ἑνότητά μας ἔχει τὴν πηγήν της ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, μόνῳ Κυρίῳ καὶ Σωτῆρι, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ὁδηγεῖ στὴν οἰκοδόμησι σχέσεων ἀληθινῆς κοινωνίας» καὶ ὅτι «κάθε διαίρεσις καὶ παρεξήγησις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας εἶναι μιὰ πληγὴ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ φανερώνει τὴν ἁμαρτία τῶν Ἐκκλησιῶν». Τὸ κείμενο δὲν εἶναι ἐξ  ἑαυτοῦ ἐπικίνδυνο, ἀλλὰ εἶναι ἀνοικτὸ σὲ ἐπικίνδυνες ἑρμηνεῖες: τὸ δεύτερο μέρος θὰ μποροῦσε νὰ ὑποδηλώνη τὴν ἐσφαλμένη θεωρία ὅτι οἱ διάφορες χριστιανικὲς ὁμολογίες εἶναι ὅλες τμήματα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτή τὴ στιγμὴ εἶναι δῆθεν διαιρεμένον, καταλήγοντας ἔτσι στὴν «θεωρία τῶν κλάδων». Ἐπίσης, καὶ τὸ πρῶτο μέρος εἶναι ἀμφίσημο: ἡ «ἑνότητά μας» προϋποθέτει κάτι ποὺ ἤδη ὑφίσταται, καὶ δὲν γίνεται κατανοητὸ τί εἶναι οἱ «σχέσεις ἀληθινῆς κοινωνίας» ποὺ θέλουν νὰ ἐγκαθιδρύσουν τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει κοινωνία πίστεως. Ἀκόμη καὶ ἡ δήλωσι ὅτι πηγή τῆς ἑνότητας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ πηγὴ τῆς κοινωνίας τὸ Πνεῦμα, εἶναι λόγια μὲν ἀληθινά, ἀλλὰ μόνο στὴν περίπτωσιν ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ εἰς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ ὄχι στὸ σύνολο τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ σφετερίζονται τὸ ὄνομα τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ θεωροῦνται τέτοιοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ μπορούσαμε ἐπίσης νὰ ἀναρωτηθοῦμε γιὰ ποιὸ Πνεῦμα μιλοῦμε, ἐκεῖνο ποὺ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός ἢ ἐκεῖνο ποὺ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ; Ἢ ἀκόμη καὶ γιὰ ποιὸν Χριστόν, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων ὑπῆρξαν μονοφυσίτες, ἀλλὰ καὶ ριζοσπάστες προτεστάντες ποὺ φθάνουν νὰ ἀρνοῦνται τὴ θεότητα τοῦ Σωτῆρος!

  Τὸ πιὸ σοβαρὸ σημεῖο βρίσκεται ἀναμφίβολα στὸ δεύτερο ἄρθρο, ὅπου οἱ ὁμολογίες ποὺ ὑπογράφουν «δεσμεύονται νὰ ἀναγνωρίζουν καὶ νὰ σέβωνται ἡ μία τὴν ἄλλην ὡς χριστιανικὲς κοινότητες ποὺ ἐμψυχώνονται ἀπὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα». Γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ θεωροῦμε ἀπαράδεκτο ἐξ ὀρθοδόξου ἀπόψεως νὰ θεωροῦνται χριστιανικὲς κοινότητες, ὅπου ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα οἱ συναγωγὲς τῶν αἱρετικῶν, τὶς ὁποῖες ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ἀποκαλεῖ μᾶλλον «ὄργανα τοῦ διαβόλου». Ἀλλὰ χειρότερο εἶναι ὅ,τι λέγεται παρακάτω· οἱ ὑπογράφοντες δεσμεύονται νὰ ἀποφεύγουν «κάθε μορφὴ ἀνταγωνισμοῦ, προσηλυτισμοῦ ἢ ἐπιβολῆς». Πόσες φορὲς ἔχουμε ἀκούσει αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν! Τὸ δήλωσε ὁ Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος (Παπαδόπουλος) μαζί μὲ τὸν πάπα Ἰωάννη Παῦλο Β’ στὶς 7 Δεκεμβρίου 1987, καὶ ἀργότερα ὑπεγράφη ἐπισήμως στὸ ὀλέθριο ἔγγραφο τοῦ Μπαλαμάντ τὸ 1993. Παρομοίως, ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶχε δηλώσει τὸ 2005 ὅτι δὲν θὰ διεξήγαγε ἐνεργῆ ἱεραποστολὴ σὲ χῶρες «χριστιανικῆς παραδόσεως», δηλαδὴ αἱρετικές. Δὲν σημαίνει ἆραγε αὐτὸ παραίτησι ἀπὸ τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο, νὰ φέρωμε τὸ χαρμόσυνο μήνυμά τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ βαπτίσωμε ὅλα τὰ ἔθνη; Δὲν ἀρνεῖται αὐτὸ τὴν ἴδια τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ Κύριός μας διδάσκει ὅτι μόνον ὁ βαπτισμένος θὰ σωθεῖ· ἀρνούμενοι ὄχι μόνον νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καὶ κατὰ συνέπεια νὰ δεχθοῦν καὶ νὰ βαπτίσουν ἐκείνους ποὺ, εὑρισκόμενοι στὴν αἵρεσι, ἐπιθυμοῦν αὐθόρμητα νὰ ἔλθουν στὴν Ἀλήθεια, τί μεγάλο ἁμάρτημα διαπράττουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ οἱ οἰκουμενιστές, γινόμενοι ὑπεύθυνοι ἀπωλείας ψυχῶν;

