Τρίτη, Ιουνίου 02, 2026

 

Το εκκλησιολογικό έγκλημα του πατρ. Βαρθολομαίου στην Ουκρανία εξηγημένο σε 10 λεπτά (Βασίλειος Τουλουμτσής).

 

Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: The Crucifixion of Orthodoxy in the 21st Century: Spiritual Wars, the Ecumenist Offensive, and Global Politics

«Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου αρχικώς να συγχαρώ το Κέντρο Γεωστρατηγικών Μελετών στο Βελιγράδι για την διοργάνωση του παρόντος διεθνούς συνεδρίου και επίσης να τους ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν.

Στην σύντομη εισήγηση που θα ακολουθήσει θα αναφερθούμε στον τρόπο αποδοχής των λεγόμενων πρώην σχισματικών Ουκρανών από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δίχως αναχειροτονία, αλλά και στην επιχειρηματολογία που προέβαλαν προκειμένου να δικαιολογηθεί η συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική πρακτική.

Εξαρχής είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εκκλησιαστική θεραπεία των σχισμάτων έχει χαρακτήρα όχι απλώς συμφιλιωτικό αλλά θεραπευτικό. Επί τη βάση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Κανονικής Παράδοσης. Καθώς συγκαλύπτοντας και όχι εξαλείφοντας τις αντιθέσεις, παραμένει πάντοτε ενεργός ο κίνδυνος της αλλοίωσης και της εκ νέου διαίρεσης του εκκλησιαστικού σώματος.

Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός και κανένα Πατριαρχείο δεν βρίσκεται υπεράνω της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ώστε να έχει το προνόμιο να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν και αποσπασματικά στοιχεία της Παραδόσεως, προκειμένου να ικανοποιεί συμπλεγματικές ορέξεις και φιλοδοξίες παγκόσμας εξουσίας επί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διαιρώντας μάλιστα το εκκλησιαστικό σώμα χωρίς καμμία συστολή.

Η ουσία του προβλήματος, του ουκρανικού σχίσματος, δεν αποτελεί ο τόμος της αυτοκεφαλίας, είναι βεβαίως προβληματικός και ο τρόπος απόδοσης αλλά και οι απoδέκτες αυτού, αλλά ο τόμος έρχεται ως δευτερεύον πρόβλημα. Το κύριο και πρώτιστο πρόβλημα του ουκρανικού ζητήματος είναι η έλλειψη ιερωσύνης στους δεχθέντες τον τόμο, καθώς αυτοί ουδέποτε χειροτονήθηκαν εντός της Εκκλησίας, ενώ στο πλαίσιο της αυτοκεφαλίας δημιουργήθηκε, και έως και σήμερα υποστηρίζεται, μία διαδοχή φερομένων ως «ιερέων» που όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσχεραίνεται έτι περαιτέρω η δυνατότητα θεραπείας.

Η ομάδα η οποία τον Ιανουάριο του 2019 έλαβε τον τόμο αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συγκροτήθηκε από τριών ειδών «επισκόπους»:

α) από πρώην κανονικούς επισκόπους που αποσχίστηκαν από το Πατριαρχείο της Μόσχας

β) από δεχθέντες χειροτονία εντός του σχίσματος

γ) και από αυτο-τιτλοφορούμενους ως επισκόπους, οι οποίοι πολύ πιθανό να είναι και αβάπτιστοι

Εδώ να κάνουμε μία παρένθεση και να πούμε ότι η άσκηση εκκλήτου από πλευράς ειδικά του Μακαρίου Μαλέτιτς αποτελεί έναν τραγέλαφο, διότι ο χαρακτήρας της εκκλήτου προφυγής είναι η αναίρεση μίας καταδικαστικής και καθαιρετικής πράξης, η οποία στην περίπτωση του Μαλέτιτς δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει, διότι δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει αρχική χειροτονία.

Και παρ’ ότι οι τρεις περιπτώσεις φέρουν διαφορετικά εκκλησιολογικά χαρακτηριστικά, εντούτοις όλοι ανεξαιρέτως έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγνωρίστηκαν όλοι ανεξαιρέτως ως αρχιερείς της Εκκλησίας.

Με τον τρόπο αυτό και την δημιουργία του συγκεκριμένου εκκλησιαστικού συνονθυλεύματος, θεωρήθηκε ότι επήλθε η θεραπεία, την στιγμή που η ύπαρξη παράλληλης εκκλησιαστικής δομής στον ίδιο τόπο, με την αναίτια περιθωριοποίηση του κανονικού Μητροπολίτη Ονουφρίου στοιχειοθετεί και αποτελεί ντε φάκτο σχίσμα.

Μία Εκκλησία όμως για να γίνει αυτοκέφαλη θα πρέπει πρωτίστως και προηγουμένως να είναι Εκκλησία, εφόσον Εκκλησία σημαίνει και συνεπάγεται υποστατά μυστήρια, αγιαστική χάρη και ιερωσύνη. Κατά συνέπεια είναι άλλο το ζήτημα της αποκατάστασης στην ιερωσύνη και διαφορετικό το ζήτημα της αυτοκεφαλίας. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοκεφαλία δεν έχει δική της αυτόνομη χαρισματική υπόσταση αλλά θεμελιώνεται πρωτογενώς στην εκκλησιαστική υπόσταση μίας κατά τόπον Εκκλησίας, η οποία δευτερογενώς καθίσταται αυτοκέφαλη. Δεν είναι δυνατόν μία κίνηση διοικητικού χαρακτήρα, όπως είναι η αυτοκεφαλία, να προσδώσει απροϋπόθετα και μαγικώ τω τρόπω αρχιερωσύνη σε ανθρώπους που ποτέ δεν την έλαβαν και ενδεχομένως δεν ανήκαν καν στο Σώμα της Εκκλησίας. Ειδάλλως δημιουργείται το πρωτοφανές παράδοξο να έχουμε μία ομάδα η οποία να κατέχει μεν τόμο αυτοκεφαλίας αλλά να μην είναι Εκκλησία.

Η «επιχειρηματολογία» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά βάση βασίστηκε, θεμελιώθηκε, πάνω στην αλλοίωση κειμένων, στην παρερμηνεία Ιερών Κανόνων και ιστορικών γεγονότων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Μία τέτοια προσπάθεια υπήρξε η δικαιολόγηση της μη αναχειροτόνησης των σχισματικών Ουκρανών μέσω του τρόπου αποδοχής των πρώην εικονομάχων επισκόπων από την 7η Οικουμενική Σύνοδο χωρίς αναχειροτόνηση.

Το δεδομένο όμως που διαφοροποιεί ριζικά τις δύο περιπτώσεις είναι ότι οι εικονομάχοι έφεραν υποστατή ιερωσύνη εντός της Εκκλησίας προ της αιρετικής τους απόκλισης και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που η Εκκλησία δεν τους χειροτόνησε εκ νέου. Οι σχισματικοί της Ουκρανίας όμως δεν έχουν αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, με εξαίρεση ασφαλώς τους αρχιερείς που ανήκαν πριν στο Πατριαρχείο της Μόσχας από όπου και αποσχίστηκαν και ακολούθως καθαιρέθηκαν. Πράγμα που σημαίνει ότι άνευ χειροτονίας δεν είναι ιερείς και για αυτό δεν δύνανται να προσφέρουν την λατρεία της Εκκλησίας προς τον Θεό.

Σύμφωνα με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και την διαχρονική συνείδηση και πράξη της Εκκλησίας, τα όρια της Εκκλησίας και οι θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές είναι εκείνες που προσδιορίζουν αρχικώς την δυνατότητα, διότι δεν οικονομούνται όλες οι περιπτώσεις, και δευτερευόντως τον τρόπο αποδοχής των εξαιρέσεων επιστρεφόντων, με το δεδομένο ότι δεν υφίστανται μυστήρια εκτός Εκκλησίας. Συνεπώς, η αποδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων έλαβε χώρα κάτω από αυστηρό καθεστώς συγκεκριμένων εκκλησιολογικών προϋποθέσεων, με απαραίτητη προϋπόθεση η επισκοπική χειροτονία να είχε αρχικώς τελεστεί στους κόλπους της Εκκλησίας προ της αιρετικής απόκλισης.

Με άλλα λόγια. Η σημειούμενη πορεία εκκινά από την εκκλησιολογία και κατευθύνεται προς την εξέταση του τρόπου αποδοχής.

Σύμφωνα με την παρερμηνεία της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία φιλοδοξεί να υποστηρίξει την μη αναχειροτονία, σημειώνεται η ακριβώς αντίθετη πορεία. Εκκινά από τον τρόπο αποδοχής και κατευθύνεται προς την διαμόρφωση μίας νεάς εκκλησιολογίας.

Θεωρείται παγιωμένος ο τρόπος της μή αναχειροτόνισης, ως δήθεν θεμελιωμένος στην διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας και εκ του τρόπου της απροϋπόθετης αναγνώρισης ιερωσύνης εκτός Εκκλησίας, διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα μεν αδιευκρίνιστα δε, εκκλησιολογιικά όρια, εφόσον η μη αναχειροτόνιση δηλώνει την προ-ϋπαρξη υποστατής ιερωσύνης.

Όμως υπό την άποψη αυτή δεν υπάρχουν όρια της Εκκλησίας και επομένως δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν αιρετικοί και σχισματικοί. Γενόμενοι αυτοί a priori δεκτοί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και των εκτός Αυτής διαφόρων ετερόδοξων και σχισματικών κοινοτήτων τίθενται επί ίσοις όροις. Ωσαν το πρόβλημα να αφορά σε διακοπή κοινωνίας και όχι σε έκπτωση εκ της Εκκλησίας.

Το εν λόγω εκκλησιολογικό σχήμα παραπέμπει ευθέως στην εκκλησιολογία του Κονγκάρ [Yves Congar], η οποία αργότερα έγινε και η εκκλησιολογία της δεύτερης Βατικανής συνόδου. Με κυρίαρχο στοιχείο αυτής να αποτελεί η έννοια της διαβαθμισμένης μετοχής όλων των «ιστορικών εκκλησιών» στην «μία εκκλησία» και την ύπαρξη ενός παγκόσμιου «πρώτου».

Στη νέα αυτήν περιεκτική εκκλησιολογία δεν υπάρχουν σχίσματα και αιρέσεις. Υπάρχουν απλώς χωρισμένοι αδελφοί με τους οποίους και επί τη βάση του θεωρούμενου ως ενός «χριστιανικού βαπτίσματος», υφίσταται κοινωνία ατελούς μορφής, η οποία καθίσταται ως τέλεια μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον παγκόσμιο «πρώτο». Αυτή η κοινωνία τελειοποιεί και αναπληρώνει το ατελές της κοινωνίας.

Γι’ αυτό και δεν υφίσταται επανάληψη τέλεσης μυστηρίων για τους λατίνους, δεδομένου ότι η Β’ Βατικανή ήρε την αποκλειστική εκκλησιολογία της Α’ Βατικανής συνόδου, αναγνωρίζοντας έγκυρα και υποστατά μυστήρια σε όλες τις ιστορικές «εκκλησίες».

[σ.σ. Σε αυτό το σημείο κατανοούμε, πώς η ψευδοσύνδος της Κρήτης που ονόμασε τις αιρέσεις «εκκλησίες», με την ιστορική τους έννοια όπως μας είπε ο Αθηνών Ιερώνυμος, μπήκε στην τροχιά της Β’ Βατικανής των παπικών για τα περαιτέρω.]

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η πρακτική που εφαρμόστηκε ως προς τον τρόπο αποδοχής και αναγνώρισης των σχισματικών και αχειροτόνητων ομάδων των Ουκρανών, δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και δεν εναρμονίζεται με την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για την οποία δεν υφίστανται μυστήρια, συνεπώς και ιερωσύνη, εκτός της Εκκλησίας.

Φέρει χαρακτηριστικά Βατικάνειας εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία το θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας δεν είναι πλέον η Πίστη και η Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά το πρόσωπο του παγκόσμιου «πρώτου». Η κοινωνία με τον «πρώτο» είναι αυτή που αναπληρεί την ανάγκη της αναχειροτονίας, αποτελώντας παράλληλα και τον αναγκαίο όρο ενότητας της «Εκκλησίας» και κοινωνίας με την «Εκκλησία».

Προς την νεόκοπη στοιχειοθέτηση ενός παγκόσμιου πρωτείου άνευ ίσων, εργάστηκε συστηματικά ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, μέσω της περσοναλιστικής παρερμηνείας του τριαδιολογικού δόγματος και της υποστήριξης της οντολογικής προτεραιότητας του Πατρός ει βάρος των Υποστάσεων Υιού και Πνεύματος. Με αποτέλεσμα, η αιρετική τριαδολογία να κατοπτρίζεται εικονικά σε μία αναλόγως προβληματική εκκλησιολογία, την «εκκλησιολογία του πρωτείου».

Στο επίπεδο της τριαδολογίας, ο Ζηζιούλας ταύτιζε τον Θεό μόνο με την υπόσταση του Πατρός και υποστήριζε ότι όπως ενδοτριαδικά υπάρχει ο Πατήρ ως πρώτος, κατ’ αντιστοιχία και στο επίπεδο της εκκλησιολογίας υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένας παγκόσμιος πρώτος, ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και το σημείο ενότητας της «Εκκλησίας». Άνευ του πρώτου ή άνευ της κοινωνίας με τον πρώτο, δεν υφίσταται ενότητα.

Στην πραγματικότητα το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, πέραν από παραγγελία κέντρου γεωπολιτικής ισχύος, υπήρξε περαιτέρω και μία πολύ βολική περίπτωση προκειμένου να εκφραστεί στο πρακτικό επίπεδο της εκκλησιολογίας η αιρετική αρειανική τριαδολογία του αποθανόντος μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, ως «εκκλησιολογία του πρωτείου». Η οποία θέτει τις Τοπικές Εκκλησίες σε διαφορετικά και άνισα επίπεδα υπό έναν πρώτο, την εκκλησιαστική παράδοση απλώς ως αποθήκη επιχειρημάτων απ’ όπου λαμβάνεται μόνον ό,τι εξυπηρετεί την κάθε περίσταση, ενώ η απροϋπόθετη αναγνώριση ιερωσύνης, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί ένα πολύ βολικό και εξυπηρετικό προηγούμενο προς την επιχειρούμενη πανχριστιανική ενότητα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.»

https://www.youtube.com/watch?v=vXHxDubah0E

Απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ



 

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

Παν. Δ. Παπαδημητρίου, PhD
αʹ ἔκδοσις, 28/5/2026

(γιά καλύτερη ἐμπειρία ἀνάγνωσης, γιά τίς παραπομπές, τίς ἀναφορές, κτλ., δεῖτε παρακάτω τό PDF)

«κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ», Ματθ. ϛʹ 5-6
«μυστικῆς ἐπιτελουμένης Εὐχῆς» (Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, 4ος αἰ.)
«μίαν μὲν τὴν πρώτην [Εὐχὴν] διὰ σιωπῆς», ΙΘʹ (19ος) Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας

Χαρακτηριστικὸ τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἡ τήρηση τῆς Παραδόσεως. Ἡ τήρηση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως εἶναι Ἀποστολικὴ ἐντολή. Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς Παραδόσεις (Βʹ Θεσ. βʹ 15). Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ Τάξιν γινέσθω (Αʹ Κορ. ἰδʹ 40). Στὴν διακονία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν κάνει ὁ καθένας του κεφαλιοῦ του, ἀλλιῶς κοινῶς προτεσταντίζει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», ὄχι ἑπομένη ταῖς προσωπικαῖς γνώμαις ἑκάστου. Γιατί πρέπει νὰ τηρεῖται ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁδὸς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς θείας λατρείας, τῆς προσευχῆς, τῆς μετανοίας, τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως.

Ὅπως εἴδαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, ἡ Παράδοση στὴν Λειτουργία ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ (εἰς ἐπήκοον) τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχές πρὸς τὸν Ἱερέα καὶ τοὺς πιστούς, καὶ αὐτοὶ ἀνταποκρινόμενοι προσεύχονται μυστικῶς, κατ’ ἰδίαν, ὁ μὲν Ἱερεὺς μὲ τὶς δικές του Εὐχές, οἱ δέ πιστοὶ μὲ τὸ μυστικὸ Κύριε ἐλέησον ἢ τὶς δικές τους προσευχές (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως ὡς «ὁδηγὸς» τῶν Πιστῶν στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν κοινὴ Εὐχὴ τοῦ Διακόνου). Οἱ Προσευχὲς αὐτὲς χάριτι Θεοῦ, ὅλες μαζὶ ὅμως ὄχι ὡς ξεχωριστὲς ἀλλὰ ὡς μία κοινὴ δυνατὴ Προσευχή, ὡς μία κοινὴ Δύναμις πηγαίνουν στὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἐλάχιστη Προσευχὴ ἑνὸς ραθύμου πιστοῦ στὴν Ἐκκλησία, ἀποκτᾶ μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ (ἀπὸ ὅτι ὅταν προσεύχεται σπίτι μόνος του, ποὺ κι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀμελεῖ) λόγῳ τῆς κοινῆς Προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Μὴν ἀμελοῦμε τὴν κατ’ οἶκον προσευχή. Ἡ κατ’ οἶκον Προσευχὴ βοηθάει τὴν Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία βοηθάει τὴν κατ’ οἶκον Προσευχή. Ὅταν ὑπάρχει μαζὶ καὶ ἡ μετάνοια, ἡ συγχώρεση, ἡ ἀκακία, ἡ ἀγάπη, καὶ ἡ ταπείνωση τότε ἀποκτάει μεγαλυτέρα δύναμη ἡ Προσευχή μας, χάριτι Θεοῦ πάντοτε.

Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, ὅταν ἦταν ἐν ζωῇ, μακρὰν ἡ ἰσχυροτέρα Παράδοση ἦταν ἡ ἀρχαία Παράδοση τῶν Μυστικῶν (ὄχι τῶν νεωτεριστικῶν φωναχτῶν) Εὐχῶν:1

α) «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».

β) «Ἐνωρὶς ἐπεκράτησε νὰ λέγωνται “μυστικῶς” οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας. Συνήθως ὁ ἱερεὺς τὶς ἔλεγε κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ διάκονος ἔλεγε τὴν συναπτή, πάντως πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως».

γ) «“Μυστικῶς”, ὡς γνωστόν, λέγονται σήμερα ὅλες οἱ Εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀπισθάμβωνον [στὸ τέλος]».

δ) «Μυστικῶς λέγονται οἱ Εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνονται στόν Θεό». [Ὅλες οἱ Εὐχὲς ὅμως στὸν Θεὸν ἀπευθύνονται (!), ὄχι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, κλπ.].

 Οἱ φωναχτὲς Εὐχὲς προωθήθηκαν τὰ τελευταῖα 75+ περίπου χρόνια, καὶ ἰδιαίτερα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ἀπὸ Θεολόγους, Λειτουργιολόγους καὶ Κληρικοὺς ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδο, καὶ αὐτοὶ παρέσυραν πόσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκούς.

Δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας, πολλοί εὐκαίρως-ἀκαίρως ὑποστηρίζουν τὴν νεωτεριστικὴ ἔκφωνη Προσευχὴ τῶν Ἱερέων στὴν Θεία Λειτουργία.

 Λένε: Ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ προσεύχεται φωναχτά, καὶ νὰ τὸν ἀκοῦνε οἱ πιστοί.

 Σὲ προηγούμενα ἄρθρα μας ἔχουμε ἀπαντήσει στὸ θέμα μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στὴν Ἱερὰ Παράδοση, στὰ Χειρόγραφα, στοὺς Ἁγίους καὶ στὶς Ἱερὲς Συνόδους. Ἐδὼ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε περιληπτικά, κυρίως ἐμπειρικά.

 Α. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως:

Δὲν τεκμηριώνεται στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει τὶς Εὐχὲς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ἀπεναντίας μάλιστα τονίζεται ἡ μυστικὴ ἀνάγνωση ῥητῶς ἢ ἐμμέσως,2 μέχρι καὶ τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας πρό τοῦ 2002/2004 εἶχαν ρητῶς μυστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας. Ἡ δέ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποστείλει ὄχι μία ἀλλὰ τρεῖς (3) Συνοδικὲς Ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς νεωτεριστὲς παρηκόους: ἀρ. πρωτ. 499 / 16-2-1951, ἀρ. πρωτ. 1353 / 9-6-1956, ἀρ. πρωτ. 1137 / 13-3-1974 (εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων μηδὲ συνιέντων).3

Οἱ πιστοὶ ἄκουγαν τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ὅπως τὶς ἄκουγαν καὶ οἱ Ἱερεῖς, καὶ ἀνταποκρινόμενοι καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ ὁ Λαός,4 προσεύχονταν κατὰ διάνοιαν, μυστικῶς, (ὁ Ψάλτης μόνον ἐκφώνως, ὡς «ὁδηγός» τῶν Πιστῶν τρόπον τινα στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν Εὐχὴ τοῦ Διακόνου).

Ἀπὸ τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές, οἱ πιστοὶ ἄκουγαν μόνον τὴν «νεωτέραν» ὀπισθάμβωνον Ἱερατικὴ Εὐχὴ στὸ τέλος,5 γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε λεγόταν καὶ ἐκφώνως στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦνε οἱ πιστοί, τότε δὲν ὑπῆρχαν μικρόφωνα, μεγάφωνα) πάντοτε πρὸς ἀνατολάς στραμμένος ὁ Ἱερεύς, μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ποὺ τότε ἦταν στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (ἢ ὄπισθεν τοῦ ἄμβωνος, ὀπισθάμβωνος, ἂν «βλέπεις» τὸν ἄμβωνα ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Ἱεροῦ).

Ἐπίσης καὶ οἱ Ἱερεῖς δὲν ἀκοῦνε τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, οὔτε καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια, οὔτε καὶ κανεὶς Ὀρθόδοξος πιστὸς εὔχεται στὴν Ἐκκλησία εἰς ἐπήκοον τοῦ διπλανοῦ του πιστοῦ. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Διάκονος προσφωνεῖ, δὲν λέει Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητι πάτερ! Καὶ ἐσεῖς πιστὲ Λαέ ἀκούετε τὸν πάτερ νὰ προσεύχεται ἐκφώνως! Οὔτε λέει, Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητε πιστοί! Ἀλλά, τί προσφωνεῖ; Προσφωνεῖ: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν! Ὁ Διάκονος σὲ ποιοὺς λέει τὸ δεηθῶμεν; Φυσικά, στὸν Ἱερέα, καὶ στὸν πιστὸ Λαό. 6, 7, 8

 Β. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Πιστῶν (καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια)

Λένε οἱ νεωτεριστές, ὅτι πρέπει νὰ ἀκοῦνε οἱ πιστοὶ - κατ’ ἐπέκτασιν καὶ οἱ μοναχοὶ στὰ μοναστήρια - τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως.

