Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΗΜΕΡΙΔΕΣ-ΣΥΝΕΔΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΗΜΕΡΙΔΕΣ-ΣΥΝΕΔΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2026

 

Το εκκλησιολογικό έγκλημα του πατρ. Βαρθολομαίου στην Ουκρανία εξηγημένο σε 10 λεπτά (Βασίλειος Τουλουμτσής).

 

Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: The Crucifixion of Orthodoxy in the 21st Century: Spiritual Wars, the Ecumenist Offensive, and Global Politics

«Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου αρχικώς να συγχαρώ το Κέντρο Γεωστρατηγικών Μελετών στο Βελιγράδι για την διοργάνωση του παρόντος διεθνούς συνεδρίου και επίσης να τους ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν.

Στην σύντομη εισήγηση που θα ακολουθήσει θα αναφερθούμε στον τρόπο αποδοχής των λεγόμενων πρώην σχισματικών Ουκρανών από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δίχως αναχειροτονία, αλλά και στην επιχειρηματολογία που προέβαλαν προκειμένου να δικαιολογηθεί η συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική πρακτική.

Εξαρχής είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εκκλησιαστική θεραπεία των σχισμάτων έχει χαρακτήρα όχι απλώς συμφιλιωτικό αλλά θεραπευτικό. Επί τη βάση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Κανονικής Παράδοσης. Καθώς συγκαλύπτοντας και όχι εξαλείφοντας τις αντιθέσεις, παραμένει πάντοτε ενεργός ο κίνδυνος της αλλοίωσης και της εκ νέου διαίρεσης του εκκλησιαστικού σώματος.

Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός και κανένα Πατριαρχείο δεν βρίσκεται υπεράνω της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ώστε να έχει το προνόμιο να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν και αποσπασματικά στοιχεία της Παραδόσεως, προκειμένου να ικανοποιεί συμπλεγματικές ορέξεις και φιλοδοξίες παγκόσμας εξουσίας επί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διαιρώντας μάλιστα το εκκλησιαστικό σώμα χωρίς καμμία συστολή.

Η ουσία του προβλήματος, του ουκρανικού σχίσματος, δεν αποτελεί ο τόμος της αυτοκεφαλίας, είναι βεβαίως προβληματικός και ο τρόπος απόδοσης αλλά και οι απoδέκτες αυτού, αλλά ο τόμος έρχεται ως δευτερεύον πρόβλημα. Το κύριο και πρώτιστο πρόβλημα του ουκρανικού ζητήματος είναι η έλλειψη ιερωσύνης στους δεχθέντες τον τόμο, καθώς αυτοί ουδέποτε χειροτονήθηκαν εντός της Εκκλησίας, ενώ στο πλαίσιο της αυτοκεφαλίας δημιουργήθηκε, και έως και σήμερα υποστηρίζεται, μία διαδοχή φερομένων ως «ιερέων» που όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσχεραίνεται έτι περαιτέρω η δυνατότητα θεραπείας.

Η ομάδα η οποία τον Ιανουάριο του 2019 έλαβε τον τόμο αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συγκροτήθηκε από τριών ειδών «επισκόπους»:

α) από πρώην κανονικούς επισκόπους που αποσχίστηκαν από το Πατριαρχείο της Μόσχας

β) από δεχθέντες χειροτονία εντός του σχίσματος

γ) και από αυτο-τιτλοφορούμενους ως επισκόπους, οι οποίοι πολύ πιθανό να είναι και αβάπτιστοι

Εδώ να κάνουμε μία παρένθεση και να πούμε ότι η άσκηση εκκλήτου από πλευράς ειδικά του Μακαρίου Μαλέτιτς αποτελεί έναν τραγέλαφο, διότι ο χαρακτήρας της εκκλήτου προφυγής είναι η αναίρεση μίας καταδικαστικής και καθαιρετικής πράξης, η οποία στην περίπτωση του Μαλέτιτς δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει, διότι δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει αρχική χειροτονία.

Και παρ’ ότι οι τρεις περιπτώσεις φέρουν διαφορετικά εκκλησιολογικά χαρακτηριστικά, εντούτοις όλοι ανεξαιρέτως έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγνωρίστηκαν όλοι ανεξαιρέτως ως αρχιερείς της Εκκλησίας.

Με τον τρόπο αυτό και την δημιουργία του συγκεκριμένου εκκλησιαστικού συνονθυλεύματος, θεωρήθηκε ότι επήλθε η θεραπεία, την στιγμή που η ύπαρξη παράλληλης εκκλησιαστικής δομής στον ίδιο τόπο, με την αναίτια περιθωριοποίηση του κανονικού Μητροπολίτη Ονουφρίου στοιχειοθετεί και αποτελεί ντε φάκτο σχίσμα.

Μία Εκκλησία όμως για να γίνει αυτοκέφαλη θα πρέπει πρωτίστως και προηγουμένως να είναι Εκκλησία, εφόσον Εκκλησία σημαίνει και συνεπάγεται υποστατά μυστήρια, αγιαστική χάρη και ιερωσύνη. Κατά συνέπεια είναι άλλο το ζήτημα της αποκατάστασης στην ιερωσύνη και διαφορετικό το ζήτημα της αυτοκεφαλίας. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοκεφαλία δεν έχει δική της αυτόνομη χαρισματική υπόσταση αλλά θεμελιώνεται πρωτογενώς στην εκκλησιαστική υπόσταση μίας κατά τόπον Εκκλησίας, η οποία δευτερογενώς καθίσταται αυτοκέφαλη. Δεν είναι δυνατόν μία κίνηση διοικητικού χαρακτήρα, όπως είναι η αυτοκεφαλία, να προσδώσει απροϋπόθετα και μαγικώ τω τρόπω αρχιερωσύνη σε ανθρώπους που ποτέ δεν την έλαβαν και ενδεχομένως δεν ανήκαν καν στο Σώμα της Εκκλησίας. Ειδάλλως δημιουργείται το πρωτοφανές παράδοξο να έχουμε μία ομάδα η οποία να κατέχει μεν τόμο αυτοκεφαλίας αλλά να μην είναι Εκκλησία.

Η «επιχειρηματολογία» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά βάση βασίστηκε, θεμελιώθηκε, πάνω στην αλλοίωση κειμένων, στην παρερμηνεία Ιερών Κανόνων και ιστορικών γεγονότων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Μία τέτοια προσπάθεια υπήρξε η δικαιολόγηση της μη αναχειροτόνησης των σχισματικών Ουκρανών μέσω του τρόπου αποδοχής των πρώην εικονομάχων επισκόπων από την 7η Οικουμενική Σύνοδο χωρίς αναχειροτόνηση.

Το δεδομένο όμως που διαφοροποιεί ριζικά τις δύο περιπτώσεις είναι ότι οι εικονομάχοι έφεραν υποστατή ιερωσύνη εντός της Εκκλησίας προ της αιρετικής τους απόκλισης και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που η Εκκλησία δεν τους χειροτόνησε εκ νέου. Οι σχισματικοί της Ουκρανίας όμως δεν έχουν αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, με εξαίρεση ασφαλώς τους αρχιερείς που ανήκαν πριν στο Πατριαρχείο της Μόσχας από όπου και αποσχίστηκαν και ακολούθως καθαιρέθηκαν. Πράγμα που σημαίνει ότι άνευ χειροτονίας δεν είναι ιερείς και για αυτό δεν δύνανται να προσφέρουν την λατρεία της Εκκλησίας προς τον Θεό.

Σύμφωνα με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και την διαχρονική συνείδηση και πράξη της Εκκλησίας, τα όρια της Εκκλησίας και οι θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές είναι εκείνες που προσδιορίζουν αρχικώς την δυνατότητα, διότι δεν οικονομούνται όλες οι περιπτώσεις, και δευτερευόντως τον τρόπο αποδοχής των εξαιρέσεων επιστρεφόντων, με το δεδομένο ότι δεν υφίστανται μυστήρια εκτός Εκκλησίας. Συνεπώς, η αποδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων έλαβε χώρα κάτω από αυστηρό καθεστώς συγκεκριμένων εκκλησιολογικών προϋποθέσεων, με απαραίτητη προϋπόθεση η επισκοπική χειροτονία να είχε αρχικώς τελεστεί στους κόλπους της Εκκλησίας προ της αιρετικής απόκλισης.

Με άλλα λόγια. Η σημειούμενη πορεία εκκινά από την εκκλησιολογία και κατευθύνεται προς την εξέταση του τρόπου αποδοχής.

Σύμφωνα με την παρερμηνεία της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία φιλοδοξεί να υποστηρίξει την μη αναχειροτονία, σημειώνεται η ακριβώς αντίθετη πορεία. Εκκινά από τον τρόπο αποδοχής και κατευθύνεται προς την διαμόρφωση μίας νεάς εκκλησιολογίας.

Θεωρείται παγιωμένος ο τρόπος της μή αναχειροτόνισης, ως δήθεν θεμελιωμένος στην διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας και εκ του τρόπου της απροϋπόθετης αναγνώρισης ιερωσύνης εκτός Εκκλησίας, διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα μεν αδιευκρίνιστα δε, εκκλησιολογιικά όρια, εφόσον η μη αναχειροτόνιση δηλώνει την προ-ϋπαρξη υποστατής ιερωσύνης.

Όμως υπό την άποψη αυτή δεν υπάρχουν όρια της Εκκλησίας και επομένως δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν αιρετικοί και σχισματικοί. Γενόμενοι αυτοί a priori δεκτοί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και των εκτός Αυτής διαφόρων ετερόδοξων και σχισματικών κοινοτήτων τίθενται επί ίσοις όροις. Ωσαν το πρόβλημα να αφορά σε διακοπή κοινωνίας και όχι σε έκπτωση εκ της Εκκλησίας.

Το εν λόγω εκκλησιολογικό σχήμα παραπέμπει ευθέως στην εκκλησιολογία του Κονγκάρ [Yves Congar], η οποία αργότερα έγινε και η εκκλησιολογία της δεύτερης Βατικανής συνόδου. Με κυρίαρχο στοιχείο αυτής να αποτελεί η έννοια της διαβαθμισμένης μετοχής όλων των «ιστορικών εκκλησιών» στην «μία εκκλησία» και την ύπαρξη ενός παγκόσμιου «πρώτου».

Στη νέα αυτήν περιεκτική εκκλησιολογία δεν υπάρχουν σχίσματα και αιρέσεις. Υπάρχουν απλώς χωρισμένοι αδελφοί με τους οποίους και επί τη βάση του θεωρούμενου ως ενός «χριστιανικού βαπτίσματος», υφίσταται κοινωνία ατελούς μορφής, η οποία καθίσταται ως τέλεια μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον παγκόσμιο «πρώτο». Αυτή η κοινωνία τελειοποιεί και αναπληρώνει το ατελές της κοινωνίας.

Γι’ αυτό και δεν υφίσταται επανάληψη τέλεσης μυστηρίων για τους λατίνους, δεδομένου ότι η Β’ Βατικανή ήρε την αποκλειστική εκκλησιολογία της Α’ Βατικανής συνόδου, αναγνωρίζοντας έγκυρα και υποστατά μυστήρια σε όλες τις ιστορικές «εκκλησίες».

[σ.σ. Σε αυτό το σημείο κατανοούμε, πώς η ψευδοσύνδος της Κρήτης που ονόμασε τις αιρέσεις «εκκλησίες», με την ιστορική τους έννοια όπως μας είπε ο Αθηνών Ιερώνυμος, μπήκε στην τροχιά της Β’ Βατικανής των παπικών για τα περαιτέρω.]

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η πρακτική που εφαρμόστηκε ως προς τον τρόπο αποδοχής και αναγνώρισης των σχισματικών και αχειροτόνητων ομάδων των Ουκρανών, δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και δεν εναρμονίζεται με την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για την οποία δεν υφίστανται μυστήρια, συνεπώς και ιερωσύνη, εκτός της Εκκλησίας.

Φέρει χαρακτηριστικά Βατικάνειας εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία το θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας δεν είναι πλέον η Πίστη και η Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά το πρόσωπο του παγκόσμιου «πρώτου». Η κοινωνία με τον «πρώτο» είναι αυτή που αναπληρεί την ανάγκη της αναχειροτονίας, αποτελώντας παράλληλα και τον αναγκαίο όρο ενότητας της «Εκκλησίας» και κοινωνίας με την «Εκκλησία».

