Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2026

 

Μαρτυρίες Αγιασμένων Μορφών της Εκκλησίας για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

 

Μαρτυρίες Αγιασμένων Μορφών της Εκκλησίας για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

Ομιλεί* ο Αρχιμανδρίτης π. Παύλος Δημητρακόπουλος.

Να δούμε, εν ολίγοις πάλι και επί τροχάδην, τί είπαν για αυτήν την μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο μεγάλες οσιακές μορφές της εποχής μας, που και η γνώμη τους φυσικά έχει μεγάλη βαρύτητα διότι πρόκειται περί Αγίων ανθρώπων.

Σύγχρονες οσιακές μορφές της εποχής μας, παρακολουθώντας από κοντά την όλη πορεία των αλλεπαλλήλων πανορθοδόξων διασκέψεων και διαβουλεύσεων και την προετοιμασία της ‘Συνόδου της Κρήτης’, διέκριναν με τον θείο φωτισμό που είχαν μέσα τους την ολέθρια οικουμενιστική γραμμή πάνω στην οποία βάδιζε η όλη προετοιμασία. Αλλά και τα σαθρά οικουμενιστικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε η όλη προσπάθεια και προείδαν ότι η μέλλουσα να συγκληθεί ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδος’ δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια οικουμενιστική αιρετική ψευδεσύνοδος.

Ας δούμε τί είπε ο Άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Μέγας Άγιος και Ομολογητής της εποχής μας. Αυτός υπέβαλε το 1971 υπόμνημα προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Σερβικής με τίτλο: «Περί την μελετομένην μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.». Πρόκειται για ένα ιστορικής σημασίας κείμενο, λαμπράς Ορθοδόξου ομολογίας, στο οποίο ο θεοφόρος Πατήρ, επσημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Προσωπικώς δεν βλέπω ότι κατά τα σημερινάς περιστάσεις υπάρχει πράγματι αναπόφευκτος ανάγκη για την σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου. Εάν όμως υπάρχει, η παρούσα στιγμή είναι η πλέον ακατάλληλος εις την ιστορία της Εκκλησίας μας.

Πάσα νέα Οικουμενική Σύνοδος δεν θα είναι ούτε Αγία, ούτε Οικουμενική, ούτε 8η, εάν πρωτίστως δεν δεχθεί τας προγενεστέρας οικουμενικάς και ασαλεύτους αποφάσεις των.»

Διέβλεπε ο Όσιος ότι δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την σύγκληση μίας Οικουμενικής Συνόδου. Επειδή ήδη από την εποχή εκείνη κυριαρχούσε ο οικουμενισμός σε όλες σχεδόν τις Τοπικές Εκκλησίες και συνεπώς εάν επραγματοποιείτο η σύγκλησή της δεν θα ήταν Σύνοδος Αγίων Πατέρων αλλά μια ψευδοσύνοδος οικουμενιστών αρχιερέων.

Εάν όμως οι τότε περιστάσεις ήταν, κατά την εκτίμηση του Αγίου, ακατάλληλες, σκεφθείτε πόσο ακατάλληλες είναι τώρα, μετά από πεντέμιση δεκαετίες. Πόσο ακατάλληλες έγιναν σήμερα οι συνθήκες όπου η θύελλα της αιρέσεως του οικουμενισμού έχει σαρώσει τα πάντα και έχει λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Και κατακλείει το ιστορικό αυτό υπόμνημά του ο Άγιος, με τους εξής προφητικούς λόγους:

Αλλά τέλος, είναι γνωστόν και εις τους Αγγέλους και εις τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ότι εις αυτήν την αποκαλυπτικήν εποχήν είναι δύσκολο, ή μάλλον αδύνατο σε πολλούς ιεράρχες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, λόγω ανθρωπίνων αδυναμιών, να ομολογήσουν Ορθοδόξως και Αγιοπατερικώς σε αυτήν την ενδεχομένως μέλλουσα να συνέλθει ‘Οκουμενική Σύνοδο’ τα Ορθόδοξα δόγματα και τας κανονικάς αληθείας.

Ένεκα τούτου, το Ορθοδοξότερο θα ήταν να μην συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος ή τουλάχιστον, να μην συμμετάσχει κανείς σε αυτήν.

Πέντε χρόνια αργότερα το 1976 ο Άγιος Ιουστίνος, διαβλέποντας τους πικρούς καρπούς από την σύγκληση της ‘Συνόδου της Κρήτης’, θα κάνει και πάλι νέα έκκληση προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας με νέο υπόμνημα. Γράφει:

Απευθύνομαι και πάλι κατά την υπαγόρευση της συνειδήσεώς μου δια ταύτης παρακλησεώς μου και της υιικής εν προσευχή κραυγής μου προς την Ιερά Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας, όπως η Εκκλησία της Σερβίας απόσχει την συμμετοχή της εις την προπαρασκευή μιας κατ’ όνομα ‘Οικουμενικής Συνόδου’, όλως δε ιδιαιτέρως της εν αυτής συμμετοχής, εάν τελικώς συνέλθει αυτή.

Και άλλα τα οποία παραλείπω, δεν μας παίρνει ο χρόνος.

Ο ‘Οσιος Γέροντας Φιλόθεος ο Ζερβάκος, γνωστός σε όλους σας, εκοιμήθη το 1980, ο οποίος και αυτός παρακολουθούσε εναγωνίως τις εξελίξεις σχετικά με την προετοιμαζόμενη ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’. Σε απόλυτη συμφωνία με τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς γράφει σε σχετικό άρθρο του με τίτλο «Περί Οικουμενικής Συνόδου» τα εξής:

Ώστε, όλως περί τί νομίζομεν ότι είναι η σύγκληση ‘Οικουμενικής Συνόδου’ περί ζητημάτων εις τα οποία έχουν αποφανθεί δια των Ιερών Κανόνων οι θείοι Απόστολοι και θεόσοφοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας.

Τις ίδιες διαπιστώσεις κάνει σχετικά με την μελετομένη Σύνοδο, και τους ίδιους κινδύνους από ενδεχόμενη πραγματοποίηση της Συνόδου, και ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Αυτός ο οποίος ίδρυσε τον Ορθόδοξο Τύπο (την εφημερίδα) και την Πανελλήνια Ορθόδοξος Ένωση (ΠΟΕ). Γράφει:

Δυστυχώς, και η ετοιμαζόμενη ‘8η Οικουμενική Σύνοδος’ θα είναι ληστρική. (λες και τα ‘λεγε προφητικά). Εάν κρίνομεν εξ’ όσων βλέπομε μέχρι στιγμής, με την μελετόμενη να συνέλθει ‘8η Οικουμενική Σύνοδο’ μηχανεύονται οι οικουμενιστές να επικυρώσουν τους νεωτερισμούς, τους οποίους οι ίδιοι προωθούν σήμερα στην Εκκλησία. Την θέλουν σαν Σύνοδο που θα ξεθεμελιώσει τις προηγούμενες αποφάσεις των 7 Οικουμενικών Συνόδων.

Μια άλλη μεγάλη Οσιακή Πατερική μορφή, ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος, σε βαρυσήμαντο άρθρο του στη Σπίθα γράφει:

Εάν κυρία αιτία για την οποίαν συγκαλούνται Οικουμενικές Σύνοδοι είναι η αίρεση, υπάρχει πράγματι σοβαρός λόγος για να συγκληθεί ‘Οικουμενική Σύνοδος’. Και ο λόγος αυτός είναι, εκτός των άλλων πλανών και αιρέσεων, αι οποίες πρέπει να καταδικασθούν, είναι και η αίρεσις η οποία υπό διαπρεπούς αειμνήστου Ιεράρχου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ονομάστηκε αίρεσις των αιρέσεων. Το όνομα της αιρέσεως; Οικουμενισμός.

Ο αείμνηστος, πανορθοδόξου κύρους και πνευματικότητος, Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Μυτιληναίος, σε βιβλίο του με τίτλο: «Δύο ομιλίες αναφερόμενες στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων», αναφερόμενος στην μέλλουσα να συγκλιθεί ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’, είπε το 1991:

Μια τέτοια Σύνοδο δεν την κινεί το Πνεύμα το Άγιον αλλά την κινούν οι σκοτεινές δυνάμεις με επικεφαλής την μασονία. Αυτό ας γίνει δεκτό. Ναι. Γι’ αυτό και αν γίνει αυτή η Σύνοδος, θα χαρακτηρισθεί Ψευδοσύνοδος (λες και τα έλεγε προφητικά και αυτός). Δεν θα γίνει αποδεκτή. Αυτοί οι επίσκοποι που θα καθίσουν για να συζητήσουν τα θέματα αυτής της Συνόδου σε ποια κατάσταση βρίσκονται; Ορθοδοξούν ή δεν ορθοδοξούν; Απ’ όσα μπορούμε να ξέρουμε σήμερα, και εγώ και εσείς και όλοι μας, εκείνοι που θα παρακαθίσουν έχουν αλωθεί από τον οικουμενισμό. Απερίφραστα, εκτός ίσως από κάποιες εξαιρέσεις, αυτοί οι άνθρωποι δεν ορθοδοξούν. Έστω κι αν λέγονται Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι. Δεν ορθοδοξούν. Τον γνωρίζουμε τον τρόπο που κινούνται και εκφράζονται. Το γνωρίζουμε αυτό. Θα το πω άλλη μια φορά. Έχουν αλωθεί από την μασονία και τον οικουμενισμό.

Εδώ ο πατήρ Σεραφείμ (Ζήσης) κάνει σειρά ομιλιών αυτόν τον καιρό με τίτλο: «Σταδιακή μασονοποίηση της Εκκλησίας», σε πλήρη εναρμόνιση με αυτά που λέει εδώ τώρα ο πατήρ Αθανάσιος ο μακαριστός.

Και άλλα λέει, δεν θέλω γιατί πέρασε η ώρα. Θα κλείσω με αυτά που είπε μία άλλη μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της εποχής μας, ο χαρισματούχος και διορατικός Αμερικανός Ορθόδοξος Μοναχός π. Σεραφείμ Ρόουζ. Γνωστός σε όλους σας από τα βιβλία. Έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. Νομίζω εκεί στην Καλιφόρνια έζησε ο αγιασμένος αυτός Μοναχός π. Σεραφείμ. Τί λέει λοιπόν αυτός; Έγραφε το 1976:

Κρινόμενες βάσει του νηφαλίου προτύπου του αναλοιώτου της Πατερικής Ορθοδοξίας, οι προετοιμασίες για μια ‘8η Οικουμενική Σύνοδο‘, τώρα καλουμένη ως ‘Πανορθόδοξη Σύνοδος’, φανερώνονται ως ανορθόδοξες, στερούμενες σοβαρότητος και ποιμαντικά εντελώς ανεύθυνες. Τέτοιου είδους Σύνοδος είναι μία προσπάθεια ριζωμένη όχι στο Ορθόδοξο φρόνημα και στην εγκάρδια φροντίδα για την σωτηρία των ψυχών, αλλά μάλλον στο πνεύμα της εποχής. (εμείς θα λέγαμε σήμερα, στο πνεύμα της νέας εποχής) Σκοπεύει να είναι ευάρεστη όχι στον Θεό αλλά στον κόσμο και συγκεκριμένα στον ετερόδοξο κόσμο. Κρίνοντας από την εμπειρία της Βατικανής Συνόδου (που είχε προηγηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα) και τις συνέπειες αυτής στον παπισμό, τέτοια Σύνοδος εάν συγκληθεί θα παράγει βαθειά ακαταστασία και αναρχία στον Ορθόδοξο κόσμο. Η προτεινόμενη ‘Οικουμενική Σύνοδος’, κρινόμενη επί τη βάσει των προετοιμασιών που έχουν ήδη γίνει, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ληστρική Σύνοδος, μία προδοσία του Χριστού και της Εκκλησίας Του.

…………………………………………

*«Ψευδοσύνοδος της Κρήτης – στάδιο προετοιμασίας»

Σάββατο, Ιουνίου 27, 2026

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΚΤΙΝΕΣ       

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 29η Ιουνίου 2026

    Πριν από δέκα χρόνια ακριβώς πραγματοποιήθηκε, όπως είναι γνωστό, στο Κολυμπάρι της Κρήτης η ψευδοσύνοδος της Κρήτης, (16 έως 27 Ιουνίου 2016).  Ένα κατ’ εξοχήν τραγικό και συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός παγκοσμίων διαστάσεων με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που προκάλεσε το πλέον οδυνηρό πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που σήμανε τον θρίαμβο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και γέμισε με απερίγραπτη θλίψη την θριαμβεύουσα και τη στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού.

    Με αφορμή, λοιπόν, τη θλιβερή αυτή επέτειο θεωρήσαμε αναγκαίο να  καταθέσουμε στον πιστό λαο του Θεού κάποιες αλήθειες που αφορούν την ψευδοσύνοδο, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεώτεροι.

    Η ψευδοσύνοδος δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Και τούτο διότι:

    1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), ωσάν η Εκκλησία να έπαυσε να πολεμείται στην εποχή μας από σύγχρονες αιρέσεις, ενώ η θλιβερή σύγχρονη πραγματικότητα μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Απ’ εναντίας μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως «Εκκλησίες» τους ετεροδόξους.

    2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών και Ενδημουσών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω.

    3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κ.λ.π.

     4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών.

    5. Τα θέματα και οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

    6. Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ωστόσο τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος της ομοφωνίας, που προβλέπει ο Κανονισμός.

    7. Προκάλεσε αλλοίωση και στρέβλωση του παραδοσιακού Συνοδικού Συστήματος και καθιέρωσε για πρώτη φορά ένα άλλο Συνοδικό Σύστημα, το οποίο οφείλεται κυρίως και πρωτίστως στην ανάπτυξη μιάς νέας οικουμενιστικής θεωρίας αυτής του «πρώτου άνευ ίσων».  

    8. Είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι:

    Α). Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν μόλις τον Φεβρουάριο του 2016, ολίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας.

    Β). Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156.

    Γ). Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» σε «πρώτους άνευ ίσων» .

    Δ). Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του  υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι καταφρονήθηκαν οι εισηγήσεις και τα πορίσματα της Ημερίδος που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016), οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, αλλά και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων, κληρικών και λαϊκών. Καταφρονήθηκαν οι πρό της ψευδοσυνόδου επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού.

    Ε) Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του αγίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.

    ΣΤ) Η ψευδοσύνοδος αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως.  Επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Διακήρυξη των Πατριαρχών της Ανατολής του 1848, έσχατος κριτής της ορθότητος και της εγκυρότητος των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, ή  απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων.

    Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις, κενά και ασάφειες.

    Πιο συγκεκριμένα:

    α)  Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παραγραφο διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση «ιστορική ονομασία», ισοδυναμεί με τη φραση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.

    β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών», με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

    Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους:

    1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους.

    2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007) του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν.

    Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων.

    Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]».

    Το καρκίνωμα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αδελφοί μου, που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα προχώρησε δυστυχώς σταδιακά και εξαπλώθηκε μεθοδικά, έτσι ώστε τελικά να βρεί πλήρη συνοδική νομιμοποίηση, αντί καταδίκης. Εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι να συγκληθεί μιά αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα καταδικάσει τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Αυτό όμως το χαρμόσυνο γεγονός δεν πρόκειται να γίνει ως διά μαγείας, χωρίς δηλαδή τη συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, συνεργούσης βεβαίως και της Χάριτος. Δεν πρόκειται να γίνει χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες και θυσίες και πρό πάντων χωρίς την ευλογημένη αποτείχιση, η οποία στην παρούσα χρονική συγκυρία καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε.