Σάββατο, Μαΐου 30, 2026

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς διαρκής Πεντηκοστή

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ποιὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός; Ποιὸς εἶναι σὲ Αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ ποιὸς ὁ ἄνθρωπος; Πῶς γνωρίζεται ὁ Θεὸς στὸν Θεάνθρωπο καὶ πῶς ὁ ἄνθρωπος; Τί ἐδώρησε σέ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Θεὸς ἐν τῷ Θεανθρώπῳ; Ὅλα αὐτὰ τὰ φανερώνει σέ μᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Μᾶς ἀποκαλύπτει δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ Αὐτόν, γιὰ τὸν Θεὸ ἐν Αὐτῷ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὸ τί χάρισε σ’ ἐμᾶς μ’ ὅλα αὐτά. Αὐτὸ ἐπίσης ἀπείρως ξεπερνᾷ κάθε τί ποὺ οἱ ἀνθρώπινοι ὀφθαλμοὶ εἶδαν καὶ τοῖς ὠσίν αὐτῶν ἠκούσθη καὶ ἡ καρδία αὐτῶν κάποτε αἰσθάνθηκε.
Μὲ τὴν ἔνσαρκη ζωή του στὴ γῆ ὁ Θεάνθρωπος ἐγκαθίδρυσε τὸ Θεανθρώπινό του Σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, καὶ μὲ αὐτὴν προετοιμάζει τὸν γήινο κόσμο γιὰ τὴν ἔλευση καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Σῶμα... τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ψυχῆς Αὐτοῦ τοῦ Σώματος.
Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ πάντα παρέμεινε σὲ Αὐτὸ σὰν Πᾶν-Ζωοποιὸς ψυχὴ Αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ ὁρατὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συγκροτοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὴν πίστη των στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ ὡς τέλειου Θεοῦ καὶ ὡς τέλειου ἀνθρώπου. Καὶ ἡ κάθοδος καὶ ἡ σύνολη δρατηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο καὶ ἐξαιτίας τοῦ Θεανθρώπου.

Κάθε τί στὴν Θεανθρώπινη Οἰκονομία τῆς σωτηρίας προῆλθε ἀπὸ τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τέλος, ἀκόμη ὅλα συνοψίζονται καὶ ὑπάρχουν στὴν κατηγορία τῆς θεανθρωπότητας ἀκόμη καὶ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε ἐνεργητικότητα Αὐτοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο ἀνδραγάθημα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἡ Πεντηκοστὴ μὲ ὅλες τὶς αἰώνιες δωρεὲς τῆς Τριαδικῆς Θεότητος καὶ Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσδιόριζε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων δηλαδὴ τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς πίστης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς ἱεραρχίας, ἀκόμη καὶ κάθε τί Ἀποστολικοῦ ποὺ εἶναι θεανθρώπινο.

Ἡ Ἁγία πνευματικὴ ἡμέρα ἡ ὁποία ἄρχισε μὲ τὴν Ἁγία Πεντηκοστὴ ἀδιάκοπα συνεχίζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἀνείπωτη πληρότητα ὅλων τῶν θεϊκῶν δωρεῶν καὶ ζωοποιῶν δυνάμεων. Κάθε τί στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πολὺ μικρὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὑπερμέγεθες. Ὅταν ὁ ἱερεύς θυμιάζοντας στὴν Ἐκκλησία παρακαλεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καταπέμψει τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ ἀνέκφραστο θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἡ Ἁγία Πεντηκοστὴ πρὶν ἀπὸ τὴν χειροτονία τοῦ ἐπισκόπου ἐπαναλαμβάνεται καὶ δίδει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος καὶ μὲ αὐτὸ πασιφανῶς μαρτυρεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖται ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα της καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἤδη τῆς θεανθρώπινης οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συνδέθηκε μὲ τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδὴ μὲ τὸ θεμέλιο τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ « τοῦ Λόγου κτίσας τὴν σάρκωσιν».

Στὴν πραγματικότητα κάθε ἅγιο μυστήριο καὶ ὅλες οἱ θεῖες ἀρετὲς εἶναι μία Ἁγιοπνευματικότης. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διὰ μέσου αὐτῶν ἔρχεται σὲ ἐμᾶς καὶ ἐντὸς ἡμῶν. Αὐτὸ κατέρχεται οὐσιωδῶς ποὺ σημαίνει ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μὲ ὅλες τὶς θεϊκές του σημαντικὲς ἐνέργειες. Αὐτὸ – ὁ πλοῦτος τῆς θεότητος. Αὐτὸ – τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος. Αὐτὸ – ἡ χάρις καὶ ἡ ζωὴ κάθε ὑπάρξεως. Εἶναι αἰώνιο καὶ Διαθηκικὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ σέ μᾶς καὶ ἐμεῖς σ’ Αὐτόν. Αὐτὸ καὶ μόνο μαρτυρεῖ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ μᾶς. Ἐμεῖς μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ Αὐτὸς σέ μᾶς. Μάλιστα αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε « ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν»( Α΄ Ἰω.3,24).

Μὲ μία λέξη ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅλες τὶς δικὲς τις ἀναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες ὁδηγεῖται καὶ χειραγωγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸ ὁποῖο πάντοτε εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ (Γαλ.4,6). Γι’ αὐτὸ ἔχει γραφτεῖ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο «εἰ δὲ τὶς Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν Αὐτοῦ» (Ρωμ. 8,9).

Ὁ χερουβικὰ μυηθείς στὸ θεανθρώπινο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας σὰν τὸ πιὸ ἀγαπητὸ πᾶν-μυστήριο τοῦ Θεοῦ ὁ Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει τὸ παναληθὲς καὶ χαρμόσυνο μήνυμα «Τὸ πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησία Θεοῦ».


 

Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής

«ΕΚΧΕΩ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΟΥ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ»
(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής)
  ΛΑΜΠΡΟΥ  ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
        Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι ένας ξεχωριστός σταθμός στον εορτολογικό κύκλο του ενιαυτού για την Εκκλησία μας. Αυτή μαζί με το Πάσχα αποτελούν τις αρχαιότερες εορτές, οι οποίες ανάγονται ως τους αποστολικούς χρόνους. 

Η μεγάλη αυτή εορτή προβάλλει ως ανακεφαλαίωση του λυτρωτικού επί γης έργου του Σωτήρος μας Χριστού και ως νέα δυναμική αφετηρία της υλοποιήσεως και ολοκληρώσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας.
       Η εορτή της Πεντηκοστής συστήθηκε από την Εκκλησία μας, μαζί με πολλές άλλες εορτές, υπό την επίδραση αντίστοιχης εορτής του Ιουδαϊσμού, φυσικά με εντελώς άλλο νόημα και περιεχόμενο, όπως τονίζει ο άγιος Αυγουστίνος (Epist.55). Οι Εβραίοι πράγματι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή, η οποία απείχε πενήντα ημέρες από την εορτή του νομικού Πάσχα. Ονομάζονταν «Εορτή των Εβδομάδων» (Εξ.34,22 και Δευτ.16,10) και ποιούνταν κατ’ αυτήν η μνεία της χορηγήσεως του Νόμου στον Μωυσή, πενήντα ημέρες από τον εορτασμό του πρώτου Πάσχα στην έρημο του Σινά (Εξ.19,1). Διαρκούσε μία ημέρα και προσφέρονταν οι απαρχές της νέας συγκομιδής των καρπών της γης, τα  «πρωτογεννήματα» στο ναό της Ιερουσαλήμ, ως ευχαριστία στο χορηγό των αγαθών Θεό.
      Με την εορτή της νομικής αυτής εορτής συνέπεσε το μεγάλο γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, πενήντα ημέρες μετά την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όπως μας εξιστορεί με ακρίβεια ο θεόπνευστος συγγραφέας των «Πράξεων των Αποστόλων», ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της πεντηκοστής ήσαν άπαντες (οι απόστολοι) ομοθυμαδόν επί τω αυτό. Και άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πεύματος  Αγίου, και ήρξατο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2,1-4).
       Το μέγα και θαυμαστό γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος είναι μια από τις σπάνιες θεοφάνιες της ιστορίας. Ο Θεός Παράκλητος, υπό ορατή μορφή «γλωσσών ωσεί πυρός», κατήλθε στη γη, για να αποτελειώσει το έργο της σωτηρίας μας, ως συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Δε θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι θαυμαστή η χαρμόσυνη κάθοδός Του. Έπρεπε οι άγιοι απόστολοι να νοιώσουν αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, προκειμένου ολόκληρη η ψυχοσωματική τους υπόσταση να πλημμυρίσει από την θεία ενέργεια, ώστε να μην μείνει σ΄ αυτούς η παραμικρή αμφιβολία ότι η αποστολή τους ήταν θεόσταλτη. Να αποβάλλουν από μέσα τους όλους εκείνους τους ενδοιασμούς που είχαν ως τότε, σχετικά με το θείο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα Χριστού και να απαγκιστρωθούν πλήρως από τις κοντόφθαλμες μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις περί του Μεσσία. Μόνο με αυτή την οντολογική τους βάπτιση με την ενέργεια και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητας.
        Ο Κύριος πριν το εκούσιο πάθος Του είχε προαναγγείλει στους μαθητές Του για την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος και τα θαυμάσια αποτελέσματά της στην ανθρωπότητα.. «Καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ’  ύψους» (Λουκ.24,48) τους παρήγγειλε. Κατά την διάρκεια της δραματικής ομιλίας
Του, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, μετά το μυστικό δείπνο, τους έδωσε τη μεγάλη και ελπιδοφόρα υπόσχεση πως όταν Αυτός απέλθει από τον κόσμο θα στείλει τον Παράκλητο να είναι μαζί τους ενδυναμωτής, φωτιστής, παρήγορος και οδηγός έως τη συντέλεια του κόσμου, «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμπψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,26). Είναι χαρακτηριστική μια ακόμη φράση Του: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι. Όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,12-13). Η κατανόηση του θείου λόγου του Χριστού θα είναι έργο του Παρακλήτου. Το κριτήριο αλήθειας της Εκκλησίας θα είναι η εσαεί παρουσία Του σ’ Αυτήν. Αυτή είναι μια ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους οι οποίοι «διαπιστώνουν» πλάνες στην αγία Εκκλησία, ως ευθεία βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο ενυπάρχει στην Εκκλησία για να την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»!
      Είναι επίσης αξιοπαρατήρητο το γεγονός ότι ο Κύριος υποσχέθηκε μεταμορφωτική ενδυνάμωση στους μαθητές Του «λήψασθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος» (Πράξ.1,8). Όντως, Το μεγάλο θαύμα συντελέσθηκε ευθύς, αφότου «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ.2,4). Οι πρώην φοβισμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν.20,19) απόστολοι, μεταμορφώθηκαν σε ισχυρές προσωπικότητες, σε χαλύβδινους χαρακτήρες, σε άκαμπτους τύπους, σε άφοβους και διαπρύσιους κήρυκες του νέου θείου μηνύματος. Άνοιξαν αμέσως τα ερμητικά ολόκλειστα πορτοπαράθυρα του υπερώου και από το άδυτο κρησφύγετό τους εμφανίστηκαν στους εξώστες κηρύττοντας με πρωτοφανές θάρρος στα πλήθη τον Αναστάντα Κύριο!
       Ο επικεφαλής των αποστόλων Πέτρος κήρυξε στους εκστατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη από διάφορα μέρη του κόσμου, εξηγώντας τους το εξαίσιο θαύμα της ημέρας και κύρια το θαυμαστό φαινόμενο της γλωσσολαλιάς, το οποίο δεν ήταν προϊόν μέθης, όπως υποστήριζαν κάποιοι, αλλά πλήρωση των δωρεών του Θεού. Τόνισε ιδιαίτερα πως αυτό είναι εκπλήρωση επαγγελιών Του, δια των προφητών Του και ιδίως του Ιωήλ, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε μεταφέρει τα λόγια του Θεού ως εξής: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται΄ και επί τους δούλους μου και τας δούλας μου  εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του Πνεύματός μου… και έσται πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ιωήλ3,1-3). Ο θεόπνευστος προφήτης, αφού είχε προφητεύσει με τρόπο αλληγορικό, μα αξιοθαύμαστο την κακοδαιμονία της μεταπτωτικής προχριστιανικής εποχής, αναγγέλλει τον ερχομό του Παρακλήτου, ο Οποίος εγκαινιάζει μια νέα εποχή, πλημμυρισμένη από τις σωτήριες χάρες και δωρεές του Θεού. Από εκείνη την ευλογημένη ημέρα αρχίζει η νέα εσχατολογική περίοδος της ιστορίας, η οριζόμενη στη θεολογία μας ως «Ογδόη Ημέρα», οποία με έναν ασήμαντο σταθμό, το σωματικό θάνατο των πιστών, εκτείνεται στους ατελεύτητος αιώνες.
      Η ημέρα της Πεντηκοστής θεωρείται ως η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας. Όντως, το πύρινο και εμπνευσμένο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου καρποφόρησε στις ψυχές των χιλιάδων ακροατών του. Σαν τα φρυγμένα από τη δίψα ελάφια, σύμφωνα με έκφραση του Ψαλμωδού (Ψαλμ.41,1), προσέλαβαν τη σωτήρια ομιλία, ως ουράνιο βάλσαμο. «Ακούσαντες κατενύγησαν τη καρδία» (Πράξ.2,37». Πίστεψαν και βαπτίσθηκαν αυθημερόν. «Ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πραξ.2,41), αφού «έλαβον την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος» (Πραξ.2,39). Είναι
επίσης σημαντικό ότι ο απόστολος Πέτρος τους επισήμανε πως «υμίν γαρ εστιν η επαγγελία και τοις τέκνοις υμών και πάσι τοις εις μακράν» (Πράξ.2,39), θέλοντας να τονίσει τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της εν Χριστώ σωτηρίας.
       Το γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής αποτελεί για την Εκκλησία μας πρωταρχική αφετηρία για την μετέπειτα πορεία Της στους αιώνες. Ο Θεός Παράκλητος είναι πια ο κύριος της Εκκλησίας από εκείνη την ευλογημένη ημέρα και οδηγεί το σωτήριο σκάφος ασφαλώς στη σωστική του πλεύση. Αυτός δίνει ζωή στους πιστούς και δύναμη να πορεύονται προς τη σωτηρία. «Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, τονίζει ο απόστολος Παύλος, ούτοι εισίν υιοί Θεού. Ου γαρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν΄ αββά ο πατήρ. Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ.8,114-17). Αυτός ο περίφημος περιεκτικός αποστολικός λόγος εκφράζει με τον καλλίτερο τρόπο την άφατη ευλογία, που λάβαμε την αγία ημέρα της Πεντηκοστής. Χάρις στην έλευση του Θεού Παρακλήτου, από δούλοι της αμαρτίας, γίναμε όχι απλά ελεύθεροι, αλλά τέκνα και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Κυρίου Ιησού Χριστού. Απολαμβάνουμε πια τη θεία υιοθεσία (Γαλ.4,5). Μεγαλύτερη ευεργεσία από αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει!
     Η παρουσία του Παναγίου Πνεύματος είναι εμφανής στην Εκκλησία και την ιστορία. Αντικειμενική μελέτη της πορείας του κόσμου στο χρόνο και το χώρο αποδεικνύει περίτρανα, πως αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον της προ της Πεντηκοστής περιόδου. Ο Θεός είναι πια μαζί μας και οι ακένωτες χάριτές Του πλημμυρίζουν τον κόσμο και ολάκερη την πλάση Του. Η αξιολογικά κατιούσα πορεία της προχριστιανικής περιόδου όχι μόνο σταμάτησε, αλλά, χάρις στην αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου, παραμερίζεται σταδιακά και σταθερά η κακοδαιμονία του κόσμου και ξαναβρίσκει αυτός τη σωστή του θέση στη θεία πλάση. Το ανθρώπινο γένος ξαναβρήκε την αυθεντική του φύση, όπως αυτή βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του. Η αγία Εκκλησία είναι πια το θείο εργαστήριο όπου τελεσιουργείται η σωτηρία και η θέωση των ανθρωπίνων προσώπων. Το ενδημούν σε Αυτή Άγιο Πνεύμα αγιάζει και κεχαριτώνει όλους όσους ελεύθερα αποφασίσουν να σωθούν. Η δική τους απόφαση και προσπάθεια μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνονται σε σωστική πορεία, χάρις στις ακένωτες δωρεές και τα χαρίσματα Εκείνου. Στη θεολογική γλώσσα η σωτηρία μας απορρέει από την απολυτρωτική θυσία του Χριστού, ενεργοποιημένη από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατανόησαν νωρίς τη μεγάλη σημασία του γεγονότος της Πεντηκοστής. Τρανό παράδειγμα, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η αρχαιότητα της μεγάλης εορτής και η βάπτιση των κατηχουμένων κατ’ αυτήν. Ο ιερός Χρυσόστομος, σε μια υπέρμετρη ενθουσιαστική του έξαρση για τη σπουδαιότητα της εορτής, τόνισε πως «δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν» (P.G.50,454)! Πρέπει η ζωή μας να είναι μια διαρκής Πεντηκοστή. Να ζούμε αδιάκοπα το μυστήριο των δωρεών και χαρίτων του Παναγίου Πνεύματος. Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ, επισημαίνοντας τον ζωοδότη ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία του Θεού τονίζει: «ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία΄ ει δε συνίσταται η Εκκλησία, εύδηλον ότι Πνεύμα πάρεστιν» (P.G.50,459). Με άλλα λόγια το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τόνισε ιδιαζόντως τον σωστικό ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία και ύμνησε με την άφθαστη ποιητική του γραφίδα την θεσπέσια εορτή της Πεντηκοστής. Σε έναν από τους πολλούς ποιητικούς του λόγους έγραψε:
«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν… Τούτο το Πνεύμα συνδημιουργεί μεν Υιώ και την κτίσιν και την ανάστασιν…» (P.G.36,436)!
       Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι λοιπόν για τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα μας τους Ορθοδόξους πιστούς, οι οποίοι αποτελούμε την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, ένας σημαντικός σταθμός εορταστικής ευωχίας και πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού. Κατά την λαμπρή ακολουθία της γονυκλισίας, η οποία τελείται με ευλάβεια στους ναούς αυτή τη μεγάλη ημέρα, κλίνουμε ταπεινά τα γόνατά μας, προκειμένου να προσκυνήσουμε τον ουράνιο Βασιλέα, το Θεό Παράκλητο, να μας αγιάσει. Να έλθει να σκηνώσει στις ψυχοσωματικές μας υπάρξεις και να μας καθαρίσει από όλες τις βρωμερές κηλίδες, που λερώνουν την αυθεντική θεοδημιούργητη φύση μας. Τον παρακαλούμε ευλαβικά να φωτίσει τη σκοτισμένη από την αμαρτία και τις αμαρτωλές μας έξεις διάνοιά μας και να μας πληρώσει με θείο φωτισμό γνώσεως και επίγνωσης του μόνου αληθινού Θεού. Τον ικετεύουμε να μας πλημμυρίσει με τα ακένωτα θεία χαρίσματά Του και να μας γεμίσει με τις ουράνιες θεόσταλτες δωρεές Του, ώστε η ύπαρξή μας να μεταβληθεί σε θεοειδές έσοπτρο της δικής Του καθαρότητας και αγιότητας. Έχουμε απόλυτη ανάγκη της διαρκούς παρουσίας Του στη ζωή μας για να μπορούμε, χάρις σ’ Αυτόν, να πορευόμαστε στον επίγειο και εφήμερο βίο μας με ασφάλεια, να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, ο οποίος «όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄Ιωάν.5,19) νικηφόρα και να σωζόμαστε από «της γενεάς της σκολιάς ταύτης» (Πράξ.2,41), ασφαλώς, όπως τρανώς διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος την αγία ημέρα της Πεντηκοστής.      


