Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Μαΐου 30, 2026

 

π. Ἀνανίας Κουστένης: Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας!

Πηγή: “Λόγοι γιὰ τὴ Ἅλωση τῆς Πόλης”, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, τόμ. Α΄, σελ. 32-34. 

Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας – ἐδῶ κάνουμε ἀργία καὶ ἀπεργία γιὰ τὸ τίποτε – καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας. Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε ὅλες οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη καὶ μέχρι τὰ Γιάννενα καὶ μέχρι τὴ Ζάκυνθο καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ; Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε πένθιμα;
Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα. Τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀρχόντων της. Καὶ τοῦ λαοῦ της. Εἶχε συμβεῖ ἡ μέσα ἅλωση πρῶτα. Τῆς ψυχῆς ἡ ἅλωση. Ὅταν ἐγκαθιδρύθηκε στὶς ψυχὲς τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας, στὶς περισσότερες, τουλάχιστον, τὸ κράτος τῆς φιλαυτίας, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἦταν εὔκολο νὰ πέσει ἡ Βασιλεύουσα ἐξωτερικά. Ναί, ἀδελφοί μου. Κλείστηκαν μέσα στὴ Θεοφρούρητη Πόλη, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει. Μερικὲς χιλιάδες. Οἱ ὑπερασπιστές της δὲν ἔφταναν τὶς πέντε χιλιάδες. Δέκα χιλιάδες ἦσαν καλογεροπαίδια στὰ μοναστήρια, παρακαλῶ! Τὰ λέει κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γλυτώσουν, νὰ μὴν πολεμήσουν, νὰ μὴν ὑπερασπιστοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ στὸ τέλος... κατεσφάγησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, μέσα στὰ ἴδια τους τὰ μοναστήρια. Κι ὁ λαὸς εἶχε φύγει τελείως πιά, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες, μὲ τὶς ἴντριγκες, τὶς φατρίες, τὶς αἱρέσεις, τὶς διαιρέσεις, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τόσα, εἶχε ἀπελπιστεῖ τελείως. Ὅπως καὶ σήμερα. Ποιόν νὰ πιστέψεις; Ποιόν νὰ ἀκούσεις; Ποῦ ν’ ἀκουμπήσεις; Ποῦ νὰ σταθεῖς;

Καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ νέες περισσότερο, ἠσχολοῦντο, λέει ὁ ἱστορικός, περὶ τὸν καλλωπισμὸν κτλ. Καλὸ εἶν’ αὐτό. Ἀλλὰ νὰ ’χουμε κι ἄλλον καλλωπισμό. Νὰ πηγαίνουμε καὶ βαθύτερα. «Ἴσθι φιλόκαλος ἀλλὰ μή καλλωπιστής», ποὺ θὰ ’λεγαν κι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι. Κι ὅταν τὸ ξημέρωμα τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, τῆς Τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, ὅπως τὴ λέει καὶ τὸ λαϊκὸ ἄσμα, ἔμπαιναν οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς Βυζαντινὲς φτιαγμένες καὶ στολισμένες πήγαιναν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, γιὰ τὸ πανηγύρι. Ἦσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὰ πανηγύρια, λίγο. Καὶ τὶς πρόλαβαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὶς ἐφρόντισαν. Ἀκόμη, εἴχαμε μαύρη ἀγορὰ στὰ τρόφιμα. Ἄλλοι πέθαιναν ἀπ’ τὴν πεῖνα καὶ πολεμοῦσαν νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, κι ἄλλοι ἔκρυβαν τὰ τρόφιμα, γιὰ νὰ ’κονομίσουν περισσότερα. Μαύρη ἀγορά!

Εἶχε φύγει, λοιπόν, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὸ «Χρονικό» τοῦ Ρώσου Νέστορος, τοῦ μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἐξῆς φοβερό, ὅτι λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση ἔγινε κρότος φοβερὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ θόρυβος μεγάλος, καὶ μάλιστα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Κι εἶδαν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὸν τροῦλο τῆς ἐκκλησίας μιὰ λάμψη μεγάλη καὶ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἐγκαταλείποντας τὴν ἐκκλησιά, τὴ Μεγάλη ἐκκλησιά, στὸ σκοτάδι. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! Γιατὶς ἁμαρτίες τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀρχόντων θὰ παρέδιδε ὁ Θεὸς τὴ Βασιλεύουσα στοὺς μωαμεθανούς. Γιατὶ «εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει».

