Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2026

 

Ποια είναι τα θανάσιμα και ποια τα συγγνωστά αμαρτήματα (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

εικόνα άρθρου: Ποια είναι τα θανάσιμα και ποια τα συγγνωστά αμαρτήματα (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«Θανάσιμα αμαρτήματα για τον χριστιανό είναι η αίρεση, το σχίσμα, η βλασφημία…»


Κάθε θανάσιμο αμάρτημα που διαπράττει ο ορθόδοξος χριστιανός, αν δεν θεραπευθεί με την πρέπουσα μετάνοια, γίνεται αιτία αιώνιου κολασμού του. Θανάσιμα αμαρτήματα για τον χριστιανό είναι η αίρεση, το σχίσμα, η βλασφημία, η εξωμοσία, η απόγνωση, η αυτοκτονία, η μοιχεία, κάθε παρά φύση σαρκική αμαρτία, η αιμομειξία, η μέθη, η ιεροσυλία, ο φόνος, η ληστεία και κάθε μεγάλη, σκληρή και απάνθρωπη αδικία. Απ’ αυτές μόνο μία, η αυτοκτονία, δεν μπορεί να θεραπευθεί με τη μετάνοια.

Όλες, πάντως, θανατώνουν την ψυχή, καθιστώντας την ανίκανη να κληρονομήσει την αιώνια μακαριότητα, ως την κάθαρσή της με ειλικρινή μετάνοια. Και μια φορά μόνο να πέσει ο άνθρωπος σε κάποια θανάσιμη αμαρτία, πεθαίνει ψυχικά. «Γιατί όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του θείου νόμου και παραβεί μία, θεωρείται παραβάτης όλου του νόμου. Εκείνος, βλέπετε, που είπε «Μη μοιχεύσεις», είπε και «Μη φονεύσεις». Αν, λοιπόν, δεν μοιχεύσεις, αλλά φονεύσεις, είσαι παραβάτης του νόμου» (Ιακ. 2:10-11).

Όποιος αμάρτησε θανάσιμα, ας μην απελπίζεται. Ας καταφύγει στη θεραπευτική μετάνοια. Σ’ αυτήν τον καλεί ως την τελευταία στιγμή της ζωής του ο Σωτήρας, που διακηρύσσει μέσ’ από το ιερό Ευαγγέλιο: «Εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει θα ζήσει» (Ιω. 11:26).

Μεγάλη συμφορά είναι η παραμονή του ανθρώπου σε θανάσιμη αμαρτία, μεγάλη συμφορά είναι η μετατροπή της θανάσιμης αμαρτίας σε συνήθεια! Δεν υπάρχουν καλές πράξεις, που θα μπορούσαν να λυτρώσουν από τον Άδη μια ψυχή, αν αυτή, πριν χωριστεί από το σώμα, δεν καθαριστεί από κάθε θανάσιμο αμάρτημά της.

Πότε ένα αμάρτημα είναι συγγνωστό; Όταν κανείς, για παράδειγμα, παρασυρθεί λίγο από τη γαστριμαργία και φάει κάτι παραπάνω από το αναγκαίο, όταν παρασυρθεί λίγο από τη φιληδονία και κοιτάξει φευγαλέα κάποιο πρόσωπο με πονηρή επιθυμία ή δεχθεί αισχρή φαντασία, όταν προφέρει απρόσεκτα κάποιον ανώφελο λόγο, όταν πει ένα μικρό ψέμα ή κλέψει ένα ευτελές πράγμα ή καυχηθεί ή θυμώσει για μια στιγμή, όταν πικραθεί ή μνησικακήσει για λίγο εναντίον του πλησίον.

Για όλα αυτά εύκολα θα συγχωρηθεί ο άνθρωπος από τον φιλεύσπλαχνο Θεό, εφόσον την πτώση του, που οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία, την ακολουθήσει συναίσθηση και μετάνοια. Το συγγνωστό αμάρτημα δεν στερεί από τον χριστιανό τη θεία χάρη, δεν θανατώνει την ψυχή του, όπως κάνει το θανάσιμο αμάρτημα. Και το συγγνωστό αμάρτημα, ωστόσο, είναι ψυχικά επιζήμιο, όταν δεν μετανοούμε γι’ αυτό, αλλά, απεναντίας, το επαναλαμβάνουμε, βαραίνοντας συνεχώς τον ζυγό του.

Οι άγιοι πατέρες λένε ότι ο άνθρωπος πνίγεται έχοντας δεμένο στον λαιμό του είτε ένα βαρύ λιθάρι είτε ένα σακί με άμμο. Αυτό σημαίνει ότι στην άβυσσο του Άδη μπορεί να μας παρασύρει τόσο ένα μόνο θανάσιμο αμάρτημα όσο και το πλήθος των συσσωρευμένων συγγνωστών. Τι το υπερβολικά κακό έκανε ο πλούσιος της ευαγγελικής παραβολής (Λουκ. 16:19-31), απολαμβάνοντας τον πλούτο του; Η αιτία της καταστροφής του, όπως την παρουσιάζει το Ευαγγέλιο, δεν ήταν παρά η γεμάτη διασκεδάσεις ζωή του, που τον οδήγησε στην ολοκληρωτική λήθη της αρετής και της αιωνιότητας. Η διασκέδαση του έγινε πάθος, εμποδίζοντάς τον να αντιληφθεί ποια είναι η αληθινή ζωή.

«Πρέπει να προσέχουμε την ψυχή μας», συμβουλεύει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας (Λόγος περί ελευθερίας νοός, 4), «και να αποτρέπουμε την επικοινωνία της με βέβηλους και πονηρούς λογισμούς. Γιατί, όπως ακριβώς το σώμα, όταν ενώνεται με άλλο σώμα, μολύνεται και γίνεται ακάθαρτο, έτσι και η ψυχή διαφθείρεται, όταν ενώνεται με πονηρούς και μιαρούς λογισμούς, συμφωνώντας μάλιστα μ’ αυτούς. Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τους πονηρούς αλλά και με τους άλλους κακούς λογισμούς, όπως, για παράδειγμα, τους λογισμούς απιστίας, δόλου, κενοδοξίας, οργής, φθόνου και φιλονικίας. Στην απόρριψη όλων αυτών των λογισμών καλούμαστε με την αποστολική προτροπή: «Ας καθαρίσουμε τον εαυτό μας από καθετί που μολύνει το σώμα και την ψυχή» (Β’ Κορ. 7:1)».

(Από το βιβλίο: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Έργα 5. Λόγος για τα πνεύματα – λόγος για τον θάνατο (αποσπάσματα). Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014) (Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)



 

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2026

 

Κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τόν Ἅγιο Πνεῦμα

Κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τόν Ἅγιο Πνεῦμα

Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πάντοτε θεωροῦσε τήν  αἵρεση θανάσιμο ἁμάρτημα, πάντοτε δίδασκε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού προσβάλλεται ἀπό τήν φοβερή ψυχική ἀσθένεια τῆς αἱρέσεως εἶναι πνευματικά νεκρός, ξένος πρός τήν θεία χάρη καί τήν σωτηρία, κοινωνός τοῦ διαβόλου καί ἀκόλουθός του στήν αἱώνια κόλαση. Ἡ αἵρεση εἶναι γέννημα τοῦ διαβόλου, ἐπινόησή του, εἶναι σχεδόν εἰδωλολατρία. Οἱ ἄγιοι Πατέρες ἀποκαλοῦν συνήθως τήν εἰδωλολατρία ἀσέβεια καί τήν αἵρεση δυσσέβεια. 

Ὅποιος διαβάσει μέ προσοχή τά Πρακτικά τῶν Ἁγίων Συνόδων, εὔκολα θά πεισθεῖ ὅτι ὁ χαρακτήρας τῶν αἱρετικῶν εἶναι σατανικός

Κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τόν Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅλων τῶν αἱρέσεων ἡ οὐσία εἶναι ἡ βλασφημία. 

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ, σελ. 209, ἐκδόσεως Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου 2024. ) 

-------------------------------------------- 

ΑΠΛΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ:  Πρῶτον, ψάλλουμε στούς αἴνους τῆς Πεντηκοστῆς ὅτι τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί δεύτερον μᾶς πληροφορεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέσῳ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ, ὅτι κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα. 

                   

ΑΠΟΡΙΑ ΑΠΛΟΥ ΠΙΣΤΟΥ: Τότε, πῶς εἶναι δυνατόν κάποιοι πατριάρχες καί ἐπίσκοποι νά ὀνομάζουν  ''ἐκκλησίες'' τούς αἱρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) καί νά ἀναγνωρίζουν σέ αὐτούς ''ἱερωσύνη'' καί ''μυστήρια'';  (Οἱ γνωστές θλιβερές ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης).

Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός



Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

 

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, Διδαχή την Κυριακή μετά τα Θεοφάνεια για τη μετάνοια

 


«Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασίλεια των ουρανών» (Ματθ. 4, 17)


Με αυτά τα βαρυσήμαντα και ιερά λόγια άρχισε το κήρυγμά Του προς την πεσμένη ανθρωπότητα ο ενανθρωπήσας Λόγος. Απλή είναι φαινομενικά η διδαχή. Αλλά πρέπει να την κατανοήσουμε μέσ’ από την ίδια τη ζωή μας. Τότε θα μας αποκαλυφθεί ότι μέσα σ’ αυτές τις λιγοστές και κοινότοπες λέξεις κλείνεται ολόκληρο το Ευαγγέλιο.

Και ο απόστολος Παύλος, άλλωστε, μιλώντας για το κήρυγμά του σ’ ολόκληρη σχεδόν τη γνωστή τότε οικουμένη, τόνιζε: «Κήρυττα και στους Ιουδαίους και στους Έλληνες, προτρέποντάς τους να μετανοήσουν ενώπιον του Θεού και να πιστέψουν στον Κύριό μας Ιησού Χριστό».

Αδελφοί! Για να πιστέψουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, χρειάζεται μετάνοια. Για να παραμείνουμε σ’ αυτή τη σωτήρια πίστη, χρειάζεται μετάνοια. Για να προοδεύσουμε πνευματικά, χρειάζεται μετάνοια. Για να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών, χρειάζεται μετάνοια.

Όλα αυτά αναφέρονται στην Αγία Γραφή με κάθε σαφήνεια. Η Αγία Γραφή μας διδάσκει: «Ο Θεός έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο, προκειμένου να σωθεί ο κόσμος δι’ αυτού». «Όποιος πιστεύει σ’ Αύτόν, δεν έχει να φοβηθεί τη θεϊκή κρίση· όποιος, όμως, δεν πιστεύει, έχει κιόλας καταδικαστεί». «Το φως», δηλαδή ο Χριστός, «ήρθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι παρά το φως, γιατί οι πράξεις τους ήταν πονηρές. Κάθε άνθρωπος που πράττει έργα φαύλα, μισεί το φως και δεν έρχεται στο φως, γιατί φοβάται μήπως αποκαλυφθούν τα έργα του και κριθούν».

Για τους υποδουλωμένους στο πάθος της κενοδοξίας η Γραφή επισημαίνει: «Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψετε, αφού αποζητάτε τον έπαινο ο ένας του άλλου, και δεν επιδιώκετε τον έπαινο του μοναδικού Θεού;».

Οι αιχμαλωτισμένοι από το πάθος της φιλαργυρίας όχι μόνο δεν πίστεψαν στον Κύριο, αλλά και Τον χλεύαζαν, όταν Αυτός τους δίδασκε για την αναγκαιότατη και ιερότατη μνήμη της αιωνιότητας, καθώς και για τη διευθέτηση των επίγειων πραγμάτων σύμφωνα με τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου.

Οι απατημένοι από το πάθος του φθόνου όχι μόνο δεν πίστεψαν στον Κύριο, αλλά και συνωμότησαν εναντίον Του για να Τον θανατώσουν, διαπράττοντας θεοκτονία.

