Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2025

 

         Οἱ Ζωγραφίτες Ὁσιομάρτυρες - Μνήμη 10 Ὀκτωβρίου


Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῆς Παναγίας, Ἱ. Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2014, σελ. 168. 
 

Ὡς πυρίκαυστοι θυσίαι τῷ Kυρίω, 
Oι εἰκοσιὲξ ὠράθησαν εἰκότως. 


Ἐπειδὴ τὸ Ἅγιον Ὅρος ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν τὸ προπύργιο καὶ τὸ στήριγμα τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἀνατολή, οἱ Λατῖνοι θέλησαν νὰ τὸ καταστρέψουν καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσουν καὶ σ’ αὐτὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Πάπα. Μπῆκαν λοιπὸν τὸ 1280 στὸ Ὅρος μὲ στρατιωτικὴ δύναμη, κι ἐπιδόθηκαν στὸ ἔργο τους ἄλλοτε μὲ ὑποσχέσεις καὶ χρήματα, κι ἄλλοτε μὲ ἀπειλές, βιαιότητες καὶ μαρτύρια. 
Μερικοὶ δειλοὶ ὑπέκυψαν. Οἱ περισσότεροι ὅμως Μοναχοὶ ἀρνήθηκαν τὴν ἐξουσία τοῦ Πάπα ὡς τοποτηρητοῦ τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ τὰ σαθρά του δόγματα, γι’ αὐτὸ ἐπισφράγισαν μὲ τὸ αἷμα τὴν ὁμολογία τους. Σ’ αὐτή τους τὴν προσπάθεια οἱ Λατῖνοι εἶχαν δυστυχῶς συνεργοὺς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγο καὶ τὸν πατριάρχη Ἰωάννη Βέκκο. 
Ἀφοῦ ἔκαναν ὅ,τι ἔκαναν στὶς ἄλλες Μονές, πέρασαν τελευταῖα κι ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Ζωγράφου. Ἐκείνη τὴν περίοδο ἀσκήτευε κοντὰ στὸ Μοναστήρι ἕνας Μοναχός, ποὺ εἶχε τὴ συνήθεια νὰ διαβάζει πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Θεοτόκου μπροστὰ στὴν εἰκόνα της. 
Κάποια μέρα, ἐνῷ στὰ χείλη τοῦ Γέροντα ἠχοῦσε ὁ ἀρχαγγελικὸς... ἀσπασμός, ἀκούει ξαφνικὰ ἀπὸ τὴν ἁγία εἰκόνα τὴ φράση: «Χαῖρε κι ἐσύ, Γέρων τοῦ Θεοῦ!» 
Ὁ γέροντας τρόμαξε. Μὴ φοβᾶσαι! Συνέχισε ἥσυχα ἡ θεομητορικὴ φωνὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Πήγαινε ὅμως γρήγορα στὸ Μοναστήρι, καὶ πὲς στὸν ἡγούμενο καὶ στοὺς μοναχοὺς ὅτι οἱ ἐχθροί μου καὶ ἐχθροὶ τοῦ Υἱοῦ μου πλησίασαν. Ὅποιος λοιπὸν εἶναι ἀσθενὴς στὸ φρόνημα, ἂς πάει νὰ κρυφτεῖ μέχρι νὰ περάσει ὁ πειρασμός. Ὅσοι ὅμως ἐπιθυμοῦν μαρτυρικὰ στεφάνια, νὰ παραμείνουν στὸ Μοναστήρι. Πήγαινε γρήγορα! 
Ὁ γέροντας ξεκίνησε ἀμέσως, ὑπάκουος στὴν ἐντολὴ τῆς Θεοτόκου. Καὶ μόλις ἔφτασε στὴ Μονή, βλέπει κατάπληκτος στὴν πύλη τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, μπροστὰ στὴν ὁποία διάβαζε πρὶν ἀπὸ λίγο τοὺς Χαιρετισμούς. Γονάτισε μὲ κατάνυξη, ἀσπάστηκε τὴν εἰκόνα καὶ μαζὶ μ’ Αὐτὴ παρουσιάστηκε στὸν ἡγούμενο. 
Οἱ Μοναχοὶ ταράχθηκαν ἀπὸ τὸ φοβερὸ ἄκουσμα. Μερικοὶ ἔτρεξαν καὶ κρύφτηκαν στὰ ὅρη καὶ στὶς σπηλιές. Εἴκοσι ἕξι ὅμως -μαζί τους καὶ ὁ ἡγούμενος- ἔμειναν στὸ Μοναστήρι, ἀνέβηκαν στὸν πύργο καὶ περίμεναν ἐκεῖ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὰ μαρτυρικὰ στεφάνια. 
Σὲ λίγο ἔφθασαν καὶ οἱ Λατῖνοι. Στὴν ἀρχὴ ἐπιστράτευσαν ὅλη τὴ ρητορική τους δεινότητα, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς Μοναχοὺς ν’ ἀνοίξουν τὶς πύλες καὶ ν’ ἀναγνωρίσουν τὸν Πάπα σὰν κεφαλὴ τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας. 
Καὶ ποιός σᾶς εἶπε ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας; φώναξαν οἱ Μοναχοί. Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός! Δὲν ἀνοίγουμε τὶς πύλες. Προτιμᾶμε νὰ πεθάνουμε, παρὰ νὰ σᾶς ἀφήσουμε νὰ μολύνετε τὸν ἱερὸ αὐτὸ τόπο! 
Ἀφοῦ τὸ θέλετε, θὰ πεθάνετε! φώναξαν οἱ Λατῖνοι μὲ μανία. 
Κι ἀμέσως μάζεψαν ξύλα καὶ φρύγανα γύρω ἀπὸ τὸν πύργο, ἄναψαν φωτιὰ καὶ τοὺς ἔκαψαν ὅλους.


 

                          

 Ο Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος

ΑΓΙΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην νεαρή εκκλησία ήταν η εκλογή τον επτά διακόνων, όπως εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (Πράξ.6,1-6). Εκλέχτηκαν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε μία πολύ σημαντική δραστηριότητα αρχαίας εκκλησίας, την κοινωνική διακονία. Μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα στον αρχαίο κόσμο, από τον οποίο έλειπε η κοινωνική αντίληψη, η αλληλοβοήθεια, η θυσία για τον ενδεή συνάνθρωπο. 

     Ένας από αυτούς ήταν και ο Φίλιππος, αναφερόμενος δεύτερος στη σειρά μετά τον Στέφανο και διακρινόμενος φυσικά από τον απόστολο Φίλιππο. Εκλέχτηκε, μαζί με τους υπόλοιπους έξι, μετά από πρόταση των 12 Αποστόλων, από τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, για να βάλλουν τάξη και να διακονήσουν τις «αγάπες», δηλαδή τα κοινά τραπέζια, διότι, λόγω της πλήθυνσης των χριστιανών, «ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν» (Πραξ.6,1). Τα κοινά τραπέζια ήταν η πρώτη απόδειξη αγάπης και συναδέλφωσης των πρώτων χριστιανών. Αλλά η διακονία τους είχε εκταθεί σε όλους τους τομείς της κοινωνικής διακονίας, λαμβάνοντες, τρόπον τινά, ρόλο «υπουργών» στην χριστιανική κοινωνία της αρχαίας Εκκλησίας. 

      Ήταν ελληνιστής δηλαδή Ιουδαίος, ο οποίος είχε μυηθεί στον ελληνικό πολιτισμό και είχε ασπαστεί τον ελληνικό τρόπο ζωής, κουλτούρας και σκέψεως, χρησιμοποιώντας ως κύρια γλώσσα του την ελληνική. Να διευκρινίσουμε πως με την κατάκτηση τότε γνωστού κόσμου από τον Μέγα Αλέξανδρο, διαδόθηκε ο ελληνικός πολιτισμός στα πέρατα του κόσμου. Θεωρούνταν και ήταν προτέρημα το να ζει κανείς ως Έλληνας! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως όλοι οι διάκονοι έχουν ελληνικά ονόματα (Στέφανος, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνορας, Τίμωνας, Παρμενίωνας, Νικόλαος) (Πράξ. 6,1-6), ήταν δηλαδή ελληνιστές. Επίσης, με την εκλογή τους μπορούμε να θεωρήσουμε πώς η εκλογή τους είναι το πρώτο άνοιγμα της Εκκλησίας εθνικό κόσμο. Το ότι σκέφτονταν ελληνικά και μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, την τότε διεθνή γλώσσα θα διευκόλυνε την ιεραποστολή στον ειδωλολατρικό κόσμο. Κάποιοι θέλουν τον Φίλιππο ελληνικής καταγωγής.           

        Καταγόταν από την Καισάρεια και ήταν έγγαμος πατέρας τεσσάρων θυγατέρων προικισμένων με προφητικό χάρισμα (Πράξ.21,8-9).

      Όπως στους άλλους διακόνους, είχαν ανατεθεί είχε ανατεθεί και στον Φίλιππο η διακονία των κοινών τραπεζών, αλλά και γενικότερα η κοινωνική μέριμνα της νεαρής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Διακονούσε ναι με ιδιαίτερο ζήλο τους ενδεείς και αναξιοπαθούντες αδελφούς της κοινότητας, προσφέροντας πολύτιμη υπηρεσία. Όμως δεν αρκέστηκε στην κοινωνική διακονία αναλαμβάνοντας διδακτικά καθήκοντα.  Φαίνεται πως, ως ελληνιστής, ήταν μορφωμένος και για τούτο διακρίθηκε για τα ένθερμα και πειστικά του κηρύγματα, κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο σε ιουδαίους και εθνικούς. Για αυτό έλαβε και τον τίτλο του Αποστόλου.

      Μετά τον λιθοβολισμό τού Στεφάνου και τον σκληρό διωγμό των Αποστόλων από τους Ιουδαίους και τον διασκορπισμό τους, ο Φίλιππος μαζί με τις τέσσερις κόρες του, πήγε στην Σαμαριά να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Εκεί με το δικό το θερμό του κήρυγμα και με τα πολλά θαύματα που έκανε, μπόρεσε να μεταστρέψει πολλούς Σαμαρείτες και ειδωλολάτρες στην πίστη στο Χριστό. Έβγαζε πονηρά πνεύματα, θεράπευσε παραλυτικούς και χωλούς, όπως ακριβώς έκαναν και οι Απόστολοι (Πράξ.8,5-13). Σημαντικό ρόλο την εδραίωση της εκκλησίας στην Σαμάρεια έπαιξε και το προφητικό χάρισμα των θυγατέρων του. Στη Σαμάρεια, δια του κηρύγματός του ένας από αυτούς που πίστεψαν και βάπτισε Χριστιανό ήταν και ο διαβόητος Σίμων, ο μάγος (Πράξ.8,9-13).

      Σημαντικό περιστατικό στη ζωή του υπήρξε η συνάντησή του με τον Αιθίοπα   ευνούχο της βασίλισσας της Κανδάκης, τον οποίο κατήχησε και βάπτισε (Πράξ.8,26-38). Μπορούμε να πούμε πως ο άγιος Φίλιππος είναι ο πρώτος φωτιστής των Αιθιόπων, αφού ο ευνούχος υπήρξε ο πρώτος χριστιανός αυτής της αφρικανικής χώρας.

     Μετά από αυτό, όπως αναφέρεται, συνέβη ένα συνταρακτικό γεγονός. Πνεύμα Κυρίου τον ανύψωσε και τον οδήγησε στην πόλη Άζωτο της Παλαιστίνης, για να κηρύξει και εκεί το Ευαγγέλιο, κάνοντάς την κέντρο του ιεραποστολικού του έργου, στην ευρύτερη περιοχή. Κήρυττε άοκνα και με το πειστικό και γλυκόλαλο λόγο του μετέστρεφε πλήθος ανθρώπων στην εν Χριστώ σωτηρία. Τελικά εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του την Καισάρεια, συνεχίζοντας το κήρυγμά του στους συμπατριώτες του.  

      Πολλοί μελετητές της βιβλικής επιστήμης αναφέρουν πώς ο Φίλιππος είναι ο πρώτος που κήρυξε το Ευαγγέλιο στους εθνικούς, προλαμβάνοντας τον Απόστολο Παύλο. Υπήρξε δηλαδή Πρόδρομος του Παύλου. Μάλιστα αναφέρεται πώς ο Απόστολος των Εθνών τον αγαπούσε και το εκτιμούσε ιδιαίτερα και μάλιστα όταν πέρασε από την Καισάρεια, έμεινε στο σπίτι του Φιλίππου. Ο άγιος Ιερώνυμος (340-420 μ. Χ.), αναφέρει ότι διασώζονταν στις μέρες του το σπίτι του Φιλίππου στην Καισάρεια.

      Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ότι στα στερνά του βίου του μετέβη για ιεραποστολή στην πόλη Τράλλεις της Μ. Ασίας, όπου κήρυξε και σύστησε την εκεί τοπική εκκλησία. Αναφέρεται πως έκτισε μεγαλοπρεπή ναό, ίσως τον πρώτο στην Μ. Ασία.

      Εκεί κατάκοπος και προχωρημένη ηλικία παρέδωσε την αγία ψυχή του στο Χριστό, τον οποίο αγάπησε παράφορα και αφιέρωσε τη ζωή του στην διακονία του σωτηρίου μηνύματός του. Τμήμα Αγία Καρράς βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου όπου θαυματουργεί.

     Η μνήμη του τιμάται στις 11 Οκτωβρίου



 

Άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός: Ο μεγάλος ομολογητής της Ορθοδοξία μας

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ
ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ
         Μια από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
       
       Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Θεοφάνης ο επονομαζόμενος Γραπτός. Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 745. Πατέρας του ήταν ο ευσεβής Ιωαννάς, ο οποίος φρόντισε να μεταδώσει, τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του Θεόδωρο την ευσέβεια. Φρόντισε επίσης να τους μορφώσει, στέλνοντάς τους στη φημισμένη Μονή του Αγίου Σάββα, κοντά στο σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ, να σπουδάσουν την ιερή επιστήμη της Θεολογίας, καθώς και αρχαία Ελληνικά, γραμματική, ποίηση, μουσική κλπ.
       Τα δύο αδέλφια έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια στις σπουδές τους και επίσης μυήθηκαν στην ορθόδοξη πνευματικότητα και στο μοναχικό ασκητικό πνεύμα. Ο δάσκαλός τους Μιχαήλ το 811 τους πήρε μαζί του, ως υποτακτικούς του στη Μονή των Σπουδαίων, κοντά στο ναό της Αναστάσεως. Κατόπιν ο Πατριάρχης Θωμάς τους χειροτόνησε ιερείς και τους έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, προκειμένου να στηρίξουν τους διωκόμενους Ορθοδόξους από τους διώκτες τους εικονομάχους, αλλά και να ζητήσουν τη στήριξη για τις απειλές και τις διώξεις που ασκούσαν οι Άραβες μουσουλμάνοι κατά του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων. Εγκαταστάθηκαν στην περίφημη Μονή της Χώρας.
       Αλλά, λίγο αργότερα, το 815 πέθανε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές (811-813) και ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820), ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη περίοδο της εικονομαχικής έριδας. Διέταξε την πλήρη απαγόρευση προσκύνησης και τιμής των Ιερών Εικόνων, ακόμα και με την ποινή του θανάτου, την καταστροφή όλων των Εικόνων και το ασβέστωμα των τοιχογραφιών των ναών. Τότε τα δύο αδέλφια, Θεοφάνης και Θεόδωρος, μαζί με το δάσκαλό του Μιχαήλ, παρουσιάστηκαν στον ασεβή αυτοκράτορα και τον ήλεγξαν για το διάταγμά του. Ο Λέων, όχι μόνον δεν έδειξε σημάδια συνετισμού, αλλά διέταξε τον άγριο βασανισμό τους. Τους μαστίγωσαν άγρια και τους έκλεισαν στη φυλακή. Αφού απέκρουσαν και τις προσπάθειες του μελλοντικού εικονομάχου Πατριάρχη Ιωάννου Γραμματικού, να συμμορφωθούν με το αυτοκρατορικό διάταγμα, τους ξεχώρισαν. Έκλεισαν τα δύο αδέλφια σε ένα φρούριο στο Βόσπορο, στερώντας τους ακόμα και την τροφή.  