Ἂν παραθεωρήσουμε τὸν νεωτερισμὸ τῆς θέσης αὐτῆς, δὲν διευκρινίζουν τί ἀκριβῶς καλοῦνται νὰ κάνουν οἱ πιστοὶ (καὶ οἱ μοναχοί) ὅταν ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει δυνατὰ τὴν μυστική Ἱερατικὴ Εὐχή. Τὸν ἀκοῦνε ἐνεργῶς (στοχάζονται διανοητικῶς ἢ πῶς ὁρίζεται τὸ ἐνεργῶς; ), παθητικῶς, ἢ παρακολουθοῦν ἀναγνωστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές ἀπὸ τὰ ἔσχατα μοντερνιστικὰ Ἱερατικὰ τῶν Πιστῶν; Ἂν φύγει ὁ νοῦς τους (ἂν χαζέψουν) γιὰ λίγο, καὶ δὲν ἀκούσουν ἢ δὲν διαβάσουν μιὰ-δυὸ-δέκα προτάσεις ἀπὸ τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως (ἢ καὶ ὁλόκληρη τὴν Εὐχή) τί γίνεται ἡ «συμμετοχή» τους;

Μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ ὁ πιστὸς ἀκούγοντας τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως ἢ μεταβάλλεται σὲ στοχαστὴ ἢ ἀκροατή, καὶ ἴσως κατόπιν σὲ ἀδιάφορο θεατή;9

Ἡ Προσευχὴ δὲν εἶναι ἀκρόαση ἢ κατανόηση ἢ ἐρμηνεία Εὐχῶν, οὔτε θεατρικὴ παρακολούθηση. Ἡ Λειτουργικὴ Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸ νὰ παρίσταται ὡς ἀκροατὴς ἢ κατανοητὴς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν οὔτε ὡς θεατὴς τῶν Ἱερέων, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει προσευχητικῶς στὴν κοινὴ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ προσευχηθεῖ ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ κοινοῦ ὑπακούοντας καὶ ἀνταποκρινόμενοι, μυστικὰ προσευχόμενοι ἕκαστος, στὶς κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου («αἱ τοῦ πλήθους Εὐχαί» καὶ «αἱ τῶν ἱερέων Εὐχαί» λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, βλ. καὶ τὸν Ἅγιο Πορφύριο).10 Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ κοινὴ Προσευχή! Οἱ μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως καὶ τῶν Πιστῶν δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὲς οὔτε ἀσύνδετες μεταξύ τους προσευχές, ἀλλὰ μία κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Προσευχή, χάριτι Θεοῦ, ποὺ ἀνεβαίνει στὸν Θεό.

Ὅταν ὅμως ἡ ἀκρόαση, ἡ ἀπαγγελία, γίνεται συνεχής, θεολογικὴ καὶ νοηματικὰ πυκνή, καὶ δεσμευτική, ἐμποδίζει τὴν νοερὰ Προσευχή τοῦ πιστοῦ, καὶ μεταβάλλει τὸν πιστὸ σὲ παρακολουθοῦντα ἀκροατή. Ὅμως ὁ Διάκονος εἶπε τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ὄχι δεήθητι Πάτερ! Καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ (συμ)προσευχηθεῖ μυστικῶς καὶ ὁ ἐκφώνως προσευχόμενος Ἱερεὺς δυσχεραίνει τὴν νοερὰ προσευχή του (ἐν γνώσει, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, ἰδιαίτερα μὲ τὰ μικρόφωνα). Γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ μεγάλος ἐργάτης τῆς προσευχῆς, ἀπαθὴς καὶ νηπτικὸς Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής φώναξε στὸν ἱερομόναχο: «Μὴ φωνάζῃς, παπᾶ, πές τις σιγανά, ὅπως ἀναφέρεται μέσα στὸ Ἱερατικό, ὅτι μυστικῶς λέγονται».11, 12

Τὸ ἴδιο παθαίνουν ἀπὸ τὸν ἐκφώνως προσευχόμενον Ἱερέα ὄχι μόνον οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ ὅσοι συλλειτουργοῦντες Πρεσβύτεροι θέλουν νὰ συμπροσευχηθοῦν. Παλαιότερα ἡ Παράδοση τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου εἶχε ὁ κάθε Ἱερεὺς (καὶ ὁ κάθε Ἐπίσκοπος) νὰ προσεύχεται κατ’ ἰδίαν τὶς μυστικὲς Ἰερατικὲς Εὐχές,13 ὅπως καὶ ὁ κάθε πιστός (καὶ μοναχὸς) κατ’ ἰδίαν προσεύχεται, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου: «κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου».

Ὅμως ἂν καὶ κατ’ ἰδίαν προσευχόμενοι ὅλοι στὴν Ἐκκλησία (Ἱερεῖς καὶ πιστοί) ἀνταποκρινόμενοι στὶς διὰ Προσφωνήσεως Κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ἐν τούτοις Μία Προσευχή, μία Δύναμις πηγαίνει στὸν Θεό (ὑποσ. 10)!

«Ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμοθυμαδὸν ἀναπέμπῃ τὴν δέησιν μιᾷ φωνῇ, Ἱερέων παρόντων, καὶ τὰς Εὐχὰς τοῦ κοινοῦ πλήθους ἀναφερόντων», Χρυσόστομος [PG 56, 182], πρβλ. [PG 48, 725], δηλ. «ἀναπέμπεται [ἡ Δέηση] ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μίαν ψυχήν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν Ἱερέων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν εἰς τὸν Θεὸν τὰς προσευχὰς τοῦ Ἐκκλησιάσματος»,14 γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ πληθυντικὸς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν ποὺ παρερμηνεύουν οἱ νεωτεριστές. Ὁ πληθυντικὸς σημαίνει ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναφέρει καὶ τὶς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, ὄχι ὄτι πρέπει νὰ ἀκούγονται οἱ μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχές στοὺς πιστούς.15

Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς θέλει ἢ προσπαθήσει νὰ προσευχηθεῖ ἀκούγοντας τὴν μυστικὴ Προσευχὴ τοῦ Ἱερέα (ὅπου λέγεται ἐκφώνως), ἀποσπᾶται ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν προσευχή του, γιὰ νὰ παρακολουθήσει, νὰ κατανοήσει, ἂν καὶ ὅσο μπορέσει, καὶ ὅσο κυρίως ἡ θεολογική καὶ πνευματική του στάθμη τὸ ἐπιτρέπει, τὸ ἀκροώμενο. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς κρατάει μπροστά του τὸ κείμενο τῆς μυστικῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἢ τὴν διαβάζει σὲ νεοελληνική ἀπόδοση,16 καὶ πάλι ἐνδέχεται νὰ πέσει στοὺς αὐτοὺς καὶ περισσότερους περισπασμούς: προσπαθεῖ νὰ διαβάζει, νὰ ἀκούει, νὰ μὴ χάνει τὰ λόγια, νὰ μελετᾶ, νὰ στοχάζεται, νὰ προσπαθεῖ ἐγκεφαλικὰ νὰ ἐννοήσει τὰ θεολογικὰ νοήματα, νὰ προσέχει τυχὸν λάθη τοῦ Ἱερέως ἢ καὶ τοῦ κειμένου, ἢ ἂν διαβάζει σωστὰ ὁ Ἱερεύς ἀποδίδοντας τὸ νόημα, καὶ συγχρόνως προσπαθεῖ νὰ ...προσεύχεται (ἂν διαβάζει καὶ ἀπὸ τὸ κινητό, τότε ἀκόμη χειρότερα). Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι Προσευχή, ἀλλὰ κἂν ἀκουστικὴ ἢ καὶ διανοητικὴ παρακολούθηση.

Στὴν οὐσία οἱ νεωτεριστές «δεσμεύουσιν γὰρ φορτία βαρέα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων».

Τί εἶναι Προσευχή; «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἢ αἴτησις τῶν προσηκόντων παρὰ Θεοῦ», Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [PG 94, 1089C-D, κεφ. ΞΔʹ].17 Ἡ αἴτησις στὴν Λειτουργία εἶναι προσωπικὴ προσευχητικὴ ἀνταπόκριση (πρὸς τὸν Θεόν) στὴν Κοινὴ Εὐχὴ ὑπὸ τοῦ Διακόνου (ἢ τὰ κατ’ ἰδίαν αἰτήματα ἑκάστου), δὲν εἶναι ἀκρόαση τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἱερέως. Καὶ «ἀνάβασις νοῦ18 πρὸς Θεὸν» εἶναι ἡ ὁμιλία τοῦ νοῦ μας πρὸς τὸν Θεόν, διότι «ἡ Προσευχή, ὁμιλία ἐστὶ νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1168C, κεφ. Γʹ]. Βέβαια ὑπάρχει καὶ ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἄνευ ὁμιλίας.19 Ἂν σὲ τυχὸν ὁμιλία μας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸ ἢ κάποιον Ἄρχοντα ἢ κάποιον ποὺ ἔχουμε «ψηλά», λαμβάνουμε τὸ ἀνάλογο «σχῆμα», πολὺ περισσότερο στὴν ὁμιλία μας (προσευχή μας) πρὸς τὸν Θεόν.

Λέει ὁ Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος: «οὐσιαστικὰ οἱ Ἅγιοι δὲν σκέφτονται, προσεύχονται,20 δηλ. καταργεῖται ἡ σκέψις καὶ παραμένει ἡ προσευχὴ ἡ ὁποῖα εἶναι ἐρώτησις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, οἱ ἐν Χριστῷ ἄνθρωποι».21

Ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ὁ πιστὸς καὶ ὁ νέος (συνήθως) ποὺ χρησιμοποιεῖ νεωτεριστικὸ «Ἱερατικὸν τῶν πιστῶν» στὴν Λειτουργία. Παρίσταται τόσο χρόνο στὴν Ἀκολουθία, καὶ στὴν οὐσία λόγῳ τῶν περισπασμῶν εἶναι δύσκολο νὰ προσευχηθεῖ ἀληθινά.

Πιὸ πολὺ καὶ πιὸ ὀρθὰ θὰ κατανοήσεις Χάριτι Θεοῦ τὴν Λειτουργία, συμμετέχοντας μὲ τὴν μυστικὴ προσευχή σου στὴν Λειτουργία, παρὰ μὲ τὸ διάβασμα (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι καλὸ, ὅταν τὸ βιβλίο δὲν ἔχει πλάνες, ἐκτὸς ὅμως τῆς Ἀκολουθίας, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας). «Ἡ Προσευχὴ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ὁ ἄνθρωπος προσευχηθεῖ τότε θὰ λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεόν».22 Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐργαζόμαστε καὶ τὴν ἀρετή γιὰ νὰ ἔχει δύναμη ἡ προσευχή.

Βέβαια, οἱ ἐκφωνήσεις τῶν Ἱερέων, οἱ εὐλογίες, οἱ ἀνήκουσες στὴν Παράδοση προτροπές (ὄχι τὰ μοντερνιστικὰ «ὅλοι μαζί»), τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ σοφὰ τὰ ἔχει βάλει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴν τάξιν τῆς Λειτουργίας, καὶ ποὺ εἶναι δοξολογία, κατήχηση, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ πνευματικὴ ἐνδυνάμωση χάριτι Θεοῦ γιὰ προσεκτικωτέρα προσευχή, αὐτὰ παραδοσιακῶς ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς.

 Γ. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Ἱερέων

Ἡ ἔκφωνη προσευχή τοῦ Ἱερέως στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι μόνον ἀντιπαραδοσιακή,23 ἀντικανονική,24 δὲν περισπᾶ μόνο τοὺς προσευχόμενους πιστούς ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή τους, ἀλλὰ περισπᾶ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Ἱερέα. Ἡ «[ἔκφωνη] ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀπαιτεῖ στόμφον, χρωματισμὸν τῆς φωνῆς καὶ πολλάκις πομπῶδες ὕφος καὶ ἄλλας «ὑποκριτικὰς» ἱκανότητας, στοιχεῖα ἐρχόμενα εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ κατανυκτικὴν ἀτμόσφαιραν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας».25 Ἡ ἐπὶ τούτου ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν δύναται νὰ μεταβάλει τὴν Προσευχὴ σὲ ἔγνοια ἀκρόασης, ρητορικὴ ἐπίδειξη ἢ λειτουργικὴ παρουσίαση. Ὁ Ἱερεὺς κινδυνεύει ἀπὸ προσευχόμενος Λειτουργὸς νὰ γίνει ἀναγνώστης.

Ὡς προσευχόμενος Λειτουργὸς ὅμως, προχωρεῖ «μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ», [PG 98, 429A].26 Γιὰ τὸ Ἱερατικὸ Συλλείτουργο ἀναφερθήκαμε στὴν ἐνότητα §Β.

Ἔτσι ὁ ἐκφωνὼν τὶς μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας Ἱερεύς, ἐπὶ τούτου, γιὰ νὰ τὶς ἀκούει ὁ Λαός, ἀδικεῖ πρῶτα τὸν ἑαυτό του, ἀδικεῖ τοὺς πιστοὺς στερῶντας τους τὴν ἀληθινὴ Προσευχὴ καθιστῶντας τους ἑκόντας ἄκοντας ἀκροατές τῶν μυστικῶν Εὐχῶν του (πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ θεωροῦσαν ἄτακτο - καὶ σωστά - ἂν τὸ ἔπρατταν οἱ πιστοὶ ἢ οἱ μοναχοὶ φωνάζοντας τὶς μυστικὲς εὐχές τους), ἀλλὰ τὸ κυριώτερο ἀδικεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μειώνοντας τὴν δύναμη τῆς Προσευχῆς της.

Συνάμα, ἡ ἐκφώνηση τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας κρύβει Κληρικαλισμό. Κληρικαλισμὸς δὲν εἶναι ἡ μυστικὴ Προσευχὴ τῶν Ἱερέων (καὶ ὁ Λαὸς μυστικῶς προσεύχεται), ἀλλὰ ἀπεναντίας εἶναι ἡ ἀντιπαραδοσιακῶς ἐπὶ τούτου ἔκφωνη πολλάκις ἐπιτετηδευμένη Προσευχή τους, ὅταν γίνεται γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἀφήνουν τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν ἀληθινά.

Τέλος, καὶ τῷ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν.

 Υποσημειώσεις

1 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 201, Τόμος Βʹ (1994), #235, σ. 229, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 192, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #558, σ. 222.

2 Παν. Παπαδημητρίου, Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, 30/10/2022.

3 Τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγιναν ἐπανειλημμένες Συνοδικὲς αὐστηρὲς παρεμβάσεις φανερώνει ὅτι ἡ νεωτεριστικὴ πρακτικὴ δὲν ἦταν ἕνα τυχαῖο μεμονωμένο φαινόμενο, ἀλλὰ ἦταν ὀργανωμένη ἐπίμονη λειτουργικὴ παρέκκλιση.

4 Καὶ πάντες οἱ πιστοὶ κατὰ διάνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν προσευχέσθωσαν, λέγοντες· Κύριε ἐλέησον, [PG 1, 1076-1077]. Ἅγιοι Ἀποστόλοι: «ἑστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ προσευχομένου ἡσύχως». [PG 1, 737]. Τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος: «καὶ ἡμεῖς οὖν ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναχθέντες, τῇ συνειδήσει ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος βοήσωμεν πρὸς Αὐτὸν ἐκτενῶς, εἰς τὸ μετόχους ἡμᾶς γενέσθαι τῶν μεγάλων καὶ ἐνδόξων ἐπαγγελιῶν Αὐτοῦ», [PG 1, 277]. —Περαιτέρω, βλέπε στὸ ἄρθρο μας τοῦ ΙΘʹ Κανόνος τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, τὶς ὑποσημειώσεις 11 καί 15, διὰ τὸ κατὰ διάνοιαν.

5 Αὐτὴ ἡ Εὐχὴ προστέθηκε στὴν Λειτουργία λόγῳ τῶν περίεργων γνωσιμαχούντων [Ἅγ. Γερμανὸς Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως (640-740 μ.Χ.) [PG 98, 452C], ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψαν νὰ ὑπάρχουν στὴν Ἐκκλησία ἀνὰ τοὺς αἰώνες. Βλ. ἐπίσης, Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, Εἰσήγηση στὴν ἡμερίδα τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν: Στὸν ἀπόηχο τῆς Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης - Ἀναταράξεις στὴ Θεία Λατρεία, 11/6/2023.