Όλοι οι μολυσμένοι από πρόσκαιρα και αμαρτωλά πάθη, σύμφωνα με την αψευδή μαρτυρία του Ευαγγελίου, αρνούνται να συμμετάσχουν στους πνευματικούς γάμους του Υιού του Θεού, καθιστώντας οι ίδιοι τον εαυτό τους ανάξιο της ευλογημένης ενώσεως μ’ Εκείνον.

«Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και του Θεού και του μαμωνά». Δεν μπορείτε να υπηρετείτε δύο κυρίους ταυτόχρονα, και τον Θεό και την αμαρτία. «Μετανοείτε», λοιπόν, «γιατί έφτασε η βασιλεία των ουρανών». «Μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο».

Αλλά κι εκείνος που έχει πιστέψει στον Χριστό, κι εκείνος που έχει αποφασίσει να αποδεικνύει συνεχώς την πίστη του με τα έργα και τη διαγωγή του, χρειάζεται, επίσης, τη μετάνοια. Τι νομίζετε, αδελφοί; Ποιος είναι ο πρώτος καρπός της ζωντανής πίστεως; Ποιος είναι ο πρώτος καρπός της τηρήσεως των εντολών του Χριστού; Δανείζομαι την απάντηση από τον όσιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, που γνώρισε την παραπάνω αλήθεια μέσ’ από τις προσωπικές του ιερές εμπειρίες: «Η ακριβής τήρηση των εντολών διδάσκει τους ανθρώπους πόσο αδύναμοι είναι». Ακριβώς. Μόλις πιστέψει κανείς στον Χριστό και αρχίσει να εκπληρώνει τις πανίερες ευαγγελικές εντολές ή, αλλιώς, να πράττει τα έργα της ανακαινισμένης φύσεως, τότε, ξαφνικά, νιώθει να φανερώνεται μέσα του η πεσμένη φύση του, που ως τότε ήταν κρυμμένη από τα μάτια του, και αρχίζει να εναντιώνεται πεισματικά στο Ευαγγέλιο. Αλλεπάλληλες είναι τώρα οι αφανείς πτώσεις στη ζωή του αγωνιστή τού Χριστού. Γι’ αυτό και αυθόρμητα εξομολογείται μαζί με τον απόστολο: «Εσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος του Θεού. Διαπιστώνω, όμως, πως η πράξη μου ακολουθεί έναν άλλο νόμο, που αντιστρατεύεται τον νόμο με τον οποίο συμφωνεί η συνείδησή μου: Είναι ο νόμος της αμαρτίας, που κυριαρχεί στην ύπαρξή μου και με κάνει αιχμάλωτό της. Τι δυστυχισμένος, αληθινά, που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από την ύπαρξη αυτή, που έχει υποταχθεί στον θάνατο;». Από τη διαπίστωση αυτή, στην ψυχή του χριστιανού αρχίζει να γεννιέται η μακάρια πτωχεία του πνεύματος, να εμφανίζεται το κατά Θεόν πένθος, να διαπλάθεται καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση, καρδιά την οποία «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει».

Όταν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, η μετάνοια, στην οποία αυτό μας καλεί, εμφανίζεται σαν φυσική στην ψυχή του. Η μετάνοια, λοιπόν, είναι απαραίτητη όχι μόνο για να πιστέψει κανείς στον Χριστό, αλλά και για να παραμείνει στην πίστη και για να προοδεύσει στην πνευματική ζωή. Η μετάνοια είναι άρρηκτα συνενωμένη με τη ζωντανή πίστη στον Χριστό.

«Μετανοείτε, γιατί έφτασε η βασιλεία των ουρανών». Απομένει να εξηγήσουμε και τούτο: Γιατί σ’ αυτά τα λόγια του Κυρίου μας η εξαγγελία της εγγύτητας της ουράνιας βασιλείας βρίσκεται αμέσως μετά την κλήση σε μετάνοια; Γιατί δεν παρεμβάλλεται κάποιος αγώνας, κάποια ενέργεια του ανθρώπου; Επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, «ο Αμνός του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κοσμου», έκανε τα πάντα για τη σωτηρία μας: Μας συμφιλίωσε με τον Θεό και μας άνοιξε την ουράνια βασιλεία. Από μας δεν ζητείται παρά ένας μόνο κόπος, ο κόπος της αποδοχής της σωτηρίας που μας δόθηκε από τον Θεό χαριστικά και ολοκληρωτικά, ο κόπος της μετάνοιας. Η βασιλεία των ουρανών και ο ουράνιος Βασιλιάς είναι κοντά μας, κοντά μας όσο δεν λέγεται, κοντά μας πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. «Δείτε με, στέκομαι μπροστά στην πόρτα» της καρδιάς σας, μας λέει αυτός ο Βασιλιάς, «και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μ’ ανοίξει την πόρτα, θα μπω μέσα του και θα δειπνήσω μαζί του, κι αυτός μαζί μου». Και η πόρτα της καρδιάς μας ανοίγει για τον ουράνιο Βασιλιά με τη μετάνοια.

«Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)



 

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2025

 

Κυριακή Θ’ Λουκά

Για την πλεονεξία


(Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Κάποτε, στον καιρό της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ένας άγνωστος άνθρωπος ζητούσε από τον αδελφό του να μοιράσουν την κληρονομιά τους, αλλά εκείνος δεν το δεχόταν. Τότε παρακάλεσε τον Κύριο: «Διδάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιράσουμε την κληρονομιά μας». Εκείνος, όμως, με πραότητα και ταπείνωση αποκρίθηκε στον άνθρωπο που Του ζή­τησε να διευθετήσει γήινη υπόθεση: «Άνθρωπέ μου, ποιος με διόρισε δικαστή ή μοιραστή σας;».

Η βασιλεία τού Κυρίου, βλέπετε, «δεν προέρχεται από τούτον εδώ τον κόσμο». Γι’ αυτό και τα εγκόσμια έργα δεν αποτελούν το αντικείμενο της αποστολής στη γη του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Στη συνέχεια, γυρίζοντας στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρω Του, τους υπέ­δειξε την ορθή θεώρηση της επίγειας ζωής και των αγαθών της: «Να προσέχετε και να φυλάγεστε από κά­θε είδους πλεονεξία. Γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περίσσια πλούτη του».

Είναι πολύ πονηρό το πάθος τής πλεονεξίας.

Ο Κύριος μας συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί, για να μην εισχωρήσει στην ψυχή μας απαρατήρητο. Αυτό το πάθος, για να μας ξεγελάσει και να μας κυριέψει, συνή­θως μας βεβαιώνει ότι θα ζήσουμε πολλά χρόνια, ότι στα γεράματά μας θα υποφέρουμε από πολλές αρρώστιες, ότι θα έρθουμε αντιμέτωποι με ποικίλες δυσκολίες και περιστάσεις, για τις οποίες η μεγάλη περιουσία δείχνει να είναι η μοναδική και παντοδύναμη πηγή βοήθειας.

Ο Κύριος, για να χτυπήσει το πάθος τής πλεονεξίας στην αρχή του, στις σκέψεις όπου θεμελιώνεται και οικοδομείται, επισημαίνει ότι αυτές ακριβώς οι σκέψεις είναι εσφαλμένες, ψευδείς, καθώς η μακροχρόνια επίγεια ζωή, με τις όποιες δυσκολίες και περιστάσεις της, δεν εξασφαλίζεται με τη συσσώρευση πλούτου. Η ευημερία τού ανθρώπου στον κόσμο τούτο εξαρτάται αποκλειστικά από το έλεος του Θεού, από την ευλογία Του. Αν ο Θεός αποσύρει το έλεος και την ευλογία Του από τον άνθρωπο, τότε αυτός μέσα σ’ όλη την αφθονία των υλικών αγαθών του, μέσα σ’ όλη τη δύναμή του, πλήτ­τεται από δυστυχίες αξεπέραστες. Ψυχρά κοιτάζει ο πλούτος τον δήθεν κυρίαρχό του, όταν αυτός τιμωρείται από το χέρι τού Θεού, και με όψη αδιάφορη απαντά στις ικετευτικές ματιές του, όταν αυτός ακούσια χωρίζεται από τα εγκόσμια.

