Τρίτη, Μαΐου 19, 2026

 

Ένας από τους τελευταίους επιζώντες της Γενοκτονίας των Ποντίων αφηγείται για την αλησμόνητη πατρίδα και όσα έζησε και τον πληγώνουν

 

εικόνα άρθρου: Ένας από τους τελευταίους επιζώντες της Γενοκτονίας των Ποντίων αφηγείται για την αλησμόνητη πατρίδα και όσα έζησε και τον πληγώνουν

353.000 Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, έφηβοι, νέοι και γέροι, πεταμένοι κάπου στις πλαγιές, στα χωράφια, στις ρεματιές, χωρίς ποτέ κανένας να μπορέσει να θάψει τα κορμιά τους…


Για ορισμένους μοιάζει με παραμύθι. Σε άλλους φαντάζει ως ένα απόμακρο τραγικό γεγονός που συνέβη κάπου, κάπως, κάποτε. Κάποιοι δεν γνωρίζουν.

 

Για μερικές χιλιάδες αποτελεί ημέρα μνήμης: 353.000 Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, έφηβοι, νέοι και γέροι, πεταμένοι κάπου στις πλαγιές, στα χωράφια, στις ρεματιές, χωρίς ποτέ κανένας να μπορέσει να θάψει τα κορμιά τους. Τα Τάγματα Εργασίας, αφού τους εξόντωσαν, τους πέταξαν… Ελάχιστοι οι εναπομείναντες και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που ως σήμερα ζουν, θυμούνται και εξιστορούν στα παιδιά, στα εγγόνια, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά τους όσα έζησαν… Την τραγωδία, τη λαίλαπα του πολέμου και του φανατισμού.

Ο 98χρονος κ. Σταύρος Κοντογιαννίδης στην πορεία της ζωής του μίλησε στα παιδιά του, την Αριάδνη, την Παρθένα, την Άννα, τον Επαμεινώνδα και τον Θεόδωρο, αφηγήθηκε στα δέκα εγγόνια του και στα ισάριθμα δισέγγονά του και θα ήθελε, αν προλάβει, να μιλήσει και σε τρισέγγονό του για την αλησμόνητη πατρίδα. Για τον πατέρα του Θεόδωρο Κοντογιαννίδη, ο οποίος εξοντώθηκε, για τη θεία του Ελένη που αρνιόταν να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της ο Αναστάσης… Για τους τούρκους συγχωριανούς τους που τους ειδοποίησαν ότι ερχόταν μεγάλο κακό και τους βοήθησαν να διαφύγουν.

Σταύρος Κοντογιαννίδης, τόπος γεννήσεως Ζιμόνα Χαρίενας, Αργυρούπολη Τραπεζούντας. Όνομα πατρός, Θεόδωρος, επάγγελμα συνταξιούχος, πρώην πεταλωτής, γεωργός, μαραγκός. Έζησε στον Πολύμυλο Κοζάνης τα περισσότερα χρόνια της ζωής του και τώρα ζει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Άνθρωπος απλός, του μόχθου. Τα χέρια του ακόμη ροζιασμένα από την πολλή δουλειά, και ας πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από τότε που πήρε σύνταξη. Η προσφυγιά δεν του επέτρεψε να πάει σχολείο. Τα ποντιακά μπλέκονται με τη νεοελληνική γλώσσα, τα συναισθήματα έντονα. Δεν ξεχνάει όσα χρόνια και αν πέρασαν.

Αφηγείται στο «Βήμα» όσα έζησε και ας τον πληγώνουν. Θέλει, λέει, να θυμούνται όλοι, να μη μισούν αλλά και να μην ξεχνούν…

«Ήμουν οχτώ χρονών. Μια μέρα, στο χωριό, οι τούρκοι συγχωριανοί και γείτονες, μας ειδοποίησαν ότι έπρεπε να φύγουμε. Θα έρχονταν οι Τσέτες… Φωνές, κλάματα, μοιρολόγια. Βγήκαμε στους δρόμους. Από τη βιασύνη δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτε μαζί παρά μόνο τις εικόνες… και την ψυχή μας. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Δεν καταλάβαινα γιατί η μάνα μου κοιτούσε το διώροφο αρχοντικό σπίτι μας και έκλαιγε κρατώντας μας σφιχτά στην αγκαλιά της. Οι μεγαλύτεροι κρατούσαν στα χέρια τους λίγα ρούχα και ψωμί. Άλλοι έτρεξαν στην όμορφη εκκλησιά μας, τον Αϊ-Γιώργη, πήραν εικόνες, το Ευαγγέλιο και τον σταυρό. Μάνες χάνανε τα παιδιά τους, αδέλφια χωρίστηκαν. Φωνές, κλάματα, κατάρες από τη μια και από απέναντι διαταγές και πυροβολισμοί. Όλοι προσευχόμασταν στον Θεό που δεν μπορούσε να μας βοηθήσει».

Έχασε τρία από τα αδέλφια του και απόμεινε μόνος, με τον μικρό του αδελφό Αχιλλέα, μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, ο οποίος θήλαζε και είχε να φάει.

Ο 98χρονος κ. Σταύρος Κοντογιαννίδης αφηγείται για την αλησμόνητη πατρίδα και όσα έζησε και τον πληγώνουν

«Απομακρυνόμασταν από τα χωριά μας, περπατούσαμε ημέρες, εβδομάδες και όταν συναντούσαμε χωριά ακούγαμε τους Τούρκους να τραγουδούν το “Γιασά Κεμάλ, γιασά” (“Ζήτω Κεμάλ, ζήτω”) κρυβόμασταν. Οι μανάδες κλείνανε τα στόματα των παιδιών τους για να μην ακούσουν τα κλάματα οι Τσέτες. Αρκετοί ηλικιωμένοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν, έπεφταν και δεν σηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν κι έμεναν εκεί άταφοι».
Και όμως: «Ζούσαμε στο χωριό αρμονικά με τους Τούρκους. Είχαν πάει εκεί οι προγονοί μου αρκετά χρόνια πριν, κυνηγημένοι από τους Τούρκους στην Τραπεζούντα. Τον πατέρα μου τον σκότωσαν. Στα παιδικά μου χρόνια άκουγα μόνο μοιρολόγια από τις γυναίκες που θρηνούσαν τους άνδρες τους. Μετά τον πατέρα μου σκότωσαν τη γυναίκα του θείου μου Αναστάση, την Ελένη, επειδή αρνιόταν να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της». Θυμάται σαν σήμερα τα «Αμελέ Ταμπουρού», τα λεγόμενα Τάγματα Εργασίας, που προκάλεσαν το κακό.

Από την Τραπεζούντα με πλοίο ήλθαν στην Ελλάδα. «Λεγόταν “Κιτσεμάλ”. Όταν είδαμε το πλοίο συνειδητοποιήσαμε ότι θα φεύγαμε από την πατρίδα μας. Αφήσαμε πίσω προγόνους, τάφους, σπίτια, μαγαζιά, τον φούρνο μας που ήταν ο καλύτερος της περιοχής μας, τα ζώα μας, τα χωράφια μας που ήταν σπαρμένα και ποτίστηκαν με τον ιδρώτα και το αίμα μας».

Το «Κιτσεμάλ» ήταν γεμάτο πρόσφυγες, στοιβαγμένους σαν σαρδέλες. «Μας αποβίβασε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουμε ένα άλλο σαράβαλο πλοίο που νομίζαμε ότι θα βουλιάξει και θα πνιγούμε. Μερικοί πέθαιναν, οι παπάδες τούς έψελναν και οι άνδρες τούς πετούσαν στη θάλασσα. Κρατούσα σφιχτά το χέρι της μάνας μου, μη χαθούμε έως ότου πατήσουμε ελληνικό χώμα. Πεινασμένοι, άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι, κατεβήκαμε στην Πρέβεζα. Γυρίσαμε στον Πειραιά και από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε στην Τούμπα, μετά στην Αριδαία και τέλος με ποδαρόδρομο φτάσαμε κι εγκατασταθήκαμε στον Πολύμυλο Κοζάνης, μόνο τρεις από την επταμελή οικογένεια».

19 ΜΑΪΟΥ, ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά το 1916 και τη Γενοκτονία των Αρμενίων, το 1919 Έλληνες και Αρμένιοι στον Πόντο συζητούν τη δημιουργία αυτόνομου ελληνοαρμενικού κράτους. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει η πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Ως το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000- άλλοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στους 350.000. Όσοι επέζησαν, κατέφυγαν σε Ρωσία και Ελλάδα (περίπου 400.000). Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994 η Βουλή των Ελλήνων κήρυξε ομόφωνα τη 19η Μαΐου Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Η συνέντευξη δόθηκε στην κ. Αντωνιάδου Μαρία για την εφημερίδα “TO BHMA” στις 19 Μαΐου 2010.



 

 

Αγία Λυδία η Φιλιππησία : Η πρώτη Ευρωπαία και Ελληνίδα Χριστιανή

 Αγία Λυδία η Φιλιππησία - Ενωμένη Ρωμηοσύνη

ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ: Η ΠΡΩΤΗ ΕΥΡΩΠΑΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού

      Μία από τις πλέον συμπαθείς γυναικείες μορφές που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη είναι και αυτή της Αγίας Λυδίας από τους Φιλίππους της Μακεδονίας, η οποία μάλιστα θεωρείται ως η πρώτη χριστιανή ευρωπαία γυναίκα και βέβαια ελληνίδα.

     Πληροφορίες για αυτήν παίρνουμε αποκλειστικά από το ιερό βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (16ο κεφ.).  Ο Απόστολος Παύλος, με τους συνεργούς του Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά, κατά την δεύτερη αποστολική περιοδεία του, την άνοιξη του 50 μ. Χ. και ενώ βρισκόταν στην Τρωάδα, είδε ένα σημαντικό όνειρο: έναν Μακεδόνα, οποίος του είπε: «Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πράξ.16,9). Ο μεγάλος Απόστολος θεώρησε το όραμα αυτό ως εντολή του Θεού να περάσει στον ευρωπαϊκό χώρο για να κηρύξει το ευαγγέλιο της σωτηρίας.

       Χωρίς να χάσει καιρό επιβιβάζεται, μαζί με τους συνεργάτες του, σε πλοίο και έφθασαν στο λιμάνι της Νεάπολης, της σημερινής Καβάλας. Δια μέσου της Εγνατίας Οδού έφτασαν στους Φιλίππους, σε μία πολύ σημαντική ρωμαϊκή πόλη, η οποία απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια από την αυτοκρατορική Ρώμη. Ήταν χτισμένη σε  στρατηγική θέση, εν μέσω μιας πλούσιας  περιοχής. Μετά τη μάχη των Φιλίππων (42 π. Χ.) μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αποικία και αποικίστηκε από Ρωμαίους βετεράνους στρατιώτες, έφερε την προνομιούχα ονομασία «Κολωνία» (colonia Iulia Augusta Philippensis) και διοικούνταν από στρατηγούς, έχοντας διοικητική και οικονομική αυτονομία.

       Ο συγγραφέας του βιβλίου των Πράξεων, ευαγγελιστής Λουκάς μας πληροφορεί ότι ο Παύλος με τους συνεργάτες του, περιφέρονταν στην μεγάλη πόλη και κήρυτταν σε διάφορα σημεία, απευθυνόμενοι κυρίως στους Ιουδαίους. Στους Φιλίππους υπήρχε μία σημαντική ιουδαϊκή παροικία. Οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να προσεύχονται στις όχθες του ποταμού Ζυγάκτου, ο οποίος έρρεε έξω από τα τείχη της πόλεως.  

      Είναι γνωστό πως ο Παύλος συνήθιζε να απευθύνεται πρώτιστα και να κηρύττει  στους Ιουδαίους της διασποράς σε κάθε πόλη, διότι σε αυτούς υπήρχε το υπόβαθρο της μονοθεΐας και της προσμονής του Μεσσία. Οι μεταστραφέντες Ιουδαίοι, κατά κανόνα, γινόταν τα πρώτα μέλη της τοπικής Εκκλησίας, σε αντίθεση με  τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι, λόγω της πλάνης και της υπεροψίας τους ήταν δύσκολο να δεχτούν την χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό και διάλεξε να κηρύττει στο μέρος εκείνο όπου προσεύχονταν  οι Ιουδαίοι των Φίλιππων τα Σάββατα. Σε ένα από τα κηρύγματα του, στην όχθη του ποταμού, συνάντησε μία ομάδα ιουδαίων γυναικών, στις οποίες κήρυξε την νέα πίστη, την επαγγελία των Προφητών, για το πρόσωπο του Μεσσία. Οι θεοφοβούμενες γυναίκες άκουσαν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του άγνωστου Ιουδαίου. Ανάμεσά τους ήταν και μία σημαντική και γνωστή γυναίκα της πόλης, η έμπορος Λυδία, την οποία συνεπήρε το κήρυγμα του Παύλου και ήταν από τις πρώτες που πίστεψε και προσκολλήθηκε μαζί του .

       Η Λυδία καταγόταν από την πολλή Θυάτειρα της Μ. Ασίας και ήταν αρχικά ειδωλολάτρισσα. Φαίνεται όμως πως, παρά το γεγονός ότι έζησε ειδωλολατρικό περιβάλλον, σε παγανιστική οικογένεια και βίωσε την φρίκη του παγανιστικού παράλογου και της δεισιδαιμονίας, δεν την ικανοποιούσε η αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, η οποία, ειρήσθω, την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη κατάπτωση και παρακμή. Δεν της ήταν εύκολο να λατρεύει «θεούς» και «θεές» ανήθικους, οι οποίοι οργίαζαν μεταξύ τους και «διέπρατταν» ανείπωτες κακουργίες. Η ευγενής γυναίκα αναζήτησε μία πιο πνευματική θρησκεία, την οποία βρήκε στον Ιουδαϊσμό.

Γνωρίστηκε με Ιουδαίους της πόλεως και ασπάστηκε ην θρησκεία τους. Γνωρίζοντας το Νόμο και τους Προφήτες, άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία, ο οποίος αναμένονταν να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος. Έγινε λοιπόν προσήλυτη στην ιουδαϊκή θρησκεία και ανήκε στην κατηγορία «των σεβομένων τον Θεόν».

      Ασχολούνταν με το εμπόριο της πορφύρας (πολυτελές ύφασμα), το οποίο προφανώς την είχε κάνει πλούσια. Να σημειωθεί πως το εμπόριο της πορφύρας τα χρόνια εκείνα ήταν επικερδές, διότι το αγόραζαν οι πλούσιοι και αποτελούσε δείγμα της αριστοκρατικής τους ιδιότητας. Αλλά όμως οι εμπορικές της ενασχολήσεις δεν  στέκονταν εμπόδιο στη βαθειά θρησκευτικότητά της. Δεν αμελούσε να εκτελεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα, τα οποία υπαγόρευε η ιουδαϊκή θρησκεία. Τα Σάββατα μετέβαινε μαζί με την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινότητα, στο χώρο που προσεύχονταν οι γυναίκες,  για να προσευχηθεί στον Θεό των Εβραίων.

      Κάποιο, λοιπόν, Σάββατο, όπως προαναφέραμε, άκουσε το κήρυγμα του Παύλου και σαγηνεύτηκε από την πρωτόγνωρη διδασκαλία του. Καλλιεργημένη και ανήσυχο πνεύμα, όπως ήταν, κατάλαβε ότι ο ένθερμος κήρυκας έφερνε ένα νέο ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα στην απελπισμένη και ταραγμένη ανθρωπότητα.    

      Η αναφορά του Παύλου στον ερχομό του Μεσσία, στο πρόσωπο του Χριστού, τη γέμισε ανείπωτη χαρά, διότι πραγματοποιήθηκαν οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, τις οποίες διάβαζε με αδημονία και άκουγε στη Συναγωγή.  Πίστεψε αμέσως και ζήτησε από τον Απόστολο να βαπτιστεί. Εκείνος τη βάπτισε στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτου. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ως εξής το περιστατικό: «Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής, παρεκάλεσε λέγουσα, ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε και παρεβιάσατο ημάς» (Πράξ.16,14-15).

      Με δάκρυα στα μάτια και καρδιά που πάλλονταν από ουράνια συγκίνηση και αγαλλίαση, κάλεσε τον Παύλο και τους συνεργούς του στο σπίτι της, όπου ζήτησε να βαπτιστούν και τα μέλη της οικογένειάς της. Κατόπιν τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα και αβραμιαία φιλοξενία. Ο Παύλος τέλεσε στο ευλογημένο σπίτι της και την Θεία Ευχαριστία, η οποία ολοκλήρωσε την είσοδό της και των οικείων της στην Εκκλησία και την ένωσή τους με το Χριστό. Αξιώθηκε να γίνει η οικία της η πρώτη Εκκλησία της Ελλάδος και της Ευρώπης, το μέγαρό της στέγασε την νεαρά Εκκλησία των Φιλίππων.

      Η παράδοση δεν μας έχει διασώσει στοιχεία από την κατοπινή ζωή της, η οποία εικάζουμε ότι ήταν ζωή αγιότητας και αφοσίωσης στη νεαρή εκκλησία των Φιλίππων. Η Αγία Λυδία θα ήταν προφανώς ένα από τα επίλεκτα μέλη της Εκκλησίας. Ίσως και να είχε χειροτονηθεί διάκονος, όπως συνήθιζε η αρχαία Εκκλησία. Φαίνεται ότι κοιμήθηκε ενωρίς από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην Προς Φιλιππησίους Επιστολή του απ. Παύλου, την οποία απέστειλε περί το 61 μ. Χ. από τη Ρώμη, όπου ήταν υπόδικος.   

      Ως αγία ανακηρύχθηκε πρόσφατα και η μνήμη της ορίστηκε να εορτάζεται στις 20 Μαΐου. Τιμάται ως ισαπόστολος και στο σημείο που έλαβε το άγιο Βάπτισμα χτίστηκε υπαίθριο Βαπτιστήριο.  Στη σημερινή Καβάλα έχει κτιστεί λαμπρός ναός και βαπτιστήριο, το οποίο κατέστη σημαντικό κέντρο προσκυνήματος και η όμορφη θρακική πόλη έγινε συνώνυμη με τον αγία Λυδία.

      Το σωτήριο όραμα του αποστόλου Παύλου στην Τρωάδα, να περάσει στην Μακεδονία, στην ευρωπαϊκή ήπειρο, στέφθηκε με επιτυχία στους Φιλίππους, με την μεταστροφή την αγίας Λυδίας και επίσης του δεσμοφύλακα και της οικογένειά του  (Πραξ.16,33). Η μακάρια αυτή γυναίκα θεωρείται, όπως προαναφέραμε, η πρώτη ελληνίδα και ευρωπαία, η οποία πολιτογραφήθηκε στην Βασιλεία των Ουρανών. Οι άγιες γυναίκες της Καινής Διαθήκης και γενικά της αρχαίας Εκκλησίας, συναποτελούν με τους άνδρες, τους στύλους πάνω στους οποίους δομήθηκε η Εκκλησία του Χριστού