Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2026

 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»

εικόνα άρθρου: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Για το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως


~ Ο Θεός με το στόμα του Προφήτου Ησαΐα μάς παραγγέλλει λέγων:«Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών. Μάθετε καλόν ποιείν» (Ησ. α’ 16).

Η μετάνοια προϋποθέτει αμαρτία. Όποιος δεν έχει αμαρτία, αυτός δεν έχει ανάγκη μετανοίας. Όλοι, και πρώτος εγώ, αισθανόμεθα αμαρτωλοί.

Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδησι που μας πονάει, τραύμα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Η αμαρτία είναι κάρφωμα και ξανακάρφωμα στο Χριστό. Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία; ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς; ποιος δεν κτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως; Όποιος θα πη πως δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα έχει πει το μεγαλύτερο ψέμα….

Αλλ’ εάν η αμαρτία είναι το τραύμα, η μετάνοια είναι το φάρμακο· είναι το ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο….

Πολλοί χριστιανοί, με ευλαβή πόθο, αναζητούν να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, αλλ’ όσες φορές και αν μπούνε στον Ιορδάνη ποταμό και όσα μπουκάλια αγιασμό και αν πιούμε, αν δεν μετανοήσουμε δεν σωζόμεθα. Κοντά μας, δίπλα μας, είναι ο Ιορδάνης ποταμός. Κυλάει μέσα στην Εκκλησία, είναι η γλυκεία μετάνοια και εξομολόγησις. Ας λουσθούμε μέσα στην μετάνοια, διότι με αυτήν σβήνουν όλα τα αμαρτήματα. Και το λουτρό της μετανοίας είναι το δεύτερο βάπτισμα. Αυτό δε το λουτρό του θεϊκού βαπτίσματος, που λέγεται μετάνοια, γίνεται συνειδητά και αποφασιστικά. Πλένομαι, για να μη ξαναλερωθώ, ασχέτως αν δεν τα καταφέρω. Πλην πλένομαι με την απόφαση να μη ξαναλερώσω τον χιτώνα της ψυχής μου.

Το έλεος του Θεού είναι ανταπόκρισις στη μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού, η μετάνοια δεν είναι απλώς μεταμέλεια και εξομολόγησις αμαρτιών, αλλ’ είναι άφεσις, συγχώρησις, εξάλειψις τελεία των αμαρτιών. Η μετάνοια είναι ένας θρήνος που οδηγεί στην χαρά. Είναι το χαροποιό πένθος. Η μετάνοια είναι η σπορά των δακρύων, που φέρνει το θερισμό της λυτρώσεως… Με την αμαρτία χάνουμε την ηρεμία της συνειδήσεως. Με το κλάμα της μετανοίας παίρνουμε πίσω αυτό που χάσαμε. Με την αμαρτία χάνουμε το πολυτιμώτερο αγαθό, την ψυχή μας. Πεθαίνει η ψυχή μας. Και αν κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, θ’ αναστηθή η ψυχή μας….

Να κλάψουμε για τα αμαρτήματα μας, όπως έκλαψε ο Δαβίδ, που έβρεχε το προσκέφαλό του με τα δάκρυα του. Να κλάψουμε όπως η πόρνη, που τα δάκρυα της μοσχοβόλησαν περισσότερο από τα μύρα της, με τα όποια έβρεξε τα πόδια του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Πέτρος μετά την άρνησι του Διδασκάλου. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Παύλος όταν θυμόταν ότι δίωξε την Εκκλησία του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψαν οι μεγάλοι αμαρτωλοί που έγιναν άγιοι. Να κλάψουμε για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά να κλάψουμε και για τα αμαρτήματα των άλλων. Αμάρτησε ο άλλος; μη τον κατακρίνης. Κλάψε για την πτώσι του, δέστην σαν δική σου πτώσι. Είμεθα «αλλήλων μέλη». Ο άλλος είναι μέλος του ιδίου με σένα σώματος· μέλος του σώματος του Χριστού. Κλάψε εσύ για τον άλλον, όπως έκλαιγε ο Παύλος και έλεγε: «Ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον». Κλάψε εσύ για το παιδί σου που παρανόμησε, για το Χριστιανό που γλύστρισε και έπεσε.

Η αμαρτία είναι φωτιά. Και οι κρουνοί που σβύνουν αυτή την φωτιά, είναι οι κρουνοί της μετανοίας. Αν πιάση φωτιά το διπλανό σπίτι, δεν θα τρέξης και εσύ για να σβύση η φωτιά;  Αν αδιαφορήσης, η φωτιά θα επεκταθή και στο δικό σου σπίτι. Έτσι δεν μπορείς ν’ αδιαφορήσης όταν ο άλλος καίγεται από τη φωτιά της αμαρτίας. Ρίξε τα δάκρυά σου για να σβεσθή η φωτιά. Αν αδιαφορήσης, θάχης και συ κρίμα, αμαρτία. Κι αν όχι μόνο αδιαφορήσης αλλά γελάς κι όλας και σχολιάζης την αμαρτία του άλλου και την διαπομπεύης, τότε πια θα επιτρέψη ο Θεός να πέσης και εσύ, και η φωτιά της δικής σου αμαρτίας, μπορεί να είναι ο προθάλαμος της κολάσεως, κατά τον ιερό Χρυσόστομο.

Επιμένει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι πρέπει να θρηνούμε για τα αμαρτήματα των άλλων, αν αληθινά τους αγαπάμε. Αν ο άλλος βρίσκεται στο στόμα του λύκου, θα τον αφήσουμε να κατασπαραχθή; Αν ο άλλος κινδυνεύη να πνιγή, θα τον αφήσουμε να καταποντισθή;

Η μετάνοια, εξαλείφει όλα τα αμαρτήματα. Έχουμε δύο πραγματικότητες: η μία είναι η φιλανθρωπία του Θεού, η άλλη είναι η αμαρτωλότητα του ανθρώπου. Σας ερωτώ: Ποια από τις δύο είναι μεγαλύτερη; Τα αμαρτήματά μας, όσα κι αν είναι, είναι ωρισμένα και συγκεκριμένα. Η Φιλανθρωπία του Θεού είναι άπειρη, αμέτρητη. Ο ιερός Χρυσόστομος για να παρηγορήση τους αμαρτωλούς, παρουσιάζει το παράδειγμα με το κάρβουνο. Έχεις ένα αναμμένο κάρβουνο. Σε καίει. Αν όμως ρίξης το κάρβουνο αυτό μέσα στο πέλαγος, ποιος θα νικήση· το πέλαγος ή το κάρβουνο; Ασφαλώς το πέλαγος. Ένα τσαφ θ’ ακουσθή και θα εξαφανισθή το αναμμένο κάρβουνο.

Κάρβουνο, που κατακαίει τα σωθηκά μας, είναι η αμαρτία. Τι πόνος! Μη το αφήνης. Πάρτο την ώρα της σωστικής εξομολογήσεως και ρίξε το στο Πέλαγος της Φιλανθρωπίας του Θεού. Αμέσως το κάρβουνο της αμαρτίας σου θα σβύση και θα εξαφανισθή. Και αν μου πης πως δεν έχεις ένα κάρβουνο, αλλ’ έχεις πολλά αμαρτήματα που σε καίνε, θα σου πω και εγώ, ότι το έλεος του Θεού δεν είναι απλώς πέλαγος· είναι Ωκεανός· είναι κάτι απείρως μεγαλύτερο. Το πέλαγος και ο Ωκεανός έχουν κάποιο μέτρο, κάποια όρια, κάποιο τέλος. Η Φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απροσμέτρητη, απεριόριστη, ατέλειωτη.

Συνεχίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Όταν με δάκρυα μετανοούμε, να είσθε βέβαιοι ότι το σφουγγάρι της αγάπης του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα. «Το αίμα Ιησού Χριστού του υιού αυτού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α’ Ιωάν. 1, 7). Και η αγάπη του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα, ώστε ούτε ίχνος δεν αφήνει.

Αν εχης ένα τραύμα, γιατρεύεται, αλλά παραμένει το σημάδι, η ουλή. Αν έχης μία αμαρτία, με την μετάνοια συγχωρείται και εξαφανίζεται και ούτε ουλή μένει.

Η μετάνοια οδηγεί σ’ ένα καταπληκτικό θαύμα, στη λήθη του Θεού. Ο Θεός, καρδιογνώστης και παντογνώστης, που μέσα στη μνήμη Του είμεθα όλοι οι άνθρωποι, και είναι όλες οι πράξεις μας, αυτός ο Θεός φθάνει στην αμνησία! Λησμονεί τα αμαρτήματα των ανθρώπων που ειλικρινά μετανοούν.

