Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2026

 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι ιεροί Κανόνες και η θεανθρώπινη πίστη

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

  ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ  ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΙΣΤΗ

      Οι ιεροί Κανόνες είναι οι ιεροί φρουροί των αγίων δογμάτων, οι ιεροί φρουροί των θεανθρωπίνων αγιασμάτων της θεανθρώπινης ορθοδόξου πίστεως. Είναι απαραίτητο και υποχρεωτικό να υπάρχουν στη θεανθρώπινη οντότητα και στη ζωή της Εκκλησίας. Τούτο επιμαρτυρούν και διαβεβαιώνουν όλες οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι, όλοι οι Άγιοι Πατέρες.

     Ο 1ος Κανόνας της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι ο εξής: «Τοὺς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων καθ’ ἑκάστην Σύνοδον ἄχρι τοῦ νῦν ἐκτεθέντας Κανόνας κρατεῖν ἐδικαιώσαμεν(: Αποφασίσαμε να τηρούνται οι Κανόνες που θεσπίστηκαν σε κάθε Σύνοδο από τους Αγίους Πατέρες μέχρι σήμερα)»1. Μόνον έτσι μπορεί να διαφυλαχθεί αλώβητη η αληθινή, θεανθρώπινη και ορθόδοξη πίστη.

       Οι Άγιοι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου στον 1ο Κανόνα εντέλλονται: «Ὁρίζομεν ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον ὑπάρχειν τὴν παραδοθεῖσαν πίστιν ἡμῖν [...] Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν κατὰ τὰ προορισθέντα παντελῶς διεγνώκαμεν(:Ορίζουμε ότι η πίστη που μας παραδόθηκε πρέπει να παραμένει χωρίς καμία καινοτομία και χωρίς καμία αλλοίωση [...] Διότι εμείς έχουμε αποφασίσει οριστικά και κατηγορηματικά ούτε να προσθέσουμε κάτι, ούτε βέβαια να αφαιρέσουμε κάτι από όσα έχουν προκαθορισθεί)»2

Στον 2ο Κανόνα οι ίδιοι Πατέρες ορίζουν: «Ἐπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς Κανόνας τοὺς ὑπὸ τῶν Ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας ... [καὶ ὁρίζομεν] μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἢ ἀθετεῖν ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων (:Επικυρώνουμε δε ως έγκυρους και όλους τους υπόλοιπους ιερούς Κανόνες που θεσπίσθηκαν από τους Αγίους και μακαρίους Πατέρες μας ... [και ορίζουμε] να μην επιτρέπεται σε κανέναν να παραχαράσσει τους προαναφερθέντες Κανόνες ή να τους καταργεί ή να αποδέχεται άλλους Κανόνες εκτός από αυτούς που έχουν τεθεί και οι οποίοι άλλοι Κανόνες έχουν συνταχθεί ψευδεπιγράφως από ορισμένους, οι οποίοι επιχείρησαν να νοθεύσουν [ή: να εμπορευθούν δολίως] την αλήθεια)»3.

      Οι Άγιοι Πατέρες στον 21ο Κανόνα της ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου λέγουν: «Καὶ πάντα συνελόντως εἰπεῖν, τὰ παραδοθέντα ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ Ἀποστολικῶν Παραδόσεων, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ γίνεσθαι φυλαττόμενα(:Και, για να τα συνοψίσουμε όλα, να διαφυλάσσονται και να τηρούνται μέσα στην Εκκλησία όλα όσα έχουν παραδοθεί από τις θείες Γραφές και τις Αποστολικές Παραδόσεις)»4.

    Στην Α΄ Κανονική επιστολή του [oνομάζεται «Κανονική» επειδή περιέχει κανόνες και εκκλησιαστικές αποφάσεις που αργότερα αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία ως αυθεντικές κανονικές διατάξεις. Είναι μία από τις σημαντικότερες επιστολές του Μεγάλου Βασιλείου, η 188η, η οποία έχει ιδιαίτερο κανονικό κύρος στην Ορθόδοξη Εκκλησία] προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, ο Άγιος Βασίλειος αναφέρει: «Οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκέτι ἔχον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτοῖς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν(:Εκείνοι όμως που αποστάτησαν[:αποσχίσθηκαν, αποσκίρτησαν] από την Εκκλησία, δεν έχουν πλέον επάνω τους τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· διότι η μετάδοση [της χάρης] σταμάτησε, επειδή διακόπηκε η διαδοχή)»5.

      Οι άγιοι Πατέρες, στον 1ο Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, εντέλλονται: «ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν (:να καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με ανάθεμα κάθε αίρεση)»6. Ο 33ος Κανόνας της ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ορίζει: «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι(:Ότι δεν πρέπει να συμπροσεύχεται κανείς με αιρετικούς ή σχισματικούς)»7.

        Ο 45ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων εντέλλεται: «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω(:Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος, αν μόνο συμπροσευχήθηκε με αιρετικούς, να αφορίζεται [:να του απαγορεύεται η συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας για όσο διαρκεί ο αφορισμός]· αν όμως τους επέτρεψε να ενεργήσουν κάτι ως Κληρικοί [:να τελέσουν κάποια ιεροπραξία, αναγνωρίζοντάς τους έμπρακτα ως κληρικούς], να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»8. Ο 10ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω(:Εάν κάποιος συμπροσευχηθεί με αφορισμένο πρόσωπο [:με κάποιον που έχει αποκοπεί από την εκκλησιαστική κοινωνία], έστω και μέσα σε ιδιωτική οικία, να υποβάλλεται και ο ίδιος σε αφορισμό[: να τίθεται και ο ίδιος εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας]»9. Ο 46ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων έχει ως εξής: «Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους Βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν(:Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο που δέχτηκε ως έγκυρο το βάπτισμα ή την αναίμακτη θυσία [:τη θεία Ευχαριστία] αιρετικών, διατάσσουμε να καθαιρείται από το ιερατικό αξίωμά του)»10.

      Ο Μέγας Βασίλειος στην Πρώτη Κανονική Επιστολή του προς τον Άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, λέγει: «Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν [βάπτισμα] παντελῶς ἀθετῆσαι· τὸ δὲ τῶν ἀποσχισάντων, ὡς ἔτι τῆς Ἐκκλησίας ὄντων, παραδέξασθαι (:Αποφασίσθηκε, λοιπόν, από τους αρχαίους Πατέρες να απορρίπτεται εντελώς ως άκυρο το βάπτισμα των αιρετικών, ενώ το βάπτισμα των αποσχισθέντων να γίνεται δεκτό, επειδή αυτοί εξακολουθούν να ανήκουν στην Εκκλησία)»11 [Στο συγκεκριμένο χωρίο του Μεγάλου Βασιλείου, οι «ἀποσχισθέντες» είναι οι σχισματικοί, δηλαδή όσοι έχουν απομακρυνθεί από την εκκλησιαστική κοινωνία όχι εξαιτίας διαφορετικού δόγματος (όπως οι αιρετικοί), αλλά για λόγους εκκλησιαστικής τάξεως, διοικήσεως ή πειθαρχίας.

    Ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος, στην Α΄ Κανονική Επιστολή προς τον Αμφιλόχιο, διακρίνει τρεις κατηγορίες: α) «Αἱρετικοί»: Όσοι έχουν αλλοιώσει την ίδια την πίστη και το δόγμα. β) «Σχισματικοί»: Όσοι έχουν χωριστεί από την Εκκλησία για εκκλησιαστικά ζητήματα, χωρίς να έχουν απαραίτητα αλλοιώσει το δόγμα. γ) «Παρασυναγωγαί»: αντικανονικές συναθροίσεις που δημιουργούνται από ανυπάκουους κληρικούς ή λαϊκούς].

    Η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, την θεανθρώπινη αγιότητα, την θεανθρώπινη ενότητα. Και επιπλέον από την θεανθρώπινη πίστη μας, την θεανθρώπινη αγάπη μας, τον θεανθρώπινο βίο μας, την θεανθρώπινη προσευχή μας, την θεανθρώπινη αρετή μας, την θεανθρώπινη χριστοποίηση μας. Με μία λέξη: η καθολικότητα της Εκκλησίας εξαρτάται ολόκληρη από τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό: «Τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)»[Κολ.3,11], «πάντες γὰρ εἷς…ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:Διότι όλοι γινόμαστε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή μας με τον Ιησού Χριστό)»[Γαλ.3,28]. «Ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα …τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται … καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων(:Γεννήθηκε πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος· διότι διαμέσου Αυτού δημιουργήθηκαν όλα, όσα δηλαδή υπάρχουν στους ουρανούς και όσα είναι πάνω στη γη˙ εκείνα που φαίνονται με τα σωματικά μας μάτια και εκείνα που δεν φαίνονται και είναι αόρατα…. Όλα γενικώς τα ουράνια τάγματα των αγγέλων διαμέσου Αυτού και γι’ Αυτόν έχουν δημιουργηθεί…. Και Αυτός, από τον Οποίο τα πάντα συγκρατούνται, είναι η κεφαλή του σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας… για να γίνει Αυτός και ως προς την ανθρώπινη φύση Του πρώτος σε όλα˙ πρώτος δηλαδή και στην Εκκλησία και στην Ανάσταση)»[Κολ. 1,16 και Κολ. 1,18]. Η Εκκλησία «ἐστί τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου(:είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου˙ συμπλήρωμα του Χριστού, ο οποίος ως Θεός γεμίζει τα πάντα ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες τους, και παρέχει σε κάθε δημιούργημά Του ό,τι του χρειάζεται)»[Εφ.1,23].

     Στην Εκκλησία του Χριστού, η οποία είναι το σώμα Του, όλα έχουν την δική τους θεανθρώπινη θέση, τα πάντα είναι θεανθρωπίνως εναρμονισμένα, θεανθρωπίνως οχυρωμένα και αλληλοπεριχωρούμενα. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας, διατηρεί την θεανθρώπινη καθολικότητα σε όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην πραγματικότητα, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι όλο το βάθος, όλο το ύψος και όλο το πλάτος της καθολικότητος. Είναι τα πάντα μέσα μας και τα πάντα σε ό,τι δικό μας, τα πάντα στην πίστη, στην αγάπη, σε κάθε αρετή μας, σε κάθε ιερό μυστήριό μας. Δι’ Αυτού και συν Αυτώ κάθε αρετή μας γίνεται θεανθρωπίνως καθολική, θεανθρωπίνως αποστολική και αγιοπατερική. Με τον Κύριο Ιησού Χριστό είμαστε όντα ουρανογήινα· παρότι βρισκόμαστε ακόμη στην γη, «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει (:η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς)»[Φιλιπ.3,20].

       Ό,τι μας ανήκει το καθολικοποιεί ο Χριστός με την θεανθρώπινη δύναμή Του. Στην Εκκλησία, στο σώμα του Χριστού ζούμε πάντοτε καθολικώς, «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[Εφεσ. 3,18]. Η κάθε ευχητική πνοή μας, Χάριτι Χριστού, μεταμορφώνεται σε καθολική πνοή, κάθε αρετή μας σε καθολική, θεανθρώπινη αρετή· ό,τι μάς ανήκει, στο θεανθρώπινο, καθολικό σώμα της Εκκλησίας μεταμορφώνεται σε αποστολικό-αγιοπατερικό βίο. Τα πάντα, με την βοήθεια των ζωοποιών θεανθρωπίνων δυνάμεων, ενχριστώνονται και χριστοποιούνται, θεανθρωπίζονται και θεοποιούνται. Στην Εκκλησία, ο κάθε Χριστιανός γίνεται θεανθρώπινο καθολικό ον· γίνεται κεχαριτωμένος παν-άνθρωπος, θεανθρώπινος παν-άνθρωπος. Με άλλα λόγια, γίνεται κατά Χάριν Θεάνθρωπος. Στο θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, ολόκληρη η κτίση βιώνεται σε όλες τις θεανθρώπινες διαστάσεις της. Και σε όλη αυτήν την καθολική πραγματικότητα περί θεανθρωποποιήσεως βιώνεται η ευ-αγγελία, ο ευαγγελικός παν -ευαγγελισμός: ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο πρώτος και ο έσχατος, ο Παντοκράτωρ»[ πρβ. Αποκ.1,8: «Ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ(: ‘’Εγώ είμαι το Α και το Ω, η αρχή που δημιούργησε τα πάντα, και το τέλος στο οποίο θα καταλήξουν όλα, έχοντας Εμένα ως ύψιστο σκοπό τους’’, λέει ο Κύριος και Θεός. Εγώ υπάρχω από μόνος Μου χωρίς να Με έχει δημιουργήσει άλλος, υπήρχα προαιώνια και θα υπάρχω διαρκώς και στο μέλλον, ο Θεός ο παντοκράτωρ)»· επίσης πρβ Αποκ. 1, 17· Αποκ. 21,6·  Αποκ. 22,13].

    Με Αυτόν, τον Θεάνθρωπο «Παντοκράτορα», εντός και δια της Εκκλησίας, πραγματοποιείται η θεανθρώπινη καθολικότητά της. Πραγματοποιείται με τις δυνάμεις της Ιεράς Παραδόσεως, τις αποστολικο- αγιοπατερικές δυνάμεις, πρωτίστως, όμως, μέσω της θαυμαστότερης και τελειότερης Προσωπικότητος αυτού του πλανήτη, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού. Εξ αυτού και η σωτηριώδης συμβουλή του αγίου Αποστόλου: «Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν (:Έχοντας, λοιπόν, κι εμείς τριγύρω μας ένα τόσο μεγάλο και πυκνό σύννεφο αγίων ανθρώπων που μαρτύρησαν για την αλήθεια της πίστεως, ας πετάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο βιοτικών πραγμάτων και φροντίδων, επιπλέον μάλιστα και την αμαρτία, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται. Κι ας τρέχουμε με υπομονή τον αγώνα που προβάλλει μπροστά μας. Και πουθενά αλλού ας μην στρέφουμε τα βλέμματά μας και την προσοχή μας παρά μόνο στον Ιησού, που είναι ο αρχηγός και θεμελιωτής της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σ’ αυτήν. Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε τη ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)»[ Εβρ. 12,1-2].Και έτσι πραγμάτωσε την θεανθρώπινη καθολικότητα όλων των θεανθρωπίνων ευαγγελισμών και όλων των θεανθρωπίνων πραγματικοτήτων του σώματός Του, της Εκκλησίας.

     Ο Θεάνθρωπος είναι εκείνη η πανίσχυρη και παν-τελεία δύναμη η οποία ενοποιεί ολόκληρη την κτίση και τον Κτίσαντα διά του σώματός Του, δια της Εκκλησίας. Επιπλέον, Εκείνος, με τον ίδιο τρόπο, ενοποιεί και όλους τους κόσμους, ορατούς και αοράτους. Στην ουσία, η τελειότερη καθολικότητα στον ανθρώπινο κόσμο μας έχει πραγματοποιηθεί ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, στο θεανθρώπινο σώμα Του, στην Εκκλησία. Και η ψυχή αυτής της καθολικότητος είναι η ιερά Παράδοση, η αποστολική και αγιοπατερική Παράδοση. Ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ συγκεφαλαιώνεται ολόκληρη η κτίση και, συνεκδοχικά, ολόκληρο το μυστήριο της κτίσεως, όπως και ολόκληρο το μυστήριο του Θεού. Αναμφιβόλως, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος δια του Θεανθρώπου, αλλά και ο Θεός είναι Θεός δια του Θεανθρώπου. Έτσι, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ βρίσκουμε την μοναδική πραγματική ανθρωποδικία, όπως και την μοναδική πραγματική θεοδικία. Εν Αυτώ, και μόνον ἐν Αὐτῷ, βρίσκεται ο τέλειος Θεός και ο τέλειος άνθρωπος. Εκτός Αυτού, του Θεανθρώπου, δεν υπάρχει ούτε αληθινός Θεός, ούτε αληθινός άνθρωπος.

----------------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.  1.   Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδόσεις «Αστήρ», Αθήναι, 1957, σελίδα 185

2.   2.  ό. π. σελίδες 217-218

3.    3. ό. π. σελίδα 220

4.    4.  ό. π. σελίδα 405

5.    5.  ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον, 188, 1, PG 32, 668C-669A.

6.    6.  Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1957, σ. 155

7.    7.  ό. π. σελίδα 433

8.    8.  ό. π. σελίδα 50

9.    9.  ό. π. σελίδα 13

1     10.  ό. π. σελίδα 51

11  11.ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Ἀμφιλόχιον 188, 1, PG 32, 665BC-668A

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 308-312.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.



