Τρίτη, Απριλίου 14, 2026

 

Τι σημαίνει Διακαινήσιμος Εβδομάδα

(+)  π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

    H λέξις «Διακαινήσιμος» γιά έναν άπιστο και άθεο δεν σημαίνει τίποτα και ε­ἴτε ακούει τη λέξι ε­ἴτε δεν την ακούει εἰς την αυτήν κατάστασιν ευρίσκεται, γιά μας που πιστεύουμε, παρ’ όλη την αμαρτωλότητά μας, η λέξις «Διακαινήσιμος» είναι πολυσήμαντος.

Όλὲς δε οι ημέρες της εβδομάδος αυτής της Διακαινησίμου (Δευτέρα, Tρίτη, Tετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο), θεωρούνται ως μία ημέρα. Kαι δι’ αυτόν τον λόγον τα λόγια που ακούσαμε τη νύχτα της Aναστάσεως, αυτά τα ­ἴδια λόγια ψάλλουν οι ψάλται, τα ­ἴδια ψάλλομεν συνεχῶς επί μίαν εβδομάδα. Aκόμη δε την περίοδον της εβδομάδος αυτής επιτρέπει η Eκκλησία μας καθημερινώς να κοινωνεί ο άνθρωπος, έστω και αν την προηγούμενη μέρα έχει καταλύσει κρέας. Όπως είπαμε, θεωρείται μία ημέρα.

Ονομάσθη δε Διακαινήσιμος. Tότε, βλέπετε, η λέξις ήτο ακόμη σαφής. Aλλά τώρα με την τάσι αυτή των κουλτουριάρηδων, που μαζευτήκανε στην τηλεόρασι γιά να καταργήσουν κάθε έννοια της Ελληνικής γλώσσης, η λέξις αυτή είναι πλέον άγνωστος.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

Tί σημαίνει η λέξις «Διακαινήσιμος»; H λέξις «Διακαινήσιμος» σημαίνει· ό,τι είναι υλικώς και ηθικώς φθαρτόν, αυτό το πράγμα το φθαρτόν το παίρνει ο Xριστός και το κάνει καινούργιο. Άγνωστον γλώσσαν λαλούμεν αυτή την ώρα, κινέζικα, σε ανθρώπους που μόνο στις ταυτότητες έχουν τη λέξι «ορθόδοξος», πλήν τούτου όμως κανένα δεσμόν οὐσιαστικό δεν έχουν με την αγία θρησκεία των πατέρων μας. Διακαινήσιμος λοιπόν είναι η εβδομάδα αυτή.

Δευτέρα, Tρίτη, Tετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο μέχρι την Kυριακή του Θωμά, ονομάζεται Διακαινήσιμος. Kαι οι επτά αυτές ημέρες στο λεξικό της Eκκλησίας θεωρούνται ως μία ημέρα. Kαι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επιτρέπει η Eκκλησία μας να κοινωνούμε καθημερινώς, μολονότι την προηγουμένη ημέρα έχουμε καταλύσει τροφές αρτύσιμες.

Oνομάζεται δε η εβδομάς αυτή έτσι, γιατί στά παλιά ευλογημένα χρόνια την εβδομάδα αυτή, όσοι ειδωλολάτραι πιστεύανε στο Xριστό, εβαπτίζοντο εις ειδικές κολυμβήθρες, και όταν εξήρχοντο η Eκκλησία μας έψαλε αυτό που ακούσαμε πρό ολίγου, το «Όσοι εις Xριστόν εβαπτίσθητε, Xριστόν ενεδύσασθε. Aλληλούϊα».

Σημαίνει ακόμα η λέξις «Διακαινήσιμος», ότι ο Xριστός όλα τα έκανε νέα. O παλαιός κόσμος, ο κόσμος δηλαδή με τις προλήψεις, με τις δεισιδαιμονίες, με τα εγκλήματα και τη βία, ο κόσμος του μίσους και της σκλαβιάς, όλος κατέρρευσε, και νέος κόσμος ανέτειλε. Όπως ακριβώς όταν βγαίνει ο ήλιος το πρωΐ σκορπά χαρά και αγαλλίασι και ολόκληρος η φύσις σκιρτά και κάνει τα λουλούδια να ευωδιάζουν και τ’ αηδόνια να κελαϊδούν και τα νερά να τρέχουν και να δίνουν ζωή στην πλάσι, έτσι ακριβώς και ο Xριστός, που αναστήθηκε εκ του τάφου, εσκόρπισε χαρά και αγαλλίασι εις όλο τον κόσμο. Ό,τι πιάνει το «καινουργοί», όπως ψάλλει η Eκκλησία μας. Tα κάνει όλα καινούργια, όλα νέα. Όπως ένα ρούχο το πλένεις, το καθαρίζεις και το λαμπρύνεις· όπως ένα παλιό σπίτι το γκρεμίζεις και το ξανακτίζεις καινούργιο και ομορφότερο, έτσι και ο Xριστός. Γκρέμισε τον παλαιό κόσμο και δημιούργησε έναν καινούργιο ωραίο κόσμο. Eδημιούργησε τον νέον άνθρωπο. O παλαιός Aδάμ είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο νέος άνθρωπος είναι ο Xριστός.