Προς την νεόκοπη στοιχειοθέτηση ενός παγκόσμιου πρωτείου άνευ ίσων, εργάστηκε συστηματικά ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, μέσω της περσοναλιστικής παρερμηνείας του τριαδιολογικού δόγματος και της υποστήριξης της οντολογικής προτεραιότητας του Πατρός ει βάρος των Υποστάσεων Υιού και Πνεύματος. Με αποτέλεσμα, η αιρετική τριαδολογία να κατοπτρίζεται εικονικά σε μία αναλόγως προβληματική εκκλησιολογία, την «εκκλησιολογία του πρωτείου».

Στο επίπεδο της τριαδολογίας, ο Ζηζιούλας ταύτιζε τον Θεό μόνο με την υπόσταση του Πατρός και υποστήριζε ότι όπως ενδοτριαδικά υπάρχει ο Πατήρ ως πρώτος, κατ’ αντιστοιχία και στο επίπεδο της εκκλησιολογίας υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένας παγκόσμιος πρώτος, ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και το σημείο ενότητας της «Εκκλησίας». Άνευ του πρώτου ή άνευ της κοινωνίας με τον πρώτο, δεν υφίσταται ενότητα.

Στην πραγματικότητα το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, πέραν από παραγγελία κέντρου γεωπολιτικής ισχύος, υπήρξε περαιτέρω και μία πολύ βολική περίπτωση προκειμένου να εκφραστεί στο πρακτικό επίπεδο της εκκλησιολογίας η αιρετική αρειανική τριαδολογία του αποθανόντος μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, ως «εκκλησιολογία του πρωτείου». Η οποία θέτει τις Τοπικές Εκκλησίες σε διαφορετικά και άνισα επίπεδα υπό έναν πρώτο, την εκκλησιαστική παράδοση απλώς ως αποθήκη επιχειρημάτων απ’ όπου λαμβάνεται μόνον ό,τι εξυπηρετεί την κάθε περίσταση, ενώ η απροϋπόθετη αναγνώριση ιερωσύνης, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί ένα πολύ βολικό και εξυπηρετικό προηγούμενο προς την επιχειρούμενη πανχριστιανική ενότητα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.»

https://www.youtube.com/watch?v=vXHxDubah0E

Απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ



Τετάρτη, Μαΐου 27, 2026

 

Ἀπὸ τὸ Ἕνα Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ θεωρούμενον ὡς “κοινὸν τριαδικὸν βάπτισμα”*

  

Τοῦ κ. Βασιλείου Τουλουμτσῆ, Ὑπ. δρος Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ

“Ὅπου ὑπάρχει ἁγιοτριαδικὸν βάπτισμα, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βαπτίση παρὰ μόνον νὰ τελῆ τὸ χρῖσμα”

  Στὴν φράση αὐτὴ συμπυκνώνεται, ἐνδεικτικά, ὁ πυρήνας ἑνὸς σύγχρονου τρόπου ἀντίληψης τῶν μυστηρίων, ὄχι ὡς τρόπων μετοχῆς τοῦ ἑνιαίου σωτηριώδους μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὡς αὐτόνομων γεγονότων, τὰ ὁποῖα φέρουν αὐτόνομο κῦρος καὶ ὑπόσταση, ἄσχετα ἂν αὐτὰ τελοῦνται ὑπὸ καὶ ἐντὸς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ ὑπὸ καὶ ἐντὸς αἱρετικῶν κοινοτήτων. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια, τὸ βάπτισμα νὰ ἀποδεσμεύεται ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς συστατικὸ στοιχεῖο, καὶ μάλιστα ὡς θεμέλιο, μίας διευρυμένης ἐκκλησιολογίας, μίας Ἐκκλησίας ποὺ πλατύνεται ἀδιευκρίνιστα, καὶ στὴν ὁποία ἀνήκουν ἐν γένει ὅσοι ἁπλῶς δηλώνουν χριστιανοί.

  Ἡ λανθασμένη αὐτὴ θεώρηση τοῦ βαπτίσματος ἀσυνείδητα ἐκφράζεται καὶ ὑπὸ ἐνίων ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι, θεωρώντας ὅτι κινοῦνται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς φιλάνθρωπης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν συγχυτικὴ καὶ διαλυτικὴ αὐτὴ βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ὅμως ἀνατρέπει τοὺς ὅρους καὶ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μεταβάλλεται τὸ θεμέλιο ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, σ’ ἕνα ἀόριστο τριαδικὸ βάπτισμα, ποὺ δὲν ἔχει καμία ἀναφορὰ στὴν μία πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅμως, μεταβάλλει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ περιέχουσα σὲ περιεχόμενο, ἐφόσον δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ παρέχει τὰ μυστήρια ὡς ζωογόνες ἐκφράσεις τῆς Κεφαλῆς πρὸς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁρίζει τὴν Ἐκκλησία, καὶ τὴν περιέχει ἀορίστως σὲ μία διευρυμένη ἐκδοχή, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, ὑπὸ μορφὴ τελείας καὶ ἀτελοῦς κοινωνίας, ὅλες τὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες.

  Ἡ περὶ μυστηρίων διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸ χριστολογικὸ δόγμα, ἐφόσον ἐν Χριστῷ ἑνώθηκαν ἀρρήτως καὶ ὑποστατικῶς τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο, καθιστώντας τὴν σωτηρία ὡς ἕνα γεγονὸς πραγματοποιηθὲν καὶ τετελειωμένο. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μετέχεται καὶ κοινωνεῖται ἀναλογικῶς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖο δωρίζεται μυστηριακῶς ἐκ τῆς Κεφαλῆς. Ἡ ἄρρηκτη αὐτὴ σχέση Χριστοῦ – Ἐκκλησίας – μυστηρίων δὲν ἀποτελεῖ μία γραμμικὴ σχέση τριῶν διαφορετικῶν πραγμάτων, «ἀλλὰ πράγματος ταυτότης», ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις» καὶ  «διὰ τῶν μυστηρίων», πραγματικότητα ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

  Ὁ Χριστός, διαλεγόμενος μὲ τὸν Νικόδημο, ρητῶς προέβαλε τὴν ὀργανικὴ σχέση ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοί, ἐὰν μή τις γεννηθῆ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ… Τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦ­μά ἐστι». Στὴν τελευταία φράση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ διάκριση μεταξὺ τῆς κτιστῆς ἐνέργειας, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, καὶ τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας, ἡ ὁποία ἀνήκει καὶ ἐνεργεῖται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν Θεό.

  Ἡ ὀρθὴ πίστη, ἀποτελώντας τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ παράλληλα καὶ τὸν ἀναγκαῖο ὅρο ἔνταξης στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀσφαλῶς κοινωνίας μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἐφόσον τὰ ὅρια (ὅροι) τῆς πίστεως περιγράφουν καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐν Χριστῷ ὕπαρξης. Ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς πίστεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἐν Χριστῷ ζωή, ἐφόσον ἡ κατασκευασθεῖσα αἱρετικὴ διδασκαλία ἀποτελεῖ τὸ δημιούργημα τῆς φαντασίας καὶ τῶν σύνθετων ἀνθρώπινων συλλογισμῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ ὁδηγεῖ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν ἀποκαλύπτει. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν καὶ τὸ ἔργο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων· ἡ διασφάλιση καὶ περιχαράκωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀπὸ τὴν καμουφλαρισμένη εἰδωλολατρία τῶν αἱρέσεων.

  Ἔτσι λοιπὸν προηγεῖται ἡ πίστη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τελεῖται καὶ τὸ βάπτισμα. Πιστεύουμε σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τὴν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, καὶ βαπτιζόμαστε σύμφωνα μὲ τὴν πίστη.

  Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ πρακτικὴ τέλεσης τοῦ βαπτίσματος δὲν στερεῖται περιεχομένου καὶ σημασίας, ἐφόσον ἀποτελεῖ τὴν ἐξωτερικὴ ἔκφραση καὶ τὴν ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ πυρήνα τῆς πίστεως, ἢ μὲ ἄλλα λόγια, τὸν τρόπο πρόσληψης – μετοχῆς τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ὅπως αὐτὸ ὁμολογεῖται διὰ τῆς πίστεως. Ὑφίσταται δηλ. μυστικὸς σύνδεσμος μεταξὺ τῆς πρακτικῆς τέλεσης τῶν μυστηρίων καὶ τῆς δο­γματικῆς διδασκαλίας  (lex orandi καὶ lex credendi), μὲ τὴν ἀπαραίτητη διευκρίνιση ἀσφαλῶς ὅτι ὁ τρόπος καὶ ὁ τύπος ἔχουν σημασία στὸ ἐπίπεδο ποὺ ἐξωτερικεύουν καὶ πραγματώνουν τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης, δίχως αὐτὰ νὰ αὐτονομοῦνται καὶ νὰ ἀντικειμενοποιοῦνται ὡς αὐθυπόστατα καὶ διακρινόμενα στοιχεῖα, ἐρήμην τοῦ μυστικοῦ πυρήνα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας. Γιὰ ὅλα τὰ ἀνωτέρω εἶναι ἀναγκαῖο ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἡ διδασκόμενη πίστη νὰ συνεξετάζονται ὡς μία ἑνότητα.

  Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν ἀνωτέρω, συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ἀληθὲς βάπτισμα ποὺ ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ταυτόχρονα τὸν ἐντάσσει ὡς ὀργανικὸ μέλος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, προϋποθέτει τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ὑποστατὴ ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος τὸ βάπτισμα. Κατὰ συνέπεια ἡ βάπτιση, ὡς ἔνταξη στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεστεῖ ἐγκύρως καὶ ὑποστατῶς, τουτέστιν μυστηριακῶς, ἀπὸ κοινότητα ποὺ δὲν ἀνήκει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαφοροποιεῖται δηλ. ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία, ὡς εὑρισκόμενη ἐκτὸς αὐτῆς. Στὴν ἀντίθετη θεώρηση, δημιουργεῖται ἕνα ὀξύμωρο σχῆμα, κατὰ τὸ ὁποῖο μία κοινότητα ποὺ δὲν εἶναι Ἐκκλησία, δύναται διὰ τοῦ δικοῦ της βαπτίσματος νὰ ἐντάσσει μέλη στὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅμως ἡ ἴδια διαφοροποιεῖται. Καὶ ἐνῶ βλέπουμε ὅτι τὰ τρία καίρια στοιχεῖα ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου, εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος καὶ ἡ τελεταρχικὴ χάρη, βλέπουμε αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα στὸ πλαίσιο τῆς καλούμενης “βαπτισματικῆς ἐκκλησιολογίας” νὰ μὴ ἔχουν ἀπολύτως καμία ἀξία. Ἀντ’ αὐτῶν, τὸ βάπτισμα λαμβάνει ἐγκυρότητα μόνο ἀπὸ τὴν τριαδικὴ ἐπίκληση, ἀπ’ ὅπου, καὶ ἀπ’ ὅποιον κι ἂν τελεῖται. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπηρεάζει αὐτομάτως καὶ τὸν τρόπο κατανόησης τῆς οἰκονομίας στὴν Ἐκκλησία: τὸ πῶς δηλ. ὁρίζεται ἡ οἰκονομία στὴν διαχρονία τῆς συνοδικῆς πράξης, καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτήν, τὸ πῶς ὁρίζεται στὴ σύγχρονη πρακτικὴ τῶν ἑνωτικῶν ζυμώσεων, τῆς ὑποβόσκουσας οἰκουμενικῆς θεολογίας καὶ τῆς συναφοῦς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”.