 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι Οικουμενικές Σύνοδοι περί των αιρέσεων

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

  ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

    Οι Οικουμενικές Σύνοδοι είναι, αναμφιβόλως, η συνείδηση της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτές με τον τελειότερο τρόπο κατέχουν, γνωρίζουν, διακρίνουν και ομολογούν την Αλήθεια του Χριστού· την υπερασπίζονται. Εφόσον ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι η ενσάρκωση της Αληθείας, η Παν-αλήθεια, κάθε παρέκκλιση από αυτήν, κάθε επίθεση εναντίον της, αποτελεί για τις Συνόδους, κατ’ ουσίαν, παρέκκλιση και επίθεση εναντίον του Χριστού. Αυτός είναι ο τρόπος δράσεως του Αντιχρίστου και των προδρόμων του.

      Οι Άγιοι Πατέρες, οι αγιότεροι και διορατικότεροι οφθαλμοί της Εκκλησίας, διακρίνουν με οξυδέρκεια και βεβαιώνουν ότι οι αιρετικοί είναι οι «πρόδρομοι του αντιχρίστου»1. Όπως ακριβώς η έλευση και η δράση του Αντιχρίστου είναι όλη «κατ’ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ» [βλ. Β΄Θεσ.2,9: «οὗ ἐστιν ἡ παρουσία κατ᾿ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους (:Η παρουσία του ανόμου αυτού θα γίνει με κάθε δύναμη και με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο βοηθός και συνεργάτης του, σατανάς)»], έτσι και η δράση κάθε αιρέσεως είναι «κατ’ ἐνέργειαν» του διαβόλου.

     Οι θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου βεβαιώνουν ότι οι αιρετικοί «έχουν παρασυρθεί από τον διάβολο, ο οποίος ενεργεί μέσα τους, απεργάζεται το παράλογο και ψυχοφθόρο σχέδιό του»2. Είναι αγιοπατερική η μαρτυρία πως «σε κάθε αίρεση και πίσω από κάθε αίρεση κρύβεται ο διάβολος»3. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες των Συνόδων είναι οι αδάμαστοι πολέμιοι κάθε αιρέσεως. Αυτός είναι ο λόγος που, ομοψύχως και ομοφώνως, τις αναθεματίζουν4.

     Αφού όλοι οι παρόντες άγιοι Πατέρες της Αγίας ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου υπέγραψαν τις αποφάσεις της: «Ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐξεβόησε: Πάντες οὕτως πιστεύομεν, μία πίστις· πάντες τὸ αὐτὸ φρονοῦμεν· πάντες συναινέσαντες καὶ ἀσμενίσαντες ὑπεγράψαμεν· ὀρθοδόξως πάντες πιστεύομεν. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων. [...] Νεστορίῳ καὶ Εὐτυχεῖ καὶ Διοσκόρῳ ἀνάθεμα· Ἀπολιναρίῳ καὶ Σεβήρῳ ἀνάθεμα· τοῖς ὁμοφρόσιν αὐτῶν ἀνάθεμα· Θεοδώρῳ τῆς Φαρὰν ἀνάθεμα· Σεργίῳ καὶ Ὀνωρίῳ ἀνάθεμα· Πύρρῳ καὶ Παύλῳ ἀνάθεμα· Κύρῳ καὶ Πέτρῳ ἀνάθεμα· Μακαρίῳ καὶ Στεφάνῳ καὶ Πολυχρονίῳ ἀνάθεμα· ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα (: Η αγία Σύνοδος αναφώνησε: Όλοι έτσι πιστεύουμε, μία είναι η πίστη· όλοι το ίδιο φρονούμε· όλοι, αφού συμφωνήσαμε και το δεχθήκαμε με χαρά, υπογράψαμε· ορθόδοξα όλοι πιστεύουμε. Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων. [...] Στον Νεστόριο και στον Ευτυχή και στον Διόσκορο ανάθεμα· στον Απολινάριο και στον Σεβήρο ανάθεμα· στους ομοφρονούντες με αυτούς ανάθεμα· στον Θεόδωρο της Φαράν ανάθεμα· στον Σέργιο και στον Ονώριο ανάθεμα· στον Πύρρο και στον Παύλο ανάθεμα· στον Κύρο και στον Πέτρο ανάθεμα· στον Μακάριο και στον Στέφανο και στον Πολυχρόνιο ανάθεμα· σε όλους τους αιρετικούς ανάθεμα, [:οριστική δηλαδή καταδίκη των αιρετικών διδασκαλιών τους και αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία όσων εμμένουν σε αυτές και δεν μετανοούν]5.

     Η Αγία Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος έλαβε την εξής απόφαση: «Να μην επιτραπεί σε κανέναν να δηλώσει ή να γράψει άλλη πίστη εκτός από αυτήν που έχει ορισθεί από τους αγίους Πατέρες, που συνήχθησαν Πνεύματι Αγίω. Και όποιος τολμήσει είτε να συνθέσει, είτε να παραθέσει άλλη πίστη, αν είναι επίσκοπος ή κληρικός να καθαιρείται, ο επίσκοπος από την επισκοπή του και ο κληρικός από τον κλήρο, ενώ αν είναι λαϊκός, ανάθεμα!»6. «Η Εκκλησία έκρινε πάντοτε πως είναι άξιος αποβολής από το σώμα της εκείνος που αφαιρεί ή προσθέτει κάτι στην πίστη. Γιατί η πίστη μας έχει παραδοθεί ξεκάθαρη από τους Αποστόλους, δεν επιτρέπει ούτε συμπλήρωση ούτε αφαίρεση»7.

      Η αίρεση είναι δύναμη που οδηγεί στην απώλεια της ψυχής και βυθίζει τον άνθρωπο σε όλους τους θανάτους, καθώς τον αποκόπτει από την Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία αποκλειστικά και μόνον βρίσκει ο άνθρωπος την αθανασία, την αιώνιο ζωή. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου ευαγγελίζονται: «Είναι προφανές, η αίρεση αποκόπτει κάθε άνθρωπο από την Εκκλησία»8.

    «Συνήθως, οι αιρετικοί επιλέγουν ορισμένα χωρία της θεοπνεύστου Αγίας Γραφής και με την άθλια κρίση τους διαστρεβλώνουν εκείνο που, ορθώς, έχει ειπωθεί από το Άγιο Πνεύμα. Τούτο υπογραμμίζει και ο Απόστολος Πέτρος λέγοντας:«ἃ οἱ ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν(:όσα οι αμαθείς και αστήρικτοι στη χριστιανική αλήθεια τα διαστρεβλώνουν και τα παρερμηνεύουν)»[Β΄Πέτρ.3,16] κατά βούλησιν, γιατί είναι χαρακτηριστικό των αιρετικών να αλλοιώνουν, κατά την βούλησή τους, το νόημα των αληθών και θείων δογμάτων»9.

    «Οι αιρετικοί θέλουν να τρομάξουν εμάς, τους Χριστιανούς, με τις σοφιστείες τους σαν να είμαστε παιδιά»10. «Πάσχουν από αδυναμία κατανοήσεως των εκκλησιαστικών παραδόσεων και εξαιτίας αυτής της θανατηφόρου ασθενείας έχουν βλάψει τον νου τους»11. «Η έκπτωση από την αλήθεια είναι του νοός και των φρενών τύφλωση»12. Η φράση «πύλαι ᾅδου» [βλ. Ματθ. 16,18: «καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς(:και ο θάνατος και οι οργανωμένες δυνάμεις του κακού δεν θα υπερισχύσουν και δεν θα νικήσουν την Εκκλησία, η οποία θα είναι αιώνια και αθάνατη)»] του Σωτήρος, κατά την ερμηνεία των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σημαίνει «τα θανατηφόρα χείλη των αιρετικών»13.

--------------------------------------------

      ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.   1.  JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 417.

2.    2. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 2, Φλωρεντία 1759, σ. 641

3.   3.  JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 2, Φλωρεντία 1759, σ. 644

4.   4.  JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 6, Φλωρεντία 1761, σ. 632-633

5. 5.R. Riedinger, Acta conciliorum oecumenicorum 2, 2, Concilium universale Constantinopolitanum (680-681), Βερολίνο 1992, σσ. 798-799.

  1. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.7, Βερολίνο 1929, σσ. 105-106.
  2. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.1, Βερολίνο 1927, σ. 79.

8.     JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 12, Φλωρεντία 1766, σ. 1022

  1. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 281.
  2. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 284.
  3. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 337.
  4. JD Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio τ. 13, Φλωρεντία 1767, σσ. 349-352.

13.  E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 4.1.1, Actio III, Βερολίνο 1971, σ.214



Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2026

 

Τὸ τοῦ Ἀντιθέου πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης

  

Ἐξ ἀφορμῆς τῆς συμπληρώσεως δέκα ἐτῶν ἀπὸ τὴν διεξαγωγήν της *

Τοῦ κ. Ἰωάννου Μαρκᾶ, Μ.Δ.Ε. Δογματικῆς Θεολογίας Α. Π. Θ.

  «Ἀποβαλλόμεθα τοὺς λέγοντας ἐκχεῖσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον οὐκ ἐπὶ τοὺς ἁγίους μόνον ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοὺς ἀσεβεῖς, καὶ οὐκ ἐπὶ τούτους μόνον, …ἀλλ’, ὢ τῆς δαιμονιώδους φρενοβλαβείας, καὶ ἐπ’ αὐτὰ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας»[1] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Ὁ ἔλεγχος ἐπὶ δογματικῶν ζητημάτων ἀποτελεῖ ἐντολὴν καὶ ὄχι ἐπιλογὴν

Εἶναι πράγματι συγκλονιστικὴ ἡ ὁμιλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὸ 20ὸ κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ἐκεῖ ὅπου ἀπευθυνόμενος στοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσσου οὐσιαστικὰ τοὺς θέτει πρὸ τῶν τεράστιων εὐθυνῶν ποὺ ἀναλαμβάνουν ὡς πηδαλιοῦχοι τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διαμηνύοντάς τους τὰ ἑξῆς: «προσέχετε οὗν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν»  [2]. Δὲν θὰ μποροῦσε λοιπὸν νὰ εἶναι πιὸ σαφὴς ὁ θεῖος Παῦλος, ὅταν ἱεραρχεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὡς μεγαλύτερο καὶ διαχρονικότερο κίνδυνο στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τὶς αἱρέσεις. Ἕνα κίνδυνο ποὺ δὲν προέρχεται μόνον ἀπὸ τοὺς θύραθεν, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς ἀνακύπτει ἀκόμα καὶ μέσα στὰ σπλάγχνα τῆς Ἐκκλησίας, μέσα δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας!

Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου καὶ πρῶτος Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, προειδοποιεῖ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νὰ βρίσκεται σὲ μία συνεχῆ πνευματικὴ ἐγρήγορση, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διακρίνει τοὺς «προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου», δηλαδὴ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχή του εἶχαν ἀρχίσει νὰ παρουσιάζονται· «παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν· ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ’ ἡμῶν· ἀλλ’  ἵνα φανερωθῶσιν ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν»  [3]. Βλέπετε τί λέει ὁ «υἱὸς τῆς βροντῆς»; «Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξῆλθαν», δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας· στὴν πραγματικότητα ὅμως «ποτὲ δὲν ἦταν δικοί μας· διότι ἐὰν ἦταν δικοί μας, θὰ ἔμεναν μαζί μας»!

Καὶ πότε κάποιος δὲν θεωρεῖται δικός μας στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας; Πρωτίστως, ὅταν ἔχει ἀπολέσει τὴν ὑγιαίνουσα διδασκαλία καὶ πίστη, ὅταν δηλαδὴ κάποιος φρονεῖ ἀντίθετα ἀπὸ κάτι ἢ ὅλα ὅσα παρήγγειλε ὁ Χριστὸς νὰ τηροῦμε μὲ ἀκρίβεια μέχρι τῆς «Συντελείας τῶν Αἰώνων». Αὐτὸς ποὺ ἀποστατεῖ λοιπὸν ἀπὸ τὶς παραδεδομένες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, αὐτομάτως καθίσταται ἀπέναντί Του, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸν ἀποκαλεῖ «ἀντίχριστο». Ταυτοχρόνως δὲ (ὁ ἀποστάτης) τοποθετεῖ τὸν ἑαυτό του «ἐκτὸς Ἐκκλησίας», ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συνειδητὰ πλέον παύει νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολές. Κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρίζεται πὼς πιστεύει στὸν Κύριο, ὅταν δὲν τηρεῖ τὶς ἐντολές Του·  διότι, «ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν·»  [4].

Βλέπουμε λοιπὸν πὼς οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅπως θὰ δοῦμε λίαν συντόμως, μᾶς ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴ καὶ μᾶς δίδουν τὰ «κλειδιὰ» ἐκεῖνα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναγνωρίζουμε μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πότε κάποιος εἶναι «δικός μας», δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, καὶ πότε κάποιος εἶναι «προβατόσχημος λύκος». Τὸ νὰ ἔχουμε ἑπομένως ἐκκλησιολογικὰ κριτήρια καὶ ὑγιῆ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ἀποτελεῖ ἐντολὴ ποὺ πρωτογενῶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο· «προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δὲ εἰσι λύκοι ἅρπαγες» [5]. Καὶ ἀλλοῦ εἶπε: «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» [6].

Συνεπῶς ἔχουμε ρητὴ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο ὡς πιστὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἀνακρίνουμε ὅ,τι ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ θέματα τῆς πίστεως, μάλιστα δὲ νὰ βρισκόμαστε σὲ καθεστὼς πνευματικῆς ἐγρήγορσης καὶ ὁμολογίας. Ὄχι γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε ἀσφαλῶς τὴ ψευδαίσθηση πὼς ἐμεῖς θὰ σώσουμε τὴν Ἐκκλησία (κάτι ποὺ ἄλλωστε ἡ Ἐκκλησία ὡς Ἁγιοπνευματικὸς θεσμὸς δὲν τὸ ἔχει ἀνάγκη, ἀφοῦ ἡ Ἴδια δὲν χρήζει σωτηρίας, ἐμεῖς χρήζουμε), ἀλλὰ διότι, μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἑτοιμότητα ποὺ ἐνδεχομένως ἐπιδείξουμε, θὰ ὠφεληθοῦμε προσωπικὰ καὶ θὰ ἀναβαθμιστοῦμε σωτηριολογικὰ κατὰ τὸν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναφέρει, «πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς·» [7].

Τὸ νὰ κρίνουμε λοιπόν, ἐὰν τὸ «δέντρο» εἶναι καλὸ ἢ σαπρό, ἂν παράγει δηλαδὴ καρπὸ πίστεως ἢ ἀπιστίας, αὐτὸ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἐπιλογὴ δική μας. Ἡ τήρηση αὐτῆς τῆς ἐντολῆς μᾶς διατηρεῖ ἑνωμένους μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ὀργανικὰ καὶ ὑγιῆ κλαδιὰ τῆς ἀμπέλου καὶ ἔτσι δὲν κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ αὐτὴν καὶ νὰ βληθοῦμε εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως. Αὐτὴ ἡ κρίση δὲν πρέπει σὲ καμμία, μὰ σὲ καμμία, περίπτωση νὰ συγχέεται μὲ τὴν κατάκριση. Σὲ θέματα πίστεως κατάκριση δὲν ὑπάρχει, σὲ θέματα ζωῆς ὅμως ἀσφαλῶς καὶ ὑπάρχει καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ Κύριός μας ἔχει δώσει ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετη ἐντολή· «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆ­τε·» [8]. Βλέπετε λοιπὸν τὴν πανσοφία τοῦ Κυρίου; Ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν ἀγάπη μας γιὰ Ἐκεῖνον καὶ τὴν Ἐκκλησία Του μᾶς δίδει αὐστηρὴ ἐντολὴ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐλέγχουμε καὶ ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ δείξουμε κατανόηση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἀκόμη κι ἂν ζημιωνόμαστε προσωπικά, μᾶς δίδει αὐστηρὴ ἐντολὴ νὰ μὴ κρίνουμε καὶ νὰ μὴ ἐλέγχουμε.

Στὴν παροῦσα ἐργασία λοιπὸν θὰ ἐπιχειρήσουμε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ πρῶτο· νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐλέγξουμε ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δογματικῆς θεολογίας τὸ «πνεῦμα» ποὺ ἔπνευσε στὴ πολυδιαφημιζόμενη «Σύνοδο» ποὺ διεξήχθη στὴν Κρήτη, τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 καὶ ποὺ οἱ διοργανωτές της τὴν ἀποκάλεσαν ἀτελώνιστα καὶ ἀφρόνως «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο». Ἀφορμὴ τῆς συντάξεως τῆς παρούσης ἐργασίας στάθηκαν οἱ δηλώσεις ὁρισμένων ἱεραρχῶν ποὺ συμμετεῖχαν στὶς ἐργασίες τῆς «Συνόδου», πὼς στὴ συγκεκριμένη σύναξη «ἐβίωσαν τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»  [9]. Ἐμεῖς ἐδῶ ἑπομένως δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε τόσο μὲ τὶς λεπτομέρειες τῆς «Συνόδου», ἄλλωστε οἱ ἀποφάσεις της εἶναι γνωστὲς καὶ ἔχουν στηλιτευθεῖ ἀπὸ δεκάδες ἐξαιρετικὲς κριτικὲς-θεολογικὲς ἐργασίες. Ἐμεῖς ἐδῶ θὰ ἐπιμείνουμε στὸ νὰ ἐρευνήσουμε, πάντοτε ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δογματικῆς, ἐὰν ὄντως ἔπνευσε κάποιο «πνεῦμα» στὶς ἐργασίες τῆς «Συνόδου», ἂν αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι ἱεράρχες, τί ἐννοοῦμε ὅταν λέμε πὼς βιώνουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποιὲς εἶναι δηλαδὴ οἱ ὀντολογικὲς προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐὰν τὶς ἐκπληρώνουν οἱ συγκεκριμένοι ἱεράρχες καὶ ἐὰν ὄχι, τότε ὑπὸ ποίου πνεύματος διακατέχονται.

Αἱ ὀντολογικαὶ προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ἐν ἀρχῇ νὰ διευκρινίσουμε πὼς ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ μέθεξη ἢ βίωση τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐσιαστικὰ κάνουμε λόγο περὶ μίας «ἀσχέτου σχέσεως», ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος κοινωνεῖ κατὰ τρόπο χαρισματικὸ μὲ τὸν ἄκτιστο Θεό. Βέβαια αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο κοινωνεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἀπρόσιτη καὶ ἄρα ἀμέθεκτη, ἀλλὰ ἡ ἄκτιστη ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μερίζεται «ἀμερίστως» στοὺς πιστοὺς ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὶς προϋποθέσεις, ἀκριβῶς ὅπως συνέβη τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὶς διαμεριζόμενες πύρινες γλῶσσες στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ· «καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν» [10].

Ἡ ὑπερφυὴς αὐτὴ κατάσταση ἀποτελεῖ ἕνα πνευματικὸ βιωματικὸ γεγονός, ποὺ οὐσιαστικὰ ὑποδηλώνει τὸν ἀρραβώνα τῆς μελλούσης βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Μάλιστα, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἡ πρόγευση τῆς μελλούσης βασιλείας «ἐδῶ καὶ τώρα» μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀρραβώνα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐφικτή, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιὰ νὰ γευτεῖ ὁ πιστὸς τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὴν πληρότητά της «ἐκεῖ καὶ ὕστερα»  [11]. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἡ ὁποία «μέσῳ τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι», προσλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς φορεῖς τῆς Χάριτος ὡς τέλειος «καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐκπληρώνοντας ἔτσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ· «καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας» [12].

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, στὸ μέτρο ποὺ αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει, οἱ ἔνοικοι αὐτῆς τῆς ἁγιοπνευματικῆς καταστάσεως δὲν βιώνουν μία κτιστὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως τοὺς ἀπογειώνει συναισθηματικὰ ἢ διανοητικά, ἀλλὰ βιώνουν μία κατάσταση «ἑτέρου γένους». Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν εἶναι φαντασιώδη ἀναπαράσταση, οὔτε δύναμη ποὺ βρίσκεται στὰ χέρια μας, οὔτε μία κατάσταση-πρᾶγμα ποὺ ἄλλοτε ὑπάρχει καὶ ἄλλοτε δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ εἶναι μία ὀντολογικὴ κατάσταση, κατὰ τὴν ὁποία οἱ μέτοχοί της, δὲν βελτιώνονται ἁπλῶς κατὰ τὴ φύση, ἀλλὰ προσλαμβάνουν αὐτὴν ταύτην τὴν θεία ἐνέργεια, τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα  [13]. Πρόκειται περὶ «τελείας ἔλλαμψις τοῦ πνεύματος», ὅπως συμπληρωματικὰ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Μακάριος, ἡ ὁποία δὲν ἐξαντλεῖται μόνο στὴν ἀποκάλυψη κάποιων ὑψηλῶν νοημάτων, δὲν ἔχει δηλαδὴ μόνο ὑψηλὸ γνωσιολογικὸ χαρακτήρα,  ἀλλὰ εἶναι κυρίως ἡ παντοτινὴ λάμψη ὑποστατικοῦ φωτὸς στὶς ψυχὲς τῶν μετόχων [14].

Ἡ ὅλη κατάσταση ποὺ περιγράψαμε μέχρι τώρα, δηλαδὴ ἡ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, σαφῶς καὶ δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετη, πολὺ περισσότερο δὲν ἔχει ἔρεισμα σὲ φαιδρὲς δηλώσεις σὰν αὐτὲς τῶν ἱεραρχῶν ποὺ μετεῖχαν στὴ «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἐμπειρία καὶ παράδοση ἡ χαρισματικὴ ἕνωση ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, δὲν ἔχει νὰ κάνει οὔτε κἄν μὲ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν κτίση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐξ ἀπορρήτων προσωπικὴ κοινωνία-σχέση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Κι αὐτὸ συμβαίνει μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει διέλθει ἐπιτυχῶς τὸ στάδιο τῆς καθάρσεως τῶν παθῶν, ἀφοῦ αὐτὸ ἀποτελεῖ βασικὴ καὶ ἀπαρέγκλιτη προϋπόθεση, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Θεό· «τῷ γὰρ ἐμπαθεῖ νῷ ἑνωθῆναι τὸν Θεόν, ἀδύνατον»  [15], θὰ μᾶς πεῖ ἐμφατικὰ ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης Παλαμᾶς.

Συνεπῶς, αὐτὴ ἡ χαρισματικὴ μετοχὴ στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται μὲ δύο κυρίως τρόπους ἐκ μέρους τῶν πιστῶν:

α) μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ ὑπακοὴ στὰ δόγματα Ἐκκλησίας, καὶ

β) μὲ τὴν ἀγαπητικὴ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν.

Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο πὼς πρῶτος ὁ Κύριος, μᾶς ἐνέταξε μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο τῆς ἀγαπητικῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν· «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με·» [16]. Πρὸς ἐπίρρωσιν, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τονίζει χαρακτηριστικὰ σὲ κείμενό του πὼς «ἡ πρὸς Θεὸν ἀφομοίωση καὶ ἕνωση τελεῖται μόνο διὰ τῆς ἀγαπήσεως καὶ ἱερουργίας τῶν θείων ἐντολῶν»  [17]. Ἐνῶ σὲ συναφὲς μὲ τὸ προηγούμενο κείμενο ἐξηγεῖ πὼς «σκοπὸς τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας εἶναι ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ἀφομοίωση καὶ ἕνωση, ἀφοῦ ὁ Θεὸς καταστήσει τοὺς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα, διαυγέστατα καὶ ἀκηλίδωτα, δεκτικὰ τῆς ἀρχιφώτου καὶ θεαρχικῆς ἀκτίνας»  [18].

Βλέπετε λοιπὸν πῶς τοποθετεῖται ὁ πρωτοκορυφαῖος καθηγητὴς τῆς «μυστικῆς θεολογίας»; Οὐσιαστικὰ τεκμηριώνει τὸν μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ὑπενθυμίζοντάς μας πὼς τὸν Θεὸ «τὸν βλέπουν», ποὺ σημαίνει πὼς τὸν βιώνουν καὶ μετέχουν στὴν ἄκτιστη δόξα Του, μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ· «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»  [19]. Σὲ αὐτοὺς καὶ μόνον σὲ αὐτοὺς ποὺ διατηροῦν καθαρὸ τὸ νοῦ τους, ὡσὰν ἕνα καθαρὸ καθρέπτη, ἀντανακλᾶται ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ θαβωρείου φωτός, χωρὶς ταυτοχρόνως ὁ Θεὸς νὰ ἐμφανίζεται καθ’ ἑαυτὸν (δηλαδὴ κατ’ οὐσίαν)  [20].

Κατ’ ὅμοιον τρόπο ἐκφράζεται καὶ ὁ οὐρανοφάντωρ μέγας Βασίλειος διαβεβαιώνοντας ὅτι «μόνον στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἄνθρωπος καθαρθεῖ ἀπὸ τὸ αἶσχος, τὸ ὁποῖο τοῦ ἔχει ἀποτυπωθεῖ διὰ τῆς κακίας καὶ ἐπανέλθει στὸ φυσικὸ κάλλος καὶ ἀποδώσει πάλι τὴν ἀρχαία μορφὴ ὡς ἕνα βασιλικὸ ἄγαλμα, τότε μόνον εἶναι δυνατὸ νὰ προσελκύσει τὸν Παράκλητο»  [21] . Ἡ κάθαρση λοιπὸν τῶν παθῶν ἀποτελεῖ βασικὸ προαπαιτούμενο εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐντὸς ἡμῶν. Καὶ ἡ ἐνοίκηση αὐτὴ γίνεται ἀκριβῶς λόγῳ αὐτῆς τῆς καθαρότητας ποὺ συναντᾶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς ἀξίους, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀποκαλεῖ τοὺς φορεῖς τοῦ Πνεύματος ὁ θεῖος Βασίλειος.

Oὐσιαστικά, οἱ ἄξιοι, ποὺ ἔχουν τὸ μοναδικὸ προνόμιο νὰ κοινωνοῦν μὲ τὸ Θεό, εἶναι αὐτοὶ ποὺ καταπάτησαν καὶ ὑπερέβησαν τὰ γήινα καὶ ἡ ὅλη ζωή τους μαρτυρεῖ τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  [22] · εἶναι δηλαδὴ οἱ ἅγιοι.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔρχεται νὰ ὑπερθεματίσει ἔντονα ὁ κορυφαῖος ἡσυχαστὴς καὶ Θεολόγος τῆς δεύτερης χιλιετίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ νὰ ὑποστηρίξει μὲ ἀπόλυτο καὶ σαφῆ τρόπο πὼς μόνον οἱ ἅγιοι μετέχουν τοῦ Θεοῦ, μόνον αὐτοὶ γίνονται ἔνθεοι καὶ θεοειδεῖς. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς οἱ ἅγιοι, ὄχι μόνο μετέχουν τῆς Χάριτος Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν μεταδίδουν κιόλας, δὲν λαμβάνουν ἁπλῶς γνώση τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τῶν μεγαλύτερων μυστηρίων τῆς δημιουργίας, δὲν ζοῦν μόνο, ἀλλὰ καὶ ζωοποιοῦν! Ἀποκτοῦν δηλαδὴ ἰδιότητες, οἱ ὁποῖες δὲν ἀνήκουν στὴν κτιστὴ δύναμη  [23].

Τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης καὶ τῆς πονηρίας ἐκυριάρχησεν εἰς τὴν «Σύνοδον» τῆς Κρήτης

Ἐπὶ τῇ βάσει ὅσων ἐξετάστηκαν ἀνωτέρω ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δογματικῆς, ἐρχόμαστε τώρα στὸ σημεῖο νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν ἱεραρχῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ποὺ δήλωσαν μὲ ἀπίστευτη εὐκολία καὶ ἐλαφρότητα πὼς στὸ συνεδριακὸ κέντρο τοῦ Κολυμπαρίου «βίωσαν καὶ εἶχαν πλήρη αἴσθηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Γιὰ νὰ ἐλέγξουμε ὅμως αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμὸ καὶ γιὰ νὰ ἀποφανθοῦμε περὶ τοῦ πνεύματος τῆς συγκεκριμένης «Συνόδου», θὰ πρέπει προηγουμένως νὰ δώσουμε ἕνα μικρὸ περίγραμμα τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς «Συνόδου». Οὐσιαστικὰ καὶ γιὰ λόγους συντομίας, θὰ περιοριστοῦμε νὰ σταθοῦμε στὸ κορυφαῖο γεγονὸς ποὺ στιγμάτισε τὶς ἐργασίες αὐτῆς τῆς «Συνόδου», τὸ ὁποῖο ἦταν οὔτε λίγο-οὔτε πολὺ ἡ ἀνατροπὴ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας· καθὼς εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο πὼς ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ὑπῆρξε ἡ πρώτη συνοδικὴ ἀπόπειρα ποὺ ἐμμέσως πλὴν σαφῶς νομιμοποίησε τὴν αἱρετικὴ κίνηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὄχι μόνο διὰ τῆς ἐπισήμου ἀναγνωρίσεως τῶν θεσμικῶν της ὀργάνων (βλ. Π.Σ.Ε.), ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν ἀναγνώριση τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων τῆς Δύσης ὡς «ἐκκλησιῶν», διευρύνοντας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιολογίας ἐντελῶς αὐθαίρετα καὶ ἀπροκάλυπτα.

Τὸ «νέο αὐτὸ εἶδος συνόδου», κατὰ τὴν αὐθόρμητη παραδοχὴ τοῦ (πρὸ ἔτους ἀποθανόντος) Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας, Ἀναστάσιου  [24], ὄντως δὲν ἔχει προηγούμενο στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία (μιλᾶμε πάντα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη), διότι ὄχι μόνο ὑπῆρξε ἡ πρώτη σύνοδος ποὺ δὲν καταδίκασε αἱρέσεις, ἀλλὰ ἀντιθέτως νομιμοποίησε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ αὐτές, ὅπως ἐπιτάσσει τὸ πρωτόκολλο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔτσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιτεύχθηκε διὰ συν­οδικῆς ἀποφάσεως ἡ ἀνάμειξη τῆς ἀλήθειας μὲ τὸ ψεῦδος, τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν πλάνη τοῦ διαβόλου, τῆς εὐωδίας μὲ τὴ δυσωδία. Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἐπαναλαμβάνουμε εἶναι παντελῶς ξένη πρὸς τὴν πρακτικὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι οὔτε ποὺ διανοοῦνταν ποτὲ νὰ διευρύνουν τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιθέτως φρόντιζαν πάντοτε μὲ αἴσθημα ὑψηλῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης νὰ τραβοῦν τὶς διαχωριστικὲς γραμμὲς ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ φιλοσοφικὰ ρεύματα κάθε ἐποχῆς ποὺ ἐπιχειροῦσαν καὶ τότε, ὅπως καὶ σήμερα, τὴν ἀνατροπὴ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

Στὸ συνεδριακὸ κέντρο τοῦ Κολυμπαρίου, οἱ μετέχοντες στὴ «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ἀγνόησαν ἐπιδεικτικὰ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων Πατέρων, δὲν στοιχήθηκαν πίσω ἀπὸ αὐτούς, ἀρνήθηκαν νὰ ἐκτελέσουν καὶ νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, αὐτονομήθηκαν καὶ προσχώρησαν στὸ στρατόπεδο τῆς πλάνης καὶ τῆς πονηρίας, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν διαφύλαξαν τουλάχιστον τὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὡς ἐκ τούτου, σὲ μία τέτοια βλάσφημη σύναξη ἱεραρχῶν, εἶναι προφανὲς πὼς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι παρών, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ συγκοινωνεῖ μὲ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα τῆς πονηρίας καὶ τῆς πλάνης, ποὺ εἰσηγήθηκαν τὴν ἀμνήστευση τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ἀναγνώρισή τους ὡς «ἐκκλησίες». Ἆραγε οἱ ἱεράρχες ἐκεῖνοι ποὺ δήλωσαν πὼς «βίωσαν» τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δὲν γνωρίζουν τί ἀναφέρει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς; Ὅτι δηλαδὴ «ἡ πλάνη δὲν χαρίζει τὸ ἀπλάνευτο φῶς, τὸ ἄτρεπτον εἰς τὸν αἰῶνα τοῦτον·» ; Ἂν δὲν τὸ γνωρίζουν, τότε ἂς μάθουν καὶ ποῦ τοὺς κατατάσσει ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης· «διότι ὁ λέγων τοῦτο (σσ. αὐτὸς ποὺ ἰσχυρίζεται δηλ. ὅτι κοινωνεῖ μὲ τὸ Πνεῦμα, ἐνῶ εἶναι φορέας τῆς πλάνης) ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα τῶν λύκων» [25]!

Ὅλοι αὐτοὶ λοιπὸν οἱ «προβατόσχημοι λύκοι» μποροῦν νὰ κοροϊδέψουν καὶ νὰ παραπλανήσουν τὸν σημερινὸ ἀκατήχητο λαό, δὲν μποροῦν ὅμως νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν διαχρονικὸ ἔλεγχο τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν πάντοτε καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ὡς θεματοφύλακες τῆς πίστεώς μας. Αὐτοὶ εἶναι (οἱ Πατέρες δηλαδὴ) ποὺ δὲν ἀνέχτηκαν οὔτε τὸ νὰ μὴ μᾶς ἀνακοινώσουν, ποιὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς ἀλήθειας καὶ ποιὰ τῆς πλάνης. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μακάριο γιὰ παράδειγμα, ἡ πλάνη ἀκόμα κι ἂν ὑποκρίνεται τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγαθοῦ, ἀκόμα καὶ ἂν περιβάλλεται μὲ λαμπρὲς ἐμφανίσεις, δὲν θὰ μπορέσει νὰ παράσχει ἀγαθὴ ἐνέργεια. Δὲν θὰ μπορέσει δηλαδὴ νὰ παράσχει μῖσος γιὰ τὰ κοσμικὰ πράγματα, περιφρόνηση δόξας καὶ τιμῶν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιθυμία τῶν οὐρανίων, χαρά, εἰρήνη, ταπείνωση, κατάπαυση ἡδονῶν καὶ παθῶν, ἄριστη διάθεση τῆς ψυχῆς. Διότι αὐτὰ εἶναι τὰ ἐνεργήματα τῆς Χάριτος, τὰ ἀντίθετα τῶν ὁποίων εἶναι τὰ ἐνεργήματα τῆς πλάνης  [26].

Ποιὸς μπορεῖ, ἀπὸ ὅσους συμμετεῖχαν στὴν βλάσφημη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, νὰ ἀμφισβητήσει τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Μακαρίου; Ποιὸς δύναται ἆραγε ἐκ τῶν συμμετεχόντων νὰ ἀντειπεῖ στὸν ἅγιο πὼς τὰ ἐνεργήματα τῆς «Συνόδου» δὲν ἦσαν ὅμοια μὲ αὐτὰ τῆς πλάνης; Ἐκεῖ ποὺ οἱ τιμὲς καὶ οἱ βραβεύσεις, τὰ συμπόσια, τὰ θέατρα καὶ οἱ συναυλίες, καθὼς καὶ τὰ πολυτελῆ ξενοδοχεῖα καὶ τὰ δρακόντεια μέτρα ἀσφαλείας ἔδιναν καὶ ἔπαιρναν. Γιὰ νὰ μὴ ὁμιλήσουμε γιὰ τὶς προαποφασισμένες συνεδρίες καὶ τὰ «μαγειρεμένα» ἀνακοινωθέντα. Ἄρα, εἶναι τουλάχιστον ἀστεῖο νὰ λέει κανεὶς ἔτσι αὐθαίρετα καὶ ἀφηρημένα «βιώσαμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα» καὶ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ βίωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ τραγικὸ δὲ εἶναι ὅτι αὐτοὶ ποὺ τὸν βλέπουν καὶ τὸν ἀκοῦν, ἐξ ὁρισμοῦ δὲν τὸ εἰσπράττουν αὐτὸ ποὺ μὲ ἔπαρση ἰσχυρίζεται, δὲν λαμβάνουν δηλαδὴ τὰ ἐνεργήματα τῆς Χάριτος, ὅπως συμβαίνει ὅταν ἔρχεται κανεὶς σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ χαρισματούχους, ἀλλὰ λαμβάνουν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα καὶ τὰ ἀντίθεα.

Εἶναι τουλάχιστον φαιδρὸ ἑπομένως, ἱεράρχες τοῦ καιροῦ μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι σεσημασμένοι ἀντιησυχαστὲς (εἰδικότερα ὡς πρὸς τὴν προσωπική τους βιοτὴ) καὶ νεοβαρλααμίτες, ποὺ εἰσηγοῦνται ἐπισήμως καὶ ξεδιάντροπα τὴν «ὑπέρβαση τῶν Πατέρων», νὰ ἰσχυρίζονται πὼς μετέχουν τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα βλασφημοῦν «ἐν παντὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ» κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτοὶ οἱ ἱεράρχες, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ  [27], εἶναι φανερὸ πὼς ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς μανίας καὶ ὅτι ὄντως ἐμωράνθησαν ὡς πρὸς τὴ σοφία, διότι καπηλεύονται μὲ φυσικὴ σκέψη καὶ σαρκικὴ αὐθαιρεσία, πρά­γματα παντελῶς ἄγνωστα γιὰ τοὺς ἴδιους, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι γνωστὰ στοὺς χαρισματούχους, δηλαδὴ σὲ ἀνθρώπους ποὺ  ἔχουν  πρα­γματικὰ «νοῦν Χριστοῦ» καὶ ὄχι σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐνδιαφέρονται πῶς θὰ κάνουν δημόσιες σχέσεις ἀκόμα καὶ μὲ τὸν διάβολο.

Καὶ τὸ χειρότερο; Στερούμενοι ἐμφανῶς καὶ παντελῶς τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου, μὲ τὴν προκλητική τους στάση υἱοθετοῦν καὶ ἐκφράζουν οὐσιαστικὰ μὲ ἕνα τρόπο συγκεκαλυμμένο τὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία περὶ «κτιστῆς χάριτος», μιᾶς καὶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά τους περιγράφουν μία κτιστὴ-συναισθηματικὴ κατάσταση, ποὺ δὲν ἔχει καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν Πατέρων. Ἐπιπλέον, ἡ παρουσίαση ἐκ μέρους τους τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὰν μία εὐκαιριακὴ κτιστὴ ἐμπειρία, ποὺ παραπέμπει περισσότερο σὲ μία φυσικὴ ἕξη καὶ μίμηση, ἀποτελεῖ εὐθεῖα προσβολὴ πρὸς τοὺς χαρισματούχους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες τους [28].

Αὐτοὶ οἱ ἱεράρχες λοιπόν, συνεχίζει ὁ ἅγιος Παλαμᾶς, εἶναι ἄξιοι θρήνου, ὄχι μόνο γιατί (τελικῶς) εἶναι ἐντελῶς ἀνέραστοι τοῦ θείου Φωτός, ἀλλὰ διότι  ἐπιπλέον δὲν θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς ἁγίους, ἔχοντας καλλιεργήσει τὴν ψευδαίσθηση ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό τους πώς, ἐπειδὴ φέρουν τὸν τίτλο τοῦ ἐπισκόπου, αὐτομάτως αὐτό τους καθιστᾶ ἰσάξιους μὲ τοὺς Πατέρες. Τὸ λέει κάπου πολὺ ὡραῖα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «ἐὰν μὲν διὰ τοῦτο κεκαθαρμένον ἑαυτὸν λογίσηται, πλανᾶται ἑαυτοῦ καταψευδόμενος, καὶ διὰ τῆς οἰήσεως, τῷ πλανᾶν ἀεὶ ἐπιχειροῦντι θύραν ἀνοίγουσι καθ’ ἑαυτοῦ μεγάλην»  [29].  Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅμως οἱ ἱεράρχες αὐτοὶ φέρνουν ἑαυτοὺς κατὰ κρημνῶν, ἐπιχειρώντας νὰ συμπαρασύρουν καὶ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ὑπακούουν, ὥστε νὰ ἔχουν ὁπωσδήποτε συντρόφους, ὅταν «ἰδοῦν ὡς πῦρ», αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν γνώρισαν ὡς φῶς, ἀλλὰ καπηλεύτηκαν μὲ περισσὴ αὐθάδεια  [30]. Στὸ τέλος λοιπὸν καθίστανται κληρονόμοι τοῦ «οὐαί», κυρίως λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀνεπανόρθωτης βλάβης ποὺ προκαλοῦν στοὺς ἀκροατές τους, διότι ὅπως βεβαιώνει ὁ προφήτης Ἀββακούμ, «ἀλίμονο σ’ ἐκεῖνον ποὺ ποτίζει τὸν ἀδελφό του μὲ νοθευμένο ποτὸ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν μεθύσει καὶ νὰ τὸν ἐξαπατήσει» [31].

Ἐπίλογος

Ἀπὸ ὅλα ὅσα μελετήθηκαν στὴν παροῦσα δογματικὴ ἐργασία καθίσταται σαφὲς αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Μακάριος, ὅτι δηλαδὴ ὁ κάθε πιστός, ἀκόμα κι ἂν βρίσκεται στὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου, ἐφόσον στερεῖται τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς εἶναι ἐντελῶς ἀμύητος μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσει τὸ παραμικρὸ αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας  [32]. Ἑπομένως τὸ νὰ ὁμιλεῖ κανεὶς γιὰ κάτι ποὺ δὲν ἔχει γευτεῖ, ὁμοιάζει μὲ ἕνα τυφλὸ ἄνθρωπο ποὺ μπορεῖ νὰ ἀκούσει καὶ νὰ πιστέψει ὅτι ἡ λαμπρότητα τοῦ ἡλίου ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῶν αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν, δὲν ἔχει ὅμως τὴν ἐμπειρία τοῦ βλέποντος. Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι φύσει ἀδύνατο ὁ μὴ βλέπων νὰ μετέχει καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὶς ἰδιότητες τοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου, ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς πεπειραμένους τῆς ὑγιοῦς ὁράσεως [33].

Ἐπιπροσθέτως, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω, ἡ μέθεξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μόνο ἀπροϋπόθετη δὲν θὰ πρέπει νὰ λογίζεται. Καὶ τοῦτο διότι ὁ ἄνθρωπος καθίσταται δεκτικός τῆς Χάριτος, μόνον ὅταν παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ὡς καθαρὸ σκεῦος ἀπέναντι στὸν Θεό, κάτι ποὺ προϋποθέτει τὴν ἀγαπητικὴ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν καὶ τὴ συστηματικὴ ἀποχὴ ἀπὸ πάσης φύσεως ἁμαρτία. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ὁ ἀπελευθερωμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπος προσφέρεται ἐξολοκλήρου στὸ Χριστὸ παραιτούμενος ἀπὸ τὴν «αὐτονομία τῆς γνώμης» του [34]. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπαίρεται γιὰ τίποτα καὶ δὲν διαφημίζει στοὺς γύρω του πὼς βιώνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀντιθέτως γίνεται ἀκόμα πιὸ ταπεινὸς καὶ νηπτικός, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀπολέσει αὐτὴ τὴν ὑπερφυῆ κατάσταση ποὺ ἀληθῶς βιώνει. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει ἐγκολπωθεῖ τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ μεγάλου ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «πᾶν γὰρ εἶδος ἀρετῆς ἐν ἡμῖν, ἐνεργοῦντος τοῦ Θεοῦ ἡμῖν προσγίνεται ΄ τοῦ Θεοῦ δὲ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν, ἁμαρτία πᾶν τὸ παρ’ ἡμῶν γινόμενον» [35].

* Σχόλιο τοῦ γράφοντος: Ἡ σύντομη αὐτὴ μελέτη ἐκπονήθηκε τὴν περίοδο ποὺ ἀσκούμουν στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Σπουδῶν τοῦ Τομέα τῆς Δογματικῆς Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ. καὶ πρωτοδημοσιεύτηκε περίπου 4 μῆνες μετὰ τὴ «ληστρικὴ σύνοδο» τοῦ Κολυμπαρίου σὲ ἕνα περιορισμένο ἀριθμὸ ἱστολογίων. Στὸν Ο.Τ. δημοσιεύεται γιὰ πρώτη φορὰ (μὲ τὶς ἀπαραίτητες διορθώσεις) ἐξ ἀφορμῆς τῆς θλιβερῆς ἐπετείου, ἤτοι τῆς συμπλήρωσης 10 ἐτῶν ἀπὸ τὴ διεξαγωγή της. Τὰ ὅσα διαδραματίζονται πανορθοδόξως στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη, τραυματίζοντας βαρύτατα τὴν δογματικὴ συνείδησή της καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τὴν ἑνότητά της, ἀποδεικνύουν περίτρανα τὸν «πνευματικὸ καρπὸ» τῆς προειρημένης ψευδοσυνόδου καὶ καθιστοῦν τὴν μελέτη αὐτὴ ἀκόμα πιὸ ἐπίκαιρη!

Σημειώσεις:

[1] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔκθεσις δυσσεβημάτων, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 524 (μτφ. «Ἀποβάλλουμε τοὺς λέγοντας ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκχέεται μόνον στοὺς ἁγίους ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀσεβεῖς, καὶ ὄχι μόνον σὲ αὐτούς, …ἀλλά, ὢ τῆς δαιμονικῆς φρενοβλαβείας, καὶ σ’ αὐτὰ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας»). [2] Πρξ. κ΄ 28-30 (μτφ. «Προσέχετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ ὅλο τὸ ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους, γιὰ νὰ ποιμαίνετε τὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἀπόκτησε μὲ τὸ αἷμα τὸ δικό του. Ἐγὼ ξέρω ὅτι θὰ εἰσέλθουν σ’ ἐσᾶς μετὰ τὴν ἀναχώρησή μου λύκοι ἄγριοι, ποὺ δὲ θὰ λυποῦνται τὸ ποίμνιο, καὶ ἀπὸ ἐσᾶς τοὺς ἴδιους θὰ σηκωθοῦν ἄντρες μιλώντας διεστραμμένα, γιὰ νὰ ἀποσποῦν τοὺς μαθητὲς πίσω τους.»). [3] Α΄ Ἰω. β΄ 18-19. [4] Α΄ Ἰω. β΄ 4. [5] Ματθ. ζ΄ 15.  [6] Ματθ. ιβ΄ 33.  [7] Ματθ. ι΄ 32.  [8] Ματθ. ζ΄ 1.  [9] Συγκεκριμένα στὴν ἀντίληψή μας ὑπέπεσαν οἱ δηλώσεις δύο Μητροπολιτῶν. Τοῦ Μητροπολίτου Ἀτλάντας, Ἀλεξίου ποὺ δήλωσε πὼς «στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο βιώσαμε τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος, Ἰγνατίου ποὺ δήλωσε πὼς «ὅσοι βιώσαμε τὸ γεγονὸς (σσ. ἐννοεῖ τῆς «Συν­όδου») …εἴχαμε πλήρη αἴσθηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Βλ. ἐδῶ γιὰ τὸν πρῶτο pemptousia.gr καὶ ἐδῶ γιὰ τὸν δεύτερο dogma.gr.  [10] Πρξ. β΄ 3 (Σημ.: γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὸ πῶς μερίζεται κάτι «ἀμερίστως», ἀρκεῖ νὰ φέρει στὸ νοῦ του τὸ παράδειγμα μὲ τὸ κερὶ ποὺ μοιράζεται τὴ φλόγα του μὲ ἄλλο κερί. Τὸ πρῶτο κερὶ διατηρεῖ ποσοτικὰ καὶ ποιοτικὰ τὴ φλόγα του, παρότι τὴ μεταλαμπάδευσε, ἐνῶ καὶ τὸ δεύτερο κερὶ ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἴδια φλόγα μὲ τὸ πρῶτο.).  [11] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 10, PG 151, 112B.  [12] Ἰω. ιζ΄ 22-23.  [13] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ μεθέξεως, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 214.  [14] Ἁγίου Μακαρίου, Περὶ ἐλευθερίας νοὸς 22, PG 34, 956D-957A.  [15] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ προσευχῆς καὶ καθαρότητας 1, PG 150, 1117C.  [16] Ἰω. ιδ΄ 21.  [17] Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 2, PG 3, 392A.  [18] Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 3, 2, PG 3, 165A.  [19] Ματθ. ε΄ 8.  [20] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3, ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 168.  [21] Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 9, 23, PG 32, 109AB.  [22] Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 22,53, PG 32, 168C.  [23] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ μεθέξεως, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 240.  [24] Βλ. ἐδῶ holycouncil.org καὶ ἐδῶ kathimerini.gr   [25] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3, ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 252.  [26] Ἁγίου Μακαρίου, Περὶ ὑπομονῆς 13, PG 34, 876BC.  [27] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3 , ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 176.  [28] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ μεθέξεως, ΕΠΕ, τόμ. 3, σελ. 214. [29] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ προσευχῆς καὶ καθαρότητας 1, PG 150, 1120D. [30] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 3  , ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 172. [31] Ἀββακ. 2, 15: «ὢ ὁ ποτίζων τὸν πλησίον αὐτοῦ ἀνατροπὴ θολερὰ καὶ μεθύσκων». [32] Ἁγίου Μακαρίου, Ὁμιλία 18, 2, PG 34, 636. [33] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 2, 3, ΕΠΕ, τόμ. 2, σελ. 522. [34] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος Δ΄, PG 150, 621B. [35] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 33, PG 151, 416D-417A.



Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2026

 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Εν ονόματι της Εκκλησίας καμία απόκλιση, καμία εκχώρηση. Ακρίβεια!

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς)

 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ!

      Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

      Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,  ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

                      Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

    «Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

        «Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

                   Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

     Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ  και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ τῶν Στουδίων ἡγουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

                         ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

     Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

     Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρὴ Κατήχησις 97, Ἔργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

     «Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

     «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 94 (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, ἐκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

      «Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 197 (Δωροθέῳ τέκνῳ), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 338 (Κωνσταντίνῳ), στὸ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

          ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

           επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.