Ἡ μέσα Ἅλωση ἔφερε τὴν ἔξω Ἅλωση, ἡ ὁποία, ὅμως γιὰ τοὺς περισσότερους τῶν Ἑλλήνων, στάθηκε εὐεργετική. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης «στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν». Ὁ λαὸς πιά ἄφησε τὰ μίση, τὶς ἔχθρες, τὶς ματαιότητες, τὶς μικροψυχίες κι ἀγκάλιασε τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Καὶ αἰσθάνθηκε τὴ θλιμμένη Παναγιά. Ταπεινώθηκε θεληματικὰ καὶ ἐπήρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λέει ἡ Θεία Γραφή «Ὁ Θεὸς ταπεινοῖς δίδωσι χάριν». Καὶ βγῆκαν ἀναρίθμητοι Νεομάρτυρες καὶ Ἅγιοι, ποὺ ἐστόλισαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἁγίασαν μὲ τὰ αἵματά των τὸ σκλαβωμένο καὶ μαρτυρικὸ τοῦτο τόπο. Κι ἐκεῖνα τὰ αἵματα ἔγιναν θεμέλιο κι ἐστήριξαν τὸ Γένος τὸ σκλαβωμένο.

Γιατὶ οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ἐναντίον τῶν μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν τονίζεται ἐπαρκῶς καὶ δεόντως. Οἱ Νεομάρτυρες! Που δὲν ἐσήκωσαν συμβατικὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου, ὅπως οἱ κλεφταρματωλοί, ἀλλὰ ἐσήκωσαν τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά. Τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς τους. Τὰ ὅπλα τῆς καρδιᾶς τους. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Τῆς ἀγάπης. Τῆς ἐλπίδος. Τοῦ μεγαλείου τῆς θρησκείας μας. Κι αὐτοὺς φοβήθηκαν περισσότερο οἱ Μουσουλμάνοι. Καὶ μάλιστα πιό πολύ ἀπ’ ὅλους, φοβήθηκαν τὸν Ἅγιο τῶν σκλάβων, τὸν μεγάλο διδάχο, τὸν ἰσαπόστολο καὶ ἱερομάρτυρα καὶ ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ξέρω σήμερα ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο Ὀρθόδοξος.


Παρασκευή, Μαΐου 29, 2026

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ 29η Μαΐου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα σημαντική. Ἐὰν ἀνοίξουμε τὸ συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δοῦμε ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται ἡ μνήμη δύο ἁγίων γυναικῶν οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ἴδιο ὄνομα· Θεοδοσία λέγεται ἡ μία, Θεοδοσία λέγεται καὶ ἡ ἄλλη.

* * *

Ἡ ἁγία παρθενομάρτυς Θεοδοσία ἡ ἐν Καισαρείᾳ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν τὴν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ τὴν ἔδεσαν. Μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τὴν ἔφεραν ἐμπρὸς στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὴν ἐπρόσταξε νὰ θυσιάσῃ στὰ εἴδωλα. Ἡ Θεοδοσία ἀρνήθηκε, καὶ τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ τὴ χτυπήσουν. Τὴν πλήγωσαν στὰ πλευρὰ καὶ τοὺς μαστοὺς καὶ ξέσχισαν ὅλο τὸ σῶμα της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέφερε σιωπηλὴ καὶ μὲ καρτερία ἡ νεαρὴ Θεοδοσία. Ὁ Οὐρβανὸς ἐπανέλαβε τὴν προσταγή, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε πάλι ἄκαμπτη. Τότε πλέον διέταξε νὰ τὴ ῥίξουν στὸ βυθὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔτσι τερμάτισε τὸ μαρτύριό της νικήτρια.

* * *

Ἡ ἄλλη Θεοδοσία εἶνε ἡ ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα. Αὐτὴ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Βασιλεύουσα σὲ ἄλλη ἐποχή, τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραμυττινοῦ (714 μ.Χ.). Ἦταν κόρη εὐσεβῶν καὶ πλουσίων γονέων. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας της ἡ μητέρα ὡδήγησε τὴν κόρη, ἡλικίας τότε 7 ἐτῶν, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μοναχή. Μετὰ τὸ θάνατο καὶ τῆς μητέρας της ἡ Θεοδοσία, ἀπὸ τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, ἔφτειαξε τρεῖς εἰκόνες κοσμημένες μὲ χρυσὸ καὶ ἄργυρο· μία τοῦ Χριστοῦ, μία τῆς Παναγίας, καὶ μία τῆς ἁγίας Ἀναστασίας. Μοίρασε κατόπιν ὅλη τὴν περιουσία της σὲ φτωχοὺς καὶ ὀρφανά, καὶ ἄρχισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες της σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν τοποθεσία «Σκοτεινὸ Φρέαρ» καὶ στὴν λεγομένη «Ἄσπαρο Στέρνα».

Εἶχε συμπληρώσει ἐκεῖ 10 χρόνα ἀσκήσεως ὅταν, τὸ 716, ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔδιωξε ἀπὸ τὸ θρόνο βιαίως, μὲ ῥαβδιὰ καὶ μαχαίρια, τὸν ἅγιο πατριάρχη Γερμανό, ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε στὶς διαταγές του κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καὶ ἀνέβασε στὸ θρόνο τὸν σύγκελλο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, κάποιον Ἀναστάσιο, ποὺ συμφώνησε μὲ τὸν Ἴσαυρο καὶ πρόδωσε σὰν ἄλλος Ἰούδας τὸ γέροντά του. Προσπάθησε μάλιστα ὁ Λέων μὲ ἀπεσταλμένους του νὰ κατεβάσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴ λεγομένη Χαλκῆ Πύλη τοῦ τείχους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Τὰ κατάφερε, τὴν ξεκρέμασε; Ὄχι. Γιατί; Διότι ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν εἰκόνα! Ποιός φώναξε; ἱερεύς, ἱεροκήρυκας, θεολόγος, πατριάρχης; Ὄχι. Μιὰ γυναίκα! Ἦταν ἡ ἁγία Θεοδοσία, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες τόλμησε καὶ πῆγε ἐκεῖ, φώναξε καὶ διαμαρτυρήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔπιασαν τὴ σκάλα, ὅπου εἶχε ἀνεβῆ ἕνας σπαθάριος γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν εἰκόνα, τὴν ἔρριξαν κάτω μαζὶ μ ̓ αὐτόν, καὶ πέφτοντας ὁ σπαθάριος σκοτώθηκε. Ἐν συνεχείᾳ ἦρθαν στὸ πατριαρχεῖο καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο, τὸν ἀνάξιο διάδοχο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ. Τότε κάποιος, ποὺ τὶς εἶχε δεῖ στὴ Χαλκῆ Πύλη, τὶς ἀναγνώρισε, τὶς ὑπέδειξε, καὶ ἔτσι τὶς συνέλαβαν. Καὶ οἱ μὲν ἄλλες γυναῖκες ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως. Τὴν ὁσία Θεοδοσία ὅμως τὴ θανάτωσε ἕνας ἄγριος δήμιος μὲ πρωτοφανῆ τρόπο· πῆρε τὸ κέρατο ἀπὸ ἕνα κριάρι ἢ βόδι, τῆς τὸ ἔμπηξε καὶ διαπέρασε μ ̓ αὐτὸ τὸ λαιμό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα, 29 Μαΐου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Θεοδοσιῶν, ἔχουμε καὶ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο ἑνὸς ἄλλου γεγονότος τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.

29 Μαΐου 1453. Ἂν πιάσῃς παιδιὰ τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ λυκείου καὶ τὰ ρωτήσῃς «τί ἔγινε στὶς 29 Μαΐου;», δὲν θὰ ξέρουν νὰ σοῦ ποῦν. Ἂν τὰ ῥωτήσῃς γιὰ ἄλλα πράγματα, εἶνε πολὺ κατατοπισμένα, τὰ ξέρουν ὅλα. Ἄλλοτε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑωρταζόταν πένθιμα. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ ἄρχοντες, πήγαιναν στοὺς ναοὺς καὶ τελοῦσαν μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

29 Μαΐου 1453, ἡμέρα ἀποφράδα, θλιβερή, καταραμένη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασίλισσα τῶν πόλεων, ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Μωάμεθ καὶ τῶν Τούρκων. Τὴν πολιόρκησαν πολύ, καὶ τέλος μπῆκαν μέσα, πρωὶ – πρωὶ σὰν σήμερα. Δὲν εἶχε ἀκόμα τελειώσει ἡ λειτουργία γιὰ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδοσίας. Σὲ κάποιο ναὸ τῆς Πόλεως ἑώρταζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἑορτὴ τῆς παρθενομάρτυρος καὶ τῆς ὁσιομάρτυρος. Καὶ τότε ὁ Μωάμεθ μπῆκε μέσα.