Ω! πόσο θάρρος και παρηγοριά μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος! Ο χρυσός στην γλώσσα και στην καρδιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου, μισεί την αμαρτία, αγαπά τον αμαρτωλό· καυτηριάζει τα αμαρτωλά πάθη, αγκαλιάζει τους αμαρτωλούς. Ο Χρυσόστομος φοβάται να μη πέση ο αμαρτωλός σ’ ένα από τα δύο άκρα. Το ένα άκρο είναι η απόγνωσις και η απελπισία. Το άλλο είναι η ραθυμία και η επανάστασις. Ο διάβολος έχει δύο όπλα, με τα οποία δίνει τη χαριστική βολή στον αμαρτωλό. Το ένα όπλο είναι για τους ευαίσθητους, το άλλο για τους αναίσθητους.

Για τους ευαίσθητους διαθέτει το όπλο της απογνώσεως, της απελπισίας. Προσπαθεί ν’ απελπίση τον αμαρτωλό.

Πω πω! τι είναι αυτό που έκανες; τώρα για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Ποιος θα σε σώση; – όχι άπαντα ο Χριστιανός. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά της απογνώσεως. Φύγε, αλητήριε, γιατί με τη σκιά σου κρύβεις τον σταυρό του Χριστού, την μεγάλη μου ελπίδα. Αμαρτάνω, ναι, το ξέρω, αλλά πιστεύω στο έλεος του Θεού.

Για τους αναίσθητους έχει το όπλο της ραθυμίας και επαναστάσεως.

Έλα, καϋμένε, καλός είσαι. Και τι έκανες στο κάτω κάτω για να μετανοήσης; Εγκληματίας είσαι; δεν σκότωσες και κανένα; Μακάρι νάσαν όλοι σαν και σένα.

Όχι άπαντα ο Χριστιανός.

Ύπαγε πίσω μου, Σατανά της ραθυμίας και της ψευδαισθήσεως. Φύγε, γιατί η μορφή σου μού κρύβει τον πνευματικό καθρέπτη, για να καθρεπτιστώ και να ιδώ, με συναίσθησι, ότι είμαι γεμάτος πληγές και έχω ανάγκη θεραπείας.

Η μετάνοια έχει μεγάλη δύναμη. Παίρνει το κάρβουνο και το κάνει διαμάντι. Παίρνει τον λύκο και τον κάνει αρνί. Παίρνει τον άγριο και τον κάνει άγιο. Παίρνει τον αιματοβαμμένο ληστή και τον κάνει πρώτο κάτοικο του Παραδείσου. Ακριβώς, επειδή έχει τέτοια δύναμι η μετάνοια, γι’ αυτό ο Διάβολος αγωνίζεται ν’ αποτρέψη τον άνθρωπο από την μετάνοια. Έτσι εξηγούνται οι αντιρρήσεις πολλών ανθρώπων ως προς την μετάνοια και την εξομολόγησι.

Λέει κάποιος «Αφού θα ξαναπέσω, γιατί να πάω να εξομολογηθώ; Ξέρω ότι θα ξανακάνω τα ίδια…». Αδελφέ μου. Η αμαρτία είναι σαν την αρρώστια. Δεν αρρωσταίνεις μια φορά. Πολλές φορές αρρωσταίνεις από την ίδια αρρώστια. Και κάθε φορά που αρρωσταίνεις πηγαίνεις στο γιατρό και παίρνεις φάρμακα που σου δίνει. Το ίδιο κάνε και για την ψυχή σου. Κάθε φορά που πληγώνεσαι, έστω και αν πληγώνεσαι στο ίδιο μέρος, μετανόησε και εξομολογήσου. Κάποτε το φάρμακο της χάριτος θα γιατρέψη ολότελα την συγκεκριμένη πληγή.

Το αμαρτωλό πάθος μοιάζει πολλές φορές με δένδρο, που ρίζωσε βαθειά και φαίνεται δύσκολο να ξερριζωθή. Είδες τι έκαμναν οι υλοτόμοι στην παλαιά εποχή; Με τσεκούρι έκοβαν το δένδρο. Φαντάσου δένδρο ριζωμένο, με μεγάλο κορμό. Ο υλοτόμος το κτυπά με μια τσεκουριά. Δεν πέφτει ασφαλώς με την πρώτη τσεκουριά. Το κτυπά με δεύτερη, με τρίτη, με δέκα… Κάποτε το δένδρο λυγίζει και πέφτει. Έτσι είναι και το αμαρτωλό πάθος. Μπορεί με την πρώτη τσεκουριά να μην πέση. Συνέχισε με την διαρκή μετάνοια να κτυπάς το πάθος. Να είσαι σίγουρος, πως κάποια μέρα, θα πέση το πάθος, θ’ απαλλαγής από την αμαρτία που χρόνια σε βασάνιζε. Έτσι λέει ο Ιερός Χρυσόστομος.

«Μετανοώ, αλλά ντρέπομαι να ομολογήσω τ’ αμαρτήματά μου. Είναι τόσα πολλά, ώστε ντρέπομαι να τα παρουσιάσω στον εξομολόγο κληρικό». Η ντροπή πρέπει να υπάρχη, αλλά προ, όχι μετά την αμαρτία. Να ντρεπώμεθα να διαπράξωμε το κακό, να μη ντρεπώμεθα να ομολογήσουμε το κακό.

Η μετάνοια εκφράζεται σαν ομολογία των αμαρτημάτων, σαν εξαγόρευσις. Μη ντρέπεσαι να πης τις αμαρτίες σου. Κάποτε θα γίνη η αποκάλυψις των αμαρτημάτων μας. Ή θα τις αποκαλύψουμε εμείς, μόνοι μας, μπροστά σ’ ένα πρόσωπο, στον πνευματικό, ή θα τις αποκάλυψη ο Θεός την ήμερα εκείνη μπροστά σ’ όλους τους αγγέλους και τους ανθρώπους. Αν προλάβουμε πρώτοι να κατηγορήσουμε τον εαυτόν μας με την μετάνοια, εξαλείφονται όλες οι αμαρτίες μας και αθωωνόμαστε.

«Είμαι τόσο πολύ αμαρτωλός, που αμφιβάλλω για την σωτηρία μου…». Αδελφέ μου συναμαρτωλέ! Ο Παράδεισος δεν είναι για τους αναμάρτητους. Είναι για τους αμαρτωλούς. Ο Παράδεισος είναι γεμάτος από αμαρτωλούς που μετανόησαν. Είναι και για μας ανοικτός ο Παράδεισος. Αρκεί να κάνουμε το πρώτο βήμα εμείς· το βήμα της μετάνοιας. Τότε σπεύδει ο Θεάνθρωπος Κύριος να κάνη δέκα βήματα για να μας αγκαλιάση· είναι τα βήματα του ελέους και της συγγνώμης.

Με πόνο θερμής προσευχής ας πούμε:

Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μάς έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας. Είσαι η Αλήθεια μέσα σε τόσα ψέματα. Είσαι η Χαρά μας μέσα σε τόσες θλίψεις. Είσαι η Λύτρωσίς μας μέσα σε τόση αμαρτία. Είσαι η Ειρήνη μέσα σ’ ένα κόσμο τόσο ταραγμένο.

Δόξα τη μακροθυμία και τη Ανοχή σου Κύριε. Αμήν.

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»



 

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς:

Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!

“Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί…”


«Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ μοναδική. Ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλὰ σώματα κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ πολλὲς Ἐκκλησίες. Ἐν τῷ θεανθρωπίνῳ αὐτοῦ σώματι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ὅπως ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Χριστός, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός.

Διʼ αὐτὸν τὸν λόγον διαίρεσις, σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἕνα πράγμα ὀντολογικῶς ἀδύνατον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη, πλὴν ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξη ἔκπτωσις ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ πίπτουν τὰ ξερὰ καὶ ἄγονα κλήματα ἀπὸ τὴν θεανθρωπίνην καὶ αἰωνίως ζῶσαν ἄμπελον, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς (Ἰω. 13,16).

Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέρη τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της.

Ἔτσι ἔχουν κατ’ ἀρχὴν ἀποκοπῆ οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοί, κατόπιν οἱ Πνευματομάχοι, κατόπιν οἱ Μονοφυσῖται, κατόπιν οἱ Εἰκονομάχοι, κατόπιν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οἱ Προτεστάνται, κατόπιν οἱ Οὐνῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν λεγεώνων.»

Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», (Γαλλικὴ μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Ἀναδημοσιεύτηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στὶς 29/6/2007



 

Ἅγιος Ἐφραὶμ: Νὰ λὲς τὴν εὐχή κι αὔριο μεθαύριο θὰ κάνει καρπό!

Ἁγίου
Ἐφραὶμ Κατουνακιώτου
Ἀφιέρωσε μισὴ ὥρα τὸ 24ωρο γιὰ νὰ λὲς τὴν εὐχούλα.
Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!
Ὅποτε μπορείς. Καλύτερα τὸ βράδυ. 
Νὰ τὴν λὲς χωρὶς νὰ κρατᾶς κομποσχοίνι.
Ικετευτικά, παρακλητικά, κλαψιάρικα. 
Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! 
Καλλιέργησε αὐτὸ καὶ θὰ δεῖς τί καρπὸ θὰ βγάλει. Ἀπὸ μισὴ ὥρα, θὰ γίνει μία ὥρα. Καὶ πρόσεξε ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἢ τὸ τηλέφωνο θὰ χτυπήσει, ἢ αὐτὴ τὴν δουλειὰ πρέπει νὰ τὴν κάνω τώρα, ἢ ὕπνος θὰ σοῦ ἔρθει, ἢ καμμιὰ βλασφημία θὰ σὲ κτυπήσει. Τίποτε! Κλεῖσε τὸ τηλέφωνο, τέλειωσε τὶς δουλειές σου καὶ κάνε αὐτὸ μισὴ ὥρα καὶ θὰ δεῖς. 
Φύτεψες ἕνα δενδράκι κι αὔριο μεθαύριο θὰ κάνει καρπό. Κυριε Ιησού Χριστέ ελέησον με!


 

Άγιος Σαμψών ο ξενοδόχος

ΑΓΙΟΣ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
    Μια κατηγορία αγίων της Εκκλησίας μας είναι και οι Ανάργυροι και Ιαματικοί, οι οποίοι ανάλωσαν τη ζωή τους στην ανακούφιση των πασχόντων και ενδεών ανθρώπων. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος.
      Γεννήθηκε στη Ρώμη το 511 από πλούσιους γονείς. Έλκε δε την καταγωγή του από βασιλική γενιά. Ήταν απόγονος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν πιστοί άνθρωποι και γι’ αυτό τον μεγάλωσαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Χάρις στην οικονομική τους ευμάρεια έδωσαν στο γιό τους σπουδαία μόρφωση. Σπούδασε πολλές επιστήμες, αλλά μία τον κατέκτησε, η ιατρική. Κι’ αυτό διότι θα του έδινε την δυνατότητα να ασκεί την αγάπη του στους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε ως εικόνες του Θεού. 
       Όταν αποφοίτησε ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού, όχι για βιοπορισμό ή για πλουτισμό, αλλά ως προσφορά στον πάσχοντα άνθρωπο δωρεάν. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως για τους αρχαίους λαούς και ιδιαίτερα τους Ρωμαίους, το ιατρικό επάγγελμα, θεωρούνταν παρακατιανό και γι’ αυτό το ασκούσαν κυρίως οι δούλοι και οι πληβείοι, οι φτωχοί και άσημοι. Η ιατρική αναδείχτηκε ως υψηλό λειτούργημα από το Χριστιανισμό. Μια πληθώρα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν ονομαστοί γιατροί και θεράπευαν τους πάσχοντες δωρεάν και γι’ αυτό ονομάζονταν Ανάργυροι.
       Ο Σαμψών εκτός από την καλή γνώση της ιατρικής επιστήμης έλαβε από το Θεό και το χάρισμα από το Θεό να θαυματουργεί με την επίκληση του αγίου ονόματος του Ιησού Χριστού. Χιλιάδες ενδεείς άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτόν να θεραπευτούν και να ελεηθούν.
      Μετά τον θάνατο των γονέων του ένοιωσε ώριμος να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο φιλανθρωπικό του έργο. Μοίρασε τη μεγάλη πατρική του περιουσία στους φτωχούς, ώστε πλήθος αναξιοπαθούντων να ανακουφιστούν, να βρουν τροφή και στέγη. Η φήμη του φιλάνθρωπου γιατρού Σαμψών βγήκε και έξω από τη Ρώμη. Ακόμα και από μακρινά σημεία της Ιταλίας έφταναν στη Ρώμη για να βρουν γιατρειά και ελεημοσύνη από εκείνον.
       Όμως η μεγάλη κοσμοσυρροή τον ενοχλούσε, όπως και η φήμη, από ταπείνωση. Δε θεωρούσε ότι έκανε κάτι σπουδαίο, αλλά το χριστιανικό του καθήκον, το οποίο είναι καθήκον κάθε χριστιανού. Ήθελε να είναι αφανής και άσημος και να μην επαινείται από τους ανθρώπους. Γι’ αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Ρώμη και να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί το φιλανθρωπικό του έργο.
       Όταν έφτασε στη Βασιλεύουσα εγκαταστάθηκε σε κάποιο σπίτι, ανάμεσα στους ναούς της Αγίας Σοφίας και Αγίας Ειρήνης, το οποίο μετέβαλε σε νοσοκομείο, με όσα χρήματα του είχαν απομείνει και άρχισε να επιτελεί το θεάρεστο έργο του. Παράλληλα επιδόθηκε στην άσκηση, στην προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Την ημέρα ασκούσε δωρεάν την ιατρική και το βράδυ αφιέρωνε στο δικό του πνευματικό αγώνα. Το σπίτι του το είχε μεταβάλλει σε άμισθο ιατρείο. Η φήμη του ως Ανάργυρος ιατρός διαδόθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα και για τούτο χιλιάδες ασθενείς έτρεχαν εκεί για να βρουν θεραπεία και να πάρουν ψυχική δύναμη από αυτόν. Μοίραζε αφειδώς στους φτωχούς και πεινασμένους της πόλεως ό, τι άφηναν προαιρετικά οι θεραπευμένοι.
       Η φήμη του έφτασε και στους άρχοντες της Βασιλεύουσας. Ο Πατριάρχης Μηνάς (536-552) κάλεσε τον Σαμψών να τον γνωρίσει και να τον επαινέσει για το σπουδαίο και θεάρεστο έργο του. Βλέποντας τα σπάνια χαρίσματά του και τη βαθειά πίστη του στο Θεό, του πρότεινε να γίνει κληρικός. Ο Σαμψών υπάκουσε και έγινε ιερέας στην ηλικία των τριάντα ετών.  
       Η είσοδός του στον κλήρο του έδωσε ακόμα περισσότερο ζήλο για τον καλό του αγώνα και την προσφορά του στους συνανθρώπους του. Παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα συνέχιζε να ασκεί την ιατρική του διακονία εντελώς δωρεάν. Πλήθος ασθενών συνέρρεαν στο ίδρυμά του για να λάβουν σωματική και ψυχική θεραπεία.
      Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός (527-565), ο οποίος κάποτε αρρώστησε από ανίατη ασθένεια. Ζήτησε διάσημους γιατρούς από όλη την αυτοκρατορία να τον θεραπεύσουν. Όμως δεν κατάφεραν τίποτε και ο αυτοκράτορας στράφηκε στο Θεό. Με δάκρυα στα μάτια και ολόθερμη προσευχή παρακαλούσε το Θεό να τον γιατρέψει. Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του διάφορους γιατρούς. Ένας από αυτούς του υπέδειξε έναν ταπεινό και σεμνό νέο ιατρό, ο οποίος, μόνος αυτός, μπορούσε να τον θεραπεύσει. Όταν ξύπνησε έδωσε διαταγή να παρουσιαστούν μπροστά του όλοι οι γιατροί της Κωνσταντινουπόλεως.    
         Δεν έμοιαζε όμως κανένας με εκείνον που είχε δει στο όνειρό του και γι’ αυτό λυπήθηκε πολύ. Άρχισε να τον αναζητεί σε όλη την πόλη. Κάποιος γιατρός τον πληροφόρησε για τον Σαμψών και τη δύναμη να θεραπεύει στο όνομα του Χριστού. Διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Όταν τον αντίκρισε, τον αναγνώρισε αμέσως, ήταν ολόιδιος με τον νεαρό γιατρό του ονείρου του. Ο άγιος γιατρός προσευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ο Θεός άκουσε τις ικεσίες του και θεράπευσε τον ασθενή αυτοκράτορα.
       Ο Ιουστινιανός από ευγνωμοσύνη θέλησε να του δώσει χρήματα. Ο ταπεινός και αφιλοχρήματος Σαμψών δεν τα δέχτηκε, αλλά τον συμβούλεψε να κτίσει μεγάλο νοσοκομείο για τη θεραπεία και ανακούφιση των φτωχών ασθενών. Εκείνος δέχτηκε την πρότασή του και ανακαίνισε έναν μεγαλοπρεπή ξενώνα, που είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά του 532 και οργάνωσε σ’ αυτό νοσοκομείο, δίνοντας την ονομασία: «Σαμψών ο ξενοδόχος». Ο άγιος υπηρέτησε για πολλά χρόνια στο πρότυπο αυτό ευαγές  ίδρυμα, ευεργετώντας χιλιάδες ανθρώπους. Το ίδρυμα αυτό επέζησε 600 χρόνια προσφέροντας ανεκτίμητο φιλανθρωπικό έργο.
        Κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας και το ιερό του λείψανο τοποθετήθηκε στο ναό του Αγίου Μάρτυρα Μωκίου. Αξιώθηκε και μετά την κοίμηση του να ευεργετεί τους πάσχοντες, θαυματουργώντας. Η μνήμη του τιμάται στις 27 Ιουνίου


Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2026

 

Ο Γάλλος που φωτογράφησε τη σφαγή της Φώκαιας – Η μόνη οπτική μαρτυρία του 1914

  

  Η Μασσαλία, η αρχαιότερη πόλη της Γαλλίας, ιδρύθηκε από Ελληνες, Φωκαείς της Μικράς Ασίας.

2.500 χρόνια αργότερα, ένας Γάλλος αρχαιολόγος βρέθηκε στην ίδια πόλη — και αυτό που είδε τον Ιούνιο του 1914 άλλαξε τη ζωή του για πάντα. Ο Félix Sartiaux πήγε να σκάψει την αρχαία Φώκαια. αυτό που αντίκρισε ήταν σφαγή.

Εραψε τέσσερις γαλλικές σημαίες, έσωσε 800 ψυχές και φωτογράφισε τα πάντα. Οι φωτογραφίες του είναι οι μόνες οπτικές μαρτυρίες που έχουμε.

Αυτή είναι η ιστορία της σφαγής της Φώκαιας — της κορύφωσης του πρώτου οργανωμένου διωγμού των Ελλήνων της Μικράς Ασίας — μέσα από τα μάτια του ανθρώπου που αρνήθηκε να κοιτάξει αλλού.



Τρίτη, Ιουνίου 23, 2026

 

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος ο Κολλυβάς και διδάσκαλος του Γένους.

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΡΙΟΣ Ο ΚΟΛΛΥΒΑΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
    Το Κολυβαδικό Κίνημα του 18ου αιώνα υπήρξε ένας σημαντικός ιστορικός σταθμός στην εκκλησιαστική μας ιστορία, καθ’ ότι διαδραμάτισε ισχυρό ανανεωτικό ρόλο στην Ορθοδοξία μας, η οποία ασφυκτιούσε από τις παρεμβάσεις της αιρετικής δυτικής χριστιανοσύνης. Ένα από τα κύρια πρόσωπα αυτού του κινήματος υπήρξε ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος. Ένας μεγάλος άγιος της Εκκλησίας μας και διδάσκαλος του Γένους.
      Γεννήθηκε το 1722 στο Κώστο της Πάρου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Απόστολος Τούλος και η μητέρα του Κωστιανή, οι οποίοι του διδάξαν τη ευσέβεια και φρόντισαν να τον σπουδάσουν.  Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο Κώστο και στη συνέχεια φοίτησε Σχολή της Μονής Αγίου Αθανασίου Ναούσης Πάρου ή στη Σχολή Παναγίου Τάφου στη Σίφνο. Στα 1745, ο ίδιος 23 χρονών πήγε στη Σμύρνη για να ανώτερες σπουδές στην εκεί φημισμένη «Ευαγγελική Σχολή», για έξι χρόνια. Το 1751 πήγε στο Άγιο Όρος και γράφηκε στην περίφημη «Αθωνιάδα Σχολή», όπου δίδασκαν ο ξακουστός δάσκαλος Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και αργότερα ο μεγάλος Ευγένιος Βούλγαρης. Εκεί σπούδασε Θεολογία, Φιλολογία και τις θετικές επιστήμες. Έχοντας επίσης άσβεστη δίψα για μάθηση, επισκέπτονταν τις βιβλιοθήκες των Μονών  και εμπλούτιζε τις γνώσεις του.

      Παράλληλα βίωνε την ορθόδοξη πνευματικότητα της αγιορείτικης ζωής και ιδιαίτερα τη Θεία Λατρεία. Εξασκούνταν στη ρητορική και την ομιλητική για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο υπόδουλο Γένος. Οι καθηγητές του και οι συμφοιτητές του τον θαυμάζουν. Ο Ευγένιος Βούλγαρης τον καθιστά συνεργάτη του. Μάλιστα το έτος 1757 διετέλεσε καθηγητής στη Σχολή.
       Η φήμη του βγήκε και εκτός Αγίου Όρους. Διάφορες Σχολές τον ζητούσαν για καθηγητή τους. Τα έτη 1758-1762 δίδαξε και έγινε διευθυντής της Σχολής Θεσσαλονίκης. Αλλά δυστυχώς το 1762 έκλεισε η Σχολή λόγω επιδημίας.  Από εκεί πήγε στην Κέρκυρα, να συμπληρώσει τις σπουδές του κοντά στον ονομαστό δάσκαλο Νικηφόρο Θεοτόκη. Κατόπιν, όντας ο ίδιος 40 ετών, προκλήθηκε να διδάξει στο Μεσολόγγι από το φίλο του Παναγιώτη Παλαμά, στην εκεί «Παλαμιαία Σχολή» που είχε ιδρύσει το 1760.
       Στα 1771 πήρε επιστολή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με την οποία διορίζονταν διευθυντής της «Αθωνιάδας Σχολής» στο Άγιο Όρος, ως διάδοχος του Ευγενίου Βούλγαρη. Ο Αθανάσιος δέχτηκε και ως το 1777 διέλαμψε στην ονομαστή Σχολή. Ήταν τα πλέον γόνιμα χρόνια της ζωής του. Εκεί γνωρίστηκε με τον Μακάριο Νοταρά, μια επίσης μεγάλη πνευματική προσωπικότητα της εποχής εκείνης και πρωτοπόρο «Κολλυβά». Αυτός τον προέτρεψε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος, ο οποίος δέχτηκε. Ήταν 55 ετών.
         Στα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε κορύφωση το Κολλυβαδικό Κίνημα στο Άγιο Όρος. Οι παράταξη των Κολλυβάδων διώκονταν με πείσμα από τους αντικολλυβάδες. Αυτό λυπούσε τον Αθανάσιο και δυσανασχετούσε για τις διώξεις τους. Ο ίδιος εντάχτηκε στο κίνημα των Κολλυβάδων και άρχισαν οι διώξεις εναντίον του. Παραιτείται από την «Αθωνιάδα Σχολή» και επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη όπου δίδαξε και πάλι από το 1777 έως το 1783. Παράλληλα κήρυττε από άμβωνος σε διάφορους ναούς. Στα 1783 έλαβε επιστολή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη διεύθυνση της Πατριαρχικής Σχολής στην Κωνσταντινούπολη, αλλά δεν αποδέχτηκε τη θέση.
       Στα 1786, 64 χρονών, αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του την Πάρο. Αλλά δεν κατόρθωσε να φτάσει στον προορισμό του. Λόγω του ρωσοτουρκικού
πολέμου, το πλοίο, που τον μετέφερε, αναγκάστηκε να αλλάξει πορεία και αγκυροβόλησε στη Χίο για μεγάλο διάστημα. Ο Αθανάσιος αποσύρθηκε στο «Κάθισμα» της Μονής Αγίας Τριάδος. Εκεί βυθίστηκε στην προσευχή, την περισυλλογή και την πνευματική άσκηση, περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος.
       Αλλά οι Χιώτες πληροφορήθηκαν την εκεί παρουσία του και επειδή η Σχολή της Χίου ήταν ακέφαλη, τον παρότρυναν να αναλάβει αυτός την διεύθυνσή της. Ο Αθανάσιος αρνείται, διότι έχει άλλα σχέδια. Στο τέλος δέχεται, όταν του γνώρισαν τις σχέσεις του με τον Μακάριο Νοταρά και τη φιλία του με τον Μητροπολίτη Χίου Γαβριήλ. Διδάσκει με πάθος στη Σχολή, στην οποία προσδίνει φήμη και κύρος. Εκεί συγγράφει τα σπουδαιότερα έργα του, όπως τη Ρητορική Πραγματεία του Ερμογένους, την Δογματική του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού και την Λογική του Ευγενίου Βούλγαρη.
       Έμεινε στη Χίο τριάντα χρόνια, ως το 1812 και έφτασε στην ηλικία των 90 χρονών. Ζήτησε και τον απάλλαξαν από τα διδακτικά και διευθυντικά του καθήκοντα και του όρισαν μισθό, όσο θα ζούσε.  Ήρθε ο καιρός να μεταβεί επί τέλους στην Πάρο. Όμως ο λαός της Χίου του έφραξε το δρόμο να μην φύγει από το νησί τους. Ο Αθανάσιος υπέκυψε στη θέλησή τους, το οποίο εξέλαβε ως θέλημα του Θεού και πήρε την απόφαση να μείνει για πάντα στη Χίο.
       Αποσύρθηκε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου στα Ρεστά Χίου, σε ένα απόμερο μέρος. Μαζί του ησύχαζαν ο μαθητής του και φίλος του Νικηφόρος και ο διάκονος Ιωσήφ από τα Φουρνά Ευρυτανίας, ο οποίος είχε χρηματίσει δάσκαλος στη Σχολή. Εκεί ο Αθανάσιος, παρ’ όλο το προχωρημένο της ηλικίας του, ασκούνταν σκληρά, προσευχόμενος, αγρυπνώντας και νηστεύοντας. Παράλληλα συνέχιζε το συγγραφικό θεολογικό του έργο.
      Όταν ξεκίνησε να γράφει το σύγγραμμά του «Περί της προς τον Θεόν αγίας Πίστεως και Περί του τις εστιν η αληθινή φιλοσοφία» έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο. Όταν συνήρθε κάπως και άρχισε ξανά τη συγγραφή, δεύτερο εγκεφαλικό, βαρύτερο, τον ρίχνει στο κρεβάτι. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται το τέλος της επί γης ζωής του και προετοιμάζεται για τη μεγάλη αναχώρηση. Με νεύματα ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και μετά μία ήμερα παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, στις 24 Ιουνίου 1813. Οι συνασκητές του τον έθαψαν στην αυλή της Μονής. Τα λείψανά του αποτεφρώθηκαν από μεγάλη πυρκαγιά του 1822. Ανακηρύχτηκε άγιος και τιμάται στις 24 Ιουνίου, ημέρα της οσιακής κοίμησής του.
     Ο άγιος Αθανάσιος σημάδεψε θετικά με την προσωπικότητά του και το έργο του την ταραγμένη εποχή του. Υπήρξε μια σπάνια εκκλησιαστική και πνευματική μορφή, με ακραιφνώς ορθόδοξο και ελληνοπρεπές χαρακτήρα, φωτεινό ορόσημο και παράδειγμα μια μας σήμερα!  


Δευτέρα, Ιουνίου 22, 2026

 

Ἡ παρεμηνεία εἰς τὸν Παπισμόν, περὶ τῆς “πέτρας τῆς ἀληθείας”


Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

  Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦλθεν «εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου» καὶ «ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16,13), ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶπε, «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16).

  Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν  ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.  καγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,17-18).

  Οἱ Παπικοί, γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο, σκοπίμως παρερμηνεύουν τὸ χωρίο αὐτὸ ἀπὸ τὸ “Κατὰ Ματθαῖο Εὐαγγέλιο”.  Ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16), ὁδήγησε τὸν Χριστὸ νὰ πεῖ γιὰ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, «ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 16,17) καὶ νὰ προσθέσει γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν τῆς ἀληθείας ὅτι «κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18).  Ἂν τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ἐννοοῦσε ὁ Χριστός, θὰ ἀναφερόταν ἀπευθείας σ’ αὐτόν, λέγοντάς του «ἐπὶ σὲ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ αὐθαίρετη ταύτιση τῆς πέτρας μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καταρρίπτεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου στὸ ἔργο του (Retractationes), ὅπου ἀναφέρει τὰ ἀκόλουθα: «Διότι ἡ Πέτρα εἶναι τὸ κύριο ὄνομα καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος παίρνει τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀπὸ τὴν Πέτρα κι ὄχι ἡ Πέτρα ἀπὸ τὸν Πέτρο· ὅπως κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοὶ παίρνουμε τὸ ὄνομα τοῦτο ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. “Σύ”, λέει ὁ Χριστός, “εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ”, τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες λέγοντας “Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ”, “οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν”· δηλαδὴ πάνω σὲ ἐμένα τὸν ἴδιο, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ”» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Ὁμιλία LXXVI, 1).

Στὴν 5η ὁμιλία του τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέει ὅτι, «πάνω σὲ αὐτὴν τὴν Πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου· ὄχι πάνω στὸν Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἐσύ, ἀλλὰ στὴν Πέτρα,τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Ὁμιλία CCLXX, 2).

Στὸν 124ο Tractatus γιὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ὁ  Ἅγιος Αὐγουστῖνος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Πάνω σὲ αὐτὴν τὴν Πέτραν τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου· ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ Πέτρα» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Tractatus CXXIV In Ioann.).  Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ παπικοί, οὔτε ἀκροθιγῶς δὲν ἀναφέρονται σὲ αὐτὰ τὰ σπουδαῖα ἑρμηνευτικὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου.

Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπίσης, ὅτι «ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ὅτι καὶ ὁ Πέτρος, δηλαδὴ προικισμένοι μὲ τὴν ἴδια τιμὴ καὶ ἐξουσία» (De Unitate Ecclesiae), ὑποδεικνύει ἐπακριβῶς τὸ λανθασμένο τοῦ Παπικοῦ πρωτείου.

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζονται οἱ  Παπικοὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θὰ στηριζόταν σὲ ἕνα ἄνθρωπο; Ἐφ’ ὅσον τοιουτοτρόπως ἰσχυρίζονται, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔπρεπε νὰ δεχόταν ἀδιαμφισβήτητα τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Τοῦτο ὅμως δὲν συνέβη στὴν περίπτωση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχθηκε θέση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ ὄχι τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.

Θὰ ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τοὺς παπικοὺς ἰσχυρισμοὺς μάλιστα, νὰ προεδρεύσει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ ὄχι ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος.

Τὸ «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» Πράξ. 15, 28, ὑποδεικνύει τὸ πρωτοχριστιανικὸ συνοδικὸ κάλλος, τὸ ὁποῖο ἡ Μία Ἁγία Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ ἕως σήμερα (παρὰ τὶς ὅποιες ἀντισυνοδικὲς ἐνέργειες καὶ φοβίες κάποιων), καὶ ὄχι ἡ πλάνη τοῦ Παπικοῦ ἐξουσιαστικοῦ πρωτείου.



 

Άγ. Μάρκος Ευγενικός: το όχι στη σύνοδο της Φλωρεντίας

  

 

Άγιοι Απόστολοι: Αγώνες, διώξεις και θυσία για την διάδοση του Ευαγγελίου

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 22α Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ: ΑΓΩΝΕΣ, ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

(Η νίκη του Ευαγγελίου απέναντι στα εμπόδια του κόσμου- Αφιέρωμα στην ιερή μνήμη τους)

       Στις 29 Ιουνίου η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη των δύο Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, ενώ την επομένη εορτάζει τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων. Η τιμή προς τα ιερά αυτά πρόσωπα είναι αυτονόητη και ανάγεται ήδη στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, διότι οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν οι συνεχιστές του σωτηριώδους έργου του Χριστού στον κόσμο. Εκείνοι διέδωσαν το Ευαγγέλιο στα πέρατα της οικουμένης και θεμελίωσαν την Εκκλησία σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Πάνω στη δική τους μαρτυρία και στο δικό τους έργο οικοδομήθηκε η Εκκλησία και γι’ αυτό ονομάζεται «Αποστολική». Κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, οι πιστοί είναι «εποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ.2,20).

     Ως ελάχιστη απόδοση τιμής προς τους Αγίους Αποστόλους αφιερώνουμε την παρούσα ανακοίνωση σε αυτούς, εστιάζοντας κυρίως στις μεγάλες δυσκολίες και τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν κατά την επιτέλεση της ιεραποστολικής τους διακονίας.

     Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και τον θάνατο. Για την πραγματοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας επέλεξε συνεργάτες, οι οποίοι συγκροτούσαν διαφορετικούς κύκλους μαθητών. Στον στενό πυρήνα ανήκαν οι Δώδεκα Απόστολοι. Στον ευρύτερο κύκλο ανήκαν οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, ενώ μια τρίτη ομάδα αποτελούσαν οι αφοσιωμένες γυναίκες που διακονούσαν τον Κύριο και συνέδραμαν το έργο Του, καθώς και πολλοί άλλοι, οι οποίοι είχαν πιστέψει σ’ Αυτόν.

      Η λέξη «απόστολος» σημαίνει τον απεσταλμένο. Απόστολοι ονομάστηκαν οι εκλεγμένοι και προσκεκλημένοι από τον Κύριο μαθητές Του, οι οποίοι ανέλαβαν να συνεχίσουν το σωτήριο έργο Του μετά την ένδοξη Ανάληψή Του στους ουρανούς. Σύμφωνα μάλιστα με τη ρητή εντολή Του, έγιναν οι μάρτυρες της Αναστάσεώς Του «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).

      Η εκλογή και η κλήση των Αποστόλων, οι οποίοι έως την Πεντηκοστή αποκαλούνταν μαθητές, πραγματοποιήθηκε ήδη από την αρχή της δημόσιας δράσεως του Κυρίου στη Γαλιλαία. Αμέσως μετά τη Βάπτισή Του κατευθύνθηκε στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ και απηύθυνε στους εκεί αλιείς το κάλεσμα: «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ.4,19). Εκείνοι ανταποκρίθηκαν χωρίς δισταγμό· «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ.4,20). Άλλοι πάλι εγκατέλειψαν ακόμη και τον πατέρα τους, «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» (Μάρκ.1,20).

     Ο Κύριος δεν επέλεξε τους Αποστόλους Του από την ελίτ της θρησκευτικής, πνευματικής ή πολιτικής αριστοκρατίας της εποχής, ούτε από τους κύκλους των ισχυρών, των πλουσίων ή των διανοουμένων. Η πνευματική τύφλωση, η ηθική παρακμή και η αλαζονεία χαρακτήριζαν σε μεγάλο βαθμό τις ομάδες αυτές. Αντιθέτως, επέλεξε απλούς, ταπεινούς και κοινωνικά ασήμαντους ανθρώπους, οι οποίοι βίωναν εντονότερα τις συνέπειες της πτώσεως και της αμαρτίας και διατηρούσαν ζωντανή στην καρδιά τους την ελπίδα της θείας λυτρώσεως.

    Ωστόσο, παρά τη μαθητεία τους κοντά στον Χριστό, τη συμμετοχή τους στις περιοδείες Του, την ακρόαση της θείας διδασκαλίας Του και τη βίωση των θαυμάτων Του, παρέμεναν σε σημαντικό βαθμό επηρεασμένοι από τη διαδεδομένη ιουδαϊκή αντίληψη περί Μεσσία. Τον ανέμεναν ως έναν ισχυρό εγκόσμιο ηγέτη, ο οποίος θα απελευθέρωνε το έθνος τους, θα συνέτριβε τους εχθρούς του Ισραήλ και θα εγκαθίδρυε μια παγκόσμιας εμβέλειας βασιλεία. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό κατά το οποίο οι αδελφοί Ιάκωβος και Ιωάννης ζήτησαν να καταλάβουν τις πρώτες θέσεις στη μέλλουσα βασιλεία Του (Μάρκ.10,35-44).

     Ο Χριστός, όμως, δεν τους επέτρεπε να παραμένουν προσκολλημένοι σε τέτοιες αντιλήψεις. Τους αποκάλυπτε σταδιακά ότι η αποστολή Του υπερέβαινε τα στενά όρια του Ιουδαϊσμού και αφορούσε τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν τους υποσχέθηκε αξιώματα, τιμές, ανέσεις ή ασφάλεια. Αντίθετα, τους προειδοποίησε ότι η αποστολή τους θα συνοδευόταν από διωγμούς, θλίψεις και μαρτύρια.

      Αντίθετα, τους προειδοποίησε με απόλυτη σαφήνεια για τις δοκιμασίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων. Προσέχετε δε από των ανθρώπων· παραδώσουσι γαρ υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς· και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν. όταν δε παραδώσωσιν υμάς, μη μεριμνήσητε πώς ή τι λαλήσετε· δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τι λαλήσετε. ου γαρ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν. Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς· και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου· ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ.10,16-22). Τους προανήγγειλε ότι θα παραδοθούν σε συνέδρια, θα μαστιγωθούν στις συναγωγές, θα οδηγηθούν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων εξαιτίας του ονόματός Του και θα γίνουν αντικείμενο μίσους και διωγμών. Παράλληλα, όμως, τους διαβεβαίωσε ότι το Άγιο Πνεύμα θα τους ενίσχυε στις κρίσιμες στιγμές και θα τους χάριζε σοφία και δύναμη, ώστε να ομολογούν με παρρησία την αλήθεια.

      Παρόμοιες προειδοποιήσεις διασώζει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, σύμφωνα με τον οποίο, ο Κύριος προείπε ότι οι μαθητές Του θα γνωρίσουν φυλακίσεις, διώξεις, προδοσίες ακόμη και από συγγενικά τους πρόσωπα, αλλά τους κάλεσε να διατηρήσουν ακλόνητη την υπομονή και την εμπιστοσύνη τους στον Θεό, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η θεία πρόνοια δεν θα τους εγκαταλείψει ποτέ. «Επιβαλούσιν εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου· […] παραδοθήσεσθε δε και υπό γονέων και συγγενών και φίλων και αδελφών, και θανατώσουσιν εξ υμών, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου» (Λουκ.21, 12-19).

     Ακόμη πιο χαρακτηριστικοί είναι οι λόγοι του Κυρίου, όπως τους καταγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμέ πρώτον υμών μεμίσηκεν. ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει· ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, δια τούτο μισεί υμάς ο κόσμος. […] Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα μη σκανδαλισθήτε. αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς· αλλ' έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ. και ταύτα ποιήσουσιν, ότι ουκ έγνωσαν τον πατέρα ουδέ εμέ» (Ιωάν.15, 18-21 και 16,1-3)». Ο Χριστός κατέστησε σαφές ότι η αντίδραση του κόσμου απέναντι στους μαθητές Του δεν θα ήταν παρά συνέχεια της εχθρότητας που εκδηλώθηκε εναντίον του ιδίου. Τους προετοίμασε για διωγμούς, αποβολές από τις συναγωγές και ακόμη για τον θάνατο, τον οποίο ορισμένοι θα θεωρούσαν ως θρησκευτικό καθήκον, Με τον τρόπο αυτό θέλησε να τους θωρακίσει πνευματικά, ώστε να μη σκανδαλισθούν όταν θα έβλεπαν τις προρρήσεις Του να επαληθεύονται.

     Λίγο πριν από την ένδοξη Ανάληψή Του, ο Κύριος τους ανέθεσε την παγκόσμια αποστολή της Εκκλησίας: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ.28,19). Μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι Απόστολοι εξήλθαν στον κόσμο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).

      Η μεταμόρφωσή τους υπήρξε πραγματικά συγκλονιστική. Οι άλλοτε απλοί, άσημοι και φοβισμένοι ψαράδες της Γαλιλαίας αναδείχθηκαν σε φωτισμένους και χαρισματούχους άνδρες, «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας». Ενισχυμένοι από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος και έχοντας ως αδιάσειστη βεβαιότητα την εμπειρία της Αναστάσεως του Χριστού, κατέστησαν πανίσχυρες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες ανέλαβαν να φωτίσουν τα έθνη και να οδηγήσουν τους ανθρώπους από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως της αληθείας.

      Οι Απόστολοι διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την οικουμένη για να μεταδώσουν το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου. Σε έναν κόσμο βυθισμένο στην πνευματική σύγχυση, τη δεισιδαιμονία και την ηθική παρακμή, κήρυξαν την αλήθεια του Χριστού και κάλεσαν τους ανθρώπους σε μετάνοια και αναγέννηση. Όπως είχε προφητευθεί, εκείνοι που βρίσκονταν «εν χώρα και σκιά θανάτου» είδαν να ανατέλλει γι’ αυτούς το φως της σωτηρίας (Ματθ.4,16).

      Με το κήρυγμά τους διέλυσαν τα σκοτάδια της πλάνης και της ειδωλολατρίας και μετέδωσαν το ελπιδοφόρο μήνυμα της εν Χριστώ λυτρώσεως. Οι καρδιές τους, φλεγόμενες από θείο ζήλο, και ο ανιδιοτελής αγώνας τους συγκίνησαν πλήθη ανθρώπων, τα οποία ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ευαγγελίου. Ο σπόρος του θείου λόγου, που έσπερναν ακούραστα σε κάθε γωνιά της γης, καρποφορούσε θαυμαστά και η Εκκλησία αυξανόταν με ταχύτητα που υπερέβαινε κάθε ανθρώπινη προσδοκία.

      Το έργο τους, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε χωρίς αντιδράσεις και εμπόδια. Ο διάβολος, ο οποίος αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και επιδιώκει την απώλεια του ανθρώπου, κινητοποίησε κάθε δύναμη εναντίον τους. Υποκίνησε ανθρώπους και εξουσίες να εγείρουν εχθρότητα, να προκαλέσουν διωγμούς και να παρεμποδίσουν τη διάδοση του Ευαγγελίου.

     Οι διώξεις ξεκίνησαν από τους Ιουδαίους και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στον εθνικό κόσμο. Ο παλαιός κόσμος, εγκλωβισμένος στις πλάνες, τα συμφέροντα και τις προκαταλήψεις του, αντιστάθηκε σθεναρά στην επέλαση της αλήθειας. Έτσι, οι προρρήσεις του Κυρίου επαληθεύθηκαν πλήρως.

     Οι Απόστολοι δεν διέθεταν καμία ανθρώπινη δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιτυχία τους. Δεν υποστηρίζονταν από πολιτικούς άρχοντες, δεν διέθεταν οικονομικούς πόρους ούτε στρατιωτική ισχύ. Μοναδικά τους εφόδια ήταν η ακλόνητη πίστη στον Θεό, η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και ο φλογερός πόθος για τον ευαγγελισμό του κόσμου.

      Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις στερήσεις, τις ταπεινώσεις και τις δοκιμασίες που υπέστησαν οι Απόστολοι: «ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς φρόνιμοι εν Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί ΄υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί΄ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν΄ ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων ερίψημα έως άρτι» (Α΄Κορ.4,9-13)

      Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιτυχία του αποστολικού έργου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θαυμαστή. Παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια που συνάντησαν, το Ευαγγέλιο διαδόθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη και η Εκκλησία εδραιώθηκε σε πλήθος λαών και εθνών. Ο κόσμος, αν και σε μεγάλο βαθμό προετοιμασμένος από τη θεία πρόνοια να δεχθεί το μήνυμα της σωτηρίας, πρόβαλε ισχυρές αντιστάσεις στο αποστολικό κήρυγμα.

      Ας αναφέρουμε συνοπτικά ορισμένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετώπισαν οι Άγιοι Απόστολοι.