      Μετά τη δολοφονία του Λέοντα (820) κόπασαν οι διωγμοί των Ορθοδόξων και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ  του Σωσθενίου στο Βόσπορο, οι οποίοι με τον υποδειγματικό ασκητικό τους αγώνα και τις πολλές επιστολές τους στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη. Αλλά το 829 ανέβηκε στο θρόνο ο επίσης φανατικός εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842), ο οποίος εγκαινίασε νέα σφοδρή εικονομαχική περίοδο, καταδιώκοντας απηνώς τους ομολογητές Ορθοδόξους. Τα δυο αδέλφια εξορίστηκαν στη νήσο Αφουσία, το 834, μαζί με άλλους ορθοδόξους ομολογητές. Επειδή δεν πειθάρχησαν, και ασκούσαν σφοδρή κριτική κατά των εικονομάχων και του Παλατίου, κλήθηκαν το 836 σε νέα ανάκριση από τον αυτοκράτορα. Οι δύο ομολογητές μοναχοί ήλεγξαν και πάλι με θάρρος και παρρησία τον ασεβή αυτοκράτορα, ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη. Υποβλήθηκαν και πάλι σε νέα βασανιστήρια. Με πυρωμένο σίδερο έγραψαν στα μέτωπά τους δώδεκα ιμαβικούς στίχους, με την αιτία των διώξεών τους. Γι’ αυτό ονομάστηκαν από τότε Γραπτοί.  Στη συνέχεια τους έριξαν στην πιο υγρή και σκοτεινή φυλακή του Πραιτωρίου, με στόχο να πεθάνουν απομονωμένοι. Τότε πήραν επιστολές παρηγορητικές από το δάσκαλό τους Μιχαήλ και τον άγιο Μεθόδιο, ενθαρρύνοντας τους να υπομείνουν ως τέλους τα μαρτύρια. Σε λίγο καιρό τους έστειλαν σε νέα εξορία στην Απάμεια της Βιθυνίας (Μουδανιά), όπου όμως έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από το λαό. Ο Θεόδωρος, κοιμήθηκε το 838, εξουθενωμένος από τις κακουχίες. Ο αδελφός του Θεοφάνης, αψηφώντας την διαταγή του αυτοκράτορα, να μείνει άταφο το σώμα του, το ενταφίασε, συνθέτοντας και έναν εξαίσιο ποιητικό κανόνα.
      Μετά από την θαρραλέα αυτή πράξη του, ο Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε δραστήρια για την επικράτηση του Ορθοδόξου Δόγματος και την απόκρουση της αιρέσεως της εικονομαχίας. Αλλά το 842 πέθανε ο ασεβής Θεόφιλος και στο θρόνο ανέβηκε ο ανήλικος γιός του Μιχαήλ Γ΄ (842-867),   τον οποίο επιτρόπευε η ευσεβής αυτοκράτειρα αγία Θεοδώρα, η οποία έπαυσε αμέσως τους διωγμούς, επανέφερε σι ισχύ τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) και το 842 αναστήλωσε οριστικά τις άγιες Εικόνες. Παράλληλα επανέφερε από την εξορία και έβγαλε από τις φυλακές τους ομολογητές της πίστεως. Ο Θεοφάνης ανακλήθηκε από την εξορία και ο Πατριάρχης άγιος Μεθόδιος το 842 τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο του πολυτάραχου επίγειου βίου του, ποιμαίνοντας θεοφιλώς το ποίμνιό του, προσευχόμενος και ασκούμενος. Ως άφθαστος ποιητής και υμνογράφος συνέθεσε πλήθος εκκλησιαστικών ύμνων, οι οποίοι ψάλλονται μέχρι σήμερα κατά τις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και σε μνήμες αγίων. Κοιμήθηκε ειρηνικά την 11η Οκτωβρίου του 845. Ανακηρύχτηκε άγιος και η σεπτή μνήμη του εορτάζεται την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.
      Ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες,  Ομολογητές και υμνογράφους της Εκκλησίας μας, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ομολογία και την προάσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, της μόνης αληθινής και σώζουσας πίστεως. Τόσον αυτός, όσο και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι (πρέπει να είναι) και σε μας σήμερα τα μεγάλα ζωντανά παραδείγματα, να μην κάνουμε την παραμικρή έκπτωση και υποχώρηση στα θέματα της πίστεως, όπως έκαμαν και εκείνοι!