Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2025

 

Σχετικά με τον χαιρετισμό «Χριστός ετέχθη»



(Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

Ὅταν λέμε: «Χριστός ἐτέχθη», εἶναι τό ἴδιο μέ τό νά λέμε: «Ὁ Μεσσίας γεννήθηκε», ἤ «ὁ Βασιλιάς γεννήθηκε», ἤ «ὁ Σωτήρας γεννήθηκε»!

Μέ τόν χαιρετισμό αὐτό ἰσχυριζόμαστε καί μαρτυροῦμε ὁ ἕνας στόν ἄλλο, ὅτι ἦρθε στόν κόσμο Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νά ἔρθει γιά τή σωτηρία τῆς γενεᾶς τῶν ἀνθρώπων, καί ὅτι ἐκτός Αὐτοῦ ἄλλον δέν πρέπει νά περιμένουμε.
Ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ὑποσχέθηκε στούς προπάτορές μας ὅταν διώχθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο,

Ἐκεῖνος τόν ὁποῖο οἱ ἀσεβεῖς λαοί μόλις πού διαισθάνονταν,

Ἐκεῖνος πού οἱ Ἑβραῖοι προφῆτες ξεκάθαρα προφήτευσαν,

Ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο ἡ ἀβοήθητη ἀνθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πονεμένα ἀναστέναζε,

Ἐκεῖνος ἔλαμψε στή γῆ ὅπως ὁ ἥλιος μετά ἀπό μακριά νύχτα.

Κι ἔτσι ὅταν λέμε: «Χριστός ἐτέχθη»,μαρτυροῦμε καί ὅτι ὁ Ὕψιστος κράτησε τήν ὑπόσχεσή Του, καί ὅτι ἡ προαίσθηση τῆς ἀνθρωπότητας ἐκπληρώθηκε, καί ὅτι οἱ προφητεῖες τῶν προφητῶν πραγματοποιήθηκαν, καί ὅτι οἱ ἀνθρώπινοι ἀναστεναγμοί χόρτασαν χαρά.

«Χριστός ἐτέχθη»

Ὁ Μεσσίας γεννήθηκε, ὁ Πανθαύμαστος, ταυτόχρονα Ἄνθρωπος καί Θεός, ἦρθε γιά νά ξεκουραστοῦν ἐπάνω Του τά κουρασμένα ἀνθρώπινα μάτια καί νά μήν κοιτάξουν ἄλλον Μεσσία.

Ὁ Βασιλιάς γεννήθηκε, Ἐκεῖνος πού εἶναι Παντοδύναμος καί Ἐλεήμων καί ταυτόχρονα κρατᾶ τό σκῆπτρο τῆς δύναμης καί τό καντήλι τοῦ ἐλέους ἦρθε στόν κόσμο μας γιά νά σταθοῦν ὄρθιοι καί οἱ ἐλάχιστοι καί νά φωνάξουν: «Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιά τοῦ βασιλιᾶ»!

Ὁ Ἥρωας γεννήθηκε, ὁ Ἀκατανίκητος, γιά νά ὑπερασπιστεῖ τούς δίκαιους, γιά νά κατακτήσει τούς ἁμαρτωλούς, γιά νά καταρρίψει τά πνεύματα τῆς μοχθηρίας κάτω ἀπό τόν οὐρανό.

Ὁ Ὁδηγός γεννήθηκε, ὁ Πανορατικός, γιά νά βγάλει στό δρόμο τούς χαμένους καί νά τούς ὁδηγήσει.

Ὁ Διαφωτιστής γεννήθηκε, ὁ Πανφωτισμένος, γιά νά διώξει τό σκότος καί νά διαφωτίσει τούς σκοτισμένους.

Ὁ Ποιμήν γεννήθηκε, ὁ Πάμπλουτος, γιά νά ταΐσει τούς πεινασμένους, ὄχι μέ τή γῆ ἀλλά μέ τόν οὐρανό, μέ τό οὐράνιο σῶμα Του καί μέ τό πύρινο αἷμα Του.

Ὁ Φιλάνθρωπος γεννήθηκε, ὁ σπάνιος, γιά νά ἀγκαλιάσει στά στήθη Του, καί νά ζωντανέψει μέ τήν ἀγάπη τά ἀμέτρητα ὀρφανά Του, πού γιά πολύ καιρό πήγαιναν ἀπό τόν τάφο τῆς ζωῆς στόν τάφο τοῦ θανάτου.

Ὁ τῆς ἀποκαλύψεως Θεός γεννήθηκε, ὁ Μέγιστος, γιά νά τραβήξει τήν αὐλαία καί νά ἀποκαλύψει στούς θνητούς τό ἀθάνατο Βασίλειο τῶν Οὐρανῶν.

Ὅλα αὐτά σημαίνουν ἐκεῖνα τά θαυμάσια λόγια, μέ τά ὁποῖα οἱ χριστιανοί τά Χριστούγεννα χαιρετιοῦνται καί μέ τά ὁποῖα καί ἐγώ ἀδελφοί ἐσᾶς χαιρετῶ:

Χριστός ἐτέχθη!

Xριστός ἐτέχθη ἐπί γῆς, ἐν φάτνη σπάργανα φορέσας, τά δεσμά διαρήξας τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. (δίς)

 

*(Στίς Σλαβικές χῶρες συνηθίζεται ὁ χαιρετισμός αὐτός τά Χριστούγεννα, κατ᾿ ἀναλογία μέ τόν χαιρετισμό τοῦ Πάσχα, δηλαδή «Χριστός ἐτέχθη» καί ἡ ἀπάντηση «Ἀληθῶς ἐτέχθη»).

 

 

(Ἀπό τό βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται…», Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄, Ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ»)



 

 

Η άκρα ταπείνωση του ενανθρωπήσαντος Κυρίου



( Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

 

Με την Παναγία Θεοτόκο, τον άγιο Ιωσήφ τον Μνήστορα, τους αγγέλους, τους ποιμένες και τους εξ ανατολών Μάγους, προσκυνούμε ευχαριστούμε, υμνούμε και δοξάζουμε τον ενανθρωπήσαντα Κύριό μας, που για τη σωτηρία μας γεννήθηκε στο σπήλαιο, ανεκλίθη στη φάτνη και βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη.

Η άκρα ταπείνωσή Του δεν φαίνεται μόνο στον Σταυρικό Του θάνατο, αλλά και στη Γέννησή Του στο σπήλαιο της Βηθλεέμ και στην Βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό.

Με αυτή την ταπείνωση νίκησε τον διάβολο, που νόμιζε ότι με την υπερηφάνειά του θα βασιλεύσει στον κόσμο.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι η στολή που ενεδύθη ο Χριστός, όταν έγινε άνθρωπος, ήταν η στολή της ταπεινοφροσύνης.

Αυτή την στολή ενδύονται και όλοι οι του Χριστού άνθρωποι, γινόμενοι απρόσβλητοι στις επιθέσεις των πονηρών πνευμάτων.

Αυτή η ταπείνωση επιτρέπει στους πιστούς να δουν τον Χριστό και να τον προσκυνήσουν ως τον Υιό και Λόγο του Θεού.

*

Απροσμέτρητη ταπείνωση χαρακτήριζε την Παναγία μας και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνει η Χώρα του Αχωρήτου. Ταπεινός ήταν και ο δίκαιος Ιωσήφ που ανέλαβε την προστασία της Θεοτόκου και του θείου Βρέφους. Οι ταπεινοί ποιμένες και οι ταπεινοί, παρά τη σοφία τους, Μάγοι είδαν και προσκύνησαν τον Ιησού. Ο ταπεινός επίσης Ιωάννης γίνεται Βαπτιστής του Κυρίου του.

Η απιστία και ολιγοπιστία γεννιέται στις υπερήφανες ψυχές. Ο σύγχρονος άνθρωπος γεμάτος υπερηφάνεια, αυτάρκεια, εμπιστοσύνη στα επιτεύγματά του και στη λογική του, δεν πιστεύει και δεν προσκυνεί τον ενανθρωπήσαντα Θεό.

Ικετεύουμε τον Φιλάνθρωπο Κύριο να μας βοηθήσει να αγωνισθούμε για να αποκτήσουμε αληθινή και βαθιά ταπείνωση και πίστη στην ενανθρώπησή Του και στην αγάπη Του.

Έτσι θα συμμετάσχουμε στον πλούτο Του, στην αιώνια ζωή Του, στη βασιλεία Του, στη θεότητα Του. Γιατί όπως λένε οι άγιοι Πατέρες:

Ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να μας κάνει θεούς κατά χάριν.

Επτώχευσε για να μας πλουτίσει.

Κατέβηκε στη γη για να μας υψώσει στον ουρανό.

Ταπεινώθηκε για να μας δοξάσει.

Δέξου, Φιλάνθρωπε Κύριε, μαζί με των αγγέλων, των ποιμένων και των Μάγων και τη δική μας φτωχή αίνεση, προσκύνηση, ευχαριστία και δοξολογία.

 

[Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 15-16 (1990-1), άρθρο: «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1990 – ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ 1991», σελ. 32]



 


ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΜΝΗΣΤΩΡ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Η Θεοτόκος επιτέλεσε την υψηλή Της υπηρεσία ως Μητέρα του Θεού, εν πολλοίς και με τη βοήθεια του Μνήστορα αγίου Ιωσήφ, ο οποίος αποτελεί ένα από τα κύρια πρόσωπα, τα οποία σχετίζονται με το άμεσο περιβάλλον του Κυρίου μας. Συνήθως το ιερό πρόσωπο του Ιωσήφ σκιάζεται από την ιερότατη προσωπικότητα της Παναγίας μας και γι’ αυτό ο βίος του είναι σχετικά ελάχιστα γνωστός.

     Ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ, απέχοντας χρονικά από αυτόν χίλια περίπου χρόνια. Καταγόταν από την Βηθλεέμ, την «πόλη Δαβίδ» και το όνομά του σημαίνει: «ο τέλειος του Θεού», αλλά κατοικούσε στην Ναζαρέτ, ασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού. Ήταν χήρος, προχωρημένης ηλικίας και μεγάλωνε μόνος του τα επτά παιδιά του (Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας, Εσθήρ, Θάμαρ ή Μάρθα, και η Σαλώμη). Ζούσε δε με δικαιοσύνη και αγιότητα.
      Όταν η Θεοτόκος έγινε δώδεκα - δεκατριών ετών, οι ιερείς του Ναού και ιδιαίτερα ο άγιος Ζαχαρίας, πατέρας του Προδρόμου, οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, έκριναν ότι έπρεπε να προσκολληθεί σε κάποιο δίκαιο και ενάρετο άνδρα. Βρήκαν τον ευσεβή και δίκαιο Ιωσήφ, με τον οποίο την αρραβώνιασαν, διαβλέποντας ότι ο προχωρημένης ηλικίας ενάρετος Ιωσήφ δεν θα γίνει ποτέ ο σύζυγός της και θα την σεβαστεί καθ’ όλα. Έτσι, σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής εκείνης, τον ακολούθησε στην οικία του στη Ναζαρέτ, όπου ζούσαν με προσευχή και φόβο Θεού. Η Μαρία αργάζονταν ως οικονόμος του σπιτιού και ο Ιωσήφ της προσέφερε προστασία και τα αναγκαία να ζήσει.
       Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, εκεί την επισκέφτηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, αναγγέλλοντάς της την θεία βούληση να γίνει Μητέρα του Θεού (Λουκ.1,27-38). Να γίνει, από ανθρωπίνης πλευράς, η πρωταγωνίστρια της σωτηρίας του κόσμου. Απ’ ότι φαίνεται η Παρθένος Μαρία δεν φανέρωσε το υπέρτατο υπερφυσικό γεγονός του Ευαγγελισμού της στον Ιωσήφ και την θεία κυοφορία της, η μόνη που το γνώρισε ήταν η εξαδέλφη της αγία Ελισάβετ, η μητέρα του Προδρόμου.
     Την ίδια εποχή οι ρωμαϊκές αρχές αποφάσισαν να κάμουν απογραφή όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας, για φορολογικούς λόγους. Για μεγαλύτερη ακρίβεια, ήταν υποχρεωμένοι οι κάτοικοι να απογραφούν στον τόπο της καταγωγής τους. Έτσι ο Ιωσήφ αναγκάστηκε, μαζί με τη Μαρία, να μεταβούν στην Βηθλεέμ, να απογραφούν, «διά το είναι αυτόν εξ’ οίκου και πατριάς Δαυίδ» (Λουκ.2,4). Δεν γνωρίζουμε αν είχε μαζί του και τα παιδιά του. Πιθανότατα όχι, διότι αυτά είχαν γεννηθεί στην Ναζαρέτ και έπρεπε να απογραφούν εκεί.
      Όμως τις μέρες εκείνες έφτασε και η γέννα της Μαρίας. Τότε ήταν που ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε για την κυοφορία της και παραξενεύτηκε, διότι ουδέποτε είχε σχέσεις μαζί της. Πέρασε αμέσως από το νου του ότι η εγκυμοσύνη της ήταν καρπός εξωσυζυγικής σχέσης. Ως ευσεβής Ιουδαίος γνώριζε τις συνέπειες του νόμου και της κοινωνικής κατακραυγής που είχαν οι μοιχαλίδες γυναίκες. Γι’ αυτό «δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν» (Ματθ.1,19). Θέλησε να τη διώξει με κάθε μυστικότητα, για να μην κινδυνέψει και διαπομπευθεί και πιθανότατα να θανατωθεί. Αλλά το ίδιο βράδυ άγγελος Κυρίου ήρθε στο όνειρό του και του γνώρισε την αθωότητα της Μαρίας και την υπερφυσική της κυοφορία. Ότι θα γεννήσει τον αναμενόμενο Μεσσία, τον λυτρωτή του κόσμου. Ότι η μνηστεία έπρεπε να συνεχιστεί προκειμένου να μην αποκαλυφτεί τότε η υπερφυσική γέννηση του Ιησού. Τον παρότρυνε να γίνει ο παντοτινός της προστάτης και βοηθός, και εκείνος δέχτηκε με ταπείνωση και σεβασμό το μήνυμα του Θεού.
       Η διαμονή τους στην Βηθλεέμ δεν ήταν εύκολη, διότι είχε σωρεύσει εκεί πλήθος κόσμου, για την απογραφή και έτσι δεν υπήρχε κατάλυμα. Δεν υπήρχε χώρος για τη γέννα, και γι’ αυτό αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε κάποιον σπηλαιώδη στάβλο, έξω από την πόλη. Εκεί γέννησε η Παναγία μας τον Σωτήρα του κόσμου, λαμβάνοντας χώρα θαυμαστά και υπερφυσικά γεγονότα (λαμπρός αστέρας, ψαλμωδίες αγγέλων, κλπ).
     Είναι σίγουρο ότι όλα αυτά συντάραξαν την αγαθή ψυχή του Ιωσήφ, ο οποίος πια συνειδητοποίησε ότι υπήρξε και αυτός όργανο της Θείας Οικονομίας. Φαίνεται ότι για κάποιο άγνωστο λόγο, δεν επέστρεψε η αγία οικογένεια στη Ναζαρέτ, αλλά παρέμεινε στην Βηθλεέμ, όπου οι Μάγοι ήρθαν να προσκυνήσουν το Θείο Βρέφος, προσκομίζοντας τους θησαυρούς τους. Εκεί πληροφορήθηκε πάλι στο όνειρό του ο Ιωσήφ την ανάγκη φυγής στην Αίγυπτο, όταν ο θηριώδης Ηρώδης είχε διατάξει τη γενική σφαγή των νηπίων στη Βηθλεέμ. Μνημεία της παραμονής τους στην Αίγυπτο υπάρχουν μέχρι σήμερα, όπως το σπήλαιο και το πηγάδι, κοντά τον ναό του Αγίου Γεωργίου Καΐρου.
      Μετά τον θάνατο του Ηρώδη, ξανά ο άγγελος ειδοποίησε τον Ιωσήφ να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη. Ξαναγύρισαν και εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ. Αργότερα αναφέρεται ο Ιωσήφ στην Καινή Διαθήκη με την επίσκεψή τους στο Ναό της Ιερουσαλήμ όταν ήταν δωδεκαετής ο Ιησούς. Η παράδοση μας λέει ότι λίγο μετά από αυτό το συμβάν ο Ιωσήφ πέθανε. Η μνήμη του τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα.
      Πίστη της Εκκλησίας μας είναι ότι ο άγιος Ιωσήφ υπήρξε ο φύλακας της παρθενίας της Παναγίας μας. Υπήρξε ο άοκνος προστάτης τόσο της Θεοτόκου όσο και του Ιησού. Ουδέποτε έγινε ή λογίστηκε σύζυγός της. Αντίθετα ο αιρετικός προτεσταντισμός διδάσκει ότι μετά τη γέννηση του Κυρίου ο Ιωσήφ και η Μαρία παντρεύτηκαν και έζησαν ως σύζυγοι, κάνοντας πολλά παιδιά! Αυτό αναιρεί την περί αειπαρθενίας της Θεοτόκου αρχέγονη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η οποία στηρίζεται σε σαφή χωρία της Αγίας Γραφής, στην Παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας μας και έγινε δόγμα από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431). 