6 Παν. Παπαδημητρίου, Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε, γʹ ἔκδοσις, 15/5/2026.

7 «Τό γάρ, Δεηθῶμεν, οὐ τοῖς Ἱερεῦσι λέγεται μόνον, ἀλλά καί τοῖς εἰς τόν Λαόν συντελοῦσιν» [PG 61, 399].

8 «Αὐτὸ τὸ “δεηθῶμεν” ὡς καὶ τὸ “στῶμεν καλῶς” ποὺ ἀκούομεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἀπευθύνονται μόνον εἰς τοὺς Ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἐκκλησίασμα, τὸν λαόν», Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 34.

9 Εἶπε ἕνας ἀνώνυμος Ἱερεύς σὲ σχόλιό του σὲ μιὰ ἀνάρτηση στὸ Ἰστολόγιο Ἀναστάσιος: «Τὸ ἂν οἱ Εὐχὲς βοηθοῦν στὴν κατανόηση τῆς λατρείας καὶ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ, φαίνεται ξεκάθαρα ἀπ΄τον τρόπο συμμετοχῆς τῶν χριστιανῶν στὰ Μυστήρια τῆς Βάπτισης, τοῦ Γάμου καὶ στὶς Κηδεῖες ποὺ τὰ ἀκοῦν ὅλα ἐκφώνως. Καμία συγκίνηση, καμία αἴσθηση, τοῦ χώρου, γιὰ νὰ μὴν πῶ μηδενικὴ συμμετοχὴ καὶ ἀσέβεια χειρίστης μορφῆς! Καὶ δὲν τολμᾶς νὰ πεῖς μισὴ κουβέντα γιατί θὰ σοῦ κάνουν μήνυση! Μόνο καὶ μόνο ἀπὸ τὸ ντύσιμο καὶ τὴ στάση τους, κατανοεῖς ὅτι δὲν τοὺς ἀγγίζει τίποτα! Κανεὶς σχεδὸν δὲν παρακολουθεῖ! Τί φταίει στὴν περίπτωση αὐτή;» (πρόσβαση 27/5/2026).

10 Ἐνότητες §Β, §Γ τοῦ ἄρθρου: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε, γʹ ἔκδοσις, 15/5/2026.

11 Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσὴφ ὁ Ἠσυχαστῆς καὶ Σπηλαιώτης (1897-1959), Γέροντος Ἐφραῖμ Φιλοθεΐτου, ἔκδ. Ἱ.Μ. Ἁγίου Ἀντωνίου Ἀριζόνας, USA, ἔκδοσις θʹ 2019, σ. 160.

12 Παν. Παπαδημητρίου, Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές, 8/2/2022· Ὀρθόδοξος Τύπος, 13/1/2023-27/1/2023, ἀρ. φύλλων 2431-2433.

13 Παν. Παπαδημητρίου, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, 21/12/ 2022.

14 Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 31.

15 Δηλαδὴ μὲ τὴν παρερμηνεία τῶν νεωτεριστῶν, ἂν οἱ πιστοὶ προσεύχονται Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον τὸν Ἱερέα, ἢ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον ἡμᾶς, πρέπει νὰ ἀκούγονται στὸν Ἱερέα καὶ στοὺς διπλανοὺς πιστοὺς ἐπειδὴ προσεύχονται στὸν πληθυντικό; Ἢ ἀπουσίᾳ μικροφώνου γιὰ τοὺς πιστούς, πρέπει νὰ πᾶνε στὸν Ἱερέα νὰ τοῦ ποῦν στὸ αὐτὶ ὅτι τώρα προσεύχομαι γιὰ σένα;

16 Ἄλλο θέμα εἶναι ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση, ποὺ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἀποδώσουν καὶ ὑπάρχουν τόσες μεταφρασμένες ἐκδόσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἄλλη μετάφραση ἡ ΖΩΗ, ἄλλη ὁ ΣΩΤΗΡ, ἄλλη ὁ ΣΤΑΥΡΟΣ, ἄλλη ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κλπ.). Ἂν πάει κάποιος στὶς Ἀγγλικὲς ἐκδεδομένες μεταφράσεις καὶ παραφράσεις (αἰσίως κοντὰ στὸν ἀριθμό 900), ἐκεῖ στὰ Ἀγγλικὰ οὔτε ἐπίσημη Ὀρθόδοξη μετάφραση δὲν ὑπάρχει ἀκόμη.

17 Ἐπίσης, «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1173, κεφ. ΛΕʹ].

18 «ὀφθαλμὸς γὰρ καὶ τὸ καθαρώτατον τῆς ψυχῆς ἐστιν ὁ νοῦς», [PG 95, 144B]. «Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ' οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ' ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον (ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς), αὐτεξούσιος, θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ κτιστή, πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι εἴληφεν», [PG 94, 924B].

19 Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τ. Αʹ, Βʹ ἔκδ. 2011, Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, σ. 109.

20 «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς» (Αʹ Θεσ. εʹ 17). Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἰδιαίτερα στὶς Ἀκολουθίες.

21 Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’38’’ (1η σειρά - ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία).

22 Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’29’’ (1η σειρά - ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία).

23 Ἰωάννης Φουντούλης: «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».

24 Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, 3/4/2022.

25 Πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Κ. Καραπαναγοπούλου, Ἡ Θεία Λειτουργία (Εἰσαγωγή – Κείμενον – Ἑρμηνεία), Ἀθῆναι 1975, σ. 12.

26 Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας ..., Κεφ. 53, 65.

27 analogion.gr/typikon/liturgy-articles.

28 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.

8 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.