Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουλίου 15, 2026

 

Ιστορική διαδρομή  – Η βλάσφημη αίρεση των Λατίνων

περί του αλαθήτου του Πάπα

Σχετικά με την επιβολή της φρικτής αίρεσης των Λατίνων περί του «αλαθήτου» του Πάπα ως απαράβατου δόγματος πίστεως της Παπικής «Εκκλησίας» διαβάζουμε στο άρθρο «Ο Παπισμός χθες και σήμερα» (Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής) [2]:

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

[…]

Ζ’. Τους δύο τελευταίους αιώνες η Ρώμη, αντί να διδα­χθεί από τα λάθη του παρελθόντος, σκληραίνει περισσότερο τη στάση της.

 Η Α’ Βατικανή Σύνοδος (1870) επιβάλλει ως απαράβατο δόγμα πίστεως το πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο του πάπα. Πρόκειται για την τελειωτική πτώση της Δυτικής «Εκκλησίας». Ο Χριστός, η μόνη αλάθητη Κεφαλή της Εκκλησίας, εξορίζεται από τη γη, και τη θέση Του καταλαμβάνει ο ειδωλοποιημένος ποντίφηκας της Ρώμης! Στη διαμαρτυρία καρδιναλίου για την αντιπαραδοσιακότητα του νέου δόγματος, ο πάπας Πίος Θ’ αντιτάσσει τον παροιμιώδη του λόγο: «Η παράδοση είμαι εγώ»! Από τους Λατίνους που διαφωνούν με τη δογματοποίηση του παπικού απολυταρχισμού, μια σημαντική μερίδα αποσχίζεται και δημιουργεί την «Παλαιοκαθολική Εκκλησία».

Η Β’ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965), παρόλο που επαγγέλλεται την ανακαίνιση, διατηρεί το αλάθητο του πάπα και το επεκτείνει σε όλες τις αποφάσεις του. Ταυτόχρονα, η ίδια Σύνοδος καλεί τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων σε παγχριστιανική ενότητα με κέντρο, όμως, τη Ρώμη και αρχηγό τον πάπα (ρωμαιοκεντρικός/παποκεντρικός οικουμενισμός)».

 

Παπικές κακοδοξίες

 Το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο. Εφόσον, με τις κακοδοξίες του Filioque και της κτιστής χάριτος, το Άγιο Πνεύμα υποβαθμίστηκε και ολόκληρη η Τριαδική θεότητα απωθήθηκε στον χώρο του εμπειρικά απρόσιτου, το κενό που δημιουργήθηκε έρχεται να το καλύψει ένας άνθρωπος, ο ποντίφηκας της Ρώμης. Αυτός ανακηρύσσεται αλάθητος και απόλυτος κύριος της παγκόσμιας Εκκλησίας.

 Για να μη νομιστεί ότι το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο ανήκουν πια στο παρελθόν της Δυτικής «Εκκλησίας», αναφέρουμε κάποιες πτυχές της σύγχρονης πρακτικής του πάπα και παραθέτουμε αποσπάσματα από το «Δογματικό Σύνταγμα περί Εκκλησίας»6 της Β’ Βατικανής Συνόδου (1965), που περιλαμβάνονται και στη σύγχρονη «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας»7:

«Ο επίσκοπος Ρώμης, με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».

«Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου».

«Το αλάθητο, με το οποίο ο θείος Λυτρωτής θέλησε εφοδιασμένη την Εκκλησία του, το έχει ο επίσκοπος Ρώμης… Γι’ αυτό και οι αποφάσεις του, πολύ ορθά, θεωρούνται αμετάκλητες από τον δικό τους χαρακτήρα και όχι από τη συναίνεση της Εκκλησίας… Γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη από την επικύρωση των άλλων, ούτε επιδέχονται έκκλητο σε άλλο όργανο κρίσης».

Με τον αέρα της αλάθητης εξουσίας, ο πάπας Παύλος ΣΤ’ ανακήρυξε, το 1963, τη Β’ Βατικανή Σύνοδο ως Οικουμενική με τα εξής λόγια: «Εγώ, λοιπόν, ο Πάπας, που συγκεντρώνω στο πρόσωπό μου και στο άγιο αξίωμά μου όλη την Εκκλησία, ανακηρύσσω τη Σύνοδο αυτή ως Οικουμενική». Και υπέγραψε τις αποφάσεις της Συνόδου με τη φράση «Εγώ ΠΑΥΛΟΣ, Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας». Αλλά και ο εκάστοτε πάπας, θεωρώντας τον εαυτό του υπερεπίσκοπο, δεν υπογράφει ως «Επίσκοπος Ρώμης» αλλά ως «Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας» (μόνος αυτός!) ή απλώς με το όνομά του, π.χ. «Βενέδικτος ΙΣΤ’»».

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε τη φρικτή αίρεση των Λατίνων για το αλάθητο του Πάπα 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε το παπικό δόγμα της Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870) που εδογμάτισε ότι ο Πάπας είναι η αλάθητη κεφαλή της Εκκλησίας, τη μεγάλη αίρεση για το αλάθητο του Πάπα. 

Διαβάζουμε σχετικά στο άρθρο του ομότιμου καθηγητή Πατρολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, με τίτλο «Διαστρέφουν την Διδασκαλία της Εκκλησίας ο Μητροπολίτης της Φλώρινας και άλλοι» (Δεκέμβριος 2024) [3]: 

«Οὔτε οἱ ἐπίσκοποι οὔτε οἱ σύνοδοι εἶναι ἀλάθητοι. Ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο κλήρου καί λαοῦ εἶναι ἀλάθητη, γιατί ἀλάθητη εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια, καί ἀλάθητο εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού τήν καθοδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»17. Ἑπομένως ἀλάθητη εἶναι ἡ κοινή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή πάντες οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί ὅλων τῶν αἰώνων, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μόνον λογίζεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλάθητο. Αὐτό ἔγραψαν τό 1848 οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἀπαντώντας στόν πάπα Πίο Θ´: «Παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν πατέρων αὐτοῦ»18. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέρριψε τό παπικό δόγμα τῆς Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870), πού ἐδογμάτισε ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἡ ἀλάθητη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τήν μεγάλη αἵρεση γιά τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, καί θά ἀπορρίπτει ὅποιον πατριάρχη, ἐπίσκοπο, σύνοδο ἐμφανίζεται ὡς ἀλάθητος. Ὕψιστη αὐθεντία εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία· οὔτε οἱ ἐπίσκοποι μόνοι, μολονότι κατέχουν διακεκριμένη θέση στήν Ἐκκλησία, οὔτε ὁ κλῆρος γενικῶς, ἄν καί εἶναι ἐκλεκτό μέρος τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ λαϊκοί μόνοι· ὅλοι οἱ ἀνωτέρω εἶναι τμήματα μόνον τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὁλόκληρο τό σῶμα. Γι᾽ αὐτό καί τό καθένα ἀπό τά τμήματα αὐτά μόνο του δέν θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐγγύηση γιά τήν ἀλήθεια19Τήν ἀλήθεια τήν ἐγγυῶνται ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, καί ἡ ψυχή της, τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ἐνεργοῦν ὄχι μόνον διά τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί δι᾽ ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος, πού ἐκφράζουν καί ὅταν ἐκφράζουν τήν διαχρονική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας». 

[…]

«Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία του ὑπάρχουν ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καί ὄχι ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη. Ὅσοι εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅσοι εἶναι μέ τήν αἵρεση εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Τό ἐκφράζει αὐτό ἄριστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀκολουθώντας τήν προηγούμενη Πατερική Παράδοση, ἰδιαίτερα τόν Ἅγιο Μάξιμο, τόν ἐπαξίως καί ἁρμοζόντως ὀνομασθέντα Ὁμολογητή. Ἀμφότεροι εἶχαν ἀποτειχισθῆ, εἶχαν διακόψει τήν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς τους, ὁ Ἅγιος Μάξιμος μέ τούς Μονοθελῆτες καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μέ τούς Βαρλααμίτες».

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς περί του αλαθήτου του Πάπα: «Tὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ»

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ακολουθώντας τους μεγάλους αντιπαπικούς Αγίους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξέφρασε με ακαταμάχητα επιχειρήματα την παντελή αλλοτρίωση του Παπισμού από τις ευαγγελικές αλήθειες, ουσιαστικώς την διαστροφή του Ευαγγελίου.

Καταδικάζοντας μία μόνο από τις αμέτρητες κακοδοξίες των Λατίνων, το «αλάθητο» του πάπα, το χαρακτήριζε όχι μόνο ως αίρεση, αλλά ως μια αίρεση των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστοῦ. 

Διότι καμμία αίρεση δεν εξεγέρθηκε τόσο ριζοσπαστικά καί τόσο ολοκληρωτικά κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, όπως έπραξε ο παπισμός διά του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα-ἀνθρώπου:

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος» (κεφ. «Σκέψεις περί του «αλαθήτου» του Ευρωπαίου ανθρώπου», σελ. 145) [4]:

«9. Τὸ ἀλάθητο εἶναι φυσικό θεανθρώπινο ἰδίωμα καὶ φυσικὴ θεανθρώπινη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ὡς Θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου αἰώνια Κεφαλὴ εἶναι ἡ ἡ Ἀλήθεια, ἡ Παναλήθεια, ἡ Δευτέρα Ὑπόσταση τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, στὴν πραγματικότητα ὁ πάπας ἀνακηρύχθηκε σὲ Ἐκκλησία καὶ ὁ πάπας-ἄνθρωπος κατέλαβε τὴν θέση τοῦ Θεανθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ τελικός θρίαμβος τοῦ ουμανισμοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ «ὁ δεύτερος θάνατος» τοῦ παπισμοῦ, μέσῳ δὲ αὐτοῦ καὶ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τοῦ κάθε οὑμανισμοῦ. Ὅμως, κατὰ τὴν Ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὑπάρχει στὸν ἐπίγειο κόσμο μας ὡς θεανθρώπινο σώμα, τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεσηΔιότι καμμία αἵρεση δὲν ἐξεγέρθηκε τόσο ριζοσπαστικὰ καὶ τόσο ὁλοκληρωτικὰ κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπως ἔπραξε τοῦτο ὁ παπισμὸς διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα-ἀνθρώπου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου ΧριστοῦΤὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι, φεῦ, ἡ πλέον φρικτή ἐξορία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν γῆ· νέα προδοσία τοῦ Χριστοῦ· νέα σταύρωση τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο πάνω στὸν ξύλινο ἀλλὰ καὶ στὸν χρυσό σταυρὸ τοῦ παπικοῦ οὑμανισμοῦ. Καὶ ταῦτα πάντα εἶναι κόλαση, κόλαση γιὰ τὸ ἄθλιο γήινο ὄν, ποὺ λέγεται ἄνθρωπος».

Το μονοπάτι της απώλειας χαράσσεται από εκκλησιαστικούς άρχοντες μεταπατερικών συγκρητιστικών κέντρων μέσω των διαλόγων της «αγάπης», από τους οποίους απουσιάζει η Αλήθεια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Η θέση του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς περί του αλαθήτου του Πάπα είναι ξεκάθαρη, ακόλουθη της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση».

[1] https://www.orthodoxtimes.gr

[2] https://www.impantokratoros.gr

[3] https://katanixi.gr

[4] Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε [Πόποβιτς], Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Γ’ Έκδοση, σ. 145



 

Δευτέρα, Ιουνίου 22, 2026

 

Ἡ παρεμηνεία εἰς τὸν Παπισμόν, περὶ τῆς “πέτρας τῆς ἀληθείας”


Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

  Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦλθεν «εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου» καὶ «ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16,13), ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶπε, «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16).

  Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν  ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.  καγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,17-18).

  Οἱ Παπικοί, γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο, σκοπίμως παρερμηνεύουν τὸ χωρίο αὐτὸ ἀπὸ τὸ “Κατὰ Ματθαῖο Εὐαγγέλιο”.  Ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16), ὁδήγησε τὸν Χριστὸ νὰ πεῖ γιὰ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, «ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 16,17) καὶ νὰ προσθέσει γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν τῆς ἀληθείας ὅτι «κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18).  Ἂν τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ἐννοοῦσε ὁ Χριστός, θὰ ἀναφερόταν ἀπευθείας σ’ αὐτόν, λέγοντάς του «ἐπὶ σὲ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ αὐθαίρετη ταύτιση τῆς πέτρας μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καταρρίπτεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου στὸ ἔργο του (Retractationes), ὅπου ἀναφέρει τὰ ἀκόλουθα: «Διότι ἡ Πέτρα εἶναι τὸ κύριο ὄνομα καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος παίρνει τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀπὸ τὴν Πέτρα κι ὄχι ἡ Πέτρα ἀπὸ τὸν Πέτρο· ὅπως κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοὶ παίρνουμε τὸ ὄνομα τοῦτο ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. “Σύ”, λέει ὁ Χριστός, “εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ”, τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες λέγοντας “Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ”, “οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν”· δηλαδὴ πάνω σὲ ἐμένα τὸν ἴδιο, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ”» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Ὁμιλία LXXVI, 1).

Στὴν 5η ὁμιλία του τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέει ὅτι, «πάνω σὲ αὐτὴν τὴν Πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου· ὄχι πάνω στὸν Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἐσύ, ἀλλὰ στὴν Πέτρα,τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Ὁμιλία CCLXX, 2).

Στὸν 124ο Tractatus γιὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ὁ  Ἅγιος Αὐγουστῖνος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Πάνω σὲ αὐτὴν τὴν Πέτραν τὴν ὁποίαν ὁμολόγησες θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου· ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ Πέτρα» (Ἁγίου Αὐγουστίνου, Tractatus CXXIV In Ioann.).  Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ παπικοί, οὔτε ἀκροθιγῶς δὲν ἀναφέρονται σὲ αὐτὰ τὰ σπουδαῖα ἑρμηνευτικὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου.

Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπίσης, ὅτι «ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ὅτι καὶ ὁ Πέτρος, δηλαδὴ προικισμένοι μὲ τὴν ἴδια τιμὴ καὶ ἐξουσία» (De Unitate Ecclesiae), ὑποδεικνύει ἐπακριβῶς τὸ λανθασμένο τοῦ Παπικοῦ πρωτείου.

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζονται οἱ  Παπικοὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θὰ στηριζόταν σὲ ἕνα ἄνθρωπο; Ἐφ’ ὅσον τοιουτοτρόπως ἰσχυρίζονται, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔπρεπε νὰ δεχόταν ἀδιαμφισβήτητα τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Τοῦτο ὅμως δὲν συνέβη στὴν περίπτωση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχθηκε θέση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ ὄχι τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.

Θὰ ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τοὺς παπικοὺς ἰσχυρισμοὺς μάλιστα, νὰ προεδρεύσει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ ὄχι ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος.

Τὸ «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» Πράξ. 15, 28, ὑποδεικνύει τὸ πρωτοχριστιανικὸ συνοδικὸ κάλλος, τὸ ὁποῖο ἡ Μία Ἁγία Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ ἕως σήμερα (παρὰ τὶς ὅποιες ἀντισυνοδικὲς ἐνέργειες καὶ φοβίες κάποιων), καὶ ὄχι ἡ πλάνη τοῦ Παπικοῦ ἐξουσιαστικοῦ πρωτείου.



Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2026

 

Φιλοπαπικοί καί οἰκουμενιστές θέτουν σέ κίνδυνο τήν Ὀρθοδοξία.  

Ἀποσπάσματα ἀπό τήν εἰσαγωγή τοῦ βιβλίου ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ καί ΠΑΠΙΣΜΟΣ, τοῦ ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Μπιλάλη, ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ», Ἀθῆνα 2014.

Ὁ παπικός θεσμός ἀποδεικνύεται ἀντιβιβλικός, ἀντιπαραδοσιακός καί ἄγνωστος εἰς τήν ζωήν καί τήν ἱστορίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.

Τό συνοδικόν σύστημα καί ὁ παπικός θεσμός, συγκριτικῶς μελετώμενα, παρουσιάζουν τήν μεγάλην ἐκκλησιολογικήν ἀντίθεσιν μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως.

Ὅταν προδίδεται ἡ ἀλήθεια ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης, τότε πᾶσα ἀπόπειρα ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν καταδικάζεται ἐκ τῶν προτέρων εἰς πλῆρες ναυάγιον.

Ἡ ἀγάπη, ὅταν τίθεται εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς σκοπιμότητος καί ὄχι τῆς ὀρθοδόξου ἀληθείας, μεταβάλλεται εἰς κακέκτυπον ἀγάπης, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσα μέ τήν «καινήν ἐντολήν» τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μία: Νά παραμείνῃ ὁ ἀμετακίνητος δείκτης τῶν ὁρίων τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τά ὁποῖα ἐτέθησαν ἐφάπαξ ὑπό τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως, τῆς διαφυλαχθείσης ὑπό τῆς ὁμοφώνου μαρτυρίας τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ὑπέρ πᾶσαν ἄλλην ἐποχήν, σήμερον, οἱ ἀμέσως ἤ ἐμμέσως θέτοντες εἰς κίνδυνον τήν Ὀρθοδοξίαν διά τῶν φιλοπαπικῶν καί οἰκουμενιστικῶν κηρυγμάτων, εἶναι ἀνάγκη νά ἀκούσουν τό αἰώνιον σάλπισμα τοῦ Ὅρου τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Μετά πάσης ἀκριβείας ἐρευνήσαντες καί διασκεψάμενοι καί τῷ σκοπῷ τῆς ἀληθείας ἀκολουθήσαντες, οὐδέν ἀφαιροῦμεν, οὐδέν προστίθεμεν, ἀλλά πάντα τά τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας(*) ἀμείωτα διαφυλάττομεν… ἡμεῖς τούς θεσμούς τῶν Πατέρων φυλάττομεν· ἡμεῖς τούς προστιθέντας ἤ ἀφαιροῦντας, ἐκ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας(**) ἀναθεματίζομεν».

—————————————–

Ἐπεξηγηματικές σημειώσεις:

 (*) «…πάντα τά τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀμείωτα διαφυλάττομεν». Δηλαδή, ὅσα ἔχουν ὁρισθεῖ ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί τούς Ἁγίους Πατέρες σχετικά μέ τήν Μία , Ἁγία, Καθολική  καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τά διατηροῦμε ἀναλλοίωτα, ὅπως μᾶς παραδόθηκαν.

(**) «ἐκ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν». Δηλαδή, τούς αἱρετικούς τούς βγάζουμε ἔξω ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Δέν τούς θεωροῦμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ὅτου ἀναγνωρίσουν τήν πλάνη τους καί μετανοήσουν εἰλικρινῶς.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός