Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2026

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός

 

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός

«Εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών» (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)


Διαπρύσιος κήρυκας της οικουμενικότητας της «θεανθρώπινης» ΟρθοδοξίαςΆσπονδος εχθρός του «ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού οικουμενισμού».

[Η κάτωθι θεολογική γνωμοδότηση του Οσίου και θεοφόρου Πατρός Ιουστίνου (Πόποβιτς) προκλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί να συμμετάσχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν η ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία τα 18 (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος]

 

 

 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 

(του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς )

Πανιερώτατοι Πατέρες,

Την στάσιν της έναντι των αιρετικών – και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι – η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.

Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυ­τός ο ι­ε­ρός Κα­νών των α­γί­ων Α­πο­στό­λων δεν προσ­δι­ο­ρί­ζει ποί­α α­κρι­βώς προ­σευ­χή η α­κο­λου­θί­α α­πα­γο­ρεύ­ε­ται, αλ­λά α­πα­γο­ρεύ­ει κά­θε κοι­νήν με­θ’ αι­ρε­τι­κών προ­σευ­χήν, έ­στω και την κα­τ’ ι­δί­αν (“συ­νευ­ξά­με­νος”­). Εις δε τας οι­κου­με­νι­στι­κάς κοι­νάς προ­σευ­χάς μή­πως δεν γί­νων­ται και α­δρό­τε­ρα και ευ­ρύ­τε­ρα τού­των; Ο 32ος  κα­νών της εν Λα­ο­δι­κεί­α Συ­νό­δου ο­ρί­ζει· «Ό­τι ου δεί αι­ρε­τι­κών ευ­λο­γί­ας λαμ­βά­νειν, αί­τι­νές ει­σιν α­λο­γί­αι μάλ­λον η ευ­λο­γί­αι». Μή­πως ό­μως δεν συμ­βαί­νει εις τας κοι­νάς οι­κου­με­νι­στι­κάς συ­ναν­τή­σεις και συμ­προ­σευ­χάς να ευ­λο­γούν αι­ρε­τι­κοί ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ε­πί­σκο­ποι και ι­ε­ρείς, προ­τε­στάν­ται πά­στο­ρες, α­κό­μη δε και γυ­ναίκ­ες; (­!­).

Αυ­τοί και ό­λοι οι άλ­λοι σχε­τι­κοί κα­νό­νες των α­γί­ων Α­πο­στό­λων και των α­γί­ων Πα­τέ­ρων ί­σχυ­ον ό­χι μό­νον κα­τά την πα­λαι­άν ε­πο­χήν, αλ­λ’ ε­ξα­κο­λου­θούν να εί­ναι εν α­πο­λύ­τω ι­σχύ­ϊ και σή­με­ρον, δι’ ό­λους η­μάς
τους συγ­χρό­νους ορ­θο­δό­ξους Χρι­στι­α­νούς. Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν; Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.

Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.

Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν
και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα,  του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων ;της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού : εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.

Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,

Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλιου Εκκλησιών; Εντροπή καταλαμβάνει πάντα ειλικρινή Ορθόδοξον, ανατραφέντα υπό την καθοδήγησιν των Αγίων Πατέρων, όταν αναγιγνώσκη, ότι οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι της 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Γενεύης (8-16 Ιουνίου 1968) σχετικώς προς την συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το έργον του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», έλαβον τότε την απόφασιν «όπως εκφρασθή η κοινή επίγνωσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αύτη αποτελεί οργανικόν μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Αυτή η απόφασις είναι κατά την ανορθοδοξίαν και αντιορθοδοξίαν της αποκαλυπτικώς φρικαλέα. Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί  της θεολογοι, ακόμα δε και Ιεράρχαι, μεταξύ των οποίων και Σέρβοι, να επιζητούν την «οργανικήν» μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών, το οποίον, κατ’  αυτόν τον τρόπον γίνεται εις νέος εκκλησιαστικός «οργανισμός», μία «νέα Εκκλησία» υπεράνω των Εκκλησιών, της οποίας οι Ορθόδοξοι και μη Ορθόδοξοι εκκλησίαι αποτελούν μόνο «μέλη» («οργανικώς μεταξύ των συνδεδεμένα»!); Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία !

Απορρίπτομεν την ορθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αυτόν τον οργανικόν δεσμόν μετά του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού και του παναχράντου Του Σώματος – της Ορθοδόξου Εκκλησίας των αγίων Αποστόλων και Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων – και θέλομεν να γίνωμεν «οργανικά μέλη» του αιρετικού, ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού συλλόγου, ο οποίος αποτελείται από 263 αιρέσεις, η δε κάθε μία από αυτάς πνευματικός θάνατος !

Ως Ορθόδοξοι, είμεθα «μέλη Χριστού». «Άρα ουν τα μέλη του Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Και ημείς τούτο πράττομεν δια της «οργανικής» συνδέσεώς μας μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, το οποίον ουδέν άλλο είναι ειμή αναβίωσις της αθέου ανθρωπολατρείας – ειδωλολατρείας.

Είναι πλέον έσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, όπως η Ορθόδοξος Αγιοπατερική και Αγιοσαββίτικη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, των αγίων Ομολογητών, Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, παύση να αναμιγνύεται εκκλησιαστικώς, ιεραρχικώς και λατρευτικώς μετά του ούτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπως αρνηθεί δια παντός την οιανδήποτε συμμετοχήν εις τας κοινάς προσευχάς και την λατρείαν (η οποία λατρεία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι όλη οργανικώς συνδεδεμένη εις μίαν ολότητα και συγκεφαλαιούται εις την θείαν Ευχαριστίαν), και γενικώς την συμμετοχήν εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν πράξιν, η οποία ως τοιαύτη, φέρει εν εαυτή και εκφράζει τον μοναδικόν και ανεπανάληπτον χαρακτήρα της Μίας, Αγία, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της πάντοτε Μιας και Μοναδικής.

Μη σμίγουσα εκκλησιαστικώς μετά των αιρετικών, είτε αν είναι αυτοί συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, είτε πέριξ της Ρώμης, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, κατά πάντα πιστή προς τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρας, δεν θα αρνηθή δια τούτο την Χριστιανικήν της αποστολήν  και το ευαγγελικόν
της χρέος:  όπως ενώπιον του συγχρόνου κόσμου, όσον του μη ορθοδόξου, τόσον και του απίστου, ταπεινώς αλλά ευθαρσώς μαρτυρή περί της Αληθείας, της Παναληθείας, περί του ζώντος και αληθινού Θεανθρώπου και περί της πανσωστικής και παμμεταμορφωτικής δυνάμεως της Ορθοδοξίας. Οδηγουμένη υπό του Χριστού η Εκκλησία μας, δια του αγιοπατερικού πνεύματος και χαρακτήρος των θεολόγων της, πάντοτε θα είναι «έτοιμη προς απολογίαν  παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Και η Ελπίς ημών νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων και εις όλην την αιωνιότητα είναι μία και μοναδική: Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός εν τω Θεανθρωπίνω του σώματι, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι οφείλουν να συμμετέχουν όχι εις «οικουμενικάς κοινάς προσευχάς», αλλ’ εις θεολογικούς διαλόγους εν τη Αληθεία και περί της Αληθείας, όπως δια μέσου των αιώνων έπραττον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας και της Ορθοπιστίας είναι «μερίς» μόνον των σωζομένων» (πρβλ 7ος κανών Β΄ Οικουμ. Συνόδου).

Παναληθές είναι το Ευαγγέλιον του αγίου Αποστόλου: «σωτηρία εν αγιασμώ και πίστει αληθείας» (Β΄ Θες. 2,13). Η θεανθρωπίνη πίστις  είναι η πίστις της Αληθείας. Η Ουσία αυτής της πίστεως είναι η Αλήθεια, είναι η μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η δε θεανθρωπίνη αγάπη είναι «η αγάπη της Αληθείας»(Β΄Θες. 2,10). Η ουσία αυτής της αγάπης είναι η Παναλήθεια, δηλ. ο Θεάνθρωπο Χριστός. Και αυτή η Πίστις και αυτή η Αγάπη είναι η καρδία και η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πάντα ταύτα διεφυλάχθησαν αλώβητα μόνον εν τη αγιοπατερική Ορθοδοξία, περί της οποίας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι κεκλημένοι να μαρτυρούν αφόβως ενώπιον της Δύσεως και της ψευδοπίστεώς της και
της ψευδοαγάπης της.

Ιερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974
Συνιστά εαυτόν ταις αγίαις αποστολικαίς προσευχαίς
της Υμετέρας Πανιερότητος και των αγίων Πατέρων
της Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων, ο ανάξιος
Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος (Πόποβιτς)



 

 

Κυριακή των Αγιορειτών Πατέρων

(Τα ονόματα και ο βίος τους, το απολυτίκιο τους)

 

εικόνα άρθρου: Κυριακή των Αγιορειτών Πατέρων (Τα ονόματα και ο βίος τους, το απολυτίκιο τους)

Την Β’ Κυριακή του Ματθαίου κάθε έτους, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, εορτάζουμε την μνήμη πάντων των εν Αγίω Όρει διαλαμψάντων Οσίων Πατέρων


Οι Αγιορείτες Άγιοι αντιλήφθηκαν την κλήση αυτή από τον Θεό και έφθασαν σε ύψη αρετής. Σύμφωνα με το βιβλίο του λόγιου μοναχού Μωυσή του Αγιορείτου, αριθμούνται οι Άγιοι Πατέρες του Άθω σε 450, ενώ χιλιάδες είναι οι αφανείς και άγνωστοι άγιοι ασκητές, οι οποίοι αγίασαν τα χώματα του Άθω και έγιναν η αιτία για να ονομαστεί το Όρος Άγιον.

Η κοινή εορτή όλων των Αγιορειτών Αγίων καθιερώθηκε μετά την σύνθεση της ακολουθίας και των εγκωμίων από τον πολυγραφότατο και ιερώτατο Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη κατά τον 19ο αιώνα. Στον Άγιο Νικόδημο οφείλουμε το απολυτίκιο των Αγιορειτών Αγίων (δες παρακάτω).

Από τον ασκητή Όσιο Πέτρο ως τους γέροντες των ημερών μας είναι πολλές οι άγιες μορφές του Αγίου Όρους που έζησαν σαν άγγελοι, όπως αναφέρει και το απολυτίκιο τους.

Η μεγαλύτερη προσφορά του Αγιορειτών Αγίων είναι η προστασία του Ορθόδοξου δόγματος σε όλες τις Ορθόδοξες χώρες και της πνευματικής κληρονομιάς της Ορθοδοξίας. Ας δούμε τι αναφέρει ο Γέροντας Μωυσής για ένα μέρος των Αγίων του Αγίου Όρους:

Ο κτήτορας της Αθωνικής μονής Χιλανδαρίου Άγιος Σάββας, για την υποστήριξή των ορθών δογμάτων έναντι των Λατίνων στη Θεσσαλονίκη δέχθηκε διωγμούς, τους οποίους υπέμεινε άριστα. Ο οσιομάρτυς Ιωάννης Δοχειαρίτης (1275) Για την ομολογία του υπέστη μαρτυρικό θάνατο από προδότη φιλενωτικό και λατινόφρονα μαθητή του. Το αυτό και ο μαθητής του Γρηγόριος Δοχειαρίτης (1275), ο οποίος έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου υπερασπιζόμενος απτόητα τα ορθόδοξα δόγματα.

Ο άγιος Ιωαννίκιος ο Α’ (1279), αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, από ηγούμενος του Χιλανδαρίου, ποίμανε βάσει των ιερών Κανόνων το ποίμνιό του. Διαφύλαξε αλώβητη την ορθόδοξη πίστη. Δεν συμμετείχε στην κίνηση για την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Καθολικισμό, που ενεργούσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος.

Ο Οσιομάρτυς Κοσμάς, Πρώτος του Αγίου Όρους Ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής (13ος αιώνας) καταγόταν από την Ιταλία και άνηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Τον εγκατέλειψε χάριν της φιλτάτης Ορθοδοξίας και μέσω Βυζαντίου ήλθε στο Άγιον Όρος. Επειδή αντιτάχθηκε στην ένωση των Εκκλησιών, εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο, ο νηπτικός ομολογητής, Αγιορείτης όσιος.

Ο όσιος Γεράσιμος ο Σιναΐτης (1320), μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου (1346), μετά την έξοδό του από τον Άθωνα, περιήλθε την Ελλάδα ενισχύοντας τους πιστούς, βοηθώντας πολλούς να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Το αυτό πράττουν οι συμμαθητές του Ιωσήφ «ο ορθοδοξότατος» και Νικόλαος «ο ομολογητής», που δέχθηκε για την πίστη του φυλακίσεις και εξορίες.

Ο άγιος Νικόδημος αρχιεπίσκοπος Πεκίου (1325), αγωνίσθηκε ακούραστα για την εκρίζωση των αιρέσεων των Βογομίλων και την στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως. Το αυτό έργο εποίησε ο άγιος Δανιήλ ο Β’, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1338).

Ο άγιος Θεόκλητος μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1324/6) μεταβαίνοντας από τον Άθωνα στην Κωνσταντινούπολη ήλεγξε για την εκκλησιαστική του πολιτική τον αυτοκράτορα Μιχαήλ η’ τον Παλαιολόγο, με αποτέλεσμα να ριχθεί στη φυλακή. Ο επίσκοπος συνέχισε την ορθόδοξη διδασκαλία του σε όλη του τη ζωή απτόητα.

Ο άγιος Ισίδωρος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1350) διδασκάλους στον Άθωνα είχε τους αγίους Γρηγόριο Σιναΐτη και Γρηγόριο Παλαμά. Στη Θεσσαλονίκη, όπου στέλνεται να εργασθεί ιεραποστολικά, στέκεται στο πλευρό του αγίου Παλαμά και είναι ένας από τους πρώτους που πολεμά τον αιρετικό Βαρλαάμ. Ως πατριάρχης αποκατέστησε τον συνοδοιπόρο του στους αντιαιρετικούς αγώνες άγιο Παλαμά, τον οποίο χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.

Ο όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1355/6) υπήρξε ομολογητής αγιορείτης και πολλές υπέστη από τους κακοδόξους εξορίες και θλίψεις για την ακρίβεια της πίστεώς του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) υπήρξε μέγας θεολόγος. Υποστήριξε το ορθόδοξο δόγμα με γνώση, πίστη και επιμονή. Κατατρόπωσε με τους υπέροχους λόγους του τους αιρετικούς Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και Γρηγορά. Για το σθένος του υπέμεινε διωγμούς φυλακίσεις κι εξορίες. Αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο, σήμερα θα είμασταν τουλάχιστον Ουνίτες. Γι’ αυτό τον μισούν οι Λατίνοι μέχρι σήμερα.

Ο όσιος Θεοδόσιος Τυρνόβου (1362/3) μετά την παραμονή του στον ιερό Άθωνα επιστρέφει στην πατρίδα του Βουλγαρία κι εγκαθίσταται στην μονή Κελιφάρεβα. Η μονή αποτέλεσε φάρο Ορθοδοξίας, κέντρο αντιαιρετικό, όπου ακτινοβολούσε στη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία. Ο άγιος συχνά άφηνε την ησυχία, για να υπερασπίσει τα ορθόδοξα δόγματα, που κινδύνευαν από τους ακόλουθους των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, τους Αδαμιστές, τους Βογομίλους και τους Εβραίους. Στη σύνοδο του 1359 της Βουλγαρίας πρωτοστάτησε κατά των αιρετικών κι έδωσε μεγάλη χαρά στους πιστούς για την νίκη της Ορθοδοξίας κατά της πλάνης και του ψεύδους των αιρέσεων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (1379) πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έγραψε λόγους κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη σύνοδο του 1351 για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον τόμο των πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά. Υπήρξε βαθύς θεολόγος και υπεράσπισε με ακαταμάχητο σθένος την Ορθοδοξία. Εξουδετέρωσε τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων. Τιμάται την Ε’ Κυριακή των Νηστειών ως φύλακας της Ορθοδοξίας.

Ο άγιος Μακάριος ο Μακρής (1431) μόνασε στη μονή Βατοπεδίου. Διά του γέροντός του Δαυίδ σχετίσθηκε με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Ως ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως εστάλη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ τον Παλαιολόγο στην Ρώμη ως αντιπρόσωπός και διακρίθηκε για την άκαμπτη στάση του και το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημά του. Έγραψε λόγο κατά της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου τονίζει τις σοβαρές μεγάλες διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και Λατίνων.

Ο Διονυσιάτης άγιος Νήφων ο Β’ και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508), μετά την εκθρόνισή του και κατά την παραμονή του στη Βλαχία, έσωσε την ρουμάνικη Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, τις διάφορες αιρέσεις, δεισιδαιμονίες και ηθοφθορίες. Παρόμοιο έργο επιτέλεσε στην Ρωσία ο Βατοπεδινός μοναχός όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1556).

Ο άγιος Βασίλειος Όστρογκ ο θαυματουργός (1671) έζησε αρκετά στο Άγιος Όρος. Ως επίσκοπος στην πατρίδα του Σερβία προφύλαξε σθεναρά το ποίμνιό του από τους Ιησουΐτες, τη λατινική προπαγάνδα και την Ουνία.

Ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (1745) δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, που δίδασκε «αλλόκοτα δόγματα και άθεα μαθήματα» της αιρέσεως του Μολίνου. Παραβρέθηκε και σε σύνοδο, για να στηλιτεύσει την «πανσπερμία των αιρέσεων» του Μεθοδίου. Σε όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν την ορθόδοξη παράδοση και δογματική.

Ο ιερομάρτυς και εθνομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (1779), ο γνωστότατος διδαχός και ιδρυτής ναών και σχολείων, ο ακάματος Φιλοθεΐτης ιερομόναχος, δεν έπαυσε με αυστηρότητα να στηλιτεύει τα λάθη των Λατίνων στα πύρινα κηρύγματά του. Μαρτύρησε από το μίσος των Εβραίων και των Οθωμανών. Είναι σημαντικό το ιεραποστολικό του έργο για την αναγέννηση του Ελληνισμού στην δύσκολη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ανάλογο έργο, ως πρόδρομοι του Αγίου Κοσμά, είχαν και οι επίσης Φιλοθεΐτες Άγιοι, Διονύσιος εν Ολύμπω, Δαμιανός εν Κισσάβω και Συμεών ο ανυπόδητος.

Οι άγιοι Κολλυβάδες Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1794), Μακάριος Νοταράς (1805), Νικόδημος Αγιορείτης (1809), Νήφων ο Χίος (1809) και Αθανάσιος ο Πάριος (1813) στους λόγους τους, στις συγγραφές και στα έργα τους υποστηρίζουν με σθένος και βαθειά γνώση την Ιερά παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες, τα απαράβατα δόγματα της Εκκλησίας μας. Στιγματίζουν τις πλάνες τις εκτροπές, τα σχίσματα, τις αιρέσεις, τους άθεους.

Οι ένδοξοι νεομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ιερομάρτυρες Αγιορείτες υπογράφουν με το αίμα τους την ακέραιη πίστη τους στο ορθόδοξο δόγμα. Το κίνημα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε παράδειγμα υπομονής και αντίστασης για τους υπόδουλους Έλληνες.

Μεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώµιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), Δαµασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσµάς ο Αιτωλός (+ 1779), Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιµος ο Κουτλουµουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύµιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός ο εν Τυρνάβω τελειωθείς (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγµενίτης (+ 1819), Γρηγόριος ο Ε’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταµονίτης (+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήµνιος (+ 1846).

 Ας έχουμε τις πρεσβείες όλων των Αγιορειτών Αγίων Πατέρων.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τοὺς τοῦ Ἄθω πατέρας καὶ ἀγγέλους ἐν σώματι, Ὁμολογητὰς καὶ Ὁσίους, Ἱεράρχας καὶ Μάρτυρας, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις καὶ ᾡδαῖς, μιμούμενοι αὐτῶν τὰς ἀρετάς, ἡ τοῦ Ὄρους πληθὺς πᾶσα τῶν Μοναστῶν, κραυγάζοντες ὁμοφώνως· δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐν κινδύνοις ἡμῶν προστάτας δείξαντι.



 

Άγιος Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ
      Ένας από τους μεγάλους Πατέρες και διδασκάλους της αρχαίας αδιαίρετης δυτικής Εκκλησίας υπήρξε και ο άγιος Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος της Βορείου Αφρικής. Πρόκειται για μια μεγάλη προσωπικότητα, η οποία σφράγισε κυριολεκτικά το ανθρώπινο πνεύμα, δημιούργησε θεολογική σκέψη και έδωσε συγκεκριμένη κατεύθυνση στον δυτικό πολιτισμό.
     Γεννήθηκε στην πόλη Ταγάστη της Νουμιδίας (σημερινή Αλγερία) το 354. Ο πατέρας του, ευγενής γαιοκτήμονας, ήταν ειδωλολάτρης, σε αντίθεση με τη μητέρα του Μόνικα, η οποία ήταν ένθερμη χριστιανή και η οποία φρόντισε να κατηχήσει τον μικρό Αυγουστίνο στη χριστιανική πίστη. Όμως εκείνος φάνηκε από μικρός απείθαρχος και αρνήθηκε το άγιο Βάπτισμα.  
      Έδειξε νωρίς ασυνήθιστη ευφυΐα και έλαβε σοβαρή μόρφωση. Αρνήθηκε επίμονα να μάθει την ελληνική γλώσσα, γεγονός που θα αποβεί μοιραίο αργότερα για τον ίδιο. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών στάλθηκε στην Καρχηδόνα να σπουδάσει ρητορική. Όμως εκεί έμπλεξε με κακές παρέες και άρχισε να ζει βίο έκλυτο. Συνδέθηκε με κάποια χριστιανή, με την οποία μάλιστα απέκτησε και έναν νόθο γιο τον Αδεοδάτο, το 372. Το γεγονός αυτό πλήγωσε βαθειά την ευσεβή μητέρα του, η οποία έχυνε ποτάμια δακρύων για την σωτηρία του γιου της. 
       Έγινε φανατικός μελετητής του Κικέρωνα, με αποτέλεσμα να στραφεί προς τη φιλοσοφία και την αναζήτηση της αλήθειας. Άρχισε σταδιακά να θεωρεί την Αγία Γραφή ως ανεπαρκή και γι’ αυτό στράφηκε σε αιρετικές ομάδες. Κατέληξε στην αίρεση των Μανιχαίων, των οποίων το διαρχικό σύστημα γοήτευσε τον ανήσυχο νεαρό Αυγουστίνο. Η «θεοποίηση» του κακού, όπως δόξαζε η αίρεση αυτή, δικαιολογούσε τον έκλυτο βίο του. Έμεινε στην αίρεση αυτή εννέα χρόνια. Κατόπιν γύρισε στην Ταγάστη και άνοιξε σχολή ρητορικής. Όμως η θητεία του στον Μανιχαϊσμό τραυμάτισε βαθειά την ψυχή του και γι’ αυτό ζούσε σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων, ήταν ανικανοποίητος πνευματικά. Σημαντικό ρόλο έπαιξε σ’ αυτόν ο επίσκοπος Φαύστος, ο οποίος ενέβαλε πνευματικούς προβληματισμούς στην ψυχή του. Αποφάσισε να πάει στη Ρώμη, όπου άνοιξε άλλη σχολή ρητορικής και συναναστράφηκε με ονομαστούς φιλοσόφους. Άρχισε να μελετά με πάθος τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, όπου νόμισε πως βρήκε την αλήθεια, που επιζητούσε. Ο ασκητισμός του νεοπλατωνισμού τον απέσπασε από την ανηθικότητα. Εκεί αρρώστησε βαριά. Μετά την ανάρρωση του πήγε στο Μιλάνο, όπου μετέφερε τη σχολή του.
  Σταθμό στην πνευματική του πορεία στάθηκε η γνωριμία του εκεί με τον άγιο Αμβρόσιο επίσκοπο Μεδιολάνων το 384. Ήδη η μητέρα του Μόνικα είχε συναντηθεί με τον άγιο επίσκοπο και τον παρακάλεσε θερμά να σώσει το παιδί της. Η αγιότητα, η πραότητα και η γλυκύτητα του αγίου Αμβροσίου κατέκτησαν τον ατίθασο Αυγουστίνο. Ύστερα από μακρά κατήχηση, ο Αυγουστίνος μεταστράφηκε στην Χριστιανική πίστη. Αποκήρυξε οριστικά τον Μανιχαϊσμό και στράφηκε στην καλλιέργεια του εσωτερικού του βίου, με βάση την χριστιανική πνευματικότητα. Αρνήθηκε να νυμφευτεί, παρ’ όλες τις παρακλήσεις της μητέρας του. Είχε διαβάσει το βίο του αγίου Αντωνίου και αποφάσισε να ακολουθήσει τον άγαμο βίο. Ένα όραμα άλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή του.  Σε μια στιγμή έντονης συναισθηματικής φόρτισης, κλαίγοντας για τον πρότερο βίο του, παρουσιάστηκε ένα παιδί, του υπόδειξε να διαβάσει τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Όταν άνοιξε τη Καινή Διαθήκη έπεσε στο χωρίο «μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιήστε εις επιθυμίαις» (Ρωμ.13,13). Αυτό το θεώρησε ως θέοθεν
κλήση και γι’ αυτό πήρε τη  μεγάλη απόφαση να αλλάξει οριστικά κεφάλαιο στη ζωή του. Το 387 έλαβε το άγιο Βάπτισμα από τον Αμβρόσιο, μαζί με τον φίλο του Αλύπιο και το γιό του Αδεοδάτο. Κατόπιν μετέβηκαν στην Όστια, όπου η Μόνικα κοιμήθηκε.
      Το 388 επέστρεψε στην Ταγάστη, μαζί με τον Αλύπιο και τον Αδεοδάτο. Αλλά λίγο μετά πέθανε ο Αδεοδάτος. Μετά από αυτό μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και αφιερώθηκε στη νηστεία, στην προσευχή, στη μελέτη των Γραφών και στη συγγραφή. Σε κάποια επίσκεψή του στη γειτονική πόλη Ιππώνα ο γέροντας επίσκοπος Ουαλέριος του πρότεινε να εισέλθει στον ιερό κλήρο. Δέχτηκε και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το 395, κατ’ απαίτηση κλήρου και λαού, εκλέχτηκε επίσκοπος Ιππώνος. Για τριανταπέντε χρόνια λάμπρυνε τον επισκοπικό θρόνο της αφρικανικής αυτής πόλεως. Υπήρξε υποδειγματικός, ποιμένας και δάσκαλος, του οποίου η φήμη ξεπέρασε τα όρια της μικρής πόλεως. Ζούσε ασκητικά, με ταπείνωση και έχυνε καθημερινά δάκρυα μετάνοιας. Υπήρξε ο κατ’ εξοχήν άγιος της μετάνοιας. Μερίμνησε για την ενότητα της Εκκλησίας φροντίζοντας για την άρση του φοβερού σχίσματος τον Νοβατιανών. Οργάνωσε μια γιγαντιαία ιεραποστολή για την μεταστροφή των ειδωλολατρών και αιρετικών στην Εκκλησία. Αντιμετώπισε με επιτυχία την αίρεση του Πελαγιανισμού. Παράλληλα έγραφε ακατάπαυστα νύχτα και ημέρα τα περισπούδαστα έργα του. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του είναι «Περί της Πολιτείας του Θεού», το οποίο έγραψε μετά την άλωση της Ρώμης από τους βαρβάρους Ούνους (410). Άλλο σπουδαίο έργο του οι «Εξομολογήσεις», μια εκ βάθους προσωπική εξομολόγηση για την πολυτάραχη ζωή του.
       Κοιμήθηκε στις 28 Αυγούστου 427, ενώ η Ιππώνα πολιορκούνταν από του Βανδάλους. Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Ιουνίου.
       Ο άγιος Αυγουστίνος υπήρξε ένα από τα πιο δυνατά μυαλά της ανθρωπότητας. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και θεολόγους. Όμως έπεσε δυστυχώς και σε πλάνες. Αυτό συνετέλεσε η άγνοια των Ελλήνων Πατέρων, αφού δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά και οι πνευματικές καταβολές του από τον Μανιχαϊσμό και τον Νεοπλατωνισμό. Η Εκκλησία είδε με συγκατάβαση τις παρεκκλίσεις του, τις οποίες έθεσε στο περιθώριο και εκτιμήθηκε η ειλικρινής μετάνοιά του και η αγία ζωή του. Όμως οι πλάνες του υιοθετήθηκαν από τους αιρετικούς Φράγκους τον 8ο μ. Χ. αιώνα, οι οποίες εισέβαλλαν στη δυτική χριστιανοσύνη και καθιερώθηκαν ως δόγματα του παπισμού και του προτεσταντισμού.             


 

Β΄ Κυριακή Ματθαίου – Η Σύναξη των Οσίων Πατέρων των εν τω Αγίω Όρει του Άθω διαλαμψάντων

Β΄ Κυριακή Ματθαίου – Η Σύναξη των Οσίων Πατέρων των εν τω Αγίω Όρει του Άθω διαλαμψάντων

Ανδρέας Νικολάου εκ Πάφου

Το Άγιον Όρος: Φρούριο Ορθοδοξίας, τόπος ασκήσεως και ακατάπαυστος αγώνας υπέρ της Πατερικής Πίστεως – Ένα επίκαιρο μήνυμα μέσα στις σύγχρονες εκκλησιαστικές δοκιμασίες και για όσους εκφράζουν την υποστήριξή τους προς τον Μητροπολίτη Πάφου Τυχικό

Η Β΄ Κυριακή του Ματθαίου είναι αφιερωμένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία στη Σύναξη πάντων των Οσίων Πατέρων των εν τω Αγίω Όρει του Άθω διαλαμψάντων, μιας αμέτρητης στρατιάς γνωστών και αγνώστων αγίων, οι οποίοι επί περισσότερο από χίλια χρόνια μετέτρεψαν την Αθωνική Πολιτεία σε αδιάλειπτο εργαστήριο μετανοίας, νοεράς προσευχής και ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Δεν τιμώνται μόνο οι μεγάλοι και ιστορικά γνωστοί Άγιοι, αλλά και οι χιλιάδες αφανείς μοναχοί, των οποίων τα ονόματα έμειναν άγνωστα στους ανθρώπους, όμως είναι γνωστά ενώπιον του θρόνου του Θεού.

Το Άγιον Όρος, το ευλογημένο Περιβόλι της Παναγίας, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πνευματικούς φάρους της Ορθοδοξίας. Από τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ιδρυτή της Μεγίστης Λαύρας, έως τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον μεγάλο θεολόγο του ακτίστου Φωτός, από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον ανακαινιστή της φιλοκαλικής παραδόσεως, έως τους συγχρόνους Αγίους Σιλουανό τον Αθωνίτη, Παΐσιο τον Αγιορείτη, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και πλήθος άλλων γερόντων και ασκητών, ο Άθως αναδεικνύει αδιάκοπα καρπούς αγιότητος. Εκεί η θεολογία δεν είναι μια απλή διανοητική ενασχόληση, αλλά εμπειρία του Θεού μέσα από την κάθαρση της καρδιάς, τη μετάνοια και τη μέθεξη στη θεία Χάρη.

………………………………………………

Οι Αγιορείτες Πατέρες ως στύλοι της Ορθοδοξίας και υπερασπιστές της Πατερικής Παραδόσεως

Η υμνολογία της σημερινής εορτής αποκαλύπτει ότι οι Άγιοι του Άθωνα δεν υπήρξαν μόνο ησυχαστές και άνθρωποι της ερήμου, αλλά και ατρόμητοι ομολογητές της πίστεως όταν εμφανίσθηκαν ιστορικές περιστάσεις που δοκίμασαν την εκκλησιαστική συνείδηση.

Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι δώδεκα Οσιομάρτυρες της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, τους οποίους η ακολουθία εγκωμιάζει διότι «ἀνδρικῶς κακοδοξίαν ἅπασαν τῶν λατινοφρόνων ἀπελέγξαντες» προτίμησαν την αγχόνη παρά να αποδεχθούν όσα θεωρούσαν ξένα προς την ορθόδοξη πίστη. Η Εκκλησία ψάλλει ότι έλαβαν «διπλοῦς στεφάνους», τόσο της ασκήσεως όσο και του μαρτυρίου.

Με τον ίδιο σεβασμό τιμώνται οι Οσιομάρτυρες της Ιεράς Μονής Ιβήρων, οι οποίοι, σύμφωνα με την υμνολογία, οδηγήθηκαν σε πνιγμό και προσέφεραν τη ζωή τους στον Χριστό κατά την εποχή των εντάσεων που ακολούθησαν την ένωση της Λυώνος (1274), απορρίπτοντας τις εκκλησιαστικές επιλογές που συνδέονταν με την πολιτική και θεολογική προσέγγιση προς τη Ρώμη.

Η ακολουθία συνεχίζει με τους είκοσι έξι Οσιομάρτυρες της Ιεράς Μονής Ζωγράφου, οι οποίοι «πυρὶ τελειωθέντες» προσφέρθηκαν ως «ὁλοκαυτώματα ἱερά», έχοντας προηγουμένως «ἀνδρικῶς τὴν πλάνην τῶν λατινοφρόνων θριαμβεύσαντας». Η μνήμη τους παραμένει στην αγιορείτικη παράδοση ως παράδειγμα θυσιαστικής ομολογίας.

Ακόμη, οι Πατέρες της Σκήτης των Καρεών, όπως αναφέρει ο ύμνος, αποκεφαλίσθηκαν επειδή «τῆς τῶν Πατέρων δόξης ὑπερασπισθέντας καὶ τὴν Λατίνων στηλιτεύσαντας». Αυτές οι υμνολογικές αναφορές αποτελούν μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο η Εκκλησία διατήρησε τη μνήμη των συγκεκριμένων μαρτύρων.

…………………………………………………

Το θεολογικό υπόβαθρο της αντιπαραθέσεως με τον Παπισμό

Οι αγώνες των Αγιορειτών Πατέρων δεν είχαν ως κέντρο μία εθνική ή πολιτική αντιπαλότητα με τους Δυτικούς χριστιανούς, αλλά γεννήθηκαν μέσα από τη μέριμνα για τη διαφύλαξη της πίστεως όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες.

Η ορθόδοξη θεολογία διατύπωσε διαχρονικά αντιρρήσεις σε συγκεκριμένες δογματικές εξελίξεις της Ρωμαιοκαθολικής πλάνης, όπως η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, δηλαδή η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, η αντίληψη περί καθολικής δικαιοδοσίας του Πάπα επί όλης της Εκκλησίας, καθώς και το δόγμα του παπικού αλαθήτου που διατυπώθηκε στην Α΄ Βατικανή Σύνοδο το 1870.

Για τους Αγιορείτες Πατέρες, η Εκκλησία δεν έχει επί γης έναν απόλυτο μονάρχη αλλά μοναδική αιώνια Κεφαλή τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν οικοδομείται πάνω σε μία κεντρική ανθρώπινη εξουσία, αλλά στην κοινή πίστη, στη συνοδικότητα, στη διαδοχή των Αποστόλων και στη ζωή του Αγίου Πνεύματος.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, κορυφαία μορφή του Αγίου Όρους, ανέδειξε ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι πραγματική μέθεξη στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Η εμπειρία της θεώσεως, που αποτελεί την καρδιά της ορθόδοξης πνευματικότητας, δεν είναι μια φιλοσοφική θεωρία αλλά καρπός της καθάρσεως και της θείας χάριτος.

………………………………………………

Η αγιορειτική μαρτυρία στη σύγχρονη εποχή και οι διάλογοι με τις άλλες Εκκλησίες

Κατά τους νεότερους χρόνους, πολλοί Αγιορείτες Γέροντες εξέφρασαν έντονη ανησυχία απέναντι σε ορισμένες τάσεις του οικουμενικού κινήματος, ιδιαίτερα όταν θεωρούσαν ότι υπάρχει κίνδυνος να υποβαθμιστούν οι πραγματικές δογματικές διαφορές μεταξύ των χριστιανικών παραδόσεων.

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση της αγιορειτικής παράδοσης, η αληθινή ενότητα δεν είναι αποτέλεσμα απλών διπλωματικών συμφωνιών ή αμοιβαίων παραχωρήσεων στα δόγματα, αλλά καρπός κοινής πίστεως, μετανοίας και ζωής μέσα στην αλήθεια του Χριστού. Άλλες φωνές μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία υποστηρίζουν τη συνέχιση των θεολογικών διαλόγων ως μέσο αναζήτησης της ενότητας χωρίς εγκατάλειψη της ορθόδοξης πίστης.

Η ιστορία του Αγίου Όρους δείχνει ότι η ομολογία της πίστεως συνδέεται πάντοτε με την αγιότητα. Ο αληθινός ομολογητής δεν κινείται από εμπάθεια ή μίσος, αλλά από αγάπη προς την αλήθεια και προσευχή υπέρ πάντων.

……………………………………………..

Το διαχρονικό κάλεσμα των Αγίων του Άθωνα

Η ακολουθία της σημερινής ημέρας αποκαλεί τους Αγιορείτες Πατέρες «θεοσύλλεκτον ὅμιλον ἀσκητῶν», «δήμον φωτοφόρον ἱεραρχῶν», «θεῖον σύστημα μαρτύρων», «λαμπρὰ ἄστρα τοῦ Ἄθω». Είναι οι γνωστοί και άγνωστοι Άγιοι που έζησαν στις σκήτες, στα σπήλαια, στα κελλιά και στα κοινόβια, αγωνιζόμενοι με νηστεία, αγρυπνία, δάκρυα και αδιάλειπτη προσευχή.

Το μήνυμά τους προς κάθε εποχή είναι ότι η Ορθοδοξία δεν διαφυλάσσεται μόνο με λόγους και συγγράμματα, αλλά κυρίως με αγιασμένη ζωή. Όταν η Εκκλησία αντιμετώπισε θεολογικές δοκιμασίες, οι Άγιοι έγιναν ομολογητές· όταν επικράτησε η πνευματική ξηρασία, έγιναν πηγές χάριτος· και όταν ο κόσμος αναζήτησε το φως, εκείνοι έγιναν «λύχνοι επί την λυχνίαν».

Η σημερινή Σύναξη των Αγίων Πατέρων του Άθω υπενθυμίζει σε όλους τους πιστούς ότι η υπεράσπιση της αλήθειας απαιτεί διάκριση, ταπείνωση και προσωπική μετάνοια. Η ομολογία χωρίς αγάπη κινδυνεύει να γίνει σκληρότητα, αλλά και η αγάπη χωρίς αλήθεια χάνει το σωτηριολογικό της περιεχόμενο. Οι Άγιοι Αγιορείτες μάς καλούν να κρατήσουμε μαζί τα δύο: την ακρίβεια της πίστεως και το πνεύμα του Χριστού, «ὅς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».



 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Εν ονόματι της Εκκλησίας καμία απόκλιση, καμία εκχώρηση. Ακρίβεια!

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς)

 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ!

      Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

      Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,  ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

                      Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

    «Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

        «Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

                   Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

     Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ  και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ τῶν Στουδίων ἡγουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

                         ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

     Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

     Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρὴ Κατήχησις 97, Ἔργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

     «Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

     «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 94 (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, ἐκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

      «Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 197 (Δωροθέῳ τέκνῳ), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 338 (Κωνσταντίνῳ), στὸ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

          ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

           επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.



 

14 Ιουνίου – Αφιέρωμα στον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς

14 Ιουνίου – Αφιέρωμα στον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς

Ο σύγχρονος Ομολογητής της Ορθοδοξίας και η ακατάπαυστη μαρτυρία του στην εποχή των μεγάλων εκκλησιαστικών προκλήσεων με κέντρο τον κανονικό Μητροπολίτη Πάφου Τυχικό

Ανδρέας Νικολάου εκ Πάφου

Η 14η Ιουνίου αποτελεί ημέρα ιεράς μνήμης του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του μεγάλου Σέρβου ασκητού, δογματικού θεολόγου και ομολογητού της Ορθοδόξου Πίστεως του 20ού αιώνα. Η ζωή και το έργο του αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για όσους μελετούν τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, ιδιαίτερα στα ζητήματα της εκκλησιολογίας, του παπισμού και του οικουμενικού διαλόγου. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 14 Ιουνίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, αναγνωρίζοντας την αγία βιοτή, την ασκητική του πολιτεία και την πνευματική του παρακαταθήκη.  

Σε μία εποχή κατά την οποία η Εκκλησία της Κύπρου περνά περίοδο έντονων συζητήσεων εξαιτίας των γεγονότων που σχετίζονται με τον Μητροπολίτη Πάφου Τυχικό και τις ευρύτερες αντιπαραθέσεις γύρω από ζητήματα πίστεως και εκκλησιαστικής τάξεως, η θεολογική φωνή του Αγίου Ιουστίνου εξακολουθεί να προκαλεί προβληματισμό και να καλεί σε βαθύτερη μελέτη της πατερικής παραδόσεως.

Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε το 1894 στο Βράνιε της Σερβίας, σε οικογένεια με μακρά ιερατική παράδοση. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος και από νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στη θεολογία και τη μοναχική ζωή. Σπούδασε σε διάφορα ευρωπαϊκά θεολογικά κέντρα και αναδείχθηκε καθηγητής Δογματικής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Μετά την επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Γιουγκοσλαβία απομακρύνθηκε από το πανεπιστήμιο και πέρασε δεκαετίες υπό επιτήρηση στη Μονή Τσέλιε, όπου συνέχισε ακατάπαυστα το συγγραφικό, ποιμαντικό και πνευματικό του έργο.  

…………………………………………………

Οι πειρασμοί και οι διωγμοί του Ομολογητή

Η ζωή του Αγίου Ιουστίνου υπήρξε σταυρική. Βίωσε τους δύο παγκοσμίους πολέμους, την κατάρρευση της παλαιάς Ευρώπης και την πίεση ενός αθεϊστικού πολιτικού συστήματος που επιχείρησε να αποσιωπήσει την εκκλησιαστική του φωνή. Δεν αντέδρασε με πνεύμα εκδικήσεως, αλλά με υπομονή, προσευχή και αδιάκοπη εργασία. Μέσα από τη σιωπηλή του εξορία γεννήθηκαν σπουδαία έργα, με κορυφαίο τη μνημειώδη «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», όπου ανέπτυξε τη θεανθρωποκεντρική θεώρηση της ζωής: ότι το κέντρο των πάντων είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός και όχι ο άνθρωπος.

……………………………………………………

Η αυστηρή κριτική του Αγίου Ιουστίνου στον Παπισμό

Από τις πλέον γνωστές και σκληρές θεολογικές διατυπώσεις του Αγίου είναι η αναφορά του στις τρεις μεγάλες πτώσεις της ανθρωπότητας:

«Στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους τρεις είναι οι κυριότερες πτώσεις: του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα.»

Με τη φράση αυτή ο Άγιος δεν αναφερόταν σε προσωπική καταδίκη συγκεκριμένων ανθρώπων, αλλά εξέφραζε τη θεολογική του κριτική απέναντι στο δόγμα του παπικού αλαθήτου και στην αντίληψη περί απόλυτου πρωτείου εξουσίας. Κατά την ανάλυσή του, η πρώτη πτώση ήταν η επιθυμία του Αδάμ να γίνει άνθρωπος χωρίς τον Θεό, η δεύτερη η προδοσία του Θεανθρώπου από τον Ιούδα και η τρίτη – όπως ο ίδιος διατύπωνε – η αντικατάσταση του Θεανθρώπου Χριστού από έναν άνθρωπο ως απόλυτο κέντρο εκκλησιαστικής εξουσίας.

Σε άλλο σημείο ο Άγιος έγραφε:

«Το δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις· νέα προδοσία του Χριστού, νέα σταύρωση του Κυρίου επί του χρυσού σταυρού του παπικού ουμανισμού.»

Και αλλού υπογράμμιζε:

«Ο παπισμός είναι η πιο ριζική μορφή του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού.»

Η θεολογική βάση της κριτικής του ήταν ότι μοναδική Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός και ότι κάθε μορφή ανθρωποκεντρισμού αποτελεί αλλοίωση του θεανθρωπίνου χαρακτήρα της Εκκλησίας.  

………………………………………

Ο Οικουμενισμός ως «παναίρεση» κατά τον Άγιο Ιουστίνο

Ακόμη εντονότερη υπήρξε η κριτική του προς τον οικουμενισμό, τον οποίο χαρακτήριζε ως το μεγαλύτερο θεολογικό πρόβλημα της εποχής του. Στο έργο του «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός» έγραφε:

«Ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τους ψευδοχριστιανισμούς και τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του βρίσκεται η καρδιά όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμό.»

Και συνεχίζει:

«Όλοι αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλες αυτές οι ψευδοεκκλησίες, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις δίπλα στην άλλη. Το κοινό ευαγγελικό τους όνομα είναι η παναίρεσις.»

Ο Άγιος θεωρούσε ότι η αληθινή ενότητα των χριστιανών δεν μπορούσε να οικοδομηθεί με συμβιβασμούς στα δόγματα ή με μία εξωτερική διοικητική ένωση, αλλά μόνο με την επιστροφή στην αποστολική πίστη, την εμπειρία των Αγίων Πατέρων και την ζωή της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Παράλληλα, η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους έπρεπε πάντοτε να συνοδεύεται από την «αγάπη της αληθείας» και όχι από έναν απλό συναισθηματισμό.  

………………………………………………..

Το διαχρονικό μήνυμα του Αγίου Ιουστίνου

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς δεν έμεινε στην ιστορία απλώς ως ένας πολέμιος ιδεών, αλλά ως ένας μεγάλος ασκητής της προσευχής, της μετανοίας και της αγάπης προς τον Χριστό. Οι δεκαετίες της απομόνωσης και των διωγμών δεν κατέσβησαν τη φλόγα της ομολογίας του· αντίθετα, την έκαναν ακόμη πιο ισχυρή.

Η μαρτυρία του υπενθυμίζει ότι η αληθινή θεολογία δεν είναι καρπός ανθρώπινης φιλοσοφίας, αλλά εμπειρία αγιότητος. Η υπεράσπιση της πίστεως απαιτεί ακρίβεια δογματική, αλλά και ταπείνωση, μετάνοια και αγάπη. Αυτό είναι το μήνυμα που αφήνει στους πιστούς κάθε εποχής ο Άγιος της 14ης Ιουνίου, ο μεγάλος θεολόγος του Θεανθρώπου Χριστού, Ιουστίνος Πόποβιτς.