Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2026

 

Οικουμενισμός και Ορθοδοξία: Ποιος τελικά βρίσκεται εντός και ποιος εκτός Εκκλησίας;

Οικουμενισμός και Ορθοδοξία: Ποιος τελικά βρίσκεται εντός και ποιος εκτός Εκκλησίας;

Γεώργιος Επιφανίου καθηγητής Θεολογίας

Απάντηση στις πρόσφατες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Κύπρου περί όσων «τίθενται εκτός Εκκλησίας» και εξέταση της πατερικής διδασκαλίας για την αίρεση, την αποτείχιση και τα όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας με αφορμή την υπόθεση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, σύμφωνα με τις οποίες όσοι αντιδρούν στον Οικουμενισμό και υιοθετούν αντιοικουμενιστικές ή αποτειχιστικές θέσεις «τίθενται εκτός Εκκλησίας», άνοιξαν εκ νέου μια συζήτηση που δεν αφορά απλώς διοικητικά ζητήματα ή προσωπικές αντιπαραθέσεις. Αγγίζει τον πυρήνα της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας και θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιος τελικά απομακρύνεται από την πίστη των Αγίων Πατέρων; Εκείνος που αντιστέκεται στον Οικουμενισμό ή εκείνος που τον θεωρεί θεμιτή και αναγκαία έκφραση της εκκλησιαστικής ζωής;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι καινούργιο. Απασχολεί την Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και δεκαετίες και έχει προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις σε πολλές τοπικές Εκκλησίες. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Εκκλησία της Κύπρου και ιδιαίτερα η υπόθεση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού έδωσαν νέα ένταση σε μια συζήτηση που πολλοί θεωρούσαν ότι παρέμενε περιορισμένη στους θεολογικούς κύκλους.

Τι είναι ο Οικουμενισμός;

Για τους υποστηρικτές του, ο Οικουμενισμός αποτελεί μια προσπάθεια διαλόγου μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών με σκοπό την προσέγγιση και την αποκατάσταση της ενότητας. Για τους επικριτές του όμως, ο σύγχρονος Οικουμενισμός έχει υπερβεί κατά πολύ τα όρια ενός απλού διαλόγου.

Κατά την αντιοικουμενιστική θεολογική προσέγγιση, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη συζήτηση με τους ετεροδόξους. Η Εκκλησία πάντοτε συζητούσε με αιρετικούς και πλανεμένους. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η Ορθοδοξία παύει να παρουσιάζεται ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως μία εκκλησιαστική πραγματικότητα ανάμεσα σε πολλές άλλες.

Οι επικριτές του Οικουμενισμού θεωρούν ότι πολλές σύγχρονες οικουμενικές πρακτικές οδηγούν στην έμμεση αποδοχή της λεγόμενης «θεωρίας των κλάδων», σύμφωνα με την οποία καμία χριστιανική κοινότητα δεν κατέχει μόνη της την πλήρη αλήθεια και όλες αποτελούν τμήματα της μίας Εκκλησίας. Μια τέτοια αντίληψη, υποστηρίζουν, βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με την παραδοσιακή ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Γιατί ονομάστηκε «παναίρεση»;

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς υπήρξε ίσως η σημαντικότερη μορφή που συνέδεσε τον όρο «παναίρεση» με τον Οικουμενισμό. Για τον μεγάλο Σέρβο θεολόγο και άγιο, ο Οικουμενισμός δεν αποτελούσε απλώς μία ακόμη αίρεση. Ήταν ένα σύστημα σκέψης που επιχειρούσε να δικαιώσει και να συνθέσει όλες τις προηγούμενες αιρέσεις κάτω από μια κοινή εκκλησιολογική ομπρέλα.

Κατά την άποψη αυτή, όταν η αλήθεια εξισώνεται με την πλάνη και όταν οι αιρέσεις αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι δρόμοι προς τον Χριστό, τότε υπονομεύεται το ίδιο το θεμέλιο της ορθόδοξης πίστης.

Δεν είναι τυχαίο ότι πλήθος παραδοσιακών θεολόγων, μοναχών και πνευματικών μορφών του 20ού αιώνα εξέφρασαν έντονες επιφυλάξεις για την πορεία του οικουμενικού κινήματος. Οι ανησυχίες αυτές δεν περιορίζονταν σε δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά αφορούσαν την ίδια την ταυτότητα της Εκκλησίας.

Η μαρτυρία των Αγίων Πατέρων

Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι οι μεγάλοι ομολογητές της πίστεως συχνά βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρές εκκλησιαστικές πλειοψηφίες.

Ο Μέγας Αθανάσιος εξορίστηκε επανειλημμένα. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διώχθηκε σκληρά. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός έμεινε σχεδόν μόνος απέναντι στην ψευδοένωση της Φλωρεντίας.

Κανείς από αυτούς δεν επικαλέστηκε τη διοικητική ισχύ ή τις πλειοψηφίες. Επικαλέστηκαν την πίστη που παρέλαβαν από τους Πατέρες.

Γι’ αυτό πολλοί αντιοικουμενιστές διερωτώνται: εάν η αντίσταση σε θεωρούμενες εκκλησιολογικές εκτροπές συνιστά λόγο εξόδου από την Εκκλησία, τότε πώς ερμηνεύεται η στάση όλων αυτών των Αγίων; Δεν αντιστάθηκαν και εκείνοι σε ισχυρές εκκλησιαστικές τάσεις της εποχής τους;

Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου

Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση κατέχει ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Οι υποστηρικτές της αντιοικουμενιστικής θέσης θεωρούν ότι ο κανόνας αυτός προβλέπει τη δυνατότητα διακοπής εκκλησιαστικής κοινωνίας με επίσκοπο ο οποίος κηρύττει δημόσια και απροκάλυπτα διδασκαλία που θεωρείται αιρετική.

Κατά την ερμηνεία τους, η αποτείχιση δεν αποτελεί σχίσμα αλλά πράξη προστασίας της Εκκλησίας από την πλάνη.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θεωρούν προβληματική κάθε γενική αναφορά ότι όσοι αντιδρούν στον Οικουμενισμό τίθενται αυτομάτως εκτός Εκκλησίας. Υποστηρίζουν ότι μια τέτοια προσέγγιση αγνοεί μια μακρά κανονική και πατερική παράδοση.

Οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου και τα ερωτήματα που εγείρονται

Οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις όχι μόνο για το περιεχόμενό τους αλλά και για το μήνυμα που πολλοί πιστοί θεωρούν ότι εκπέμπουν.

Διότι εάν όσοι αντιδρούν στον Οικουμενισμό χαρακτηρίζονται ως άνθρωποι που θέτουν εαυτούς εκτός Εκκλησίας, τότε ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι θέση κατέχουν στην εκκλησιαστική συνείδηση οι Άγιοι και οι Γέροντες που προειδοποιούσαν επί δεκαετίες για τους κινδύνους του Οικουμενισμού;

Μπορεί η θεολογία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς να θεωρείται περιθωριακή; Μπορεί η ομολογιακή στάση του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού να αντιμετωπίζεται ως υπερβολή; Μπορούν οι πατερικές προειδοποιήσεις να υποκατασταθούν από μια νέα εκκλησιολογική γλώσσα που αποφεύγει συστηματικά τις δογματικές διακρίσεις;

Οι ερωτήσεις αυτές δεν μπορούν να απορριφθούν με χαρακτηρισμούς. Απαιτούν θεολογικές απαντήσεις.

Η υπόθεση Τυχικού

Για πολλούς πιστούς η υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική διαφορά. Αντιλαμβάνονται ότι πίσω από αυτήν βρίσκεται μια βαθύτερη σύγκρουση δύο διαφορετικών προσεγγίσεων.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται η άποψη που δίνει έμφαση στην ανάγκη υπακοής και συνοχής της εκκλησιαστικής διοίκησης.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η αντίληψη ότι η ομολογία της πίστεως προηγείται κάθε διοικητικής σκοπιμότητας και ότι η ιστορία της Εκκλησίας έχει δικαιώσει επανειλημμένα όσους αντιστάθηκαν όταν θεωρούσαν ότι κινδυνεύει η αλήθεια.

Για πολλούς υποστηρικτές του Τυχικού, η στάση τους δεν αποτελεί πράξη ανταρσίας αλλά προσπάθεια υπεράσπισης της πατερικής παραδόσεως.

Το πραγματικό διακύβευμα

Το ζήτημα τελικά δεν είναι ποιος κατέχει αξιώματα ούτε ποιος διαθέτει μεγαλύτερη διοικητική ισχύ.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η σύγχρονη οικουμενιστική πρακτική παραμένει εντός των ορίων που χάραξαν οι Άγιοι Πατέρες ή αν συνιστά μια νέα εκκλησιολογική αντίληψη ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση.

Οι επικριτές του Οικουμενισμού επιμένουν ότι η Εκκλησία δεν σώζεται με διπλωματικές ισορροπίες ούτε με αόριστες εκκλήσεις για ενότητα. Σώζεται με την αλήθεια. Και η αλήθεια, όπως διδάσκει η πατερική παράδοση, δεν είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού αλλά πιστότητας στην αποστολική πίστη.

Η ιστορία έχει δείξει πολλές φορές ότι εκείνοι που αρχικά χαρακτηρίστηκαν ακραίοι, ανυπάκουοι ή ταραξίες, αργότερα αναγνωρίστηκαν ως ομολογητές και άγιοι. Γι’ αυτό και κάθε εποχή καλείται να εξετάζει τα γεγονότα όχι με κριτήριο τη συγκυρία, αλλά με κριτήριο την πίστη που «ἅπαξ παρεδόθη τοῖς ἁγίοις».

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ανοικτό και απαιτεί σοβαρή θεολογική απάντηση: όταν καταδικάζεται ο Οικουμενισμός ως παναίρεση, πρόκειται για εκτροπή από την Ορθοδοξία ή για συνέχιση της πατερικής ομολογίας; Και όταν όσοι εκφράζουν αυτή την ανησυχία κατηγορούνται ότι θέτουν εαυτούς εκτός Εκκλησίας, μήπως η συζήτηση πρέπει να επιστρέψει όχι στους χαρακτηρισμούς, αλλά στην ίδια την πατερική διδασκαλία και την κανονική παράδοση της Εκκλησίας;



 

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
        Μια από τις δραματικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και ο 20ος αιώνας, όπου δοκιμάστηκαν σκληρά πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίας από τα μαρξιστικά καθεστώτα. Χιλιάδες κληρικοί όλων των βαθμών καθώς και εκατομμύρια πιστοί διώχτηκαν, βασανίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους, με μόνη αιτία ότι πίστευαν στο Θεό και ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Ένας από αυτούς τους χιλιάδες κληρικούς  ήταν και ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός, αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.

        Γεννήθηκε το 1877 στο Κέρτς της Κριμαίας και το κοσμικό του όνομα ήταν Βαλεντίν Γιασενέσκι. Ο πατέρας του ήταν παπικός και ορθόδοξη μητέρα του, η οποία τον ανάθρεψε τυπικά ορθόδοξα. Νωρίς είχαν μετακομίσει στο Κίεβο, όπου ο Βαλεντίν σπούδασε ιατρική. Έλαβε το πτυχίο του το 1903 ως οφθαλμίατρος.
      Στα 1904 ξέσπασε ο Ρωσο – Ιαπωνικός πόλεμος, όπου ο Βαλεντίν βρέθηκε στο μέτωπο ως επιτυχημένος στρατιωτικός χειρούργος ιατρός. Εκεί γνώρισε τη σύζυγό του Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε ως ιατρός σε διάφορες περιοχές. Οι επιτυχίες του τον έκαμαν διάσημο. Μελέτησε και εφάρμοσε πρωτοποριακές μεθόδους αναισθησίας, ενώ στον τομέα της οφθαλμολογίας ήταν πρωτοπόρος. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.
      Το 1917  εκλέχτηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Όμως την ίδια χρονιά είχε ξεσπάσει η επανάσταση των Μπολσεβίκων, η οποία κήρυξε απηνή διωγμό κατά της Εκκλησίας. Οι πιστοί υφίσταντο παντοειδείς διώξεις. Ο Βαλεντίν ήδη είχε ανακαλύψει την ορθόδοξη πνευματικότητα και είχε γίνει πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός και γι’ αυτό έγινε στόχος των αθέων μαρξιστών. Στο Πανεπιστήμιο εκδήλωνε ανοικτά την πίστη του, προκαλώντας την αγανάκτηση και το μίσος των άθεων συναδέλφων του. Κάποιος νοσοκόμος τον συκοφάντησε και το καθεστώς τον συνέλαβε. Ευτυχώς, με θαυματουργικό τρόπο, αθωώθηκε και αφέθηκε ελεύθερος. Όμως πέθανε η σύζυγός του από φυματίωση και αναγκάστηκε να εμπιστευτεί την επιμέλεια των παιδιών του στην πιστή νοσοκόμα Σοφία Σεργκέγεβνα.
         Από τις πρώτες ημέρες το άθεο καθεστώς δημιούργησε μια ψευδοεκκλησία, τη λεγόμενη «Ζώσα Εκκλησία», για να ελέγχει τους πιστούς, να τους διαιρεί και να τους απομακρύνει από την αληθινή Εκκλησία. Ο Βαλεντίν έμεινε πιστός στην αληθινή μαρτυρική και διωκόμενη Εκκλησία. Μετά την υπεράσπιση με σθένος του αρχιεπισκόπου Τασκένδης Ιννοκεντίου, εκείνος του πρότεινε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος. Δέχτηκε και στις 21 – 1 -1921 έγινε η χειροτονία του. Παράλληλα συνέχιζε να εργάζεται στο Πανεπιστήμιο. Το 1923, μετά την απομάκρυνση του Ιννοκεντίου εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Τασκένδης, αφού εκάρη πρώτα μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Λουκάς. Ταξίδεψε κρυφά στο Πεντζικέντ για να λάβει τη χειροτονία του ως επίσκοπος.
        Αυτό θεωρήθηκε ως αντικαθεστωτική ενέργεια, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Στη φυλακή ολοκλήρωσε το πρωτοπόρο επιστημονικό του σύγγραμμα: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίου απαγόρευσαν την έκδοση επειδή ο συγγραφέας επέμενε να γραφεί στο εξώφυλλο η επισκοπική του ιδιότητα! Κατόπιν αποφασίστηκε η μετακίνησή του στη Μόσχα, όπου έπαθε το πρώτο του καρδιακό επεισόδιο, και κατόπιν στη Σιβηρία  στην πόλη Γενισέισκ και αργότερα 2000 χιλιόμετρα μακρύτερα, στην πόλη Τουρουχάνσκ. Οι συνθήκες διαβίωσής του ήταν τραγικές, τα ενδύματα ελαφρά και το φαγητό σπάνιο. Παρ’ όλα αυτά ο Λουκάς προσέφερε δωρεάν τις ιατρικές του υπηρεσίες στο λαό της περιοχής. Αυτό δεν άρεσε στους άθεους του καθεστώτος, οι οποίοι τον μετακίνησαν πάνω από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο. Η υγεία του επιδεινώθηκε επικίνδυνα. Έμεινε δύο μήνες και κατόπιν επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ, λόγω απαίτησης των κατοίκων. Μετά οκτώ μήνες, αφέθηκε ελεύθερος.
       Γύρισε στην Τασκένδη, αλλά αντιμετώπιζε απίστευτες διώξεις από τους καθεστωτικούς, επειδή δεν ήθελε να αποβάλλει το σχήμα του κληρικού. Δεν του επέτρεπαν να ασκεί το ιατρικό επάγγελμα φορώντας τα ράσα. Ούτε να μπει στο χειρουργείο φορώντας τον Τίμιο Σταυρό. Αναγκάστηκε σε παραίτηση από το επισκοπικό θρόνο και κατόπιν οδηγήθηκε ξανά στη Βόρεια Ρωσία ως εξόριστος. Εκεί έχασε την όρασή του από το ένα μάτι. Εκδίδονται τα συγγράμματά του χωρίς τη θέλησή του, και χωρίς την αρχιερατική του ιδιότητα. Αφέθηκε ελεύθερος και εγκαταστάθηκε στο Λένινγκραντ, όπου ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού δωρεάν. Αυτό ενόχλησε το καθεστώς τον οποίο συνέλαβαν και πάλι και τον οδήγησαν στη Σιβηρία εξορία.  
        Τον Ιούνιο του 1941 εισβάλουν τα χιτλερικά στρατεύματα στη Ρωσία. Ο εξόριστος επίσκοπος ιατρός ζήτησε να πάει εθελοντής στο μέτωπο. Εκεί έδειξε πρωτοφανή ηρωισμό και αυτοθυσία, σώζοντας χιλιάδες τραυματίες. Το Κόμμα αναγνώρισε την προσφορά του και τον έκανε αρχίατρο και υπεύθυνο 150 στρατιωτικών νοσοκομείων. Μετά το τέλος του πολέμου, το 1946 βραβεύτηκε με το βραβείο Στάλιν, για την προσφορά του στην πατρίδα και την επιστήμη.
      Στα 70 του χρόνια έγινε αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, αναλαμβάνοντας ένα τιτάνιο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο. Προσπάθησε με απίστευτες δυσκολίες να αναδιοργανώσει την τοπική εκκλησία. Οι εγκάθετοι του Κόμματος τον πολεμούσαν λυσσαλέα. Δεν του επιτρέπουν να ασκήσει το επάγγελμα του ιατρού σε δημόσιο νοσοκομείο, γι’ αυτό αναγκάζεται να ασκεί την ιατρική εθελοντικά, χωρίς αμοιβή. Κήρυττε νυχθημερόν και έγραφε. Όμως η όρασή του άρχισε να μειώνεται δραματικά. Το 1956 τυφλώθηκε οριστικά. Εν τω μεταξύ νέο κύμα διώξεων κατά της Εκκλησίας είχε κηρύξει ο Νικήτας Κρουτσώφ. Και πάλι στο στόχαστρο ο ασθενής, ταλαιπωρημένος και τυφλός επίσκοπος Λουκάς. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτούργησε για τελευταία φορά. Την Κυριακή των Αγίων Πάντων, 11 Ιουνίου 1961 κοιμήθηκε ειρηνικά. Στην εξόδιο ακολουθία του, παρ’ όλα τα εμπόδια, που έβαλε το καθεστώς, συμμετέσχε χιλιάδες λαού, ώστε η κηδεία του θύμιζε λαϊκή επανάσταση. Στη συνείδηση του λαού ήταν ήδη άγιος. Το Νοέμβριο του 1995 έγινε η αγιοκατάταξή του και το Μάρτιο του 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία ευωδίαζαν. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουνίου και θεωρείται θαυματουργός.             


 

Άγιος Απόστολος Βαρνάβας

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ

     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

            Ένας από τους πλέον δραστήριους Αποστόλους υπήρξε και ο άγιος Βαρνάβας, μια πραγματικά σημαντική μορφή της Καινής Διαθήκης και της αρχαίας Εκκλησίας, στην οποία προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες. Συγκαταλέγεται στους  Εβδομήκοντα Αποστόλους, τους οποίους απέστειλε στον κόσμο ο Χριστός να κηρύξουν το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού.

     Γεννήθηκε στην Κύπρο και για κάποιο λόγο μετανάστευσε στην Παλαιστίνη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσής ή Ιωσήφ και ήταν ιουδαϊκής καταγωγής, απ’ τη φυλή του Λευί, απ’ την οποία, ως γνωστόν, λαμβάνονταν οι ιερείς και οι υπηρέτες του Ναού. Αναφέρεται ως θείος του Ευαγγελιστή Μάρκου (Κολ.4,10), καθότι η μητέρα του Μάρκου, Μαρία, ήταν αδελφή του Βαρνάβα. Η στενή αυτή συγγενική σχέση που είχε με τη Μαρία, τον έφερε πιο κοντά στον Χριστό, γιατί ως γνωστόν η Μαρία ήταν ανάμεσα στις γυναίκες που ακολουθούσαν και διακονούσαν τον Κύριο. Το σπίτι της μάλιστα χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος συγκέντρωσης της πρώτης Εκκλησίας και στο υπερώο αυτής της οικίας ήταν, που ο Χριστός έφαγε με τους δώδεκα μαθητές του, τελώντας τον περίφημο Μυστικό Δείπνο, όπου τους παρέδωσε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

      Οι απόστολοι τον ονόμασαν «Βαρνάβα», που σημαίνει «υιός παρακλήσεως», δηλαδή «γιος παρηγοριάς» (Πράξεις 4:36), προφανώς επειδή παρηγορούσε και βοηθούσε τους φτωχούς και ασκούσε υπερβαλλόντως την φιλανθρωπία. Στο Βιβλίο των Πράξεων (Πράξ.4,37), αναφέρεται ότι πούλησε αγρόκτημά του και παρέδωσε ολόκληρο το αντίτιμο στο κοινό ταμείο της Εκκλησίας. Πούλησε στη συνέχεια όλη την περιουσία του, για να μην έχει κανένα περισπασμό στη ζωή, και την έθεσε στη διάθεση των Αποστόλων. Έγινε ένας από τους εβδομήντα μαθητές του Χριστού και μάλιστα ο κορυφαίος των Αποστόλων.

       Ο Βαρνάβας κατείχε ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους Αποστόλους, ιδιαίτερα γιατί πρόσφερε την περιουσία του στους πτωχούς κι ήταν πάντοτε για τους δυστυχισμένους ο παρήγορος άγγελός τους. Όπως μάλιστα αναφέρει γι’ αυτόν ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων (κεφ.11,23-24), «ην ανήρ αγαθός και πλήρης Πνεύματος Αγίου και πίστεως», δηλαδή ήταν άνθρωπος ενάρετος και φωτισμένος απ’ το Άγιο Πνεύμα για την πίστη που ακολουθούσε με πιστότητα και συνέπεια. Επίσης κάνει λόγο και στα κεφάλαια 4, 13 και 15 για τη σπουδαία δράση του.  Ήταν προφήτης και δάσκαλος στην Αντιόχεια. Αν και δεν ήταν ένας από τους 12 αποστόλους, περιγράφεται ως «απόστολος» καθώς «ήταν σταλμένος από το Άγιο Πνεύμα».

     Το ιεραποστολικό του έργο αρχίζει όταν, γνωρίστηκε και συνδέθηκε στενά με τον απόστολο Παύλο από την Ταρσό, με τον οποίο συνεργάστηκε επί χρόνια ως πιστός ακόλουθός του και πολύτιμος συνεργάτης του. Τον ακολούθησε πιστά και με αφοσίωση στις περιοδείες του και είχε για βοηθό του τον ανεψιό του, Ευαγγελιστή Μάρκο.     

      Το Άγιο Πνεύμα διαμήνυσε στους Αποστόλους να ξεχωρίσουν τον Παύλο και τον Βαρνάβα για να τους στείλουν να  το Ευαγγέλιο της σωτηρίας στα Έθνη. Έτσι ο Βαρνάβας ακολούθησε τον Παύλο στις περιοδείες του, αν και μετά από κάποιο σημείο χώρισαν μετά από «ζωηρή διαφωνία» και ως εκ τούτου ο Παύλος συνέχισε την περιοδεία του έχοντας μαζί του τον Ευαγγελιστή Λουκά, ενώ ο Βαρνάβας έμεινε στην Κύπρο μαζί με τον Μάρκο, όπου οργάνωσαν την εκεί Εκκλησία.

      Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου θεωρεί τον Βαρνάβα ιδρυτή και προστάτη της. Σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο Απόστολος Βαρνάβας, μετά τις περιοδείες του με τον Παύλο, έφτασε στην Κύπρο, όπου κήρυξε με θέρμη το Ευαγγέλιο, μεταστρέφοντας πολλούς Ιουδαίους και Εθνικούς στην χριστιανική πίστη. Κατόπιν έγινε Επίσκοπος Σαλαμίνος, όπου ποίμανε με ζήλο για αρκετά χρόνια. Αλλά οι φανατικοί Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες, εξαιτίας μεγάλου μίσους, τον συνέλαβαν, τον βασάνισαν και τον φόνευσαν με λιθοβολισμό, στην επισκοπή του, τη Σαλαμίνα.   

      Κοντά στην αρχαία πόλη της Σαλαμίνας βρίσκεται το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα, που εκεί υπάρχει και ο τάφος του και όπου βρέθηκε και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Μάρκου στο στήθος του, κατόπιν οράματος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Ανθέμιου.  

      Στην Κύπρο υπάρχουν πολλοί ναοί αφιερωμένοι στον Απόστολο Βαρνάβα και ένας στην κατεχόμενη σταυροπηγιακή μονή.

      Στη βυζαντινή αγιογραφία κάποτε παρουσιάζεται με τον Απόστολο Παύλο να κρατούν μια Εκκλησία.

      Η μνήμη του αγίου εορτάζεται στις 11 Ιουνίου.



 

Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ - ΝΑΘΑΝΑΗΛ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Ένας από τους πλέον αφοσιωμένους μαθητές του Κυρίου υπήρξε και ο απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ. Οι πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτόν διασώθηκαν στην Καινή Διαθήκη και είναι δυστυχώς ελάχιστες και συγκεχυμένες. Αναφέρεται ως μαθητής και από τους τέσσερις ευαγγελιστές ως έκτος στον αποστολικό κύκλο (Ματθαίος 10, 3. Μάρκος 3, 18. Λουκάς 6, 14), ενώ στις Πράξεις ως έβδομος.

      Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, καταγόταν από την πόλη Κανά της Γαλιλαίας. Να αναφέρουμε εδώ πως η Γαλιλαία βρισκόταν στα βορειοδυτικά της Παλαιστίνης, αρκετά μακριά από το κέντρο του Ιουδαϊσμού, την Ιερουσαλήμ. Στην περιοχή εγκαταστάθηκαν κατά τα ελληνιστικά χρόνια πολλοί Έλληνες, οι οποίοι μεταλαμπάδευσαν εκεί τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική παιδεία, τον ελληνικό τρόπο ζωής, επιδρώντας καταλυτικά για τους ντόπιους Ιουδαίους, οι οποίοι μυήθηκαν στον ελληνικό τρόπο ζωής. Στην Γαλιλαία κυριαρχούσε ένας συγκρητισμός, όσον αφορά τις θρησκείες. Υπήρχαν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι είχαν επηρεαστεί από τους εθνικούς, υπήρχαν οι εθνικοί, υπήρχαν οι προσήλυτοι, δηλαδή οι εθνικοί που είχαν ασπασθεί την ιουδαϊκή θρησκεία και τέλος οι «σεβόμενοι τον Θεόν», δηλαδή οι εθνικοί, οι οποίοι έτρεφαν σεβασμό προς το Θεό των Ιουδαίων. Να επισημάνουμε πως οι Ιουδαίοι δεν έτρεφαν τα καλλίτερα αισθήματα για τους Γαλιλαίους, εξαιτίας της ανάμιξής τους με τους εθνικούς, αποκαλώντας σκωπτικά την περιοχή ως «Γαλιλαία των Εθνών», δηλαδή χώρα των ειδωλολατρών!

      Δεν είναι τυχαίο πως ο Κύριος άρχισε το κήρυγμά Του στην Γαλιλαία και πως οι πρώτοι από τους μαθητές του ήταν Γαλιλαίοι, διότι το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της περιοχής ευνοούσε το μήνυμα της παγκοσμιότητας του Χριστού. Είναι απόλυτα σίγουρο πως  οι πρώτοι μαθητές Του, Γαλιλαίοι στην καταγωγή (Ανδρέας, Πέτρος, Φίλιππος, Ιάκωβος και Ιωάννης) είχαν κατά κάποιο τρόπο αποκολληθεί από τις μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις περί Μεσσία και γι’ αυτό Τον ακολούθησαν με προθυμία και αποδέχτηκαν το κήρυγμά του για τη σωτηρία ολοκλήρου του κόσμου.

       Το όνομα Βαρθολομαίος σημαίνει «Γιος του Θολεμά» ή Θολομί (Βαρ Τολμαΐ). Φαίνεται πως το όνομά του ήταν Ναθαναήλ, αλλά είχε επικρατήσει, για κάποιο λόγο το πατρωνυμικό του Βαρθολομαίος. Ο Ιωάννης προτίμησε το Ναθαναήλ το οποίο στα ελληνικά μεταφράζεται ως ο «Θεός δίνει». Η εκκλησιαστική παράδοση, αλλά και η σύγχρονη επιστημονική έρευνα, δέχονται την ταύτιση των Βαρθολομαίου και Ναθαναήλ, ως ένα και το αυτό πρόσωπο.

         Ο Βαρθολομαίος ήταν ευσεβής Ιουδαίος και διακατέχονταν από αδημονία για τον ερχομό του Μεσσία. Σύμφωνα την Συριακή παράδοση, ονομαζόταν αρχικά Ιησούς και αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομά του κατόπιν όταν προσχώρησε στον κύκλο των μαθητών του Χριστού, να μην έχει το ίδιο όνομα με Εκείνον. Θεωρείται ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Ναθαναήλ, καθώς στα συνοπτικά ευαγγέλια αναφέρεται πάντοτε ο Φίλιππος μαζί με τον Βαρθολομαίο, χωρίς να αναφέρεται καθόλου ο Ναθαναήλ, ενώ στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αναφέρεται συνεχώς ο Φίλιππος με το Ναθαναήλ, χωρίς να αναφέρεται πουθενά ο Βαρθολομαίος. Γι’ αυτό και υπάρχει μια σύγχυση με το πρόσωπό του.

      Φαίνεται ότι ήταν φίλος με τον Φίλιππο, ο οποίος του μίλησε για τον Μεσσία: «Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ» (Ιωάν.1,46). Ο Ναθαναήλ ακούγοντας προσεκτικά τον Φίλιππο απόρησε αναρωτώμενος αν γίνεται από τη Ναζαρέτ, την πόλη καταγωγής του Ιησού, να προέλθει κάτι καλό. Ο Φίλιππος τότε κάλεσε το Ναθαναήλ να πλησιάσει τον Κύριο. Ο Ιησούς με ένα πολύ τιμητικό και κολακευτικό λόγο μόλις

είδε τον Ναθαναήλ και αφού διέγνωσε ότι πρόκειται για σημαντικό άνθρωπο, είπε: «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (Ιωάν,1,47). Εν συνεχεία ακολούθησε σύντομος διάλογος μεταξύ Ιησού και Ναθαναήλ, γενόμενος αιτία να ενταχθεί στον κύκλο των μαθητών Του.

       Την επόμενη ημέρα οι έξι πλέον μαθητές οδήγησαν τον Κύριο στο γάμο της Κανά. Η διήγηση του Ιωάννη δεν αφήνει αμφιβολία πως νυμφαγωγός στο γάμο της Κανά ήταν ο Φίλιππος. Έκτοτε δεν αναφέρεται τίποτε γι’ αυτόν.

     Σύμφωνα με εξωβιβλικές πηγές, ο Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου αναφέρει την πληροφορία πως Ναθαναήλ ήταν το δεύτερο πρόσωπο, με τον Κλεόπα, στους οποίους εμφανίστηκε ο Ιησούς στην πορεία προς του Εμμαούς (Λουκ.24,13). Φαίνεται πως υπήρξε από τους πειθαρχημένους και αφοσιωμένους μαθητές του Χριστού.

      Μετά την Πεντηκοστή, σύμφωνα με τον αλεξανδρινό εκκλησιαστικό δάσκαλο Πάνταινο, πήγε μαζί με τον απόστολο Ιούδα στην Ινδία, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο. Ακολούθως πήγαν στην Αρμενία, όπου κήρυξαν και μετέστρεψαν πολλούς στο Χριστό. Μάλιστα θεωρούνται ως οι ιδρυτές και θεμελιωτές της Αρμενικής Εκκλησίας.

      Έχουμε την πληροφορία πως κατά τον 2ο αιώνα κυκλοφόρησε ένα ψευδεπίγραφο «ευαγγέλιο» φέροντας το όνομα του Βαρθολομαίου, το οποίο δεν σώζεται. Πιθανόν να πρόκειται για αιρετικό κείμενο των γνωστικών κύκλων. Σώθηκε επίσης άλλο κείμενο ψευδεπίγραφο κείμενο με τίτλο: «Ερωτήσεις Βαρθολομαίου», σωσμένο σε διάφορες διαλέκτους. Κι ακόμα, αποσπάσματα από το νόθο κείμενο «Περί Αναστάσεως του Ιησού Χριστού».

       Η παράδοση αναφέρει πως βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Ουρβανούπολη, περί το 68 μ. Χ. Σταυρώθηκε με το κεφάλι προς τα κάτω, με διαταγή του ειδωλολάτρη βασιλιά Αστυάγη. Κατόπιν οι ειδωλολάτρες δήμιοί του, έκλεισαν το σκήνωμά του σε κλειστό μεταλλικό κουτί και το έριξαν στη θάλασσα. Βρέθηκε μετά από χρόνια στις νήσους Λιπάρες της Σικελίας, όπου οι χριστιανοί το περιμάζεψαν και έχτισαν περικαλλή ναό προς τιμήν του. Αργότερα τεμάχια των ιερών λειψάνων του μεταφέρθηκαν σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, όπως στην Φρανκφούρτη και το Καντέρμπουρι.

     Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουνίου και η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του στις 24 Αυγούστου.