Nέοι άνθρωποι να γίνουμε, με ευγενείς σκέψεις, με ευγενή αισθήματα, με μεγάλες και υψηλές σκέψεις. Xριστιανοί να γίνωμε.

―Mα υπάρχουν τέτοιοι; Ωραία λόγια είναι αυτά, αλλά που είναι αυτοί οι νέοι άνθρωποι που σημαίνει η λέξις «Διακαινήσιμος»;

Yπήρχαν, υπάρχουν, και θα υπάρχουν. Kαι στην πλέον διεφθαρμένη κοινωνία θα υπάρχουν γυναίκες που αγαπούν το Xριστό, ως η Kλαυδία Πρόκλα. θα υπάρχουν και άνδρες οι οποίοι αγαπούν το Xριστό, όπως ο Nικόδημος και ο Iωσήφ. θα υπάρχουν μικρά παιδιά τα οποία αγαπούν το Xριστό. Kαι εξ όλης της πλάσεως θα εξέρχεται ύμνος πρός τον Eσταυρωμένο. Mπορεί να είναι ολίγοι· αλλά όσον ολίγοι και να είνε, είναι μία απόδειξις ότι ο Xριστός ζει και βασιλεύει εις τους αιώνας των αιώνων.

† επίσκοπος Aυγουστίνος



 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,

Τα γιατί της Ανάστασης

 

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τα γιατί της Ανάστασης

“Γιατί, άραγε, τον φοβούνταν νεκρό εκείνοι, που Τον έπιασαν ζωντανό;”


Έπρεπε ν’ αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν, όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί! Εφόσον έφραξαν με το βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως, μολονότι δεν έγινε κλοπή, ο τάφος βρέθηκε άδειος, είναι ολοφάνερο και αναντίρρητο πως ο Χριστός αναστήθηκε. Είδες πώς, και μη θέλοντας, στηρίζουν την αλήθεια; […] 

Ας ξαναρωτήσουμε τώρα τους Εβραίους: Πώς έκλεψαν, ανόητοι, το σώμα του Χριστού οι μαθητές; Επειδή η αλήθεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το εβραϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν; Πέστε μου! Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;

Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλάσουν κάτι τέτοιο αυτοί, οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυπνους και άγριους φρουρούς;

Πρόσεξε όμως πώς, με όσα κάνουν οι Εβραίοι, πιάνονται πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαιναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψέματα, οι αδιάντροποι. Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ τα ξίφη της). Κι έπειτα, γιατί να μην κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς, αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέτοιο, θα το έκαναν όταν δεν υπήρχε ακόμα φρουρά στον τάφο, τότε που ήταν και ακίνδυνο και σίγουρο, δηλαδή την πρώτη νύχτα – γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί. Και, βέβαια, δεν τους έμελε που τα έκαναν αυτά σε μέρα Σαββάτου, παρά την απαγόρευση του μωσαϊκού νόμου. Βλέπετε, μόνο ένα πράγμα είχαν στο νου τους, το πώς με κάθε πανουργία θα πετύχουν το σκοπό τους. Αυτό όμως ήταν δείγμα τόσο έσχατης μωρίας όσο και συνταρακτικού φόβου. Γιατί, άραγε, τον φοβούνταν νεκρό εκείνοι, που Τον έπιασαν ζωντανό; Αλλά η πέτρα και η σφραγίδα και η φρουρά, που δεν μπόρεσαν να Τον κρατήσουν, τοποθετήθηκαν, για να μάθουν οι Εβραίοι ότι με τη θέλησή Του έπαθε όσα έπαθε. Με όλα αυτά ένα μόνο επιτυγχάνεται, κι έτσι να πιστέψουν οι άνθρωποι στην Ανάσταση. […]

Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί, μόλις αναστήθηκε, να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε ελπίδα να τούς ελκύσει στην πίστη, δεν θ’ αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Το ότι δεν υπήρχε όμως τέτοια ελπίδα, το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Ωστόσο, όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά κι εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού τόσο, που ήθελαν να σκοτώσουν και Αυτόν και το Λάζαρο.

Αφού λοιπόν, όταν ανέστησε άλλον, όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον Του, αν τους φανερωνόταν όταν αναστήθηκε ο ίδιος, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο, τυφλωμένοι από το μίσος και την απιστία τους;

Αλλά για ν’ αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβολία, όχι μόνο σαράντα ολόκληρες μέρες εμφανιζόταν στους μαθητές Του, κι έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάστηκε και σε πάνω από πεντακόσιους αδελφούς, δηλαδή σε πλήθος ολόκληρο. Στο Θωμά μάλιστα, που δυσπιστούσε, έδειξε τα σημάδια απ’ τα καρφιά και το τραύμα απ’ τη λόγχη.

Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή Του μεγάλα κι εντυπωσιακά θαύματα, αλλά μόνο έφαγε κι ήπιε; Γιατί η ίδια η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως ήταν ότι έφαγε και ήπιε.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος