Τετάρτη, Μαΐου 20, 2026

 

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Κατήχησις ΙΕ΄

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων,

Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Κατήχησις ΙΕ΄

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΣΑΝ ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟ ΒΙΟ.

20/05/2026

Ἐπιμέλεια: Ἀρχιμ. Παῦλος Ντανᾶς

Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας

Ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες,

σήμερα εἶναι μία ἑορτή μεταξὺ δύο φωτεινῶν καὶ σωτηρίων ἑορτῶν (τῆς Ἀναλήψεως καὶ τῆς Πεντηκοστῆς). Σήμερα, μεταξὺ δύο μεγάλων μέχρι τὸν οὐρανὸ πανηγύρεων παρουσιάζονται οἱ πολύφωτοι ἀστέρες. Σήμερα, μεταξὺ τῶν δύο ἁρμάτων ποὺ ἔχουν δρόμο τὸν οὐρανὸ ἐμφανίζονται 318 ἁρματηλάτες, ὄχι βέβαια γὰ νὰ διευθύνουν τὴν ὁρμὴ αὐτῶν τῶν δύο κατευθυνομένων ἁρμάτων, ἀλλὰ γιὰ νὰ διευθύνουν αὐτοὺς ποὺ ἀπιστοῦν γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνεβεῖ ἐπάνω στὰ ἅρματα καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν στὴν πίστη. Γιὰ τὸ ὅτι τὸ μὲν ἕνα ἅρμα ἀνέβασε ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὶς οὐράνιες ἁψίδες καὶ τοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα ἀπὸ τὴ γῆ, τὸν σαρκοφόρο Θεό Λόγο, τὸ δὲ ἄλλο ἅρμα ὅτι τὸν ἄλλο «Παράκλητο» (Ἰωάννου 14,16), (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα) ἀντὶ γιὰ τὸν Χριστὸ ποὺ ἀναλήφθηκε, Tὸν κατέβασε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ «σὰν ἄνεμος ποὺ φυσοῦσε δυνατά» (Πράξεις 2,3), γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔλεγε ὅτι: «Σᾶς συμφέρει νὰ φύγω ἐγώ. Γιατί ἂν ἐγὼ δὲν φύγω δὲν θὰ ἔρθει σὲ 'σᾶς ὁ Παράκλητος, ἐνῶ ἂν πάω ἐκεῖ θὰ τὸν στείλω σὲ 'σᾶς. Καὶ ὅταν ἔλθει ἐκεῖνος θὰ ἐλέγξει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἁμαρτία, γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ γιὰ τὴν κρίση» (Ἰωάννου 15, 7-8).

Αὐτὰ λοιπὸν, ποὺ συνέβησαν μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ Πατέρα, δηλαδὴ ὁ μὲν Χριστὸς ποὺ ἀνέβηκε μὲ ἀπερίγραπτο τρόπο μὲ τὴ σάρκα Του ἐπάνω σὲ ἅρμα νέφους, τὸ δὲ Πνεῦμα ποὺ κατέβηκε μὲ ἀκατάληπτο τρόπο μὲ ἦχο «σὰν ἄνεμος ποὺ φυσοῦσε δυνατά» (Πράξεις 2,2) καὶ μοίρασε πύρινες γλῶσσες στοὺς μυημένους τῆς Χάριτος, αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἑρμηνευθοῦν γιὰ νὰ ἔχει ὀρθή πίστη «κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο» (Ἰωάννου 1,9). Ὅμως αὐτὸ τὸ καλὸ τὸ φθόνησε ὁ σατανᾶς καὶ τὸ σκότισε πολὺ καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ποικίλων αἱρέσεων καὶ συνέλαβε ἔτσι πάρα πολλοὺς καὶ ἀντὶ «ὅλοι νὰ γίνουν νὰ εἶναι καὶ νὰ λέγονται Χριστιανοί» ἀποφάσισαν νὰ εἶναι νὰ λέγονται αἱρετικοί, δηλαδὴ Ἀρειανοὶ καὶ Νεστοριανοί, Μακεδονιανοί, καὶ Ἰακωβῖτες. Καὶ αὐτοὶ καὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ δυσώδη ὀνόματα καὶ τὰ μιαρὰ δόγματα δὲν εἶναι αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ τὰ λέμε καὶ νὰ τὰ γράφουμε. Γιατὶ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ τῶν ἀπίστων πολὺς καπνός, διαμάχη καὶ ἔριδα καὶ σκάνδαλα. Γι’ αὐτὸ καὶ μεταξὺ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Καθόδου τοῦ Παρακλήτου συγκεντρώθηκαν, κινούμενοι ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ διαταγὴ τοῦ βασιλιά (Μεγάλου Κωνσταντῖνου) στὴ Μητρόπολη τῆς Νικαίας, οἱ ἔνδοξοι αὐτοὶ Πατέρες σὰν φωτεινοὶ ἀστέρες καὶ δραστήριοι γεωργοὶ καὶ ἐνάρετοι κυβερνῆτες καὶ καλοὶ ποιμένες, καὶ μείωσαν βέβαια αὐτοὶ οἱ ἀστέρες τὸ σκοτάδι τῆς ἀσεβείας, ἀλλὰ ξερίζωσαν καὶ ὡς γεωργοὶ τὰ ἀγκάθια τῆς βλασφημίας καὶ ἀντιμετώπισαν ὡς κυβερνήτες τὰ κύματα τῶν αἱρέσεων καὶ ἔβγαλαν ἔξω ὡς ποιμένες καὶ ἀφόρισαν καὶ ἔδιωξαν μακριά ἀπὸ τὰ πρόβατα τοὺς λύκους καὶ δικαίως, ρίχνοντάς τα κάτω καταπάτησαν τὰ φλύαρα δόγματά τους. Δὲν ἐπέτρεψαν νὰ λέγονται ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα κτίσματα, ὅπως ὅρισαν ἐκεῖνοι μὲ τὸ κακό τους φρόνημα, ἀλλὰ καλὰ καὶ ἅγια μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως μὲ δυνατὴ φωνὴ καὶ ὁμόφωνα κήρυξαν τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα κτίστη καὶ συντηρητὴ τοῦ κόσμου καὶ ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα. Καὶ ἐμεῖς ἔτσι πιστέψαμε καὶ πιστεύουμε, σύμφωνα μὲ τὴ θεόπνευστη παράδοσή τους.

Καὶ εἶναι βέβαια ἡ πίστη μας καλὴ καὶ ὀρθὴ καὶ ἄμεμπτη καὶ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Ἡ ὀρθὴ πίστη ὅμως χρειάζεται καὶ ἔργα ἄξια τῆς πίστεως, ὥστε ὅπως ἀκριβῶς δύο ἐκλεκτὰ βόδια ποὺ τὰ ἔχει ζέψει ὁ Θεὸς, τὰ ἔργα νὰ συμφωνήσουν μὲ τὴν πίστη καὶ ἀπὸ αὐτὰ νὰ γίνεται ζωηφόρα ἡ καλλιέργεια. Ὅταν ὅμως δὲν ἔχουμε ὀρθὴ πίστη καὶ εἶναι ρυπαρὸς ὁ βίος μας, τότε μοιάζουμε μὲ κάποιον πολὺ ἄφρονα ἄνθρωπο ποὺ ἔζεψε χοῖρο μὲ βόδι καὶ προσπαθεῖ νὰ σπείρει καὶ νὰ καλλιεργήσει καὶ νὰ τραφῇ ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ ζήσει καὶ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸν θάνατο. Αὐτόν, οἱ ἄνθρωποι ποὺ φοβοῦνται τὸν Θεὸ καὶ ζοῦν στὴ γῆ καὶ οἱ ἄγγελοι βλέποντάς τον θὰ γελάσουν καὶ θὰ ποῦν: «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι ἐκτὸς ἑαυτοῦ καὶ παράφρονα, πῶς ἔζεψε στὸ βόδι, χοῖρο καὶ νομίζει ὅτι θὰ σπείρει καὶ θὰ καλλιεργήσει μὲ αὐτὰ καὶ θὰ ζήσει». Καὶ ἐὰν τοῦ ποῦν: «Τί κοπιάζεις ἄδικα ἄνθρωπε; Δὲν καταλαβαίνεις τί κατηγορία καὶ γέλιο προξενεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου; Πρέπει νὰ ξέρεις ὅτι δὲν συμφωνεῖ τὸ βόδι νὰ καλλιεργεῖ μὲ τὸν χοῖρο. Διότι μόνο τοῦ βοδιοῦ ἔργο εἶναι νὰ σέρνει τὸ ἄροτρο καὶ νὰ ἀνοίγει αὐλάκι καὶ νὰ γίνεται ἡ σπορὰ καὶ ἡ καλλιέργεια, τοῦ δὲ χοίρου τέχνη εἶναι νὰ σκάβει μὲ τὴ μύτη του καὶ νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο καὶ ὅταν ἔρθει ὁ καιρὸς νὰ σφάζεται μὲ μαχαίρι». Καὶ ἐκεῖνος, ἀντὶ νὰ δεχθεῖ τὰ ὅσα τοῦ εἶπαν καὶ νὰ ξεχωρίσει τὸ ζευγάρι, μᾶλλον κοροϊδεύοντας καὶ ὅλος εὐχαρίστηση, λέει: «Ναί, ναί, ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε τί ἡδονὴ καὶ εὐχαρίστηση μοῦ δίνει αὐτὸ τὸ ζευγάρι». Ἔτσι λοιπὸν παρομοιάζονται αὐτοὶ ποὺ στὴν ὀρθὴ πίστη ἔζεψαν τὸν ρυπαρὸ βίο τοῦ χοίρου καὶ ὑποδουλώθηκαν στὴν ἁμαρτία. Εὐχαρίστηση καὶ ἡδονὴ λογαριάζουν τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία προξενεῖ πικρὴ κόλαση, καὶ ὅσους τοὺς συμβουλεύουν νὰ μετανοήσουν, πολλὲς φορὲς καὶ τοὺς ἐχθρεύονται ἢ ἀπὸ πώρωση κοροϊδεύουν τὰ λόγια τους καὶ τοὺς περιπαίζουν, ἢ καὶ δὲν προσέχουν καθόλου τὴ δύναμη τῶν λεγομένων.

Ὅμως, λέει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἠσαΐα πώς: «Παχύνθηκε ἡ καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καὶ μὲ τὰ αὐτιά τους ἄκουσαν βαριὰ καὶ ἔκλεισαν τὰ μάτια τους γιὰ νὰ μὴ δοῦν με τὰ μάτια τους καὶ ἀκούσουν με τὰ αὐτιά τους καὶ τὰ ἐννοήσουν με τὴ καρδιά τους καὶ μετανοήσουν καὶ τοὺς θεραπεύσω», ἀλλὰ θέλουν, λέει, νὰ παραμείνουν ἔτσι στὴν ἁμαρτία μέχρι πού: «Νὰ ἐρημωθοῦν οἱ πόλεις γιατὶ δὲ θὰ ἔχουν κατοίκους καὶ ἡ γῆ θὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἔρημη» (Ἠσαΐας 6, 10-11). Αὐτὸ ἀκριβῶς βλέπουμε ὅτι ἔπαθε καὶ στὸ νησί μας αὐτὸ, ἡ Κύπρος, καὶ πολλὰ σπίτια καὶ ὅλες σχεδὸν οἱ κωμοπόλεις ἔμειναν ἔρημες ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ἀκατοίκητες. Ὑπάρχουν λέει, «Σπίτια μεγάλα καὶ ὡραῖα καὶ δὲ θὰ ὑπάρξουν κάτοικοι γι’ αὐτά, κι ὅποιος σπέρνει ἕξι ἀρτάδες θὰ λάβει ὡς ἀπόδοση τὸ μισὸ ἀπ’ αὐτές, τρία μέτρα» (Ἠσαΐας 5, 9-10). Καὶ αὐτὸ γιὰ πολλὰ χρόνια ἐμεῖς τὸ πάθαμε, ὅμως οὔτε ἔτσι ἀναγνωρίσαμε τί καρποφόρησαν τὰ χέρια μας οὔτε κατανοήσαμε μέσα στὴν καρδιά μας ἀπὸ ποῦ ἄραγε καὶ μὲ ποῖον τρόπο μᾶς συνέβη αὐτὴ ἡ κάκωση. Οὔτε ἀκούσαμε Αὐτὸν ποὺ μᾶς καλοῦσε καὶ ἔλεγε: «Ἐπιστρέψτε πρὸς Ἐμένα καὶ θὰ στραφῶ πρὸς ἐσᾶς» (Ἠσ. 45,22 , Ζαχ. 1,3 καὶ Μαλ. 3,7), ἀλλὰ ὁ καθένας ἔταξε στὸν ἑαυτό του ὡς νόμο δικό του, τὸ δικό του θέλημα καὶ ἁμαρτάνει ὅπως θέλει, καὶ δὲν φέρνει στὴ μνήμη του οὔτε τὸν θάνατο, οὔτε τὸν Θεὸ, οὔτε τὴν κρίση.

Καὶ αὐτὰ τὰ γράφουμε, ὄχι λέγοντάς τα τυχαῖα, ἀλλὰ ἀπὸ καρδιὰ γεμάτη θλίψη ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴ σωτηριώδη ἐπιστροφὴ τοῦ καθενὸς καὶ τὴ μετάνοια γιὰ νὰ μὴ λυπεῖται ἀλλὰ μᾶλλον νὰ εὐφραίνεται ὁ Θεὸς γιὰ τὰ ἔργα μας καὶ νὰ μᾶς ἀναδείξει μὲ τὴ χάρη Του μετόχους τῆς αἰώνιας εὐφροσύνης καὶ βασιλείας Του, γιατὶ σ’ Αὐτὸν ἁρμόζει κάθε δοξολογία, τιμὴ καὶ προσκύνηση στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνεχῶς, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες.

(Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, Συγγράμματα, Τόμος Β’, ἔκδοσις Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου, Πάφος 1998, σσ. 269-272)

(Ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ στὴν Πεντηκοστή. Μετάφρασις: Γεωργίου Β. Μαυρομάτη, Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἱερᾶς Σκήτης Κουτλουμουσίου, Ἐκδόσεις Ἁρμός)

Σχόλια

1. Ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος, ἀναφερόμενος στὰ ὀνόματα τῶν Αἱρεσιαρχῶν τὰ ἀποκαλεῖ «δυσώδη ὀνόματα» καὶ τὶς αἱρέσεις «μιαρὰ δόγματα». Μὴ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης Ἰωάννης θεωροῦσε τὸν αἱρετικὸ Κήρινθο «ἐχθρὸν τῆς ἀληθείας». Φύγωμεν, μὴ καὶ τὸ βαλανεῖον συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας ἐχθροῦ».(Εἰρηναῖος Λυών, Κατὰ Αἱρέσεων, 3, 3, 4 (PG 7, 854). Ὅταν ὁ αἱρετικὸς Μαρκίων συνάντησε τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Πολύκαρπον Σμύρνης καὶ τὸν ρώτησε: «μὲ γνωρίζεις;», ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «γινώσκω σε, τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ»! Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ μαθητές τους ἀπέφευγαν καὶ νὰ συνομιλοῦν ἀκόμα μὲ ἐκείνους ποὺ νόθευαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως (Εἰρην. Ἔλεγχ..., Γ’ 3,4 ΒΕΠΕΣ 5,144 (15-22). Ὁ Ἅγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος ὀνομάζει «καινούριους ματαιολόγους καὶ ἀσύντακτους θεολόγους» ὅλους ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ γράψουν καινούριο «εὐαγγέλιο» καὶ θεωροῦν παρωχημένες τὶς ἀντιλήψεις καὶ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Στὴν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου (2016) καὶ στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας (2026) ἀναγνωρίστηκαν ὡς «ἰσότιμες ἐκκλησίες» ὅλοι οἱ αἱρετικοί, τοὺς ὁποίους οἱ Ἅγιοι ἤλεγξαν δριμύτατα. Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἀναφέρει προφητικὰ ὅτι στὴν ἐποχή μας «ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν» (Α’ Ἰω. 2, 18).

2. Ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος διακηρύττει μία μεγάλη ἀλήθεια: «Ἡ ὀρθὴ πίστη ὅμως χρειάζεται καὶ ἔργα ἄξια τῆς Πίστεως…». Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος λέει τὰ ἑξῆς: «Πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (2,20). Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζει τὸν συγκεκριμένο στίχο: «Κἂν γὰρ δόγματα ἔχωμεν ὑγιῆ, βίου δὲ ἀμελῶμεν, οὐδὲν ἡμῖν ὄφελος ἔσται τῶν δογμάτων· πάλιν, ἂν βίου μὲν ἐπιμελώμεθα, περὶ τὰ δόγματα δὲ χωλεύωμεν, οὐδὲ οὕτως ἔσται τι κέρδος ἡμῖν» (Εἰς Γένεσιν Ὁμιλία Β’, ΕΠΕ 2, 46 - PG 53,31). Ερμηνεια: «Γιατὶ καὶ ἂν ἀκόμη πιστεύουμε στὰ ὀρθὰ δόγματα τῆς πίστεως, ἀλλὰ παραμελοῦμε καὶ δὲν προσέχουμε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας, δὲν θὰ μᾶς ὠφελήσουν καθόλου τὰ δόγματα. Ἂν πάλι φροντίζουμε γιὰ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας, εἴμαστε ὅμως ἀτελεῖς ὡς πρὸς τὰ δόγματα, οὔτε ἔτσι θὰ ἔχουμε κάποιο κέρδος».

3. Τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ἀφυπνιστικό: «Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα καὶ τῶν πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον». Ἑρμηνεία: «Τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καὶ οἱ δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν Πατέρων, ἐπισφράγισαν καὶ ἐπεκύρωσαν στὴν Ἐκκλησία μίαν τὴν πίστιν· αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία, φορώντας τὸν χιτώνα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφασμένον ἀπὸ τὴν οὐράνιο θεολογία, ἑρμηνεύοντας ὀρθὰ διδάσκει καὶ δοξάζει τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς χριστιανικῆς εὐσεβείας».

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀναδείχθηκαν μέγιστοι ὑπηρέτες τῆς Ἁγίας Τριάδος, οἱ σάλπιγγες τοῦ Πνεύματος καὶ γι’ αὐτό πελέκησαν τὶς αἱρέσεις. Συνδύασαν στὴ ζωή τους τὶς θεῖες ἀρετὲς καὶ τὴν ἀκρίβεια τῶν δογμάτων.

Ὅλοι ὅσοι μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ κατέχουμε ὁποιαδήποτε θέση μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἴτε εἴμαστε κληρικοὶ εἴτε λαϊκοί, ἂς κάνουμε ὑπακοὴ στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας «Ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου» (Ἀποκ 3,11). Ἑρμηνεία: «Ἔρχομαι γρήγορα. Κράτα καλὰ τὴν πίστη ποὺ ἔχεις, γιὰ νὰ μὴν πάρει κανεὶς τὸ στεφάνι σου καὶ τὴν ἀνταμοιβὴ τῶν ἀγώνων σου». «Καὶ ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις» (Ἀποκ. 3,13). Δηλαδὴ: «Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πνευματικό ἐνδιαφέρον καὶ αἰσθητήριο, ἂς ἀκούσει τί λέει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὶς Ἑκκλησίες».



 

Μέγας Κωνσταντίνος: Ο Μεγάλος της Εκκλησίας και της Ιστορίας

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΝΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
     Στις 21 Μαΐου η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά τη μνήμη των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης. Τόσο ο Μέγας Κων/νος, όσο και η αγία μητέρα του Ελένη ανήκουν στις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας, διότι η συμβολή τους για την κατάπαυση των διωγμών και την εδραίωση της Εκκλησίας υπήρξε καθοριστική. Επίσης ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι μεγάλος μόνο για την Εκκλησία μας, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία, διότι ανήκει στους μεγάλους ηγέτες όλων των εποχών, έχοντας βάλλει τη δική του σφραγίδα στη ροή των ιστορικών πραγμάτων, και για τούτο δικαία του απονεμήθηκε ο τίτλος του μεγάλου.
        Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν γιος του ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Ρωμαίου αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού, ο οποίος κατόπιν ανακηρύχτηκε Καίσαρας και Αύγουστος και ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Ελένη, ελληνικής καταγωγής, από το Δρέπανο της Βηθυνίας της Μ. Ασίας, στολισμένη με εξαιρετικό κάλλος σώματος και ψυχής, ασπάστηκε νωρίς τον Χριστιανισμό, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε απηνή διωγμό από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία και τους δεισιδαίμονες όχλους. Το 274 γέννησε τον Κωνσταντίνο στην πόλη Ναϊσό, σημερινή Νίσσα της Σερβίας.

      Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κράτησε το νεαρό Κωνσταντίνο κοντά του στην Ανατολή, μαζί με τη διαζευγμένη από τον Καίσαρα Κωνστάντιο, μητέρα του Ελένη, για ασφάλεια υποταγής του δευτέρου στην εξουσία του ως το 305. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στην αγία μητέρα του να τον αποσπάσει από την ειδωλολατρία και να τον γαλουχήσει στη νέα πίστη.
      Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματός του, την ευγένεια της ψυχής του και τα εξαιρετικά του πνευματικά και φυσικά χαρίσματα. Το 305 ανάλαβαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας ο μεν Γαλέριος στην Ανατολή, ο δε Κωνστάντιος στη Δύση. Το ίδιο χρόνο ο Κωνσταντίνος μετέβη στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου συνάντησε τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος του ανέθεσε εκστρατεία στη Μ. Βρετανία. Στις 7 Ιουλίου του 307 πέθανε ο Κωνστάντιος και ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα της Δύσης. Παντρεύτηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο. Εγκαταστάθηκε στην πόλη Αρελάτη και άσκησε μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία, και γι’ αυτό αγαπήθηκε από το λαό.
      Το Σεπτέμβριο του 212 στράφηκε εναντίον του τυραννικού συναυτοκράτορά του της Δύσης Μαξεντίου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη είδε το γνωστό και μεγαλειώδες όραμα του Τιμίου Σταυρού στον μεσημεριανό ουρανό, ο οποίος έγραφε: «Εν Τούτω Νίκα». Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του το Χριστό με το σημείο του Σταυρού, παροτρύνοντάς τον να κατασκευάσει λάβαρο με το Σταυρό, προκειμένου να νικήσει τον ασεβή και τυραννικό Μαξέντιο. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και νίκησε τον αντίπαλό του και μπήκε θριαμβευτής και ελευθερωτής στη Ρώμη.
      Η πρώτη του ενέργεια ήταν να σταματήσει τον συνεχιζόμενο φοβερό διωγμό των Χριστιανών με το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων» του 313. Αυτό ο μεγάλος άνδρας όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία της ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως.
     Το 324 συγκρούεται με τον αυτοκράτορα της Ανατολής Λικίνιο, τον οποίο νικά και γίνεται μονοκράτορας σε όλη την αυτοκρατορία, αρχίζοντας το μεγαλειώδες μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό του έργο. Έγινε προστάτης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, για το λόγο αυτό δεν έγινε ακόμη  Χριστιανός και διατηρούσε τον τίτλο του pontifix maximus, δηλαδή του ύπατου αρχιερέα της αρχαίας θρησκείας. Απελευθέρωσε όλους τους Χριστιανούς από τις φυλακές, που είχε κλείσει ο Λικίνιος και ανακάλεσε όσους βρισκόταν στην εξορία. Απέδωσε τους ναούς και την περιουσία στην Εκκλησία. Έκαμε πράξη με διατάγματα την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Καθιέρωσε την υποχρεωτική δίκη στους παραβάτες. Καθιέρωσε την Κυριακή αργία. Κατάργησε τη δουλεία. Η αγία Ελένη αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο, ιδρύοντας ναούς και  ενισχύοντας την Εκκλησία. Με δικά της έξοδα πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό.
      Ο Μ. Κωνσταντίνος συνέβαλλε τα μέγιστα να ηρεμήσει η Εκκλησία από την αρειανική αίρεση, συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325. Εγκαινίασε έτσι έναν νέο τρόπο, απόλυτα δημοκρατικό, διακυβέρνησης της Εκκλησίας.
      Ως πολιτικός άρχων ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε πρωτοπόρος. Μετέφερε το 325 την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, κόβοντας έτσι κάθε δεσμό με το ειδωλολατρικό παρελθόν και βάζοντας τα θεμέλια για τη νέα χριστιανική αυτοκρατορία, η οποία θα ζήσει χίλια χρόνια.
      Το 337 σε μια περιοδεία του στη Νικομήδεια αρρώστησε και συναισθάνθηκε το τέλος του. Ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Δεν ξαναφόρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά φορούσε το λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος ως το θάνατό του, στις 22 Μαΐου του 337. Η Εκκλησία μας του αναγνώρισε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο, μαζί με την αγία μητέρα του. Το ίδιο και η ιστορία αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά τον ανακήρυξε μέγα. 
       Πολλοί εμπαθείς και ανιστόρητοι επιχειρούν να σπιλώσουν την προσωπικότητά του, χαρακτηρίζοντας τον ως «θηριώδη δολοφόνο», επειδή αναγκάστηκε να εφαρμόσει το νόμο απέναντι στον γιό του Κρίσπο και τη σύζυγό του Φαύστα. Ξεχνούν όμως ότι τότε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμη ειδωλολάτρης, και ο οποίος για το θλιβερό αυτό συμβάν έκλαιγε και θρηνούσε σε όλη του τη ζωή! Ξεχνούν επίσης πως ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου δεν πρέπει εξαρτάται από μεμονωμένα συμβάντα, αλλά από τη συνολική αξιολόγηση της ζωής του και του έργου του!  


 

Άγιος Κύριλλος Βʹ του Ροστώβ (21 Μαΐου)

῞Αγιος Κύριλλος Βʹ τοῦ Ροστώβ

῾Ο ἅγιος Κύριλλος, ̉Επίσκοπος Ροστώβ, ἐξελέγη ὡς Μητροπολίτης Ροστώβ ὅταν ἦταν ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γεννήσεως τοῦ Βλαντυμύρ καί ἐποίμανε τήν ἐπισκοπή τοῦ Ροστώβ ἀπό τό 1231 ἔως τό 1262.

   ῾Ο ῞Αγιος διακρίθηκε γιά τόν ἀσκητικό βίο του καί τό χάρσμα τοῦ κηρύγματος. Πλήθη λαοῦ συνέτρεχαν ἀπό τό Ροστώβ καί τίς γύρω περιοχές, στό ναό πού ὁμιλοῦσε γιά νά τόν ἀκούσουν καί νά ὠφεληθοῦν πνευματικά.Η μακρόχρονη ποιμαντική δραστηριότητα τοῦ Κύριλλου κατά τή δύσκολη ἐποχή τῶν πρώτων χρόνων τοῦ ταταρικοῦ καθεστῶτος ἦταν πολύ καρποφόρα.  ̉Ανακαίνισε πολλές ἐκκλησίες. Δύο φορές τό 1253 πῆγε στήν  ̉Ορδή (περιοχή τῆς Μογγολίας), στόν Χάν Μπερκάι. ῾Ο Θεός, μέσω τῶν προσευχῶν τοῦ ἁγίου, θεράπευσε τόν ἄρρωστο γιό τοῦ ἡγεμώνα, Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα βαπτίσθηκε χριστιανός.

   ῾Ο ἅγιος Κύριλλος συνέγραψε πολλά θεολογικά ἔργα, ὅπως: «Περί τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ», «Περί οὐράνιων δυνάμεων», «Περί κακῶν πνευμάτων»,  «Περί δοκιμασιῶν» καί πολλά ἄλλα.

   ῾Ο ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε ὁσιακά στίς 21 Μαΐου 1262.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Αγιον Κύριλλον Βʹ τοῦ Ροστώβ

ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου. 

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσά­κουσον, μεθ̉ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὸν  ̉Αρχιποίμενα ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορθο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατανύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς˙* ῥῦσαι τοὺς προστρέχο­ντας,* Κύριλλε μυροβόλε,* πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λι­ταῖς σου, Θαυ­μαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην* ἀκοίμητον ἔχο­μεν. 

Δόξα Πατρὶ…  ̉Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ. Θείας πίστεως.

῾Ροστὼβ πρόμαχος καὶ πολιοῦχος* καὶ ἀκοίμητος φρουρὸς κατέστης,*  ̉Αρχιθύτα Κύριλλε πανσεβάσμιε,* σὺ τοὺς πιστοὺς θεοπρεπῶς ἐποίμανας* καὶ αὐτῶν, μάκαρ, προστάτης, γέγονας.* Θεοδόξαστε, τὸν Λόγον Θεὸν ἱκέτευε* δωρήσασθαι ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.   

Καὶ νῦν…  Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τς δὲ  διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ  δούλους  σώζεις αεὶ* ἐκ  παντοίων  δει­νῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Πρὸς σέ καταφεύγομεν ταπεινῶς* ῾Ροστὼβ  ̉Αρχιθύτα,* καὶ δεόμεθα ἐκτενῶς* παράσχου ἱκέταις σου ὑγιείαν* ὡς καὶ  ἀγάπην, πανάριστε  Κύριλλε.

Κηρύττομεν πάντες, θαυματουργέ,* ῾Ροστὼβ Ποιμενάρχα,* θαύματά σου τὰ πολλαπλὰ* καὶ ἣν σὺ βοήθειαν παρέχεις* τοῖς σοι προστρέχουσι πίστει, Μακάριε.

Τόν Κύριον πάντων καί Λυτρωτήν* ἱκέτευε, μάκαρ,* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς,* ὅπως, Κύριλλε, ἡμῖν παράσχῃ* χριστιανά τέλη ὡς καί ἀνώδυνα.

Θεοτοκίον.

Πρὸς Σέ καταφεύγομεν ταπεινῶς* Παρθένε Μαρία,* τὴν Μητέραν τοῦ Λυτρωτοῦ,* ὅπως ἡμῖν τάχυον παράσχῃ* σωτηριώδην μετάνοιαν, Πάντιμε.

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος…

̉Οφθαλμοὺς ἀλλοδόξων,  ̉Αρχιθύτα, διάνοιξον* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστιν* τούτους ὁδήγησον* καὶ Χριστῷ λυτρωτῇ* σὺν ἡμῖν, πάτερ, ὑμνεῖσαι* καὶ λα­τρεύσαι δέομαι* σὺ καταξίωσον.

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἅπαντες* σὲ καθικετεύομεν πίστει* καὶ σοῦ δεόμεθα,* Τοῦτον εὐμένησόν συ,* ὦ  ̉Αρχιθύτα, Κυρίου* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύ­γιον.  

̉Ορφανά τε καὶ χήρας,* Θαυματουργέ, φύλατ­τε* ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων μανίας* καὶ πάσης θλίψε­ως* καὶ ἡμᾶς, θαυμαστέ,* τοὺς σοι προσπί­πτο­ντας πί­στει* ἐκ  τῶν  νόσων,  Κύριλλε,* πάντας προ­στά­τευσον.

Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,* σὺ διαφύλαξον* πάντας τοὺς προστρέχοντας πόθῳ* πρὸ τῆς εἰκόνος Σου* καὶ ἐξαιτοῦντας, ῾Αγνή* τὴν σὴν βοήθειαν πί­στει* καὶ Χριστὸν δοξάζοντας,* Θεομακάριστε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Αρχιθύτα,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κά­κωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σοφέ,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐκτε­νῶς βο­ῶμεν σοί,* Κύριλλε ἔνδοξε, πρόφθασον* καὶ ἐκ κιν­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς  σοι  πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας. 

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε.

Τοὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* Κύριλλε ἀνάργυρε, σοῦ δεόμεθα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποι­εῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε.

̉Ε κ τροχαίου προστάτευσον* τοὺς ἱκέτας σου, Κύριλλε ἔνδοξε,* καὶ ἡμᾶς τοὺς σοι προσφεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Τρισμακάριστε.

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι, Κύριλλε Θεοδόξαστε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Θεοτοκίον.

῾Ολοψύχως σοῦ δέομαι* τὰ τέλη ἀνώδυνα πᾶσι δώ­ρησε* καὶ κατεύνασον τὸν τάραχον* τοῦ νο­ὸς μου, Κόρη Παναμώμητε.

ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς…

῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* πα­ράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λι­ταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν ταῖς Γραφαῖς,  ̉Αρχιθύτα θαυμαστέ,* καὶ βιώ­σαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.

Κύριον θερμῶς* καθικέτευε δεόμεθα,* ὅπως παράσχῃ ἡμῖν ὑπομονήν* ὡς καί  εἰρήνην  τοῖς οἴκοις ἡμῶν, πανάριστε.

Θεοτοκίον.

Φόβον τοῦ Θεοῦ* τῇ καρδίᾳ μου ἐμφύτευσον* καὶ ὑγιείαν σὺ παράσχου μοι* τῷ ἀναξίῳ ἱκέ­τῃ σου, ῾Οδηγή­τρια.

ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

῾Ως τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδόξων οἱ χοροὶ θεοφόρε,* καὶ ἰατρὸν ἐν τοῖς νόσοις παμμά­καρ,* σὲ  ὀνομάζομεν, Κύριλλε,  ἅπαντες,* δεόμε­θά σου, ἀγαθέ,* ἐκ τῶν παθῶν τοὺς ἱκέτας διάσωσον.

Προστάτην σε τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι* καὶ ἀκοίμη­τον φρουρὸν σὲ κατέχω,* τοὺς πειρασμοὺς ἀ­πε­λαύ­νεις μακρόθεν,* σὺ καὶ τὰς νόσους διώ­κεις ταχύ­τατα,* Κύριλλε θαυματουργέ,* ̉Ορθοδόξων στεῤῥὸν κατά­φύγιον.

Τὰ τέκνα τῶν  ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ Βελίαρ, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, Κύριλλε μυροβόλε,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σε πίστει προσφεύγοντες.

Θεοτοκίον.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Θεοτόκε, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Θεομήτωρ,  ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Αρχιθύτα,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως  καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία...

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθε­τος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,*  Κύριλλε σοφέ, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθοδό­ξων κατα­φύγι­ον. 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ ῾Οσίου Αὐτοῦ. (δίς)

Στίχος: Τὶ ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν  ἡμῖν;

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου Αὐτοῦ.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν….

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉ Εκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (στ΄ 17-23) , …

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν Αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺς τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἱ ἦλθον ἀκοῦσαι Αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἄπτεσθαι Αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ̉ Αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ Αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς Αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς Αὐτοῦ, ἔλεγε: Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ˙ μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν ὅτι χορτασθήσεσθε˙ μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε˙ μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρετε ἐν ἐκείνη τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε ἰδοῦ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ …

Ταῖς τοῦ ̉Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν …

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προ­στάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανά­ριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθί­αν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, Θεοφόρε,* καὶ γίνου  σὺ  προ­στάτης καὶ  φρουρὸς* καὶ  βακτηρία ἀκλόνητος* τῶν πιστῶν Μακάριε.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…

῾Ο Χορός: Κύρει, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

 ̉Ασθενῶν ἰατρεῖον* καὶ πτωχῶν καταφύγιον μέ­γα, ἔνδοξε,* σὺ ὄντως ἀνεδείχθης,* Κύριλλε Θεόφρων, διὸ πίστει κραυγάζομεν·* ῾Ο τῶν πατέρων ἡμῶν* Θεὸς, εὐλογητὸς εἶ.

Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καί πάντων τῶν ποθού­ντων* ἰδεῖν Θεοῦ τήν δόξαν* ἀρωγός, διό κράζω­σι,* ῾Ο τῶν πατέρων ἡμῶν* Θεὸς, εὐλογητὸς εἶ.

Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμεθα ἁπαύστως* διό σοι  καταφεύγομεν,* Κύριλλε θαυμαστέ,* πιστῶν ἡ βακτηρία. 

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

ᾨδὴ η’. Τόν Βασιλέα…

Τὸν  ̉Αρχιθύτην* καὶ τοῦ Ροστὼβ τὸν ποιμένα* ἱκετεύσομεν πάντες βοῶντες,* Κύριλλε, παράσχου* πραότητα ἱκέταις.

Σὲ  ̉Αρχιθύτα* τῶν  ̉Ορθοδόξων τὰ πλήθη* ἱκετεύουσι πίστει βοῶντες* παράσχου ἱκέταις* ἀνώδυνα τά τέλη.

Τὴν ἀνομβρίαν* καὶ τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν,*  ̉Αρχιθύτα Κύριλλε, λιταῖς σου* ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου* ταχέως καταπαύει.

Θεοτοκίον.

Τὴν ἀνεργίαν, Παρθενομήτωρ Μαρία,* σαῖς λι­ταῖς* ἐξ ῾Ελλάδος* ὁ Πλάστης ἐκδιώκει˙* διὸ δο­ξάζομέν σε.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπομο­νήν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀσφῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.

̉Εκ τῆς φιλαργυρίας* καὶ τῆς φλυαρίας,*  ̉Αρχιθύτα Κύριλλε, σῶσον με* καὶ τοὺς πρὸς σὲ προσδραμόντας* παθῶν ἀπάλλαξον.

῾Ροὴν μου τῶν δακρύων* μὴ ἀποποιήσῃς,*  ̉Αρχιθύτα Κύριλλε Θεοδόξαστε,* καὶ ἐκ ψυχῆς μου  τὴν  λύπην* τάχος διάλυσον.

Θεοτοκίον.

̉Εξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Παρθένε,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν  Λό­γον  τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σὲ* μὴ ἐγκατα­λεί­πεις* ἀλλὰ δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καὶ ἀγά­πην,* ὑγείαν, σωφροσύνην* καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δόξαν* ἰδεῖν ἀ­ξίωσον.

Δαίμονας κατέβαλες, θαυμαστέ,* διὰ πολλῶν ἀ­γώ­νων* νηστειῶν τε καὶ προσευχῶν* καὶ γέγο­νας δο­χεῖον* Πνεύματος ῾Αγίου* ὡς καὶ συμπολίτης* τοῦ Πα­νοικτίρμονος.

Φύλαττε τὸ σῶμα μου, θαυμαστέ,* ἀπὸ τοῦ καρκί­νου* καὶ ἐκ νόσων παντοειδῶν,* ὡς καὶ τὴν ψυ­χὴν μου* ἐκ  τῶν  παθῶν,  τρισμάκαρ,* Κύριλλε  ̉Αρχιθύτα,* πιστῶν ὁ πρόμαχος.

Πᾶσαν τὴν ἐλπίδα μου, ἱερέ,* πρὸς σὲ ἐπιῤῥίπτω* ὁ τάλας καὶ δυσσεβής,* διὸ σοι προστρέχω* Κύριλλε  ̉Αρχιθύτα,* καὶ ἐκζητῶ, παμμάκαρ,* τὴν προστασίαν σου.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρίου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πά­ντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς  τὸ  σωθῆναι  ἡμᾶς.

῾Ο Χορός τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν.. ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν… Ὁ Χορός: ̉ Α­μήν. 

Εἶ­τα τὸ  ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ. Θείας πίστεως

῾Ροστὼβ πρόμαχος καὶ πολιοῦχος* καὶ ἀκοίμητος φρουρὸς κατέστης,*  ̉Αρχιθύτα Κύριλλε πανσεβάσμιε,* σὺ τοὺς πιστοὺς θεοπρεπῶς ἐποίμανας* καὶ αὐτῶν, μάκαρ, προστάτης, γέγονας.* Θεοδόξαστε, τὸν Λόγον Θεὸν ἱκέτευε* δωρήσασθαι ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν. 

Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλλομεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου  ̉Ορθοδόξων δεήσεις,* ὦ  ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔ­χομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ πα­θῶν ἐμπι­μπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμε­θα καὶ ἱκετεύομεν˙* Κύριλλε Ροστὼβ ποιμενάρχα,* ῥῦ­σαι τοὺς ἱ­κέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλί­ψεως.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡ­μᾶς.

̉Αμήν



1. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…  



Τρίτη, Μαΐου 19, 2026

 

Ένας από τους τελευταίους επιζώντες της Γενοκτονίας των Ποντίων αφηγείται για την αλησμόνητη πατρίδα και όσα έζησε και τον πληγώνουν

 

εικόνα άρθρου: Ένας από τους τελευταίους επιζώντες της Γενοκτονίας των Ποντίων αφηγείται για την αλησμόνητη πατρίδα και όσα έζησε και τον πληγώνουν

353.000 Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, έφηβοι, νέοι και γέροι, πεταμένοι κάπου στις πλαγιές, στα χωράφια, στις ρεματιές, χωρίς ποτέ κανένας να μπορέσει να θάψει τα κορμιά τους…


Για ορισμένους μοιάζει με παραμύθι. Σε άλλους φαντάζει ως ένα απόμακρο τραγικό γεγονός που συνέβη κάπου, κάπως, κάποτε. Κάποιοι δεν γνωρίζουν.

 

Για μερικές χιλιάδες αποτελεί ημέρα μνήμης: 353.000 Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, έφηβοι, νέοι και γέροι, πεταμένοι κάπου στις πλαγιές, στα χωράφια, στις ρεματιές, χωρίς ποτέ κανένας να μπορέσει να θάψει τα κορμιά τους. Τα Τάγματα Εργασίας, αφού τους εξόντωσαν, τους πέταξαν… Ελάχιστοι οι εναπομείναντες και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που ως σήμερα ζουν, θυμούνται και εξιστορούν στα παιδιά, στα εγγόνια, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά τους όσα έζησαν… Την τραγωδία, τη λαίλαπα του πολέμου και του φανατισμού.

Ο 98χρονος κ. Σταύρος Κοντογιαννίδης στην πορεία της ζωής του μίλησε στα παιδιά του, την Αριάδνη, την Παρθένα, την Άννα, τον Επαμεινώνδα και τον Θεόδωρο, αφηγήθηκε στα δέκα εγγόνια του και στα ισάριθμα δισέγγονά του και θα ήθελε, αν προλάβει, να μιλήσει και σε τρισέγγονό του για την αλησμόνητη πατρίδα. Για τον πατέρα του Θεόδωρο Κοντογιαννίδη, ο οποίος εξοντώθηκε, για τη θεία του Ελένη που αρνιόταν να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της ο Αναστάσης… Για τους τούρκους συγχωριανούς τους που τους ειδοποίησαν ότι ερχόταν μεγάλο κακό και τους βοήθησαν να διαφύγουν.

Σταύρος Κοντογιαννίδης, τόπος γεννήσεως Ζιμόνα Χαρίενας, Αργυρούπολη Τραπεζούντας. Όνομα πατρός, Θεόδωρος, επάγγελμα συνταξιούχος, πρώην πεταλωτής, γεωργός, μαραγκός. Έζησε στον Πολύμυλο Κοζάνης τα περισσότερα χρόνια της ζωής του και τώρα ζει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Άνθρωπος απλός, του μόχθου. Τα χέρια του ακόμη ροζιασμένα από την πολλή δουλειά, και ας πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από τότε που πήρε σύνταξη. Η προσφυγιά δεν του επέτρεψε να πάει σχολείο. Τα ποντιακά μπλέκονται με τη νεοελληνική γλώσσα, τα συναισθήματα έντονα. Δεν ξεχνάει όσα χρόνια και αν πέρασαν.

Αφηγείται στο «Βήμα» όσα έζησε και ας τον πληγώνουν. Θέλει, λέει, να θυμούνται όλοι, να μη μισούν αλλά και να μην ξεχνούν…

«Ήμουν οχτώ χρονών. Μια μέρα, στο χωριό, οι τούρκοι συγχωριανοί και γείτονες, μας ειδοποίησαν ότι έπρεπε να φύγουμε. Θα έρχονταν οι Τσέτες… Φωνές, κλάματα, μοιρολόγια. Βγήκαμε στους δρόμους. Από τη βιασύνη δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτε μαζί παρά μόνο τις εικόνες… και την ψυχή μας. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Δεν καταλάβαινα γιατί η μάνα μου κοιτούσε το διώροφο αρχοντικό σπίτι μας και έκλαιγε κρατώντας μας σφιχτά στην αγκαλιά της. Οι μεγαλύτεροι κρατούσαν στα χέρια τους λίγα ρούχα και ψωμί. Άλλοι έτρεξαν στην όμορφη εκκλησιά μας, τον Αϊ-Γιώργη, πήραν εικόνες, το Ευαγγέλιο και τον σταυρό. Μάνες χάνανε τα παιδιά τους, αδέλφια χωρίστηκαν. Φωνές, κλάματα, κατάρες από τη μια και από απέναντι διαταγές και πυροβολισμοί. Όλοι προσευχόμασταν στον Θεό που δεν μπορούσε να μας βοηθήσει».

Έχασε τρία από τα αδέλφια του και απόμεινε μόνος, με τον μικρό του αδελφό Αχιλλέα, μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, ο οποίος θήλαζε και είχε να φάει.

Ο 98χρονος κ. Σταύρος Κοντογιαννίδης αφηγείται για την αλησμόνητη πατρίδα και όσα έζησε και τον πληγώνουν

«Απομακρυνόμασταν από τα χωριά μας, περπατούσαμε ημέρες, εβδομάδες και όταν συναντούσαμε χωριά ακούγαμε τους Τούρκους να τραγουδούν το “Γιασά Κεμάλ, γιασά” (“Ζήτω Κεμάλ, ζήτω”) κρυβόμασταν. Οι μανάδες κλείνανε τα στόματα των παιδιών τους για να μην ακούσουν τα κλάματα οι Τσέτες. Αρκετοί ηλικιωμένοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν, έπεφταν και δεν σηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν κι έμεναν εκεί άταφοι».
Και όμως: «Ζούσαμε στο χωριό αρμονικά με τους Τούρκους. Είχαν πάει εκεί οι προγονοί μου αρκετά χρόνια πριν, κυνηγημένοι από τους Τούρκους στην Τραπεζούντα. Τον πατέρα μου τον σκότωσαν. Στα παιδικά μου χρόνια άκουγα μόνο μοιρολόγια από τις γυναίκες που θρηνούσαν τους άνδρες τους. Μετά τον πατέρα μου σκότωσαν τη γυναίκα του θείου μου Αναστάση, την Ελένη, επειδή αρνιόταν να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της». Θυμάται σαν σήμερα τα «Αμελέ Ταμπουρού», τα λεγόμενα Τάγματα Εργασίας, που προκάλεσαν το κακό.

Από την Τραπεζούντα με πλοίο ήλθαν στην Ελλάδα. «Λεγόταν “Κιτσεμάλ”. Όταν είδαμε το πλοίο συνειδητοποιήσαμε ότι θα φεύγαμε από την πατρίδα μας. Αφήσαμε πίσω προγόνους, τάφους, σπίτια, μαγαζιά, τον φούρνο μας που ήταν ο καλύτερος της περιοχής μας, τα ζώα μας, τα χωράφια μας που ήταν σπαρμένα και ποτίστηκαν με τον ιδρώτα και το αίμα μας».

Το «Κιτσεμάλ» ήταν γεμάτο πρόσφυγες, στοιβαγμένους σαν σαρδέλες. «Μας αποβίβασε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουμε ένα άλλο σαράβαλο πλοίο που νομίζαμε ότι θα βουλιάξει και θα πνιγούμε. Μερικοί πέθαιναν, οι παπάδες τούς έψελναν και οι άνδρες τούς πετούσαν στη θάλασσα. Κρατούσα σφιχτά το χέρι της μάνας μου, μη χαθούμε έως ότου πατήσουμε ελληνικό χώμα. Πεινασμένοι, άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι, κατεβήκαμε στην Πρέβεζα. Γυρίσαμε στον Πειραιά και από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε στην Τούμπα, μετά στην Αριδαία και τέλος με ποδαρόδρομο φτάσαμε κι εγκατασταθήκαμε στον Πολύμυλο Κοζάνης, μόνο τρεις από την επταμελή οικογένεια».

19 ΜΑΪΟΥ, ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά το 1916 και τη Γενοκτονία των Αρμενίων, το 1919 Έλληνες και Αρμένιοι στον Πόντο συζητούν τη δημιουργία αυτόνομου ελληνοαρμενικού κράτους. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει η πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Ως το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000- άλλοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στους 350.000. Όσοι επέζησαν, κατέφυγαν σε Ρωσία και Ελλάδα (περίπου 400.000). Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994 η Βουλή των Ελλήνων κήρυξε ομόφωνα τη 19η Μαΐου Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Η συνέντευξη δόθηκε στην κ. Αντωνιάδου Μαρία για την εφημερίδα “TO BHMA” στις 19 Μαΐου 2010.



 

 

Αγία Λυδία η Φιλιππησία : Η πρώτη Ευρωπαία και Ελληνίδα Χριστιανή

 Αγία Λυδία η Φιλιππησία - Ενωμένη Ρωμηοσύνη

ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ: Η ΠΡΩΤΗ ΕΥΡΩΠΑΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού

      Μία από τις πλέον συμπαθείς γυναικείες μορφές που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη είναι και αυτή της Αγίας Λυδίας από τους Φιλίππους της Μακεδονίας, η οποία μάλιστα θεωρείται ως η πρώτη χριστιανή ευρωπαία γυναίκα και βέβαια ελληνίδα.

     Πληροφορίες για αυτήν παίρνουμε αποκλειστικά από το ιερό βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (16ο κεφ.).  Ο Απόστολος Παύλος, με τους συνεργούς του Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά, κατά την δεύτερη αποστολική περιοδεία του, την άνοιξη του 50 μ. Χ. και ενώ βρισκόταν στην Τρωάδα, είδε ένα σημαντικό όνειρο: έναν Μακεδόνα, οποίος του είπε: «Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πράξ.16,9). Ο μεγάλος Απόστολος θεώρησε το όραμα αυτό ως εντολή του Θεού να περάσει στον ευρωπαϊκό χώρο για να κηρύξει το ευαγγέλιο της σωτηρίας.

       Χωρίς να χάσει καιρό επιβιβάζεται, μαζί με τους συνεργάτες του, σε πλοίο και έφθασαν στο λιμάνι της Νεάπολης, της σημερινής Καβάλας. Δια μέσου της Εγνατίας Οδού έφτασαν στους Φιλίππους, σε μία πολύ σημαντική ρωμαϊκή πόλη, η οποία απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια από την αυτοκρατορική Ρώμη. Ήταν χτισμένη σε  στρατηγική θέση, εν μέσω μιας πλούσιας  περιοχής. Μετά τη μάχη των Φιλίππων (42 π. Χ.) μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αποικία και αποικίστηκε από Ρωμαίους βετεράνους στρατιώτες, έφερε την προνομιούχα ονομασία «Κολωνία» (colonia Iulia Augusta Philippensis) και διοικούνταν από στρατηγούς, έχοντας διοικητική και οικονομική αυτονομία.

       Ο συγγραφέας του βιβλίου των Πράξεων, ευαγγελιστής Λουκάς μας πληροφορεί ότι ο Παύλος με τους συνεργάτες του, περιφέρονταν στην μεγάλη πόλη και κήρυτταν σε διάφορα σημεία, απευθυνόμενοι κυρίως στους Ιουδαίους. Στους Φιλίππους υπήρχε μία σημαντική ιουδαϊκή παροικία. Οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να προσεύχονται στις όχθες του ποταμού Ζυγάκτου, ο οποίος έρρεε έξω από τα τείχη της πόλεως.  