  Καθαρὴ καὶ κενὴ ρητορεία διαπνέει τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ «Συμφώνου». Στὸ τρίτο, ὑπάρχει δέσμευσις γιὰ τὴν κοινωνικὴ συνοχὴ καὶ τὸ κοινὸ καλό, παραθέτοντας τὰ συνηθισμένα ἐπιχειρήματα ποὺ βρίσκονται στὴν παγκόσμια πολιτικὴ ἀτζέντα (εἰρήνη μεταξὺ τῶν λαῶν, ὑποδοχὴ μεταναστῶν, προστασία τῆς κτίσεως…). Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπῃ μιὰ ἀναφορὰ στὸν «ἀγῶνα κατὰ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ, τῆς ἰσλαμοφοβίας καὶ κάθε ἄλλης μορφῆς θρησκευτικῆς διακρίσεως». Θὰ πρέπη ἆραγε νὰ καταργήσωμε τὶς ἀναφορὲς στὴ θεοκτονία ποὺ διέπραξαν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ σταυρωταὶ τοῦ Σωτῆρος, ἀπὸ τὰ λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως πρότεινε κάποτε ὁ οἰκουμενιστὴς ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἰάκωβος (Κουκούζης), ὁ ὁποῖος παρεμπιπτόντως βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ στοὰ Μπνάϊ Μπρίθ; Ἄλλωστε, οἱ Λατῖνοι τὸ ἔχουν ἤδη κάνει μετὰ τὴν Β’ Βατικανὴ Σύνοδο, καταργώντας τὴν προσευχὴ «ὑπὲρ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων» ἀπὸ τὴν τελετὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, καὶ φημολογεῖται ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο Ρουμανίας ἔχει ἤδη τυπώσει λειτουργικὰ βιβλία μέ τροποποίησι τῶν «ἐνοχοποιητικῶν» χωρίων!

  Στὸ τέταρτο ἄρθρο οἱ ὑπογράφοντες δεσμεύονται γιὰ κοινὴ μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ γιὰ τὴν προώθησι τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὑπό τοῦ Κράτους· ἄρθρον ἀρκετὰ ρητορικό, ποὺ στὴν πραγματικότητα δεσμεύει κυρίως τοὺς Λατίνους, καθὼς εἶναι οἱ μόνοι ποὺ διαθέτουν οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ἰσχὺ, ἱκανὴ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἰταλικὸ Κράτος. Στὸ πέμπτο, τέλος, οἱ ὑπογράφοντες δεσμεύονται νὰ διατηρήσουν ἕνα «συνεχῆ καὶ ἀδελφικὸν διάλογον» μέσα ἀπὸ μία σειρὰ πρωτοβουλιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων «περιοδικὲς συναντήσεις προσευχῆς», δηλαδὴ παραβιάσεις τῶν πολυαρίθμων ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων ποὺ ἀπαγορεύουν αὐστηρὰ τὴν κοινὴ προσευχὴ μὲ ἑτεροδόξους, κάτι ποὺ ἀντιθέτως, δυστυχῶς, ἔχει γίνει συνηθισμένη γιὰ τοὺς δικούς μας οἰκουμενιστές. Τὸ ἔγγραφο καταλήγει μὲ μιὰ προσευχητικὴ ἐπίκλησι, μέσῳ τοῦ συνηθισμένου σφετερισμένου τοῦ κακῶς ἑρμηνευμένου στίχου τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «ἵνα ἓν ὦσιν» (ποὺ ὅπως εἶναι γνωστόν ἀναφέρεται στὴν ἑνότητα μεταξὺ τῶν πιστῶν, ὄχι τῶν πιστῶν μὲ τοὺς ἀπίστους). Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές· ἐξ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὑπέγραψαν ὁ φαναριώτης Μητροπολίτης Ἰταλίας Πολύκαρπος (Σταυρόπουλος), ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Ρουμανικῆς Ὀρθόδοξης Ἐπισκοπῆς Ἰταλίας Σιλουανός (Σπάν) καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας πρεσβύτερος Ἰβὰν Ἰβανώφ (ἂν καὶ ἡ Βουλγαρικὴ Ἐκκλησία δὲν συμμετέχει στὸ Π.Σ.Ε., φαίνεται ὅτι δὲν ἀπορρίπτει τέτοιες δραστηριότητες!), τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας πρεσβύτερος Ντουσὰν Ντουκάνοβιτς, καὶ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἱερομόναχος Ἀμβρόσιος (Ματζεγόρα). Ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ εἶναι περισσότερο ἢ λιγότερο ἐνεργοὶ στὴν ἰταλικὴ ἐπικράτεια, λοιπόν, δὲν ὑπέγραψαν μόνον οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔχουν ἐλάχιστη παρουσία.

  Ἂν οἱ ὑπογράφοντες θελήσουν νὰ σεβαστοῦν αὐτὰ ποὺ δεσμεύτηκαν νὰ κάνουν στὸ δεύτερο σημεῖο τοῦ συμφώνου, θὰ σταματήσουν κατὰ συν­έπεια νὰ δέχωνται τοὺς πολλοὺς Ἰταλοὺς ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ θὰ ἤθελαν νὰ βαπτισθοῦν σύμφωνα με  τὴν πίστι τὴν ἀληθινή· θὰ περιοριστοῦν ἄρα νὰ λειτουργοῦν ὡς ἐθνικὲς παρασυναγωγές, παραμελῶντας τὸ εὐαγγελικὸ καθῆκον νὰ ἀναγγείλουν εἰς ὅλους τὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Πολλοί, ἄλλωστε, ἤδη ἐνεργοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δεχόμενοι μόνον μὲ δυσαρέσκεια τοὺς μεταστρεφόμενους, καὶ πάντως μὴ προσπαθῶντας μὲ κανένα τρόπο νὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια στὸν δημόσιο χῶρο. Ἄλλοι θὰ μποροῦσαν ἀντιθέτως νὰ προσποιηθοῦν ὅτι δὲν συνέβη τίποτα, καὶ ὅτι ὑπέγραψαν ἕνα τόσο σοβαρὸ ἔγγραφο γιὰ καθαρῶς πολιτικὴ συμφωνία. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάζῃ κανεὶς τὴν πίστι, καὶ νὰ δίνῃ μαρτυρία ἐναντίον της, λόγῳ πολιτικῆς καὶ διπλωματίας; Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Φλωρεντία τὸ 1439, πολλοὶ ποὺ εἶχαν ὑπογράψει τὴν ψευδοένωσι, ἔχοντας πεισθῆ ἀπὸ τὶς πιέσεις τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἀπὸ τά ἀργύρια πού τούς ἔδωσε ὁ πάπας, μετενόησαν καὶ ἀνεκάλεσαν· οἱ σημερινοί, ποὺ πείθονται ἀπὸ τὶς πιέσεις τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καὶ ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ πάπα (δηλαδὴ οἱ λατινικοὶ ναοὶ ποὺ παραχωροῦνται καὶ στοὺς ὁποίους στεγάζονται σχεδὸν ὅλες οἱ ὀρθόδοξες ἐνορίες στὴν Ἰταλίαν), θὰ μετανοήσουν γιὰ ὅσα ὑπογράφουν, ἢ θὰ δείξουν παρόμοια ἀδιαφορία ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο;

orthodoxostypos



Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2026

 

                 Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ μὲ κοσμικὸ φρόνημα...

Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου 
«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῆ μὲ κοσμικὸ φρόνημα καὶ δὲν φυλάσσει τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν εἶναι νηφάλιος καὶ τοῦ ὁποίου τὸ πνεῦμα δὲν ἀγρυπνεῖ γιὰ τὸν Θεόν, κατὰ θείαν συγκατάβασι, πρόνοια καὶ ἀγάπη, περιπίπτει σὲ μία κατάστασι ὄχι ἐξ Ἰησοῦ συνισταμένην ἀλλὰ ἀργαλέαν, ἀνυπόφορη.
Πέφτει σὲ στενοχώρια, σὲ ἀγωνία, σὲ λήθαργο, σὲ κόπωση• δὲν μπορεῖ νὰ σηκώση τὰ χέρια του, δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει μετάνοιες, δὲν μπορεῖ νὰ χαμογελάσει.
Βλέπει τὸν Γέροντά του ὁ μοναχὸς καὶ λέγει μέσα του• "Αραγε, θὰ μοῦ κάνει πάλι παρατήρηση; Βλέπει ὁ ἄνδρας τὴν γυναῖκα καὶ ἀλλάζει δρόμο, πάει στὸ καφενεῖο.
Βλέπει ἡ γυναίκα τὸν ἄνδρα καὶ ἀναρωτιέται μὲ ἀγωνία: Τί θὰ μοῦ πει πάλι;
Ὅταν εἴμαστε ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ σηκώσωμε οὔτε τὸν ἑαυτό μας οὔτε τὸν ἄλλον, πολλῷ μᾶλλον τὸν Θεόν.»


 

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς - Εἰς τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς 
Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.
Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή... εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως. Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82]

Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας.

Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]

Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο;

Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Ποιός μᾶς τήν κλέβει; Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι.

Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Ἐκεῖνοι εἶναι πού κλέβουν τήν ψυχή μας, πού σωρεύουν ἁμαρτίες στήν ψυχή μας καί κατακαλύπτουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα μας. Μέ τό μαῦρο κατράμι τῆς ἁμαρτίας ἀλοίφουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ ἀμετανόητος μέσα στήν ἁμαρτία, ὅταν δέν πολεμᾶ κατά τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅταν μένει σέ αὐτές, ὅταν δέν τίς ἐξομολογῆται, τί ἀπομένει ἀπό τήν ψυχή του; Ἀπομένει ἡ θεία Εἰκόνα πασαλειμένη μέ τό μαῦρο πῦον τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!

Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;

Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:

Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά ὁ νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.

Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς εἴμαστε ὡσάν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἀθάνατες, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.

Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.
[σελ. 87]

Ἄς μᾶς καθαρίσῃ Αὐτός ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἀπό κάθε θάνατο. Ἄς μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε διάβολο, γιά νά μποροῦμε νά εἴμαστε πραγματικά ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἐπί τῆς γῆς ἕνα θεῖο μεγαλεῖο.

Ἄνθρωπε! Ἀδελφέ! Ποτέ μήν ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι μικρός Θεός μέσα στήν λάσπη! Μέσα στήν λάσπη τοῦ σώματός σου ἐσύ ἔχεις τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχε πῶς ζῆς.

Πρόσεχε τί κάνεις μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σου. Πρόσεχε, –ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! Διότι ἡ ζωή μας ξεκινᾶ ἀπό τήν γῆ καί καταλήγει στό πάμφωτο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσουμε ἐκεῖ ἀπολογία τί κάναμε μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο ἤμασταν σέ αὐτόν τόν κόσμο.

Εὔχομαι ὁ Ἀγαθός Κύριος νά χαρίσῃ στήν καρδιά τοῦ καθενός μας ὅλα τά οὐράνια δῶρα, ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές: τήν πίστι καί τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή καί τήν νηστεία καί τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσι, ὥστε νά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε ὅλο αὐτόν τό φοβερό ἐπίγειο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν θεία μορφή καί νά μετατεθοῦμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό πρός τόν Ἀναστάντα Κύριο σέ ἐκεῖνο τόν κόσμο.

