"ΑΝΟΙΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ"
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Τρίτη, Ιουνίου 23, 2026
Δευτέρα, Ιουνίου 22, 2026
Ἡ παρεμηνεία εἰς τὸν Παπισμόν, περὶ τῆς “πέτρας τῆς ἀληθείας”

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦλθεν «εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου» καὶ «ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16,13), ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶπε, «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16).
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. καγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,17-18).
Οἱ Παπικοί, γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο, σκοπίμως παρερμηνεύουν τὸ χωρίο αὐτὸ ἀπὸ τὸ “Κατὰ Ματθαῖο Εὐαγγέλιο”. Ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16), ὁδήγησε τὸν Χριστὸ νὰ πεῖ γιὰ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, «ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 16,17) καὶ νὰ προσθέσει γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν τῆς ἀληθείας ὅτι «κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18). Ἂν τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ἐννοοῦσε ὁ Χριστός, θὰ ἀναφερόταν ἀπευθείας σ’ αὐτόν, λέγοντάς του «ἐπὶ σὲ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».
Ἡ αὐθαίρετη ταύτιση τῆς πέτρας μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καταρρίπτεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου στὸ ἔργο του (Retractationes), ὅπου ἀναφέρει τὰ ἀκόλουθα: «Διότι ἡ Πέτρα εἶναι τὸ κύριο ὄνομα καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος παίρνει τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀπὸ τὴν Πέτρα κι ὄχι ἡ Πέτρα ἀπὸ τὸν Πέτρο· ὅπως κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοὶ παίρνουμε τὸ ὄνομα τοῦτο ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. “Σύ”, λέει ὁ Χριστός, “εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ”, τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες λέγοντας “Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ”, “οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν”· δηλαδὴ πάνω σὲ ἐμένα τὸν ἴδιο, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ”» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Ὁμιλία LXXVI, 1).
Στὴν 5η ὁμιλία του τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέει ὅτι, «πάνω σὲ αὐτὴν τὴν Πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου· ὄχι πάνω στὸν Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἐσύ, ἀλλὰ στὴν Πέτρα,τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Ὁμιλία CCLXX, 2).
Στὸν 124ο Tractatus γιὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Πάνω σὲ αὐτὴν τὴν Πέτραν τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου· ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ Πέτρα» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Tractatus CXXIV In Ioann.). Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ παπικοί, οὔτε ἀκροθιγῶς δὲν ἀναφέρονται σὲ αὐτὰ τὰ σπουδαῖα ἑρμηνευτικὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου.
Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπίσης, ὅτι «ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ὅτι καὶ ὁ Πέτρος, δηλαδὴ προικισμένοι μὲ τὴν ἴδια τιμὴ καὶ ἐξουσία» (De Unitate Ecclesiae), ὑποδεικνύει ἐπακριβῶς τὸ λανθασμένο τοῦ Παπικοῦ πρωτείου.
Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζονται οἱ Παπικοὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θὰ στηριζόταν σὲ ἕνα ἄνθρωπο; Ἐφ’ ὅσον τοιουτοτρόπως ἰσχυρίζονται, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔπρεπε νὰ δεχόταν ἀδιαμφισβήτητα τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Τοῦτο ὅμως δὲν συνέβη στὴν περίπτωση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχθηκε θέση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ ὄχι τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.
Θὰ ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τοὺς παπικοὺς ἰσχυρισμοὺς μάλιστα, νὰ προεδρεύσει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ ὄχι ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος.
Τὸ «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» Πράξ. 15, 28, ὑποδεικνύει τὸ πρωτοχριστιανικὸ συνοδικὸ κάλλος, τὸ ὁποῖο ἡ Μία Ἁγία Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ ἕως σήμερα (παρὰ τὶς ὅποιες ἀντισυνοδικὲς ἐνέργειες καὶ φοβίες κάποιων), καὶ ὄχι ἡ πλάνη τοῦ Παπικοῦ ἐξουσιαστικοῦ πρωτείου.
Άγιοι Απόστολοι: Αγώνες, διώξεις και θυσία για την διάδοση του Ευαγγελίου
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 22α Ιουνίου 2026
ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ: ΑΓΩΝΕΣ, ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
(Η νίκη του Ευαγγελίου απέναντι στα εμπόδια του κόσμου- Αφιέρωμα στην ιερή μνήμη τους)
Στις 29 Ιουνίου η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη των δύο Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, ενώ την επομένη εορτάζει τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων. Η τιμή προς τα ιερά αυτά πρόσωπα είναι αυτονόητη και ανάγεται ήδη στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, διότι οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν οι συνεχιστές του σωτηριώδους έργου του Χριστού στον κόσμο. Εκείνοι διέδωσαν το Ευαγγέλιο στα πέρατα της οικουμένης και θεμελίωσαν την Εκκλησία σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Πάνω στη δική τους μαρτυρία και στο δικό τους έργο οικοδομήθηκε η Εκκλησία και γι’ αυτό ονομάζεται «Αποστολική». Κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, οι πιστοί είναι «εποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ.2,20).
Ως ελάχιστη απόδοση τιμής προς τους Αγίους Αποστόλους αφιερώνουμε την παρούσα ανακοίνωση σε αυτούς, εστιάζοντας κυρίως στις μεγάλες δυσκολίες και τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν κατά την επιτέλεση της ιεραποστολικής τους διακονίας.
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και τον θάνατο. Για την πραγματοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας επέλεξε συνεργάτες, οι οποίοι συγκροτούσαν διαφορετικούς κύκλους μαθητών. Στον στενό πυρήνα ανήκαν οι Δώδεκα Απόστολοι. Στον ευρύτερο κύκλο ανήκαν οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, ενώ μια τρίτη ομάδα αποτελούσαν οι αφοσιωμένες γυναίκες που διακονούσαν τον Κύριο και συνέδραμαν το έργο Του, καθώς και πολλοί άλλοι, οι οποίοι είχαν πιστέψει σ’ Αυτόν.
Η λέξη «απόστολος» σημαίνει τον απεσταλμένο. Απόστολοι ονομάστηκαν οι εκλεγμένοι και προσκεκλημένοι από τον Κύριο μαθητές Του, οι οποίοι ανέλαβαν να συνεχίσουν το σωτήριο έργο Του μετά την ένδοξη Ανάληψή Του στους ουρανούς. Σύμφωνα μάλιστα με τη ρητή εντολή Του, έγιναν οι μάρτυρες της Αναστάσεώς Του «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).
Η εκλογή και η κλήση των Αποστόλων, οι οποίοι έως την Πεντηκοστή αποκαλούνταν μαθητές, πραγματοποιήθηκε ήδη από την αρχή της δημόσιας δράσεως του Κυρίου στη Γαλιλαία. Αμέσως μετά τη Βάπτισή Του κατευθύνθηκε στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ και απηύθυνε στους εκεί αλιείς το κάλεσμα: «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ.4,19). Εκείνοι ανταποκρίθηκαν χωρίς δισταγμό· «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ.4,20). Άλλοι πάλι εγκατέλειψαν ακόμη και τον πατέρα τους, «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» (Μάρκ.1,20).
Ο Κύριος δεν επέλεξε τους Αποστόλους Του από την ελίτ της θρησκευτικής, πνευματικής ή πολιτικής αριστοκρατίας της εποχής, ούτε από τους κύκλους των ισχυρών, των πλουσίων ή των διανοουμένων. Η πνευματική τύφλωση, η ηθική παρακμή και η αλαζονεία χαρακτήριζαν σε μεγάλο βαθμό τις ομάδες αυτές. Αντιθέτως, επέλεξε απλούς, ταπεινούς και κοινωνικά ασήμαντους ανθρώπους, οι οποίοι βίωναν εντονότερα τις συνέπειες της πτώσεως και της αμαρτίας και διατηρούσαν ζωντανή στην καρδιά τους την ελπίδα της θείας λυτρώσεως.
Ωστόσο, παρά τη μαθητεία τους κοντά στον Χριστό, τη συμμετοχή τους στις περιοδείες Του, την ακρόαση της θείας διδασκαλίας Του και τη βίωση των θαυμάτων Του, παρέμεναν σε σημαντικό βαθμό επηρεασμένοι από τη διαδεδομένη ιουδαϊκή αντίληψη περί Μεσσία. Τον ανέμεναν ως έναν ισχυρό εγκόσμιο ηγέτη, ο οποίος θα απελευθέρωνε το έθνος τους, θα συνέτριβε τους εχθρούς του Ισραήλ και θα εγκαθίδρυε μια παγκόσμιας εμβέλειας βασιλεία. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό κατά το οποίο οι αδελφοί Ιάκωβος και Ιωάννης ζήτησαν να καταλάβουν τις πρώτες θέσεις στη μέλλουσα βασιλεία Του (Μάρκ.10,35-44).
Ο Χριστός, όμως, δεν τους επέτρεπε να παραμένουν προσκολλημένοι σε τέτοιες αντιλήψεις. Τους αποκάλυπτε σταδιακά ότι η αποστολή Του υπερέβαινε τα στενά όρια του Ιουδαϊσμού και αφορούσε τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν τους υποσχέθηκε αξιώματα, τιμές, ανέσεις ή ασφάλεια. Αντίθετα, τους προειδοποίησε ότι η αποστολή τους θα συνοδευόταν από διωγμούς, θλίψεις και μαρτύρια.
Αντίθετα, τους προειδοποίησε με απόλυτη σαφήνεια για τις δοκιμασίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων. Προσέχετε δε από των ανθρώπων· παραδώσουσι γαρ υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς· και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν. όταν δε παραδώσωσιν υμάς, μη μεριμνήσητε πώς ή τι λαλήσετε· δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τι λαλήσετε. ου γαρ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν. Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς· και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου· ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ.10,16-22). Τους προανήγγειλε ότι θα παραδοθούν σε συνέδρια, θα μαστιγωθούν στις συναγωγές, θα οδηγηθούν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων εξαιτίας του ονόματός Του και θα γίνουν αντικείμενο μίσους και διωγμών. Παράλληλα, όμως, τους διαβεβαίωσε ότι το Άγιο Πνεύμα θα τους ενίσχυε στις κρίσιμες στιγμές και θα τους χάριζε σοφία και δύναμη, ώστε να ομολογούν με παρρησία την αλήθεια.
Παρόμοιες προειδοποιήσεις διασώζει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, σύμφωνα με τον οποίο, ο Κύριος προείπε ότι οι μαθητές Του θα γνωρίσουν φυλακίσεις, διώξεις, προδοσίες ακόμη και από συγγενικά τους πρόσωπα, αλλά τους κάλεσε να διατηρήσουν ακλόνητη την υπομονή και την εμπιστοσύνη τους στον Θεό, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η θεία πρόνοια δεν θα τους εγκαταλείψει ποτέ. «Επιβαλούσιν εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου· […] παραδοθήσεσθε δε και υπό γονέων και συγγενών και φίλων και αδελφών, και θανατώσουσιν εξ υμών, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου» (Λουκ.21, 12-19).
Ακόμη πιο χαρακτηριστικοί είναι οι λόγοι του Κυρίου, όπως τους καταγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμέ πρώτον υμών μεμίσηκεν. ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει· ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, δια τούτο μισεί υμάς ο κόσμος. […] Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα μη σκανδαλισθήτε. αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς· αλλ' έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ. και ταύτα ποιήσουσιν, ότι ουκ έγνωσαν τον πατέρα ουδέ εμέ» (Ιωάν.15, 18-21 και 16,1-3)». Ο Χριστός κατέστησε σαφές ότι η αντίδραση του κόσμου απέναντι στους μαθητές Του δεν θα ήταν παρά συνέχεια της εχθρότητας που εκδηλώθηκε εναντίον του ιδίου. Τους προετοίμασε για διωγμούς, αποβολές από τις συναγωγές και ακόμη για τον θάνατο, τον οποίο ορισμένοι θα θεωρούσαν ως θρησκευτικό καθήκον, Με τον τρόπο αυτό θέλησε να τους θωρακίσει πνευματικά, ώστε να μη σκανδαλισθούν όταν θα έβλεπαν τις προρρήσεις Του να επαληθεύονται.
Λίγο πριν από την ένδοξη Ανάληψή Του, ο Κύριος τους ανέθεσε την παγκόσμια αποστολή της Εκκλησίας: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ.28,19). Μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι Απόστολοι εξήλθαν στον κόσμο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).
Η μεταμόρφωσή τους υπήρξε πραγματικά συγκλονιστική. Οι άλλοτε απλοί, άσημοι και φοβισμένοι ψαράδες της Γαλιλαίας αναδείχθηκαν σε φωτισμένους και χαρισματούχους άνδρες, «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας». Ενισχυμένοι από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος και έχοντας ως αδιάσειστη βεβαιότητα την εμπειρία της Αναστάσεως του Χριστού, κατέστησαν πανίσχυρες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες ανέλαβαν να φωτίσουν τα έθνη και να οδηγήσουν τους ανθρώπους από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως της αληθείας.
Οι Απόστολοι διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την οικουμένη για να μεταδώσουν το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου. Σε έναν κόσμο βυθισμένο στην πνευματική σύγχυση, τη δεισιδαιμονία και την ηθική παρακμή, κήρυξαν την αλήθεια του Χριστού και κάλεσαν τους ανθρώπους σε μετάνοια και αναγέννηση. Όπως είχε προφητευθεί, εκείνοι που βρίσκονταν «εν χώρα και σκιά θανάτου» είδαν να ανατέλλει γι’ αυτούς το φως της σωτηρίας (Ματθ.4,16).
Με το κήρυγμά τους διέλυσαν τα σκοτάδια της πλάνης και της ειδωλολατρίας και μετέδωσαν το ελπιδοφόρο μήνυμα της εν Χριστώ λυτρώσεως. Οι καρδιές τους, φλεγόμενες από θείο ζήλο, και ο ανιδιοτελής αγώνας τους συγκίνησαν πλήθη ανθρώπων, τα οποία ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ευαγγελίου. Ο σπόρος του θείου λόγου, που έσπερναν ακούραστα σε κάθε γωνιά της γης, καρποφορούσε θαυμαστά και η Εκκλησία αυξανόταν με ταχύτητα που υπερέβαινε κάθε ανθρώπινη προσδοκία.
Το έργο τους, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε χωρίς αντιδράσεις και εμπόδια. Ο διάβολος, ο οποίος αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και επιδιώκει την απώλεια του ανθρώπου, κινητοποίησε κάθε δύναμη εναντίον τους. Υποκίνησε ανθρώπους και εξουσίες να εγείρουν εχθρότητα, να προκαλέσουν διωγμούς και να παρεμποδίσουν τη διάδοση του Ευαγγελίου.
Οι διώξεις ξεκίνησαν από τους Ιουδαίους και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στον εθνικό κόσμο. Ο παλαιός κόσμος, εγκλωβισμένος στις πλάνες, τα συμφέροντα και τις προκαταλήψεις του, αντιστάθηκε σθεναρά στην επέλαση της αλήθειας. Έτσι, οι προρρήσεις του Κυρίου επαληθεύθηκαν πλήρως.
Οι Απόστολοι δεν διέθεταν καμία ανθρώπινη δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιτυχία τους. Δεν υποστηρίζονταν από πολιτικούς άρχοντες, δεν διέθεταν οικονομικούς πόρους ούτε στρατιωτική ισχύ. Μοναδικά τους εφόδια ήταν η ακλόνητη πίστη στον Θεό, η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και ο φλογερός πόθος για τον ευαγγελισμό του κόσμου.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις στερήσεις, τις ταπεινώσεις και τις δοκιμασίες που υπέστησαν οι Απόστολοι: «ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς φρόνιμοι εν Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί ΄υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί΄ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν΄ ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων ερίψημα έως άρτι» (Α΄Κορ.4,9-13)
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιτυχία του αποστολικού έργου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θαυμαστή. Παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια που συνάντησαν, το Ευαγγέλιο διαδόθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη και η Εκκλησία εδραιώθηκε σε πλήθος λαών και εθνών. Ο κόσμος, αν και σε μεγάλο βαθμό προετοιμασμένος από τη θεία πρόνοια να δεχθεί το μήνυμα της σωτηρίας, πρόβαλε ισχυρές αντιστάσεις στο αποστολικό κήρυγμα.
Ας αναφέρουμε συνοπτικά ορισμένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετώπισαν οι Άγιοι Απόστολοι.
1) Η αντίδραση του Ιουδαϊσμού
Πρώτο και σοβαρό εμπόδιο υπήρξε ο Ιουδαϊσμός, τόσο σε επίπεδο θρησκευτικής και πολιτικής ηγεσίας όσο και σε μεγάλο μέρος του λαού. Οι περισσότεροι Ιουδαίοι δεν αποδέχθηκαν τον Ιησού Χριστό ως τον αναμενόμενο Μεσσία, διότι είχαν διαμορφώσει την αντίληψη ενός επίγειου και πανίσχυρου ηγέτη, ο οποίος θα απελευθέρωνε το έθνος τους από τους ξένους κατακτητές και θα αποκαθιστούσε την πολιτική του ισχύ.
Παράλληλα, αδυνατούσαν να αποδεχθούν το μέγα μυστήριο της θείας Ενανθρωπήσεως. Η πίστη σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος αποτελούσε γι’ αυτούς «σκάνδαλον» (Α΄ Κορ.1,23). Γι’ αυτό όχι μόνο απέρριψαν τον Χριστό, αλλά Τον θεώρησαν επικίνδυνο για τη θρησκευτική και κοινωνική συνοχή του έθνους τους, οδηγώντας Τον τελικά στον σταυρικό θάνατο.
Η ίδια εχθρική στάση συνεχίσθηκε και απέναντι στους Αποστόλους. Οι διωγμοί που υπέστη η πρώτη Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα, οι φυλακίσεις, οι ανακρίσεις ενώπιον του Συνεδρίου και ο λιθοβολισμός του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πραξ.7,51-53), αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αυτής της αντιδράσεως.
2) Η ειδωλολατρική κοινωνία και η πνευματική της παρακμή
Ένα δεύτερο σημαντικό εμπόδιο ήταν ο εθνικός, ειδωλολατρικός κόσμος της εποχής. Παρά την πολιτιστική του ανάπτυξη, βρισκόταν σε βαθιά πνευματική και ηθική κρίση. Η ειδωλολατρεία, η δεισιδαιμονία, οι μαγικές πρακτικές και οι ποικίλες παγανιστικές λατρείες είχαν ριζώσει βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων.
Το αποστολικό κήρυγμα καλούσε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα πατροπαράδοτα θρησκευτικά σχήματα και να προσχωρήσουν στη νέα πίστη. Αυτό απειλούσε άμεσα τα συμφέροντα των ειδωλολατρικών ιερατείων, των μάντεων, των μάγων και όσων αποκόμιζαν οικονομικά οφέλη από τις παγανιστικές λατρείες.
Γι’ αυτό οι Απόστολοι συνάντησαν πολλές φορές σφοδρές αντιδράσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο μάγος Ελύμας στην Κύπρο (Πραξ.13,6-12) και η εξέγερση των αργυροχόων της Εφέσου, (Πραξ.κεφ.19), οι οποίοι φοβήθηκαν ότι η διάδοση του Χριστιανισμού θα έπληττε τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Επιπλέον, η ηθική χαλαρότητα που επικρατούσε στον εθνικό κόσμο δυσχέραινε την αποδοχή της χριστιανικής διδασκαλίας περί εγκρατείας, καθαρότητας και αγιότητας. Παρ’ όλα αυτά, η έμπρακτη αγάπη των χριστιανών προκαλούσε τον θαυμασμό πολλών ανθρώπων και γινόταν ισχυρό μέσο προσελκύσεως στη νέα πίστη. Δεν είναι τυχαία η γνωστή μαρτυρία του Τερτυλλιανού, ο οποίος αναφέρει ότι οι εθνικοί έλεγαν με θαυμασμό για τους χριστιανούς: «Δείτε πώς αγαπούν ο ένας τον άλλον».
3) Η αντίδραση της φιλοσοφικής και πνευματικής ελίτ
Ιδιαίτερη αντίσταση προήλθε και από τους εκπροσώπους της φιλοσοφικής και πνευματικής ελίτ του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Οι άνθρωποι αυτοί, αναζητώντας κυρίως τη σοφία και τη γνώση, δυσκολεύονταν να αποδεχθούν αλήθειες που υπερέβαιναν τα όρια της ανθρώπινης λογικής.
Η διδασκαλία περί Ενανθρωπήσεως του Θεού και η πίστη σε έναν σταυρωμένο και αναστάντα Κύριο θεωρούνταν από πολλούς «μωρία» (Α΄ Κορ.1,23). Η φιλοσοφική παράδοση της εποχής δυσκολευόταν να συμβιβάσει την ιδέα ενός υπερβατικού Θεού με την πραγματική είσοδό Του στην ανθρώπινη ιστορία.
Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών. Παρότι οι ακροατές του άκουσαν με ενδιαφέρον το κήρυγμά του, όταν αναφέρθηκε στην ανάσταση των νεκρών πολλοί τον «ἐχλεύαζον» Πράξ.17,32). Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη δυσκολία με την οποία η ανθρώπινη σοφία αποδεχόταν την υπέρλογη αλήθεια της θείας αποκαλύψεως.
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πολλοί εθνικοί φιλόσοφοι και λόγιοι επιχείρησαν να αντικρούσουν και να εξαφανίσουν τον Χριστιανισμό μέσω της φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας. Ωστόσο, η δύναμη της αλήθειας του Ευαγγελίου και η μαρτυρία της ζωής των πιστών αποδείχθηκαν ισχυρότερες από κάθε πολεμική.
4) Η εχθρότητα των πολιτικών εξουσιών
Σημαντικό εμπόδιο υπήρξε επίσης η στάση των πολιτικών αρχών, και ιδιαίτερα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το Ευαγγέλιο πρόβαλλε μια νέα θεώρηση του ανθρώπου, βασισμένη στην ισότητα, την αξιοπρέπεια και την καθολική αδελφοσύνη.
Η διδασκαλία ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ανεξαρτήτως καταγωγής, κοινωνικής τάξεως ή φύλου, αποτελούσε μια βαθιά ανατρεπτική αντίληψη για την εποχή. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι χαρακτηριστικός: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ.3,28).
Οι αρχές φοβήθηκαν ότι η νέα αυτή αντίληψη θα μπορούσε να κλονίσει τις κοινωνικές δομές πάνω στις οποίες στηριζόταν η αυτοκρατορία και κυρίως δια της κατάργησης της δουλείας, η οποία, στον αρχαίο κόσμο είχε πρωταρχική σημασία για την υπηρεσία των ολίγων. Για τον λόγο αυτό εξαπολύθηκαν κατά καιρούς σκληροί διωγμοί εναντίον των χριστιανών.
Το γεγονός καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς ότι το ρωμαϊκό κράτος επέδειξε συνήθως ανεκτικότητα απέναντι σε ποικίλες θρησκευτικές λατρείες, ακόμα και προς αυτές τις πλέον αποκρουστικές, παράλογες και επικίνδυνες. Ωστόσο, απέναντι στον Χριστιανισμό εκδηλώθηκε συχνά ιδιαίτερη εχθρότητα, επειδή διέκρινε σε αυτόν μια δύναμη ικανή να μεταμορφώσει ριζικά τον άνθρωπο και την κοινωνία.
5) Οι κίνδυνοι των ιεραποστολικών περιοδειών
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις αμέτρητες δυσκολίες που συνόδευαν τις ιεραποστολικές περιοδείες των Αποστόλων. Σε μια εποχή χωρίς σύγχρονα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας, ήταν αναγκασμένοι να διανύουν τεράστιες αποστάσεις πεζοί ή με πλοία, αντιμετωπίζοντας καθημερινά σοβαρούς κινδύνους.
Στις μετακινήσεις τους εκτίθεντο σε ληστές, σε κακοκαιρίες, σε πείνα και δίψα, σε ασθένειες και σε ποικίλες στερήσεις. Τα θαλάσσια ταξίδια ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνα, καθώς οι τρικυμίες και τα ναυάγια αποτελούσαν συχνό φαινόμενο.
Παράλληλα, σε πολλές πόλεις συναντούσαν εχθρότητα, προπηλακισμούς, βιαιοπραγίες, φυλακίσεις και απειλές κατά της ζωής τους. Συχνά αντιμετώπιζαν τη χλεύη, την περιφρόνηση και τις ταπεινώσεις, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν την αποστολή τους.
Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις προσωπικές του δοκιμασίες: «εν κόποις περισσοτέρως, εν πληγαίς υπερβαλόντως, εν φυλακαίς περισσοτέρως, εν θανάτοις πολλάκις...» (Β΄Κορ.11,23 κ.ε.). Οι λόγοι αυτοί αποκαλύπτουν το μέγεθος των θυσιών που απαιτούσε το αποστολικό έργο και τη γενναιότητα με την οποία οι Απόστολοι ανταποκρίθηκαν στην κλήση του Θεού.
Οι δυσκολίες και οι διωγμοί που αντιμετώπισαν οι Άγιοι Απόστολοι δεν υπήρξαν περιστασιακά γεγονότα, αλλά η μόνιμη πραγματικότητα της αποστολικής τους διακονίας. Εντούτοις, τίποτε δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία του Ευαγγελίου. Με ακλόνητη πίστη, απαράμιλλο θάρρος και απόλυτη αφοσίωση στον Κύριο, συνέχισαν τον αγώνα τους μέχρι τέλους, προσφέροντας ολόκληρη τη ζωή τους στη διακονία της Εκκλησίας.
Οι περισσότεροι από αυτούς επισφράγισαν την αποστολή τους με μαρτυρικό θάνατο. Το αίμα τους έγινε σπόρος νέων χριστιανών και θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Μοναδική εξαίρεση υπήρξε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, αφού υπέμεινε διωγμούς και εξορίες, κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας στην Έφεσο.
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή παραδίδεται στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,[1] οι Δώδεκα Απόστολοι ολοκλήρωσαν την επίγεια πορεία τους ως εξής:
• Οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν. Ο Πέτρος σταυρώθηκε με την κεφαλή προς τα κάτω, ενώ ο Παύλος αποκεφαλίστηκε στη Ρώμη.
• Ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαρτύρησε στην Πάτρα, σταυρωμένος σε σταυρό σχήματος Χ.
• Ο Άγιος Ιάκωβος, αδελφός του Αγίου Ιωάννου, υπήρξε ο πρώτος από τους Αποστόλους που μαρτύρησε, αποκεφαλισμένος στα Ιεροσόλυμα από τον Ηρώδη Αγρίππα.
• Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εξορίστηκε στην Πάτμο και αργότερα κοιμήθηκε ειρηνικά στην Έφεσο.
• Ο Άγιος Φίλιππος μαρτύρησε διά σταυρώσεως στην Ιεράπολη.
• Ο Άγιος Θωμάς κήρυξε το Ευαγγέλιο έως τις Ινδίες και παρέδωσε τη ζωή του διά λογχισμού.
• Ο Άγιος Βαρθολομαίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο κατά την ιεραποστολική του δράση στην Ανατολή.
• Ο Άγιος Ματθαίος μαρτύρησε ύστερα από σκληρά βασανιστήρια.
• Ο Άγιος Ιάκωβος ο του Αλφαίου τελείωσε τη ζωή του με σταυρικό θάνατο.
• Ο Άγιος Σίμων ο Ζηλωτής υπέστη μαρτύριο κατά το κήρυγμά του στην Αφρική.
• Ο Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος θανατώθηκε κατά την αποστολική του δράση στη Μεσοποταμία.
• Ο Άγιος Ματθίας, ο οποίος εξελέγη στη θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη, υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια και μαρτύρησε για τον Χριστό.
Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά στα μαρτύρια των Αγίων Αποστόλων του Ιερού Χρυσοστόμου: «οι μύρια δεινά δι’ αυτήν υπομείναντες, εν φυλακαίς κατακλειόμενοι, υπό Ιουδαίων βδελυττόμενοι, υπό βαρβάρων συρόμενοι, υπό βασιλέων αικιζόμενοι, οι μηδέ αναπνείν συγχωρούμενοι και παύσασθαι της διδασκαλίας μη ανεχόμενοι, οι μέλος του σώματος κινήσαι μη δυνάμενοι διά το βάρος των δεσμών και πάσαν την οικουμένην δεδεμένην τη αμαρτία, δι’ επιστολών λύοντες…»[2].
Οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν οι πρώτοι μεγάλοι Μάρτυρες της Εκκλησίας. Με τη θυσία τους άνοιξαν τον δρόμο για τη χορεία των αμέτρητων Μαρτύρων που ακολούθησαν στους επόμενους αιώνες. Το τίμιο αίμα τους πότισε την Εκκλησία και συνέβαλε καθοριστικά στην εξάπλωση και την εδραίωσή της σε ολόκληρη την οικουμένη. Γι’ αυτό η Εκκλησία τους περιβάλλει με ιδιαίτερη τιμή και ευλάβεια. Οι αγώνες, οι κόποι, οι θυσίες και τα μαρτύριά τους αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία της αλήθειας του Ευαγγελίου και της δυνάμεως του Αναστάντος Χριστού.
Δεν είναι τυχαίο ότι η υμνολογία της Εκκλησίας παρουσιάζει τους Μάρτυρες ως το πολυτιμότερο κόσμημά της. Στο Απολυτίκιο της Κυριακής των Αγίων Πάντων γίνεται λόγος για την «πορφύραν και βύσσον» με την οποία στολίζεται η Εκκλησία. Η πορφύρα συμβολίζει το αίμα της θυσίας και της βασιλικής αξιοπρέπειας, ενώ η βύσσος την αγνότητα και την καθαρότητα της ζωής. Με τα δύο αυτά πνευματικά ενδύματα κοσμήθηκε η Εκκλησία από τους Αγίους της και ιδιαιτέρως από τους Αγίους Αποστόλους.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό αφιέρωμα, επαναλαμβάνουμε την ακλόνητη πεποίθησή μας ότι το έργο των Αγίων Αποστόλων υπήρξε έργο θεϊκό. Οι αμέτρητες δυσκολίες, οι διωγμοί, οι στερήσεις και τα μαρτύρια που αντιμετώπισαν δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τη διάδοση του Ευαγγελίου. Αντιθέτως, το κήρυγμα της εν Χριστώ σωτηρίας εξαπλώθηκε στα πέρατα της γης και μεταμόρφωσε την ανθρώπινη ιστορία.
Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με ανθρώπινα κριτήρια. Πίσω από τον αγώνα των ταπεινών εκείνων αλιέων της Γαλιλαίας αποκαλύπτεται η ενέργεια της θείας χάριτος, η οποία κατέστησε δυνατή την πνευματική αναγέννηση ολόκληρων λαών.
Οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν πράγματι μεγάλοι ευεργέτες της ανθρωπότητας. Οι απλοί και άσημοι εκείνοι άνθρωποι φωταγώγησαν την οικουμένη με το φως του Χριστού. Με το κήρυγμα του Ευαγγελίου διαλύονταν τα σκοτάδια της πλάνης και της ειδωλολατρείας, ενώ οι δεισιδαιμονικές και ανελεύθερες αντιλήψεις υποχωρούσαν μπροστά στο φως της αποκεκαλυμμένης αλήθειας του Θεού. Το σωτηριώδες μήνυμα του Χριστού προσέφερε στον άνθρωπο την αληθινή ελευθερία, αποκαθιστώντας τη σχέση του με τον Δημιουργό του και ανοίγοντας τον δρόμο προς τη θέωση.
Οι ταπεινοί αλιείς της Γαλιλαίας, φωτισμένοι από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αναδείχθηκαν σε οικουμενικούς διδασκάλους της αλήθειας και όργανα της θείας οικονομίας. Με το αποστολικό τους έργο μεταμόρφωσαν τον κόσμο, θέτοντας τα θεμέλια ενός νέου τρόπου ζωής, βασισμένου στην αγάπη, τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου.
Οι καταφρονημένοι και περιθωριοποιημένοι άνθρωποι της αρχαιότητας, οι οποίοι συχνά στερούνταν κάθε αναγνώρισης της αξίας τους, ανακαλύπτουν μέσα στην Εκκλησία την αληθινή τους ταυτότητα. Δεν αποτελούν πλέον απλώς μέλη μιας κοινωνίας, αλλά πρόσωπα πλασμένα «κατ’ εικόνα Θεού» και προορισμένα να φθάσουν στο «καθ’ ομοίωσιν» διά της εν Χριστώ ζωής.
Παράλληλα, πολλοί ισχυροί και άρχοντες συνειδητοποίησαν τη ματαιότητα της κοσμικής δόξας και εξουσίας, αναζητώντας τον αληθινό πλούτο της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννήθηκε και εξαπλώθηκε στον κόσμο η Εκκλησία του Χριστού, το θεανθρώπινο Σώμα Του, ως χώρος κοινωνίας Θεού και ανθρώπων, αγάπης και ενότητας των λαών. Μέσα στον κόσμο της αμαρτίας και της φθοράς, η Εκκλησία συνεχίζει να προσφέρει τη δυνατότητα της σωτηρίας, της ανακαινίσεως και της εν Χριστώ ζωής, οδηγώντας τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.
Είθε το παράδειγμά τους να εμπνέει και εμάς, ώστε να παραμένουμε σταθεροί στην πίστη, πρόθυμοι στη διακονία της Εκκλησίας και αφοσιωμένοι στη μαρτυρία του Χριστού μέσα στον σύγχρονο κόσμο.
Άγιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης και Θαυματουργός

Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Εὐσέβιος μπροστά στήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς δέν κράτησε τό στόμα του ἑφτασφράγιστο.
Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Εὐσέβιος μπροστά στήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς δέν κράτησε τό στόμα του ἑφτασφράγιστο. Δέν πρόδωσε τήν εὐσέβεια, τήν Ὀρθοδοξία.
Στίς 22 Ἰουνίου τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ ἱερομάρτυρος Εὐσεβίου, Ἐπισκόπου Σαμοσάτων.
Ἔζησε στά χρόνια τοῦ Ἄρειανιστή αὐτοκράτορα Κωνσταντίου (338), σέ ἡμέρες δηλαδή κατά τίς ὁποῖες ὁ Ἀρειανισμός εἶχε ἐξαπλωθεῖ πάρα πολύ στήν Βασιλεύουσα.
Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Εὐσέβιος μπροστά στήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς δέν κράτησε τό στόμα του ἑφτασφράγιστο. Δέν πρόδωσε τήν εὐσέβεια, τήν Ὀρθοδοξία. Μέ μεγάλη ἀνδρεία καί μέ περιφρόνηση τῶν παρόντων ἀγωνίσθηκε γιά τήν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου καί τήν ἀνάδειξη τῆς εὐσέβειας καί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
Ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, ὡς Ἀρειανιστής, πρόβαλε πολλά ἐμπόδια στό ἔργο τοῦ ἁγίου Εὐσεβίου, καί μάλιστα κάποια ἡμέρα τόν ἀπείλησε ὅτι θά τοῦ κόψει τό χέρι τό δεξί, γιά νά σταματήσει νά γράφει καί νά μιλάει κατά τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου. Ὁ ἅγιος Εὐσέβιος ὄχι μόνον δέν ἐδειλίασε, ἀλλά ἀτρόμητος ἅπλωσε νά τοῦ κόψει καί τά δύο χέρια, δηλώνοντας ὅτι τήν Ὀρθοδοξία δέν θά τήν προδώσει ποτέ.
Ἐξορίσθηκε στίς περιοχές γύρω ἀπό τόν Δούναβη ποταμό, καί μετά τόν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη ἐπανῆλθε ὁ ἅγιος στήν Ἐπισκοπή του στά Σαμόσατα (Συρία). Ἐκεῖ συνέχισε νά ἀγωνίζεται μέ ὅλες του τίς δυνάμεις ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου, ἐπέτυχε πολλές νίκες, καί στό τέλος ἀξιώθηκε νά ἔχει θάνατο μαρτυρικό. Μία γυναῖκα κακόδοξη, ὁπαδός τοῦ Ἀρείου, ἐφόνευσε τόν ἅγιο Εὐσέβιο ἐκσφενδονίζοντας ἕνα κεραμίδι κατευθεῖαν πάνω στό κεφάλι τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος κατέληξε ἐπί τόπου. Πρίν παραδώσει ὅμως τό πνεῦμα του πρόλαβε καί συγχώρεσε τήν γυναῖκα πού τόν ἐφόνευσε, μιμούμενος τόν Δεσπότη του Χριστόν καί τόν πρωτομάρτυρα Στέφανο.
------------------------------------
Οἱ παραπάνω πληροφορίες ἁλιεὐθηκαν ἀπό τόν Συναξαριστή τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, τ. 5ος, σελ. 262, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη».
Ἐπιμέλεια κειμένου Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός
Κυριακή, Ιουνίου 21, 2026
Οσιονεομάρτυς Ιωνάς ο Αθωνίτης (21 ̉ Ιουνίου)
Οσιονεομάρτυς Ιωνάς ο Αθωνίτης
Ο ὁσιονεομάρτυς ̉Ιωνᾶς (κατά κόσμον ̉Ιβάν ̉Αντρέεβιτς Σανκόφ) γεννήθηκε τό 1879. ῾Η οἰκογένειά του ζοῦσε στή Μόσχα. ῞Οταν ἦταν 11 χρονῶν, ἀρρώστησε ἡ μητέρα του καί ἀναγκάστηκε νά πάει μαζί της στό χωριό Σόλτσινο. ̉Εκεῖ ὁ ̉Ιβάν τελείωσε δύο τάξεις τοῡ σχολείου. ῞Οταν κοιμήθηκε ἡ μητέρα του ἐπέστρεψε στή Μόσχα, ὅπου ὁλοκλήρωσε τίς σπουδές του καί ἐργαζόταν κοντά στόν πατέρα του. Τό 1897, ὅταν ὁ ̉Ιβάν ἔγινε 18 χρονῶν, ἦρθε στό ῞Αγιον ῎Ορος καί γράφτηκε ὡς δόκιμος στήν μονή τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος. ̉Εδῶ, στίς 17 ̉Απριλίου τοῦ 1889 ἔγινε μικρόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα ̉Ιωνᾶς καί στίς 12 Μαρτίου τοῦ 1902 μεγαλόσχημος. Στίς 5 ̉Ιουνίου τοῦ 1905 χειροτονήθηκε Διάκονος καί στίς 17 Σεπτεμβρίου τοῦ 1913 Πρεσβύτερος.
Τήν 1η Μαρτίου τοῦ 1914 ἡ Μονή τόν ἔστειλε στό μετόχι τῆς Κωνστ/πόλεως, ὅπου ὑπηρέτησε ἔως τίς ἀρχές τοῦ πολέμου τῆς Τουρκίας μέ τήν Ρωσία. Τόν ̉Ιούλιο τοῦ 1914, ὅταν ὅλοι οἱ Ρώσοι εἶχαν ἐκδιωχθεῖ ἀπό τήν Πόλη ὁ π. ̉Ιωνᾶς ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό μετόχι τῆς μονῆς του στήν ̉Οδησσό καί ὑπηρέτησε ἐκεῖ μέχρι τό 1923 διότι οἱ ἄθεες ἀρχές τό ἔκλεισαν. Τό 1930 μετά ἀπό πρόσκληση τῶν συμπατριωτῶν του πῆγε στό χωριό ̉Αλπάτεβο, ὅπου ὑπηρέτησε ἔως τή σύλληψή του.
Στά τέλη τοῦ 1937 τόν συνέλαβαν οἱ ἄθεοι καί τόν φυλάκισαν γιά ἀντικαθεστωτική δράση.
Στίς 7 ̉Ιουνίου τοῦ 1938 καταδικάστηκε ἀπό τό δικαστήριο σέ θάνατο καί ἐκτελέστηκε στίς 21 ̉Ιουνίου τοῦ 1938. ῾Η μνήμη του ἐορτάζεται στίς 21 ̉Ιουνίου.
Παρακλητικὸς Κανὼν
εἰς τὸν ̒Οσιονεομάρτυρα ̉Ιωνα τὸν ̉Αθωνίτην
Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου.
Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:
Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…
Τὸν ̉Αθωνίτην Νεομάρτυρα, πάντες* εὐσεβοφρόνως καὶ σεμνῶς δεῦτε πάντες,* ἐν κατανύξει ἄσωμεν αὐτῷ ταπεινῶς,* ῥῦσαι τοὺς προστρέχοντας,* ̉Ιωνᾶ θεοφόρε* πάσης περιστάσεως καὶ ποικίλων κινδύνων,* ταῖς πρὸς Χριστὸν λιταῖς σου θαυμαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην ἀκοίμητον ἔχομεν.
Δόξα Πατρὶ…
τὸ ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου...
Τ |
ῆς ῾Ρωσσίας τὸ κλέος καὶ τοῦ ῎Αθωνος καύχημα,* τῶν Νεομαρτύρων τὴν δόξαν* καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ̉Ιωνᾶν τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν,* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι˙* δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν παθῶν ἐκλύτρωσιν.
Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.
Ο |
ὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δεινῶν.
῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].
ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...
̉Ωδὴν ἱκετήριον, ̉Ιωνᾶ,* σοι μέλπομεν πάντες* καὶ αἰτούμεθα ταπεινῶς* ἱλέωσε τάχος τὸν Σωτήρα,* ὅπως ῥυσθῶμεν πυρὸς τῆς κολάσεως.
Θ |
ερμῶς ἱκετεύω σε, ἀθλητά,* λιταῖς σου πρὸς Πλάστην καὶ τῶν πάντων Δημιουργόν,* χάρισόν μοι, ̉Ιωνᾶ Νεομάρτυς,* ὑπομονὴν, ἀγάπην καὶ σύνεσιν.
Τ |
ὸν Πλάστην τοῦ κόσμου καὶ Ποιητὴν* ἱκέτευε πάντες* Σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς,* ὅπως παράσχῃ Σου ἱκέταις* τέλη ἀνώδυνα καὶ ἀνεπαίσχυντα.
Θεοτοκίον.
Τ |
ὴν σήν, Θεοδόξαστε Μαριάμ,* θερμὴν προστασίαν* ὁ ἀχρεῖος θερμῶς ποθῶ* ταύτην παράσχου τῷ σῷ ἱκέτῃ,* τῶν ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος καὶ καύχημα.
ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος…
̉Ορφανῶν ἀνεδείχθης,* καταφυγὴ Πάντιμε,* καὶ τῶν ἀσθενούντων προστάτης ὁ ἀπαράμιλλος,* διὸ προσέρχονταί σοι, τῶν ̉Ορθοδόξων χορείαι* καὶ αἰτοῦσιν ῞Αγιε,* τὴν μεσιτείαν σου.
Λ |
υτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἔνδοξε,* σὲ καθικετεύω ὁ τάλας,* σὺ ἐξευμένισον,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρός,* ̉Ιωνᾶ Νεομάρτυς,* καὶ ἰδεῖν τὸν Κύριον,* κἀμὲ ἀξίωσον.
Τ |
αῖς λιταῖς σου, Παμμάκαρ,* ὁ Ποιητὴς τάχυον* εἰρηνεύει τὰ ἔθνη* τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα* καὶ τὴν εἰρήνην ἀεὶ* καὶ τὴν ὁμόνοιαν τάχος* τοῖς ἀνθρώποις δίδωσι,* ̉Ιωνᾶ ἔνδοξε.
Θεοτοκίον.
̉Ορθοδόξων τὰ τέκνα* καλῶς διαφύλαττε* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστει* ταῦτα σὺ τήρησον,* ἵνα πορεύονται* ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ Υἱοῦ Σου* καὶ Αὐτὸν δοξάζουσι* διὰ τοῦ βίου των.
Δ |
ιάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωνᾶ Νεομάρτυς,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.
̉ Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Εἶτα Δέησις καὶ τό Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...
Σ |
ὺ πρέσβυς θερμός* καὶ τεῖχος ἀκατάβλητον* ἐλέους πηγή* καὶ πάντων καταφύγιον,* ἐκτενῶς βοῶμέν σοι˙* Νεομάρτυς ̉Ιωνᾶ, πρόφθασον* καὶ ἐκ τῶν νόσων φύλαξον ἡμᾶς,* ὁ μόνος ἰατρὸς ὁ ἀλάνθαστος.
ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε.
Τὴν ψυχὴν μου θεράπευσον* ταπεινῶς σοῦ δέομαι ὁ ἀνάξιος* ἐκ τῶν παθῶν ἃ τιτρώσκουσι ταύτην,* Νεομάρτυς ̉Ιωνᾶ ἔνδοξε.
Σ |
ὺ τὴν γλῶσσάν μου φύλαξον* ἐκ τῆς κατακρίσεως, ̉Ιωνᾶ ἔνδοξε, καὶ τὸ στόμα μου διάνοιξον,* τοῦ δοξάζειν, Κτίστην τὸν τοῦ σύμπαντος.
̉Εκ τῶν νόσων σὺ ῥῦσαί με,* ̉Ιωνᾶ Νεομάρτυς παντιμε,* καὶ μετάνοιαν παράσχου μοι,* ἵνα φύγω μάκαρ τῆς κολάσεως.
Θεοτοκίον.
̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέσποινα Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατάφεύγοντας* ὑγιείαν δίδου, Παναμώμητε.
ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς…
Δώρησαι ἡμῖν* τὴν ὑγείαν δεομένοις σου* καὶ τῆς ψυχῆς ὡς καὶ τοῦ σώματος ἀεί,* ̉Ιωνᾶ Νεομαρτύρων κλέος καὶ σέμνωμα.
Δέχου προσευχάς* καὶ προσάγαγε αὐτὰς ταχὺ* τῷ Πλαστουργῷ, ̉Ιωνᾶ θαυματουστέ,* ἵνα δοξάζω ἀπαύστως σέ, Θεοδόξαστε.
῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.
Θεοτοκίον.
Νόσων ἰατρὸς* ἀνεδείχθης, Θεοδόξαστε,* διὸ σοι πάντες προσφεύγομεν θερμῶς* καὶ ἐξαιτοῦμεν παρασχεῖν ἡμῖν μετάνοιαν.
ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…
̒Ως τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,* ̉Ορθοδόξων οἱ χοροὶ, Θεοφόρε,* καὶ ἰατρὸν τῶν νοσοῦντων, θεόφρον,* σὲ ὀνομάζομεν πάντες, θεσπέσιε,* δεόμεθά σου ̉Ιωνᾶ,* ἐκ τῶν παθῶν ἱκέτας διάσωσον.
Νεότης σὺ καταφεύγει, ἔνδοξε,* καὶ θερμῶς σὲ ἱκετεύει ἀπαύστως* ῥῦσαι, ̉Ιωνᾶ φωσφόρε, παμμάκαρ* ἐκ τῶν ποικίλων λοιμώξεων ἅπαντας* καὶ Κύριον τῶν οὐρανῶν* καὶ τῆς γῆς καταπράϋνον δέομαι.
Τὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν παθῶν τῶν κρυφίων, θεόφρων* καὶ ταῖς λιταῖς σου ὑγείαν παράσχου* καὶ εἰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγησον* δεόμεθά σου ̉Ιωνᾶ,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.
Θεοτοκίον.
Πανάχραντε, ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλλοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδειξον.
Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωνᾶ Νεομάρτυς,* ὅτι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.
῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ
Κοντάκιον. Ἦχος β´. Προστασία...
Σ |
ὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος·* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦσον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πιστῶς δεομένων σου·* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦσε ἐκ τῶν κινδύνων,* Νεομάρτυς ̉Ιωνᾶ, ἰσχυρὸν* τῶν ̉Ορθοδόξων καταφύγιον.
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δʹ.
Δ |
ίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. (δίς)
Στίχος: Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.
Δ |
ίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.
῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …
῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)
῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν….
῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ἁγίου...
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Ε |
ἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς˙ Ἰδού, ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων˙ γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί. Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων˙ παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια, καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς. Καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ, εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν. Ὅταν δὲ παραδιδῶσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσητε˙ δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τί λαλήσετε. Οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ἡμῶν, τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν. Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον, καὶ πατὴρ τέκνον˙ καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς, καὶ θανατώσουσιν αὐτούς. Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου˙ ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Δόξα Πατρὶ…
Τ |
αῖς τοῦ Νεομάρτυρος ̉Ιωνᾶ πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν…
Τ |
αῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...
Μ |
ὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν ̉Ορθοδόξων προστάτα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέησιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύναμαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέκτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πάντοθεν πολεμούμενος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, ̉Ιωνᾶ Νεομάρτυς,* καὶ γίνου σὺ προστάτης καὶ φρουρὸς* καὶ βακτηρία ἀκλόνητος* τῶν πιστῶν καί καύχημα.
῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…
῾Ο χορός: Κύρει, ἐλέησον (δωδεκάκις)
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …
ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...
Γ |
υναικῶν ἀτεκνίαν* θεραπεύεις ταχέως,* ̉Ιωνᾶ ἔνδοξε,* διὸ καὶ αἱ ποθοῦσαι* υἱοὺς καὶ θυγατέρας* πρὸς σὲ σπεύδουσι ᾄδουσαι˙* Χαῖρε, πιστῶν ἡ χαρὰ* καὶ ̉Ορθοδόξων κλέος.
̉Εργατῶν τοῦ Κυρίου* ἀνεδείχθης προστάτης,* ̉Ιωνᾶ ἔνθεε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις* ὑγείαν καὶ σοφίαν,* ἵνα πᾶσι κηρύττουσι* τὰ μεγαλεῖα Χριστοῦ* πρὸς δόξαν τοῦ Δεσπότου.
Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανίαν* καταπαύει ὁ Πλάστης, ̉Ιωνᾶ ἕνδοξε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ γονυκλινῶς σοῦ δέονται,* τὸν Ζωοδότην Χριστόν, εὐμένισον λιταῖς Σου.
Θεοτοκίον.
Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀνακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πειραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.
ᾨδὴ η’. Τόν Βασιλέα…
Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν ἐκδυσώπει* τοῦ δοθεῖναι ἱκέταις εἰρήνην,* ἵνα σὺν ̉Αγγέλοις* δοξάζωμεν Τριάδαν.
Σὲ Νεομάρτυς* τῶν ̉Ορθοδόξων τὰ πλήθη* ἀνυμνοῦσι ἁπαύστως βοῶντες˙* ̉Ιωνᾶ θεόφρων,* πιστῶν χαρὰ κατέστης.
̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θεραπεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέας* χαρὰν, ̉Ιωνᾶ, παρέχει.
Θεοτοκίον.
Τὴν ἀνεργίαν, Παρθενομήτωρ Μαρία,* σαῖς λιταῖς* ἐξ ῾Ελλάδος* ὁ Πλάστης ἐκδιώκει˙* διὸ δοξάζομέν σε.
ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...
Μετάνοιαν οὐκ ἔχω* διὸ καὶ πτοοῦμαι* καὶ καταφεύγω τῇ σκέπῃ σου, μάρτυς σοφέ,* ἣν, ̉Ιωνᾶ σῷ ἱκέτῃ,* παράσχου δέομαι.
Τοὺς ὄγκους θεραπεύεις,* καὶ πιστοῖς παρέχεις* ἀκλόνητον ὑγιείαν, μάκαρ ̉Ιωνᾶ,* διὸ πρὸς σὲ οἱ νοσοῦντες* πίστει προσφεύγουσι.
Τοὺς ῾Ιεραποστόλους* φύλαττε λιταῖς σου* ἐκ τῶν ποικίλων κινδύνων, σεμνέ ̉Ιωνᾶ,* καί ̉Ορθοδόξους ἀπαύστως* σκέπε δεόμεθα.
Θεοτοκίον.
̉Αξίωσον ἱκέτην,* Δέσποινα τοῦ κόσμου,* ἀκατακρίτως λαβεῖν τὴν Μετάληψιν* τῶν μυστηρίων τῶν Θείων,* ἵνα δοξάζω σε.
Καὶ εὐθὺς τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια.
῎Α |
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,* τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.
Διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ̉Ιησοῦ* διωγμοὺς ὑπέστης* καὶ μαρτύρια πολλαπλά˙* σὺ καὶ τὴν ζωὴν σου* προσέφερες τῷ Κτίστῃ* διὸ σὺν τοῖς ̉Αγγέλοις* νῦν κατευφρένεσαι.
Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώσιν,* ταπείνωσιν, ὑγείαν* καὶ Παραδείσου κάλλη* ἰδεῖν ἀξίωσον.
Δόξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή,* ̉Ιωνᾶ, ἐδείχθης* καὶ προπύργιον μοναχῶν* καὶ τῆς νέολαίας,* φρουρὸς τε καὶ προστάτης,* καὶ τῶν ἐν θλίψει ὄντων τὸ παραμύθιον.
Πάντας τούς προστρέχοντας ἐπί σέ* μή ἐγκαταλείπεις* ἀλλά δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καί ἀγάπην,* ὑγείαν, σωφροσύνην* καί τοῦ Θεοῦ τήν δόξαν* ἰδεῖν ἀξίωσον.
Τὴν ῾Ελλάδαν σκέπε, θαυματουργέ,* ̉Ιωνᾶ φωσφόρε,* σοῦ δεόμεθα ταπεινῶς* καὶ ἐκ τῶν κυκλοῦντων* αὐτὴν ἐχθρῶν, θεόφρων,* διάσωσον λιταῖς σου* ταῖς πρὸς τὸν ῞Υψιστον.
Π |
ᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πάντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
῾Ο Χορός τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν.. ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν… Ὁ Χορός: ̉ Αμήν.
̉Εἶτα τὸ ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος αʹ. Τῆς ἐρήμου...
Τ |
ῆς ῾Ρωσσίας τὸ κλέος καὶ τοῦ ῎Αθωνος καύχημα,* τῶν Νεομαρτύρων τὴν δόξαν* καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ̉Ιωνᾶν τιμήσωμεν πιστοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητήν,* τὸν παρέχοντα ἰάσεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι˙* δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ˙* δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι˙* δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν παθῶν ἐκλύτρωσιν.
Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:
῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.
Δέχου παρακλήσεις ἱκετῶν,* δέχου ̉Ορθοδόξων δεήσεις* ὦ, ̉Ιωνᾶ θαυμαστέ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ παθῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱκετεύομεν˙* σπεῦσον, Νεομάρτυς ἀθλοφόρε,* ῥῦσαι τοὺς ἱκέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλίψεως.
῏Ηχος πλ. δʹ.
Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
῏Ηχος βʹ.
Τ |
ὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
Δ |
ι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε ̉Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
̉Αμήν





