Παρασκευή, Μαΐου 22, 2026

 

Θεολογικό Σχόλιο στην Κυριακή των Αγίων Πατέρων

ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
(Θεολογικό Σχόλιο στην Κυριακή των Αγίων Πατέρων)
     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού 
      Η έβδομη Κυριακή από του Πάσχα, αποκαλείται Κυριακή των Αγίων Πατέρων και είναι αφιερωμένη στους 318 θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως είναι γνωστό, η αγία και μεγάλη αυτή Σύνοδος συγκλήθηκε το 325, στη Νίκαια της Βηθυνίας, από τον πρώτο χριστιανό αυτοκράτορα, Μ. Κωνσταντίνο, για να αντιμετωπίσει τον Αρειανισμό, μια από τις πλέον δαιμονικές αιρέσεις, η οποία συντάραξε την Εκκλησία τον 4ο μ. Χ. αιώνα και απείλησε αυτή την ίδια την ύπαρξή της.  

      Ιθύνων νουν της ένας επιφανής κληρικός της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, ο διαβόητος Άρειος, ο οποίος κατείχε τη θύραθεν παιδεία και κόμπαζε ότι ήταν μέγας θεολόγος και φιλόσοφος.  Καταλήφτηκε από εωσφορικό εγωισμό, όπως όλοι οι αιρεσιάρχες και πίστεψε ότι μόνο αυτός κατανόησε το μυστήριο της Εκκλησίας. Επηρεασμένος από την αριστοτελική φιλοσοφία, αρνούνταν να δεχτεί ότι μείχτηκαν  δύο διαφορετικές φύσεις, του Θεού και του ανθρώπου στο πρόσωπο του Λόγου. Για τον αρχαίο σταγιρείτη φιλόσοφο αυτό είναι αδύνατο και γι’ αυτό αρνήθηκε τη θεότητα του Λόγου, θεωρώντας Τον ως κτίσμα, το πρώτο κτίσμα του Θεού. Με την άρνησή του αυτή χτύπησε στην καρδιά της χριστιανικής πίστεως. Πρόσβαλε το θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής πίστεως, το τριαδικό δόγμα και ταυτόχρονα προσπάθησε να κατεδαφίσει το όλο οικοδόμημα της θείας οικονομίας. Αρνούμενος τη θεότητα του Ιησού Χριστού αναιρεί το επί γης απολυτρωτικό Του έργο, διότι ο Χριστός σώζει ως Θεάνθρωπος, ως αληθινός και τέλειος Θεός και συνάμα ως αληθινός και τέλειος άνθρωπος. Η υποβίβασή Του στην κατηγορία των κτισμάτων Του αφαιρεί τη δύναμη να σώσει το ανθρώπινο γένος από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο, διότι το κτίσμα δε μπορεί να σώσει άλλο κτίσμα.
       Αλλά αυτός, που εξ αρχής θέλησε να καταστρέψει τον άνθρωπο και τον παρέσυρε στην αμαρτία, είναι ο διάβολος. Αυτός πασχίζει να ματαιωθεί το απολυτρωτικό σχέδιο του Θεού. Είναι λοιπόν ευνόητο ότι ο Άρειος έγινε, με την εωσφορική έπαρση, έγινε το πλέον πειθήνιο όργανο του σατανά, για τη ματαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου! Η ολέθρια πλάνη του αρειανισμού σύγκειται στο να εξοβελιστεί ο Χριστός από τον κόσμο, ώστε να μη συντελεστεί η σωτηρία του. 
       Οι άγιοι Πατέρες συγκεντρώθηκαν από τα πέρατα της οικουμένης να διασαφηνίσουν, εν Αγίω Πνεύματι, το ορθόδοξο δόγμα και να καταδικάσουν τις δαιμονικές αρειανικές πλάνες. Η αγία μας Εκκλησία επέλεξε αυτή την χαρμόσυνη πασχάλια περίοδο να τους τιμήσει και να θυμίζει σε μας το συνοδικό πολίτευμά της. Αυτή η θύμηση στις μέρες μας είναι επιτακτική, διότι ο οικουμενισμός, με όλα τα παρακλάδια του θρησκευτικού συγκρητισμού, πασχίζει να υποβαθμίζει τη συνοδικότητα, με την ύπουλη προέλαση της δυτικής θρησκευτικής απολυταρχίας στον ορθόδοξο χώρο. Δυστυχώς υπάρχουν σημάδια τα τελευταία χρόνια, πως το άγιο συνοδικό  πολίτευμα της Εκκλησίας μας προσβάλλεται συχνά και κλονίζεται από ανεπίτρεπτες καινοτόμες πράξεις από εκκλησιαστικά πρόσωπα.    
       Η απολυταρχία είναι ολέθρια όπου και αν εφαρμόστηκε, είτε ως κρατική εξουσία, είτε ως πνευματική, είτε ως θρησκευτική. Ας μην ξεχνάμε πως τα μύρια δεινά που προκάλεσε ο θρησκευτικός απολυταρχισμός στη Δύση, από το μεσαίωνα και ως τις μέρες μας, απορρέουν ακριβώς από την στρέβλωση του γνησίου και αληθινού πολιτεύματος της Εκκλησίας μας. Ο φραγκικός βαρβαρικός απολυταρχισμός και το φεουδαρχικό σύστημα, εκτόπισαν από την Εκκλησία της
Δύσης το αρχέγονο συνοδικό σύστημα και εγκαθίδρυσαν ένα στυγνό εγκόσμιο σύστημα, το οποίο έφερε την εκκοσμίκευση, τη βία, τον καταναγκασμό, την Ιερή Εξέταση, την αποικιοκρατία, την ιεροκρατία, την οικονομική εκμετάλλευση, και το χειρότερο απ’ όλα, την μετάλλαξη της Εκκλησίας σε εγκόσμιο κρατικό οργανισμό, με την  αποθέωση του «πάπα» της Ρώμης ως «θεού επί της γης», ο οποίος σφετερίζεται του ιδιότητες του Χριστού, με το «πρωτείο» επί πάσης της γης και το «αλάθητο». Φυσικά η κατάσταση παραμένει η ίδια ή και χειρότερη στον κατακερματισμένο προτεσταντισμό, όπου η κάθε ομάδα είναι μικρογραφία του Βατικανού.
        Όσο και αν προσπαθούμε να βρούμε ίχνη εκκλησιαστικής γνησιότητας στον αλλοιωμένο  δυτικό χριστιανισμό δυστυχώς δε μπορούμε να βρούμε. Κι αυτό διότι απεμπόλησε τον συνοδικό χαρακτήρα της Εκκλησίας με την απολυτοποίηση ανθρώπινων «αυθεντιών», όπως ο «αλάθητος» πάπας στον Παπισμό και οι πολυάριθμοι «αλάθητοι» πάστορες στον Προτεσταντισμό.
       Η Εκκλησία είναι πατερική, διότι εκφράζεται μέσω των θεωμένων αγίων Πατέρων, οι οποίοι δεν διεκδίκησε κανένας τους ποτέ κάποιο «αλάθητο», αλλά με ταπείνωση εξέφρασαν την εμπειρία της Εκκλησίας συνοδικά. Ο προσωπικός τους λόγος έγινε εκκλησιαστικός, αφού φιλτραρίστηκε από την συλλογικότητα, δηλαδή τη συνοδικότητα και κατέστη διδασκαλία της Εκκλησίας. Για τούτο αποκαλείται η Εκκλησία μας (και) πατερική, διότι οι άγιοι Πατέρες, δια μέσω των αιώνων, είναι τα στόματα του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο οδηγεί το εκκλησιαστικό σώμα «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν16,23). Αντίθετα, οι αιρέσεις, έπαψαν να είναι Εκκλησία, διότι έχασαν την πατερικότητα. Χωρίς τους Πατέρες, τα στόματα του Αγίου Πνεύματος, δεν υπάρχει Εκκλησία.
       Ευτυχώς με τη χάρη του Θεού η αγία μας Ορθοδοξία, αληθινή και μοναδική Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, ακολουθεί, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια το συνοδικό σύστημα, όπως το καθιέρωσαν οι άγιοι Απόστολοι στην Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ, η οποία έγινε το 49 μ. Χ. και όπου πάρθηκαν οι μεγάλες αποφάσεις με κοινή απόφαση. Έτσι λειτούργησαν όλες οι κατοπινές άγιες Σύνοδοι, Τοπικές και Οικουμενικές, με τη συμμετοχή όλων των Επισκόπων ή και κληρικών άλλων βαθμών, όπου συζητούνταν και λαμβάνονταν αποφάσεις και ορίζονταν όροι και κανόνες, από κοινού, με προσευχή. Οι άγιοι Πατέρες είχαν ως πάγια αρχή το «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν», δηλαδή ό, τι μας υπαγορεύει το Άγιο Πνεύμα στην κοινή σύναξή μας, διακηρύσσουμε και εμείς. Δεν έλεγαν δικά τους πράγματα, αλλά εξέφραζαν την εμπειρία της Εκκλησίας, την αλάνθαστη εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος. Και κάτι πολύ σημαντικό: οι αποφάσεις των Συνόδων τίθεντο στην κρίση του εκκλησιαστικού σώματος. Εν τέλει ο λαός του Θεού αποφαίνονταν για την γνησιότητα των αποφάσεων, αφού, όπως ορίζει μια σημαντική απόφαση των Ορθοδόξων Πατριαρχών του 1848, ο λαός του Θεού είναι ο τελικός κριτής και ο θεματοφύλακας της ορθοδόξου πίστεως.
      Αυτό ήταν εν ολίγοις το έργο των αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό έχουμε όλοι μας χρέος να τους τιμάμε και να τους χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την τεράστια προσφορά τους προς την Εκκλησία. Και κάτι τελευταίο: Να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή, πως η σωτηρία μας είναι ταυτισμένη με την αλήθεια και η αλήθεια, η οποία σώζει, βρίσκεται μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και πουθενά. Δε βρίσκεται στις αιρέσεις, στις πλάνες και τις κακοδοξίες. Δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, παρά μονάχα μία, η ορθοδοξία μας, η οποία ταυτίζεται απόλυτα και αποκλειστικά με την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την οποία ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Η σωτηρία μας συντελείται, με τη χάρη του Θεού και τη δική μας θέληση και προσπάθεια, μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και πουθενά αλλού.
Στην αίρεση δεν υπάρχει σωτηρία, καθότι ο άγιος Κυπριανός, ένας από τους κορυφαίους πατέρες και διδασκάλους της αρχαίας Εκκλησίας αποφάνθηκε πως «εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία».
    Ο ρόλος των αγίων και θεοφόρων Πατέρων, ιδιαίτερα στους δύστηνους εσχατολογικούς και αποκαλυπτικούς καιρούς μας, είναι σημαντικός και αναντικατάστατος, όπου η σώζουσα πίστη μας τίθεται εν αμφιβόλω από εκκλησιαστικούς παράγοντες οι οποίοι πασχίζουν να υπερβούν τους αγίους Πατέρες, με «νεοπατερικά» και «μεταπατερικά» «θεολογικά» σχήματα, γεγονός το οποίο δεν προσβάλλει απλά τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες, αλλά καταφέρεται κατά του Αγίου Πνεύματος, του Εμπνευστή τους.  Σε μας απομένει να  είμαστε «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι», δηλαδή να είμαστε ακόλουθοί τους, για να βαδίζουμε ασφαλώς την δύσκολη ατραπό της σωτηρίας μας. Αυτή είναι η καλλίτερη τιμή μας προς αυτούς!     


 

Πιστεύουμε σ ̓ αὐτὸν ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

0025555566663333

Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως

Πιστεύουμε σ ̓ αὐτὸν ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

«Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» (θ. Λειτ.)

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, πάντοτε θρησκεύει. Εἶνε ἔμφυτη στὴν καρδιά του ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ, καὶ κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξερριζώσῃ. Ὅπως ἀγαπάει τὸ παιδὶ τὴ μάνα καὶ ἡ μάνα τὸ παιδί, ἔτσι μέσα μας, πιὸ ἰσχυρὸ κι ἀπὸ τὸ μητρικὸ φίλτρο, εἶνε τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα. Ὁ ἄνθρωπος πάντοτε θρησκεύει. Τί θὰ πῇ θρησκεύει; Πιστεύει. Καὶ τί πιστεύει; Ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅπως ἄλλωστε εἶνε καὶ λογικό. Σὲ ὅλους ὑπάρχει ἡ πίστι σὲ Πλάστη ποὺ δημιούργησε τὰ σύμπαντα.

Διαφέρουν βέβαια οἱ ἄνθρωποι ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψι περὶ Θεοῦ. Ὑπάρχουν ποικίλες πίστεις καὶ δόγματα, πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ ̓ ἐὰν μὲ ῥωτήσετε, ποιά ἀπ ̓ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, θὰ σᾶς ἀπαντήσω· ἀληθινὴ εἶνε μία καὶ μόνο, ἡ δική μας πίστις, ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Γιατί μόνο ἡ δική μας πίστι εἶνε ἀληθινή, καὶ δὲν εἶνε καὶ τῶν Τούρκων ἢ τῶν Ἑβραίων ἢ τῶν ἄλλων; Διότι τὴ δική μας πίστι δὲν τὴ θεμελίωσε ἄνθρωπος· τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τὴν ἵδρυσε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶνε ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶνε Θεάνθρωπος.

Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Ἔχετε ἀποδείξεις; θὰ μᾶς ῥωτήσουν. Μάλιστα. Εἶνε Θεός· τὸ φωνάζει ἡ διδασκαλία του, ὁ ἅγιος βίος του, οἱ προφητεῖες του, τὰ θαύματά του. Ἀπὸ τὰ θαύματά του τὸ μεγαλύτερο εἶνε ἡ Ἀνάστασις, τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε· μετὰ ἀκολουθεῖ, δεύτερο θαῦμα, αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἡ ἀνάληψίς του· καὶ τρίτο θαῦμα εἶνε ἡ Πεντηκοστή, ποὺ θὰ ἑορτάσουμε σὲ δέκα μέρες.

Ὁ Χριστός, ὅταν ἀναστήθηκε, ἐπὶ σαράντα μέρες περπατοῦσε ἐπάνω στὴ γῆ καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ φανερώθηκε κατ ̓ ἐπανάληψιν σὲ δικούς του ἀνθρώπους. Προτοῦ νὰ φύγῃ καὶ ν ̓ ἀναληφθῇ στὸν οὐρανό, ἔδωσε στοὺς μαθητάς του ἐντολὴ νὰ μαζευτοῦν σὲ κάποιο ὕψωμα, στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν ὅλοι, ἄντρες – γυναῖκες, καὶ ἄκουγαν τὰ λόγια του, τὶς τελευταῖες παραγγελίες τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ἔγινε τὸ θαῦμα. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε. Τί ἔγινε; Τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ, τὰ πόδια ποὺ τρία ὁλόκληρα χρόνια ὤργωσαν τὴν Παλαιστίνη, τὰ πόδια ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καρφώσαμε στὸ σταυρό, ἔπαυσαν πλέον νὰ πατοῦν ἐπάνω στὴ γῆ. Ὁ Χριστὸς ἄρχισε νὰ ὑψώνεται στοὺς οὐρανούς! Φαίνεται αὐτὸ ἀπίστευτο; Ἀλλὰ γιατί; «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18,27). Ὁ Χριστός, ποὺ ἔδωσε στὸν ἀετὸ τὴ δύναμι νὰ πετάῃ, δὲν εἶχε τὴ δύναμι ν ̓ ἀνεβῇ ὁ ἴδιος ψηλά;

Προτοῦ ν ̓ ἀναχωρήσῃ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἁγίους ἀποστόλους νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα· νὰ μείνουν ἐκεῖ καὶ νὰ περιμένουν νὰ ἔλθῃ τὸ πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ τοὺς ἔδινε μιὰ ἐξαιρετικὴ δύναμι γιὰ νὰ διδάξουν τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ πράγματι κάθισαν στὴν Ἰερουσαλήμ, καὶ δέκα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάληψι ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ τοὺς ὥπλισε μὲ τὴ δύναμί του γιὰ τὸ ἔργο τους.

* * *

Δύο πράγματα θέλω ἐδῶ νὰ ὑπογραμμίσω.

Τὸ πρῶτο. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα δείχνει, ὅτι αὐτὸς ποὺ πιστεύουμε ζῇ καὶ βασιλεύει. Δὲν πέθανε ὅπως πεθαίνουν καὶ λησμονοῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ὁ Χριστὸς καὶ μετὰ ἑκατὸ χρόνια καὶ μετὰ διακόσα χρόνια καὶ μετὰ τριακόσα χρόνια καὶ μετὰ χίλια χρόνια, καὶ πάντοτε θὰ ζῇ. Εἶνε Θεός, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ κυβερνᾷ τὴν Ἐκκλησία του.

Γι ̓ αὐτὸ ὅποιος πάει κόντρα στὸ Χριστό –ὅποιος καὶ νά ̓νε αὐτός, εἴτε μικρὸς εἴτε μεγάλος, εἴτε γυναίκα εἴτε ἄντρας, εἴτε ἁπλὸς ἄνθρωπος εἴτε κυβερνήτης ἢ πρόεδρος δημοκρατίας ἢ ὁσοδήποτε ἰσχυρὸς κι ἂν εἶνε–, ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Χριστὸ θὰ γίνῃ στάχτη. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· Ποιός ἄνθρωπος μὲ γυμνὰ πόδια δίνει κλωτσιὲς στὰ καρφιά; Ἂν τὸ κάνῃ, θὰ εἶνε τρελλός. Τὰ καρφιὰ δὲν θὰ πάθουν τίποτε· αὐτὸς θὰ πονέσῃ καὶ θὰ πληγωθῇ, θὰ ματώσουν οἱ σάρκες του. Εἶνε ὁ λόγος ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν ἀπόστολο Παῦλο ὅταν ἐκεῖνος τὸν καταδίωκε ἀκόμη πηγαίνοντας πρὸς τὴ Δαμασκό· «Σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. 26,14). Εἶνε πολὺ σκληρὸ καὶ μάταιο νὰ δίνῃς κλωτσιὲς ἐπάνω στὰ καρφιά. Εἶνε λοιπὸν ἀήττητος ὁ Χριστός. Ἡ τελικὴ νίκη ἀνήκει σ ̓ αὐτόν, ἀσχέτως ἂν στὴν παροῦσα ζωὴ δὲν φαίνεται νὰ ἐπικρατῇ ἀμέσως καὶ παντοῦ τὸ θέλημά του. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὄχι στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα»· ἐμεῖς πιστεύουμε στὸ «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἐδῶ βρίσκεται ἡ διαφορά· αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας. Ὅλοι θὰ πεθάνουμε, ἐκεῖνος «μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 8,35· 12,34. Ἑβρ. 7,24). Σᾶς ἐρωτῶ· πρὶν ἑκατὸ χρόνια ποιός κυβερνοῦσε τὴν Ἑλλάδα; Τότε γινόταν θόρυβος μεγάλος γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του, τώρα πρέπει ν ̓ ἀνοίξῃς τὴν ἱστορία γιὰ νὰ τὸ βρῇς κάπου γραμμένο μὲ ψιλὰ γράμματα.

•Τὸ ἕνα ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ἀνάληψις εἶνε αὐτό. Τὸ ἄλλο εἶνε, ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς θείας Ἀναλήψεως οἱ μαθηταὶ καὶ ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Χριστοῦ τὸν ἔβλεπαν ν ̓ ἀνεβαίνῃ συνεχῶς στὰ ὕψη, νὰ πετάῃ στὰ οὐράνια σὰν χρυσάετος, καὶ ἔμειναν ἔτσι, νὰ κοιτάζουν ἔκθαμβοι ψηλὰ στὸν οὐρανό· συνεχῶς ἐκεῖ, καὶ μόνο ἐκεῖ. Τί μᾶς λέει αὐτό; Ὅπως ἐκεῖνοι, ποὺ ἀποτελοῦσαν τότε τὴν πρώτη Ἐκκλησία, εἶχαν τὰ μάτια τους καρφωμένα ἐπάνω ψηλά, ἔτσι κ ̓ ἐμεῖς ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία, ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, πρέπει νά ̓χουμε τὰ μάτια μας στὸν οὐρανό. Ἡ πατρίδα μας εἶνε ὁ οὐρανός. Ρώτησαν κάποτε ἕνα φιλόσοφο· –Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου; Αὐτὸς δὲν ἀπαντοῦσε. Τὸν ῥωτοῦν πάλι· –Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου, ποῦ γεννήθηκες; –Θέλετε νὰ μάθετε ποιά εἶνε ἡ πατρίδα μου; Περιμένετε, τοὺς λέει. Ἦταν πρωί· ἔγινε μεσημέρι, βράδιασε. Ὅταν ἔγινε νύχτα καὶ βγῆκαν τὰ ἄστρα, τότε σήκωσε τὸ χέρι, ἔδειξε τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς λέει· –Νά ἡ πατρίδα μου· ὁ οὐρανός, αὐτὴ εἶνε ἡ πατρίδα μου… Ὁ οὐρανός! μεγάλο δίδαγμα μᾶς δίνει ἡ σημερινὴ ἡμέρα.

Δὲν εἶνε ἡ γῆ ἡ πατρίδα μας. Αὐτὴ ἡ γῆ, πάνω στὴν ὁποία καθόμαστε καὶ πάνω στὴν ὁποία φιλονικοῦμε καὶ γλεντοῦμε καὶ διασκεδάζουμε καὶ ὀργιάζουμε γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα ζωῆς, αὐτὴ ἡ γῆ τί εἶνε; Ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἄστρα, μὲ τοὺς γαλαξίες, μὲ τὸ ἀπέραντο σύμπαν, εἶνε ἕνα κουκκὶ ἄμμου – τί νομίζετε; Ὅ,τι εἶνε ἕνα κουκκὶ τῆς ἄμμου, αὐτὸ εἶνε ὁλόκληρη ἡ γῆ, μὲ τὰ βουνά, μὲ τοὺς κάμπους, μὲ τὰ δάση, μὲ τοὺς ὠκεανούς, μὲ τὰ πλούτη, μὲ τοὺς θρόνους, μὲ τὶς βασιλεῖες, μὲ τοὺς ἔρωτες, μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τὰ ὄργια· ἕνα κουκκὶ ἄμμου. Τί θὰ λέγατε, ἀγαπητοί μου, ἐὰν βλέπατε δυὸ ἀνθρώπους νὰ σκοτώνωνται μὲ τὰ μαχαίρια, τοὺς πλησιάζατε καὶ ῥωτούσατε, Γιατί σκοτώνεστε; κι αὐτοὶ σᾶς ἀπαντοῦσαν· Νά, μαλώνουμε γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμο… Δὲν θὰ λέγατε ὅτι εἶνε τρελλοί; Καὶ πράγματι τρελλὸς εἶνε ὅποιος μαλώνει γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμο, καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητος ποὺ τὸν περιμένει.

* * *

Αὐτὰ τὰ δυὸ μεγάλα μηνύματα σαλπίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Τὸ πρῶτο, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, σημαίνει ὅτι, ὅσο κι ἂν πολεμήσουν τὴν Ἐκκλησία οἱ σπεῖρες τῶν ἀθέων ποὺ βάλθηκαν νὰ τὴν ξερριζώσουν, δὲν θὰ πετύχουν τίποτα. Μιὰ θρησκεία ποὺ ἔζησε στὸ ξεκίνημά της τρεῖς αἰῶνες διωγμῶν ἀπὸ Ῥωμαίους αὐτοκράτορες, πέρασε ἔπειτα τετρακόσα καὶ πεντακόσα χρόνια σκλαβιᾶς κάτω ἀπὸ σουλτάνους, ἔζησε τὴ δοκιμασία τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τῶν ἀθέων καθεστώτων, ἀλλὰ καὶ τὸν ξερριζωμὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, θὰ ξεπεράσῃ καὶ κάθε ἄλλη δοκιμασία. Οἱ πρόγονοί μας κράτησαν τὴν πίστι τῶν πατέρων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ δὲν ξερριζώνεται. Θὰ μείνῃ αἰωνίως. Κι ὅποιος τὰ βάλῃ μαζί της, θὰ γίνῃ στάχτη· εἶνε νᾶνος, πολὺ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος μπροστὰ στὸ Χριστό, τὸν αἰώνιο βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ τὸ δεύτερο μήνυμα, τὸ νὰ ἔχουμε τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά μας προσηλωμένα στὸ Θεό, σημαίνει, νὰ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμί μας. Νὰ μὴ ζοῦμε σὰν τὰ κτήνη, σὰν τὰ ζῷα, ἀλλὰ νὰ ὑψωνώμαστε σὲ ζωὴ πνευματική. Μὴ σερνώμαστε στὸ χῶμα σὰν σαῦρες καὶ σκουλήκια, ἀλλὰ σὰν ἀετοὶ νὰ πετοῦμε σὲ ὕψη. Ἀετὸς ἦταν κάποτε ἡ πατρίδα μας, καὶ ἀετοὶ πρέπει νὰ γίνουμε πάλι ὅλοι. Νὰ πετοῦμε ψηλά, πολὺ ψηλά.

Παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, παιδιὰ τοῦ Πόντου, παιδιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Μείνατε κοντὰ στὸ Χριστό καὶ θὰ εἶστε εὐλογημένοι.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου Πελαργοῦ - Ἀμυνταίου τὴν 28-5-1987 μὲ ἄλλο τίτλο.  Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 1-6-2006, ἐπανέκδοσις 20-4-2026.



 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Η ενότητα των πιστών και η αίρεση του οικουμενισμού. (Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ΟΙΚΟΥΜ.ΣΥΝΟΔΟΥ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΕΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΤΩΝ ΠΙ­ΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 19-5-1991] 

    Σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἀ­γα­πη­τοί μου, τι­μᾶ τήν μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων τρι­α­κο­σί­ων δεκαο­κτώ Πα­τέ­ρων τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Νι­καί­ᾳ. Καί τήν τι­μᾶ ἀ­φε­νός μέν γιά νά δο­ξά­σει τόν Ἅ­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πάν­το­τε δι­α­σώ­ζει τήν ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α Του –δι­ό­τι οἱ Σύ­νο­δοι πάν­το­τε δι­έ­σω­ζαν τήν ἀ­λή­θεια τήν δογ­μα­τι­κή– καί ἀφετέρου δέ γιά νά τι­μή­σει τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες πού συγ­κρο­τοῦ­σαν αὐ­τές τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.

     Ἀλ­λά ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­μοί­ως θέ­λει νά προ­βάλ­λει –ἔ­τσι του­λά­χι­στον φαί­νε­ται στή ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή–[ Ἰωάν. 17, 1-13] τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν «ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ». Προ­σέξ­τε: τήν ἑνότητα «ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ»!

     Αὐ­τό τό ἴ­διο πρό­βλη­μα φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ, ἀ­κρι­βῶς γιατί κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο δέν εἶ­ναι λί­γοι ἐ­κεῖ­νοι πού διατα­ράσ­σουν αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πάν­το­τε, φυ­σι­κά μέ­χρι σή­με­ρα, ἀλ­λά καί μέ­χρι πού νά τε­λει­ώ­σει ἡ Ἱ­στο­ρί­α. 

     Τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ­δη εἶ­χε τε­θεῖ καί με­τά τόν κα­τα­κλυ­σμό τοῦ Νῶε. Θά θυ­μᾶ­στε, ὅ­ταν ἔ­γι­ναν πολ­λοί οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ Νῶ­ε, θέ­λη­σαν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα, πρίν ἀ­κό­μη δι­α­σπα­ροῦν στά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης, καί ἄν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα καί με­τά τήν δι­α­σπο­ρά τους. Γι’ αὐ­τό θέ­λη­σαν νά ἀ­φή­σουν ἕ­να μνη­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τός τους, πού θά ἦ­ταν ἕ­να ὑ­λι­κό μνη­μεῖ­ο, ἕ­νας πλίνθι­νος πύρ­γος, ὁ ὁποῖος θά ἔ­φθα­νε ἕ­ως τόν οὐ­ρα­νό –του­λά­χι­στον τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη μπο­ροῦ­σαν νά ἔχουν πε­ρί οὐ­ρα­νοῦ! Ἦταν ὁ γνω­στός μας πύρ­γος τῆς Βα­βέλ. Ὁ Θε­ός ὅ­μως, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἀ­πό τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, συ­νέ­χε­ε τίς γλῶσ­σες τους, μπέρ­δε­ψε τίς γλῶσ­σες τους, γιά νά μήν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ αὐ­τό τό μνη­μεῖ­ο.[ Γέν. 11, 1-9].

    Αὐ­τό βε­βαί­ως γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν δεῖγ­μα μιᾶς ἑ­νό­τη­τος, ὅ­πως ἤ­δη σᾶς εἶ­πα, ἀλ­λά ἑ­νό­τη­τος ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κῆς, δη­λα­δή ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πρα­πα­το­ρι­κοῦ ἁ­μαρ­τή­μα­τος. Δι­ό­τι ποι­ό ἦ­ταν τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα; Ἦ­ταν ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός· δη­λα­δή «ἐ­γώ, ὁ Ἀ­δάμ, νά γί­νω θε­ός». Μά στό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν νά γί­νει ὁ Ἀ­δάμ κα­τά χά­ριν θε­ός. «Ὄχι· ἐ­γώ νά γί­νω θε­ός, ἀλ­λά χω­ρίς τόν Θε­ό». Αὐ­τή ἡ αὐ­το­νο­μί­α, αὐ­τός ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός.

    Τό ἴδιο ἀ­κρι­βῶς γί­νε­ται καί μέ τούς πλα­νῆ­τες, πού γυ­ρί­ζουν γύ­ρω ἀ­πό τόν ἥ­λιο καί φω­τί­ζον­ται, παίρ­νο­ντας ὅ­μως τό φῶς ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Ἄν οἱ πλα­νῆ­τες, ἄς ποῦμε, ἔ­λε­γαν κά­ποι­α στιγ­μή «Δέν χρει­α­ζό­μα­στε τό φῶς τοῦ ἥ­λιου· θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τό δι­κό μας τό φῶς», θά τούς λέγαμε: «Ποι­ό δι­κό σας φῶς;... Ἐ­σεῖς οἱ πλα­νῆ­τες δέν εἶ­στε αὐ­τό­φω­τοι». Τό ἴ­διο θά λέ­γα­με καί στούς πρω­το­πλά­στους: «Ὤ ἄν­θρω­ποι, δέν εἴ­σα­στε αὐ­τό­φω­τοι, δέν μπο­ρεῖ­τε νά αὐ­το­θε­ω­θεῖ­τε· τήν θέ­ω­ση θά τήν πά­ρε­τε ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, καί συ­νε­πῶς τόν χρει­ά­ζε­στε τόν Θε­ό». Δέν μπο­ροῦ­με λοι­πόν νά γί­νου­με ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κοί, δη­λα­δή τό κέν­τρο γύ­ρω ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο θά γυ­ρί­ζουν τά πάν­τα· ὁ Θε­ός θά εἶ­ναι τό κέν­τρο καί ὄ­χι ὁ ἄν­θρω­πος.

    Ἡ πο­λυ­γλωσ­σί­α τό­τε στά­θη­κε ἕ­να ση­μά­δι τῆς δι­α­σπά­σε­ως τῶν ἀν­θρώ­πων. Τί εἶ­πε ὁ Θε­ός; «δεῦ­τε καὶ καταβάντες συγ­χέ­ω­μεν αὐ­τῶν ἐ­κεῖ τὴν γλῶσ­σαν», «νά μπερ­δέ­ψου­με τή γλώσ­σα τους». Αὐ­τό ὅμως ἔ­πρε­πε νά δι­ορ­θω­θεῖ. Καί δι­ορ­θώ­θη­κε μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­δῶ στή γῆ, καί μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Γι’ αὐ­τό ἐμ­φα­νί­στη­κε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο μέ τήν μορ­φή πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν. Καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μι­λοῦ­σαν κα­τά τέ­τοι­ον τρό­πο, πού ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πού εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα –κι ὁ κα­θέ­νας ἦ­ταν ἀ­πό κά­ποι­ο μέ­ρος: ἀ­πό τήν Περ­σί­α, Παρ­θί­α, Μι­κρά Ἀ­σί­α, Κρή­τη, Ἑλ­λά­δα, Ἀ­ρα­βί­α, Αἴ­γυ­πτο, Κυρ­ρή­νη καί λοιπά καί λοιπά– ὁ κα­θέ­νας, λέει, ἄ­κου­γε τό κή­ρυγ­μα τοῦ Πέ­τρου στή γλώσ­σα τή δι­κή του. Ἑ­νώ­θη­καν λοι­πόν, ἤ μᾶλ­λον δι­α­λύ­θη­κε ἐ­κεί­νη ἡ σύγ­χυ­ση, καί ἐ­πῆλ­θε ἕ­να χεῖ­λος, ὅ­πως λέ­ει ἐ­κεῖ τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, μί­α γλώσ­σα, μί­α φω­νή, ὅπως ἦ­ταν στήν ἐ­πο­χή τοῦ Νῶ­ε. Ἐ­πα­νέρ­χε­ται αὐτ­ή ἡ ὁ­μο­φω­νί­α, ἀλ­λά ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, μέ τή δι­α­φο­ρά πώς δέν ὑ­πάρ­χει πιά τό μνη­μεῖ­ο τοῦ πύρ­γου τῆς Βα­βέλ. Πλέ­ον δέ μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ὁ πύρ­γος τῆς Βα­βέλ· τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ἐ­φε­ξῆς θά εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

     Εἶ­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κό αὐ­τό πού σᾶς λέ­ω, πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό· ἀ­πο­τε­λεῖ τήν καρ­δί­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς Πεν­τη­κο­στῆς. Πρέ­πει νά τό ἀν­τι­λη­φθοῦ­με ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, εἶ­ναι ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

     Ὁ Χρι­στός ἔ­τσι τό εἶ­πε. Γι’ αὐ­τό ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν εἶ­ναι σέ κο­σμι­κά πράγ­μα­τα, σέ πράγ­μα­τα μέ κο­σμι­κές δι­α­στά­σεις. Ὁ Κύ­ριος, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, στήν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Του προ­σευ­χή εἶ­πε:«Πά­τερ, ἐ­γὼ πε­ρὶ αὐ­τῶν ἐ­ρω­τῶ», «Πα­τέ­ρα μου, ἐ­γώ γι’ αὐ­τούς πού πί­στε­ψαν σ’ ἐμέ­να πα­ρα­κα­λῶ»· «οὐ πε­ρὶ τοῦ κό­σμου ἐ­ρω­τῶ», «δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο», «ἀλ­λὰ πε­ρὶ ὧν δέ­δω­κάς μοι», «ἀλ­λά μό­νο γιά ’κεί­νους πού μοῦ ἔ­δω­σες».[ Ἰωάν. 17, 9]. Θά ξα­να­πῶ τή φρά­ση, για­τί με­ρι­κοί νο­μί­ζουν ὅ,τι νο­μί­ζουν: «Δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο». Θά μοῦ πεῖ­τε ὅτι κάνει δι­ά­κρι­ση. Ναί. Καί τί κά­νει ἐδῶ ὁ Κύ­ριος; Ἀν­τι­δι­α­στέλ­λει τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος· ἐ­κεῖ­νο πού Ἐ­κεῖ­νος θέ­τει, καί εἶ­ναι τό πρό­σω­πό Του ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ κό­σμου, πού εἶ­ναι πιά ἕ­νας νο­η­τός πύρ­γος Βα­βέλ.

    Φε­ρ’ εἰ­πεῖν, γιά νά τό κά­νου­με ἔ­τσι ὑ­λο­ποι­η­μέ­νο νά τό κα­τα­λά­βου­με: Δέν μπο­ρεῖ ἡ Ε.Ο.Κ.[:η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση] νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Εὐ­ρω­παί­ων· δέν μπο­ρεῖ ὁ Ο.Η.Ε. νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Ἐ­θνῶν. Ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ. Για­τί; Δι­ό­τι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι ση­μεῖ­α ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κά, καί εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λη ἡ ἑ­νό­τη­τα πού ὑ­πό­σχο­νται, εὔκολα σπά­ζει. Θυμηθεῖτε τά πό­δια τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος πού εἶ­χε δεῖ σέ ὄνειρό του ὁ Να­βου­χο­δο­νό­σορ, στή Βα­βυ­λώ­να, πού ἦ­ταν ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό πού ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να, ἀ­πό ὄ­στρα­κο, λέ­ει, δη­λα­δή κε­ρα­μύ­δι, καί σί­δη­ρο. Ἔ­σπα­σε... ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό.[ Δαν. 2, 1-45] .Σπά­ζουν αὐ­τά τά πράγ­μα­τα... σπά­ζουν. Καί σπά­ζουν για­τί δέν εἶ­ναι ἐν Θε­ῷ στη­μέ­να. Ὁ Κύ­ριος εἶ­χε πεῖ: «ὁ μὴ συ­νά­γων με­τ’ ἐ­μοῦ σκορ­πί­ζει»[ Ματθ. 12, 30 και Λουκᾶ 11, 23.], «αὐ­τός πού δέν μα­ζεύ­ει μα­ζί μου, οὐ­σι­α­στι­κά σκορ­πί­ζει».

    Ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά νο­η­θεῖ, πρῶ­τα-πρῶ­τα καί βα­σι­κά, ὀν­το­λο­γι­κή. Ὅ­ταν λέ­με ὀν­το­λο­γι­κή, τί ἐν­νο­οῦ­με; Ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι μᾶς ἑ­νώ­νει ὅ­λους πραγ­μα­τι­κά τό Σῶ­μα καί Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό ἡ ἕ­νω­ση λέ­γε­ται ὀν­το­λο­γι­κή · εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή. Πῶς; Τί μᾶς ἑ­νώ­νει τώ­ρα αὐ­τή τή στιγ­μή ἐ­δῶ; Ὅ­σοι κοι­νω­νή­σα­με, κοι­νω­νή­σα­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος, καί μά­λι­στα, σᾶς εἶ­πα, θε­με­λι­ώ­δους ση­μα­σί­ας. Αὐ­τή ἡ ὀν­το­λο­γι­κή ἕ­νω­ση ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό Μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας καί φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α μέ τή σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο, μ’ αὐ­τό πού λέ­με ἐ­κλη­σια­σμό. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν δέν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ὁ ἐκ­κλη­σια­σμός, σπά­ζει αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό καί οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ ἀ­φο­ρί­ζουν, δη­λα­δή μέ ξε­χω­ρί­ζουν, ὅ­ταν δέν ἐκ­κλη­σι­ά­ζο­μαι τα­κτι­κά. Μοῦ λέ­νε: «Ἀ­φοῦ πε­ρι­φρο­νεῖς τόν ἐκ­κλη­σι­α­σμό, πού εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ Χριστοῦ, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἑ­νό­τη­τος, ὄ­χι μέ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Κι αὐτό γίνεται ὅ­ταν λεί­ψω ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς ἀ­πο­χρῶν­τα λό­γο, ἀδι­και­ο­λό­γη­τα, τρεῖς Κυ­ρια­κές. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο.

    Ἀ­κό­μη, γι­νόμαστε ὅ­λοι σύσ­σω­μοι καί σύ­ναι­μοι, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, καί ἀποτελοῦμε μέ­λη τοῦ ἑ­νός καί μό­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Καί εἴ­μα­στε μέ­λη ὀν­το­λο­γι­κά, πραγ­μα­τι­κά, για­τί τό ἴ­διο Αἷ­μα ρέ­ει μέ­σα στίς φλέ­βες μας. Εἴ­τε εἶ­μαι στήν Εὐ­ρώ­πη καί ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι στήν Ἀ­σί­α, εἴ­τε εἶ­μαι στήν Αὐ­στρα­λί­α κι ὁ ἄλλος στήν Ἀ­με­ρι­κή, στήν Ἀ­λά­σκα ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦ­με τό ἕ­να καί μό­νο καί ἀ­δι­αί­ρε­το Σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

    Δεύ­τε­ρον, ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κό­μη πρέ­πει νά νο­η­θεῖ καί ὡς ἑ­νό­τη­τα ἠ­θι­κή. Βέβαια, δέν θά μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ αὐ­τή ἡ λέ­ξη· θά τήν ἔ­λε­γα «πνευ­μα­τι­κή»· ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἡ λέ­ξη «ἠ­θι­κή» εἶ­ναι μί­α τρέ­χου­σα λέ­ξη, γι’ αὐ­τό τήν χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Δη­λα­δή ἀ­νά­με­σα στά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει τό ἦ­θος, νά ὑ­πάρ­χει ἡ πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό βί­ω­μα τό πνευ­μα­τι­κό, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἀ­γά­πη. Καί ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἔρ­γο τῶν πι­στῶν· ἐ­νῶ ἡ ἑ­νό­τη­τα ἀ­πορρ­έ­ει ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὅ,τι σᾶς εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως. Τό ἔρ­γο τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι ἡ με­τα­ξύ τους ἀ­γά­πη, πού θά ἐκ­φρά­σει τώ­ρα καί θά πα­ρου­σιά­σει στά μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

    Ἡ ἠ­θι­κή ἑ­νό­τη­τα φαί­νε­ται σέ ὅ­σα γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στήν Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους : «Ἔ­ρι­δες ἐν ὑ­μῖν εἰ­σι». «Μα­λώ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­νά­με­σά σας», λέει στούς Κο­ριν­θί­ους. «Ἔ­ρι­δες, μα­λώ­μα­τα, μα­λώ­νε­τε!»· «ὅ­τι ἕ­κα­στος ὑ­μῶν λέ­γει· ἐ­γὼ μέν εἰ­μι Παύ­λου, ἐ­γὼ Ἀ­πολ­λώ, ἐ­γὼ δὲ Κη­φᾶ, ἐ­γὼ δὲ Χρι­στοῦ»: «Ὁ ἕ­νας λέ­ει ἐ­γώ ἀ­νή­κω στόν Χρι­στό, ἄλ­λος λέ­ει ἀ­νή­κω στόν Παῦ­λο, ὁ ἄλ­λος ἀ­νή­κω στόν Πέ­τρο, ὁ ἄλ­λος στόν Ἀ­πολ­λώ, τόν δι­ά­ση­μο ρή­το­ρα Χρι­στια­νό ἀπό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α». Καί ρω­τά­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος: «Με­μέ­ρι­σται Χρι­στός;». Ἔ­χει κομ­μα­τια­στεῖ ὁ Χρι­στός; «Πα­ρα­κα­λῶ δὲ ὑ­μᾶς, ἀ­δελ­φοί, διὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἵ­να τὸ αὐ­τὸ λέ­γη­τε πάν­τες», ‘’ὅ­λοι τό ἴ­διο νά λέ­τε’’, «καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑ­μῖν σχί­σμα­τα», ‘’καί νά μήν ὑ­πάρ­χουν ἀ­νά­με­σά σας δι­αι­ρέ­σεις καί σχί­σμα­τα’’, «ἦ­τε δὲ κα­τηρ­τι­σμέ­νοι ἐν τῷ αὐ­τῷ νο­ῒ καὶ ἐν τῇ αὐ­τῇ γνώ­μη»[ Α΄ Κορ. 1, 10-13.], ‘’νά βρί­σκε­στε κά­τω ἀ­πό τήν ἴ­δια νο­ο­τρο­πί­α, τήν ἴ­δια σκέ­ψη καί τήν ἴ­δια γνώ­μη’’.

     Βλέ­πε­τε, ἀ­γα­πη­τοί;...

    Αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τήν κα­τα­στρέ­φουν τά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν προ­βάλ­λουν ἐ­γω­ι­σμούς, ὑ­πε­ρη­φά­νει­ες, ἰ­δι­ο­τέ­λει­ες, καί γε­νι­κά ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει ἡ ἁ­μαρ­τί­α· αὐ­τή κα­τα­ξε­σχί­ζει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος Ἀν­τι­ο­χεί­ας: «Τὴν ἕ­νω­σιν ἀ­γα­πᾶ­τε, τοὺς με­ρι­σμοὺς φεύ­γε­τε».[ Φιλαδελφεῦσιν Ἰγνάτιος, VII, 2]. ‘’Νά ἀ­γα­πᾶ­τε τήν ἕ­νω­ση, νά εἶ­στε ἑ­νω­μέ­νοι· τούς με­ρι­σμούς, τά κόμ­μα­τα, τά κομ­μα­τι­ά­σμα­τα, νά τά ἀ­πο­φεύ­γε­τε’’.

    Ἀ­κό­μη, ἕνα τρί­το ση­μεῖ­ο, πῶς μπο­ροῦ­με νά ἐν­νο­ή­σου­με τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α; Μπο­ροῦ­με νά τήν ἐν­νο­ή­σου­με καί ὡς δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα. Τί ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα; Εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α· εἶ­ναι ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅμως ἐ­κεί­νη πού κα­τα­στρέ­φει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἡ αἵ­ρε­ση.

    Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε τό­τε στή Σα­μα­ρεί­τι­δα ὅ­τι τόν Θε­ό πρέ­πει νά Τόν προ­σκυ­νοῦ­με «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»[ Βλ. Ἰωάν. 4, 23-24.]. Εἴδατε; «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»! Καί ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει αὐτό τό ἐκ­πλη­κτι­κό, ὅ­τι «ἡ ἀ­γά­πη πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ».[ Βλ. Β΄ Ἰωάν. 1-3 και Γ΄ Ἰωάν. 1.] Παρακαλῶ πά­ρα πο­λύ προ­σέξτε αὐ­τό ἐ­δῶ τό ση­μεῖ­ο· εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο ὅ­σο πο­τέ ἄλ­λο­τε. Δι­ό­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός αὐ­τή τήν στιγ­μή –πού δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα ὅ­λων τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα, πραγ­μα­τι­κό ἀ­να­κά­τω­μα– σοῦ λέ­ει: θά ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα ἐν ἀ­γά­πῃ.

    Ὄ­χι, κύ­ριοι· ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν θά εἶ­ναι μόνο ἐν ἀ­γά­πῃ, ἀλ­λά θά εἶ­ναι ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Καί τό «ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ» ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὀρ­θο­δο­ξό­τητα. Δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά ἔ­χω ἑ­νό­τη­τα μ’ ἐσέ­να, ὅ­ταν ἐσύ δέν πι­στεύ­εις τοῦ­το ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἡ πί­στη σου εἶ­ναι παρ­δα­λή. Δέν μπο­ρῶ νά ἔ­χω μαζί σου ἑ­νό­τη­τα. Ἐ­ξάλ­λου, για­τί ἀ­γω­νί­στη­καν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Για­τί τούς προ­βάλ­λει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α –του­λά­χι­στον τούς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου– καί τούς τι­μᾶ; Γιά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.

    Βεβαίως ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔχει δύ­ο δι­α­στά­σεις. Ἡ πρώ­τη δι­ά­στα­ση εἶ­ναι ἡ κα­τά φύ­σιν, ἡ φύ­ση μας· εἴ­μα­στε παι­διά τοῦ Ἀ­δάμ, ὅ­λοι ἔ­χου­με αὐ­τό πού λέ­με ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση. Μπο­ρεῖ ὁ ἄλ­λος νά εἶ­ναι ἑ­τε­ρό­δο­ξος, νά εἶ­ναι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἄλ­λης θρη­σκεί­ας καί τά λοι­πά. Ἔ, καλά· ὡς ἄν­θρω­πο, τόν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ἄν­θρω­πος, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος, καί συ­νε­πῶς τόν ἀ­γα­πῶ ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἴ­δι­ας φύ­σε­ως. Ὅ­μως ἔ­χουμε καί μιά ἄλ­λη ἑ­νό­τη­τα, αὐ­τήν πού λέ­με ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά τήν ὁποία μι­λᾶ­με τό­ση ὥ­ρα. Ἐ­κεῖ, ἐ­άν ὁ ἄλλος δέν πι­στεύ­ει, ἐ­άν δέν εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ καί δέν δέ­χε­ται ἀ­πο­λύ­τως ὅ­λες τίς θέ­σεις τῆς Πί­στε­ως, δη­λα­δή ὅ­λα τά δόγ­μα­τα, δέν μπο­ρῶ νά ἑ­νω­θῶ μα­ζί του. Δι­ό­τι τί θά μᾶς ἑ­νώ­σει; Τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­μως τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ δέν μπο­ρεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν δι­α­φο­ρετική πίστη καί ἀν­τί­λη­ψη. Ἐδῶ ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν στήν θε­αν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅπως τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ὑ­πῆρ­χαν αἱ­ρε­τι­κοί πού ἀρ­νοῦ­νταν τή θε­ό­τη­τα τοῦ Ἰησοῦ, οἱ Ἀ­ρεια­νοί, τούς ὁποίους ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ἔ­τσι καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι Θε­ός. Αὐ­τό ὅμως εἶ­ναι μέ­γι­στη βλα­σφη­μί­α. Πῶς λοιπόν θά ἑ­νω­θῶ ἐ­γώ μα­ζί τους;... Καί πῶς θά τούς δε­χθεῖ αὐ­τούς ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, πού Τόν βλα­σφη­μοῦν, μέ τό νά μή δέ­χο­νται τή θεί­α Του φύ­ση;...

     Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­στε λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί «ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ». Τό κα­τα­λά­βα­τε;

   Ἕ­νας ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός συγ­γρα­φέας, ὁ πο­λύς Ὠ­ρι­γέ­νης, λέ­ει τό ἑ­ξῆς: «Ἡ ἑ­νό­της γί­νε­ται δι’ ἀ­γά­πης καί ἀ­λη­θεί­ας καί προ­αι­ρέ­σε­ως ἀ­γα­θῆς»[Origenes, Fragmenta in Jeremiam, 00234.] Τί θά πεῖ αὐ­τό; Τρί­α στοι­χεῖ­α πρέ­πει νά συν­τρέ­χουν γι’ αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα. Πρῶ­τα, ἡ ἀ­λή­θεια· ὅ,τι τό­σην ὥ­ρα σᾶς λέω. Ὅ­λοι νά πι­στεύ­ου­με τό ἴ­διο· νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, τήν ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη. Κα­τό­πιν, ἡ ἀ­γά­πη· νά ἀ­γα­πά­ει ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο. Δι­ό­τι μπο­ρεῖ νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, ἀλ­λά νά μήν ἔ­χου­με με­τα­ξύ μας ἀ­γά­πη, για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί... Ναί, οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί! Θέ­λει ὁ ἄλ­λος νά προ­βάλ­λε­ται, νά κά­νει τό δι­κό του, καί τά λοιπά καί τά λοιπά, καί ἐ­νῶ ἔ­χου­με ἴδια πί­στη, νά σπά­ζει ἡ ἑ­νό­τη­τα, για­τί λεί­πει ἡ ἀ­γά­πη. Καί με­τά, λέ­ει, εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση. Ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ δό­λου. Μέ­σα σου αὐ­τό πού λές νά τό πι­στεύ­εις. Αὐ­τό πού λέ­νε τά χεί­λη σου νά τό πι­στεύ­εις. Δέν ὑ­πάρ­χει ὁ δό­λος· ὑ­πάρ­χει τα­πεί­νω­ση. Ἄν σοῦ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι ἔ­χεις κά­που ἕ­να ση­μεῖ­ο πλά­νης, νά τό ἀ­πο­δε­χθεῖς καί ἀ­μέ­σως νά δε­χθεῖς τήν ἀ­λή­θεια.

    Στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, κά­θε φο­ρά πού λει­τουρ­γοῦ­με, λέ­με τό ἑ­ξῆς: «Τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ τὴν κοι­νω­νί­αν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος αἰ­τη­σά­με­νοι», ἀ­φοῦ ζη­τή­σα­με, λέ­ει, τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καί τήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους», τούς ἑ­αυ­τούς μας καί τούς ἄλ­λους, «καὶ πᾶ­σαν τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν», καί ὅλη τή ζωή μας, ὅ­λο τό εἶ­ναι μας, «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με, ἄς τό βά­λου­με στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ.

    Ἐ­δῶ, σ’ αὐ­τό τό χω­ρί­ο, τό λει­τουρ­γι­κό χω­ρί­ο, πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅ­λο τό ποι­μαν­τι­κό ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δι­ό­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τί θέ­λει; Μέ τά κη­ρύγ­μα­τα, μέ τά Μυ­στή­ρια καί τά λοιπά, τί ἐ­πι­δι­ώ­κει; Ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως, νά ἔ­χου­με ὅ­λοι τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Λέ­με «Πι­στεύ­ω εἰς ἕ­να Θε­όν...», τ’ ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λοι λοι­πόν νά ἔ­χου­με τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Κι ἔτσι, αὐ­τό τό ἴ­διο πι­στεύ­ω γί­νε­ται ὁ­δός πού ὁ­δη­γεῖ στόν κύ­ριο σκο­πό μας, στήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τί θά πεῖ κοι­νω­νί­α; Με­το­χή. Γιά νά εἴ­μα­στε ὅ­λοι μέ­το­χοι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί μήν ξε­χνᾶ­με, ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ἡ κο­ρυ­φή, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός σκο­πός κά­θε πνευ­μα­τι­κῆς φρον­τί­δος.

     Μέ­νει ἕ­να τρί­το ση­μεῖ­ο, σ’ αὐ­τό πού μόλις σᾶς δι­ά­βα­σα· εἶ­ναι ἡ πα­ρά­θε­ση τῶν ἑ­αυ­τῶν μας, τῆς ζω­ῆς μας, καί τῶν ἄλ­λων στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ. «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με. Δη­λα­δή;

    Δη­λα­δή: Πη­γαί­νει, κυ­ρί­α μου ὁ σύ­ζυ­γός σου στή δου­λειά καί τά παι­διά σου σχο­λεῖ­ο; Μήν περ­νᾶς λα­χτά­ρα μέ­χρι τό με­ση­μέ­ρι πού θά ἐ­πι­στρέ­ψουν, μπάς καί τούς πά­τη­σε κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το! Ἔ­φυ­γαν; Κά­νε τήν προ­σευ­χή σου· Κύ­ρι­ε, στά χέ­ρια Σου εἶ­ναι ὁ σύ­ζυ­γός μου καί τά παι­διά μου. Καί κά­νε τίς δου­λει­ές σου ἤ­ρε­μα καί ἥ­συ­χα· ἔ­βα­λες στό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, στό χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­βα­λες τήν ἀ­σφά­λεια τῶν δι­κῶν σου. Αὐ­τό θά πεῖ ἄς πα­ρα­θέ­σου­με. Με­γά­λο πράγ­μα ὅ­ταν τούς οἰ­κεί­ους μας, καί τήν πα­τρί­δα μας, τούς πα­ρα­θέ­του­με στόν Χρι­στό. Κύ­ρι­ε, ἐ­μεῖς τί μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με;... «Ἐ­ὰν μὴ Κύ­ριος φυ­λά­ξῃ πό­λιν, εἰς μά­την ἠ­γρύ­πνη­σεν ὁ φυ­λάσ­σων»[ Ψαλμ. 126, 1.]. Ἐ­άν ὁ Κύ­ριος δέν φυ­λά­ξει τήν πό­λη, μά­ται­α ἀ­γρύ­πνη­σαν οἱ σκο­ποί της, αὐτοί πού φυ­λᾶ­νε τήν πό­λη.

     Τό λέ­ω αὐ­τό για­τί ἔ­χου­με τούς Τούρ­κους ἀ­πό ’δῶ, τούς πα­ρα­τούρ­κους ἀ­πό ’κεῖ... τούς πα­ρα­πά­νω καί τούς πα­ρα­κά­τω... Ὅ­λους αὐ­τούς, ἄν μᾶς ἐ­πι­τε­θοῦν, δέν θά μπο­ρέ­σου­με νά κά­νου­με τί­πο­τα γιά νά τούς βγά­λου­με ἀ­πό τήν πα­τρί­δα μας, ἐ­άν τήν πα­τρί­δα μας δέν τήν φυ­λά­ει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τό βε­βαί­ως δέν κα­ταρ­γεῖ τήν ἄ­μυ­να. Προ­σέξ­τε: δέν κα­ταρ­γεῖ τήν φύλαξη τῶν συνόρων. Μή­πως καί οἱ Ἑ­βραῖ­οι δέν ἔ­κα­ναν πο­λέ­μους; Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Θε­ός εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν τρο­παι­ο­φό­ροι στόν πό­λε­μο· ὅ­ταν δέν τήν εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν κά­τι φο­βε­ρό!

    Νά σᾶς πῶ πῶς τό λέ­ει ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός: «Ἐ­άν ἔ­χε­τε τή δι­κή μου τήν εὐ­λο­γί­α, ἑ­κα­τό ἀ­πό σᾶς θά κα­τα­τρο­πώ­νουν δέ­κα χι­λιά­δες, μυ­ρί­ους. Καί ἐ­άν, λέει, εἴ­σα­στε ἐ­σεῖς μύ­ριοι, ἄν δέν ἔ­χε­τε τήν εὐ­λο­γί­α μου, ἑ­κα­τό ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς σας θά σᾶς κα­τα­τρο­πώ­νουν»[ Λευιτ. 26, 7-17]. Αὐ­τό θά πεῖ πα­ρα­θέ­τω τόν ἑ­αυ­τό μου στόν Θε­ό · ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα μας. Ὕ­στε­ρα ἐ­μεῖς, ὡς χώ­ρα, οἱ μι­κροί, –πάν­τα μι­κροί ἤ­μα­στε, σέ ὄγ­κο, σέ ἔ­κτα­ση, σέ ἀ­ριθ­μό– πό­σες φο­ρές νι­κού­σα­με! Για­τί; Πα­ρα­κα­λού­σα­με τόν Θε­ό. Δέν ξέ­ρω ὅ­μως, ἄν κά­τι μᾶς συμ­βεῖ, ἐάν πα­ρα­κα­λέ­σου­με πά­λι τόν Θε­ό. Καί τό λέω αὐτό για­τί ἤ­δη μπῆ­κε ἀρ­κε­τή δό­ση ἀ­θε­ΐ­ας μέ­σα στόν λα­ό μας, καί αὐ­τό τό γνω­ρί­ζουμε ὅ­λοι μας.

    Ἀ­γα­πη­τοί, οἱ ἡ­μέ­ρες πού περ­νᾶ­με εἶ­ναι δι­α­σπα­στι­κές. Αὐ­τό βέ­βαι­α συμ­φέ­ρει στούς ἐ­χθρούς, ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους, στόν Δι­ά­βο­λο καί στούς ἄλ­λους ἐ­χθρούς, για­τί ἐ­πι­τυγ­χά­νουν τά σχέ­διά τους. «Μέ­σα στήν ἀ­ναμ­πουμ­πού­λα», λέ­ει μί­α λα­ϊ­κή πα­ροι­μί­α, «χαί­ρε­ται ὁ λύ­κος», δη­λα­δή μέ­σα σέ μί­α δι­α­σπα­στι­κό­τη­τα χαί­ρον­ται οἱ ἐ­χθροί.

    Γιά μᾶς τούς Ὀρ­θό­δο­ξους Χρι­στια­νούς γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Εἰ ἀλ­λή­λους δά­κνε­τε καὶ κα­τε­σθί­ε­τε, βλέ­πε­τε μὴ ὑ­π’ ἀλ­λή­λων ἀ­να­λω­θῆ­τε»[ Γαλ. 5, 15]. Ἐ­άν ὁ ἕ­νας δαγ­κώ­νει τόν ἄλ­λο, προ­σέξ­τε μή­πως με­τα­ξύ σας κα­τα­να­λω­θεῖ­τε, κα­τα­στρα­φεῖ­τε.

    Ὄ­χι ἔτσι. Ὁ ἴ­διος Ἀ­πό­στο­λος λέ­ει γιά μᾶς στήν Πρός Ἑ­βραί­ους: «Κα­τα­νο­ῶ­μεν ἀλ­λή­λους εἰς πα­ρο­ξυ­σμὸν ἀ­γά­πης καὶ κα­λῶν ἔρ­γων»[ Ἑβρ. 10, 24]. Ἄς προ­σέ­χουμε ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, ὥ­στε νά πα­ρα­κι­νού­μα­στε σέ ὀ­ξεῖ­ες ἐκ­δη­λώ­σεις ἀ­γά­πης, σέ πυ­ρε­τό ἀ­γά­πης, καί κα­λῶν ἔρ­γων!

    Τό­τε ἀκριβῶς, ἀ­γα­πη­τοί μου, θά μπο­ροῦ­με νά δι­α­σώ­ζου­με τήν ἑ­νό­τη­τα, τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ποι­οι βρί­σκον­ται μέ­σα σ’ αὐτή, κι ὅ­ποι­οι εἶ­ναι αὐ­τοί, «ἕ­κα­στος ἐ­φ’ ­ᾧ ἐ­τά­χθη»[ Βλ. Α΄ Κορ. 4, 17-24] πού λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος, «ὁ κα­θέ­νας ἐ­κεῖ πού τά­χθη­κε». Αὐτό ση­μαί­νει ὅτι ὁ μο­να­χός, ὁ ἄ­γα­μος, ὁ ἔγ­γα­μος, ὁ χει­ρώ­να­κτας, ὁ ἐ­πι­στή­μο­νας, ὁ μορ­φω­μέ­νος, ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ὁ κα­τέ­χων ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ὁ ἰ­δι­ώ­της, ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί, ἕ­να Σῶ­μα. Αὐ­τή ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά εἶ­ναι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

    Νά πῶ καί κά­τι, μέ τήν εὐ­και­ρί­α τοῦ σημερινοῦ Μνη­μο­σύ­νου; Καί ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή δέν ξε­χω­ρί­στη­καν· εἶ­ναι στό ἴ­διο Σῶ­μα. Γι’ αὐ­τό στό ἅ­γιο Δι­σκά­ριο βά­ζου­με τίς με­ρί­δες καί ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων. Οἱ κε­κοι­μη­μέ­νοι ἁ­πλῶς ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τά μά­τια μας· ὅ­μως εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό μήν τό ξε­χνᾶ­με πο­τέ!

    Καί ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πρέ­πει νά εἶ­ναι καί τό τεκ­μή­ριο, ἡ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ζων­τά­νιας τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ πρός τούς ἔ­ξω, σ’ ἐ­κεί­νους πού δέν εἶ­ναι Χρι­στια­νοί.

     Ὁ Κύ­ριος μᾶς εἶ­πε: «Ἐν τού­τῳ γνώ­σο­νται πά­ντες ὅ­τι ἐ­μοὶ μα­θη­ταί ἐ­στε, ἐὰν ἀ­γά­πην ἔ­χη­τε ἐν ἀλ­λή­λοις»[ Ἰωάν. 13, 35]. Τό­τε θά γνω­ρί­σει ὁ κό­σμος ὅ­τι εἶ­στε δι­κοί μου μα­θη­τές, ὅ­ταν ἀ­νά­με­σά σας ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη καί ἑ­νό­τη­τα