      Είναι γνωστό πως ο Παύλος συνήθιζε να απευθύνεται πρώτιστα και να κηρύττει  στους Ιουδαίους της διασποράς σε κάθε πόλη, διότι σε αυτούς υπήρχε το υπόβαθρο της μονοθεΐας και της προσμονής του Μεσσία. Οι μεταστραφέντες Ιουδαίοι, κατά κανόνα, γινόταν τα πρώτα μέλη της τοπικής Εκκλησίας, σε αντίθεση με  τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι, λόγω της πλάνης και της υπεροψίας τους ήταν δύσκολο να δεχτούν την χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό και διάλεξε να κηρύττει στο μέρος εκείνο όπου προσεύχονταν  οι Ιουδαίοι των Φίλιππων τα Σάββατα. Σε ένα από τα κηρύγματα του, στην όχθη του ποταμού, συνάντησε μία ομάδα ιουδαίων γυναικών, στις οποίες κήρυξε την νέα πίστη, την επαγγελία των Προφητών, για το πρόσωπο του Μεσσία. Οι θεοφοβούμενες γυναίκες άκουσαν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του άγνωστου Ιουδαίου. Ανάμεσά τους ήταν και μία σημαντική και γνωστή γυναίκα της πόλης, η έμπορος Λυδία, την οποία συνεπήρε το κήρυγμα του Παύλου και ήταν από τις πρώτες που πίστεψε και προσκολλήθηκε μαζί του .

       Η Λυδία καταγόταν από την πολλή Θυάτειρα της Μ. Ασίας και ήταν αρχικά ειδωλολάτρισσα. Φαίνεται όμως πως, παρά το γεγονός ότι έζησε ειδωλολατρικό περιβάλλον, σε παγανιστική οικογένεια και βίωσε την φρίκη του παγανιστικού παράλογου και της δεισιδαιμονίας, δεν την ικανοποιούσε η αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, η οποία, ειρήσθω, την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη κατάπτωση και παρακμή. Δεν της ήταν εύκολο να λατρεύει «θεούς» και «θεές» ανήθικους, οι οποίοι οργίαζαν μεταξύ τους και «διέπρατταν» ανείπωτες κακουργίες. Η ευγενής γυναίκα αναζήτησε μία πιο πνευματική θρησκεία, την οποία βρήκε στον Ιουδαϊσμό.

Γνωρίστηκε με Ιουδαίους της πόλεως και ασπάστηκε ην θρησκεία τους. Γνωρίζοντας το Νόμο και τους Προφήτες, άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία, ο οποίος αναμένονταν να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος. Έγινε λοιπόν προσήλυτη στην ιουδαϊκή θρησκεία και ανήκε στην κατηγορία «των σεβομένων τον Θεόν».

      Ασχολούνταν με το εμπόριο της πορφύρας (πολυτελές ύφασμα), το οποίο προφανώς την είχε κάνει πλούσια. Να σημειωθεί πως το εμπόριο της πορφύρας τα χρόνια εκείνα ήταν επικερδές, διότι το αγόραζαν οι πλούσιοι και αποτελούσε δείγμα της αριστοκρατικής τους ιδιότητας. Αλλά όμως οι εμπορικές της ενασχολήσεις δεν  στέκονταν εμπόδιο στη βαθειά θρησκευτικότητά της. Δεν αμελούσε να εκτελεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα, τα οποία υπαγόρευε η ιουδαϊκή θρησκεία. Τα Σάββατα μετέβαινε μαζί με την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινότητα, στο χώρο που προσεύχονταν οι γυναίκες,  για να προσευχηθεί στον Θεό των Εβραίων.

      Κάποιο, λοιπόν, Σάββατο, όπως προαναφέραμε, άκουσε το κήρυγμα του Παύλου και σαγηνεύτηκε από την πρωτόγνωρη διδασκαλία του. Καλλιεργημένη και ανήσυχο πνεύμα, όπως ήταν, κατάλαβε ότι ο ένθερμος κήρυκας έφερνε ένα νέο ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα στην απελπισμένη και ταραγμένη ανθρωπότητα.    

      Η αναφορά του Παύλου στον ερχομό του Μεσσία, στο πρόσωπο του Χριστού, τη γέμισε ανείπωτη χαρά, διότι πραγματοποιήθηκαν οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, τις οποίες διάβαζε με αδημονία και άκουγε στη Συναγωγή.  Πίστεψε αμέσως και ζήτησε από τον Απόστολο να βαπτιστεί. Εκείνος τη βάπτισε στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτου. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ως εξής το περιστατικό: «Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής, παρεκάλεσε λέγουσα, ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε και παρεβιάσατο ημάς» (Πράξ.16,14-15).

      Με δάκρυα στα μάτια και καρδιά που πάλλονταν από ουράνια συγκίνηση και αγαλλίαση, κάλεσε τον Παύλο και τους συνεργούς του στο σπίτι της, όπου ζήτησε να βαπτιστούν και τα μέλη της οικογένειάς της. Κατόπιν τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα και αβραμιαία φιλοξενία. Ο Παύλος τέλεσε στο ευλογημένο σπίτι της και την Θεία Ευχαριστία, η οποία ολοκλήρωσε την είσοδό της και των οικείων της στην Εκκλησία και την ένωσή τους με το Χριστό. Αξιώθηκε να γίνει η οικία της η πρώτη Εκκλησία της Ελλάδος και της Ευρώπης, το μέγαρό της στέγασε την νεαρά Εκκλησία των Φιλίππων.

      Η παράδοση δεν μας έχει διασώσει στοιχεία από την κατοπινή ζωή της, η οποία εικάζουμε ότι ήταν ζωή αγιότητας και αφοσίωσης στη νεαρή εκκλησία των Φιλίππων. Η Αγία Λυδία θα ήταν προφανώς ένα από τα επίλεκτα μέλη της Εκκλησίας. Ίσως και να είχε χειροτονηθεί διάκονος, όπως συνήθιζε η αρχαία Εκκλησία. Φαίνεται ότι κοιμήθηκε ενωρίς από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην Προς Φιλιππησίους Επιστολή του απ. Παύλου, την οποία απέστειλε περί το 61 μ. Χ. από τη Ρώμη, όπου ήταν υπόδικος.   

      Ως αγία ανακηρύχθηκε πρόσφατα και η μνήμη της ορίστηκε να εορτάζεται στις 20 Μαΐου. Τιμάται ως ισαπόστολος και στο σημείο που έλαβε το άγιο Βάπτισμα χτίστηκε υπαίθριο Βαπτιστήριο.  Στη σημερινή Καβάλα έχει κτιστεί λαμπρός ναός και βαπτιστήριο, το οποίο κατέστη σημαντικό κέντρο προσκυνήματος και η όμορφη θρακική πόλη έγινε συνώνυμη με τον αγία Λυδία.

      Το σωτήριο όραμα του αποστόλου Παύλου στην Τρωάδα, να περάσει στην Μακεδονία, στην ευρωπαϊκή ήπειρο, στέφθηκε με επιτυχία στους Φιλίππους, με την μεταστροφή την αγίας Λυδίας και επίσης του δεσμοφύλακα και της οικογένειά του  (Πραξ.16,33). Η μακάρια αυτή γυναίκα θεωρείται, όπως προαναφέραμε, η πρώτη ελληνίδα και ευρωπαία, η οποία πολιτογραφήθηκε στην Βασιλεία των Ουρανών. Οι άγιες γυναίκες της Καινής Διαθήκης και γενικά της αρχαίας Εκκλησίας, συναποτελούν με τους άνδρες, τους στύλους πάνω στους οποίους δομήθηκε η Εκκλησία του Χριστού