Ἀλλά μέχρι τότε ἡ ἁγία νηστεία ἄς μᾶς ὁδηγῇ πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τήν Ἁγία Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά προσκυνήσουμε, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη μέ τό σῶμα μας, Αὐτόν, τόν Ἀναστάντα Κύριο, τόν Νικητή τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου, Αὐτόν πού ἐξασφάλισε τήν Αἰώνιο Ζωή γιά τό σῶμα μας καί γιά τήν ψυχή μας.

Σέ Αὐτόν, μόνο σέ Αὐτόν, ἀποκλειστικά σέ Αὐτόν, ἀνήκει αἰώνιος δόξα καί τιμή, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


 

Ο Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης της Αριζόνας για τις αιρέσεις και την τήρηση της Ορθοδόξου Πίστεως.

Δεν θα πρέπει σε καμμιά περίπτωση να υποχωρήσουμε και να δεχθούμε πράγματα μή Ορθόδοξα. Οι Πατέρες οι μεγάλοι της Εκκλησίας μας, όπως γνωρίζουμε, έκαμαν μεγάλους αγώνες. Εκοπίασαν μεγάλως για να κρατήσουν την Εκκλησία εις το ύψος Της. Η Εκκλησία η Ορθόδοξος εσφραγήσθη. Ούτε αφαίρεσις ούτε πρόσθεσις χωράει. Ούτε μετάθεσις μίας κεραίας, μίας οξείας από την μία συλλαβή στην άλλη, διότι αλλάζει εντελώς το νόημα και το νόημα επάνω σε Ορθόδοξες θέσεις είναι εγκληματικό.

Οι αιρέσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Ό,τι είναι έξω από τον κύκλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι λάθος. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν έφυγε από την θέση Της, γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη υποχωρήσεως. Σήμερα λέγουν οι αιρετικοί, οι οποίοι φροντίζουν κατά την δική τους προσπάθεια να ενωθούν με την Ορθοδοξία, ζητώντες και απαιτούντες να εγκαταλείψει η Ορθοδοξία ορισμένες θέσεις, να εγκαταλείψουν και αυτοί, και έτσι να γίνει η «πολυπόθητος», κατ’ αυτούς, «ένωση».

Δεν έφυγε το φως από την θέση του για να ξαναζητήσει να επανέλθει. Εάν αυτοί έφυγαν από το φως, να το αναζητήσουν. Το φως υπάρχει, λάμπει ανά τον κόσμο και θα πρέπει να επιστρέψουν εν μετανοία. Να ζητήσουν συγγνώμη από τον Θεό και από την Εκκλησία και να επανέλθουν στην πρώτη θέση όπου είχαν στην Εκκλησία. Αν ήτανε σωστοί και αν τα φρονήματά τους ήταν σωτήρια, οι άνθρωποι που συλλειτούργησαν με τον Βέκκο δεν θα γινόντουσαν δαιμόνια.

Επομένως πρέπει να φυλαχθούμε από τον παπισμό που δεν είναι τίποτε άλλο παρά όχι αίρεσις αλλά κάτι περισσότερο, που δεν άφησαν μήτε παράδοση, μήτε μυστήρια, μήτε δόγματα όρθια και σωστά. Και οι άλλες δοξασίες βέβαια και οι άλλες ομολογίες είναι τρομακτικά λανθασμένες.

Εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, με τις μαρτυρίες τις αδιάσειστες, πρέπει να κρατήσουμε γερά και ανυποχώρητα την Ορθοδοξία μας.

Αυτοί οι ασκητές οι μεγάλοι που μιλούσαν με τον Θεό, μας δίνουν τέτοιες νουθεσίες και παραγγελίες. Εμείς, μπορούμε με το φτηνό μυαλό και με την τιποτένια κατάσταση, την πνευματική μας, να πούμε γιατί το ένα και γιατί το άλλο; Είναι πάρα πολύ περήφανο να το σκεφθούμε αυτό το πράγμα. Ενώ με την ταπείνωση ακολουθούμε τους Πατέρες που ήλεγξαν τόσο όμορφα τα πράγματα και τα έβαλαν στην θέση τους. Εμείς δεν πρέπει να βάλουμε δικές μας θέσεις, γιατί οπωσδήποτε θα βγούμε από τις θέσεις τις σωστές.

Και να μην δώσουμε ακοή σε ό,τι λέγεται από πλευράς των, των αιρετικών, ότι θα πετύχουν την «ένωση» με υποχώρηση της Ορθοδοξίας.

Μα δεν άφησαν και τίποτε όρθιο. Δεν έχουν καμμία χάρη. Ούτε οι λειτουργίες τους, ούτε τα μυστήριά τους που δεν είναι μυστήρια. Δεν έχουνε τίποτα, ενώ η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι γεμάτη χάρη.

Το να κατεβάσουμε τα καντήλια… δεν είναι τίποτε !

Το να αφαιρέσουμε εκείνο από την Λειτουργία, εκείνο από τον Αγιασμό, εκείνο από το Ευχέλαιο, εκείνο από την Βάπτιση, εκείνο το άλλο… Δεν χαλάει η Ορθοδοξία με το να μειώσουμε και να αφαιρέσουμε και να εκκοσμικεύσουμε λίγο την Εκκλησία; Ναι, έτσι λέγεται και έτσι φαίνεται. Κι όμως, εάν λέμε ότι πάνω σε ένα περιστέρι τι είναι το να βγάλουμε ένα πούπουλο, το να βγάλουμε δύο, μα δεν βγάζουμε κρέας. Το κρέας είναι ακέραιο το πουλί. Και μη αφαιρώντας κρέας από το σώμα του περιστεριού, το περιστέρι δεν θα ζήσει διότι καλύπτεται και ζει όχι μόνο με την σάρκα αλλά και με το ό,τι περιβάλεται. Έτσι και η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι μόνο το Ευαγγέλιο. Έχουμε και την Παράδοση. Έχουμε και τας Οικουμενικάς Συνόδους. Έχουμε και τις κορυφές των Πατέρων. Έχουμε την αυθεντία των μεγάλων ιεραρχών. Έχουμε τις απτές μαρτυρίες της χάριτος. Ακόμα και ένας απλός Αγιασμός δίνει την Ορθόδοξη μαρτυρία. Μιλάει για την Ορθόδοξον Εκκλησία, την αγιαστική χάρη που έχει. Ενώ ένας αγιασμός αιρετικού μετά από λίγο βρωμά.

Ας ευχόμεθα στην προσευχή μας η Ορθοδοξία μας να στέκει πάντα εις το ύψος της και να ευχόμεθα για τους ανθρώπους που ηγούνται της Ορθοδοξίας να κρατήσουν την Ορθοδοξία ανυποχώρητα..

Απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ



 

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ» ΚΑΙ Η ΠΑΠΙΚΗ «ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ» ΟΛΕΘΡΙΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΚΟΥ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΣΜΟΥ (Σχολιασμός σε πρόσφατο «Κονσιστόριο» στο Βατικανό)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 2α Μαρτίου 2026

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ» ΚΑΙ Η ΠΑΠΙΚΗ «ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ» ΟΛΕΘΡΙΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΚΟΥ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΣΜΟΥ

(Σχολιασμός σε πρόσφατο «Κονσιστόριο» στο Βατικανό) 

     Έχουμε επανειλημμένως επισημάνει και τεκμηριώσει ότι ο Παπισμός, υπό την πίεση των σύγχρονων εξελίξεων αλλά και της ορθόδοξης κριτικής για τον απολυταρχικό τρόπο διοίκησής του, επιχειρεί να προβάλλει μια νόθα εκδοχή «συνοδικότητας». Πρόκειται για μια μορφή συνοδικότητας που όχι μόνο δεν περιορίζει την παπική απολυταρχία, αλλά, αντιθέτως, την ενισχύει και τη θωρακίζει θεσμικά.

     Το γνήσιο Συνοδικό Πολίτευμα της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού, της αληθινής και γνήσιας Εκκλησίας, της Ορθοδοξίας, είναι ο αρχέγονος και θεοδίδακτος τρόπος δημοκρατικής – συλλογικής διοίκησής της. Οι Άγιοι Απόστολοι, στην Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ, λειτούργησαν με την αρχή: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξεις,15,28), εγκαινιάζοντας τον τρόπο διοίκησης στην Εκκλησία. Αυτό το Αποστολικό Συνοδικό Σύστημα ακολουθεί στην δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία ως τα σήμερα, η Αγίας μας Ορθόδοξη Εκκλησία, με την ισότιμη και αποφασιστική ψήφο όλων των επισκόπων ή των αντιπροσώπων τους, στις Συνόδους, όπου τα ζητήματα πίστεως, προβλημάτων και λοιπών θεμάτων, παίρνονται κατά πλειοψηφία, «ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος κρατείτω» (η άποψη της πλειοψηφίας πρέπει να υπερισχύει), χωρίς καμιά παρέκκλιση, χωρίς καμιά επίσημη έγκριση από κάποια πρόσωπα (Πάπες, Πατριάρχες, κλπ).  Ύπατη και αλάθητη αυθεντία δεν είναι κάποιο πρόσωπο, αλλά οι Άγιες Σύνοδοι. Οι αποφάσεις των Συνόδων δεν απαιτείται να επικυρώνονται από κάποιον Πάπα ή Πατριάρχη, αλλά τίθενται στην κρίση του εκκλησιαστικού πληρώματος, το οποίο είναι εν τέλει και ο τελικός κριτής της γνησιότητάς τους, καθότι, «Ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός...»[1], όπως αποφάνθηκε η Σύνοδος των Ορθοδόξων Πατριαρχών του 1848.

     Η προτεινόμενη  παπική «συνοδικότητα» βρίσκεται στον αντίποδα της γνήσιας αποστολικής και αγιοπατερικής Συνοδικότητας της Εκκλησίας! Σε αυτή δεν είναι κεφαλή της Εκκλησίας ο Χριστός (Κολ.1,18), αλλά ο «Πάπας», ο «διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου», ο οποίος εξόρισε το Χριστό στον ουρανό, παίρνοντας τη θέση του στην Εκκλησία, ως ο «επί γης αντιπρόσωπός του». Είναι ευνόητο πως ο αντιπρόσωπος παίρνει τη θέση του απόντος εκπροσωπουμένου! Δεν είναι η Σύνοδος η ύπατη και αλάθητη αυθεντία της Εκκλησίας, αλλά η «αλάθητη κεφαλή της», ο «Πάπας», ο οποίος ίσταται υπεράνω των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτός αποφασίζει πότε και πως θα συγκαλούνται αυτές, για την θεματολογία τους και την έγκριση των αποφάσεών τους. Οι Σύνοδοι λειτουργούν ως συμβουλευτικά όργανα του «Πάπα». Η προτεινόμενη παπική «συνοδικότητα» είναι κάποιες «εισηγητικές επιτροπές» του «Πάπα», οι οποίες του εισηγούνται διάφορα θέματα και προβλήματα, για να τα «λύσει» εκείνος χωρίς να θίγεται στο ελάχιστο το παπικό «πρωτείο» και «αλάθητο», ο απολυταρχικός χαρακτήρας της διοίκησης της παπικής «εκκλησίας», το θλιβερό κατάλοιπο της φράγκικης φεουδαρχίας. Είναι χαρακτηριστικός ο χαρακτηρισμός της παπικής «συνοδικότητας» …«ως συνοδοιπορία», «βαδίζουμε μαζί»!  

      Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από δημοσίευμα της εφημερίδος των εν Ελλάδι παπικών «ΚΑΘΟΛΙΚΗ» (αρ. φύλλου 372, 14-1-2026), με θέμα: «Νέο Κονσιστόριο τον Ιούνιο. “Θα πραγματοποιούμε ένα κάθε χρόνο”». Αφού μελετήσαμε με προσοχή το άρθρο, αποφασίσαμε να σχολιάσουμε τα λεγόμενα στο παπικό «Κονσιστόριο», τα οποία φανερώνουν τις πραγματικές προθέσεις του Παπισμού, για την υιοθέτηση αυτού του είδους, την κάλπικη «συνοδικότητα» και όχι την γνήσια της εκκλησιαστική.

     Καταρχήν να διευκρινίσουμε τι είναι το «Κονσιστόριο» και πως λειτουργεί. Σημαίνει  ιερό συνέδριο, από το λατινικό «consistere», «συζητώ ένα θέμα» και συγκαλείται από τον «Πάπα». «Τα Κονσιστόρια είναι συνεπώς συναντήσεις του Κολλεγίου των Καρδιναλίων και χωρίζονται σε τακτικά και έκτακτα: τα πρώτα με τους καρδιναλίους που διαμένουν στη Ρώμη, στα δεύτερα οφείλουν να συμμετέχουν όλοι οι καρδινάλιοι»[2].

       Ποιος είναι ο σκοπός των «Κονσιστόριων» και έχουν σχέση με το Συνοδικό Πολίτευμα της Εκκλησίας; Ασφαλώς όχι. Η προσφώνηση του πρώην «Πάπα» Φραγκίσκου το 2015, με την οποία υπενθύμισε στους νέους καρδιναλίους φανερώνει ότι αυτό είναι ξεκάθρα συμβουλευτικό όργανο του «Πάπα»:  «η Εκκλησία σας χρειάζεται, χρειάζεται τη συνεργασία σας, και πριν από αυτό την κοινωνία σας, με εμένα και ανάμεσά σας». Το 2013 είχε θεσπίσει «ένα Συμβούλιο Καρδιναλίων, κοινώς αποκαλούμενο C9, για να τον συμβουλεύει στην διακυβέρνηση της καθολικής Εκκλησίας»[3]! Και φυσικά, όταν αναφέρονται οι παπικοί στην «Εκκλησία», αναφέρονται στον «Πάπα» και στους «έχοντες κοινωνία με τον υπέρτατο ποντίφικα», ο οποίος, σύμφωνα με την παπική «εκλλησιολογία», θεωρείται η «ορατή κεφαλή της Εκκλησίας», το «ορατό θεμέλιο της Εκκλησίας»[4]! Όπως ο Χριστός παλαιώνονταν από τους Αποστόλους, έτσι και ο «επί γης αντιπρόσωπός του» πλαισιώνεται από τους καρδιναλίους του, οι οποίοι τον βοηθούν στο έργο του!

      Στο κλείσιμο της τελευταίας συνόδου του πρόσφατου Κονσιστορίου, ο «Πάπας» Λέων ΙΔ΄ έκανε κάποιες δηλώσεις, οι οποίες φανερώνουν ξεκάθαρα τις αντιλήψεις της «εκκλησίας» του, όσον αφορά το μεγάλο «αγκάθι» των σχέσεων με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, την υφή και λειτουργία της «συνοδικότητας». Δεν αφήνει κανένα περιθώριο να επανέλθει στο γνήσιο και συνοδικά θεσμοποιημένο Συνοδικό Πολίτευμα. Αντίθετα επιχειρεί να ισχυροποιήσει τον απολυταρχικό – φεουδαρχικό τρόπο διοίκησης της «εκκλησίας» του. Ακολουθεί με ακρίβεια την παπική «κατήχηση», ότι «Ο επίσκοπος της Εκκλησίας της Ρώμης είναι διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και σ’ αυτόν διαμένει το αξίωμα που εδόθη με ιδιαίτερο τρόπο από τον Κύριο στον Πέτρο, τον πρώτο των Αποστόλων, για να μεταφέρεται στους διαδόχους του»[5]. Δεν έχει την παραμικρή σκέψη  και διάθεση να εγκαταλείψει το δαιμονικής εμπνεύσεως «πρωτείο». 

       Μεταξύ των άλλων αναφέρεται στο δημοσίευμα: «Ο Πάπας μίλησε για μια “μη τεχνική συνοδικότητα” που βίωσε χθες και σήμερα, μια “βαθιά σύμπνοια και κοινωνία”, με μια μεθοδολογία σχεδιασμένη ώστε να ευνοεί την αμοιβαία γνωριμία, δεδομένης της ποικιλομορφίας καταβολών και εμπειριών του καθενός»[6].

     Και συνέχισε το δημοσίευμα: «Η συνοδικότητα, η βίωσή της ως “συνοδοιπορία”, η ανάγκη να αντανακλάται στην άσκηση της εξουσίας, στη διαμόρφωση και στο έργο των αποστολικών νουντσίων, να βιώνεται στην Κούρια με “μεγαλύτερη διεθνοποίηση”»[7].

      Σε άλλη πρόσφατη ομιλία του ο «Πάπας» υπήρξε ξεκάθαρος για το πώς βλέπει την «Συνοδικότητα»: Είπε ότι, «οι Ποντικές Σύνοδοι», δεν λειτουργούν στα πλαίσια του Συνοδικού Πολιτεύματος της Μίας και αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού, αλλά είναι «αφιερωμένες στην επικοινωνία, στη γενική διακυβέρνηση του Κράτους του Βατικανού, στην προώθηση της ολοκληρωμένης ανθρώπινης ανάπτυξης, στη ζωή, στην οικογένεια και στους λαϊκούς, ή στην προώθηση των θρησκευτικών χαρισμάτων και των εταιρειών αποστολικής ζωής, διευθύνονται από ικανά πρόσωπα, λαϊκά ή μοναχικά, με χάρισμα αναγνωρισμένο από την Ανώτατη Αρχή, δεν μειώνει την αξία της διακονίας τους λόγω έλλειψης της εξουσίας της Τάξεως»[8]!

      Η κατάλυση του αρχέγονου και ευλογημένου Συνοδικού Πολιτεύματος της Μιας και Αδιαιρέτου Εκκλησίας από τον φραγκισμό, ο οποίος κατέλαβε τον σεβάσμιο πατριαρχικό θρόνο της Δύσεως, τον 11ο αιώνα, αποτελεί τον κύριο εκτροχιασμό του δυτικού Χριστιανισμού. Ο μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός είχε γράψει πως  το παπικό «πρωτείο», το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από την επιβολή του μεσαιωνικού φραγκικού και απάνθρωπου φεουδαρχισμού, «είναι η πηγή όλων των άλλων καινοτομιών» του[9].

       Η παπική απολυταρχία (Papal Supremacy) και η κατάργηση της Συνοδικότητας εξαφάνισε κάθε ίχνος εκκλησιαστικότητας του Παπισμού.  Και τούτο διότι την αλάθητη αυθεντία της Εκκλησίας, η οποία στηρίζεται στην αέναη καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος (Ιωάν.16,17), αντικατέστησε η υποκειμενική κρίση του ανθρώπου «Πάπα», η οποία ανυψώθηκε σε «δόγμα», του «αλαθήτου» από την Α΄ Βατικανή «Σύνοδο» το 1870.  Κατά τον αείμνηστο π. Γεώργιο: «Η ανύψωση του Πάπα πάνω από τους άλλους επισκόπους, οδήγησε στην έξαρσή του και πάνω από τις Οικουμενικές Συνόδους, συνεπώς δε και πάνω από την Εκκλησία. Η μέσω δε του πρωτείου διαμόρφωση του Παπισμού οδήγησε την Δύση στην “ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αλήθειας”, σε ένα “διαφορετικό χριστιανισμό, στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου”»[10]. Όντως απέβη δυστυχώς ο Πάπας» «επί γης Εωσφόρος», θέτων τον θρόνο του υπεράνω των Συνεπισκόπων του! 

     Αξίζει να αναφέρουμε και το γεγονός ότι η παπική απολυταρχία, το «πρωτείο» και το «αλάθητο» του «Πάπα» και γενικά η «αποθέωσή» του, στηρίζονται σε πλαστογραφημένα και χαλκευμένα μεσαιωνικά κείμενα, όπως η Ψευδο-Κωνσταντίνειος Δωρεά», τα «Ψευδοκλημέντια», η «Ψευδοπιπίνειος Δωρεά», κλπ)! Ένα από αυτά οι «Ισιδώρειες Διατάξεις» (False Decretals ή Pseudo-Isidorian Decretals - μέσα 9ου αι.) είναι μια τεράστια συλλογή εκκλησιαστικών κανόνων που εμφανίστηκε στη Γαλλία. Ο δημιουργός χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Ισίδωρος Μερκάτωρ». Η συλλογή περιλαμβάνει πάνω από 90 πλαστά παπικά διατάγματα (decretals) από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, τα οποία παρουσιάζουν τον Πάπα ως απόλυτο μονάρχη της Εκκλησίας, υπεράνω όλων των επισκόπων και των Συνόδων. Παρά την πανηγυρική απόδειξη της πλαστότητάς τους, τον 15ο αιώνα και τον λόγιο Lorenzo Valla και εφ’ εξής και παρά τον αντιχριστιανικό τους χαρακτήρα, οι παπικοί συνεχίζουν τα μεταχειρίζονται και τα προβάλλουν σ’ αυτά για να στηρίξουν τις κοσμοκρατορικές αξιώσεις του Παπισμού και την απόλυτη κυριαρχία του «Πάπα»[11]!

      Οι παπικοί προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι το παπικό «πρωτείο» λειτουργεί ως αποτελεσματικός θεσμός για την ενότητα της Εκκλησίας και συχνά ψέγουν την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ότι «το Συνοδικό Σύστημα δεν καθίσταται ικανό να προστατέψει την ενότητά της». Προφανώς έχουν λαθεμένη αντίληψη για το τι είναι η ενότητα της Εκκλησίας, την οποία ταυτίζουν με την διοίκησή της.

       Η ενότητα της Εκκλησίας έγκειται ουσιαστικά στην μυστηριακή ενότητα. Εφόσον οι Τοπικές Εκκλησίες βιώνουν την αυτή πίστη η ενότητά τους δεν διαταράσσεται, έστω και αν υπάρξει διάσταση σε θέματα διοίκησης. Κατά τον αοίδιμο π. Γ. Μεταλληνό και πάλι, «Οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες εκφράζουν την “μυστική” ενότητά τους στο ένα σώμα του Χριστού, μέσω του ανωτάτου εκκλησιαστικού οργάνου τους, που είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Κάθε αποστασιοποίηση από τις θεμελιακές αυτές προϋποθέσεις και αναγκαιότητες για την διασφάλιση της εκκλησιαστικής ενότητας επιφέρει σχισματικές καταστάσεις, με την απόσχιση της καινοτομίας και πλάνης από το ένα σώμα»[12].

      Ο μακαριστός Αρχ. π. Αυγουστίνος Μύρου, δόκιμος αντιαιρετικός συγγραφέας, είχε εύστοχα τονίσει πως, «Η επιμονή του Παπισμού τόσο στο πρωτείο, όσο και στο αλάθητο του πάπα, φανερώνει την αγωνιώδη προσπάθεια των αιρετικών να βρουν λύση στο επιτακτικό πρόβλημα της ενότητος. Και επειδή απορρίπτουν εκείνη που αποκάλυψε ο Θεός και εφήρμοσε η αγία Του Εκκλησία, εφευρίσκουν αυταρχικά μορφώματα, που υποβαθμίζουν την καθοδηγητική παρουσία του Αγίου Πνεύματος»[13].

      Δεν χρειάζεται νομίζουμε να παραθέσουμε περισσότερα στοιχεία για να αποδείξουμε ότι ανάμεσα στην παπική «εκκλησία» και την Μία και αεί αδιαίρετη Εκκλησία υπάρχει χάσμα μέγα και όσον αφορά την Συνοδικότητα, η οποία συνιστά και την πεμπτουσία της λειτουργικότητά της. Αντίθετα, κάθε απόκλιση από αυτόν τον θεόσδoτο θεσμό, αποτελεί σοβαρή εκτροπή από την δισχιλιόχρονη εκκλησιαστική παράδοση.

     Κλείνουμε την ανακοίνωσή μας με μια σοβαρή «παρενέργεια» του αντιχριστιανικού θεσμού του παπικού «πρωτείου» και στην καθ’ ημάς Ορθόδοξη Ανατολή. Οι εδώ και μισό αιώνα ατέρμονοι θεολογική διάλογοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας με τον Παπισμό, όσον αφορά και το «πρωτείο του επισκόπου Ρώμης», όχι μόνον δεν έφεραν θετικά αποτελέσματα, δεν πείστηκαν οι παπικοί (και) γι’ αυτή την κακοδοξία, αλλά έμειναν απόλυτα αμετακίνητοι. Πολιός σοφός πανεπιστημιακός Καθηγητής δίδασκε πως, ο Παπισμός είναι ενδεχόμενο να αποβάλλει όλες τις άλλες πλάνες του, εκτός από το «πρωτείο», το οποίο αποτελεί την ουσία του, διότι με την άρνησή του, θα κατέρρεε  ως χάρτινος πύργος ολόκληρο το παπικό οικοδόμημα!  

     Μπροστά στην πεισματική άρνηση των παπικών, οι ορθόδοξοι συζητητές τους, (πολλοί από αυτούς), προσπαθούν να το «ερμηνεύσουν ορθοδόξως». Ο μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός είχε τονίσει πως: «Η μεγαλύτερη αυταπάτη είναι η επιδίωξη επανερμηνείας του πρωτείου, το οποίο, όπως και αν χαρακτηρισθεί, παραμένει πρωτείο αντιεκκλησιαστικό και πατερικά απαράδεκτο, ως φορτισμένο με την πολιτική-κοσμική σημασία του. Η πρόταση, Παπικών και Οικουμενιστών, να γίνει δεκτό το παπικό πρωτείο ως “πρωτείον διακονίας”, αποδεικνύεται απατηλό πυροτέχνημα. Διότι η μεγαλύτερη έκφραση ειλικρινείας, διακονίας και φιλαληθείας θα ήταν η επίσημη άρνηση εκ μέρους του Παπισμού όλων των παπικών καινοτομιών, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται τα ειδικά περί Πάπα δόγματα»[14]! Τέλος, η αναφορά της «Κατήχησης» της παπικής «εκκλησίας», σύμφωνα με την οποία, «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου»[15], είναι δηλωτική της κάλπικης παπικής «συνοδικότητας»!

      Συμπερασματικά, η προβαλλόμενη παπική «συνοδικότητα» δεν συνιστά επιστροφή στο αποστολικό συνοδικό έθος και ήθος, αλλά αναδιατύπωση της ήδη υφιστάμενης συγκεντρωτικής δομής, φρικτό κληροδότημα του βάρβαρου φραγκικού φεουδαρχισμού. Κάθε απόκλιση από το θεοπαράδοτο Συνοδικό Πολίτευμα συνιστά, κατά την ορθόδοξη θεώρηση, ουσιώδη εκκλησιολογική διαφοροποίηση. Γι’ αυτό πρέπει να εμμένουμε στην ομολογητική απάντηση της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1895, προς τον «Πάπα» Λέοντα ΙΓ΄: «Η φυσικωτέρα οδός προς την ένωσίν εστιν η επάνοδος της Δυτικής Εκκλησίας εις το αρχαίον δογματικόν και διοικητικόν καθεστώς»[16]. Εμείς θα προσθέταμε: η μοναδική!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[1] Απάντησις των Ορθοδόξων Πατριαρχών (Ιω. Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά..., II, σ. 920)

[3] Όπου ανωτέρω

[4] Κατήχηση § 936, LG § 22

[5] Κατήχηση § 882, LG § 22

[7] Όπου ανωτέρω

[10] Όπου ανωτέρω

[12] Όπου ανωτέρω

[14] Όπου ανωτέρω

[15] Βασιλείου Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστ. σ. 293.