1) Η αντίδραση του Ιουδαϊσμού

     Πρώτο και σοβαρό εμπόδιο υπήρξε ο Ιουδαϊσμός, τόσο σε επίπεδο θρησκευτικής και πολιτικής ηγεσίας όσο και σε μεγάλο μέρος του λαού. Οι περισσότεροι Ιουδαίοι δεν αποδέχθηκαν τον Ιησού Χριστό ως τον αναμενόμενο Μεσσία, διότι είχαν διαμορφώσει την αντίληψη ενός επίγειου και πανίσχυρου ηγέτη, ο οποίος θα απελευθέρωνε το έθνος τους από τους ξένους κατακτητές και θα αποκαθιστούσε την πολιτική του ισχύ.

       Παράλληλα, αδυνατούσαν να αποδεχθούν το μέγα μυστήριο της θείας Ενανθρωπήσεως. Η πίστη σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος αποτελούσε γι’ αυτούς «σκάνδαλον» (Α΄ Κορ.1,23). Γι’ αυτό όχι μόνο απέρριψαν τον Χριστό, αλλά Τον θεώρησαν επικίνδυνο για τη θρησκευτική και κοινωνική συνοχή του έθνους τους, οδηγώντας Τον τελικά στον σταυρικό θάνατο.

      Η ίδια εχθρική στάση συνεχίσθηκε και απέναντι στους Αποστόλους. Οι διωγμοί που υπέστη η πρώτη Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα, οι φυλακίσεις, οι ανακρίσεις ενώπιον του Συνεδρίου και ο λιθοβολισμός του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πραξ.7,51-53), αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αυτής της αντιδράσεως.

2) Η ειδωλολατρική κοινωνία και η πνευματική της παρακμή

      Ένα δεύτερο σημαντικό εμπόδιο ήταν ο εθνικός, ειδωλολατρικός κόσμος της εποχής. Παρά την πολιτιστική του ανάπτυξη, βρισκόταν σε βαθιά πνευματική και ηθική κρίση. Η ειδωλολατρεία, η δεισιδαιμονία, οι μαγικές πρακτικές και οι ποικίλες παγανιστικές λατρείες είχαν ριζώσει βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων.

      Το αποστολικό κήρυγμα καλούσε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα πατροπαράδοτα θρησκευτικά σχήματα και να προσχωρήσουν στη νέα πίστη. Αυτό απειλούσε άμεσα τα συμφέροντα των ειδωλολατρικών ιερατείων, των μάντεων, των μάγων και όσων αποκόμιζαν οικονομικά οφέλη από τις παγανιστικές λατρείες.

      Γι’ αυτό οι Απόστολοι συνάντησαν πολλές φορές σφοδρές αντιδράσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο μάγος Ελύμας στην Κύπρο (Πραξ.13,6-12) και η εξέγερση των αργυροχόων της Εφέσου, (Πραξ.κεφ.19), οι οποίοι φοβήθηκαν ότι η διάδοση του Χριστιανισμού θα έπληττε τα οικονομικά τους συμφέροντα.

      Επιπλέον, η ηθική χαλαρότητα που επικρατούσε στον εθνικό κόσμο δυσχέραινε την αποδοχή της χριστιανικής διδασκαλίας περί εγκρατείας, καθαρότητας και αγιότητας. Παρ’ όλα αυτά, η έμπρακτη αγάπη των χριστιανών προκαλούσε τον θαυμασμό πολλών ανθρώπων και γινόταν ισχυρό μέσο προσελκύσεως στη νέα πίστη. Δεν είναι τυχαία η γνωστή μαρτυρία του Τερτυλλιανού, ο οποίος αναφέρει ότι οι εθνικοί έλεγαν με θαυμασμό  για τους χριστιανούς: «Δείτε πώς αγαπούν ο ένας τον άλλον».

3) Η αντίδραση της φιλοσοφικής και πνευματικής ελίτ

      Ιδιαίτερη αντίσταση προήλθε και από τους εκπροσώπους της φιλοσοφικής και πνευματικής ελίτ του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Οι άνθρωποι αυτοί, αναζητώντας κυρίως τη σοφία και τη γνώση, δυσκολεύονταν να αποδεχθούν αλήθειες που υπερέβαιναν τα όρια της ανθρώπινης λογικής.

      Η διδασκαλία περί Ενανθρωπήσεως του Θεού και η πίστη σε έναν σταυρωμένο και αναστάντα Κύριο θεωρούνταν από πολλούς «μωρία» (Α΄ Κορ.1,23). Η φιλοσοφική παράδοση της εποχής δυσκολευόταν να συμβιβάσει την ιδέα ενός υπερβατικού Θεού με την πραγματική είσοδό Του στην ανθρώπινη ιστορία.

     Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών. Παρότι οι ακροατές του άκουσαν με ενδιαφέρον το κήρυγμά του, όταν αναφέρθηκε στην ανάσταση των νεκρών πολλοί τον «ἐχλεύαζον» Πράξ.17,32). Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη δυσκολία με την οποία η ανθρώπινη σοφία αποδεχόταν την υπέρλογη αλήθεια της θείας αποκαλύψεως.

     Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πολλοί εθνικοί φιλόσοφοι και λόγιοι επιχείρησαν να αντικρούσουν και να εξαφανίσουν τον Χριστιανισμό μέσω της φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας. Ωστόσο, η δύναμη της αλήθειας του Ευαγγελίου και η μαρτυρία της ζωής των πιστών αποδείχθηκαν ισχυρότερες από κάθε πολεμική.

4) Η εχθρότητα των πολιτικών εξουσιών

     Σημαντικό εμπόδιο υπήρξε επίσης η στάση των πολιτικών αρχών, και ιδιαίτερα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το Ευαγγέλιο πρόβαλλε μια νέα θεώρηση του ανθρώπου, βασισμένη στην ισότητα, την αξιοπρέπεια και την καθολική αδελφοσύνη.

     Η διδασκαλία ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ανεξαρτήτως καταγωγής, κοινωνικής τάξεως ή φύλου, αποτελούσε μια βαθιά ανατρεπτική αντίληψη για την εποχή. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι χαρακτηριστικός: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ.3,28).

    Οι αρχές φοβήθηκαν ότι η νέα αυτή αντίληψη θα μπορούσε να κλονίσει τις κοινωνικές δομές πάνω στις οποίες στηριζόταν η αυτοκρατορία και κυρίως δια της κατάργησης της δουλείας, η οποία, στον αρχαίο κόσμο είχε πρωταρχική σημασία για την υπηρεσία των ολίγων. Για τον λόγο αυτό εξαπολύθηκαν κατά καιρούς σκληροί διωγμοί εναντίον των χριστιανών.

    Το γεγονός καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς ότι το ρωμαϊκό κράτος επέδειξε συνήθως ανεκτικότητα απέναντι σε ποικίλες θρησκευτικές λατρείες, ακόμα και προς αυτές τις πλέον αποκρουστικές, παράλογες και επικίνδυνες. Ωστόσο, απέναντι στον Χριστιανισμό εκδηλώθηκε συχνά ιδιαίτερη εχθρότητα, επειδή διέκρινε σε αυτόν μια δύναμη ικανή να μεταμορφώσει ριζικά τον άνθρωπο και την κοινωνία.

5) Οι κίνδυνοι των ιεραποστολικών περιοδειών

     Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις αμέτρητες δυσκολίες που συνόδευαν τις ιεραποστολικές περιοδείες των Αποστόλων. Σε μια εποχή χωρίς σύγχρονα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας, ήταν αναγκασμένοι να διανύουν τεράστιες αποστάσεις πεζοί ή με πλοία, αντιμετωπίζοντας καθημερινά σοβαρούς κινδύνους.

    Στις μετακινήσεις τους εκτίθεντο σε ληστές, σε κακοκαιρίες, σε πείνα και δίψα, σε ασθένειες και σε ποικίλες στερήσεις. Τα θαλάσσια ταξίδια ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνα, καθώς οι τρικυμίες και τα ναυάγια αποτελούσαν συχνό φαινόμενο.

     Παράλληλα, σε πολλές πόλεις συναντούσαν εχθρότητα, προπηλακισμούς, βιαιοπραγίες, φυλακίσεις και απειλές κατά της ζωής τους. Συχνά αντιμετώπιζαν τη χλεύη, την περιφρόνηση και τις ταπεινώσεις, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν την αποστολή τους.

     Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις προσωπικές του δοκιμασίες: «εν κόποις περισσοτέρως, εν πληγαίς υπερβαλόντως, εν φυλακαίς περισσοτέρως, εν θανάτοις πολλάκις...» (Β΄Κορ.11,23 κ.ε.). Οι λόγοι αυτοί αποκαλύπτουν το μέγεθος των θυσιών που απαιτούσε το αποστολικό έργο και τη γενναιότητα με την οποία οι Απόστολοι ανταποκρίθηκαν στην κλήση του Θεού.

     Οι δυσκολίες και οι διωγμοί που αντιμετώπισαν οι Άγιοι Απόστολοι δεν υπήρξαν περιστασιακά γεγονότα, αλλά η μόνιμη πραγματικότητα της αποστολικής τους διακονίας. Εντούτοις, τίποτε δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία του Ευαγγελίου. Με ακλόνητη πίστη, απαράμιλλο θάρρος και απόλυτη αφοσίωση στον Κύριο, συνέχισαν τον αγώνα τους μέχρι τέλους, προσφέροντας ολόκληρη τη ζωή τους στη διακονία της Εκκλησίας.

     Οι περισσότεροι από αυτούς επισφράγισαν την αποστολή τους με μαρτυρικό θάνατο. Το αίμα τους έγινε σπόρος νέων χριστιανών και θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Μοναδική εξαίρεση υπήρξε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, αφού υπέμεινε διωγμούς και εξορίες, κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας στην Έφεσο.

     Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή παραδίδεται στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,[1] οι Δώδεκα Απόστολοι ολοκλήρωσαν την επίγεια πορεία τους ως εξής:

• Οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν. Ο Πέτρος σταυρώθηκε με την κεφαλή προς τα κάτω, ενώ ο Παύλος αποκεφαλίστηκε στη Ρώμη.

• Ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαρτύρησε στην Πάτρα, σταυρωμένος σε σταυρό σχήματος Χ.

• Ο Άγιος Ιάκωβος, αδελφός του Αγίου Ιωάννου, υπήρξε ο πρώτος από τους Αποστόλους που μαρτύρησε, αποκεφαλισμένος στα Ιεροσόλυμα από τον Ηρώδη Αγρίππα.

• Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εξορίστηκε στην Πάτμο και αργότερα κοιμήθηκε ειρηνικά στην Έφεσο.

• Ο Άγιος Φίλιππος μαρτύρησε διά σταυρώσεως στην Ιεράπολη.

• Ο Άγιος Θωμάς κήρυξε το Ευαγγέλιο έως τις Ινδίες και παρέδωσε τη ζωή του διά λογχισμού.

• Ο Άγιος Βαρθολομαίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο κατά την ιεραποστολική του δράση στην Ανατολή.

• Ο Άγιος Ματθαίος μαρτύρησε ύστερα από σκληρά βασανιστήρια.

• Ο Άγιος Ιάκωβος ο του Αλφαίου τελείωσε τη ζωή του με σταυρικό θάνατο.

• Ο Άγιος Σίμων ο Ζηλωτής υπέστη μαρτύριο κατά το κήρυγμά του στην Αφρική.

• Ο Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος θανατώθηκε κατά την αποστολική του δράση στη Μεσοποταμία.

• Ο Άγιος Ματθίας, ο οποίος εξελέγη στη θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη, υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια και μαρτύρησε για τον Χριστό.

    Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά στα μαρτύρια των Αγίων Αποστόλων του Ιερού Χρυσοστόμου: «οι μύρια δεινά δι’ αυτήν υπομείναντες, εν φυλακαίς κατακλειόμενοι, υπό Ιουδαίων βδελυττόμενοι, υπό βαρβάρων συρόμενοι, υπό βασιλέων αικιζόμενοι, οι μηδέ αναπνείν συγχωρούμενοι και παύσασθαι της διδασκαλίας μη ανεχόμενοι, οι μέλος του σώματος κινήσαι μη δυνάμενοι διά το βάρος των δεσμών και πάσαν την οικουμένην δεδεμένην τη αμαρτία, δι’ επιστολών λύοντες…»[2].

     Οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν οι πρώτοι μεγάλοι Μάρτυρες της Εκκλησίας. Με τη θυσία τους άνοιξαν τον δρόμο για τη χορεία των αμέτρητων Μαρτύρων που ακολούθησαν στους επόμενους αιώνες. Το τίμιο αίμα τους πότισε την Εκκλησία και συνέβαλε καθοριστικά στην εξάπλωση και την εδραίωσή της σε ολόκληρη την οικουμένη. Γι’ αυτό η Εκκλησία τους περιβάλλει με ιδιαίτερη τιμή και ευλάβεια. Οι αγώνες, οι κόποι, οι θυσίες και τα μαρτύριά τους αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία της αλήθειας του Ευαγγελίου και της δυνάμεως του Αναστάντος Χριστού.

     Δεν είναι τυχαίο ότι η υμνολογία της Εκκλησίας παρουσιάζει τους Μάρτυρες ως το πολυτιμότερο κόσμημά της. Στο Απολυτίκιο της Κυριακής των Αγίων Πάντων γίνεται λόγος για την «πορφύραν και βύσσον» με την οποία στολίζεται η Εκκλησία. Η πορφύρα συμβολίζει το αίμα της θυσίας και της βασιλικής αξιοπρέπειας, ενώ η βύσσος την αγνότητα και την καθαρότητα της ζωής. Με τα δύο αυτά πνευματικά ενδύματα κοσμήθηκε η Εκκλησία από τους Αγίους της και ιδιαιτέρως από τους Αγίους Αποστόλους.

     Κλείνοντας το σύντομο αυτό αφιέρωμα, επαναλαμβάνουμε την ακλόνητη πεποίθησή μας ότι το έργο των Αγίων Αποστόλων υπήρξε έργο θεϊκό. Οι αμέτρητες δυσκολίες, οι διωγμοί, οι στερήσεις και τα μαρτύρια που αντιμετώπισαν δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τη διάδοση του Ευαγγελίου. Αντιθέτως, το κήρυγμα της εν Χριστώ σωτηρίας εξαπλώθηκε στα πέρατα της γης και μεταμόρφωσε την ανθρώπινη ιστορία.

     Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με ανθρώπινα κριτήρια. Πίσω από τον αγώνα των ταπεινών εκείνων αλιέων της Γαλιλαίας αποκαλύπτεται η ενέργεια της θείας χάριτος, η οποία κατέστησε δυνατή την πνευματική αναγέννηση ολόκληρων λαών.

     Οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν πράγματι μεγάλοι ευεργέτες της ανθρωπότητας. Οι απλοί και άσημοι εκείνοι άνθρωποι φωταγώγησαν την οικουμένη με το φως του Χριστού. Με το κήρυγμα του Ευαγγελίου διαλύονταν τα σκοτάδια της πλάνης και της ειδωλολατρείας, ενώ οι δεισιδαιμονικές και ανελεύθερες αντιλήψεις υποχωρούσαν μπροστά στο φως της αποκεκαλυμμένης αλήθειας του Θεού. Το σωτηριώδες μήνυμα του Χριστού προσέφερε στον άνθρωπο την αληθινή ελευθερία, αποκαθιστώντας τη σχέση του με τον Δημιουργό του και ανοίγοντας τον δρόμο προς τη θέωση.

      Οι ταπεινοί αλιείς της Γαλιλαίας, φωτισμένοι από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αναδείχθηκαν σε οικουμενικούς διδασκάλους της αλήθειας και όργανα της θείας οικονομίας. Με το αποστολικό τους έργο μεταμόρφωσαν τον κόσμο, θέτοντας τα θεμέλια ενός νέου τρόπου ζωής, βασισμένου στην αγάπη, τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου.

    Οι καταφρονημένοι και περιθωριοποιημένοι άνθρωποι της αρχαιότητας, οι οποίοι συχνά στερούνταν κάθε αναγνώρισης της αξίας τους, ανακαλύπτουν μέσα στην Εκκλησία την αληθινή τους ταυτότητα. Δεν αποτελούν πλέον απλώς μέλη μιας κοινωνίας, αλλά πρόσωπα πλασμένα «κατ’ εικόνα Θεού» και προορισμένα να φθάσουν στο «καθ’ ομοίωσιν» διά της εν Χριστώ ζωής.

     Παράλληλα, πολλοί ισχυροί και άρχοντες συνειδητοποίησαν τη ματαιότητα της κοσμικής δόξας και εξουσίας, αναζητώντας τον αληθινό πλούτο της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννήθηκε και εξαπλώθηκε στον κόσμο η Εκκλησία του Χριστού, το θεανθρώπινο Σώμα Του, ως χώρος κοινωνίας Θεού και ανθρώπων, αγάπης και ενότητας των λαών. Μέσα στον κόσμο της αμαρτίας και της φθοράς, η Εκκλησία συνεχίζει να προσφέρει τη δυνατότητα της σωτηρίας, της ανακαινίσεως και της εν Χριστώ ζωής, οδηγώντας τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.

     Είθε το παράδειγμά τους να εμπνέει και εμάς, ώστε να παραμένουμε σταθεροί στην πίστη, πρόθυμοι στη διακονία της Εκκλησίας και αφοσιωμένοι στη μαρτυρία του Χριστού μέσα στον σύγχρονο κόσμο.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών


[1] https://www.ekklisiaonline.gr/nea/agion-apostolon-giorti-pii-itan-i-dodeka-apostoli-mathites-tou-christou/

[2] Ι, Χρυσοστ. Εἰς τοὺς κορυφαίους ἀποστόλους Πέτρον καὶ Παῦλον (PG 50, στ. 725–730).