Τὸ τί ἐπακολούθησε εἶνε ἀπερίγραπτο. Ἔβαλε φωτιά, ἔκαψε σπίτια, λήστεψε, λεηλάτησε, ξεκοίλιασε γυναῖκες, ἀτίμασε παρθένες, σκότωσε μικρὰ παιδιά. Προχώρησε, πῆγε στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἔσπασε τὶς σιδερένιες πόρτες, μπῆκε μέσα, σκότωσε ὅσους εἶχαν καταφύγει στὴ μεγάλη ἐκκλησία, βάφτηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ αἷμα, πλημμύρησε τὸ δάπεδο. Μουτζούρωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἔβγαλαν τὰ μάτια τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, κατούρησαν –μὲ συγχωρεῖτε– στὶς κολυμβῆθρες. Τόλμησαν ἀκόμη κι ἀνέβηκαν πάνω στὴν ἁγία τράπεζα καὶ χόρευαν! Πέταξαν τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα! Ἀνέβηκαν σὰν καλικάντζαροι πάνω στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καὶ ξερρίζωσαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Ὄργιο, φοβερὸ ὄργιο!…

29 Μαΐου ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀποφράδα ἐκείνη μέρα, πέρασαν χρόνια. Ἦταν ἡ συμφορὰ αὐτὴ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ γένους μας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ μόνη συμφορά. Ἦρθε ὕστερα καὶ μιὰ δεύτερη συμφορά, μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἄλλη συμφορὰ ποιά ἦταν· ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή. Λένε –συμφωνῶ κ ̓ ἐγώ–, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μεγάλη καταστροφή. Πάλι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ τώρα; Τώρα… Δὲν τολμῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἔρθῃ νέα συμφορά, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές. Θεέ μου Θεέ μου!

Καὶ οἱ Ἕλληνες; Ἀδιάφοροι… Τί θὰ μᾶς σώσῃ; Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οὔτε οἱ πολιτικοὶ οὔτε τὰ κόμματα οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ θεωροῦμε ἄξιο ἐμπιστοσύνης. Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ. Τὸ εἶπα, τὸ λέω, καὶ τὸ φωνάζω κατ ̓ ἐπανάληψιν· Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ· ἡ μετάνοια! Διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ ἄρχοντες, ἔχουμε ἁμαρτήσει, καὶ γι ̓ αὐτὸ ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ἐὰν μετανοήσουμε, θὰ κάνῃ πάλι ὁ Θεὸς τὸ θαῦμα του· ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, τότε πρέπει νὰ περιμένουμε κάποια νέα μεγαλύτερη συμφορά.

Αὐτὰ ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου. Τὴν παρθενομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, τὴν ὁσιομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, καὶ τὴν ἐπέτειο τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλεως. Γι ̓ αὐτὸ τέτοια μέρα ἔπρεπε νὰ τελοῦνται μνημόσυνα σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ μεγάλου ἥρωος καὶ πατριώτου καὶ Χριστιανοῦ, τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν τελευταία ἡμέρα, τὴν προγουμένη τί ἔκανε; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς σήμερα. Πῆγε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὴ θεία λειτουργία ξυπόλητος· γονάτισε, ἔκλαψε, παρακάλεσε τὸ Θεό· ζήτησε συγγνώμη ἀπ ̓ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα –ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του–, μὲ δάκρυα κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὰ τείχη. Καὶ ἐκεῖ, σὰν λιοντάρι, ἀγωνίστηκε μέχρι τὴν τελευταία πνοή του. Αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὅλων τῶν χιλιάδων ἐκείνων Χριστιανῶν ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴν Ἅλωσι. Καὶ αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν κατὰ τὴν φοβερὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἀπὸ ἕνα χειρότερο Μωάμεθ, νεώτερο τύραννο καὶ μισέλληνα, τὸν Κεμάλ.

Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα τὸ Θεό, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Θεοδοσίας καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας, νὰ ἐλεήσῃ τὸ γένος μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἀγρυπνία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 29-5-1985 μὲ ἄλλο τίτλο.Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2003, ἐπανέκδοσις 19-4-2026.