Το ψεύδος των σκέψεων και των ονείρων που πλα­νούν τον άνθρωπο, όταν αυτός προσκολλάται στον πλούτο και αποθέτει σ’ αυτόν τις ελπίδες του, το απεικόνισε ζωντανά ό Κύριος στην παραβολή το άφρονα πλουσίου. Την παραβολή αυτή την είπε αμέσως μετά τη συμβουλή που έδωσε στους ακροατές Του να φυλάγονται από την πλεονεξία.

«Κάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά» —έτσι αρχίζει η παραβολή— «κι εκείνος άρχισε να συλλογίζεται». Η πρώτη συνέπεια της άφθο­νης σοδειάς ήταν η δημιουργία πολλών λογισμών. Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε σ’ εκείνους που ξαφνικά πλουτίζουν ή αυξάνουν σημαντικά τον πλούτο τους. Άρχισε, λοιπόν, ο πλούσιος της παραβολής να συλλο­γίζεται και να λέει: «Τι να κάνω;».

Σωστά παρατηρεί ο μακάριος Θεοφύλακτος ότι ο πο­λύς πλούτος είναι όμοιος με τη φτώχεια. Γιατί και ο πρώτος και η δεύτερη, όντας σε δύσκολη θέση, φωνά­ζουν: Τι να κάνω; Η αιτία της δύσκολης θέσεως της φτώχειας είναι η έλλειψη των αναγκαίων για τη ζωή, ενώ η αιτία τής δύσκολης θέσεως του πλούτου είναι ο πλεονασμός τους.

«Τι να κάνω;», αναρωτιέται ο πλούσιος. «Δεν έχω μέ­ρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου», δεν έχω που να βάλω τα τόσα πλούτη που απέκτησα. Τελικά σκέφτηκε τι να κάνει και, γεμάτος ενθουσιασμό για την ιδέα του, είπε με αποφασιστικότητα: «Να τι θα κάνω! Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτε­ρες, για να συγκεντρώσω εκεί όλη τη σοδειά μου και όλα τα αγαθά μου. Μετά θα πω στον εαυτό μου: “Τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για χρόνια πολλά· ξεκουρά­σου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε”».

Ο τυφλωμένος πνευματικά πλούσιος δεν σκεφτόταν τον Θεό, την αιωνιότητα, τους φτωχούς αδελφούς του. Σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του. Αλλά και για τον εαυ­τό του σκεφτόταν καταστροφικά, γιατί είχε ξεχάσει τον προορισμό τής ψυχής, θεωρώντας δεδομένη την υποδούλωσή της στο σώμα. Δεν σκεφτόταν τον Θεό, ο οποίος, με το να τον ευεργετεί, τον παρακινούσε στην ευεργετικότητα. Δεν σκεφτόταν την αιωνιότητα, στην οποία όφειλε να στείλει με την ελεημοσύνη μέρος της περιουσίας του, για να μην είναι εκεί φτωχός και ανάξιος των ανακτόρων τού παραδείσου. Με τι άτοπο ονειροπό­λημα εξαπατά τον εαυτό του ο πλούσιος! Λέει ότι τα αγαθά του αρκούν για πολλά χρόνια, υπονοώντας ότι και η ζωή του θα είναι πολύχρονη. Απ’ αυτή τη μάταιη και απατηλή πεποίθηση απορρέουν τα σχέδιά του για το μέλλον.

Η κατάσταση της αυταπάτης είναι κοινή σε όλους τους εραστές τού πλούτου και του κόσμου. Η επίγεια ζωή τούς παρουσιάζεται σαν αιώνια. Η σκέψη για τον θάνατο τους είναι εντελώς ξένη, σαν μια σκέψη για κά­τι που δεν τους αφορά καθόλου. Ποιαν επιδίωξη θέλει να εκπληρώσει ο τυφλωμένος πλούσιος με τα πλούτη του; Θέλει, όπως λένε στον κόσμο, να ζήσει καλά. Τι σημαίνει “νά ζήσει καλά”; Σημαίνει να τρώει και να πί­νει, να διασκεδάζει, να πορνεύει, να ζει μέσα στη χλιδή, να καυχιέται, να ικανοποιεί κάθε του θέλημα και ιδιοτροπία. Αν κοιτάξουμε μέσα μας και γύρω μας προσε­κτικά, θα διαπιστώσουμε πως η ευαγγελική παραβολή του άφρονα πλουσίου αποτελεί έναν καθρέφτη για όλους μας. Δεν είμαστε όλοι συνεχώς παραδομένοι στις σκέψεις εκείνου του πλουσίου, αλλά όλοι, άλλοι περισ­σότερο και άλλοι λιγότερο, κατά καιρούς παρασυρόμα­στε απ’ αυτές.

Ενώ, λοιπόν, ο πλούσιος με ικανοποίηση έκανε όνει­ρα για την αμαρτωλή ζωή των απολαύσεων, που, όπως νόμιζε, είχε μπροστά του, ήρθε ξαφνική και απροσδόκητη η θεία απόφαση για την αναχώρησή του από τον κόσμο. «Ανόητε!», του είπε ο Θεός. «Αυτή τη νύχτα (οι δαίμονες) απαιτούν να πάρουν την ψυχή σου. Αυτά, λοι­πόν, που ετοίμασες, σε ποιον θ’ ανήκουν;».

Ό,τι έγινε με τον πλούσιο, γίνεται με κάθε άνθρωπο που ξεχνά τον Θεό και παραδίνεται στην αμαρτία: Όταν φτάσει να ολοκληρώσει τις επιθυμίες του, όταν φτάσει να εξασφαλίσει την ευτυχία του με τον καλύτερο τρόπο, στέλνεται ο θάνατος ή παραχωρείται κάποια συμφορά από τον Θεό. Και τότε, ακόμα και η πιο στέρεη επίγεια ευημερία καταρρέει. Αυτό εκφράζουν και τα λόγια τού Κυρίου, με τα οποία τελειώνει η παραβολή: «Να τι πα­θαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει με ό,τι θέλει ο Θεός». Αυτός είναι ο καρπός τής φιλαργυρίας, της πλεονεξίας και, γενικά, της επίμο­νης επιδιώξεως αποκτήσεως μεγάλης περιουσίας, που αποκλειστικό κίνητρό της έχει τη φιλαυτία.

Ο Κύριος αποκάλεσε τον πλούσιο «ανόητο», γιατί αυτός, τυφλωμένος πνευματικά καθώς ήταν από τη φι­λαυτία, νόμιζε ότι ενεργούσε για την ωφέλειά του, ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε αυτοκαταστροφικά. Στερούσε από τον εαυτό του την υψηλή αξία του ανθρώπου που δημιουργήθηκε για την αιωνιότητα, του ανθρώπου που οφείλει να προετοιμάζεται στη γη για τον ουρα­νό, του ανθρώπου που οφείλει να υποτάσσει το σώμα του στην ψυχή του.

Να «πλουτίζει κανείς με ό,τι θέλει ο Θεός» σημαίνει να ζει ζωή θεάρεστη. Όταν η επίγεια διαγωγή κατευθύνεται από τις ευαγγελικές εντολές, φέρνει στην ψυχή πλούτο άφθαρτο: τη θεογνωσία, την αυτογνωσία, την πίστη, την ταπείνωση, την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Ο άνθρωπος που έχει τέτοια διαγωγή, διαχει­ρίζεται σωστά την επίγεια περιουσία του ως θείο δώρο.

Με τη σωστή διαχείριση μεταβάλλει τη φθαρτή αυτή πε­ριουσία σε άφθαρτη, γιατί τη μεταφέρει από τη γη στον ουρανό με την ελεημοσύνη. Και μεταφέροντας με την ελεημοσύνη την περιουσία του στον ουρανό, μεταφέρει εκεί αόρατα και την καρδιά του, αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε: «Όπου είναι τα πλούτη σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». Ένας τέτοιος χριστιανός μένει στον ουρανό με τους λογισμούς και τα αισθήματά του, όπως ο απόστολος, ο οποίος ήδη από τον καιρό τής διαβιώσεώς του στη γη έλεγε για τον εαυτό του: «Εμείς είμα­στε πολίτες τού ουρανού». Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Β’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)