Τρίτη, Ιανουαρίου 27, 2026

 


ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

   ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού  

      Οι ασκητική γραμματεία κατέχει μια πολύ σπουδαία θέση στη διδασκαλία και στη ζωή της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για σπουδαιότατα κείμενα αγίων ασκητών, προϊόντα βαθύτατου πνευματικού στοχασμού και σοφίας. Περιέχουν την εμπειρία των αγίων γερόντων, οι οποίοι βίωσαν την ευλογημένη πορεία της ασκήσεως και των αρετών και την κατέγραψαν, για να είναι εσαεί στους πιστούς πολύτιμο βοήθημα μεθόδων άσκησης και πνευματικής προκοπής.

      Στην κορυφή της ασκητικής γραμματείας βρίσκονται και το κείμενα ενός μεγάλου ασκητή της Εκκλησίας μας, του Αββά Ισαάκ του Σύρου. Τα βαθυστόχαστα και ψυχωφελή του συγγράμματα είναι από τα κυριότερα αναγνώσματα των μοναχών και όλων όσων αγωνίζονται για την αρετή και την απαλλαγή από τα πάθη και τα άλγη της αμαρτίας.

      Δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ λίγα για το βίο και την προσωπικότητα του μεγάλου άνδρα, και αυτά από έμμεσες πηγές. Γεννήθηκε περί τα μέσα του 7ου αιώνα πιθανότατα στη Συρία. Κατ’ άλλους στη Νινευή της Μεσοποταμίας, και κατ’ άλλους στην αραβική χερσόνησο, στο σημερινό Κατάρ. Δε γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του, ούτε για τα παιδικά του χρόνια. Εικάζουμε ότι οι γονείς του ήταν χριστιανοί και του εμπέδωσαν από μικρό την πίστη και την ευσέβεια.  Όταν έγινε έφηβος, αποφάσισε με τον αδελφό του να αφιερωθούν στη μοναχική ζωή. Έτσι αποσύρθηκαν στη Μονή του αγίου Μάρτυρα Ματθαίου. Ο Ισαάκ έδειξε ασυνήθιστη προσαρμογή και ζήλο για τον μοναχισμό. Σύντομα αναδείχτηκε ως ο πλέον  αξιοσέβαστος αδελφός της Μονής.

      Μετά από λίγο καιρό ζήτησε από τον ηγούμενο της Μονής να φύγει για την έρημο, διότι πίστευε πως η ησυχία της ερήμου θα τον βοηθούσε περισσότερο στον πνευματικό του αγώνα. Έφυγε λοιπόν για μια ερημική περιοχή, όπου μόνος με το Θεό, με άσκηση, προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, κατόρθωσε να καθαρθεί από τα πάθη του και να ανέβει σε ύψη αρετής και αγιότητας. Όμως οι αδελφοί της Μονής αισθάνθηκαν το κενό που άφησε η απουσία του Ισαάκ και γ’ αυτό τον παρακαλούσαν να γυρίσει στη Μονή και να γίνει ο πνευματικός τους καθοδηγητής. Αλλά ο Αββάς δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αφήσει την αγαπημένη του ερημική ζωή.

       Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι μοναχοί, το κατόρθωσε ο επίσκοπος της περιοχής. Του ζήτησε να κατέβει στον κόσμο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία. Ο άγιος ασκητής υπάκουσε και κατέβηκε και χειροτονήθηκε επίσκοπος της μεγάλης πόλεως Νινευή. Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό έμεινε στον επισκοπικό θρόνο. Πιθανότατα παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την έρημο. Οι περισσότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Αββάς Ισαάκ, παρέμεινε πέντε μήνες μετά τη χειροτονία του, παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την αγαπημένη του έρημο, κοντά στην οροσειρά Chuzistan, στην περιοχή της αρχαίας Σουσιανής και αργότερα στη Μονή Rabban Sabor.

       Ως ασκητής ο Αββάς Ισαάκ, με τον πνευματικό του αγώνα και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έφτασε σε ύψη καθάρσεως και αγιότητας. Απέκτησε μια σπάνια πνευματική εμπειρία, την οποία κατέγραψε στα συγγράμματά του για να βοηθήσει και άλλους ανθρώπους. Προσευχόμενος έγταφε αδιάκοπα και με τα δάκρυά του έβρεχε τα χειρόγραφά του.   

       Στη Μονή Rabban Sabor έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, προσευχόμενος, μελετώντας και γράφοντας. Όντας υπέργηρος, και εξαιτίας  της αυστηρής άσκησης και της πολλής μελέτης έχασε το φως του. Πέθανε και ετάφη στη Μονή και δεν γνωρίζουμε το χρόνο της κοίμησής του.

      Ο αββάς Ισαάκ δεν ανακηρύχτηκε ποτέ επίσημα άγιος της Εκκλησίας μας, επειδή έζησε σε περιοχή που κυριαρχούσε η αίρεση του νεστοριανισμού και κάποιοι τον θέλουν, εσφαλμένα και αστήρικτα, να είχε ασπασθεί την αίρεση και μάλιστα ισχυρίζονται ότι είχε χειροτονηθεί επίσκοπος της νεστοριανής «εκκλησίας».

      Αυτή η φήμη καλλιεργήθηκε και διαδόθηκε τα τελευταία χρόνια από οικουμενιστικούς κύκλους, για να προωθήσουν τον, θρησκευτικό συγκρητισμό. Όμως τα θαυμαστά συγγράμματά του αποδεικνύουν το αντίθετο, ότι όχι μόνο δεν αποκλίνουν από την Ορθοδοξία, αλλά την επιβεβαιώνουν. Ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ π. Θεόδωρος Ζήσης είχε γράψει τα εξής σημαντικά: «φαίνεται ότι με την χάριν του Θεού διεφυλάχθη καθαρός από την νεστοριανήν αίρεσιν, όπως τούτο συνάγεται εκ της αναγνώσεως των έργων του. Εις αυτά αποκαλεί την Παναγίαν Θεοτόκον. Αναφερόμενος δε εις την ενανθρώπησιν ομιλεί ορθοδόξως και δεν νεστοριανίζει».

      Την ορθόδοξη πίστη του αββά Ισαάκ αποδέχτηκαν μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, κ.α. δεχόμενοι τα συγγράμματά του, ως ακραιφνή ορθόδοξα και υψηλού περιεχομένου πνευματικότητας. Έτσι, στην αλάνθαστη συνείδηση των πιστών, από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα, θεωρείται άγιος. Στο Άγιο Όρος πολλοί μοναχοί τιμούν τη μνήμη του στις 28 Ιανουαρίου, μαζί με τη μνήμη του αγίου Εφραίμ του Σύρου. Σε πολλούς ναούς έχουν ιστορηθεί εικόνες του και αναγράφεται ως άγιος.

       Από τα συγγράμματά του, στην ελληνική κυκλοφορούν οι «Ασκητικοί Λόγοι» του, οι οποίοι είχαν μεταφραστεί από τα συριακά το 9ο αιώνα από μοναχούς Πατρίκιο και Αβράμιο της Μονής του Αγίου Σάββα της Παλαιστίνης. Έκτοτε αποτελούν πολύτιμα αναγνώσματα σε όλο τον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο και μελετούνται από μοναχούς και κοσμικούς, κυρίως σε περιόδους νηστείας, όπως είναι η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Είναι γνωστό πως κορυφαίοι πνευματικοί Γέροντες της Εκκλησίας μας συστήνουν ιδιαίτερα τα έργα του Αββά Ισαάκ του Σύρου, ως βοήθεια, στην πνευματική τους άσκηση.               



 

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ
      Η Συρία υπήρξε η αρχέγονη κοιτίδα του Χριστιανισμού. Άλλωστε εκεί καθιερώθηκε και η ονομασία των Χριστιανών, από το όνομα του Χριστού (Παρξ.11,25). Μυριάδες άνδρες και γυναίκες άγιοι Σύριοι λαμπρύνουν την αγία μας Εκκλησία. Ένας από αυτούς είναι και ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο οποίος διακρίθηκε για την ασκητική του βιωτή και τους αγώνες του για την Ορθοδοξία. Συγκαταλέγεται δε στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

       Καταγόταν από τα μέρη της Συρίας, γεννήθηκε όμως πιθανότατα στην πόλη Νίσιβη της Μεσοποταμίας, περί το 306. Οι γονείς του ήταν πιστοί χριστιανοί και μάλλον έχασαν τη ζωή τους κατά τον μεγάλο διωγμό, που είχε εξαγγείλει ο παράφρων και θρησκομανής αυτοκράτορας Διοκλητιανός (285-305), ομολογώντας την πίστη τους στο Χριστό. Ο Εφραίμ μένοντας ορφανός, τον περιμάζεψε ο επίσκοπος της Νισίβεως Ιάκωβος, ο οποίος τον ανέθρεψε με μεγάλη στοργή και φροντίδα, διαβλέποντας τον αδαμάντινο χαρακτήρα του παιδιού. Φρόντισε μάλιστα να τον σπουδάσει, ώστε κατέστη σοφός δάσκαλος. Αυτό φαίνεται από τα σπουδαία συγγράμματά του, τα οποία κληροδότησε στην Εκκλησία. Γνώριζε άπταιστα την ελληνική, την λατινική και την συριακή γλώσσα, γράφοντας και μεταφράζοντας τα έργα του σε όλες αυτές τις γλώσσες.
       Από νωρίς είχε αποφασίσει να γίνει μοναχός. Να αφιερωθεί  στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Πράγματι, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του και ένοιωσε τον εαυτό του ώριμο, αποσύρθηκε στην έρημο. Εκεί με αδιάλειπτη προσευχή νηστεία, αγρυπνία και πόλεμο κατά των παθών του αποκάθηρε τον εαυτό του και έφτασε σε υψηλές πνευματικές σφαίρες. Θεωρείται δε ως ο άγιος των δακρύων. Αστείρευτα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Έκλαιε γοερά σε όλη του τη ζωή, χύνοντας ποτάμια δακρύων. Έκλαιε για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους ανθρώπους, διότι αγωνιούσε για την σωτηρία της ψυχής, την οποία θεωρούσε ως το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Αυτό φαίνεται καθαρά μέσα στα περισπούδαστα συγγράμματά του. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλούν οι αναφορές του στην Μέλλουσα Κρίση, μέσω των οποίων προσπαθούσε να προκαλέσει συναγερμό στον άνθρωπο για το τραγικό γεγονός της αδέκαστης κρίσης. Να διεγείρει  πνεύμα αληθινής και ειλικρινούς μετάνοιας στην κάθε ψυχή. Να προκαλέσει δάκρυα μεταμέλειας στον κάθε αμαρτωλό, διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος επανένωσης με το Θεό παρά η πραγματική και έμπρακτη μετάνοια, η οποία θα συνοδεύεται από στεναγμούς και δάκρυα.
       Είχε επιλέξει έναν ερημικό τόπο για την άσκησή του, μακριά από τους πειρασμούς και τους θορύβους του κόσμου, απαλλαγμένος από τις εγκόσμιες μέριμνες. Επειδή όμως θεωρούσε υποχρέωσή του να βοηθάει και άλλους ανθρώπους να οδηγηθούν στη σωτηρία, άφηνε συχνά το αγαπημένο ησυχαστήριό του, και περιφέρονταν σε διάφορες περιοχές για να ωφελήσει και να ωφεληθεί.
       Την εποχή εκείνη οι Πέρσες είχαν καταλάβει την Νίσιβη και προξένησαν σφαγές και καταστροφές. Ο Εφραίμ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να μεταβεί για ασφάλεια στην πόλη Έδεσα της Μεσοποταμίας. Με την ευκαιρία αυτή ήθελε να προσκυνήσει και τα άγια Λείψανα των Μαρτύρων και των Αγίων, που κατείχε η Εκκλησία εκεί. Έλπιζε επίσης ότι θα έβρισκε εκεί και ενάρετους αγίους ανθρώπους να ωφεληθεί από αυτούς. Αλλά στο δρόμο του συνάντησε μια διαβόητη πόρνη της πόλεως. Έπιασε συζήτηση μαζί της, με αποτέλεσμα τη μετάνοια εκείνης και την ωφέλεια τη δική του.
     Ύστερα από λίγο καιρό έφυγε από την Έδεσα και πήγε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας για να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο Μ. Βασίλειο, για να συζητήσει μαζί του τα μεγάλα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει οι αιρέσεις στην Ανατολή και κύρια η αρειανική λαίλαπα. Είχε την βεβαιότητα πως ο ουρανοφάντωρ επίσκοπος Βασίλειος είχε να τον διδάξει πολλά. Όπως διηγείται ο ίδιος, όταν έφτασε στην Καισάρεια, συνάντησε τον Βασίλειο όταν εκείνος  δίδασκε. Είδε ένα περιστέρι στον δεξιό ώμο του, το οποίο του ψιθύριζε στο αυτί, αυτά που έλεγε ο μεγάλος Πατέρας. Αυτό σήμαινε για τον Εφραίμ, ότι ήταν το στόμα του Αγίου Πνεύματος. Μίλησε μαζί του και για μέρες εξέταζαν την κατάσταση. Ο Εφραίμ έφυγε ενθουσιασμένος και ωφελημένος για την πατρίδα του, όπου άρχισε να κηρύττει την ορθόδοξη πίστη, με την ευγλωττία που τον διέκρινε. Μάλιστα αναφέρει το συναξάρι του, δίδασκε με τόση ευκολία και γρηγοράδα, ώστε φαινόταν ότι τα έβλεπε στο χαρτί και να τα διάβαζε! Δεν πρόφθανε να λέει η γλώσσα του, όσα ο νους του υπαγόρευε!        
       Αποσύρθηκε ξανά στην έρημο  και ζούσε με αδιάκοπη άσκηση και προσευχή, η οποία συνοδεύονταν από άφθονα δάκρυα. Απέβαλλε κάθε υλικό αντικείμενο, ζώντας σε απόλυτη ακτημοσύνη. Έζησε σε τέτοια θεληματική φτώχεια ώστε κανένας άλλος δεν την ένοιωσε ποτέ άλλοτε παρόμοια!  
      Την εποχή εκείνη είχε αφιχθεί στην Ανατολή ο αιρεσιάρχης Απολλινάριος, ο οποίος αρνούνταν την ενσάρκωση του Θεού Λόγου. Είχε συγγράψει τις κακοδοξίες του σε ογκώδες βιβλίο. Ο Εφραίμ, με μια έξυπνη ενέργεια, προμηθεύτηκε το κακόδοξο σύγγραμμα, το οποίο εμπότισε με κόλλα και το αχρήστευσε, ώστε ο Απολλινάριος να μην μπορεί να το χρησιμοποιήσει κατά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο!                    
      Κοιμήθηκε ειρηνικά το 379, ζητώντας να του βγάλουν όλα τα καινούρια ενδύματα και να τον θάψουν με ράκη, σε ένδειξη τέλειας ταπείνωσης.  Η μνήμη του εορτάζεται στις 28 Ιανουαρίου.
      Ο Όσιος Εφραίμ ανήκει στους μεγάλους ασκητές, Πατέρες και ομολογητές της Εκκλησίας μας. Φωτεινό παράδειγμα αληθινού μοναχού, ο οποίος έζησε ολόκληρη τη ζωή του, χύνοντας ποταμούς δακρύων μετανοίας. Δίκαια χαρακτηρίζεται ως ο κατ’ εξοχήν άγιος των δακρύων. Δείχνει με το παράδειγμά του και σε μας τους σύγχρονους Χριστιανούς το δρόμο της ειλικρινούς μετάνοιας. Τα ψυχωφελή συγγράμματά του αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για την Εκκλησία μας και πηγή πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού για όσους θέλουμε να εντρυφήσουμε στην ορθόδοξη πνευματικότητα.  