 

π. Ἀνανίας Κουστένης: Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας!

Πηγή: “Λόγοι γιὰ τὴ Ἅλωση τῆς Πόλης”, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, τόμ. Α΄, σελ. 32-34. 

Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας – ἐδῶ κάνουμε ἀργία καὶ ἀπεργία γιὰ τὸ τίποτε – καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας. Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε ὅλες οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη καὶ μέχρι τὰ Γιάννενα καὶ μέχρι τὴ Ζάκυνθο καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ; Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε πένθιμα;
Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα. Τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀρχόντων της. Καὶ τοῦ λαοῦ της. Εἶχε συμβεῖ ἡ μέσα ἅλωση πρῶτα. Τῆς ψυχῆς ἡ ἅλωση. Ὅταν ἐγκαθιδρύθηκε στὶς ψυχὲς τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας, στὶς περισσότερες, τουλάχιστον, τὸ κράτος τῆς φιλαυτίας, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἦταν εὔκολο νὰ πέσει ἡ Βασιλεύουσα ἐξωτερικά. Ναί, ἀδελφοί μου. Κλείστηκαν μέσα στὴ Θεοφρούρητη Πόλη, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει. Μερικὲς χιλιάδες. Οἱ ὑπερασπιστές της δὲν ἔφταναν τὶς πέντε χιλιάδες. Δέκα χιλιάδες ἦσαν καλογεροπαίδια στὰ μοναστήρια, παρακαλῶ! Τὰ λέει κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γλυτώσουν, νὰ μὴν πολεμήσουν, νὰ μὴν ὑπερασπιστοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ στὸ τέλος... κατεσφάγησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, μέσα στὰ ἴδια τους τὰ μοναστήρια. Κι ὁ λαὸς εἶχε φύγει τελείως πιά, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες, μὲ τὶς ἴντριγκες, τὶς φατρίες, τὶς αἱρέσεις, τὶς διαιρέσεις, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τόσα, εἶχε ἀπελπιστεῖ τελείως. Ὅπως καὶ σήμερα. Ποιόν νὰ πιστέψεις; Ποιόν νὰ ἀκούσεις; Ποῦ ν’ ἀκουμπήσεις; Ποῦ νὰ σταθεῖς;

Καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ νέες περισσότερο, ἠσχολοῦντο, λέει ὁ ἱστορικός, περὶ τὸν καλλωπισμὸν κτλ. Καλὸ εἶν’ αὐτό. Ἀλλὰ νὰ ’χουμε κι ἄλλον καλλωπισμό. Νὰ πηγαίνουμε καὶ βαθύτερα. «Ἴσθι φιλόκαλος ἀλλὰ μή καλλωπιστής», ποὺ θὰ ’λεγαν κι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι. Κι ὅταν τὸ ξημέρωμα τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, τῆς Τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, ὅπως τὴ λέει καὶ τὸ λαϊκὸ ἄσμα, ἔμπαιναν οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς Βυζαντινὲς φτιαγμένες καὶ στολισμένες πήγαιναν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, γιὰ τὸ πανηγύρι. Ἦσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὰ πανηγύρια, λίγο. Καὶ τὶς πρόλαβαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὶς ἐφρόντισαν. Ἀκόμη, εἴχαμε μαύρη ἀγορὰ στὰ τρόφιμα. Ἄλλοι πέθαιναν ἀπ’ τὴν πεῖνα καὶ πολεμοῦσαν νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, κι ἄλλοι ἔκρυβαν τὰ τρόφιμα, γιὰ νὰ ’κονομίσουν περισσότερα. Μαύρη ἀγορά!

Εἶχε φύγει, λοιπόν, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὸ «Χρονικό» τοῦ Ρώσου Νέστορος, τοῦ μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἐξῆς φοβερό, ὅτι λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση ἔγινε κρότος φοβερὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ θόρυβος μεγάλος, καὶ μάλιστα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Κι εἶδαν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὸν τροῦλο τῆς ἐκκλησίας μιὰ λάμψη μεγάλη καὶ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἐγκαταλείποντας τὴν ἐκκλησιά, τὴ Μεγάλη ἐκκλησιά, στὸ σκοτάδι. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! Γιατὶς ἁμαρτίες τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀρχόντων θὰ παρέδιδε ὁ Θεὸς τὴ Βασιλεύουσα στοὺς μωαμεθανούς. Γιατὶ «εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει».

Ἡ μέσα Ἅλωση ἔφερε τὴν ἔξω Ἅλωση, ἡ ὁποία, ὅμως γιὰ τοὺς περισσότερους τῶν Ἑλλήνων, στάθηκε εὐεργετική. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης «στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν». Ὁ λαὸς πιά ἄφησε τὰ μίση, τὶς ἔχθρες, τὶς ματαιότητες, τὶς μικροψυχίες κι ἀγκάλιασε τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Καὶ αἰσθάνθηκε τὴ θλιμμένη Παναγιά. Ταπεινώθηκε θεληματικὰ καὶ ἐπήρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λέει ἡ Θεία Γραφή «Ὁ Θεὸς ταπεινοῖς δίδωσι χάριν». Καὶ βγῆκαν ἀναρίθμητοι Νεομάρτυρες καὶ Ἅγιοι, ποὺ ἐστόλισαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἁγίασαν μὲ τὰ αἵματά των τὸ σκλαβωμένο καὶ μαρτυρικὸ τοῦτο τόπο. Κι ἐκεῖνα τὰ αἵματα ἔγιναν θεμέλιο κι ἐστήριξαν τὸ Γένος τὸ σκλαβωμένο.

Γιατὶ οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ἐναντίον τῶν μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν τονίζεται ἐπαρκῶς καὶ δεόντως. Οἱ Νεομάρτυρες! Που δὲν ἐσήκωσαν συμβατικὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου, ὅπως οἱ κλεφταρματωλοί, ἀλλὰ ἐσήκωσαν τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά. Τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς τους. Τὰ ὅπλα τῆς καρδιᾶς τους. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Τῆς ἀγάπης. Τῆς ἐλπίδος. Τοῦ μεγαλείου τῆς θρησκείας μας. Κι αὐτοὺς φοβήθηκαν περισσότερο οἱ Μουσουλμάνοι. Καὶ μάλιστα πιό πολύ ἀπ’ ὅλους, φοβήθηκαν τὸν Ἅγιο τῶν σκλάβων, τὸν μεγάλο διδάχο, τὸν ἰσαπόστολο καὶ ἱερομάρτυρα καὶ ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ξέρω σήμερα ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο Ὀρθόδοξος.


 

Αντικανονικές συνοδικές καθαιρέσεις και εκκλησιαστική συνείδηση: Πατερικά προηγούμενα από τον Μέγα Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο έως τη σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Αντικανονικές συνοδικές καθαιρέσεις και εκκλησιαστική συνείδηση: Πατερικά προηγούμενα από τον Μέγα Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο έως τη σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Εισαγωγή

Η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μαρτυρεί επανειλημμένως ότι η κανονική αλήθεια και η εκκλησιαστική δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις αποφάσεις ορισμένων τοπικών συνόδων ή με ενέργειες που λαμβάνονται υπό πολιτικές, προσωπικές ή αιρετικές πιέσεις. Πολλοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας υπέστησαν καθαιρέσεις, εκπτώσεις από τον θρόνο τους, εξορίες ή διωγμούς, χωρίς όμως η Εκκλησία να αποδεχθεί τελικώς τις εις βάρος τους αποφάσεις ως κανονικώς έγκυρες.

Οι Πατέρες αυτοί, έχοντας επίγνωση της κανονικής και αποστολικής ευθύνης τους, συνέχισαν σε πολλές περιπτώσεις να λειτουργούν, να κηρύττουν, να ποιμαίνουν και να ασκούν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα, θεωρώντας ότι η αντικανονική καταδίκη δεν δύναται αυτομάτως να καταλύσει τη χάρη της αρχιεροσύνης ούτε να ακυρώσει την κανονική αποστολή τους.

Η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει ότι ακόμη και σύνοδοι δύνανται να σφάλλουν, όταν δεν ενεργούν συμφώνως προς την αποστολική παράδοση, τους ιερούς κανόνες και το ορθόδοξο φρόνημα της Εκκλησίας. Η τελική αποτίμηση των συνοδικών πράξεων πραγματοποιείται μέσα από τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας.

………………………………………

Ο Μέγας Αθανάσιος και οι αρειανικές σύνοδοι

Ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική μορφή επισκόπου που υπέστη επανειλημμένες αντικανονικές καθαιρέσεις. Οι αρειανίζουσες σύνοδοι, σε συνεργασία με την αυτοκρατορική εξουσία, επιχείρησαν πολλές φορές να τον εκθρονίσουν από τον πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας.

Εξορίστηκε πέντε φορές και κατηγορήθηκε με ψευδείς και πολιτικά κατασκευασμένες κατηγορίες. Παρ’ όλα αυτά:

•συνέχισε να θεωρεί εαυτόν κανονικό Πατριάρχη Αλεξανδρείας,

•διατηρούσε εκκλησιαστική κοινωνία με τους ορθοδόξους επισκόπους,

•έγραφε ποιμαντικές και δογματικές επιστολές,

•ασκούσε εκκλησιαστική διοίκηση,τελούσε τη θεία λατρεία όπου αυτό ήταν δυνατό.

Η Εκκλησία τελικώς απέρριψε τις αρειανικές αποφάσεις και ανεγνώρισε τον Αθανάσιο ως στύλο της Ορθοδοξίας και αυθεντικό εκφραστή της πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

……………………………………………

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και η Σύνοδος της Δρυός

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε το 403 μ.Χ. από τη λεγόμενη «Σύνοδο της Δρυός», η οποία συγκροτήθηκε υπό την επιρροή προσωπικών αντιπαθειών, πολιτικών πιέσεων και εκκλησιαστικών σκοπιμοτήτων.

Ο Χρυσόστομος δεν αποδέχθηκε ποτέ ότι η καθαίρεσή του ήταν κανονικώς έγκυρη. Αντιθέτως:

•συνέχισε να θεωρεί εαυτόν κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, •συνέχισε το ποιμαντικό και διδακτικό του έργο,

•διατηρούσε σε κοινωνία μαζί του πλήθος πιστών και επισκόπων,

•παρέμεινε λειτουργικά ενεργός μέχρι τη βίαιη απομάκρυνση και εξορία του.

Η μεταγενέστερη εκκλησιαστική αποκατάστασή του και η αναγνώρισή του ως Οικουμενικού Διδασκάλου αποτελούν σαφή απόδειξη ότι η τότε καταδίκη του δεν θεωρήθηκε έγκυρη από τη συνείδηση της Εκκλησίας.

………………………………………………….

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Κατά τον 14ο αιώνα, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπέστη διωγμούς, φυλακίσεις και προσωρινές συνοδικές καταδίκες κατά τη διάρκεια των ησυχαστικών ερίδων.

Οι αντίπαλοί του, επηρεασμένοι από τη θεολογία του Βαρλαάμ και του Ακινδύνου, επεδίωξαν να παρουσιάσουν τη διδασκαλία του ως κακόδοξη.

 Παρά ταύτα, ο Παλαμάς:

•δεν αποδέχθηκε ότι είχε αποκοπεί από την Εκκλησία,

•συνέχισε να υπερασπίζεται δημοσίως την ορθόδοξη θεολογία,

•παρέμεινε ποιμαντικά και λειτουργικά ενεργός,

•τελικώς δικαιώθηκε πανηγυρικώς από τις συνόδους του 1347 και του 1351.

Η Εκκλησία τον ανεγνώρισε ως άγιο και ως αυθεντικό εκφραστή της ορθόδοξης εμπειρίας της θεώσεως.

…………………………………………………….

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι εκκλησιαστικές αντιδράσεις

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις για την ανάληψη του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Πολλοί αμφισβητούσαν τη μετάθεσή του και επιχειρούσαν να τον εκδιώξουν από την πόλη.

Παρά τις αντιδράσεις:

•λειτουργούσε κανονικά,

•κήρυττε ακαταπαύστως την ορθόδοξη πίστη,

•διοικούσε την Εκκλησία της Αναστάσεως,

•αγωνιζόταν κατά του αρειανισμού.

Η παραίτησή του δεν υπήρξε αναγνώριση αντικανονικότητας, αλλά θυσία χάριν της ειρήνης της Εκκλησίας.

……………………………………………..

Ο Μέγας Βασίλειος

Ο Μέγας Βασίλειος δεν υπέστη επίσημη καθαίρεση, όμως βρέθηκε υπό συνεχή πίεση από αρειανούς επισκόπους και την αυτοκρατορική εξουσία.

Μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό εκκλησιαστικό περιβάλλον:

•συνέχισε να ασκεί κανονικά τα επισκοπικά του καθήκοντα,

•χειροτονούσε επισκόπους,

•διατηρούσε ακέραιη την εκκλησιαστική διοίκηση,

•ενίσχυε τη συνοχή της Ορθοδοξίας.

…………………………………………….

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής καταδικάστηκε από μονοθελητικές συνόδους και υπέστη εξορία και βασανιστήρια.

Παρά τις καταδίκες:

•δεν αναγνώρισε την εγκυρότητα των αιρετικών αποφάσεων,

•συνέχισε να ομολογεί την πίστη,

•παρέμεινε σταθερός στην εκκλησιαστική αλήθεια μέχρι θανάτου.

Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος δικαίωσε πλήρως τη θεολογία του.

……………………………………………….

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές και πατριαρχικές παρεμβάσεις που θεωρούσε αντικανονικές.

Κατά τις περιόδους διωγμών και εξορίας:

συνέχισε τη λειτουργική ζωή,διατήρησε την πνευματική καθοδήγηση των μοναχών,υπερασπίσθηκε τους ιερούς κανόνες,δεν αποδέχθηκε αντικανονικές επιβολές.

…………………………………………………

Ο Μάρκος ο Ευγενικός

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός υπήρξε η κεντρική μορφή αντιστάσεως κατά της ψευδοένωσης Φερράρας–Φλωρεντίας.

Παρά τη συνοδική πίεση:

•συνέχισε να κηρύττει την Ορθοδοξία,

•δεν αποδέχθηκε αποφάσεις που θεωρούσε αντικανονικές και αντιπατερικές, •παρέμεινε σημείο αναφοράς της εκκλησιαστικής συνειδήσεως.

Η μεταγενέστερη ιστορική πορεία της Εκκλησίας δικαίωσε πλήρως τη στάση του.

……………………………………………………………..

Η κανονική και εκκλησιολογική αρχή

Τα παραδείγματα των Αγίων Πατέρων αποδεικνύουν ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία η κανονικότητα δεν ταυτίζεται μηχανικώς με κάθε συνοδική πράξη ή διοικητική απόφαση. Όταν μια καταδίκη πραγματοποιείται:

•χωρίς ορθή κανονική διαδικασία,

•χωρίς αληθή και αποδεδειγμένα κατηγορητήρια,

•υπό πολιτικές ή προσωπικές πιέσεις,

•ή σε αντίθεση προς το ορθόδοξο φρόνημα,

τότε η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι τέτοιες αποφάσεις δύνανται να αμφισβητηθούν και τελικώς να απορριφθούν από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος.

Για τον λόγο αυτό πολλοί άγιοι συνέχισαν να λειτουργούν, να ποιμαίνουν και να ασκούν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα, θεωρώντας ότι παρέμεναν κανονικοί επίσκοποι της Εκκλησίας έως την τελική εκκλησιαστική κρίση.

………………………………………………………….

Η σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Η πρόσφατη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού έχει προκαλέσει έντονο θεολογικό και κανονικό προβληματισμό στην Εκκλησία της Κύπρου και στον ευρύτερο ορθόδοξο χώρο.

Κατά την άποψη πολλών κληρικών, θεολόγων και πιστών, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα ως προς:

•την κανονική διαδικασία που ακολουθήθηκε,την ύπαρξη σαφών και αποδεδειγμένων κατηγοριών,

•τη νομιμότητα της απομακρύνσεώς του από τον θρόνο

•και τη συμφωνία των ενεργειών αυτών με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζεται από υποστηρικτές του ότι ο Μητροπολίτης Τυχικός παραμένει ο κανονικός και νόμιμος Μητροπολίτης Πάφου μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη και αναμφισβήτητα κανονική εκκλησιαστική κρίση, συμφώνως προς την ακρίβεια των ιερών κανόνων και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.

Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι σε περιόδους εκκλησιαστικών κρίσεων απαιτείται ιδιαίτερη διάκριση, κανονική ακρίβεια και αποφυγή βεβιασμένων ενεργειών, ώστε να διαφυλάσσεται η ενότητα της Εκκλησίας και η αλήθεια της κανονικής παραδόσεως.

…………………………………….

Συμπέρασμα

Η ιστορική εμπειρία της Ορθοδοξίας αποδεικνύει ότι πολλοί άγιοι Πατέρες υπέστησαν άδικες και αντικανονικές καθαιρέσεις, χωρίς όμως να παύσουν να θεωρούν εαυτούς κανονικούς επισκόπους της Εκκλησίας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης και άλλοι μεγάλοι Πατέρες συνέχισαν να αγωνίζονται υπέρ της Ορθοδοξίας, να λειτουργούν, να ποιμαίνουν και να υπερασπίζονται την εκκλησιαστική αλήθεια ακόμη και υπό διωγμό.

Η εκκλησιαστική ιστορία υπενθυμίζει ότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν εξαντλείται σε διοικητικές πράξεις, αλλά φανερώνεται μέσα από τη συμφωνία με την αποστολική παράδοση, τους ιερούς κανόνες και τη διαχρονική συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος.

Ομάδα Θεολόγων και Κληρικών Κύπρου

29/05/2026