 

Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
           Η αγία μας Εκκλησία είναι συνυφασμένη με το διωγμό και το μαρτύριο. Είναι δομημένη με το αίμα εκατομμυρίων καλλίμαχων μαρτύρων, οι οποίοι αποτελούν και το μόνιμο καύχημά Της. Το χρώμα της είναι το κόκκινο από τους ποταμούς των αιμάτων κατά των διαχρονικών πιστών. Οι ειδικοί υπολογίζουν πως με τους μετριότερους υπολογισμούς περισσότεροι από ένδεκα εκατομμύρια Χριστιανοί έχυσαν το τίμιο αίμα τους για τη νέα πίστη. Είναι ευνόητο πως τα νήματα του πολέμου κατά της Εκκλησίας κινεί ο θεομάχος και ανθρωποκτόνος διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα το ανθρώπινο γένος και επιδιώκει τη ματαίωση της εν Χριστώ σωτηρίας του.
     Πρώτο θύμα του λυσσαλέου πολέμου ο αρχιδιάκονος της πρώτης Εκκλησίας Στέφανος, άνδρας πλήρης «πνεύματος και σοφίας» (Πραξ.6,3). Ήταν ένας από τους επτά διακόνους, τους οποίους εξέλεξε η χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων για να διακονούν τους πιστούς στις «αγάπες», δηλαδή στα κοινά τραπέζια, ώστε να εκλείψουν τα παράπονα από τους ελληνιστές πιστούς, οι οποίοι παραθεωρούνταν σ’ αυτά. Το όνομά του είναι ελληνικό που σημαίνει τον άνθρωπο που φορά στεφάνι, στέμμα, δηλαδή τον διαλεχτό και αξιόλογο άνθρωπο. Ήταν πιθανότητα ελληνικής καταγωγής και είχε μόρφωση και ήθος, τα οποία τον καθιστούσαν ξεχωριστό στην Ιερουσαλήμ. Ασκούσε τη διακονία που του ανέθεσε η Εκκλησία με ιδιαίτερο ζήλο, υπηρετώντας τις χήρες, τα ορφανά, τους ασθενείς, τους φτωχούς και όλους τους καταφρονεμένους. Θεωρούσε με θέρμη ότι υπηρετούσε στα πρόσωπα των ενδεών αδελφών του τον ίδιο το Χριστό.

     Αλλά δεν εξαντλούνταν η δραστηριότητά του μόνο στον τομέα της κοινωνικής διακονίας. Αξιοποιώντας τα φυσικά του χαρίσματα, δίδασκε το λόγο του Θεού με ιδιαίτερη θέρμη. Μάλιστα αξιώθηκε από το Θεό να κάνει «τέρατα και σημεία εν τω λαώ» (Πραξ.6,8), ώστε να μέσω αυτών να δοξάζεται ο αληθινός Τριαδικός Θεός και να τελεσφορεί το σωτήριο κήρυγμα της νεαρής Εκκλησίας.
      Αυτό όμως εξόργισε τους φανατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν αρχίσει σκληρό διωγμό εναντίον της νέας πίστεως, η οποία ήδη είχε διαφοροποιηθεί από τον ιουδαϊσμό. Ορισμένα από τα μέλη της συναγωγής των λεγομένων Λιβερτίνων, των Κυνηναίων και Αλεξανδρέων, καθώς και κάποιοι από των Ιουδαίων που κατάγονταν από την Κιλικία και την Ασία κάλεσαν τον Στέφανο να συζητήσουν μαζί τους για τη νεοφανή πίστη. Αλλά δε μπόρεσαν να τον αντικρούσουν, «ουκ ίσχυον αντιστήναι τη σοφία και τω πνεύματι ω ελάλει» (Πραξ.6,10). Τότε σκέφτηκαν να τον συκοφαντήσουν ότι δήθεν άκουσαν «αυτού λαλούντος ρήματα βλάσφημα εις Μωυσήν και τον Θεόν» (Πραξ.6,11). Τον παρέδωσαν στον φανατισμένο όχλο και στους άτεγκτους πρεσβυτέρους και γραμματείς για παραδειγματική τιμωρία. Επίσης τον παρέπεμψαν στο συνέδριο να δικαστεί και επιστράτευσαν ψευδομάρτυρες, οι οποίοι υποστήριζαν πως «ο άνθρωπος ούτος ου παύεται ρήματα βλάσφημα λαλών κατά του τόπου του αγίου τόπου. Ακηκόαμεν γαρ αυτού λέγοντος ότι Ιησούς ο Ναζωραίος ούτος καταλύσει τον τόπον τούτον και αλλάξει τα έθη α παρέδωκεν ημίν Μωυσής» (Πραξ.6,14). Αλλά την ώρα που ξεστόμιζαν εναντίον του τις ψευδομαρτυρίες είδαν να λάμπει το πρόσωπό του και να μοιάζει με άγγελος του Θεού.   
      Ο Στέφανος πήρε θάρρος και έκανε μια καταπληκτική απολογία, εξιστορώντας τις δωρεές του Θεού προς τον ιουδαϊκό λαό, και στηλιτεύοντας με έμφαση τις αποστασίες των προγόνων του. Αλλά και τους συγχρόνους του, καταλήγοντας ως εξής: «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδίᾳ και τοις ωσίν, υμείς αεὶ τω
Πνεύματι τω Αγίῳ αντιπίπτετε, ως οι πατέρες υμών και υμείς. Τίνα των προφητών ουκ εδίωξαν οι πατέρες υμών; και απέκτειναν τους προκαταγγείλαντας περὶ της ελεύσεως του δικαίου, ου νυν υμείς προδόται και φονείς γεγένησθε· οίτινες ελάβετε τον νόμον εις διαταγὰς αγγέλων, και ουκ εφυλάξατε» (Πραξ.7,51-53).
      Οι δικαστές του όταν άκουσαν την θαρραλέα απολογία του Στεφάνου άρχισαν να τρίζουν τα δόντια τους από θυμό και αγανάκτηση. Εκείνος σηκώνοντας τα μάτια τους τον ουρανό είδε την δόξα του Θεού και τον Κύριο Ιησού Χριστό να στέκεται δίπλα στο θρόνο της Θεότητας και είπε «ιδοὺ θεωρώ τους ουρανοὺς ανεῳγμένους και τον υιὸν του ανθρώπου εκ δεξιών του Θεού εστώτα» (Πραξ.7,56). Όταν άκουσαν αυτά έφριξαν, κλείνοντας τα αφτιά τους, να μην ακούν τις δήθεν βλασφημίες του αγίου άνδρα. Αμέσως τον άρπαξαν και τον οδήγησαν έξω της πόλεως να τον σκοτώσουν με λιθοβολισμό. Μαζί τους ήταν και κάποιος νεαρός ονόματι Σαούλ, ο οποίος φύλαγε τα ρούχα των δημίων, που λιθοβολούσαν τον Στέφανο. Πρόκειται για τον απόστολο Παύλο, ο οποίος αργότερα θα μεταστρέφονταν και θα γινόταν ο θερμότερος απόστολος του Χριστού. Τη στιγμή του μαρτυρίου του ο Στέφανος προσεύχονταν «Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου. Θεις δε τα γόνατα έκραξε φωνή μεγάλη· Κύριε, μη στήσῃς αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Και τούτο ειπὼν εκοιμήθη» (Πραξ.7,60).
      Αυτός ήταν ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, αληθινός αναγεννημένος εν Χριστώ άνθρωπος, γνήσιος τύπος του Σωτήρος Χριστού. Το ηρωικό του παράδειγμα θα συνεχίσουν εκατομμύρια ομολογητές της αληθινής πίστεως, οι οποίοι θα σμίξουν το δικό τους αίμα με το τίμιο αίμα του Στεφάνου, για να ποτίζει εσαεί το δένδρο της σωτηρίας του κόσμου. Η δύστηνη εποχή μας έχει απόλυτη ανάγκη από ηρωικά πρότυπα σαν αυτό του αγίου Στεφάνου, προκειμένου να πορευτεί η ανθρωπότητα το δρόμο της εν μέσω «σκιάς θανάτου» (Ματθ.4,16).