 

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΚΑΙ ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, (1986-2026).

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΚΑΙ ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ,  (1986-2026).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 27η Ιανουαρίου 2026

    Συμπληρώνονται φέτος 40 χρόνια από τότε που η ελληνική Πολιτεία ψήφισε τον εθνοκτόνο και αιμοσταγή νόμο 1609/1986 για τις εκτρώσεις με τον παραπλανητικό τίτλο: «Τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης και προστασίας της υγείας της γυναίκας…», με τον οποίο ουσιαστικά απενοχοποιήθηκε το στιγερό και ειδεχθές αυτό έγκλημα. Εδώ και 40 χρόνια διαπράττεται, δυστυχώς με τις ευλογίες της ελληνικής Πολιτείας, μια φρικώδης, σιωπηρή γενοκτονία, μπροστά στην οποία η γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού πραγματικά ωχριά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών κατά τη  διάρκεια αυτών των 40 ετών μία ολόκληρη Ελλάδα και πλέον έχει σφαγιασθεί στις γυναικολογικές κλινικές της Πατρίδος μας. Το δε τραγικότερο είναι ότι ο αίτιος αυτής της εθνικής τραγωδίας δεν είναι ο εξ’ ανατολών προαιώνιος εχθρός μας, αλλά εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες και αυτοί που μας κυβέρνησαν μέχρι σήμερα από την μεταπολίτευση και μετά. Στους εσχάτους και αποκαλυπτικούς χρόνους που ζούμε, όπου κυριαρχεί η ιδεολογία της «Νέας Εποχής», η σύγχρονη μάστιγα των εκτρώσεων καταδεικνύει με τον πιο κραυγαλέο τρόπο, ότι η  αποστασία της ανθρωπότητος έχει φθάσει πλέον στο αποκορύφωμά της. Η σκληρότητα και απανθρωπιά του ανθρώπου δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.

    Και άλλες φορές στο παρελθόν έχουμε ασχοληθεί με το έγκλημα των εκτρώσεων. Με την παρούσα ανακοίνωσή μας θεωρήσαμε αναγκαίο να επανέλθουμε στο θέμα αυτό με την ευκαιρία αυτής της θλιβερής επετείου, διότι δυστυχώς στο διάστημα αυτών των τεσσάρων δεκαετιών κανένα σημάδι μετανοίας, κανένα σημάδι αλλαγής πορείας πλεύσως σε εθνικό επίπεδο δεν διαπιστώσαμε. Απεναντίας μάλιστα. Όλες σχεδόν οι κομματικές παρατάξεις τάσσονται αναφανδόν υπέρ των εκτρώσεων έτοιμες να εξαπολύσουν «πυρ ομαδόν» εναντίον κάθε «φανατικού» και «σκοταδιστή», όπως τον χαρακτηρίζουν, ο οποίος θα τολμήσει να εκφράσει αντίθετη άποψη. Στις γραμμές που ακολουθούν θα υπενθυμίσουμε και πάλι ορισμένες αλήθειες με βάση τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, μήπως και συνέλθουμε. Μήπως, δηλαδή, ξυπνήσουμε από την πνευματική αφασία στην οποία βρισκόμαστε, πριν πέσει η οργή του Θεού, οπότε θα είναι πλέον αργά.  

    Κατ’ αρχήν θεωρούμε αναγκαίο να τονίσουμε ότι η ζωή είναι το υπέρτατο δώρο του Θεού προς την δημιουργία και την κορωνίδα του, τον άνθρωπο. Είναι το κτιστό αποτέλεσμα των ακτίστων δημιουργικών, ζωοποιών και προνοητικών ενεργειών του Θεού, δια των οποίων «ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πραξ.17,28) κατά τον μέγα Παύλον. Δεν υπάρχει τίποτε πιο πολύτιμο από τη ζωή, γι’ αυτό και ο Δημιουργός ενέβαλε στα ζώα και τον άνθρωπο το ισχυρό ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και της προστασίας της ζωής.

    Ένα πρώτο βασικό επιχείρημα που προβάλλουν οι υποστηρικτές των εκτρώσεων είναι ότι το έμβρυο μέχρι την 14η εβδομάδα της κυήσεως δεν είναι ακόμη σχηματισμένος άνθρωπος και επομένως μέχρι τότε η έκτρωση μπορεί να γίνεται χωρίς να αποτελεί φόνο. Ωστόσο σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η έναρξη της ανθρώπινης ζωής γίνεται τη στιγμή της συλλήψεως, όταν δηλαδή το ωάριο της γυναικός ενωθεί με το σπερματοζωάριο του ανδρός στην γυναικεία μήτρα. Ταυτόχρονα το γονιμοποιημένο ωάριο «εμψυχούται», αποκτά δηλαδή την αθάνατη ψυχή του. Από τη στιγμή αυτή αποτελεί μιά εν εξελίξει ανθρώπινη ύπαρξη, μια ανεκτίμητη και ανεπανάληπτη προσωπικότητα, πλασμένη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού, προωρισμένη για την αιωνιότητα.

    Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνει ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής. Ο προφήτης Ησαΐας αναφέρει: «Κύριος εκ κοιλίας μητρός μου εκάλεσε το όνομά μου», (Ησ. 49,1). Επίσης και ο προφήτης Ιερεμίας χρίεται προφήτης ήδη από την εμβρυϊκή του ηλικία: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμαί σε και προ του σε εξελθείν εκ μητρός ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε» (Ιερ.1,5). Κατά παρόμοιο τρόπο και ο απόστολος Παύλος: «Ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου», (Γαλ. 1,15). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται· ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον».[1] Και συμπληρώνει ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης: «Ούτε γαρ σώμα προ της ψυχής υφίστατο, ούτε ψυχή προ του σώματος»[2].

    Μια άλλη θεωρία που επενόησαν οι υποστηρικτές της έκτρωσης είναι ότι η έκτρωση είναι δικαίωμα της γυναίκας, διότι κάθε γυναίκα έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει στο σώμα τηςΚατ’ αρχήν τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού και ναοί του αγίου Πνεύματος και επομένως δεν ανήκουν σε μας, αλλά στον Χριστό.  Σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Παύλου: «ουκ εστέ εαυτών,  ηγοράσθητε γαρ τιμής», (Α΄ Κορ.6,19-20). Δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, αλλά σ’ αυτόν που μας εξαγόρασε και επομένως δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα σώματά μας, όπως θέλουμε.

    Πέραν τούτου το έμβρυο είναι ένας ανθρώπινος οργανισμός διάφορος της μητέρας και επομένως δεν είναι μέλος του σώματός της. Σύμφωνα με τους επιστήμονες το γονημοποιημένο ωάριο αρχίζει να διαιρείται και να πολλαπλασιάζεται συνεχώς με ταχύτατους ρυθμούς βάσει «προγράμματος», που είναι κωδικοποιημένο στο DNA του εν εξελίξει εμβρύου, το οποίο δεν ταυτίζεται με το DNA της μητέρας. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η μη ταύτιση των δύο DNA, μας δείχνει ότι το εν εξελίξει έμβρυο δεν ταυτίζεται με τον οργανισμό της μητέρας. Οι συνεχείς και αλλεπάλληλοι πολλαπλασιασμοί των κυττάρων με παράλληλη διαφοροποίησή τους οδηγούν τελικά στη διάπλαση των ιστών και των οργάνων του εμβρύου, μέχρις ότου αυτά τελειοποιηθούν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να επιτελέσουν την αποστολή τους μετά την έξοδο του εμβρύου από το ενδομήτριο περιβάλλον. Γι’ αυτό άλλωστε η μητέρα δεν μπορεί να κρατήσει το κυοφορούμενο έμβρυο επ’ άπειρον, όπως κρατάει όλα τα υπόλοιπα μέλη του σώματός της. Όταν έρθει η ώρα της γέννας, πρέπει υποχρεωτικά να αποχωριστεί από αυτό. Αν υποθέσουμε, ότι θελήσει να το κρατήσει στα σπλάγχνα της, θα επέλθει ο θάνατος και της μητέρας και του παιδιού.

    Ισχυρίζονται ακόμη οτι οι εκτρώσεις γίνονται είτε το θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. Η κοινωνία έχει αναγνωρίσει σιωπηρά αυτή την κατάσταση. Δεν της δημιουργεί ηθικό πρόβλημα και επομένως ο νομοθέτης οφείλει να συμμορφωθεί με τη λαϊκή βούληση. Να νομιμοποιήσει, ακόμη και να πριμοδοτήσει, τις εκτρώσεις. Μπορούμε όμως να δεχθούμε, ότι μια παρανομία πρέπει να νομιμοποιηθεί επειδή έχει πάρει μεγάλη έκταση; Τι φταίει το κυοφορούμενο έμβρυο, που έχει κάθε δικαίωμα να ζήσει, επειδή η κοινωνία έχει εξαχρειωθεί και έχει φθάσει σε ένα τόσο μεγάλο ηθικό κατάντημα; Που είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, για τα οποία τόσο πολύ καυχάται ο σύγχρονος άνθρωπος; Με ποιο δικαίωμα στερούμε το αγαθό της ζωής από μια ανυπεράσπιστη ανθρώπινη ύπαρξη; Το αγαθό της ζωής είναι δώρο του Θεού και μόνον ο Θεός μπορεί να το αφαιρέσει. Κανείς άλλος. Γιατί άραγε σιωπούν απέναντι στο βδελυρότατο αυτό έγκλημα οι παγκόσμιοι οργανισμοί υπερασπίσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Με την ίδια λογική θα πρέπει να νομιμοποιήσουμε και τη διακίνηση των ναρκωτικών, αφού και αυτά έχουν πάρει μεγάλη έκταση. Να τα αφήσουμε να διακινούνται ελεύθερα, για να μπορούν άνετα οι τοξικομανείς να τα προμηθεύονται!

    Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που προβάλλουν είναι ότι η νομιμοποίηση των εκτρώσεων θα προστατεύσει την υγεία και τη ζωή της γυναίκαςΕδώ είναι που έχουμε πλήρη διαστροφή της αλήθειας! Διότι η τραγική πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο, ότι δηλαδή η έκτρωση θέτει σε κίνδυνο τη ζωή της γυναίκας.  Όπως μας βεβαιώνουν ειδικοί επιστήμονες γυναικολόγοι: «Οι γυναίκες που υποβάλλονται σε έκτρωση αντιμετωπίζουν τον ενδεχόμενο κίνδυνο των παρά κάτω επιπτώσεων: α) διάτρηση της μήτρας, β) ρήξη τραχήλου, γ) αιμορραγία, δ) Θρόμβωση και εμβολή, ε) επιπλοκές αναισθησίας, στ) εμφάνιση προδρομικού πλακούντα, ζ) ενδομητρίτιδα - σαλπιγγίτιδα, η) πυελική φλεγμονή, θ) δευτερογενή αμηνόρροια η στείρωση, ι) ενδομήτριες συμφύσεις…» κ.α., (Δρ. Βασιλειος Μπέλλιος, Μαιευτήρας- Χειρουργός Γυναικολόγος).

    Όμως πέρα από τις σωματικές επιπτώσεις, εξ’ ίσου σημαντικές είναι και οι ψυχολογικές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τους ψυχολόγους ως «Μετα-εκτρωτικό Σύνδρομο». Όπως αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία, κάποιες γυναίκες εκδηλώνουν άρνηση, (αμυντικός μηχανισμός που στηρίζεται στο συναίσθημα του θυμού), ενώ κάποιες άλλες αποχαιρετούν σπαρακτικά το αγέννητο παιδί τους, εκδηλώνοντας τη θλίψη τους. Η ώρα της έκτρωσης θα τραυματίσει τον εσωτερικό τους κόσμο και τα σημάδια του ψυχικού τραύματος θα είναι εμφανή σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους, στο σώμα, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές τους. Πολλές γυναίκες βιώνουν μετά την έκτρωση ένα «συναισθηματικό μούδιασμα», που είναι βασικό χαρακτηριστικό πένθους, το οποίο μετά από οκτώ εβδομάδες από την έκτρωση ακολουθείται από διαταραχές ύπνου, διατροφής, σεξουαλικής δυσλειτουργίας κ.α.[3]  

    Τις διαπιστώσεις των γιατρών και ψυχολόγων έρχονται να επιβεβαιώσουν και όσοι εκ των κληρικών ασκούν την ποιμαντική διακονία του πνευματικού. Μας βεβαιώνουν λοιπόν όλοι αυτοί για ένα πλήθος περιπτώσεων γυναικών, οι οποίες, εξ’ αιτίας μιας εκτρώσεως, βασανίζονται από τύψεις και ενοχές, που δημιουργούν ένα  αφόρητο ψυχικό μαρτύριο, καθώς αισθάνονται να τις ελέγχει η συνείδηση. Και προκειμένου να απαλλαγούν από το βάρος της ενοχής, αναγκάζονται τελικά να προσέλθουν στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, για να ομολογήσουν με συντριβή την αμαρτία τους και με πολλή προθυμία στη συνέχεια δέχονται τον «κανόνα», τον οποίο θα υποδείξει ο πνευματικός, δηλαδή την θεραπευτική αγωγή, που είναι αναγκαία για τη θεραπεία του ψυχικού τραύματος.

    Κλείνοντας θα θέλαμε να κρούσωμε και πάλι τον κώδωνα του κινδύνου για το φοβερό αυτό έγκλημα, που αφήνει πίσω του ψυχικά και σωματικά ναυάγια, προκαλεί σοβαρά οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα, ενώ παράλληλα δημιουργεί συνθήκες δημογραφικής κατάρρευσης της χώρας μας. Κάνουμε δραματική έκκληση στους νέους γονείς και ειδικά στις γυναίκες να συνειδητοποιήσουν πως η έκτρωση δεν είναι απλά μια «απαλλαγή» από μια «ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη», ή ένας, έστω «νόμιμος» και ατιμώρητος φόνος, αλλά βαρύτατο αμάρτημα με συνέπειες, που ξεκινούν από την παρούσα ζωή και επεκτείνονται στην αιωνιότητα. Καλούμαστε όλοι μας να διατρανώσουμε την διαμαρτυρία μας για το σιωπηλό αυτό έγκλημα, που κατατρώει τις σάρκες της κοινωνίας μας. Να απαιτήσουμε, ανάμεσα στα άλλα νομοθετήματα, που περιφρουρούν τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ή των ζώων, να προστεθεί και η προστασία των δικαιωμάτων και των αγέννητων παιδιών, των αθώων αυτών εικόνων του Θεού.



[1] «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 1976, σ. 150.

[2] PG 89, 724

[3] βλ. φυλλάδιο με τίτλο: «Εγώ το αγέννητο παιδί», του Συλλόγου Προστασίας Αγέννητου Παιδιού: «Αγκαλιά».



 

Υπόδειγμα αρχιερέως

 

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς…» (Ἑβρ. 7,26)


27 Ἰανουαρίου
Ἀνακ. λειψ. Ἰω. Χρυσοστόμου (Ἑβρ. 7,26–8,2)

Θὰ­ ποῦμε, ἀγαπητοί μου, λίγα λόγια ὄχι ἐ­πάνω στὸ εὐαγγέλιο ἀλλὰ ἐπάνω στὸν ἀ­πόστολο τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξετε.

Ὁ ἀπόστολος σήμερα ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἀρχι­ερέα. Σ᾽ ἐμᾶς εἶνε ἀδύνατον νὰ τὸν περιγράψουμε, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως ζω­γραφίζει μπροστά μας τὸ μεγαλεῖο του. Ὁ ἀρ­χιερεὺς αὐ­τός, λέει, δὲν ἔχει καμμιά ὁμοιότη­τα μὲ τοὺς ἀρχι­ερεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν εἶνε σὰν τοὺς κακοὺς ποιμένες τοῦ Ἰσρα­ήλ.

Ὁ ἀρ­χιερεὺς αὐτὸς δὲν εἶχε πλούτη, δὲν κατοικοῦ­σε σὲ παλάτια. Ὅταν κάποιος τὸν ρώτησε «Ποῦ μένεις;» (Ἰω. 1,38), ἀ­πήντησε, ὅ­τι τὰ που­λιὰ κ᾽ οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φω­λιές, μὰ αὐτὸς δὲν ἔχει «ποῦ τὴν κεφα­λὴν κλί­νῃ» (Ματθ. 8,20, Λουκ. 9,58). Ὑλικὸ πλοῦ­το δὲν εἶχε, εἶχε ὅμως πνευματικὸ πλοῦτο, εἶχε τὶς ἀρετές, ποὺ ἀξίζουν περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα· καὶ οἱ ἀρχαῖοι προγονοί μας ἔλεγαν, ὅτι «πᾶς ὁ ἐπὶ γῆς καὶ ὑπὸ γῆν χρυ­­σὸς ἀρετῆς οὐκ ἀν­τάξι­ος» (Πλά­τωνος, Νόμ. 5,728Α· παρὰ Μιχ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί σ. 70)· ὅλο τὸ χρυσά­φι τῆς γῆς δὲν ἀξίζει τόσο ὅσο ἡ ἀρετή.

Ποιές ἦταν οἱ ἀρετὲς τοῦ ἀρχιερέως αὐτοῦ;

    Ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶνε πρῶτον «ὅσιος» (Ἑβρ. 7,26). Τί θὰ πῇ ὅ­σιος; Ὅσιος λέγεται ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶνε μόνο ἐξωτερικὰ καθαρὸς ἀπὸ ἁ­μαρτήματα, δὲν φαίνεται μόνο στὰ μάτια τῆς κοινωνίας ἅγιος, ἀλλὰ εἶνε καὶ ἐσωτερικὰ καθαρός· ἡ σκέψι του εἶνε σὰν τὸ κρύσταλλο, δὲν πηγαίνει στὰ ἁμαρτωλά, φτερουγίζει στὸ Θεό.

   Ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶ­νε ἀκόμα «ἄκακος» (ἔ.ἀ.). Τί θὰ πῇ ἄκακος; δὲν ἔχει κακία, δι­­άθεσι νὰ βλάψῃ, δὲν κρατάει μῖσος. Ἄλλοι τοῦ φέρθηκαν ἄδικα, μύρια κακὰ τοῦ ἔ­καναν· ἐκεῖνος ὅ­μως δὲν ζήτησε ἐκδίκησι. Καὶ δὲν ἦ­ταν καθόλου ἀ­δύνατος. Ἐνῷ ἔχει δύναμι ὅσο κανείς ἄλ­λος καὶ μποροῦσε νὰ κάψῃ τοὺς ἐ­χθρούς του, δὲν τοὺς ἔκαψε, τοὐναντίον προσευχόταν γι᾽ αὐτούς.

   Εἶνε λοιπὸν ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς ὅσιος, εἶνε ἄκακος· εἶνε ἀκόμα, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «ἀμίαντος» (ἔ.ἀ.). Ὁ ἀμίαν­τος εἶνε μιὰ οὐσία, ἕνα ὀρυκτό, ποὺ ἅ­μα τὸ βάλῃς στὴ φωτιὰ λάμπει ἀλλὰ δὲν καίγεται. Τὸ «ἀμίαντος» λοιπὸν θὰ πῇ ὅτι ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς δὲν μιάνθηκε, ἔμεινε ἀν­έγγιχτος ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς ἁμαρτίας.