  Ἡ οἰκονομία ἀσκεῖται στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων της. Ἔχοντας ὡς δεδομένο ὅτι οἱ σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς αὐτῆς, θέτει ὅρους καὶ κριτήρια προκειμένου νὰ τοὺς προσλάβει καὶ νὰ τοὺς καταστήσει ὡς γνήσια μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

  Ἡ σύγχρονη κατανόηση τῆς οἰκονομίας, ἰδίως στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας, σχετίζεται μὲ τὴν ἄρση τῶν ὁρίων καὶ τὴν ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἀλληλοαναγνώριση μυστηρίων μεταξὺ τῶν ἐχόντων διαφορετικὴ πίστη. Δυστυχῶς σὲ αὐτὲς τὶς συχνότητες, καὶ γιὰ λόγους καλῶν σχέσεων μὲ ἑτερόδοξες καὶ σχισματικὲς κοινότητες, συντονίζονται καὶ ἱεραρχίες τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀναγνωρίζοντας βάπτισμα καὶ ἱερωσύνη ἐκτὸς Ἐκκλησίας (βλ. ἀναγνώριση Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν στὶς δεκαετίες τοῦ 1920 καὶ τοῦ 1930, ἀναγνώριση ἱερωσύνης στοὺς σχισματικοὺς Οὐκρανοὺς τὸ 2019), χωρὶς νὰ γίνεται ἡ παραμικρὴ διάκριση τῶν αἱρετικῶν (καὶ σχισματικῶν) σὲ οἰκονομητέους καὶ μή. Ἀντ’ αὐτοῦ προβάλλεται μία ἰσοπεδωτικοῦ τύπου διευρυμένη ἐκκλησιολογία, ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία ὅμως ὅλο καὶ ριζικότερα ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὴν θεολογία καὶ τὴν πράξη τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Καὶ τὸ πρόβλημα ἐντείνεται ἔτι περαιτέρω ὅταν ὑπάρχουν ἑτερόδοξοι, ποὺ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινῶς διὰ βαπτίσματος νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀρνοῦνται πλέον νὰ τελέσουν τὴν βάπτιση, διότι, ὅπως ὑποστηρίζεται, ἡ κοινότητα ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ὁ αἱρετικὸς «εἶχε τριαδικὸ βάπτισμα». Οἱ ἐν λόγῳ πράξεις ἀποτελοῦν εὐθεῖα ἀκύρωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καὶ τοῦ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο τίθεται ὡς ὁμοταγὲς καὶ ἰσόκυρο τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων. Καὶ οἱ λόγοι δυστυχῶς αὐτῆς τῆς πρακτικῆς οὐδόλως εἶναι θεολογικοί, ἀλλὰ μάλιστα ἀμιγῶς πολιτικοί.

  Ἡ ὁμότροπη προσδοχὴ ὅλων τῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν τριαδικὴ ἐπίκληση, μόνον διὰ χρίσματος, διασπᾶ τὴν ἐπίκληση ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη πίστη τῆς κάθε κοινότητας, δίδοντας τὸ βάρος σὲ αὐτὴν καθαυτὴν τὴν ἐπίκληση ὡσὰν ἡ σημασία τοῦ μυστηρίου νὰ ὑφίσταται στὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς τελετῆς καὶ ὄχι στὸν πυρήνα τῆς πίστεως, στὴν ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος τὸ βάπτισμα καὶ στὴν τελεταρχικὴ χάρη. Ἡ προσέγγιση αὐτὴ παραπέμπει εὐθέως στὴν βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Β΄ Βατικανῆς Συν­όδου (1962 – 1965).

  Ἔκτοτε, ἡ “περιεκτικὴ” αὐτὴ ἐκκλησιολογία ἔχει ἐπηρεάσει μεγάλη μερίδα τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων, ἀκόμη καὶ ἀποφάσεις τοπικῶν συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, διὰ τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς αἱρετικῶν, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ἀποδέχονται τοὺς ὅρους τῆς βαπτισματικῆς ἐκκλησιολογίας, κινούμενες ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ νέου διευρυμένου ἐκκλησιολογικοῦ πλαισίου. Ἀποτελεῖ ἄλλωστε καὶ ὁμολογημένο δεδομένο ὅτι ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος ἀποτέλεσε τὸ μοντέλο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σχεδιάστηκε καὶ αὐτὴ ἡ σύγκληση τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου τοῦ ἔτους 2016, σύμφωνα μὲ δήλωση τῆς Maria Brun, ἐπιστημονικῆς συνεργάτιδος στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης.

  Στὴν νέα αὐτὴ “περιεκτικὴ” ἐκκλησιολογία δὲν ὑπάρχουν σχίσματα καὶ αἱρέσεις. Ὑπάρχουν ἁπλῶς χωρισμένοι ἀδελφοί, μὲ τοὺς ὁποίους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεωρούμενου ὡς “ἑνὸς ἁγιοτριαδικοῦ χριστιανικοῦ βαπτίσματος”, ὑφίσταται (ἀόρατη) κοινωνία ἀτελοῦς μορφῆς, ἡ ὁποία αἰσιοδοξεῖ νὰ λάβει καὶ ὁρατὴ μορφή, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσης νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀποκατάσταση καὶ τῆς “ὁρατῆς ἑνότητας”. Ἔτσι ὑπερβαίνεται τὸ κλασσικὸ ἐκκλησιολογικὸ δίπολο κοινωνία – ἀκοινωνησία, ἀντικαθιστάμενο ἀπὸ τὸ δίπολο τῆς πλήρους – ἀτελοῦς κοινωνίας. Δηλ. δὲν τίθεται ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξη κοινωνίας. Αὐτὴ θεωρεῖται δεδομένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος καὶ ἁπλῶς διακρίνεται σὲ μορφὴ πλήρους ἢ ἀτελοῦς κοινωνίας, ἀναλόγως τοῦ ἂν ὑφίσταται ἢ ὄχι κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης.

  Σύμφωνα μὲ τὴν βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα ἐκκλησιολογικὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα δὲν ὁριοθετοῦνται πλέον ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς πίστεως ἀλλὰ πλατύνονται ἐκτὸς τῆς Μίας πίστεως μέχρις ἐκεῖ ὅπου τελεῖται “τριαδικὸ βάπτισμα”. Ὅπου ὑπάρχει “τριαδικὸ βάπτισμα” ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν μορφὴ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖες μετέχουν κατὰ διαφορετικοὺς βαθμοὺς πληρότητας στὴν Μία Ἐκκλησία, στὸ σχῆμα τῆς διαβαθμισμένης κοινωνίας, ἀναλόγως τῶν ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων ποὺ διατήρησαν ἐκ τῆς “ἀδιαίρετης παράδοσης”. Καὶ ἐνῶ, καὶ ἐτυμολογικὰ ἀκόμη, ἡ κοινωνία προϋποθέτει τὸ “κοινόν” ὡς πρὸς τὴν πίστη, στὴ νέα ἐκκλησιολογία τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας εἰσάγεται ἐν εἴδει συνθήματος ἡ φράση «ἑνότητα στὴν πίστη καὶ ἑτερότητα στὶς διατυπώσεις». Μὲ ἄλλα λόγια οἱ αἱρέσεις ἐκλαμβάνονται ἁπλῶς ὡς ἑτερότητες καὶ ὡς διαφορετικὲς ἑρμηνευτικὲς ἀπόπειρες τῆς αὐτῆς πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς “Μίας Ἐκκλησίας”.

  Ἡ ἀνωτέρω φράση λειτουργεῖ ὡς ἡ βάση ἐπανερμηνείας τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἡ ὁποία δὲν κατανοεῖται πλέον ὡς ἑνότητα πίστεως, ἀλλὰ ὡς σύνδεσμος καὶ κοινωνία μεταξὺ τῶν καλούμενων “ἱστορικῶν ἐκκλησιῶν”. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ δὲν συναντᾶται πλέον ἡ συν­οδικὴ διατύπωση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς στὴν ἑνότητά της, ἀλλὰ πλέον ἐπικρατεῖ ἡ εὐχὴ γιὰ ἐπανεύρεση τῆς ὁρατῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὡς νὰ πρόκειται γιὰ ζητούμενο κοινωνιολογικῆς φύσεως, ὡς ἡ ἑνότητα νὰ μὴ εἶναι δεδομένη μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν ἀντίφαση αὐτὴν τὴν συναντᾶ κανεὶς στὸ 6ο κείμενο τῆς συν­όδου τοῦ Κολυμπαρίου, ὅπου ἀπὸ τὴ μία δηλώνεται ὅτι ἡ  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἡ ἑνότητά της ὀντολογικῶς δὲν δύναται νὰ διαταραχθεῖ, παρὰ ταῦτα τὴν ἴδια στιγμὴ «ἦτο εὔνους καὶ θετικῶς διατεθειμένη τόσον διὰ θεολογικούς, ὅσον καὶ διὰ ποιμαντικοὺς λόγους, πρὸς θεολογικὸν διάλογον μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς διμερὲς καὶ πολυμερὲς ἐπίπεδον καὶ πρὸς τὴν συμμετοχὴν γενικώτερον εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, […] μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Στὴν ἴδια παράγραφο, ἡ ἑνότητα εἶναι ταυτόχρονα καὶ δεδομένη καὶ ζητούμενο.

Σύμφωνα μὲ τὸν π. Πέτρο Χίρς, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἐξειδικευμένα μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου καὶ τὸν ὁρισμὸ τοῦ βαπτίσματος ὡς τοῦ νέου ὁρίου τῆς Ἐκκλησίας, «τὸ ζητούμενο ἦταν νὰ βρεθεῖ ὁ ἐλάχιστος κοινὸς παρονομαστής, στὸν ὁποῖο ὑπῆρχε, παρ’ ὅλες τὶς ὑπάρχουσες διαιρέσεις, μία οὐσιαστικὴ χριστιανικὴ ἑνότητα».

Συνεπῶς ἡ ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν ὕπαρξη ἢ ὄχι ὑποστατὴς ἱερωσύνης, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα «μποροῦν νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ σύνολο καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ζωοπάροχα».

Ἑπομένως, τὰ στοιχεῖα ἀπὸ μόνα τους ἀποτελοῦν φορεῖς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ἂν γίνει ἡ ἀντιστοιχία αὐτὴ καὶ στὸ μυστήριο τῆς θ. εὐχαριστίας τότε εὔκολα νομιμοποιεῖται ἐκκλησιολογικῶς καὶ ἡ Οὐνία, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν χρησιμοποιεῖ κοινὸ λειτουργικὸ τυπικὸ μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους. Μέσῳ κοινῶν ἐξωτερικῶν στοιχείων θὰ δύναται, ὑπὸ τὸ σκεπτικὸ καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς ἀκινάτειας θεολογίας, νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς ἔγκυρο μυστήριο καὶ ἡ τελούμενη ὑπ’ αὐτοὺς θ. Λειτουργία.

Οἱ ἀνωτέρω καινοφανεῖς ἐκκλησιολογικὲς θέσεις, οἱ ὁποῖες σὲ κάθε περίπτωση ἀνήκουν στὴν μετὰ-βατικάνεια δογματικὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων, ἀφομοιώνονται σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ὀρθοδόξων, ποὺ ἀγνοοῦν συνειδητὰ τὴν συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γοητεύονται ἀπὸ τὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία. Ἐκφράσεις τοῦ τύπου «ὅπου ὑπάρχει τριαδικὸ βάπτισμα δὲν μποροῦμε νὰ τελέσουμε βάπτιση παρὰ μόνο χρῖσμα» ἐκφράζουν κενότητα θεολογικῆς γνώσης καὶ ἀδυναμία ποιμαντικῆς εὐθύνης. Διατυπώσεις, ὅπως ἡ ἀνωτέρω, προδίδουν τὶς καταφανεῖς ἐπιρροὲς ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν θεολογικῶν συγκλίσεων ποὺ κατὰ καιροὺς δημοσιεύει τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), τὰ ὁποῖα δὲν χαρακτηρίζονται ἀσφαλῶς γιὰ τὴν θεολογικὴ ἀκρίβεια καὶ καθαρότητα τῶν ἐκφραζόμενων θέσεών τους. Σὲ αὐτὰ ἐντοπίζονται οἱ ἀπαρχὲς τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων. Ἐπὶ παραδείγματι, στὸ κείμενο τῆς Λίμα τοῦ 1982 ἐκφράζεται ξεκάθαρα τὸ βαπτισματικὸ πλαίσιο κατανόησης τῆς διευρυμένης Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ὡς φαίνεται, καὶ σὲ βάθος χρόνου, προκάλεσε ἀλλαγὲς στὸν τρόπο ἀντίληψης πλείστων ὀρθοδόξων ἐπὶ τέτοιων ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων: «…Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλοὲν καὶ περισσότερον ἱκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς  σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χριστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρητὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των».

Ὑπὸ τὸ φῶς κειμένων, ὅπως τὸ ἀνωτέρω, παρατηρεῖται ὅτι λαμβάνει χώρα μία μετακύλιση τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων, ἀπὸ τὴν στέρεη βάση τῆς θεολογίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρὸς θέσεις καὶ ἀπόψεις ὀργανισμῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀλήθεια εἶναι ζητούμενο καὶ ὄχι δεδομένο. Ἀναζητεῖται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἑνότητα μέσα σὲ στρογγυλεμένες διατυπώσεις ποὺ νὰ ἱκανοποιοῦν ὅλους τοὺς συμβαλλόμενους, μακριὰ ὅμως ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ κοινὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς της. Πρὶν ἀρκετὰ χρόνια ὑπῆρχε ἡ θέση, τὴν ὁποία ὑποστήριζε καὶ ὁ καθ. Ἰωάννης Καρμίρης, περὶ τοῦ ἀνοικονόμητου τῆς περίπτωσης τῶν Προτεσταντῶν καὶ τὴν ἀποδοχή τους ὑποχρεωτικὰ διὰ βαπτίσματος. Πλέον καὶ αὐτὴ ἡ θέση ξεπεράστηκε, καὶ παρότι οἱ Προτεστάντες ἀρνοῦνται θεμελιώδεις πτυχὲς τῆς πίστεως, ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοια τοῦ μυστηρίου, γίνονται δεκτοὶ διὰ χρίσματος. Τέτοιου εἴδους πρακτικὲς δείχνουν ὅτι στὴ σύγχρονη ποιμαντικὴ πράξη ἔχει παρεξηγηθεῖ ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς ἀπροϋπόθετη πρόσληψη στὴ βάση τῆς ἀλληλοαναγνώρισης ἐκκλησιαστικότητας μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.

Τέτοιου εἴδους ἐκκλησιολογικὲς ἐκπτώσεις ἐπιχειροῦν νὰ λάβουν θεολογικὸ κῦρος μέσῳ γνωμοδοτήσεων, συγκεκριμένων πρόθυμων κανονολόγων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀξίζει ἕνα παρενθετικὸ σχόλιο: Στὴ σύγχρονη ἀκαδημαϊκὴ θεολογικὴ μαθητεία, διακρίνονται σαφῶς τὰ μαθήματα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Δογματικῆς, παρότι ἡ μήτρα ποὺ ἐξέθεσε τοὺς θεοδίδακτους Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνες ἦταν κοινή· ὁ σύλλογος τῶν συνοδικῶν Πατέρων. Οἱ ἱεροὶ κανόνες θεσπίστηκαν μὲ σκοπὸ πρωτίστως τὴν διασφάλιση τῆς ἐκκλησιολογίας καὶ τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐπίσης τῆς εὐταξίας. Ὅταν οἱ κανόνες ἀποκόβονται ἀπὸ τὸ δογματικό τους περιβάλλον καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς δογματικῆς διασφάλισης, ἐκπίπτουν ἀπὸ τὸ θεολογικό τους ὕψος καὶ καταλήγουν, ὡς στεῖρες νομικὲς διατάξεις, νὰ ἐκπροσωποῦν ἕνα διαδικαστικὸ δίπολο “ἐπιτρέπεται – ἀπαγορεύεται” ὡς αὐτονομημένα ἄρθρα δικαίου, κατὰ μίμηση τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἢ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δυστυχῶς γίνεται πολλάκις ἡ χρήση τους ὑπὸ εἰδικῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ὅταν αὐτοὶ ἀγνοοῦν βασικὰ θέματα ὀρθόδοξης δογματικῆς καὶ ἐκκλησιολογίας. Στὴν περίπτωση αὐτή, τότε, δυστυχέστατα προκαλοῦνται τεράστια προβλήματα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα, ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐπιλύονται τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα, ἀλλὰ μάλιστα νὰ χειροτερεύουν, μὲ τὸ ἀκόμη χειρότερο, νὰ μὴ κατανοοῦν οἱ εἰδικοὶ κανονολόγοι, ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ πρόβλημα, γιὰ ποιὸν λόγο οἱ προτεινόμενες ἀπὸ τοὺς ἴδιους λύσεις εἶναι θεολογικῶς ἄστοχες καὶ γιὰ ποιὸν λόγο τὸ πρόβλημα παραμένει ὡς ἄλυτο. Βλ. ἐπὶ παραδείγματι τὶς γνωμοδοτήσεις τῶν κανονολόγων σχετικὰ μὲ τὸ Οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα. Σὲ καμία ἀπὸ αὐτὲς δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ ἐκκλησιολογικὴ βάση τοῦ προβλήματος, ποὺ ἀφορᾶ κυριώτατα στὴν ἀπουσία ἱερωσύνης στοὺς δεχθέντες τὸν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας. Γιὰ τοὺς περισσότερους κανονολόγους (ἂν ὄχι ὅλους) ὅλα τελοῦν καλῶς. Καὶ αὐτὸ διότι ὁ νομικίστικος τρόπος σκέψης παρατηρεῖ ἁπλῶς διαδικασίες, δίχως νὰ ἐξετάζει ἐὰν αὐτὲς θεμελιώνονται στὸ ὑπόβαθρο τῆς ἐκκλησιολογίας ἢ ἂν στέκουν μετέωρες.

Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ οἰκονομία θεολογικῶς θεμελιώνεται ἐπὶ τῆς ἐκκλησιολογίας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ σύγχρονη πρακτική, ἡ ὁποία τὴν καταλύει, προκαλώντας σύγχυση στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιφάσεις στὴν ποιμαντικὴ πράξη καὶ δημιουργία ἐντυπώσεων στοὺς ἑτεροδόξους ὡς νὰ ἔχουν ὄντως ὑποστατὰ στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀναγνωρίζει. Ἡ ἄκτιστη χάρη τῶν μυστηρίων, ὅμως, δὲν αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία, καὶ ἀσφαλῶς τὰ μυστήρια ἐν γένει δὲν μποροῦν νὰ ὑφίστανται τμηματικὰ ἢ κατακερματισμένα σὲ ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ἐπιβάλλεται ἡ ἐπανεξέταση τῆς τρέχουσας πρακτικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεολογίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου οἱ ἐνεργοῦντες τὴν οἰκονομία νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν τὸν χαρακτήρα, τὰ κριτήρια, τὸν τρόπο καὶ τὰ ὅρια τῆς οἰκονομίας, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς ἰσοπεδωτικῆς σύγχυσης, ποὺ φαίνεται ὅτι ὑφίσταται στὸ ζήτημα αὐτό.

Συνεπῶς, συνοψίζοντας τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἀληθὲς βάπτισμα εἶναι ἕνα, ἀποτελώντας ἀπόρροια καὶ ἔκφραση τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Στὴν παύλεια διατύπωση «εἷς κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα», προδίδεται δι’ αὐτῆς τῆς τρισύνθετης ἑνότητας ἡ σύμπτωση τῶν κανονικῶν καὶ τῶν χαρισματικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἐκκλησιολογικὴ πραγματικότητα ἡ ὁποία ὁμολογεῖται σαφῶς καὶ στὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν…». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει βάπτισμα ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μία ἀντίθετη θέση θὰ σήμαινε, ἀφενὸς τὴν ἀποδέσμευση τῶν μυστηρίων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς αὐτὰ θὰ ἔπαυαν νὰ ἀποτελοῦν τοὺς τρόπους ποὺ αὐτὴ ἐκφαίνεται, παρουσιαζόμενα ὡς αὐθυπόστατα γεγονότα ποὺ ὑφίστανται καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀφετέρου ἡ ὁμολογία στὸ ἕνα σωτήριο βάπτισμα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θὰ ἀπέβαινε κενὸς λόγος.

Κατὰ συνέπεια, ἡ ἐπιβαλλόμενη βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία εἶναι εὐθέως ἀντίθετη τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀναιρετικὴ τοῦ μυστηριακοῦ της χαρακτήρα.

* Ἡ Ὁμιλία τὴν ὁποίαν ἐξεφώνησεν ὁ κ. Βασίλειος Τουλουμτσής, Ὑπ. δρος Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ, εἰς τὴν ἡμερίδα «Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», τὴν ὁποίαν ὠργάνωσεν ἡ Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν τὴν Κυριακὴν 3 Μαΐου 2026 εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκδηλώσεων τοῦ Πολεμικοῦ Μουσίου.



Πέμπτη, Μαΐου 21, 2026

 

Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἑνότητα χωρὶς τὴν Ἀλήθεια;

 

Λέων Μπράνγκ, Δρ. Θεολογίας

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ

Στὴν ἀνάκριση ποὺ ἔκανε ὁ Πιλάτος στὸν Χριστό, ὁ Κύριος τοῦ φανέρωσε, ὅτι σκοπὸς τῆς ἔλευσής Του στὸν κόσμο ἦταν: «ἵνα μαρτυρήση τῇ ἀληθείᾳ». [1]  Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ φανέρωση τοῦ Χριστοῦ ὁ Πιλάτος ἔθεσε ἐπιφανειακὰ τὴν ἐρώτηση: «καὶ τί ἐστιν ἀλήθεια;» Στὴν οὐσία δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρώτηση. Ἐξέφρασε μὲ τὰ λόγια αὐτά, καὶ κυρίως μὲ τὸν τρόπο ἐκφορᾶς τῶν λόγων του, τὴν πεποίθηση, ὅτι ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει. Τὸ εἶπε ἐνώπιον Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι δὲν εἶχε αἴσθηση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τοῦτο παρ' ὅτι τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ γυναῖκα του τὴ σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ κατηγορημένου καὶ παρ' ὅτι εἶχε συνειδητοποιήσει τὸ δόλο τῶν Ἰουδαίων. Ἀντίθετα ὁ εὐγνώμων ληστὴς ἀνταποκρίθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Εἶχε αἴσθηση τοῦ Χριστοῦ. Κατάλαβε, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Ὄχι φυσικὰ μιὰ ἀποστεωμένη ἐκδοχὴ τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια βουτηγμένη στὴν ἀγάπη καὶ συνενωμένη ἀπόλυτα μὲ αὐτήν . [2] Ὁ Πιλάτος, παρ' ὅτι ὁ ἴδιος ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσει τὴν δικαιοσύνη, ἄρα καὶ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιμετώπισε δὲν ἔλαβε ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Χριστό, ἔχοντας διαμορφώσει τὴ ζωή του μὲ ἕναν προφανῶς ἄθεο τρόπο χωρὶς βαθύτερη ἀναζήτηση.

Α) Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του

Σὲ ἕναν κόσμο ἄνευ τῆς ἀληθείας ἐπικρατεῖ τὸ χάος, ὁ νόμος τοῦ ἰσχυροτέρου. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σὲ ἕναν τέτοιο κόσμο μπορεῖ νὰ εὐδοκημήσει ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὴν ζοῦμε στὴν πλούσια εὐλογία ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς μὲ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ τῶν Ἁγίων καὶ στὴ σημερινή, τὴ δική μας ἐποχή. Αὐτοί μας φανερώνουν τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἐξομοίωσή τους μὲ τὸν Χριστὸ μᾶς κάνουν κατανοητὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». [3]  Γιὰ νὰ προσεγγίζουμε ὅμως τὶς προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» ἐπιβάλλεται ἀρχικὰ νὰ δοῦμε σύντομα «τί εἶναι Ἐκκλησία». Εἶναι, ὅπως εἴπαμε ἤδη, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἡ ὀρθόδοξη ὑμνολογία μᾶς ἐξηγεῖ πολὺ συμπυκνωμένα στὸ Θεοτοκάριο τῆς Θ΄ ὠδῆς τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς μᾶς διαβεβαιώνει: «Ὡς ἄνθρωπος ὑπάρχω οὐσίᾳ, οὐ φαντασίᾳ, οὕτω Θεὸς τῷ τρὸπῳ τῆς ἀντιδόσεως ἡ φύσις ἡ ἑνωθεῖσα μοι. Χριστὸν ἕνα δι' ὃ μὲ γνῶτε, τὰ ἐξ ὧν, ἐν οἷς, ἅπερ πέφυκα, σώζοντα». Γιὰ νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὸ τὸ κείμενο παραθέτω τὴν μετάφραση τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου: «(Λέγει ἀκόμη ὁ Κύριος περὶ τοῦ Ἑαυτοῦ Του) Ὅπως οὐσιαστικῶς καὶ πραγματικῶς καὶ ὄχι κατὰ φαντασίαν εἶμαι ἄνθρωπος, τοιουτοτρόπως (δηλαδὴ ἐξ ἴσου πραγματικῶς) ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἡ (ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως) ἑνωθεῖσα εἰς ἐμέ, ἐθεώθη κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀμοιβαίας δόσεως. (ἤτοι προσέλαβον ἐγώ, ὁ ἄκτιστος καὶ ἀπαθὴς Θεός, τὸ κτιστὸν καὶ παθητὸν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀντέδωκα δὲ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν θέωσιν). διὰ τοῦτο μάθετε ὅτι ἐγὼ ὁ Χριστὸς εἶμαι εἷς (κατὰ τὴν ὑπόστασιν καὶ τὸ πρόσωπον, μὴ διαιρούμενος εἰς δύο Υἱούς), διασώζω δὲ καὶ διατηρῶ (εἰς τὸ ἀκέραιον) ἐκεῖνα ἐκ τῶν ὁποίων ἀπετελέσθη τὸ (θεανδρικὸν) πρόσωπόν μου καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ὑπάρχω καὶ τὰ ὁποῖα ἔχω (δηλαδὴ διασώζω ἀμεταβλήτους τὰς δύο φύσεις, θείαν καὶ ἀνθρωπίνην, μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐνεργείας καὶ ἰδιότητας)». [4]  Ἡ θεία φύση, βεβαίως, ὅπως καὶ τὸ θεῖο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, εἶναι ἀπρόσιτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο . [5] Μὲ τὸ βάπτισμα ἐνδύεται τὴν ἐξ ἄκρας συλλήψεως θεωθεῖσα ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως ἑνωμένη μὲ τὴ θεία φύση στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἀνωτέρω ὕμνος, δὲν ἐμπίπτει στὸ φανταστικό, στὸ ὁποῖο στόχευσε ἡ ἀνθρωπότητα μὲ τὴν παρακοή της στὸν Θεό, εὑρισκόμενη ἀκόμα στὸν παράδεισο. Ἀντὶ οἱ πρωτόπλαστοι νὰ ἔχουν τὴν προσοχή τους στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀντὶ νὰ ἀτενίζουν μόνο Ἐκεῖνον, προκειμένου νὰ φθάσουν στὸ καθ’ ὁμοίωσιν, στὴ θέωση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι στράφηκαν μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ φιδιοῦ-διαβόλου στὸ φανταστικό. Θέλησαν νὰ γίνουν θεοί, νὰ γίνουν σὰν τὸν Θεὸ ἄνευ τοῦ Θεοῦ, δηλ. ἐξ ἰδίων δυνάμεων .[6] Ἀντὶ ὅμως ἡ ἀνθρωπότητα νὰ πάρει τὸ μάθημά της ἀπὸ τὴν πτώση ποὺ ἀκολούθησε, ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο ποὺ εἰσῆλθε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνη στὴ μεγάλη της πλειοψηφία συνεχίζει τὸ κυνήγι τοῦ φανταστικοῦ. Δημιούργησε καὶ δημιουργεῖ ψευδόθεους καὶ ἰδεολογίες μέχρι τὸν σημερινὸ ὑπερανθρωπισμό, προκειμένου νὰ ὑπερβεῖ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μέχρι τὶς μέρες μας δὲν ἔχει αἴσθηση τοῦ μόνου καινοῦ ὑπὸ τὸν ἥλιο, τοῦ μόνου μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια πραγματικοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου»[7] , ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Μὲ τὸν λυτρωτικὸ Του Θάνατο, τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψή Του ἐγκαινιάζει τὴ νέα ἀνθρωπότητα, δὲν ποιεῖ ὑπερανθρώπους, ἀλλὰ θεανθρώπους κατὰ Χάριν, ἀνταποκρίνεται στὴν ἀληθινὴ ἀνθρώπινη προσδοκία ποὺ βιώθηκε σὲ τέλειο βαθμὸ στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μόνο ὁ «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς» μποροῦσε νὰ ἀνυψώσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοῦ παρέχει πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς κτιστῆς του φύσης τὴ συμμετοχὴ στὴν κατὰ χάριν ἄκτιστη καὶ θεωμένη δική Του καινὴ ἀνθρώπινη φύση, στὴν ὁποία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ γεύεται ὅλο τὸν πλοῦτο τῶν ἄκτιστων θείων ἐνεργειῶν.

Ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἔδωσε ποικιλοτρόπως τὴ μαρτυρία αὐτῆς τῆς Ἀνάστασης[8] , ἐνῷ μαρτυρεῖται διαχρονικῶς μέσῳ τῶν Ἁγίων μυστηρίων στὴν Ἐκκλησία, ἐνῷ φανερώνεται διαχρονικὰ στὴν ἱστορία μέσῳ τῶν Ἁγίων Του μὲ πραγματικὲς ἐνέργειες[9] , διαβάλλεται ὅμως μόνιμα ὡς "κάτι" τὸ φανταστικό. Ἀπὸ τὴ φανταστικὴ θεωρία τῆς κλοπῆς τοῦ σώματός Του ἐκ μέρους τῆς ἑβραϊκῆς ἡγεσίας τῆς ἐποχῆς μέχρι καὶ ὅλη τὴ λεγόμενη "θεολογία" τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ . [10]

Αὐτὸς ὁ θεανθρώπινος ὀργανισμός, τὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, εἶναι ἀδύνατο νὰ περιγραφεῖ μὲ πληρότητα, ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἀντίδωσης τῶν ἰδιωμάτων ἀνάμεσα στὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση στὸ ἕνα καὶ αὐτὸ Θεῖο Πρόσωπο, συγκεντρώνει ὅλα τὰ ἰδιώματα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ .[11] Μιὰ θαυμάσια γεύση ὡστόσο μᾶς παρέχει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς στὴ Δογματική του, περιγράφοντας στὴν Ἐκκλησιολογία του τὴν Ἐκκλησία ὡς «Τὸ Πᾶν-Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» καὶ στὴν Πνευματολογία του «ὡς Ἀδιάλειπτο Πεντηκοστή»[12] . Μόνο σὲ ἕνα σημεῖο θὰ ἤθελα σύντομα νὰ σταθοῦμε πρὶν περάσουμε στὰ ἰδιώματα τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Σὲ μία ἀπὸ τὶς πάμπολλες ἐπὶ μέρους ἑνότητες μὲ τίτλο «Δὲν ὑπάρχει Χριστιανισμὸς ἐκτὸς Ἐκκλησίας» μᾶς ἀνοίγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος τὸ νοῦ γιὰ τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ἐρώτηση «ποιά ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν Χριστό;» δίνει τὶς ἑξῆς πελώριες διαστάσεις: «Ἡ μεταξύ τους σχέση συνιστᾶ ″τὸ μέγα μυστήριον″, τὸ μεγαλύτερο ὅλων τῶν κόσμων μας. Τὸ ἀνθρώπινο γένος στερεῖται τῆς διανοίας καὶ τῶν λέξεων, οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, νὰ ἐκφράσουν τοῦτο τὸ πανάγιο καὶ παμμέγιστο μυστήριο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ταυτοχρόνως Θεὸς Λόγος καὶ ἄνθρωπος, Θεὸς Λόγος καὶ Ἐκκλησία, Θεὸς Λόγος μὲ τὸ σῶμα Του στὸν Οὐρανὸ καὶ Θεὸς Λόγος στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, στὴν γῆ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἕνωσε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του ″τὰ πάντα, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς″ (Ἐφ. 1, 10). Ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς συνενώθηκαν σὲ ἕνα μυστήριο, καὶ ἔτσι ἔγινε τό ″μέγα μυστήριον″, τὸ πᾶν-μυστήριο, ἡ Ἐκκλησία». [13]

Τὰ ἰδιώματα αὐτοῦ τοῦ πᾶν-μυστηρίου οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὰ συμπύκνωσαν σὲ τέσσερα: «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική».

α) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ

Ὅ ἕνας καὶ μοναδικὸς Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ πηγὴ σωτηρίας γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, εἶναι θεανθρώπινα, ἀφοῦ ταυτίζεται μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ . [14]

Οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα δὲν μποροῦν νὰ διασποῦν τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο Σῶμα τοῦ Δεσπότη, ἁπλῶς ἀποκόπτονται ἀπὸ αὐτὸν τὸν θεανθρώπινο ὀργανισμό. Ταυτόχρονα, βέβαια, διασώζει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου. Ἡ Ὑπεραγία Τριὰς ἔχει τρία Θεῖα Πρόσωπα, ἀλλὰ μέσῳ τῆς μίας κοινῆς θείας οὐσίας καὶ τῶν κοινῶν θείων ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἐκφράζεται ἡ ἑνότητα τῶν τριῶν Προσώπων. Τὸ ἴδιο ὀφείλει νὰ συμβαίνει καὶ στὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Μέσῳ τῆς μίας καὶ κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ἐντάσσονται οἱ πιστοὶ μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, τὰ μύρια πρόσωπα τῶν ἀναγεννημένων ἀνθρώπων καλοῦνται νὰ ἐκδηλώνουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κοινὲς ἐνέργειες, ταυτιζόμενοι μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα. Ὅπως ὁ Χριστὸς ἐκτέλεσε ἀπόλυτα πιστὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς[15] καὶ τὰ μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν πιστὰ νὰ ἐκτελοῦν τὸ δικό Του θέλημα .[16] Ἐκεῖνος εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ Κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ Σώματος. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς.

Μία καὶ μοναδικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, μία καὶ μοναδικὴ ἡ λατρεία της, ὅπως καὶ ἕνα μόνο καὶ μοναδικὸ τὸ βάπτισμά της.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΓΙΑ

Ὅπως τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὸ προαιώνιο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου ὡς κεφαλή, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ αὐτὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα. Ἑπομένως καὶ αὐτὴ εἶναι ὀντολογικὰ Ἁγία. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἠθικὴ κατάσταση τῶν μελῶν της ἡ Ἐκκλησία, μὲ κεφαλή της τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ καρδιά της τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ἄσπιλη καὶ ἄμωμος. Ἀποτελεῖ πηγὴ ἁγιασμοῦ. Μὲ τὴ θεία διδασκαλία της καὶ τὰ ἅγια μυστήρια καταρτίζει τὰ μέλη της καὶ τοὺς παρέχει ἁγιασμό, ἀποβλέποντας στὴ μετάνοια καὶ πνευματικὴ θεραπεία τους. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀποκάλεσε τὴν Ἐκκλησία, ὅπου ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση καὶ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, «ἰατρεῖον πνευματικόν» [17].

γ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΚΑΘΟΛΙΚΗ

Ὁ Θεὸς Λόγος, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, «ἐν ἀρχῇ ἦν» καὶ «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο»[18] . Ἄρα καὶ ἡ ἐνανθρώπισή Του στοχεύει στὴν καθολικὴ ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔτσι ἡ καθολικότητα ὡς ἰδίωμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τόσο γεωγραφική-ἱστορικὴ ὅσο καὶ κυρίως πνευματικὴ διάσταση. Στὴν τελευταία ἔννοια τονίζεται ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἀλήθειας, ἡ καθ’ ὅλου ἀλήθεια, ἡ ὁποία ὅπως εἴδαμε παραπάνω, ταυτίζεται μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπὶ πλέον, ἐφόσον ἔχουμε τὴν ἀσύγχυτη καὶ ἀχώριστη ἕνωση τῆς κτιστῆς ἀνθρώπινης φύσης μὲ τὴν ἄκτιστη θεία φύση στὸ ἕνα Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐφόσον δηλ. ἔχουμε τὴν ἐνυπόστατη ἕνωση τῶν δύο φύσεων, αὐτὴ ἡ ἕνωση ἐκφράζει τὴν πληρέστερη δυνατὴ σύνδεση ὁλόκληρης τῆς κτίσης μὲ τὸν Θεό, ἰδίως δὲ τοῦ ἀνθρώπου ὡς διαχειριστοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.

Καθολικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ τοπικὸ στοιχεῖο δὲν ἀναιρεῖ τὴν «καθολικότητα» τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς κεφαλῆς της. Ἀντίθετα, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαίτερα εὔστοχη παρατήρηση τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὁλόκληρος προσφέρεται σὲ κάθε Ἁγία Τράπεζα ὡς τροφὴ γιὰ ὅλο τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, οἱ «τοπικὲς Ἐκκλησίες εἶναι οἱ ἐπιφανειακὲς πηγές, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἕνα ὑπόγειο ποτάμι». [19]

Φυσικὰ ἡ ἔννοια τῆς καθολικότητας ἀναφέρεται καὶ στὴν ἑνότητα καὶ ὁλότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Χαρακτηριστικά, ἐπισημαίνοντας τὴν ἀλληλοεπίδραση τόσο τῶν μελῶν μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὴν Κεφαλή, τὸν Χριστό, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος: «Ὅλα αὐτὰ τὰ πολυάριθμα μέρη τοῦ σώματος, ὅλα αὐτὰ τὰ ὄργανα, ὅλα τὰ μέλη, ὅλες οἱ αἰσθήσεις, ὅλα τὰ κύτταρα τὰ ἑνώνει σὲ ἕνα ἀείζωο θεανθρώπινο σῶμα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐναρμονίζοντας τὴ δραστηριότητα ἑκάστου μέρους μὲ ὁλόκληρη τὴν καθολικὴ ζωὴ τοῦ σώματος. Κάθε μέρος λειτουργεῖ ″κατὰ τὸ μέτρον″ τῶν δυνάμεών του» . [20] Ὅλοι μας μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἀξιοποιώντας τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές, τὴν κοινὴ πίστη, τὰ θεῖα μυστήρια, «μετέχουμε στὸν ἕνα θεανθρώπινο βίο τῆς Ἐκκλησίας, καθένας ἀπὸ τὴ θέση τὴν ὁποία ὁ Κύριος, ἡ Κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώματος, τοῦ ὅρισε ...». [21]  Καὶ ἡ μετοχὴ αὐτὴ πραγματοποιεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

δ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ

Πρῶτος καὶ μέγιστος ″ἀπόστολος″ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὃ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον «ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν», νὰ γεννηθεῖ «ἐκ γυναικὸς» καὶ «ὑπὸ νόμον» . [22] Ἔπειτα ἔχουμε τὸ σῶμα τῶν 12 ἀποστόλων, τῶν πρώτων κατὰ Χάριν θεανθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὸ Πανάγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν[23] . Ἔτσι ἡ ἀποστολικότητα τοῦ Χριστοῦ προεκτείνεται τρόπον τινὰ στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν στοὺς διαδόχους τους στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Μέχρι πρό τινος γνωρίζαμε, ὅτι αὐτοὶ ἀποκλειστικὰ ἦταν ἄνδρες. Τώρα ἀκόμα καὶ στοὺς Ἀγγλικανούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς οἱ πιὸ παραδοσιακοὶ ἀνάμεσα στοὺς Προτεστάντες, θεωροῦνται οἱ πλησιέστεροι πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους[24] , εἰσχώρησαν δυναμικὰ καὶ γυναῖκες. Τὸ βιώσαμε πρόσφατα στὶς 25 Μαρτίου 2026 μὲ τὴν Sarah Mullally, ἡ ὁποία ἐνθρονίστηκε ὡς 106η «Ἀρχιεπισκόπος» του Καντέρμπουρι. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία μιὰ γυναῖκα κατέχει τὴν τιμητικὰ πρώτη ἕδρα τῆς Ἀγγλικανικῆς Κοινωνίας. Ἤδη μὲ τὴν ἐνθρόνισή της δημιουργήθηκε σχίσμα στὸν Ἀγγλικανισμό . [25]

Τὸ θεμέλιο, στὸ ὁποῖο θεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ ἀκρογωνιαῖο λίθο τὸν Ἴδιο[26] , εἶναι οἱ θεοφόροι Ἀπόστολοι μὲ ὅλες τὶς ἅγιες ἀρετές τους, μὲ τὶς ἅγιες θεανθρώπινες δυνάμεις τους καὶ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία τους, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος Θεάνθρωπος λέγει, ὅτι σὲ αὐτὴν τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὀμόψυχη καὶ ὁμόφωνη μαρτυρία τῆς πίστεώς τους θὰ στηρίξει τὴν Ἐκκλησία Του . [27] Ὅπως μαρτύρησε ὁ Χριστὸς περὶ τοῦ Ἑαυτοῦ Του, ὅτι δὲν ἔπραξε οὔτε εἶπε κάτι δικό Του, ἀλλὰ μόνο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ λέγει[28] , ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες στὴ συνέχεια δὲν ἐξέφραζαν δικό τους λόγο, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνον τῆς θεανθρώπινης Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς ἐπεκτείνεται αὐθεντικὰ ὡς θεανθρώπινος ὀργανισμὸς σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ ἡ ἁγία παράδοση ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ θεμελιώνεται αἰωνίως στὸν Θεάνθρωπο ὡς Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἀποστολικότητα, ὡς ἀποστολικὴ κληρονομιά, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία διδασκαλία, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἐπεκτεινόμενος στοὺς αἰῶνες. «Στὸν ἐπίγειο κόσμο», ἀποφαίνεται ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πάποβιτς, «οἱ Ἀπόστολοι εἶναι πιὸ σημαντικοὶ καὶ πιὸ ἀξιόπιστοι μάρτυρες τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ,τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρὰ οἱ Ἄγγελοι». [29]                 Μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό του, καταθέτει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». [30]  Καὶ αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ ὁμιλεῖ, ἐκεῖ ὁμιλεῖ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, Ἐκεῖνος «ὁμιλεῖ διὰ τοῦ Παύλου» . [31]Ἀπὸ τὴν πρώιμη Ἐκκλησία ἴσχυε ἡ πεποίθηση, ὅτι ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ τοὺς θεοφόρους ἀποστόλους, ἀπορρίπτει τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό. Ἔτσι μέσῳ αὐτῶν μεταδίδεται ἡ Χάρις καὶ ἡ πίστη. Ἡ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας διαπερνάει ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ θεανθρώπινου ὀργανισμοῦ. Μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων οἱ θεῖοι Πατέρες ἀγωνίζονται γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, στὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ προστεθεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἀφαιρεθεῖ κάτι . [32] Ἔτσι μὲ τὴν πιστὴ τήρηση τοῦ ἀποστολικοῦ πνεύματος ἐξασφαλίζεται ἡ μετάδοση τῆς χάριτος καὶ τῆς πίστεως ἐντὸς τοῦ θεανθρώπινου σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Κεντρικῆς σημασίας ἐδῶ εἶναι καὶ ἡ προσήλωση στὴν γνήσια λατρεία μὲ τὴν πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν χειροτονιῶν.

Ἑπομένως, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὸ ἀλάθητο στὴν Ἐκκλησία, αὐτὸ ἐρείδεται στὸν Χριστὸ ὡς Κεφαλή της καὶ ἐκφράζεται μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς αὐθεντικῆς ἔκφρασης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Τὸ ἀλάθητο ἑνὸς προσώπου, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ Πάπα στὴν Α΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1870), θεωρεῖται παντελῶς παράλογο καὶ ἀνόητο ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Β) Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ παραλογισμὸς τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν»

Μὲ βάση τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας ὡς «μίας» ἀναδεικνύεται ἡ ταυτόχρονη παρουσία της στὸν κόσμο μὲ ποικιλία πολιτιστικῶν ἐκφάνσεων ὡς τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ καθεμία ὅμως ἐξ αὐτῶν ἀποτελεῖ τὴν «μία» Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδὴ ἡ ἑνότητα ὑφίσταται ὡς ἑνότητα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὡς ἑνότητα μέσα στὴ θεία Χάρη.

Ἔχουμε ἤδη ἐπισημάνει ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν διαπραγμάτευση τῶν ἰδιωμάτων της. Ἐρείδεται στὴν ἴδια τή θεανθρώπινη φύση της, ποὺ ἔχει κεφαλὴ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι ὅμως καὶ τριαδολογικὴ αὐτὴ ἡ ἑνότητα. Διότι, ὅπως τονίσαμε ἀνωτέρω, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ διαφορετικότητα τῶν μελῶν της, μὲ τὰ ἰδιάζοντα στοιχεῖα τοῦ κάθε πιστοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀπόλυτα ἐν Χριστῷ ἑνότητά τους μᾶς παρέχει μιὰ εἰκόνα τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς. Αὐτὴ ἡ σύμπνοια, ἡ ἐναρμόνιση μὲ τὴν Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν μυρίων μελῶν της, θεμελιώνεται στὸ δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτεξούσιο τῶν ἀνθρώπων, στὴν ἐκ μέρους τους βίωση τῆς θεανθρώπινης ἀγάπης ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ αὐτὴ τὴν ἁρμονία. Μέσα στὴν κατάσταση αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι ἀληθινὰ βιώνουν τὴν ἐλευθερία ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς χάρισε. [33] Ἄλλωστε, ὅ,τι ζοῦν οἱ πιστοὶ στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς πρωτοβουλίας τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ τὰ πάντα συμβαίνουν «ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Μέσῳ αὐτῆς τῆς κοινῆς ἄκτιστης ἐνέργειας καὶ τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος «πραγματώνεται», ὅπως ὑπογραμμίζει πάλι ὁ μέγας Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, «ἡ τριαδοποίηση ὅλων τῶν πιστῶν μέσῳ τῆς θεανθρωποποιήσεως, μέσῳ τῆς χριστοποιήσεως». [34]

Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὕψιστη σημασία καὶ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου στὴν Ἀρχιερατικὴ Τοῦ Προσευχὴ ὑπὲρ τῶν μαθητῶν Του: «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ὁὓς δέδωκάς μοί, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.[35] Τὸ χωρίο αὐτὸ χρησιμοποιεῖται πολὺ συχνὰ σὲ συμπροσευχὲς ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Π.χ. ἀναγνώστηκε αὐτὸ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴ Συνάντηση τῆς Νίκαιας στὶς 28 Νοεμβρίου τοῦ 2025 μπροστὰ στοὺς ἐκπροσώπους διαφόρων ὁμολογιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄. Δυστυχῶς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀπογυμνώνεται τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἀπὸ τὸ βαθύτερο περιεχόμενό του. Ὁ Χριστός, μὲ τὰ λόγια αὐτὰ πρὸς τὸν Ἐπουράνιο Πατέρα δὲν παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα ὁμάδων κάθε λογῆς ἀποκλίσεων ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα του, ἀπὸ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ἀντίθετα, θέλει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἑνότητα τοῦ ἰδίου σώματος, μάλιστα σὲ ὕψιστο βαθμό, θέτοντας ὡς πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν τὴ σχέση τῶν Προσώπων τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος. Ἐνῷ ἀκόμα καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀποδέχονται, ὅτι οἱ διάφορες «χριστιανικὲς» ὁμολογίες δὲν ἀποτελοῦν τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως [36], πῶς χρησιμοποιοῦν παραπλανητικὰ αὐτὰ τὰ ἱερὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀλλοιώνουν τὸ περιεχόμενό τους;

Ὁ ὅρος «ἕνωσις» τῶν ἐκκλησιῶν προϋποθέτει τὴ διάσπαση, ἐπὶ μέρους στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὅπως σὲ θραύσματα ἑνὸς καθρέπτη, πιστεύεται ὅτι μὲ τὴ συγκόλλησή τους θὰ μπορέσουν νὰ ἀποτελέσουν ἕνα ὅλο. Πρόκειται γιὰ θέση ἀπορριπτέα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καθαρὰ προτεσταντικῆς ἔμπνευσης σύμφωνα μὲ τὸ ἰδεολόγημα τῆς ἀόρατης ἐκκλησίας. Ἡ σωτηρία ἐν Χριστῷ στερεῖται κάθε τι τὸ θεῖο καὶ παρουσιάζεται ἐγκλωβισμένη σὲ μιὰ ἀνθρωποκεντρικὴ θεώρηση, στὰ γήινα. Οὐσιαστικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἀποτελεῖ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1948 ἀπὸ ἀντιπροσώπους 147 ἐκκλησιῶν (μεταξὺ αὐτῶν τὸ Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως καὶ οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου). Σήμερα φθάνουν στὸν ἀριθμὸ 352. Στὸ Συμβούλιο αὐτὸ στὸ προσκήνιο δὲν βρίσκεται ἡ ταυτότητα τῆς πίστης, ἡ κοινὴ παράδοση καὶ ἡ ἑνότητα στὰ δόγματα, ἀλλὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα τῶν χριστιανικῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ ἡ Θεωρία, ὅτι ὅλες μαζὶ εἶναι κληρονόμοι τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κάθε μία στὸ συνονθύλευμα ὅλων αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν, ἀποτελεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν κυρίαρχη προτεσταντικὴ ἀντίληψη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τὸ κλαδὶ ἑνὸς δένδρου. Αὐτὴ ἡ θεωρία τῶν κλάδων δικαιολογεῖ καὶ ἑρμηνεύει τὴν πανσπερμία τῶν Προτεσταντισμῶν. Θεωρεῖ τὸν κορμὸ τῆς ἐκκλησίας μὲ πολλὰ κλαδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ κάθε ἕνα ἀντιστοιχεῖ σὲ ἕνα τμῆμα τῆς ἐκκλησίας καὶ ὅλα μαζί, παρὰ τὶς διαφορὲς μεταξύ τους, ἀποτελοῦν ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, τὴν ἀόρατη ἐκκλησία. Ἐπίσης οὐδένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τμήματα μπορεῖ νὰ διεκδικήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅλη τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ λειτουργοῦν συμπληρωματικά. [37]

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ‘70, προτίμησε μὲ συνέπεια νὰ προβάλλει τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.[38] Ἔπειτα, ἄρχισε νὰ ὑποχωρεῖ πρὸς τὴν προτεσταντικὴ πλειοψηφία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, χωρίς, ὅμως, νὰ ἀποδέχεται ἐπίσημα τὴν προτεσταντικὴ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας .

Γ) Ἡ «ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν» καταστρατηγεὶ τὴν ἐπίκληση «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»

Τὸ αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας μας «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἀποτελεῖ μέρος τῆς δέησης «Ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Προφανῶς μὲ τὶς ἅγιες τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίες μπορεῖ νὰ ἐννοεῖται ἐδῶ μόνο ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Μόνο αὐτὴ εἶναι ἁγία καὶ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἄρα καὶ μόνο μὲ τοὺς προσδιορισμοὺς «ἅγιες» καὶ «τοῦ Θεοῦ» Ἐκκλησίες, κάθε ἀπόπειρα ποὺ θέλει νὰ περικλείει τὰ ἀνθρώπινα κατασκευάσματα τῶν λεγομένων « χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» τῆς Δύσης ἀποδεικνύεται παραφροσύνη. Ἑπομένως, ἄλλες εἶναι οἱ λεγόμενες «ἐκκλησίες» ποὺ ἐννοοῦνται μὲ τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν, καὶ ἄλλες οἱ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίες.

Ἄλλωστε, θὰ φανέρωνε λογικὴ σύγχυση νὰ εὔχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἕνωση ἑνὸς ἑτερόκλητου-κοκτέϊλ στοιχείων ἰδιότροπης θεώρησης τοῦ κόσμου ἀπὸ διάφορες ὁμάδες ἀνθρώπων ποὺ ἐπιμένουν σὲ παλαιὰ χριστιανικὰ ὀνόματα. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι παρὰ τὰ ὡραῖα τους ὀνόματα, οἱ φορεῖς αὐτῶν τῶν ὀνομάτων συχνὰ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν χριστιανισμὸ καὶ μὲ τὸν Χριστό. Ἔχουν σχηματίσει μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καθ’ ὁμοίωσίν τους, γιὰ νὰ αἰσθάνονται ἀναπαυμένοι στὶς αἱρετικές τους πεποιθήσεις.

Ἄρα τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἐπίκλησης «ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησιῶν» ἐκφράζει τὴν ἐγκάρδια δέηση ὅλων τῶν πιστῶν ὑπὲρ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστότητας καὶ κατὰ συνέπειαν σταθερότητας τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσμο. Μὲ τὸ δεύτερο μέρος τῆς ἐπίκλησης «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ ἐννοεῖται ἡ «ἕνωσις» αὐτῶν τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Αὐτὲς εἶναι ἑνωμένες στὴν μία οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Πολὺ περισσότερο ἀποκλείεται νὰ ἐννοοῦνται οἱ διάφορες κατακερματισμένες ὀντότητες ποὺ θέλουν νὰ ὀνομάζονται Ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχουν καμία σχέση. Μὲ τὴν ἐπίκληση «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἐννοεῖται ἡ κατάργηση τῶν ἰδιοτροπιῶν καὶ ἡ συνάντηση πάντων στὴν πιστὴ τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἕνωσις ὅλων στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, ἀποτελεῖ ἄλλωστε τὸν προορισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μόνο ὅταν συμπίπτουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὴν πραγματοποίηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπόλυτα τὸ αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανὸ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Ὁ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἰδιότροπος χειρισμὸς τοῦ ἑαυτοῦ τους σαφῶς εἶναι καταστροφικός. Ἤδη μὲ ἀρχὴ τοὺς πρωτοπλάστους αὐτὴ ἡ ὀδυνηρὴ ἐμπειρία διαπέρασε, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πνευματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίζεται μόνο μὲ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐγκαταλείποντας ὁ ἄνθρωπος τὸν ἰδιότροπο χειρισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἀντικαθιστώντας αὐτὸν διά του θεότροπου, ἐπιστρέφει στὸ κατὰ φύσιν. Μόνο μέσῳ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ, μὲ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν ἁγιασμό, στὸ ὑπὲρ φύσιν, κατὰ τὸ ὁποῖο τοῦ δωρίζεται ἡ ἐνοίκηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. [39] Αὐτὴ ἡ τριαδοποίηση, θεανθρωποίηση ἢ χριστοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μὲ τὴν πλήρη ἔννοια ἡ ἕνωση τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἕνωση στὴν Καινὴ Κτίση, στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία δέεται.

Ἐν κατακλεῖδι, ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν» προϋποθέτει τὸν κατακερματισμὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἑπομένως ὄχι μόνο δὲν συμβάλλει στὴν «ἕνωση τῶν πάντων», ἀλλὰ δικαιολογεῖ καὶ θεμελιώνει τὴν πολυδιάσπαση.

Δ) Ὅταν ἡ φανταχτερὴ ἀπάτη τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν» ἀποπειρᾶται νὰ κατισχύσει τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἱστορικὰ ἰδιαίτερα μεγάλες προσπάθειες ἀποπλάνησης τῆς Ὀρθοδοξίας μποροῦν νὰ ἐντοπιστοῦν στὶς Συνόδους τῆς Λυών (1274) καὶ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/1439), τὶς δύο μεγάλες ἑνωτικὲς Συνόδους πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως[40] , ὅπως καὶ τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965). Οἱ δύο πρῶτες ἀπόπειρες στοὺς μηχανισμοὺς ποὺ ἀνέπτυξαν ὁμοιάζουν μεταξύ τους. Τὸ ζήτημα ἦταν ἡ ἐπιβίωση τῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἐξασφάλιση στρατιωτικῆς στήριξης ἀπὸ τὴ Δύση. Ἐντάσσονται στὴ τακτικὴ τῆς Δύσης νὰ κατακτήσει πνευματικά, στὴν οὐσία νὰ ὑποδουλώσει τὴν Ὀρθοδοξία στὸν Παπισμὸ καὶ στὴν ἐξουσιαστικὴ δίψα της Φράγκων. Τὰ βασικὰ ζητήματα τῆς παπικῆς ἐπιβολῆς ἦταν τὸ Φιλιόκβε, τὸ γνωστὸ πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ ἐπέκταση τῆς ἐξουσίας του ἀκόμη καὶ στὴν οὐράνια σφαῖρα μὲ ἐργαλεῖο τὸ Καθαρτήριο Πῦρ. Μὲ τὸ χειρισμὸ τῶν συγχωροχαρτιῶν ὁ ποντίφικας τῆς Ρώμης ἔλεγχε καὶ τὴ τύχη τῶν ψυχῶν μετὰ θάνατον. Καὶ στὶς δύο συνόδους ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ποὺ συμμετεῖχε (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν βράχο τῆς πίστεως, τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ) ὑπέκυψε στὶς πιέσεις τῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα ἀντιστάθηκε σ’ αὐτὴν τὴν ὑποτέλεια.

Μὲ τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ὅμως ὁ Παπισμὸς ἄλλαξε τακτική. Ἐνῷ στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνα τήρησε μιὰ ἀσυμβίβαστη στάση ὡς πρὸς τὸ κίνημα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, αὐτὴ ἄλλαξε ριζικὰ μὲ τὸ διάταγμα τῆς Β΄Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ» στὸ τέλος τοῦ 1964. Ἐνῷ μέχρι τότε γνώρισε μόνο μιὰ μορφὴ ἕνωσης, τὴν ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφὴ στοὺς κόλπους τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, τώρα τί ἔκανε; Ἄλλαξε τὴν ἐκκλησιολογία του. Ὁ π. Πέτρος Χὶρς μὲ τὴν ἐξαιρετική του διατριβὴ «Τὸ Βάπτισμα τῶν Χριστιανῶν κατὰ τὸ Unitatis Redintegratio τῆς Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο»[41] φώτισε μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐκκλησιολογίας. Σημειώνει, ὅτι μὲ τὸ διάταγμα αὐτὸ «ἀποδέχεται, στὴ βάση τοῦ κοινοῦ βαπτίσματος, τὴν ἐκκλησιαστικὴ φύση ἢ «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν μή-ρωμαιοκαθολικῶν κοινωνιῶν», «χαρακτηρίζει «ἀδελφοὺς» τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς καὶ ἀναφέρει πὼς αὐτὴ ἡ ἀδελφοσύνη ἔχει μυστηριακὸ χαρακτῆρα» λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔχουν «ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό» . [42] Εἰσάγεται μὲν ἕνας διαχωρισμὸς ἀνάμεσα στὴν πληρότητα τῆς Χάριτος ποὺ ὑπάρχει μόνο στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ τὴν ἀτελὴς παρουσία της στὶς ἐκτὸς αὐτῆς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες[43] , ἀλλά, ὅπως ἦταν φυσικό, αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ στάσης τοῦ παπισμοῦ προκάλεσε ἐνθουσιασμὸ στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Καὶ τί ἔκανε ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας; Ἔπεσε στὴν ἀγκάλη τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄.[44] Σύμφωνα μὲ τὸν Πατριάρχη «Πνεῦμα μέγα ἀγάπης ἐξαπλώνεται ὑπὲρ τοὺς Χριστιανοὺς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Ἤδη ἀγαπώμεθα». [45]

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος χαρακτήρισε αὐτὸ τὸ ξεχείλισμα ἀγάπης σὲ ἀνοιχτὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα «ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων» καὶ ἀναρωτήθηκε: «πῶς δὲν διατίθενται ὀλίγαι σταγόνες ἀγάπης καὶ διὰ τοὺς ταλαιπώρους Ὀρθοδόξους;»[46] Ὁ δὲ Ἅγιος Παΐσιος σημείωσε: «Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναῖκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή» . [47]

Καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὅπως βλέπουμε ὅλοι μας, κρατάει ἀμείωτη μέχρι σήμερα. Μάλιστα στὴν τελευταία ἐπίσκεψή του στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄ ἐνέπαιξε κυριολεκτικὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο. Στὴ συνάντηση τῆς Νίκαιας στὶς 28/11/2025, μὲ ἀφορμὴ τὴν Ἐπέτειο τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325 μ.Χ.), ὁ Πάπας μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους παρόντες ἀπήγγειλε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὰ Ἀγγλικὰ χωρὶς τὸ φιλιόκβε. Μία μέρα ἀργότερα, στὶς 29 Νοεμβρίου, σὲ τέλεση ρωμαιοκαθολικῆς λειτουργίας στὴ Volkswagenarena στὴν Κωνσταντινούπολη ἐκ μέρους τοῦ Πάπα, ἀπαγγέλλεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως παρουσία τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαῖο στὰ Λατινικὰ μὲ τὴν αἱρετικὴ προσθήκη του φιλιόκβε. Καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα κατὰ τὴ Θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ «ἀγάπη» τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου σκέπασε τὰ πάντα. Ὄχι ἁπλῶς παρέστη ὁ Πάπας, ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης του παρεῖχε ἀκόμα καὶ συμμετοχὴ στὴ Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία μὲ τὴν ἀπαγγελία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, ἀθετῶντας μὲ τὴν πλήρη ἔννοια τὸν 45ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων . [48]

Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας!

………………………………………………………………………………………..

[1] Ἰω. 18, 37.

[2] Βλ. χαρακτηριστικὰ τὸν Ὕμνο τῆς Ἀγάπης τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου στὸ 13ο κεφάλαιο τῆς Α΄ Ἐπιστολῆς πρὸς Κορινθίους.

[3] Ματθ. 28, 20.

[4] Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς. Μετὰ ἑρμηνείας ὑπὸ Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου Ἀρχιμανδρίτου, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1978, σ. 199 καὶ 201.

[5] Μὲ θαυμάσια γλῶσσα τὸ ἀποδίδει ὁ ἑξῆς ὕμνος τῆς Γ΄Ωδής τῆς Παρασκευῆς τοῦ Θωμᾶ: «Ἐν τάφῳ περικλεισθείς, τῇ περιγράπτῳ σαρκί σου, ὁ ἀπερίγραπτος, Χριστὲ ἀνέστης, θυρῶν κεκλεισμένων δὲ ἐπέστης, σοῦ τοῖς Μαθηταῖς, παντοδύναμε.»

[6] Μέσῳ τῆς φαντασίας ὁ καρπὸς φάνηκε στὰ μάτια τῶν πρωτοπλάστων τόσο ἐπιθυμητὸς ὥστε νὰ τὸν δοκιμάσουν.

[7] Ἰω. 3, 13.

[8] Βλ. τὶς ποικίλες περιγραφὲς τῶν ἐμφανίσεων τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, κατὰ τὶς ὁποῖες τοὺς ἔδειξε τὰ σημάδια τῆς σταύρωσης. Ἔφαγε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι πρόκειται γιὰ πνεῦμα. Ἱκανοποίησε ἀκόμα καὶ τὴν ἐρευνητικὴ διάθεση τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος μακαρίζεται καὶ ὑμνεῖται γιὰ τὴν ἄπιστη πίστη καὶ τὴν πιστὴ ἀπιστία του.

[9] Ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ἔχοντας ὡς Κεφαλὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, μὲ μύριους τρόπους ἔχει δώσει καὶ δίνει τὴ μαρτυρία τῆς παρουσίας Του: Βλ. τὰ ἑκατομμύρια μαρτύρων, τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, τὴ θαυμαστὴ ἑνότητα τῶν Ἁγίων διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Χαρακτηριστικὰ μετὰ τὸ Πάσχα ἀναγιγνώσκονται οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

[10] Χαρακτηριστικὰ σημειώνει τὸ 2010 ὁ διεθνοῦς φήμης εἰδικὸς στὴν ἑρμηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης Klaus Berger (1940-2020), ἀναφερόμενος στὰ χρόνια τῆς πανεπιστημιακῆς καριέρας τοῦ (1970-2006): «Σὲ κάθε γραφεῖο συναδέλφου μου δεξιὰ τῆς θέσης ἐργασίας του κρεμόταν μιὰ φωτογραφία τοῦ Rudolf Bultmann» (Klaus Berger, Der Wundertäter. Die Wahrheit über Jesus. Herder, Freiburg i. Br. 2010, σ. 169. Πρβλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Klaus Berger (Theologe)#%E2%80%9EDritter Weg%E2%80%9C zwischen Liberalismus und Fundamentalismus). Αὐτὸ βέβαια φανερώνει τὴ λατρεία των καινοδιαθηκολόγων στὴ Δύση πρὸς τὸν Bultmann, τὸν κατἐξοχὴν διαφημιστὴ τῆς ἀπομυθοποίησης τοῦ Ἱεροῦ Κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτοὶ οἱ θαυμαστές τοῦ Μπούλτμαν δὲν ἄφηναν σχεδὸν τίποτα ὄρθιο στὴν Καινὴ Διαθήκη.

[11] Τὸ Κατὰ Ἰωάννην Ἅγιον Εὐαγγέλιον κλείνει μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ πρόταση, ὁποία ἐπιβεβαιώνει πλήρως αὐτὴ τὴν ἀδυναμία: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πὸλλὰ ὅσα ἐποίησεν Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν

[12] Ἁγίου Ἰουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Δογματική. Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀληθείας, Ἔκδοση Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδείου, Ἅγιον Ὅρος 2019.

[13] Στὸ ἴδιο, σ. 66-67.

[14] Στὸ ἴδιο, σ. 158-160.

[15] Ἰω. 6, 38.

[16] Ἰω. 14, 23.

[17] Ε.Π. 59,36

[18] Ἰω. 1, 1-3.

[19] Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Ἐκκλησία (Ἱστορικό-θεολογικὴ καὶ κοινωνιολογικὴ θεώρηση), Ἐκδόσεις «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1980, σ. 26.

[20] Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὅ.π., σ. 290.

[21] Στὸ ἴδιο, σ. 291.

[22] Γαλ. 4, 4. Πρβλ. Ἔβρ. 3, 1.

[23] Πράξ. 2, 3.

[24] Ἐπειδὴ οἱ Ἀγγλικανοὶ διατήρησαν πολλὰ ἀπὸ τὰ παλαιοκαθολικὰ στοιχεῖα, ὑπῆρξαν στὸ παρελθὸν 14 σημαντικὲς προσπάθειες προσέγγισης τῆς Ὀρθοδοξίας (βλ. π.Γ. Μετάλληνος, ὄπ.παρ. σ. 71-72). Ἡ γυναικεία ὅμως ἱεροσύνη καὶ ἀρχιεροσύνη ὅπως καὶ ἡ στάση ἔναντι τῆς ὁμοφυλοφιλίας δημιούργησαν τελευταία μεγάλα ἐμπόδια.

[25] Ἡ ἀντίδραση στὴν ἐπιλογὴ μιᾶς γυναίκας ὡς Ἀρχιεπισκόπου Καντέρμπουρι ὑπῆρξε μεγάλη. Παραπάνω ἀπὸ τὸ ἕνα τρίτο τῆς ἀγγλικανικῆς κοινωνίας, οἱ 16 ἀπὸ τὶς 42 ἐπαρχίες - κυρίως τοῦ ἀγγλικανικοῦ νότου, δηλ. οἱ ἀφρικανικὲς ἐπαρχίες - ἔχοντας διατηρήσει τὴν αἴσθηση τῆς πιστότητας στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν παράδοση, ἀγνόησαν τὴν ἐνθρόνιση τῆς Mullally. Ἔτσι ἡ ἀγγλικανικὴ κοινωνία ἤδη ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει σχίσμα (γιὰ περισσότερες πληροφορίες βλ. τὸ σχόλιο τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν παραθρησκειὼν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς τῆς 20ης Ἀπριλίου 2026 στὸ «Πρόσφατο προκληθὲν σχίσμα στὸν Ἀγγλικανισμό»: https://imp.gr/52011-2/).

[26] Ἔφεσ. 2, 20.

[27] Ματθ. 16, 18

[28] Ἰω. 12, 49: 14, 38.

[29] Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὄπ. Παρ., σ. 322

[30] Γαλ. 2, 20

[31] Εἰς τὸ «ἐν ποιά ἐξουσία ταῦτα ποιεῖς;» 6, PG 56, 423 (25). Πρβλ. Ἅγιος Ἰουστῖνος 329.

[32] Βλ. χαρακτηριστικὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (879-880), τὴν τελευταία γενικὴ σύνοδο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας μὲ τὴ συμμετοχὴ 383 Πατέρων ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση. Στὸν ὅρο ποὺ ἐκδίδει στὴν ἕκτη συνεδρία της τὸν Μάρτιο τοῦ 880 καταδικάζει κάθε παραχάραξη τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «μὲ νόθες λέξεις, ἢ προσθῆκες, ἢ ἀφαιρέσεις».

[33] Τῇ ἐλευθερὶᾳ οὖν, ᾗ Χρὶστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζὺγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. 5, 1).

[34] Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὅ.π., σ. 298.

[35] Ἰω. 17, 11.

[36] Στὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ κειμένου τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης 2016 «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» ἐπισημαίνεται: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησὶᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου.» (βλ. https://www.holycouncil.org/rest-of-christian-world el).

[37] Περισσότερα βλ. Χρήστου Ἀνδρούτσου, Συμβολικὴ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου, Θεσσαλονίκη 19633, σ. 103-104 καὶ http://www.oodegr.com/oode/protestant/kladoi1.htm. Βλ. τὴν ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ διατύπωση τῆς Ζ΄ Γενικῆς Συνέλευσης τοῦ ΠΣΕ στὴν Καμπέρα 1991: «Ὁ στόχος τῆς ἀναζήτησης πλήρους κοινότητας ἔχει ἐπιτευχθεῖ ὅταν ὅλες οἱ ἐκκλησίες μποροῦν νὰ ἀναγνωρίσουν στὶς ἄλλες τὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία στὴν πληρότητά της... Σὲ μιὰ τέτοια κοινότητα, οἱ ἐκκλησίες συνδέονται μεταξύ τους σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τους σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, στὴν ὁμολογία τῆς μίας πίστης καὶ στὴ σύμπραξη στὴ λατρεία καὶ τὴ μαρτυρία, στὴ συμβουλευτικὴ καὶ στὴ δράση» (ἔκθεση Καμπέρα, σελ. 174).

[38] Σχετικὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν βλ. «Ὑπόμνημα περὶ τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὅρος 2007.

[39] Ἰω. 14, 23.

[40] Βλ. σχετικὰ τὴ μελέτη του π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ «Ἑνωτικὲς προσπάθειες μετὰ τὸ σχίσμα καὶ ὁ σημερινὸς διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Λατινικὴ Ἐκκλησία» στό: π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Γιὰ τὴν πίστη, τὴν γλῶσσα καὶ τὴν ἱστορία μας, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2011, σ. 23-58.

[41] Ἐκδόθηκε στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 2011.

[42] Στὸ ἴδιο, σ. 21.

[43] Στὸ ἴδιο, σ. 23.

[44] Ἡ πρώτη συνάντηση τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄ μὲ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α΄ πραγματοποιήθηκε περίπου 10 μῆνες πρὶν τὴ δημοσίευση τοῦ διατάγματος τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ» στὶς ἀρχὲς Ἰανουαρίου 1964 στὴν Ἱερουσαλήμ. Περιγράφεται ἀπὸ τὸν Πατριάρχη μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Κι ὅταν εἶδε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, αἱ χεῖρες μας ἤνοιξαν αὐτομάτως. Ὁ ἕνας ἐρρίφθη εἰς τὴν ἀγκάλην τοῦ ἄλλου...» (Ἡ προσλαλιὰ τοῦ Ἀθηναγόρου, Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖον [Ἀνάτυπο ἐκ τοῦ περιοδικοῦ Παρακαταθήκη], σελ. 4).

[45] Στὸ ἴδιο, σ. 4-5.

[46] Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος ἐπισημαίνει μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Παναγιώτατε· ψάλλετε καὶ Ὑμεῖς καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες Ὑμῖν, εἰς πάντας τοὺς ἤχους τὸ τροπάριον τῆς „Ἀγάπης" ... „Ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων" ... Ἐφ’ ὅσον ἡ καρδία Ὑμῶν ἐκχειλίζει ἐξ ἀγάπης καὶ ἐξ αὐτῆς πηγάζουσι πολύρροα ρεύματα, φθάνοντα μέχρι τῶν ἐσχάτων τῆς Δύσεως καὶ δημιουργοῦντα πελάγη, εἰς α ἀνέτως καὶ μετ’ εὐφροσύνης κολυμβῶσι πασῶν των ἀποχρώσεων οἱ αἱρετικοί, πῶς δὲν διατίθενται ὀλίγαι σταγόνες ἀγάπης καὶ διὰ τοὺς ταλαιπώρους Ὀρθοδόξους; Δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων, οἵτινες σκανδαλίζονται, βλέποντες τὸν Ὀρθόδοξον Πατριάρχην Κων/πόλεως νὰ ἀθετῇ – ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης! ἱεροὺς Κανόνας, νὰ ἀνατρέπη αἰωνοβίους Παραδόσεις, νὰ κρημνίζη τείχη ἀσφαλείας, νὰ μεταίρη ὅρια α ἔθεντο ἁγιώτατοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ ἀγάπη Ὑμῶν, δὲν εἶναι γνησία, ἀλλὰ ἐπιφανειακὴ καὶ ἐπίπλαστος· δὲν εἶναι ἄνωθεν κατερχομένη, ἀλλ' ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης ...» (Ἄρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Τὰ δύο ἄκρα· Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός, Ἐν Ἀθήναις 1986, σ. 19-20).

[47] Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου πρὸς τὸν Ἀρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο στὶς 23 Ἰανουαρίου 1969 (ἐφημ. Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλου 2054, 23 Ἰανουαρίου 2015).

[48] «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέστω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τί, καθαιρείσθω».

orthros.eu

Δείτε σχετικά και

-Ἐκκλησιολογική προσέγγιση στόν θεολογικό διάλογο ὀρθοδόξων καί ἀντιχαλκηδονίων

-Τό «μοναρχιανικό» πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου ὡς κατ’ἐξοχήν διασπαστικό στοιχεῖο στήν ἑνότητα τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας

-Χαιρετισμός Μητροπολίτου Κυθήρων & Ἀντικυθήρων Σεραφείμ στην Ημερίδα με θέμα : Ενότητα της Εκκλησίας και ένωση των εκκλησιών

-Βίντεο Ημερίδας με θέμα : Ενότητα της Εκκλησίας και ένωση των εκκλησιών

-ΗΜΕΡΙΔΑ 3 ΜΑΪΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