   Ἀκόμη, ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶνε «κεχωρισμέ­νος ἀπὸ τῶν ἁμαρτω­λῶν» (ἔ.ἀ.). Δὲν ἔζησε σὲ μιὰ ἔρημο· ἔζησε στὴν κοινωνία, ἀνάμεσα στοὺς ἀτελεῖς ἀνθρώπους. Συναναστράφηκε τοὺς ἁμαρτωλούς, πῆγε στὰ σπίτια τους, ἔφαγε μαζί τους, καὶ ὅ­μως δὲν μολύνθηκε ἀπὸ τὴ συναναστροφή τους· τοὐναντίον κατώρθωσε νὰ μεταβάλῃ πολλοὺς ἀπὸ αὐτούς. Ἔ­μεινε καθαρὸς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

   Τέλος ἡ ἀρετή του ξεπέρασε τὰ ἀν­θρώ­πινα μέτρα. Ὁ ἀπόστολος λέει, ὅτι τὸν εἶ­δε νὰ ὑψώ­νεται πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα, νὰ γίνεται «ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν» (ἔ.ἀ.), βρίσκεται δηλαδὴ στὸ θρόνο τῆς Θεότητος. Ἔγι­νε, λέει, «ὑψηλότερος τῶν οὐ­­ρανῶν». Προσέξατε; δὲν λέει «τοῦ οὐρανοῦ», ἀλλὰ λέει «τῶν οὐρανῶν». Γιατὶ δὲν ὑ­πάρχει μόνο ὁ οὐ­ρανὸς ποὺ βλέπουμε· ὑπάρχει καὶ ἄλλος οὐρανός. Ἕνας οὐρανὸς εἶνε ἡ ἀτμόσφαιρα, δεύτερος οὐρα­νὸς εἶνε τὰ ἄστρα, καὶ ὁ τρίτος οὐρανὸς εἶνε ὑπεράνω ὅλων τῶν ὑ­λικῶν οὐρανῶν, εἶ­νε ὁ πνευματι­κὸς οὐρανός. Ὁ ἀρ­χιερεὺς λοι­πὸν αὐτὸς ἔ­­στησε τὸ θρό­νο του πάνω ἀπὸ τὰ ἄ­στρα, ἐκεῖ κάθεται αἰωνί­ως, ἀπὸ ᾽κεῖ δέεται ὑπὲρ τοῦ κόσμου, καὶ ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησι­άζουν, προσ­κυνοῦν, παρακα­λοῦν καὶ λαμβάνουν συγγνώμη καὶ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν.

Ποιός εἶνε ὁ ἀρχιερεὺς αὐ­τός; Τὸ καταλαβαίνουμε ὅλοι· δὲν εἶνε κάποιος ἀ­τελὴς ἀρχιερεύς – ἕνας συ­νηθισμένος ἄνθρωπος, εἶνε ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τέτοιον ἀρχιερέα εἴχαμε ἀνάγκη γιὰ νὰ σωθοῦ­με, «τοιοῦ­τος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς» (ἔ.ἀ.).

* * *

Ἀλλὰ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, εἶ­νε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους. Εἶνε ὅσιος ὁ Χριστός; κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ὅσιοι· εἶνε ἄκακος ὁ Χριστός; κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴ­μα­στε ἄκακοι· εἶνε ὁ Χριστὸς ἀμίαντος; κ᾽ ἐ­μεῖς νὰ εἴμαστε ἀμίαν­τοι. Καὶ οἱ λαϊκοί, κατ᾽ ἐ­ξο­χὴν ὅμως οἱ κληρικοί. Κ᾽ ἐρωτῶ· εἴμαστε ὅπως μᾶς θέλει ὁ Χριστός; Ὄ­χι δυστυ­χῶς. Ἐ­κεῖ­νος μᾶς θέλει ψηλά, κ᾽ ἐμεῖς ἔχουμε πέσει χαμη­λά. Σπάνιο πρᾶ­γμα νὰ βρῇς ἄνθρωπο «ὅ­σιο», «ἄκακο», «ἀμίαν­το», «κεχω­ρισμένο ἀπὸ τῶν ἁ­μαρτωλῶν». Ἂς κοσκινίσουμε τὴ ζωή μας μὲ τὰ λό­για αὐτὰ ὅλοι.

   Τὸ πρῶτο κόσκινο. Εἶνε δύσκολο νὰ βρῇς ἄν­θρωπο Ἕλληνα καὶ νὰ ἔχῃ τὰ χέρια καθαρὰ ἀ­πὸ κλοπὴ ἢ ψεύτικο ὅρκο στὸ Εὐαγγέλιο κ.τ.λ.. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν στὴ φτωχὴ πατρίδα μας καὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐργάτες καὶ οἰκογενειάρχες, ποὺ προτιμοῦν νὰ τρῶνε τὸ ψωμί τους μὲ τιμιότητα. Δὲν ἔχουν λερωμένα τὰ χέρια τους, κ᾽ ἔτσι περνοῦν τὸ πρῶτο κόσκινο.

   «Ἐγώ, παπούλη, δὲν ἔκλεψα», λένε στὴν ἐξ­ομολόγησι. Ἔχεις λοιπὸν καθαρὰ τὰ χέρια, ἀλλ᾽ ἂς προχωρήσωμε στὸ δεύτερο κόσκινο· ἔχεις ἆραγε καὶ τὸ κορμὶ καθαρό; Τὸ κορμὶ εἶνε μιὰ λαμ­πάδα, ποὺ πρέπει νὰ καίῃ μπρὸς στὸ Θεὸ σὰν καθαρὸ κερί. Δὲν εἶ­νε δι­κό σου, δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ κά­νῃς τὰ κέφια σου, νὰ πέφτῃς σὲ πορνεία καὶ μοιχεία. Ἂν κοσκινι­στοῦμε ἐδῶ, πό­σοι ἄντρες καὶ πό­­­σες γυ­ναῖκες βρίσκονται καθαροί; Δόξα τῷ Θεῷ ὅμως ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ μένουν ἁγνοί· περνοῦν καὶ τὸ δεύτερο κόσκι­­νο. Πᾶμε τώρα βαθύτερα, στὸ τρίτο κόσκινο.

   «Ἐγώ, παπούλη, δὲν πόρνευσα οὔτε μοίχευ­σα», λένε. Ἀληθινὰ σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς νέο ἢ νέα «ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν» (Ἆσμ. 2,2)· σπανιώτερο ὅμως εἶνε – ποιό; νὰ βρῇς καρδιὰ ἄκακη, ἄνθρωπο μὲ ἀκακία· νὰ σοῦ κάνουν κα­κὸ κ᾽ ἐ­σὺ νὰ κάνῃς καλό. Μπορεῖτε νὰ βρῆτε ἄν­θρωπο ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ μέσα του ἐκδίκησι;

   Καὶ τὸ τελευταῖο κόσκινο ποιό εἶνε; Πές μου τί σκέπτεσαι, νὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι. Εἶνε ἡ σκέψι μας καθαρή; Ποῦ τρέχει τὸ μυαλό σου; στὸ Θεό, στὸ Χριστό, στὴν Παναγιά, στοὺς ἀγ­γέλους; τί σκέπτεσαι τὴ νύχτα, ποῦ πετάει ὁ λο­γισμός σου, ποῦ εἶνε τὰ ὄνειρά σου; Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κόσκινο δὲν περνᾶμε εὔκολα. Ἡ σκέψι μας εἶνε στὴν κακία, τὴ βρωμιὰ καὶ ἀ­κα­θαρσία. Μόνο ὅσιοι καὶ ἀσκηταὶ στὶς σπηλιὲς καὶ στὰ ὅρη κρατοῦν καθαρὴ τὴ σκέψι. Δὲν ὠφελεῖ νὰ ἔ­χῃς χέρια καὶ κορμὶ καθαρά· πρέπει καὶ ἡ σκέψι νά ᾽νε κρύσταλλο. Ἂν σοῦ σερβίρουν τὸ κα­λύτε­ρο φαγητὸ ἀλλὰ κάποιος ἔχῃ ῥίξει μέσα μιὰ σταγόνα πετρέλαιο, τὸ τρῶς; Ἤ, θὰ πιῇς νερὸ ἂν ἀκούσῃς ὅτι κάποιος ἔρριξε φαρμάκι στὴν Οὖλεν; Ὄχι. Ἔτσι καὶ στὸ μυαλό μας πέφτουν σταλαγματιὲς ἀκαθαρσίας ἀπὸ τὰ ἔν­τυπα, τὸ ῥά­διο, τὸν κινηματογράφο. Θέλουμε καθαρὸ τὸ νερό, καθαρὸ τὸ φαγητό, καθαρὸ τὸ ῥοῦχο μας, καθαρὰ ὅλα· πῶς λοιπὸν ἀνεχόμαστε τὸ μυαλὸ – ἡ σκέψι μας νὰ εἶνε ἀκάθαρτη ἀπὸ λογισμούς; Πῶς θὰ πλησιάσουμε τὸ Θεό; Ἐλᾶτε νὰ ζυγιστοῦμε, καὶ τότε θὰ ποῦ­με μαζὶ μὲ τὸ Δαυΐδ· «Σῶσόν με, Κύριε, ὅτι ἐκ­λέλοιπεν ὅσιος, ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 11,2).

* * *

Ἀλλὰ μὴ νομίσετε, ἀδελφοί μου, ὅτι χάθηκε κάθε ἴχνος ἁγιότητος. Ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει μπροστά μας ἁγίους ἀνθρώπους, ὅπως σήμερα τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο.

Ἦταν ἐλεήμων, πρᾶος, ταπεινός, ἀλλὰ καὶ μαχητὴς φλογερός. Δὲν προσωποληπτοῦσε. Ἀνέβηκε στὰ παλάτια, καὶ ἤλεγξε βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες. Καὶ ἐξωρίσθηκε. Τὸν ἔστει­λαν πέρα ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα, στὴν Ἀρμενία. Ἐκεῖ ἔ­μεινε ἐξόριστος, ἐκεῖ ἀπέθανε, ἐκεῖ ἐτάφη.

Ἀλλὰ καὶ ἡ βασίλισσα Εὐδο­ξία, ποὺ τὸν ἐξ­ώρισε, πέθανε καὶ σάπισε. Καὶ μόνο σάπισε; Ὁ τάφος της ἔτρεμε, δὲν εἶχε ἀναύπασι. Καὶ πότε σταμάτησε νὰ τρέμῃ; Τὸ λέει ἡ ἱστορία· ὕστερα ἀπὸ τριάντα χρόνια τὸ παιδί της πῆγε μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους στὴν Ἀρμενία, ἔ­σκαψαν, βρῆκαν τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τό ᾽φεραν στὴν Πόλι. Κι ὅταν πλησίασαν στὸν τάφο τῆς βασίλισσας, τότε σταμάτησε νὰ σείεται τὸ μνῆμα. Καὶ ὁ λαὸς πῆρε τὰ ἱερά του λείψανα μὲ θυμιάματα καὶ δάκρυα, τὰ ἀνέβασαν ἐπάνω στὸ θρόνο του καὶ εἶπαν· «Ἀπόλα­βε τὸν θρόνον σου, ἅγιε». Καὶ ἀκούστηκε ἡ φω­νή του «Εἰρήνη πᾶσι» δίδοντας συγχώρησι.

Αὐτὸ ἑορτάζουμε σήμερα, τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του. Καὶ μετὰ τρεῖς μέρες, στὶς 30 Ἰανουαρίου, πάλι τὸν τιμοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μεγάλους ἱεράρχας.

* * *

Τέτοιους ἄν­δρες γέννη­σε ἡ Ἐκκλησία μας. Καὶ μιὰ Ἐκ­κλη­σία ποὺ γέννησε πατέρες καὶ μάρ­τυ­ρες, δὲν θὰ καταλυθῇ ποτέ. Θὰ προχωρῇ, θὰ νικᾷ ὁ Χριστός, θὰ θριαμβεύῃ ἡ πίστι μας.

Μα­κάριοι ὅσοι κρατοῦμε τὰ ἅγια κόσκινα. Ἂς κοσκινίσουμε τὴν καρ­διά μας, τὸ σπίτι μας, τὴν πα­τρίδα μας. Μιὰ μέ­ρα θά ᾽ρθῃ ὁ Χριστὸς καὶ θὰ κο­σκινίσῃ τὸν κόσμο μὲ κόσκινο τὸ Εὐ­αγγέλιο. Ὁ πι­στεύων στὸν Χριστὸν καὶ ἐδῶ θὰ ζήσῃ μὲ ἀ­γάπη καὶ εἰρήνη, καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν θ᾽ ἀ­ξιωθῇ, τῆς ὁποίας εἴθε ὅλοι ν᾽ ἀξιωθοῦμε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀναργύρων Ἀττικῆς τὴν Κυριακὴ 27-1-1963. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 13-12-2014.